Ντου­μί­τρου Τσε­πε­νιάγκ (Dumitru Ţepeneag): Ἕ­να χω­ρι­ου­δά­κι

 

 

Ντου­μί­τρου Τσε­πε­νιάγκ (Dumitru Ţepeneag)

 

Ἕ­να χω­ρι­ου­δά­κι

(Un Tirguşor)

 

Α ΣΠΙΤΙΑ δὲν ἔ­χουν πόρ­τα. Δὲν ἔ­χουν πα­ρὰ μο­νά­χα ἕ­να πα­ρα­θύ­ρι κι ἐ­κεῖ­νο μι­κρὸ καὶ στρα­βο­το­πο­θε­τη­μέ­νο. Σπί­τια σὰν τῶν πι­θή­κων, μὲ σκε­πές, κόκ­κι­νες λαμ­πε­ρὲς ἀ­πὸ κε­ρα­μί­δια καὶ κε­ρα­μό­πλα­κες. Στὰ σο­κά­κια, ἢ κα­λύ­τε­ρα στὰ πε­ρά­σμα­τα ἀ­νά­με­σα στὰ σπί­τια, πά­νω σὲ τεν­τω­μέ­να σκοι­νιὰ ἀ­πὸ τὴν μιὰ ἀσ­δρέ­χα στὴν ἄλ­λη – κά­θε εἴ­δους ροῦ­χα, ὅ­λων τῶν χρω­μά­των. Ἐ­νῶ στὴν πλα­τεί­α, μο­νά­χα με­γά­λα, κα­τά­λευ­κα σεν­τό­νια ἁ­πλω­μέ­να. Κά­τω, τὸ χῶ­μα ἀμ­μῶ­δες, κί­τρι­νο. Τὰ πρω­ι­νὰ εἶ­ναι γα­λά­ζια καὶ δρο­σε­ρά. Ὁ ἄ­νε­μος πνέ­ει ἐ­λα­φρὸς ὅ­λη τὴ μέ­ρα, φου­σκώ­νον­τας τὰ σεν­τό­νια τῆς πλα­τεί­ας σὰν τὰ πα­νιὰ τῶν κα­ρα­βι­ῶν.

       Ὅ­λα τὰ σπί­τια ἔ­χουν τὴν ἴ­δια πρό­σο­ψη, τὴν ἴ­δια κα­τα­σκευ­ή. Τὸ ἴ­διο καὶ οἱ κά­τοι­κοι – λε­πτοὶ καὶ χα­ρού­με­νοι! Ζών­τας ἀ­νά­με­σα στὰ ροῦ­χα, εἶ­ναι κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι νὰ γέρ­νουν πάν­τα, τὸ μπό­ι τους μι­κραί­νει στα­δια­κά σὲ κά­θε ἑ­πό­με­νη γε­νιά. Ἀ­πὸ τὴν πα­λιὰ ὄ­ψη δι­α­τή­ρη­σαν πο­λὺ λί­γα. Οἱ στρογ­γυ­λὲς κορ­φές τους, καρ­φω­μέ­νες στὸ στῆ­θος, λαι­μὸ δὲν ἔ­χουν πιά, τὰ πό­δια τους ἔ­χουν καμ­πυ­λω­θεῖ πλή­ρως. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ τοὺς ἔ­χει μεί­νει ἡ κομ­ψό­της τῶν ἐν­δυ­μά­των καὶ —πράγ­μα ἀ­πί­στευ­το— τὰ φτε­ρά. Κά­τι μι­κρὰ φτε­ρὰ στοὺς ἀ­στρα­γά­λους.

 

 

Πη­γή: Dumitru Tepeneag, Frig [Κρῦ­ο], Editura pentru Literatură 1967, σελ. 56.

