Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola): Ὁ ἑκατοχρονίτης

 

 

Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola)

 

Ὁ ἑκατοχρονίτης

(Le centenaire)

 

ΑΘΕ ΜΕΡΑ, ἔ­βρι­σκα κα­θι­σμέ­νο σ’ ἕ­να παγ­κά­κι τοῦ κή­που τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου ἕ­να με­γα­λό­σω­μο ἑ­κα­το­χρο­νί­τη γέ­ρον­τα. Στὴ σκιὰ τῶν κα­στα­νι­ῶν τὸ κα­λο­καί­ρι, τὸ χει­μώ­να κά­τω ἀ­πὸ τὶς ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου, στο­χα­ζό­ταν, μὲ τὸ πη­γού­νι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὴ λα­βὴ τοῦ μπα­στου­νιοῦ του.

       Ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της κοι­τοῦ­σε τὰ κο­ρι­τσά­κια μὲ τὶς κορ­δέ­λες τους, ποὺ ἔ­παι­ζαν στὰ πό­δια του, χα­ρί­ζον­τάς του τὰ φω­τει­νὰ γε­λά­κια τους. Μᾶλ­λον στο­χα­ζό­ταν τὸ βρε­φι­κό του λί­κνο καὶ τὸν τά­φο του. Τὸν δι­έ­κρι­νε μιὰ σο­βα­ρὴ καὶ γλυ­κιὰ ἠ­ρε­μί­α, στὸ πρό­σω­πό του φαι­νό­ταν ἡ κα­λο­σύ­νη καὶ ἡ πεί­ρα, πράγ­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποί­α μὲ ἔ­θελ­γε. Μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ τὸν ἀ­κού­ω νὰ μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ή, αὐ­τὸν ποὺ εἶ­χε γνω­ρί­σει πό­νους καὶ χα­ρές.

*

       Μιὰ μαρ­τι­ά­τι­κη μέ­ρα —ὁ οὐρανὸς ἦ­ταν συν­νε­φι­α­σμέ­νος καὶ τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου(1) ξε­πρό­βαλ­λε θλιμ­μέ­νο καὶ ἄ­χρω­μο πά­νω στὸ βρώ­μι­κο γκρί­ζο τῶν νε­φῶν— ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της, ποὺ σκά­λι­ζε τὴ γῆ μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μπα­στου­νιοῦ του, μοῦ εἶ­πε μὲ με­λαγ­χο­λι­κὴ φω­νή:

       «Παι­δί μου, οἱ οὐ­ρα­νοὶ ἔ­ρι­ξαν πολ­λὲς βρο­χὲς ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κα, καὶ τὰ μά­τια μου ἔ­χυ­σαν πολ­λὰ δά­κρυ­α. Πό­νε­σα πο­λὺ γιὰ κά­θε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ ποὺ ἔ­χα­σα. Οἱ γιοί μου καὶ οἱ ἐγ­γο­νοί μου ἔ­χουν πε­θά­νει, ἔ­χω μεί­νει ὁ­λο­μό­να­χος, κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὸ θά­να­το ποὺ δὲν ἔρ­χε­ται, σ’ ἕ­ναν αἰ­ώ­να ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ ὁ δι­κός μου.

       »Μὴν εὐ­χη­θεῖ­τε πο­τὲ νὰ ὑ­περ­βεῖ­τε τὴ μέ­ση ἡ­λι­κί­α τῶν ἀν­θρώ­πων. Ὁ θά­να­τος εἶ­ναι μί­α ἀ­ναγ­καί­α ἀ­νά­παυ­ση· εἶ­ναι γλυ­κὸς γιὰ τὸν γέ­ρον­τα σὰν τὸ φι­λὶ ἐ­ρω­τευ­μέ­νης γυ­ναί­κας. Εἶ­χα τὶς δι­κές μου θλί­ψεις καὶ εἶ­χα τὶς θλί­ψεις τῶν μα­κρι­ῶν ἡ­με­ρῶν ποὺ ἔ­ζη­σα. Εἶ­δα πέν­τε μο­ναρ­χί­ες, δυ­ὸ αὐ­το­κρα­το­ρί­ες, τρεῖς δη­μο­κρα­τί­ες· ἔ­ζη­σα ὅ­λα τὰ λά­θη ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­νας λα­ὸς μέ­σα σὲ ἕ­να αἰ­ώ­να. Θυ­μη­θεῖ­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α μας. Πό­σα δά­κρυα καὶ πό­σο αἷ­μα!

       »Σή­με­ρα, κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ἄ­θλιο οὐ­ρα­νὸ τοῦ Μαρ­τί­ου, κα­θὼς ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν, ζη­λεύ­ω ὅ­σους δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά, αὐ­τοὺς ποὺ εἶ­ναι μέ­σα στὴ γῆ καὶ ἀ­γνο­οῦν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ντρο­πὲς καὶ τοὺς τε­λευ­ταί­ους λυγ­μούς μας. Νι­ώ­θω οἶ­κτο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου ποὺ ζῶ ἀ­κό­μη, νι­ώ­θω οἶ­κτο γι’ αὐ­τὸν τὸν κό­σμο τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χω κα­τοι­κή­σει τό­σο πο­λὺ και­ρό.

       «Αὐ­τοὶ ποὺ πε­θαί­νουν νέ­οι, εἶ­ναι οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νοι τῶν θε­ῶν».

