Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Συμφιλίωση

Olgoso,Angel-Symfiliosi-Eikona-02


Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 

Συμφιλίωση

(Reconciliación)


02-Htta ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΗ γυ­ναί­κα ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­ζή­σει τὸ θά­να­το τῶν παι­δι­ῶν καὶ τοῦ ἄν­δρα της, βυ­θί­ζον­ταν κα­θη­με­ρι­νὰ στὸ πάρ­κο, σὰν σὲ ἕ­να μπά­νιο-βάλ­σα­μο, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ ἄ­δει­ο δι­α­με­ρι­σμα­τά­κι της, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ κου­τὶ ἀν­τή­χη­σης στὸ ὁ­ποῖ­ο πάλ­λον­ταν ἀ­κό­μα ζων­τα­νὰ ὁ πό­νος καὶ ἡ μο­να­ξιά. Ἔ­πι­α­νε πάν­τα τὴν ἴ­δια θέ­ση. Μι­σο­βυ­θι­σμέ­νη δί­πλα στὴν πλά­τη τοῦ παγ­κα­κιοῦ, μιὰ τρα­χιὰ πέ­τρα, γκρί­ζα καὶ πα­σπα­λι­σμέ­νη μὲ σκου­ριά, ἦ­ταν ὅ­λη κι ὅ­λη ἡ μο­να­δι­κὴ συν­τρο­φιά της. Ἡ γυ­ναί­κα τὴν κοι­τοῦ­σε μὲ προ­σο­χὴ καὶ γλυ­κύ­τη­τα, σὰν κά­τι ἡ ἁ­πλό­τη­τα τοῦ ὁ­ποί­ου συγ­κι­νεῖ, καὶ τὴν κυ­ρί­ευ­ε τό­τε ἕ­να αἴ­σθη­μα με­γά­λης γα­λή­νης, μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐ­λα­φρό­τη­τα στὴν καρ­διά, σὰν μέ­λι ποὺ γι­α­τρεύ­ει ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες καὶ σφρα­γί­ζει κοι­νὰ πε­πρω­μέ­να.

        Ἕ­να πρω­ί, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει κα­λὰ για­τί, ἀ­κούμ­πι­σε τὸ χέ­ρι της πά­νω στὴν πέ­τρα καὶ συμ­πύ­κνω­νον­τας σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἄγ­γιγ­μα ὅ­λη τὴν ἀ­θω­ό­τη­τα καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια πού, πα­ρό­λα αὐ­τά, εἶ­χε μέ­σα της, τὴν χά­ι­δε­ψε μὲ ὑ­περ­βο­λι­κὴ λε­πτό­τη­τα. Ὅ­μοι­α μὲ τὸν σπό­ρο ποὺ δὲν πε­θαί­νει κά­τω ἀ­πὸ τὴ χει­μω­νι­ά­τι­κη γῆ, γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τὰ ἀ­πὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια φαι­νο­με­νι­κῆς ἀ­δρά­νειας, ἀ­πάν­θρω­πης σι­ω­πῆς, πει­σμα­τώ­δους καὶ ξε­ρο­κέ­φα­λης συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς μπρὸς στὴν κοι­νω­νι­κὴ ἐ­πα­φή, αὐ­τὴ ἡ αὐ­θόρ­μη­τη κί­νη­ση ἦ­ταν ἀρ­κε­τὴ γιὰ νὰ προ­φέ­ρει ἡ πέ­τρα τὴν κα­λη­μέ­ρα της.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ  (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λογοτε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ Δημοσίευσε τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες μέ­ρες, 2015)

Advertisements

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Ἡ προσμονή

.

Olgoso,Ángel-IProsmoni-Eikona-03

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

.

προσμονή

(La expectativa)

 .

02-OmikronΜΠΟΡΑΝ κα­τα­δι­κά­στη­κε σὲ ἰ­σό­βια κά­θειρ­ξη. Πέ­ρα­σαν τὰ χρό­νια. Πέ­θα­ναν οἱ δε­σμο­φύ­λα­κες καὶ οἱ ἀν­τι­κα­τα­στά­τες τῶν δε­σμο­φυ­λά­κων. Ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος. Τὰ ἀ­τσα­λέ­νια κάγ­κε­λα δι­α­λύ­θη­καν ἀ­πὸ τὴ συ­νε­χῆ καὶ ἀ­δυ­σώ­πη­τη δι­ά­βρω­ση τοῦ ἀ­έ­ρα. Τό­τε ὁ Μπο­ράν ἀ­πέ­δρα­σε. «Ἦ­ταν ἁ­πλῶς θέ­μα χρό­νου» μο­νο­λό­γη­σε.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso): (Γρα­νά­δα, 1961). Τὸ 1991 δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ δι­η­γή­μα­τα μὲ τί­τλο Los dias subterraneos. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­ρι­στο­τέ­χνης τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Tὸ «La expectativa» πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ Cuentos de otro mundo, Βα­γι­α­δο­λίδ, Caja España, 1999. Τὸ ἱστο­λό­γιό μας τοῦ ἔκα­νε ἀφιέ­ρω­μα, μὲ τὴν συ­νερ­γα­σί­α τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγγελῆ, καὶ τοῦ πῆρε σχετικὴ συ­νέ­ντευ­ξη. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐδῶ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.

Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Μιὰ συνέντευξη στὸ ἱστολόγιο «Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι»

.

08-Olgoso,Angel-Synenteyksi-Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Μιὰ συνέντευξη στὴ Νάνσυ Ἀγγελῆ

γιὰ τὸ ἱστολόγιο «Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι»

 .

01-GammaΝΩΡΙΣΑ τὸν Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο πε­ρί­που δυ­ὸ χρό­νια πρὶν τὴν συ­νάν­τη­σή μας μὲ σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Ἐν­νο­ῶ ὅ­τι τὸν γνώ­ρι­σα πρῶ­τα πνευ­μα­τι­κὰ καὶ ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως, ὅ­πως συμ­βαί­νει κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὡς ἀ­να­γνῶ­στες ἀ­νοί­γου­με ἕ­να βι­βλί­ο. Βρι­σκό­μα­σταν ἕ­να βρά­δυ σ’ ἕ­να μπὰρ τῆς ὁ­δοῦ Martínez de la Roa ὅ­ταν ρώ­τη­σα τὸν Χου­ὰν Κάρ­λος Φρί­εμ­πε (ποι­η­τὴ τῆς Γρα­νά­δας, ἐ­πί­κεν­τρο κά­θε συν­τρο­φιᾶς καὶ πραγ­μα­τι­κὴ «ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια» ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴν πυ­ρε­τώ­δη πο­λι­τι­στι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τῆς πό­λης) ποι­ὸς σύ­χρο­νος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος ἀ­ξί­ζει κα­τὰ τὴ γνώ­μη του νὰ ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Ἤ­πι­ε μιὰ γε­ρὴ ρου­φη­ξιὰ πα­γω­μέ­νης μπύ­ρας καὶ εἶ­πε χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη: Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο. Στὰ δυ­ὸ αὐ­τὰ χρό­νια ποὺ προ­η­γή­θη­καν τῆς «πραγ­μα­τι­κῆς» μας συ­νάν­τη­σης δι­ά­βα­σα ἀρ­γὰ καὶ με­θο­δι­κὰ τὰ ἔρ­γα καὶ τὶς πρά­ξεις τοῦ ἄ­γνω­στου αὐ­τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ τὰ ἀ­γά­πη­σα μὲ μιὰ ἔν­τα­ση ποὺ φούν­τω­νε προ­ο­δευ­τι­κά. Μιὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α καὶ μιὰ φι­λί­α ξε­κί­νη­σαν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νον­τας τὴν πε­ρί­φη­μη συ­στο­λὴ τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο, ἀλ­λὰ καὶ τὴν δι­α­κρι­τι­κὴ γο­η­τεί­α —τό­σο κομ­ψή— τῆς πέ­νας καὶ τοῦ χα­ρα­κτή­ρα του. Στὴν συ­νέν­τευ­ξη ποὺ μοῦ πα­ρα­χώ­ρη­σε δὲν ἦ­ταν σύν­το­μος, ἀλ­λὰ εἰ­λι­κρι­νὴς καὶ χει­μαρ­ρώ­δης. Ὅ­σο γιὰ τὴν συ­νάν­τη­σή μας, αὐ­τὴ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­χον­τας ἐ­ξα­σφα­λί­σει ὁ ἴ­διος ὅ­λες τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις ποὺ θὰ τὴν ἔ­κα­ναν ἐγ­γυ­η­μέ­να ἐ­πι­θυ­μη­τὴ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­να­πό­φευ­κτη. Ἰ­δοὺ οἱ σκέ­ψεις καὶ τὰ λό­για κά­ποι­ου ποὺ ἔ­χει τὸ τα­λέν­το ν’ ἀν­τι­στρέ­φει τοὺς κα­νό­νες τοῦ παι­χνι­διοῦ.

 Ν.Α.

* * *

.

