Φλόριαν Μάιμπεργκ (Florian Meimberg): Συνέντευξη στὸ Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι

 

 

Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ (F­l­o­r­i­an M­e­i­m­b­e­rg): Συ­νέν­τευ­ξη στὸ

«Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι»

Μιὰ συ­νο­μι­λί­α τῆς Ἕ­λε­νας Σταγ­κου­ρά­κη μὲ τὸ δη­μι­ουρ­γὸ τῶν «μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν» Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ (F­l­o­r­i­an M­e­i­m­b­e­rg), γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι»

 

ΣΕ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ΤΟΥ ἀ­π’ τὴ δου­λειά, συ­ναν­τή­σα­με τὸν Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ, προ­κει­μέ­νου νὰ τοῦ θέ­σου­με κά­ποι­α ἐ­ρω­τή­μα­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» του. Φι­λι­κός, ἄ­νε­τος κι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος πλέ­ον μὲ τὸ ρό­λο του ὡς συ­νεν­τευ­ξι­α­ζό­με­νου, δέ­χτη­κε εὐ­χα­ρί­στως νὰ ἀ­παν­τή­σει τὶς ἐ­ρω­τή­σεις μας καὶ νὰ μᾶς πα­ρου­σιά­σει τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» του ἀ­π’ τὴ δι­κή του σκο­πιά.

 

Ε.Σ: Πῶς βι­ώ­νε­τε τὴ σχέ­ση σας μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α; Ξε­κι­νή­σα­τε νὰ γρά­φε­τε, ἔ­χον­τας κα­τὰ νοῦ ὅ­τι οἱ «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» συ­νι­στοῦν λο­γο­τε­χνι­κὰ κεί­με­να ἢ πρό­κει­ται —του­λά­χι­στον σὲ πρῶ­το στά­διο— γιὰ κά­τι ποὺ προ­έ­κυ­ψε, μιὰ ἀ­λή­θεια ὑ­πο­συ­νεί­δη­τη;

 

Φ.Μ: Ἀ­νέ­κα­θεν ἔ­γρα­φα, καὶ μά­λι­στα μ’ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν δὲν ἐ­πρό­κει­το γιὰ λο­γο­τε­χνί­α. Γρά­φω ἐ­πί­σης πο­λὺ στὸ πλαί­σιο τῆς δου­λειᾶς μου, ὅ­που μά­λι­στα πρέ­πει νὰ ἀ­φη­γοῦ­μαι μὲ τὴ μέ­γι­στη δυ­να­τὴ συν­το­μί­α. Ὡ­στό­σο, ἡ συγ­γρα­φὴ τῶν «μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν» εἶ­ναι μιὰ ἀ­πό­λυ­τα συ­νει­δη­τὴ προ­σπά­θειά μου νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ μὲ τὴν ἀ­φή­γη­ση, κα­τὰ τρό­πο σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση δι­α­φο­ρε­τι­κό. Πρό­κει­ται, ἐ­πι­πλέ­ον, γιὰ ἐ­πί­πο­νη δι­α­δι­κα­σί­α, κα­θὼς ὑ­πάρ­χουν φο­ρὲς ποὺ ἡ ὁ­λο­κλή­ρω­ση μιᾶς τέ­τοι­ας ἱ­στο­ρί­ας, ἂν καὶ –ἢ ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δή– εἶ­ναι τό­σο μι­κρή, δια­ρκεῖ πο­λὺ και­ρό. Τὸ ἐ­ρέ­θι­σμα μπο­ρεῖ νὰ δο­θεῖ μιὰ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε στιγ­μή, ὅ­μως τυ­χαί­νει ἱ­στο­ρί­ες νὰ βρί­σκον­ται στὸ στά­διο τῆς ἐ­πε­ξερ­γα­σί­ας γιὰ πο­λὺ και­ρὸ πρὶν τὴν δη­μο­σί­ευ­σή τους στὸ t­w­i­t­t­er.

 

Ε.Σ: Πῶς προ­έ­κυ­ψε ἡ ἰ­δέ­α γιὰ τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες»; Προ­η­γή­θη­κε τὸ t­w­i­t­t­er ἢ ἡ ἰ­δέ­α; Τὸ μέ­σο ἢ τὰ κεί­με­να;

 

Φ.Μ: Τὰ μέ­σα ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ ἡ τε­χνο­λο­γι­κὴ πρό­ο­δος στὸν το­μέ­α αὐ­τὸ μὲ ἐν­δι­έ­φε­ραν πάν­τα. Ἔ­τσι, γρή­γο­ρα συμ­πά­θη­σα κι ἐ­ξοι­κει­ώ­θη­κα μὲ τὸ t­w­i­t­t­er. Πρό­κει­ται γιὰ μέ­σο ποὺ πα­ρέ­χει τὴ δυ­να­τό­τη­τα πα­ρα­γω­γῆς κει­μέ­νων σὲ μιὰ πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρου­σα μορ­φή. Κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­χα τὴν ἰ­δέ­α νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω τὸ μέ­σο αὐ­τὸ γιὰ νὰ γρά­ψω λο­γο­τε­χνι­κὰ κεί­με­να σ’ αὐ­τὴν τὴ νέ­α μορ­φὴ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων. Ἔ­τσι γεν­νή­θη­καν οἱ «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες».

 

Ε.Σ: Θε­ω­ρή­σα­τε λοι­πὸν ὅ­τι τὸ t­w­i­t­t­er προ­σφέ­ρει δυ­να­τό­τη­τες ποὺ ἄλ­λα μέ­σα δὲν προ­σφέ­ρουν; Θὰ μπο­ρού­σα­τε, μέ­σῳ αὐ­τοῦ, νὰ ἐ­πι­τύ­χε­τε στό­χους ποὺ δὲν θὰ ἦ­ταν ἐ­φι­κτοὶ μὲ ἄλ­λα μέ­σα;

 

Φ.Μ: Δὲν εἶ­ναι τό­σο οἱ δυ­να­τό­τη­τες ποὺ προ­σφέ­ρει τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο μέ­σο, ὅ­σο –θὰ ἔ­λε­γα– οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ ποὺ αὐ­τὸ ἐ­πι­βάλ­λει ποὺ κά­νουν τὴ δι­α­φο­ρά. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ συ­ναρ­πα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ t­w­i­t­t­er. Θε­ω­ρη­τι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­χα τὴν ἰ­δέ­α νὰ γρά­ψω κεί­με­να 140 μό­λις χα­ρα­κτή­ρων καὶ χω­ρὶς τὸ t­w­i­t­t­er. Δὲ συ­νέ­βη ὅ­μως αὐ­τό. Εἶ­ναι ὄν­τως οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμοὶ τοῦ t­w­i­t­t­er ποὺ ὁ­δή­γη­σαν σὲ μιὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἀ­νάγ­κη, αὐ­τὴ τῆς τό­σο σύν­το­μης καὶ πε­ρι­ε­κτι­κῆς ἔκ­φρα­σης.

 

Ε.Σ: Στὰ κεί­με­νά σας εἶ­ναι ἐμ­φα­νὴς ἡ ἐ­πιρ­ρο­ή σας ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο καὶ τὴ γλώσ­σα τῆς δι­α­φή­μι­σης ποὺ συ­νι­στᾶ τὸν πρω­τεύ­ον­τα το­μέ­α ἀ­πα­σχό­λη­σής σας. Οἱ «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» εἶ­ναι κεί­με­να πε­ρι­ε­κτι­κά, ἰ­δι­αι­τέ­ρως ἐκ­φρα­στι­κὰ καὶ μὲ ἔν­το­νη τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ χι­οῦ­μορ. Αἰ­σθά­νε­σθε ὄν­τως ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἀ­π’ τὸ χῶ­ρο τῆς δι­α­φή­μι­σης; Πῶς βι­ώ­νε­τε τὴ σχέ­ση αὐ­τὴ λο­γο­τε­χνί­ας-δι­α­φή­μι­σης;

 

Φ.Μ: Θε­ω­ρῶ δε­δο­μέ­νη τὴν ἐ­πιρ­ρο­ή μου ἀ­π’ τὸ χῶ­ρο τῆς δι­α­φή­μι­σης, αὐ­τὸ εἶ­ναι βέ­βαι­ο. Ἂν δὲν δι­έ­θε­τα τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ὑ­πό­βα­θρο καὶ δὲν ἐρ­γα­ζό­μουν γιὰ 15 πλέ­ον χρό­νια στὸν το­μέ­α τῆς δι­α­φή­μι­σης, ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ μὴν ἔ­φτα­να πο­τὲ στὴν ἰ­δέ­α γιὰ τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες». Ἐ­ξάλ­λου, στὴ δι­α­φή­μι­ση ἐ­ξί­σου, τὸ ζη­τού­με­νο εἶ­ναι νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει κα­νεὶς ἕ­να μή­νυ­μα ὅ­σο πιὸ σύν­το­μα καὶ πε­ρι­ε­κτι­κὰ γί­νε­ται. Αὐ­τὸ ὀ­φεί­λε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα, στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, κο­στί­ζουν πο­λὺ κι ἔ­τσι πρέ­πει κα­νεὶς νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει στὸν ἐ­λά­χι­στο αὐ­τὸ χρό­νο ὅ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρα μπο­ρεῖ. Τὸ ση­μαν­τι­κὸ γιὰ μέ­να εἶ­ναι ὅ­τι στὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» μπο­ρῶ νὰ ἐ­φαρ­μό­σω ὅ­σα ἔ­μα­θα στὸ χῶ­ρο τῆς δι­α­φή­μι­σης, τὴ σύν­το­μη δη­λα­δὴ καὶ πε­ρι­ε­κτι­κὴ ἔκ­φρα­ση, χω­ρὶς ὡ­στό­σο ὑ­πο­δεί­ξεις ἀ­πὸ κά­ποι­ον πε­λά­τη ὡς πρὸς τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο. Ἐ­γὼ ἀ­πο­φα­σί­ζω τί θὰ ἀ­φη­γη­θῶ καὶ μά­λι­στα χω­ρὶς τοὺς οἰ­κο­νο­μι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμοὺς συγ­κε­κρι­μέ­νου χαρ­το­φυ­λα­κί­ου. Αἰ­σθά­νο­μαι ἔ­τσι ἐ­λεύ­θε­ρος, μέ­σα στὸν πε­ρι­ο­ρι­σμὸ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων, καὶ τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νω.

