Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ἕνας αἰσιόδοξος

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

Ἕ­νας αἰ­σι­ό­δο­ξος

(An O­p­t­i­m­i­st)

 

ΥΟ ΒΑΤΡΑΧΟΙ στὸ στο­μά­χι ἑ­νὸς φι­διοῦ συλ­λο­γί­ζον­ταν τὴν ἀλ­λα­γὴ ποὺ ἐ­πῆλ­θε στὴ ζω­ή τους.

«Με­γά­λη ἀ­τυ­χί­α» εἶ­πε ὁ ἕ­νας.

       «Μὴ βγά­ζεις τό­σο εὔ­κο­λα συμ­πε­ρά­σμα­τα» εἶ­πε ὁ ἄλ­λος. «Δὲν κιν­δυ­νεύ­ου­με ἀ­πὸ τὴ βρο­χὴ καὶ μᾶς βρί­σκε­ται στέ­γη καὶ τρο­φή».

       «Στέ­γη, σί­γου­ρα» εἶ­πε ὁ πρῶ­τος βά­τρα­χος. «Ὅ­μως δὲν βλέ­πω τὴν τρο­φή.»

       «Συ­νε­χῶς γκρι­νιά­ζεις» ἐ­ξή­γη­σε ὁ ἄλ­λος. «Ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι εἴ­μα­στε ἡ τρο­φή».

 

Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ:  Στὸ πρω­τό­τυ­πο, τὰ τε­λευ­ταῖ­α λό­για τοῦ δεύ­τε­ρου βα­τρά­χου ξε­κι­νοῦν μὲ τὴ φρά­ση Y­ou a­re a c­r­o­a­k­er. Πρό­κει­ται γιὰ μὴ με­τα­φρά­σι­μο λο­γο­παί­γνιο με­τα­ξύ τῶν ση­μα­σι­ῶν τῆς λέ­ξης c­r­o­a­k­er, ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ση­μαί­νει (α) ἐ­κεῖ­νον ποὺ κο­ά­ζει (ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸν βά­τρα­χο), (β) τὸν γκρι­νιά­ρη καὶ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξο καὶ (γ) ἐ­κεῖ­νον ποὺ πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει.

   

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Advertisements

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Τὸ ὀπόσουμ τοῦ μέλ­λοντος

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

Τὸ ­πό­σουμ τοῦ μέλ­λον­τος

(T­he O­p­o­s­s­um of t­he F­u­t­u­re)

 

ΙΑ ΜΕΡΑ ἕ­να ὀ­πό­σουμ ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ κρε­μα­σμέ­νο ἀ­νά­πο­δα μὲ τὴν οὐ­ρά του ἀ­πὸ ἕ­να κλα­δί, ξύ­πνη­σε καὶ εἶ­δε ἕ­να με­γά­λο φί­δι νὰ τυ­λί­γε­ται στὸ δέν­τρο, ἀ­νά­με­σα στὸ κλα­δὶ καὶ τὸν κορ­μό.

       «Ἂν μεί­νω ἐ­δῶ» μο­νο­λό­γη­σε «θὰ μὲ φά­ει· ἂν λύ­σω τὴν οὐ­ρά μου, θὰ σπά­σω τὸ κε­φά­λι μου».

       Ἀλ­λὰ αἴφ­νης σκέ­φτη­κε νὰ φερ­θεῖ πο­νη­ρά:

       «Ἐ­ξε­λιγ­μέ­νε ὣς τὴν τε­λει­ό­τη­τα φί­λε μου» εἶ­πε «τὸ ἔμ­φυ­το ἔν­στι­κτό μου ἀ­να­γνω­ρί­ζει στὸ πρό­σω­πό σου μιὰ εὐ­γε­νὴ ἔκ­φαν­ση καὶ ἀ­πό­δει­ξη τῆς θε­ω­ρί­ας τῆς ἐ­ξέ­λι­ξης. Εἶ­σαι τὸ ὀ­πό­σουμ τοῦ μέλ­λον­τος, ὁ ἰ­σχυ­ρό­τε­ρος καὶ ἰ­δε­ω­δέ­στε­ρος ἀ­πό­γο­νός του εἴ­δους μας, ἡ ὥ­ρι­μη ἀ­πό­λη­ξη τῆς προ­ό­δου τῆς ἁρ­πά­γης – ὁ­λό­κλη­ρος μιὰ οὐ­ρά!»

