Σπῦρος Κρόκος: Chop Chop Square


Σπῦ­ρος Κρό­κος


Chop Chop Square


 ΠΡΩΪΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ στὴν πλα­τεί­α ἔ­χει τε­λει­ώ­σει. Φρε­σκο­πλυ­μέ­να σεν­τό­νια ἔ­χουν ἀρ­χί­σει ἤ­δη ν’ ἁ­πλώ­νον­ται πά­νω στὶς πλά­κες της. Ἡ θέ­α τῶν λευ­κῶν πε­ρι­στε­ρι­ῶν ποὺ πε­τοῦν στὸν κα­θα­ρὸ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­να­κα­λεῖ στὴ μνή­μη του τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ αἵ­μα­τος. Στὸ νοῦ του ἔρ­χον­ται κι ἐ­κεῖ­νοι οἱ στί­χοι ποὺ εἶ­χε βρεῖ γραμ­μέ­νους χρό­νια πρίν, σ’ ἕ­να ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο κομ­μά­τι χαρ­τί, πε­τα­μέ­νο στὴ ρί­ζα μιᾶς γέ­ρι­κης χουρ­μα­διᾶς: «Στὶς μέ­ρες καὶ στὶς νύ­χτες τοῦ Προ­φή­τη πει­να­σμέ­να γε­ρά­κια κα­ρα­δο­κοῦν, κομ­μα­τι­ά­ζον­τας τὶς νό­τες ποὺ ξε­γλι­στροῦν ἀ­μέ­ρι­μνα στὴ σι­ω­πὴ τῆς ἄμ­μου. Ὁρ­μοῦν ἐ­πά­νω στὶς ἄ­ψυ­χες σκι­ὲς τῆς ὀ­θό­νης καὶ στὶς φι­γοῦ­ρες τῆς σκη­νῆς, ὅ­ταν αὐ­τὲς δὲν ὑ­πο­κλί­νον­ται φι­λών­τας εὐ­λα­βι­κά τοὺς ὤ­μους τῶν το­πο­τη­ρη­τῶν του.»

        Βα­δί­ζει πρῶ­τος στὴ σει­ρά, μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους, ἔ­χον­τας τὰ χέ­ρια δε­μέ­να πι­σθάγ­κω­να. Πα­ρὰ τὸ βά­λιουμ, νι­ώ­θει τὴν ἀ­νά­σα του κο­φτὴ καὶ τὴν καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ γρή­γο­ρα καὶ ἄρ­ρυθ­μα. Ἀ­πρό­σκλη­τες θύ­μη­σες τοῦ τρα­γου­δοῦν καὶ τὸν τα­ξι­δεύ­ουν σὲ εἰ­κό­νες τοῦ χθές, ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­έ­ρα καὶ φῶς μέ­σα ἀ­πὸ λα­βύ­ριν­θους θο­λοὺς καὶ οἰ­κεί­ους. Γνώ­ρι­μες κραυ­γὲς συ­νο­δεύ­ουν τὴ δι­α­δρο­μή του πρὸς τὸ ση­μεῖ­ο τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης. Ὅ­μως σὲ αὐ­τὲς δὲν ἀ­να­γνω­ρί­ζει πιὰ τὴ χροι­ὰ τῆς δι­κῆς του φω­νῆς μὲ τὶς ξέ­γνοια­στες μέ­ρες στὴν πλα­τεί­α, τὰ γι­ορ­τι­νὰ πρω­ϊ­νά τῆς Πα­ρα­σκευ­ῆς, τὸ πο­δό­σφαι­ρο καὶ τὸ κυ­νη­γη­τὸ κά­τω ἀ­πὸ τὰ κρε­μα­σμέ­να ἀ­κέ­φα­λα σώ­μα­τα. Τοῦ εἶ­χαν πεῖ τό­τε, πὼς αὐ­τὰ ἦ­ταν σκιά­χτρα ποὺ κρα­τοῦ­σαν μα­κριά τὰ στοι­χειὰ τῆς ἐ­ρή­μου. Ἡ στέρ­φα γῆ ἐ­ξά­γνι­ζε τὸ παι­χνί­δι τους ἀ­πὸ τὸ μό­λε­μα καὶ τὸ προ­στά­τευ­ε, ἔ­τσι ὅ­πως ἄ­τμι­ζε ρου­φών­τας ἀ­χόρ­τα­γα τὸ ζε­στὸ αἷ­μα ποὺ ἔ­ρε­ε ἄ­φθο­νο.

        Γο­να­τί­ζει πά­νω στὸ λευ­κὸ σεν­τό­νι μὲ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο στὴ γε­νέ­τει­ρα τοῦ Προ­φή­τη. Ἕ­να θρη­νη­τι­κὸ οὐρ­λια­χτὸ δι­εκ­δι­κεῖ δι­έ­ξο­δο. Μὰ τε­λι­κὰ μέ­νει βου­βό. Ἀ­νεί­πω­το. Μαῦ­ρο πα­νὶ τυ­λί­γει τὰ μά­τια του κα­θὼς αἰ­σθά­νε­ται τὸν δή­μιο νὰ στέ­κει δί­πλα του. Ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει ν’ ἀ­νε­βαί­νει κι ἡ δου­λειὰ πρέ­πει νὰ ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ πρὶν τὴν ἀ­νυ­πό­φο­ρη ζέ­στη τοῦ με­ση­με­ριοῦ. Δὲν ἔ­χει πρό­θε­ση νὰ δυ­σκο­λέ­ψει τὸ ἔρ­γο τοῦ ὑ­παλ­λή­λου. Ἀ­κού­ει τὴν ἀ­πό­φα­ση τῆς κα­τα­δί­κης καὶ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει ψι­θυ­ρι­στὰ τοὺς στί­χους ἀ­πὸ τὸ Κο­ρά­νι. Παύ­ση. Ξέ­ρει τί πρέ­πει νὰ κά­νει ἀ­πὸ ἐ­δῶ κι ἔ­πει­τα. Γέρ­νει τὸ σῶ­μα του ἐ­λα­φριὰ μπρο­στά. Αἰ­σθά­νε­ται τὴν κό­ψη τῆς λε­πί­δας νὰ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει ἁ­πα­λὰ τὸν λαι­μὸ κι ὕ­στε­ρα νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα. Τὸ σπα­θὶ κα­τε­βαί­νει μὲ δύ­να­μη. Δι­α­χω­ρι­σμός — δη­λα­δὴ κα­ρα­τό­μη­ση. Ἡ λύ­τρω­ση στὴν Chop Chop Square μό­λις ἦρ­θε. Τὸ πλῆ­θος κραυ­γά­ζει. Κά­ποι­ος του­ρί­στας φώ­να­ξε γκόλ.

        Τρί­α δευ­τε­ρό­λε­πτα ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ κρα­νί­ο του δί­χως αἰ­σθή­σεις, βού­λη­ση, προσ­δο­κί­ες καὶ μνή­μη πιά, κα­τρα­κυ­λᾶ στὸ πυ­ρω­μέ­νο τσι­μέν­το τῆς πλα­τεί­ας. Σὲ αὐ­τὸν τὸν χρό­νο ποὺ χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ σκορ­πί­σει ἡ ψυ­χὴ καὶ νὰ ἑ­νω­θεῖ μὲ τὴ σκό­νη ποὺ ἀ­φή­νουν πί­σω τους τὰ κα­ρα­βά­νια τῶν νο­μά­δων τῆς ἐ­ρή­μου, αὐ­το­μό­λη­σαν μα­ζί της καὶ οἱ ἦ­χοι ἀ­πὸ τὶς ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νες ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια μου­σι­κές, οἱ εἰ­κό­νες ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­κλει­σμέ­να θε­ά­μα­τα, ἡ γλυ­κιὰ γεύ­ση τοῦ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νου ἱ­δρώ­τα καὶ τῶν ἀγ­γιγ­μά­των τῆς σάρ­κας, ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς ἁρ­μύ­ρας ποὺ ὁ νο­τι­ο­α­να­το­λι­κὸς ἄ­νε­μος ἔ­φερ­νε ἀ­πὸ τὸν ὠ­κε­α­νό. Ἕ­ναν ὠ­κε­α­νὸ ποὺ ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀν­τί­κρι­σε πο­τέ, μὰ κά­θε βρά­δι ὀ­νει­ρεύ­ον­ταν πὼς πα­τοῦ­σε τὴν ἀν­τί­πε­ρα στε­ριά του.

        «Σκα­τά!» μούγ­κρι­σε ὁ πα­χύ­σαρ­κος ἄν­τρας κοι­τά­ζον­τας τὸ ρο­λό­ϊ του, δε­κα­τρεῖς χι­λιά­δες χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά. Ἅρ­πα­ξε τὸ τη­λε­κον­τρὸλ ποὺ ἦ­ταν χω­μέ­νο στὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πὲ καὶ τί­να­ξε στὸ πά­τω­μα τὰ τρίμ­μα­τα ἀ­πὸ τὰ πα­τα­τά­κια ποὺ εἶ­χαν στα­θεῖ στὴν κοι­λιά, στὰ μπού­τια καὶ στὸ λευ­κό του σώ­βρα­κο. Ἔ­κλει­σε τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν κα­να­πέ, κά­τι ποὺ δὲν τὸ κα­τά­φε­ρε οὔ­τε τὴ δεύ­τε­ρη οὔ­τε τὴν τρί­τη φο­ρὰ ποὺ τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σε. Τοῦ πῆ­ρε κάμ­πο­ση ὥ­ρα νὰ χω­ρέ­σει στὴ φρε­σκο­πλυ­μέ­νη στο­λὴ ποὺ εἶ­χε φέ­ρει νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ κα­θα­ρι­στή­ριο. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­φτα­νε στὸ τε­λευ­ταῖ­ο κουμ­πὶ τοῦ που­κα­μί­σου μὲ τὸ κεν­τη­μέ­νο γε­ρά­κι στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μα­νί­κι, κον­το­στά­θη­κε στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Κοί­τα­ξε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὸν βρο­χε­ρὸ οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­πει­τα τὸ βλέμ­μα του καρ­φώ­θη­κε στὴ νο­η­τὴ εὐ­θεία ποὺ περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ 13η πτέ­ρυ­γα τῶν Πο­λι­τεια­κῶν Φυ­λα­κῶν, τὴν Death Row. Ἔ­μει­νε ἔ­τσι ἀ­κί­νη­το καὶ ἀ­πλα­νὲς γιὰ με­ρι­κὲς στιγ­μές. Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι του στὸ στέρ­νο καὶ σχη­μά­τι­σε φευ­γα­λέ­α τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ Σταυ­ροῦ. Ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς εἰ­σό­δου σή­κω­σε τὸν φά­κε­λο μὲ τί­τλο: «Πρω­τό­κολ­λο Chapman —Ἐ­φαρ­μο­γὴ καὶ Δι­α­χεί­ρι­ση Ἐ­κτε­λέ­σε­ων.» Ἡ τε­λευ­ταί­α σκέ­ψη ποὺ ἔ­κα­νε πρὶν κλεί­σει πί­σω του τὴν πόρ­τα καὶ χα­θεῖ, ἦ­ταν ὅ­τι ἂν τὰ πράγ­μα­τα συ­νε­χί­σουν νὰ πη­γαί­νουν κα­λὰ στὴ δου­λειά, ἴ­σως μπο­ρέ­σει νὰ πε­ρά­σει ἕ­να μέ­ρος ἀ­πὸ τὴν κα­λο­και­ρι­νή του ἄ­δεια τα­ξι­δεύ­ον­τας κά­που στὴ Με­σό­γει­ο. Ἰ­τα­λί­α, Ἱ­σπα­νί­α, Γαλ­λί­α, Ἑλ­λά­δα ἴ­σως. Τὰ χεί­λη του συ­σπά­στη­καν σ’ ἕ­να ἐ­λα­φρὺ χα­μό­γε­λο προ­σμο­νῆς καὶ ἱ­κα­νο­ποί­η­σης.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπύ­ρος Ε. Κρό­κος (1973). Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔ­χει ὁ­λο­κλη­ρώ­σει με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση (MSc), στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς (MEd) καὶ στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (MA). Μι­κρῆς φόρ­μας ἔρ­γα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες. Ἐν­δει­κτι­κὲς ἀ­να­φο­ρές: «Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου», «Southern Point», «Chop Chop Squa­re» στὸν ἱστο­χῶ­ρο Ἱ­­στο­­ρί­­ες Μπον­­ζά­ι – Ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ τοῦ μ­ικροῦ. «Θραύ­σμα­τα & Ἀνα­μνή­σεις» στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Eye­lands· «Ὁ Κό­σμος τῆς Λί­μνης» στὸν ἱστό­το­πο Li­te­ra­tu­re.  Τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Ὁ Ἀ­φρι­κά­νι­κος Ζα­κό» καὶ «Τε­λευ­ταῖ­ο Δρο­μο­λό­γιο» ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δώ­μα­τα μὲ Θέα (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) καὶ Ἱ­στο­ρίες στὶς Ρά­γες (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες) ἀ­ντί­στοι­χα. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


 

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ τὸν Θε­ο­δω­ρά­κη Κο­λο­κο­τρώ­νη, ἄρ­χον­τα τῶν ἀ­κα­τα­μα­χή­των Ἑλ­λη­νι­κῶν στρα­τευ­μά­των, εἰς ἐ­σέ­να τὸν Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γιᾶ βε­γῆ.