 

Ντου­μί­τρου Τσε­πε­νιάγκ (Dumitru Ţepeneag) (Βου­κου­ρέ­στι, 14 Φε­βρου­α­ρί­ου 1937). Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Βου­κου­ρε­στί­ου χω­ρὶς νὰ τὴν τε­λει­ώ­σει. Στὴν συ­νέ­χεια σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στὴν Λο­γο­τε­χνί­α. Ὑ­πῆρ­ξε ση­μαῖ­νον στέ­λε­χος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ ρου­μα­νι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κι­νή­μα­τος τοῦ «Αἰ­σθη­τι­κοῦ Ὀ­νει­ρι­σμοῦ» (1966) καὶ συ­νι­δρυ­τής του μα­ζὶ μὲ τοὺς Leonid Dimov, Vintilă Ivănceanu, Virgil Mazilescu, Daniel Turcea, Iulian Neaşcu, Emil Brumaru, Sorin Titel, Florin Gabrea si Virgil Tănase. Τὸ 1971 με­τὰ τὴν ἔκ­δο­ση τῶν θέ­σε­ων τῆς Ὁ­μά­δας ὑ­πὸ τὸν τί­τλο «Tezele din iulie» («Οἱ θέ­σεις τοῦ Ἰ­ου­λί­ου») ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ἐκ­πα­τρι­στεῖ στὴν Γαλ­λί­α ἡ ὁ­ποί­α γί­νε­ται δεύ­τε­ρη πα­τρί­δα του. Τὸ 1975 τοῦ ἀ­φαι­ρέ­θη­κε ἡ ρου­μα­νι­κὴ ἰ­θα­γέ­νεια ἀ­πὸ τὸ κομ­μου­νι­στι­κὸ κα­θε­στὼς Τσα­ου­σέ­σκου. Με­τὰ τὴν πτώ­ση τοῦ κομ­μου­νι­σμοῦ μοι­ρά­ζε­ται τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὸ Πα­ρί­σι καὶ στὸ Βου­κου­ρέ­στι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ στὰ ρου­μα­νι­κὰ Alain Robbe-Grillet, Pinget, δο­κι­μι­ο­γρά­φους ὅ­πως ὁ Albert Béguin καὶ φι­λο­σό­φους ὅ­πως ὁ Jacpues Derrida, ὁ Alexandre Kojève κ.ἄ., ἐ­νῶ ἀ­πὸ τὴν ρου­μα­νι­κὴ στὴν γαλ­λι­κὴ τοὺς Leonid Dimov, Daniel Turcea, Ion Mureşan, Marta Petreu, Emil Brumaru καὶ Mircea Ivănescu. Στὴν Γαλ­λία ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Pigeon vole, μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Ed Pastenague.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρου­μα­νι­κά:

Δη­μή­τρης Κα­νελ­λό­που­λος (Νε­μού­τα Ἠ­λεί­ας, 1954). Ἐκ­πα­τρί­στη­κε τὸ 1958, ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴν Ἀ­θή­να, ὡς ἐ­σω­τε­ρι­κὸς με­τα­νά­στης. Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α-Φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Babes–Bolyai τοῦ Cluj Napoca τῆς Ρου­μα­νί­ας καὶ Ἱ­στο­ρί­α-Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος δι­ά­φο­ρων ἐκ­δο­τι­κῶν οἴ­κων καὶ ὡς Φι­λό­λο­γος στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των Ὁ­μί­χλη πέ­τρι­νη (Ἠ­ρι­δα­νός, 1986) Σκυ­θι­κὲς Ἐ­ρη­μί­ες (Κο­λω­νός, 1996), Σι­γὴ Ἀ­συρ­μά­του (Κο­λω­νός, 2005) καὶ Κλί­νη Σπό­ρου, Κα­λὴ (Ὀ­ρο­πέ­διο, 2010). Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ Ρου­μα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πο­λι­ορ­κί­α, τεῦ­χος 16, Ἀ­πρί­λιος 1982. Τὸ 1984, ὀρ­γά­νω­σε καὶ πα­ρου­σί­α­σε στὸ ρου­μα­νι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό τὴν ἀν­θο­λο­γί­α νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ποί­η­σης μὲ τὸ τί­τλο 42 Poeti Grecii Contemporani (42 Σύγ­χρο­νοι Ἕλ­λη­νες Ποι­η­τές). Τὸ 1996 ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ θέ­μα τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον τεῦ­χος 24, τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ρου­μά­νο ποι­η­τὴ Anatol Baconsky. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­πὸ τὸ 2006 ἐκ­δί­δει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ὀ­ρο­πέ­διο.

