Robert Walser: Ὁ χορευτής

 

 

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)

 

Ὁ χο­ρευ­τής

(Der Tänzer)

 

ΙΔΑ ΚΑΠΟΤΕ ἕ­ναν χο­ρευ­τὴ ποὺ προ­ξέ­νη­σε σ’ ἐ­μέ­να, ἀλ­λὰ καὶ σὲ πολ­λὰ ἄλ­λα ἄ­το­μα ποὺ ἐ­πί­σης τὸν εἶ­δαν, τὴν ἴ­δια βα­θιὰ ἐν­τύ­πω­ση. Γνώ­ρι­ζε τό­σο λί­γο τὴ βα­ρύ­τη­τα καὶ βά­δι­ζε μὲ τέ­τοι­α ἐ­λα­φρά­δα στὸ ἔ­δα­φος ποὺ λὲς καὶ τὸ χλεύ­α­ζε μὲ τὰ πό­δια του. Εὐ­φρό­συ­νη μου­σι­κὴ συ­νό­δευ­ε τὸ χο­ρό του, καὶ ὅ­λοι ἐ­μεῖς ποὺ βρι­σκό­μα­σταν στὸ θέ­α­τρο, σκε­φτό­μα­σταν τί ἀ­πὸ τὰ δύ­ο θὰ μπο­ροῦ­σε ἄ­ρα­γε νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡ­ραι­ό­τε­ρο καὶ θελ­κτι­κό­τε­ρο: οἱ ἐ­πι­πό­λαι­οι τερ­πνοὶ ἦ­χοι ἢ τὸ παι­χνί­δι τῶν πο­δι­ῶν τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου, ὡ­ραί­ου χο­ρευ­τῆ. Πη­δοῦ­σε σὰν φρό­νι­μο, γυ­μνα­σμέ­νο, κα­λο­α­να­θρεμ­μέ­νο σκυ­λά­κι πού, ἐ­νῶ χο­ρο­πη­δά­ει ζω­η­ρὰ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, ἐ­γεί­ρει συγ­κί­νη­ση καὶ συμ­πά­θεια. Ἔ­τρε­χε πά­νω στὴ σκη­νὴ ὅ­πως ἡ νυ­φί­τσα στὸ δά­σος, καὶ σὰν τὸν ἀ­χα­λί­νω­το ἄ­νε­μο, ἐμ­φα­νι­ζό­ταν κι ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν. – Κα­νεὶς ἀ­πὸ ὅ­λους ὅ­σοι βρί­σκον­ταν στὸ θέ­α­τρο δὲν φαι­νό­ταν νὰ εἶ­χε πο­τέ του δεῖ ἢ δι­α­νο­η­θεῖ πα­ρό­μοι­α εὐ­θυ­μί­α. Ὁ χο­ρὸς ἐ­πε­νερ­γοῦ­σε σὰν πα­ρα­μύ­θι ἀ­πὸ τὸν πα­λιὸ ἀ­θῶ­ο και­ρὸ ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι, γε­μά­τοι δύ­να­μη καὶ ὑ­γεί­α, ἦ­ταν παι­διὰ ποὺ ἔ­παι­ζαν με­τα­ξύ τους μὲ ἡ­γε­μο­νι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α. Ὁ ἴ­διος ὁ χο­ρευ­τὴς δροῦ­σε σὰν παι­δὶ θαῦ­μα ἀ­πὸ ὑ­πέ­ρο­χες πε­ρι­ο­χές. Σὰν ἄγ­γε­λος ἔ­σκι­ζε πε­τών­τας τὸν ἀ­έ­ρα, τὸν ὁ­ποῖο ἔ­μοια­ζε νὰ ἀ­ση­μώ­νει, νὰ χρυ­σώ­νει καὶ νὰ δο­ξά­ζει μὲ τὸ κάλ­λος του. Ἦ­ταν σὰν ὁ ἀ­έ­ρας ν’ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν ἐ­κλε­κτό του, τὸν θε­ϊ­κὸ χο­ρευ­τή. Ὅ­ταν κα­τέ­βαι­νε ἀ­πὸ ψη­λά, αὐ­τὸ ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο πέ­ταγ­μα πα­ρὰ πτώ­ση, πα­ρό­μοι­ο μὲ τὸ πέ­ταγ­μα ἑ­νὸς με­γά­λου που­λιοῦ ποὺ δὲν γί­νε­ται νὰ πέ­σει· καὶ μό­λις ἄγ­γι­ζε καὶ πά­λι ἀ­νά­λα­φρα τὸ ἔ­δα­φος μὲ τὰ πό­δια του, ξα­νάρ­χι­ζε ἀ­μέ­σως και­νούρ­για πα­ρά­τολ­μα βή­μα­τα καὶ ἅλ­μα­τα, λὲς καὶ τοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ στα­μα­τή­σει νὰ χο­ρεύ­ει καὶ νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται, λὲς καὶ ἤ­θε­λε, ὄ­φει­λε κι ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ χο­ρεύ­ει ἀ­δι­ά­κο­πα. Ἐ­νῶ χό­ρευ­ε, προ­ξε­νοῦ­σε τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση ποὺ ἕ­νας νε­α­ρὸς χο­ρευ­τὴς εἶ­ναι ἱ­κα­νός νὰ προ­ξε­νή­σει, δη­λα­δὴ τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ὅ­ταν χο­ρεύ­ει. Ἦ­ταν τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἄ­σκη­ση τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός του. Στὴν πε­ρί­πτω­σή του, ἡ συ­νή­θης κα­θη­με­ρι­νὴ ἐρ­γα­σί­α ἔ­κα­νε κά­ποι­ον ἐ­πι­τέ­λους τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νο – ὅ­μως ὁ χο­ρὸς δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­α ἡ ἐρ­γα­σί­α ἤ, ἐ­φό­σον ἦ­ταν, τὴ δι­εκ­πε­ραί­ω­νε παί­ζον­τας, λὲς κι ἀ­στει­ευ­ό­ταν καὶ χα­ρι­εν­τι­ζό­ταν μὲ τὶς δυ­σκο­λί­ες, καὶ σὰν νὰ ἀ­σπα­ζό­ταν τὰ ἐμ­πό­δια μὲ τέ­τοι­ον τρό­πο ποὺ κι αὐ­τὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σουν καὶ νὰ τὸν ἀ­σπα­στοῦν μὲ τὴ σει­ρά τους. Ἔ­μοια­ζε μὲ ἱ­λα­ρὸ καὶ πέ­ρα ὣς πέ­ρα χα­ρι­σμα­τι­κὸ βα­σι­λό­που­λο τοῦ χρυ­σοῦ αἰ­ώ­να, κι ὅ­σοι τὸν ἔ­βλε­παν ξε­χνοῦ­σαν ἔ­γνοι­ες καὶ στε­νο­χώ­ρι­ες, καὶ κά­θε ἄ­σχη­μη σκέ­ψη τους ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν. Πα­ρα­κο­λου­θών­τας τον, τὸν εἶ­χες ἤ­δη ἀ­γα­πή­σει καὶ λα­τρέ­ψει καὶ θαυ­μά­σει. Βλέ­πον­τάς τον νὰ ἀ­σκεῖ τὴν τέ­χνη του, κα­τα­γο­η­τευ­ό­σουν ἀ­π’ αὐ­τόν. Ὅ­ποι­ος τὸν εἶ­χε δεῖ, τὸν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ τὸν ὀ­νει­ρο­πο­λοῦ­σε γιὰ πο­λὺν και­ρὸ με­τά.

