Τζόις Κάρολ Ὄουτς (Joyce Carol Oates): Εὐτυχισμένη

 

.

Τζόις Κάρολ Ὄουτς (J­o­y­ce C­a­r­ol O­a­t­es)

Εὐτυχισμένη

(H­a­p­py)

.

ΠΕ­ΣΤΡΕ­ΨΕ ΜΕ ΤΟ Α­Ε­ΡΟ­ΠΛΑ­ΝΟ τὰ Χρι­στού­γεν­να, ἡ μη­τέ­ρα της καὶ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της τὴν πε­ρί­με­ναν στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο. Ἡ μη­τέ­ρα της τὴν ἀγ­κά­λια­σε σφι­χτὰ καὶ τῆς εἶ­πε πὼς ἦ­ταν στὶς ὀ­μορ­φι­ές της, καὶ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της τῆς ἕ­σφι­ξε τὸ χέ­ρι καὶ τῆς εἶ­πε, Ναὶ καὶ βέ­βαι­α ἦ­ταν στὶς ὀ­μορ­φι­ές της καὶ τὴν κα­λω­σό­ρι­σε. Οἱ φα­βο­ρί­τες στὰ στρουμ­που­λά του μά­γου­λα εἶ­χαν πε­ρί­γραμ­μα κο­φτε­ρὸ σὰν ξυ­ρά­φι κι ἄλ­λα­ζαν χρῶ­μα, γκρί­ζα­ραν, χα­μη­λὰ στὸ πρό­σω­πό του. Στὴ χει­ρα­ψί­α του, ἔ­νι­ω­σε τὸ χέ­ρι της μι­κρὸ καὶ νο­τι­σμέ­νο, τὰ κό­κα­λά της σχε­δὸν ἕ­τοι­μα νὰ σπά­σουν. Ἡ μη­τέ­ρα της τὴν ἀγ­κά­λια­σε πά­λι, Θε­έ μου χαί­ρο­μαι τό­σο πο­λὺ ποὺ σὲ βλέ­πω, καὶ οἱ φλέ­βες στὰ μπρά­τσα της ἔ­μοια­ζαν μὲ σκοι­νιὰ πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­σο θυ­μό­ταν ἡ μι­κρή, τὰ μπρά­τσα της πιὸ ἀ­δύ­να­τα, ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα της ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη, τὸ ἔ­νι­ω­θες στὰ πάν­τα πά­νω της. Τὸ πα­χὺ στρῶ­μα τοῦ μα­κι­γι­ὰζ στὸ πρό­σω­πό της εἶ­χε μιὰ ἀ­ρω­μα­τι­σμέ­νη ρο­δα­κι­νὶ ἀ­πό­χρω­ση ποὺ ἔ­σβη­νε ἐ­πι­δέ­ξια στὸν λαι­μό της. Στὸ ἀ­ρι­στε­ρό της χέ­ρι φο­ροῦ­σε ἕ­να και­νούρ­γιο δα­χτυ­λί­δι: ἕ­να μι­κρὸ ἀ­στρα­φτε­ρὸ δι­α­μάν­τι δε­μέ­νο ψη­λὰ μὲ μυ­τε­ρὲς δι­χά­λες ἀ­πὸ λευ­κό­χρυ­σο.

       Στα­μά­τη­σαν γιὰ ἕ­να πο­τὸ στοῦ Ἴ­ζι Σὰλ δί­πλα στὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο, ἡ μι­κρὴ πῆ­ρε μιὰ σό­δα μὲ μιὰ φέ­τα λά­ιμ (πο­λὺ μο­δά­το, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα της), ἡ μη­τέ­ρα της καὶ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γός της πῆ­ραν μαρ­τί­νι μὲ πά­γο, ποὺ ἦ­ταν τὰ «ἑ­ορ­τα­στι­κά» πο­τά τους. Γιὰ λί­γο, μί­λη­σαν γι’ αὐ­τὸ ποὺ σπού­δα­ζε ἡ μι­κρὴ καὶ τί σχέ­δια εἶ­χε καὶ ὅ­ταν αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ἐ­ξαν­τλή­θη­κε μί­λη­σαν γιὰ τὰ δι­κά τους σχέ­δια, νὰ ξε­φορ­τω­θοῦν τὸ πα­λιὸ σπί­τι, αὐ­τὴ ἦ­ταν μιὰ ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες ἀγ­γα­ρεῖ­ες, ν’ ἀ­γο­ρά­σουν ἕ­να μι­κρό­τε­ρο, πιὸ και­νούρ­γιο, ἢ ἴ­σως νὰ νοι­κιά­σουν κά­τι προ­σω­ρι­νά. Ὑ­πάρ­χει ἕ­να και­νούρ­γιο συγ­κρό­τη­μα κα­τοι­κι­ῶν δί­πλα στὸ πο­τά­μι, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα τῆς κο­πέ­λας, θὰ σοῦ τὸ δεί­ξου­με ὅ­ταν θὰ περ­νᾶ­με ἀ­πὸ κεῖ· με­τὰ ρου­θού­νι­σε γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, ἤ­πι­ε μιὰ γου­λιὰ ἀ­πὸ τὸ μαρ­τί­νι της, ἔ­σφι­ξε τὸ μπρά­τσο τῆς κο­πέ­λας, κι ἔ­γει­ρε τὸ κε­φά­λι της κον­τὰ στὸ δι­κό της, χα­χα­νί­ζον­τας. Χρι­στέ μου, εἶ­πε, εἶ­μαι τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ποὺ ἔ­χω τοὺς δύ­ο ἀν­θρώ­πους ποὺ ἀ­γα­πῶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ κά­θε ἄλ­λον στὸν κό­σμο ἐ­δῶ μα­ζί μου. Ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Μιὰ σερ­βι­τό­ρα μὲ ἐ­φαρ­μο­στὴ μαύ­ρη σα­τὲν στο­λὴ ἔ­φε­ρε ἄλ­λα δυ­ὸ μαρ­τί­νι κι ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ γυ­ά­λι­νο μπο­λά­κι μὲ ἁ­λα­τι­σμέ­νους ξη­ροὺς καρ­πούς. Εὐ­χα­ρι­στῶ γλυ­κιά μου! εἶ­πε ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της.