 

Advertisements

Ντουμίτρου Τσεπενιάγκ (Dumitru Ţepeneag): Τὸ νεκρὸ ψάρι

 

 

 

Ντου­μί­τρου Τσε­πε­νιάγκ (Dumitru Ţepeneag)

 

Τὸ Νε­κρὸ Ψά­ρι

(Peşte Mort)

 

ΜΟΥΝ ΚΙ ΕΓΩ ΕΚΕΙ, στὴν πρό­σο­ψη τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου, μα­ζὶ μὲ τὸ τσοῦρ­μο τῶν πε­ρί­ερ­γων ποὺ συ­νω­στί­ζον­ταν νὰ ἰ­δοῦν τὰ ψά­ρια πά­νω στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Ἀλ­λη­λο­σπρω­χνό­με­νος, ἀ­κρο­πα­τοῦ­σα μὰ δὲν ἀ­πο­φά­σι­ζα ν’ ἀ­πο­χω­ρή­σω. Στὸ πλά­ι ὁ σω­ρὸς με­γά­λω­νε, τὸν ἐ­νί­σχυ­ε μί­α χον­τρὴ κυ­ρά­τσα, μὲ μιὰ φω­νὴ ἀ­κο­νι­σμέ­νη, ἀ­γα­να­χτι­σμέ­νη.

       — Τί πε­ρί­ερ­γοι ἄν­θρω­ποι! Τί πε­ρί­ερ­γοι ἄν­θρω­ποι!

       Ἦ­ταν νω­ρίς, τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο ἦ­ταν κλει­στό. Στὴν στο­ὰ ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε στὸ μα­γε­ρει­ό – τρεῖς κο­λῶ­νες πά­γου το­πο­θε­τη­μέ­νες ἡ μιὰ πά­νω στὴν ἄλ­λη καὶ λί­γα λου­λού­δια σκορ­πι­σμέ­να. Στὸ πλά­ι, τὸ ψά­ρι.

       — Ἕ­να νε­κρὸ ψά­ρι, αὐ­τὸ εἶ­ν’ ὅ­λο, ἔ­λε­γε ἡ γυ­ναί­κα ποὺ πλη­σι­ά­ζον­τας πλά­ϊ μου μ’ ἔ­πια­σε προ­στα­τευ­τι­κὰ ἀ­π’ τὸ χέ­ρι. Ἡ πα­λά­μη της ἦ­ταν ζε­στή, ἱ­δρω­μέ­νη. Ἡ ἀ­κο­νι­σμέ­νη φω­νή της, μοῦ τρυ­ποῦ­σε τὸ τύμ­πα­νο.

       Τὸ γυ­ά­λι­νο μά­τι τοῦ ψα­ριοῦ κοι­τοῦ­σε μὲ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα πέ­ρα ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Τὰ λέ­πια του ἔ­μοια­ζαν μὲ πρά­σι­να νύ­χια ποὺ ἔ­φερ­ναν πρὸς τὸ γα­λά­ζιο στὶς ἄ­κρι­ές τους. Κεί­τον­ταν τὸ μι­σὸ στὴ στο­ά, ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ὁ πά­γος, καὶ τὸ ἄλ­λο μι­σὸ πά­νω στὴν ὑ­γρὴ ἄ­σφαλ­το τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου, μὲ τὸ κε­φά­λι γερ­μέ­νο στὸ ρεῖ­θρο.

       — Ἕ­να ψά­ρι στὸ πε­ζο­δρό­μιο;

       — Εἶ­ναι φερ­μέ­νο γιὰ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο…

       — Τό­σο με­γά­λο ;

       Ἕ­νας ἄν­τρας ψη­λὸς σὰν σκουμ­πρί, μ’ ἕ­ναν γα­λά­ζιο χαρ­το­φύ­λα­κα στὴν μα­σχά­λη, ἔ­κα­νε χῶ­ρο νὰ βγοῦν. Κοί­τα­ζε ἔκ­πλη­κτος πρὸς ἐ­μέ­να καὶ μ’ ἀ­πει­λοῦ­σε μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Εἶ­χαν ἀ­πέλ­θει ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι.

       — Ἕ­να ψά­ρι…

       Ἀ­να­σή­κω­σα τοὺς ὤ­μους. Ἡ γυ­ναί­κα στὸ πλά­ι μου πα­ρέ­με­νε ἀ­νερ­μή­νευ­τη. Σὰν νὰ ἦ­ταν ἀ­ναρ­τη­μέ­νη ἐ­κεῖ ὅ­πως στὶς ἐκ­θέ­σει­ς· κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι ἐ­πι­τι­μη­τι­κά. Κι αὐ­τὸ τὴν δι­α­σκέ­δα­ζε.

