Ἔρνεστ Χέμνιγουέϊ (Ernest Hemingway): Ἕνα καθαρό, καλὰ φωτισμένο μέρος

Hemingway,Ernst-EnaKatharo,KalaFotismenoMeros-Eikona-02


Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ  (Ernest Hemingway)


Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο μέ­ρος

(A clean, well-lighted place)


03-HttaΤΑΝ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ κι ὅ­λοι εἶ­χαν φύ­γει ἀ­π’ τὸ κα­φέ, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ποὺ κα­θό­ταν στὴ σκιὰ ποὺ ἔ­ρι­χναν τὰ φύλ­λα τοῦ δέν­τρου κά­τω ἀ­π’ τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς. Τὴ μέ­ρα ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ση­κω­νό­ταν κουρ­νια­χτός, ἀλ­λὰ τὴ νύ­χτα ἡ δρο­σιὰ ἔ­κα­νε τὸ χῶ­μα νὰ κα­τα­κά­θε­ται, καὶ στὸν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ἄ­ρε­σε νὰ κά­θε­ται ὣς ἀρ­γά, για­τὶ ἦ­ταν κου­φὸς καὶ τώ­ρα τὴ νύ­χτα ἦ­ταν ἥ­συ­χα κι ἔ­νι­ω­θε τὴ δι­α­φο­ρά. Μέ­σα στὸ κα­φέ, οἱ δύ­ο σερ­βι­τό­ροι ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἦ­ταν λι­γά­κι με­θυ­σμέ­νος, καὶ πα­ρό­λο ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς πε­λά­της ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἂν με­θοῦ­σε πο­λὺ θά ’­φευ­γε χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­σει, ὁ­πό­τε τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

          «Πρὶν μιὰ βδο­μά­δα προ­σπά­θη­σε ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει» εἶ­πε ὁ ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος.

          «Για­τί;»

          «Ἦ­ταν ἀ­πελ­πι­σμέ­νος.»

          «Γιὰ ποι­ὸ λό­γο;»

          «Γιὰ τί­πο­τα»

          «Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι ἦ­ταν γιὰ τί­πο­τα;»

          «Ἔ­χει πολ­λὰ λε­φτά.»

        Κά­θον­ταν μα­ζὶ σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι δί­πλα στὸν τοῖ­χο, κον­τὰ στὴν πόρ­τα τοῦ κα­φέ, καὶ κοί­τα­ζαν τὴ βε­ράν­τα, ὅ­που ὅ­λα τὰ τρα­πέ­ζια ἦ­ταν ἄ­δεια ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο κα­θό­ταν ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, στὴ σκιὰ τῶν φύλ­λων τοῦ δέν­τρου ποὺ σεί­ον­ταν ἁ­πα­λὰ στὸν ἄ­νε­μο. Ἕ­να κο­ρί­τσι κι ἕ­νας στρα­τι­ώ­της δι­έ­σχι­σαν τὸ δρό­μο. Τὸ φα­νά­ρι τοῦ δρό­μου ἄ­στρα­ψε στὸ με­ταλ­λι­κὸ ἀ­ριθ­μὸ τοῦ για­κά του. Τὸ κο­ρί­τσι εἶ­χε τὸ κε­φά­λι του ἀ­κά­λυ­πτο κι ἔ­τρε­χε πλά­ι του.

          «Ἡ φρου­ρὰ θὰ τὸν μα­ζέ­ψει» εἶ­πε ὁ ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος.

          «Τί πει­ρά­ζει ἂν πά­ρει αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει;»

          «Κα­λύ­τε­ρα νὰ φύ­γει ἀ­π’ τὸ δρό­μο ἀ­μέ­σως. Ἡ φρου­ρὰ θὰ τὸν πιά­σει. Πέ­ρα­σαν πρὶν πέν­τε λε­πτά.»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ποὺ κα­θό­ταν στὴ σκιὰ ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ ἐ­πί­μο­να τὸ πι­α­τά­κι του μὲ τὸ πο­τή­ρι του. Ὁ νε­α­ρό­τε­ρος σερ­βι­τό­ρος πῆ­γε ὣς ἐ­κεῖ.

          «Τί θέ­λεις;»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τὸν κοί­τα­ξε. «Ἄλ­λο ἕ­να μπράν­τι» εἶ­πε.

          «Εἶ­σαι με­θυ­σμέ­νος» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος. Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τὸν κοί­τα­ξε. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε.

          «Θὰ μεί­νει ὅ­λη νύ­χτα» εἶ­πε στὸ συ­νά­δελ­φό του. «Νυ­στά­ζω. Πο­τὲ δὲν ξα­πλώ­νω γιὰ ὕ­πνο πρὶν τὶς τρεῖς. Κα­λύ­τε­ρα νά ’­χε αὐ­το­κτο­νή­σει τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα.»