      Ἡ κο­πέ­λα δὲν εἶ­χε μι­λή­σει μὲ τὴ μη­τέ­ρα της πά­νω ἀ­πὸ δύ­ο ἢ τρεῖς φο­ρὲς γιὰ τὰ σχέ­διά της νὰ ξα­να­παν­τρευ­τεῖ, πάν­τα σὲ ὑ­πε­ρα­στι­κὰ τη­λε­φω­νή­μα­τα, ἡ μη­τέ­ρα της ὅ­λο ἔ­λε­γε Ναὶ ἐ­σὺ τὸ θε­ω­ρεῖς ξαφ­νι­κὸ ἀλ­λὰ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα πάν­τα ξαφ­νι­κὰ εἶ­ναι, τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις ἀ­μέ­σως ἢ δὲν τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις πο­τέ. Πε­ρί­με­νε καὶ θὰ δεῖς. Ἡ κο­πέ­λα μι­λοῦ­σε ἐ­λά­χι­στα, μουρ­μου­ρί­ζον­τας Ναὶ ἢ Δὲν ξέ­ρω ἢ Μᾶλ­λον ἔ­τσι εἶ­ναι. Ἡ μη­τέ­ρα της ἔ­λε­γε Μὲ κά­νει νὰ νι­ώ­θω πά­λι ὄ­ρε­ξη γιὰ ζω­ή. Νι­ώ­θω, ξέ­ρεις, σὰν γυ­ναί­κα ξα­νά, καὶ ἡ κο­πέ­λα δὲν ἀ­παν­τοῦ­σε ἀ­πὸ ὑ­περ­βο­λι­κὴ ἀ­μη­χα­νί­α. Ἀρ­κεῖ νὰ εἶ­σαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη, ἔ­λε­γε.

      Τώ­ρα εἶ­χε πά­ει σχε­δὸν ὀ­κτώ­μι­σι, καὶ ἡ κο­πέ­λα ἔ­νι­ω­θε μιὰ ἐ­λα­φριὰ ζα­λά­δα ἀ­πὸ τὴν πεί­να, ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα της καὶ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της ἦ­ταν στὸν τρί­το γύ­ρο τῶν πο­τῶν τους. Στοῦ Ἴ­ζι Σὰλ εἶ­χε καὶ ψυ­χα­γω­γί­α, πρῶ­τα ἕ­ναν πι­α­νί­στα γιὰ μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση, πα­λι­ὲς ἐ­πι­τυ­χί­ες τοῦ Χόγ­κι Καρ­μά­ι­κλ, με­τὰ μιὰ τρα­γου­δί­στρια, μαύ­ρη, μ’ ἕ­να κόκ­κι­νο φό­ρε­μα μὲ πού­λι­ες καὶ βα­θὺ ντε­κολ­τέ, με­τὰ μιὰ κω­μι­κό, μιὰ νε­α­ρὴ γύ­ρω στὰ εἰ­κο­σι­έ­ξι, μὲ μι­κρὸ ὀ­στε­ῶ­δες γω­νι­ῶ­δες πρό­σω­πο, χω­ρὶς μα­κι­γι­άζ, μὲ κού­ρε­μα πάνκ, σκου­ρο­κά­στα­να μαλ­λιὰ μὲ μπρι­γιαντί­νη, μαύ­ρη ὁ­λό­σω­μη φόρ­μα ἀ­πὸ δερ­μα­τί­νη, λε­κά­νη προ­τε­τα­μέ­νη σὲ μιὰ πό­ζα ποὺ χλεύ­α­ζε τὰ μον­τέ­λα τοῦ Βόγκ, ἡ ἐκ­φο­ρά της γρή­γο­ρη ἀ­ναι­δὴς ἀ­νέκ­φρα­στη μὲ τὴ μορ­φὴ μουρ­μου­ρι­στῶν σύν­το­μων μο­νο­λό­γων, σὰν νὰ σκε­φτό­ταν φω­να­χτά, λὲς καὶ οἱ θα­μῶ­νες ἁ­πλῶς τύ­χαι­νε νὰ κρυ­φα­κοῦ­νε, Τὸ ὡ­ραῖ­ο ὅ­ταν κά­νεις ἔ­κτρω­ση νω­ρὶς τὸ πρω­ὶ εἶ­ναι, ἒ ξέ­ρεις ὅ­τι ἡ ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα ἒ θὰ πά­ει κα­λύ­τε­ρα γα­μῶ­το, ἔ­τσι; Εἶ­ναι μι­σὴ ντου­ζί­να ἄν­θρω­ποι σ’ ἕ­να ἒ τζα­κού­ζι, ἒ λε­σβί­ες σὲ μιὰ με­γά­λη μπα­νι­έ­ρα, ἕ­να καυ­τὸ και­νούρ­γιο παι­χνί­δι ποὺ λέ­γε­ται «μου­σι­κὲς τρύ­πες», ἒ ἴ­σως δὲν ἔ­χει πιά­σει ἀ­κό­μα στὸ Νιοὺ Τζέρ­σι γι’ αὐ­τὸ δὲν γε­λά­ει κα­νείς, ἔ; ἡ κο­πέ­λα δὲν ἔ­πι­α­νε τὰ λό­για κα­θὼς ἦ­ταν πο­λὺ γρή­γο­ρα καὶ μα­ση­μέ­να ἀλ­λὰ ἡ μη­τέ­ρα της καὶ ὁ και­νού­ριος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της ἔ­δει­χναν νὰ τ’ ἀ­κοῦ­νε, ὅ­πως καὶ νά ‘χε γε­λοῦ­σαν, πα­ρό­τι με­τὰ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της τοὺς ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε ὅ­τι δὲν ἐ­νέ­κρι­νε τὰ προ­στυ­χό­λο­γα ἀ­πὸ τὰ χεί­λη γυ­ναι­κῶν, εἴ­τε ἦ­ταν λε­σβί­ες εἴ­τε ὄ­χι.