       Σοῦ φα­νε­ρό­νω, ὅ­τι τὴν ἀ­λή­θεια εἶ­σαι ἀ­ξι­ο­κα­τά­κρι­τος ἀ­πὸ τὸ γέ­νος τῶν ὁ­μο­πί­στων σου Τουρ­κῶν, καὶ ζη­τεῖς ἄ­δι­κα νὰ τοὺς πά­ρῃς ς’ τὸν λαι­μόν σου. Ἐ­σὺ ἐ­γνώ­ρι­σες κα­λὰ τὴν ἀ­πό­φα­σιν τοῦ ὑ­ψί­στου Θε­οῦ καὶ τὴν ἀ­πό­φα­σιν ὅ­λων τῶν με­γά­λων Δυ­νά­με­ων τῆς Εὐ­ρώ­πης, διὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῇ τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἀ­πὸ ταῖς ἀ­δι­κί­αις καὶ τυ­ραν­νί­αν σας, ἠ­ξεύ­ρον­τας τὰς ἀν­δρα­γα­θί­ας τῶν Χρι­στια­νῶν εἰς τὴν Ῥού­με­λην· πλὴν ἐ­στο­χά­σθης, ὅ­τι ἀ­περ­νῶν­τας μὲ ὀ­λί­γους λου­φε­τσί­δες* ἐ­πά­νω εἰς τὸν Μο­ρέ­α, πὼς εὔ­κο­λα ἤ­θε­λε φο­βί­σῃς τὰ ἀν­δρεῖ­α ἄρ­μα­τά μας· καὶ τὸ εὔ­κο­λον ἀ­πέ­ρα­σμά σου ἀ­πὸ Βο­στί­τζαν ἕ­ως αὐ­τοῦ διὰ τὴν ἀ­προ­φυ­λα­ξί­αν τῶν ἐ­κεῖ με­ρῶν, εἰς και­ρὸν ὁ­ποὺ καὶ εἰς τὸ Ἄρ­γος εὑ­ρε­θέν­τες τό­τε ὀ­λί­γοι στρα­τι­ῶ­ται σοῦ ἐ­προ­ξέ­νη­σαν πολ­λὰ κα­κά, σὲ ἔ­κα­μαν νὰ φθά­σῃς εἰς μί­αν κα­κὴν ὑ­πε­ρη­φά­νειαν, καὶ νὰ τολ­μή­σῃς ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἀν­δρεί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν στρα­τευ­μά­των μας κα­τὰ τὸ Βαλ­τέ­τζι, διὰ νὰ πά­θῃς, ὅ­σα ἔ­πα­θες, καὶ νὰ πά­ρῃς εἰς τὸν λαι­μόν σου τό­σους ὁ­μο­πί­στους σου. Ἐ­ξιπ­πά­σθης, φαί­νε­ται, ὅ­τι εἰς τὸ Ἄρ­γος εὑ­ρὼν με­ρι­κοὺς ζευ­γο­λά­τας καὶ γυ­ναῖ­κας, τοὺς ἐ­θα­νά­τω­σες ἄ­δι­κα. Ἡ­μεῖς εἴ­με­θα εὐ­σπλαγ­χνι­κώ­τε­ροι καὶ γεν­ναι­ό­τε­ροι ἀ­πὸ ἐ­σέ· ἐ­πει­δή, ἐν ᾧ ἔ­χο­μεν πε­ρισ­σό­τε­ρον ἀ­πὸ χι­λί­ους Τούρ­κους εἰς τὸ χέ­ρι, δὲν ἐ­κα­τα­δέ­χθη­μεν νὰ τοὺς πει­ρά­ξω­μεν τε­λεί­ως, ἀλ­λὰ τοὺς ἔ­χο­μεν μὲ τὸ ῥε­χά­τι, τρώ­γον­τες καὶ πί­νον­τες καλ­λί­τε­ρον ἀ­πὸ ἐ­σέ­να. Ἤ­ξευ­ρε δέ, ὄ­χι ὅ­σους ἐ­θα­νά­τω­σες, ἀλ­λὰ καὶ ἑ­κα­τὸ με­ρί­δια τό­σους ἂν ἐ­θα­νά­τω­νες, δὲν μᾶς φο­βί­ζεις, οὔ­τε ὀ­λι­γο­στεύ­ο­μεν· ἐ­πει­δὴ ὡς πρὸς ἐ­σᾶς τοὺς Τούρ­κους, ὁ­ποὺ εὑ­ρί­σκε­σθε εἰς τὸν Μο­ρέ­α, εἴ­με­θα τό­σοι πολ­λοί, ὁ­πού, πε­νήν­τα ἀ­πὸ ἡ­μᾶς ἂν σκο­τω­θοῦν καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ σᾶς, πά­λιν, μὲ τοῦ Θε­οῦ τὸ θέ­λη­μα, χω­ρὶς ἄλ­λο θὰ σᾶς νι­κή­σω­μεν. Δὲν σὲ ἔ­φθα­σαν αὐ­τὰ τὰ ἀ­νό­η­τα κι­νή­μα­τά σου, πα­ρὰ ἐ­τόλ­μη­σες νὰ στεί­λῃς καὶ προ­σκυ­νο­χάρ­τια, διὰ νὰ ἔλ­θουν νὰ προ­σκυ­νή­σουν οἱ ἀ­φθέν­ταις σου, ἐν ᾧ ἡ­μεῖς ἐ­σέ­να τὸν ἀ­νά­ξιον ὄ­χι τὰ χαρ­τιά σου δὲν φο­βού­με­θα, ἀλ­λ’ οὔ­τε τὰ ἄρ­μα­τά σου στο­χα­ζό­με­θα διὰ ἄρ­μα­τα. Ἂν ἐ­στο­χά­σθης, ὅ­τι εἶ­ναι τὸ παι­γνί­δι, ὁ­ποὺ εἰς τὸν Μο­ρέ­α πρὸ πε­νῆν­τα χρό­νους ἐ­στά­θη, εἶ­σαι πολ­λὰ γε­λα­σμέ­νος, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­ναι ὡ­σὰν κεῖ­νο· δι­ό­τι ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν καὶ εἰς τὸν Μο­ρέ­α, Ῥού­με­λη, Σερ­βί­α, Βουλ­γα­ρί­α, Κα­ρα­τα­γλί­δες, Βλα­χομ­πο­γδα­νί­α καὶ σχε­δὸν εἰς αὐ­τὴν τὴν Ἀ­να­το­λὴν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα, ὁ­μοί­ως καὶ ὅ­λα τὰ νη­σί­α τῆς Ἄ­σπρης θα­λάσ­σης. Μά­θε, ἂν δὲν τὸ ἠ­ξεύ­ρῃς, ὅ­τι ἡ Βλα­χομ­πο­γδα­νί­α, Σερ­βί­α, Βουλ­γα­ρί­α, ἡ Φι­λιπ­πού­πο­λις, τὸ Σα­λο­νί­κι, ἡ Βάρ­να, ἡ Ἐ­δερ­νὲ* ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­σαν· ἡ Σκόν­δρα εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ* ἀ­πὸ τοὺς Κα­ρα­τα­γλί­δες καὶ πο­λε­μεῖ­ται ἀν­δρεί­ως· ἡ Κων­σταν­τι­νού­πο­λις εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ ἀ­πὸ τὸν πρίγ­κι­πά μας Ἀ­λέ­ξαν­δρον Ὑ­ψη­λάν­τε μὲ 200 χι­λιά­δας στρά­τευ­μα· ὁ Ἐλ­τζῆς* τῆς με­γά­λης Ῥουσ­σί­ας ἔ­φυ­γε· 30 κα­ρά­βια ῥωσ­σι­κὰ ἔ­χουν κλει­σμέ­να τὸ Φα­να­ρά­κι· 10 κα­ρά­βια, ὁ­ποὺ ἔ­μει­ναν ἀ­κό­μη τοῦ Σουλ­τά­νου σας, τὰ ἔ­χει δε­μέ­να ὡ­σὰν γα­ϊ­δού­ρια εἰς τὴν πό­λιν· 30 κα­ρά­βια Ὑ­δρι­ο­σπε­τζώ­τι­κα καὶ Ψα­ρια­νὰ ἔ­χουν κλει­σμέ­νο τὸ μπο­γά­ζι* τοῦ Τζα­νὰκ-Κα­λε­σί· ἄλ­λα σα­ράν­τα πε­ρι­πα­τοῦν ὅ­λην τὴν Ἄ­σπρην θά­λασ­σαν, καὶ ἔ­χουν 80 κα­ρά­βια μπε­γλί­τι­κα* καὶ πραγ­μα­τευ­τά­ρι­κα κλει­σμέ­να καὶ ἀ­πά­νω ἀ­πὸ τοὺς 6000 Τούρ­κους, καὶ μά­λι­στα τοῦ Μπε­κὶρ πασ­σᾶ, Ἀτ­τά­λια βα­λι­σῆ, ὁ­ποὺ ἐρ­χό­ταν εἰς τὸ ἰ­μιν­τά­τι* σας. Μά­θε, ὅ­τι ὁ γεν­ναῖ­ος Ἀ­λῆ πασ­σᾶς Τε­πε­λεν­τλῆς, ἀ­πο­φα­σί­σας νὰ ζή­σῃ εἰ­ρη­νι­κῶς μὲ ἡ­μᾶς, κα­τέ­σφα­ξεν ἀν­δρεί­ως πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς ἐ­δι­κούς σας, καὶ τοὺς ἄλ­λους μα­ζὴ μὲ τὸν Χουρ­σὴτ πασ­σᾶν σας ὁ Ὀ­μὲρ πασ­σᾶς Βι­ρι­ώ­νη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­σκο­τώ­θη εἰς τὸ Ζη­τοῦ­νι μ’ ὅ­λον του τὸ στρά­τευ­μα· καὶ τὸν Πα­σι­όμ­πε­η τὸν ἔ­δο­σε τοῦ δι­α­βό­λου. Μά­θε, ὅ­τι ἡ Ἀ­θῆ­να, Θῆ­βα, Λει­βα­διά, Τα­λάν­τι, Πα­τρα­τζί­κι καὶ ὅ­λη ἡ Θεσ­σα­λί­α, καὶ δὲν ἔ­μει­νε κα­νέ­να ἄλ­λο μέ­ρος πα­ρὰ ἡ Εὔ­ρι­πος καὶ ἄλ­λα ὀ­λί­γα μέ­ρη, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ δυ­να­τὰ καὶ ἀ­πὸ ξη­ρᾶς καὶ θα­λάσ­σης. Εἶ­δες μὲ τὰ ὀμ­μά­τιά σου τὰ ἐ­δι­κά μας κα­ρά­βια εἰς τὸ Ἀ­νά­πλι· ἄλ­λα δέ­κα εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς Μο­νο­βα­σί­α, καὶ ἄλ­λα 12 εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς τὸν μου­χα­σε­ρὲ Κο­ρώ­νης, Μο­θώ­νης καὶ Νε­ο­κά­στρου, καὶ 17 ἔ­φθα­σαν προ­χθὲς εἰς τὸν κόλ­πον τῆς Πα­τρὸς καὶ Κο­ρίν­θου, καὶ ἐ­πε­ρί­λα­βαν τὰ κα­ρά­βια, ὁ­ποὺ σὲ ἤ­φε­ραν, καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα ὁ­ποὺ εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς τὸν πό­λε­μον· καὶ πλέ­ον λου­φε­τζί­δαις καὶ μιν­τά­τια δὲν θέ­λεις ἰ­δεῖ· καί, ἂν θέ­λῃς, ἔ­λα εἰς αἴ­σθη­σιν, ἄν­θρω­πε, καὶ μὴ παίρ­νῃς εἰς τὸν λαι­μόν σου τό­σους Τούρ­κους, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ὅ­ταν πα­ρα­δώ­σουν τὰ ἄρ­μα­τά τους, θέ­λει ζή­σουν φι­λι­κὰ μὲ ἡ­μᾶς ὑ­πὸ τὴν δι­οί­κη­σιν τοῦ κρα­ται­ο­τά­του καὶ πο­λυ­χρο­νί­ου πριγ­κί­που μας Ἀ­λε­ξάν­δρου Ὑ­ψη­λάν­τε. Εἰς ἡ­μᾶς τὰ προ­σκυ­νο­χάρ­τια δὲν χρη­σι­μεύ­ουν, ἀλ­λὰ εἰς ἐ­σᾶς εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­α, ἐ­πει­δὴ ὁ Θε­ὸς ἔ­τζι ἀ­πε­φά­σι­σε· καί, ἂν θέ­λῃς, ἔ­λα εἰς αἴ­σθη­σιν, διὰ νὰ μὴν χα­θῇς· ὅ­τι, μὲ τὴν βο­ή­θειαν τοῦ Θε­οῦ, ἂν φερ­θῇς δι­α­φο­ρε­τι­κά, δὲν θέ­λεις γλυ­τώ­σῃ ἀ­πὸ τὸ σπα­θί μου. Ὅ­σους μᾶς ἐ­στεί­λα­τε μὲ τὰ προ­σκυ­νο­χάρ­τια, τοὺς πε­ρά­σα­μεν ἀ­πὸ τὸ σπα­θί μας, καὶ πρὸς πλη­ρο­φο­ρί­αν σου. Ἰ­δοὺ ὁ­ποὺ στέλ­νο­μεν τὸν πα­ρὸν μὲ τὸ πα­ρόν μας, καὶ κά­με­τε σε­ή­ρι*, ὅ­τι ἐ­μεῖς ἔ­χο­μεν προ­στα­γὴν ἀ­πὸ τὸν Πρίγ­κι­πα, ὄ­χι τοὺς Τούρ­κους μό­νον, ὁ­ποὺ δὲν κά­νουν ἰ­τα­έ­τι*, νὰ πο­λε­μή­σω­μεν, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­σους Ῥω­μαί­ους τουρ­κο­φρο­νοῦν. Ἀρ­κε­τὰ σοῦ εἶ­ναι αὐ­τά, διὰ νὰ σὲ φέ­ρουν εἰς αἴ­σθη­σιν· καὶ ἤ­ξευ­ρε, ὅ­τι, ἂν δὲν ὑ­πα­κού­σῃς νὰ πα­ρα­δώ­σῃς τὰ ἄρ­μα­τα, τὰ ἀν­δρεῖ­α ἄρ­μα­τά μας νὰ ὁ­ποὺ τὰ ἔ­χο­μεν εἰς τὰ ῥου­θού­νια σας, καί, ἂν θέ­λῃς, δο­κί­μα­σε ἄλ­λην μί­αν φο­ράν, ὄ­χι κλέ­πτι­κα, ἀλ­λὰ πα­λη­κα­ρί­σια· ἐ­πει­δὴ καὶ ἐ­γώ, ἀ­φ’ οὗ ἐμ­βῆ­κες μέ­σα, ἐ­πρό­σμε­να νὰ μοῦ στεί­λῃς τὴν εἴ­δη­σιν νὰ πο­λε­μή­σω­μεν τα­κτι­κά, ἐ­πει­δὴ καὶ ἐ­μεῖς τὴν ῥέ­γου­λα τῶν ἀρ­μά­των τὴν ἐ­μά­θα­με καὶ τὴν ἠ­ξεύ­ρο­μεν· καί, ἂν ἐ­σέ­να δὲν σοῦ βα­στᾷ νὰ ἔλ­θῃς σὰν πα­λη­κά­ρι τα­κτι­κὰ ἀ­πά­νω μου, καὶ δὲν βα­ρι­ε­στᾷς ἀ­πὸ τὸν κλέ­πτι­κόν σου τρό­πον, ἤ­ξευ­ρε, ὅ­τι ἐ­γὼ ἔρ­χο­μαι ἀ­πά­νω σου, καὶ σοῦ δί­δω μί­αν ἡ­μέ­ραν προ­τή­τε­ρα τὴν εἴ­δη­σιν, διὰ νὰ ἑ­τοι­μα­σθῇς. Ταῦ­τα καὶ κα­λαῖς ἀν­τά­μω­σαις εἰς τὸ σα­ρά­γι σου μέ­σα.