          Ὁ σερ­βι­τό­ρος πῆ­ρε τὸ μπου­κά­λι τοῦ μπράν­τι κι ἄλ­λο ἕ­να πι­α­τά­κι ἀπ’ τὸ τα­μεῖ­ο στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ κα­φὲ καὶ πῆ­γε στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νου. Ἄ­φη­σε τὸ πι­α­τά­κι καὶ γέ­μι­σε τὸ πο­τή­ρι μὲ μπράν­τι μέ­χρι πά­νω.

          «Κα­λύ­τε­ρα νά ’­χες αὐ­το­κτο­νή­σει τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα» εἶ­πε στὸν κου­φό. Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἔ­νευ­σε μὲ τὸ δά­χτυ­λό του. «Λί­γο ἀ­κό­μα» εἶ­πε. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­ρι­ξε κι ἄλ­λο μπράν­τι, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ πο­τή­ρι νὰ ξε­χει­λί­σει καὶ νὰ στά­ξει ὣς κά­τω, ὣς τὸ πι­α­τά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς στοί­βας. «Εὐ­χα­ρι­στῶ» εἶ­πε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος. Ὁ σερ­βι­τό­ρος πῆ­ρε τὸ μπου­κά­λι καὶ γύ­ρι­σε στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ κα­φέ. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τὸ συ­νά­δελ­φό του.

          «Μέ­θυ­σε» εἶ­πε.

          «Κά­θε βρά­δυ με­θά­ει.»

          «Για­τί ἤ­θε­λε ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει;»

          «Ποῦ νὰ ξέ­ρω.»

          «Πῶς τό ’­κα­νε;»

          «Κρε­μά­στη­κε μὲ σχοι­νί.»

          «Ποιός τοῦ τό ’­κο­ψε;»

          «Ἡ ἀ­νι­ψιά του.»

          «Για­τί τό ’­κα­ναν;»

          «Ἀ­πὸ φό­βο γιὰ τὴν ψυ­χή του.»

          «Πό­σα λε­φτὰ ἔ­χει;»

          «Πολ­λά.»

          «Πρέ­πει νά ’­ναι ὀ­γδόν­τα χρο­νῶν.»

          «Τέ­λος πάν­των, θά ’­λε­γα ὅ­τι εἶ­ναι ὀ­γδόν­τα χρο­νῶν.»

          «Μα­κά­ρι νὰ πή­γαι­νε σπί­τι του. Δὲν πέ­φτω πο­τὲ γιὰ ὕ­πνο πρὶν τὶς τρεῖς. Τί ὥ­ρα εἶν’ αὐ­τὴ γιὰ νὰ κοι­μη­θεῖς;»

          «Μέ­νει ξά­γρυ­πνος για­τὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει.»

          «Εἶ­ναι μό­νος του. Ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι μό­νος μου. Ἔ­χω γυ­ναί­κα ποὺ μὲ πε­ρι­μέ­νει στὸ κρε­βά­τι.»

          «Κι αὐ­τὸς εἶ­χε κά­πο­τε γυ­ναί­κα.»

          «Δὲ θὰ τοῦ χρη­σί­μευ­ε σὲ τί­πο­τα πιά.»

          «Αὐ­τὸ δὲν τὸ ξέ­ρεις. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν σὲ κα­λύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση ἂν εἶ­χε γυ­ναί­κα.»

          «Τὸν φρον­τί­ζει ἡ ἀ­νι­ψιά του. Ἐ­σὺ εἶ­πες ὅ­τι τοῦ ’­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ.»

          «Τὸ ξέ­ρω.»

          «Δὲ θέ­λω νὰ γε­ρά­σω τό­σο. Ἕ­νας γέ­ρος εἶ­ναι βρώ­μι­κο πράγ­μα.»

          «Ὄ­χι πάν­τα. Αὐ­τὸς ὁ γέ­ρος εἶ­ναι κα­θα­ρός. Πί­νει χω­ρὶς νὰ χύ­νει τὸ πο­τή­ρι. Ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι, με­θυ­σμέ­νος. Κοί­τα τον.»

          «Δὲ θέ­λω νὰ τὸν κοι­τά­ξω. Μα­κά­ρι νὰ πή­γαι­νε σπί­τι του. Δὲ σέ­βε­ται αὐ­τοὺς ποὺ δου­λεύ­ουν.»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος κοί­τα­ξε πί­σω ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι του τὸ χῶ­ρο τῆς πλα­τεί­ας, ὕ­στε­ρα τοὺς σερ­βι­τό­ρους.

          «Ἄλ­λο ἕ­να μπράν­τι» εἶ­πε κι ἔ­δει­ξε τὸ πο­τή­ρι του. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ βι­α­ζό­ταν πῆ­γε μέ­χρι ἐ­κεῖ.

          «Τέ­λος» εἶ­πε μι­λών­τας κο­φτά, ἐλ­λει­πτι­κά, ὅ­πως κά­θε ἠ­λί­θιος ὅ­ταν μι­λᾶ σὲ με­θυ­σμέ­νους ἢ ἀλ­λο­δα­πούς. «Ὄ­χι ἄλ­λο ἀ­πό­ψε. Κλεί­σα­με.»