*

       Τὸν Μά­ι­ο, βρῆ­κα τὸν ἑ­κα­το­χρο­νί­τη νὰ κά­θε­ται στὸ ἴ­διο παγ­κά­κι. Τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου ἔ­λαμ­πε μέ­σα στὸ ἄ­πλε­το φῶς τοῦ χρυ­σοῦ ἥ­λιου· πνο­ὲς ἀ­νέ­μου ἔρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὰ παρ­τέ­ρια, φέρ­νον­τας μα­ζί τους τὶς γλυ­κὲς εὐ­ω­δι­ὲς ἀ­πὸ τὶς πα­σχα­λι­ές.

       Ὁ ἑ­κα­το­χρο­νί­της μοῦ εἶ­πε χα­μο­γε­λών­τας μου τρυ­φε­ρά:

       «Παι­δί μου, νά μιὰ ὄ­μορ­φη μέ­ρα ἀ­κό­μη ἀ­νά­με­σα στὶς ὄμορ­φες μέ­ρες αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­λες τὶς ἀ­νοί­ξεις μου, ὅ­λες τὶς χα­ρές μου. Πό­σο γλυ­κιὰ εἶ­ναι ἡ ζω­ὴ καὶ πό­σο κα­λὸ εἶ­ναι νὰ ζεῖ κα­νεὶς μέ­σα στὸ ζε­στού­τσι­κο ἀ­έ­ρα. Ἑ­κα­τὸ ἀ­νοί­ξεις δὲν μπό­ρε­σαν νὰ ἐ­ξαν­τλή­σουν τὴν ἀ­γά­πη μου γιὰ τὸν ἥ­λιο καὶ θά ‘θε­λα ἄλ­λες ἑ­κα­τὸ ποὺ πά­λι θὰ μοῦ ἀ­φή­σουν τὴν πί­κρα γιὰ τὰ πρῶ­τα φύλ­λα καὶ τὶς πρῶ­τες ἀ­χτί­δες. Ὁ ἄν­θρω­πος ξα­να­νι­ώ­νει, κά­θε και­νού­ρια χρο­νιά. Σή­με­ρα εἶ­μαι εἴ­κο­σι χρό­νων.

       »Πρέ­πει νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τὴ ζω­ὴ γιὰ ὅ­λη τὴν εὐ­τυ­χί­α πού μοῦ ἔ­δω­σε. Εἶ­δα γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ ἑ­στί­α τοὺς ἀ­πο­γό­νους μου ὣς τὴν τέ­ταρ­τη γε­νιά, καὶ χά­ρη­κα ὅ­ταν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς ἤ­μουν ὁ πα­τέ­ρας μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης φυ­λῆς. Καὶ τώ­ρα ἀκό­μη, μέ­σα στὴ μο­να­ξιά μου, εὐ­λο­γῶ τὴ ζω­ή, για­τί ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­νά­μνη­ση. Χαί­ρο­μαι μὲ τὶς χα­ρὲς τοῦ πα­ρελ­θόν­τος.

       »Ἤ­μουν μάρ­τυ­ρας σὲ ἕ­να με­γα­λει­ῶ­δες θέ­α­μα. Ὁ αἰ­ώ­νας μου ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας με­γά­λος αἰ­ώ­νας, μέ­σα στὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ ἄν­θρω­πος κα­τέ­κτη­σε τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὴν ἐ­πι­στή­μη. Θὰ πά­ρω μα­ζί μου τὴν ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ σκέ­ψη ὅ­τι βα­δί­ζου­με πρὸς τὸ φῶς, μὲ ἀρ­γὰ καὶ βέ­βαι­α βή­μα­τα. Ξε­χνῶ τὶς δυ­στυ­χί­ες μας γιὰ νὰ σκε­φτῶ τὴν ἀ­λή­θεια καὶ τὴ δι­και­ο­σύ­νη ποὺ μᾶς κα­θο­δη­γοῦν καὶ μᾶς σπρώ­χνουν πρὸς τὰ ἐμ­πρός.

       »Ζη­τῶ ἀ­πὸ τὴν ἄ­νοι­ξη νέ­ες καὶ μα­κρι­ὲς χρο­νι­ές.»

*

       Ἦ­ταν οἱ δύο αἰ­ώ­νι­ες κραυ­γὲς τῆς ζω­ῆς, ἡ φω­νὴ τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας καὶ ἡ φω­νὴ τῆς ἐμ­πι­στο­σύ­νης.

       Μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι ἔ­βλε­πα τὴ Γαλ­λί­α στὸ παγ­κά­κι τοῦ ἑ­κα­το­χρο­νί­τη, στοὺς τε­λευ­ταί­ους σκο­τει­νοὺς και­ρούς, νὰ θρη­νεῖ τὰ νε­κρὰ παι­διά της, νὰ κλαί­ει καὶ νὰ στε­νά­ζει πά­νω στὸ χῶ­μα. Ἀλ­λὰ τὴν βλέ­πω σή­με­ρα, κα­θὼς ἀ­να­θαρ­ρεύ­ουν οἱ ἐλ­πί­δες της, νὰ χα­μο­γε­λᾶ στὸ πα­ρελ­θόν, νὰ ἑ­τοι­μά­ζει τὸ μέλ­λον της, νὰ εὔ­χε­ται μὲ θέρ­μη τὴν ὕ­παρ­ξη μιᾶς μα­κριᾶς, μιᾶς αἰ­ώ­νιας ζω­ῆς, ποὺ θὰ τῆς ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ φτά­σει στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α καὶ τὸ φῶς.

