Να­τά­σα Κε­σμέ­τη: «Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες» Ἀ­πὸ τὸ Ψυ­χι­κὸ Το­πί­ο Θα­νά­του στὴν Συμ­βο­λι­κὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Ἀ­πο­λύ­τρω­ση


Να­τά­σα Κε­σμέ­τη [Ernest Hemingway, Ἀφιέρωμα 6/6]


«Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες»

Ἀ­πὸ τὸ Ψυ­χι­κὸ Το­πί­ο Θα­νά­του

στὴν Συμ­βο­λι­κὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Ἀ­πο­λύ­τρω­ση


ΟΙΟΣ ΗΤΑΝ ὁ πα­σί­γνω­στος Ernest Hemingway; Τό ἐ­ρώ­τη­μα μπο­ρεῖ νά ἀ­κού­γε­ται ἀ­φε­λές, ἄν, πέ­ραν τοῦ Νόμ­πελ πού τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τό 1954, συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με τίς ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἐκ­δό­σεις τῶν ἔρ­γων του καί τίς δι­ε­θνεῖς ἐ­πι­τυ­χί­ες τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των του πού με­τα­φέρ­θη­καν στόν κι­νη­μα­το­γρά­φο.

       Ὅ­πως σ’ ­αὐ­τά, ἡ ἴ­δια ἡ ζω­ή του ἔ­πλε­ξε ἕ­να μύ­θο, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο εἰ­πώθη­κε πώς μπο­ρεῖ νά πα­ρο­μοια­στεῖ μέ αὐ­τόν τοῦ Βyron, τοῦ Whitman καί τοῦ Οscar Wilde· μιά μυ­θι­κή ἐ­ξει­κό­νι­ση τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κου ἡ­ρω­ϊ­σμοῦ, ἤ μᾶλ­λον τῆς Ἀ­με­ρι­κά­νι­κης φαν­τα­σί­ω­σης γιά τόν ἡ­ρω­ϊ­σμό.

       Σέ ὅ­λη του τή δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κή καί συγ­γρα­φι­κή δι­α­δρο­μή τοῦ ἄ­ρε­σε νά προ­κα­λεῖ θό­ρυ­βο γύ­ρω ἀ­πό τό πρό­σω­πό του καί τήν γρα­φή του. Μα­ζί μέ τόν Faulkner ξε­χώ­ρι­ζαν ὡς οἱ δύ­ο πιό ση­μαν­τι­κοί Ἀ­με­ρι­κα­νοί στυ­λί­στες. Τό ὕ­φος τους εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει τε­ρά­στια φή­μη γιά τήν, ἄ­νευ συγ­κρί­σε­ως, μο­να­δι­κό­τη­τα ἀλ­λά καί ἀ­νο­μοι­ό­τη­τά τους, ὥς τό ση­μεῖ­ο νά δι­ορ­γα­νώ­νον­ται ἐ­τή­σιοι δι­α­γω­νι­σμοί καί βρα­βεύ­σεις γιά κεί­νους πού θά ἔ­γρα­φαν τίς κα­λύ­τε­ρες πα­ρω­δί­ες τους! Οἱ πα­ρω­δί­ες τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ στύλ τοῦ Heminway ἦ­σαν οἱ πιό δι­α­σκε­δα­στι­κές, ἐξ αἰ­τί­ας τῆς ἀ­κραί­ας του ἁ­πλό­τη­τας καί τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης θε­μά­των στά πλεῖ­στα τῶν ἔρ­γων του.

       Ἡ λο­γο­τε­χνι­κή ζω­ή του ξε­κί­νη­σε στά 1920 μέ τίς μι­κρές του ἱ­στο­ρί­ες, ἡ ἔκ­δο­ση τῶν ὁ­ποί­ων συ­νο­δεύ­τη­κε ἀ­πό μιά με­γά­λη δι­έ­νε­ξη. Γιά νά κα­τα­λά­βου­με τά αἴ­τια τῆς δι­α­φω­νί­ας, πρέ­πει νά ἀ­να­τρέ­ξου­με στήν σχέ­ση Βρε­τα­νῶν καί Ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων πρίν ἀ­πό τά 1920, καί νά το­νί­σου­με τήν μοι­ραί­α λέ­ξη γύ­ρω ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α γρά­φτη­καν τό­σα. Πρό­κει­ται γιά τό ὕ­φος ἤ ἀλ­λι­ῶς στύλ.

       Ὥ­σπου νά πα­ρου­σια­στεῖ ὁ Hemingway, o­ἱ τρό­ποι τῶν Ἀ­με­ρι­κα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν αὐ­τούς τῶν Βρε­τα­νῶν: πλῆ­θος ἐ­πι­θέ­των καί ἐ­πιρ­ρη­μά­των, πε­ρί­ο­δοι καί ἡ­μι­πε­ρί­ο­δοι ἀ­κό­μα καί σέ μι­κρές πα­ρα­γρά­φους, λε­πτο­με­ρέ­στα­τες πε­ρι­γρα­φές, εὐ­δι­ά­κρι­τη καί, πο­λύ συ­χνά, κυ­ρί­αρ­χη ἡ φω­νή τοῦ συγ­γρα­φέ­α-ἀ­φη­γη­τῆ. Ἀρ­χι­μα­έ­στρος αὐ­τῆς τῆς ἐ­πιρ­ρο­ῆς ἦ­ταν, ἀ­πό πλευ­ρᾶς ἀν­δρῶν, κυ­ρί­ως ὁ Henry James, καί γυ­ναι­κῶν ἡ Virginia Woοlf. Στά ἔρ­γα τους βρί­σκου­με ἐ­κτε­νεῖς σχο­λια­σμούς ἐκ μέ­ρους τοῦ συγ­γρα­φέ­α, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἑρ­μη­νεύ­ουν τίς δι­α­λο­γι­κές ἀν­ταλ­λα­γές τῶν ἡ­ρώ­ων· ἄλ­λο­τε, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τόν ἀ­να­γνώ­στη προ­η­γοῦν­ται τῶν δι­α­λό­γων, ἄλ­λο­τε, ἐ­νερ­γο­ποι­ών­τας τήν πλο­κή ἕ­πον­ται. Με­τά τίς ρι­ζι­κές ἀ­να­μορ­φώ­σεις πού ἐ­πέ­φε­ρε ὁ Hemingway δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δύ­ο ρεύ­μα­τα:

       (α) Ἕ­να ἐ­πι­κρι­τι­κό ἀ­πέ­ναν­τι στήν ἐλ­λει­πτι­κό­τη­τα, τήν ἀ­φαί­ρε­ση, τήν ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιά τά ἐμ­πό­δια πού δη­μι­ουρ­γοῦν στόν ἀ­να­γνώ­στη οἱ γρί­φοι καί τό πλῆ­θος τῶν ὑ­παι­νιγ­μῶν στήν γρα­φή τοῦ Hemingway, πού προ­ῆλ­θε κυ­ρί­ως ἀ­πό μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φους.

       (β) Ἀ­κρι­βῶς γιά τά ἴ­δια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, ὑ­πῆρ­ξε ἰ­σχυ­ρή ὑ­πο­στη­ρι­κτι­κή κρι­τι­κή, προ­ερ­χό­με­νη πρω­τί­στως ἀ­πό δι­η­γη­μα­το­γρά­φους.


Στήν με­λέ­τη τοῦ Robert Paul Lamb(1) ὁ πρω­τεύ­ων ρό­λος τοῦ δι­α­λό­γου πού εἰ­σή­γα­γε, τό­σο στήν μι­κρή ὅ­σο καί στήν ἐ­κτε­τα­μέ­νη φόρ­μα ὁ Hemingway, ἀ­πο­δί­δε­ται στίς δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κές κα­τα­βο­λές του. Τό ὅ­τι ἔ­φτα­σε νά ἀ­φαι­ρέ­σει, σχε­δόν παν­τε­λῶς, τόν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό σχο­λια­σμό καί τήν «ἐ­ξου­σι­α­στι­κή» φω­νή αὐ­θεν­τί­ας τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ἐρ­χό­ταν σέ πλή­ρη ἀν­τί­θε­ση μέ τίς ἀρ­χές τοῦ Henry James, πού πί­στευ­ε πώς χω­ρίς αὐ­τές τό μυ­θι­στό­ρη­μα παύ­ει νά εἶ­ναι fiction καί με­τα­κι­νεῖ­ται στό δρά­μα. Βα­σι­σμέ­νη στούς ὅ­ρους τοῦ James, ἡ Virginia Woolf(2) ἔ­γρα­ψε τά ἀ­κό­λου­θα στήν ἀρ­νη­τι­κή της κρι­τι­κή γιά τόν Ηemingway:

Ὁ συγ­γρα­φέ­ας πρέ­πει νά φεί­δε­ται τῆς χρή­σης τοῦ δι­α­λό­γου, για­τί ὁ δι­ά­λο­γος ἀ­σκεῖ βί­αι­η πί­ε­ση στήν προ­σο­χή τοῦ ἀ­να­γνώ­στη. Πρέ­πει νά ἀ­κού­ει, νά βλέ­πει, νά πα­ρέ­χει τόν σω­στό τό­νο, καί νά κα­λύ­πτει τό ὑ­πό­βα­θρο μέ ὅ,τι λέ­νε οἱ χα­ρα­κτῆ­ρες χω­ρίς βο­ή­θεια τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἑ­πο­μέ­νως, ὅ­ταν οἱ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κοί χα­ρα­κτῆ­ρες ἀ­φή­νον­ται νά μι­λή­σουν εὐ­θέ­ως εἶ­ναι για­τί ἔ­χουν κά­τι πο­λύ ση­μαν­τι­κό νά ποῦν, κά­τι πού δι­ε­γεί­ρει τόν ἀ­να­γνώ­στη, ὥ­στε νά συ­νει­σφέ­ρει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο εἶ­ναι τό με­ρί­διό του στήν δη­μι­ουρ­γί­α. Ἀλ­λά, ἄν καί ὁ κ.Hemingway μᾶς κρα­τᾶ δια­ρκῶς στήν φω­τιά τοῦ δι­α­λό­γου, τόν μι­σό χρό­νο οἱ ἄν­θρω­ποί του λέ­νε αὐ­τό πού θά ἔ­πρε­πε νά λέ­ει ὁ συγ­γρα­φέ­ας γι αὐ­τούς μέ πολ­λή πε­ρισ­σό­τε­ρη οἰ­κο­νο­μί­α.

Οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί δι­η­γη­μα­το­γρά­φοι ὅ­μως εἶ­χαν ἀν­τί­θε­τες ἀ­πό­ψεις καί ὁ Lamb πού τίς πα­ρα­θέ­τει γρά­φει: «Ἀ­πό τήν ἄλ­λη πλευ­ρά ἡ Dorothy Parker, προι­κι­σμέ­νη δι­η­γη­μα­το­γρά­φος ἡ ἴ­δια, ἔ­δει­ξε ὅ­τι ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πώς τό ὕ­φος του ἦ­ταν πιό ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό στό δι­ή­γη­μα ἀ­π’ ὅ­σο στό μυ­θι­στό­ρη­μα καί ὅ­τι τό μον­τέρ­νο δι­ή­γη­μα ἀ­παι­τοῦ­σε δρα­στι­κά δι­α­φο­ρε­τι­κές τε­χνι­κές δο­μῆς καί ἀ­να­πα­ρά­στα­σης, ὥ­στε νά ἰ­σχυ­ρο­ποι­ή­σουν τούς ἀ­να­γνῶ­στες ἀ­κρι­βῶς μέ τό νά τούς δί­νουν με­γα­λύ­τε­ρο ρό­λο σ’ αὐ­τό πού ἡ Woolf ὀ­νό­μα­ζε τό ἔρ­γο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας.» Μα­ζί μέ τήν Parker συν­τάσ­σον­ταν ἡ Elizabeth Bowen καί ἡ Eudora Welty «πού στήν μον­τέρ­να μι­κρή ἱ­στο­ρία ἔ­νι­ω­θαν πο­λύ ἄ­νε­τα καί ἤ­θε­λαν, στίς δι­κές τους ἱ­στο­ρί­ες, νά ἀ­παλ­λα­γοῦν ἀ­πό τήν ὑ­πε­ρο­χή τῆς πα­ρου­σί­ας τοῦ συγ­γρα­φέ­α».

       Ἄν δε­χτοῦ­με πώς τά πα­ρα­πά­νω προσ­δι­ο­ρί­ζουν, χρο­νι­κά του­λά­χι­στον, τήν λο­γο­τε­χνι­κή δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ Ηemingway μπο­ροῦ­με νά ἀ­πο­κα­λέ­σου­με τόν συγ­κε­κρι­μέ­νο πα­ρά­γον­τα ἱ­στο­ρι­κό.

       Μιά δεύ­τε­ρη πα­ρά­με­τρος, ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κῆς τά­ξε­ως, ὁ­δη­γεῖ ὅ­σους ἀ­σχο­λοῦν­ται μέ τό ἔρ­γο του μέ­χρι σή­με­ρα, νά τήν ἐν­το­πί­ζουν χω­ρίς δυ­σκο­λί­α και νά συμ­φω­νοῦν γιά τήν ση­μα­σί­α της. Μπο­ροῦ­με νά τήν ἀ­πο­κα­λέ­σου­με ποι­η­τι­κό πα­ρά­γον­τα.

       Σχε­τι­κά μ’ αὐ­τόν, ὁ Ηarold Bloom(3), στόν συλ­λο­γι­κό τό­μο Ernest Hemingway (2011) πού προ­λο­γί­ζει, το­νί­ζει: «Ἡ εἰ­σα­γω­γή μου ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἰ­δι­ο­φυ­ΐ­α του στήν σύ­θε­ση μιᾶς μι­κρῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἐ­νῶ ἀμ­φι­σβη­τεῖ τήν ἐ­πι­τυ­χί­α τοῦ Hemingway ὡς μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φου.» Τό πρῶ­το πού τοῦ ἀ­να­γνω­ρί­ζει εἶ­ναι οἱ ποι­η­τι­κοί πυ­ρῆ­νες στήν ρί­ζα τῶν ἔρ­γων του. Γρά­φει: «Ὁ ἀ­λη­θι­νός του τό­νος καί τό θαυ­μά­σιο ὕ­φος πρέ­πει νά ἀ­να­ζη­τη­θοῦν σ’ ἕ­ναν πο­λύ με­γα­λύ­τε­ρο καί πιό ἐκ­πλη­κτι­κό πρό­γο­νο, τόν Walt Whitman.» Προ­βαί­νον­τας σέ λε­πτο­με­ρέ­στε­ρες δι­ευ­κρι­νί­σεις καί ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα ὑ­πο­στη­ρί­ζει την θέ­ση του: «Αὐ­τό ὅ­μως πού φαί­νε­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το εἶ­ναι πώς ὁ Hemingway ἀ­πο­τε­λεῖ τόν μο­να­δι­κό Ἀ­με­ρι­κα­νό συγ­γρα­φέ­α πρό­ζας τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡς στυ­λί­στας στέ­κε­ται ἀ­πέ­ναν­τι σέ μεί­ζο­νες ποι­η­τές: Stevens, Eliot, Frost, Hart Crane, Pound, W.C. Williams, Robert Penn Warren, καί Elizabeth Bishop. Τό ἰ­δί­ω­μά του βρί­σκε­ται πλη­σι­έ­στε­ρα στόν Whitman καί στόν Stevens πα­ρά στόν Faulkner, κι ἀ­κό­μα πλη­σι­έ­στε­ρα στόν Εliot πα­ρά στόν Fitzgerald, πού ἦ­ταν φί­λος του καί ἀν­τα­γω­νι­στής του. Εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­λε­γεια­κός ποι­η­τής πού πεν­θεῖ γιά τόν ἑ­αυ­τό του, πα­νη­γυ­ρί­ζει (μᾶλ­λον λι­γό­τε­ρο δρα­στι­κά) γιά τόν ἑ­αυ­τό του καί πού ὑ­πο­φέ­ρει ἀ­πό κα­τα­κερ­μα­τι­σμούς μέ­σα στόν ἑ­αυ­τό του. Κα­τεῖ­χε καί σπου­δαῖ­ο ὕ­φος καί σο­βα­ρή εὐ­αι­σθη­σί­α.»

       Ἦ­ταν ὄν­τως ἐξ αἰ­τί­ας τῶν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κῶν του κα­τα­βο­λῶν καί μό­νον ἡ το­μή πού ἐ­πέ­φε­ρε στήν δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­α; Ἀ­λη­θεύ­ει πώς στά πρῶ­τα κι­ό­λας δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κά του χρό­νια ἔ­μα­θε πῶς νά με­τα­δί­δει τά γε­γο­νό­τα συ­νο­πτι­κά, φρον­τι­σμέ­να καί εὐ­κρι­νῶς.Ὅ­μως, τό ἀ­πέ­ριτ­το, ἀ­κο­νι­σμέ­νο καί λει­α­σμέ­νο ὕ­φος του, δέν ἦ­ταν κα­τά κα­νέ­να τρό­πο αὐ­θόρ­μη­το. Ἦ­ταν μα­νι­ώ­δης ὡς πρός τήν ἀ­να­θε­ώ­ρη­ση τῶν γρα­πτῶν του. Λέ­γε­ται πώς ἔ­γρα­ψε καί ξα­να­έ­γρα­ψε τό σύ­νο­λο, ἤ τμή­μα­τα, τῆς νου­βέ­λας Ὁ Γέ­ρος καί ἡ Θά­λασ­σα πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πό δι­α­κό­σι­ες φο­ρές, προ­τοῦ αἰ­σθαν­θεῖ ἕ­τοι­μος γιά τήν ἔκ­δο­σή της. Μο­χθοῦ­σε πά­νω στά ἔρ­γα του καί ἀ­να­θε­ω­ροῦ­σε ἀ­κού­ρα­στα. Ὁ ἴ­διος ἔ­λε­γε: «Τό ὕ­φος τοῦ συγ­γρα­φέ­α πρέ­πει νά εἶ­ναι εὐ­θύ καί προ­σω­πι­κό, οἱ ἀ­να­πα­ρα­στά­σεις του πλού­σι­ες καί γή­ϊ­νες, οἱ λέ­ξεις του ἁ­πλές καί σφρι­γη­λές.»

       Ὁ Bloom μέ ἀ­φο­ρι­στι­κό τρό­πο κα­τέ­λη­ξε στό συμ­πέ­ρα­σμα:

Μπο­ρεῖ πει­στι­κά νά ὑ­πο­στη­ρι­χθεῖ ὅ­τι εἶ­ναι ὁ κα­λύ­τε­ρος δι­η­γη­μα­το­γρά­φος τῆς Ἀγ­γλι­κῆς ἀ­πό τούς Δου­βλι­νέ­ζους τοῦ Joyce μέ­χρι σή­με­ρα. Ἡ αἰ­σθη­τι­κή ἀ­ξί­α τῶν δι­η­γη­μά­των του εἶ­ναι πέ­ραν ἀμ­φι­σβή­τη­σης, κι ὡ­στό­σο ζη­τᾶ­με κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό ἕ­να συγ­γρα­φέ­α τοῦ κα­νό­να. Τό δι­α­βό­η­το λά­θος του εἶ­ναι ἡ μο­νο­το­νί­α τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης, ἡ ὁ­ποί­α σέ μι­μη­τές του ἔ­γι­νε μιά βα­ρε­τή λι­τα­νεί­α καί με­ρι­κές φο­ρές, ὅ­ταν τήν ἀν­τι­με­τω­πί­ζου­με στόν ἴ­διο, μοιά­ζει μέ πα­ρω­δί­α τοῦ ἑ­αυ­τοῦ του. Δέν ἦ­ταν αὐ­θεν­τι­κός ἠ­θι­κο­λό­γος, οὔ­τε μεί­ζων στο­χα­στής, οὔ­τε μά­στο­ρας τῆς ἀ­φή­γη­σης, οὔ­τε χα­ρι­σμα­τι­κός στήν ἀ­πει­κό­νι­ση προ­σώ­πων. Καί στά κα­λύ­τε­ρά του, ἀ­πο­τυγ­χά­νει στήν ἀ­φή­γη­ση ἤ τήν ἀ­πει­κό­νι­ση κά­ποι­ου χα­ρα­κτή­ρα. Μ’ ἄλλα λό­για δέν ἦ­ταν Τολ­στό­ϊ, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ἔ­λε­γε πώς θά ὑ­περ­βεῖ, ἄν μπο­ροῦ­σε νά ζή­σει ἀρ­κε­τά. Ἴ­σως ὁ Faulkner, ὁ Stevens, ὁ Frost, ἴ­σως Eliot καίHart Crane νά ἦ­σαν πιό δυ­να­τές συγ­γρα­φι­κές φω­νές ἀ­πό αὐ­τήν τοῦ Hemingway, ὅ­μως αὐ­τός μό­νος ἀ­πέ­κτη­σε τήν στα­θε­ρή διά­ρκεια μύ­θου.


