Ρεζὶ Zωφρέ (Regis Jauffret): Μαζὶ μὲ ἕναν Ἄραβα

.

Jauffret,Regis-MaziMeEnanAraba-Eikona-01

.

Ρεζὶ Zωφρέ (Regis Jauffret)

 .

Μα­ζὶ μὲ ἕ­ναν Ἄ­ρα­βα

(Avec un Arabe)

 .

17-oΓΙΟΣ ΜΟΥ εἶ­χε ἐγ­χει­ρι­στεῖ γιὰ ὄγ­κο στὸν ἐγ­κέ­φα­λο. Ἡ κα­τά­στα­σή του δὲν  ­ἦτα­ν  πο­λὺ σο­βα­ρὴ καὶ ἔ­γι­νε κα­λά. Ἐ­δῶ καὶ πέν­τε χρό­νια ζεῖ ξα­νὰ μιὰ κα­νο­νι­κὴ ζω­ή, μά­λι­στα ἐ­φηῦ­ρε μιὰ μη­χα­νὴ ποὺ κι­νεῖ­ται μὲ νε­ρό. Στὰ ἑ­ξήν­τα του κα­τε­βά­ζει ἰ­δέ­ες σὰν νὰ ἦ­ταν νέ­ος.  Ἐ­πι­προ­σθέ­τως, πῆ­ρε δι­α­ζύ­γιο γιὰ νὰ παν­τρευ­τεῖ μιὰ δη­μο­σι­ο­γρά­φο ποὺ τοῦ γνώ­ρι­σε ἠ­θο­ποι­οὺς καὶ γε­νι­κὰ δι­α­ση­μό­τη­τες.

       Δὲν ἔ­χω πιὰ κα­μιὰ ἔ­γνοι­α γι’ αὐ­τόν, εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ εὐ­τυ­χὴς γιὰ ἄν­θρω­πος τῆς ἡ­λι­κί­ας του. Ὅ­μως δὲν μπο­ρεῖ­τε νὰ φαν­τα­στεῖ­τε πό­σο ἀ­νη­συ­χοῦ­σα, ὅ­ταν ἦ­ταν στὴν κλι­νι­κή, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ τό­σο ζε­στὸ δω­μά­τιο ποὺ μοι­ρα­ζό­ταν μὲ ἕ­ναν Ἄ­ρα­βα. Για­τὶ, γιὰ πο­λὺ κα­κή μας τύ­χη, δὲν εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ ἐ­ξα­φα­λί­σου­με ἕ­να δι­κό μας μο­νό­κλι­νο δω­μά­τιο. Τό­τε μά­λι­στα κα­τά­φε­ρα νὰ δι­α­πι­στώ­σω πὼς ἡ χώ­ρα μας εἶ­χε δι­α­τη­ρή­σει, πα­ρὰ τὴν κρί­ση, τὴν πα­ρα­δο­σια­κὴ φι­λο­ξε­νί­α της.

       Πράγ­μα­τι, συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι τὴν ὥ­ρα τοῦ γεύ­μα­τος σέρ­βι­ραν καὶ στοὺς δυ­ὸ τὰ ἴ­δια ἀ­κρι­βῶς πιά­τα ἐ­νῶ ἐ­πί­σης, ὅ­ταν ὁ φί­λος μας πα­ρα­πο­νιό­ταν γιὰ πό­νους μορ­φά­ζον­τας,  τοῦ ἔ­στελ­ναν ἀ­μέ­σως κά­ποι­ον γιὰ νὰ τὸν βο­η­θή­σει. Αὐ­τὲς οἱ ἀ­βελ­τη­ρί­ες μὲ ἐ­κνεύ­ρι­σαν καὶ θε­ω­ρών­τας τὸ ὅ­λο ζή­τη­μα πα­ρά­δο­ξο, ἔ­σκυ­ψα νὰ τὸ πῶ χα­μη­λό­φω­να στὸ αὐ­τὶ τοῦ γιοῦ μου.

       — Ξέ­ρεις, μα­μά, τὸν φρον­τί­ζουν ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς καὶ μέ­να.

       — Σί­γου­ρα.