      Στα­μά­τη­σαν γιὰ βρα­δι­νὸ σ’ ἕ­να πο­λυ­νη­σια­κὸ ἑ­στι­α­τό­ριο δέ­κα μί­λια με­τὰ τὰ δι­ό­δια τοῦ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μου, ἡ μη­τέ­ρα της ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι δὲν εἶ­χε τί­πο­τα κα­λὸ γιὰ φα­γη­τὸ στὸ σπί­τι, καὶ εἶ­χε πά­ει ἀρ­γὰ ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι, αὔ­ριο θὰ ἔ­φτια­χνε ἕ­να ὡ­ραῖ­ο με­γά­λο δεῖ­πνο, Δὲν σὲ πει­ρά­ζει κα­λή μου ἔ­τσι; Ἡ μη­τέ­ρα της τσα­κώ­θη­κε μὲ τὸν και­νούρ­γιο σύ­ζυ­γό της, ἐ­πει­δὴ μπῆ­καν στὸν αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μο καὶ ξα­να­βγῆ­καν ἀ­μέ­σως, ἀλ­λὰ στὸ δεῖ­πνο ἦ­ταν πά­λι σὲ με­γά­λα κέ­φια, γε­λών­τας συ­χνὰ-πυ­κνά, πι­α­σμέ­νοι χέ­ρι-χέ­ρι μέ­χρι νὰ ἔρ­θει τὸ ἑ­πό­με­νο πιά­το, πί­νον­τας ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τὸ ψη­λὸ πα­γω­μέ­νο ζω­η­ρό­χρω­μο τρο­πι­κὸ πο­τὸ τοῦ ἄλ­λου. Χρι­στέ μου εἶ­μαι τρε­λὸς γι’ αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα, εἶ­πε στὴν κο­πέ­λα ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της, ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα της ἦ­ταν στὴν του­α­λέ­τα, Ἡ μη­τέ­ρα σου εἶ­ναι μιὰ πρώ­της τά­ξε­ως κυ­ρί­α, εἶ­πε. Ἔ­συ­ρε πιὸ κον­τὰ τὴν ψά­θι­νη κα­ρέ­κλα του, ἔ­γει­ρε νο­τι­σμέ­νος καὶ ζε­στός, σαρ­κώ­δης, πά­νω της, μὲ τὸ χέ­ρι του στοὺς ὤ­μους της. Κα­νεὶς ἄλ­λος στὸν κό­σμο δὲν εἶ­ναι μο­νά­κρι­βος γιὰ μέ­να σὰν αὐ­τὴ τὴν κυ­ρί­α, θέ­λω νὰ τὸ ξέ­ρεις, τῆς εἶ­πε, καὶ ἡ κο­πέ­λα εἶ­πε Ναὶ τὸ ξέ­ρω, καὶ ὁ και­νούρ­γιος σύ­ζυ­γος τῆς μη­τέ­ρας της εἶ­πε μὲ ἔν­το­νη ἄ­γρια φω­νὴ σχε­δὸν ἕ­τοι­μος νὰ κλά­ψει, Ναί, νὰ πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος, γλυ­κιά μου: τὸ ξέ­ρεις.

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es, Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986.

Τζόις Κάρολ Ὄουτς (J­o­y­ce C­a­r­ol O­a­t­es) (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1938). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Βι­βλί­α της: Τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὸ τα­του­ὰζ, Ἡ ξαν­θιά κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τι­τλί­ζει ται­νί­ες.