       — Νὰ τὸ κρε­μά­σεις στὸ τσιγ­κέ­λι ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι, ὅ­πως κρε­μοῦν τὸ μο­σχα­ρά­κι… ἀ­κό­μη κι ὅ­λοι οἱ κα­λε­σμέ­νοι ἑ­νὸς γά­μου μπο­ροῦν νὰ χορ­τά­σουν μ’ αὐ­τὸ!

       — Εἶ­ναι χον­τρομ­πα­λάς, χον­τρομ­πα­λάς, ἔ­λε­γε ἕ­νας κι ἄρ­χι­σε νὰ μὲ χα­ϊ­δεύ­ει στὸ κε­φά­λι. Κα­λὴ κι ἡ κα­βου­ρό­σου­πα!

       Κα­λαμ­πού­ρι­ζαν, χα­χά­νι­ζαν, με­ρι­κοὶ γουρ­γού­ρι­ζαν ὀ­ρε­ξά­τοι. Ἦ­ταν πρω­ι­νὸ ἐν πλή­ρῃ λει­τουρ­γί­ᾳ, ὁ ἥ­λιος ἔ­μελ­λε ν’ ἀ­ναρ­ρι­χη­θεῖ. Δὲν μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­πο­φα­σί­σω τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή μου. Τὸ ψά­ρι πε­θα­μέ­νο, φάν­τα­ζε με­γα­λύ­τε­ρο, πιὸ μα­κρύ. Σὰν ἄν­θρω­πος! Μὲ κοι­λιὰ γα­λα­ζω­πὴ ποὺ βαθ­μια­ῖα με­λά­νια­ζε. Τὰ λέ­πια του δὲν ἔ­λαμ­παν πιά, ἀλ­λὰ ἄ­χνι­ζαν. Τὸ μά­τι του πά­ραυ­τα πα­ρέ­με­νε γυ­α­λι­στε­ρό. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­φευ­γαν. Ἡ κυ­ρά­τσα μὲ φω­νὴ σάλ­πιγ­γος μ’ ἔ­βα­λε πό­στα:

       — Τί κοι­τᾶς μ’ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα ; Δὲν ἔ­χεις δου­λειά; Τέ­τοιαν ὥ­ρα ἐ­σὺ δὲν θα ’­πρε­πε νὰ εἶ­σαι στὸ σχο­λεῖ­ο; Ἕ­να ψά­ρι πε­θα­μέ­νο εἶ­ναι, τί δι­ά­ο­λο τὸ κοι­τᾶς συ­νέ­χεια μὲ μά­τια γουρ­λω­μέ­να;

