Κὶμ Μονζό (Quim Monzó): Ρωσικὲς κοῦκλες

Monzo,Quim-RosikesKoukles-Eikona-02


Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó)

 

Ρωσικὲς κοῦκλες

(Nines russes)


 02-DeltaΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ τὰ λι­βά­δια, κρύ­βε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ ψη­λὰ χόρ­τα, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς κί­ο­νες. Τὸ σπί­τι βρί­σκε­ται κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ μα­κριά. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης καί, κά­που κά­που, μιὰ πι­να­κί­δα ἀ­πὸ ἄ­σπρο ξύ­λο μὲ μαῦ­ρα γράμ­μα­τα: BADEN VERBOTEN. Ὅ­λα τὰ μι­κρὰ μο­νο­πά­τια, κά­θε­τα στὸ κεν­τρι­κό, τε­λει­ώ­νουν σὲ σκά­λες ποὺ βυ­θί­ζον­ται στὴ λί­μνη, μὲ κου­πα­στὲς δι­α­κο­σμη­μέ­νες μὲ πέ­τρι­να βά­ζα καὶ λου­λού­δια. Ἀγ­κο­μα­χεῖ. Ἱ­δρώ­νει. Εἶ­ναι πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Στη­ρί­ζε­ται στὴν κου­πα­στή. Κοι­τᾶ πρὸς τὰ πί­σω καὶ πρὸς τὸ νε­ρό, ἐ­ναλ­λὰξ καὶ ἀ­νή­συ­χα. Τώ­ρα περ­πα­τᾶ, πη­γαί­νον­τας γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη μέ­χρι τὴν προ­βλή­τα ποὺ εἶ­ναι ἔ­ρη­μη. Πα­ρα­τη­ρεῖ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι, ἂν ἀρ­γή­σουν πο­λύ, θὰ τὸν πιά­σουν. Γυρ­νᾶ πί­σω πρὸς τὶς σκά­λες. Πη­δά­ει τὴν κου­πα­στή. Κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Ἀ­πὸ κεῖ δι­α­κρί­νει τὴ λί­μνη. Εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­μο­νος. Κοι­τά­ει συ­νε­χῶς τὸ ρο­λό­ι. Δὲν ἔ­χει πε­ρά­σει πολ­λὴ ὥ­ρα, ὅ­ταν ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο ποὺ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται: στὸ βά­θος, με­τα­ξὺ τῶν σκού­ρων μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τοῦ νε­ροῦ, ἐμ­φα­νί­ζε­ται μιὰ ἐ­ξω­λέμ­βιος. Ἕ­να που­λὶ σχί­ζει τὸν ἀ­έ­ρα. Ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος. Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, πα­ρα­με­ρί­ζει τὰ κλα­διά, κοι­τᾶ πρὸς τὸν δρό­μο, πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα ποὺ μᾶλ­λον ὁ­δη­γεῖ στὴν προ­βλή­τα, ἀ­κού­ει πί­σω του ἕ­να θό­ρυ­βο. Γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἡ μου­σι­κὴ δυ­να­μώ­νει. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό.