 

 

Πη­γή: D­i­c­h­t­u­n­g­en in P­r­o­sa I (A­u­f­s­ä­t­ze. K­l­e­i­ne D­i­c­h­t­u­n­g­en). Hrsg. v. C­a­rl Se­elig. H­o­l­le V­e­r­l­ag, G­e­nf-D­a­r­m­s­t­a­dt, 1953 * Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: K­l­e­i­ne D­i­c­h­t­u­n­g­en, K­u­rt W­o­l­ff V­e­r­l­ag, L­e­i­p­z­ig, 1914.

 

R­o­b­e­rt W­a­l­s­er (15 Ἀ­πρι­λί­ου 1878 στὸ Μπὶλ [B­i­el] τῆς Δυ­τι­κῆς Ἐλ­βε­τί­ας-25 Δε­κεμ­βρί­ου 1956 στὸ Χε­ρι­ζά­ου [H­e­r­i­s­au] τῆς βο­ρει­ο­α­να­το­λι­κῆς Ἐλ­βε­τί­ας). Δι­α­κρί­θη­κε ὡς γερ­μα­νό­φω­νος πε­ζο­γρά­φος.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Φοῖ­βος Ι. Πι­ομ­πῖ­νος (Ἀ­θή­να, 1945). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κά.

 

Advertisements