Μάριο Μπενεντέτι (Mario Benedetti)

OiAggeloiKaiToSex-03


Μά­ριο Μπε­νεν­τέ­τι (Mario Benedetti)


Οἱ ἄγ­γε­λοι καὶ τὸ σέξ

(El sexo de los ángeles)


  02-EpsilonΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΛΥΠΗΡΑ κε­νὰ πλη­ρο­φό­ρη­σης ποὺ ἔ­χουν τα­λα­νί­σει ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν σχε­τί­ζε­ται μὲ τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη τῶν ἀγ­γέ­λων. Τὸ στοι­χεῖ­ο, ποὺ πο­τὲ δὲν ἔ­χει ἐ­πι­βε­βαι­ω­θεῖ, ὅ­τι οἱ ἄγ­γε­λοι δὲν κά­νουν ἔ­ρω­τα, ἴ­σως νὰ ση­μαί­νει ὅ­τι δὲν κά­νουν ἔ­ρω­τα μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο ὅ­πως οἱ θνη­τοί.

         Ἄλ­λη ἐκ­δο­χή, ἐ­πί­σης ἀ­νε­πι­βε­βαί­ω­τη ἀλ­λὰ πιὸ ἀ­λη­θο­φα­νής, ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι μπο­ρεῖ μὲν οἱ ἄγ­γε­λοι νὰ μὴν κά­νουν ἔ­ρω­τα μὲ τὰ σώ­μα­τά τους (γιὰ τὸν ἁ­πλού­στα­το λό­γο ὅ­τι δὲν ἔ­χουν) τὸν ἀ­πο­λαμ­βά­νουν ὅ­μως μὲ λέ­ξεις, ἐν­νο­εῖ­ται μὲ τὶς κα­τάλ­λη­λες.

         Ἔ­τσι, κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ Ἄγ­γε­λος καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα συ­ναν­τι­οῦν­ται στὸ σταυ­ρο­δρό­μι δύ­ο δι­α­φα­νει­ῶν, ἀρ­χί­ζουν νὰ κοι­τά­ζον­ται, νὰ ξε­λο­γι­ά­ζον­ται καὶ νὰ μπαί­νουν σὲ πει­ρα­σμὸ ἀν­ταλ­λάσ­σον­τας βλέμ­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α, ἀ­σφα­λῶς, εἶ­ναι αγγελικά.

        Καὶ ἂν ὁ Ἄγ­γε­λος, γιὰ νὰ πυ­ρο­δο­τή­σει τὴν κα­τά­στα­ση, πεῖ: «Σπό­ρος», ἡ Ἀγ­γέ­λα, γιὰ νὰ τὸν φουν­τώ­σει, ἀ­παν­τά­ει: «Αὐ­λά­κι». Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Χι­ο­νο­στι­βά­δα» καὶ ἐ­κεί­νη, τρυ­φε­ρά: «Ἄ­βυσ­σος».

         Οἱ λέ­ξεις δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη ρυθ­μὸ σὰν με­τε­ω­ρί­τες ἢ στορ­γι­κὲς σὰν νι­φά­δες.

        Ὁ Ἄγ­γε­λος λέ­ει: «Κορ­μός». Καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα: «Σπη­λιά».

         Κά­που ἐ­κεῖ κον­τὰ φτε­ρο­κο­ποῦν ἕ­νας Φύ­λα­κας Ἄγ­γε­λος, μι­σο­γύ­νης καὶ ἀ­θό­ρυ­βος, καὶ ἕ­νας Ἄγ­γε­λος τοῦ Θα­νά­του, χῆ­ρος καὶ ζο­φε­ρός. Ἀλ­λὰ τὸ ζευ­γά­ρι τῶν ἐ­ρα­στῶν δὲν στα­μα­τά­ει, συ­νε­χί­ζει νὰ συλ­λα­βί­ζει τὸν ἔ­ρω­τά του.

         Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Πη­γή». Καὶ ἐ­κεί­νη: «Κοι­λά­δα».

         Οἱ συλ­λα­βὲς δι­α­πο­τί­ζον­ται μὲ δρο­σο­στα­λί­δες καί, ἐ­δῶ καὶ κεῖ, ἀ­νά­με­σά σὲ κρυ­στάλ­λους χι­ο­νιοῦ, κυ­κλο­φο­ροῦν ὁ ἀ­έ­ρας καὶ οἱ προσ­δο­κί­ες τους. Ὁ Ἄγ­γε­λος λέ­ει: «Σπα­θί», καὶ ἡ Ἀγ­γέ­λα, ἀ­πα­στρά­πτου­σα: «Πλη­γή». Ἐ­κεῖ­νος λέ­ει: «Κω­δω­νο­κρου­σί­α», καὶ ἐ­κεί­νη: «Συ­να­γερ­μός».

         Καὶ τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς τοῦ ὑ­περ­κό­σμιου ὀρ­γα­σμοῦ, οἱ θύσ­σα­νοι καὶ οἱ σω­ρεῖ­τες, τὰ στρώ­μα­τα καὶ οἱ με­λα­νί­ες, ρι­γοῦν, σεί­ον­ται, ἐ­κρή­γνυν­ται, καὶ ὁ ἔ­ρω­τας τῶν ἀγ­γέ­λων πέ­φτει σὰν κα­ται­γι­στι­κὴ βρο­χὴ πά­νω στὸν κό­σμο.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο Βγά­λε ἕ­να φύλ­λο… Ἀν­θο­λο­γία ἰ­σπα­νό­φω­νου ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος. Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Σι­δέ­ρη, Li­te­ra­tu­ra Cu­e­nto, Ἀ­θή­να, 2014.

Μά­ριο Μπε­νεν­τέ­τι (Mario Benedetti): (Πά­σο δὲ λὸς Τό­ρος, ἐ­παρ­χί­α Τα­κου­α­ρεμ­πό, Οὐρουγουάη – Μον­τε­βι­δέο τῆς Ἀρ­γε­ντι­νῆς, 2009). Οὐ­ρου­γουα­νὸς πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, μιὰ ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὲς μορ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς γε­νιᾶς τοῦ ’45 στὴν πα­τρί­δα του καί, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, ὁ χρο­νι­κο­γρά­φος τοῦ Μον­τε­βι­δέ­ο. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Εὐ­χα­ρι­στῶ γιὰ τὴ φω­τιά (μτφ. Ἀγ­γε­λι­κὴ Ἀ­λε­ξο­πού­λου). Τὸ «El sexo de los angeles» συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ βι­βλί­ο De­spi­stes y fran­que­zas (1989). Βλ. ἐ­­δῶ καὶ τὸ ἀ­φιέρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὸν συγ­γρα­φέα σὲ ἐ­πιμέλεια τῆς συ­νερ­γά­τι­δάς μας Νάν­συ Ἀγ­γελῆ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Συλ­λο­γι­κὴ με­τά­φρα­ση. Ἐ­πι­μέ­λεια:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Advertisements

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Καθαρὴ ἀφηρημάδα

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Καθαρὴ ἀφηρημάδα

(De puro distraido)

 

ΟΤΕ ΔΕΝ ΘΕΩΡΗΘΗΚΕ πο­λι­τι­κὸς ἐ­ξό­ρι­στος. Ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν πα­τρί­δα του ἐ­ξαι­τί­ας μιᾶς πα­ρά­ξε­νης πα­ρόρ­μη­σης ἡ ὁ­ποί­α σφυ­ρη­λα­τή­θη­κε σὲ τρεῖς φά­σεις. Ἡ πρώ­τη, ὅ­ταν τὸν στρί­μω­ξαν ἐ­πα­νειλ­λη­μέ­να τρεῖς ἄ­στε­γοι στὴν Ἀ­βε­νί­δα. Ἡ δεύ­τε­ρη, ὅ­ταν ἕ­νας ὑ­πουρ­γὸς χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὴ λέ­ξη Εἰ­ρή­νη στὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­μει τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του βλέ­φα­ρο. Ἡ τρί­τη, ὅ­ταν μπῆ­κε στὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς γει­το­νιᾶς του καὶ εἶ­δε μιὰ εἰ­κό­να τοῦ Χρι­στοῦ (ὄ­χι τὴν πιὸ πο­λυ­προ­σκυ­νη­μέ­νη καὶ φορ­τω­μέ­νη μὲ κε­ριά, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη πα­ρα­με­λη­μέ­νη, σ’ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πλα­ϊ­νὰ δι­α­ζώ­μα­τα) νὰ κλαί­ει σὰν μω­ρό.