       Ἡ ὀ­θό­νη γί­νε­ται μαύ­ρη, ἔ­πει­τα λευ­κή. Ὁ κό­σμος σφυ­ρί­ζει. Κά­ποι­οι φω­νά­ζουν. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα. Γιὰ λί­γη ὥ­ρα χα­μη­λώ­νει ὁ θό­ρυ­βος. Ἔ­πει­τα περ­νοῦν δέ­κα ἀρ­γὰ λε­πτά, κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α τὸ κοι­νὸ γλι­στρᾶ ἀ­πὸ τὴν σχε­τι­κὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὴ ἀ­να­μο­νὴ στὴν ἐ­νό­χλη­ση: χτυ­πᾶ τὰ πό­δια καὶ ζη­τᾶ ἐ­ξη­γή­σεις. Σύγ­χυ­ση δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους ἕ­νας ἀν­τι­πρό­σω­πος κα­τε­βαί­νει νὰ δι­και­ο­λο­γη­θεῖ, σα­στι­σμέ­νος, καὶ ἐ­ξη­γεῖ πὼς συ­νέ­βη κά­τι πα­ρά­ξε­νο: τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας δὲν ὑ­πάρ­χει. Καὶ δὲν φαί­νε­ται, προ­σθέ­τει, νὰ τὸ ἔ­χει κό­ψει κά­ποι­ος, για­τὶ, χω­ρὶς κα­νέ­να ρα­κόρ, με­τὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες εἰ­κό­νες ποὺ προ­βλή­θη­καν, ὑ­πάρ­χει ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι μαύ­ρου φίλμ. Ζη­τᾶ εἰ­λι­κρι­νὰ συγ­γνώ­μη γιὰ τὴν ἐ­νό­χλη­ση, κυ­ρί­ως για­τὶ κα­τα­νο­εῖ ὅ­τι γε­γο­νό­τα ὅ­πως αὐ­τὸ εἶ­ναι δυ­σά­ρε­στα, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πρώ­της προ­βο­λῆς. Κα­τα­λή­γει ὅ­τι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες εἶ­ναι νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει τὰ χρή­μα­τα τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­κα­λεῖ τὸ κοι­νὸ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αἴ­θου­σα μὲ σει­ρὰ καὶ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἐκ­δο­τή­ρια. Προ­σθέ­τει πὼς μί­λη­σαν μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α δι­α­νο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι δὲν γνω­ρί­ζει τί­πο­τα καὶ ὑ­πό­σχε­ται νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς μὲ τὴν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α. Ὁ ἀν­τι­πρό­σω­πος τῆς ἑ­ται­ρεί­ας κά­νει στὸ τέ­λος μί­α χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πό­γνω­σης καὶ φεύ­γει. Με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ ἔ­κρη­ξη πα­ρα­πό­νων, τὸ κοι­νὸ βγαί­νει ἀρ­γά. Ὁ θε­α­τὴς (ἕ­νας ἀ­π’ ὅ­λους: ἕ­νας ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε) χα­σμου­ρι­έ­ται, ση­κώ­νε­ται νω­θρά, βγαί­νει στὴν εἴ­σο­δο. Ἡ οὐ­ρὰ γιὰ τὸ ἀν­τί­τι­μο τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου στὰ ἐκ­δο­τή­ρια μπλέ­κε­ται μὲ ἐ­κεί­νη ὅ­σων πε­ρί­με­ναν γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη προ­βο­λὴ καὶ ποὺ τώ­ρα, μπερ­δε­μέ­νοι, δὲν ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τὴν προ­νο­μι­ού­χα θέ­ση ποὺ τοὺς ἐ­ξα­σφά­λι­σε ἡ ἀ­να­μο­νή τους. Ὁ ἄν­θρω­πός μας δὲν ἔ­χει ὄ­ρε­ξη νὰ πε­ρι­μέ­νει: θε­ω­ρεῖ τὰ χρή­μα­τά του χα­μέ­να καὶ ἀ­νη­φο­ρί­ζει τὸ δρό­μο. Στὰ μι­σὰ τῆς οὐ­ρᾶς ἀ­κού­ει πὼς τὰ νέ­α φτά­νουν δι­α­στρε­βλω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος ἔ­κλε­ψε τὸ φὶλμ μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ προ­ω­θή­σει ἕ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ πρό­τζε­κτ ποὺ δὲν εἶ­χε βρεῖ στή­ρι­ξη ἀ­πὸ κα­μί­α ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς. Στὸ τέ­λος τῆς οὐ­ρᾶς τὰ νέ­α κυ­κλο­φο­ροῦν τε­λεί­ως ἀλ­λοι­ω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος τη­λε­φώ­νη­σε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο γιὰ νὰ πεῖ ὅ­τι στὸ κτί­ριο εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ βόμ­βα. Ὁ κό­σμος δι­α­λύ­ε­ται στοὺς πα­ρά­πλευ­ρους δρό­μους, δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­να­στα­τω­μέ­νος. Ἐ­κεῖ­νος μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το, βά­ζει μπρο­στά. Ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­κού­γε­ται ὁ Dizzy Gillespie. Ἐ­πι­λέ­γει δρό­μους τῶν προ­α­στί­ων, κα­λυμ­μέ­νους μὲ μί­α ἀ­δι­α­πέ­ρα­στη λευ­κὴ ὁ­μί­χλη. Τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ἕ­νας τραυ­λὸς δη­μο­σι­ο­γρά­φος παίρ­νει συ­νέν­τευ­ξη ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα χω­ρὶς χέ­ρια ποὺ γέν­νη­σε ἕ­να παι­δὶ χω­ρὶς πό­δια. Ὁ ὁ­μι­λη­τὴς συμ­πε­ραί­νει ξαφ­νι­α­σμέ­νος ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει Πέμ­πτη χω­ρὶς Πα­ρα­σκευ­ή, κι ἀ­μέ­σως, βά­ζει ξα­νὰ Gillespie, τὸ Russian Lullaby, τρα­γού­δι ποὺ ὁ ἄν­τρας ἀ­κού­ει ἐ­πί­σης (καὶ ξαφ­νι­ά­ζε­ται) ὡς μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο ποὺ μό­λις μπαί­νει. Μό­λις κά­θε­ται στὸ τρα­πέ­ζι, πα­ραγ­γέλ­νει ἕ­να γα­στρο­νο­μι­κὸ πα­λίν­δρο­μο (γιὰ πρῶ­το πιά­το, πε­πό­νι μὲ προ­σοῦ­το· γιὰ δεύ­τε­ρο, ζαμ­πόν· γιὰ ἐ­πι­δόρ­πιο, πε­πό­νι) μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ κα­τα­πλή­ξει τὸν μέ­τρ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡ­στό­σο δὲν φαί­νε­ται δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἀ­φή­σει νὰ τὸν ἐκ­πλή­ξουν τό­σο εὔ­κο­λα. Σὲ ἕ­να δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι, κά­ποι­ος μι­λᾶ γιὰ μιὰ Αὐ­στρα­λὴ ποὺ ἀ­σκεῖ τη­λε­πά­θεια καὶ πού, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη, ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ ἕ­να ὄ­νει­ρο τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ ἕ­νας συ­νά­δελ­φός της, Ἐλ­βε­τός, ἔ­παιρ­νε μιὰ με­γά­λη τρο­μά­ρα ἀ­πὸ μιὰ παι­χνι­διά­ρα ἀ­νι­ψιὰ ποὺ ἀ­ρε­σκό­ταν σὲ ἀ­κραῖ­ες με­ταμ­φι­έ­σεις. Ὁ ἄν­θρω­πός μας γε­λᾶ καὶ τὸ γέ­λιο δυ­να­μώ­νει ὅ­ση ὥ­ρα δει­πνεῖ, μέ­χρι πού, στὸ ἐ­πι­δόρ­πιο, εἶ­ναι ἕ­νας πί­δα­κας ἀ­πὸ κου­δου­νί­σμα­τα καὶ κύμ­βα­λα ποὺ ἀν­τη­χοῦν σὲ ὅ­λα τα μπουν­τρού­μια τοῦ κά­στρου.

       Τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Ση­κώ­νε­ται μὲ νω­θρό­τη­τα, πλέ­νε­ται, ξυ­ρί­ζε­ται, ντύ­νε­ται. Παίρ­νει τὸ πρω­ι­νό του στὸ μπὰρ ἀ­πέ­ναν­τι. Ἔ­πει­τα μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το: ἡ πό­λη σύν­το­μα μέ­νει πί­σω καὶ γιὰ δέ­κα λε­πτὰ ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος εἶ­ναι ἄ­δει­ος. Βλέ­πει τὸ σπί­τι στὸ βά­θος. Σταθ­μεύ­ει κα­λὰ στὴν ἄ­κρη. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης. Στὶς ὄ­χθες της, προ­βο­λεῖς, κα­λώ­δια καὶ πί­να­κες μὲ πρί­ζες.

       Τὸν πε­ρί­με­ναν ἐ­δῶ καὶ κά­ποι­α ὥ­ρα. Ἀλ­λά­ζει στὴ στιγ­μή. Τὸν μα­κι­γιά­ρουν. Ὁ σκη­νο­θέ­της δί­νει ἐν­το­λὴ νὰ ἀρ­χί­σουν τὸ γύ­ρι­σμα. Ἐ­κεῖ­νος κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Γυ­ρί­ζουν δι­ά­φο­ρα πλά­να. Ἔ­πει­τα πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει δύ­ο φο­ρές. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα, ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο πί­σω του· γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν τὴ σκη­νή: δύ­ο φο­ρὲς ἡ κο­πέ­λα ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι κι ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν μέ­νει ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν γιὰ τρί­τη φο­ρά: ἡ κο­πέ­λα τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι, ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν δι­α­κό­πτει τὸ γύ­ρι­σμα. Ἡ κο­πέ­λα πυ­ρο­βο­λεῖ. Ὁ ἠ­θο­ποι­ὸς πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος.

       Στὴν αἴ­θου­σα τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου κυ­ρια­ρχεῖ μιὰ στιγ­μὴ σύγ­χυ­σης: ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­α­τὲς ἔ­χει πέ­σει κι αὐ­τὸς στὸ ἔ­δα­φος. Τὸν με­τα­φέ­ρουν καὶ ἡ ται­νί­α τε­λει­ώ­νει ἀ­μέ­σως με­τά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury (ἔκδ. Crema,1980).

Κὶμ Μουν­ζὸ (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitantasis contes. Tὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό e-poema. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέα Μανου­ὲλ Ἐ­σπά­δα.