Ν.Α.: Ἂς πά­ρου­με τὰ πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή. Πῶς ἀ­σχο­λη­θή­κα­τε μὲ τὸ γρά­ψι­μο;

Α.Ο.: Τὸ φταί­ξι­μο εἶ­ναι τῆς ὑ­πέ­ρο­χης βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­λε­γί­ου «La S­a­l­le» τῆς Γρα­νά­δα, στὸ ὁ­ποῖ­ο φοί­τη­σα τρί­α χρό­νια ὡς οἰ­κό­τρο­φος στὶς ἀρ­χὲς τοῦ ‘70. Περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­γνω­ση βι­ο­γρα­φι­ῶν σ’ αὐ­τὴ δι­α­σκευ­α­σμέ­νων κλα­σι­κῶν ἔρ­γων, ἀ­πὸ τὰ βα­σα­νι­στή­ρια τῶν μαρ­τύ­ρων, στὶς πε­ρι­πέ­τει­ες τῶν Πέν­τε Φί­λων τῆς E­n­id B­l­y­ton. Ἄρ­χι­σα νὰ ξε­χω­ρί­ζω στὶς σχο­λι­κὲς ἐκ­θέ­σεις. Τὸ 1973, σὲ ἡ­λι­κί­α δώ­δε­κα ἐ­τῶν κέρ­δι­σα τὸν πρῶ­το μου δι­α­γω­νι­σμὸ ποὺ δι­ορ­γά­νω­νε ἡ Ἕ­νω­ση Ἀλ­πι­νι­στῶν τῆς Ἀν­δα­λου­σί­ας. Ἔ­πρε­πε νὰ δι­η­γη­θοῦ­με μιὰ ἐκ­δρο­μὴ στὸ βου­νό. Ἐ­γὼ δὲν εἶ­χα πά­ει πο­τέ, κι ἔ­τσι ἐ­πι­νό­η­σα μί­α ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ ὣς τὸ τέ­λος καὶ κέρ­δι­σα. Ἴ­σως τό­τε ν’­ἄρ­χι­σα νὰ κα­τα­σκευά­ζω ἱ­στο­ρί­ες, νὰ κα­τα­νο­ῶ τὴν δύ­να­μη τῆς φαν­τα­σί­ας, τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη γο­η­τεί­α τοῦ παι­χνι­διοῦ της. Μιὰ μέ­ρα τρά­βη­ξα ἀ­πὸ τὴν βι­βλι­ο­θή­κη τὴν συλ­λο­γὴ «La c­a­sa e­n­c­e­n­d­i­da» τοῦ L­u­is Ro­sales, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ με­τέ­δω­σε στιγ­μια­ῖα τὴ φλό­γα τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῆς λέ­ξης, τῆς ποι­η­τι­κῆς εἰ­κό­νας. Βλέ­πω ἀ­κό­μα μὲ με­γά­λη τρυ­φε­ρό­τη­τα τὸν ἑ­αυ­τό μου, στὸ κρε­βά­τι τοῦ τε­ρά­στιου κοι­τώ­να νὰ γρά­φει στί­χους μὲς στὴ νύ­χτα σ’ ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ τε­τρα­διά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὰ σεν­τό­νια ἔ­χον­τας μό­νο τὸ φῶς ἑ­νὸς φα­κοῦ. Ὁ ποι­η­τι­κὸς πυ­ρε­τὸς συ­νε­χί­στη­κε γιὰ κάμ­πο­σα χρό­νια μέ­χρι ποὺ τὸ 1978 ξα­να­έ­νι­ω­σα τὴν αὐ­θόρ­μη­τη φλέ­ξη ποὺ μοῦ προ­κά­λε­σε ἡ ἀ­νά­γνω­ση τῆς «A­n­t­o­l­o­g­ia de la l­i­t­e­r­a­t­u­ra f­a­n­t­a­s­t­i­ca» τῶν Μπόρ­χες, Μπι­ό­ι καὶ Ὀ­κάμ­πο. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βι­βλί­ο μὲ μό­λυ­νε μιὰ γιὰ πάν­τα μὲ τὸ μι­κρό­βιο τῆς φαν­τα­στι­κῆς σύν­το­μης ἀ­φή­γη­σης. Θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­θα­ρὰ ὅ­τι τὸ πρῶ­το μου ἐγ­χεί­ρη­μα ἦ­ταν ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα, μιὰ πα­ραλ­λα­γὴ τοῦ φη­μι­σμέ­νου «S­o­la y su a­l­ma» τοῦ βο­ρει­ο­α­με­ρι­κα­νοῦ T­h­o­m­as B­a­i­l­ey A­l­d­r­i­ch, τὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ταν στὴν ἐν λό­γῳ συλ­λο­γή.

       Τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ τὸ 1980 μέ­χρι τὸ 1995 μὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ φλέ­γο­μαι ἀ­πὸ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἐ­νέρ­γεια. Ἔ­νι­ω­θα τὴν ἰ­σχυ­ρὴ ἔ­ξα­ψη τῆς ἀ­να­κά­λυ­ψης τοῦ κό­σμου, τῆς αἴ­σθη­σης ἐ­πεί­γου­σας ἀ­νάγ­κης ποὺ μοῦ προ­κα­λοῦ­σε ἡ φαν­τα­στι­κὴ ζω­ή, τῆς ξέ­φρε­νης καὶ ἐ­λεύ­θε­ρης δη­μι­ουρ­γί­ας. Ἔ­νι­ω­θα τὴν πα­ρά­φο­ρη ἀ­πό­λαυ­ση τοῦ νὰ γρά­φει κα­νεὶς μὲ τὴν πιὸ ἀλ­λό­κο­τη πέ­να. Ἔ­νι­ω­θα, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, σὰν τὸν «ἐρ­γά­τη τοῦ ὀ­νεί­ρου» τοῦ Σαλ­βα­τό­ρε Κου­α­σι­μό­δο. Στὴ διάρκεια ἐ­κεί­νων τῶν δε­κα­πέν­τε χρό­νων —μὲ μιὰ νε­α­νι­κὴ αὐ­θά­δεια ποὺ μὲ ἔ­κα­νε νὰ ὑ­περ­πη­δῶ τὴν ἀ­λη­θο­φά­νεια, τὴν τεκ­μη­ρί­ω­ση, τοὺς γλωσ­σο­λο­γι­κοὺς κα­νό­νες καὶ τὴν ἴ­δια τὴν ὕ­παρ­ξη ἢ μὴ τῶν λέ­ξε­ων— ἔ­γρα­ψα τὶς συλ­λο­γὲς «Nubes de piedra», «Los días subterráneos», «La hélice entre los sargazos», «Cuentos de otro mundo» καὶ δυ­ὸ ὁ­μά­δες δι­η­γη­μά­των («Gabinete victoriano» καὶ «Cuentos del fumadero»), τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ταν ἀρ­γό­τε­ρα στὸ βι­βλίο «Los líquenes del sueño». Ὅ­πως κι ἂν ἔ­χει καὶ πα­ρὰ τὸν πλοῦ­το τῶν «ἀ­πο­σκευ­ῶν» μου, χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν εἴ­κο­σι χρό­νια —μέ­χρι τὸ 1999— πρὶν τὰ ἔρ­γα μου τυ­πω­θοῦν ἀ­πὸ ἐκ­δο­τι­κοὺς οἴ­κους σὰν αὐ­τοὺς ποὺ βλέ­που­με στὶς βι­τρί­νες τῶν βι­βλι­ο­πω­λεί­ων. Ὅ­μοι­α μὲ τὸν W­a­l­l­a­ce S­t­e­v­e­ns, ἔ­τσι κι ἐ­γὼ σκε­φτό­μουν ὅ­τι ὁ κό­σμος ποὺ πλά­θει κα­νεὶς μὲ τὴν φαν­τα­σί­α του εἶ­ναι ὁ πιὸ κα­λὰ κα­θο­ρι­σμέ­νος, ἀλ­λὰ δι­ψοῦ­σα πλέ­ον νὰ τὸν μοι­ρα­στῶ μὲ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες.

.

Ν.Α.: Πολ­λοὶ ἀ­πὸ τοὺς κρι­τι­κοὺς καὶ ἀ­να­γνῶ­στες σας ἔ­χουν ἐν­τά­ξει τὸ ἔρ­γο σας στὴν κα­τη­γο­ρί­α «φαν­τα­στι­κὰ δι­η­γή­μα­τα». Συμ­φω­νεῖ­τε μ’ αὐ­τὸν τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμό;

Α.Ο.: Ἀ­πο­λύ­τως. Ὁ Miguel Ángel Muñoz, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, θε­ω­ρεῖ ὅ­τι ἡ συ­νο­λι­κὴ ἀ­νά­γνω­ση τοῦ ἔρ­γου μου ἀ­πο­τε­λεῖ μιὰ ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους, στὴν ὁ­ποί­α βρί­σκει κα­νεὶς πα­ρα­δείγ­μα­τα ὅ­λων των κα­τη­γο­ρι­ῶν του νὰ ἐ­να­λάσ­σον­ται στὰ βι­βλί­α μου «Cuentos de otro mundo», «Los demonios del lugar», «Astrolabio» καὶ «La máquina de languidecer». Ἀ­να­γνω­ρί­ζω ὅ­τι μ’ ἀ­ρέ­σει τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο, ὅ­τι νι­ώ­θω ἄ­νε­τα μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­ξε­νο, ὅ­τι δὲν μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει νὰ δι­η­γη­θῶ —οὔ­τε καὶ ξέ­ρω νὰ τὸ κά­νω— αὐ­τὸ ποὺ συμ­βαί­νει κά­θε μέ­ρα σ’ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Δὲν καλ­λι­ερ­γῶ, ὡ­στό­σο, τὸ φαν­τα­στι­κὸ εἶ­δος ἀ­πὸ κα­πρί­τσιο καὶ μό­νο. Τὸ κά­νω ἀ­να­πό­φευ­κτα για­τὶ ἀ­παν­τᾶ στὴν προ­σω­πι­κή μου σύλ­λη­ψη τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Εἶ­ναι πα­ρά­ξε­νος ὁ τρό­πος μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο βλέ­πω τὰ πράγ­μα­τα καὶ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα εἶ­ναι ἀ­κό­μα πιὸ πα­ρά­ξε­νη. Ὁ Προὺ­στ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­να­κά­λυ­ψη δὲν συ­νί­στα­ται στὴν ἀ­να­ζή­τη­ση νέ­ων το­πί­ων, ἀλ­λὰ στὴν κα­το­χὴ μιᾶς νέ­ας μα­τιᾶς. Ἡ δι­κή μου εἶ­ναι μιὰ λο­γο­τε­χνί­α φαν­τα­στι­κή, δι­α­στρέ­βλω­σης τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ μὲ μιὰ ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­ρέ­σκεια πρὸς μιὰ θε­μα­τι­κὴ ποὺ προ­κα­λεῖ προσ­δο­κί­α καὶ ἴ­λιγ­γο, μιὰ θε­μα­τι­κὴ ἀ­συ­νή­θι­στη καὶ ἀ­νη­συ­χη­τι­κή. Ἡ φαν­τα­στι­κὴ ἀ­φή­γη­ση μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ δρα­πε­τεύ­ω ἀ­πὸ τὸ πα­σι­φα­νές, τὸ κοι­νό­τυ­πο, τὸ μπα­νάλ, ἀ­πὸ τὸ τό­σο πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο ρε­περ­τό­ριο ποὺ ἔ­χει αὐ­τὸ ποὺ ὁ Eça de Queirós ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «ἀ­συ­νάρ­τη­τη τυ­ραν­νί­α τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας». Ἡ φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ πλη­σι­ά­σου­με μὲ ἀ­να­ρίθ­μη­τους τρό­πους στὸν ἀν­τί­πο­δα τῶν πραγ­μά­των. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν κό­σμο μὲ ἄ­πει­ρες πι­θα­νό­τη­τες, ἕ­ναν κό­σμο ὁ ὁ­ποῖ­ος βρί­σκε­ται ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὸν πραγ­μα­τι­κὸ κό­σμο καὶ μπο­ρεῖ ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τοῦ νὰ προ­κα­λέ­σει μιὰ τε­ρά­στια σύγ­κρου­ση ἢ μιὰ ἁ­πλὴ ἀν­τί­θε­ση, ἀλ­λὰ ἀ­π’ αὐ­τὸ τὸ χτύ­πη­μα ἀ­πορ­ρέ­ει μιὰ βρο­χὴ ἀ­πὸ σπί­θες ποὺ φω­τί­ζουν τὶς φτω­χὲς ζω­ές μας.