            Τῷ ά. ἔ­τει τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, Μα­ΐ­ου 18.


λου­φε­τσί­δες: μι­σθο­φό­ροι | Ἐ­δερ­νὲ: ἡ Ἀ­δρι­α­νού­πο­λη | μου­χα­σε­ρὲ: σὲ πο­λι­ορ­κί­α |Ἐλ­τζῆς: πρε­σβευ­τής | μπο­γά­ζι: πορ­θμός | μπε­γλί­τι­κα: τῶν μπέ­η­δων | ἰ­μιν­τά­τι: ἐ­νί­σχυ­ση | κά­νω σε­ή­ρι: κοι­τά­ζω· λο­γα­ριά­ζω | ἰ­τα­έ­τι: ὑ­πο­τα­γή.


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νης Φι­λή­μων, Δο­κί­μιον Ἱ­στο­ρι­κὸν πε­ρὶ τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, τόμ. Γ’, Ἀ­θῆ­ναι, 1860, σελ. 279-281.

Πρό­κει­ται γιὰ ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ἐ­πι­στο­λὴ, προ­πα­γαν­δι­στι­κὴ καὶ ψευ­δο­λο­γι­κή, ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Θε­ό­δω­ρο Κο­λο­κο­τρώ­νη πρὸς τὸν Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γιάμ­πε­η(1). Κα­τὰ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Φι­λή­μο­να (1798/1799-1874), τὸν  ἱ­στο­ρι­κὸ ποὺ τὴν δι­α­σώ­ζει, ἡ ἐ­πι­στο­λὴ αὐ­τή, ἡ πε­ρί­ερ­γος ὅ­πως τὴν χα­ρα­κτη­ρί­ζει, γρά­φτη­κε στὶς 18 Μα­ΐ­ου 1821, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν μά­χη στὸ Βαλ­τέ­τσι (12-13 Μα­ΐ­ου 1821) ἀ­πὸ τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη «ἀ­πο­τό­μῳ τῷ τρό­πω» καὶ «συγ­κιρ­νῶν πρὸς ἐ­πί­δει­ξιν κα­τα­πλη­κτι­κὰς πε­ρὶ Τουρ­κί­ας εἰ­δή­σεις» μὲ σκο­πὸ «ὅ­πως ψυ­χρά­νῃ μὲν ἔ­τι μᾶλ­λον τοὺς ἐν­το­πί­ους Τούρ­κους κα­τὰ τοῦ ξέ­νου Κε­χα­γιᾶ βε­γῆ, ἐμ­βά­λῃ δὲ ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ αὐ­τοῦ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­αν, καὶ ἀ­πο­τε­λέ­σῃ οὕ­τω τα­χύ­τε­ρον, ὅ­σον ἔ­νε­στι, τὴν λύ­σιν τοῦ πο­λι­ορ­κη­τι­κοῦ δρά­μα­τος τῆς Τρι­πό­λε­ως».

       (1) Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γι­άμ­πε­ης: ἐ­πι­τε­λάρ­χης τοῦ Χουρ­σίτ Πα­σᾶ, ποὺ κα­θὼς ὀ ἴ­διος ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος στὴν πο­λι­ορ­κί­α τοῦ Ἀ­λῆ Πα­σᾶ στὰ Γιάν­νι­να, ἐ­στά­λη τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 1821 ἐ­πι­κε­φα­λῆς 3000 Ἀλ­βα­νῶν στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο γιὰ νὰ κα­τα­πνί­ξει τὴν ἐ­κεῖ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­πα­νά­στα­ση. Σκο­τώ­θη­κε στὴ Μά­χη τῆς Σπλάν­τζας στὴν Ἤ­πει­ρο τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1822. [Σημ. τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ.]

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Σπυ­ρί­δων Φου­σκί­δης, Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης (1843), λι­θο­γρα­φία, ἰ­δι­ω­τι­κή συλ­λο­γή.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ κομμένο χέρι



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Τὸ κομμένο χέρι

[τοῦ Νικόλαου Κριεζώτη]


ΟΥΛΙΟ τοῦ 1847, ὁ στρα­τη­γὸς Κρι­ε­ζώ­της, προ­φυ­λα­κι­σμέ­νος στὸ φρού­ριο τῆς Χαλ­κί­δας, ἔ­φυ­γε κρυ­φὰ καὶ σή­κω­σε μπα­ϊ­ρά­κι ἐ­νάν­τια στὴν Κυ­βέρ­νη­ση. (Πρω­θυ­πουρ­γὸς ὁ πα­λιός του φί­λος, ὁ Κω­λέ­της). Μά­ζε­ψε πολ­λοὺς χω­ριά­τες Χαλ­κι­δαί­ους καὶ πα­λιοὺς στρα­τι­ω­τι­κοὺς τρι­γύ­ρω του. Ἀ­πὸ τὴν Ἀ­θή­να πά­λι κί­νη­σε ὁ Γαρδ. Γρί­βας μὲ βα­σι­λι­κὸ στρα­τὸ κι’ ἀ­πάν­τη­σε τοὺς ἀν­τάρ­τες στὸν Κο­πα­νᾶ, θέ­ση λί­γο ὄ­ξω ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα. Ἕ­να μι­κρὸ πο­λε­μι­κὸ μὲ τὸ Σπῦ­ρο Σκου­ζὲ κυ­βερ­νή­τη χτυ­ποῦ­σε ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα μὲ τὸ κα­νό­νι. Ἀ­πά­νου στὴ μά­χη μιὰ κα­νο­νιὰ πέ­τυ­χε στ’ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι τὸν Κρι­ε­ζώ­τη ἄ­σκη­μα ἐ­νῷ βα­στοῦ­σε τὸ σπα­θί. Τοὔ­πε­σε τὸ σπα­θὶ κ’ ἔ­μει­νε τὸ χέ­ρι κρε­μα­σμέ­νο, πα­ρά­λυ­το.

       — Κό­φτε το μ’ ἕ­να μα­χαῖ­ρι! φώ­να­ξε ὁ Κρι­ε­ζώ­της.

       Κα­νέ­νας ἀ­πὸ τοὺς τρι­γύ­ρω του δὲν τόλ­μη­σε νὰ κά­μῃ τέ­τοι­ο πρᾶ­μα.