       Ἀλ­λὰ τὸ φί­δι, πε­ρή­φα­νο γιὰ τὴν πα­λαι­ὰ ὑ­πε­ρο­χή του, σύμ­φω­να μὲ τὰ ὅ­σα πα­ρα­δί­δουν οἱ Γρα­φές, ἦ­ταν αὐ­στη­ρὰ ὀρ­θό­δο­ξο καὶ δὲν ἀ­πο­δέ­χθη­κε τὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ ἄ­πο­ψη.

 

Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Τὰ ὀ­πό­σουμ εἶ­ναι μι­κρὰ σὲ μέ­γε­θος μαρ­σι­πο­φό­ρα θη­λα­στι­κὰ ποῦ ζοῦν στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ (κυ­ρί­ως στὸ Βό­ρει­ο τμῆ­μα τῆς ἠ­πεί­ρου) καὶ στὴν Ὠ­κε­α­νί­α. Ὅ­ταν εἶ­ναι σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α, συ­νη­θί­ζουν νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ κλα­διὰ δέν­τρων μὲ τὴν οὐ­ρά τους.

  

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Εἰκό­να: Γε­λοιο­γραφικὴ ἀπεικό­νι­ση τοῦ Martin Van Buren, ὀγδό­ου Προέ­δρου τῶν Η­ΠΑ ὡς ὀπόσουμ. Δη­μο­σιεύ­τη­κε στὴ Νέ­α Ὑόρ­κη τὸ 1840 ἀπὸ τὸν H.R. Robinson.

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ζήτημα μεθόδου

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (AmbroseBierce)

 

Ζή­τη­μα με­θό­δου

(A M­a­t­t­er of M­e­t­h­od)

 

ΤΑΝ ΕΝΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ εἶ­δε ἕ­ναν ἠ­λί­θιο νὰ δέρ­νει τὸν γά­ϊδα­ρό του, εἶ­πε:

«Συγ­κρα­τή­σου, παι­δί μου, σὲ ἐ­κλι­πα­ρῶ· συγ­κρα­τή­σου. Ὅ­ποι­ος κα­τα­φεύ­γει στὴ βί­α θὰ τὴν ὑ­πο­στεῖ.»

       «Αὐ­τό» εἶ­πε ὁ ἠ­λί­θιος, ξυ­λο­φορ­τώ­νον­τας ἄ­ο­κνα τὸ ζῶ­ο, «προ­σπα­θῶ νὰ δι­δά­ξω σ’ αὐ­τὸ τὸ κτῆ­νος – δι­ό­τι μὲ κλώ­τση­σε».

       «Ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα», μο­νο­λό­γη­σε ὁ φι­λό­σο­φος κα­θὼς ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν, «ἡ σο­φί­α τῶν ἠ­λι­θί­ων δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ἀ­νώ­τε­ρη οὔ­τε ἀ­λη­θέ­στε­ρη τῆς δι­κῆς μας· φαί­νε­ται ἐν­τού­τοις πὼς δι­α­θέ­τουν ἕ­ναν πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ τρό­πο νὰ τὴ με­τα­δί­δουν».

  

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

ἌμπροουζΜπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ὁ φιλεύ­σπλα­χνος γιατρός

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

φι­λεύ­σπλα­χνος για­τρός

(T­he C­o­m­p­a­s­s­i­o­n­a­te P­h­y­s­i­c­i­an)

 

­ΝΑΣ ΚΑ­ΛΟ­ΚΑΡ­ΔΟΣ ΓΙΑ­ΤΡΟΣ, κα­θι­σμέ­νος πλά­ι στὸ κρε­βά­τι ἑ­νὸς ἀ­σθε­νοῦς ποὺ ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ ἀ­νί­α­τη καὶ ἐ­πώ­δυ­νη ἀ­σθέ­νεια, ἄ­κου­σε πί­σω του ἕ­ναν θό­ρυ­βο. Στρέ­φον­τας τὸ βλέμ­μα εἶ­δε μιὰ γά­τα ποὺ γε­λοῦ­σε μὲ τὴ μά­ται­α προ­σπά­θεια ἑ­νὸς πλη­γω­μέ­νου πον­τι­κιοῦ, ποὺ πά­σχι­ζε νὰ σύ­ρει τὸ κορ­μὶ του ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο.