         Ἴ­σως νὰ σκέ­φτη­κε ὅ­τι ἂν ἔ­με­νε στὴ χώ­ρα του θὰ ἀ­πελ­πί­ζον­ταν σύν­το­μα καὶ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νος δὲν ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α, ἀλ­λὰ γιὰ τὴν πε­ρι­πλά­νη­ση, τὴν ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α, τὴν συ­νε­τὴ ἀ­πό­λαυ­ση. Τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ ὄ­χι οἱ δε­σμέ­υ­σεις. Δι­α­σκέ­δα­ζε μὲ τὰ το­πί­α, ἀλ­λὰ στὸ τέ­λος μπού­χτι­ζε ἀ­πὸ τό­σο πρά­σι­νο καὶ νο­σταλ­γοῦ­σε τὴ βου­ὴ τῶν πό­λε­ων. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὶς μη­τρο­πο­λι­τι­κὲς ἐν­τά­σεις, ἔ­φτα­νε ὅ­μως μιὰ μέ­ρα ποὺ ἔ­νι­ω­θε πα­γι­δευ­μέ­νος ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­βλη­τι­κοὺς τσι­μεν­τέ­νιους ὄγ­κους.

         Ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­χε πε­ρι­πλα­νη­θεῖ στοὺς δρό­μους καὶ τὰ μο­νο­πά­τια τῆς πα­τρί­δας του, ἄρ­χι­σε νὰ πε­ρι­πλα­νι­έ­ται σὲ χῶ­ρες, σύ­νο­ρα καὶ θά­λασ­σες. Ἦ­ταν φρι­χτὰ ἀ­φη­ρη­μέ­νος. Συ­χνὰ δὲν ἤ­ξε­ρε σὲ ποι­ὰ πό­λη βρί­σκον­ταν, δὲν ἀ­πο­φά­σι­ζε ὡ­στό­σο νὰ ρω­τή­σει. Ἁ­πλῶς συ­νέ­χι­ζε νὰ πε­ρι­δι­α­βαί­νει καί, σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἂν ἔ­κα­νε λά­θος, δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε νὰ βρεῖ τὸ σω­στό. Ἂν χρει­ά­ζον­ταν κά­τι, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ νὰ φά­ει ἢ νὰ κοι­μη­θεῖ, εἶ­χε στὴ δι­ά­θε­ση του τέσ­σε­ρεις γλῶσ­σες γιὰ νὰ τὸ ἀ­να­ζη­τή­σει καὶ πάν­τα ὑ­πῆρ­χε κά­ποι­ος ποὺ τὸν κα­τα­λά­βαι­νε. Στὴ χει­ρό­τε­ρη τῶν πε­ρι­πτώ­σε­ων, μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­φύ­γει πάν­τα στὴ γλώσ­σα τοῦ σώ­μα­τος.

         Τα­ξί­δευ­ε μὲ τραῖ­νο ἢ μὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, ἂν καὶ συ­νή­θως κα­τά­φερ­νε νὰ τὸν παίρ­νει μα­ζί του κα­νέ­να αὐ­το­κί­νη­το ἢ φορ­τη­γό. Ἐ­νέ­πνε­ε ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Ὁ κό­σμος πί­στευ­ε γι’ αὐ­τὸν τὰ πιὸ ἀλ­λό­κο­τα πράγ­μα­τα, καὶ δὲν εἶ­χε ἄ­δι­κο, για­τὶ ὅ­λα πά­νω του ἦ­ταν κά­πως ἀλ­λό­κο­τα. Γε­νι­κὰ πε­ρι­δι­ά­βαι­νε μό­νος του, καὶ ἦ­ταν λο­γι­κό, μιᾶς ποὺ κα­νέ­νας ἄν­δρας, καὶ πο­λὺ λι­γό­τε­ρο καμ­μιὰ γυ­ναί­κα, δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νὸς νὰ ἀν­τέ­ξει τό­ση ἀ­μέ­λεια καὶ τό­ση ἀ­τα­ξί­α.

         Ὅ­ταν περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ κά­ποι­α σύ­νο­ρα ἔ­δει­χνε τὸ δι­α­βα­τή­ριο μὲ μιὰ κί­νη­ση δυ­σφο­ρί­ας ἢ μη­χα­νι­κή, ἀ­μέ­σως ὅ­μως ξε­χνοῦ­σε γιὰ ποι­ὰ σύ­νο­ρα ἐ­πρό­κει­το. Ἔ­με­νε λί­γο στὸ κέν­τρο τῶν πό­λε­ων. Προ­τι­μοῦ­σε τὰ πε­ρι­θω­ρια­κὰ προ­ά­στια, ὅ­που τα πή­γαι­νε κα­λὰ μὲ τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς σκύ­λους.

         Καμ­μιὰ φο­ρὰ συ­νέ­βαι­νε νὰ τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται κά­ποι­α λε­πτο­μέ­ρεια ποὺ τοῦ χρη­σί­μευ­ε γιὰ νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ. Ἀλ­λὰ ὄ­χι πάν­τα. Ἕ­να πρω­ὶ βρέ­θη­κε δί­πλα σ’ ἕ­να κα­νά­λι καὶ πί­στε­ψε ὅ­τι ἦ­ταν στὴν Βε­νε­τί­α, ἀλ­λὰ ἦ­ταν στὴν Μπρίζ. Τὸ νὰ μπερ­δέ­ψει τὸν Ση­κουά­να μὲ τὸν Ρῆ­νο, καὶ ἀν­τί­στρο­φα, τοῦ εἶ­χε συμ­βεῖ του­λά­χι­στον σὲ τρεῖς πε­ρι­πτώ­σεις. Δὲν εἶ­χε μα­ζί του πυ­ξί­δα, πα­ρὰ προ­σα­να­το­λί­ζον­ταν μὲ βά­ση τὸν ἥ­λιο, ὅ­ταν ὅ­μως τύ­χαι­ναν βρο­χε­ρὲς μέ­ρες μὲ σκο­τει­νὸ οὐ­ρα­νὸ δὲν εἶ­χε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α πρὸς τὰ ποὺ ἔ­πε­φτε ὁ Βορ­ρᾶς. Οὔ­τε κι αὐ­τὸ τὸν ἐ­πη­ρέ­α­ζε, μιᾶς ποὺ δὲν εἶ­χε καμ­μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­τί­μη­ση γιὰ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα.

         Κά­ποι­ο με­ση­μέ­ρι κα­τά­λα­βε ὅ­τι περ­πα­τοῦ­σε στὸ Ἐλ­σίν­κι για­τί εἶ­δε ἕ­ναν τη­λε­φω­νι­κὸ θά­λα­μο ποὺ ἔ­λε­γε Puhelin. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἐ­λά­χι­στα στοι­χεῖ­α ποὺ ἤ­ξε­ρε γιὰ τὴν Φιν­λαν­δί­α. Ἄλ­λη μέ­ρα ἔ­νι­ω­σε ἕ­να ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ τρά­βηγ­μα πεί­νας στὸ στο­μά­χι καὶ ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ σα­κί­διό του λί­γο τυ­ρί. Κα­θὼς μα­σοῦ­σε μὲ ἀ­πό­λαυ­ση πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος πά­νω σε μιὰ κο­λώ­να ποὺ τοῦ ἔ­φε­ρε στὸ νοῦ τὶς στῆ­λες ἀ­πὸ πεν­τε­λι­κὸ μάρ­μα­ρο ποὺ εἶ­χε δεῖ σὲ κά­ποι­α φω­το­γρα­φί­α τοῦ Παρ­θε­νώ­να καί, ὅ­πως εἶ­ναι φυ­σι­κό, με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν συ­νειρ­μὸ συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι βρί­σκον­ταν πραγ­μα­τι­κὰ στὴν Ἀ­κρό­πο­λη. Ναί, ἦ­ταν φρι­χτὰ ἀ­φη­ρη­μέ­νος. Σὲ μιὰ ἄλ­λη πε­ρί­στα­ση χι­ό­νι­ζε καὶ γιὰ νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο μπῆ­κε μέ­σα σὲ κά­τι στο­ὲς μὲ ἐμ­πο­ρι­κὰ κα­τα­στή­μα­τα στὸ μον­τέρ­νο ὑ­πέ­δα­φος τῆς Χά­γης. Ὅ­ταν, ἕ­να τρί­μη­νο με­τά, βγῆ­κε ἀ­πὸ ἄλ­λες ὑ­πό­γειες στο­ὲς στὸ κέν­τρο τῆς Στοκ­χόλ­μης χά­ρη­κε πραγ­μα­τι­κὰ ποὺ δὲν χι­ό­νι­ζε πιά.