       Τὸ λῆμ­μα μου θὰ ἦ­ταν: προ­σπα­θῶ —μὲ με­γά­λη εὐ­χα­ρί­στη­ση— νὰ σκε­φτῶ πράγ­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α σκέ­φτο­μαι ὅ­τι δὲν θὰ σκε­φτοῦν οἱ ἄλ­λοι. Ναί, πάν­τα μὲ ὠ­θοῦ­σε τὸ φαν­τα­στι­κό, τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ γί­νει δυ­να­τό το ἀ­δύ­να­το, ἡ πα­ρα­βί­α­ση τῆς φυ­σι­κῆς τά­ξης, ἡ ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τοῦ ἀ­να­γνώ­στη ἀ­πὸ τὴν πε­ζή, τὴν κοι­νό­τυ­πη καὶ ἀ­να­πό­φευ­κτη φυ­λα­κὴ τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας, τὸ ἄ­νοιγ­μα νέ­ων προ­ο­πτι­κῶν, νέ­ων δι­α­στά­σε­ων. Ἡ λο­γι­κὴ δὲν ἐ­ξαν­τλεῖ τὶς πι­θα­νὲς ἀ­παν­τή­σεις καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ δὲν ἀρ­νεῖ­ται τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πα­ρὰ δι­ευ­ρύ­νει τὸ κέν­τρο ἑ­στί­ας πά­νω σ’ αὐ­τὴν καὶ εἶ­ναι ὑ­πὸ τὸ φῶς του ποὺ ἔ­χου­με τὴν δυ­να­τό­τη­τα νὰ δοῦ­με ἄ­γνω­στες ὀ­πτι­κὲς γω­νί­ες, ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νες γω­νί­ες ποὺ πα­ρα­μέ­νουν στὴ σκιά.

.

Ν.Α.: Τί πυ­ρο­δο­τεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά σας;

Α.Ο.: Μὲ ἀ­φορ­μὴ μιὰ πα­ρόρ­μη­ση, μιὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ἰ­δέ­α, ἕ­να ὄ­νει­ρο, μιὰ εἰ­κό­να, μιὰ ἀ­νά­μνη­ση, ἕ­ναν τί­τλο, ἀρ­χί­ζω νὰ ἀ­πο­κλεί­ω τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ἀ­π’ αὐ­τὸ τὸ φευ­γα­λέ­ο ὅ­ρα­μα (γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, ἡ ἐμ­μο­νι­κὴ ἄρ­νη­ση τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ, ἡ νο­μι­μο­ποί­η­ση τοῦ ἀ­δύ­να­του, εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἀ­κρο­γω­νια­ίους μου λί­θους. Ὁ ἄλ­λος θὰ ἦ­ταν ἡ ἔκ­πλη­ξη καὶ ἡ ἀ­νη­συ­χί­α τοῦ ἀ­να­γνώ­στη, τὸ νὰ τὸν κά­νω νὰ χά­σει τὸ ἔ­δα­φος κά­τω ἀπ΄τὰ πό­δια του). Στὴ συ­νέ­χεια δου­λεύ­ω μὲ συ­νεί­δη­ση πά­νω σε κά­θε δι­ή­γη­μα, σὰν ἀρ­γυ­ρο­τε­χνί­της, σὰν ἕ­να γλυ­πτὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­φι­ε­ρώ­νο­μαι ψυ­χὴ καὶ σώ­μα­τι. Ὅ­σο τὸ προι­κί­ζω μὲ ἀ­λη­θο­φά­νεια καὶ τὸ χρω­μα­τί­ζω μὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες, κυ­νη­γῶ τὴν τέ­λεια, ἀ­κρι­βῆ, ἀ­πρό­βλε­πτη λέ­ξη, ἐ­κεῖ­νον τὸν ἐκ­φρα­στι­κὸ ὅ­ρο, γρα­φι­κὸ ἢ πα­ρά­ξε­νο, ὁ ὁ­ποῖ­ος μοιά­ζει νὰ ται­ριά­ζει ἀ­πό­λυ­τα στὴν δι­ή­γη­ση, αὐ­τὴν τὴν λέ­ξη ποὺ ἀ­κτι­νο­βο­λεῖ σὰν πυ­γο­λα­μπί­δα, ποὺ ἔ­χει τὴν δύ­να­μη νὰ προ­μη­νύ­ει κό­σμους, νὰ ἐ­πι­κα­λεῖ­ται πραγ­μα­τι­κό­τη­τες, νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ συ­ναι­σθή­μα­τα. Λί­γες φο­ρὲς εἶ­ναι μιὰ πυ­ρε­τι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες πρό­κει­ται, ἀν­τί­θε­τα, γιὰ μιὰ πει­θαρ­χη­μέ­νη ἐρ­γα­σί­α στὴν ὁ­ποί­α τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μο­νά­χα στὸ τέ­λος τῆς δι­α­δρο­μῆς. Τὸ μό­νο ποὺ χρει­ά­ζο­μαι εἶ­ναι ἄ­φθο­νος χρό­νος, χω­ρὶς πε­ρι­κο­πές, για­τί ἐ­πι­πλέ­ον γρά­φω πο­λὺ ἀρ­γὰ (ἡ βρα­δύ­τη­τά μου σ’ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­λάτ­τω­μα, πα­ρὰ ἀ­ρε­τή). Γρά­φω τὸ ἕ­να δι­ή­γη­μα με­τὰ τὸ ἄλ­λο, χω­ρὶς νὰ σκέ­φτο­μαι ἂν θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἕ­να βι­βλί­ο καὶ μοῦ εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­δι­ά­φο­ρο ἂν τὰ δέ­νει ἢ ὄ­χι ἕ­νας κοι­νὸς ἱ­στός, σύμ­φω­να μ’ αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­λο­γο στε­ρε­ό­τυ­πο. Με­ρι­κὲς φο­ρές, a p­o­s­t­e­r­i­o­ri, εἶ­ναι πι­θα­νὸ νὰ βρῶ μιὰ κοι­νὴ κλω­στὴ ποὺ νὰ τὰ δέ­νει ἐ­λα­φρῶς με­τα­ξύ τους: γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἡ ἀλ­λό­κο­τη, σκο­τει­νὴ καὶ ἀ­σφυ­κτι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ δι­α­κρί­νει τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ βι­βλί­ου «Los demonios del lugar», στὰ ὁ­ποῖ­α κυ­ρια­ρχεῖ ἡ θέ­α­ση τοῦ δι­πλα­νοῦ μας, ὣς τὸν πιὸ ἐ­κλε­π­τυ­σμέ­νο ἀ­πὸ τοὺς βα­σα­νι­στές, ἀ­πο­τέ­λε­σε ἀ­συ­ναί­σθη­τα τὸν καρ­πὸ μιᾶς σει­ρᾶς ἀ­τυ­χῶν ζω­τι­κῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν.

.

Ν.Α.: Κα­τὰ πό­σο δυ­σκο­λεύ­ει τὸν συγ­γρα­φέ­α μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἡ ἐ­πι­δί­ω­ξη τοῦ λε­γό­με­νου «ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στοῦ φι­νά­λε» τῶν σύν­το­μων ἀ­φη­γή­σε­ων;

Α.Ο.: Μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὸ τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο ποὺ δη­μο­σί­ευ­σα, «L­as f­r­u­tas de la l­u­na», καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποὺ ἔ­γρα­ψα , «B­r­e­v­i­a­r­io N­e­g­ro», στὰ ὁ­ποῖ­α ἀρ­χί­ζουν νὰ κά­νουν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους κά­πως πιὸ ἀ­νοι­χτὰ φι­νά­λε, ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των μου φι­λο­δο­ξεῖ νὰ ἐ­πι­τύ­χει αὐ­τὸ τὸ τέ­λος ποὺ ὁ­λο­κλη­ρώ­νει μιὰ ἱ­στο­ρί­α. Καί, λο­γι­κά, εἶ­ναι τὸ πρῶ­το ποὺ ἔ­χω κα­τὰ νοῦ πρὶν ξε­κι­νή­σω νὰ δου­λεύ­ω πά­νω σ’ ἕ­να δι­ή­γη­μα. Δὲν ξε­χνά­ω, ὡ­στό­σο, ὅ­τι κά­θε ἕ­να ἀ­π’ αὐ­τὰ ὀ­φεί­λει νὰ ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­νε­ται μὲ βά­ση τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἀ­νάγ­κη ποὺ ὁ­ρί­ζει τὴν ἔ­κτα­σή του, τὴν δο­μή του, τὴν ἀ­φη­γη­μα­τι­κὴ φω­νὴ καὶ τὸν ρυθ­μό του. Ὄν­τας ὁ τρό­πος ποὺ βλέ­πω τὰ δι­η­γή­μα­τα αὐ­τὸς ἑ­νὸς μη­χα­νι­σμοῦ ἀ­κρι­βεί­ας στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν λεί­πει, οὔ­τε πε­ρισ­σεύ­ει λέ­ξη, αὐ­τὸς μιᾶς με­τρη­μέ­νης μπου­κιᾶς, μιᾶς συμ­πυ­κνω­μέ­νης καὶ ἔν­το­νης μι­νι­α­τού­ρας, ἑ­νὸς ἀ­πο­σταγ­μέ­νου κει­μέ­νου, ἀ­ναγ­κα­στι­κά το τέ­λος πρέ­πει νὰ «κλει­δώ­σει» στὴν ἐν­τέ­λεια. Εἶ­ναι ἡ λο­γι­κὴ ἐ­φαρ­μο­γὴ τοῦ πε­ρί­φη­μου «μο­να­δι­κοῦ τε­χνά­σμα­τος» τοῦ Πό­ε, πρὸς τὴν πραγ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ὁ­ποί­ου πρέ­πει νὰ τεί­νουν ὅ­λα τα στοι­χεῖ­α τοῦ δι­η­γή­μα­τος. Σ’ αὐ­τὸ ἀ­να­φέ­ρε­ται ὁ Πάμ­πλο Νε­ρού­δα ὅ­ταν μι­λά­ει γιὰ τὴν «μα­θη­μα­τι­κὴ ὁ­μί­χλη» τοῦ Πό­ε, ἐ­πι­κα­λού­με­νος τὸν ὡ­ρο­λο­για­κὸ μη­χα­νι­σμὸ τῶν κει­μέ­νων του, τὴν ὕ­ψι­στη ση­μα­σία τῆς σχο­λα­στι­κό­τη­τας τῆς κα­τα­σκευ­ῆς του.