 

(1) Σ.τ.μ. Τὸ Πα­λά­τι τοῦ Λου­ξεμ­βούρ­γου βρί­σκε­ται μέ­σα στὸν ὁ­μώ­νυ­μο κῆ­πο, στὸ 6ο Δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς πό­λης τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Χτί­στη­κε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 17ου αἰ. καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι ἡ ἕ­δρα τῆς Γαλ­λι­κῆς Γε­ρου­σί­ας.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Δι­η­γή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες, 1864-1874 (Contes et nou­vel­les, 1864-1874), ἐ­πι­λο­γὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις, βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Ζο­λᾶ, χρο­νο­λό­γιο τῶν δι­η­γη­μά­των καὶ νου­βε­λῶν καὶ βι­βλι­ο­γρα­φί­α: Fr. -Mar. Mourad, ἔκδ. Gallimard, Flammarion, Πα­ρί­σι, 2008) * Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Ὁ ἑ­κα­τοχρονίτης ἐμ­φα­νί­στη­κε πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Événement Illustré στὶς 13 Ἰ­ου­λί­ου 1868, ἔ­πει­τα ὡς μί­α ἀ­πὸ τὶς Lettres Parisiennes τοῦ La Cloche, στὶς 25 Σε­πτεμ­βρί­ου 1872. Γιὰ τὸ κεί­με­νο ἐ­δῶ χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε ἡ δεύ­τε­ρη ἐκ­δο­χή.

 

Émile Zola (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας, θε­ω­ρεῖται ὁ πα­τέ­ρας τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ. Με­ταξὺ ἄλλων συ­νέ­γρα­ψε καὶ μιὰ σειρὰ ἀπὸ εἴκο­σι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὑπὸ τὸν τί­τλο Les Rougon-Macquart. Histoires naturelles et so­ciale d’ une famille sous le Second Empire (Ρου­γκὸν–Μακάρ. Φυ­σικὴ καὶ κοινω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας ὑπὸ τὴν Β’ Αὐτο­κρα­το­ρί­α).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

 

Advertisements

Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola): Τί ὀνειρεύονται οἱ φτωχὲς κοπέλες

 

 

Ἐμὶλ Ζολά (ÉmileZola)

 

Τί ὀνει­ρεύ­ονται οἱ φτωχὲς κο­πέ­λες

(À quoi rêvent les pauvres filles)

 

Ρ­ΓΑ­ΣΤΗ­ΚΕ ΔΩ­ΔΕ­ΚΑ Ο­ΛΟ­ΚΛΗ­ΡΕΣ Ω­ΡΕΣ γιὰ νὰ βγά­λει δε­κα­πέ­ντε λε­πτά. Τὸ βρά­δυ ἐπι­στρέ­φει στὴν τρώ­γλη της, ἀκο­λου­θώ­ντας τ’ ἄσπρα ἀπὸ τὸν πά­γο πε­ζο­δρό­μια, τουρ­του­ρί­ζο­ντας τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὸ λε­πτὸ μαῦρο σά­λι της, ἀδύ­να­τη καὶ βιαστι­κή, μ’ ἐκεί­νη τὴ φο­βι­σμέ­νη βια­σύ­νη τῶν κα­κό­μοι­ρων ἀδέ­σποτων ζώ­ων.

       Κι ἐπειδὴ τὸ στο­μά­χι της δια­μαρ­τύ­ρε­ται λι­μα­σμέ­νο, ἀγο­ρά­ζει τὸ ὑπό­λειμ­μα ἑνὸς φτη­νοῦ ἀλλα­ντι­κοῦ, ποὺ τὸ παίρ­νει μαζί της τυ­λιγ­μέ­νο σ’ ἕνα σκι­σμέ­νο φύλ­λο ἐφη­με­ρί­δας.

       Κι ἔπει­τα ἀνε­βαί­νει ξε­πνο­η­μέ­νη τοὺς ἕξι ὀρό­φους της.

       Ἐκεῖ ψη­λά, ἡ σο­φίτα της εἶναι πα­ντέ­ρη­μη. Ἕνα κομ­μά­τι κερὶ φω­τί­ζει αὐτὴν τὴν ἐξα­θλί­ω­ση. Φω­τιὰ δὲν ὑπάρ­χει. Ὁ ἄνε­μος περ­νά­ει κά­τω ἀπ’ τὴν πόρ­τα μὲ τέ­τοια ὁρμὴ ποὺ κά­νει τὴ φλό­γα τοῦ κε­ριοῦ νὰ τρε­μο­παί­ζει. Ἕνα κρε­βά­τι, ἕνα τρα­πέ­ζι, μί­α κα­ρέ­κλα. Κά­νει τό­σο κρύ­ο ποὺ τὸ νερὸ στὸ κου­μά­ρι ἔχει πα­γώ­σει.

       Βιά­ζε­ται· ἴσως ζε­στα­θεῖ λι­γά­κι στὸ κρε­βάτι της, κά­τω ἀπὸ τὸν μπό­γο τῶν ρού­χων της ποὺ στοι­βά­ζει κά­θε βρά­δυ στὰ πό­δια της. Κά­θι­σε ζω­ηρὰ στὸ μι­κρὸ τρα­πέ­ζι της, πῆρε ἕνα κομ­μά­τι ψωμὶ ἀπὸ ἕνα ντου­λά­πι καὶ τρώ­ει τὸ ἀλλα­ντι­κό της μὲ τὸν λαί­μαρ­γο κι ἀδιά­φο­ρο τρό­πο τῶν λι­μασμέ­νων. Ὅταν τὴν πιά­νει δί­ψα, ἀνα­γκά­ζε­ται νὰ σπά­σει τὸν πάγο στὸ κου­μά­ρι.