         Ποῦ καὶ ποῦ πή­γαι­νε στὰ ἀ­ε­ρο­δρό­μια, ἀλ­λὰ δὲν τα­ξί­δευ­ε σχε­δὸν πο­τὲ ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κῶς, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, για­τὶ ἀ­φοῦ πα­ρου­σι­ά­ζον­ταν στὸν ἀ­νά­λο­γο γκι­σὲ καὶ ἄ­φη­νε τὶς ἐ­λα­φρι­ὲς ἀ­πο­σκευ­ές του, πή­γαι­νε στὴν τα­ρά­τσα νὰ δεῖ πῶς ἀ­πο­γει­ώ­νον­ταν καὶ προ­σγει­ώ­νον­ταν τὰ με­γά­λα ἀ­ε­ρο­σκά­φη καὶ δὲν ἔ­δι­νε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ση­μα­σί­α στὰ με­γά­φω­να ποὺ ἐ­πα­να­λάμ­βα­ναν μὲ ἐ­πι­­μο­νὴ τὸ ὄ­νο­μά του.

         Κά­ποι­α φο­ρά, ὡ­στό­σο, καὶ ἄν­τε νὰ ξέ­ρει κα­νεὶς ἐ­ξαι­τί­ας ποι­οῦ πε­ρί­ερ­γου μη­χα­νι­σμοῦ, πα­ρέ­μει­νε στὴν εἴ­σο­δο τῆς θύ­ρας καὶ ἐ­πι­βι­βά­στη­κε ὑ­πά­κου­α στὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο μα­ζὶ μὲ τοὺς ὑ­πό­λοι­πους τα­ξι­δι­ῶ­τες. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὸν προ­ο­ρι­σμὸ καὶ ἔ­δει­ξε, ὑ­πά­κου­α ὡς συ­νή­θως, τὸ δια­βα­τή­ριό του, ἕ­νας ὑ­πάλ­λη­λος τοῦ Τμή­μα­τος Ἀλ­λο­δα­πῶν τὸν κοί­τα­ξε ἐ­ξε­τα­στι­κὰ καὶ τοῦ εἶ­πε: «Ἐ­λᾶ­τε μα­ζί μου». Ἐ­κεῖ­νος τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κα­λό­βο­λα δι­α­σχί­ζον­τας ἕ­ναν ἔ­ρη­μο δι­ά­δρο­μο. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν σὲ μιὰ πόρ­τα μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἡ εἴ­σο­δος», ὁ ὑ­πάλ­λη­λος τὴν ἄ­νοι­ξε καὶ τοῦ ἔ­κα­νε νεῦ­μα νὰ μπεῖ. Ἔ­τσι κι ἔ­κα­νε, ὄν­τας ἀ­προ­ε­τοί­μα­στος. Σκέ­φτη­κε νὰ πλη­σιά­σει σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι ποὺ ὑ­πῆρ­χε στὴ μέ­ση του δω­μα­τί­ου, ἀλ­λὰ ξαφ­νι­κὰ δὲν ἔ­βλε­πε τί­πο­τα. Κά­ποι­ος ἀ­πὸ πί­σω του τοῦ εἶ­χε φο­ρέ­σει μιὰ κου­κού­λα. Τό­τε μό­νο κα­τά­λα­βε ὅ­τι, ἀ­πὸ κα­θα­ρὴ ἀ­φη­ρη­μά­δα, βρί­σκον­ταν καὶ πά­λι στὴν πα­τρί­δα του.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Geografias (1984).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ὀνειρεύτηκε ὅτι ἦ­ταν κρατούμενος

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Ὀνειρεύτηκε ὅτι ἦταν κρατούμενος

(Sono que estaba preso)

 