          «Ἄλ­λο ἕ­να» εἶ­πε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος.

          «Ὄ­χι. Τέ­λος.» Ὁ σερ­βι­τό­ρος σκού­πι­σε τὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μὲ μιὰ πε­τσέ­τα καὶ κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι του.

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ση­κώ­θη­κε, μέ­τρη­σε ἀρ­γὰ τὰ πι­α­τά­κια, ἔ­βγα­λε ἕ­να μι­κρὸ δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του καὶ πλή­ρω­σε τὰ πο­τά, ἀ­φή­νον­τας μι­σὴ πε­σέ­τα γιὰ φι­λο­δώ­ρη­μα. Ὁ σερ­βι­τό­ρος τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὸ βλέμ­μα του κα­θὼς ἔ­παιρ­νε τὸ δρό­μο κι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν – ἕ­νας πο­λὺ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἄν­δρας ποὺ περ­πα­τοῦ­σε χω­ρὶς ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀλ­λὰ μὲ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια.

          «Για­τί δὲν τὸν ἄ­φη­σες νὰ μεί­νει καὶ νὰ πι­εῖ;» ρώ­τη­σε ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ δὲ βι­α­ζό­ταν. Ἔ­κλει­ναν τὰ ρο­λά. «Οὔ­τε δυ­ό­μι­σι δὲν πῆ­γε.»

          «Θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι νὰ κοι­μη­θῶ.»

          «Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει μιὰ ὥ­ρα;»

          «Με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α ἔ­χει γιὰ μέ­να πα­ρὰ γι’ αὐ­τόν.»

          «Μιὰ ὥ­ρα εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.»

          «Μι­λᾶς σὰν νά ’­σαι κι ἐ­σὺ γέ­ρος. Μπο­ρεῖ ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μπου­κά­λι καὶ νὰ πι­εῖ στὸ σπί­τι του.»

          «Δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.»

          «Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι» συμ­φώ­νη­σε ὁ παν­τρε­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ἄ­δι­κος. Ἁ­πλῶς βι­α­ζό­ταν.

          «Κι ἐ­σύ; Δὲ φο­βᾶ­σαι νὰ γυ­ρί­σεις σπί­τι πρὶν τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὥ­ρα;»

          «Προ­σπα­θεῖς νὰ μὲ προ­σβά­λεις;»

          «Ὄ­χι, hombre, ἁ­πλῶς ἀ­στει­εύ­ο­μαι.»

          «Ὄ­χι» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ βι­α­ζό­ταν, κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­φοῦ κα­τέ­βα­σε τὰ με­ταλ­λι­κὰ ρο­λά. «Ἔ­χω αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Εἶ­μαι γε­μά­τος αὐ­το­πε­ποί­θη­ση.»

          «Ἔ­χεις νιά­τα, αὐ­το­πε­ποί­θη­ση καὶ δου­λειὰ» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. «Τὰ ἔ­χεις ὅ­λα.»

          «Κι ἐ­σέ­να τί σοῦ λεί­πει;»

          «Τὰ πάν­τα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δου­λειά.»

          «Ἔ­χεις ὅ,τι κι ἐ­γώ.»

          «Ὄ­χι. Πο­τὲ δὲν εἶ­χα αὐ­το­πε­ποί­θη­ση καὶ δὲν εἶ­μαι νέ­ος.»

          «Ἔ­λα τώ­ρα. Στα­μά­τα νὰ λὲς ἀ­νο­η­σί­ες καὶ κλεί­δω­σε.»

          «Εἶ­μαι ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ τοὺς ἀ­ρέ­σει νὰ μέ­νουν ὣς ἀρ­γὰ στὰ κα­φέ» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. «Μ’ ὅ­λους ὅ­σοι δὲ θέ­λουν νὰ πᾶ­νε γιὰ ὕ­πνο. Μ’ ὅ­λους ὅ­σοι χρει­ά­ζον­ται ἕ­να φῶς μέ­σα στὴ νύ­χτα.»

          «Ἐ­γὼ θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι καὶ νὰ κοι­μη­θῶ.»

          «Εἴ­μα­στε δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πε­ρι­πτώ­σεις» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. Ἦ­ταν πιὰ ντυ­μέ­νος, ἕ­τοι­μος νὰ πά­ει στὸ σπί­τι του. «Δὲν εἶ­ναι μό­νο ζή­τη­μα νι­ό­της καὶ αὐ­το­πε­ποί­θη­σης, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φα. Κά­θε βρά­δυ δι­στά­ζω νὰ κλεί­σω για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ποὺ ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὸ κα­φέ.»

          «Hombre, ὑ­πάρ­χουν bodegas ποὺ μέ­νουν ἀ­νοι­χτὲς ὅ­λη νύ­χτα.»