                       

Ε.Σ: Σὲ ἄρ­θρο τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ S­p­i­e­g­el, ὅ­που γί­νε­ται λό­γος γιὰ τὴ βρά­βευ­σή σας μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο G­r­i­m­me 2010, χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ πρώ­τη φο­ρᾶ στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα ὁ ὅ­ρος «ἐ­λά­χι­στη λο­γο­τε­χνί­α» (“W­i­n­z­l­i­t­e­r­a­t­ur”­). Θε­ω­ρεῖ­τε ὅ­τι τὰ κεί­με­νά σας συ­νι­στοῦν νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος; Ποῦ θὰ κα­τα­τάσ­σα­τε τὶς «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες» [«ti­ny ta­les»] ὡς πρὸς τὰ δι­ά­φο­ρα εἴ­δη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας;

 

Φ.Μ: Ὁ ἴ­διος ὁ ὅ­ρος «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες» [«ti­ny ta­les»] συ­νι­στᾶ νε­ο­λο­γι­σμό, σὲ μιὰ προ­σπά­θεια αὐ­το­α­να­φο­ρᾶς κι ὁ­ρι­σμοῦ. Ὁ ὅ­ρος «ἐ­­λά­­χι­­στη λο­γο­τε­χνία» [«Winz­li­te­ra­tur»] εἶ­ναι εὔ­στο­χος, ἐ­νῶ ἐ­γὼ συ­νη­θί­ζω νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ἐ­ξί­σου τὸν ὅ­ρο «ὑ­πέρ­μι­κρη λο­γο­τε­χνία» [«Mi­cro­fi­ction»]. Ὅ­σο γιὰ τὶς «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες», δὲ θὰ τολ­μοῦ­σα νὰ ἰ­σχυ­ρι­στῶ ὅ­τι συ­νι­στοῦν νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος. Πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιὰ ἕ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο ἔκ­φρα­σης τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἕ­ναν νέ­ο τρό­πο χρή­σης της. Μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ὑ­πῆρ­χαν καὶ πα­λαι­ό­τε­ρα κι αὐ­τὲς ἐ­δῶ εἶ­ναι, ἂν μὴ τί ἄλ­λο, πο­λὺ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ νέ­α μορ­φὴ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ἡ ὁ­ποί­α ἐ­πι­βλή­θη­κε ἀ­πὸ τὶς και­νούρ­γι­ες τε­χνο­λο­γί­ες.

 

Ε.Σ: Ἂς γί­νου­με λοι­πὸν πιὸ συγ­κε­κρι­μέ­νοι κι ἂς πε­ρά­σου­με στὶς «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες» αὐ­τὲς κα­θαυ­τές. Γιὰ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τους ἐ­πι­λέ­ξα­τε τὸν ἀγ­γλι­κὸ ὄ­ρο “t­i­­ny t­a­­l­es”. Μὲ ποι­ά κρι­τή­ρια ἐ­πι­λέ­ξα­τε αὐ­τὸν τὸ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ καὶ για­τὶ στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα;

 

Φ.Μ: Ὁ ὅ­ρος αὐ­τὸς προ­έ­κυ­ψε αὐ­θόρ­μη­τα, ἀλ­λὰ κα­τέ­λη­ξα σ’ αὐ­τὸν γιὰ δι­ά­φο­ρους λό­γους. Ἤ­θε­λα μιὰ ὀ­νο­μα­σί­α εὔ­στο­χη, «πι­α­σά­ρι­κη», ὅ,τι δη­λα­δὴ μοῦ προ­σέ­φε­ρε ἡ πα­ρή­χη­ση τοῦ ἀγ­γλι­κοῦ ὄ­ρου. Ταυ­τό­χρο­να, συ­νι­στᾶ ὁ­ρι­σμὸ τοῦ πράγ­μα­τος, πε­ρι­γρά­φει αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι, πράγ­μα ἐ­ξί­σου ση­μαν­τι­κό. Τέ­λος, ἤ­θε­λα μιὰ ὀ­νο­μα­σί­α ποὺ θ’ ἀ­κου­γό­ταν εὐ­χά­ρι­στα καὶ θὰ προ­κα­λοῦ­σε ἐν­δι­α­φέ­ρον. Νο­μί­ζω ὅ­τι μὲ τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ὀ­νο­μα­σί­α στὰ ἀγ­γλι­κὰ κα­τορ­θώ­νω νὰ ἐκ­φρά­σω αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λα.

 

Ε.Σ: Δι­α­βά­ζον­τας κα­νεὶς τὰ κεί­με­νά σας, δι­α­πι­στώ­νει τὴν τά­ση σας πρὸς ὁ­ρι­σμέ­να θέ­μα­τα, κα­θὼς πε­ρι­στρέ­φε­στε πο­λύ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ παι­χνί­δι πα­ρελ­θόν­τος-πα­ρόν­τος, ἐ­νῶ συ­χνὰ δι­η­γῆ­στε ἐ­κρή­ξεις, ἐκ­πλή­ξεις κλπ. Ἐ­πι­λέ­γε­τε συ­νει­δη­τὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη θε­μα­το­λο­γί­α, πρό­κει­ται γιὰ προ­σω­πι­κά σας ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἢ γιὰ κά­τι ποὺ προ­κύ­πτει ἀ­π’ τὴν ἴ­δια τὴ φύ­ση τῶν κει­μέ­νων;

 

Φ.Μ: Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ ἀ­παν­τή­σει κα­νεὶς αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα γιὰ τὸ σύ­νο­λο τῶν κει­μέ­νων. Ὡ­στό­σο, θε­ω­ρῶ ὅ­τι ὁ κύ­ριος λό­γος εἶ­ναι πὼς τέ­τοι­α «κο­σμι­κὰ» σε­νά­ρια «ἀ­πο­κά­λυ­ψης» ἐν­δεί­κνυν­ται δρα­μα­τουρ­γι­κὰ γιὰ τέ­τοι­ου εἴ­δους κεί­με­να. Ὅ­ταν σὲ μιὰ ἱ­στο­ρί­α τρι­ῶν προ­τά­σε­ων μπο­ρῶ νὰ κα­τα­στρέ­ψω τὴ γῆ μὲ μιὰ-δυ­ὸ λέ­ξεις, ὁ ἀ­πό­η­χος εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­π’ ὅ,τι ἂν δι­η­γι­ό­μουν μιὰ μι­κρὴ ἱ­στο­ρία ἀ­γά­πης. Ἔ­τσι, τό­σο μέ­σα ἀ­π’ τὴν προ­σω­πι­κή μου ἐμ­πει­ρία, ὅ­σο καὶ ἀ­π’ τὰ σχό­λια ποὺ ἀ­πο­κο­μί­ζω, ἔ­χω δι­α­πι­στώ­σει ὅ­τι τέ­τοι­α σε­νά­ρια κα­τα­στρο­φο­λο­γί­ας προ­σφέ­ρον­ται γιὰ τό­σο σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες. Πρό­κει­ται, λοι­πόν, γιὰ συ­νει­δη­τὴ ἐ­πι­λο­γή. Ὅ­σο γιὰ τὸ παι­χνί­δι πα­ρελ­θόν­τος-πα­ρόν­τος, τὸ χρη­σι­μο­ποι­ῶ ὡς μέ­σο, προ­κει­μέ­νου νὰ δι­η­γη­θῶ τὸ ἱ­στο­ρι­κὸ πα­ρελ­θὸν ἐκ νέ­ου καὶ νὰ δώ­σω ὑ­πό­στα­ση σὲ σε­νά­ρια ποὺ εἶ­ναι μὲν φαν­τα­στι­κά, θὰ μπο­ροῦ­σαν δὲ —ἔ­στω καὶ θε­ω­ρη­τι­κά— νὰ ἰ­σχύ­ουν. Ἔ­τσι γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ἐ­ξη­γῶ τὸ χα­μό­γε­λο τῆς Μό­να Λί­ζα ὡς μιὰ προ­σπά­θειά της νὰ κα­τα­πνί­ξει ἕ­να αὐ­θόρ­μη­το γέ­λιο.