       Εἶναι ἕνα κο­ρί­τσι τὸ πολὺ δε­κα­ο­κτὼ χρονῶν. Γιὰ νὰ κρυώ­νει λι­γό­τε­ρο, δὲν ἔβγα­λε τὸ σά­λι της οὔτε τὸν σκοῦφο της. Τρώ­ει στὸ σπί­τι της ντυ­μέ­νη ὅπως γιὰ τὸν δρό­μο καὶ κρύ­βει πό­τε πό­τε τὰ μπλάβα ἀπὸ τὸ κρύ­ο χέ­ρια της. Ἂν μπο­ροῦσε νὰ χα­μο­γε­λά­σει, θὰ γι­νό­ταν γοη­τευ­τι­κή· τὰ λε­πτε­πί­λε­πτα χεί­λη της, τ’ ἁπα­λοῦ γκρί­ζου χρώ­μα­τος μά­τια της θὰ εἶχαν ὑπέ­ρο­χη γλυ­κύ­τη­τα. Ὅμως τὰ βά­σα­να τὴν ἔχουν κά­νει νὰ σφίγ­γει τὰ χεί­λη της κι ἔχουν σκιά­σει καὶ σκλη­ρύ­νει τὸ βλέμ­μα της. Φο­ρά­ει τὸ ἄκα­μπτο κι ἀπει­λη­τικὸ προ­σω­πεῖο τῶν ἐξα­θλιω­μέ­νων.

       Κοι­τά­ζει ἀπλανῶς μπρο­στά της, μὲ τὸ μυα­λό της κε­νό, τρώ­γοντας σὰν ζῶο ποὺ βιά­ζε­ται. Ὕστε­ρα τὸ βλέμ­μα της πέ­φτει στὸ λι­γδια­σμέ­νο φύλ­λο τῆς ἐφη­με­ρί­δας ποὺ τῆς χρη­σι­μεύ­ει γιὰ πιά­το. Ἀρχί­ζει νὰ δια­βά­ζει καὶ ξε­χνά­ει νὰ τε­λειώ­σει τὴν μπου­κιά της.

       Δό­θη­κε χο­ρο­ε­σπε­ρί­δα στὰ ἀνά­κτο­ρα τοῦ Κε­ρα­μει­κοῦ καὶ κα­τα­να­λώ­θη­κε, ὅπως πλη­ρο­φο­ρεῖται, τερά­στια πο­σό­τη­τα οἴ­νου κι ἐδε­σμά­των: ἐννέ­α χι­λιά­δες μπου­κά­λες κα­μπα­νί­τη, τρεῖς χι­λιά­δες γλυ­κί­σμα­τα, ἑξα­κό­σια κιλὰ κρέ­ας καὶ τὰ ρέ­στα. Χα­μο­γε­λά­ει πα­ρά­ξε­να καὶ σκέ­φτε­ται πὼς οἱ ἄνθρω­ποι αὐτοὶ θὰ πρέ­πει νὰ εἶναι τε­τρά­πα­χοι.

       Ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι γυ­ναίκα, χα­σο­με­ρά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πε­ρι­γρα­φὲς τῶν βραδι­νῶν φο­ρε­μά­των. Δια­βά­ζει λοι­πόν:

       «Ἡ κυ­ρί­α Ντὲ Μετ­τερ­νίκ: λευκὴ ἐσθή­τα, μὲ σκού­ρα μὸβ ζώ­νη. Ἕνα ἀδα­μα­ντο­ποί­κιλ­το πε­ρι­δέ­ραιο στή­ρι­ζε ἕνα χα­ρι­τω­μέ­νο σύμ­φυρ­μα ἀπὸ μαρ­γα­ρι­τάρια καὶ δια­μά­ντια.»

       Τὸ πρό­σω­πό της σκλή­ρυ­νε κι ἄλλο. Για­τί οἱ ἄλλες νὰ ἔχουν διαμα­ντέ­νια πε­ρι­δέ­ραια τὴ στιγ­μὴ ποὺ αὐτὴ δὲν ἔχει κὰν ἕνα ζε­στὸ φό­ρε­μα νὰ βά­λει; Ὅμως συ­νε­χί­ζει:

       «Ἡ αὐτο­κρά­τει­ρα μὲ ἐσθή­τα ἁπα­λοῦ πρά­σι­νου χρώ­μα­τος, κα­λυμ­μέ­νη ἀπὸ τὴ μέ­ση καὶ κάτω ἀπὸ λευκὸ φου­σκωτὸ τού­λι, ἀργυ­ροΰφα­ντο, γαρ­νι­ρι­σμέ­νη στὸν πο­δό­γυ­ρο καὶ στὸ μποῦστο μὲ γού­να ζι­μπε­λί­νας. Στὰ μαλ­λιά της λευκὰ ἄνθη ἀγρά­μπε­λης κι ἕνα ἁπλὸ δια­μα­ντένιο διά­δη­μα. Γύ­ρω ἀπὸ τὸ λαι­μό, μαύ­ρη βε­λού­δι­νη κορ­δέ­λα, δια­κο­σμη­μέ­νη μὲ μαι­άν­δρους ἀ­πὸ ὑπέ­ρο­χα δια­μά­ντια.»