          «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις. Αὐ­τὸ ἐ­δῶ εἶ­ν’ ἕ­να κα­θα­ρὸ κι εὐ­χά­ρι­στο κα­φέ. Εἶ­ναι κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο. Τὸ φῶς εἶ­ναι πο­λὺ κα­λὸ κι ἐ­πί­σης, τέ­τοι­α ὥ­ρα, ὑ­πάρ­χουν οἱ σκι­ὲς τῶν φύλ­λων.»

          «Κα­λη­νύ­χτα» εἶ­πε ὁ νε­ό­τε­ρος σερ­βι­τό­ρος.

          «Κα­λη­νύ­χτα» εἶ­πε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­κλει­σε τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς καὶ συ­νέ­χι­σε τὴ συ­ζή­τη­ση μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἀ­σφα­λῶς καὶ τὸ φῶς με­τροῦ­σε, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ εἶ­ναι τὸ μέ­ρος κα­θα­ρὸ κι εὐ­χά­ρι­στο. Δὲ θέ­λεις μου­σι­κή. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε δὲ θέ­λεις μου­σι­κή. Οὔ­τε καὶ μπο­ρεῖς νὰ στα­θεῖς μὲ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια μπρο­στὰ σ’ ἕ­να μπάρ, ἂν καὶ μό­νο μπὰρ προ­σφέ­ρον­ται τέ­τοι­ες ὧ­ρες. Τί φο­βό­ταν; Δὲν ἦ­ταν φό­βος ἢ τρό­μος. Ἦ­ταν ἕ­να τί­πο­τα ποὺ τὸ γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λά. Ὅ­λα ἦ­ταν ἕ­να τί­πο­τα κι ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἕ­να τί­πο­τα ἐ­πί­σης. Μό­νο αὐ­τὸ ἦ­ταν καὶ τὸ μό­νο ποὺ χρει­α­ζό­ταν ἦ­ταν φῶς καὶ μιὰ κά­ποι­α κα­θα­ρι­ό­τη­τα καὶ τά­ξη. Ὁ­ρι­σμέ­νοι ζοῦν μέ­σα του καὶ πο­τὲ δὲν τὸ ἔ­νι­ω­σαν, ὅ­μως αὐ­τὸς ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν nada y pues nada y nada y pues nada. Nada ­ἡμῶν, τὸ ἐν nada, nada τὸ ὄ­νο­μά Σου nada ἡ Βα­σι­λεί­α Σου nada τὸ θέ­λη­μά Σου nada ὡς ἐν nada καὶ ἐ­πὶ nada. Δὸς ἡ­μῖν τὸ nada τὸ ἐ­πι­ού­σιον καὶ nada ἡ­μῖν τὰ nada ἡ­μῶν ὡς καὶ ἡμεῖς nada τὰ nada ἡ­μῶν καὶ μὴ nada ἡ­μᾶς εἰς nada ἀλ­λὰ ρῦσαι ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τοῦ nada· pues nada. Χαῖ­ρε nada κε­χα­ρι­τω­μέ­νο, nada με­τά Σου. Χα­μο­γέ­λα­σε καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸ μπάρ, μπρο­στὰ ἀ­πὸ μιὰ ἀ­στρα­φτε­ρὴ κι ἀ­χνι­στὴ μη­χα­νὴ τοῦ κα­φέ.

          «Τί θὰ πά­ρε­τε;» ρώ­τη­σε ὁ μπάρ­μαν.

          «Nada.»

          «Otro loco mas» εἶ­πε ὁ μπάρ­μαν καὶ στρά­φη­κε ἀλ­λοῦ.

          «Ἕ­να πο­τη­ρά­κι» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

          Ὁ μπάρ­μαν τὸν σέρ­βι­ρε.

          «Τὸ φῶς λάμ­πει δυ­να­τὰ κι εὐ­χά­ρι­στα, ἀλ­λὰ τὸ μπὰρ θέ­λει γυ­ά­λι­σμα» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

          Ὁ μπάρ­μαν τὸν κοί­τα­ξε ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα γιὰ συ­ζή­τη­ση.

          «Θέ­λεις μιὰ copita ἀ­κό­μη;» ρώ­τη­σε ὁ μπάρ­μαν.

          «Ὄ­χι, εὐ­χα­ρι­στῶ» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος καὶ βγῆ­κε. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ μπὰρ καὶ οἱ bodegas. Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο κα­φὲ ἦ­ταν κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό. Τώ­ρα, χω­ρὶς νὰ σκε­φτεῖ πα­ρα­πά­νω, θὰ πή­γαι­νε σπί­τι, στὸ δω­μά­τιό του. Θὰ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι του καὶ τε­λι­κά, μὲ τὸ φῶς τῆς ἡ­μέ­ρας, θὰ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος. Ἴ­σως ἐν τέ­λει, εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό του, νὰ εἶ­ναι μό­νο ἀ­ϋ­πνί­α. Συμ­βαί­νει σὲ πολ­λούς.



Ση­μει­ώ­σεις:

Hombre: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ἡ λέ­ξη «Hombre» ση­μαί­νει «ἄν­θρω­πος» καὶ «ἄν­δρας». Ἐ­δῶ, ὡς κλη­τι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, ση­μαί­νει «φί­λε».