 

Ε.Σ: Τί θὰ λέ­γα­τε σὲ ὅ­σους βλέ­πουν στὶς «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες» σας μιὰ «ἀ­πει­λὴ» γιὰ τὸν κό­σμο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας;

 

Φ.Μ: Δὲ θε­ω­ρῶ ὅ­τι οἱ «ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες» συ­νι­στοῦν ἀ­πει­λὴ γιὰ συγ­κε­κρι­μέ­να εἴ­δη, οὔ­τε γιὰ τὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας γε­νι­κό­τε­ρα. Πρό­κει­ται γιὰ κεί­με­να ποὺ ἐ­πι­βλή­θη­καν ἀ­π’ τὶς νέ­ες τε­χνο­λο­γί­ες, ὑ­πά­γον­ται ὡ­στό­σο σὲ συγ­κε­κρι­μέ­νο πλαί­σιο κι ἀ­κο­λου­θοῦν τοὺς δι­κούς τους κα­νό­νες. Ἡ τε­χνο­λο­γι­κὴ ἐ­πα­νά­στα­ση εἶ­ναι γε­γο­νός, βρί­σκει δι­ε­ξό­δους σὲ ὅ,τι μᾶς πε­ρι­βάλ­λει καὶ δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ τὴν πα­ρα­βλέ­ψου­με.

 

         Ντύσσελντορφ, 09.08.2010 / Ἀθήνα, 27.08.2010

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση. Ἡ συ­νέ­ντευ­ξη δό­θη­κε προ­φο­ρικὰ ἀ­πὸ τὸν γερ­μα­νὸ συγ­γρα­φέα στὴ με­τα­φρά­στρια στὶς 09.08.2010 στὸ Ντύσ­σελ­ντορφ.

 

Φλόριαν Μάιμπεργκ (Florian Meimberg). Γεν­νή­θη­κε στὴ Γερ­μα­νί­α τὸ 1975. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­δῶ καὶ 15 χρό­νια στὸ χῶ­ρο τῆς δι­α­φή­μι­σης κι ἀ­να­λαμ­βά­νει πλέ­ον με­γά­λες δι­α­φη­μι­στι­κὲς καμ­πά­νι­ες ὡς καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς σὲ δι­ά­φο­ρες ἑ­ται­ρεῖ­ες. Γνω­στὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες κι ὀρ­γα­νι­σμοὶ ἔ­χουν ὑ­πάρ­ξει πε­λά­τες του καὶ τοῦ ἔ­χει ἀ­πο­νε­μη­θεῖ πλῆ­θος δι­ε­θνῶν βρα­βεί­ων. Πρό­σφα­τα τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖο Grimme Online Award 2010 γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ δη­μο­σι­εύ­ει σὲ συγ­κε­κρι­μέ­νη πλατ­φόρ­μα στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Σύν­το­μα μά­λι­στα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σουν οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τὲς σὲ αὐ­το­τε­λῆ τό­μο. Ὁ Μά­ιμ­περγκ ζεῖ μὲ τὴ σύ­ζυ­γο καὶ τὸ γιὸ του στὸ Ντύσ­σελ­ντορφ τῆς Γερ­μα­νί­ας. (Ἱ­στο­σε­λί­δα Μά­ιμ­περγκ: www.florian-meimberg.com )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.  

 

******* 

 

[Ἡ συ­νέ­ντευ­ξη δό­θη­κε προ­φο­ρικὰ στὶς 09.08.2010 στὸ Ντύσ­σελ­ντορ­φ καὶ ἀπο­μα­γνη­το­φω­νή­θη­κε. Ἀκο­λου­θεῖ τὸ γερ­μα­νικὸ πρω­τό­τυ­πο:
 
Ein Interview mit dem Erfinder der „Tiny_tales“,
Florian Meimberg
 
Während seiner Pause von der Arbeit, haben wir Florian Meimberg getroffen, um ihm einige Fragen über seine „Tiny_tales“ zu stellen. Freundlich, locker und an die Interviews gewöhnt hat er gern unsere Fragen beantwortet und uns seine „Tiny_tales“ von seiner Seite präsentiert.
 
Elena Stagkouraki: Welche ist Ihre Beziehung zur Literatur? Schreiben Sie, indem es Ihnen bewusst ist, dass Ihre Texte literarische Werke sind oder handelt es sich eher um ein –wenigstens am Anfang– unbewusstes Handeln?
Florian Meimberg: Ich habe schon immer gern geschrieben, aber auch nicht fiktional. Ich schreibe viel auch im Rahmen meines Berufs (ich bin im Haupberuf Regisseur für Werbung und Muiskvideos, also für kurze Formate, wo man sehr verdichtet erzählen muss). Ich habe also immer schon gern geschrieben, aber noch dazu geht es hier natürlich um eine bewusste Handlung. So dauert es oft sehr lang, bis eine Tiny_tale fertig ist und veröffentlicht wird. Ich habe auch viele in Bearbeitungsstadium, aber es kann lange dauern, bis sie fertig bearbeitet und „gekurzt“ sind.
 
Elena Stagkouraki: Wie sind Sie auf die Idee gekommen, so kurze Texte zu verfassen? Was kam eigentlich zuerst? Twitter oder die Texte? Das Medium oder die Idee?
Florian Meimberg: Ich habe mich immer für Media interessiert, insbesondere für Twitter, weil es einfach ein Medium ist, das ein spannendes und interessantes Format bietet. Irgendwann hatte ich tatsächlich die Idee und habe es dann gleich probiert, auf Twitt-Länge Fiktion zu schreiben. Das war der Moment, dass Tiny_tales geboren wurden.
 
Elena Stagkouraki: Glauben Sie dann, Herr Meimberg, dass Twitter Möglichkeiten bietet, die von anderen Medien nicht angeboten werden? Kann man in anderen Worten durch Twitter Ziele erreichen, die durch andere Wege nicht zu erreichen sind?
Florian Meimberg: Es geht darin nicht um die Möglichkeiten, welche dieses Medium bietet, sondern eher um die Einschränkungen, die es stellt. Das ist auch das Faszinierende daran. Ich hätte, ohne dass es Twitter gäbe, auch auf die Idee kommen können, Geschichten aus 140 Zeichen zu schreiben. Bin ich aber nicht. Ich bin durch die Einschränkungen, die Twitter ausmacht, darauf gekommen und zwar durch das Gebot „fasse dich kurz“.
 
Elena Stagkouraki: Man merkt in Ihren Texten den Einfluss von der Werbung und der Werbesprache. Wenn man die Tiny_tales liest, kommt man präzisen, humorvollen und ausdrucksstarken Texten entgegen. Haben Sie den Eindruck, dass Sie von der Welt der Werbung beeinflusst wurden? Auf welcher Art? Wie erleben Sie diesen Zusammenhang zwischen Literatur und Werbung?
Florian Meimberg: Auf jeden Fall bin ich von der Werbung beeinflusst, es ist überhaupt keine Frage. Ich glaube, wenn ich dieses Background nicht hätte und über die letzten 15 Jahre im Gebiet der Werbung nicht gearbeitet hätte, wäre ich nicht auf diese Idee gekommen. Denn in der Werbung geht es darum, eine Botschaft sehr verdichtet zu erzählen. Es ist so, weil Zeit in der Werbung sehr teuer ist und einige Sekunden online viel Geld kosten. Da muss man in wenigen Sekunden möglichst viel erzählen. Das Schöne bei den Tiny_tales für mich ist, dass ich das, was ich in der Werbung gelernt habe, nämlich das verdichtete Erzählen, anwenden kann, aber ohne jede Vorgabe, ohne Briefing, ohne jeglichen Kunden. Ich kann also die Geschichten erzählen, die mich selbst interessieren, die ich selbst erzählen will, und zwar ohne Budget-Vorgaben. Ich bin also von der Angst des Budgets befreit und fühle mich trotzt der Beschränkung der 140 Zeichen frei. Ich muss mir keine Sorgen um die Kosten machen, egal ob ich eine Tiny_tale oder ein Epos schreibe. Es ist hervorragend.
 
 
Elena Stagkouraki: In dem Spiegel-Artikel, das von Ihrer Auszeichnung mit dem Online Grime Award 2010 berichtete, wurde zum ersten Mal in der deutschen Sprache der Begriff „Winzliteratur“ benutzt. Glauben Sie, dass Ihre Texte eine bestimmte und neue Literaturform darstellen? Wie würden Sie die „Tiny_tales“ bezeichnen im Bezug auf die Literatur?
Florian Meimberg: „Tiny_tales“ ist selbst ein neues Wort, selbst erklärend. „Winzliteratur“ trifft ganz gut, „Microfiction“ sag ich selbst. Wenn mich einer fragt, um was für einen Texttyp es geht, sag ich „Microfiction“. Dass es um eine neue Literaturform geht, würde ich mir gar nicht anmaßen. Ich glaube, es ist vielleicht eine neue Spielart der Literatur. Kurzgeschichten gab es vorher schon und diese hier sind eben sehr kurze Geschichten. Es ist eine neue Art der Literatur, die sich aus den neuen Medien herausentwickelt hat. Wenn es Twitter nicht gegeben hätte, wäre ich auch nicht auf die Idee gekommen, so kurze Geschichten zu schreiben.
 