 

       Πα­ντοῦ δια­μά­ντια, καὶ μά­λι­στα στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ δια­μά­ντια γιὰ νὰ πλου­τί­σουν ἑκατὸ οἰκο­γέ­νειες. Ἡ κο­πέ­λα ἔπα­ψε νὰ δια­βά­ζει. Ἔχει γεί­ρει πρὸς τὰ πί­σω στὴν κα­ρέ­κλα της καὶ συλλο­γί­ζε­ται.

       Σκέ­ψεις κακὲς περ­νοῦν ἀπὸ τὰ γκρί­ζα μά­τια της. Δὲν αἰσθά­νε­ται πιὰ τὸ κρύ­ο, εἶναι ὁλό­τελα δο­σμέ­νη στὸν πει­ρα­σμὸ τοῦ κα­κοῦ.

       Κι ὅταν συ­νέρ­χε­ται ἀπ’ τὴν ὀνει­ρο­πό­λη­σή της, ἕνα δυ­νατὸ ρί­γος τὴ δια­περνᾶ· καὶ φέρ­νο­ντας ἕνα γύ­ρο τὴν τρώ­γλη της μὲ τὸ βλέμ­μα της, ψι­θυ­ρί­ζει:

       «Πρὸς τί λοι­πόν…; Πρὸς τί νὰ δου­λεύ­ω; Θέ­λω νά ‘χω δια­μά­ντια.»

       Αὔριο θὰ τά ‘χει.

 

  

Πηγή: Contes et nouvelles 1(1864-1874), prés. par François-Marie Mourad, GF Flam­ma­rion, Paris 2008, σσ. 180-182.

 

Ἐμίλ Ζολὰ (Émile Zola) (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας. Ἡγε­τικὴ μορ­φὴ τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ, ἐπι­δί­ω­κε νὰ ἐφαρ­μό­ζει τὴν ἐπι­στη­μο­νικὴ μέ­θο­δο στὴν πε­ρι­γραφὴ τῆς συ­μπε­ρι­φορᾶς καὶ γε­νι­κό­τε­ρα τῆς κοι­νω­νί­ας. Συ­νέ­θε­σε ἕναν με­γά­λο κύ­κλο μυ­θι­στο­ρη­μά­των γύ­ρω ἀπὸ τοὺς Rougon- Macquart, πε­ριγρά­φο­ντας ἔτσι τὴ φυ­σικὴ καὶ κοι­νω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας τὴν ἐποχὴ τῆς Β΄ Αὐτο­κρα­το­ρί­ας (1852-1870). Ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὶς ἰδέ­ες τοῦ σο­σια­λι­σμοῦ καὶ κα­τό­πιν ἀνέ­πτυ­ξε ἕνα μεσ­σια­νικὸ ὅρα­μα γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ ἀνθρώ­που Τὰ τέσ­σε­ρα Εὐαγ­γέλια, 1899-1903. Ἐξάλ­λου ἔγραψε κρι­τικὲς με­λέ­τες γιὰ θέ­μα­τα τῆς τέ­χνης καὶ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Φοῖ­βος Ι. Πι­ομ­πῖ­νος (Ἀ­θή­να, 1945). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κά.

 

Εἰκόνα: Jean Auguste Dominique Ingres: Πορτραῖτο τῆς Jose­phi­ne El­le­o­no­re Ma­rie Pau­li­ne de Ga­lard de Bras­sa (λεπτομέρεια).

 

Émile Zola: Τὰ ζαχαρωτὰ τῆς μικρῆς ζητιάνας

 

 

Ἐ­μὶλ Ζο­λὰ (Émile Zola)

 

Τὰ ζα­χα­ρω­τὰ τῆς μι­κρῆς ζη­τιά­νας (1)

(Les étrennes de la mendiante)

 

ΡΙΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ὁ Ἰ­α­νουά­ριος, θὰ σᾶς θυ­μί­σω ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἔ­θι­μο τῆς πα­ρι­σι­νῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς.

Τὴν 1η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, στὶς τρῶ­γλες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ οἱ ἄν­θρω­ποι πε­ρι­ποι­οῦν­ται μὲ φρον­τί­δα τὸν ἑ­αυ­τό τους. Οἱ ζη­τιά­νοι φο­ροῦν τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα ρά­κη τους, στο­λί­ζον­ται μὲ τὰ κου­ρέ­λια τους καὶ πη­γαί­νουν νὰ εὐ­χη­θοῦν στοὺς πε­ρα­στι­κοὺς καὶ νὰ τοὺς ποῦ­νε τὰ βά­σα­νά τους καὶ νὰ ζη­τή­σουν τὸ μπο­να­μά τους, μὲ τὸ χέ­ρι ἁ­πλω­μέ­νο, τὸ πρό­σω­πο ἀ­νή­συ­χο κι ὅ­λο ἔ­γνοι­α.

        Ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα ἡ ἐ­παι­τεί­α εἶ­ναι ἀ­νε­κτή· ἐ­ξα­σκεῖ­ται μέ­ρα με­ση­μέ­ρι χω­ρὶς νὰ με­ταμ­φι­έ­ζε­ται στὰ χί­λια πρό­σω­πα ποὺ μη­χα­νεύ­ε­ται ἡ βι­ο­μη­χα­νί­α τοῦ δρό­μου. Ὁ ὀρ­γα­νο­παί­κτης ἀ­φή­νει στὸ σπί­τι του τὴ με­γά­λη θή­κη ποὺ κου­βα­λοῦ­σε γιὰ δώ­δε­κα ἀ­τέ­λει­ω­τους μῆ­νες· οἱ ἔμ­πο­ροι σπίρ­των, δαν­τελ­λῶν, τρα­γου­διῶν δὲν χρει­ά­ζε­ται ν’ ἀ­να­νε­ώ­σουν τὴν πρα­μά­τια τους. Ὁ δη­μό­σιος δρό­μος εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρος· οἱ ἀ­στυ­φύ­λα­κες κά­νουν τὰ στρα­βὰ μά­τια· μὲ εἰ­λι­κρί­νεια ἁ­πλώ­νον­ται τὰ χέ­ρια, αὐ­τὰ ποὺ δί­νουν κι αὐ­τὰ ποὺ παίρ­νουν.

        Σ’ ἕ­να ψη­λὸ καὶ μαῦ­ρο σπί­τι, στὸ ἕ­κτο πά­τω­μα(2), στὸ βά­θος ἐ­νὸς πα­τα­ριοῦ, ποὺ χρη­σι­μεύ­ει γιὰ ἀ­πο­θή­κη, ζεῖ μιὰ πάμ­φτω­χη οἰ­κο­γέ­νεια, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα κι ἕ­να ὀ­χτά­χρο­νο κο­ρι­τσά­κι.

        Ὁ πα­τέ­ρας, ἕ­νας με­γα­λό­σω­μος ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἄν­δρας στε­γνὸς κι ὅ­λο γω­νί­ες, τὰ γέ­νια του καὶ τὰ μαλ­λιά του μα­κριὰ καὶ μπερ­δε­μέ­να, ἄ­σπρα, ἕ­να ἄ­σπρο βρώ­μι­κο. Ἀ­να­πο­λεῖ ἀ­να­στε­νά­ζον­τας τὶς ὡ­ραῖ­ες μέ­ρες τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ὅ­ταν οἱ δρό­μοι ἀ­νῆ­καν στοὺς φτω­χούς, κι εἶ­χαν δι­κό τους ὅ­λο τὸν ἥ­λιο τοῦ κα­λοῦ Θε­οῦ καὶ ὅ­λη τὴ συμ­πό­νια τῶν ἀν­θρώ­πων.(3)

        Ἡ μη­τέ­ρα δὲν σκέ­φτε­ται πλέ­ον. Εἶ­ναι λὲς καὶ ζεῖ ἀ­πὸ συ­νή­θεια καὶ μοιά­ζει ἀ­ναί­σθη­τη στὴ χα­ρὰ καὶ τὸν πό­νο. Τὸ κρύ­ο καὶ ἡ πεί­να σκό­τω­σαν τὴν σκέ­ψη καὶ τὶς αἰ­σθή­σεις της.

        Τὸ κο­ρι­τσά­κι εἶ­ναι τὸ φῶς σ’ αὐ­τὸ τὸ σκο­τει­νὸ ντά­μι. Μέ­σα σ’ αὐ­τὴν τὴν ὑ­γρὴ σκο­τει­νιά, τὸ χλω­μό, ξαν­θὸ κε­φα­λά­κι της ξε­χω­ρί­ζει πά­νω στὸ μαυ­ρι­σμέ­νο τοῖ­χο, τὸ χα­μό­γε­λό της λάμ­πει σὰν ἡ­λι­α­χτί­δα· τὰ γα­λα­νὰ μά­τια της, ὅ­που ἡ ξε­γνοια­σιὰ ἀ­φή­νει ξαφ­νι­κὲς ἀ­να­λαμ­πὲς χα­ρᾶς, φω­τί­ζουν τὶς γω­νι­ὲς τοῦ φτω­χό­σπι­του. Δὲν κλαί­ει πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ βλέ­πει νὰ κλαῖ­νε. Τὴν πρω­το­χρο­νιὰ οἱ γο­νεῖς καὶ τὸ κο­ρι­τσά­κι ση­κώ­θη­καν στὶς πέν­τε. Τοὺς πῆ­ρε ὥ­ρα καὶ κό­πο πο­λὺ γιὰ νὰ ἑ­τοι­μα­στοῦν. Ἔ­πει­τα ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μη­τέ­ρα κά­θι­σαν ἀ­κί­νη­τοι νὰ πε­ρι­μέ­νουν τὸ ξη­μέ­ρω­μα, ἐ­νῶ ἡ μι­κρού­λα, πε­ρισ­σό­τε­ρο κο­κέ­τα, προ­σπα­θοῦ­σε, μά­ταια­, γιὰ ὥ­ρα, νὰ κρύ­ψει μιὰ με­γά­λη τρύ­πα ποὺ ἔ­πια­νε ὁ­λό­κλη­ρη τὴ μιὰ με­ριὰ τῆς φού­στας της.