       Ὅ­λος ὁ κό­σμος τῆς ἔ­δι­νε δί­κιο. Κου­νι­οῦν­ταν οἱ τρί­χες τῶν μαλ­λι­ῶν της μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὰ κά­τω, κα­τερ­χό­με­νες κι αὐ­τὲς κα­τα­φα­τι­κά. Τὸ ἴ­διο καὶ ἡ ἀγ­κα­λιά της. Τὴν πά­τη­σα. Στὴ γω­νί­α ὅ­μως, στα­μά­τη­σα, εἶ­χα ξε­χά­σει νὰ ἰ­δῶ ἂν ἡ γυ­ναί­κα ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ καὶ γύ­ρι­σα. Ἐ­λά­χι­στοι εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει. Ἕ­νας γέ­ρος καμ­πού­ρης, μ’ ἕ­ναν τσίγ­κο στὸ χέ­ρι, κι ἀ­κό­μη δυ­ὸ-τρεῖς. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­φευ­γαν βι­α­στι­κοὶ γιὰ τὴν δου­λειά τους, ἀ­ραι­ὰ καὶ πού, ὅ­μως, ὅ­λο καὶ στα­μα­τοῦ­σε κά­ποι­ος. Τὸ πα­ρα­τη­ροῦ­σαν μὲ ἀ­πό­λαυ­ση ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση, στὰ πε­τα­χτά. Στη­ρί­χτη­κα στὴν βι­τρί­να τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου καὶ ξε­χά­στη­κα κοι­τών­τας μὲς στὸ μά­τι του, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν μοῦ ἔ­λε­γε τί­πο­τα πιά. Ὅ­λα τὰ μά­τια τῶν ψα­ρι­ῶν εἶ­ναι ἴ­δια. Δὲν τολ­μοῦ­σα νὰ τ’ ἀγ­γί­ξω. Καὶ δὲν ξέ­ρω ἂν ἦ­ταν αὐ­τό, δὲν ἤ­θε­λα νά ’­ναι αὐ­τό, τὸ ψά­ρι ποὺ ἐρ­χό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο σὰν ἤ­μουν μό­νος. Τό­τε τὰ λέ­πια του ἄ­στρα­φταν σὰν χάν­τρες ἀ­μέ­θυ­στου. Κολ­λοῦ­σε στὸ τζά­μι τὸ ἐ­ξαί­σιο ρύγ­χος του, μὲ τὰ χον­τρά του μά­γου­λα καὶ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ μα­ζί μου, μέ­χρι νὰ ση­κω­θεῖ τὸ φεγ­γά­ρι πά­νω ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ πέ­ρα, πά­νω ἀ­π’ τὸ δρό­μο. Ὅ­ταν ἤ­μουν θλιμ­μέ­νος, χό­ρευ­ε μπρο­στὰ στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου μου, στὸ γα­λά­ζιο φῶς τοῦ φα­να­ριοῦ. Κά­τι σὰν τὸν χο­ρὸ τοῦ Κα­ραγ­κι­ό­ζη δη­λα­δή, κα­θὼς ἦ­ταν δυ­σκί­νη­το καὶ συ­χνὰ ἔ­χα­νε τὸν ρυθ­μὸ στὴν προ­σπά­θειά του νὰ φτά­σει ὣς ἐ­κεῖ πά­νω μὲ τὴ κοι­λιά του, χτυ­πών­τας τὴν οὐ­ρά του στὸν στύ­λο, πό­τε-πό­τε ἔ­πε­φτε μὲ τὸ ρύγ­χος πρὸς τὸ πε­ζο­δρό­μιο, ἀλ­λὰ μὲ τὸν και­ρό ἀ­να­κα­τευ­θυ­νό­ταν, καὶ μοῦ γι­νό­ταν ἀ­γα­πη­τό, καὶ γε­λοῦ­σα μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτὸ μέ­χρι τ’ αὐ­τιὰ μὲ τὰ κα­μώ­μα­τά του. Δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τὸ τὸ ψά­ρι, ἦ­ταν τὸ νε­κρὸ ψά­ρι. Λί­γο και­ρὸ με­τά, με­τα­κό­μι­σα μὲ τοὺς γο­νεῖς μου σὲ ἄλ­λη συ­νοι­κί­α, σὲ μιὰ με­γά­λη πο­λυ­κα­τοι­κί­α ὅ­που εἴ­χα­με καὶ μπαλ­κό­νι. Καὶ μ’ ἄ­ρε­σε νὰ βγαί­νω στὸ μπαλ­κό­νι, νὰ βλέ­πω τὰ φῶ­τα τῆς πό­λης, τὰ μι­κρὰ αὐ­τά χρυ­σὰ ψα­ρά­κια.

       Κα­τό­πιν ἔ­φτα­σα στὸ σχο­λεῖ­ο καὶ μπῆ­κα μέ­σα.

 

 

Πη­γή: Dumitru Tepeneag, Exercitii [­σκή­σεις], Editura pentru Literatură 1966, σελ. 40.

 