 

Advertisements

Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó): Ἡ Μοναρχία

Monzo,Quim-IMonarchia-Eikona-01

Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó)


 

Μοναρχία

 

(La Monarquia)

 


11-Omikron-Field_of_Boliauns_-_Initial_letterΛΑ ΣΥΝΕΒΗΣΑΝ χά­ρη σὲ κεῖ­νο τὸ γο­βά­κι ποὺ ἔ­χα­σε ὅ­ταν ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γει βι­α­στι­κὰ ἀ­πὸ τὸ χο­ρὸ για­τί στὶς δώ­δε­κα λύ­νον­ταν τὰ μά­για, τὸ φου­στά­νι γι­νό­ταν πά­λι κου­ρέ­λια, ἡ ἅ­μα­ξα ἔ­παυ­ε νὰ εἶ­ναι ἅ­μα­ξα καὶ γι­νό­ταν πά­λι κο­λο­κύ­θα, τὰ ἄ­λο­γα πον­τί­κια, καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Πάν­τα τῆς φαι­νό­ταν ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο πῶς μό­νο σὲ ἐ­κεί­νη ταί­ρια­ζε τὸ γο­βά­κι τέ­λεια, δι­ό­τι τὸ πό­δι της (νού­με­ρο 36) δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου ἀ­συ­νή­θι­στο καὶ ἄλ­λες κο­πέ­λες στὴ χώ­ρα θὰ εἶ­χαν τὸ ἴ­διο νού­με­ρο. Ἀ­κό­μη θυ­μᾶ­ται τὸ ξαφ­νι­α­σμέ­νο πρό­σω­πο τῶν δύ­ο ἑ­τε­ρο­θα­λῶν ἀ­δερ­φῶν της, ὅ­ταν εἶ­δαν ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ποὺ παν­τρευ­ό­ταν μὲ τὸν πρίγ­κι­πα καὶ ποὺ (με­ρι­κὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν οἱ βα­σι­λιά­δες πέ­θα­ναν) γι­νό­ταν ἡ νέ­α βα­σί­λισ­σα.

       Ὁ βα­σι­λιὰς ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας σύ­ζυ­γος στορ­γι­κὸς καὶ θερ­μός. Εἶ­χαν μιὰ ὀ­νει­ρε­μέ­νη ζω­ὴ μέ­χρι τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε, στὸ βα­σι­λι­κὸ που­κά­μι­σο, ἕ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ κρα­γιόν. Ἡ γῆ γκρε­μί­στη­κε κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια της. Τί τα­ρα­χή! Πῶς ἔ­πρε­πε νὰ ἀν­τι­δρά­σει, ἐ­κεί­νη, ποὺ πάν­τα συμ­πε­ρι­φε­ρό­ταν μὲ εἰ­λι­κρί­νεια καὶ χω­ρὶς κα­κί­α, ποὺ εἶ­ναι ἡ ἀ­ρε­τὴ προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νη;

       Ὅ­τι ὁ βα­σι­λιὰς εἶ­χε μί­α ἐ­ρω­μέ­νη ἦ­ταν σί­γου­ρο. Ἕ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ κρα­γιὸν στὸ που­κά­μι­σο πάν­τα ἦ­ταν μί­α ξε­κά­θα­ρη ἀ­πό­δει­ξη μοι­χεί­ας. Ποιά μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι, ἡ ἐ­ρω­μέ­νη τοῦ συ­ζύ­γου της; Πρέ­πει νὰ τοῦ πεῖ ὅ­τι τὸ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἢ κα­λύ­τε­ρα νὰ προ­σποι­η­θεῖ, ὅ­πως ξέ­ρει ὅ­τι εἶ­ναι ἡ πα­ρά­δο­ση γιὰ τὶς βα­σί­λισ­σες, σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, γιὰ νὰ μὴ θέ­σουν σὲ κίν­δυ­νο τὸ θε­σμὸ τῆς μο­ναρ­χί­ας; Καὶ για­τί ἔ­ψα­ξε γιὰ ἐ­ρω­μέ­νη, ὁ βα­σι­λιάς; Εἶ­ναι ποὺ δὲν τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ ἀρ­κε­τὰ ἐ­κεί­νη; Ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἀρ­νεῖ­ται πρα­κτι­κὲς ποὺ θε­ω­ρεῖ δι­ε­στραμ­μέ­νες (σο­δο­μι­σμὸ καὶ χρυ­σὴ βρο­χή, κα­τὰ βά­ση) ὁ σύ­ζυ­γός της τὶς ἀ­να­ζη­τεῖ ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ;

       Ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ σι­ω­πή­σει. Σι­ω­πᾶ καὶ ὅ­ταν ὁ βα­σι­λιὰς ἐ­πι­στρέ­φει στὴν βα­σι­λι­κὴ κά­μα­ρα στὶς ὀ­χτὼ τὸ πρω­ί, μὲ χον­τρὰ γυα­λιὰ καὶ ἄ­ρω­μα γυ­ναί­κας. (Ποῦ συ­ναν­τι­οῦν­ται; Σὲ κά­ποι­ο ξε­νο­δο­χεῖ­ο, στὸ σπί­τι ἐ­κεί­νης, στὸ ἴ­διο τὸ πα­λά­τι; Ὑ­πάρ­χουν τό­σα δω­μά­τια, σὲ αὐ­τὸ τὸ πα­λά­τι, ποὺ εὔ­κο­λα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει τὴν ἐ­ρω­μέ­νη σὲ κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ δὲν γνω­ρί­ζει.) Δὲν λέ­ει τί­πο­τα οὔ­τε ὅ­ταν οἱ σαρ­κι­κὲς ἐ­πα­φὲς ποὺ πρὶν συ­νέ­βαι­ναν μὲ στα­θε­ρό­τη­τα με­τρο­νό­μου (μιὰ νύ­χτα ναί, μί­α ὄ­χι) ἀ­ραι­ώ­νουν μέ­χρι ποὺ μί­α μέ­ρα συ­νει­δη­το­ποι­εῖ ὅ­τι ἔ­χουν πε­ρά­σει πά­νω ἀ­πὸ δύ­ο μῆ­νες ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρά.

       Κλαί­ει σι­ω­πη­λά, στὸ βα­σι­λι­κὸ δω­μά­τιο, κά­θε βρά­δυ· για­τὶ πλέ­ον, κα­νέ­να βρά­δυ ὁ βα­σι­λιὰς δὲν πη­γαί­νει στὸ κρε­βά­τι μα­ζί της. Ἡ μο­να­ξιὰ τὴν πλη­γώ­νει. Θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ μὴν εἶ­χε πά­ει πο­τὲ στὸν χο­ρό, ἢ τὸ πό­δι κά­ποι­ας ἄλ­λης κο­πέ­λας νὰ εἶ­χε ται­ριά­ξει μὲ τὸ γο­βά­κι ἀν­τὶ γιὰ ἐ­κεί­νης. Ἔ­τσι, ἔ­χον­τας ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὴν ἀ­πο­στο­λή του, ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος τοῦ πρίγ­κι­πα δὲν θὰ εἶ­χε φτά­σει πο­τὲ σπί­τι της. Καί, ἂν εἶ­χε φτά­σει, θὰ προ­τι­μοῦ­σε, τε­λι­κῶς, κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς ἀ­δερ­φές της νὰ φο­ροῦ­σε τὸ 36, ἀν­τὶ γιὰ 40 καὶ 41, νού­με­ρα πο­λὺ με­γά­λα γιὰ κο­πέ­λα. Ἔ­τσι, ὁ ἀ­πε­σταλ­μέ­νος δὲν θὰ εἶ­χε κά­νει τὴν ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ τώ­ρα, κα­ταρ­ρα­κω­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­πι­στί­α τοῦ συ­ζύ­γου, τῆς φαί­νε­ται προ­φη­τι­κή: ἂν ὑ­πῆρ­χε ἄλ­λη κο­πέ­λα στὸ σπί­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν μη­τριὰ καὶ τὶς δύ­ο ἑ­τε­ρο­θα­λεῖς ἀ­δερ­φές.

       Τί νό­η­μα ἔ­χει νὰ εἶ­ναι βα­σί­λισ­σα ἂν δὲν ἔ­χει τὴν ἀ­γά­πη τοῦ βα­σι­λιᾶ; Θὰ ἔ­δι­νε τὰ πάν­τα γιὰ νὰ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὴν ὁ­ποί­α ὁ βα­σι­λιὰς συ­νευ­ρί­σκε­ται ἐ­ξω­συ­ζυ­γι­κά. Χί­λι­ες φο­ρὲς θὰ προ­τι­μοῦ­σε νὰ πρω­τα­γω­νι­στεῖ στὶς νύ­χτες πα­ρά­νο­μης ἀ­γά­πης τοῦ μο­νάρ­χη πα­ρὰ νὰ ξα­πλώ­νει στὸ ἄ­δει­ο συ­ζυ­γι­κὸ κρε­βά­τι. Κα­λύ­τε­ρα ἐ­πι­θυ­μη­τὴ πα­ρὰ βα­σί­λισ­σα.