 
Elena Stagkouraki: Lassen Sie uns jetzt, Herr Meimberg, etwas konkreter werden und zu den „Tiny_tales“ kommen. Könnten Sie mir etwas über den Titel erzählen? Wieso haben Sie diesen Titel ausgewählt und warum auf englisch?
Florian Meimberg: Die Idee für die Bezeichnung war spontan, aber ich habe mich schließlich aus mehreren Gründen für sie entschlossen. Das Wort „Tiny_tales“ ist griffig. Die Alliteration im englischen „tiny tales“ ist gut, es klingt schön. Gleichzeitig beschreibt es, was es ist, worum es sich dabei handelt und das fand ich auch wichtig. Die Bezeichnung sollte also auch ein bisschen selbst erklärend sein. Die Benennung sollte auch ein bisschen sympathisch und interessant klingen und ich glaube, ich habe durch den ausgewählten Titel all das erzielt.
 
Elena Stagkouraki: Wenn man Ihre Texte liest, findet man bestimmte Themen, die immer wieder vorkommen, wie zum Beispiel das Spiel mit der Vergangenheit und der Zukunft, jede Menge Explosionen und Überraschungen usw. Haben Sie bewusst eine bestimmte Thematik, handelt es sich um Themen, die Sie sowieso interessieren oder kommt es einfach so aus?
Florian Meimberg: Man kann das so pauschal nicht beantworten, aber ich glaube, dass der Hauptgrund ist, dass man mit solchen großen, apokalyptischen Szenarien besonders große dramaturgische Höhen erreichen kann. Wenn ich in den drei Sätzen mit drei Wörtern die Welt zerstöre, kann ich eine viel größere Wirkung erzielen, als wenn ich eine kleine Liebesgeschichte schreibe. Ich habe also die Erfahrung gemacht, auch beim Schreiben selbst, und durch das Feedback, das ich auf die Geschichten bekomme, dass diese große bombastische Szenarien sich gut eignen, um so eine mini-Dramaturgie zu schreiben. Das mache ich, indem es mir durchaus bewusst ist. Was das Spiel mit Vergangenheit betrifft, benutze ich es als Medium, um das Gegebene neu zu erzählen und zu zeigen, dass manche Szenarien zwar Erfindungsergebnis sind, aber (wenigstens theoretisch) wahr sein könnten. So habe ich zum Beispiel über Mona Lisa geschrieben, die angeblich dieses Lächeln hat, weil sie versucht hat, in Gelächter nicht auszubrechen.
 
Elena Stagkouraki: Was würden Sie denjenigen sagen, die Ihre Texte als eine Drohung für die Literatur betrachten und sich verunsichert fühlen?
Florian Meimberg: Ich glaube, dass „Tiny_tales“ weder für bestimmte Literaturarten, noch für die gesamte literarische Welt eine Drohung darstellen. Dabei geht es um Texte, die aus den neuen Technologien herausentwickelt wurden, aber ihren eigenen Charakter haben und bestimmte Regel befolgen. Die technologische Revolution ist Tatsache, sie findet ihren Ausdruck in mehreren Sektoren unseres Alltags und wir dürfen sie nicht übersehen.
 
Elena Stagkouraki,
Düsseldorf, den 09.08.2010  ] 

 

Advertisements

Φλόριαν Μάιμπεργκ (Florian Meimberg): 31 Ἐλάχιστες ἱστορίες

 

 

Φλόριαν Μάιμπεργκ (F­l­o­r­i­an M­e­i­m­b­e­rg)

 

31 Ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες

(Ἐ­πι­λο­γή)

 

Ὁ Νῶ­ε χα­μο­γέ­λα­σε. Εἶ­χαν ἔρ­θει ὅ­λα τὰ ζῶ­α. Ἡ τε­ρά­στια κι­βω­τὸς πῆ­ρε τρί­ζον­τας νὰ κι­νεῖ­ται. Λί­γο πρὶν τὶς 10 ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν τρο­χιὰ τῆς γῆς.

 

*­ * *

 

Ἐ­νερ­γο­ποί­η­σε προ­σε­κτι­κὰ τὸν ὡ­ρο­λο­για­κὸ μη­χα­νι­σμὸ καὶ το­πο­θέ­τη­σε τὸ τρό­παι­ο πί­σω στὸ χρη­μα­το­κι­βώ­τιο. Ἀ­πὸ μα­κριὰ ἀν­τη­χοῦ­σαν οἱ βου­βου­ζέ­λες.

 

*­ * *

 

«…καὶ σοῦ προ­κα­λεῖ με­γά­λη πεί­να. Τὰ λέ­με!» Ἡ Γιά­ννα κα­τέ­βα­σε τὸ ἀ­κου­στι­κὸ κι ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὸ τη­γά­νι. Τὸ χέ­ρι της εἶ­χε γί­νει σχε­δόν.

 

* ­* *

 

Ὁ Τὶλλ δί­στα­σε. Ἔ­πει­τα, πί­ε­σε δι­στα­κτι­κὰ τὸ πα­ρά­ξε­νο κουμ­πί. Ἀ­κο­λού­θη­σε ὅ,τι 13,7 ἑκ. χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα θὰ ὀ­νο­μα­ζό­ταν «τὸ με­γά­λο μπάμ».

 

* ­* *

 

Μὲ μι­σὴ καρ­διὰ τῆς ἔ­δω­σε τὰ χρή­μα­τα. «200 γι’ αὐ­τό; Κα­λύ­τε­ρη ἡ γυ­ναί­κα μου!» Ἐ­κεί­νη χα­μο­γέ­λα­σε ψυ­χρά. «Ἄ­πο­ψή σου; μὰ πλη­ρώ­νει κα­λύ­τε­ρα.»

 

* ­* *

 

 «Κα­λὲ Θε­ού­λη, τὰ χά­πια μὲ τὸ κρα­σὶ ἦ­ταν μιὰ φάρ­σα μό­νο. Κά­νε, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, νὰ ξυ­πνή­σουν πά­λι ἡ μα­μὰ κι ὁ μπαμ­πάς. Ἀ­μήν.»

 

*­ * *

 

Ὁ Ἄ­λεξ ὑ­πο­λο­γί­ζει. Τὸ κύ­μα εἶ­ναι τώ­ρα 10 χλμ ἀ­π’ τὴν ἀ­κτή. Ἀ­κό­μα προ­λα­βαί­νουν νὰ γλι­τώ­σουν οἱ ἀ­νυ­πο­ψί­α­στοι κά­τοι­κοι. Γα­βγί­ζει πιὸ πο­λύ.

 

* ­* *

 

Κοί­τα­ζε τὸν Μπό­α­τεγκ* βα­θιὰ στὰ μά­τια. «Σύμ­φω­νοι. Ἀλ­λὰ μό­νο τὸν ἀ­στρά­γα­λο!» Ὁ Μπάλ­λακ* ἀ­να­στέ­να­ξε. Ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­νη φο­βί­α μὲ τὶς πτή­σεις!

 

[* Δι­ε­θνεῖς ἄσ­σοι τοῦ πο­δο­σφαί­ρου. Εἶ­ναι γνω­στὸ στοὺς πο­δο­σφαι­ρό­φι­λους ὅ­τι ὁ Μί­κα­ελ Μπά­λλακ φο­βᾶ­ται τὶς πτή­σεις μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο.]

 

*­ * *

 

Τὰ ἀ­το­μι­κὰ μα­νι­τά­ρια, μι­κρὰ φω­τει­νὰ ση­μεῖ­α, κά­λυ­πταν τὴν ὑ­δρό­γει­ο. Ὁ Στέ­φαν κοι­τοῦ­σε ἔκ­θαμ­βος στὸ τζά­μι. Τὸ ὑ­πό­λοι­πο πλή­ρω­μα κοι­μό­ταν.

 

*­ * *

 

Τὸ δω­μά­τιό του κα­θό­λου δὲν εἶ­χε ἀλ­λά­ξει. Κα­θό­ταν στὸ κρε­βά­τι σὰν ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα. Ἡ μη­τέ­ρα του κοί­τα­ξε στὸν ἄ­δει­ο χῶ­ρο. Ἔ­κλαι­γε.

 

* ­* *

 

Ὁ ἀρ­χη­γὸς θὰ τὴν ἔ­κα­νε ἀ­στέ­ρι τοῦ F­BI: Ἐ­ξάρ­θρω­ση τῆς σπεί­ρας Μπα­ρό­νι. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα! Ἡ πρά­κτωρ Στὴλ κοί­τα­ξε τὸν ἱ­ε­ρέα: «Δέ­χο­μαι.»

 

*­ * *

 

Τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς μπό­τας γυ­ά­λι­ζε στὴ γκρί­ζα σκό­νη τῆς σε­λή­νης. Στὴν προ­σγεί­ω­ση τοῦ σκά­φους τοῦ Ἄρ­μστρονγκ τὸ ἀ­πο­λί­θω­μα δο­νή­θη­κε ἐ­λα­φρῶς.

