Λύντια Ντέιβις (Lydia Davis): Οἱ γάτες στὴν αἴθουσα ψυχαγωγίας τῆς φυλακῆς

Davis,Lydia-OiGatesStinAithousa...-Eikona-01


Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)


Οἱ γά­τες στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς

(The Cats in the Prison Recreation Hall)


01-TaphΟ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς ἦ­ταν οἱ γά­τες. Ὑ­πῆρ­χαν πε­ριτ­τώ­μα­τα παν­τοῦ. Τὰ πε­ριτ­τώ­μα­τα τῆς γά­τας προ­σπα­θοῦν νὰ κρυ­φτοῦν σὲ μιὰ γω­νιὰ καὶ μό­λις κά­ποι­ος τὰ δεῖ, μοιά­ζουν θυ­μω­μέ­να καὶ ντρο­πι­α­σμέ­να συ­νά­μα, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως νι­ώ­θει ἕ­νας ἄ­στε­γος ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ κοι­μη­θεῖ στὸ παγ­κά­κι.

        Ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε ἡ βρο­χή, οἱ γά­τες πα­ρέ­με­ναν στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς, κι ἀ­φοῦ ἔ­βρε­χε συ­χνά, ἡ αἴ­θου­σα βρό­μα­γε καὶ οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ὅ­λο γκρί­νια­ζαν. Ἡ μυ­ρω­διὰ δὲν προ­ερ­χό­ταν ἀ­πὸ τὰ πε­ριτ­τώ­μα­τα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ἴ­δια τὰ ζων­τα­νά. Ἦ­ταν μιὰ δυ­να­τή, δυ­σά­ρε­στη μυ­ρω­διά. Μιὰ ἐ­με­τι­κὴ βρό­μα.

        Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὶς δι­ώ­ξει, αὐ­τὲς τὶς γά­τες. Ὅ­πο­τε τὶς κλώ­τσα­γαν, δὲν τό ’­σκα­γαν ἀ­π’ τὴν πόρ­τα ἀλ­λὰ δι­α­σκορ­πί­ζον­ταν ἀ­ρι­στε­ρά-δε­ξιά, τρέ­χον­τας μὲ χα­μη­λω­μέ­να τὰ πό­δια τους, καὶ μὲ τὶς κοι­λι­ὲς τους σχε­δὸν νὰ ἀ­κουμ­πᾶ­νε στὸ πά­τω­μα. Πολ­λὲς ἐ­κτι­νάσ­σον­ταν τό­σο ψη­λά, κά­νον­τας σάλ­το ἀ­πὸ δο­κὸ σὲ δο­κό, καὶ τε­λι­κὰ κά­θον­ταν κά­που ψη­λά, κι ἔ­τσι οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι, ποὺ ἐν τῷ με­τα­ξὺ ἔ­παι­ζαν πίνκ-πόνκ, ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἂν καὶ δὲν ἀ­κου­γό­ταν θό­ρυ­βος ἀ­πὸ τὸ θό­λο τῆς ὀ­ρο­φῆς, κά­τι ὑ­πῆρ­χε ἐ­κεῖ.

        Κα­νεὶς δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὶς δι­ώ­ξει αὐ­τὲς τὶς γά­τες, για­τὶ μπαι­νό­βγαι­ναν στὴν αἴ­θου­σα ἀ­πὸ τρύ­πες κα­λὰ κρυμ­μέ­νες. Τὰ πα­τή­μα­τά τους ἦ­ταν ἀ­θό­ρυ­βα – μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν κά­ποι­ον μὲ πε­ρισ­σὴ ὑ­πο­μο­νή, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­ση ἔ­χει ἕ­νας ἄν­θρω­πος.

        Ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἔ­χει ἄλ­λες ἔ­γνοι­ες, ἀλ­λὰ σὲ κά­θε στιγ­μὴ τῆς ζω­ῆς της, ἡ γά­τα ἔ­χει μό­νο μί­α καὶ μο­να­δι­κή. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ τῆς δί­νει μιὰ τό­σο τέ­λεια ἰ­σορ­ρο­πί­α, καὶ γι’ αὐ­τὸ ἐ­ξάλ­λου τὸ θέ­α­μα μιᾶς μπερ­δε­μέ­νης ἢ φο­βι­σμέ­νης γά­τας μᾶς δη­μι­ουρ­γεῖ ἀ­νά­μει­κτα συ­ναι­σθή­μα­τα, ἀ­φοῦ νι­ώ­θου­με οἶ­κτο καὶ ταυ­τό­χρο­να ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ γε­λά­σου­με. Ἡ γά­τα δὲ δι­στά­ζει ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὴν πη­γὴ προ­έ­λευ­σης τοῦ φό­βου ἢ τῆς σύγ­χυ­σης, ἔ­χον­τας ὡς μό­νο βο­ή­θη­μα μιὰ δύ­σο­σμη ἀ­νά­σα ποὺ βγαί­νει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὰ πι­τσι­λω­τά της οὖ­λα.

        Ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά, οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­τοι μι­κρο­κα­κο­ποι­οί. Εἶ­χαν δι­α­πρά­ξει μι­κρο­α­δι­κή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖα δὲ θε­ω­ροῦν­ταν σο­βα­ρά, κι ἔ­τσι τοὺς συμ­πε­ρι­φέ­ρον­ταν μὲ ἐ­πι­εί­κεια.. Ὅ­μως, ἂν καὶ οἱ ἀ­σή­μαν­τοι μι­κρο­κα­κο­ποι­οὶ συ­χνὰ ἀ­ρέ­σκον­ται νὰ ὑ­πε­ρη­φα­νεύ­ον­ται γιὰ τὴν κα­λὴ κα­τά­στα­ση τῆς ὑ­γεί­ας τους, οἱ συγ­κε­κρι­μέ­νοι ἄρ­χι­σαν νὰ βγά­ζουν ἐ­ξαν­θή­μα­τα καὶ ἐκ­ζέ­μα­τα. Πί­σω ἀ­πὸ τὰ γό­να­τά τους καὶ στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ κλεί­δω­ση στὸ ὕ­ψος τοῦ ἀγ­κώ­να εἶ­χαν ἀ­φό­ρη­τους πό­νους καὶ τὸ δέρ­μα εἶ­χε ξε­φλου­δί­σει παν­τοῦ. Ἔ­γρα­φαν ἐ­πι­στο­λὲς γε­μά­τες ἀ­γα­νά­κτη­ση στὸν Κυ­βερ­νή­τη τῆς Πο­λι­τεί­ας τους, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐν­τε­λῶς συμ­πτω­μα­τι­κὰ ἦ­ταν καὶ αὐ­τὸς ἀ­σή­μαν­τος ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιά. Οἱ γά­τες, ὑ­πο­στή­ρι­ζαν, τοὺς προ­κα­λοῦ­σαν ἀ­να­φυ­λα­ξί­α.

        Ὁ Κυ­βερ­νή­της λυ­πή­θη­κε τοὺς φυ­λα­κι­σμέ­νους καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸ δι­ευ­θυν­τὴ τῆς φυ­λα­κῆς νὰ φρον­τί­σει τὸ ζή­τη­μα.

        Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τῆς φυ­λα­κῆς εἶ­χε χρό­νια νὰ πά­ει στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη αἴ­θου­σα. Μπαί­νον­τας, ἄρ­χι­σε νὰ τρι­γυ­ρί­ζει, νι­ώ­θον­τας ἀ­να­γού­λα ἀ­πὸ τὴν πε­ρί­ερ­γη μυ­ρω­διά.

        Στὸ τέ­λος ἑ­νὸς δι­α­δρό­μου, στρί­μω­ξε στὴ γω­νί­α ἕ­ναν ἄ­σχη­μο κε­ρα­μι­δό­γα­το. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς κρα­τοῦ­σε ἕ­να μπα­στού­νι καὶ ὁ γά­τος, πέ­ρα ἀ­πὸ τὴ θυ­μω­μέ­νη του φά­τσα, ἦ­ταν ὁ­πλι­σμέ­νος μό­νο μὲ τὰ δόν­τια καὶ τὰ νύ­χια του. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς κι ὁ γά­τος ἔ­κα­ναν ἑ­λιγ­μοὺς μπρὸς-πί­σω γιὰ λί­γη ὥ­ρα, καὶ τό­τε ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πῆ­γε νὰ τὸν χτυ­πή­σει μὲ δύ­να­μη, κι ὁ γά­τος ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει τρι­γύ­ρω του κι ἔ­φυ­γε, χω­ρὶς νὰ κά­νει κά­ποι­α λαν­θα­σμέ­νη κί­νη­ση.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τό, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἔ­βλε­πε γά­τες παν­τοῦ.

        Με­τὰ τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὲς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, ὅ­ταν οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι εἶ­χαν ἐ­πι­στρέ­ψει στὰ κε­λιά τους, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἐ­πέ­στρε­ψε κρα­τών­τας μιὰ κα­ραμ­πί­να. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα οἱ φυ­λα­κι­σμέ­νοι ἄ­κου­γαν τὸν ἦ­χο τῶν πυ­ρο­βο­λι­σμῶν ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα. Ἦ­ταν ἕ­νας ἦ­χος ὑ­πό­κω­φος καὶ ἀ­κου­γό­ταν κά­που ἀ­πὸ μα­κριά, σὰν νά ’­ταν πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι. Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἤ­ξε­ρε κα­λὸ ση­μά­δι καὶ σκό­τω­σε πολ­λὲς γά­τες – λὲς κι ἔ­βρε­χε γά­τες ἀ­πὸ τὸ θό­λο, ἦ­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς δι­α­δρό­μους γυ­ρι­σμέ­νες ἀ­νά­πο­δα. Καὶ παρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­κό­μα ἔ­βλε­πε σκι­ὲς νὰ κι­νοῦν­ται στὰ πα­ρά­θυ­ρα τοῦ ὑ­πο­γεί­ου, κα­θὼς ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὸ κτή­ριο.