 

Advertisements

Joyce-Carol Oates: Τὰ Ἀντικείμενα στὸν Καθρέφτη Βρίσκονται Πιὸ Κοντὰ Ἀπ’ Ὅσο Φαίνονται

 

 

Τζό­υς Κά­ρολ Ὄ­ουτς (Joyce-Carol Oates)

 

 Τὰ Ἀν­τι­κεί­με­να στὸν Κα­θρέ­φτη

Βρί­σκον­ται Πιὸ Κον­τὰ Ἀ­π’ Ὅ­σο Φαί­νον­ται

 

(Objects in Mirror Are Closer Than They Appear)

 

ΗΝ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ποὺ πέ­ρα­σες μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου τὴν Τρί­τη με­τὰ τὸ σχο­λεῖ­ο ἡ νταρ­ντά­να ξα­δέλ­φη μου μὲ τὰ κον­το­κου­ρε­μέ­να μαλ­λιά, ἡ Γκου­έν­το­λιν Μπάρ­νστεντ, ποὺ κα­θό­ταν δί­πλα μου καὶ κά­πνι­ζε στὰ μπρο­στι­νὰ σκα­λιά, εἶ­πε Δι­κέ μου! εἶ­σαι ὁ πιὸ ὄ­μορ­φος ἄν­δρας ποὺ εἶ­χε δεῖ στὴ ζω­ή της. Ἡ δι­κή μου προ­σο­χὴ ἔ­χει ἐ­πι­κεν­τρω­θεῖ στὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ ὄ­χη­μα ποὺ ὁ­δη­γεῖς, ἕ­να σέ­ξι τζὶπ μὲ με­γά­λα λά­στι­χα καὶ ἐ­πί­πε­δο παρ­μπρίζ, σὲ χρῶ­μα με­ταλ­λι­κὸ χα­κί, ὅ­πως ἡ πλά­τη ἑ­νὸς σκα­θα­ριοῦ. Ὥ­σπου τὸ μυα­λό μου νὰ ἐ­πε­ξερ­γα­στεῖ τὸ σχό­λιο τῆς Γκου­ὲν ἐ­σὺ ἔ­χεις ἤ­δη πε­ρά­σει.

         Ὡς γεν­νη­μέ­νη σκε­πτι­κί­στρια, ἡ μό­νη λο­γι­κὴ στὴν οἰ­κο­γέ­νεια, ρω­τά­ω τὴν Γκου­ὲν για­τί εἶ­σαι τό­σο ὄ­μορ­φος· τί τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο ἔ­χεις καὶ ἡ Γκου­ὲν λέ­ει, χα­μη­λώ­νον­τας τὴ φω­νή της σὰν νὰ μᾶς ἄ­κου­γε κά­ποι­ος (δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νείς, ἡ μα­μά μου εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νη καὶ ἄρ­ρω­στη στὸ κρε­βά­τι της στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο, κά­νον­τας ἕ­ναν θό­ρυ­βο σὰν νὰ ἀ­να­πνέ­ει μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­ναν βου­λω­μέ­νο σω­λή­να), «Μὲ τὰ σέ­ξι κα­τά­μαυ­ρα μαλ­λιά του ἔ­μοια­ζε μὲ “Ἰ­θα­γε­νὴ Ἀ­με­ρι­κα­νό”. Φαι­νό­ταν νὰ φο­ρά­ει ἕ­να λευ­κὸ που­κά­μι­σο, ξέ­ρεις – ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ που­κά­μι­σο μὲ μα­νί­κια. Δὲν ξέ­ρω, ἁ­πλῶς φαι­νό­ταν πο­λὺ στι­λά­τος. Δὲν ἔ­μοια­ζε μὲ κα­νέ­ναν ἀ­πὸ ὅ­σους ζοῦν ἐ­δῶ πέ­ρα.»

        Ἡ Γκου­ὲν κι ἐ­γὼ σὲ πε­ρι­μέ­νου­με νὰ κά­νεις τὸν γύ­ρο τοῦ τε­τρα­γώ­νου, ὅ­πως κά­νουν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ ἄν­δρες. Ἐ­σὺ δὲν τὸ ἔ­κα­νες.

        (Βα­σι­κά, ζοῦ­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη καὶ δὲν ὑ­πάρ­χουν «τε­τρά­γω­να» ἐ­δῶ ὅ­πως σὲ ἕ­να πο­λι­τι­σμέ­νο μέ­ρος. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὁ­δη­γή­σεις πέν­τε ἢ ἕ­ξι μί­λια στὸν Νὸρθ Φὸρκ Ρό­ουντ γιὰ νὰ κά­νεις τὸν γύ­ρο. Ἐ­σύ, ὅ­μως, θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ εἶ­χες στρί­ψει τὸ ἐκ­πλη­κτι­κὸ ὄ­χη­μά σου καὶ νὰ εἶ­χες ὁ­δη­γή­σει πρὸς τὸ μέ­ρος μας, αὐ­τὸ σκέ­φτο­μαι.)