Bodegas: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. «Bodega» στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ εἶ­ναι τὸ οἰ­νο­ποι­εῖ­ο, τὸ κε­λά­ρι ἢ τὸ μπὰρ ὅ­που κα­τα­να­λώ­νε­ται κρα­σί. Ἐ­δῶ ἡ λέ­ξη χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α της ση­μα­σί­α.

Nada y pues nada: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ἡ φρά­ση «pues nada» χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὸν κα­θη­με­ρι­νὸ λό­γο γιὰ νὰ δη­λώ­σει ἀ­μη­χα­νί­α ἢ γιὰ νὰ ση­μά­νει τὸ τέ­λος μιᾶς συ­ζή­τη­σης. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ ὡς «αὐ­τὰ λοι­πόν». Ἡ φρά­ση «nada y pues nada» θὰ ἀ­πο­δι­δό­ταν ὡς «τί­πο­τα καὶ λοι­πὸν τί­πο­τα». Ὅ­πως γί­νε­ται εὔ­κο­λα ἀν­τι­λη­πτό, σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὁ σερ­βι­τό­ρος ἀ­παγ­γέλ­λει τὴν Κυ­ρια­κὴ Προ­σευ­χὴ καὶ τὸ Χαῖ­ρε, Μα­ρί­α ἀν­τι­κα­θι­στών­τας ὁ­ρι­σμέ­νες λέ­ξεις τῶν προ­σευ­χῶν μὲ τὴ λέ­ξη «nada».

Otro loco mas: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ση­μαί­νει «ἄλ­λος ἕ­νας τρε­λός».

Copita: ἱ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Μι­κρὸ πο­τή­ρι κρα­σιοῦ.

[Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῶν ἰ­σπα­νι­κῶν ὅ­ρων στὶς ση­μει­ώ­σεις ἔ­γι­νε μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λου καὶ τῆς Οὔρ­σου­λας Φω­σκό­λου. Ὁ με­τα­φρα­στὴς ἐκ­φρά­ζει τὶς εὐ­χα­ρι­στί­ες του.]

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: http://www.mrbauld.com/hemclean.html

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ (Ernest Hemingway, 1899 – 1961): Ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καὶ συ­νε­χί­ζει νὰ ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὶς ΗΠΑ, ὅ­σο καὶ στὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καὶ ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὰ ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιὰ ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο μέ­ρος», ποὺ πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1926, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀρ­τι­ό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τά του.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός: Ὁ Γιά­ννης Πα­λα­βὸς γεν­νή­θη­κε στὸ Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης τὸ 1980. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (Intro Books, 2007), Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν (μὲ τὸ Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο, Τό­πος, 2009) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, τὸ σε­νά­ριο τοῦ κό­μικ Τὸ Πτῶ­μα (Jemma Press, 2011), ποὺ σχε­δί­α­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου.

Advertisements

Ἡρὼ Νικοπούλου: Τὰ δῶρα

.

______~1..

.

Ἡρὼ Νικοπούλου

Τὰ δῶρα

.