       — Κό­φτε το!

       Ἀ­κί­νη­τοι ὅ­λοι, ἄ­λα­λοι ἀ­πὸ τὴν τρο­μά­ρα τους.

       Σκύ­βει, πιά­νει ὁ ἴ­διος τὸ σπα­θί, τρα­βά­ει μιὰ καὶ τὸ χα­λα­σμέ­νο χέ­ρι ἔ­πε­σε κά­του(1).

       Ἐ­κεῖ κον­τὰ ἤ­τα­νε κά­ποι­ο ψα­ρο­κά­ϊ­κο κ’ εἶ­χε κα­τρά­μι· εἶ­πε ὁ στρα­τη­γὸς γορ­γὰ καὶ βρά­σαν τὸ κα­τρά­μι. Καὶ τό­τε, νά τί γί­νη­κε: Ὁ ἴ­διος, χω­ρὶς ἡ μα­τιά του νὰ λυ­γί­σῃ, εἶ­πε καὶ φέ­ρα­νε κον­τά του τὸ κα­τρά­μι, σή­κω­σε τὸ κομ­μέ­νο κα­λά­μι τοῦ χε­ριοῦ του κ’ ἔ­χω­σε τὴν πλη­γὴ μέ­σ’ τὸ κα­τρά­μι. Τ’ ὠ­μὸ κρέ­ας τσι­τσί­ρι­ξε, ὅ­μως ἀ­λύ­γι­στη ἔ­μει­νε τοῦ στρα­τη­γοῦ ἡ μα­τιὰ κι’ ἀ­σά­λευ­τη ἡ μορ­φή του.

       Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σε τοῦ Κρι­ε­ζώ­τη τὸ κί­νη­μα, ποὺ στὴν ἀρ­χὴ φά­νη­κε πο­λὺ σο­βα­ρὸ κι’ ἀ­νη­σύ­χη­σε πο­λὺ τὸ Κρά­τος. Ὁ Κρι­ε­ζώ­της δι­ά­λυ­σε τὰ πα­λη­κά­ρια του καὶ τρά­βη­ξε μὲ λί­γους κα­τὰ τὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ νη­σιοῦ. Ἐ­κεῖ ἔ­πια­σε κα­ΐ­κι κ’ ἔ­φυ­γε στὴν Τουρ­κιά. Ξω­ρι­σμέ­νος πέ­θα­νε στὴ Σμύρ­νη.


(1) «Ὁ ἀπτόητος πολεμιστὴς ἀνέ­συρεν ἐν τῷ ἅμα τὴν σπά­θην του καὶ ἀ­πέ­σπα­σε τὸ προσβληθὲν μέρος τῆς δεξιᾶς ἀπὸ τοῦ ἐπι­λοί­που σώματος, καὶ κατ’ ἐντο­λήν του ὁ ἐ­πι­ζῶν Ἀγω­νι­στὴς Βασ. Κου­ρου­πί­τσας τῷ προσή­γα­γεν ἄ­σφαλ­τον (κα­τρά­μι) ἐν ᾗ ἐβύ­θι­σε τὴν χεῖ­ρα του ὅ­πως στα­ματή­σῃ τὴν ρο­ὴν τοῦ αἵ­μα­τος». («Λό­γοι ἐπι­κή­δειοι ἐκ­φω­νη­θέν­τες ἐν Σμύρ­νῃ καὶ Χαλ­κίδι κα­τὰ τὴν κη­δεί­αν καὶ ἀνα­κο­μι­δὴν τῶν λει­ψά­νων τοῦ Ν. Κριε­ζώ­τη, 1863» σ. θ´). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Ἀ­πὸ πολ­λὲς πη­γές.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 180-181 [Τίτλος: «353.— Τὸ χέ­ρι τοῦ στρα­τη­γοῦ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἄγνωστος, Νικόλαος Κριεζώτης, Ξυλογραφία (1863).



		

	

Ἀθανασία Μαυρομμάτη: Μανώλης Μπικάκης 1974


Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη


Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης 1974


ΙΘΑΛΗ ΚΑΥΤΗ μέ­σα ἔ­ξω. «Τώ­ρα κα­τα­λα­βαί­νω». Δὲν τοῦ πῆ­ρε πο­λύ. Κά­ποι­α δευ­τε­ρό­λε­πτα. Πό­λε­μος. Κρή­τη-Κύ­προς, ἕ­να τσι­γά­ρο δρό­μος. Τὸν Ἰ­ού­λιο ξε­κί­νη­σε. Τώ­ρα εἶν’ Αὔ­γου­στος. «Εἶ­μαι ἐ­δῶ. Θὰ πο­λε­μή­σω.» Ὅ,τι μπο­ρεῖ νὰ σω­θεῖ. Μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀν­τρέ­α, χω­ρὶς λό­για. Μιὰ-δυ­ὸ κου­βέν­τες, τὰ ση­μαν­τι­κά. Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους. Ὁ­πλι­σμὸς βα­ρύς. Ἀ­σή­κω­τος.

        Τὸ κορ­μὶ μα­θη­μέ­νο, ἀ­γρο­τό­παι­δο ἀ­πὸ κού­νια κι ἀ­πὲ κα­τα­δρο­μέ­ας. Ἐκ­παί­δευ­ση σκλη­ρή, σῶ­μα ἀ­τσά­λι. «Ἠ­θι­κὸν ἀκ­μαι­ό­τα­τον.» Ὅ­λα ζε­μα­τᾶ­νε. Μέ­σα κι ἔ­ξω. Κο­χλά­ζει ἡ προ­δο­σί­α. Ἀν­τρέ­α, κοί­τα μπρο­στά. Ἡ Λευ­κω­σί­α πί­σω. Δὲν θὰ πᾶ­νε πα­ρα­πέ­ρα. Ὣς ἐ­δῶ. Μὲ τί δυ­νά­μεις Μα­νώ­λη. Σκᾶ­νε οἱ ρου­κέ­τες δί­πλα, τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­να βα­ρᾶ­νε ἀ­πὸ πά­νω, πό­σοι εἴ­μα­στε; Ἐ­σὺ κι ἐ­γώ. Σ’ἕνα δευ­τε­ρό­λε­πτο, ἡ ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη ται­νί­α. «Θὰ ἀν­τέ­ξω. Ὄ­χι δὲν θὰ πᾶ­νε πα­ρα­πέ­ρα.» Τὰ σω­θι­κὰ δύ­να­μη. Ἡ μά­να μὲ τὴ Νί­κη τὸν ση­κώ­νουν νὰ προ­σκυ­νή­σει. Στὴν Ἀ­σὴ-Γω­νιά, στὸν Ἀ­η-Γι­ώρ­γη. Τεσ­σά­ρω χρο­νῶ. Ἕ­να βλῆ­μα σκί­ζει τὴν ἀ­κο­ή. Φω­τιά. Σέρ­νε­ται χά­μω. Στὸ χῶ­μα. Τὸ γνω­ρί­ζει τὸ χῶ­μα καὶ τὸν γνω­ρί­ζει. Κα­λά. Ἀλ­λὰ τοῦ­το εἶ­ναι ἀλ­λι­ώ­τι­κο. Ξερ­νά­ει φλό­γα. Ἀν­τρέ­α πού ’­σαι. Μα­νώ­λη… Ὀ­κτὼ βλή­μα­τα καὶ τ’ ὅ­πλο. Σέρ­νε­ται καὶ ὁ­πλί­ζει. «Δὲ μπο­ρῶ θὰ τὸ χά­σω.» Ἡ μά­να τὸν ση­κώ­νει: «Ἔ­λα βα­σι­λά­κι μου, ἔ­λα στὴν Πα­να­γιά.» Τὸ χέ­ρι πά­ει μό­νο του. Δὲν ξέ­ρει τί γί­νε­ται ἀ­πέ­ναν­τι. Ἀ­κού­ει ἐ­κρή­ξεις. Σέρ­νε­ται σὰν τὸ φί­δι, γί­νε­ται ἕ­να μὲ τὸ χῶ­μα, ἀ­κού­ει ὁ­πλί­ζει πῦρ. Τὸ αἷ­μα στὶς φέ­βες κυ­λά­ει καυ­τό. Σέρ­νε­ται, ἀλ­λά­ζει θέ­σεις, ὁ­πλί­ζει πυ­ρο­βο­λεῖ. Ὧ­ρες, μέ­ρες, χρό­νια. Ὁ και­ρὸς ἀλ­λά­ζει, οἱ αἰ­ῶ­νες ἔ­φυ­γαν, ἀ­ε­τοὶ σε­λα­γί­ζουν στὸν κόρ­φο του, ἕ­να ἁρ­πα­κτι­κὸ πε­ρι­μέ­νει νὰ κα­τα­βρο­χθί­σει τὸ κου­φά­ρι του. Φύ­γε. Ποῦ νὰ πά­ω. Εἶ­μαι στὸν πά­το τῆς κό­λα­σης. Δὲν ἔ­χει πιὸ κά­τω. Δὲν ἔ­χει νε­ρό. Ἔ­ρη­μος, ἡ δί­ψα, δι­ψῶ. Ἔ­χει τέσ­σε­ρις μέ­ρες. Τὸ χῶ­μα τὸν δέ­χε­ται. Ἡ Κύ­προς πε­τᾶ. Ἡ Λευ­κω­σί­α εἶ­ναι πί­σω. Ὁ Ἅ­γιος Δο­μέ­τιος. Δὲν ὑ­πο­χώ­ρη­σε. Μπρο­στὰ χά­σκουν τέσ­σε­ρα ἅρ­μα­τα μά­χης. Ἔ­τσι λέ­νε. Αὐ­τὸς δὲν τὰ εἶ­δε. Αὐ­τὸς εἶ­δε τὸν θά­να­το στὰ μά­τια καὶ τὸ χῶ­μα νὰ καμ­πυ­λώ­νει ἡ­δο­νι­κά, νὰ γί­νε­ται γυ­ναί­κα, νὰ τὸν κα­λεῖ μέ­σα του. Οὔ­τε ἐ­κεῖ. Τὸν χαι­δεύ­ει τὸ χῶ­μα, τὸν ξε­λο­γιά­ζει ἡ ἀ­νά­σα του. Πύ­ρι­νη. Νὰ ξε­κου­ρα­στεῖ. «Μά­να, ποῦ εἶ­ναι τὸ τέρ­μα;» «Δὲν ἔ­χει τέρ­μα, που­λί μου.» Μέ­χρι ἐ­δῶ. «Μα­νώ­λη, ζεῖς;» «Στεῖλ­τε νε­ρὸ» Ἀ­πὸ τὴν μή­τρα τῆς βα­σά­νου, ἕ­νας Ἑλ­λη­νι­σμὸς μὲ τὰ χέ­ρια πί­σω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι. Κι ὅ­μως. Ἀ­πὸ τὴν μή­τρα τῆς κραυ­γῆς στὰ Ἄ­δα­να. Ἀ­πὸ τὸν λάκ­κο τῶν αἰχ­μα­λώ­των ἱ­ε­ρέ­ων. Φω­νή. Ποὺ τρυ­πᾶ τὰ ἔγ­κα­τα. Ὣς πό­τε; Δὲν ἔ­χει τέρ­μα. Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­θα­να­σί­α Μαυ­ρομ­μά­τη (Ἀ­θή­να, 1967): Σπου­δὲς Ἱ­στο­ρί­ας στὴν Ἀ­θή­να καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι(DEA, PARIS IV-SORBONNE). Φι­λό­λο­γος στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἁ­λί­μου. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κὸ τό­μο καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Ἄρ­χων Μι­χα­ὴλ(ἐκδ. Στα­μού­λη).