 

*­ * *

 

«Τί εἶ­ναι αὐ­τό;» Ἡ μι­κρὴ Λὺνν ἔ­δει­ξε τὸ σκου­ρι­α­σμέ­νο μον­τέ­λο 747. Ὁ πα­τέ­ρας της χα­μο­γέ­λα­σε. «Πα­λι­ό­τε­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι πε­τοῦ­σαν στὸν οὐ­ρα­νό.»

 

*­ * *

 

Τὸ πλῆ­θος σώ­πα­σε, κα­θὼς ὁ φύ­λαρ­χος στρά­φη­κε πρὸς τὸ μαν­τεῖ­ο. Πί­σω ἀ­π’ τὸ σκο­νι­σμέ­νο τζά­μι ἀ­χνο­φαί­νον­ταν θαμ­πὰ τὰ γράμ­μα­τα: «G­o­o­g­le».

 

*­ * *

 

Τρέ­μον­τας εἰ­σή­γα­γε ὁ Ὀμ­πά­μα τὸν κω­δι­κὸ καὶ γύ­ρι­σε τὸ δι­α­κό­πτη. Ἡ πόρ­τα τι­νά­χτη­κε δι­ά­πλα­τα. «Πρω­τα­πρι­λιά!» χα­χά­νι­ζε ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ Πεν­τα­γώ­νου.

 

* ­* *

 

Ἀλ­λι­ῶς τὰ εἶ­χε φαν­τα­στεῖ τὰ πε­ρὶ τῆς ἀ­να­στά­σε­ως ἡ Κέ­ιτ. Κά­πως πιὸ βι­βλι­κά. Ἀρ­γὰ κυ­λοῦ­σαν τώ­ρα οἱ στα­γό­νες στὰ τοι­χώ­μα­τα τῆς γυά­λας.

 

*­ * *

 

Ὁ πα­τὴρ Ὄ­λις τοῦ ψι­θύ­ρι­σε πε­θαί­νον­τας τὴ στερ­νὴ φρά­ση τῆς ζω­ῆς του: «Τὰ χρή­μα­τα εἶ­ναι στὸ.­.» «Πρω­ι­νό­ο­ο!» ἀν­τή­χη­σε ἡ φω­νὴ τῆς ἡ­γου­μέ­νης.

 

*­ * *

 

 «Γι’ αὐ­τὸ ἀ­παι­τῶ…» Οἱ ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ Ο­Η­Ε κοί­τα­ξαν πα­γω­μέ­νοι τὸν ὁ­μι­λη­τή. «Πό­λε­μο!» Ξέ­σπα­σε θύ­ελ­λα ἀν­τι­δρά­σε­ων. Ὁ δι­ερ­μη­νέ­ας χα­μο­γε­λοῦ­σε.

 

* ­* *

 

Ἡ Λὶζ μι­σοῦ­σε τὸ F­a­c­e­b­o­ok. Φά­τσα φό­ρα φαι­νό­ταν στὶς φω­το­γρα­φί­ες τὸ τί συ­νέ­βη πά­νω στὸ με­θύ­σι της· στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό της, στὸ Μπά­κιν­γκχαμ.

 

*­ * *

 

Ἡ Κλά­ρα πε­ρι­ερ­γά­στη­κε τὸν πα­ρά­ξε­νο ἄν­δρα. «Ποι­ός Ἀ­δόλ­φος; Δὲν ἔ­χω κὰν γιό!» Ὁ ξέ­νος χα­μο­γέ­λα­σε. «Ὄ­χι ἀ­κό­μα.» εἶ­πε καὶ πυ­ρο­βό­λη­σε.

 

*­ * *

 

Μὲ τὸ πά­σο τους βά­δι­ζαν οἱ κου­κου­λο­φό­ροι μὲ τὴ λεί­α ἀ­πὸ τὸ χρυ­σο­χο­εῖ­ο. Ἔ­ξω στὴν ἀ­λέ­α κα­λὰ κρα­τοῦ­σε τὸ καρ­να­βά­λι.

 

*­ * *

 

Τὸ μπου­κά­λι ἔ­σπα­σε στὸ βρεγ­μέ­νο βρά­χο. Στὸ ἁλ­μυ­ρὸ νε­ρὸ κύ­λη­σε ἡ πα­λιὰ με­λά­νη: «­S.O.S. Ναυα­γὸς στὸ Βε­ρο­λί­νο. Νη­σὶ γε­μά­το κα­νι­βά­λους.»

 

*­ * *

 

Ὁ δρ. Κέ­ι ἵ­δρω­νε. Εἶ­χε δύο λε­πτὰ γιὰ ν’ ἀ­φαι­ρέ­σει τὸν ὄγ­κο. Προ­σε­κτι­κὰ ἔ­κο­ψε τὸ κοι­λια­κὸ τοί­χω­μα. Ὁ πό­νος τὸν ἔ­κα­νε νὰ βογ­κή­ξει.

 

*­ * *

 

500 ἑκ. ἄν­θρω­ποι πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν ἀ­π’ εὐ­θεί­ας τὸν ἀ­γώ­να, ὅ­ταν ὁ ξέ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε στὶς ὀ­θό­νες. Πα­νι­κὸς ἔ­πια­σε πρῶ­τα τὶς μη­τρο­πό­λεις.

 

*­ * *

 

Τὰ δι­α­στη­μό­πλοι­α αἰ­ω­ροῦν­ταν πά­νω ἀ­π’ τὴ ζούγ­κλα. Ὁ γε­ρο-βα­σι­λιὰς τῶν Μά­για χτύ­πη­σε στὸν ὦ­μο τὸν ἀρ­χη­γὸ τῶν ἐ­ξω­γή­ι­νων. «Ἀ­παρ­τί­α. Φύ­γα­με.»

 

*­ * *

 

Α­ΝΑ­ΚΑ­ΛΥ­ΨΗ ΝΕ­ΟΥ ΠΛΑ­ΝΗ­ΤΗ! Ἡ συ­νέν­τευ­ξη τύ­που τῆς N­A­SA ἀ­να­με­τα­δι­δό­ταν ἀ­πευ­θεί­ας παν­τοῦ. Ἡ κα­θα­ρί­στρια σκού­πι­ζε τὴ σκό­νη ἀ­π’ τὸ τη­λε­σκό­πιο.

 

*­ * *

 

Ἄ­νοι­γε δρό­μο πρὸς τὸ φῶς. Ἀ­λή­θεια ἦ­ταν: τὸ τοῦ­νελ. Τὸ δυ­να­τὸ φῶς. Αὐ­τὸ ἦ­ταν λοι­πόν. Μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε: «Εἶ­ναι ἀ­γό­ρι!»

 

*­ * *

 

Ὁ καθ. Λὶ ἐ­ξέ­τα­σε τὴ σά­ρω­ση. Τὸ ἀν­τι­κεί­με­νο ἦ­ταν με­γά­λο ὅ­σο τὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες. Μό­νο ἡ κο­ρυ­φὴ ἐ­ξεῖ­χε ἀ­π’ τὴν ἄμ­μο. Οἱ πυ­ρα­μί­δες τῆς Γκί­ζας.

 

*­ * *

 

Ὁ Ἂλ εἶ­χε 72 ὦ­ρες νὰ κοι­μη­θεῖ. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος παρέπαιε στὴν ἄγονη ἐρημιά. Κοίταξε ψηλὰ στὸν οὐρανό. Ἐκεῖ πάνω ἀνέτειλε μόλις ἡ Γῆ.

 

* * *

 

5 χρόνια μόνος στὸ ἀτομικὸ καταφύγιο. Τὴ θλιβερὴ ἐπέτειο γιόρταζε ὁ Μπὲν μὲ κρέας κονσέρβας. Κανεὶς δὲν τοῦ δίδαξε τὸ λάθος συναγερμό.

 

* * *

 

Μὲ ἕναν Macintosh ὑπομάλης ἀποβιβάστηκε ἀπ’ τὴ χρονομηχανή. «Ὥρα γιὰ κάτι ἐπαναστατικό!» σκέφτηκε ὁ νεαρὸς Στὴβ Τζόμπς. Ἦταν στὰ 1983.

 

 

 

Πη­γή: http://twitter.com/tiny_tales

 

Φλόριαν Μάιμπεργκ (Florian Meimberg). Γεν­νή­θη­κε στὴ Γερ­μα­νί­α τὸ 1975. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­δῶ καὶ 15 χρό­νια στὸ χῶ­ρο τῆς δι­α­φή­μι­σης κι ἀ­να­λαμ­βά­νει πλέ­ον με­γά­λες δι­α­φη­μι­στι­κὲς καμ­πά­νι­ες ὡς καλ­λι­τε­χνι­κὸς δι­ευ­θυν­τὴς σὲ δι­ά­φο­ρες ἑ­ται­ρεῖ­ες. Γνω­στὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες κι ὀρ­γα­νι­σμοὶ ἔ­χουν ὑ­πάρ­ξει πε­λά­τες του καὶ τοῦ ἔ­χει ἀ­πο­νε­μη­θεῖ πλῆ­θος δι­ε­θνῶν βρα­βεί­ων. Πρό­σφα­τα τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖο Grimme Online Award 2010 γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ δη­μο­σι­εύ­ει σὲ συγ­κε­κρι­μέ­νη πλατ­φόρ­μα στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Σύν­το­μα μά­λι­στα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σουν οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τὲς σὲ αὐ­το­τε­λῆ τό­μο. Ὁ Μά­ιμ­περγκ ζεῖ μὲ τὴ σύ­ζυ­γο καὶ τὸ γιὸ του στὸ Ντύσ­σελ­ντορφ τῆς Γερ­μα­νί­ας. (Ἱ­στο­σε­λί­δα Μά­ιμ­περγκ: www.florian-meimberg.com )

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.  