ΚΕΙΝΟΣ Ο ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΟΣ ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Μὲ κά­ποι­ες δι­α­φο­ρὲς καὶ ἀ­πο­κλί­σεις, ἐν­νο­εῖ­ται. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, στὸν τοῖ­χο τοῦ ὀ­νεί­ρου ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἀ­φί­σα ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι. Στὸν πραγ­μα­τι­κὸ τοῖ­χο ὑ­πῆρ­χε μό­νο ἕ­νας σκοῦ­ρος λε­κὲς ἀ­πὸ ὑ­γρα­σί­α. Στὸ πά­τω­μα τοῦ ὀ­νεί­ρου ἔ­τρε­χε ἕ­να σα­μι­α­μί­δι. Ἀ­πὸ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ πά­τω­μα τὸν κοι­τοῦ­σε ἕ­νας ἀ­ρου­ραῖ­ος. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Κά­ποι­ος τοῦ ἔ­κα­νε μα­σὰζ στὴν πλά­τη καὶ ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­ζε νὰ νιώ­θει κα­λύ­τε­ρα. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ποι­ὸς ἦ­ταν, ἀλ­λὰ ἦ­ταν σί­γου­ρος ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴ μη­τέ­ρα του, ἡ ὁ­ποῖ­α σ’ αὐ­τὸ ἦ­ταν εἰ­δι­κή. Ἀ­πὸ τὴν φαρ­διὰ τζα­μα­ρί­α ἔμ­παι­νε ὁ θα­λασ­σι­νὸς ἥ­λιος καὶ ἐ­κεῖ­νος τὸν ἐ­κλάμ­βα­νε σὰν ἕ­να ση­μά­δι ἐ­λευ­θε­ρί­ας. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια δὲν ὑ­πῆρ­χε ἥ­λιος. Ὁ φεγ­γί­της μὲ τὰ κάγ­κε­λα (δύ­ο ἐ­πὶ τρί­α) ἔ­βλε­πε σ’ ἕ­να στε­νὸ ἄ­νοιγ­μα ἀ­έ­ρα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κλει­νε ἀ­π’ τὴν ἀν­τι­κρι­νὴ πλευ­ρὰ ἕ­νας σκι­ε­ρὸς τοῖ­χος. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ὅ­τι δί­ψα­γε καὶ ἔ­πι­νε ἄ­φθο­νο πα­γω­μέ­νο νε­ρό. Καὶ τὸ νε­ρὸ του ἔ­τρε­χε κα­τευ­θεί­αν ἀ­πὸ τὰ μά­τια σὲ μορ­φὴ κλά­μα­τος. Εἶ­χε συ­ναί­σθη­ση τοῦ για­τί ἔ­κλαι­γε, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε οὔ­τε κὰν στὸν ἴ­διο του τὸν ἑ­αυ­τό. Κοι­τοῦ­σε τὰ ἄ­πρα­γα χέ­ρια του, αὐ­τὰ ποὺ πρὶν ἔ­φτια­χναν προ­το­μές, πρό­σω­πα ἀ­πὸ γύ­ψο, πό­δια, κορ­μιὰ μπλεγ­μέ­να, γυ­ναῖ­κες ἀ­πὸ μάρ­μα­ρο. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε τὰ μά­τια ἦ­ταν στε­γνά, τὰ χέ­ρια βρώ­μι­κα, οἱ μεν­τε­σέ­δες σκου­ρι­α­σμέ­νοι, ὁ σφυγ­μὸς καλ­πά­ζων, τὰ πνευ­μό­νια χω­ρὶς ἀ­έ­ρα, τὸ τα­βά­νι ὑ­γρό. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἐ­πί­πε­δο ὁ κρα­τού­με­νος ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ ὀ­νει­ρευ­τεῖ ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ εἶ­δε τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ κρα­τᾶ ἕ­να πορ­τρέ­το τῆς Μι­λάγ­κρος. Δὲν τοῦ ἦ­ταν ἀρ­κε­τή, ὅ­μως, μό­νο ἡ φω­το­γρα­φί­α. Ἤ­θε­λε τὴν Μι­λάγ­κρος προ­σω­πι­κὰ καὶ ἐ­κεί­νη ἐμ­φα­νί­στη­κε μ’ ἕ­να πλα­τὺ χα­μό­γε­λο καὶ μιὰ γα­λά­ζια νυ­χτι­κιά.Τὸν πλη­σί­α­σε γιὰ νὰ τῆς τὴ βγά­λει, κι ἐ­κεῖ­νος, αὐ­τὸ ἔ­λει­πε, τῆς τὴν ἔ­βγα­λε. Ἡ γύ­μνια τῆς Μι­λάγ­κρος ἦ­ταν, φυ­σι­κά, θαυ­μά­σια καὶ τὴν δι­έ­τρε­ξε μὲ κά­θε ἑ­κα­το­στό της μνή­μης του, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τάς τη μὲ ὅ­λες του τὶς αἰ­σθή­σεις. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξυ­πνή­σει, ξύ­πνη­σε, ὅ­μως, λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν τὸν ὀ­νει­ρι­κὸ καὶ εἰ­κο­νι­κὸ ὀρ­γα­σμό. Καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νείς. Οὔ­τε φω­το­γρα­φί­α, οὔ­τε Μι­λάγ­κρος, οὔ­τε γα­λά­ζια νυ­χτι­κιά. Πα­ρα­δέ­χτη­κε ὅ­τι ἡ μο­να­ξιὰ μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­φο­ρη. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε πά­ψει νὰ κά­νει μα­σάζ, με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων για­τὶ πή­γαι­ναν χρό­νια ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει. Τὸν κυ­ρί­ευ­σε νο­σταλ­γί­α γιὰ τὸ βλέμ­μα της, τὸ τρα­γού­δι της, τὸν τρό­πο ποὺ τὸν ἔ­παιρ­νε στὰ γό­να­τά της, τὰ χά­δια της, τὶς ἐ­πι­κρί­σεις της, τὶς συ­γνῶ­μες της. Ἀγ­κά­λια­σε μό­νος του τὸν ἑ­αυ­τό του, ἀλ­λὰ ἔ­τσι δὲν ἦ­ταν τὸ ἴ­διο. Ἡ Μι­λάγ­κρος τοῦ ἔ­γνε­φε ἀν­τί­ο ἀ­πὸ κά­που μα­κριά. Ἀ­πὸ ἕ­να νε­κρο­τα­φεῖ­ο εἶ­χε τὴν ἐν­τύ­πω­ση. Ἀλ­λά, δὲν ἦ­ταν δυ­να­τόν. Ἦ­ταν ἀ­πὸ ἕ­να πάρ­κο. Στὸ κε­λὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε, ὅ­μως, πάρ­κο, ἔ­τσι ἀ­κό­μα καὶ μὲς στὸ ὄ­νει­ρο, εἶ­χε συ­ναί­σθη­ση ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μό­νο αὐ­τό: ἕ­να ὄ­νει­ρο. Ὕ­ψω­σε τὸ χέ­ρι του γιὰ νὰ τῆς πεῖ κι αὐ­τὸς ἀν­τί­ο. Τὸ χέ­ρι του, ὅ­μως, ἦ­ταν μό­νο μιὰ γρο­θιά, καὶ ὅ­πως εἶ­ναι γνω­στό, οἱ σφιγ­μέ­νες γρο­θι­ὲς δὲν ἔ­χουν μά­θει νὰ λέ­νε ἀν­τί­ο. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια, ὁ σο­μι­ὲς ποὺ ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πάν­τα τοῦ με­τέ­δω­σε ἕ­να δι­α­πε­ρα­στι­κὸ κρύ­ο. Τουρ­του­ρί­ζον­τας, κου­λου­ρι­α­σμέ­νος, προ­σπά­θη­σε νὰ ζε­στά­νει τὰ χέ­ρια του μὲ τὴν ἀ­να­πνο­ή του. Δὲν μπο­ροῦ­σε ὅ­μως ν’ ἀ­να­πνεύ­σει. Ἐ­κεῖ, στὴ γω­νί­α, ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε μὲ τὸ βλέμ­μα του, τό­σο πα­γω­μέ­νος, ὅ­σο καὶ ὁ ἴ­διος. Κού­νη­σε τὸ χέ­ρι του καὶ ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος τέν­τω­σε ἕ­να πό­δι. Ἦ­ταν πα­λιοὶ γνω­στοί. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς τοῦ πε­τοῦ­σε κα­νέ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ τὸ ἀ­παί­σιο καὶ ἀ­ξι­ο­κα­τα­φρό­νη­το πιά­το του. Ὁ ἀ­ρου­ραῖ­ος ἦ­ταν εὐ­γνώ­μων. Μ’ αὐ­τὰ καὶ μ’­αὐ­τά, ὁ κρα­τού­με­νος πε­θύ­μη­σε τὸ πρά­σι­νο, εὐ­έ­λι­κτο σα­μι­α­μί­δι τοῦ ὀ­νεί­ρου του καὶ κοι­μή­θη­κε γιὰ νὰ τὸ ξα­να­συ­ναν­τή­σει. Βρέ­θη­κε ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι τὸ σα­μι­α­μί­δι εἶ­χε χά­σει τὴν οὐ­ρά του. Ἕ­να τέ­τοι­ο ὄ­νει­ρο, δὲν ἄ­ξι­ζε νὰ τὸ ὀ­νει­ρευ­τεῖ κα­νείς. Κι, ὡ­στό­σο… κι ὡ­στό­σο, ἄρ­χι­σε νὰ με­τρά­ει μὲ τὰ δά­χτυ­λα τὰ χρό­νια ποὺ τοῦ ἔ­λει­παν. Ἕ­να, δύ­ο, τρί­α, τέσ­σε­ρα καὶ ξύ­πνη­σε. Ἦ­ταν ἕ­ξι συ­νο­λι­κὰ καὶ εἶ­χε συμ­πλη­ρώ­σει τὰ τρί­α. Τὰ μέ­τρη­σε πά­λι, ἀλ­λὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ μὲ τὰ δά­χτυ­λα ξύ­πνια. Δὲν εἶ­χε ρα­δι­ό­φω­νο, οὔ­τε ρο­λό­ι, οὔ­τε βι­βλί­α, οὔ­τε μο­λύ­βι, οὔ­τε τε­τρά­διο. Καμ­μιὰ φο­ρὰ τρα­γου­δοῦ­σε χα­μη­λό­φω­να γιὰ νὰ γε­μί­σει προ­σω­ρι­νὰ τὸ κε­νό. Κά­θε φο­ρά, ὅ­μως, θυ­μό­ταν λι­γό­τε­ρα τρα­γού­δια. Ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρὸς εἶ­χε μά­θει καὶ με­ρι­κὲς προ­σευ­χὲς ποὺ τοῦ εἶ­χε δι­δά­ξει ἡ για­γιά του. Ἀλ­λά, τώ­ρα, σὲ ποι­όν θὰ προ­σεύ­χο­ταν; Ἔ­νι­ω­θε ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νος ἀπ’ τὸ Θε­ό, δὲν ἤ­θε­λε ὅ­μως νὰ ἐ­ξα­πα­τή­σει ὁ ἴ­διος τὸν Θε­ό. Ὁ κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος καὶ ὅ­τι ἔρ­χον­ταν ὁ Θε­ὸς καὶ τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γοῦν­ταν ὅ­τι ἦ­ταν κου­ρα­σμέ­νος, ὅ­τι ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ ἀϋ­πνί­α κι αὐ­τὸ τὸν ἐ­ξαν­τλοῦ­σε, καὶ ὅ­τι καμ­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν τε­λι­κὰ κα­τά­φερ­νε νὰ συμ­φι­λι­ω­θεῖ μὲ τὸν ὕ­πνο, εἶ­χε ἐ­φιά­λτες στοὺς ὁ­ποί­ους ὁ Ἰ­η­σοῦς τοῦ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια ἀ­π’ τὸ σταυ­ρό, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος φο­ροῦ­σε κου­κού­λα καὶ δὲν τοῦ τὴν ἔ­δι­νε. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα, τοῦ ἔ­λε­γε ὁ Θε­ός, εἶ­ναι ὅ­τι Ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω Θε­ὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ν’ ἀ­πευ­θυν­θῶ. Εἶ­μαι σὰν ἕ­να ὀρ­φα­νὸ μὲ Κε­φα­λαῖ­α. Ὁ κρα­τού­με­νος ἔ­νι­ω­σε οἶ­κτο γι’ αὐ­τὸν τὸν τό­σο μό­νο καὶ ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο Θε­ό. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι, ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ἡ ἀρ­ρώ­στια τοῦ Θε­οῦ ἦ­ταν ἡ μο­να­ξιά, μιᾶς ποὺ ἡ φή­μη του ὡς ἀ­νώ­τε­ρος, ἄ­βα­τος καὶ αἰ­ώ­νιος τρό­μα­ζε τοὺς ἁ­γί­ους, τό­σο τοὺς ἐ­πί­ση­μους, ὅ­σο καὶ τοὺς ἀ­να­πλη­ρω­τές. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε καὶ θυ­μή­θη­κε ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­θεος τοῦ ἔ­φυ­γε ὁ οἶ­κτος γιὰ τὸν Θε­ό, καὶ ἔ­νι­ω­σε πιὸ πο­λὺ οἶ­κτο γιὰ τὸν ἴ­διο ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κλει­στος, μό­νος, βου­τηγ­μέ­νος στὴ λί­γδα καὶ τὴν ἀ­νί­α. Με­τὰ ἀ­πὸ ἀ­να­ρίθ­μη­τα ὄ­νει­ρα καὶ ξα­γρύ­πνι­ες ἔ­φτα­σε ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ποὺ κοι­μό­ταν καὶ τὸν τα­ρα­κού­νη­σαν χω­ρὶς τὴν σύ­νη­θη ἀ­γρι­ό­τη­τα καὶ ἕ­νας φρου­ρὸς τοῦ εἶ­πε νὰ ση­κω­θεῖ για­τὶ τοῦ εἶ­χαν πα­ρα­χω­ρή­σει τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α του. Ὁ κρα­τού­με­νος πεί­στη­κε ὅ­τι δὲν ὀ­νει­ρεύ­ο­ταν μό­νο ὅ­ταν ἔ­νι­ω­σε τὸ κρύ­ο του σο­μι­ὲ καὶ ἐ­πι­βε­βαί­ω­σε τὴν αἰ­ώ­νια πα­ρου­σί­α τοῦ ἀ­ρου­ραί­ου. Τὸν χαι­ρέ­τη­σε μὲ λύ­πη κι ὕ­στε­ρα πῆ­γε μὲ τὸν φρου­ρὸ νὰ τοῦ δώ­σουν τὰ ροῦ­χα του, λί­γα χρή­μα­τα, τὸ ρο­λό­ι, τὸ στυ­λό, ἕ­να δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι, τὰ λί­γα ποὺ τοῦ εἶ­χαν πά­ρει ὅ­ταν φυ­λα­κί­στη­κε. Στὴν ἔ­ξο­δο δὲν τὸν πε­ρί­με­νε κα­νείς. Ἄρ­χι­σε νὰ περ­πα­τά­ει. Περ­πά­τη­σε δυ­ὸ μέ­ρες στὴ διά­ρκεια τῶν ὁ­ποί­ων κοι­μό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου ἢ κά­τω ἀ­π’ τὰ δέν­τρα. Σ’ ἕ­να συ­νοι­κια­κὸ μπὰρ ἔ­φα­γε δυ­ὸ σάν­του­ιτς καὶ ἤ­πι­ε μιὰ μπύ­ρα στὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε μιὰ γεύ­ση ἀ­π’ τὸ πα­ρελ­θόν. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τε­λι­κὰ στὸ σπί­τι τῆς ἀ­δερ­φῆς του, ἐ­κεί­νη σχε­δὸν λι­πο­θύ­μη­σε ἀπ΄τὴν ἔκ­πλη­ξη. Ἔ­μει­ναν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι σχε­δὸν δέ­κα λε­πτά. Ἀ­φοῦ ἔ­κλα­ψε γιὰ λί­γο, ἐ­κεί­νη τὸν ρώ­τη­σε τί σκέ­φτον­ταν νὰ κά­νει. Ἕ­να μπά­νιο καὶ ὕ­πνο, πρὸς τὸ πα­ρόν, εἶ­μαι πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νος. Με­τὰ τὸ μπά­νιο ἐ­κεί­νη τὸν ὁ­δή­γη­σε σ’ ἕ­να δῶ­μα ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κρε­βά­τι. Ὄ­χι κα­νέ­νας βρώ­μι­κος σο­μι­ές, ἀλ­λὰ ἕ­να κα­θα­ρὸ κρε­βά­τι, μα­λα­κὸ καὶ ἀ­ξι­ο­πρε­πές. Κοι­μή­θη­κε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δώ­δε­κα συ­νε­χό­με­νες ὧ­ρες. Κα­τὰ ἕ­ναν πα­ρά­ξε­νο τρό­πο, στὴν διά­ρκεια αὐ­τῆς τῆς μα­κρό­χρο­νης ἀ­νά­παυ­σης, ὁ πρώ­ην κρα­τού­με­νος ὀ­νει­ρεύ­τη­κε ὅ­τι ἦ­ταν κρα­τού­με­νος. Μὲ σα­μι­α­μί­δι καὶ ἀπ’ ὅ­λα.