       Γιὰ πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς δε­κα­ε­τί­ες, ἄλ­λη μιὰ κρί­σι­μη πλευ­ρὰ κα­θό­ρι­σε τὰ φι­νά­λε τῶν δι­η­γη­μά­των μου: ἡ ἔκ­πλη­ξη, τὸ ἀ­να­πάν­τε­χο καὶ παι­χνι­δι­ά­ρι­κο κλεί­σι­μο ποὺ ἀ­πο­συγ­κεν­τρώ­νει τὸν ἀ­να­γνώ­στη. Στὰ τε­λευ­ταῖ­α μου βι­βλί­α ἴ­σως τὸ στο­χεῖ­ο τῆς ἔκ­πλη­ξης νὰ ἔ­γι­νε πιὸ ὑ­πο­λαν­θά­νον, τὸ τε­λει­ω­τι­κὸ χτύ­πη­μα νὰ μα­λά­κω­σε, ἂν καὶ πάν­τα ἔ­χω ἀ­δυ­να­μί­α στὰ ἀ­να­πάν­τε­χα κλει­σί­μα­τα —ὑ­πὸ τὸν ὄ­ρο νὰ ἔ­χουν συ­νο­χή— για­τί αὐ­τὲς οἱ ἀ­πό­το­μες στρο­φές, αὐ­τὲς οἱ ἀ­πο­θε­ώ­σεις, αὐ­τὲς οἱ μι­κρο­σκο­πι­κὲς ἐν­δορ­ρή­ξεις, ἐ­πι­τρέ­πουν τὴν ἐ­νί­σχυ­ση τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος ποὺ προ­κλή­θη­κε, τὴν ἐ­πί­λυ­ση ἢ τὸν πολ­λα­πλα­σια­σμὸ τοῦ ζη­τή­μα­τος ὑ­πὸ ἀ­νά­λυ­ση καί, πά­νω ἀπ’ ὅ­λα, τὴν ἀ­να­τρο­πὴ τοῦ δι­η­γή­μα­τος, ξα­να­δι­α­βά­ζον­τάς το μὲ φο­ρὰ ἀν­τί­θε­τη ἀ­πὸ τὸ φῶς αὐ­τοῦ τοῦ φι­νά­λε ποὺ δὲν θ’ ἀ­φή­σει ἀ­δι­ά­φο­ρο τὸν ἀ­να­γνώ­στη. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Μπόρ­χες, ἂν τὸ τέ­λος εἶ­ναι ἀ­προσ­δό­κη­το καὶ ἀ­να­πό­φευ­κτο, κα­λύ­τε­ρα. Σύμ­φω­να μὲ τὸν Edmundo Valadés, εἶ­ναι σὰν νὰ πα­τᾶ κα­νεὶς τὴν οὐ­ρὰ ἑ­νὸς σκορ­πιοῦ προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θει τὶς ἀ­κρι­βεῖς δι­α­στά­σεις του.

.

Ν.Α.: Ἂν ἔ­χω κα­τα­λά­βει κα­λά, εἶ­στε ἕ­νας «ἐ­ρη­μί­της» κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο. Ὑ­πο­κα­θι­στᾶ ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ γα­λή­νη μιὰ τα­ρα­χώ­δη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ζω­ή;

Α.Ο.: Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἔ­χω κάμ­πο­σους πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς (τρο­με­ρὴ συ­στο­λή, ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στὸ χα­ρα­κτή­ρα, ὀ­κνη­ρί­α ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴν ἐμ­πο­ρι­κὴ ἀ­ξι­ο­ποί­η­ση), ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζω νὰ πι­στεύ­ω ὅ­τι ἡ ἀ­φά­νεια εἶ­ναι κομ­ψὴ καὶ ὅ­τι τὸ μο­να­δι­κὸ κα­θῆ­κον ἑ­νὸς συγ­γρα­φέ­α εἶ­ναι νὰ ἀ­να­ζη­τᾶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ὑ­πε­ρο­χή. Ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κα ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ δε­κα­ε­τί­ες στὴν καλ­λι­έρ­γεια τοῦ μι­κροῦ μου κή­που ἀ­πὸ δι­η­γή­μα­τα μ’ ἕ­να πά­θος ἤ­ρε­μο καὶ μο­να­χι­κό, ὄ­χι ἀ­πὸ ἀ­λα­ζο­νεί­α καλ­λι­τε­χνι­κῆς κα­θα­ρό­τη­τας —ἢ του­λά­χι­στoν ὄ­χι μό­νο— πα­ρὰ για­τί, στὴν ἀ­φέ­λειά μου, σκε­φτό­μουν ὅ­τι ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας ὀ­φεί­λει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται ἁ­πλῶς στὸ γρά­ψι­μο καὶ νὰ μὴ χά­νει χρό­νο μὲ θο­ρυ­βώ­δεις κοι­νω­νι­κὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ἢ ἐμ­πο­ρι­κῆς προ­ώ­θη­σης: ἀ­π’ αὐ­τὸ συ­νά­γε­ται ὅ­τι οἱ καρ­ποὶ τῆς τέ­χνης καὶ τῆς φαν­τα­σί­ας ὀ­φεί­λουν νὰ ὡ­ρι­μά­ζουν στὸ σκο­τά­δι τῆς ἡ­συ­χί­ας, τῆς ἠ­ρε­μί­ας καὶ τῆς μο­να­ξιᾶς.

       Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ νὰ ὑ­πο­κα­θι­στᾶ ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ γα­λή­νη τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τα­ρα­χή, ἔ­χουν ἀ­μοι­βαί­α ἀ­νάγ­κη ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη. Μοῦ εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ δη­μι­ουρ­γή­σω ἂν δὲν βα­σί­ζο­μαι πά­νω σ’ ἕ­να «μα­ξι­λά­ρι» ἡ­συ­χί­ας καὶ ρου­τί­νας. Δὲν θὰ μπο­ρύ­σα μὲ ἄλ­λο τρό­πο νὰ δι­α­τρέ­ξω αὐ­τὸ τὸ μυ­στη­ρι­ῶ­δες μο­νο­πά­τι ποὺ ὁ­δη­γεῖ πρὸς τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε ὁ N­o­v­a­l­is, για­τί σύμ­φω­να μ’ ἐ­κεῖ­νον εἶ­ναι μέ­σα μας καὶ ὄ­χι κά­που ἄλ­λου ἐ­κεῖ ποὺ βρί­σκε­ται ἡ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τῶν κό­σμων, τὸ πα­ρελ­θὸν καὶ τὸ μέλ­λον. Ὡ­στό­σο, κυ­ρί­ως τώ­ρα —πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα στὶς χῶ­ρες τῆς Νό­τιας Εὐ­ρώ­πης— ποὺ δι­α­νύ­ου­με μιὰ τε­τα­μέ­νη, δρα­μα­τι­κὴ καὶ σκο­τει­νὴ ἐ­πο­χή, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ὀ­φεί­λει ἴ­σως νὰ κοι­τά­ζει τὸ πραγ­μα­τι­κὸ μὲ ἀ­νοι­χτὰ μά­τια, νὰ πα­λεύ­ει γιὰ κά­θε μό­ριο φαν­τα­σί­ας, νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὶς λέ­ξεις (οἱ ὁ­ποῖ­ες ἔ­χουν χά­σει τὴ ση­μα­σί­α τους, ὑ­φι­στά­με­νες κα­θη­με­ρι­νὴ κα­κο­ποί­η­ση ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­ξου­σί­α) τὴν ὀ­μορ­φιά τους, τὴν αὐ­θεν­τι­κό­τη­τά τους, τὸ φαν­τα­σια­κό τους φορ­τί­ο, τὴν γνή­σια λάμ­ψη τους.

       Σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, κα­θέ­νας ἔ­χει τὴν δι­κή του προ­σω­πι­κό­τη­τα καὶ τὸν δι­κό του τρό­πο γρα­φῆς, κά­τι ποὺ δὲν μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­πο­φύ­γει. Θυ­μᾶ­μαι μὲ χα­μό­γε­λο τὰ λό­για μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ὁ Miguel Ángel Muñoz ἔ­κλει­σε τὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ βι­βλί­ου μου «Los líquenes del sueño»: «Πι­στεύ­ω ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ εἶ­ναι κα­νεὶς ὁ Ὀλ­γό­σο, νὰ συμ­βι­ώ­νει μὲ τοὺς ἐ­φιά­λτες του καὶ τὴν ἀλ­λό­κο­τη τε­λει­ο­μα­νί­α του. Ἐ­μεῖς εἴ­μα­στε τυ­χε­ροὶ για­τί μὴ ὄν­τας ὁ Ὀλ­γό­σο, μπο­ροῦ­με νὰ φτά­σου­με ὅ­σο πιὸ κον­τὰ σ’ αὐ­τὸν εἶ­ναι δυ­να­τό, χω­ρὶς νὰ βλά­ψου­με τὴν ὑ­γεί­α μας: μπο­ροῦ­με νὰ τὸν δι­α­βά­σου­με.»

 .