        Ἡ παι­δού­λα ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Θὰ ἔ­παιρ­νε τοὺς μπο­να­μά­δες της. Τὴν προ­η­γού­με­νη ὁ πα­τέ­ρας τῆς εἶ­πε: «Αὔ­ριο θὰ γί­νεις ὄ­μορ­φη καὶ θὰ βγοῦ­με στοὺς δρό­μους νὰ εὐ­χη­θοῦ­με ὑ­γεί­α καὶ πλού­τη στοὺς εὐ­τυ­χι­σμέ­νους αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Οἱ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι κα­λοί, καὶ θέ­λουν μιὰ φο­ρὰ τὸ χρό­νο νὰ μπο­ροῦ­με μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α νὰ κά­νου­με ἔκ­κλη­ση στὴν φι­λαν­θρω­πί­α τῶν εὐ­αί­σθη­των ψυ­χῶν. Αὔ­ριο οἱ ὄ­μορ­φες δε­σποι­νι­δοῦ­λες ποὺ ἔ­χουν πολ­λοὺς φί­λους θὰ πά­ρουν δῶ­ρα, με­γά­λες κοῦ­κλες καὶ κα­λα­θά­κια μὲ κα­ρα­μέ­λες. Οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λουν, λοι­πόν, καὶ τὰ φτω­χὰ παι­διὰ σὰν ἐ­σέ­να, ποὺ δὲν ἔ­χουν τὴ χα­ρὰ νὰ ἔ­χουν φί­λους, νὰ μὴ μεί­νουν ὡ­στό­σο μὲ ἄ­δεια τὰ χέ­ρια καὶ τοὺς ἔ­δω­σαν γιὰ φί­λους ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς πε­ρα­στι­κούς, ἐ­πι­τρέ­πον­τάς τους νὰ ἁ­πλώ­νουν τὸ χέ­ρι σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Τὰ νο­μί­σμα­τα τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης τους θὰ γί­νουν τὰ ζα­χα­ρω­τὰ καὶ τὰ παι­χνί­δια σου.»

        Ἡ μι­κρού­λα εἶ­ναι στὸ δρό­μο. Βα­δί­ζει χα­ρού­με­να, μὲ ξαφ­νι­κὲς ντρο­πές, στα­μα­τών­τας στὰ σταυ­ρο­δρό­μια, στοὺς πρό­να­ους τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν, στὶς γέ­φυ­ρες, παν­τοὺ ὅ­που ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι. Ὁ πα­τέ­ρας της καὶ ἡ μη­τέ­ρα της τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν, σο­βα­ροί, χω­ρὶς νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν οἱ ἴ­διοι τὴν δη­μό­σια συμ­πό­νια· μοιά­ζουν σὰν νὰ πη­γαί­νουν ἐ­πί­σκε­ψη στὸ πλῆ­θος καὶ τοῦ συ­στή­νουν τὴν κό­ρη τους.

        Τὸ κο­ρι­τσά­κι στα­μα­τᾶ νέ­ους καὶ γέ­ρους· προ­τι­μᾶ νὰ ἀ­πευ­θύ­νε­ται σ’ αὐ­τοὺς ποὺ κου­βα­λοῦν πα­κέ­τα καὶ τὰ γα­λά­ζια μά­τια της τοὺς λέ­νε χα­ϊ­δευ­τι­κὰ «ἐ­σεῖς ποὺ μό­λις ξο­δέ­ψα­τε ἕ­να λου­δο­βί­κειο(4) γιὰ νὰ προ­σφέ­ρε­τε χα­ρὰ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἀ­δερ­φές σας, δὲν θὰ μοῦ δώ­σε­τε ἕ­να τό­σο δὰ νο­μι­σμα­τά­κι γιὰ νὰ πά­ρω λί­γα ζα­χα­ρω­τά;»

        Πῶς νὰ μὴν ἀ­κού­σεις τὴ σι­ω­πη­λὴ προ­σευ­χὴ τοῦ χα­μό­γε­λού της. Χάλ­κι­να νο­μί­σμα­τα πέ­φτουν κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὸ χέ­ρι της. Μα­ζεύ­ει σολ­δὶ τὸ σολ­δὶ τὰ ζα­χα­ρω­τά της, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, καὶ γεύ­ε­ται ἔ­τσι μέ­χρι τὸ βρά­δυ τὶς χα­ρὲς τῆς μέ­ρας ποὺ μοιά­ζει νὰ μὴν τε­λει­ώ­νει γι’ αὐ­τήν.

        Τὸ βρά­δυ οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν φω­τιὰ καὶ ψω­μί. Ἡ μι­κρή, πε­ρή­φα­νη, με­τρᾶ τοὺς θη­σαυ­ρούς της καὶ μπο­ρεῖ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ νὰ πι­στέ­ψει πὼς ὅ­λη ἡ πό­λη τὴν ἀ­γα­πᾶ.

        Ναί, τὴν 1η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, οἱ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ποὺ γι­νό­μα­στε οἱ νο­νοί, οἱ φί­λοι τῶν μι­κρῶν ζη­τιά­νων. Εἶ­ναι κα­θῆ­κον μας νὰ τοὺς κά­νου­με νὰ ξε­χά­σου­νε τὴ φτώ­χια τους, νὰ τοὺς δώ­σου­με τὴ συμ­πό­νια μας καὶ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση.

        Ἀ­κοῦ­στε με, τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιά, γε­μί­στε τὶς τσέ­πες σας μὲ με­γά­λα νο­μί­σμα­τα… Πη­γαί­νε­τε στὴν πό­λη καὶ μοι­ρά­στε ζα­χα­ρω­τὰ στοὺς φτω­χούς.