 

 

Πηγή: ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Buzondetiempo (1999).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Τὸ ἄλλο Ἐγώ

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

Τὸ ἄλλο Ἐγώ

(El otro Yo)

 

ΠΡΟΚΕΙΤΟ γιὰ ἕ­ναν συ­νη­θι­σμέ­νο νε­α­ρό: τὰ παν­τε­λό­νια του ἔ­κα­ναν πάν­τα γό­να­τα, δι­ά­βα­ζε εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­να πε­ρι­ο­δι­κά, ἔ­κα­νε θό­ρυ­βο ὅ­ταν ἔ­τρω­γε, ἔ­βα­ζε τὸ δά­χτυ­λο στὴ μύ­τη του, ρο­χά­λι­ζε ὅ­ταν τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος, τὸν ἔ­λε­γαν Ἀρ­μάν­το. Συ­νη­θι­σμέ­νο σὲ ὅ­λα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­να πράγ­μα: εἶ­χε ἄλ­λο Ἐ­γώ.

      Τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ κοι­τοῦ­σε μὲ μιὰ δό­ση ποί­η­σης στὴ μα­τιά, ἐ­ρω­τεύ­ον­ταν ἠ­θο­ποι­ούς, ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα μὲ ἐ­πι­φύ­λα­ξη, συγ­κι­νοῦν­ταν τὰ δει­λι­νά. Τὸν νε­α­ρὸ τὸν ἀ­νη­συ­χοῦ­σε πο­λὺ τὸ ἄλ­λο του Ἐ­γὼ καὶ τὸν ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­θει ἄ­σχη­μα μπρο­στὰ στοὺς φί­λους του. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ ἦ­ταν με­λαγ­χο­λι­κὸ καὶ ἐ­ξαι­τί­ας αὐ­τοῦ ὁ Ἀρ­μάν­το δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ὅ­σο ἀ­γροῖ­κος θὰ ἤ­θε­λε.

     Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα ὁ Ἀρ­μάν­το γύ­ρι­σε σπί­τι κου­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ἔ­βγα­λε τὰ πα­πού­τσια, κού­νη­σε ἀρ­γὰ τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του κι ἔ­βα­λε τὸ ρά­διο. Τὸ ρά­διο εἶ­χε Μό­τσαρτ, ἀλ­λὰ ὁ νε­α­ρὸς κοι­μή­θη­κε. Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε, τὸ ἄλ­λο Ἐ­γὼ ἔ­κλαι­γε ἀ­πα­ρη­γό­ρη­το. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ νέ­ος δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει, με­τὰ ὅ­μως πῆ­ρε τὰ πά­νω του καὶ πρό­σβαλ­λε μὲ εὐ­συ­νει­δη­σί­α τὸ ἄλ­λο Ἐ­γώ. Ἐ­κεῖ­νο δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ αὐ­το­κτό­νη­σε.

     Στὴν ἀρ­χὴ ὁ θά­να­τος τοῦ ἄλ­λου Ἐ­γὼ ἀ­πο­τέ­λε­σε ἕ­να σκλη­ρὸ χτύ­πη­μα γιὰ τὸν κα­η­μέ­νο τὸν Ἀρ­μάν­το, στὴ συ­νέ­χεια, ὅ­μως, σκέ­φτη­κε, ὅ­τι τώ­ρα ναί, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα ἀ­γροῖ­κος. Αὐ­τὴ ἡ σκέ­ψη τὸν πα­ρη­γό­ρη­σε.

     Δὲν εἶ­χαν πε­ρά­σει πα­ρὰ μο­νά­χα πέν­τε μέ­ρες ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἦ­ταν σὲ πέν­θος, ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ δρό­μο μὲ σκο­πὸ νὰ πε­ρι­φέ­ρει τὴν και­νούρ­για καὶ ἀ­πό­λυ­τη ἀ­γριά­δα του. Εἶ­δε ἀ­πὸ μα­κριὰ τοὺς φί­λους του νὰ πλη­σιά­ζουν. Αὐ­τὸ τὸν γέ­μι­σε μὲ τό­ση χα­ρὰ ποὺ ξέ­σπα­σε ἀ­μέ­σως σὲ χά­χα­να. Κι ὡ­στό­σο, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι πέ­ρα­σαν δί­πλα του, δὲν κα­τά­λα­βαν τὴν πα­ρου­σί­α του. Καὶ δὲν ἔ­φτα­νε μό­νο αὐ­τό, ἀλ­λὰ ὁ νέ­ος κα­τά­φε­ρε ν’­ἀ­κού­σει ποὺ ἔ­λε­γαν: «Τὸν κα­η­μέ­νο τὸν Ἀρ­μάν­το. Καὶ νὰ σκε­φτεῖς ὅ­τι ἔ­μοια­ζε τό­σο δυ­να­τὸς καὶ ὑ­γι­ής.»