Χω­ρίς νά ξε­χνᾶ­με τούς δύ­ο πα­ρά­γον­τες: τόν ἱ­στο­ρι­κό, καί αὐ­τόν τῆς ἐ­λε­γεια­κῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας καί λυ­ρι­κῆς ποι­η­τι­κῆς στό­φας τοῦ συγ­γρα­φέ­α μας, τό ἀρ­χι­κό ἐ­ρώ­τη­μα πα­ρα­μέ­νει: Ποι­ός ἦ­ταν ὁ Ernest Heminwawy, ὁ δη­μι­ουρ­γός τοῦ μύ­θου του; Δέν ξέ­ρω ἄν, σύμ­φω­να μέ τήν ψυ­χο­λο­γι­κή ἀ­να­γνώ­ρι­ση πώς πολ­λά «ἐ­γώ» συ­να­παρ­τί­ζουν τήν προ­σω­πι­κό­τη­τα ἑ­κά­στου, μπο­ρεῖ νά ὑ­πο­στη­ρι­χθεῖ ὅ­τι ὑ­πῆρ­χαν πε­ρισ­σό­τε­ροι τοῦ ἑ­νός Ernests. Ἀ­πό τήν βι­ο­γρα­φί­α του ὅ­μως δι­α­κρί­νον­ται κα­θα­ρά, ὅ­σο καί μό­νι­μα, δύ­ο: ὁ ἕ­νας εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος τῆς πε­ρι­πέ­τειας, ὁ γε­νει­ο­φό­ρος στίς φω­το­γρα­φί­ες ἐ­φη­με­ρί­δων καί πε­ρι­ο­δι­κῶν, ὁ «Πά­πα», ὅ­πως ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του. Ὁ δεύ­τε­ρος ἦ­ταν ὁ εὐ­αί­σθη­τος συγ­γρα­φέ­ας, ὁ ὑ­πο­μο­νε­τι­κός ἀ­να­θε­ω­ρη­τής τῶν κει­μέ­νων του, ὁ κρυμ­μέ­νος ποι­η­τής.

       Αὐ­τός ὁ ποι­η­τής, ἴ­σως, γεν­νή­θη­κε ἑ­πτά μῆ­νες με­τά τήν φυ­σι­κή του γέν­νη­ση στίς 21 Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1899. Τό­τε ὁ πα­τέ­ρας του, γε­νι­κός για­τρός dr Clarence Ed. Hemingway ἔ­κτι­σε ἕ­να μι­κρό κα­λο­και­ρι­νό σπί­τι στά βό­ρεια δά­ση τῆς λί­μνης Μί­σιγ­καν, σέ μιά πε­ρι­ο­χή πού τοῦ ἀ­πο­ψί­λω­σαν οἱ Ἰν­διά­νοι Ὄ­τα­βα. Ὑ­πῆρ­ξε ὁ Πα­ρά­δει­σος τοῦ Ernest γιά ὅ­λη τήν παι­δι­κή καί ἐ­νή­λι­κη ζω­ή του. Κλη­ρο­νό­μη­σε τήν λα­τρεί­α τοῦ πα­τέ­ρα του γιά τόν ὑ­παί­θριο βί­ο, κυ­νη­γών­τας, ψα­ρεύ­ον­τας, κα­τα­σκη­νώ­νον­τας στά δά­ση ἤ κά­νον­τας κη­που­ρι­κή, καί πάν­τα ἀ­να­ζη­τών­τας πε­ρι­πέ­τει­ες. Ξε­κί­νη­σε νά ψα­ρεύ­ει μα­ζί του ὅ­ταν ἦ­ταν τρι­ῶν ἐ­τῶν. Στά δώ­δε­κα ὁ παπ­πούς του τοῦ χά­ρι­σε ἕ­να μο­νό­καν­νο κυ­νη­γε­τι­κό ὅ­πλο.Ὅ­ταν πῆ­γε στό γυ­μνά­σιο ξε­κί­νη­σε μα­θή­μα­τα τσέ­λο, ἀλ­λά ἦ­ταν φα­νε­ρό πώς τά ὄ­νειρα τῆς μη­τέ­ρας του νά τόν δεῖ μου­σι­κό, ὅ­πως και ἡ ἴ­δια, δέν ἐ­πρό­κει­το νά εὐ­ο­δω­θοῦν. Ὅ­σα ἔ­ζη­σε στήν βό­ρεια Μί­σιγ­καν ἐν­τυ­πώ­θη­καν ἄ­σβη­στα στήν ψυ­χή του καί ἀ­πο­τέ­λε­σαν τό ὑ­λι­κό τῶν μι­κρῶν του ἱ­στο­ρι­ῶν γύ­ρω ἀ­πό τόν Νίκ Ἄν­ταμς, τήν πρώ­τη, νε­α­νι­κή του, λο­γο­τε­χνι­κή περ­σό­να. Τό ἐ­πί­θε­το τοῦ Νίκ, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τήν πρω­ταρ­χι­κή βί­ω­ση προ­σω­πι­κοῦ πα­ρα­δεί­σου τοῦ Ernest H. Ὁ ἴ­διος ὡ­στό­σο δέν ἦ­ταν ἀ­ψε­γά­δια­στος: τόν τα­λαι­πω­ροῦ­σε ἕ­να ἐκ γε­νε­τῆς πρό­βλη­μα ὅ­ρα­σης καί μιά ἐ­λατ­τω­μα­τι­κή προ­φο­ρά τοῦ ἤ­χου L. Σέ ὅ­λη του τή ζω­ή, τά L ἀ­κού­γον­ταν κά­πως σάν W’s. Ἔ­χον­τας ἕ­ναν πα­τέ­ρα πού τοῦ ζη­τοῦ­σε νά δί­νει τόν κα­λύ­τε­ρο ἑ­αυ­τό του σέ ὅ,τι κα­τα­πι­ά­νε­ται, ἡ ἐ­λατ­τω­μα­τι­κή ὅ­ρα­ση καί ἡ ἐ­λα­φριά γλωσ­σι­κή του ἀ­τέ­λεια τόν συ­νό­δευ­αν ὡς στίγ­μα­τα καί τόν πλή­γω­ναν ἀ­δι­ά­κο­πα. Ὅ­μως τό βα­θύ­τε­ρο τραῦ­μα του πρέ­πει νά ἦ­ταν ἡ αὐ­το­κτο­νί­α τοῦ πα­τέ­ρα του, με­τά τόν ἀ­κρω­τη­ρια­σμό τοῦ πο­διοῦ του, λό­γῳ δι­α­βή­τη, μέ τό ὅ­πλο του τό 1928. Τό­τε ὁ Εrnest ἦ­ταν 29 χρό­νων. Ἔ­κτο­τε δι­α­κα­τε­χό­ταν ἀ­πό τήν φο­βί­α ἤ προ­αί­σθη­ση πώς πα­ρό­μοι­ος θά ἦ­ταν καί ὁ δι­κός του θά­να­τος, ὅ­πως καί ἔ­γι­νε.

       T­ό 1954 ἡ Σου­η­δι­κή Ἀ­κα­δη­μί­α τοῦ ἀ­πέ­νει­με τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ «γιά τόν ἰ­σχυ­ρό τρό­πο καί τήν δε­ξι­ο­τε­χνί­α του στήν σύγ­χρο­νη ἀ­φή­γη­ση, πράγ­μα πού ἀ­πέ­δει­ξε στό Ὁ Γέ­ρος καί ἡ Θά­λασ­σα». Στό σα­φά­ρι πού εἶ­χε σχε­διά­σει, τήν ἴ­δια χρο­νιά στην Ἀ­φρι­κή, τό ἀ­ε­ρο­πλά­νο στό ὁ­ποῖ­ο με­τέ­βαι­νε συν­τρί­φτη­κε πά­νω ἀ­πό τό τό­τε Βελ­γι­κό Κογ­κό· στήν ἀρ­χή θε­ω­ρή­θη­κε νε­κρός. Ὡ­στό­σο ἐ­πέ­ζη­σε πα­ρά τά ἐγ­καύ­μα­τα, τά ἐ­σω­τε­ρι­κά τραύ­μα­τα, ἄλ­λα στήν σπον­δυ­λι­κή στή­λη καί ἄλ­λα στό κρα­νί­ο. Ἐ­πέ­στρε­ψε κου­τσός καί τά ἑ­πό­με­να χρό­νια ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πό ὑ­ψη­λή ἀρ­τη­ρια­κή πί­ε­ση καί βα­ρειά κα­τά­θλι­ψη. Χρει­ά­στη­κε νά νο­ση­λευ­τεῖ στήν ψυ­χι­α­τρι­κή Mayo Clinic δυ­ό φο­ρές καί ἐ­πί μα­κρόν, ἀλ­λά κα­μιά ἀ­γω­γή, οὔ­τε αὐ­τή μέ ἠ­λε­κτρο­σόκ πού πρω­το­ε­φαρ­μο­ζό­ταν τό­τε, βελ­τί­ω­νε κα­θό­λου τήν κα­τά­στα­σή του. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στό σπί­τι του στίς 2 Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1961 αὐ­το­κτό­νη­σε πυ­ρο­βο­λών­τας μέ τήν κα­ραμ­πί­να του. Που­θε­νά στόν κό­σμο, ἀ­πό τό Κι­λι­μάν­τζα­ρο, τόν Κα­να­δᾶ, τήν Κού­βα, τήν Ἱ­σπα­νί­α ἤ ἀλ­λοῦ στήν Εὐ­ρώ­πη, δέν ξα­να­βρῆ­κε τόν πα­ρά­δει­σο του στίς Λί­μνες καί τά δά­ση τῆς Μί­σιγ­καν. Οὔ­τε κα­νέ­να σπά­νιο, πα­ρα­δεί­σιο πλά­σμα, ὅ­πως ὁ λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τας· μα­κρι­νός καί ἀ­πλη­σί­α­στος πα­ρέ­μει­νε καί γιά τό ζεῦ­γος τῆς ἱ­στο­ρί­ας – βι­νι­έ­τας: Λό­φοι σάν Λευ­κοί Ἐ­λέ­φαν­τες, πού γρά­φτη­κε στήν Αὐ­στρί­α τό 1927.

       Ὅ­πως εἰ­πώ­θη­κε ἤ­δη, πολ­λοί με­λε­τη­τές, καί κυ­ρί­ως ὁ Robert Paul Lamp, ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ὁ Ε.Η. εἰ­σή­γα­γε τόν δι­ά­λο­γο ὡς τό οὐ­σι­α­στι­κό στοι­χεῖ­ο τοῦ ἀ­να­δυ­ό­με­νου μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος στόν εἰ­κο­στό αἰ­ώ­να. Ἡ με­γά­λη συμ­πί­ε­ση τοῦ χρό­νου μέ­σα στόν ὁ­ποῖ­ο ξε­τύ­λι­γε μιάν ἔ­στω καί στοι­χει­ώ­δη πλο­κή, ἀ­παί­τη­σε ἀλ­λά καί προ­κά­λε­σε ὑ­ψη­λό βαθ­μό ὑ­παι­νι­κτι­κό­τη­τας· μεί­ω­σε τήν πυ­κνή ἀ­να­πα­ρά­στα­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος, ὅ­πως καί τήν αἴ­σθη­ση τῆς διά­ρκειας, ὅ­λα δη­λα­δή τά στοι­χεῖ­α πού βρί­σκον­ταν στήν καρ­διά τῶν τρό­πων τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ὥς τό­τε. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης βρέ­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πος μέ τήν ἀ­νάγ­κη νά ὑ­πο­θέ­τει, χω­ρίς νά εἶ­ναι σί­γου­ρος πώς ὑ­πο­θέ­τει σω­στά. Ὁ Ηemingway ἔ­φτα­σε στό ση­μεῖ­ο νά ἀ­φαι­ρέ­σει, σχε­δόν παν­τε­λῶς, τόν ἀ­φη­γη­μα­τι­κό σχο­λια­σμό καί τήν φω­νή αὐ­θεν­τί­ας τοῦ συγ­γρα­φέ­α.

       Το ἐ­ρώ­τη­μα ὥς ποῦ θά ἔ­φτα­νε ἡ νέ­α τέ­χνη τοῦ H. ἀ­παν­τή­θη­κε τόν Μά­η τοῦ 1927 μέ τούς Λό­φους, μιά ἱ­στο­ρί­α πού εἶ­ναι σχε­δόν ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου δι­ά­λο­γος ἀ­νά­με­σα σ’ ἕ­να ζεῦ­γος πού γνω­ρί­ζε­ται κα­λά. Μι­λοῦν μ’ ἕ­να εἶ­δος «στε­νο­γρα­φί­ας» πού, ὅ­πως πα­ρα­τή­ρη­σε κά­ποι­ος, θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι ἀ­κα­τά­λη­πτη σέ ὅ­ποι­ον ἄλ­λον τήν ἄ­κου­γε. Γι’ αὐ­τό ὁ E.H. ὑ­πο­χρε­ώ­θη­κε νά συ­σχε­τί­σει τό­πο καί δι­ά­λο­γο ὥ­στε ὁ ἀ­να­γνώ­στης νά ἀν­τι­λη­φθεῖ πώς δέν πρό­κει­ται γιά ἀ­νο­η­σί­ες. Ἀ­πό τίς πρῶ­τες κου­βέν­τες ἀ­νά­με­σα στό ζευ­γά­ρι ἀρ­χί­ζουν ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νοι χει­ρι­σμοί πού ἀ­πο­κρυ­σταλ­λώ­νουν τίς δυ­να­μι­κές τῆς σχέ­σης, ἐκ­φρά­ζουν τόν χα­ρα­κτή­ρα τους, καί ἐγ­κλω­βί­ζουν τήν ἀρ­χό­με­νη πλο­κή. Πα­ρα­λεί­πει ἀ­κό­μη καί τό πε­ρί τί­νος τοῦ δι­α­λό­γου. Τό ὅ­τι, δη­λα­δή, ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἔγ­κυ­ος καί ἐ­κεῖ­νος θέ­λει νά κά­νει ἔ­κτρω­ση· ἡ ἐγ­κυ­μο­σύ­νη, ἡ ἔ­κτρω­ση, τό παι­δί, δέν ἀ­να­φέ­ρον­ται οὔ­τε μιά φο­ρά. Λές καί ἤ­θε­λε νά αὐ­ξή­σει τήν πρό­κλη­ση, ἑ­στιά­ζει τόν φα­κό του σέ ἐ­ξω­τε­ρι­κά πράγ­μα­τα, ἀ­πο­φεύ­γον­τας κά­θε πρό­σβα­ση στήν συ­νεί­δη­ση τῶν χα­ρα­κτή­ρων. Ὁ δι­ά­λο­γος… μή-δι­ά­λο­γος εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως οὐ­δέ­τε­ρος καί ὁ συγ­γρα­φέ­ας δέν δι­ευ­κο­λύ­νει στό πα­ρα­μι­κρό τήν κα­τα­νό­η­ση ἐκ μέ­ρους τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.

       Κα­τά τήν ἀ­νά­λυ­ση τῆς Elizabeth Bowen, οἱ ἥ­ρω­ες ἐκ­φρά­ζον­ται ὑ­πο­λο­γι­στι­κά ὁ ἕ­νας πρός τον ἄλ­λο καί αὐ­το­α­πο­κα­λύ­πτον­ται ἀ­θέ­λη­τα. Τό με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῆς κου­βέν­τας εἶ­ναι τό­σο ἀ­δι­α­φα­νές πού μό­νο κά­τω ἀ­πό τό φῶς ὁ­λό­κλη­ρης τῆς ἱ­στο­ρί­ας μπο­ρεῖ νά γί­νει κα­τα­νο­η­τό. Μπο­ρεῖ π.χ. νά μι­λᾶ­νε γιά τήν γεύ­ση τοῦ πο­τοῦ, ὅ­πως θά νό­μι­ζε κά­θε ἄλ­λος, ἐ­κτός ἀ­πό τούς δυ­ό τους πού, στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ξέ­ρουν ὅ­τι μι­λᾶ­νε γιά τήν ἐ­πι­θυ­μί­α νά ἔ­χουν παι­δί. Ἐ­κεῖ­νος ὡ­στό­σο δέν δι­α­θέ­τει τήν ἱ­κα­νό­τη­τα νά βλέ­πει τόν κό­σμο μέ τά μά­τια της. Ἡ ὅ­ρα­σή του πε­ρι­ο­ρί­ζε­ται στόν ὁ­ρί­ζον­τα τῶν δι­κῶν του ἐ­πι­θυ­μι­ῶν. Μπο­ρεῖ νά τήν δι­α­βε­βαι­ώ­νει πώς εἶ­ναι σύμ­φω­νος μέ ὅ,τι θέ­λει ἡ ἴ­δια, ὁ τρό­πος του, ὅ­μως, εἴ­τε μέ τά λό­για εἴ­τε μέ τίς κι­νή­σεις καί τίς στά­σεις τοῦ σώ­μα­τος, ἀ­πο­κα­λύ­πτει πώς ἀ­πο­πει­ρᾶ­ται νά τήν ἀ­πο­προ­σα­να­το­λί­σει: τῆς λέ­ει ὅ­σα ἐ­κεί­νη θά ἤ­θε­λε νά ἀ­κού­σει. Τῆς ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει τήν ἀ­γά­πη του, ἀλ­λά ἀ­πο­φεύ­γει νά ἀ­παν­τή­σει στίς ἐ­ρω­τή­σεις της ἐ­πεν­δύ­ον­τας τίς δι­κές του ἐ­πι­θυ­μί­ες μέ μιά «λο­γι­κή» πού προ­σβάλ­λει τήν με­τα­φο­ρι­κά ἐκ­φρα­σμέ­νη γλώσ­σα τῆς δι­κῆς της ἐ­πι­θυ­μί­ας. Κα­θώς δέν κα­τα­νο­εῖ τήν γλώσ­σα της, αὐ­τή κα­τα­φεύ­γει στό νά μι­μεῖ­ται τίς λέ­ξεις καί τίς φρά­σεις του ἤ νά ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται μέ πα­θη­τι­κά ἐ­πι­θε­τι­κή αὐ­το­άρ­νη­ση ἤ ἁ­πλῶς ἀρ­νού­με­νη τά ἐ­πι­χει­ρή­μα­τά του.

       Ἡ χρή­ση τῆς ἐ­πα­νά­λη­ψης ἀ­πο­τε­λεῖ τήν πιό ἀ­ξι­ο­πρό­σε­κτη πλευ­ρά τοῦ δι­α­λό­γου. Ἡ ἐ­πα­νά­λη­ψη λέ­ξε­ων πού ἀ­πο­τε­λοῦν κλει­διά, ὅ­πως τό «θέ­λω», καί πο­λυ­σύλ­λα­βων λέ­ξε­ων μέ ὅ­μοι­ες συλ­λα­βές, ὅ­πως: ὁ,τι­δή­πο­τε, ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε, δη­μι­ου­γεῖ μιάν ἰ­σχυ­ρή ἀ­λη­θο­φά­νεια· στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἡ με­τάλ­λα­ξη ἤ πα­ραλ­λα­γή τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου τους ἀ­πό τόν κα­θέ­να τους, βο­η­θᾶ τήν πρό­ο­δο τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τήν ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς ὑ­πό­θε­σης. Γιά νά ἐ­πι­τευ­χθοῦν οἱ δι­πλοί σκο­ποί τοῦ δι­α­λό­γου, γί­νον­ται ἀ­συ­νή­θι­στες καί ποι­κί­λες δι­φο­ρού­με­νες χρή­σεις τῆς ἀν­τω­νυ­μί­ας. Πα­ρά­δειγ­μα: οἱ χρή­σεις τοῦ «αὐ­τό», ὄ­χι μό­νον κα­θρε­φτί­ζουν τόν στε­νο­γρα­φι­κό τρό­πο μέ τόν ὁ­ποῖ­ο οἱ ἀν­θρω­ποι ἀ­να­φέ­ρον­ται σέ θέ­μα­τα πού ἀμ­φό­τε­ροι κα­τα­νο­οῦν (ἤ νο­μί­ζουν ὅ­τι κα­τα­νο­οῦν), δη­μι­ουρ­γεῖ ἐ­πί­σης τό εἰ­ρω­νι­κό δι­φο­ρού­με­νο. Συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας τέ­τοι­α ἀ­κα­τα­μά­χη­τα προ­η­γού­με­να, του­τέ­στιν ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς, ὁ Hemingway, δι­α­τρα­νώ­νει πώς στόν δι­ά­λο­γο ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α μπο­ρεῖ νά κα­ταν­τή­σει ἀ­δύ­να­τη.