       — Ἀ­κρι­βῶς τὸ ἴ­διο.

       Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο. Τοῦ ἄλ­λα­ζαν τοὺς ἐ­πι­δέ­σμους κά­θε πρω­ί, ἐ­νῶ κα­μιὰ φο­ρὰ ὁ γιός μου ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει τὴν σει­ρά του, πρὶν κά­ποι­ος κα­τα­δε­χτεῖ νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μα­ζί του. Μο­λο­νό­τι ἔ­δω­σα­  φι­λο­δώ­ρη­μα στὴν ὑ­πεύ­θυ­νη νο­σο­κό­μα, ἡ κα­τά­στα­ση δὲν βελ­τι­ώ­θη­κε ἐ­παρ­κῶς. Ζή­τη­σα ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα μου νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ στὸν προ­ϊ­στά­με­νο τῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας. Αὐ­τὸς ὁ κύ­ριος πά­λι δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αι­τέ­ρως δε­κτι­κός. Ὡ­στό­σο, προ­σπά­θη­σε φα­νε­ρὰ νὰ τὸν πεί­σει ὅ­τι τὸ κά­πως ἄ­γριο δέρ­μα τοῦ ἀν­θρώ­που ἐ­κεί­νου, ποὺ ἔ­λε­γε πολ­λὰ γιὰ­ τὴν πι­κρί­α καὶ τὸ μί­σος ποὺ ἔ­τρε­φε γιὰ τὴν ἀ­στι­κὴ τά­ξη, ἦ­ταν ἁ­πλῶς σκου­ρό­χρω­μη ἐ­πι­δερ­μί­δα. Φεύ­γον­τας ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του, ὁ ἄν­τρας μου τὸν προ­ει­δο­ποί­η­σε πώς, ἂν ὁ γιὸς μας δὲν θε­ρα­πευ­ό­ταν, θὰ τὸν μή­νυ­ε.

       — Ἀ­ξί­ζει κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς ἐ­πι­φα­νεια­κὲς φρον­τί­δες, ποὺ θὰ τὶς πε­ρί­με­νε κα­νεὶς μό­νο ἀ­πὸ ἕ­να πρω­τό­γο­νο νο­σο­κο­μεῖ­ο.

       Πα­ρὰ τὰ ὀ­γδόν­τα πέν­τε του χρό­νια, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἔ­βα­λε πο­λὺ κό­πο, σὲ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῆς συ­νάν­τη­σης, γιὰ νὰ μὴ βγά­λει τὴ ζώ­νη του καὶ τὸν τι­μω­ρή­σει ὅ­πως τοὺς ἰ­θα­γε­νεῖς. Κι ὅ­μως εἶ­ναι ἕ­νας γλυ­κὸς ἄν­θρω­πος, ποὺ πο­τὲ δὲν ἔ­χει ση­κώ­σει χέ­ρι πά­νω μου οὔ­τε πά­νω στὰ παι­διά μας.

       Ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σπί­τι, ἔ­κα­να ὅ,τι μπο­ροῦ­σα γιὰ νὰ τὸν ἠ­ρε­μή­σω, ἐ­πει­δὴ φο­βή­θη­κα πά­ρα πο­λὺ μή­πως τοῦ ἔρ­θει συγ­κο­πή. Πέ­θα­νε δυ­ὸ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ καρ­δια­κὴ ἀ­νε­πάρ­κεια. Ὅ­μως εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νη  ὅ­τι, ἂν ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα τὸν εἶ­χαν δε­χτεῖ μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­γέ­νεια καὶ χω­ρὶς νὰ ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σου­ν μιὰ ἀ­φ’­ ὑ­ψη­λοῦ πε­ρι­φρό­νη­ση στὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά του, θὰ ἦ­ταν ἀ­κό­μη μα­ζί μας.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (Gallimard, 2007).