Εἰκόνα: Ὁ κα­τα­δρο­μέ­ας Μα­νώ­λης Μπι­κά­κης (1954-1994). Πλη­ρο­φο­ρί­ες γιὰ τὴ ζωή του ἐ­δῶ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΕΤΥΧΕ δι­ερ­μη­νεὺς με­τα­ξὺ τοῦ Ρώσ­σου Ναυά­ρχου Ρι­κόρ­δου καὶ τοῦ Γέ­ρο-Κο­λο­κο­τρώ­νη, καὶ ἐ­πει­δὴ ἦλ­θε λό­γος διὰ τὸ κά­ψι­μον τῆς Φερ­γά­δας εἰς Πό­ρον(1), εἶ­πεν ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης:

       — Τὸ φταί­ξι­μον τὸ ἔ­χει ὁ γκε­νε­ρὰλ Κου­του­ζώφ, καὶ ὄ­χι ἄλ­λος.

       Ὁ Ρι­κόρ­δος μὲ ἀ­πο­ρί­αν εἶ­πε:

       — Τί ἔ­χει νὰ κά­μῃ ἐ­δῶ ὁ Κου­του­ζώφ;

       Ἐ­χα­μο­γε­λοῦ­σεν ὁ Γέ­ρος, ποὺ σὰν καὶ ἔ­βλε­πε νὰ πει­ρά­ζε­ται ὁ Ρι­κόρ­δος· ὁ δι­ερ­μη­νεὺς τό­τε ἐ­ξή­γη­σεν εἰς τὸν Ρι­κόρ­δον ὅ­τι παί­ζει μὲ τὴν λέ­ξιν Κου­τού-ζωφ, μὴ θε­ω­ρῶν­τας τὴν πρᾶ­ξιν τοῦ Μι­α­ού­λη ἀν­θρώ­που γνω­στι­κοῦ καί­ον­τος τὸ σπί­τι του.»


(1) Ἀναφορὰ στὰ περιστατικὰ τῆς ἀν­ταρ­σίας τοῦ Μια­ού­λη, μὲ τὴν ἀ­να­τί­να­ξη τῆς φρε­γά­τας «Ἑλ­λάς» καὶ τῆς κορ­βέ­τας «Ὕ­δρα», τὸ Κα­λο­καίρι τοῦ 1831. [Σημ. τοῦ ἐπιμελητῆ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 281 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 212 [Τίτλος: «458.— Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Ἡ φρεγάτα Ἑλλάς (1827). Ὑδρόχρωμα, 26Χ31 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα­: Τὸ ἦ­θος τοῦ Κια­μήλ­μπεη



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα­


Τὸ ἦ­θος τοῦ Κια­μήλ­μπεη

[τοῦ Κιαμήλμπεη]


ΙΣΠΗΔΗΣΑΝΤΩΝ τὸ 1821 τῶν Ἑλ­λή­νων εἰς τὸ φρού­ριον τῆς Τρι­πό­λε­ως ἅ­μιλ­λα ἠ­γέρ­θη πε­ρὶ τῆς κα­τα­λή­ψε­ως τοῦ πλου­σι­ω­τά­του Ὀ­θω­μα­νοῦ τοῦ ἐκ Κο­ρίν­θου Κια­μὴλ-Μπέ­η. Τὸν κα­τέ­σχον δὲ πρῶ­τοι οἱ Λε­ον­τα­ρῖ­τες (Με­γα­λου­πο­λῖ­τες) καὶ οἱ Μι­στρι­ῶ­τες (Λα­κε­δαι­μό­νιοι) Νι­κη­τα­ρᾶς, Κε­φά­λας, Κρεβ­βα­τᾶς, Βρε­σθέ­νης, Γι­α­τρά­κος καὶ ἄλ­λοι ἐ­πί­ση­μοι τῶν Ἐ­παρ­χι­ῶν τού­των πε­ρὶ τοὺς τεσ­σα­ρά­κον­τα, ὑ­πο­στη­ρι­ζό­με­νοι ὑ­πὸ ἰ­σχυ­ροῦ σώ­μα­τος συ­νε­παρ­χι­ω­τῶν του. Εἱ­σελ­θόν­τες εἰς τὴν οἰ­κί­αν εὗ­ρον τὸν Κια­μὴλ-Μπέ­η κα­θή­με­νον ἐ­πὶ τοῦ ἀ­να­κλίν­τρου ἐν εὐ­ρυ­τά­τῃ αἰ­θού­σῃ καὶ κα­πνί­ζον­τα με­τὰ τοῦ Πα­νού­τσου Νο­τα­ρᾶ προ­ε­στοῦ τῆς Κο­ρίν­θου, προ­σελ­θόν­τος ὡς ἐ­νε­χύ­ρου με­τα τῶν λοι­πῶν ἀρ­χι­ε­ρέ­ων καὶ προ­ε­στῶν τῆς Πε­λο­πον­νή­σου, ἀλ­λὰ τῇ αἰ­τή­σει τοῦ ἰ­σχυ­ροῦ τού­του Τούρ­κου μὴ ρι­φθέν­τος με­τὰ τῶν λοι­πῶν εἰς τὴν κά­θυ­γρον φυ­λα­κήν, εἰς ἣν ἄλ­λοι μὲν ἀ­πέ­θα­νον ἄλ­λων δὲ προ­σε­βλή­θη χρο­νί­ως ἡ ὑ­γεί­α. Μο­λο­νό­τι κα­τέ­στη αἰχ­μά­λω­τος τῶν εἰ­σελ­θόν­των, μο­λα­ταῦ­τα τοῖς ἐ­πέ­βα­λε διὰ μό­νου τοῦ βλέμ­μα­τος σέ­βας καὶ πάν­τες ἐ­κά­θη­σαν ἐν ἡ­συ­χί­ᾳ. Δι­έ­τα­ξεν ἀ­μέ­σως τοὺς ὑ­πη­ρέ­τας νὰ φέ­ρω­σι πρὸς τοὺς ἐλ­θόν­τας γλυ­κί­σμα­τα καὶ πο­τά, με­τὰ τὴν πε­ρι­ποί­η­σιν δὲ ταύ­την ἔ­φε­ρεν εἰς τὸ μέ­σον Αἰ­θί­ο­πα ὅ­στις γο­να­τί­σας ἐ­τρα­γώ­δη­σε τὸ τρα­γού­δι τῆς Σκλα­βιᾶς, ὅ ἐ­στι μοι­ρο­λό­γιον τῆς αἰχ­μα­λω­σί­ας. Οἱ πλεί­ους ἐ­δά­κρυ­σαν, ὁ Κια­μὴλ-Μπέ­ης ὅ­μως δὲν ἐ­δά­κρυ­σεν ἀλ­λὰ κα­τέ­στη μᾶλ­λον σύ­νο­φρυς καὶ ἐκ τῆς κι­νή­σε­ως τῶν χει­λέ­ων του ἐ­φαί­νε­το μεμ­ψι­μοι­ρῶν ἐν ἑ­αυ­τῷ. Τό­τε εἷς τῶν πα­ρε­στώ­των, ὁ ἐκ Βορ­δω­νί­ας Ζω­γρά­φος τῷ εἶ­πε:

       — Αἴ, μπέ­η μου, αὐ­τὰ εἶ­ναι τοῦ Θε­οῦ ἀ­πό­φα­σις καὶ δὲν πρέ­πει νὰ βλα­σφη­μῶ­μεν.

       — Λυ­ποῦ­μαι, κα­η­μέ­νε, ἀ­πε­κρί­θη, δι­ό­τι δὲν ἠ­θέ­λη­σα νὰ χα­λα­σθῇ ἄλ­λη μί­α φο­ρὰ ὁ Μω­ριᾶς καὶ πά­θῃ τὰ κα­κὰ ὅ­που ἔ­πα­θε ἀ­πὸ τοὺς Ἀρ­βα­νί­τας στὸν ἄλ­λον ἀρ­πε­τό (ἐ­πα­νά­στα­σιν τοῦ 1769), εἰ δὲ μὴ μὲ ἕ­να ντε­σκε­ρέ­μι (ὀ­λι­γό­λε­ξον ἐ­πι­στο­λήν) ἔ­φερ­να καὶ τὸν Σουλ­τά­νον τὸν ἴ­διον ἐ­δῶ. Ξεύ­ρω τί θὰ πά­θω μα­ζὶ καὶ σεῖς καὶ ὁ τό­πος μας. Μὰ ὁ Θε­ὸς θὰ παι­δέ­ψῃ (τι­μω­ρή­σῃ) καὶ τὰ ζου­λού­μια (ἀ­δι­κί­ας) τῶν Τούρ­κων καὶ τὴν ἀ­νευ­χα­ρί­στη­σιν (ἀ­χα­ρι­στί­αν) τῶν Μω­ρα­ϊ­τῶν.



Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 60-61.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Ὁ πύρ­γος τοῦ Κι­α­μήλ­μπε­η στὴ Συ­κιὰ Κο­ριν­θί­ας. Ἱ­στο­ρι­κὸ μνη­μεῖο.



		

	

Γιάννης Παγώνης: Στὴ ζώνη τοῦ λυκόφωτος

Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Στὴ ζώ­νη τοῦ Λυ­κό­φω­τος


 ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ εἶ­χε χά­σει κά­θε κέ­φι γιὰ τὴν Τέ­χνη του, και­ρὸ πρὶν ἐν­σκή­ψει ἡ παν­δη­μί­α. Ἁ­πλὰ ὁ κο­ρο­νο­ϊ­ὸς ἔ­θε­τε τὰ καρ­φιὰ στὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τοῦ ποὺ κά­πο­τε θε­ω­ροῦ­σε λο­γο­τε­χνι­κό του σῶ­μα, ἀ­ναγ­κά­ζον­τάς τον νὰ πα­ραι­τη­θεῖ ἀ­πὸ κά­θε ἐλ­πί­δα ἔ­στω καὶ μιᾶς με­ρι­κῆς ἀ­νά­τα­ξης.

        Βρά­δυα­ζε 25η Μαρ­τί­ου καὶ κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν κλει­σού­ρα, δή­λω­σε στὴ συμ­βί­α ὅτι θὰ ἔ­βγαι­νε γιὰ ἕ­ναν πε­ρί­πα­το.

«Νὰ συμ­πλη­ρώ­σεις βε­βαί­ω­ση», τοῦ ἐ­πέ­στη­σε τὴν προ­σο­χὴ ἐ­κεί­νη καὶ βάλ­θη­κε μὲ πα­νὶ καὶ ντε­τὸλ νὰ ἀ­πο­λυ­μαί­νει ὅ­σες ἐ­πι­φά­νει­ες μπο­ροῦ­σε νὰ φτά­σει τὸ χέ­ρι της.

        Βγῆ­κε στὴν πα­γω­νιὰ καὶ κι­νή­θη­κε ἄ­κε­φα πρὸς τὴν πα­λιά του γει­το­νιά, ὅ­που ἔ­στε­κε τὸ σκέ­λε­θρο τῆς πα­τρι­κῆς ἑ­στί­ας.

        Ὁ Ἑλ­λη­νι­σμὸς χα­ψω­μέ­νος στὰ ρη­μα­δό­σπι­τα ρευ­ό­ταν μπα­κα­λιά­ρο καὶ χου­ζού­ρια­ζε μπρὸς στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ψυ­χὴ ζῶ­σα στοὺς δρό­μους. Μό­νο γά­τες κι αὐ­τὲς μα­ραγ­κι­α­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴν τό­ση ἐ­ρη­μί­α, γύ­ρευ­αν στὰ σκου­πί­δια τρο­φή.

         Ἡ σι­ω­πὴ ἦ­ταν τό­σο πυ­κνὴ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὴν κό­ψεις, μὲ τὸ κου­ζι­νο­μά­χαι­ρο.

         Ἔ­κλει­σε τ΄αὐ­τιά, νὰ μὴν γρι­κά­ει τὸν ἦ­χο τῆς σι­ω­πῆς.

         Μὲ τὰ πολ­λὰ ἀ­πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­τρι­κό. Πρὸς με­γά­λη του ἔκ­πλη­ξη εἶ­δε φῶ­τα. Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε.