       Προ­α­ναγ­γέ­λει, ἀ­πό τό 1927, τήν ἐ­ξα­πλω­μέ­νη δι­ε­θνῶς ἔκ­πτω­ση τῆς προ­φο­ρι­κῆς συ­νο­μι­λί­ας σέ φα­ρι­σα­ϊ­κή… φάρ­σα, τήν πλή­ρη ἀ­να­στρο­φή/δι­α­στρο­φή τῆς εὐ­αγ­γε­λι­κῆς σύ­στα­σης: Ἔ­στω δὲ ὁ λό­γος ὑ­μῶν ναὶ ναίοὒ οὔ· τὸ δὲ πε­ρισ­σὸν τού­των ἐ­κ τοῦ πο­νη­ροῦ ἐ­στιν. (Ματθ. ε΄ 37).

       Ἡ GabrielaTucan(4) το­πο­θε­τεῖ δί­πλα στόν συγ­γρα­φέ­α τόν ζω­γρά­φο Edward Hopper και βλέ­πει τούς Λό­φους κά­τω ἀ­πό τόν φω­τι­σμό τῶν δι­κῶν του ἔρ­γων. Συγ­κρί­νον­τας τό δι­ή­γη­μα μέ τόν πί­να­κα Κα­λο­και­ρι­νό ἀ­πό­γευ­μα τοῦ 1947(5), καί ἑ­στι­ά­ζον­τας στίς κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νες σχέ­σεις, πα­ρα­τη­ρεῖ τόν ἀ­πό­μα­κρο τρό­πο πε­ρι­γρα­φῆς τοῦ Hemingway καί γρά­φει πώς ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι «γε­μά­τη σύγ­χυ­ση ἔν­τα­ση καί συγ­κρού­σεις». Ἡ ἡ­ρω­ϊ­δα, για πα­ρά­δειγ­μα, ξαφ­νι­κά και ἀ­σύν­δε­τα ἀ­να­φέ­ρει πώς οἱ λό­φοι μοιά­ζουν μέ «λευ­κούς ἐ­λέ­φαν­τες», ἀλ­λά ὁ ἄν­δρας δεν ἀν­τα­πο­κρί­νε­ται. Ἡ ἀ­νι­κα­νό­τη­τά του νά ἐ­πι­κοι­νω­νεῖ εἶ­ναι ἔν­δει­ξη τῆς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νης σχέ­σης, ἀλ­λ’ ἐ­πί­σης ἔν­δει­ξη τοῦ ἄγ­χους στήν ἐ­σω­τε­ρι­κή ζω­ή τῶν ἐ­ρα­στῶν. Ὁ στα­δια­κός κα­τα­κερ­μα­τι­σμός τους συ­νά­δει μέ τήν δι­ά­ψευ­ση τῶν προσ­δο­κι­ῶν, τήν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καί τήν γε­νι­κευ­μέ­νη βα­ριά δι­ά­θε­ση τῶν ἀν­θρώ­πων στά 1920, με­τά τήν βί­α τοῦ Πρώ­του Παγ­κο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Ἡ μα­τιά τοῦ ἀ­να­γνώ­στη στίς «δυ­ό σι­δη­ρο­δρο­μι­κές ρά­γες μέ­σα στόν ἥ­λιο» τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τά ἐμ­πό­δια, δη­λα­δή τά κε­νά καί τίς παύ­σεις στόν δι­ά­λο­γο τοῦ ζεύ­γους, πού ἀ­δυ­να­τοῦν ἐξ ἴ­σου νά κοι­νω­νή­σουν τίς δι­α­φο­ρε­τι­κές τους ἀ­ξί­ες. Οἱ συμ­βο­λι­κές σι­ω­πές φα­νε­ρώ­νουν τόν θυ­μό πού ὀγ­κώ­νε­ται στήν γυ­ναί­κα, κα­θώς ἀ­δυ­να­τεῖ νά ἀρ­θρώ­σει τί ἀ­κρι­βῶς μα­στί­ζει τήν σχέ­ση τους. Ἡ ἔν­τε­χνη ὑ­παινι­κτι­κή μέ­θο­δος τοῦ Hemingway ἐ­πι­τρέ­πει στόν ἀ­να­γνώ­στη νά συμ­πε­ρά­νει ὅ­τι καί οἱ δύ­ο σκέ­πτον­ται τό ἐν­δε­χό­με­νο τῆς ἔ­κτρω­σης. Χα­μέ­νη στίς σκέ­ψεις της, κά­θε­ται μα­ζί του στό ἴ­διο τρα­πέ­ζι ἀλ­λά δέν ἀγ­γί­ζον­ται. Τό συμ­πέ­ρα­σμά τῆς Tucan εἶ­ναι πώς «Ἡ γλώσ­σα τοῦ σώ­μα­τος, ἡ ἄ­δεια ἀ­πό­στα­ση ἀ­νά­με­σά τους, φα­νε­ρώ­νει πώς κά­τι λεί­πει ἀ­πό τήν σχέ­ση τους, ὅ­πως συμ­βαί­νει μέ τόν θε­α­τή τοῦ Hopper, ὁ ὁ­ποῖ­ος, μέ τήν σύ­νο­λη αἰ­σθη­τι­κή του, δεί­χνει τήν ἐ­πί­γνω­σή του γύ­ρω ἀ­πό τήν προ­βλη­μα­τι­κή σι­ω­πή στήν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα».


Ἡ με­τα­φο­ρι­κή γλώσ­σα τῆς ἡ­ρω­ϊ­δας, μᾶς ὁ­δη­γεῖ στό μεῖ­ζον θέ­μα τοῦ συμ­βο­λι­σμοῦ. Ὁ He­ming­way τόν χρη­σι­μο­ποί­η­σε μέ πολ­λούς ἐ­ξαι­ρε­τι­κούς τρό­πους. Στήν ἱ­στο­ρί­α του Λό­φοι σάν Λευ­κοί Ἐ­λέ­φαν­τες, ξαφ­νιά­ζει μέ τό πῶς τόν χει­ρί­ζε­ται γιά τά βά­σα­να τοῦ ζευ­γα­ριοῦ ὡς πρός ἕ­να δί­λημ­μα καί μιάν κα­θο­ρι­στι­κή ἀ­πό­φα­ση γιά τήν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή τους.

       Ἐ­πει­δή ὁ ἀ­να­γνώ­στης τῶν Λό­φων, μπο­ρεῖ νά ἐ­πι­θυ­μεῖ νά δι­α­σταυ­ρώ­σει τίς δι­κές του σκέ­ψεις γιά τόν συμ­βο­λι­σμό ἤ συμ­βο­λι­σμούς τοῦ δι­η­γή­μα­τος, τό πα­ρα­κά­τω ἀ­πό­σπα­σμα ἀ­πό τήν ἐρ­γα­σί­α τοῦ Adam Schaefers «Analyzing the Symbolism of Hills like White Elephants»(6), θά τοῦ δώ­σει τήν εὐ­και­ρί­α νά πα­ρα­κο­λου­θή­σει τήν ἀ­νά­λυ­ση τῶν κύ­ρι­ων ἀ­πό αὐ­τούς

Ἡ ἱ­στο­ρί­α δέν ἔ­χει ἁ­πλῶς πολ­λούς συμ­βο­λι­σμούς. Κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά τό κά­θε ση­μεῖ­ο της συμ­βο­λί­ζει ἕ­να δι­α­φο­ρε­τι­κό θέ­μα […] Ἀ­νά­με­σα στά πολ­λά σύμ­βο­λα τῆς ἱ­στο­ρί­ας, τρί­α εἶ­ναι τά πλέ­ον ἀ­να­γω­ρί­σι­μα: οἱ λό­φοι, οἱ λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες, καί ὁ σι­δη­ρο­δρο­μι­κός σταθ­μός.

       Οἱ λό­φοι μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νουν ἐμ­πό­δια, τά ὁ­ποῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι πρέ­πει νά ὑ­περ­βοῦ­με γιά νά ἐ­πι­τύ­χου­με τίς ἐ­πι­δι­ώ­ξεις μας. Τό ὅ­τι εἶ­ναι λό­φοι καί ὄ­χι τε­ρά­στια βου­νά, δεί­χνει πώς εἶ­ναι δυ­να­τόν νά τά ξε­πε­ρά­σου­με. Ἑ­πο­μέ­νως τό μω­ρό τῆς Ζίγκ εἶ­ναι τό κύ­ριο ἐμ­πό­διο πού μπο­ροῦν νά ὑ­περ­βοῦν οἱ δυ­ό τους καί νά συ­νε­χί­σουν φυ­σι­ο­λο­γι­κά τή ζω­ή τους. Οἱ Λό­φοι δυ­να­τόν ν’ ἀ­πο­τε­λοῦν ση­μεῖ­α θέ­α­σης, ἀλ­λά μπλο­κά­ρουν τήν θέ­α ἐ­κεί­νων πού ζοῦν στήν κοι­λά­δα. Τοῦ­το ἀ­να­πα­ρι­στᾶ τήν εὐ­και­ρί­α πού ἀ­πο­τε­λοῦν γιά τό κο­ρί­τσι, ἐ­νῶ ὁ ἄν­δρας δέν βλέ­πει τί­πο­τα, για­τί στε­να­χω­ρι­έ­ται πώς τό παι­δί θά γί­νει αἰ­τί­α νά μήν ἔ­χει εὐ­τυ­χι­σμέ­νο καί ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νο μέλ­λον. Οἱ Λό­φοι ἐ­πί­σης μπο­ροῦν νά ἐ­κλη­φθοῦν ὡς φαν­τα­σια­κή μορ­φή στό σχῆ­μα μιᾶς ἐγ­κυ­μο­νού­σας. Ἡ Z­ίγκ δυ­να­τόν νά ἔ­βλε­πε σ’ αὐ­τούς μιά ξα­πλω­μέ­νη ἔγ­κυ­ο μέ τήν κοι­λιά καί τά στή­θη φου­σκω­μέ­να ἀ­πό τήν ἐγ­κυ­μο­σύ­νη. Στή διά­ρκεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἡ Z­ίγκ πα­ρα­τη­ρών­τας τούς λό­φους σχο­λιά­ζει πώς οἱ δυ­ό τους θά μπο­ροῦ­σαν νά τά ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τά. Μ’ αὐ­τό ἐν­νο­εῖ πώς οἱ λό­φοι ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ουν μιά πρό­κλη­ση γιά μιά νέ­α ζω­ή στήν ὁ­ποί­α νά συμ­με­τέ­χουν καί εὐ­και­ρί­α γιά τούς δυ­ό τους.

       Οἱ λευ­κοί ἐ­λέ­φαν­τες εἶ­ναι ἕ­να ἄλ­λος συμ­βο­λι­σμός πι­θα­νόν τοῦ μω­ροῦ. Ὁ λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τας εἶ­ναι πο­λύ­τι­μη πε­ρι­ου­σί­α, τήν ὁ­ποί­α ὁ κά­το­χος δέν μπο­ρεῖ νά ξε­φορ­τω­θεῖ κa­ί πού τό κό­στος του (εἰ­δι­κά τῆς συν­τή­ρη­σής του), δέν ἀ­να­λο­γεῖ κα­θό­λου στήν χρη­σι­μό­τη­τα ἤ ἀ­ξί­α του. Για κά­ποι­ον εἶ­ναι ἄ­χρη­στο, ἀλ­λά ἀ­νε­κτί­μη­το δῶ­ρο γιά ἄλ­λον. Μ’ ἄλ­λα λό­για, τό μω­ρό ἦ­ταν ἀ­νε­κτί­μη­το γιά τό κο­ρί­τσι, ὁ σύν­τρο­φός της ὅ­μως δέν ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν ν’ ἀ­πο­κτή­σει παι­δί.

       Ὁ τε­λευ­ταῖ­ος κύ­ριος συμ­βο­λι­σμός εἶ­ναι ὁ σι­δη­ρο­δρο­μι­κός σταθ­μός. Μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νει πολ­λά πράγ­μα­τα. Ἡ μια πλευ­ρά του εἶ­ναι ἕ­να ξε­ρό καί πε­θα­μέ­νο το­πί­ο, πού ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει τήν ἐ­ξα­φά­νι­ση καί τόν θά­να­το τοῦ μω­ροῦ, ἐ­νῶ ἡ ἄλ­λη, πρά­σι­νη καί ὄ­μορ­φη, ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ει τήν ζω­ή καί μιά νέ­α ἀρ­χή. Ἐ­κτός ἀ­πό τό το­πί­ο, καί οἱ σι­δη­ρο­γραμ­μές ἔ­χουν νό­η­μα. Πη­γαί­νουν πα­ράλ­λη­λα, πράγ­μα πού ση­μαί­νει πώς πο­τέ δεν ἀγ­γί­ζον­ται ἤ δεν εἰ­σχω­ροῦν ἡ μιά μέ­σα στήν ἄλ­λη. Κι αὐ­τό συμ­βο­λί­ζει τήν σχέ­ση τῆς Ζίγκ καί τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νου […]. Τό τέ­λος μᾶς ἀ­φή­νει ἀ­πο­ρη­μέ­νους καί ἡ ἀ­πό­φα­ση τοῦ κο­ρι­τσιοῦ πα­ρα­μέ­νει ἀ­σα­φής. Ἡ τε­λευ­ταί­α κου­βέν­τα τῆς Ζίγκ εἶ­ναι «Αἴ­σθά­νο­μαι μιά χα­ρά», κά­τι πού μᾶς κά­νει νά ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε ἄν πρό­κει­ται νά προ­χω­ρή­σει στήν ἔ­κτρω­ση.

Ἔ­στω καί μέ τόν στοι­χει­ώ­δη χάρ­τη τῆς ζω­ῆς τοῦ E.H. πού δό­θη­κε πα­ρα­πά­νω, ἕ­να γε­νι­κό πε­ρί­γραμ­μα, δη­λα­δή, κι­νού­με­νο ἀ­πό τήν ἀρ­χή στό τέ­λος (πα­ρα­λεί­πον­τας τήν συμ­με­το­χή του στόν Πρῶ­το καί Δεύ­τε­ρο Παγ­κό­σμιο, τόν ρό­λο του ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τή στόν Μι­κρα­σι­α­τι­κό Πό­λε­μο, στόν Ἱ­σπα­νι­κό Ἐμ­φύ­λιο, τούς τραυ­μα­τι­σμούς, τούς γά­μους, καί πλεῖ­στα ἄλ­λα), τό ἀρ­χι­κό ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τοῦ τοῦ ἐ­πι­μέ­τρου γιά το ποι­ός ἦ­ταν, μπο­ρεῖ τώ­ρα νά με­τα­κι­νη­θεῖ ἀ­πό τό ποι­ός τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τάς του στό τί τῆς οὐ­σί­ας τοῦ προ­σώ­που του, ὅ­πως με­τα­κε­νώ­θη­κε κυ­ρί­ως στά δι­η­γή­μα­τά του. Θά ἐκ­θέ­σω τώ­ρα τά συμ­πε­ρά­σμα­τα στά ὁ­ποῖ­α κα­τέ­λη­ξα ἡ ἴ­δια, γιά νά κά­νω ξε­κά­θα­ρη τήν δι­κή μου θέ­ση ἀ­πέ­ναν­τί του:

       Δέν πι­στεύ­ω πώς ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α τοῦ Hemingway ὀ­φεί­λε­ται μό­νο στό ὕ­φος του μέ τίς και­νο­το­μί­ες πού εἰ­σή­γα­γε, κα­τά τήν με­θο­ρια­κή ἐ­πο­χή στήν ὁ­ποί­α ἐμ­φα­νί­στη­κε, καί τοῦ ἔ­δω­σε τίς εὐ­και­ρί­ες γιά νά σκι­τσά­ρει στιγ­μι­ό­τυ­πα μέ τα­χύ­τη­τα καί τόλ­μη. Αὐ­τό εἶ­ναι κά­τι πού τό ἔ­κα­ναν, καί συ­νε­χί­ζουν, πλεῖ­στοι συγ­γρα­φεῖς πού δέν ἀ­φή­νουν ἀ­νε­ξά­λη­πτες μνῆ­μες. Θε­ω­ρῶ πώς ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος μέ μιά ἰ­σχυ­ρή ἀ­νι­χνευ­τι­κή κε­ραί­α τῶν ἀλ­λα­γῶν πού εἶ­χαν ἐ­πέλ­θει παγ­κο­σμί­ως, ἀλ­λά καί ἐ­πρό­κει­το νά ἐ­πέλ­θουν. Εἴ­τε ἐ­ξαι­τί­ας τῶν σο­βα­ρῶν ψυ­χι­κῶν του τραυ­μά­των, εἴ­τε πέ­ραν αὐ­τῶν, ζοῦ­σε μέ δρα­μα­τι­κή ἔν­τα­ση τήν «ἀ­γω­νί­α τῆς κε­νό­τη­τας καί τῆς ἔλ­λει­ψης νο­ή­μα­τος». Ἡ τε­λευ­ταί­α ἐμ­φα­νί­ζε­ται κυ­ρί­ως κα­τά τό τέ­λος μιᾶς ἐ­πο­χῆς. Γί­νε­ται κα­θο­λι­κή ὅ­ταν οἱ συ­νη­θι­σμέ­νες δο­μές νο­ή­μα­τος, ἰ­σχύ­ος, πί­στης καί τά­ξης ἀρ­χί­σουν νά δι­α­λύ­ον­ται, σύμ­φω­να μέ τήν ἀ­νά­λυ­ση τοῦ Paul Tillich(7), πού πε­ρι­έ­γρα­ψε τίς κοι­νω­νι­ο­λο­γι­κές της προ­ϋ­πο­θέ­σεις καί τήν ὀ­νό­μα­σε «Τρί­τη Πε­ρί­ο­δο τῆς Ἀ­γω­νί­ας στήν Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Δυ­τι­κοῦ Πο­λι­τι­σμοῦ».

       Ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος, ἐ­πί­σης, μέ ἕ­να ἐ­ξαι­ρε­τι­κό ἀ­φτί πού τα­χύ­τα­τα συ­νε­λάμ­βα­νε τά κά­θε λο­γῆς στοι­χεῖ­α τοῦ προ­φο­ρι­κοῦ λό­γου. Δέν τόν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν κα­θό­λου οἱ πε­ρι­γρα­φές, για­τί γνώ­ρι­σε ἀ­πό τήν πιό μι­κρή του ἡ­λι­κί­α τήν πο­λυ­σύν­θε­τη δυ­να­μι­κή τῶν ἠ­χη­τι­κῶν μη­νυ­μά­των, σέ ὅ­σα φα­νε­ρώ­νουν, ἀ­πο­κρύ­πτουν καί κυ­ρί­ως ὑ­παι­νίσ­σον­ται, μέ­σα σέ πο­λύ σύν­το­μο χρο­νι­κό δι­ά­στη­μα. Ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς στη­ρί­ζον­ται στήν ὅ­ρα­σή τους. Ὁ E.H. στήν ἀ­κο­ή του. Ὡς γνή­σιος κυ­νη­γός ἀ­φουγ­κρα­ζό­ταν τίς μι­κρές καί με­γά­λες φω­νές στά δά­ση , καί ἀρ­γό­τε­ρα ὡς ἀν­τα­πο­κρι­τής ἄ­κου­σε τούς ἐκ­κω­φαν­τι­κούς κρό­τους στά πε­δί­α τῶν μα­χῶν.