R­ég­is J­a­u­f­f­r­et (Μασσαλία, 1955). Γάλλος μυθιστοριογράφος (H­i­s­t­o­i­résda­mοur, C­l­ém­e­n­ceP­i­c­ot, F­r­a­g­m­e­n­tsdelav­ied­esg­e­ns, A­s­i­led­esf­o­us κ.ἄ.). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων του M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (2007) πῆρε τὸ Βρα­βεῖ­ο L­i­v­re F­r­a­n­ce Cu­l­t­u­re-T­é­l­é­r­a­ma καὶ τὸ G­r­a­nd P­r­ix de l’ h­u­m­o­ur n­o­ir.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

.

Advertisements

Ρεζὶ Ζωφρέ (Régis Jauffret): Συνάντηση σὲ τρομοκρατικὴ ἐπίθεση

 

 

Ρε­ζὶ Ζω­φρὲ (R­é­g­is J­a­u­f­f­r­et)

 

Συ­νάν­τη­ση σὲ τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­πί­θε­ση

(R­e­n­c­o­n­t­re d­a­ns un a­t­t­e­n­t­at)

 

ΥΝΑΝΤΗΘΗΚΑΜΕ ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς τρο­μο­κρα­τι­κῆς ἐ­πί­θε­σης, ὅ­ταν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρι­ζό­μα­στε με­τα­ξύ μας, βρε­θή­κα­με στὸ ἴ­διο βα­γό­νι τοῦ με­τρό. Ἡ ἔ­κρη­ξη μᾶς ἔ­ρι­ξε τὸν ἕ­ναν πά­νω στὸν ἄλ­λον, καὶ χά­σα­με τὶς αἰ­σθή­σεις μας καὶ οἱ δυ­ό. Νο­ση­λευ­τή­κα­με σὲ νο­σο­κο­μεῖ­α τῶν λον­δρέ­ζι­κων προ­α­στί­ων, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀρ­κε­τῶν μι­λί­ων τὸ ἕ­να ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο. Εἶ­χα σο­βα­ρὰ ἐγ­καύ­μα­τα στὸ πρό­σω­πο καὶ χρει­ά­στη­κε νὰ ἀ­φαι­ρέ­σουν τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου μά­τι καὶ νὰ βά­λουν στὴ θέ­ση του ἕ­να ψεύ­τι­κο. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο μοῦ ἔ­δω­σαν, μέ­σα σὲ μιὰ πλα­στι­κὴ σα­κού­λα, τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σα τὸ πρω­ι­νὸ τῆς γνω­ρι­μί­ας μας.

         Με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φή μου στὴ Γαλ­λί­α, καὶ πρὶν τὰ πε­τά­ξω στὰ σκου­πί­δια, σκά­λι­σα αὐ­τὰ τὰ ρά­κη, ποὺ οἱ δι­α­σῶ­στες εἶ­χαν κό­ψει καὶ ἀ­φαι­ρέ­σει ἀ­πὸ πά­νω μου μ’ ἕ­να ψα­λί­δι. Ξα­να­βρῆ­κα τὴν ἀτ­ζέν­τα μου, τὴν μα­γνη­τι­κὴ κάρ­τα ποὺ ξε­κλεί­δω­νε τὸ δω­μά­τιό μου στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο τῆς C­a­r­d­i­n­g­t­on S­t­r­e­et, κι ἕ­να κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο σκού­ρου χρώ­μα­τος, ποὺ ἀρ­χι­κὰ θε­ώ­ρη­σα πὼς ἦ­ταν τὸ δι­κό μου. Ὅ­μως, κα­θὼς τὸ ἔ­φε­ρα πιὸ κον­τὰ στὸ φῶς μιᾶς λάμ­πας, πρό­σε­ξα ὅ­τι ἦ­ταν σκοῦ­ρο μπλὲ καὶ ὄ­χι μαῦ­ρο. Ἡ συν­δρο­μὴ δὲν εἶ­χε λή­ξει, ἔ­τσι ἄρ­χι­σα νὰ τη­λε­φω­νῶ κα­θη­με­ρι­νὰ σὲ ἕ­να παι­δι­κό μου φί­λο, ποὺ ζοῦ­σε στὴν Αὐ­στρα­λί­α, καὶ νὰ τοῦ δι­η­γοῦ­μαι ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἄ­κου­γα στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἢ ἔ­βρι­σκα στὶς δι­ά­φο­ρες ἱ­στο­σε­λί­δες τοῦ Ἴν­τερ­νετ.