Ν.Α.: Ἀ­πο­τε­λεῖ το νὰ γρά­φει κα­νεὶς γιὰ τὸ ἀ­ό­ρα­το, τὸ ἀ­νη­συ­χη­τι­κό, τὶς πα­ράλ­λη­λες πραγ­μα­τι­κό­τη­τες, μιὰ πρά­ξη φυ­γῆς ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ μᾶς πε­ρι­βάλ­λει, ἢ ἀν­τί­θε­τα, τὴν ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει;

Α.Ο.: Δὲν πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ο σχέ­διο ἀ­πό­δρα­σης, γιὰ κά­ποι­α φυ­γή (κι ἂν ἦ­ταν θὰ ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς κοι­νοὺς τό­πους), οὔ­τε κὰν γιὰ μιὰ τα­πει­νὴ μα­γεί­α ἐ­νάν­τια στὴν κα­τα­πί­ε­ση μιᾶς πε­ζῆς, ἀ­σφυ­κτι­κῆς ἢ κα­τα­θλι­πτι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας. Πρό­κει­ται, σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, γιὰ μιὰ ἀ­πο­κά­λυ­ψη, ἕ­ναν δι­α­φω­τι­σμὸ (ὁ Félix Grande μάν­τε­ψε σω­στά, ὅ­ταν ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὰ μι­κρῆς ἔ­κτα­σης δι­η­γή­μα­τα σὰν σπί­θες, στὸ φῶς τῶν ὁ­ποί­ων βλέ­που­με ξαφ­νι­κὰ καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ μιὰ ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νη γω­νιὰ ποὺ εἶ­χε πα­ρα­μεί­νει στὴ σκιά), μιᾶς καὶ τὸ φαν­τα­στι­κὸ ἐ­πι­τρέ­πει τὴν πρό­σβα­ση, μὲ με­γα­λύ­τε­ρη τόλ­μη καὶ πο­λυ­πλο­κό­τη­τα, στὰ πιὸ ἀ­πί­θα­να ση­μεῖ­α. Τὸ θέ­μα μου εἶ­ναι, μὲ λί­γα λό­για, ἡ πα­ρα­ξε­νιά (τὸ πα­ρά­δο­ξο), αὐ­τὴ ἡ αἰ­σθη­τι­κὴ κα­τη­γο­ρί­α ποὺ τρο­πο­ποι­εῖ τὴν ἀν­τί­λη­ψή μας τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ἢ ἀλ­λι­ῶς τὴ σχέ­ση ἀ­νά­με­σα στὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ στὸ ἀ­πί­θα­νο. Πάν­τα πί­στευ­α, ὅ­πως ὁ T­h­o­m­as H­a­r­dy, ὅ­τι μό­νο τὸ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ εἶ­ναι ἄ­ξιο νὰ τὸ δι­η­γη­θεῖ κα­νείς, καὶ πάν­τα θε­ω­ροῦ­σα, ὅ­πως ὁ Ἀιν­στά­ϊν, ὅ­τι ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ ἐ­πί­μο­νη ψευ­δαί­σθη­ση. Εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸ ποὺ ὅ­ταν γρά­φω τὴν πα­ρα­τη­ρῶ σὰν αὐ­τοὺς τοὺς κυ­μα­τι­σμοὺς τοῦ ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὴ ζέ­στη, αὐ­τὲς τὶς δι­α­θλά­σεις ποὺ τὴν με­τα­τρέ­πουν σὲ ἄλ­λη πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, λι­γό­τε­ρο πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη, κι­νού­με­νη καὶ μὲ ὅ­ρια ἀ­σα­φῆ, σὲ μιὰ ὀ­φθαλ­μα­πά­τη ἑλ­κυ­στι­κὰ πα­ρα­πλα­νη­τι­κῶν μορ­φῶν. Σὰν κα­λὸς ὀ­πα­δὸς τοῦ σο­λι­ψι­σμοῦ, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὁ κα­θέ­νας δη­μι­ουρ­γεῖ τὴ δι­κή του πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Λέ­γε­ται γιὰ τὴν τέ­χνη, ὅ­τι κα­τοι­κεῖ στὰ λε­πτὰ σύ­νο­ρα ποὺ χω­ρί­ζουν τὸ πραγ­μα­τι­κὸ ἀ­πὸ τὸ φαν­τα­στι­κό. Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸς ὁ πα­ρα­με­θό­ριος κό­σμος, τὸ ὅ­ριο ποὺ σβή­νον­ται οἱ δι­α­φο­ρὲς ἀ­νά­με­σα στὰ φαν­τα­στι­κὰ πλά­σμα­τα τοῦ νοῦ καὶ τὰ πλά­σμα­τα τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, αὐ­τὸ τὸ μο­νο­πά­τι ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὸ ἐ­κτε­νὲς ἔ­δα­φος τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ, αὐ­τὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­νι­χνεύ­ω γιὰ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νια. Πρό­κει­ται, ἐν τέ­λει, γιὰ ἕ­να παι­χνί­δι δε­ξι­ο­τή­των, τὸ νὰ προ­σθέ­τει κα­νεὶς κά­τι στὸ ἔρ­γο τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας («ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σεις στὸ θε­ϊ­κὸ σχέ­διο τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας» ὀ­νό­μα­σε ὁ A­r­r­e­o­la τὸ φαν­τα­στι­κό), τὸ νὰ τὴν πα­ραγ­κω­νί­ζεις, νὰ τὴν ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρί­ζεις μέ­σῳ πα­ρά­τολ­μων ἑ­στι­ά­σε­ων καὶ ἀ­νή­κου­στων σάλ­των, μέ­σω τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης, χω­ρὶς πα­γί­δες, ἄ­σκη­σης τῆς φαν­τα­σί­ας ποὺ το­πο­θε­τεῖ τὸν ἀ­να­γνώ­στη στὸ τεν­τω­μέ­νο σκοι­νὶ τοῦ χώ­ρου καὶ τοῦ χρό­νου, ἐμ­πο­δί­ζον­τας μιὰ ὑ­πο­ταγ­μέ­νη ἀ­πο­δο­χὴ τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.

.

Ν.Α.: Γιὰ ποι­ὸν γρά­φει ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο;

Α.Ο.: Γιὰ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ ἐ­κτι­μοῦν τὴν λο­γο­τε­χνί­α καὶ τὴν ὀ­μορ­φιά. Γιὰ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ προ­τι­μοῦν νὰ γευ­τοῦν τὶς ρα­φι­να­ρι­σμέ­νες φρά­σεις ἑ­νὸς δι­η­γή­μα­τος, ἀ­πὸ τὸ νὰ με­θύ­σουν μὲ αὐ­τὲς —ἐμ­μο­νι­κὲς καὶ ἀ­τέ­λει­ω­τες— ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν τὴν ἔν­τα­ση ἀ­πὸ τὴν ἀ­το­νί­α, τὸ δάγ­κω­μα ἀ­πὸ τὸ μά­ση­μα, τὸ τα­ξί­δι πρὸς τὸ κέν­τρο, πα­ρὰ αὐ­τὸ πρὸς ἕ­ναν ὁ­ρί­ζον­τα ποὺ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται δί­χως στα­μα­τη­μό. Γιὰ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες ποὺ ἀ­πο­στρέ­φον­ται τὸ μπα­νὰλ καὶ τὸ κοι­νό, ποὺ πε­ρι­φρο­νοῦν τὶς ἄ­γο­νες ἐ­ρή­μους τοῦ ρε­α­λι­σμοῦ, τῆς ἠ­θο­γρα­φί­ας καὶ τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ, ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν νὰ πιοῦν τὸ θρε­πτι­κὸ γά­λα τῶν ὀ­νεί­ρων, ἀ­πὸ τὸ ξε­ρὸ καρ­βέ­λι μιᾶς πε­ζῆς ζω­ῆς, ποὺ ἐ­πι­θυ­μοῦν νὰ ρου­φή­ξουν τὴν συγ­κί­νη­ση τοῦ μυ­στη­ρί­ου καὶ τῆς ἀ­βε­βαι­ό­τη­τας, νὰ χορ­τά­σουν τὴν ἀ­θά­να­τη δί­ψα τοῦ ἀν­θρώ­που γιὰ τὰ πα­ρα­μύ­θια, τὴν γαρ­γα­λι­στι­κὴ ἀ­νάγ­κη γιὰ νέ­ες ζω­ές, γιὰ τὴν κα­τοί­κη­ση νέ­ων δι­α­στά­σε­ων, ἄλ­λων πε­ρι­ο­χῶν χα­μέ­νων στὰ πέ­ρα­τα τῆς ὀ­νει­ρο­πό­λη­σης. Γιὰ ἀ­να­γνῶ­στες μὲ εὐ­έ­λι­κτο νοῦ, μὲ ἀ­κού­ρα­στη προ­σο­χή, μὲ ὁ­ρι­σμέ­να πο­λι­τι­στι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα ποὺ θὰ τοὺς βο­η­θή­σουν νὰ ἐ­κτι­μή­σουν κα­λύ­τε­ρα τὶς ἱ­στο­ρι­κές, λο­γο­τε­χνι­κὲς ἢ αἰ­σθη­τι­κὲς ἀ­να­φο­ρές.

.

Ν.Α.: Γιὰ ποι­ὲς ἀ­ρε­τὲς τοῦ ἔρ­γου σας θὰ σᾶς ἄ­ρε­σε νὰ σᾶς θυ­μοῦν­ται;

Α.Ο.: Δὲν ξέ­ρω ἂν τὸ ἔρ­γο μου πε­ρι­έ­χει ἀ­ρε­τές, ἀλ­λὰ μα­κά­ρι νὰ πα­ρέ­χει στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες τὴ χα­ρὰ μὲ τὴν ὁ­ποί­α συ­νε­πά­γε­ται ἡ κα­τάρ­γη­ση —ἔ­στω κα­τὰ τὴ διά­ρκεια λί­γων μό­νο ὡ­ρῶν— τοῦ χώ­ρου καὶ τοῦ χρό­νου, νὰ τοὺς το­πο­θε­τεῖ μέ­σα σὲ μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα στὴν ὁ­ποί­α εἶ­ναι δυ­να­τό το ἀ­δύ­να­το, νὰ τοὺς ἀ­νη­συ­χεῖ, νὰ τοὺς βο­η­θά­ει νὰ συ­ναν­τή­σουν τὴν μυ­στη­ρι­ώ­δη ὀ­μορ­φιὰ τοῦ κό­σμου στὶς πιὸ κρυ­φὲς πτυ­χές του.