       «Ἄ­τεγ­κτο κτῆ­νος!» φώ­να­ξε. «Για­τί δὲν τὸ σκο­τώ­νεις ἀ­κα­ρια­ία, σὰν κυ­ρί­α;»

       Ση­κώ­θη­κε, ἔ­δι­ω­ξε μὲ κλω­τσι­ὲς τὴ γά­τα κι ὕ­στε­ρα ἔ­πι­α­σε σπλα­χνι­κά το πον­τί­κι καὶ ἔ­δω­σε τέ­λος στὴ δυ­στυ­χί­α του στρί­βον­τας τὸ κε­φά­λι του. Τὰ βογ­κη­τὰ τοῦ ἀ­σθε­νοῦς του τὸν ἐ­πα­νέ­φε­ραν στὸ κρε­βά­τι· ὁ φι­λεύ­σπλα­χνος για­τρὸς συν­τα­γο­γρά­φη­σε κά­τι δι­ε­γερ­τι­κό, κά­τι δυ­να­μω­τι­κὸ καὶ κά­τι θρε­πτι­κό, κι ἔ­φυ­γε.

  

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ἐσφαλμένες θρησκεῖες

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

Ἐ­σφαλ­μέ­νες θρη­σκεῖ­ες

(R­e­l­i­g­i­o­ns of E­r­r­or)

 

ΝΑΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ποὺ βρι­σκό­ταν στὴν Ἀ­να­το­λὴ ἄ­κου­σε τὸ θό­ρυ­βο ἑ­νὸς καυ­γᾶ. Γύ­ρι­σε στὸ δι­ερ­μη­νέ­α του καὶ τὸν ρώ­τη­σε τί τὸν προ­κά­λε­σε.

       «Οἱ βου­δι­στὲς κό­βουν τὰ κε­φά­λια τῶν μου­σουλ­μά­νων» ἀ­πάν­τη­σε ὁ δι­ερ­μη­νέ­ας μὲ ἀ­να­το­λί­τι­κη ψυ­χραι­μί­α.

       «Δὲν ἤ­ξε­ρα» πα­ρα­τή­ρη­σε ὁ χρι­στια­νὸς μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον «ὅ­τι αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν τό­σο θο­ρυ­βῶ­δες».

       «Οἱ μου­σουλ­μά­νοι, ἐ­πί­σης, κό­βουν τὰ κε­φά­λια τῶν βου­δι­στῶν» πρό­σθε­σε ὁ δι­ερ­μη­νέ­ας.

       «Εἶ­ναι ἐκ­πλη­κτι­κό», συλ­λο­γί­στη­κε ὁ χρι­στια­νός, «πό­σο βί­αι­ες ἀλ­λὰ καὶ δι­α­δε­δο­μέ­νες εἶ­ναι οἱ θρη­σκευ­τι­κὲς ἐ­χθρο­πρα­ξί­ες. Σ’ ὅ­λο τὸν κό­σμο οἱ πι­στοὶ τῆς κά­θε το­πι­κῆς λα­τρεί­ας ἀ­πε­χθά­νον­ται τοὺς πι­στοὺς ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε ἄλ­λης λα­τρεί­ας, καὶ ὁ μό­νος λό­γος ποὺ δὲν γί­νον­ται δο­λο­φό­νοι εἶ­ναι για­τί δὲν τολ­μοῦν νὰ σκο­τώ­σουν. Καὶ τὸ πιὸ πε­ρί­ερ­γο εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λες οἱ θρη­σκεῖ­ες εἶ­ναι ἐ­σφαλ­μέ­νες καὶ ἀ­νή­θι­κες ἐ­κτὸς ἀ­π’ τὴ δι­κή μου. Ἡ δι­κή μου, δό­ξα τῷ Θε­ῶ, εἶ­ναι σω­στὴ καὶ ἠ­θι­κή».