        Ἡ δι­α­φο­ρὰ ὅ­μως τώ­ρα ἦ­ταν ἐμ­φα­νής. Τὸ δέρ­μα τῶν φυ­λα­κι­σμέ­νων ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει. Ἂν καὶ ἡ δυ­σο­σμί­α ἀ­κό­μα ὑ­πῆρ­χε στὸν ἀ­έ­ρα τοῦ κτη­ρί­ου, δὲν ἦ­ταν τὸ ἴ­διο ἔν­το­νη ὅ­πως πρίν. Με­ρι­κὲς γά­τες ἀ­κό­μα ζοῦ­σαν ἐ­κεῖ, ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μπα­ρου­τιοῦ καὶ τοῦ αἵ­μα­τος κι ἀ­πὸ τὴν ξαφ­νι­κὴ ἐ­ξα­φά­νι­ση τῶν ἄλ­λων με­λῶν τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς τους καὶ τῶν μι­κρῶν τους.

        Ἔ­πα­ψαν νὰ ἀ­να­πα­ρά­γον­ται καὶ πα­ρα­μό­νευ­αν στὶς γω­νί­ες συ­ρί­ζον­τας ἀ­κό­μα κι ἂν δὲν ἦ­ταν κα­νεὶς τρι­γύ­ρω, κά­νον­τας ἐ­πί­θε­ση χω­ρὶς λό­γο σὲ ὁ­τι­δή­πο­τε κι­νοῦν­ταν.

        Οἱ γά­τες αὐ­τὲς δὲν τρέ­φον­ταν κα­λὰ καὶ δὲν ἦ­ταν κα­θό­λου κα­θα­ρές, καὶ μιὰ-μιὰ, μὲ τὸ δι­κό της τρό­πο καὶ στὸ δι­κό της χρό­νο πέ­θαι­νε, ἀ­φή­νον­τας πί­σω μί­α δι­α­φο­ρε­τι­κὴ δυ­να­τὴ μυ­ρω­διὰ ποὺ πλα­νι­ό­ταν στὸν ἀ­έ­ρα γιὰ κα­να­δυ­ὸ βδο­μά­δες καὶ με­τὰ δι­α­λυ­ό­ταν. Με­ρι­κοὺς μῆ­νες με­τὰ δὲν ὑ­πῆρ­χαν κα­θό­λου γά­τες στὴν αἴ­θου­σα ψυ­χα­γω­γί­ας τῆς φυ­λα­κῆς. Στὸ με­τα­ξὺ τοὺς ἀ­σή­μαν­τους φυ­λα­κι­σμέ­νους εἶ­χαν δι­α­δε­χθεῖ κά­ποι­οι ἄλ­λοι, δια­­βό­η­τοι, κι ὁ δι­ευ­θυν­τὴς εἶ­χε ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄλ­λον, πιὸ φι­λό­δο­ξο. Μό­νο ὁ Κυ­βερ­νή­της πα­ρέ­μει­νε στὴ θέ­ση του.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Thomas, James and Robert Shapard, eds., Flash Fiction Forward, 80 very short stories, NEW York, London: W.W. Norton & Company, 2006.

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis) (Νορθάμπτον, Μασσαχουσέττης, 1947): Διήγημα, μυθιστόρημα, δοκίμιο, με­τά­φραση ἀ­πό τὴ γαλ­λι­κή καὶ ἄλ­λες γλῶσ­σες. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κλα­σι­κὰ γαλ­λι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἔρ­γα, ὅπως τὸ Α­να­ζη­τών­τας τὸν Χα­μέ­νο Χρό­νο τοῦ Προύστ καὶ τὸ Μαν­τὰμ Μπο­βα­ρὺ τοῦ Φλομ­πέρ.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νά­για Δα­σκα­λο­πού­λου. Στὸ πλαί­σιο τοῦ μα­θή­μα­τος τῆς Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University ποὺ προ­σφέ­ρε­ται σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸ Hellenic American Col­le­ge. Δι­δά­σκων μα­θή­μα­τος: Δρ. Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.