       Ἡ ἀ­νι­χνευ­τι­κή του ἐ­σω­τε­ρι­κή συγ­γρα­φι­κή κε­ραί­α τόν ὁ­δή­γη­σε, ἴ­σως καί ἐν­στι­κτω­δῶς, μιάς καί δέν ἦ­ταν δι­α­νο­ού­με­νος τῆς θε­ω­ρί­ας καί τῶν στο­χα­σμῶν, στήν ἀ­να­γνώ­ρι­ση τῆς ἀλ­λα­γῆς: οἱ ἄν­θρω­ποι δέν θά εἶ­χαν πιά χρό­νο γιά πο­λύ­πλο­κες ἀ­να­λύ­σεις, ἀλ­λά γιά δι­α­δο­χή εἰ­κό­νων ὅ­πως στόν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἡ φί­λη του Gertrude Stein τοῦ ἔ­δω­σε τό χω­ρο­χρο­νι­κό στίγ­μα τῆς ζω­ῆς ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων ἀν­θρώ­πων μα­ζί μέ τήν δι­κή του, με­τα­φέ­ρον­τάς του τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό ἑ­νός βο­η­θοῦ σέ γκα­ράζ τοῦ Πα­ρι­σιοῦ: Χα­μέ­νη Γε­νιά.(8) Ἐ­κεῖ­νος ἐ­πι­κεν­τρώ­θη­κε στό χά­νω· δη­λα­δή στήν κά­θε εἴ­δους ἀ­πώ­λεια.

Στούς Λό­φους σάν Λευ­κοί Ἐ­λέ­φαν­τες, κά­ποι­α στιγ­μή: Τό κο­ρί­τσι ση­κώ­θη­κε καί περ­πά­τη­σε ὥς την ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ. Στήν ἄλ­λη πλευ­ρά ἀ­πέ­ναν­τι, ὑ­πῆρ­χαν στα­ρο­χώ­ρα­φα καί στίς ὄ­χθες τοῦ Ἴμ­προ, σ’­ὅ­λο τό μῆ­κος, δέν­τρα. Μα­κριά, πέ­ρα ἀ­π’ το πο­τά­μι, βου­νά. Ἡ σκιά ἑ­νός σύν­νε­φου με­τα­κι­νή­θη­κε πά­νω ἀ­π’ τόν σι­τα­γρό καί τό κο­ρί­τσι εἶ­δε τό πο­τά­μι ἀ­νά­με­σα στά δέν­τρα.

       —Καί θά μπο­ρού­σα­με νά τά ἔ­χου­με ὅ­λα τοῦ­τα, εἶ­πε. Τά πάν­τα, καί κά­θε μέ­ρα τό κά­νου­με πιό ἀ­δύ­να­το.

Ὁ Ε.Η. δέν χά­νει εὐ­και­ρί­α στίς ἱ­στο­ρί­ες του νά μι­λή­σει γιά τήν ἐ­πι­λο­γή τῆς ἀ­πώ­λειας, μπρο­στά σ’ ἕ­να δί­λημ­μα· εἴ­τε πρό­κει­ται γιά φό­νο, εἴ­τε γιά χω­ρι­σμό, εἴ­τε γιά αὐ­το­κτο­νί­α, εἴ­τε γιά κα­τα­στρο­φή, εἴ­τε γιά ἥτ­τα. Ὁ ἄν­θρω­πος δι­α­λέ­γει αὐ­τό πού τόν ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἀ­πό κεῖ­νο πού ἐ­πι­θυ­μεῖ ἤ νο­σταλ­γεῖ.

       Γε­ρά ἐγ­κα­τε­στη­μέ­νη αὐ­τή ἡ ἀ­δι­έ­ξο­δη ἀ­γω­νί­α στήν ρί­ζα τῆς ὕ­παρ­ξής του, συ­νι­στοῦ­σε τό οὐ­σι­ῶ­δες τί πού με­τα­κέ­νω­νε στίς ἀ­φη­γή­σεις του. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ με­τα­νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα μπο­ροῦ­σε νά ἀ­να­γνω­ρί­σει τόν γκρε­μό ἐ­νώ­πιον τοῦ ὁ­ποί­ου, μέ ἐν­τε­λῶς λι­τά μέ­σα, τήν ἀ­νάγ­κα­ζε νά στα­θεῖ: ἐ­κεῖ πού προ­η­γου­μέ­νως τήν εἶ­χαν ὁ­δη­γή­σει οἱ ἐ­πι­λο­γές πί­σω ἀ­πό τά ἱ­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα καί τίς συν­θῆ­κες.

       Γιά τά συμ­πε­ρά­σμα­τα, πού ἤ­δη ἀ­νέ­φε­ρα, ἐ­νι­σχύ­θη­κα ἀ­πό ἕ­ναν ἄλ­λο Λευ­κό Ἐ­λέ­φαν­τα, ἀ­νω­νύ­μου συγ­γρα­φέ­α μιᾶς συλ­λο­γῆς Ἱ­στο­ρι­ῶν Χα­τά­κα. Ἱ­στο­ρί­ες, δη­λα­δή, ἀ­πό τήν βου­δι­στι­κή πα­ρά­δο­ση μέ ἥ­ρω­ες ζῶ­α. Εἶ­ναι ἡ ἀ­κό­λου­θη(9):

Ἕ­νας ὡ­ραῖ­ος λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τα πού ζοῦ­σε στούς πρό­πο­δες ἑ­νός βου­νοῦ, συ­ναν­τή­θη­κε μέ μιά ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων. Εἶ­χαν χά­σει τόν δρό­μο τους καί ἔ­κλαι­γαν για­τί πει­νοῦ­σαν καί δι­ψοῦ­σαν ὑ­περ­βο­λι­κά. Ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν μέ­ρος ἑ­νός με­γά­λου καί πλού­σιου κα­ρα­βα­νιοῦ. Κι ἔ­πει­τα ἀ­πό πολ­λές καί δι­ά­φο­ρες ἀ­τυ­χί­ες ἦ­σαν οἱ μό­νοι πού κα­τά­φε­ραν νά ἐ­πι­ζή­σουν. Ρώ­τη­σαν τόν ἐ­λέ­φαν­τα ποι­ό δρό­μο θά ἔ­πρε­πε νά ἀ­κο­λου­θή­σουν γιά νά φθά­σουν στήν πιό κον­τι­νή πό­λη. Ἐ­κεῖ­νος τούς ἀ­πάν­τη­σε ὅ­τι ἡ ἀ­πό­στα­ση πού τούς χώ­ρι­ζε ἀ­πό ὁ­ποι­α­δή­πο­τε πό­λη ἦ­ταν πο­λύ με­γά­λη καί ὅ­τι πο­τέ δέν θά κα­τά­φερ­ναν νά φθά­σουν στήν κα­τά­στα­ση πού ἦ­σαν. Τούς συ­νέ­στη­σε νά ξε­κου­ρα­στοῦν καί νά ἀ­να­λά­βουν δυ­νά­μεις. — Ἐ­δῶ κον­τά, συμ­πλή­ρω­σε, ἀ­νά­με­σα στίς πέ­τρες ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρό ρυά­κι γιά νά ξε­δι­ψά­σε­τε. Ἐ­πί­σης, ἐ­κεῖ κον­τά θά δεῖ­τε ἕ­ναν ἑ­τοι­μο­θά­να­το ἐ­λέ­φαν­τα. Ἀ­πό τό κρέ­ας του θά μπο­ρέ­σε­τε νά τρα­φεῖ­τε. για­τί σέ λί­γο θά ἔ­χει πε­θά­νει.

Ἀ­φοῦ τά εἶ­πε αὐ­τά ὁ λευ­κός ἐ­λέ­φαν­τας τούς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σε καί ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Ἀ­νέ­βη­κε ψη­λά στό βου­νό καί χω­ρίς ἀρ­γο­πο­ρί­α ἔ­πε­σε στό κε­νό. Πί­στευ­ε μέ βε­βαι­ό­τη­τα πώς ὅ­ταν θά ἔ­φθα­ναν οἱ ἄν­θρω­ποι στό ση­μεῖ­ο πού τούς εἶ­χε ὑ­πο­δεί­ξει, θά ἔ­βρι­σκαν τό σῶ­μα του, ἀ­κό­μη ζε­στό, κον­τά στό νε­ρό πού ἔ­τρε­χε, καί θά χόρ­ται­ναν τήν πεί­να τους. Ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ἀλ­λά οἱ ἄν­θρω­ποι τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σαν καί, στήν ἀρ­χή, δέν θέ­λη­σαν νά φᾶ­νε τό κρέ­ας του. Ὅ­μως δέν ἄρ­γη­σαν νά ἀλ­λά­ξουν γνώ­μη. Κα­τά­λα­βαν ὅ­τι μό­νον ὅ­ταν θά μοί­ρα­ζαν με­τα­ξύ τους τό τε­ρά­στιο καί ἀ­γα­θό του σῶ­μα, θά ἔ­με­ναν πι­στοί στήν μνή­μη του καί ἡ θυ­σί­α του δέν θά πή­γαι­νε χα­μέ­νη. Αὐ­τή ἡ τρο­φή, ὄ­χι μό­νον θά τούς ἔ­δι­νε δυ­νά­μεις νά φθά­σουν σέ κά­ποι­α πό­λη, ἀλ­λά ἡ ἀ­νά­μνη­ση τοῦ κα­λό­καρ­δου ἐ­λέ­φαν­τα θά τούς βο­η­θοῦ­σε νά μεί­νουν δί­και­οι καί εὐ­γε­νι­κοί τήν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή τους.

Ποι­ό εἶ­ναι τό θέ­μα τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ; Εἶ­ναι τό μυ­στή­ριο μιᾶς θυ­σι­α­στι­κῆς ἐ­πι­λο­γῆς γιά μιά ὑ­πέρ­τα­τη πρά­ξη κα­λω­σύ­νης, δί­χως ἀ­παί­τη­ση κα­νε­νός ἀν­ταλ­λάγ­μα­τος. Ὁ σχο­λια­στής τῆς ἱ­στο­ρί­ας γρά­φει: «ἡ κα­λω­σύ­νη, τό­σο δε­μέ­νη μέ τήν χά­ρη, ἔ­χει ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά πλη­σιά­σει καί πά­λι ἡ χά­ρη τούς ἀν­θρώ­πους καί νά τούς γε­μί­σει ἀ­πο­λύ­τως μέ ὅ­σα πί­στε­ψαν πώς ἔ­χα­σαν γιά πάν­τα.»

       Ἡ Ζίγκ, ἡ ἡ­ρω­ϊ­δα στήν μι­κρή ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ε.Η. τά δι­α­σθα­νό­ταν ὅ­λα τοῦ­τα καί μπο­ροῦ­σε νά τά συμ­πε­ρι­λά­βει μέ­σα σέ δυ­ό λέ­ξεις: τά πάν­τα: Θά μπο­ρού­σα­με νά ἔ­χου­με τά πάν­τα. Χα­ρα­κτη­ρί­ζον­τας τούς μα­κρι­νούς λό­φους Λευ­κούς Ἐ­λέ­φαν­τες εἶ­χε ἤ­δη συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει τό εὖ­ρος τῆς ὑ­πάρ­ξε­ως καί μπο­ροῦ­σε νά ἀν­τι­πα­ρα­θέ­σει στήν ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς ζω­ῆς ἄ­νο­στων ἐ­πα­να­λή­ψε­ων, τίς πλού­σι­ες δω­ρε­ές μιᾶς νο­η­μα­τι­σμέ­νης ζω­ῆς. Ἡ ψυ­χή της, ὄν­τας ἀ­νοι­χτή, ἀν­τη­χοῦ­σε τά πολ­λα­πλά νο­ή­μα­τα τοῦ ἀρ­χαί­ου συμ­βό­λου, καί ἀν­τα­πο­κρι­νό­ταν δε­κτι­κά. Ἀλ­λά ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος εἶ­χε χά­σει τόν σύν­δε­σμό του μέ τήν πη­γή πού ξε­δι­ψά­ει καί τρέ­φει. Ἦ­ταν ὁ ἐ­γω­πα­θής νάρ­κισ­σος, κά­πο­τε ἀ­λα­ζό­νας, κά­πο­τε ἀ­νό­η­τος, πάν­τα θο­ρυ­βώ­δης στίς συ­νά­ξεις γιά νά κερ­δί­ζει τό κέν­τρο τῆς προ­σο­χῆς, μέ τό ποῦ­ρο στό στό­μα καί τό μπου­κά­λι στό χέ­ρι, ὁ γη­τευ­τής τῶν γυ­ναι­κῶν, ἀλ­κο­ο­λι­κός καί φο­βι­κά ἀ­να­σφα­λής Ἔρ­νε­στ.

       Ἡ λο­γο­τε­χνί­α θά μπο­ροῦ­σε νά ὁ­ρι­σθεῖ ὡς ἕ­να Συμ­βο­λι­κό Δεῖ­πνο. Ὁ κα­θέ­νας συ­νει­σφέ­ρει μέ αὐ­τό πού εἶ­ναι. Για­τί αὐ­τό πού εἶ­ναι, προσ­δι­ο­ρί­ζει ἐν πολ­λοῖς καί αὐ­τό πού ἔ­χει. Ὁ Ηemingway διά μέ­σου τοῦ ὕ­φους του προ­σέ­φε­ρε τήν οὐ­σί­α τῶν ἀ­δι­έ­ξο­δων συγ­κρού­σε­ων καί πε­ρισ­σό­τε­ρο τῶν ἀ­νε­πί­στρο­φων ἀ­πω­λει­ῶν του. Δί­νει στούς ἀ­να­γνῶ­στες του τήν εὐ­και­ρί­α νά: «συμ­βο­λο­ποι­ή­σουν τά δι­κά τους ἀ­πω­θη­μέ­να ἤ ἀ­πο­κλει­σμέ­να τραυ­μα­τι­κά ψυ­χι­κά βι­ώ­μα­τα καί νά λά­βουν ἐ­πί­γνω­ση, ὡς ἕ­να βαθ­μό, τῆς προ­σω­πι­κῆς τους ἀ­λή­θειας.»(10)

       Στόν ἴ­διο φαί­νε­ται πώς, ἡ με­λαγ­χο­λί­α μέ τίς κα­τα­θλι­πτι­κές του κρί­σεις και τίς δι­ά­φο­ρες φά­σεις τους (κυ­ρί­ως τήν τε­λευ­ταί­α πού τόν ὁ­δή­γη­σε στήν αὐ­το­κτο­νί­α), «ὑ­πο­βα­στα­ζό­ταν ἀ­πό ἕ­να βα­θύ­τε­ρο ψυ­χι­κό πε­δί­ο θα­νά­του»(10). Πά­νω σ’ αὐ­τό, ἡ ἐν­δε­χό­με­νη προ­δι­ά­θε­σή του ἔ­χει ἀ­πα­σχο­λή­σει πολ­λούς με­λε­τη­τές. Μέ ἄλ­λα λό­για, τό πό­σο βά­σι­μο ἦ­ταν αὐ­τό πού ὀ­νο­μά­στη­κε «Κα­τά­ρα τῆς οἰ­κο­γέ­νειας Hemingway». Πράγ­μα­τι στό οἰ­κο­γε­νεια­κό του δέν­τρο ὑ­πάρ­χουν τό­σοι πολ­λοί ξαφ­νι­κοί, τρα­γι­κοί θά­να­τοι καί αὐ­το­κτο­νί­ες, ὥ­στε εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά πα­ρα­θε­ω­ρη­θοῦν ὡς ἁ­πλῶς συμ­πτώ­σεις. Ἐ­κτός ἀ­πό τόν πα­τέ­ρα του καί τόν ἴ­διο, ἡ ἀ­δελ­φή του, ὁ ἀ­δελ­φός του, ὁ γιός του, καί ἡ ἐγ­γο­νή του πέ­θα­ναν εἴ­τε ἀ­πό ὑ­περ­βο­λι­κή δό­ση ναρ­κω­τι­κῶν εἴ­τε ἀ­πό αὐ­το­τραυ­μα­τι­σμούς μέ ὅ­πλο.(11)

       Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, δεν φαί­νε­ται νά βρέ­θη­κε κα­νείς νά τόν βο­η­θή­σει οὐ­σι­α­στι­κά, ὥ­στε, ἀ­πό τό ψυ­χι­κό πε­δί­ο θα­νά­του στό ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν βυ­θι­σμέ­νος, νά ἀ­να­δυ­θεῖ «πρός ἕ­ναν τό­πο ὅ­που ὁ ἑ­αυ­τός του στα­θε­ρο­ποι­εῖ­ται καί δέν δι­α­λύ­ε­ται, ὅ­που ἀ­να­ζη­τεῖ­ται ὡς πρό­τυ­πο ταύ­τι­σης ἕ­νας ἄλ­λος πα­τέ­ρας, συμ­βο­λι­κός»(10).

       Ὡ­στό­σο, ἄ­ξί­ζει νά θυ­μό­μα­στε πώς εἶ­ναι ὁ ἴ­διος ὁ He­mi­ng­way πού εἶ­δε πρῶ­τος τούς Λό­φους ὡς Λευ­κούς Ἐ­λέ­φαν­τες, καί δι­ά­λε­ξε τήν θη­λυ­κή του περ­σό­να, τήν Ζίγκ, γιά νά τήν προι­κί­σει μέ δι­αί­σθη­τι­κή ὅ­ρα­ση ὥ­στε νά ἀν­τι­λη­φθεῖ ἀ­μέ­σως τό πλού­σιο σύμ­βο­λο γό­νι­μης ζω­ῆς.


Ἰ­ού­λιος –Δε­κέμ­βριος 2021


B­ι­βλι­ο­γρα­φί­α:
            (1) Robert Paul Lamb, Hemingway and the Creation of Twentieth Century Dialogue, στὸ Ernest Heminway, Bloom’s Literary Criticism,2011, σελ. 63.rleC:/Users/User1/Downloads/Harold%
            (2) Virginia Woolf, An Essay in Criticism. Review of Men Without Women by Ernest Hemingway, New York Herald Tribune Books (9 October 1927): 1, 8.
            (3) Ernest Hemingway, Edited and with and Introduction by Harold Bloom, New Edition 2011, Bloom’s Literary Criticism, Infobase Publishing.
            (4) Gabriela Tucan, (PDF) Exploring Fragmented Worlds: Hemingway and Hopper
https://www.researchgate.net/publication/330738168_Exploring_Fragmented_Worlds_Hemingway_and_Hopper
            (5)
            (6) Schaefers, Adam. «Analyzing the Symbolism of Hills like White Elephants by Ernest Hemingway». Lifestyle. 4-1-10:
http://www.associatedcontent.com/article/1340961/analyzing_the_symbolism_of_hills_like_pg2.html?cat=23
            (7) Paul Tillich, Τό θάρ­ρος τῆς ­πάρ­ξε­ως, 21ος τό­μος, Εἰ­σα­γω­γή, Με­τά­φρα­ση, Ση­μει­ώ­σεις Χρή­στου Μα­λε­βί­τση, ἐκδ. Ἁρ­μός, 2012, σελ. 84-85: Σέ τέ­τοι­ες κα­τα­στά­σεις τό μη­δέν ἔ­χει δι­πλή ὄ­ψη·μοιά­ζει μέ δύ­ο τύ­πους ἐ­φιά­λτη. Ὁ ἕ­νας τύ­πος εἶ­ναι ἡ ἀ­γω­νί­α τῆς ἐκ­μη­δε­νι­στι­κῆς στε­νό­τη­τας, τῆς ἀ­δυ­να­μί­ας δι­α­φυ­γῆς καί τοῦ τρό­μου τῆς πα­γί­δευ­σης.Ὁ ἄλ­λος τύ­πος εἶ­ναι ἡ ἀ­γω­νί­α τῆς ἐκ­μη­δε­νι­στι­κῆς ἀ­νοι­κτό­τη­τας, τοῦ ἀ­πεί­ρου, τοῦ ἀ­σχη­μά­τι­στου δι­α­στή­μα­τος μέ­σα στό ὁ­ποῖ­ο κα­νείς πε­ρι­πί­πτει χω­ρίς τό­πο ὅ­που νά στα­θεῖ ἐ­πά­νω του. Κοι­νω­νι­κές κα­τα­στά­σεις σάν αὐ­τές πού πε­ρι­γρά­ψα­με ἔ­χουν τόν χα­ρα­κτή­ρα τό­σο τῆς πα­γί­δας χω­ρίς ἔ­ξο­δο ὅ­σο καί ἑ­νός ἄ­δει­ου, σκο­τει­νοῦ καί ἄ­γνω­στου κε­νοῦ χώ­ρου. Καί οἱ δυ­ό ὄ­ψεις τῆς αὐ­τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας προ­ξε­νοῦν τήν λαν­θά­νου­σα ἀ­γω­νί­α σέ κά­θε ἄ­το­μο πού τίς ἀ­τε­νί­ζει.Σή­με­ρα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­πό μᾶς πράγ­μα­τι τίς ἀ­τε­νί­ζου­με.
            (8) Unknown, «Ernest Hemingway Biography». The Hemmingway Resource Center. 4-1-10:
http://www.lostgeneration.com/childhood.htm
            (9) Gustavo Martin Garzo, «Ὁ Λευ­κός Ἐ­λέ­φαν­τας», Πε­ρι­ο­δι­κό Εὐ­θύ­νη, Αὔ­γου­στος 2000, τεῦ­χος 344, σελ. 400-401.
            (10) Δημήτρης Κυ­ρια­ζῆς, «Ἀ­πό τήν Ἐ­νο­χή στή Δι­καί­ω­ση καί τήν Ἐ­ξι­λέ­ω­ση, στήν τρα­γω­δί­α τοῦ Αἰ­σχύ­λου: “Εὐ­με­νί­δες”». Στόν συλ­λο­γι­κό τό­μο Οἱ Γυ­ναι­κεῖ­ες Μορ­φές στόν Μύ­θο, πρό­λο­γος Π. Σα­κελ­λα­ρό­που­λος, Ἐ­πιμ. Ἀ. Βα­σι­λειάς – Ν. Πα­να­γι­ω­το­πού­λου. Ἐκ­δο­σεις Πα­πα­ζή­ση, Ἀ­θή­να 2008, σελ.102-144.
            (11) https://www.123helpme.com/essay/The-Curse-of-the-Hemingways-26490
& https://www.upi.com/Archives/2001/10/10/The-Hemingway-suicide-curse/8231002686400/
& https://edition.cnn.com/2013/01/21/health/hemingway-film/index.html
Mariel Hemingway explores her family’s troubled history in «Running from Crazy» The documentary premiered at the Sundance Film Festival,  2013.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρωτή­ματα σέ ἀ­νάλγη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να: Homage to Ernest Hemingway (περ.1967). Ἔργο τοῦ Michael Docherty (γ.1947).

Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway): Ἰν­δι­ά­νι­κος Κα­ταυ­λι­σμός



Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway) [Ἀφιέρωμα 3/6]


Ἰν­δι­ά­νι­κος Κα­ταυ­λι­σμός

(Indian camp)


ΞΩ ΣΤΗΝ ΟΧΘΗ τῆς λί­μνης εἶ­χαν σύ­ρει μιά βάρ­κα ἀ­κό­μα. Οἱ δυ­ό Ἰν­διά­νοι πε­ρί­με­ναν ὄρ­θιοι. Ὁ Νίκ κι ὁ πα­τέ­ρας του μπῆ­καν στήν πρύ­μη, οἱ Ἰν­διά­νοι τρά­βη­ξαν τή βάρ­κα στό νε­ρό κι ὁ ἕ­νας τους μπῆ­κε μέ­σα γιά νά τρα­βά­ει κου­πί. Ὁ θεῖος T­ζώρτζ κά­θι­σε στήν πρύ­μη τῆς βάρ­κας ἀ­π’ τήν κα­τα­σκή­νω­ση. Ὁ πιό νέ­ος Ἰν­διά­νος τήν τρά­βη­ξε στό νε­ρό καί μπῆ­κε μέ­σα νά κω­πη­λα­τεῖ γιά τόν θεῖος Τζώρτζ. Οἱ δυ­ό βάρ­κες ξε­κί­νη­σαν στό σκο­τά­δι. Ὁ Νίκ ἄ­κου­γε τούς σκαρ­μούς τῆς ἄλ­λης βάρ­κας κάμ­πο­σο μπρο­στά τους, μα­κριά μέ­σα στήν ὁ­μί­χλη. Οἱ Ἰν­διά­νοι κω­πη­λα­τοῦ­σαν μέ γρή­γο­ρες κο­φτές κου­πι­ές. Ὁ Νίκ ἔ­γει­ρε στήν ἀγ­κα­λιά τοῦ πα­τέ­ρα του μέ τό μπρά­τσο του ὁ­λό­γυ­ρά του. Πά­νω στά νε­ρά ἔ­κα­νε κρύ­ο. Ὁ Ἰν­διά­νος δού­λευ­ε τά κου­πιά πο­λύ δυ­να­τά, ἀλ­λά ἡ ἄλ­λη βάρ­κα μπρο­στά ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν συ­νε­χῶς βα­θιά στήν ὁ­μί­χλη. «Ποῦ πᾶ­με, Μπαμ­πά;» Ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Πέ­ρα στόν Ἰν­δι­ά­νι­κο κα­ταυ­λι­σμό. Μιά Ἰν­διά­να εἶ­ναι βα­ριά ἄρ­ρω­στη.» «» ἔ­κα­νε ὁ Νίκ. Δι­α­σχί­ζον­τας τόν κόλ­πο βρῆ­καν τήν ἄλ­λη βάρ­κα στήν ἀ­κτή. Ὁ θεῖος Τζώρτζ κά­πνι­ζε ποῦ­ρο στό σκο­τά­δι. Οἱ δυ­ό νε­α­ροί Ἰν­διά­νοι ἔ­συ­ραν τή βάρ­κα πιό μέ­σα στήν ἀ­κτή. Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ ἔ­δω­σε ποῦ­ρα καί στούς δυ­ό Ἰν­διά­νους. Ἀ­νη­φο­ρί­ζον­τας ἀ­πό τήν ἀ­κτή περ­πα­τοῦ­σαν μέ­σα ἀ­πό ἕ­να λι­βά­δι μου­σκε­μέ­νο στή δρο­σιά, ἀ­κο­λου­θών­τας τόν νε­α­ρό Ἰν­διά­νο πού κρα­τοῦ­σε τή λάμ­πα. Με­τά μπῆ­καν στό δά­σος καί ἀ­κο­λού­θη­σαν ἕ­να μο­νο­πά­τι πού ἔ­βγα­ζε στό δρό­μο ὅ­που ξύ­λευ­αν, ὁ­δη­γών­τας πί­σω στούς λό­φους. Ἔ­φεγ­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο στό δρό­μο τῶν λογ­γά­ρη­δων, για­τί οἱ κορ­μοί τῆς ξυ­λεί­ας ἦ­ταν κομ­μέ­νοι κι ἀ­πό τίς δυ­ό πλευ­ρές. Ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος στα­μά­τη­σε νά σβή­σει τή λάμ­πα του, καί ὅ­λοι συ­νέ­χι­σαν νά προ­χω­ροῦν κα­τά μῆ­κος τοῦ δρό­μου. Ἔ­κα­ναν μιά στρο­φή κι ἕ­νας σκύ­λος βγῆ­κε γαυ­γί­ζον­τας. Μπρο­στά φά­νη­καν τά φῶ­τα στίς πα­ράγ­κες τῶν Ἰν­διά­νων πού ξε­φλού­δι­ζαν τούς κορ­μούς. Πε­ρισ­σό­τε­ροι σκύ­λοι ὅρ­μη­σαν κα­τά πά­νω τους. Οἱ δυ­ό Ἰν­διά­νοι τούς ἔ­δι­ω­ξαν πί­σω στίς πα­ράγ­κες.

       Στό πα­ρά­θυ­ρο μιᾶς πα­ράγ­κας πιό κον­τά στό δρό­μο ὑ­πῆρ­χε φῶς. Μιά γριά γυ­ναί­κα ὄρ­θια στήν εἴ­σο­δο κρα­τοῦ­σε μιά λάμ­πα. Μέ­σα μιά νε­α­ρή Ἰν­διά­να ξα­πλω­μέ­νη σ’ ἕ­να ξύ­λι­νο ράν­τζο. Πά­λευ­ε ἐ­δῶ καί δυ­ό μέ­ρες νά γεν­νή­σει. Ὅ­λες οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νες τοῦ κα­ταυ­λι­σμοῦ εἶ­χαν πά­ει νά τήν βο­η­θή­σουν. Οἱ ἄν­τρες ἔ­ξω φρε­νῶν μέ τίς κραυ­γές της εἶ­χαν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ πέ­ρα στό δρό­μο νά κά­τσουν στά σκο­τει­νά καί νά κα­πνί­σουν. Αὐ­τή, μέ τό πού εἶ­δε μέ­σα στήν πα­ράγ­κα τόν Νίκ καί τούς δυ­ό Ἰν­διά­νους πί­σω ἀ­π’ τόν πα­τέ­ρα του καί τόν θεῖος Τζώρτζ, ξε­φώ­νι­σε. Ἦ­ταν πλα­γι­α­σμέ­νη στήν πιό χα­μη­λή κου­κέ­τα, τε­ρά­στια κά­τω ἀ­π’ τό πά­πλω­μα. Τό κε­φά­λι της γυ­ρι­σμέ­νο στή μιά πλευ­ρά. Στήν πά­νω κου­κέ­τα ἦ­ταν ὁ ἄν­τρας της. Πρίν τρεῖς μέ­ρες εἶ­χε κό­ψει πο­λύ ἄ­σκη­μα τό πό­δι του μ’ ἕ­να σκε­πάρ­νι. Κά­πνι­ζε πί­πα. Τό δω­μά­τιο μύ­ρι­ζε πο­λύ βα­ριά. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Νίκ δι­έ­τα­ξε νά βά­λουν νε­ρό στή φω­τιά, καί ὅ­σο ζε­σται­νό­ταν μι­λοῦ­σε στόν Νίκ. «Ἡ κυ­ρά ἀ­πό δῶ πρό­κει­ται νά γεν­νή­σει, Νίκ», εἶ­πε. «Ξέ­ρω», εἶ­πε ὁ Νίκ. «Δέν ξέ­ρεις», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ἄ­κου με. Αὐ­τό πού τῆς συμ­βαί­νει λέ­γε­ται το­κε­τός. Τό μω­ρό θέ­λει νά γεν­νη­θεῖ, κι αὐ­τή θέ­λει νά τό γεν­νή­σει. Ὅ­λοι οἱ μύ­ες της προ­σπα­θοῦν νά κά­νουν τό παι­δί νά γεν­νη­θεῖ. Αὐ­τό γί­νε­ται κά­θε φο­ρά πού φω­νά­ζει.» «Κα­τά­λα­βα» εἶ­πε ὁ Νίκ. Τό­τε ἀ­κρι­βῶς ἡ γυ­ναί­κα ξε­φώ­νι­σε. «Ἄχ, Μπαμ­πά, δέν μπο­ρεῖς νά τῆς δώ­σεις κά­τι νά τήν κά­νει νά πά­ψει νά ξε­φω­νί­ζει;» ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Ὄ­χι. Δέν ἔ­χω κα­νέ­να ἀ­ναι­σθη­τι­κό» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ἀλ­λά οἱ κραυ­γές της δέν εἶ­ναι κά­τι σο­βα­ρό. Οὔ­τε πού τίς ἀ­κού­ω για­τί δέν εἶ­ναι τί­πο­τα σο­βα­ρό.»

       Ὁ ἄν­τρας της στήν πά­νω κου­κέ­τα ἄλ­λα­ξε πλευ­ρό γυ­ρί­ζον­τας πρός τόν τοῖ­χο. Ἡ γυ­ναί­κα στήν κου­ζί­να ἔ­γνε­ψε στόν για­τρό πώς τό νε­ρό εἶ­χε ζε­στα­θεῖ. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Νίκ πῆ­γε στήν κου­ζί­να κι ἔ­ρι­ξε πε­ρί­που τό μι­σό ἀ­πό τό νε­ρό τῆς χύ­τρας σέ μιά λε­κά­νη. Στό νε­ρό πού ἔ­μει­νε στή χύ­τρα ἔ­βα­λε δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα πού ξε­τύ­λι­ξε ἀ­πό ἕ­να μαν­τή­λι. «Πρέ­πει νά βρά­σουν» εἶ­πε, κι ἄρ­χι­σε νά τρί­βει τά χέ­ρια του τό­ ’­να μέ τ’ ἄλ­λο μέ ἕ­να κομ­μά­τι σα­πού­νι πού εἶ­χε φέ­ρει ἀ­πό τήν κα­τα­σκή­νω­ση. Ὁ Νίκ πα­ρα­τη­ροῦ­σε τά χέ­ρια τοῦ πα­τέ­ρα του νά τρί­βουν τό ἕ­να τό ἄλ­λο μέ τό σα­πού­νι.

       Ὅ­σο ὁ πα­τέ­ρας του ἔ­πλε­νε τά χέ­ρια του πο­λύ προ­σε­κτι­κά καί σχο­λα­στι­κά, μί­λα­γε: «Βλέ­πεις, Νίκ, τά μω­ρά ὑ­πο­τί­θε­ται πώς γεν­νι­οῦν­ται μέ τό κε­φά­λι νά βγαί­νει πρῶ­το, ἀλ­λά με­ρι­κές φο­ρές δέν γί­νε­ται ἔ­τσι. Ὅ­ταν δέν ἔρ­χον­ται μέ τό κε­φά­λι, προ­κα­λοῦν με­γά­λους μπε­λά­δες σέ ὅ­λους. Μπο­ρεῖ νά χρεια­στεῖ νά χει­ρουρ­γή­σω τού­τη τήν κυ­ρά. Σέ λί­γο θά ξέ­ρου­με.» Ὅ­ταν φά­νη­κε ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος μέ τό πλύ­σι­μο τῶν χε­ρι­ῶν του, μπῆ­κε στό δω­μά­τιο κι ἔ­πια­σε δου­λειά. «Δέν τρα­βᾶς πέ­ρα αὐ­τό τό πά­πλω­μα, ἔ, Τζώρτζ;» εἶ­πε. «Κα­λύ­τε­ρα νά μήν τ’­ἀγ­γί­ξω.» Ἄρ­γό­τε­ρα ὅ­ταν ἄρ­χι­σε τήν ἐ­πέμ­βα­ση, ὁ θεῖος Τζώρτζ καί τρεῖς Ἰν­διά­νοι κρα­τοῦ­σαν τήν γυ­ναί­κα ἀ­κί­νη­τη. Αὐ­τή πά­τη­σε μιά δαγ­κω­νιά στό μπρά­τσο τοῦ θεί­ου Τζώρτζ κι ὁ θεῖος Τζώρτζ εἶ­πε, «Κα­τα­ρα­μέ­νη βρω­μο­ϊν­διά­να σκύ­λα!» κι ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος, πού τρα­βοῦ­σε τό κου­πί σάν ἔ­φερ­νε τόν θεῖο Τζώρτζ, τοῦ γέ­λα­σε κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά. Ὁ Νίκ βα­στοῦ­σε τήν λε­κά­νη γιά τόν πα­τέ­ρα του. Κρά­τη­σε πο­λύ. Ὁ πα­τέ­ρας του σή­κω­σε τό μω­ρό ψη­λά καί τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να μπά­τσο νά τό κά­νει ν’ ­ἀ­να­πνεύ­σει καί τό πα­ρέ­δω­σε στή γριά.

       «Βλέ­πεις; Εἶ­ναι ἀ­γό­ρι, Νίκ», εἶ­πε. «Πῶς σοῦ φαί­νε­ται νά εἶ­σαι βο­η­θός ἀ­σκού­με­νος για­τρός;» Ὁ Νίκ εἶ­πε «Κα­λά». Κοί­τα­ζε πέ­ρα γιά νά μή βλέ­πει τί ἔ­κα­νε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ὁ­ρί­στε, ξεμ­περ­δέ­ψα­με καί μ’ αὐ­τό» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του καί ἔ­βα­λε κά­τι μέ­σα στή λε­κά­νη. Ὁ Νίκ δέν τό κοί­τα­ξε. «Τώ­ρα» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του, «εἶ­ναι καί με­ρι­κά ράμ­μα­τα νά βά­λω. Μπο­ρεῖς νά βλέ­πεις, Νίκ, ἤ ὄ­χι, ὅ­πως θέ­λεις. Θά ρά­ψω τήν το­μή πού ἔ­κα­να.» Ὁ Νίκ δέν κοί­τα­ξε. Ἐ­δῶ καί πο­λύ ὥ­ρα εἶ­χε χά­σει κά­θε ἴ­χνος πε­ρι­έρ­γειας. Ὁ πα­τέ­ρας του τέ­λει­ω­σε καί ση­κώ­θη­κε.

       Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ καί οἱ τρεῖς Ἰν­διά­νοι ση­κώ­θη­καν. Ὁ Νίκ πῆ­γε τή λε­κά­νη στήν κου­ζί­να. Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ κοί­τα­ξε τό μπρά­τσο του. Ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος θυ­μή­θη­κε καί χα­μο­γέ­λα­σε. «Θά τοῦ βά­λω λί­γο ὀ­ξυ­ζε­νέ, Τζώρτζ», εἶ­πε ὁ για­τρός. Ἔ­σκυ­ψε πά­νω ἀ­π’­ τήν Ἰν­διά­να. Τώ­ρα ἦ­ταν ἥ­συ­χη μέ τά μά­τια κλει­στά. Ἦ­ταν πο­λύ ὠ­χρή. Δέν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί ἀ­πό­γι­νε τό μω­ρό ἤ ὅ,τι ἄλ­λο. «Θά γυ­ρί­σω τό πρω­ΐ», εἶ­πε ὁ για­τρός κα­θώς ση­κω­νό­ταν ὄρ­θιος.

       «Ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Ἰ­γνά­τιο πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐ­δῶ ὥς τό με­ση­μέ­ρι καί θά φέ­ρει ὅ,τι χρει­α­ζό­μα­στε.» Ἔ­νι­ω­θε νά φου­σκώ­νει ἀ­πό τό κα­μά­ρι του καί ἦ­ταν φλύ­α­ρος ὅ­πως οἱ παῖ­κτες τοῦ πο­δό­σφαι­ρου στά ἀ­πο­δυ­τή­ρια με­τά τόν ἀ­γώ­να. «Τοῦ­το δῶ εἶ­ναι γιά τό ἰ­α­τρι­κό πε­ρι­ο­δι­κό, Τζώρτζ», εἶ­πε. «Νά κά­νεις Και­σα­ρι­κή μέ σου­γιά καί νά ρά­ψεις μέ κά­που τριά­ντα μέ­τρα πε­το­νιά ἀ­πό λου­ρί­δες ἐν­τέ­ρου.» Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ ἀ­κουμ­ποῦ­σε στόν τοῖ­χο κοι­τά­ζον­τας τό μπρά­τσο του.

       «Ὤ, εἶ­σαι σπου­δαῖ­ος ἄν­τρας, ἐν­τά­ξει.» «Κα­λύ­τε­ρα νά ρί­ξω μιά μα­τιά στόν πε­ρή­φα­νο πα­τέ­ρα. Αὐ­τοί συ­νή­θως ὑ­πο­φέ­ρουν τά χει­ρό­τε­ρα γιά τέ­τοι­α μι­κρο­πράγ­μα­τα», εἶ­πε ὁ για­τρός. «Πρέ­πει νά πα­ρα­δε­χτῶ πώς τό πῆ­ρε κα­λά καί σ’ ­ὅ­λα ἦ­ταν κάμ­πο­σο ἥ­συ­χος.» Τρά­βη­ξε τήν κου­βέρ­τα ἀ­πό τό κε­φά­λι τοῦ Ἰν­διά­νου. Τό χέ­ρι του τρα­βή­χτη­κε μού­σκε­μα. Πά­τη­σε στήν ἄ­κρη τῆς πιό χα­μη­λῆς κου­κέ­τας, σκαρ­φά­λω­σε μέ τήν λάμ­πα στό ἕ­να χέ­ρι καί κοί­τα­ξε μέ­σα. Ὁ Ἰν­διά­νος κοι­τό­ταν μέ τό κε­φά­λι πρός τόν τοῖ­χο. Ὁ λαι­μός του κομ­μέ­νος πέ­ρα γιά πέ­ρα, ἀ­πό ἀ­φτί σ’ ἀ­φτί. Μιά λί­μνη ἀ­πό τό αἷ­μα πού εἶ­χε κυ­λή­σει σχη­μα­τι­ζό­ταν ἐ­κεῖ πού τό σῶ­μα του βού­λια­ζε στήν κου­κέ­τα. Μέ τήν κό­ψη πρός τά πά­νω τό ἀ­νοιγ­μέ­νο ξυ­ρά­φι ἀ­φη­μέ­νο στίς κου­βέρ­τες. «Βγά­λε τόν Νίκ ἔ­ξω ἀ­π’­ τήν πα­ράγ­κα, Τζώρτζ», εἶ­πε ὁ για­τρός. Δέ χρει­ά­στη­κε. Ὀ Νίκ, ὄρ­θιος στήν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, εἶ­χε κα­λή θέ­α τῆς πά­νω κου­κέ­τας, ὅ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του μέ τή λάμ­πα στό ἕ­να χέ­ρι, ἔ­στρε­ψε τό κε­φά­λι τοῦ Ἰν­διά­νου. Μό­λις ἔ­παιρ­νε νά χα­ρά­ζει, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψαν βα­δί­ζον­τας στόν δρό­μο τῶν λογ­γά­ρη­δων ὥς τή λί­μνη.