     Ὁ νέ­ος στα­μά­τη­σε νὰ γε­λά­ει καὶ ταυ­τό­χρο­να ἔ­νι­ω­σε στὸ ὕ­ψος τοῦ στέρ­νου ἕ­να πνί­ξι­μο ποὺ ἔ­μοια­ζε ἀρ­κε­τὰ μὲ νο­σταλ­γία. Δὲν μπό­ρε­σε ὅ­μως νὰ νι­ώ­σει πραγ­μα­τι­κὴ με­λαγ­χο­λί­α, για­τί ὅ­λη τὴν με­λαγ­χο­λί­α τὴν εἶ­χε πά­ρει μα­ζί του τὸ ἄλ­λο Ἐ­γώ.

 

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ La muerte y otras sorpresas (1968).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (MarioBenedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν:  τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔμαθε νὰ γαβγίζει

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

ἄνθρωπος ποὺ ἔμαθε νὰ γαβγίζει

(El hombre que aprendio a ladrar)

 

ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ὅ­τι ἦ­ταν χρό­νια σκλη­ρῆς καὶ πραγ­μα­τι­κῆς μα­θη­τεί­ας, μὲ πα­ρο­δι­κὰ πα­ρα­στρα­τή­μα­τα κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ τὰ πα­ρα­τή­σει. Στὸ τέ­λος, θρι­άμ­βευ­σε, ὡ­στό­σο, ἡ ἐ­πι­μο­νὴ καὶ ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἔ­μα­θε νὰ γα­βγί­ζει. Ὄ­χι νὰ μι­μεῖ­ται γα­βγί­σμα­τα, ὅ­πως συ­νη­θί­ζουν νὰ κά­νουν με­ρι­κοὶ πλα­κα­τζῆ­δες, ἢ ποὺ θω­ροῦν τοὺς ἑ­αυ­τούς τους τέ­τοι­ους, ἀλ­λὰ νὰ γα­βγί­ζει κα­νο­νι­κά. Τί τὸν εἶ­χε ὠ­θή­σει σ’ αὐ­τὴν τὴν ἐκ­παί­δευ­ση; Μπρο­στὰ στοὺς φί­λους του αὐ­το­σαρ­κά­ζο­ταν μὲ χι­οῦ­μορ: «Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι γα­βγί­ζω γιὰ νὰ μὴν κλά­ψω.» Ὁ πιὸ ἰ­σχυ­ρὸς λό­γος, ὅ­μως, ἦ­ταν ἡ φραγ­κι­σκα­νι­κὴ σχε­δὸν ἀ­γά­πη του πρὸς τ’ ἀ­δέρ­φια του, τοὺς σκύ­λους. Ἀ­γά­πη ση­μαί­νει ἐ­πι­κοι­νω­νί­α.

       Πῶς ἀ­γα­πᾶ, λοι­πόν, κα­νείς, ὅ­ταν δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὸν ἄλ­λον;

      Γιὰ τὸν Ρα­ϊ­μοῦν­δο ἡ μέ­ρα ποὺ τὸ γά­βγι­σμά του ἔ­γι­νε ἐ­πι­τέ­λους κα­τα­νο­η­τὸ ἀ­πὸ τὸν Λέ­ο, τὸν σύν­τρο­φο σκύ­λο του, καὶ (κά­τι ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­πί­στευ­το) ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος κα­τά­λα­βε τὸ γά­βγι­σμα τοῦ Λέ­ο, ση­μα­το­δό­τη­σε μιὰ ἀ­πί­στευ­τη ἱ­κα­νο­ποί­η­ση. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο καὶ ὁ Λέ­ο ξά­πλω­ναν φαρ­διὰ-πλα­τιά, συ­νή­θως κα­τὰ τὸ δει­λι­νό, κά­τω στὸν κυ­κλο­φο­ρια­κὸ κόμ­βο καὶ συ­νο­μι­λοῦ­σαν πά­νω σε γε­νι­κὰ θέ­μα­τα. Πα­ρὰ τὴν ἀ­γά­πη του γιὰ τοὺς συν­τρό­φους σκύ­λους, ὁ Ρα­ϊ­μοῦν­δο δὲν εἶ­χε φαν­τα­στεῖ πο­τὲ ὅ­τι ὁ Λέ­ο εἶ­χε μιὰ τό­σο σο­φὴ ἄ­πο­ψη γιὰ τὸν κό­σμο.

      Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα πῆ­ρε τε­λι­κά το θάρ­ρος νὰ τὸν ρω­τή­σει μὲ κάμ­πο­σα ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κὰ γα­βγί­σμα­τα: «Πές μου, εἰ­λι­κρι­νά, Λέ­ο, τί γνώ­μη ἔ­χεις γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ γα­βγί­ζω;» Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ­τοῦ Λέ­ο ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ στα­ρά­τη: «Θὰ ἔ­λε­γα ὅ­τι εἶ­σαι ἀρ­κε­τὰ κα­λός, ἀλ­λὰ θὰ πρέ­πει νὰ βελ­τι­ω­θεῖς. Τὸ γά­βγι­σμά σου ἔ­χει ἀ­κό­μα ἀν­θρώ­πι­νη προ­φο­ρά.»

 

 

Πη­γή: on line ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά: www.4.loscuentos.net  

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti): Ἡ ἀγάπη τους δὲν ἦταν ἁπλὸ πράγμα

 

 

Μάριο Μπενεδέτι (Mario Benedetti)

 

ἀγάπη τους δὲν ἦταν ἁπλὸ πράγμα

(Su amor no era sencillo)

 

ΟΥΣ ΣΥΝΕΛΑΒΑΝ γιὰ προ­σβο­λὴ τῆς δη­μο­σί­ας αἰ­δοῦς. Κα­νεὶς δὲν πί­στε­ψε τὸν ἄν­τρα καὶ τὴν γυ­ναί­κα ὅ­ταν αὐ­τοὶ προ­σπά­θη­σαν νὰ δώ­σουν ἐ­ξη­γή­σεις. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­γά­πη τους δὲν ἦ­ταν ἁ­πλὸ πράγ­μα. Ἐ­κεῖ­νος ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ κλει­στο­φο­βί­α καὶ ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ ἀ­γο­ρα­φο­βί­α. Ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸ ποὺ συ­νου­σι­ά­ζον­ταν στὰ κα­τώ­φλια.

 

Δρα­μα­το­ποί­η­ση:

  

 

Πη­γή: Despistes y franquezas (Ἀ­προ­σε­ξί­ες καὶ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις, 1989).

 

Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι (Mario Benedetti) (Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος, Οὐ­ρου­γου­άη, 1920-2009). Γιὰ ἐ­κτε­νῆ ἀ­να­φο­ρὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ ἔρ­γο του βλ. Εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριας ἐ­δῶ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἰ­σπα­νί­α.