06-Htta-426px-Halvdan_Svartes_saga-Initial-G__MuntheΠΩΛΙΝ ΦΑΪΦΕΡ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΕ μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο προ­σώ­ρας δῶ­ρο στὸ μι­κρὸ ἀ­πο­θη­κά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκά­λα. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ ξε­φύ­ση­ξε λα­χα­νι­α­σμέ­νη. Δὲν εἶ­χε ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­κό­μα ἀ­π’ ὅ­λα τὰ πε­ριτ­τὰ κι­λὰ τῆς ἐγ­κυ­μο­σύ­νης. Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ στέλ­νει ξα­νὰ τὶς ἀν­τα­πο­κρί­σεις της στὸ Vanity Fair, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ γρα­φεῖ­α πρὶν ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ ἐν­τε­λῶς ἡ σι­λου­έ­τα της. Ἴ­σι­ω­σε τὴ ρα­φὴ στὶς κάλ­τσες της καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε χα­μο­γε­λών­τας στὸ σα­λό­νι. Ὁ εὔ­θυ­μος ἦ­χος τοῦ κου­δου­νιοῦ τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας ἀ­νάγ­γελ­λε δια­ρκῶς και­νούρ­γιους ἐ­πι­σκέ­πτες. Ἡ οἰ­κια­κὴ βο­η­θὸς ἔ­τρε­χε ν’ ἀ­νοί­ξει, πα­ρα­λάμ­βα­νε κα­πέ­λα, παλ­τὰ καὶ δῶ­ρα γιὰ τὸν φρε­σκο­βα­φτι­σμέ­νο Πά­τρικ καὶ τὰ στοί­βα­ζε στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ λι­βιν­γκρούμ. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, ὅ­ταν ἡ Πω­λὶν ξε­κί­νη­σε ν’ ἀ­νοί­γει τὰ δῶ­ρα, τὴν πε­ρί­με­νε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἔκ­πλη­ξη. Σχε­δὸν ἕ­να πα­ρὰ ἕ­να τὰ πέν­τε πρῶ­τα κου­τιὰ ἀ­πο­κά­λυ­πταν μι­κρο­σκο­πι­κὰ πα­που­τσά­κια σὲ δι­ά­φο­ρα σχέ­δια καὶ χρώ­μα­τα. Ἡ Πω­λὶν ἔ­βα­λε ἕ­να δί­σκο στὸ πι­κάπ, ἕ­να τζὶν τό­νικ μὲ πά­γο καὶ φώ­να­ξε τὸν ἄν­τρα της. Συ­νέ­χι­σαν μα­ζὶ τὸ ἄ­νοιγ­μα καὶ με­τὰ τὸ τέ­ταρ­το ζευ­γά­ρι ἄρ­χι­σαν γε­λών­τας τὰ στοι­χή­μα­τα. Στὸ τέ­λος οἱ κα­τά­πλη­κτοι γο­νεῖς μέ­τρη­σαν συ­νο­λι­κὰ δώ­δε­κα ζευ­γά­ρια πα­που­τσά­κια στὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς νού­με­ρο γιὰ τὸ βλα­στά­ρι τους, ποὺ σὰν νὰ κα­τά­λα­βε πε­ρὶ τί­νος ἐ­πρό­κει­το τοὺς πλη­σί­α­σε μπου­σου­λών­τας μὲ τα­χύ­τη­τα. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κοι­τά­χτη­καν οἱ τρεῖς τους κα­τά­μα­τα. Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­κό­μα ξέ­σπα­σμα γέ­λιου μέ­χρι δα­κρύ­ων, ἡ Πω­λὶν εἶ­πε πὼς ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ τὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν ὅ­λα, για­τὶ τὰ πο­δα­ρά­κια τῶν παι­δι­ῶν με­γα­λώ­νουν πιὸ γρή­γο­ρα κι ἀ­πὸ τὰ δρο­σε­ρὰ ρα­πα­νά­κια τοῦ κή­που τους.  Τὸ πο­λὺ ποὺ θὰ χρει­α­ζό­ταν ὁ μι­κρὸς σ’ αὐ­τὸ τὸ νού­με­ρο ἦ­ταν δύo-τρί­α ζευ­γά­ρια· «καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα;…» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ξα­να­βά­ζον­τάς τα μη­χα­νι­κὰ μέ­σα στὰ κου­τιά, «ἂν ἤ­μουν του­λά­χι­στον μέ­λος σὲ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση γιὰ παι­διά, θὰ πι­ά­να­νε τό­πο», μουρ­μού­ρι­σε, «οἱ ἄ­νερ­γοι ὅ­μως τῆς λέ­σχης μας τί νὰ τὰ κά­νουν;». «Πο­λὺ ἁ­πλό» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας της παίρ­νον­τας κά­ποι­α κου­τιὰ στὴν ἀγ­κα­λιὰ του κα­θὼς ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο, «θὰ τὰ που­λή­σου­με καὶ θὰ δώ­σου­με τὰ χρή­μα­τα στὸ σύλ­λο­γο…». Ἡ Πω­λὶν ἀ­φοῦ κρά­τη­σε στὴν ἄ­κρη τρί­α ζευ­γά­ρια ἔ­κλει­σε καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κου­τὶ φω­νά­ζον­τας, «ἐν­τά­ξει, καὶ πῶς θὰ τὸ κά­νου­με;…» «Μὲ μιὰ ἀγ­γε­λί­α στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα» ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ του ὑ­πό­κω­φη κά­τω ἀ­π’ τὴ σκά­λα. «Καὶ τί θὰ λέ­με, δη­λα­δή…» ξα­να­φώ­να­ξε, δαγ­κώ­νον­τας ἤ­δη ἕ­να μο­λύ­βι. «Ἁ­πλού­στα­το… Γρά­φεις;…» «Ἀ­κού­ω…:»

       «Γιὰ πού­λη­μα: παι­δι­κὰ πα­πού­τσια, ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρε­τα.»

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 Ἡρώ Νικοπούλου: ( Ἀθήνα, 1958). Σπούδασε Ζωγραφικὴ καὶ Σκηνογραφία στὴν Ἀνω­τά­τη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν τῆς Ἀθήνας. Παράλληλα γράφει ποίηση καὶ πε­ζο­γραφία. Πρῶτο της βιβλίο: «Ὁ μύθος τοῦ ὁδοιπόρου» (Ἀθήνα, ποίη­ση, 1986), τελευταῖο της βιβλίο: «Ἑλληνιστί: ὁ γρίφος» (διηγήματα, Γαβριη­λί­δης, 2013).

.