       «Λυ­πᾶ­μαι πο­λύ πού σ’ ­ἔ­φε­ρα σ’ αὐ­τό τό ἀ­χού­ρι, Νί­κυ», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του δί­χως ἴ­χνος ἀ­πό τόν ἐν­θου­σια­σμό του με­τά τήν ἐ­πέμ­βα­ση. «Με­γά­λο λά­θος,τά σκά­τω­σα νά σέ ὑ­πο­βά­λω σ’­ὅ­λο αὐ­τό.» «Ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νᾶ­νε, πάν­τα ζο­ρί­ζον­ται τό­σο σκλη­ρά;» ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Ὄ­χι, αὐ­τό πού ἔ­γι­νε ἦ­ταν κά­τι πο­λύ-πο­λύ ἐ­ξαιρε­τι­κό.» «Για­τί ἐ­κεῖ­νος αὐ­το­κτό­νη­σε, Μπα­μ­πά;» «Δέν ξέ­ρω, Νίκ. Μᾶλ­λον, δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ἀν­τέ­ξει.»

       «Αὐ­το­κτο­νοῦν πολ­λοί ἄν­τρες, Μπαμ­πά;» «Ὄ­χι πά­ρα πολ­λοί, Νίκ», «Πολ­λές γυ­ναῖ­κες;» «Πο­λύ σπά­νια», «Πο­τέ;» «Ἄ, με­ρι­κές φο­ρές, ναί.»

       «Μπαμ­πά;» «Ναί.» «Ποῦ πῆ­γε ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ;» «Θά γυ­ρί­σει μιά χα­ρά.» «Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά πε­θαί­νεις Μπαμ­πά;» «Ὄ­χι, νο­μί­ζω εἶ­ναι πο­λύ εὔ­κο­λο, Νίκ. Πάν­τα ἐ­ξαρ­τᾶ­ται.» K­ά­θον­ταν στήν βάρ­κα, ὁ Νίκ στήν πλώ­ρη, ὁ πα­τέ­ρας στά κου­πιά. Ὁ ἥ­λιος ἀ­νέ­βαι­νε πά­νω ἀ­πό τούς λό­φους. Μιά πέρ­κα ἀ­να­πή­δη­σε, φτι­ά­χνον­τας κύ­κλο στό νε­ρό. Ὁ Νίκ ἔ­σερ­νε τό χέ­ρι του στό νε­ρό. Τό ἔ­νι­ω­θε θερ­μό στήν τσου­χτε­ρή ψύ­χρα τοῦ πρω­ϊ­νοῦ. N­ω­ρίς τό πρω­ΐ στή λί­μνη κα­θι­σμέ­νος στήν πλώ­ρη τῆς βάρ­κας μέ τόν πα­τέ­ρα του νά κω­πη­λα­τεῖ, ἔ­νι­ω­θε ὁ­λό­τε­λα σί­γου­ρος πώς δέν θά πέ­θαι­νε πο­τέ.



Πη­γή: Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στό πε­ρι­ο­δι­κό Trans­atlan­tic Re­view τοῦ Ford Ma­dox Ford στό Πα­ρί­σι τό 1924. Βλ. έ­δῶ:

https://ia800306.us.archive.org/31/items/IndianCampErnestHemingway_661/IndianCampByErnestHemingway.pdf

Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρνεστ Χέ­μινγου­αίη ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅ­σο καί στόν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρωτή­ματα σέ ἀ­νάλγη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να 1: Ἡ πα­ρά­γκα τῶν κυ­νη­γῶν στὰ ὄ­ρη Ἀ­ντι­ρο­ντάκ. Λι­θο­γρα­φία ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­νη μὲ τὸ χέ­ρι, 1861, πα­ρα­γω­γὴ τῆς νε­ο­ϋ­ρκέ­ζι­κης Ἑ­ται­ρεί­ας Χα­ρα­κτι­κῆς Cur­rier & I­ves (1837-1907).

Εἰ­κό­να 2: Ὁ Χέ­μιν­γουα­ίη τό 1923. Φω­το­γρα­φί­α δι­α­βα­τη­ρί­ου.

Ἀν­τρέ­α Με­χί­α (Andrea Mejía): Ἦ­ταν αὐ­τή ἡ μι­κρή ἱ­στο­ρί­α ἡ πιό λυ­πη­τε­ρή δι­ή­γη­ση τοῦ κό­σμου ἤ σκέ­τη ἀ­πά­τη;



Ἀν­τρέ­α Με­χί­α (Andrea Mejía[Ernest Hemingway, Ἀφιέρωμα 2/6]


Ἦ­ταν αὐ­τή ἡ μι­κρή ἱ­στο­ρί­α

ἡ πιό λυ­πη­τε­ρή δι­ή­γη­ση τοῦ κό­σμου

ἤ σκέ­τη ἀ­πά­τη;

 

ΝΑΣ ἀ­πό τούς χρυ­σούς κα­νό­νες τῆς συγ­γρα­φῆς μι­κρῶν ἱ­στο­ρι­ῶν εἶ­ναι αὐ­τός πού δι­α­τύ­πω­σε ὁ Edgar Allan Poe ὅ­πως ἐμ­φα­νί­ζε­ται στήν ἀ­νά­λυ­σή του γιά τό Κο­ρά­κι. Εἶ­ναι ὁ κα­νό­νας τοῦ «σὲ μιὰ μόνο ἀνάγνωση [in one sitting]». Σύμ­φω­να μ’ αὐ­τόν, τό λο­γο­τε­χνι­κό ἔρ­γο πού μπο­ρεῖ νά δι­α­βα­στεῖ μο­νο­κο­πα­νιᾶς δι­α­τη­ρεῖ τήν ἀ­με­σό­τη­τα τῆς ζω­η­ρῆς του ἐ­ντύ­πω­σης [effect]. Ἀν­τι­θέ­τως, ἄν ὁ ἀ­να­γνώ­στης στα­μα­τᾶ τήν ἀ­νά­γνω­ση γιά νά κά­νει ἕ­να δι­ά­λειμ­μα, ἡ ἰ­σχυ­ρή ἐντύ­πω­σή της χά­νε­ται ἐ­πει­δή ὑ­πει­σέρ­χον­ται «οἱ ὑ­πο­θέ­σεις τοῦ κό­σμου», μέ ἄλ­λα λό­για ἡ δι­ά­σπα­ση πού προ­κα­λεῖ ἡ πραγ­μα­τι­κή ζω­ή. Νά για­τί ἡ ἰ­δα­νι­κή μι­κρή ἱ­στο­ρί­α πρέ­πει νά εἶ­ναι ἁ­πλῆ κι ὡ­στό­σο συ­ναρ­πα­στι­κή.

       Δε­κα­ε­τί­ες με­τά τήν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ δι­α­τυ­πω­μέ­νου ἀ­πό τόν Poe κα­νό­να ὁ Εrnest Hemingway προ­φα­νῶς ἐν­στερ­νι­ζό­με­νος τήν συμ­βου­λή μέ ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κό τρό­πο, δη­μι­ούρ­γη­σε μι­κρές ἱ­στο­ρί­ες σέ μιά ντόμ­πρα γλώ­σα, ἔ­τσι πού ὥς τά σή­με­ρα νά προκαλοῦν ἰ­σχυ­ρή ἐντύπωση σέ χι­λιά­δες ἀ­να­γνῶ­στες ὅ­λου τοῦ κό­σμου. Πι­θα­νόν τό πιό σπου­δαῖ­ο πα­ρά­δειγ­μα τῶν δε­ξι­ο­τή­των του βρί­σκε­ται στήν πλέ­ον σύν­το­μη ἱ­στο­ρί­α, πού θά μπο­ροῦ­σε νά θε­ω­ρη­θεῖ καί ἡ πιό τρα­γι­κή πού ἔ­γρα­ψε πο­τέ:

Πρὸς πώ­λη­ση: βρε­φι­κὰ πα­πού­τσια ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρε­τα

       Νά ὅ­μως πῶς ἔ­χει τό πράγ­μα· εἶ­ναι ἡ πιό σύν­το­μη μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κή γρα­φή πού ἀ­πο­δί­δε­ται στόν Ηemingway. Καί τό κα­λυ­τε­ρό­τε­ρο του­ίτ τοῦ κό­σμου, δέ θά μπο­ροῦ­σε νά πλη­σιά­σει τόν τρό­πο πού τό κεί­με­νο τοῦ He­ming­way κα­τα­φέρ­νει νά δι­η­γη­θεῖ μιάν ὁ­λό­κλη­ρη ἱ­στο­ρί­α μέ­σα σέ τό­σο λί­γες λέ­ξεις. Ἐ­να­πό­κει­ται στόν ἀ­να­γνώ­στη νά συμ­πλη­ρώ­σει τά κε­νά τῆς πλο­κῆς: τί βρί­σκε­ται πί­σω ἀ­π’­ αὐ­τήν τήν ἀγ­γε­λί­α; Γιά ποι­ό λό­γο πο­τέ δέν φο­ρέ­θη­καν τά πα­πού­τσια; Πα­ρά πού δέν ὑ­πάρ­χει ἀ­πάν­τη­ση, ἡ τρα­γω­δί­α εἶ­ναι πα­ρού­σα(1). Ὡ­στό­σο, τό μυ­στή­ριο πού πε­ρι­βάλ­λει τήν ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι τό­σο ἐν­δι­α­φέ­ρον ὅ­σο καί ἡ τεκ­μη­ρι­ω­μέ­νη πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τήν γρα­φή τοῦ κει­μέ­νου, αὐ­τή πού συ­νε­τέ­λε­σε στήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ μύ­θου γύ­ρω ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α.

       Λέ­γε­ται ὅ­τι τό κεί­με­νο γρά­φτη­κε κά­που στά 1920 στό ξε­νο­δο­χεῖ­ο Algonquin τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ὅ­που ὁ He­ming­way καί ἄλ­λοι συγ­γρα­φεῖς στοι­χη­μά­τι­σαν δέ­κα δολ­λά­ρια γιά τό ποι­ός τους θά μπο­ροῦ­σε νά γρά­ψει τήν πιό σύν­το­μη ἀλ­λά καί πιό συ­ναρ­πα­στι­κή ἱ­στο­ρί­α. Σύμ­φω­να μέ τά λε­γό­με­να, ὁ H. ἀ­φοῦ τήν ἔ­γρα­ψε σέ μιά χαρ­το­πε­τσέ­τα, ἄ­φη­σε τούς ἄλ­λους νά τήν δι­α­βά­σουν κα­θώς μά­ζευ­ε τά χρή­μα­τα πού εἶ­χε κερ­δί­σει. Ἄν τό πράγ­μα ἀ­λη­θεύ­ει, δέν εἶ­ναι νά ἀ­πο­ρεῖ κα­νείς μέ αὐ­τό πού σκέ­πτον­ται πολ­λοί, πώς εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο πα­ρά­δειγ­μα τῆς ἰ­δι­ο­φυΐ­ας τοῦ Ηemingway.

       Ἐν­τού­τοις, ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­χνά, ἡ ἀ­λή­θεια πί­σω ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α ἐ­ξά­πτει τήν φαν­τα­σί­α λι­γό­τε­ρο, ὄν­τας πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀμ­φι­λε­γό­με­νη. Πρῶ­τον, πα­ρά πού ἀ­λη­θεύ­ει πώς ἡ σύ­να­ξη ἑ­νός κύ­κλου δι­α­νο­ουμέ­νων ὄν­τως πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε στό Algonquin, δέν ὑ­πάρ­χουν ἐ­πί­ση­μες κα­τα­γρα­φές ἤ μαρ­τυ­ρί­ες γιά τό στοί­χη­μα στό ὁ­ποῖ­ο λέ­γε­ται πώς συμ­με­τεῖ­χε ὁ He­ming­way, καί οἱ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες μαρ­τυ­ρί­ες ἐκ­φρά­ζουν δι­α­φο­ρε­τι­κές ἐκ­δο­χές. Ἐ­πι­πλέ­ον ὑ­πάρ­χουν δυ­ό πι­θα­νές πη­γές πα­ρό­μοι­ας δο­μῆς καί πε­ρι­ε­χο­μέ­νου μέ αὐ­τό τοῦ κει­μέ­νου, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἐμ­φα­νί­στη­καν πρίν ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α. Ἡ πρώ­τη προ­έρ­χε­ται ἀ­πό ἕ­να δο­κί­μιο τοῦ Wil­liam R. Cane στά 1917, ὅ­που γρά­φει γιά τά «Μι­κρά Πα­πού­τσια, πού Πο­τέ δέν Φο­ρέ­θη­καν»· ἔ­ξο­χος τί­τλος γιά τήν ἱ­στο­ρί­α μιᾶς γυ­ναί­κας πού ἔ­χα­σε τό παι­δί της. Ἡ ἄλ­λη μπο­ρεῖ νά ἰ­χνη­λα­τη­θεῖ πί­σω σέ μιάν ἀγ­γε­λί­α ἐ­φη­με­ρί­δας στά 1906 πού ἔ­λε­γε: «Πρός πώ­λη­ση παι­δι­κό καρ­ρό­τσι, ἀ­χρη­σι­μο­ποί­η­το παν­τε­λῶς. Ἀ­πευ­θυν­θεῖ­τε στό τά­δε γρα­φεῖο.»

       Δι­α­βά­ζον­τας αὐ­τές τίς δύ­ο πη­γές, ἡ ἱ­στο­ρί­α σα­φῶς χά­νει τήν μα­γεία της. Ὡ­στό­σο, τό πραγ­μα­τι­κό θέ­μα ἔγ­κει­ται στό γε­γο­νός πώς ὁ He­ming­way δη­μο­σι­ο­γρα­φοῦ­σε γιά πολ­λά χρό­νια, ὥ­στε ἦ­ταν ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νος μέ αὐ­τό τόν τύ­πο ἀγ­γε­λι­ῶν καί αὐ­τό τό ὕ­φος γρα­φῆς. Ἔ­τσι πολ­λοί λό­γιοι ἔ­φτα­σαν ν’ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται γιά τό κα­τά πό­σο αὐ­τή ἡ μι­κρή ἱ­στο­ρί­α θά μπο­ροῦ­σε νά θε­ω­ρη­θεῖ λο­γο­πλο­κή ἤ ἄν αὐ­τό τό ψῆγ­μα ἔ­χει κα­μιά λο­γο­τε­χνι­κή ἀ­ξί­α. Τί κά­νει τό κει­με­νά­κι τοῦ He­ming­way λο­γο­τε­χνι­κό ἀ­ρι­στούρ­γη­μα κι ὄ­χι ἁ­πλῶς μιά σύν­το­μη ἀγ­γε­λί­α; Ποι­ό εἶ­ναι τό ὅ­ριο ἀ­νά­με­σα στήν ἄν­τλη­ση ἔμ­πνευ­σης ἀ­πό τήν ἀν­τι­γρα­φή ἑ­νός κει­μέ­νου; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση σ’ αὐ­τές τίς ἐ­ρω­τή­σεις, ἄν καί ὑ­πο­κει­με­νι­κή, σχε­τί­ζε­ται μέ τήν δη­μι­ουρ­γί­α τοῦ μύ­θου πί­σω ἀ­πό τήν ἱ­στο­ρί­α.

       Ἀ­κό­μη κι ἄν δέν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἀ­ξι­ό­πι­στη πλη­ρο­φο­ρί­α γιά τήν προ­έ­λευ­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἡ δι­ά­δο­σή της μα­ζί μέ τόν μύ­θο ἔ­χουν κά­τι κοι­νό: ὁ Peter Miller, ἀ­τζέν­της λο­γο­τε­χνί­ας εἶ­ναι αὐ­τός πού κα­τέ­γρα­ψε τήν ἱ­στο­ρί­α στό βι­βλί­ο του: Get Published! Get Produced!: A Literary Agent’s Tips on How to Sell Your Writing [ύ­πω­σε! Μπές στήν Πα­ρα­γω­γή!: O­ἱ Συμ­βου­λές ἑ­νό­ς Ά­τζέν­τη Λο­γο­τε­χνί­ας γιά τό Πῶς νά Γί­νουν τά Γρα­φτά σου Εὐ­πώ­λη­τα.] <1991>. Γιά τήν εἰ­ρω­νεί­α τοῦ πράγ­μα­τος, ὁ Miller ἔ­γι­νε τό ζων­τα­νό πα­ρά­δειγ­μα ὅ­σων λέ­ει ὁ τί­τλος του· κα­τά­φε­ρε νά που­λή­σει τού­τη τήν ἱ­στο­ρί­α γιά τό πιό μι­κρό μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Hemingway σέ παγ­κό­σμιο ἀ­να­γνω­στι­κό κοι­νό, δί­χως στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα νά ἔ­χει πη­γές ἤ ἀ­πο­δεί­ξεις πώς εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νή. Ποι­ός συγ­γρα­φέ­ας δέν θά ἤ­θε­λε νά ἔ­χει ἀ­τζέν­τη κά­ποι­ον σάν τόν Miller ;

       Αὐ­τές εἶ­ναι οἱ ἀ­παν­τή­σεις στό ἐ­ρώ­τη­μα πε­ρί λο­γο­κλο­πῆς καί τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ He­ming­way. Ἄν ὁ μύ­θος δέν εἶ­χε ὑ­πάρ­ξει, τό­τε παύ­ει νά ὑ­πάρ­χει καί λό­γος νά κα­τη­γο­ρεῖ­ται, σω­στά; Πα­ρά ταῦ­τα, μᾶς κά­νει νά σκε­φτό­μα­στε γύ­ρω ἀ­πό τό τί θε­ω­ροῦ­με λο­γο­τε­χνί­α. Για­τί τε­λι­κά, τό κεί­με­νο, ἀ­νε­ξαρ­τή­τως τοῦ ποι­ός τό ἔ­γρα­ψε, διαθέτει τήν ἰσχυρή ἐ­ντύ­πω­­ση πού ὁ Poe κα­θό­ρι­σε ὡς χρυ­σό κα­νό­να γιά τίς μι­κρές ἱ­στο­ρί­ες, καί ἐ­πί­σης δι­α­θέ­τει τήν ἱ­κα­νό­τη­τα νά τρέ­φει τήν ἀ­νάγ­κη μας νά συμ­πλη­ρώ­νουμε τά κε­νά στίς μυ­στη­ρι­ώ­δεις ἱ­στο­ρί­ες. Τε­λι­κά, μπο­ρεῖ αὐ­τή ἡ ἱ­στο­ρί­α νά μᾶς δεί­χνει πώς δέν ὑ­πάρ­χει πραγ­μα­τι­κός δι­α­χω­ρι­σμός ἀ­νά­με­σα στήν λο­γο­τε­χνί­α καί τίς κα­λύ­τε­ρες ἀγ­γε­λί­ες πού ἔ­χου­με δεῖ δη­μο­σι­ευ­μέ­νες, κι ἄν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος, οὔ­τε ἀ­με­τα­κί­νη­τος εἶ­ναι οὔ­τε ὁ­ρι­στι­κός. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πη­γή ἔμ­πνευ­σης κά­ποι­ου λο­γο­τε­χνι­κοῦ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τος θά μπο­ροῦ­σε νά βρί­σκε­ται ἀ­κρι­βῶς μπρο­στά στά μά­τια μας, χω­ρίς κάν νά τό γνω­ρί­ζου­με.

 

(1) Μιά τε­λεί­ως δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­νά­γνω­ση τῆς ἱ­­στο­ρί­ας πρός τήν ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση, μπο­ρεῖ νά δι­α­βά­σει κα­νείς στό πε­ζό τῆς Ἡ­ρῶς Νι­κο­πού­λου «Τὰ δῶ­ρα». [Σ.τ.Ἐ.]

Μιά πο­λύ ση­μαν­τι­κή ἔ­ρευ­να γιά τήν ἀ­λή­θεια τῆς ἱ­στο­ρί­ας, μπο­ρεῖ κα­νείς νά δι­α­βά­σει στήν ἱ­στο­σε­λί­δα Quo­te In­ve­sti­ga­tor:

https://quoteinvestigator.com/2013/01/28/baby-shoes/

(ἐδῶ με­τα­φρα­σμέ­νη στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸν Γιῶρ­γο Θε­ο­χά­ρη:

https://dimartblog.com/2015/05/31/for-sale-baby-shoes-never-worn/)

[Σ.τ.Ἐ.]

* * *

Ὁ Χέμινγουαίη καὶ ἡ παρέα του

στὸ CAFE du DOME, Παρίσι.