       Ἡ πα­λιὰ ὑ­πη­ρέ­τρια ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ βο­λευ­τεῖ μὲ τὴν πα­ρά­δο­ση καὶ νὰ μὴν πεῖ στὸν βα­σι­λιὰ τί ἔ­χει ἀ­να­κα­λύ­ψει. Θὰ δρά­σει μὲ σι­βυλ­λι­κὸ τρό­πο. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν με­τὰ τὸ δεῖ­πνο ὁ βα­σι­λιὰς ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ μὲ τρό­πο, τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ κρυ­φά. Τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­δρό­μους ποὺ δὲν γνω­ρί­ζει, ἀ­πὸ πτέ­ρυ­γες τοῦ πα­λα­τιοῦ ποὺ ἀ­γνο­εῖ, ἀ­πὸ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ οὔ­τε κὰν ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν. Ὁ βα­σι­λιὰς προ­η­γεῖ­ται μὲ ἕ­να δαυ­λό. Τε­λι­κὰ κλεί­νε­ται σὲ ἕ­να δω­μά­τιο καὶ ἐ­κεί­νη μέ­νει στὸ δι­ά­δρο­μο, στὶς σκι­ές. Ἀ­μέ­σως ἀ­κού­ει φω­νὲς ποὺ φτά­νουν ἀ­πὸ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ δω­μα­τί­ου. Τοῦ συ­ζύ­γου της, σί­γου­ρα. Καὶ τὸ κα­κα­ρι­στὸ γέ­λιο μιᾶς γυ­ναί­κας. Ἀλ­λὰ πά­νω ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο ἀ­κού­ει καὶ τὴ φω­νὴ μιᾶς ἄλ­λης γυ­ναί­κας. Εἶ­ναι μὲ δύ­ο; Σι­γὰ σι­γά, προ­σπα­θών­τας νὰ μὴν κά­νει θό­ρυ­βο, ἀ­νοί­γει λί­γο τὴν πόρ­τα. Ξα­πλώ­νει στὸ ἔ­δα­φος ὥ­στε νὰ μὴν τὴν βλέ­πουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι· μπαί­νει ἡ μι­σὴ μέ­σα στὸ δω­μά­τιο. Στοὺς τοί­χους, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ καν­τη­λέ­ρια προ­βάλ­λει τὶς σκι­ὲς τῶν τρι­ῶν σω­μά­των ποὺ ἑ­νώ­νον­ται. Θὰ ἤ­θε­λε νὰ ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ δεῖ ποι­ός εἶ­ναι στὸ κρε­βά­τι, για­τὶ τὰ γέ­λια καὶ τὰ μουρ­μου­ρη­τὰ δὲν τῆς ἐ­πι­τρέ­πουν νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὶς γυ­ναῖ­κες. Ἀ­πὸ κεῖ ποὺ βρί­σκε­ται, ξα­πλω­μέ­νη στὸ πά­τω­μα, δὲν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρα· μο­νά­χα βλέ­πει, στὰ πό­δια τοῦ κρε­βα­τιοῦ, πε­τα­μέ­να ὅ­πως νά ‘ναι, τὰ πα­πού­τσια τοῦ συ­ζύ­γου της καὶ δύ­ο ζευ­γά­ρια γυ­ναι­κεῖ­α πα­πού­τσια, μὲ ψη­λὸ τα­κού­νι, τὸ ἕ­να μαῦ­ρο, νού­με­ρο 40, καὶ τὸ ἄλ­λο κόκ­κι­νο, νού­με­ρο 41.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πηγή: Δημοσιεύτηκε στὸ El per­què de tot ple­gat, Βαρ­κε­λώ­νη: Quaderns Cre­ma, 1999.

Κὶμ Μουν­ζὸ (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitantasis contes. Tὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό e-poema. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέα Μανου­ὲλ Ἐ­σπά­δα.



		

	

Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó): Ἔγγαμος βίος


Monzo,Quim-EggamosBios-Eikona-01a


Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó)


Ἔγγαμος βίος

(Vida matrimonial)


01-GammaΙΑ ΝΑ ΥΠΟΓΡΑΨΟΥΝ κά­ποι­α ἔγ­γρα­φα, ὁ Ζγκ­ντ καὶ ἡ Μπστ (παν­τρε­μέ­νοι ἐ­δῶ καὶ ὀ­χτὼ χρό­νια), ἔ­πρε­πε νὰ πᾶ­νε σὲ κά­ποι­α μα­κρι­νὴ πό­λη. Ἔ­φτα­σαν ἐ­κεῖ το βρα­δά­κι. Κα­θὼς μέ­χρι τὴν ἑ­πο­μέ­νη δὲν θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἐ­πι­λύ­σουν τὸ ζή­τη­μα, ψά­χνουν ἕ­να ξε­νο­δο­χεῖ­ο γιὰ νὰ πε­ρά­σουν τὴ νύ­χτα. Τοὺς δί­νουν ἕ­να δω­μά­τιο μὲ δύ­ο μο­νὰ κρε­βά­τια, δύ­ο κο­μο­δί­να, ἕ­να σε­κρε­τὲρ (ὑ­πάρ­χουν φά­κε­λοι καὶ ἐ­πι­στο­λό­χαρ­τα μὲ τὸ λο­γό­τυ­πο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου, σὲ ἕ­να ντο­σι­έ), μί­α κα­ρέ­κλα καὶ ἕ­να μι­κρὸ μπὰρ μὲ μί­α τη­λε­ό­ρα­ση ἐ­πά­νω. Δει­πνοῦν, κά­νουν βόλ­τα στὴν ὄ­χθη τοῦ πο­τα­μοῦ κι ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φουν στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο, ὁ κα­θέ­νας ξα­πλώ­νει στὸ κρε­βά­τι του καὶ βγά­ζει ἕ­να βι­βλίο.

       Λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κοῦν πὼς στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο πη­δι­οῦν­ται. Ἀ­κοῦν κα­θα­ρὰ τὸ τρί­ξι­μο τοῦ σο­μι­έ, τὰ βογ­κη­τὰ τῆς γυ­ναί­κας καί, πιὸ χα­μη­λά, τὸ λα­χά­νια­σμα τοῦ ἄν­τρα. Ὁ Ζγκ­ντ καὶ ἡ Μπστ κοι­τι­οῦν­ται, χα­μο­γε­λοῦν, κά­νουν κά­ποι­ο ἀ­στεῖ­ο σχό­λιο, κα­λη­νυ­χτί­ζουν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον καὶ σβή­νουν τὸ φῶς. Ὁ Ζγκ­ντ, ξα­ναμ­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ πή­δη­μα ποὺ ἀ­κό­μα ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο, σκέ­φτε­ται νὰ πεῖ κά­τι στὴν Μπστ. Ἴ­σως νὰ ἔ­χει ἀ­νά­ψει κι ἐ­κεί­νη τό­σο ὅ­σο κι αὐ­τός. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πλη­σιά­σει, νὰ κα­θί­σει στὸ κρε­βά­τι, νὰ κά­νει κά­ποι­ο ἀ­στεῖ­ο γιὰ τοὺς γεί­το­νες τοῦ ἄλ­λου δω­μα­τί­ου καί, σὰν νὰ μὴ συμ­βαί­νει τί­πο­τα, νὰ τῆς χα­ϊ­δέ­ψει πρῶ­τα τα μαλ­λιὰ καὶ τὸ πρό­σω­πο, κι ἔ­πει­τα, τὸ στῆ­θος. Πο­λὺ πι­θα­νόν, ἡ Μπστ νὰ ἀν­τα­πο­κρι­νό­ταν ἀ­μέ­σως. Ἂν δὲν ἀν­τα­πο­κρι­νό­ταν ὅ­μως; Ἂν τοῦ ἀ­πο­μά­κρυ­νε τὸ χέ­ρι καὶ πλα­τά­γι­ζε τὴ γλώσ­σα ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, τοῦ ἔ­λε­γε: «Δὲν ἔ­χω ὄ­ρε­ξη»; Πρὶν χρό­νια δὲν θὰ εἶ­χε δι­στά­σει. Θὰ ἤ­ξε­ρε, ἀ­κρι­βῶς πρὶν σβή­σουν τὸ φῶς, ἂν ἡ Μπστ εἶ­χε ὄ­ρε­ξη, ἂν τὰ βογ­κη­τὰ ἀ­πὸ τὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο τὴν εἶ­χαν ἀ­νά­ψει ἢ ὄ­χι. Ἀλ­λὰ τώ­ρα, με­τὰ ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια ἀ­ρα­χνι­ά­σμα­τος, τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρο. Ὁ Ζγκντ ἀλ­λά­ζει πλευ­ρὸ καὶ αὐ­να­νί­ζε­ται προ­σπα­θών­τας νὰ μὴν κά­νει κα­θό­λου θό­ρυ­βο.