 

Ἕλενα Σταγκουράκη: Φλόριαν Μάιμπεργκ. Ἡ ἀποθέωση τῆς μινιατούρας

 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη

 

Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ, «Ἐ­λά­χι­στες ἱ­στο­ρί­ες».

­πο­θέ­ω­ση τῆς μι­νι­α­τού­ρας

 

«Γι’ αὐ­τὸ ἀ­παι­τῶ…» Οἱ ἐκ­πρό­σω­ποι τοῦ Ο­Η­Ε κοί­τα­ξαν πα­γω­μέ­νοι τὸν ὁ­μι­λη­τή. «Πό­λε­μο!» Ξέ­σπα­σε θύ­ελ­λα ἀν­τι­δρά­σε­ων. Ὁ δι­ερ­μη­νέ­ας χα­μο­γε­λοῦ­σε.

 

Ο ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ Ἄν­τολφ Γκρήμ, φο­ρέ­ας ἔ­ρευ­νας καὶ ποι­ο­τι­κοῦ ἐ­λέγ­χου στὸ χῶ­ρο τῶν ἐ­πι­κοι­νω­νι­ῶν καὶ τῶν ΜΜΕ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἀ­πέ­νει­με τὸ βρα­βεῖ­ο δι­α­δι­κτύ­ου “G­r­i­m­me O­n­l­i­ne A­w­a­rd” γιὰ τὸ ἔ­τος 2010 σὲ χρή­στη τοῦ δι­κτύ­ου t­w­i­t­t­er. Τὸ ὄ­νο­μα τοῦ βρα­βευ­θέν­τος; Φλό­ριαν Μά­ιμ­περγκ (Florian Meimberg). Ὁ Μάιμπεργκ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο γιὰ τὶς λο­γο­τε­χνι­κές του ἐ­πι­δό­σεις, κα­θὼς χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ πα­ρα­πά­νω δί­κτυ­ο προ­κει­μέ­νου νὰ κά­νει γνω­στὲς στὸ εὐ­ρύ­τε­ρο κοι­νό, τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» του.

         Τὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο στοι­χεῖ­ο κι αὐ­τὸ ποὺ μᾶς ἀ­πα­σχο­λεῖ ἐν προ­κει­μέ­νῳ, δὲν εἶ­ναι τό­σο ἡ χρή­ση τοῦ συγ­κε­κρι­μέ­νου μέ­σου, οὔ­τε τοῦ δε­δο­μέ­νου δι­κτύ­ου, ὅ­σο τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι στὸ χῶ­ρο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἰ­σά­γε­ται μία ἀ­κό­μη και­νούρ­για μορ­φή: αὐ­τὴ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων, τῶν κε­νῶν συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νων. Μέ­χρι τώ­ρα οἱ ἀ­νὰ τὸν κό­σμο λά­τρεις καὶ ἐ­παΐ­ον­τες τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­χαν ἀ­κού­σει καὶ εἶ­χαν δεῖ λο­γο­τε­χνί­α νὰ δη­μο­σι­εύ­ε­ται στὸ δι­α­δί­κτυ­ο, συλ­λο­γὲς κι ἀν­θο­λο­γί­ες νὰ ἐ­ξε­λίσ­σον­ται σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες «κομ­μά­τι-κομ­μά­τι» καὶ μὲ εὐ­ρὺ κοι­νό, ἱ­στο­λό­για καὶ φό­ρουμ γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­πει­σό­δια ὁ­λό­κλη­ρων μυ­θι­στο­ρη­μά­των νὰ ἀ­πο­στέλ­λον­ται μὲ μή­νυ­μα στὸ κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο. Νά, λοι­πόν, ποὺ βρί­σκον­ται τώ­ρα ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ ἕ­να νέ­ο λο­γο­τε­χνι­κὸ φαι­νό­με­νο, συν­το­μό­τε­ρο μά­λι­στα ἀ­πὸ ἕ­να μή­νυ­μα κι­νη­τοῦ τη­λε­φώ­νου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­τρέ­πει κα­τὰ κα­νό­να 160 χα­ρα­κτῆ­ρες.

        Δι­α­πι­στώ­νου­με ἔ­τσι μιὰ τά­ση συρ­ρί­κνω­σης τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων στὸ ἐ­λά­χι­στο, ἂν καί, δε­δο­μέ­νων τῶν ἕ­ως τώ­ρα ἐ­ξε­λί­ξε­ων, μᾶλ­λον θὰ ἔ­πρε­πε ἀ­κό­μη νὰ εἴ­μα­στε προ­σε­κτι­κοὶ μὲ τὴ χρή­ση τῆς λέ­ξης «ἐ­λά­χι­στο». Πο­τὲ δὲν ξέ­ρει κα­νεὶς ποῦ μπο­ρεῖ νὰ φτά­σει αὐ­τὸ κι ἂς θυ­μη­θοῦ­με τὸν Κι­νέ­ζο μο­να­χὸ ποὺ ἔ­γρα­φε ὁ­λό­κλη­ρο ποί­η­μα πά­νω σὲ κόκ­κο ρυ­ζιοῦ. Βρι­σκό­μα­στε ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ μία ἐ­ξέ­λι­ξη, αὐ­τὸ εἶ­ναι βέ­βαι­ο. Αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο βέ­βαι­ο εἶ­ναι ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὸ ἐ­ρώ­τη­μα ἂν πρό­κει­ται γιὰ μί­α ἐ­ξέ­λι­ξη στὸν κό­σμο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο ἢ πρὸς τὸ χει­ρό­τε­ρο. Ἂς πά­ρου­με ὅ­μως τὰ πράγ­μα­τα ἀ­π’ τὴν ἀρ­χὴ καὶ ἂς ἐ­ξε­τά­σου­με ἀ­να­λυ­τι­κό­τε­ρα τὸ φαι­νό­με­νο τῶν «μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν», ὅ,τι ὁ Γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας τους προ­τί­μη­σε ν’ ἀ­πο­δώ­σει μὲ τὸν ἀγ­γλι­κὸ τίτ­λο “t­i­ny t­a­l­es”.

        Ὁ λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­ξί­ζει ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ κα­νεὶς μὲ τὶς συγ­κε­κρι­μέ­νες ἱ­στο­ρί­ες, εἶ­ναι πὼς μιὰ πιὸ προ­σε­κτι­κὴ μα­τιὰ πεί­θει γιὰ τὸ ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ αὐ­θαί­ρε­τες ἐκ­δη­λώ­σεις ἑ­νὸς κοι­νοῦ χρή­στη τοῦ δι­κτύ­ου twit­ter. Ἀ­φε­νὸς ὁ συγ­γρα­φέ­ας φέ­ρει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἐ­κεῖ­να ποὺ τοῦ ἐ­πι­τρέ­πουν τὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ καὶ τὸ και­νο­τό­μο, ἀ­φε­τέ­ρου τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ κα­θ’ αὐ­τὰ δι­α­θέ­τουν τὴ φυ­σι­ο­γνω­μί­α λο­γο­τε­χνι­κοῦ εἴ­δους. Συγ­κε­κρι­μέ­να, ὁ Μάιμπεργκ, ὄν­τας ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος δι­α­φη­μι­στής, εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ μιὰ γλώσ­σα σύν­το­μη, ἄ­με­ση, με­στὴ καὶ γνω­ρί­ζει νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ μέ­σα ὅ­πως τὸ χι­οῦ­μορ, ἡ εἰ­ρω­νεία κι ὁ σαρ­κα­σμὸς μὲ ἀρ­τι­ό­τη­τα. Πρό­κει­ται γιὰ στοι­χεῖα πού, ἐν­ταγ­μέ­να στὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ, δη­μι­ουρ­γοῦν τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις γιὰ ἕ­να ὕ­φος προ­σω­πι­κό. Ἐ­πί­σης, ὁ συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα ἐ­νη­με­ρω­μέ­νος κι ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μὲ τὰ νέ­α μέ­σα ἔκ­φρα­σης —ἐν­νο­οῦ­με ἐ­δῶ τὶς δυ­να­τό­τη­τες ποὺ προ­σφέ­ρει τὸ δι­α­δί­κτυ­ο—, ὥ­στε νὰ τὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ μὲ τρό­πο συγ­κε­κρι­μέ­νο καὶ δη­μι­ουρ­γι­κό, πα­ρά­γον­τας κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ καὶ και­νούρ­γιο. Πό­σοι σκέ­φτη­καν ἐ­ξάλ­λου νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν αὐ­τὴν τὴν πλατ­φόρ­μα γιὰ ἕ­ναν τέ­τοι­ο σκο­πό;

        Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ, ξε­χω­ρί­ζουν ὄ­χι μό­νο λό­γῳ τῆς πο­λὺ μι­κρῆς, τῆς ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σής τους, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ σει­ρὰ ἄλ­λων γνω­ρι­σμά­των. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν ἄ­με­σο, εἰ­ρω­νι­κό, χι­ου­μο­ρι­στι­κό, σαρ­κα­στι­κὸ καὶ κρι­τι­κό τους χα­ρα­κτή­ρα, τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ συν­δέ­ον­ται καὶ θε­μα­το­λο­γι­κά. Ὁ πρῶ­τος θε­μα­τι­κὸς κύ­κλος, ἂν μπο­ροῦ­με νὰ τὸν ὀ­νο­μά­σου­με ἔ­τσι, συ­νί­στα­ται στὰ δι­ά­φο­ρα ἐ­πί­πε­δα τοῦ χρό­νου καὶ τὴ σύ­ζευ­ξή τους. Ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να βλέ­που­με στὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ τὸ χθὲς νὰ συ­ναν­τᾶ τὸ σή­με­ρα καί, ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τοῦ αὔ­ριο, τὸ σή­με­ρα νὰ γί­νε­ται χθές. Δυ­ὸ πα­ρα­δείγ­μα­τα:

 

«Τί εἶ­ναι αὐ­τό;» Ἡ μι­κρὴ Λὺνν ἔ­δει­ξε τὸ σκου­ρι­α­σμέ­νο μον­τέ­λο 747. Ὁ πα­τέ­ρας τῆς χα­μο­γέ­λα­σε. «Πα­λι­ό­τε­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι πε­τοῦ­σαν στὸν οὐ­ρα­νό.»

 

Μὲ ἕ­ναν M­a­c­i­n­t­o­sh 128k ὑ­πο­μά­λης ἀ­πο­βι­βά­στη­κε ἀ­π’ τὴ χρο­νο­μη­χα­νή. «Ὥ­ρα γιὰ κά­τι ἐ­πα­να­στα­τι­κό!» σκέ­φτη­κε ὁ νε­α­ρὸς Στὴβ Τζόμπς. Ἦ­ταν στὰ 1983.

 

        Ὁ δεύ­τε­ρος θε­μα­τι­κὸς κύ­κλος ἀ­φο­ρᾶ τὸ δι­ά­στη­μα καὶ τὸ σύμ­παν, φέρ­νον­τας στὸ φῶς ἐν­δε­χο­μέ­νως τὸν κο­σμι­κὸ προ­βλη­μα­τι­σμὸ τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Τὰ τα­ξί­δια στὸ δι­ά­στη­μα εἶ­ναι συ­χνά, ἐ­νῶ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος δὲν εἶ­ναι μό­νο του στὸ σύμ­παν. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη, εἶ­ναι πι­θα­νὸν νὰ πρό­κει­ται γιὰ παι­χνί­δι μὲ ἕ­να γνω­στὸ μο­τί­βο, ξε­κά­θα­ρα μὴ ἀν­θρω­πο­κεν­τρι­κό. Ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἐμ­φα­νῆ στὰ πα­ρα­κά­τω πα­ρα­δείγ­μα­τα:

 

Ὁ Ἂλ εἶ­χε 72 ὦ­ρες νὰ κοι­μη­θεῖ. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος πα­ρέ­παι­ε στὴν ἄ­γο­νη ἐ­ρη­μιά. Κοί­τα­ξε ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἐ­κεῖ πά­νω μό­λις ἀ­νέ­τει­λε ἡ Γῆ.

 

*  Τὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς μπό­τας γυ­ά­λι­ζε στὴ γκρί­ζα σκό­νη τῆς σε­λή­νης. Στὴν προ­σγεί­ω­ση τοῦ σκά­φους τοῦ Ἄρ­μστρονκ τὸ ἀ­πο­λί­θω­μα δο­νή­θη­κε ἐ­λα­φρῶς.

 

        Ὁ τρί­τος θε­μα­τι­κὸς πυ­ρή­νας ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἐν­το­πι­στεῖ συ­νί­στα­ται στὸ στοι­χεῖ­ο τῆς πε­ρι­πέ­τειας, μιὰ πλο­κὴ —φαι­νο­με­νι­κὰ ἢ μή— ἐ­πι­κίν­δυ­νη, ἡ πε­ρι­γρα­φὴ ἑ­νὸς ἐμ­πρη­σμοῦ, μιᾶς ἔ­κρη­ξης κ.ο.κ. Τί νὰ βλέ­πει ἄ­ρα­γε ὁ Μάιμπεργκ στὸ πά­τη­μα ἑ­νὸς κουμ­πιοῦ; Ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ κα­λεῖ­ται ὁ ἀ­να­γνώ­στης νὰ ὑ­πο­θέ­σει, ὅ­πως π.χ. στὶς πα­ρα­κά­τω «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες»:

 

*  Ὁ Τὶλλ δί­στα­σε. Ἔ­πει­τα, πί­ε­σε δι­στα­κτι­κὰ τὸ πα­ρά­ξε­νο κουμ­πί. Ἀ­κο­λού­θη­σε ὅ,τι 13,7 ἑκ. χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα θὰ ὀ­νο­μα­ζό­ταν «τὸ με­γά­λο μπάμ».

 

Τρέ­μον­τας εἰ­σή­γα­γε ὁ Ὀμ­πά­μα τὸν κω­δι­κὸ καὶ γύ­ρι­σε τὸν δι­α­κό­πτη. Ἡ πόρ­τα τι­νά­χτη­κε δι­ά­πλα­τα. «Πρω­τα­πρι­λιά!» χα­χά­νι­ζε ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ Πεν­τα­γώ­νου.

 

        Κα­λὰ ὅ­λ’ αὐ­τά, ἀλ­λὰ τί συ­νε­πά­γε­ται τὸ φαι­νό­με­νο τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α; Πρό­κει­ται, ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε, γιὰ τὸν ἀ­πό­λυ­το μι­νι­μα­λι­σμό, μιὰ τά­ση πού, γνω­ρί­ζον­τας τὴν ἄν­θη­σή της στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950, πο­τέ της δὲ στε­ρή­θη­κε ἔν­θερ­μους ὑ­πο­στη­ρι­κτές; Νὰ γι­νό­μα­στε ἄ­ρα­γε μάρ­τυ­ρες ἄ­κρα­του φορ­μα­λι­σμοῦ ποὺ ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὴν ἐ­λα­χι­στο­ποί­η­ση τῆς λο­γο­τε­χνί­ας, ὄ­χι πλέ­ον ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ κρι­τή­ρια πο­σο­τι­κά, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον ποι­ο­τι­κά; Ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με μὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἐ­κμη­δε­νι­σμὸ στὸ πλαί­σιο τῆς και­νο­θη­ρί­ας καὶ τοῦ ἐ­πι­ζη­τού­με­νου «μον­τέρ­νου», ὅ­που ὁ ἀ­να­γνώ­στης κα­λεῖ­ται νὰ ἐ­πι­νο­ή­σει ὁ ἴ­διος τὴ λο­γο­τε­χνί­α, πα­ρὰ νὰ τὴ δι­α­βά­σει, νὰ τὴν ἐ­πε­ξερ­γα­στεῖ καὶ νὰ τὴν ἀ­πο­λαύ­σει; Ἢ μή­πως, πά­λι, βρι­σκό­μα­στε ἀν­τι­μέ­τω­ποι μὲ ἕ­να ἀ­κό­μη ση­μεῖ­ο τῶν και­ρῶν, μιὰ ἀ­κό­μη ἐκ­δή­λω­ση τοῦ σύγ­χρο­νου τρό­που σκέ­ψης; Μή­πως τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ τῶν 140 χα­ρα­κτή­ρων, πέ­ραν τοῦ συγ­χρο­νι­κοῦ τους χα­ρα­κτή­ρα, ὑ­πο­δει­κνύ­ουν τὴν ἀ­ναγ­και­ό­τη­τα μιᾶς λο­γο­τε­χνί­ας πιὸ ἄ­με­σης, (ἀ­π’)εὐ­θεί­ας; Μή­πως, τε­λι­κά, σὲ αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να θὰ πρέ­πει νὰ δοῦ­με, πέ­ρα ἀ­πὸ μιὰ νέ­α ἄ­πο­ψη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ μιὰ προ­σπά­θεια ἀ­να­νέ­ω­σής της;