Advertisements

Λύντια Ντέιβις (Lydia Davis): Ἡ κάλτσα

 

 

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)

 

Ἡ Κάλτσα

(The Sock)

 

ΑΝΤΡΑΣ ΜΟΥ εἶ­ναι τώ­ρα παν­τρε­μέ­νος μὲ ἄλ­λη γυ­ναί­κα, πιὸ κον­τὴ ἀ­πὸ ἐ­μέ­να, μὲ ὕ­ψος πε­ρί­που ἑ­νά­μι­ση μέ­τρο, γε­ρο­δε­μέ­νη, καὶ φυ­σι­κὰ αὐ­τὸς φαί­νε­ται πιὸ μα­κρὺς ἀ­π’ ὅ,τι φαι­νό­ταν καὶ πιὸ στε­νός, καὶ τὸ κε­φά­λι του μοιά­ζει μι­κρό­τε­ρο. Σὲ σύγ­κρι­ση μ’ ἐ­κεί­νη νι­ώ­θω κο­κα­λιά­ρα καὶ ἀλ­λό­κο­τη. Ἐ­πι­πλέ­ον δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ ψη­λὴ ὥ­στε νὰ τὴν κοι­τά­ω στὰ μά­τια, πα­ρό­λο ποὺ προ­σπα­θῶ νὰ στέ­κο­μαι ἢ νὰ κά­θο­μαι μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε νὰ τὰ κα­τα­φέρ­νω. Κά­πο­τε εἶ­χα σα­φῆ ἄ­πο­ψη γιὰ τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ παν­τρευ­τεῖ ὅ­ταν θὰ ξα­να­παν­τρευ­ό­ταν, ἀλ­λὰ κα­μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­πέ­λες του δὲν εἶ­χε ἐ­κεῖ­νο ποὺ εἶ­χα στὸ νοῦ μου, κι αὐ­τὴ τὸ εἶ­χε λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λες.

       Πέ­ρυ­σι τὸ κα­λο­καί­ρι ἦρ­θαν ἐ­δῶ, στὴν ἐ­ξο­χή, γιὰ με­ρι­κὲς ἑ­βδο­μά­δες γιὰ νὰ δοῦν τὸν γιό μου, ποὺ εἶ­ναι δι­κός μου καὶ δι­κός του. Ὑ­πῆρ­ξαν κά­ποι­ες στιγ­μὲς ποὺ νι­ώ­θα­με πε­ρί­ερ­γα, ἀλ­λὰ καὶ κα­λὲς στιγ­μές, μὰ φυ­σι­κὰ ἀ­κό­μα καὶ οἱ κα­λὲς στιγ­μὲς ἦ­ταν λί­γο ἄ­βο­λες. Οἱ δυ­ό τους ἔ­μοια­ζαν νὰ πε­ρι­μέ­νουν πολ­λὰ ἀ­πὸ μέ­να, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη – πο­νοῦ­σε καὶ ἦ­ταν κα­κό­κε­φη, μὲ κύ­κλους κά­τω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τὸ τη­λέ­φω­νό μου καὶ ἄλ­λα πράγ­μα­τα στὸ σπί­τι μου. Χω­ρὶς βι­α­σύ­νη ἀ­νέ­βαι­ναν ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α στὸ σπί­τι μου κι ἔ­κα­ναν ντούς, καὶ ἀρ­γό­τε­ρα πή­γαι­ναν γιὰ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ βόλ­τα, κα­θα­ροί, μὲ τὸν γιό μου ἀ­νά­με­σά τους, πι­α­σμέ­νοι χέ­ρι-χέ­ρι. Ἔ­κα­να πάρ­τυ, ἦρ­θαν, χό­ρε­ψαν, ἐν­τυ­πω­σί­α­σαν τοὺς φί­λους μου κι ἔ­μει­ναν μέ­χρι τὸ τέ­λος. Ἔ­κα­να ὅ,τι μπο­ροῦ­σα γι’ αὐ­τούς, κυ­ρί­ως λό­γῳ τοῦ γιοῦ μας. Σκε­φτό­μουν πὼς γιὰ χά­ρη του ἔ­πρε­πε νὰ τὰ πη­γαί­νου­με κα­λά. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε ἡ ἐ­πί­σκε­ψή τους ἤ­μουν κου­ρα­σμέ­νη.

       Τὴ νύ­χτα πρὶν φύ­γουν, εἴ­χα­με σχε­διά­σει νὰ πᾶ­με γιὰ φα­γη­τὸ σ’ ἕ­να βι­ετ­να­μέ­ζι­κο ἑ­στι­α­τό­ριο μα­ζὶ μὲ τὴ μη­τέ­ρα του. Ἡ μη­τέ­ρα του ἐρ­χό­ταν ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κῶς ἀ­πὸ μιὰ ἄλ­λη πό­λη, καὶ οἱ τρεῖς τους θὰ ἔ­φευ­γαν τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα γιὰ τὶς Με­σο­πο­λι­τεῖ­ες. Οἱ γο­νεῖς τῆς γυ­ναί­κας του ἤ­θε­λαν νὰ γι­ορ­τά­σουν τὸ γά­μο καὶ νὰ τοὺς γνω­ρί­σουν οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἐ­κεί­νη εἶ­χε με­γα­λώ­σει, οἱ λε­βεν­τό­κορ­μοι ἀ­γρό­τες καὶ οἱ οἰ­κο­γέ­νει­ές τους.