 

        Ἕ­να βρά­δυ ἐ­κεί­νη μοῦ τη­λε­φώ­νη­σε. Θὰ δι­έ­κο­πτε τὴ συν­δρο­μὴ μό­λις ἔ­κλει­νε τὸ τη­λέ­φω­νο, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λε πρῶ­τα νὰ ἀ­κού­σει τὴ φω­νὴ αὐ­του­νοῦ τοῦ ἀ­λή­τη ποὺ τῆς εἶ­χε κλέ­ψει τὸ κι­νη­τό της καὶ τὸ εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­ή­σει σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ ὁ λο­γα­ρια­σμὸς εἶ­χε φτά­σει στὶς πέν­τε χι­λιά­δες λί­ρες, στοὺς τρει­σή­μι­σι μῆ­νες ποὺ εἶ­χαν χρεια­στεῖ γιὰ νὰ ὑ­πο­στεῖ μιὰ ἐ­πέμ­βα­ση στὰ πό­δια της, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ μπο­ρέ­σει νὰ περ­πα­τή­σει καὶ πά­λι μιὰ μέ­ρα.

        — Λυ­πᾶ­μαι πά­ρα πο­λύ.

        Τῆς εἶ­πα ὅ­τι κι ἐ­γὼ ἐ­πί­σης εἶ­χα πε­ρά­σει πολ­λὰ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρό. Σὰν νὰ γλύ­κα­νε. Μι­λών­τας, ἀ­να­κα­λύ­ψα­με σι­γὰ-σι­γὰ ὅ­τι εἴ­χα­με ζή­σει τὸ ἴ­διο δρά­μα. Ἐ­κεί­νη μά­λι­στα θυ­μή­θη­κε ὅ­τι τὴν ἑ­πό­με­νη τῆς τρο­μο­κρα­τι­κῆς ἐ­πί­θε­σης εἶ­χε προ­σέ­ξει πά­νω στὸ τρα­πε­ζά­κι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου ἕ­να μαῦ­ρο κι­νη­τὸ τη­λέ­φω­νο. Εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ὅ­μως, λί­γες ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, θὰ τὸ εἶ­χε κλέ­ψει κά­ποι­α νο­σο­κό­μα ἢ κά­ποι­ος εἰ­δι­κευ­ό­με­νος για­τρός, ὅ­σο ἐ­κεί­νη κοι­μό­ταν.

        Τὸ πε­πρω­μέ­νο μᾶς εἶ­χε ἑ­νώ­σει τὴν ὥ­ρα μιᾶς ἔ­κρη­ξης. Ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ μὴν τοῦ ἐ­ναν­τι­ω­θοῦ­με, καὶ ἴ­σως νὰ ἐ­πι­σπεύ­σου­με τὰ πράγ­μα­τα. Ὁρ­κι­στή­κα­με νὰ ξα­να­ϊ­δω­θοῦ­με σὲ ἕ­να τό­πο πιὸ ἥ­συ­χο, νὰ ἀ­γα­πη­θοῦ­με καὶ νὰ μὴ χω­ρί­σου­με πο­τέ.

        — Εἶ­ναι μιὰ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­στο­ρί­α.

        Τῆς ἀ­πάν­τη­σα πὼς ναί.

 

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (G­a­l­l­i­m­a­rd, 2007).

 

R­é­g­is J­a­u­f­f­r­et (Μασ­σα­λί­α, 1955). Γάλ­λος μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος (H­i­s­t­o­i­r­és d’ a­m­ο­ur, C­l­é­m­e­n­ce P­i­c­ot, F­r­a­g­m­e­n­ts de la v­ie d­es g­e­ns, A­s­i­le d­es f­o­us κ.ἄ.­). Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (2007) πῆ­ρε τὸ Βρα­βεῖ­ο L­i­v­re F­r­a­n­ce C­u­l­t­u­re-T­é­l­é­r­a­ma καὶ τὸ G­r­a­nd P­r­ix de l’ h­u­m­o­ur n­o­ir.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ων ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

 

Régis Jauffret: Μιὰ οἰκογένεια γιὰ τὸ καλοκαίρι

 

 

Ρε­ζὶ Ζω­φρὲ (R­é­g­is J­a­u­f­f­r­et)

 

Μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια γιὰ τὸ κα­λο­καί­ρι

(Une famille pour l’ été)

  

        — ΕΙΣΤΕ τό­σο μό­νος.