        Τὴ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ ποὺ πέ­ρα­σες ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου, γύ­ρω στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα τῆς ἑ­πό­με­νης μέ­ρας, ἡ ὥ­ρα ἦ­ταν πε­ρα­σμέ­νη καὶ ἐ­σὺ ὁ­δη­γοῦ­σες πιὸ ἀρ­γὰ κι ἐ­γὼ ἤ­μουν μό­νη στὸ μπρο­στι­νὸ δω­μά­τιο, ὅ­που τρί­α τζά­μια εἶ­χαν λι­γδιά­σει ἀ­πὸ τὸ μέ­τω­πό μου ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε πά­νω τους καὶ ὅ­ταν εἶ­δα τὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ στρα­τι­ω­τι­κὸ-σκα­θα­ρι­κὸ ὄ­χη­μα ἡ καρ­διά μου ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πά­ει σὰν τρε­λὴ μέ­σα στὸ στέρ­νο μου καὶ σκε­φτό­μουν Ἔ, σὲ ξέ­ρω ἐ­σέ­να! Σὲ ξέ­ρω! ἀλ­λὰ εἶ­χα πα­ρα­λύ­σει καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τρέ­ξω ἔ­ξω, ἁ­πλῶς δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ κά­νω. Ἔ­χει ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ ἑ­τοι­μά­σω τὸ βρα­δι­νό, νὰ φέ­ρω στὴ μα­μά μου τὸ βρα­δι­νό της μέ­σα σὲ δί­σκο, τὸ ψη­τὸ μὲ τὰ μα­κα­ρό­νια καὶ τὸ τυ­ρὶ βρί­σκε­ται στὸ φοῦρ­νο κι ἐ­γὼ πε­ρι­φέ­ρο­μαι στὸ σπί­τι ἀγ­χω­μέ­νη σὰν νὰ μὲ τσιμ­πᾶ­νε κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο νὰ χτυ­πή­σει, ἐ­νῶ δὲν ἔ­χει χτυ­πή­σει ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἦρ­θα σπί­τι με­τὰ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ μοιά­ζει νὰ εἶ­ναι νε­κρὸ ἢ ἀ­πο­συν­δε­δε­μέ­νο ἢ σὰν νὰ ἔ­χει ἐ­ξο­λο­θρευ­τεῖ ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μέ­να κι ἐ­γὼ ἀ­τε­νί­ζω τὸν δρό­μο μέ­σα ἀ­πὸ τὶς κη­λί­δες τῆς λί­γδας στὸ τζά­μι, κοι­τά­ζον­τας τὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ καὶ λαμ­πε­ρὸ ὄ­χη­μα καὶ τὸν ὁ­δη­γό του, ἕ­ναν ἄν­δρα μὲ κα­τά­μαυ­ρα μαλ­λιά· στα­μα­τά­ει γιὰ νὰ δεῖ τὸ νού­με­ρο τοῦ σπι­τιοῦ μας —αὐ­τὸ κά­νεις ἀ­λή­θεια;— προ­σπα­θεῖ νὰ δεῖ τὸ νού­με­ρο 249 ποὺ κά­πο­τε ἔ­λαμ­πε στὸ σκο­τά­δι, ἀλ­λὰ τώ­ρα εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­το – καὶ ξαφ­νι­κὰ ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη φώ­τι­σε τὸ μυα­λό μου φα­νε­ρώ­νον­τάς μου ποι­ὸς εἶ­σαι: ὁ ἄν­δρας στοῦ Ἔ­καρτ!

        Θέ­λω νὰ πῶ, νο­μί­ζω πὼς αὐ­τὸς εἶ­σαι. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ συμ­βῆ τέ­τοι­α σύμ­πτω­ση.

        Για­τὶ δὲν εἶ­σαι ἕ­νας τύ­πος ἁ­πλῶς στὰ εἴ­κο­σί του, ἄς ποῦ­με. Ὄ­χι κά­ποι­ος χε­βι­με­τα­λὰς μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ εἶ­χα χε­στεῖ πά­νω μου ἂν ἔμ­παι­να στὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το, ἀλ­λὰ ἕ­νας ἐ­νή­λι­κας, ἕ­νας με­γα­λύ­τε­ρος ἄν­δρας, πι­θα­νὸν τριά­ντα ἐ­τῶν. Ἕ­νας φαρ­μα­κο­ποι­ός! Κά­ποι­ος ποὺ μπο­ρῶ νὰ σε­βα­στῶ καὶ θὰ μὲ σε­βα­στεῖ κι ἐ­κεῖ­νος. Εἶ­σαι μᾶλ­λον Ἀ­σιά­της Ἀ­με­ρι­κα­νός: Κι­νέ­ζος, Ἰ­ά­πω­νας ἢ Κο­ρε­ά­της; (Τί ἄλ­λο ὑ­πάρ­χει; Σὲ κά­θε γυ­μνά­σιο ὑ­πάρ­χουν Ἀ­σιά­τες Ἀ­με­ρι­κα­νοί, ἀρ­κε­τὰ ἥ­συ­χοι, πο­λὺ ἔ­ξυ­πνοι καὶ δη­μο­φι­λεῖς, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐ­κλέ­γον­ται στὰ ἀ­ξι­ώ­μα­τα τῆς τά­ξης καὶ εἶ­ναι στὸ προ­σω­πι­κὸ τῆς ἐ­πε­τη­ρί­δας μα­ζί μου.)