Ἔργο τοῦ ζωγράφου Fernando Vicente Sánchez (γ. Μαδρίτη, 1963)

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: Culturacolectiva.com, στὶς 26.10.2017:

https://culturacolectiva.com/books/ernest-hemingway-short-story

Ἀν­τρέ­α Με­χί­α (Andrea Mejía): Με­ξι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, με­τα­φρά­στρια καί φοι­τή­τρια MSc Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς στό Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου. Πτυ­χι­οῦ­χος Ἀγ­γλι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας μέ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στή με­τά­φρα­ση ἀ­πό τό Ἐ­θνι­κό Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Με­ξι­κοῦ (UNAM). Ἡ δι­α­τρι­βή της ἐ­πι­κεν­τρώ­θη­κε στόν ρό­λο τῶν γυ­ναι­κῶν ὡς «ὀρ­γα­νι­κῶν καλ­λι­τε­χνῶν» στά δι­η­γή­μα­τα τῆς Anaïs Nin. Ἔ­χει εἰ­δι­κευ­τεῖ στή συγ­γρα­φή καί τήν ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α γιά ψη­φια­κά μέ­σα, ὅ­πως τό Cultura Colectiva καί τό Google Arts & Culture.

Βλ.: https://blogs.ed.ac.uk/digitalhumanities2020/authors/

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρω­τή­μα­τα σέ ἀ­νάλ­γη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰκόνα 1: Ὑπερηχογράφημα ἐμβρύου. Εἰκαστικὸ ἔργο τῆς Laura Steerman. Ἱστοσελίδα: Quaintbaby. Ultrasound Art.

Εἰ­κό­να2: Ἔργο τοῦ ζωγράφου Fernando Vicente Sánchez (γ. Μαδρίτη, 1963).

Ἔρνεστ Χέμνιγουέϊ (Ernest Hemingway): Ἕνα καθαρό, καλὰ φωτισμένο μέρος

Hemingway,Ernst-EnaKatharo,KalaFotismenoMeros-Eikona-02


Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ  (Ernest Hemingway)


Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο μέ­ρος

(A clean, well-lighted place)


03-HttaΤΑΝ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ κι ὅ­λοι εἶ­χαν φύ­γει ἀ­π’ τὸ κα­φέ, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ποὺ κα­θό­ταν στὴ σκιὰ ποὺ ἔ­ρι­χναν τὰ φύλ­λα τοῦ δέν­τρου κά­τω ἀ­π’ τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς. Τὴ μέ­ρα ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ση­κω­νό­ταν κουρ­νια­χτός, ἀλ­λὰ τὴ νύ­χτα ἡ δρο­σιὰ ἔ­κα­νε τὸ χῶ­μα νὰ κα­τα­κά­θε­ται, καὶ στὸν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ἄ­ρε­σε νὰ κά­θε­ται ὣς ἀρ­γά, για­τὶ ἦ­ταν κου­φὸς καὶ τώ­ρα τὴ νύ­χτα ἦ­ταν ἥ­συ­χα κι ἔ­νι­ω­θε τὴ δι­α­φο­ρά. Μέ­σα στὸ κα­φέ, οἱ δύ­ο σερ­βι­τό­ροι ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἦ­ταν λι­γά­κι με­θυ­σμέ­νος, καὶ πα­ρό­λο ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς πε­λά­της ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἂν με­θοῦ­σε πο­λὺ θά ’­φευ­γε χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­σει, ὁ­πό­τε τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

          «Πρὶν μιὰ βδο­μά­δα προ­σπά­θη­σε ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει» εἶ­πε ὁ ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος.

          «Για­τί;»

          «Ἦ­ταν ἀ­πελ­πι­σμέ­νος.»

          «Γιὰ ποι­ὸ λό­γο;»

          «Γιὰ τί­πο­τα»

          «Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι ἦ­ταν γιὰ τί­πο­τα;»

          «Ἔ­χει πολ­λὰ λε­φτά.»

        Κά­θον­ταν μα­ζὶ σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι δί­πλα στὸν τοῖ­χο, κον­τὰ στὴν πόρ­τα τοῦ κα­φέ, καὶ κοί­τα­ζαν τὴ βε­ράν­τα, ὅ­που ὅ­λα τὰ τρα­πέ­ζια ἦ­ταν ἄ­δεια ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο κα­θό­ταν ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, στὴ σκιὰ τῶν φύλ­λων τοῦ δέν­τρου ποὺ σεί­ον­ταν ἁ­πα­λὰ στὸν ἄ­νε­μο. Ἕ­να κο­ρί­τσι κι ἕ­νας στρα­τι­ώ­της δι­έ­σχι­σαν τὸ δρό­μο. Τὸ φα­νά­ρι τοῦ δρό­μου ἄ­στρα­ψε στὸ με­ταλ­λι­κὸ ἀ­ριθ­μὸ τοῦ για­κά του. Τὸ κο­ρί­τσι εἶ­χε τὸ κε­φά­λι του ἀ­κά­λυ­πτο κι ἔ­τρε­χε πλά­ι του.

          «Ἡ φρου­ρὰ θὰ τὸν μα­ζέ­ψει» εἶ­πε ὁ ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος.

          «Τί πει­ρά­ζει ἂν πά­ρει αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει;»

          «Κα­λύ­τε­ρα νὰ φύ­γει ἀ­π’ τὸ δρό­μο ἀ­μέ­σως. Ἡ φρου­ρὰ θὰ τὸν πιά­σει. Πέ­ρα­σαν πρὶν πέν­τε λε­πτά.»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ποὺ κα­θό­ταν στὴ σκιὰ ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ ἐ­πί­μο­να τὸ πι­α­τά­κι του μὲ τὸ πο­τή­ρι του. Ὁ νε­α­ρό­τε­ρος σερ­βι­τό­ρος πῆ­γε ὣς ἐ­κεῖ.

          «Τί θέ­λεις;»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τὸν κοί­τα­ξε. «Ἄλ­λο ἕ­να μπράν­τι» εἶ­πε.

          «Εἶ­σαι με­θυ­σμέ­νος» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος. Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τὸν κοί­τα­ξε. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε.

          «Θὰ μεί­νει ὅ­λη νύ­χτα» εἶ­πε στὸ συ­νά­δελ­φό του. «Νυ­στά­ζω. Πο­τὲ δὲν ξα­πλώ­νω γιὰ ὕ­πνο πρὶν τὶς τρεῖς. Κα­λύ­τε­ρα νά ’­χε αὐ­το­κτο­νή­σει τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα.»

          Ὁ σερ­βι­τό­ρος πῆ­ρε τὸ μπου­κά­λι τοῦ μπράν­τι κι ἄλ­λο ἕ­να πι­α­τά­κι ἀπ’ τὸ τα­μεῖ­ο στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ κα­φὲ καὶ πῆ­γε στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νου. Ἄ­φη­σε τὸ πι­α­τά­κι καὶ γέ­μι­σε τὸ πο­τή­ρι μὲ μπράν­τι μέ­χρι πά­νω.

          «Κα­λύ­τε­ρα νά ’­χες αὐ­το­κτο­νή­σει τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα» εἶ­πε στὸν κου­φό. Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἔ­νευ­σε μὲ τὸ δά­χτυ­λό του. «Λί­γο ἀ­κό­μα» εἶ­πε. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­ρι­ξε κι ἄλ­λο μπράν­τι, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ πο­τή­ρι νὰ ξε­χει­λί­σει καὶ νὰ στά­ξει ὣς κά­τω, ὣς τὸ πι­α­τά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς στοί­βας. «Εὐ­χα­ρι­στῶ» εἶ­πε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος. Ὁ σερ­βι­τό­ρος πῆ­ρε τὸ μπου­κά­λι καὶ γύ­ρι­σε στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ κα­φέ. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τὸ συ­νά­δελ­φό του.

          «Μέ­θυ­σε» εἶ­πε.

          «Κά­θε βρά­δυ με­θά­ει.»

          «Για­τί ἤ­θε­λε ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει;»

          «Ποῦ νὰ ξέ­ρω.»

          «Πῶς τό ’­κα­νε;»

          «Κρε­μά­στη­κε μὲ σχοι­νί.»

          «Ποιός τοῦ τό ’­κο­ψε;»

          «Ἡ ἀ­νι­ψιά του.»

          «Για­τί τό ’­κα­ναν;»

          «Ἀ­πὸ φό­βο γιὰ τὴν ψυ­χή του.»

          «Πό­σα λε­φτὰ ἔ­χει;»

          «Πολ­λά.»

          «Πρέ­πει νά ’­ναι ὀ­γδόν­τα χρο­νῶν.»

          «Τέ­λος πάν­των, θά ’­λε­γα ὅ­τι εἶ­ναι ὀ­γδόν­τα χρο­νῶν.»

          «Μα­κά­ρι νὰ πή­γαι­νε σπί­τι του. Δὲν πέ­φτω πο­τὲ γιὰ ὕ­πνο πρὶν τὶς τρεῖς. Τί ὥ­ρα εἶν’ αὐ­τὴ γιὰ νὰ κοι­μη­θεῖς;»

          «Μέ­νει ξά­γρυ­πνος για­τὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει.»

          «Εἶ­ναι μό­νος του. Ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι μό­νος μου. Ἔ­χω γυ­ναί­κα ποὺ μὲ πε­ρι­μέ­νει στὸ κρε­βά­τι.»

          «Κι αὐ­τὸς εἶ­χε κά­πο­τε γυ­ναί­κα.»

          «Δὲ θὰ τοῦ χρη­σί­μευ­ε σὲ τί­πο­τα πιά.»

          «Αὐ­τὸ δὲν τὸ ξέ­ρεις. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν σὲ κα­λύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση ἂν εἶ­χε γυ­ναί­κα.»

          «Τὸν φρον­τί­ζει ἡ ἀ­νι­ψιά του. Ἐ­σὺ εἶ­πες ὅ­τι τοῦ ’­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ.»

          «Τὸ ξέ­ρω.»

          «Δὲ θέ­λω νὰ γε­ρά­σω τό­σο. Ἕ­νας γέ­ρος εἶ­ναι βρώ­μι­κο πράγ­μα.»

          «Ὄ­χι πάν­τα. Αὐ­τὸς ὁ γέ­ρος εἶ­ναι κα­θα­ρός. Πί­νει χω­ρὶς νὰ χύ­νει τὸ πο­τή­ρι. Ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι, με­θυ­σμέ­νος. Κοί­τα τον.»

          «Δὲ θέ­λω νὰ τὸν κοι­τά­ξω. Μα­κά­ρι νὰ πή­γαι­νε σπί­τι του. Δὲ σέ­βε­ται αὐ­τοὺς ποὺ δου­λεύ­ουν.»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος κοί­τα­ξε πί­σω ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι του τὸ χῶ­ρο τῆς πλα­τεί­ας, ὕ­στε­ρα τοὺς σερ­βι­τό­ρους.

          «Ἄλ­λο ἕ­να μπράν­τι» εἶ­πε κι ἔ­δει­ξε τὸ πο­τή­ρι του. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ βι­α­ζό­ταν πῆ­γε μέ­χρι ἐ­κεῖ.

          «Τέ­λος» εἶ­πε μι­λών­τας κο­φτά, ἐλ­λει­πτι­κά, ὅ­πως κά­θε ἠ­λί­θιος ὅ­ταν μι­λᾶ σὲ με­θυ­σμέ­νους ἢ ἀλ­λο­δα­πούς. «Ὄ­χι ἄλ­λο ἀ­πό­ψε. Κλεί­σα­με.»

          «Ἄλ­λο ἕ­να» εἶ­πε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος.

          «Ὄ­χι. Τέ­λος.» Ὁ σερ­βι­τό­ρος σκού­πι­σε τὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μὲ μιὰ πε­τσέ­τα καὶ κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι του.

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ση­κώ­θη­κε, μέ­τρη­σε ἀρ­γὰ τὰ πι­α­τά­κια, ἔ­βγα­λε ἕ­να μι­κρὸ δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του καὶ πλή­ρω­σε τὰ πο­τά, ἀ­φή­νον­τας μι­σὴ πε­σέ­τα γιὰ φι­λο­δώ­ρη­μα. Ὁ σερ­βι­τό­ρος τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὸ βλέμ­μα του κα­θὼς ἔ­παιρ­νε τὸ δρό­μο κι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν – ἕ­νας πο­λὺ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἄν­δρας ποὺ περ­πα­τοῦ­σε χω­ρὶς ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀλ­λὰ μὲ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια.

          «Για­τί δὲν τὸν ἄ­φη­σες νὰ μεί­νει καὶ νὰ πι­εῖ;» ρώ­τη­σε ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ δὲ βι­α­ζό­ταν. Ἔ­κλει­ναν τὰ ρο­λά. «Οὔ­τε δυ­ό­μι­σι δὲν πῆ­γε.»

          «Θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι νὰ κοι­μη­θῶ.»

          «Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει μιὰ ὥ­ρα;»

          «Με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α ἔ­χει γιὰ μέ­να πα­ρὰ γι’ αὐ­τόν.»

          «Μιὰ ὥ­ρα εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.»

          «Μι­λᾶς σὰν νά ’­σαι κι ἐ­σὺ γέ­ρος. Μπο­ρεῖ ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μπου­κά­λι καὶ νὰ πι­εῖ στὸ σπί­τι του.»

          «Δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.»

          «Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι» συμ­φώ­νη­σε ὁ παν­τρε­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ἄ­δι­κος. Ἁ­πλῶς βι­α­ζό­ταν.

          «Κι ἐ­σύ; Δὲ φο­βᾶ­σαι νὰ γυ­ρί­σεις σπί­τι πρὶν τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὥ­ρα;»

          «Προ­σπα­θεῖς νὰ μὲ προ­σβά­λεις;»

          «Ὄ­χι, hombre, ἁ­πλῶς ἀ­στει­εύ­ο­μαι.»

          «Ὄ­χι» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ βι­α­ζό­ταν, κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­φοῦ κα­τέ­βα­σε τὰ με­ταλ­λι­κὰ ρο­λά. «Ἔ­χω αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Εἶ­μαι γε­μά­τος αὐ­το­πε­ποί­θη­ση.»

          «Ἔ­χεις νιά­τα, αὐ­το­πε­ποί­θη­ση καὶ δου­λειὰ» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. «Τὰ ἔ­χεις ὅ­λα.»

          «Κι ἐ­σέ­να τί σοῦ λεί­πει;»

          «Τὰ πάν­τα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δου­λειά.»

          «Ἔ­χεις ὅ,τι κι ἐ­γώ.»

          «Ὄ­χι. Πο­τὲ δὲν εἶ­χα αὐ­το­πε­ποί­θη­ση καὶ δὲν εἶ­μαι νέ­ος.»

          «Ἔ­λα τώ­ρα. Στα­μά­τα νὰ λὲς ἀ­νο­η­σί­ες καὶ κλεί­δω­σε.»

          «Εἶ­μαι ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ τοὺς ἀ­ρέ­σει νὰ μέ­νουν ὣς ἀρ­γὰ στὰ κα­φέ» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. «Μ’ ὅ­λους ὅ­σοι δὲ θέ­λουν νὰ πᾶ­νε γιὰ ὕ­πνο. Μ’ ὅ­λους ὅ­σοι χρει­ά­ζον­ται ἕ­να φῶς μέ­σα στὴ νύ­χτα.»

          «Ἐ­γὼ θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι καὶ νὰ κοι­μη­θῶ.»

          «Εἴ­μα­στε δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πε­ρι­πτώ­σεις» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. Ἦ­ταν πιὰ ντυ­μέ­νος, ἕ­τοι­μος νὰ πά­ει στὸ σπί­τι του. «Δὲν εἶ­ναι μό­νο ζή­τη­μα νι­ό­της καὶ αὐ­το­πε­ποί­θη­σης, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φα. Κά­θε βρά­δυ δι­στά­ζω νὰ κλεί­σω για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ποὺ ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὸ κα­φέ.»

          «Hombre, ὑ­πάρ­χουν bodegas ποὺ μέ­νουν ἀ­νοι­χτὲς ὅ­λη νύ­χτα.»

          «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις. Αὐ­τὸ ἐ­δῶ εἶ­ν’ ἕ­να κα­θα­ρὸ κι εὐ­χά­ρι­στο κα­φέ. Εἶ­ναι κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο. Τὸ φῶς εἶ­ναι πο­λὺ κα­λὸ κι ἐ­πί­σης, τέ­τοι­α ὥ­ρα, ὑ­πάρ­χουν οἱ σκι­ὲς τῶν φύλ­λων.»

          «Κα­λη­νύ­χτα» εἶ­πε ὁ νε­ό­τε­ρος σερ­βι­τό­ρος.

          «Κα­λη­νύ­χτα» εἶ­πε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­κλει­σε τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς καὶ συ­νέ­χι­σε τὴ συ­ζή­τη­ση μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἀ­σφα­λῶς καὶ τὸ φῶς με­τροῦ­σε, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ εἶ­ναι τὸ μέ­ρος κα­θα­ρὸ κι εὐ­χά­ρι­στο. Δὲ θέ­λεις μου­σι­κή. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε δὲ θέ­λεις μου­σι­κή. Οὔ­τε καὶ μπο­ρεῖς νὰ στα­θεῖς μὲ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια μπρο­στὰ σ’ ἕ­να μπάρ, ἂν καὶ μό­νο μπὰρ προ­σφέ­ρον­ται τέ­τοι­ες ὧ­ρες. Τί φο­βό­ταν; Δὲν ἦ­ταν φό­βος ἢ τρό­μος. Ἦ­ταν ἕ­να τί­πο­τα ποὺ τὸ γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λά. Ὅ­λα ἦ­ταν ἕ­να τί­πο­τα κι ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἕ­να τί­πο­τα ἐ­πί­σης. Μό­νο αὐ­τὸ ἦ­ταν καὶ τὸ μό­νο ποὺ χρει­α­ζό­ταν ἦ­ταν φῶς καὶ μιὰ κά­ποι­α κα­θα­ρι­ό­τη­τα καὶ τά­ξη. Ὁ­ρι­σμέ­νοι ζοῦν μέ­σα του καὶ πο­τὲ δὲν τὸ ἔ­νι­ω­σαν, ὅ­μως αὐ­τὸς ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν nada y pues nada y nada y pues nada. Nada ­ἡμῶν, τὸ ἐν nada, nada τὸ ὄ­νο­μά Σου nada ἡ Βα­σι­λεί­α Σου nada τὸ θέ­λη­μά Σου nada ὡς ἐν nada καὶ ἐ­πὶ nada. Δὸς ἡ­μῖν τὸ nada τὸ ἐ­πι­ού­σιον καὶ nada ἡ­μῖν τὰ nada ἡ­μῶν ὡς καὶ ἡμεῖς nada τὰ nada ἡ­μῶν καὶ μὴ nada ἡ­μᾶς εἰς nada ἀλ­λὰ ρῦσαι ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τοῦ nada· pues nada. Χαῖ­ρε nada κε­χα­ρι­τω­μέ­νο, nada με­τά Σου. Χα­μο­γέ­λα­σε καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸ μπάρ, μπρο­στὰ ἀ­πὸ μιὰ ἀ­στρα­φτε­ρὴ κι ἀ­χνι­στὴ μη­χα­νὴ τοῦ κα­φέ.

          «Τί θὰ πά­ρε­τε;» ρώ­τη­σε ὁ μπάρ­μαν.

          «Nada.»

          «Otro loco mas» εἶ­πε ὁ μπάρ­μαν καὶ στρά­φη­κε ἀλ­λοῦ.

          «Ἕ­να πο­τη­ρά­κι» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

          Ὁ μπάρ­μαν τὸν σέρ­βι­ρε.

          «Τὸ φῶς λάμ­πει δυ­να­τὰ κι εὐ­χά­ρι­στα, ἀλ­λὰ τὸ μπὰρ θέ­λει γυ­ά­λι­σμα» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

          Ὁ μπάρ­μαν τὸν κοί­τα­ξε ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα γιὰ συ­ζή­τη­ση.

          «Θέ­λεις μιὰ copita ἀ­κό­μη;» ρώ­τη­σε ὁ μπάρ­μαν.

          «Ὄ­χι, εὐ­χα­ρι­στῶ» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος καὶ βγῆ­κε. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ μπὰρ καὶ οἱ bodegas. Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο κα­φὲ ἦ­ταν κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό. Τώ­ρα, χω­ρὶς νὰ σκε­φτεῖ πα­ρα­πά­νω, θὰ πή­γαι­νε σπί­τι, στὸ δω­μά­τιό του. Θὰ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι του καὶ τε­λι­κά, μὲ τὸ φῶς τῆς ἡ­μέ­ρας, θὰ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος. Ἴ­σως ἐν τέ­λει, εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό του, νὰ εἶ­ναι μό­νο ἀ­ϋ­πνί­α. Συμ­βαί­νει σὲ πολ­λούς.