       Ὅ­ταν πῆ­γα στὴν πό­λη ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα νὰ τοὺς συ­ναν­τή­σω ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­με­ναν, πῆ­ρα ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χαν ἀ­φή­σει στὸ σπί­τι μου καὶ εἶ­χα βρεῖ ὣς τό­τε: ἕ­να βι­βλί­ο, δί­πλα στὴν πόρ­τα τῆς ντου­λά­πας, καὶ κά­που ἀλ­λοῦ μιὰ κάλ­τσα του. Ὁ­δή­γη­σα ὣς τὸ κτί­ριο καὶ εἶ­δα τὸν ἄν­τρα μου ἔ­ξω στὸ πε­ζο­δρό­μιο νὰ μοῦ κά­νει νό­η­μα νὰ στα­μα­τή­σω. Ἤ­θε­λε νὰ μοῦ μι­λή­σει προ­τοῦ νὰ μπῶ. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα του δὲν ἦ­ταν κα­λὰ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει μα­ζί τους, καὶ μὲ πα­ρα­κά­λε­σε ἂν θὰ γι­νό­ταν ἀρ­γό­τε­ρα νὰ τὴν πά­ρω μα­ζί μου. Χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ, εἶ­πα ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα. Εἶ­χα ξε­χά­σει τὸν τρό­πο ποὺ θὰ ξε­ψά­χνι­ζε τὸ σπί­τι μου καὶ ὅ­τι ὅ­σο θὰ κα­θά­ρι­ζα ἐ­κεί­νη θὰ κοι­τοῦ­σε.

       Στὴν αἴ­θου­σα ὑ­πο­δο­χῆς, κά­θον­ταν ἡ μί­α ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη σὲ δυ­ὸ πο­λυ­θρό­νες, αὐ­τὲς οἱ μι­κρό­σω­μες γυ­ναῖ­κες, ὄ­μορ­φες μὲ ξε­χω­ρι­στὸ τρό­πο, καὶ φο­ροῦ­σαν κρα­γιὸν ἀλ­λι­ώ­τι­κου χρώ­μα­τος, ἀ­σθε­νι­κές, σκέ­φτη­κα ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς τρό­πους. Ὁ λό­γος ποὺ κά­θον­ταν ἐ­δῶ κά­τω ἦ­ταν ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα του φο­βό­ταν νὰ ἀ­νε­βεῖ ἐ­πά­νω. Δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα νὰ πε­τά­ξει μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­νε­βεῖ πά­νω ἀ­π’ τὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο. Ἡ κα­τά­στα­ση εἶ­χε χει­ρο­τε­ρέ­ψει ἀ­πὸ πα­λαι­ό­τε­ρα. Τό­τε —ἂν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη— ἄν­τε­χε ν’ ἀ­νε­βεῖ στὸν ὄ­γδο­ο, ὑ­πὸ τὴν προ­ϋ­πό­θε­ση ὅ­τι τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν κλει­στά.

       Πρὶν βγοῦ­με γιὰ φα­γη­τό, ὁ ἄν­τρας μου ἀ­νέ­βα­σε τὸ βι­βλί­ο στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ἀλ­λὰ ἀ­συ­ναί­σθη­τα ἔ­χω­σε τὴν κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του καὶ τὴν ἄ­φη­σε ἐ­κεῖ στὴ διά­ρκεια τοῦ δεί­πνου, ὅ­που ἡ μη­τέ­ρα του ντυ­μέ­νη στὰ μαῦ­ρα κα­θό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ μιὰ ἄ­δεια κα­ρέ­κλα· κά­ποι­ες στιγ­μὲς ἔ­παι­ζε μὲ τὸν γιό μου, μὲ τ’ αὐ­το­κι­νη­τά­κια του, καὶ ἄλ­λο­τε ρω­τοῦ­σε τὸν ἄν­τρα μου καὶ με­τὰ ἐ­μέ­να καὶ με­τὰ τὴ γυ­ναί­κα του σχε­τι­κὰ μὲ κόκ­κους μαύ­ρου πι­πε­ριοῦ καὶ ἄλ­λα δυ­να­τὰ μπα­χα­ρι­κὰ ποὺ ὑ­πῆρ­χε πι­θα­νό­τη­τα νὰ εἶ­χαν βά­λει στὸ φα­γη­τό της. Με­τά, ἀ­φοῦ φύ­γα­με ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­π’ τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο καὶ στε­κό­μα­σταν στὸ πάρ­κινκ, ἐ­κεῖ­νος ἔ­βγα­λε τὴν κάλ­τσα ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του καὶ τὴν κοί­τα­ξε, κι ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς εἶ­χε βρε­θεῖ ἐ­κεῖ.

       Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­σή­μαν­το ζή­τη­μα, ἀλ­λὰ ἀρ­γό­τε­ρα δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ ξε­χά­σω τὴν κάλ­τσα, αὐ­τὴ τὴ μί­α κάλ­τσα στὴν πί­σω τσέ­πη του σὲ μιὰ ἄ­γνω­στη, μα­κρι­νὴ γει­το­νιὰ στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πλευ­ρὰ τῆς πό­λης σ’ ἕ­να βι­ετ­να­μέ­ζι­κο γκέ­το, δί­πλα σὲ αἴ­θου­σες μα­σάζ, καὶ κα­νείς μας δὲν ἤ­ξε­ρε πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὴ τὴν πό­λη, ἀλ­λὰ ἤ­μα­σταν ὅ­λοι ἐ­δῶ μα­ζὶ καὶ ἦ­ταν πα­ρά­ξε­νο, για­τί ἀ­κό­μα ἔ­νι­ω­θα ὅ­τι ἐ­γὼ κι αὐ­τὸς ἤ­μα­σταν σύν­τρο­φοι, εἴ­χα­με ὑ­πάρ­ξει σύν­τρο­φοι γιὰ πο­λὺ και­ρό, καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα πα­ρὰ νὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­λες τὶς ὑ­πό­λοι­πες κάλ­τσες του ποὺ εἶ­χα μα­ζέ­ψει, βρώ­μι­κες ἀ­π’ τὸν ἱ­δρώ­τα του καὶ ξε­φτι­σμέ­νες στὴν πα­τού­σα, σὲ ὅ­λη μας τὴν κοι­νὴ ζω­ὴ ἀ­πὸ τό­πο σὲ τό­πο, καὶ με­τὰ σκέ­φτη­κα τὰ πό­δια του σ’ ἐ­κεῖ­νες τὶς κάλ­τσες, πῶς τὸ δέρ­μα ἦ­ταν δι­α­φα­νὲς στὸν ἀ­στρά­γα­λο καὶ ἡ φτέρ­να μὲ τὴ φθαρ­μέ­νη ὕ­φαν­ση· σκε­φτό­μουν πῶς δι­ά­βα­ζε ξα­πλω­μέ­νος στὸ κρε­βά­τι μὲ τὰ πό­δια σταυ­ρω­μέ­να στοὺς ἀ­στρα­γά­λους ἔ­τσι ὥ­στε τὰ δά­χτυ­λα νὰ δεί­χνουν σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς με­ρι­ὲς τοῦ δω­μα­τί­ου· πῶς με­τὰ γυρ­νοῦ­σε στὸ πλά­ι μὲ τὰ πό­δια ἑ­νω­μέ­να σὰν δυ­ὸ μι­σὰ φρού­του· πῶς, συ­νε­χί­ζον­τας τὸ δι­ά­βα­σμα, ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι κι ἔ­φτα­νε τὰ πό­δια του καὶ ἔ­βγα­ζε τὶς κάλ­τσες καὶ τὶς πέ­τα­γε στὸ πά­τω­μα δι­πλω­μέ­νες σὲ μι­κρὲς μπά­λες κι ἔ­πια­νε ξα­νὰ κι ἔ­τρι­βε τὰ δά­χτυ­λά του ἐ­νῶ δι­ά­βα­ζε· με­ρι­κὲς φο­ρὲς μοι­ρα­ζό­ταν μα­ζί μου αὐ­τὸ ποὺ δι­ά­βα­ζε καὶ αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­ταν, καὶ ἄλ­λο­τε δὲν ἤ­ξε­ρε κὰν ποῦ ἤ­μουν: στὸ δω­μά­τιο ἢ κά­που ἀλ­λοῦ.

       Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ ξε­χά­σω ὅ­λο αὐ­τό, πα­ρό­λο ποὺ ὅ­ταν ἔ­φυ­γαν βρῆ­κα με­ρι­κὰ ἀ­κό­μα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν ἀ­φή­σει, ἢ ποὺ μᾶλ­λον ἡ γυ­ναί­κα του εἶ­χε ἀ­φή­σει στὴν τσέ­πη ἑ­νὸς σα­κα­κιοῦ μου – μί­α κόκ­κι­νη χτέ­να, ἕ­να κόκ­κι­νο κρα­γιὸν καὶ ἕ­να μπου­κα­λά­κι χά­πια. Γιὰ λί­γο και­ρὸ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να κά­θον­ταν ἥ­συ­χα στὸν πάγ­κο τῆς κου­ζί­νας σὲ μιὰ μι­κρὴ ὁ­μά­δα τῶν τρι­ῶν κι ἀρ­γό­τε­ρα, σκε­φτό­μουν ὅ­τι θὰ τῆς τὰ ἔ­στελ­να, ἐ­πει­δὴ ἔ­λε­γα πὼς ἴ­σως νὰ χρει­α­ζό­ταν τὰ φάρ­μα­κα, ἀλ­λὰ συ­νε­χῶς ξε­χνοῦ­σα νὰ ρω­τή­σω, μέ­χρι ποὺ τε­λι­κὰ τὰ ἔ­βα­λα σ’ ἕ­να συρ­τά­ρι γιὰ νὰ τῆς τὰ δώ­σω, ὅ­ταν θὰ ξα­να­έρ­χον­ταν ἐ­δῶ, για­τί εἶ­χε πε­ρά­σει και­ρός, ὁ­πό­τε δὲν θὰ ἀρ­γοῦ­σαν νὰ ξα­νάρ­θουν, καὶ κου­ρα­ζό­μουν καὶ μό­νο ποὺ τὸ σκε­φτό­μουν.