         «Μπᾶς κι ἔ­χουν τὸ σπί­τι ξε­νι­κοί», λο­γί­στη­κε καὶ ἔ­σπρω­ξε θυ­μω­μέ­νος τὴν ἐ­ξώ­θυ­ρα.

         Χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα καὶ στά­θη­κε στὸ κα­τώ­φλι, ἀ­φουγ­κρα­ζό­με­νος τοὺς ἐ­σω­τε­ρι­κοὺς θο­ρύ­βους ποὺ κα­τέ­κλυ­ζαν ἀ­νυ­πό­φο­ροι τοὺς ἀ­κου­στι­κούς του πό­ρους.

          Ἄ­νοι­ξε ὁ πα­τέ­ρας.

         «Πα­τέ­ρα» τραύ­λι­σε στὸν πε­θα­μέ­νο γι­ο­μά­τος τρό­μο, μὰ κά­τι μέ­σα του δυ­να­τό, τὸν ὤ­θη­σε νὰ κα­τα­λα­γιά­σει τὴν φρι­κί­α­ση καὶ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὸ γε­γο­νός, ὡς κά­τι τὸ ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­ο­λο­γι­κό.

         Ὁ πα­τέ­ρας πα­ρα­μέ­ρι­σε, ἀ­φή­νον­τάς τον νὰ πε­ρά­σει.

       Ἡ μά­να ἔ­πλε­κε στὴ κα­ρέ­κλα της ὅ­πως τό­τε ποὺ ἦ­ταν στὸν κό­σμο. Μό­λις τὸν ἔ­νοι­ω­σε, ἀ­πα­ρά­τη­σε τὸ ἐρ­γό­χει­ρο, τὸν ἔ­κο­ψε, καὶ ρώ­τη­σε ὅ­λο ἔ­γνοι­α:

         «Τί ἔ­χεις Γρη­γο­ρά­κη; Χλω­μι­σμέ­νος δεί­χνεις! Συμ­βαί­νει κά­τι;»

         «Ρὲ μά­να», γκρί­νια­ξε τό­τε ἐ­κεῖ­νος. «Χα­μὸς γί­νε­ται ὄ­ξω. Δὲν ἔ­χε­τε ἐ­δῶ μέ­σα πά­ρει χαμ­πά­ρι τί­πο­τα;»

         «Τὰ ἴ­δια μᾶς ἔ­σου­ρε καὶ ὁ Νι­κή­τας ἐ­χτὲς τ΄ἀ­πο­με­σή­με­ρο ποὺ ἐ­φά­νη­κε, ἀλ­λὰ δὲν νοι­ώ­σα­με τί πά­λευ­ε νὰ μᾶς εἰ­πεῖ;»

         «Ποιός Νι­κή­τας ρὲ μά­να;» τόλ­μη­σε νὰ ἀν­τι­μι­λή­σει.

          Ἀ­πο­κρί­θη­κε τό­τε αὐ­τὴ ἐ­κνευ­ρι­σμέ­να:

         «Ἅ­μα δὲν θὲς παρ­τί­δες μὲ τ΄ἀ­δέρ­φι σου, χα­λά­λι. Ἀ­πα­ρά­τη­σέ τον κι αὐ­τόν. Μπο­ρεῖς τὸ λοι­πὸν ἐ­σὺ ποὺ κα­τέ­χεις τὸ πράγ­μα κα­λύ­τε­ρα, νὰ μᾶς δώ­κεις νὰ κα­τα­λά­βου­με τί συμ­βαί­νει;»

          Ὁ πα­τέ­ρας πλη­σιά­σε καὶ κου­νών­τας ἐ­πι­δο­κι­μα­στι­κὰ το κε­φά­λι στὰ λό­για τῆς κυ­ρᾶς του, κρε­μά­στη­κε ἀ­πὸ τὰ χεί­λη του καρ­τε­ρών­τας ἐ­ξη­γή­σεις.

* * *

Ὁ πα­ρα­λο­ϊ­σμέ­νος γιὸς βρέ­θη­κε ἄ­ξαφ­να στὸ σπί­τι του.

        Δι­η­γή­θη­κε στὴ γυ­ναί­κα τὰ κα­θέ­κα­στα.

        «Ἂχ ἄν­τρα μου», εἶ­πε ἐ­κεί­νη:

       «Στοὺς χα­λε­πο­και­ρούς, πάν­τα ἐ­πι­στρέ­φου­με στὰ παι­δι­κά­τα μας. Ἡ φαν­τα­σιά σου εἶ­ναι ποὺ σὲ παι­χνι­διά­ζει», καὶ σι­μώ­νον­τας ἔ­βα­λε τὸ χε­ρά­κι της ποὺ ἀ­κό­μα μύ­ρι­ζε ἀ­πο­λυ­μαν­τι­κό, ἀ­πά­νω στὸ μέ­τω­πό του.

        «Καῖς κα­κο­μοί­ρη. Μπᾶς κόλ­λη­σες τὸν ἰ­ό; Ξά­πλω­σε γρή­γο­ρα καὶ σοῦ φέρ­νω ἀν­τι­πυ­ρε­τι­κό. Χά­ζε­ψε λί­γο ται­νί­α στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀ­πό­ψε ἔ­χει “Πα­πα­φλέσ­σα”… Ἄ! μὴν λη­σμο­νή­σω! Ἀ­να­κοί­νω­σαν στὶς εἰ­δή­σεις ὅ­τι ὅ­λα θά ‘χουν τε­λει­ώ­σει μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης!»

        Τὸν πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος μπρο­στὰ στὴν αὐ­γά­ζου­ζα ὀ­θό­νη, μὲ τὸ νοῦ στὰ λό­για τῆς μά­νας.

        Ποι­όν ἀ­δελ­φὸ Νι­κή­τα ὑ­πο­νο­οῦ­σε ἄ­ρα­γε ἡ γριά; Αὐ­τός ἀπ΄ὅ­σο κά­τε­χε, ἦ­ταν μο­να­χο­παί­δι.

* * *

Ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὰ σκουν­τή­μα­τα τοῦ πα­πᾶ-Φώ­τη.

        «Σή­κω κα­πε­τά­νιο! Ἔ­γει­ρες καὶ εἶ­πα νὰ σ΄ἀ­φή­σω νὰ τὸν πά­ρεις κομ­μά­τι, πού ΄σαι ἄ­γρυ­πνος τό­σες ἡ­μέ­ρες. Πε­ρι­μέ­νει ἔ­ξω καὶ ὁ Τι­σα­με­νὸς γιὰ τὴ γρα­φή.»

       «Πα­ρά­ξε­να ὀ­νεί­ρα­τα εἶ­δα γέ­ρον­τα! Ταγ­κα­λά­κια ἀπ΄τὰ μελ­λού­με­να…. Τί νὰ σοῦ λέ­γω! Ση­μεῖ­α καὶ τέ­ρα­τα! Ἀλ­λὰ νό­η­μα δὲν βγαί­νει!.. Κα­λύ­τε­ρον νὰ τ΄ἀ­φή­κω πί­σω, ὅτι πε­ρι­μέ­νει ὁ Μπρα­γί­μης νὰ μᾶς κα­τα­πι­εῖ ὁ­λά­κε­ρους!

        »Πὲ τοῦ Μι­χά­λη νὰ ὁ­ρί­σει…»

        Ὁ γραμ­μα­τι­κὸς μπῆ­κε φου­ρι­ό­ζι­κα στὴ τέν­τα καὶ φα­νέ­ρω­σε τὰ τσιμ­πρά­κα­λα τῆς γρα­φῆς.

        «Γρά­φε Τι­σα­με­νὲ καὶ τα­χιὰ στ΄ ἀ­δέλ­φι μου τὸν Νι­κή­τα μὲ τα­τά­ρη.»

Νι­κή­τα,

       Ἔ­λα­βα τὴν ἐ­πι­στο­λήν σου καὶ εἰς ἀ­πάν­τη­σίν σου λέ­γω ὅ­τι δὲν εἶ­μαι σὰν καί σὲ καὶ σὰν τὸν κουμ­πά­ρο σου τὸν Κε­φά­λα, ὅ­που τρέ­χε­τε ἀ­πὸ ρά­χη σὲ ρά­χη στοὺς Ἁ­η­λιά­δες.

        Ἐ­γὼ ἅ­παξ ὠρ­κί­σθην νὰ χύ­σω τὸ αἷ­μα μου εἰς τὴν ἀ­νάγ­κην τῆς πα­τρί­δoς, καὶ αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ὥ­ρα. Εὔ­χο­μαι δὲ εἰς τὸν Θε­ὸν πρώ­τη μπά­λα τοῦ Ἰμ­βρα­ὴμ νὰ μὲ πά­ρει εἰς τὸ κε­φά­λι, δι­ό­τι σᾶς γρά­φω νὰ τα­χύ­νε­τε τὸν ἐρ­χο­μόν σας καὶ σεῖς μοῦ γρά­φε­τε κo­υ­ρo­υ­φέ­ξα­λα.

        Νι­κή­τα, πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α ἐ­πι­στο­λή μου εἶ­ναι αὕ­τη. Βά­στα την νὰ τὴν δι­α­βά­ζεις κα­μί­α φο­ρᾶ νὰ μὲ θυ­μᾶ­σαι καὶ νὰ κλαῖς.

        Πα­πα­φλέσ­σας

Ρο­δο­χρω­μα­τι­σμέ­νη ἀ­νοι­γό­ταν ἡ πύ­λη τοῦ πρω­ϊ­οῦ, ἀ­πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μα­νιά­κι. Κι ὁ Μά­ης εἶ­χε εἴ­κο­σι.

        Ὁ Δε­σπό­της βγῆ­κε στὸ ξά­γναν­το καὶ τη­ροῦ­σε γιὰ ὥ­ρα, τὶς ἀ­μέ­τρη­τες φω­τι­ὲς τῶν στρα­βα­ρα­πά­δων ποὺ ἀ­γά­λι-ἀ­γά­λι ξε­θώ­ρια­ζαν κά­του στὸν κάμ­πο.

        «Μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης» μο­νο­λό­γη­σε με­λαγ­χο­λι­κά, «μέ­χρι νὰ ἔ­βγει ὁ Μά­ης, θά ΄χουν τε­λει­ώ­σει ὅ­λα…»



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.



		

	

Ρίτσαρντ Γκύν (Richard Gwyn): Σπαρτιάτες


Ρί­τσαρντ Γκύν (Richard Gwyn)


Σπαρ­τιά­τες

(Spartans)


ΤΗΝ ΠΟΛΗ τῆς Σπάρ­της ἡ δι­α­βί­ω­ση ἦ­ταν δύ­σκο­λη. Πα­ρα­τη­μέ­νος στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου ὡς νε­ο­γέν­νη­το γιὰ μιὰ νύ­χτα, ἔ­μα­θες γρή­γο­ρα τὸ τί καὶ τὸ πῶς. Ἔ­πει­τα ἦρ­θαν μά­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γί­νουν, τό­ποι νὰ κα­τα­κτή­σεις, λε­η­λα­σί­α καὶ ὑ­πο­δού­λω­ση νὰ φέ­ρεις εἰς πέ­ρας. Ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια κι ἕ­νας τά­φος πρὸς τι­μή σου. Καὶ δια­ρκῶς νὰ πρέ­πει νὰ ὑ­περ­τε­ρεῖς ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς δι­πρό­σω­πους Κο­ρίν­θιους καὶ τοὺς ὑ­πε­ρό­πτες Ἀ­θη­ναί­ους σὲ θα­να­τη­φό­ρες συγ­κρού­σεις καὶ στὸ νὰ μὴ μέ­νει οὔ­τε τρί­χα ἄ­θι­κτη. Λόγ­χες ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­α­λι­στοῦν ἕ­ως ὅ­του ξε­πε­ρά­σουν σὲ λάμ­ψη τὶς ἀ­κτί­νες τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, σπα­θιὰ νὰ ἀ­κο­νι­στοῦν μέ­χρι καὶ τὸ ἐ­λα­φρύ­τε­ρο ἄγ­γιγ­μα νὰ ἔ­σχι­ζε στὰ δύ­ο τὸ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρο νεῦ­ρο. Ἐ­ὰν με­γά­λω­σες νι­ώ­θον­τας ἀ­δύ­να­μος μπρο­στά σὲ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ σκλη­ρα­γώ­γη­ση, ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ἀ­παί­τη­ση γιὰ αἷ­μα καὶ θά­να­το, καὶ λα­χτά­ρη­σες ἔ­στω μιὰ ἰκ­μά­δα μυ­στη­ρί­ου ἢ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἤ­σουν κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὸν χλευα­σμὸ καὶ τὴν προ­σβο­λή. Τοὺς ἄ­κου­σα στὸ προ­αύ­λιο τοῦ σχο­λεί­ου, τοὺς ὑ­πο­ψή­φιους Σπαρ­τιά­τες πο­λε­μι­στές. Ἀ­κό­μα καὶ οἱ βλα­σφη­μί­ες τους ἦ­ταν κα­θα­ρό­αι­μες, ἐ­νῶ τὸ δι­κό μου στό­μα ἦ­ταν γε­μά­το βώ­λους.