        Στοῦ Ἔ­καρτ ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρω φάρ­μα­κα τῆς μα­μᾶς μου καὶ ἕ­να οὐ­ρο­δο­χεῖ­ο καὶ ἄλ­λες προ­μή­θει­ες κι ἐ­σὺ μὲ ἐ­ξυ­πη­ρέ­τη­σες, πο­λὺ εὐ­γε­νι­κά. Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω πὼς δὲν σὲ πρό­σε­ξα ἀ­μέ­σως, δὲν εἶ­μαι ἀ­πὸ α­π’ αὐ­τὲς ποὺ κοι­τᾶ­νε κά­ποι­ον με­γα­λύ­τε­ρο. Ἢ κά­ποι­ον φαρ­μα­κο­ποι­ὸ μὲ τὴ λευ­κὴ στο­λή του καὶ τὴ γρα­βά­τα του νὰ φαί­νε­ται. Μό­νο ποὺ πα­ρα­τή­ρη­σα τὰ σέ­ξι μαῦ­ρα μαλ­λιά σου χτε­νι­σμέ­να μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ προ­σελ­κύ­ουν τὴν προ­σο­χή, εἶ­ναι μα­κριὰ καὶ φτά­νουν λί­γο πιὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸν αὐ­χέ­να σου καὶ κά­πως πε­τα­χτὰ σὰν φτε­ρὰ στὸ μέ­τω­πό σου, χω­ρὶς χω­ρί­στρα, ἀλ­λὰ μὲ τὴν ὑ­πό­νοι­α χω­ρί­στρας στὴ μέ­ση. Αὐ­τὰ εἶ­ναι κα­λο­χτε­νι­σμέ­να μαλ­λιά, δί­χως ἀμ­φι­βο­λί­α. Πα­ρα­τή­ρη­σα λί­γο καὶ τὸ προ­φίλ σου. Φυ­σι­κὰ ἔ­νι­ω­θα οἶ­κτο γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό μου τό­τε, καμ­που­ρι­α­σμέ­νη κα­θὼς ἤ­μουν καὶ μα­σών­τας τσί­χλα τό­σο ἔν­το­να σὰν νὰ εἶ­χα κά­τι ἐ­ναν­τί­ον της, ἐ­νῶ τὰ μά­τια μου εἶ­χαν κα­λυ­φθεῖ ἀ­πὸ μά­σκα­ρα ἀ­πὸ τὸ τρί­ψι­μο. Ἡ μα­μὰ συ­νή­θι­ζε νὰ μὲ πει­ρά­ζει λέ­γον­τας πὼς μοιά­ζω μὲ κοι­μι­σμέ­νο ρα­κοὺν ποὺ κοι­τά­ει μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα. Καὶ τὰ μαλ­λιά μου, ὁ κύ­ριος Κέ­τσαμ στὸ σχο­λεῖ­ο (Κὰτς-ἔμ) ποὺ δι­δά­σκει ὁ­δή­γη­ση καὶ εἶ­ναι προ­πο­νη­τὴς στὰ ἀ­γό­ρια λέ­ει πὼς τὰ μαλ­λιά μου μοιά­ζουν σὰν νὰ πέ­ρα­σε μί­ξερ ἀ­πὸ μέ­σα, ἀλ­λὰ βλέ­πω πὼς τοῦ ἀ­ρέ­σει τὸ στίλ. Κι ἐ­σύ μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σες, νο­μί­ζω. Τὸ πρό­σω­πό σου μοιά­ζει μὲ ἕ­να ἐ­πί­πε­δο φεγ­γά­ρι ὅ­ταν σὲ κοι­τά­ζει κα­νεὶς ἀν­φὰς καὶ τὰ μά­τια σου εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ σκοῦ­ρα καὶ ἀ­ε­τί­σια, ἐ­νῶ τὸ δέρ­μα σου ἔ­χει μιὰ λε­μο­νό­χρυ­ση ὄ­ψη καὶ εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πα­λό, ὄ­χι ὅ­πως οἱ Καυ­κά­σιοι ποὺ τὰ κον­τὰ καὶ σκλη­ρὰ γέ­νια τους εἶ­ναι ἕ­τοι­μα πάν­τα νὰ φυ­τρώ­σουν. Ἔ­λε­γες κά­τι γιὰ τὴν ἀ­να­νέ­ω­ση τῆς συν­τα­γῆς καὶ ὅ­τι τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ὁ φαρ­μα­κο­ποι­ὸς θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὸν για­τρὸ τῆς μη­τέ­ρας μου, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν ἄ­κου­γα πολ­λά, κα­θὼς στε­κό­μουν ἐ­κεῖ, στη­ρι­ζό­με­νη στὸ ἕ­να πό­δι, κά­τι ποὺ ἔ­κα­νε τὸν ἕ­να γο­φό μου νὰ εἶ­ναι πιὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο, καὶ μα­σοῦ­σα τὴν τσί­χλα μου. Μοιά­ζω πάν­τα σὰν νὰ βι­ά­ζο­μαι, ἐ­νῶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νέ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο μέ­ρος ποὺ θέ­λω νὰ πά­ω. Εἶ­μαι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα σχε­δὸν δε­κα­ο­κτὼ ἐ­τῶν, ἀλ­λὰ δεί­χνω δε­κα­τρι­ῶν. Δὲν ἔ­χω στῆ­θος καὶ ὁ πι­σι­νός μου εἶ­ναι μι­κρο­σκο­πι­κός, σὰν δυ­ὸ μι­σὰ ντό­νατ. Τὸ δέρ­μα μου εἶ­ναι τό­σο ὠ­χρὸ ποὺ μπο­ρεῖς νὰ δεῖς μι­κρὲς φλε­βί­τσες νὰ δι­α­τρέ­χουν τὸ μέ­τω­πό μου. Πλη­κτρο­λο­γεῖς στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ λέ­γον­τας, «“Νὸρθ Φόρκ, ἔ­τσι; Εἶ­ναι βό­ρεια ἀ­πὸ δῶ, σω­στά;”» καὶ μοῦ παίρ­νει μί­α στιγ­μὴ νὰ ἀν­τι­λη­φθῶ πὼς ἀ­στει­εύ­ε­σαι καὶ αὐ­τὸ τὸ μι­σό­γε­λό σου μὲ κά­νει σχε­δὸν νὰ κα­τα­πι­ῶ τὴν τσί­χλα μου. Λέω, «Ὑ­πο­θέ­τω πὼς ναί.»