       Μα­κά­ρι νὰ ἔ­χω γρά­ψει, ἀ­νά­με­σα στὰ πεν­τα­κό­σια πε­ρί­που δη­μο­σι­ευ­μέ­να δι­η­γή­μα­τα, ἕ­να ποὺ νὰ δι­αρ­κέ­σει, ποὺ νὰ πε­ρι­έ­χει ὁ­ρι­σμέ­νη ποι­η­τι­κὴ δι­ά­στα­ση, ὁ­ρι­σμέ­νη εὐ­θρα­στό­τη­τα σύν­θε­σης, ἕ­να ἴ­χνος ἀ­λη­θι­νῆς ζω­ῆς καὶ στὸ ὁ­ποῖ­ο νὰ κα­τά­φε­ρα νὰ δέ­σω ἐμ­πει­ρί­ες, συ­νη­θι­σμέ­νες ἢ ἀ­ξι­ο­πε­ρί­ερ­γες, μὲ τὶς κα­τάλ­λη­λες —ἀλ­λὰ καὶ ὄ­μορ­φες— λέ­ξεις, ἀ­φή­νον­τας μιὰ ἀν­τή­χη­ση, ἢ ἕναν βαθὺ ἀπόηχο μέσα στὸ νοῦ τοῦ ἀναγνώστη, ἕναν βαθὺ ἀπόηχο.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Πρώτη Δημοσίευση.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (ÁngelOlgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Ἐρωτήσεις καὶ μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

Φω­το­γρα­φί­α: Ἡ Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ καὶ ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο. Βι­βλι­ο­πω­λεῖο Nueva Gala, Γρα­νά­δα. Μάρ­τιος 2013. (Φω­το­γρα­φί­ες: Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ καὶ Jo­sé Guer­re­ro.)

 .

* * *

 . 08-Olgoso,Angel-Synenteyksi-Eikona-02

Φω­το­γρα­φί­α: Ὁ συγ­γρα­φέ­ας κα­τὰ τὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου του βι­βλί­ου, Las frutas de la luna. Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Nueva Gala, Μάρ­τιος τοῦ 2013, Γρα­νά­δα. (Φω­το­γρα­φί­ες: Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ καὶ Jo­sé Guer­re­ro.)

.

 * * *

.

ÁNGEL OLGOSO – NANCY ANGELI * ENTREVISTA

Nancy Angeli: Empecemos desde el principio. ¿Cómo empezó a escribir?

Ángel Olgoso: La culpa la tuvo la estupenda biblioteca del Colegio La Salle de Granada, donde permanecí interno tres años, a comienzos de los setenta. Alternaba la lectura de vidas de santos con los clásicos adaptados, las torturas de los mártires con las aventuras de Tintín o de Los Cinco de Enid Blyton. Comencé a destacar en redacciones escolares. A los doce años, en 1973, gané mi primer concurso, organizado por la Federación Andaluza de Montañismo: había que narrar una excursión que uno hubiera hecho a una montaña; yo nunca había ido, así que me la inventé de cabo a rabo y gané. Tal vez ahí empecé a fabular, a comprender el poder de la ficción, lo irresistible de su juego. Un buen día extraje de un estante “La casa encendida”, de Luis Rosales, que me propagó instantáneamente el fuego de la creación, el gusto por la palabra, por la imagen poética. Todavía me veo, con ternura, en mi cama del inmenso dormitorio comunal escribiendo versos de noche en una libreta minúscula, bajo las sábanas, a la luz de una linterna. El sarampión poético continuó varios años hasta que, en 1978, volví a sentir la combustión espontánea con la lectura de la “Antología de la literatura fantástica”, de Borges, Bioy y Ocampo. Aquel libro me inoculó para siempre el veneno del relato breve fantástico. Recuerdo con toda claridad que mi primer intento fue un microrrelato, una variación del célebre “Sola y su alma”, del norteamericano Thomas Bailey Aldrich, incluido en dicha antología.

       En el período que va de 1980 a 1995, me recuerdo inflamado de energía creativa: sentía la poderosa excitación del descubrimiento del mundo, del apremio respecto a la vida imaginaria, de la creación caudalosa y libre; sentía el gozo insensato de escribir con una tinta de lo más raro; me sentía, en definitiva, como el «obrero de sueños» de Salvatore Quasimodo. Durante aquellos quince años -con una desfachatez juvenil que me hacía saltar por encima de la verosimilitud, de la documentación, de las normas lingüísticas y de la mismísima existencia o no de las palabras- escribí “Nubes de piedra”, “Los días subterráneos”, “La hélice entre los sargazos”, “Cuentos de otro mundo” y dos grupos de relatos (“Gabinete victoriano” y “Cuentos del fumadero”) que luego aparecerían incluidos en “Los líquenes del sueño”. De cualquier modo, a pesar de lo copioso del bagaje, me costó veinte años -hasta 1999- publicar en ediciones que pudieran verse en el escaparate de una librería. Como Wallace Stevens, pensaba que el mundo imaginado era el bien definitivo, pero ya anhelaba compartirlo con los lectores.

Nancy Angeli: Muchos de sus lectores y críticos han catalogado su obra como “cuentos fantásticos”. ¿Está usted de acuerdo con tal denominación?

Ángel Olgoso: Totalmente. Miguel Ángel Muñoz, por ejemplo, considera que la lectura global de mi obra es una enciclopedia del género fantástico, en el que hay ejemplos de todas sus modalidades, alternadas dentro de mis libros “Cuentos de otro mundo”, “Los demonios del lugar”, “Astrolabio” y “La máquina de languidecer”. Reconozco que me gusta lo poco común, que me encuentro cómodo con lo extraño, que no me interesa contar -ni tampoco sé hacerlo- lo que le pasa todos los días a todo el mundo. Pero no cultivo lo fantástico por mero capricho, lo hago irremediablemente porque responde a mi percepción de la realidad. Mi visión de las cosas es extraña y la realidad lo es aún más. Proust decía que el verdadero descubrimiento no consiste en buscar nuevos paisajes sino en poseer nuevos ojos. La mía es una literatura de imaginación, de torsión de lo real, con un obsesivo gusto por los contenidos expectantes y vertiginosos, insólitos y perturbadores. El relato fantástico me permite escapar de lo consabido, de lo ordinario, de lo banal, del repertorio tan limitado que tiene lo que Eça de Queirós llamaba “la impertinente tiranía de la realidad”. La literatura fantástica nos permite innumerables formas de acercamiento al envés de las cosas, es un mundo infinito de posibilidades, un mundo que se enfrenta al mundo real y, al hacerlo, puede producir una enorme colisión o un simple contraste, pero de ese choque se desprende una lluvia de chispas que ilumina nuestras pobres vidas.

       Mi lema sería: me esfuerzo de buena gana en pensar cosas en las que pienso que los demás no pensarán. Sí, siempre me ha impulsado lo fantástico, la eventualidad de hacer posible lo imposible, de violentar el orden natural, de librar al lector de la prosaica, vulgar y menesterosa cárcel de lo cotidiano, de mostrarle otras perspectivas, otras dimensiones. La razón no agota las respuestas posibles y lo fantástico no niega la realidad, sólo amplía el foco sobre ella y a su luz podemos ver ángulos inéditos, rincones apartados que permanecen entre sombras.

Nancy Angeli: ¿Cuál es el detonante a la hora de escribir un cuento?

Ángel Olgoso: A partir de una pulsión, a partir de una idea recurrente, de un sueño, de una imagen, de un recuerdo, de un título, comienzo por descartar lo real de esa visión fugaz (de hecho, la obsesiva negación de lo real, la justificación de cosas imposibles, es una de mis dos piedras angulares; la otra sería sorprender e inquietar al lector, hacerle perder el suelo bajo los pies). Después trabajo cada relato a conciencia, en clave de orfebre, como una escultura a la que me dedico en cuerpo y alma: mientras lo voy dotando de verosimilitud y coloreando con detalles, persigo la palabra exacta, precisa, inaudita, ese término expresivo, pintoresco o raro que sin embargo parece adecuarse perfectamente a la narración, esa palabra que resplandece como una luciérnaga, que tiene el poder de inaugurar mundos, de convocar realidades, de crear emociones. Unas pocas veces es un proceso puramente febril; la mayoría, en cambio, es una tarea disciplinada en la que el resultado sólo se revela después de muchas idas y venidas. Lo único que necesito es mucho tiempo por delante, sin interrupciones, porque además escribo muy lentamente (aunque mi lentitud está más cerca del defecto que de la virtud). Escribo relato a relato, sin pensar que van a conformar un libro, y no me importa en absoluto que no estén enlazados por ese absurdo tópico de los mimbres comunes. A veces, a posteriori, es posible hallar un hilo que los mantiene ligeramente unidos: por ejemplo, las extrañas, oscuras y angustiosas atmósferas de los relatos de “Los demonios del lugar”, en las que predominaba la visión del prójimo como el más refinado de los torturadores, fueron fruto inconsciente de una serie de experiencias vitales desdichadas.

Nancy Angeli: ¿Le plantean a uno muchos problemas los llamados “finales perfectamente cerrados” en los relatos breves?

Ángel Olgoso: A excepción de mi último libro publicado, “Las frutas de la luna”, y del último escrito, “Breviario negro”, en los que comienzan a aparecer finales algo más abiertos, la mayoría de mis cuentos aspiran a encontrar ese final que redondea la historia. Y, normalmente, es lo primero que tengo en la cabeza antes de comenzar a trabajar un relato. Pero sin olvidar que cada uno de ellos debe cristalizar según la necesidad interna que gobierna su extensión, su estructura, su voz narrativa, su ritmo. Al ser mi visión de los relatos la de un mecanismo perfecto en el que no sobra ni falta una palabra, la de un bocado medido, la de una miniatura concentrada e intensa, la de un texto destilado, por fuerza el final ha de cerrarse a la perfección. Es la aplicación lógica del célebre “efecto único” de Poe, a cuya consecución deben tender todos los elementos del cuento. De ahí que Pablo Neruda hablara de la “matemática tiniebla” de Poe, aludiendo al mecanismo de relojería de sus textos, a la suprema importancia de una elaboración minuciosa.