        Θὰ γυ­ρί­σε­τε στὰ σπί­τια σας πλού­σιοι ἀ­πὸ τὰ χα­ρού­με­να βλέμ­μα­τα, τὰ κα­λὰ λό­για. Θὰ αἰ­σθαν­θεῖ­τε μέ­σα σας ὅ­λη τὴ χα­ρὰ αὐ­τῶν τῶν χλω­μῶν παι­δι­ῶν ποὺ τὰ κά­να­τε νὰ χα­μο­γε­λά­σουν καί, μὲ τὴ σει­ρά σας, θὰ φι­λή­σε­τε τρυ­φε­ρό­τε­ρα τὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­να παι­διὰ ποὺ ἁ­πλώ­νουν κι αὐ­τὰ ἐ­πί­σης τὰ χέ­ρια, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ ντρέ­πον­ται, γιὰ νὰ πά­ρουν τὰ παι­χνί­δια τῶν εἴ­κο­σι πέν­τε φράγ­κων!

 

 

     (1) Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τῆς γαλ­λι­κῆς ἔκ­δο­σης: Αὐ­τὴ ἡ συγ­κι­νη­τι­κὴ σκι­α­γρά­φη­ση τῆς φτώ­χιας μέ­σα στὴν πό­λη, ποὺ προ­ε­τοι­μά­ζει γιὰ τὶς με­γά­λες συν­θέ­σεις, ὅ­πως τὸ L’ Assommoir καὶ τὰ κα­το­πι­νό­τε­ρα με­γά­λα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐμ­φα­νί­στηκε μὲ τὸν ἁ­πλὸ τίτ­λο «Χρο­νι­κό» στὴν Le Petit Journal, στὶς 26 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1865. Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη συμ­βο­λὴ τοῦ Ζο­λᾶ σ’ αὐ­τὴ τὴ λα­ϊ­κὴ καὶ ἀ­πο­λί­τι­κη ἐ­φη­με­ρί­δα με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρί­ας, στὴν ὁ­ποί­α θὰ δώ­σει συ­νο­λι­κὰ ἐν­νέ­α κεί­με­να.

    (2) Ση­μεί­ω­ση τῆς με­τα­φρά­στριας: Τὸ ἕ­κτο πά­τω­μα τῶν πα­ρι­σι­νῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν ἀ­πο­τε­λεῖ­το συ­νή­θως ἀ­πὸ μι­κρὰ δω­μα­τιά­κια, ποὺ ἦ­ταν τὰ δω­μά­τια τῶν ὑ­πη­ρε­τρι­ῶν. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε καὶ μέ­χρι σή­με­ρα, ποὺ νοι­κι­ά­ζον­ται ὡς φοι­τη­τι­κὴ στέ­γη ἢ σὲ φτω­χοὺς με­τα­νά­στες, ἡ ἔκ­φρα­ση: «Μέ­νω σὲ chamber de bonne», ποὺ ση­μαί­νει κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ «μέ­νω στὸν 6ο ὄ­ρο­φο» (χω­ρὶς ἀ­σαν­σέρ) σὲ σο­φί­τα ἢ σὲ μι­κρὸ δω­μά­τιο καὶ συ­νή­θως μὲ κοι­νὴ του­α­λέ­τα.

    (3) Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τῆς γαλ­λι­κῆς ἔκ­δο­σης: Τὰ με­γά­λα ἔρ­γα ποὺ ἔ­κα­νε τὸ 1852 στὴν πό­λη ὁ νο­μάρ­χης Ὀ­σμάν, ἄλ­λα­ξαν ρι­ζι­κὰ τὴν ὄ­ψη τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Ὁ ἀ­στι­κὸς ἱ­στὸς ὑ­πέ­στη ἀ­να­κα­τα­τά­ξεις, τὰ ἐ­νοί­κια αὐ­ξή­θη­καν καὶ τὰ φτω­χό­τε­ρα στρώ­μα­τα ὑ­πο­χρε­ώ­θη­καν νὰ με­τοι­κή­σουν στὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῆς πρω­τεύ­ου­σας καὶ συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα νη­σά­κια.

    (4) Ση­μεί­ω­ση τῆς με­τα­φρά­στριας: Τὰ λου­δο­βί­κεια (louis) ὅ­πως καὶ τά σοὺ (sous) ποὺ γρά­φει πα­ρα­κά­τω ἦ­ταν πα­λι­ό­τε­ρα γαλ­λι­κὰ νο­μί­σμα­τα ποὺ ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­καν στα­δια­κὰ ἀ­πὸ τὸ φράγ­κο (franc).

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Δι­η­γή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες, 1864-1874 (Contes et nou­vel­les, 1864-1874), ἐ­πι­λο­γὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις, βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Ζο­λᾶ, χρο­νο­λό­γιο τῶν δι­η­γη­μά­των καὶ νου­βε­λῶν καὶ βι­βλι­ο­γρα­φί­α: Fr. -Mar. Mourad, ἔκδ. Gallimard, Flammarion, Πα­ρί­σι, 2008) * Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Le Petit Journal, 26 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1865.

 

Émile Zola (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας, θε­ω­ρεῖται ὁ πα­τέ­ρας τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ. Με­ταξὺ ἄλλων συ­νέ­γρα­ψε καὶ μιὰ σειρὰ ἀπὸ εἴκο­σι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὑπὸ τὸν τί­τλο Les Rougon-Macquart. Histoires naturelles et so­ciale d’ une famille sous le Second Empire (Ρου­γκὸν–Μακάρ. Φυ­σικὴ καὶ κοινω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας ὑπὸ τὴν Β’ Αὐτο­κρα­το­ρί­α).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.