        Ἔ­πει­τα, ἀ­γο­ρά­ζον­τας τὸ ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νο οὐ­ρο­δο­χεῖ­ο «γιὰ ἐ­νη­λί­κους» ποὺ ζή­τη­σα, αἰ­σθά­νο­μαι κά­πως ἀ­μή­χα­να καὶ θλί­βο­μαι, γνω­ρί­ζον­τας πὼς ἡ μοί­ρα μου δὲν εἶ­ναι ἁ­πλῶς νὰ φέ­ρω τὸ ἄ­τι­μο οὐ­ρο­δο­χεῖ­ο σπί­τι, ἀλ­λὰ θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­δειά­ζω καὶ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό του ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρό, ἂν ἢ ὅ­ταν ἡ μα­μὰ αἰ­σθά­νε­ται πο­λὺ ἀ­δύ­να­μη γιὰ νὰ πά­ει στὴν του­α­λέ­τα κι ἐ­σὺ ὅ­μως δὲν πῆ­ρες ὕ­φος βλα­κῶ­δες ἢ με­λαγ­χο­λι­κὸ ὅ­πως συ­νη­θί­ζουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ὅ­ταν ἀ­κοῦ­νε γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη προ­γραμ­μα­τι­σμέ­νη ἐγ­χεί­ρι­ση τῆς μα­μᾶς μου καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς, ἀλ­λά μοῦ ἔ­δει­ξες ὅ,τι ὑ­πῆρ­χε στὰ ρά­φια καὶ μοῦ πρό­τει­νες μά­λι­στα ἕ­να κι ἐ­γὼ νι­ώ­θω τὰ μά­τια μου νὰ καῖ­νε ἀ­πὸ τὰ δά­κρυ­α κοι­τά­ζον­τας αὐ­τὸ τὸ πραγ­μα­τι­κὰ ἄ­σχη­μο κα­τα­θλι­πτι­κὸ κα­λο­γυ­α­λι­σμέ­νο σκεῦ­ος ποὺ μπαί­νει στὴ ζω­ή μου κι ἐ­σὺ εἶ­πες, «Δὲν κά­νει τὸ ἴ­διο μέ­γε­θος γιὰ ὅ­λους. Τί;» Καὶ τὸ βλέμ­μα σου ἔ­πε­σε στὸν πι­σι­νό μου, ποὺ δι­α­γρα­φό­ταν μέ­σα ἀ­πὸ τὸ στε­νὸ καὶ ξε­βαμ­μέ­νο τζίν μου, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ εἶ­μαι κο­κα­λιά­ρα καὶ ζυ­γί­ζω 45 κι­λά, ἐ­νῶ τὸ ὕ­ψος μου εἶ­ναι γύ­ρω στὸ 1,70 κι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἕ­να ζε­στὸ καὶ εὐ­χά­ρι­στο κοκ­κί­νι­σμα ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ πρό­σω­πό μου, ἐ­νῶ ἔ­νι­ω­σα τὰ γό­να­τά μου νὰ πα­ρα­λύ­ουν.

        Ἤ­θε­λα νὰ κοι­τά­ξω τὸ ἀ­ρι­στε­ρό σου χέ­ρι, νὰ ἐ­λέγ­ξω ἂν φο­ροῦ­σες βέ­ρα, ἀλ­λὰ ἡ προ­σο­χή μου ἀ­πο­σπά­στη­κε τό­σο πο­λύ, ποὺ τὸ ξέ­χα­σα.

        Τώ­ρα ὁ­δη­γεῖς στὸν Νὸρθ Φὸρκ Ρό­ουντ. Εἶ­σαι ὁ πιὸ ὄ­μορ­φος ἄν­δρας ποὺ ἔ­χει δεῖ πο­τὲ κα­νεὶς στὴν πραγ­μα­τι­κὴ ζω­ή του, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὶς ται­νί­ες καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ὁ­δη­γεῖς ἕ­να ἐν­τυ­πω­σια­κὸ ὄ­χη­μα μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου μὲ τὴν ψεύ­τι­κη ἄ­σφαλ­το καὶ τὸ σα­ρά­βα­λο παρ­κα­ρι­σμέ­νο στὸ δρο­μά­κι καὶ ἐ­πι­βρα­δύ­νεις, προ­σπα­θεῖς νὰ δι­α­κρί­νεις τὸ 249, ἐ­νῶ ἐ­γὼ στέ­κο­μαι πί­σω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­νήμ­πο­ρη νὰ κου­νη­θῶ καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ἀ­κού­ω μί­α στριγ­γὴ φω­νὴ νὰ λέ­ει Ντί-Ντί! Ντί-Ντί! σὰν νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸν πά­το ἑ­νὸς πη­γα­διοῦ.

        «Ναί, μα­μά! Ἔρ­χο­μαι.»