Ντου­μί­τρου Τσε­πε­νιάγκ (Dumitru Ţepeneag) (Βου­κου­ρέ­στι, 14 Φε­βρου­α­ρί­ου 1937). Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Βου­κου­ρε­στί­ου χω­ρὶς νὰ τὴν τε­λει­ώ­σει. Στὴν συ­νέ­χεια σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε στὴν Λο­γο­τε­χνί­α. Ὑ­πῆρ­ξε ση­μαῖ­νον στέ­λε­χος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ ρου­μα­νι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ κι­νή­μα­τος τοῦ «Αἰ­σθη­τι­κοῦ Ὀ­νει­ρι­σμοῦ» (1966) καὶ συ­νι­δρυ­τής του μα­ζὶ μὲ τοὺς Leonid Dimov, Vintilă Ivănceanu, Virgil Mazilescu, Daniel Turcea, Iulian Neaşcu, Emil Brumaru, Sorin Titel, Florin Gabrea si Virgil Tănase. Τὸ 1971 με­τὰ τὴν ἔκ­δο­ση τῶν θέ­σε­ων τῆς Ὁ­μά­δας ὑ­πὸ τὸν τί­τλο «Tezele din iulie» («Οἱ θέ­σεις τοῦ Ἰ­ου­λί­ου») ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ἐκ­πα­τρι­στεῖ στὴν Γαλ­λί­α ἡ ὁ­ποί­α γί­νε­ται δεύ­τε­ρη πα­τρί­δα του. Τὸ 1975 τοῦ ἀ­φαι­ρέ­θη­κε ἡ ρου­μα­νι­κὴ ἰ­θα­γέ­νεια ἀ­πὸ τὸ κομ­μου­νι­στι­κὸ κα­θε­στὼς Τσα­ου­σέ­σκου. Με­τὰ τὴν πτώ­ση τοῦ κομ­μου­νι­σμοῦ μοι­ρά­ζε­ται τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὸ Πα­ρί­σι καὶ στὸ Βου­κου­ρέ­στι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ στὰ ρου­μα­νι­κὰ Alain Robbe-Grillet, Pinget, δο­κι­μι­ο­γρά­φους ὅ­πως ὁ Albert Béguin καὶ φι­λο­σό­φους ὅ­πως ὁ Jacpues Derrida, ὁ Alexandre Kojève κ.ἄ., ἐ­νῶ ἀ­πὸ τὴν ρου­μα­νι­κὴ στὴν γαλ­λι­κὴ τοὺς Leonid Dimov, Daniel Turcea, Ion Mureşan, Marta Petreu, Emil Brumaru καὶ Mircea Ivănescu. Στὴν Γαλ­λία ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Pigeon vole, μὲ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Ed Pastenague.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ρου­μα­νι­κά:

Δη­μή­τρης Κα­νελ­λό­που­λος (Νε­μού­τα Ἠ­λεί­ας, 1954). Ἐκ­πα­τρί­στη­κε τὸ 1958, ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴν Ἀ­θή­να, ὡς ἐ­σω­τε­ρι­κὸς με­τα­νά­στης. Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α-Φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Babes–Bolyai τοῦ Cluj Napoca τῆς Ρου­μα­νί­ας καὶ Ἱ­στο­ρί­α-Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος δι­ά­φο­ρων ἐκ­δο­τι­κῶν οἴ­κων καὶ ὡς Φι­λό­λο­γος στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς ποι­η­μά­των Ὁ­μί­χλη πέ­τρι­νη (Ἠ­ρι­δα­νός, 1986) Σκυ­θι­κὲς Ἐ­ρη­μί­ες (Κο­λω­νός, 1996), Σι­γὴ Ἀ­συρ­μά­του (Κο­λω­νός, 2005) καὶ Κλί­νη Σπό­ρου, Κα­λὴ (Ὀ­ρο­πέ­διο, 2010). Ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὴ Ρου­μα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πο­λι­ορ­κί­α, τεῦ­χος 16, Ἀ­πρί­λιος 1982. Τὸ 1984, ὀρ­γά­νω­σε καὶ πα­ρου­σί­α­σε στὸ ρου­μα­νι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό τὴν ἀν­θο­λο­γί­α νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς ποί­η­σης μὲ τὸ τί­τλο 42 Poeti Grecii Contemporani (42 Σύγ­χρο­νοι Ἕλ­λη­νες Ποι­η­τές). Τὸ 1996 ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ θέ­μα τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον τεῦ­χος 24, τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ρου­μά­νο ποι­η­τὴ Anatol Baconsky. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­πὸ τὸ 2006 ἐκ­δί­δει τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ὀ­ρο­πέ­διο.

 

Εἰκόνα: Paul Klee, Γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ψά­ρι, 1926. Λά­δι καὶ τέμ­πε­ρα σὲ καμ­βὰ το­πο­θε­τη­μέ­νο σὲ χαρ­τό­νι.