        «Τὸ λα­κω­νί­ζειν ἐ­στὶ φι­λο­σο­φεῖν» δι­α­κή­ρυτ­ταν οἱ ἔν­δο­ξοι πρό­γο­νοι κι ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος ὡς πρὸς τὶς πα­ρα­πά­νω ὑ­πο­θέ­σεις θὰ ὑ­πο­στή­ρι­ζε τὶς «μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες» κι ἀ­νά­λο­γα σύν­το­μα κεί­με­να, προ­βάλ­λον­τας ὡς ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α τὴ συν­το­μί­α τους καὶ τὴ δυ­να­τό­τη­τά τους νὰ δι­α­βα­στοῦν γρή­γο­ρα. Σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ ὅ­που οἱ ρυθ­μοὶ αὐ­ξά­νον­ται ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο καὶ γί­νον­ται ξέ­φρε­νοι, χά­ριν τέ­τοι­ων σύν­το­μων κει­μέ­νων ἡ λο­γο­τε­χνί­α δη­λώ­νει πα­ροῦ­σα. Ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ δι­α­τει­νό­ταν ὅ­τι λο­γο­τε­χνί­α στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ «γρή­γο­ρου» μό­νο λο­γο­τε­χνί­α δὲν εἶ­ναι, καὶ θ’ ἀ­παν­τοῦ­σε: «σπεῦ­δε βρα­δέ­ως». Τὸ σύν­το­μο μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βά­ζε­ται γρή­γο­ρα, ἀλ­λὰ ὑ­πο­βι­βά­ζει τὴ λο­γο­τε­χνί­α σὲ ἕ­να ἀ­κό­μη προ­ϊ­ὸν πρὸς (γρή­γο­ρη) κα­τα­νά­λω­ση, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­φαι­ρεῖ ἀ­π’ τὸν ἀ­να­γνώ­στη, λό­γῳ μιᾶς ἐ­πι­φα­νει­α­κό­τη­τας ἀ­πα­ρά­δε­κτης, τὴ βύ­θι­ση στὸ μα­γι­κὸ κό­σμο τῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

        Ναί, θὰ ἐ­πα­νερ­χό­ταν ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος, ἀλ­λὰ ἂς προ­σέ­ξου­με πό­σο ἔν­το­νος εἶ­ναι ὁ ἀ­πό­η­χος ἑ­νὸς τέ­τοι­ου σύν­το­μου καὶ με­στοῦ κει­μέ­νου καὶ πό­σο ἄ­με­σο τὸ μή­νυ­μα ποὺ ἐ­πι­δι­ώ­κει νὰ με­τα­δώ­σει. Θὰ χαι­ρό­ταν ἐν προ­κει­μέ­νῳ ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος, αἰ­σθα­νό­με­νος δι­και­ω­μέ­νος, καὶ θὰ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γοῦ­σε κορ­δω­τὸς ὅ­τι ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς φαί­νε­ται ἡ μα­στο­ριὰ τοῦ κα­λοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ὁ κα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι σὲ θέ­ση ὄ­χι μό­νο νὰ δι­α­τη­ρή­σει ἀ­δι­ά­πτω­το τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ ἀ­να­γνώ­στη γιὰ ἕ­να ἐ­κτε­νὲς κεί­με­νο (μυ­θι­στό­ρη­μα κλπ), ἀλ­λὰ καὶ νὰ προ­κα­λέ­σει ἕ­ναν ἀ­πό­η­χο τό­σο δυ­να­τὸ ποὺ θὰ προ­βλη­μα­τί­σει καὶ θὰ κά­νει τὸν ἀ­να­γνώ­στη νὰ θέ­λει νὰ ἐ­πα­νέλ­θει στὸ κεί­με­νο καὶ στὸ μέλ­λον. Κι αὐ­τό, λό­γῳ ἱ­κα­νό­τη­τας κι ἀ­ξι­ο­σύ­νης κι ὄ­χι ἐ­ξαι­τί­ας ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν πε­ρι­ο­ρι­σμῶν.

        Μὴ δί­νον­τας στὸν ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ τοῦ ἐ­πι­βλη­θεῖ, θὰ ἔ­σπευ­δε τό­τε ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος νὰ πά­ρει τὴ ρε­βάνς του, βγά­ζον­τας τὸν ἄσ­σο ἀπ’ τὸ μα­νί­κι: «Δὲν πρέ­πει ὅ­μως νὰ ξε­χνᾶ­με, ἀ­γα­πη­τὲ συ­νά­δελ­φε, ὅ­τι τὰ κεί­με­να αὐ­τὰ πλου­τί­ζουν τὴ χώ­ρα τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δι­ευ­ρύ­νουν τὸν ὁ­ρί­ζον­τά της. Ἂς μὴν πα­ρα­βλέ­που­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι καὶ ἡ ἴ­δια ἡ ἐμ­φά­νι­ση δια­ρκῶς και­νούρ­γι­ων μορ­φῶν, καὶ κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση εἰ­δῶν, ἀ­πο­δει­κνύ­ει πό­σο γό­νι­μο εἶ­ναι τὸ ἔ­δα­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ὅ­τι συ­νι­στᾶ πη­γὴ ἀ­στεί­ρευ­τη.» Ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ μά­χον­ταν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­μα κα­τὰ τρό­πο ἐ­λε­γεια­κό: «Στὸ βω­μὸ τῆς ‘ποι­κι­λί­α­ς’ τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν εἰ­δῶν, ἀ­γα­πη­τέ, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ θυ­σι­ά­ζε­ται ἡ ἴ­δια ἡ γλωσ­σι­κὴ ποι­κι­λί­α. Εἶ­ναι ἀ­πα­ρά­δε­κτο, στὸ ὄ­νο­μα τῆς ὅ­ποι­ας συν­το­μί­ας, νὰ γί­νε­ται χρή­ση πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νου λε­ξι­λο­γί­ου —τῆς κα­θο­μι­λου­μέ­νης γλώσ­σας κα­τὰ βά­ση— κι αὐ­τὸ νὰ θε­ω­ρεῖ­ται πλοῦ­τος. Του­ναν­τί­ον. Ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ὑ­φί­στα­ται ἡ ἀ­νάγ­κη δι­α­χω­ρι­σμοῦ γρα­πτῆς καὶ προ­φο­ρι­κῆς γλώσ­σας, ὅ­περ ἐ­πι­βάλ­λει καὶ ὁ ὅ­ρος ‘λο­γο­τε­χνί­α’: ἡ τέ­χνη τοῦ λό­γου».

 

        Ὁ αἰ­σι­ό­δο­ξος κι ὁ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος θὰ συ­νέ­χι­ζαν νὰ λο­γο­μα­χοῦν, ὡ­στό­σο θε­ω­ροῦ­με ὅ­τι ἀρ­κε­τὴ φω­νὴ τοὺς δώ­σα­με. Ὅ­σο γιὰ τὴ δι­κή μας ἄ­πο­ψη, εἶ­ναι αὐ­τὴ τοῦ Κομ­φού­κιου ὡς πρὸς τὴν ὀρ­θό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των: ἡ Μέ­ση Ὁ­δός. Τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ εἶ­ναι κεί­με­να ποὺ ποι­οῦν λό­γο κα­τὰ τρό­πο πε­ρί­τε­χνο. Εἶ­ναι κεί­με­να εὔ­στρο­φα ποὺ μέ­σῳ τῆς συν­το­μί­ας τους συ­νι­στοῦν κά­τι και­νούρ­γιο, πλου­τί­ζον­τας τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ τέρ­πον­τας τὸν ἀ­να­γνώ­στη. Δι­α­βά­ζον­τάς τα κα­νεὶς ἔ­χει τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ «χά­ι­κου» τῆς πρό­ζας, ὄ­χι μό­νο χά­ριν τῆς συν­το­μί­ας, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ἰ­δι­αί­τε­ρου ὕ­φους τους. Δὲν πλού­τι­σαν τὰ «χά­ι­κου» τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ποι­η­τι­κὴ πα­ρά­δο­ση, κι ἂς προ­έρ­χον­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν «μα­κρι­νό» πο­λι­τι­σμό; Πρὸς τί, λοι­πόν, ἡ αἴ­σθη­ση ἀ­πει­λῆς; Τὰ κεί­με­να τοῦ Μάιμπεργκ δὲν ἔρ­χον­ται ν’ ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν ἄλ­λες μορ­φὲς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ εἴ­δη, ἁ­πλῶς προ­σφέ­ρουν στὸ δε­κτι­κὸ ἀ­να­γνώ­στη μί­αν ἀ­κό­μη ἄ­πο­ψη. Τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­πες μορ­φὲς θὰ γρά­φον­ται καὶ θὰ δι­α­βά­ζον­ται πάν­τα για­τὶ κα­λύ­πτουν ἀ­νάγ­κες τῶν ἀ­να­γνω­στῶν: δι­α­φο­ρε­τι­κὲς μέν, ὑ­πάρ­χου­σες δέ. Ἡ λο­γο­τε­χνί­α δὲ γνω­ρί­ζει (ἀ­πὸ κά­θε ἄ­πο­ψη) πο­σο­τι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς, ἐ­πι­βάλ­λει ὡ­στό­σο καὶ προ­ϋ­πο­θέ­τει κρι­τή­ρια ποι­ο­τι­κά. Τώ­ρα τὸ πῶς θὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ ἡ συγ­κε­κρι­μέ­νη μορ­φή, ἂν θὰ συ­ναν­τή­σει πρό­σφο­ρο ἔ­δα­φος, ἢ ἂν πλη­ροῖ τὶς προ­ϋ­πο­θέ­σεις προ­κει­μέ­νου νὰ πα­γι­ω­θεῖ καὶ ν΄ἀν­τέ­ξει στὸ χρό­νο, ὁ ἴ­διος ὁ χρό­νος θὰ τὸ πεῖ, κρι­τὴς τῶν πάν­των.

 

        Ἀ­θή­να, 27.07.2010

 

 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.