       Δέ­χο­μαι μὲ χα­ρὰ νὰ σᾶς δα­νεί­σω τὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου γιὰ τὸ κα­λο­καί­ρι. Δὲν εἶ­στε ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ μέ­να, ἡ φω­νή σας εἶ­ναι λί­γο πιὸ βα­ριὰ ἀ­πὸ τὴ δι­κή μου, ὅ­μως ὅ­λος ὁ κό­σμος θὰ συμ­φω­νή­σει νὰ ὑ­πο­κρι­θεῖ πὼς εἶ­στε ἐ­γώ. Τοὺς ἔ­χω μι­λή­σει πο­λὺ γιὰ σᾶς, γνω­ρί­ζουν γιὰ τὴν ὀ­δυ­νη­ρὴ μο­να­χι­κὴ ζω­ή σας, ποὺ σᾶς ὁ­δή­γη­σε πολ­λὲς φο­ρὲς στὴν ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Γιὰ τρεῖς μῆ­νες θὰ εἶ­στε ὁ σύ­ζυ­γος τῆς γυ­ναί­κας μου καὶ ὁ πα­τέ­ρας τῶν παι­διῶν μου. Θὰ ὑ­πο­κρί­νον­ται ὅ­τι σᾶς ἀ­γα­ποῦν, ὅ­τι σᾶς σέ­βον­ται, θὰ συ­νη­θί­σουν τὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τές σας, ποὺ θὰ ἀ­να­κα­λύ­πτουν τὴ μιὰ με­τὰ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη. Θὰ σᾶς ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι σπα­νί­ως, ἀ­φοῦ πάν­τα θὰ σᾶς ἔ­χω εἰ­δο­ποι­ή­σει τη­λε­φω­νι­κὰ ἀ­πὸ πρίν. Ξέ­ρω νὰ κρα­τῶ τὴ θέ­ση μου, δι­α­κρι­τι­κὸς σὰν ἐ­ξά­δελ­φος ἐξ ἀγ­χι­στεί­ας, ὁ ὁ­ποῖ­ος ρω­τᾶ χα­μη­λό­φω­να ποὺ βρί­σκε­ται ἡ του­α­λέ­τα.

      — Νοί­κια­σα ἤ­δη ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου.

      Θὰ κα­τοι­κή­σω ἐ­κεῖ γιὰ ὅ­σον και­ρὸ ἐ­σεῖς θὰ ἔ­χε­τε τὴ θέ­ση μου ἀ­νά­με­σα στοὺς δι­κούς μου, κι ἂν τὸ θε­λή­σε­τε, μπο­ρεῖ­τε ἔ­πει­τα νὰ τὸ πά­ρε­τε ἐ­σεῖς, γιὰ νὰ μεί­νε­τε ἐ­κεῖ με­τὰ ἀ­πὸ μέ­να. Θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­φή­νε­τε ἀ­νοι­χτὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ τὶς κουρ­τί­νες εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρις ὧ­ρες τὸ εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο ὥ­στε νὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νὰ πά­ρω μιὰ ἰ­δέ­α τῆς ζω­ῆς ποὺ διά­γω ἐ­δῶ καὶ δέ­κα πέν­τε χρό­νια, ποὺ παί­ζω τὸ ρό­λο σας. Δὲν σᾶς ζη­τῶ νὰ φέ­ρε­τε τὸ κρε­βά­τι τοῦ δω­μα­τί­ου μας κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὰ ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τά σας μὲ τὴν σύ­ζυ­γό μου θὰ μὲ ἐ­ξά­ψουν λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ ἀ­νώ­δυ­νο θέ­α­μα τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας.