Ση­μει­ώ­σεις:

Hombre: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ἡ λέ­ξη «Hombre» ση­μαί­νει «ἄν­θρω­πος» καὶ «ἄν­δρας». Ἐ­δῶ, ὡς κλη­τι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, ση­μαί­νει «φί­λε».

Bodegas: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. «Bodega» στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ εἶ­ναι τὸ οἰ­νο­ποι­εῖ­ο, τὸ κε­λά­ρι ἢ τὸ μπὰρ ὅ­που κα­τα­να­λώ­νε­ται κρα­σί. Ἐ­δῶ ἡ λέ­ξη χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α της ση­μα­σί­α.

Nada y pues nada: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ἡ φρά­ση «pues nada» χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὸν κα­θη­με­ρι­νὸ λό­γο γιὰ νὰ δη­λώ­σει ἀ­μη­χα­νί­α ἢ γιὰ νὰ ση­μά­νει τὸ τέ­λος μιᾶς συ­ζή­τη­σης. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ ὡς «αὐ­τὰ λοι­πόν». Ἡ φρά­ση «nada y pues nada» θὰ ἀ­πο­δι­δό­ταν ὡς «τί­πο­τα καὶ λοι­πὸν τί­πο­τα». Ὅ­πως γί­νε­ται εὔ­κο­λα ἀν­τι­λη­πτό, σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὁ σερ­βι­τό­ρος ἀ­παγ­γέλ­λει τὴν Κυ­ρια­κὴ Προ­σευ­χὴ καὶ τὸ Χαῖ­ρε, Μα­ρί­α ἀν­τι­κα­θι­στών­τας ὁ­ρι­σμέ­νες λέ­ξεις τῶν προ­σευ­χῶν μὲ τὴ λέ­ξη «nada».

Otro loco mas: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ση­μαί­νει «ἄλ­λος ἕ­νας τρε­λός».

Copita: ἱ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Μι­κρὸ πο­τή­ρι κρα­σιοῦ.

[Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῶν ἰ­σπα­νι­κῶν ὅ­ρων στὶς ση­μει­ώ­σεις ἔ­γι­νε μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λου καὶ τῆς Οὔρ­σου­λας Φω­σκό­λου. Ὁ με­τα­φρα­στὴς ἐκ­φρά­ζει τὶς εὐ­χα­ρι­στί­ες του.]

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: http://www.mrbauld.com/hemclean.html

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ (Ernest Hemingway, 1899 – 1961): Ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καὶ συ­νε­χί­ζει νὰ ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὶς ΗΠΑ, ὅ­σο καὶ στὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καὶ ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὰ ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιὰ ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο μέ­ρος», ποὺ πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1926, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀρ­τι­ό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τά του.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός: Ὁ Γιά­ννης Πα­λα­βὸς γεν­νή­θη­κε στὸ Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης τὸ 1980. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (Intro Books, 2007), Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν (μὲ τὸ Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο, Τό­πος, 2009) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, τὸ σε­νά­ριο τοῦ κό­μικ Τὸ Πτῶ­μα (Jemma Press, 2011), ποὺ σχε­δί­α­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου.

Ἡρὼ Νικοπούλου: Τὰ δῶρα

.

______~1..

.

Ἡρὼ Νικοπούλου

Τὰ δῶρα

.

06-Htta-426px-Halvdan_Svartes_saga-Initial-G__MuntheΠΩΛΙΝ ΦΑΪΦΕΡ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΕ μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο προ­σώ­ρας δῶ­ρο στὸ μι­κρὸ ἀ­πο­θη­κά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκά­λα. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ ξε­φύ­ση­ξε λα­χα­νι­α­σμέ­νη. Δὲν εἶ­χε ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­κό­μα ἀ­π’ ὅ­λα τὰ πε­ριτ­τὰ κι­λὰ τῆς ἐγ­κυ­μο­σύ­νης. Εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ στέλ­νει ξα­νὰ τὶς ἀν­τα­πο­κρί­σεις της στὸ Vanity Fair, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ γρα­φεῖ­α πρὶν ἀ­πο­κα­τα­στα­θεῖ ἐν­τε­λῶς ἡ σι­λου­έ­τα της. Ἴ­σι­ω­σε τὴ ρα­φὴ στὶς κάλ­τσες της καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε χα­μο­γε­λών­τας στὸ σα­λό­νι. Ὁ εὔ­θυ­μος ἦ­χος τοῦ κου­δου­νιοῦ τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας ἀ­νάγ­γελ­λε δια­ρκῶς και­νούρ­γιους ἐ­πι­σκέ­πτες. Ἡ οἰ­κια­κὴ βο­η­θὸς ἔ­τρε­χε ν’ ἀ­νοί­ξει, πα­ρα­λάμ­βα­νε κα­πέ­λα, παλ­τὰ καὶ δῶ­ρα γιὰ τὸν φρε­σκο­βα­φτι­σμέ­νο Πά­τρικ καὶ τὰ στοί­βα­ζε στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ λι­βιν­γκρούμ. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη, ὅ­ταν ἡ Πω­λὶν ξε­κί­νη­σε ν’ ἀ­νοί­γει τὰ δῶ­ρα, τὴν πε­ρί­με­νε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἔκ­πλη­ξη. Σχε­δὸν ἕ­να πα­ρὰ ἕ­να τὰ πέν­τε πρῶ­τα κου­τιὰ ἀ­πο­κά­λυ­πταν μι­κρο­σκο­πι­κὰ πα­που­τσά­κια σὲ δι­ά­φο­ρα σχέ­δια καὶ χρώ­μα­τα. Ἡ Πω­λὶν ἔ­βα­λε ἕ­να δί­σκο στὸ πι­κάπ, ἕ­να τζὶν τό­νικ μὲ πά­γο καὶ φώ­να­ξε τὸν ἄν­τρα της. Συ­νέ­χι­σαν μα­ζὶ τὸ ἄ­νοιγ­μα καὶ με­τὰ τὸ τέ­ταρ­το ζευ­γά­ρι ἄρ­χι­σαν γε­λών­τας τὰ στοι­χή­μα­τα. Στὸ τέ­λος οἱ κα­τά­πλη­κτοι γο­νεῖς μέ­τρη­σαν συ­νο­λι­κὰ δώ­δε­κα ζευ­γά­ρια πα­που­τσά­κια στὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς νού­με­ρο γιὰ τὸ βλα­στά­ρι τους, ποὺ σὰν νὰ κα­τά­λα­βε πε­ρὶ τί­νος ἐ­πρό­κει­το τοὺς πλη­σί­α­σε μπου­σου­λών­τας μὲ τα­χύ­τη­τα. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κοι­τά­χτη­καν οἱ τρεῖς τους κα­τά­μα­τα. Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἀ­κό­μα ξέ­σπα­σμα γέ­λιου μέ­χρι δα­κρύ­ων, ἡ Πω­λὶν εἶ­πε πὼς ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ τὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν ὅ­λα, για­τὶ τὰ πο­δα­ρά­κια τῶν παι­δι­ῶν με­γα­λώ­νουν πιὸ γρή­γο­ρα κι ἀ­πὸ τὰ δρο­σε­ρὰ ρα­πα­νά­κια τοῦ κή­που τους.  Τὸ πο­λὺ ποὺ θὰ χρει­α­ζό­ταν ὁ μι­κρὸς σ’ αὐ­τὸ τὸ νού­με­ρο ἦ­ταν δύo-τρί­α ζευ­γά­ρια· «καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα;…» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ξα­να­βά­ζον­τάς τα μη­χα­νι­κὰ μέ­σα στὰ κου­τιά, «ἂν ἤ­μουν του­λά­χι­στον μέ­λος σὲ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση γιὰ παι­διά, θὰ πι­ά­να­νε τό­πο», μουρ­μού­ρι­σε, «οἱ ἄ­νερ­γοι ὅ­μως τῆς λέ­σχης μας τί νὰ τὰ κά­νουν;». «Πο­λὺ ἁ­πλό» εἶ­πε ὁ ἄν­τρας της παίρ­νον­τας κά­ποι­α κου­τιὰ στὴν ἀγ­κα­λιὰ του κα­θὼς ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο, «θὰ τὰ που­λή­σου­με καὶ θὰ δώ­σου­με τὰ χρή­μα­τα στὸ σύλ­λο­γο…». Ἡ Πω­λὶν ἀ­φοῦ κρά­τη­σε στὴν ἄ­κρη τρί­α ζευ­γά­ρια ἔ­κλει­σε καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κου­τὶ φω­νά­ζον­τας, «ἐν­τά­ξει, καὶ πῶς θὰ τὸ κά­νου­με;…» «Μὲ μιὰ ἀγ­γε­λί­α στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα» ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ του ὑ­πό­κω­φη κά­τω ἀ­π’ τὴ σκά­λα. «Καὶ τί θὰ λέ­με, δη­λα­δή…» ξα­να­φώ­να­ξε, δαγ­κώ­νον­τας ἤ­δη ἕ­να μο­λύ­βι. «Ἁ­πλού­στα­το… Γρά­φεις;…» «Ἀ­κού­ω…:»

       «Γιὰ πού­λη­μα: βρεφι­κὰ πα­πού­τσια, ἐν­τε­λῶς ἀ­φό­ρε­τα.»

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 Ἡρώ Νικοπούλου: ( Ἀθήνα, 1958). Σπούδασε Ζωγραφικὴ καὶ Σκηνογραφία στὴν Ἀνω­τά­τη Σχολὴ Καλῶν Τεχνῶν τῆς Ἀθήνας. Παράλληλα γράφει ποίηση καὶ πε­ζο­γραφία. Πρῶτο της βιβλίο: «Ὁ μύθος τοῦ ὁδοιπόρου» (Ἀθήνα, ποίη­ση, 1986), τελευταῖο της βιβλίο: «Ἑλληνιστί: ὁ γρίφος» (διηγήματα, Γαβριη­λί­δης, 2013).

.

Ernest Hemingway: Ἕνα πολὺ σύντομο διήγημα

 

 

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ  (Ernest Hemingway)

 

Ἕνα πολὺ σύντομο διήγημα

(A Very Short Story)

 

ΝΑ ΠΟΛΥ ΖΕΣΤΟ ΒΡΑΔΥ στὴν Πά­δο­βα τὸν κου­βά­λη­σαν ὣς τὴ στέ­γη καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὴν πό­λη ἀ­πὸ ψη­λά. Κα­πνοὶ ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τὶς κα­μι­νά­δες στὸν οὐ­ρα­νό. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο σκο­τεί­νια­σε καὶ φά­νη­καν οἱ προ­βο­λεῖς. Οἱ ἄλ­λοι κα­τέ­βη­καν κά­τω καὶ πῆ­ραν μα­ζί τους τὰ μπου­κά­λια. Τοὺς ἄ­κου­γαν μὲ τὴ Λοὺθ στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ κά­τω. Ἡ Λοὺθ κά­θι­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἦ­ταν δρο­σε­ρὴ καὶ φρέ­σκια μέ­σα στὴν καυ­τὴ νύ­χτα.

       Ἡ Λοὺθ ἔ­κα­νε τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ βάρ­δια ἐ­πὶ τρεῖς συ­νε­χό­με­νους μῆ­νες. Οἱ ἄλ­λοι τὴν ἄ­φη­ναν μὲ χα­ρά. Ὅ­ταν τὸν ἐγ­χεί­ρη­σαν, ἐ­κεί­νη τὸν ἑ­τοί­μα­σε γιὰ τὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο· καὶ ἔ­κα­ναν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο γιὰ τὸ ὀρ­θὸν καὶ τὸ λά­θος. Πῆ­ρε τὴν ἀ­ναι­σθη­σί­α πι­έ­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ νὰ μὴν ἀρ­χί­σει νὰ φλυα­ρεῖ στὴ διά­ρκεια τῆς ζά­λης του. Μό­λις μπό­ρε­σε νὰ περ­πα­τή­σει μὲ πα­τε­ρί­τσες ἄρ­χι­σε νὰ βά­ζει ἐ­κεῖ­νος θερ­μό­με­τρο στοὺς ἄλ­λους ἀ­σθε­νεῖς, γιὰ νὰ μὴ χρει­ά­ζε­ται ἡ Λοὺθ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι. Οἱ ἀ­σθε­νεῖς ἦ­ταν λί­γοι μό­νο καὶ ὅ­λοι τὸ ἤ­ξε­ραν. Ὅ­λοι συμ­πα­θοῦ­σαν τὴ Λούθ. Κα­θὼς ἐ­πέ­στρε­φε ἀ­πὸ τὴ βόλ­τα στοὺς δι­α­δρό­μους, σκε­φτό­ταν τὴ Λοὺθ ξα­πλω­μέ­νη στὸ κρε­βά­τι του.

       Προ­τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψει στὸ μέ­τω­πο πῆ­γαν στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ προ­σευ­χή­θη­καν. Τὸ φῶς ἦ­ταν ἀ­χνὸ καὶ εἶ­χε ἡ­συ­χί­α, ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λοι ποὺ προ­σεύ­χον­ταν. Ἤ­θε­λαν νὰ παν­τρευ­τοῦν, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε χρό­νος γιὰ ἀ­ναγ­γε­λί­ες καὶ κα­νεὶς ἀ­πὸ τοὺς δυ­ὸ δὲν εἶ­χε πι­στο­ποι­η­τι­κὸ γέν­νη­σης. Ἔ­νι­ω­θαν σὰν νὰ ἦ­ταν παν­τρε­μέ­νοι, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λαν νὰ τὸ μά­θουν ὅ­λοι καὶ νὰ γί­νει ἔ­τσι, ὥ­στε νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ χα­θεῖ.

      Ἡ Λοὺθ τοῦ ἔ­γρα­ψε πολ­λὰ γράμ­μα­τα, τὰ ὁ­ποί­α δὲν πῆ­ρε πο­τὲ πα­ρὰ μό­νο ὅ­ταν ἔ­γι­νε ἐ­κε­χει­ρί­α. Ἔ­φτα­σαν δε­κα­πέν­τε ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὸ μέ­τω­πο καὶ ἐ­κεῖ­νος τὰ τα­ξι­νό­μη­σε σύμ­φω­να μὲ τὴν ἡ­με­ρο­μη­νί­α, ἐ­νῶ τὰ δι­ά­βα­σε ὅ­λα ἀ­πνευ­στί. Ὅ­λα μι­λοῦ­σαν γιὰ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο καὶ γιὰ τὸ πό­σο τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ πό­σο ἀ­δύ­να­το ἦ­ταν νὰ ζή­σει χω­ρὶς αὐ­τὸν καὶ πό­σο φρι­κτὰ τῆς ἔ­λει­πε τὴ νύ­χτα.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴν ἐ­κε­χει­ρί­α συμ­φώ­νη­σαν πὼς θὰ ἐ­πέ­στρε­φε στὴν πα­τρί­δα γιὰ νὰ βρεῖ μιὰ δου­λειά, ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ παν­τρευ­τοῦν. Ἡ Λοὺθ δὲν θὰ ἐρ­χό­ταν, ὥ­σπου νὰ ἔ­βρι­σκε ἐ­κεῖ­νος δου­λειά, γιὰ νὰ ἔρ­θει στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη νὰ τὴ βρεῖ. Συμ­φώ­νη­σαν πὼς δὲν θὰ ἔ­πι­νε, ἐ­νῶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ δεῖ τοὺς φί­λους του στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες. Θὰ ἔ­βρι­σκε μό­νο μιὰ δου­λειὰ καὶ θὰ παν­τρεύ­ον­ταν. Στὸ τρέ­νο ἀ­πὸ τὴν Πά­δο­βα στὸ Μι­λά­νο λο­γο­μά­χη­σαν λό­γω τῆς ἀ­προ­θυ­μί­ας της νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­μέ­σως πί­σω. Ὅ­ταν ἀ­ναγ­κά­στη­καν νὰ ἀ­πο­χω­ρι­στοῦν ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, σὲ ἕ­να σταθ­μὸ στὸ Μι­λά­νο, φι­λή­θη­καν, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χαν τε­λει­ώ­σει μὲ τὸν τσα­κω­μό. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­νι­ω­σε ἀ­η­δί­α ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­στοῦν κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο.

      Ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ μὲ ἕ­να πλοῖ­ο ἀ­πὸ τὴ Γέ­νο­βα. Ἡ Λοὺθ γύ­ρι­σε πί­σω στὸ Πορ­ντε­νό­νε γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει νο­σο­κο­μεῖ­ο. Ἦ­ταν μο­να­χι­κὰ καὶ βρο­χε­ρὰ ἐ­κεῖ καὶ ὑ­πῆρ­χε ἕ­να τάγ­μα τῶν Ἐ­πί­λε­κτων Εἰ­δι­κῶν Δυ­νά­με­ων στὴν πό­λη. Ζών­τας στὴ λα­σπω­μέ­νη καὶ βρο­χε­ρὴ πό­λη τὸ χει­μώ­να, ὁ ταγ­μα­τάρ­χης ἔ­κα­νε ἔ­ρω­τα στὴ Λούθ, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη δὲν εἶ­χε ξα­να­πά­ει μὲ Ἰ­τα­λούς, καὶ τε­λι­κὰ ἔ­γρα­ψε στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες πὼς ἡ δι­κή τους σχέ­ση ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς δε­σμὸς με­τα­ξὺ ἑ­νὸς ἀ­γο­ριοῦ καὶ ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ. Λυ­πό­ταν καὶ ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν πο­λὺ πι­θα­νὸ ἐ­κεῖ­νος νὰ μὴν κα­τα­λά­βαι­νε, ἀλ­λὰ ἴ­σως κά­ποι­α μέ­ρα τὴ συγ­χω­ροῦ­σε καὶ τῆς ἦ­ταν εὐ­γνώ­μων, ἐ­νῶ ἐν­τε­λῶς ἀ­να­πάν­τε­χα ἀ­να­με­νό­ταν νὰ παν­τρευ­τεῖ τὴν ἄ­νοι­ξη. Τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε ὅ­πως πάν­τα, ἀλ­λὰ συ­νει­δη­το­ποι­οῦ­σε τώ­ρα πὼς ἐ­πρό­κει­το γιὰ παι­δι­κὴ ἀ­γά­πη. Ἤλ­πι­ζε νὰ κά­νει με­γά­λη κα­ρι­έ­ρα καὶ πάν­τα πί­στευ­ε ἀ­πο­λύ­τως σ’ ἐ­κεῖ­νον. Ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρα ἔ­τσι.

      Ὁ ταγ­μα­τάρ­χης δὲν τὴν παν­τρεύ­τη­κε τὴν ἄ­νοι­ξη, οὔ­τε κα­μιὰ ἄλ­λη ἐ­πο­χή. Ἡ Λοὺθ δὲν πῆ­ρε πο­τὲ ἀ­πάν­τη­ση στὸ γράμ­μα της στὸ Σι­κά­γο, στὸ ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦ­σε γιὰ ὅ­λα αὐ­τά. Λί­γο και­ρὸ με­τὰ ἐ­κεῖ­νος κόλ­λη­σε γο­νόρ­ροι­α ἀ­πὸ μιὰ πω­λή­τρια σὲ πο­λυ­κα­τά­στη­μα, ἐ­νῶ δι­έ­σχι­ζε μὲ τα­ξὶ τὸ Λίν­κολν Πάρκ.

 

 

Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο S­u­d­d­en F­i­c­t­i­on: A­m­e­r­i­c­an S­h­o­rt-S­h­o­rt S­t­o­r­i­es, R­o­b­e­rt S­h­a­p­a­rd & J­a­m­es T­h­o­m­as, e­ds., G­i­b­bs-S­m­i­th P­u­b­l­i­s­h­er, S­a­lt L­a­ke C­i­ty, 1986. * Πρώ­τη δημοσίευση: In Our Time, 1925.

 

Ernest Hemingway (Oak Park, Illinois, 1899-Ketchum, Idaho 1961). Ἀμερικανὸς μυ­θιστοριογράφος, διηγηματογράφος καὶ δημοσιογράφος. Βραβεῖο Νόμπελ γιὰ τὴ λογοτεχνία τὸ 1954.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πε­λο­πον­νή­σου στὴν Κα­λα­μά­τα.