 

  

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. Sud­den Fi­ction, A­me­ri­can Short-Short Sto­ri­es,Salt La­ke Ci­ty: Gibbs-Smith pu­bli­sher, 1986. Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: στὸ Πλα­νό­δι­ον ἀρ. 50 (Ἰού­νι­ος, 2011) ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ: βλ. ἐδῶ.

 

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis). Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ὤλ­μπα­νυ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει 6 συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐ­παι­νε­θεῖ γιὰ τὴ συν­το­μί­α καὶ τὸ χι­οῦ­μορ τους. Με­τα­φρά­ζει ἐ­πί­σης Γάλ­λους συγ­γρα­φεῖς, ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­ξε παν­τρε­μέ­νη μὲ τὸν δι­ά­ση­μο συγ­γρα­φέ­α Πὸλ Ὦ­στερ.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Μαί­ρη ­λε­ξο­πού­λου (Κα­λα­μά­τα). Σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κὴ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­τρας, στὸν χῶ­ρο τέ­χνης «Ash in Art», στὸ φι­λο­σο­φι­κὸ κα­φε­νεῖ­ο «dasein» καὶ ἀλ­λοῦ, καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῶν ΗΠΑ. Τὸ κα­λο­καί­ρι τοῦ 2009 συμ­με­τεῖ­χε στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τῆς Πά­ρου. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Ἐ­ρῶ­μαι (Ποι­ή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­θή­να, 2005).

 

Φω­το­γρα­φί­α: Robyn Drage, Toe Srory IV, Μι­κτὴ τε­χνι­κή σὲ καμ­βά (15,24 x 15,24 ἑκ.).

 

Lydia Davis: [Ἀναγνῶστες ποὺ δὲν γράφουν οἱ ἴδιοι…]

 

Λύν­τια Ντέ­ι­βις (L­y­d­ia D­a­v­is)

 

[Ἀναγνῶστες ποὺ δὲν γράφουν οἱ ἴδιοι…]

[People who do not themselves write…]

             

­ΝΑ­ΓΝΩ­ΣΤΕΣ ποὺ δὲ γρά­φουν οἱ ἴ­διοι, μοῦ ἔ­χουν πεῖ πὼς τοὺς ἀ­ρέ­σουν τὰ δι­η­γή­μα­τα κι ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τὰ πο­λὺ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα [v­e­ry s­h­o­rt s­t­o­r­i­es], κι αὐ­τὸ για­τὶ ἀ­φε­νὸς δὲν ἔ­χουν δι­α­θέ­σι­μο χρό­νο κι ἀ­φε­τέ­ρου ἀ­ρέ­σκον­ται στὴν ὁ­λο­κλή­ρω­ση τῆς ἀ­νά­γνω­σης ἑ­νὸς κει­μέ­νου σὲ σύν­το­μο δι­ά­στη­μα ἀ­φό­του ξε­κι­νή­σουν τὴν ἀ­νά­γνω­ση. Ἀ­λη­θεύ­ει ὅ­τι σή­με­ρα φαί­νε­ται δυ­σκο­λό­τε­ρο ἀ­πὸ πο­τὲ νὰ συγ­κεν­τρω­θεῖ κα­νεὶς σὲ ἕ­να καὶ μό­νο πράγ­μα γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο, ἐ­κτὸς κι ἂν πρό­κει­ται γιὰ κά­τι οὐ­σι­α­στι­κὸ γιὰ τὸν κα­θέ­να, ὅ­πως τὸ χρῆ­μα ἢ ἡ σύ­να­ψη κι ἐ­ξέ­τα­ση τῶν σχέ­σε­ών του μὲ ἄλ­λα πρό­σω­πα. Μέ­χρι καὶ ἡ δι­α­τή­ρη­ση τῆς ἠ­ρε­μί­ας καὶ τῆς κα­λῆς δι­ά­θε­σης εἶ­ναι δυ­σκο­λό­τε­ρη στὶς μέ­ρες μας.