 

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Μάριο Μπενεδέτι (1920-2009)

 

 

 

Νάνσυ Ἀγγελῆ

 

Μάριο Μπενεδέτι (1920-2009)

 

ΜΑΡΙΟ ΜΠΕΝΕΔΕΤΙ εἶ­ναι ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νους καὶ πο­λυ­δι­α­βα­σμέ­νους συγ­γρα­φεῖς τῆς Λα­τι­νι­κῆς Ἀ­με­ρι­κῆς καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τῆς γε­νιᾶς τοῦ ‘45 τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης μα­ζὶ μὲ τὸν Χου­ὰν Κάρ­λος Ὀ­νέ­τι. Γεν­νή­θη­κε στὴν πό­λη Πά­σο ντὲ λὸς Τό­ρος (Paso de los Toros) τὸ 1920, ἀλ­λὰ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά του με­τα­κό­μι­σε στὸ Μον­τε­βι­δέ­ο, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­κό­μα σὲ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὰν πω­λη­τής, τα­χυ­γρά­φος, λο­γι­στής, δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Τὸ 1948 ἐκ­δί­δει τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο ὡς δο­κι­μι­ο­γρά­φος, ἐ­νῶ τὸ 1949 γρά­φει τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των γιὰ τὴν ὁ­ποί­α βρα­βεύ­ε­ται μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης, δι­ά­κρι­ση ἡ ὁ­ποί­α θὰ τοῦ ἀ­πο­νε­μη­θεῖ ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς μέ­χρι τὸ 1958 καὶ τὴν ὁ­ποί­α θὰ ἀρ­νη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κὰ λό­γῳ τῶν δι­α­φο­ρῶν του μὲ τοὺς κα­νο­νι­σμοὺς τοῦ θε­σμοῦ. Τὸ 1964 γρά­φει ὡς κρι­τι­κὸς θε­ά­τρου καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ἐ­πο­χῆς, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ξε­κι­νᾶ καὶ ἡ πο­λι­τι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα στοὺς κόλ­πους τῆς Ἀ­ρι­στε­ρᾶς. Τὸ 1971 ὀρ­γα­νώ­νει τὸ κί­νη­μα τῶν Ἀ­νε­ξάρ­τη­των Πο­λι­τῶν (Movimiento de Independientes de 26 de Marzo) καὶ τὴν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο δι­ο­ρί­ζε­ται δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ Τμή­μα­τος Ἰ­σπα­νο­α­με­ρι­κά­νι­κης Λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης. Τὸ 1973 ξε­κι­νᾶ γιὰ τὴν Οὐ­ρου­γουά­η τὸ δι­κτα­το­ρι­κὸ κα­θε­στὼς ποὺ θὰ δι­αρ­κέ­σει 11 χρό­νια, δι­ά­στη­μα κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ χώ­ρα. Ὡς ἐ­ξό­ρι­στος θὰ ζή­σει στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή, τὸ Πε­ρού, τὴν Κού­βα καὶ τὴν Ἰ­σπα­νί­α. Ἐ­πι­στρέ­φει στὴν Οὐ­ρου­γουά­η τὸ 1993. Τὸ 1986 τοῦ ἀ­πο­νέ­με­ται τὸ βρα­βεί­ο Premio Jristo Botev de Bulgaria, τὸ 1987 στὶς Βρυ­ξέλ­λες τὸ Premio Llama de Oro de Amnistia Internacional, ἐ­νῶ τὸ 1996 τι­μᾶ­ται μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Premio Morosoli de Plata de Literatura τῆς χώ­ρας του. Τὸ 1997 τοῦ ἀ­πο­νέ­με­ται τὸ βρα­βεῖ­ο Premio Leon Felipe, τὸ 1999 τὸ Premio Reina Sofia de poesia Iberoamericana, τὸ 2001 ἡ δι­ά­κρι­ση Premio Iberoamericano Jose Marti καὶ τὸ 2005 τὸ βρα­βεῖ­ο XIX Premio Internacional Menendez Pelayo. Ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ξε­χώ­ρι­σε ὡς ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κὸς τέ­χνης καὶ λο­γο­τε­χνί­ας, νο­βε­λί­στας καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας ἀ­φή­νον­τας πί­σω του πά­νω ἀ­πὸ 80 τί­τλους βι­βλί­ων, πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ 20 γλῶσ­σες.

 

Ἡ Ζω­ὴ καὶ Τὸ Ἔρ­γο Του.

Οἱ δύ­ο καλ­λι­τε­χνι­κὲς πε­ρί­ο­δοι καὶ ἡ δι­α­δρο­μὴ ἀ­πὸ τὸ «paisito» στὸν κό­σμο.

 

       Τὸ ἔρ­γο τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι χω­ρί­ζε­ται, σύμ­φω­να μὲ τοὺς με­λε­τη­τές του, σὲ δύο φά­σεις: ἡ πρώ­τη, ἡ ὁ­ποί­α ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τὸ 1945 καὶ ση­μα­το­δο­τεῖ­ται ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ La vispera indeleble, πε­ρι­λαμ­βά­νον­τας τό­σο πε­ζὰ κεί­με­να, ὅ­σο καὶ ἔμ­με­τρα (Quien de nosotros, [1953], Montevideanos, Los poemas de la oficina [1956], La tregua, Gracias por el fuego [1963]), χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸ στοι­χεῖ­ο τῆς κοι­νω­νι­κῆς κρι­τι­κῆς, ἑ­στι­α­σμέ­νη στὴν ἔν­νοι­α τῆς ἠ­θι­κῆς. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἀ­πο­κω­δι­κο­ποί­η­ση μιᾶς «ἐ­θνι­κῆς ἠ­θι­κῆς» τῆς χώ­ρας τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης καὶ τῶν κα­τοί­κων της, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πε­σι­μι­στι­κὴ μα­τιὰ τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Τὰ κου­σού­ρια τῶν Οὐ­ρου­γουα­νῶν, τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, οἱ ἀ­δυ­να­μί­ες τους, ὁ τρό­πος ποὺ σκέ­φτον­ται, ἐ­ρω­τεύ­ον­ται καὶ λει­τουρ­γοῦν,τό­σο σὲ ἐ­πί­πε­δο ἀ­τό­μι­κο, ὅ­σο καὶ συλ­λο­γι­κό, γί­νον­ται τὸ κυ­ρί­αρ­χο θέ­μα γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τα, τὶς νου­βέ­λες, τὰ ποι­ή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ τὰ κρι­τι­κὰ δο­κί­μια ποὺ θὰ γρά­ψει ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ὁ Μπε­νε­δέ­τι. Καὶ εἶ­ναι τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα, κι ὄ­χι τὰ τυ­χὸν προ­τε­ρή­μα­τα, αὐ­τὰ ποὺ θὰ δώ­σουν στὸν συγ­γρα­φέ­α τρο­φὴ γιὰ σκέ­ψη, κα­θὼς ἡ ἀ­παι­σι­ο­δο­ξί­α εἶ­ναι τὸ δεύ­τε­ρο κυ­ρί­αρ­χο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της πε­ρι­ό­δου αὐ­τῆς. «Ἕ­νας ἀ­παι­σι­ό­δο­ξος δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­νας αἰ­σι­ό­δο­ξος κα­λὰ ἐ­νη­με­ρω­μέ­νος», εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς πε­ρί­φη­μες φρά­σεις τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α δι­α­κρί­νε­ται ὄ­χι μό­νο ἡ τά­ση του πρὸς τὴν πε­σι­μι­σμό, ἀλ­λὰ ταυ­τό­χρο­να μ’­αὐ­τόν, τὸ εὐ­φυ­ές, πι­κρὸ ἴ­σως κά­ποι­ες φο­ρές, χι­οῦ­μορ του.

      Ἡ δεύ­τε­ρη φά­ση τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ του ἔρ­γου χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ τὴν πο­λι­τι­κο­ποί­η­ση τῆς σκέ­ψης του καὶ τὸ ἄ­νοιγ­μά του πρὸς νέ­ους ὁ­ρί­ζον­τες, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ στε­νὰ σύ­νο­ρα τῆς το­πι­κῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ Μον­τε­βι­δέ­ο καὶ τοῦ paisito, «τῆς μι­κρῆς του χώ­ρας», ὅ­πως ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ ἴ­διος τὴν Οὐ­ρου­γουά­η. Τὸ Εὐ­χα­ρι­στῶ γιὰ τὴ φω­τιά, (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 1996), τὸ μο­να­δι­κὸ ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ποὺ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ ὣς τώ­ρα στὰ ἑλ­λη­νι­κά, γραμ­μέ­νο τὸ 1965, εἶ­ναι καὶ τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο ποὺ θὰ συν­τε­λέ­σει στὸ χτί­σι­μο τῆς δι­ε­θνοῦς φή­μης ποὺ ἀ­πο­κτᾶ o Μπε­νε­δέ­τι, ἀ­φε­νὸς για­τὶ ἕ­να μέ­ρος τοῦ βι­βλί­ου λάμ­βα­νει χώ­ρα στὴν Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ἀ­φε­τέ­ρου για­τί εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ με­γά­λου κύ­ρους λο­γο­τε­χνι­κὸ βρα­βεῖ­ο ἀ­πὸ τὴν Κα­τα­λα­νί­α, Seix Barral.