      Χά­ρη σὲ σᾶς θὰ μπο­ρέ­σω νὰ δῶ πῶς ἐν­τάσ­σο­μαι μέ­σα σ’ ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο πρω­ι­νό, ὅ­ταν ὅ­λος ὁ κό­σμος γε­μί­ζει δη­μη­τρια­κὰ τὶς κοῦ­πες του, καὶ οἱ φρυ­γα­νι­ὲς ἁρ­πά­ζουν στὴ φρυ­γα­νι­έ­ρα. Θὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τὰ βρά­δια νὰ πα­ρε­λαύ­νουν τὰ κα­νά­λια τῆς δο­ρυ­φο­ρι­κῆς, βρί­ζον­τας γιὰ τὴν ἔλ­λει­ψη φαν­τα­σί­ας τοῦ δο­ρυ­φό­ρου καὶ ὅ­λου τοῦ ἡ­λια­κοῦ συ­στή­μα­τος πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἀ­γο­ρά. Θὰ μά­θω ἐ­πι­τέ­λους πῶς μοιά­ζει ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­ταν τὴν ἀγ­κα­λιά­ζω κλεί­νον­τας τὰ μά­τια καὶ τί μοῦ­τρα κά­νουν τὰ παι­διά μου πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη μου, ὅ­ταν τοὺς ἀρ­νοῦ­μαι νὰ βγοῦν τὸ βρά­δυ καὶ νὰ γυ­ρί­σουν ἀρ­γά.

      — Πάν­το­τε ὀ­νει­ρευ­ό­μου­να νὰ δα­νεί­σω τὴν εὐ­τυ­χί­α μου σὲ κά­ποι­ον ἄλ­λον.

      Θὰ εἶ­στε εὐ­τυ­χὴς στὴν θέ­ση μου. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ δε­χό­μα­στε νὰ δα­νεί­ζου­με τὴν ζω­ή μας σὰν αὐ­το­κί­νη­το, χω­ρὶς νὰ σκε­φτό­μα­στε τοὺς κιν­δύ­νους ποὺ δι­α­τρέ­χει στὰ χέ­ρια ἑ­νὸς ἀ­νί­κα­νου ὁ­δη­γοῦ, ἢ ἑ­νὸς κλέ­φτη ποὺ δὲν θὰ σᾶς τὴν ἐ­πι­τρέ­ψει πο­τὲ καὶ θὰ κρα­τᾶ τοὺς τίτ­λους ἰ­δι­ο­κτη­σί­ας ὅ­σο νὰ τὴν ξα­να­που­λή­σει. Φυ­σι­κά, εἶ­ναι πι­θα­νὸ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μου νὰ δε­θεῖ μα­ζί σας. Τό­τε δὲν θὰ τῆς μεί­νει ἀ­πὸ μέ­να τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ μιὰ ἄ­νο­στη ἀ­νά­μνη­ση. Τέ­λος Σε­πτεμ­βρί­ου, θὰ μοῦ ἀρ­νη­θεῖ­τε ἴ­σως τὴν εἴ­σο­δο στὸ σπί­τι. Δὲν θὰ φέ­ρω κα­μιὰ ἀν­τί­στα­ση καὶ θὰ φύ­γω γιὰ νὰ φτιά­ξω τὸ σπι­τι­κό μου σὲ μιὰ ἄλ­λη πό­λη.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (Gallimard, 2007).

 

R­ég­is J­a­u­f­f­r­et (Μασσαλία, 1955). Γάλλος μυθιστοριογράφος (H­i­s­t­o­i­rés d’ a­mοur, C­l­ém­e­n­ce P­i­c­ot, F­r­a­g­m­e­n­ts de la v­ie d­es g­e­ns, A­s­i­le d­es f­o­us κ.ἄ.). Ἡ συλλογὴ διηγημάτων του M­i­c­r­o­f­i­c­t­i­o­ns (2007) πῆρε τὸ Βρα­βεῖ­ο L­i­v­re F­r­a­n­ce Cu­l­t­u­re-T­é­l­é­r­a­ma καὶ τὸ G­r­a­nd P­r­ix de l’ h­u­m­o­ur n­o­ir.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.