       Καὶ μό­λις τέ­λει­ω­σε τὸ λό­γο του πῆ­γε φα­νε­ρὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος νὰ τη­λε­γρα­φή­σει, αἰ­τού­με­νος ἕ­να τάγ­μα μα­χαι­ρο­βγάλ­τες πρὸς προ­στα­σί­αν τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ συμ­φέ­ρον­τος.

  

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ἐργάτης στὸ πεζοδρόμιο

 

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

  

 Ἐργάτης στὸ πεζοδρόμιο

(T­he P­a­v­i­or)

 

ΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ εἶ­δε ἕ­ναν ἐρ­γά­τη νὰ στρώ­νει μὲ τὸ σφυ­ρί του πλά­κες στὸ πε­ζο­δρό­μιο, τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ εἶ­πε:

       «Φί­λε μου, φαί­νε­σαι κα­τα­βε­βλη­μέ­νος. Ἡ φι­λο­δο­ξί­α εἶ­ναι κα­κὸ ἀ­φεν­τι­κό.»

       «Δου­λεύ­ω γιὰ τὸν κ. Τζό­ουνς, κύ­ρι­ε» ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἐρ­γά­της.

        «Ἔ­λα, πά­ρε τὰ πά­νω σου» συ­νέ­χι­σε ὁ συγ­γρα­φέ­ας. «Ἡ δό­ξα ἔρ­χε­ται τὴ στιγ­μὴ ποὺ δὲν τὴν πε­ρι­μέ­νεις. Σή­με­ρα εἶ­σαι φτω­χός, ἄ­ση­μος κι ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος· αὔ­ριο ἴ­σως τὰ αὐ­τιὰ ὅ­λων νὰ βου­ί­ζουν μὲ τ’ ὄ­νο­μά σου.»

        «Τί μοῦ τσαμ­που­νᾶς;» εἶ­πε ὁ ἐρ­γά­της. «Δὲν μπο­ρεῖ ἕ­νας τί­μιος ἐρ­γά­της νὰ κά­νει τὴ δου­λειά του μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α του, νὰ πά­ρει τὸ μι­σθό του καὶ νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα χω­ρὶς νὰ τοῦ πε­τᾶ­νε οἱ ἄλ­λοι βλα­κεῖ­ες γιὰ φι­λο­δο­ξί­α καὶ φή­μη;»

        «Για­τί μπο­ρεῖ ἕ­νας τί­μιος γρα­φιάς;» εἶ­πε ὁ συγ­γρα­φέ­ας.

 

   

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

ἌμπροουζΜπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce): Ὁ μαστιγωμένος ἀναρχικός

 

 

Ἄμπροουζ Μπήρς (Ambrose Bierce)

 

μα­στι­γω­μέ­νος ­ναρ­χι­κός

(T­he C­a­t­t­ed A­n­a­r­c­h­i­st)

 

ΝΑΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΣ ρή­το­ρας ποὺ εἶ­χε δε­χθεῖ ἕ­να χτύ­πη­μα κα­τὰ πρό­σω­πο μὲ μιὰ ψό­φια γά­τα ἀ­πὸ κά­ποι­ον ἄ­γνω­στό του νο­μο­τα­γὴ πο­λί­τη, ἀ­παί­τη­σε νὰ συλ­λη­φθεῖ ἡ γά­τα καὶ νὰ ὁ­δη­γη­θεῖ στὸ δι­κα­στή­ριο.

       «Για­τί ἐ­πι­κα­λεῖ­σαι τὸ νό­μο;» εἶ­πε ὁ δι­κα­στής – «Ἐ­σὺ ποὺ ὑ­πο­στη­ρί­ζεις τὴν κα­τάρ­γη­σή του.»