Πη­γή: Howitt–Dring Holly, Meaning and Incompleteness, Cardiff University, 2008. Στὸ ἄρ­θρο της μὲ τί­τλο  Making  micro meanings: reading and writing  microfiction στὸ πε­ρι­ο­δι­κό  Short  fiction in theory and practice, τχ. Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 2011, συ­νο­ψί­ζει τοὺς βα­σι­κοὺς ἄ­ξο­νες τῆς δι­α­τρι­βῆς της.

Ρί­τσαρντ Γκύν (Richard Gwyn) γεν­νή­θη­κε στὸ Pontypool τῆς νό­τιας Οὐ­α­λί­ας τὸ 1956 καὶ με­γά­λω­σε στὸ Crickhowell. Ἀ­φοῦ σπού­δα­σε Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ London School of Economics, δί­χως νὰ πά­ρει τὸ πτυ­χί­ο του, ὁ Gwyn ἄρ­χι­σε νὰ τα­ξι­δεύ­ει ἐ­κτε­νῶς σὲ ὅ­λη τὴν Εὐ­ρώ­πη, ζών­τας γιὰ με­γά­λα δι­α­στή­μα­τα στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὴν Ἱ­σπα­νί­α, ἐρ­γα­ζό­με­νος σὲ ἁ­λι­ευ­τι­κὰ σκά­φη καὶ ὡς ἐρ­γά­της γῆς. Με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ πε­ρί­ο­δο πε­ρι­πλα­νή­σε­ων καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ σο­βα­ρὴ ἀ­σθέ­νεια, ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Οὐ­α­λί­α, ὅ­που οἱ ἐμ­πει­ρί­ες του στὸ τα­ξί­δι ἐ­πι­τά­χυ­ναν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ τὸ γρά­ψι­μο, ὁδη­γών­τας τον στὴν δη­μο­σί­ευ­ση τρι­ῶν συλ­λο­γῶν ποί­η­σης καὶ πε­ζῶν ποι­η­μά­των.

https://en.wikipedia.org/wiki/Richard_Gwyn_(Welsh_writer)

Ἱ­στο­σε­λί­δα: https://richardgwyn.me/ )


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὁ τρελ­λὸς μπουρ­λο­τι­έ­ρης



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὁ τρελ­λὸς μπουρ­λο­τι­έ­ρης

[τοῦ Γεωργίου Πολίτη]


ΕΛΗ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ 1826, ὁ Ἑλ­λη­νι­κὸς στό­λος βρέ­θη­κε ξαφ­νι­κὰ μέ­σ’ τὸ στε­νὸ τῆς Μυ­τι­λή­νης, μ’ ἐ­νάν­τιον ἄ­νε­μο, κυ­κλω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν Τούρ­κι­κο στό­λο, καὶ κιν­τύ­νευ­ε. Ὁ Μι­α­ού­λης σή­μα­νε τὴ ρι­τι­ρά­τα [ὑ­πο­χώ­ρη­ση] μὲ γι­ο­μᾶ­τα τὰ πα­νιά. Ὁ Ὑ­δραῖ­ος ὅ­μως Γ. Πο­λί­της μὲ τὸ μπουρ­λό­το του οὔ­τε πα­νιὰ ἄ­νοι­ξε, οὔ­τε νὰ ὑ­πο­χω­ρή­σῃ ἔ­δει­ξε σκο­πό, μὰ οὔ­τε καὶ τὸ Ναύ­αρ­χό του θέ­λη­σε ν’ ἀ­κού­σῃ, ποὺ τοὔ­στει­λε βάρ­κες νὰ το­νὲ ρυ­μουλ­κιά­ρουν. Στά­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πος καὶ προ­κα­λοῦ­σε τὸν ἐ­χτρό. Κ’ ἐ­κεῖ­νος βλέ­πον­τας ἕ­να μο­νά­χο πα­λι­ο­κά­ρα­βο νὰ τοῦ ἀν­τι­στέ­κε­ται, μά­νι­σε, δαι­μο­νί­στη­κε. Τὸν ἔ­βα­λε στὴ μέ­ση τὸν Πο­λί­τη, καὶ γιὰ καμ­πό­σην ὥ­ρα κα­νο­νί­ζον­τας δὲ μπό­ρε­σε μή­τε νὰ το­νὲ κά­ψῃ, μή­τε νὰ το­νὲ βου­λιά­ξῃ. Τό­τε ἔ­στει­λε εἴ­κο­σι βάρ­κες νὰ τοῦ κά­μου­νε ρε­σάλ­το [ἔ­φο­δο]. Πη­δά­ει τό­τε κι’ ὁ Πο­λί­της στὴ δι­κή του βάρ­κα, ποὖ­χε ἕ­να κα­νό­νι, καὶ πέ­φτει τυ­φλὰ μέ­σα στὴς τούρ­κι­κες κι’ ἀρ­χί­ζει μὲ ψι­λὴ καὶ μὲ χον­τρὴ φω­τιὰ ἕ­ναν πό­λε­μο τρελ­λὸ καὶ τὴς κά­νει ὅ­λες νὰ σκορ­πή­σουν. Κι’ ὕ­στε­ρα ἀ­νε­βαί­νει πά­λι στὸ κα­ρά­βι, ἁ­πλώ­νει ὅ­λα τὰ πα­νιά, κι’ ὀρ­θὸς στὴν πρύ­μη, φο­βε­ρί­ζον­τας μὲ τὴ μα­χαί­ρα καὶ μὲ τὴ φω­νά­ρα του, περ­νά­ει ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὰ Τούρ­κι­κα, ποὺ τὸν κοι­τά­ζουν κι’ ἀ­πο­ροῦν ἐκ­στα­τι­κά(1).


(1) Ἀργότερα, ἀρχὲς τοῦ 1827, ὅταν ὁ μοίραρ­χος Ἄγ­γλος Ἅ­μιλ­των μὲ τὸ «Κά­μπριαν» μπῆ­κε ξα­φνικὰ στῆς Ὕδρας τὸ λιμάνι νὰ πά­ρῃ ἐκδί­κηση γιὰ κάτι πει­ρα­τεῖες καρα­βιῶν τῆς Ὕδρας, ἕτοιμος νὰ μπο­μπαρ­δίσῃ καὶ τὴ χώ­ρα, κ’ ἔκανε τὸ λι­μάνι ν’ ἀδειά­σῃ ἀπὸ κάθε ζω­ντανὴ ψυ­χή, μονά­χος ὁ Πο­λί­της εἶχε μείνει στὰ μουρά­για κοι­τά­ζοντας προ­κλη­τικὰ τοὺς Ἄγ­γλους. Ρί­ξαν αὐ­τοὶ τότε μὲ του­φέ­κια καὶ σκο­τώ­θηκε, μα­ζὶ μὲ λί­γους ἄλ­λους ἀπ’ τὴς σφαῖ­ρες ποὺ πέ­σα­νε μέ­σα στὴ χώ­ρα. (Σπη­λι­ά­δου Ἀπο­μνημ. Γ´ σ. 188). [Σημ. Γ. Βλ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Σπ. Τρι­κού­πη Ἱ­στο­ρί­α, ἔκδ. γ´, Δ´, σ. 32 κ. ἀ.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 286 [Τίτλος: «609.— Τρελ­λὸς μπουρ­λο­τι­έ­ρης.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Λεύκιος Ζαφειρίου: Γυναίκες στὸ Λεονάρισσο


Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου


Γυ­ναῖ­κες στὸ Λε­ο­νάρισ­σο


Δὲν μι­λᾶ­νε, πλὴν ὅ­μως συ­νεν­νο­οῦν­ται,
για­τί ὅ­λοι ξέ­ρουν αὐ­τὸ ποὺ κα­νέ­νας τους δὲν λέ­ει.
Γι­ῶρ­γος Μαρ­κό­που­λος

ΙΝΑΙ ΓΕΝΑΡΗΣ καὶ βρέ­χει συ­χνά. Τὸ το­πί­ο μοιά­ζει φρε­σκα­ρι­σμέ­νο καὶ τὰ χρώ­μα­τα εἶ­ναι πιὸ ἔν­το­να. Ἔ­χω μεί­νει τὶς δύ­ο τε­λευ­ταῖ­ες νύ­χτες στὸ Ρι­ζο­κάρ­πα­σο, γρά­φον­τας τὸν πρό­λο­γο γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κάλ­βου. Στὸ Γυ­μνά­σιο ἡ Μι­χα­έ­λα παίρ­νει τὰ δο­κί­μια τοῦ βι­βλί­ου, τὰ φυλ­λο­με­τρά­ει κοι­τών­τας τὶς φω­το­γρα­φί­ες καὶ μοῦ κά­νει ἐ­ρω­τή­σεις. Χαί­ρε­ται καὶ θέ­λει νὰ μά­θει τὸ κα­θε­τὶ γιὰ τὴ ζω­ὴ τοῦ ποι­η­τῆ. Κοι­τά­ει τὰ γράμ­μα­τά του στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Τῆς ἀ­ρέ­σει ὁ γρα­φι­κός του χα­ρα­κτή­ρας καὶ προ­σέ­χει πῶς ἑ­νώ­νει με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὶς λέ­ξεις καὶ τὴν ἰ­δι­ό­τυ­πη ὀρ­θο­γρα­φί­α του. Τῆς κά­νουν ἐν­τύ­πω­ση τὰ πολ­λὰ τα­ξί­δια του στὴν Εὐ­ρώ­πη καὶ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τε­λι­κὰ πε­θαί­νει σὲ χώ­ρα μα­κρι­νή. Κά­ποι­α στιγ­μή μοῦ λέ­ει, «ἐ­γὼ θέ­λω νὰ ζή­σω στὸν τό­πο μου, νὰ πά­ω καὶ σ’ ἄλ­λες χῶ­ρες, ἀλ­λὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­φω ἐ­δῶ».

        Στὴν Ἁ­γί­α Τριά­δα, ἕ­να χω­ριὸ πο­λὺ κον­τὰ στὴ Για­λούσα, συ­ναν­τῶ τὸν Γι­αν­νά­κη ποὺ φοι­τά­ει στὸ Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρι­ζο­καρ­πά­σου. Περ­νᾶ σὰν βο­λί­δα μὲ τὸ και­νούρ­γιο πο­δή­λα­το ποὺ τοῦ χά­ρι­σαν αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες. Χά­νε­ται γιὰ λί­γο στοὺς δρό­μους κι ἐμ­φα­νί­ζε­ται πά­λι γιὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα στὸν ἔ­ρη­μο δρό­μο, πα­τών­τας τὰ πε­τά­λια μέ­σα στὴ θλί­ψη τοῦ ἀ­πο­γεύ­μα­τος, γιὰ νὰ χα­θεῖ ξα­νὰ πί­σω ἀ­π’ τὸ ρη­μαγ­μέ­νο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο.