       Durante más de tres décadas, otro aspecto crucial ha gobernado los finales de mis relatos: la sorpresa, el cierre imprevisto y juguetón que desconcierta al lector. Quizá en mis últimos libros lo sorpresivo se ha hecho más sutil, la estocada se ha suavizado, pero siempre he sentido debilidad por los finales inesperados -siempre que sean coherentes-, pues esos giros incisivos, esas apoteosis, esas minúsculas implosiones, permiten amplificar el sentido, resolver o multiplicar el conflicto planteado y, sobre todo, reversibilizar el relato, releerlo en sentido inverso a la luz de ese final que no dejará indiferente al lector. Según Borges, si el final es asombroso e inevitable, mejor. Según Edmundo Valadés, es como pisarle la cola a un alacrán para conocer su exacta dimensión.

Nancy Angeli: Tengo entendido que es usted una especie de “ermitaño”. ¿Sustituye la quietud exterior, una vida interior inquietante?

Ángel Olgoso: Es cierto que tengo unas cuantas limitaciones (terrible timidez, carácter tercamente reservado, pereza para mercadear), pero sigo pensando que la invisibilidad es elegante y que la única tarea del escritor es buscar la excelencia literaria. Durante décadas me he dedicado exclusivamente a cultivar mi pequeño jardín de relatos con una pasión tranquila y solitaria, no por pretensiones de pureza artística -o no sólo- sino porque, en mi ingenuidad, pensaba que un escritor debía limitarse simplemente a escribir y no a perder el tiempo en ruidosas actividades sociales o de promoción: se sobreentiende que los frutos del arte y de la imaginación deben madurar en la penumbra del silencio, de la calma y de la soledad.

       Más que sustituir la quietud exterior a la inquietud interior, se necesitan mutuamente. Me resulta muy difícil crear si no cuento con un colchón de tranquilidad y rutina. De otra forma no podría recorrer ese camino misterioso que va hacia el interior del que hablaba Novalis, porque según él es en nosotros y no en otra parte, donde se halla la eternidad de los mundos, el pasado y el futuro. Sin embargo, ahora precisamente que -sobre todo en los países del sur de Europa- estamos viviendo tiempos convulsos, dramáticos, obscenos, el escritor quizá deba mirar lo real con ojos bien abiertos, luchar por cada átomo de imaginación, devolverle a las palabras (desprovistas de sentido, pervertidas a diario por el poder político y económico) su belleza, su autenticidad, su carga imaginativa, su fulgor genuino.

       En fin, cada uno tiene su propia forma de ser, y su propia caligrafía, y no puede hacer nada por evitarlo. Recuerdo con una sonrisa las palabras con que terminó Miguel Ángel Muñoz la presentación pública de “Los líquenes del sueño”: “Pienso que no debe ser fácil ser Olgoso, convivir con sus pesadillas y su perfeccionismo extraño. Nosotros somos afortunados porque, no siendo Olgoso, podemos llegar lo más cerca de ello que es posible sin provocar ningún daño a nuestra salud: podemos leerlo”.

Nancy Angeli: Escribir sobre lo invisible, lo desconcertante, las realidades paralelas, ¿es un acto de huida de esta realidad que nos rodea, o más bien un acto de confirmación de la existencia de ella?

Ángel Olgoso: No, no se trata de un plan de evasión, de una huida (y si lo fuera, sería huida de los lugares comunes), ni siquiera de una modesta magia contra la opresión de una realidad vulgar, asfixiante o aterradora; se trata en todo caso de revelación, de iluminación (Félix Grande acertó a identificar los cuentos breves con un fogonazo, a cuya luz vemos de pronto y por primera vez un rincón apartado que había permanecido entre sombras), ya que el fantástico permite acceder, con mayor audacia y complejidad, a los rincones más increíbles. Mi tema es, en pocas palabras, el extrañamiento, esa categoría estética que modifica nuestra percepción de la realidad, es decir, la relación entre lo real y lo improbable. Siempre he creído, como Thomas Hardy, que sólo lo excepcional es digno de ser contado; y siempre he pensado, como Einstein, que la realidad no es más que una ilusión persistente; por eso, al escribir, la contemplo como esas ondulaciones del aire por el calor, esas refracciones que la convierten en otra realidad, menos limitada, más movediza y de límites imprecisos, en un espejismo de formas atractivamente engañosas. Como buen solipsista, considero que cada uno crea su propia realidad.

       Se dice que el arte vive en las delgadas fronteras que separan lo real de lo irreal. Es precisamente ese mundo fronterizo, ese límite donde se borran las diferencias entre las imposibles criaturas de la mente y las criaturas de la realidad, ese sendero que conduce al vasto territorio de lo fantástico, el que llevo explorando desde hace más de treinta años. Se trata en definitiva de la facultad de jugar, de agregar algo a la Creación (“enmiendas a los planes de la Creación” llamó Arreola al fantástico), de suplantarla, de reinterpretarla mediante enfoques temerarios y saltos impensados, mediante ejercicios libres de la imaginación sin trabas que sitúan al lector sobre la cuerda floja del espacio y el tiempo, impidiéndole una aceptación sumisa de la realidad.

Nancy Angeli: ¿Para quién escribe Ángel Olgoso?

Ángel Olgoso: Para los lectores que aprecian la literatura y la belleza. Para los lectores que prefieren paladear las pulidas frases de un relato a emborracharse con las obsesivas e inacabables de una novela, que eligen la intensidad a la languidez, morder más que masticar, hacer un viaje al centro más que hacia un horizonte que se aleja sin cesar. Para los lectores que aborrecen lo banal y lo común, que desdeñan los áridos desiertos del realismo, del costumbrismo y del naturalismo, que escogen beber la nutritiva leche de los sueños a comer la áspera hogaza de la vida ordinaria, que desean sorber la emoción del misterio y la incertidumbre, saciar el inmortal anhelo de oír cuentos, la cosquilleante necesidad de vivir otras vidas, de habitar otras dimensiones, otros territorios perdidos en el ensueño y la lejanía. Para lectores de mentes ágiles, de una atención sin descanso, con cierto bagaje cultural que les ayude a apreciar mejor las referencias históricas, literarias o estéticas.

       Suelen decir que mis relatos requieren un lector exigente, de mente ágil, de una atención sin descanso, con cierto bagaje cultural que le ayude a apreciar mejor las referencias históricas, literarias o estéticas. En cualquier caso, antes de ser exigente con mis lectores procuro serlo conmigo mismo (tratar de agradar al lector puede llevar a la mercadería), alejándome del lenguaje funcional, buscando que los relatos precisen más de una lectura, intentando crear un mundo personal y extraño que se baste a sí mismo, aunando la precisión y belleza del lenguaje con la singularidad de la historia, intentando dar en la diana del lector para hacerle sentir o reflexionar, para lograr que los relatos lo acompañen mucho después de su lectura, como un ascua incandescente de la que no puede desprenderse, como un rescoldo que aún calentara sus corazones.

Nancy Angeli:¿Por qué cualidades de su obra le gustaría que le recordasen?

Ángel Olgoso: No sé si mi obra contiene cualidades, pero ojalá le esté procurando a los lectores el placer de abolir para ellos -siquiera durante unas horas- el espacio y el tiempo, de situarlos en una atmósfera en la que es posible lo imposible, de desasosegarlos, de ayudarlos a encontrar la misteriosa belleza del mundo en su más ocultos pliegues.

       Ojalá haya escrito, entre los casi quinientos publicados, un cuento que perdure, que contenga cierta dimensión poética, cierta delicadeza compositiva, un ápice de vida verdadera, y en el que haya sabido engastar las experiencias -comunes o insólitas- con las palabras justas pero también hermosas, habiendo dejado una reverberación o una profunda resonancia en la mente del lector, una profunda resonancia.

.

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Χέρια ποὺ βλέπουν

.

07-Olgoso,Angel-CheriaPouBlepoun--Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Χέρια ποὺ βλέπουν

(Manos que ven)

 .

11-Epsilon-Magnussonnenes_saga_1_-_G__MuntheΝΑ ΑΙΩΝΙΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ κα­λο­και­ριοῦ. Ἀ­νη­φο­ρί­σα­με τὸ σο­κά­κι ἐ­κεί­νου τοῦ λευ­κοῦ καὶ ἥ­συ­χου χω­ριοῦ τοῦ Νό­του πι­α­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸ χέ­ρι. Στὴ γω­νί­α, τρεῖς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νες στὴν σκιά, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νες στὶς μο­δι­στρι­κές τους ἐρ­γα­σί­ες, ἀ­δι­ά­φο­ρες μπρο­στὰ στὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τῶν του­ρι­στῶν. Με­ρι­κὲς ψά­θι­νες κα­ρέ­κλες , ἕ­να μι­κρὸ τραν­ζί­στορ, κά­ποι­α γε­ρά­νια, ἕ­να μουρ­μου­ρη­τό, λί­γες ἀ­σπι­δί­στρες. Ἐ­κεί­νη δὲν βλέ­πει πα­ρὰ μό­νο τα μαῦ­ρα φο­ρέ­μα­τα καὶ τὶς ἀ­να­ρίθ­μη­τες ρυ­τί­δες τοῦ δέρ­μα­τος. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς πῶ ὅ­τι σχη­μα­τί­ζουν ἕ­να ξε­χω­ρι­στὸ ση­μεῖ­ο στὸ χρό­νο, στὸν κό­σμο, ὅ­τι ἡ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­των ἐ­τῶν ἱ­κα­νό­τη­τα τῶν δα­χτύ­λων τους εἶ­ναι μιὰ ἐκ­δή­λω­ση ἱ­ε­ρό­τη­τας, ὅ­τι οἱ κι­νή­σεις αὐ­τὲς ἔ­χουν κά­τι τὸ ἀ­ρά­χνι­νο, τὸ ἀ­ναλ­λοί­ω­το καὶ ὅ­τι δὲν ἁ­πα­λύ­νουν τὸν πό­νο, ὅ­ταν τὸ πε­πρω­μέ­νο ὑ­φαί­νει τὴν πλε­κτά­νη του. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς πῶ ὅ­τι ὅ­σο ἡ μιὰ γνέ­θει, ἡ ἄλ­λη τυ­λί­γει καὶ ἡ τρί­τη κό­βει τὸ νῆ­μα τῆς ζω­ῆς τῶν ἀν­θρώ­πων.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (ÁngelOlgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

 .

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Ἀνεβαίνοντας κάτω

.

06-Olgoso,Angel-AnebainontasKato-Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Ἀνεβαίνοντας κάτω

(Subir abajo)

 .