       «Αὐ­τό» ἀ­πάν­τη­σε ὁ ἀ­ναρ­χι­κός, ποὺ δὲν τοῦ ἔ­λει­πε ἡ ξε­ρο­κε­φα­λιά, «δὲν σὲ ἀ­φο­ρᾶ· δὲν ὑ­πο­χρε­οῦ­μαι νὰ εἶ­μαι συ­νε­πής. Δου­λειά σου εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­δώ­σεις δι­και­ο­σύ­νη με­τα­ξὺ ἐ­μοῦ καὶ αὐ­τῆς τῆς ψό­φιας γά­τας».

       «Πο­λὺ κα­λά» εἶ­πε ὁ δι­κα­στής. Φό­ρε­σε τὸ μαῦ­ρο του κα­πέ­λο καὶ πῆ­ρε ἕ­να ἐ­πί­ση­μο ὕ­φος: «Ἀ­φοῦ ἡ ἐ­να­γό­με­νη δὲν προ­βάλ­λει τί­πο­τε πρὸς ὑ­πε­ρά­σπι­σή της, καὶ εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἔ­νο­χη, τὴν κα­τα­δι­κά­ζω νὰ φα­γω­θεῖ ἀ­πὸ τὸν δή­μιο· καὶ μιᾶς καὶ ἡ θέ­ση αὐ­τὴ τυ­χαί­νει νὰ εἶ­ναι κε­νή, δι­ο­ρί­ζω χω­ρὶς ἄλ­λες δι­α­δι­κα­σί­ες ἐ­σέ­να.»

       Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ πε­ρι­χα­ρεῖς θε­α­τὲς τῆς ἐ­κτέ­λε­σης ἦ­ταν ὁ ἀ­νώ­νυ­μος νο­μο­τα­γὴς πο­λί­της ποὺ εἶ­χε ἐκ­σφεν­δο­νί­σει τὴν κα­τα­δι­κα­σθεῖ­σα γά­τα.

 

Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: «Ὁ μα­στι­γω­μέ­νος ἀ­ναρ­χι­κός»: Ὁ πρω­τό­τυ­πος τί­τλος εἶ­ναι «T­he c­a­t­t­ed a­n­a­r­c­h­i­st». Ο B­i­e­r­ce κά­νει ἐ­δῶ ἕ­να λο­γο­παί­γνιο ποὺ δὲν ἀ­πο­δί­δε­ται στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Ἡ λέ­ξη c­at ὡς οὐ­σι­α­στι­κὸ ση­μαί­νει γά­τα ἀλ­λὰ μπο­ρεῖ νὰ ση­μαί­νει καὶ μα­στί­γιο (ὡς συν­το­μευ­μέ­νη ἀ­πό­δο­ση τῆς λεξικῆς φράσης cato’-ni­netails). Ὡς ρῆ­μα ση­μαί­νει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μα­στι­γώ­νω. Ο B­i­e­r­ce παί­ζει μὲ αὐ­τὴ τὴ δι­πλὴ ση­μα­σί­α.

  

 

Πηγή: Fantastic Fables, G.P. Putnam’s Sons, New York, 1899.

Project Gutenberg: http://www.gutenberg.org/files/374/374-h/374-h.htm

 

ἌμπροουζΜπήρς (Ambrose Bierce)  (A­m­b­r­o­se B­i­e­r­ce. Ὀ­χά­ι­ο, 1842–Με­ξι­κό, με­τὰ τὸ 1913).  Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ση­μαί­νου­σα μορ­φὴ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ τέ­λους τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλέπε ἐδῶ: Γιάννης Παλαβός, «“Τί­πο­τα δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α”: ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ Φαν­τα­στι­κοὶ μύ­θοι. Μι­κρὴ ἐ­κλο­γή».

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν In­tro Books ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: Ed­gar Lee Mas­ters, Mi­ro­slav Ho­lub, Mat­thew Ar­nold, Do­nald Justi­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο Ἱστορίες Μπονζάι τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Willa Cather «Πίτερ».