       Δέ­κα λε­πτὰ ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε, ἡ Μπστ τὸν ρω­τᾶ ἂν κοι­μᾶ­ται. Ὁ Ζγκ­ντ τῆς ἁ­παν­τὰ πὼς ὄ­χι ἀ­κό­μη. Στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο δὲν βογ­κοῦν πιά. Τώ­ρα ἀ­κού­γε­ται μιὰ χα­μη­λό­φω­νη συ­ζή­τη­ση καὶ πνι­χτὰ γέ­λια. Ἡ Μπστ ση­κώ­νε­ται καὶ πη­γαί­νει πρὸς τὸ κρε­βά­τι τοῦ Ζγκ­ντ. Πα­ρα­με­ρί­ζει τὰ σεν­τό­νια, ξα­πλώ­νει καὶ ἀρ­χί­ζει νὰ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴν πλά­τη. Τὸ χέ­ρι κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὴν πλά­τη πρὸς τὰ ὀ­πί­σθια. Χω­ρὶς πο­λὺ κου­ρά­γιο γιὰ νὰ τῆς πεῖ ὅ­τι μό­λις αὐ­να­νί­στη­κε, ὁ Ζγκ­ντ τῆς λέ­ει ὅ­τι δὲν ἔ­χει ὄ­ρε­ξη. Ἡ Μπστ στα­μα­τᾶ νὰ τὸν χα­ϊ­δεύ­ει. Ἀ­κο­λου­θεῖ μί­α σύν­το­μη σι­ω­πή, πο­λὺ μα­κρά, καὶ ἐ­πι­στρέ­φει στὸ κρε­βά­τι της. Ἐ­κεῖ­νος ἀ­κού­ει πῶς πα­ρα­με­ρί­ζει τὰ σεν­τό­νια, πῶς ξα­πλώ­νει μέ­σα, πῶς ἀλ­λά­ζει πλευ­ρό. Σὲ κά­θε ἀλ­λα­γὴ πλευ­ροῦ, πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται οἱ τύ­ψεις τοῦ Ζγκ­ντ ποὺ αὐ­να­νί­στη­κε χω­ρὶς νὰ προ­σπα­θή­σει πρῶ­τα νὰ μά­θει ἂν ἡ Μπστ θὰ ἤ­θε­λε νὰ πη­δη­χτοῦν. Αἰ­σθά­νε­ται, ἐ­πί­σης, ἔ­νο­χος ποὺ δὲν τῆς εἶ­πε τὴν ἀ­λή­θεια. Τό­σο λί­γη ἐμ­πι­στο­σύ­νη ὑ­πάρ­χει ἀ­νά­με­σά τους, τό­σο ξέ­νοι ἔ­χουν γί­νει πλέ­ον, ποὺ οὔ­τε αὐ­τὸ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τῆς πεῖ; Ἀ­κρι­βῶς γιὰ νὰ ἀ­πο­δεί­ξει ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τε­λεί­ως ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νοι, ὅ­τι ἀ­κό­μη ὑ­πάρ­χει μιὰ σπί­θα ἐμ­πι­στο­σύ­νης, ὅ­τι ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­σουν τὴ φλό­γα, παίρ­νει θάρ­ρος, γυρ­νᾶ πρὸς τὸ μέ­ρος της καὶ ὁ­μο­λο­γεῖ ὅ­τι πρὶν με­ρι­κὰ λε­πτὰ εἶ­χε αὐ­να­νι­στεῖ, για­τὶ πί­στευ­ε πὼς ἐ­κεί­νη δὲν θὰ εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ πη­δη­χτοῦν. Ἡ Μπστ δὲν λέ­ει τί­πο­τα.

       Κά­ποι­α λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα, ὁ Ζγκ­ντ ὑ­πο­θέ­τει, ἀ­πὸ τοὺς συγ­κε­κα­λυμ­μέ­νους θο­ρύ­βους ποὺ φτά­νουν ὣς αὐ­τόν, ὅ­τι ἡ Μπστ αὐ­να­νί­ζε­ται. Ὁ Ζγκντ νι­ώ­θει μιὰ ἀ­πέ­ραν­τη θλί­ψη. Σκέ­φτε­ται ὅ­τι ἡ ζω­ὴ εἶ­ναι γκρο­τέ­σκα καὶ ἄ­δι­κη, καὶ ξε­σπᾶ σὲ κλά­μα­τα. Κλαί­ει μὲ τὸ πρό­σω­πο στὸ μα­ξι­λά­ρι, πι­έ­ζον­τάς το ὅ­σο πιὸ βα­θιὰ μπο­ρεῖ. Τὰ δά­κρυ­α εἶ­ναι ἄ­φθο­να καὶ ζε­στά. Κι ὅ­ταν ἀ­κού­ει ὅ­τι ἡ Μπστ πνί­γει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο βογ­κη­τὸ μὲ τὴν πα­λά­μη, φω­νά­ζει μὲ μιὰ φω­νὴ ποὺ εἶ­ναι ἡ φω­νὴ ποὺ ἐ­κεί­νη δαγ­κώ­νει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Δημοσιεύτηκε στὸ El per­què de tot ple­gat, Βαρ­κε­λώ­νη: Quaderns Cre­ma, 1999.

Κὶμ Μουν­ζὸ (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitantasis contes. Tὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό e-poema. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέα Μανου­ὲλ Ἐ­σπά­δα.