         

        Ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἔ­χεις ξα­νάρ­θει. Τρεῖς ἡ­μέ­ρες ἔ­μει­νες μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν Νὸρθ Φὸρκ Ρό­ουντ. Για­τί;

        Ἦρ­θε ἡ Γκου­ὲν καὶ μοῦ χτέ­νι­σε τὰ μαλ­λιά, εἶ­ναι καρ­φά­κια σὰν τὰ δι­κά της τώ­ρα, κα­τά­μαυ­ρα μὲ κα­στα­νὲς καὶ πρά­σι­νες ἀν­ταύ­γει­ες. Κα­θό­μα­στε στὰ μπρο­στι­νὰ σκα­λιὰ καὶ κα­πνί­ζου­με, ξυ­πό­λη­τες καὶ μὲ τὰ πό­δια γυ­μνά, ἐ­νῶ τὰ νύ­χια τῶν πο­δι­ῶν μας εἶ­ναι βαμ­μέ­να ἀ­νοι­χτὸ μπλέ. Ὅ­πο­τε ἐμ­φα­νί­ζε­ται κά­ποι­ο ὄ­χη­μα, ἰ­δι­αί­τε­ρα φορ­τη­γά­κια καὶ ἀ­γρο­τι­κά, ἡ καρ­διά μου κά­νει ἕ­ναν πῆ­δο.

        Σὲ τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες θὰ ἔ­χω ἀ­πο­φοι­τή­σει. Οἱ βαθ­μοί μου εἶ­ναι χά­λια ἀλ­λὰ δὲν θὰ μοῦ στε­ρή­σουν τὸ «σχο­λι­κὸ δί­πλω­μα». (Μᾶς δί­νουν πραγ­μα­τι­κὸ δί­πλω­μα ἀ­πὸ τὴν Πο­λι­τεί­α τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης.) Ὣς τὴν τε­λευ­ταί­α μου χρο­νιὰ μά­ζευ­α δι­α­κρί­σεις, κα­θὼς ἤ­μουν ἀρ­χι­συν­τά­κτρια στὴν ἐ­πε­τη­ρί­δα, πρό­ε­δρος τῶν Χά­ι-Λὸ καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ ἐ­κλε­γῶ ἀρ­χι­τα­μί­ας τῆς τά­ξης. Ὥ­σπου νὰ ἀρ­ρω­στή­σει ἡ μα­μὰ δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α πὼς ζοῦ­σα ἐ­δῶ. Ἔ­κα­να αἴ­τη­ση στὸ Ὄ­ρεγ­κον, στὸ Οὐ­ά­σιν­γκτον Στέ­ιτ, ὄ­χι στὸ Κοι­νο­τι­κὸ Κο­λέ­γιο τοῦ Νι­α­γά­ρα καὶ τώ­ρα οὔ­τε κὰν ἐ­κεῖ, ὑ­πο­θέ­τω. Ἡ μα­μὰ πάν­τα λέ­ει, ὅ­ταν εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ἀρ­θρώ­σει κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να ἁ­πλὸ κό­α­σμα, πὼς θέ­λει νὰ εἶ­μαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη κι ἐ­γὼ λέ­ω, πιὸ σαρ­κα­στι­κὰ ἀ­π’ ὅ­σο θὰ πε­ρί­με­νες ἀ­πὸ κά­ποι­α δε­κα­ο­κτῶ ἐ­τῶν καὶ μὲ δεί­κτη εὐ­φυί­ας 162, «Μα­μά, εἶ­μαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Εἶ­μαι τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κα­του­ρη­θῶ πά­νω μου».

        Τώ­ρα ἡ Γκου­ὲν μὲ θαυ­μά­ζει. Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς ἔ­χει ἐν­τυ­πω­σια­στεῖ.

        «Φαί­νε­σαι ἐν­τά­ξει. Ἕ­τοι­μη γιὰ χο­ρὸ ἀ­πο­φοί­των ἢ κά­τι τέ­τοι­ο.»

        Χο­ρὸς ἀ­πο­φοί­των! Ἀ­στεῖ­ο.

        «Φαί­νε­σαι, πραγ­μα­τι­κὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη

        Εἶ­ναι τὰ καρ­φά­κια στὰ μαλ­λιὰ καὶ τὸ και­νού­ριο μα­κι­γι­ὰζ στὰ μά­τια καὶ τὸ γκλί­τερ στὰ νύ­χια τῶν πο­δι­ῶν. Ἤ­πια με­ρι­κὲς γου­λι­ὲς ἀ­πὸ τὸ ἰ­τα­λι­ά­νι­κο κρα­σὶ τῆς μα­μᾶς, ποὺ εἶ­χε κρύ­ψει στὸ ντου­λά­πι τοῦ μπά­νιου καὶ τὸ εἶ­χε ξε­χά­σει. Προ­αι­σθά­νο­μαι ὅ­τι θὰ ἐμ­φα­νι­στεῖς ξα­νὰ στὸν Νὸρθ Φὸρκ Ρό­ουντ. Θὰ μὲ αἰφ­νι­διά­σεις, δὲν θὰ ξέ­ρω πό­τε.

        «Για­τί νὰ μὴν εἶ­μαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη, εἶ­μαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Πε­ρι­μέ­νω.»  

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἀν­θο­λο­γί­α New Sudden Fiction: Short-Short Stories from America and Beyond, Robert Shapard & James Thomas, eds., W.W. Norton & Company, New York and London, 2007.

 

Joyce-Carol Oates (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1938). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­ή­τρια. Βι­βλί­α της: Τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὸ τα­του­ὰζ, Ἡ ξαν­θιά κ.ἄ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πε­λο­πον­νή­σου στὴν Κα­λα­μά­τα.