        Κα­νεὶς δὲν βλέ­πει αὐ­τὸ τὸ παι­δὶ μὲ τὰ ξαν­θὰ μαλ­λιὰ ποὺ τ’ ἀ­νε­μί­ζει ἕ­νας θλι­βε­ρὸς ἄ­νε­μος, ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­νε­βο­κα­τε­βαί­νει μὲς στὸ χω­ριὸ κά­νον­τας ἐ­πι­κίν­δυ­νους ἑ­λιγ­μοὺς σὰν νὰ πρό­κει­ται ν’ ἀ­πο­φύ­γει κά­ποι­ο ἐμ­πό­διο.

        Στὸν δρό­μο γιὰ τὸ Λε­ο­νά­ρισ­σο παι­διὰ τῶν ἐ­ποί­κων που­λοῦν μα­νι­τά­ρια, ποὺ τὰ προ­βάλ­λουν στοὺς ὁ­δη­γοὺς τῶν αὐ­το­κι­νή­των, ἀ­νε­βαί­νον­τας στὴν ἄ­σφαλ­το. Ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ στὴν Κύ­προ… Ἔ­χω μά­θει ἀ­πὸ τὸν κύ­ριο Σάβ­βα στὴν Ἁ­γί­α Τριά­δα ὅ­τι στὸ Λε­ο­νά­ρισ­σο ζοῦν ἀ­κό­μη τέσ­σε­ρις ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι, οἱ τρεῖς γυ­ναῖ­κες. Στρί­βω δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὴν κύ­ρια ὁ­δι­κὴ ἀρ­τη­ρία, ἀ­πὸ τ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ πᾶς Λυ­θράγ­κω­μη καὶ στὴν Πα­να­γί­α τῆς Κα­να­κα­ριᾶς.

        Μπαί­νον­τας στὸ χω­ριὸ στα­μα­τῶ στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Ἐ­θνῶν. Εἶ­ναι ἕ­νας στρα­τι­ώ­της σὲ τζίπ, τὸν ρω­τά­ω ποῦ εἶ­ναι τὸ σπί­τι τῆς κυ­ρί­ας Πα­να­γι­ώ­τας, εἶ­μαι κα­θη­γη­τὴς στὸ ἑλ­λη­νι­κὸ Γυ­μνά­σιο καὶ τῆς φέρ­νω μή­νυ­μα ἀ­πὸ συγ­χω­ρια­νό της. Θὰ μὲ ὁ­δη­γή­σει αὐ­τὸς καὶ μοῦ λέ­ει νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σω. Ἔ­χει στα­μα­τή­σει ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το δί­πλα μας, φαί­νε­ται ὅ­τι πα­ρα­κο­λου­θοῦν τὸ δι­κό μου. Φεύ­γου­με κι ἐ­γὼ πα­ρι­στά­νω τὸν ἀ­δι­ά­φο­ρο.

        Κα­τε­βαί­νου­με λί­γο πρὶν τὴν πλα­τεί­α κι ὁ στρα­τι­ώ­της χτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα, ἀ­νοί­γει μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ θά ’­ταν πο­λὺ νέ­α τὸ 1974. Στὸ χὸλ εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα της, ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα. Λέ­ω ὅ­τι δῆ­θεν τῆς φέρ­νω χαι­ρε­τί­σμα­τα ἀ­πὸ γνω­στό τους πρό­σω­πο, πὼς θὰ ξα­νάρ­θω, κι ἑ­τοι­μά­ζο­μαι νὰ φύ­γω.

        — Δὲν θὰ πι­εῖ­τε ἕ­ναν κα­φέ; μοῦ λέ­ει.

        Ρω­τά­ω τὸν συ­νο­δό μου, αὐ­τὸς ἀ­παν­τά­ει στὰ ἀγ­γλι­κὰ «ὄ­χι, πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­φω», μᾶς εὐ­χα­ρι­στεῖ καὶ τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τῶ μὲ θερ­μὴ χει­ρα­ψί­α.

        Μέ­νω κά­που δύ­ο ὧ­ρες στὸ σπί­τι τῆς κυ­ρί­ας Πα­να­γι­ώ­τας. Μοῦ ἀ­φη­γεῖ­ται τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου της ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πέ­τρι­να χρό­νια, πῶς φύ­ρα­ναν σι­γὰ σι­γὰ οἱ μα­θη­τὲς κι ἔ­κλει­σε τὸ σχο­λεῖ­ο, πῶς εἶ­δε τὴν κα­τα­στρο­φὴ τοῦ ψη­φι­δω­τοῦ στὴν Πα­να­γί­α τῆς Κα­να­κα­ριᾶς, ὅ­ταν πῆ­γε μὲ τὴ Σα­λι­μὲ τὴ φί­λη της γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει ἕ­να κε­ρί, ὅ­πως πή­γαι­νε συ­χνὰ καὶ κρυ­φὰ γιὰ νὰ μὴν τὴ δοῦν. Ἡ μά­να της, ἡ κυ­ρί­α Λού­λα, σχε­δὸν δὲν μι­λᾶ, μό­νο ὅ­ταν ἀ­κού­ει θό­ρυ­βο ἔ­ξω στὸν δρό­μο κά­τι σι­γο­μουρ­μου­ρί­ζει. Μοῦ ἐ­ξη­γεῖ ἡ κυ­ρί­α Πα­να­γι­ώ­τα:

        — Ὁ φό­βος, εἴ­μα­στε μό­νες κι ἔ­τσι ἀν­τι­δρᾶ. Ἀ­πὸ φό­βο.

        Κά­θε­ται καὶ μοῦ λέ­ει για­τί δὲν ἔ­φυ­γε, μοῦ ἐ­ξη­γεῖ τὸ κα­θε­τὶ λε­πτο­με­ρῶς, γιὰ τὸν πα­τέ­ρα της ποὺ δὲν ἔ­φυ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, πε­ρι­μέ­νον­τας πὼς θὰ ’ρ­θουν κα­λύ­τε­ρες μέ­ρες, καὶ πέ­θα­νε σπί­τι του.

        — Νὰ μεί­νου­μεν κό­ρη μου, νὰ μὲν χά­σου­μεν τέ­λεια τὸν τό­πο μας, συ­νε­χί­ζει νὰ λέ­ει.

        Θυ­μᾶ­ται ὅ­ταν εἶ­χαν μα­ζέ­ψει τὰ γυ­ναι­κό­παι­δα γιὰ νὰ τὰ ἐ­κτε­λέ­σουν. Ἦρ­θε ἕ­νας Τουρ­κο­κύ­πριος, ἦ­ταν δι­κα­στής, μπῆ­κε στὴ μέ­ση καὶ δὲν τοὺς ἄ­φη­σε. Μὲ δυ­σκο­λί­α, για­τὶ λέ­γον­ταν δι­ά­φο­ρα ποὺ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια. Μιὰ πρό­φα­ση ἔ­ψα­χναν γιὰ νὰ τοὺς ξε­κά­νουν.

        Ἔ­χει πε­θά­νει ἐ­δῶ καὶ με­ρι­κὰ χρό­νια, ἐρ­χό­ταν καὶ μᾶς ἔ­βλε­πε ποῦ καὶ ποῦ. Ὅ­ταν ἔρ­χον­ταν Τοῦρ­κοι στρα­τι­ῶ­τες, ἔ­κα­ναν ἔ­ρευ­νες στὰ σπί­τια καὶ μὲ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ἀ­γρί­ευ­αν. Μᾶς εἰ­δο­ποι­οῦ­σαν τὶς γυ­ναῖ­κες καὶ κρυ­βό­μα­σταν.

        Ἡ θλί­ψη εἶ­ναι βα­θιὰ χα­ραγ­μέ­νη στὸ πρό­σω­πό της.

        Εἶ­ναι ὧ­ρες ποὺ νι­ώ­θω νὰ πνί­γο­μαι. Τί ἔ­κα­μα ἐ­γὼ ποὺ ἔ­μει­να; Ὅ­λα πῆ­γαν χα­μέ­να.

        Ἔ­χει σκύ­ψει τὸ κε­φά­λι της, ὕ­στε­ρα τὸ ἀ­να­ση­κώ­νει πο­λὺ ἀρ­γὰ καὶ ψι­θυ­ρί­ζει:

        — Ἔ­κα­μά το γιὰ τὸν τό­πο μου.

        Ση­κώ­νε­ται καὶ μοῦ λέ­ει νὰ πᾶ­με ἀ­πέ­ναν­τι, νὰ μοῦ γνω­ρί­σει τὴν κυ­ρί­α Νι­ό­βη. Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, στὸν δρό­μο εἶ­ναι στα­μα­τη­μέ­νο ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο ποὺ ἦ­ταν καὶ στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο τοῦ ΟΗΕ. Δι­α­σταυ­ρώ­νου­με τὸν δρό­μο. Ψι­χα­λί­ζει. Εἶ­ναι ἕ­να σπί­τι πα­λαι­ϊ­κὸ μὲ κα­μά­ρες, σχε­δὸν ἐ­ρει­πω­μέ­νο. Σπρώ­χνου­με τὴν πόρ­τα καὶ βλέ­που­με μιὰ γυ­ναί­κα ντυ­μέ­νη ἀ­τη­μέ­λη­τα, μὲ τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ κυ­πρια­κὴ ἐν­δυ­μα­σί­α, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη. Κά­θε­ται σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα μ’ ἕ­να γα­τὶ στὰ γό­να­τά της. Θά ’­χει πε­ρά­σει τὰ ἑ­βδο­μῆν­τα.

        Μᾶς ξε­να­γεῖ στὸ σπί­τι της, ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη φαί­νε­ται μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιά. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δω­μά­τιο εἶ­ναι μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νο τὸ τα­βά­νι. Πα­λιὰ ἔ­πι­πλα, ἑρ­μά­ρια, κο­μο­δί­να καὶ κα­ρέ­κλες, ποὺ χρό­νια δὲν χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­καν, γε­μά­τα σκό­νες. Ἔ­ξω στὴν αὐ­λὴ πολ­λὰ πε­ρι­στέ­ρια, μᾶς τὰ δεί­χνει μὲ μί­αν ἀ­θω­ό­τη­τα παι­διοῦ. Τρι­γυρ­νοῦν ἀ­πὸ πά­νω μας, ἄλ­λα εἶ­ναι στοὺς πε­ρι­στε­ρῶ­νες στὸν με­γά­λο τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ.

        — Αὐ­τά μοῦ κά­νουν πα­ρέ­α ἅ­μα δει­λι­νιά­σει καὶ πε­ρι­μέ­νω τὴν Πα­να­γι­ώ­τα νὰ πι­οῦ­με κα­φέ.

        Ὕ­στε­ρα κά­θε­ται μὲ σταυ­ρω­μέ­να χέ­ρια στὴν κα­ρέ­κλα καὶ βλέ­πεις τὴ θλί­ψη στὰ μά­τια, στὸ χα­μό­γε­λο καὶ στὸ μαῦ­ρο φό­ρε­μά της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου (Λάρ­να­κα, 1948). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ποι­ή­μα­τα (1975, 1977). Ἄλλα ἔργα του: Ἡ νε­ό­τε­ρη Κυ­πρια­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α: γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ σχε­δί­α­σμα (με­λέ­τη, 1991), Ὁ βί­ος καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀν­δρέ­α Κάλ­βου (Με­ταίχ­μιο, 2006). Ποι­ή­μα­τα, κεί­με­να καὶ με­λέ­τες γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κά, συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις, πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων. Με­τεῖ­χε στὴν ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Ση­μεῖ­ο (Λευ­κω­σί­α 1992-1999), Ἀ­κτή καὶ Ὕ­λαν­τρον. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).