         Τὸ πο­λὺ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­δο­το γι’ αὐ­τὰ τὰ συμ­πτώ­μα­τα, κα­θὼς συ­νι­στᾶ ἀ­πὸ μό­νο του δυ­να­μι­κὸ τύ­πο δι­η­γή­μα­τος. Στὸν ἀ­να­γνώ­στη δὲν δί­νε­ται κὰν ἡ δυ­να­τό­τη­τα νὰ τὸ συ­νη­θί­σει —μὲ ἄλ­λα λό­για νὰ τὸ ξε­χά­σει— κα­θὼς δι­α­βά­ζει. Ἐ­πι­πλέ­ον, τὸ μι­κρὸ αὐ­τὸ δι­ή­γη­μα κρα­τᾶ πε­ρισ­σό­τε­ρο τὶς ἀ­πο­στά­σεις του ἀ­πὸ τὸν ἀ­να­γνώ­στη σὲ σύγ­κρι­ση μὲ τὸ ἐ­κτε­νὲς δι­ή­γη­μα, ἴ­σως για­τί ἡ ἀρ­χή του εἶ­ναι πρό­σφα­τη κι ἔ­τσι ἀ­παι­τεῖ­ται ἀ­κέ­ραι­η ἡ προ­σο­χὴ τοῦ ἀ­να­γνώ­στη.

        Στοὺς μύ­θους καὶ τὶς πα­ρα­βο­λὲς ἀ­νὰ τοὺς αἰ­ῶ­νες ἡ συν­το­μί­α ἦ­ταν τὸ μέ­σο γιὰ τὴν ἐ­πί­τευ­ξη τοῦ σκο­ποῦ. Μό­λις μὲ τὸν Κάφ­κα καὶ τοὺς συγ­γρα­φεῖς ἀ­μέ­σως πρὶν ἀ­π’ αὐ­τὸν ξε­κι­νᾶ ἡ πο­ρεί­α τῆς πα­ρα­βο­λῆς χω­ρὶς ἠ­θι­κὸ δί­δαγ­μα, πο­ρεί­α ποὺ θὰ συ­νε­χι­στεῖ στὸ ἑ­ξῆς ἀ­πὸ πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς.

        Σή­με­ρα γρά­φει κα­νεὶς εἴ­τε ἱ­στο­ρί­ες γιὰ ἕ­ναν κό­σμο ξέ­νο πρὸς τὸ σύγ­χρο­νο κό­σμο, εἴ­τε ἱ­στο­ρί­ες ποὺ ἀ­παρ­τί­ζουν τμῆ­μα αὐ­τοῦ, εἴ­τε ἀ­κό­μη πιὸ ρε­α­λι­στι­κὰ μι­κρὰ δι­η­γή­μα­τα ποὺ ξε­κι­νοῦν καὶ τε­λει­ώ­νουν ἐν μέ­σῳ δι­α­φό­ρων κα­τα­στά­σε­ων. Αὐ­τὰ δὲ τὰ τε­λευ­ταῖ­α μᾶς πα­ρου­σιά­ζουν χα­ρα­κτῆ­ρες ἀν­τι-η­ρω­ι­κοὺς καὶ ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζουν τὴν προθυμία μας, τώρα, νὰ μὴ με­γα­λο­ποι­οῦ­με τὴ ζω­ή μας, ὅ­που, ὅ­ταν συμ­βαί­νει κά­τι, συμ­βαί­νει πάν­τα στὴ μέ­ση κά­ποι­ου ἄλ­λου πράγ­μα­τος, κι ὅ­που ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται ἐν μέ­ρει (ἢ ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου) συσ­σω­ρευ­μέ­νη ἡ γελοιότητα ἢ τὸ λιγότερο γελοῖο, ξα­νὰ καὶ ξα­νά.

        Ὅ­πως καὶ νά ‘χει, βέ­βαι­ο εἶ­ναι ὅ­τι σή­με­ρα ἔ­χου­με πε­ρισ­σό­τε­ρη συ­νεί­δη­ση τοῦ ἐ­πι­σφα­λοῦς χα­ρα­κτή­ρα καὶ τῆς ἐν­δε­χό­με­νης συν­το­μί­ας τοῦ βί­ου μας ἀ­π’ ὅ,τι πα­λαι­ό­τε­ρα, κα­θὼς ἡ ζω­ή μας ἀ­πει­λεῖ­ται ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ἐν­δε­χο­μέ­νως ὁ λό­γος ποὺ ὁ τρό­πος ἔκ­φρα­σής μας χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὁ­λο­έ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ὄ­χι μό­νο ἀ­πὸ ἀ­πό­γνω­ση, ἀλ­λὰ καὶ βι­α­σύ­νη· βι­α­σύ­νη ποὺ ἐκ­φρά­ζε­ται με­τα­ξὺ ἄλ­λων μέ­σῳ τῆς συν­το­μί­ας.

  

 

Πηγή: Ἀπὸ τὸν τόμο Sudden Fiction. American Short Short Stories. Edited by Robert Shapard and James Thomas, With a Frontistory by Robert Coover, And AfterWords, about the short-short story form, by forty of America’s finest writers, Gibbs-Smith Publisher, Salt lake City, 1986.

 

Lydia Davis (1947): Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα πε­ζο­γρά­φος καὶ με­τα­φρά­στρια τῆς γαλ­λι­κῆς. Δη­μο­σί­ευ­σε ἑ­φτὰ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν δι­η­γη­μά­των της: The Collected Stories of Lydia Davis. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει Προύστ, Μπλαν­σώ, Φου­κώ κ.ά.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.