Στὴν P­a­l­ma A­m­o­r­os

 .

08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΝΑ ΠΟΛΥ ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΔΙ μα­θαί­νει σή­με­ρα ν’ ἀ­νε­βαί­νει μό­νο του καὶ κρα­τών­τας τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α του, τὶς σκά­λες ποὺ ὁ­δη­γοῦν στὸν δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο. Νι­ώ­θει φό­βο, ἀλ­λὰ καὶ μιὰ ἄ­πλη­στη ἐ­πι­θυ­μί­α ν’ ἀρ­χί­σει τὴν ἀ­νά­βα­ση. Ση­κώ­νει τὸ δε­ξί του πο­δα­ρά­κι μέ­χρι τὸ πρῶ­το σκα­λί. Τὸ ἀ­ρι­στε­ρό, ἀμ­φι­τα­λαν­τευ­ό­με­νο, ὑ­πο­βο­η­θᾶ τὴν κί­νη­ση. Τρο­μαγ­μέ­νο ἀ­κό­μα, ρι­ψο­κιν­δυ­νεύ­ει με­ρι­κὰ ἀ­κό­μη βή­μα­τα χω­ρὶς νὰ στη­ρί­ζει τὰ χέ­ρια του στὸν τοῖ­χο. Τὸ φαν­τα­στι­κὸ κον­τά­ρι ἑ­νὸς ἀ­κρο­βά­τη εἶ­ναι ὁ μυ­στι­κός του σύμ­μα­χος. Κα­θυ­στε­ρεῖ στὰ κεν­τρι­κὰ σκα­λο­πά­τια κι ὕ­στε­ρα, λί­γο πιὸ ἀ­νά­λα­φρο, σχη­μα­τί­ζει ζὶγκ-ζὰγκ σὰν τὰ φι­δο­γυ­ρι­στὰ δρο­μά­κια ποὺ δι­α­τρέ­χουν τὶς πλα­γι­ές. Στὸ τέ­λος, ἔ­χον­τας πιὰ ἀ­νέ­βει, πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν ἴ­λιγ­γο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, τὸ δι­α­κα­τέ­χει μιὰ σύν­το­μη καὶ ἀ­νε­ξή­γη­τη χα­ρὰ καὶ ξαφ­νι­κὰ κα­τε­βαί­νει, εἶ­ναι πιὰ ἕ­νας γέ­ρος ποὺ μά­χε­ται ἐ­νάν­τια στὸν κίν­δυ­νο τῆς σκά­λας μὲ τα­ρα­χὴ καὶ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τα, συν­θέ­τον­τας προ­σε­κτι­κὰ κά­θε βῆ­μα, ὅ­πως ὅ­ταν ἦ­ταν ἕ­να πο­λὺ μι­κρὸ παι­δί.


Δραματοποίηση: Σταῦρος Λαδικός:

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

 .

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Ἡ διάφανη γυναίκα

.

05-Olgoso,Angel-IDiafaniGynaika-Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Ἡ διάφανη γυναίκα

(A mujer transparente)

 .

H-Itta-SomataΓΥΝΑΙΚΑ γδύ­νε­ται, ἀ­λεί­φει σχο­λα­στι­κὰ μὲ μέ­λι ὅ­λο της τὸ σῶ­μα, κυ­λι­έ­ται μὲ ἐ­πί­γνω­ση πά­νω σ’ ἕ­ναν σω­ρὸ στά­ρι ποὺ βρί­σκε­ται στὸν σι­το­βο­λώ­να, μα­ζεύ­ει μὲ προ­σή­λω­ση, ἕ­ναν πρὸς ἕ­να, τοὺς κολ­λη­μέ­νους στὸ σῶ­μα της κόκ­κους καὶ φτιά­χνει μ’ αὐ­τοὺς μιὰ γευ­στι­κὴ πί­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ τα­ΐ­σει τὸν ἄν­δρα ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­ψει.

     Μα­ζὶ μὲ τὰ ξύ­λα τοῦ φούρ­νου παίρ­νουν φω­τιὰ πα­λι­ὲς πλη­γὲς καὶ κα­κί­ες, καί­γον­ται γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ φό­βοι καὶ ἐ­γω­ι­σμοί, τὰ δά­κρυ­α ξε­σποῦν ἐκ νέ­ου ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς σπί­θες ἀ­να­δύ­ον­τας μιὰ εὐ­ω­δια­στὴ μυ­ρω­διὰ ποὺ ἀ­ρω­μα­τί­ζει τὸ σπί­τι σὰν λι­βά­νι. Τὰ μά­τια τῆς γυ­ναί­κας, ἄ­γρυ­πνα καὶ καρ­τε­ρι­κά, στρέ­φον­ται πρὸς τὴν εἴ­σο­δο καὶ ἡ καρ­διά της χτυ­πᾶ μὲ μιὰ δύ­να­μη ποὺ μοιά­ζει νὰ ξε­χύ­νε­ται ἀ­π’ τὶς πόρ­τες. Ἄ­φη­σε λυ­τά τα μαλ­λιά της καὶ στό­λι­σε τὸ τρα­πέ­ζι μὲ λου­λού­δια γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ δε­λε­α­στι­κὸ ἔ­δε­σμα. Ὅ­ταν ὁ ἄν­δρας φτά­νει, προ­σπερ­νά­ει τὴ γυ­ναί­κα καὶ χω­ρὶς νὰ στα­θεῖ, οὔ­τε νὰ τὴν κοι­τά­ξει, ἀ­να­κοι­νώ­νει ὅ­τι εἶ­ναι φα­γω­μέ­νος.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Ἀστρολάβος (As­tro­la­bio, ἐκδ. Cuentos del vigia, Γρανάδα, 2007).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

 .

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Πύλη στὴν αὐλὴ τῶν θαυ­μά­των

.

04-Olgoso,Angel-PyliStinAyliTonThaymaton-Eikona-02

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Πύλη στὴν αὐλὴ τῶν θαυ­μά­των

(Puerta en le jardin de las maravillas)

 .

02-EpsilonΦΤΑ τὸ πρω­ί. Χτυ­πά­ω κάρ­τα φτά­νον­τας στὴ δου­λειά. Κά­θο­μαι στὸ γρα­φεῖ­ο, ὅ­πως ἐ­πι­βάλ­λει ἡ ρου­τί­να. Ἡ μο­νό­το­νη ἐρ­γα­σια­κὴ μέ­ρα ξε­κι­νᾶ σή­με­ρα μὲ τὴν κα­τά­ρα ἑ­νὸς γη­τευ­τῆ. Τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὰ χρυ­σὰ μαλ­λιὰ ποὺ με­τα­τρά­πη­κε σὲ βά­τρα­χο κρύ­βε­ται μέ­σα στὴν τρύ­πια κου­φά­λα ἑ­νὸς δέν­τρου τοῦ Δί­α. Ἔ­χει τὸν Λί­θο τῆς Κα­λῆς Τύ­χης φυ­λαγ­μέ­νο μέ­σα στὸ κε­φά­λι της. Μό­νο ἕ­να δόν­τι Ἀν­θρω­πό­μορ­φης Νυ­φί­τσας πι­α­σμέ­νη κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἔ­κλει­ψης τῆς Σε­λή­νης μπο­ρεῖ νὰ τὴ σώ­σει, ἀλ­λὰ ἡ Ἀν­θρω­πό­μορ­φη Νυ­φί­τσα ζεῖ στὸ δά­σος ποὺ ρο­βο­λοῦν οἱ Κέν­ταυ­ροι, πέ­ρα ἀ­π’ τὴν Ἀ­ση­μέ­νια Πο­λι­τεί­α. (Μι­σὴ ὥ­ρα δι­ά­λειμ­μα, σάν­του­ιτς λα­χα­νι­κῶν, μιὰ μπύ­ρα, δυ­ὸ τσι­γά­ρα.) Ξε­κι­νῶ, λοι­πόν, ὄ­χι χω­ρὶς νὰ ἔ­χω πρὶν κρύ­ψει κάμ­πο­σα κλα­διὰ ἐ­στραγ­κὸν μέ­σα στὰ σαν­δά­λια μου γιὰ νὰ δώ­σουν δύ­να­μη καὶ ἐ­λα­φρό­τη­τα στὰ βή­μα­τά μου. Σὰν ἕ­νας σπό­ρος ποὺ με­τα­φέ­ρει ὁ ἄ­νε­μος, δι­α­σχί­ζω τὰ Τρο­μαγ­μέ­να Βου­νά, μά­χο­μαι ἐ­νάν­τια σὲ γι­γάν­τια λου­λα­κὶ μυρ­μήγ­κια, γι­α­τρεύ­ω τὶς πλη­γές μου μὲ σκό­νη ἀ­πὸ ρί­ζα καμ­πα­νού­λας, δι­εισ­δύ­ω στὴν Ἀ­ση­μέ­νια Πο­λι­τεί­α μέ­σῳ μιᾶς ἀ­ό­ρα­της χα­ρα­μά­δας ποὺ ὑ­πάρ­χει στὰ τεί­χη μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ μα­γι­κοῦ μου σκού­φου ἀ­πὸ σκιὰ ποὺ κα­λύ­πτει πάν­τα το κε­φά­λι μου, πί­νω τὸ νε­ρὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ σι­δη­ρουρ­γοὶ κρυ­ώ­νουν τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τους γιὰ νὰ μὴν ξε­χά­σω τὴν ἀ­πο­στο­λή μου, στὶς πλά­τες ἑ­νὸς σκα­ρα­βαί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ἔ­χω νοι­κιά­σει, πε­τά­ω μέ­χρι τὰ σύ­νο­ρα τοῦ Δά­σους τῶν Κεν­ταύ­ρων καὶ ὅ­ταν ὁ σκα­ρα­βαῖ­ος μὲ προ­ει­δο­ποι­εῖ ὅ­τι ὅ­ποι­ος ἐ­πι­χεί­ρει νὰ μπεῖ σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ ἕ­λη χά­νει τὴν κρί­ση του, εἶ­ναι πιὰ τρεῖς το με­ση­μέ­ρι. Χτυ­πά­ω πά­λι κάρ­τα, ἀ­φή­νω πί­σω μου τὸ γρα­φεῖ­ο, ἀ­νε­βαί­νω στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο καὶ ἐ­πι­στρέ­φω σπί­τι μὲς στὴν ρου­τί­να.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009». Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

 .