Ernest Hemingway: Ἕνα πολὺ σύντομο διήγημα

 

 

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ  (Ernest Hemingway)

 

Ἕνα πολὺ σύντομο διήγημα

(A Very Short Story)

 

ΝΑ ΠΟΛΥ ΖΕΣΤΟ ΒΡΑΔΥ στὴν Πά­δο­βα τὸν κου­βά­λη­σαν ὣς τὴ στέ­γη καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὴν πό­λη ἀ­πὸ ψη­λά. Κα­πνοὶ ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τὶς κα­μι­νά­δες στὸν οὐ­ρα­νό. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο σκο­τεί­νια­σε καὶ φά­νη­καν οἱ προ­βο­λεῖς. Οἱ ἄλ­λοι κα­τέ­βη­καν κά­τω καὶ πῆ­ραν μα­ζί τους τὰ μπου­κά­λια. Τοὺς ἄ­κου­γαν μὲ τὴ Λοὺθ στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ κά­τω. Ἡ Λοὺθ κά­θι­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἦ­ταν δρο­σε­ρὴ καὶ φρέ­σκια μέ­σα στὴν καυ­τὴ νύ­χτα.

       Ἡ Λοὺθ ἔ­κα­νε τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ βάρ­δια ἐ­πὶ τρεῖς συ­νε­χό­με­νους μῆ­νες. Οἱ ἄλ­λοι τὴν ἄ­φη­ναν μὲ χα­ρά. Ὅ­ταν τὸν ἐγ­χεί­ρη­σαν, ἐ­κεί­νη τὸν ἑ­τοί­μα­σε γιὰ τὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο· καὶ ἔ­κα­ναν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο γιὰ τὸ ὀρ­θὸν καὶ τὸ λά­θος. Πῆ­ρε τὴν ἀ­ναι­σθη­σί­α πι­έ­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ νὰ μὴν ἀρ­χί­σει νὰ φλυα­ρεῖ στὴ διά­ρκεια τῆς ζά­λης του. Μό­λις μπό­ρε­σε νὰ περ­πα­τή­σει μὲ πα­τε­ρί­τσες ἄρ­χι­σε νὰ βά­ζει ἐ­κεῖ­νος θερ­μό­με­τρο στοὺς ἄλ­λους ἀ­σθε­νεῖς, γιὰ νὰ μὴ χρει­ά­ζε­ται ἡ Λοὺθ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι. Οἱ ἀ­σθε­νεῖς ἦ­ταν λί­γοι μό­νο καὶ ὅ­λοι τὸ ἤ­ξε­ραν. Ὅ­λοι συμ­πα­θοῦ­σαν τὴ Λούθ. Κα­θὼς ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ τὴ βόλ­τα στοὺς δι­α­δρό­μους, σκε­φτό­ταν τὴ Λοὺθ ξα­πλω­μέ­νη στὸ κρε­βά­τι του.

       Προ­τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ μέ­τω­πο πῆ­γαν στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ προ­σευ­χή­θη­καν. Τὸ φῶς ἦ­ταν ἀ­χνὸ καὶ εἶ­χε ἡ­συ­χί­α, ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λοι ποὺ προ­σεύ­χον­ταν. Ἤ­θε­λαν νὰ παν­τρευ­τοῦν, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε χρό­νος γιὰ ἀ­ναγ­γε­λί­ες καὶ κα­νεὶς ἀ­πὸ τοὺς δυ­ὸ δὲν εἶ­χε πι­στο­ποι­η­τι­κὸ γέν­νη­σης. Ἔ­νι­ω­θαν σὰν νὰ ἦ­ταν παν­τρε­μέ­νοι, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λαν νὰ τὸ μά­θουν ὅ­λοι καὶ νὰ γί­νει ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ χα­θεῖ.

      Ἡ Λοὺθ τοῦ ἔ­γρα­ψε πολ­λὰ γράμ­μα­τα, τὰ ὁ­ποί­α δὲν πῆ­ρε πο­τὲ πα­ρὰ μό­νο ὅ­ταν ἔ­γι­νε ἐ­κε­χει­ρί­α. Ἔ­φτα­σαν δε­κα­πέν­τε ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὸ μέ­τω­πο καὶ ἐ­κεῖ­νος τὰ τα­ξι­νό­μη­σε σύμ­φω­να μὲ τὴν ἡ­με­ρο­μη­νί­α, ἐ­νῶ τὰ δι­ά­βα­σε ὅ­λα ἀ­πνευ­στί. Ὅ­λα μι­λοῦ­σαν γιὰ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο καὶ γιὰ τὸ πό­σο τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ πό­σο ἀ­δύ­να­το ἦ­ταν νὰ ζή­σει χω­ρὶς αὐ­τὸν καὶ πό­σο φρι­κτὰ τῆς ἔ­λει­πε τὴ νύ­χτα.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴν ἐ­κε­χει­ρί­α συμ­φώ­νη­σαν πὼς θὰ ἐ­πέ­στρε­φε στὴν πα­τρί­δα γιὰ νὰ βρεῖ μιὰ δου­λειά, ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ παν­τρευ­τοῦν. Ἡ Λοὺθ δὲν θὰ ἐρ­χό­ταν, ὥ­σπου νὰ ἔ­βρι­σκε ἐ­κεῖ­νος δου­λειά, γιὰ νὰ ἔρ­θει στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη νὰ τὴ βρεῖ. Συμ­φώ­νη­σαν πὼς δὲν θὰ ἔ­πι­νε, ἐ­νῶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ δεῖ τοὺς φί­λους του στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες. Θὰ ἔ­βρι­σκε μό­νο μιὰ δου­λειὰ καὶ θὰ παν­τρεύ­ον­ταν. Στὸ τρέ­νο ἀ­πὸ τὴν Πά­δο­βα στὸ Μι­λά­νο λο­γο­μά­χη­σαν λό­γω τῆς ἀ­προ­θυ­μί­ας της νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­μέ­σως πί­σω. Ὅ­ταν ἀ­ναγ­κά­στη­καν νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στοῦν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, σὲ ἕ­να σταθ­μὸ στὸ Μι­λά­νο, φι­λή­θη­καν, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει μὲ τὸν τσα­κω­μό. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­νι­ω­σε ἀ­η­δί­α ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο.

      Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ μὲ ἕ­να πλοῖ­ο ἀ­πὸ τὴ Γέ­νο­βα. Ἡ Λοὺθ γύ­ρι­σε πί­σω στὸ Πορ­ντε­νό­νε γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἦ­ταν μο­να­χι­κὰ καὶ βρο­χε­ρὰ ἐ­κεῖ καὶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­να τάγ­μα τῶν Ἐ­πί­λε­κτων Εἰ­δι­κῶν Δυ­νά­με­ων στὴν πό­λη. Ζών­τας στὴ λα­σπω­μέ­νη καὶ βρο­χε­ρὴ πό­λη τὸ χει­μώ­να, ὁ ταγ­μα­τάρ­χης ἔ­κα­νε ἔ­ρω­τα στὴ Λούθ, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη δὲν εἶ­χε ξα­να­πά­ει μὲ Ἰ­τα­λούς, καὶ τε­λι­κὰ ἔ­γρα­ψε στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες πὼς ἡ δι­κή τους σχέ­ση ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς δε­σμὸς με­τα­ξὺ ἑ­νὸς ἀ­γο­ριοῦ καὶ ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ. Λυ­πό­ταν καὶ ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν πο­λὺ πι­θα­νὸ ἐ­κεῖ­νος νὰ μὴν κα­τα­λά­βαι­νε, ἀλ­λὰ ἴ­σως κά­ποι­α μέ­ρα τὴ συγ­χω­ροῦ­σε καὶ τῆς ἦ­ταν εὐ­γνώ­μων, ἐ­νῶ ἐν­τε­λῶς ἀ­να­πάν­τε­χα ἀ­να­με­νό­ταν νὰ παν­τρευ­τεῖ τὴν ἄ­νοι­ξη. Τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­πως πάν­τα, ἀλ­λὰ συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε τώ­ρα πὼς ἐ­πρό­κει­το γιὰ παι­δι­κὴ ἀ­γά­πη. Ἤλ­πι­ζε νὰ κά­νει με­γά­λη κα­ρι­έ­ρα καὶ πάν­τα πί­στευ­ε ἀ­πο­λύ­τως σ’ ἐ­κεῖ­νον. Ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα ἔ­τσι.

      Ὁ ταγ­μα­τάρ­χης δὲν τὴν παν­τρεύ­τη­κε τὴν ἄ­νοι­ξη, οὔ­τε κα­μιὰ ἄλ­λη ἐ­πο­χή. Ἡ Λοὺθ δὲν πῆ­ρε πο­τὲ ἀ­πάν­τη­ση στὸ γράμ­μα της στὸ Σι­κά­γο, στὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε γιὰ ὅ­λα αὐ­τά. Λί­γο και­ρὸ με­τὰ ἐ­κεῖ­νος κόλ­λη­σε γο­νόρ­ροι­α ἀ­πὸ μιὰ πω­λή­τρια σὲ πο­λυ­κα­τά­στη­μα, ἐ­νῶ δι­έ­σχι­ζε μὲ τα­ξὶ τὸ Λίν­κολν Πάρκ.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο S­u­d­d­en F­i­c­t­i­on: A­m­e­r­i­c­an S­h­o­rt-S­h­o­rt S­t­o­r­i­es, R­o­b­e­rt S­h­a­p­a­rd & J­a­m­es T­h­o­m­as, e­ds., G­i­b­bs-S­m­i­th P­u­b­l­i­s­h­er, S­a­lt L­a­ke C­i­ty, 1986. * Πρώ­τη δημοσίευση: In Our Time, 1925.

 

Ernest Hemingway (Oak Park, Illinois, 1899-Ketchum, Idaho 1961). Ἀμερικανὸς μυ­θιστοριογράφος, διηγηματογράφος καὶ δημοσιογράφος. Βραβεῖο Νόμπελ γιὰ τὴ λογοτεχνία τὸ 1954.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πε­λο­πον­νή­σου στὴν Κα­λα­μά­τα.