      Οἱ σα­ρω­τι­κὲς ἀλ­λα­γὲς καὶ οἱ κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κὲς ζυ­μώ­σεις ποὺ συμ­βαί­νουν στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60 καὶ με­τά —ἡ Ἐ­πα­νά­στα­ση τῆς Κού­βας, ἡ εὐ­ρύ­τε­ρη ταύ­τι­ση μὲ τὴν Ἀ­ρι­στε­ρά, ἡ ἐμ­φά­νι­ση μιᾶς γε­νιᾶς νέ­ων καὶ και­νο­τό­μων συγ­γρα­φέ­ων, ἡ ἐκ­δο­τι­κή τους ἄν­θη­ση καὶ ἡ δι­ά­δο­σή τους στὴν Εὐ­ρώ­πη (τὸ λε­γό­με­νο «boom latinoamericano»)— θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν τὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα καὶ τοὺς πυ­λῶ­νες τῆς πο­λι­τι­κῆς συ­νεί­δη­σης τοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ ἐ­ξη­γοῦν τὴν στα­δια­κὴ με­τα­στρο­φὴ τοῦ πε­σι­μι­σμοῦ τῆς πρώ­της πε­ρι­ό­δου πρὸς τὴν αἰ­σι­ο­δο­ξία καὶ τὸν κο­σμο­πο­λι­τι­σμό.

      Τί ἦ­ταν, ὅ­μως, αὐ­τὸ ποῦ ἔ­κα­νε τὸν Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι νὰ ἀ­γα­πη­θεῖ τό­σο ὡς συγ­γρα­φέ­ας, πρω­τί­στως μέ­σα στὴν ἴ­δια του τὴ χώ­ρα, τό­σο ὥ­στε νὰ θε­ω­ρεῖ­ται σή­με­ρα, ὁ «ἐ­θνι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης»;

      Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ποὺ τε­λι­κὰ δό­θη­κε στὸ ἐ­ρώ­τη­μα αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­πως ἔ­χει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρα­φτεῖ «una razon sentimental» ποὺ δι­α­κρί­νει ὅ­λα τα ἔρ­γα του, μιὰ «συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ δι­και­ο­σύ­νη» μὲ ἄλ­λα λό­για, μιὰ ἐν­τι­μό­τη­τα στὴν κα­τά­θε­ση τῶν συ­ναι­σθη­μά­των τῶν ἡ­ρώ­ων, ἀλ­λὰ καὶ τοῦ ἴ­διου τοῦ συγ­γρα­φέ­α μέ­σῳ αὐ­τῶν. Ὁ μο­να­δι­κὰ ἄ­με­σος, λι­τὸς καὶ ταυ­τό­χρο­να ἀ­πρό­σμε­να βα­θὺς τρό­πος του νὰ δι­η­γεῖ­ται τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα, ὅ­λα ὅ­σα συμ­βαί­νουν στὴν στά­ση τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ περ­νοῦν μπρο­στὰ στὸν γκι­σὲ ἑ­νὸς τα­μεί­ου ἢ στὸ δρό­μο πρὸς τὴ δου­λειά, προσ­δί­δον­τάς τους ἕ­ναν ἐ­πί­γει­ο λυ­ρι­σμό, ἕ­να εὐ­αί­σθη­το συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ὑ­πό­βα­θρο ἀ­κρι­βεί­ας, κα­τα­φέρ­νει ὄ­χι μό­νο νὰ εἶ­ναι ρε­α­λι­στι­κός, ἀλ­λὰ καὶ νὰ ἀγ­γί­ζει προ­σω­πι­κὰ μιὰ εὐ­ρύ­τα­τη γκά­μα ἀ­να­γνω­στῶν. Ὅ­πως τὸ θέ­τει ὁ Οὐ­ρου­γουα­νὸς Jorge Ruffinelli τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Στάν­φορντ, μι­λών­τας ἐκ μέ­ρους τῆς γε­νιᾶς του, στὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’50 καὶ στὶς ἀρ­χὲς τοῦ ’60 ὁ Μπε­νε­δέτ­ι ἄ­νοι­ξε τὸν δρό­μο πρὸς τὴν αὐ­το­ε­πί­γνω­ση ἑ­νὸς ἔ­θνους ποὺ εἶ­χε μέ­χρι τό­τε συ­νη­θί­σει νὰ κοι­τά­ζει μό­νο πρὸς τὰ ἔ­ξω, ἔ­χον­τας ὡς πρό­τυ­πο τὴν Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ κουλ­τού­ρα (ἀλ­λὰ καὶ τὴν Βό­ρεια Ἀ­με­ρι­κὴ πρω­τί­στως λό­γῳ τοῦ θαυ­μα­σμοῦ πρὸς τὸν Φῶ­κνερ καὶ τὸν Χέ­μιν­γου­ε­η) καὶ τὴν τά­ση νὰ ἀ­πα­ξι­ώ­νει τὴν ἐγ­χώ­ρια πο­λι­τι­στι­κή του ταυ­τό­τη­τα. Ἡ συλ­λο­γὴ τῶν δι­η­γη­μά­των του μὲ πρω­τα­γω­νι­στὲς τοὺς κα­τοί­κους τοῦ Μον­τε­βι­δέ­ο (Montevideanos, 1959) ἔ­κα­νε τοὺς συμ­πα­τρι­ῶ­τες του νὰ στρέ­ψουν τὴν προ­σο­χή τους στὸν δι­πλα­νό τους καὶ τοὺς Οὐ­ρου­γουα­νοὺς νὰ δοῦν πραγ­μα­τι­κά, γιὰ πρώ­τη φο­ρά, ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο. Ὁ Jorge Ruffinelli συ­νε­χί­ζει, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν «Μον­τε­βι­δε­ά­νων» τοῦ Μπε­νε­δέ­τι, λέ­γον­τας ὅ­τι ἀ­φο­ροῦ­σαν στὸ πα­ρὸν καὶ ἄ­με­σο μέλ­λον τῆς ἐ­πο­χῆς ἐ­κεί­νης, ὄν­τας ἀ­παλ­λαγ­μέ­να ἀ­πὸ τὴν σύ­νη­θη ἱ­στο­ρι­κὴ προ­ο­πτι­κὴ τῆς κα­τα­γω­γῆς ἢ τῶν προ­γό­νων. Καὶ πραγ­μα­τι­κά, στὶς σε­λί­δες ποὺ ἔ­γρα­ψε, ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι πε­ρι­έ­γρα­ψε, μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να κρά­μα εὐ­αι­σθη­σί­ας καὶ σαρ­κα­σμοῦ ἀλ­λὰ καὶ τὴν ἴ­δια τὴν προ­σω­πι­κή του ἐμ­πει­ρί­α, τὴ μι­κρο­α­στι­κὴ ἠ­θι­κὴ τῆς χώ­ρας του. Τὴν γκρί, κα­τα­θλι­πτι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς με­σαί­ας ἀ­στι­κῆς τά­ξης, ἕ­να πλῆ­θος ἀ­πὸ δι­ευ­θυν­τές, το­με­άρ­χες καὶ καλ­λί­γραμ­μες γραμ­μα­τεῖς, ἕ­να πλῆ­θος ἀ­πὸ κρα­τι­κο­δί­αι­τους δη­μο­σί­ους ὑ­παλ­λή­λους κλει­σμέ­νους σὲ ἀ­σφυ­κτι­κὰ γρα­φεῖ­α μουν­τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν. Σὲ μιὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρη συ­νέν­τευ­ξή του, στὴν ἐ­ρώ­τη­ση ποῦ ἀ­πο­δί­δει ὁ ἴ­διος τὴν ἐ­πι­τυ­χί­α τῆς ποι­η­τι­κῆς συλ­λο­γῆς Poemas de oficina (προ­πομ­πὸ τῶν δι­η­γη­μά­των Mon­te­vi­de­a­nos καὶ ἴ­διας θε­μα­τι­κῆς), ὁ Μπε­νε­δέ­τι ἀ­παν­τοῦ­σε γλα­φυ­ρά: «Στὴν Οὐ­ρου­γουά­η ἀν­θοῦ­σε ἕ­να εἶ­δος ποί­η­σης μὲ γα­ζέ­λες, ζαρ­κά­δια καὶ κο­ρά­λια, ἡ ὁ­ποί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε σὰν βά­ση γιὰ τὶς λο­γο­τε­χνι­κές της με­τα­φο­ρὲς μιὰ χλω­ρί­δα καὶ μιὰ πα­νί­δα ἀ­νύ­παρ­κτες. Κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἀ­πο­δί­δω τὴν αἰφ­νί­δια αὐ­τὴ ἐ­πι­τυ­χί­α στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὸ ἀ­π’ αὐ­τὰ ποὺ γρά­φον­ταν τό­τε.»

      Ἔ­τσι, μὲ ἐ­φό­δια τὸν ἁ­πλὸ τρό­πο γρα­φῆς, ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι θλί­ψης ποὺ φυ­σοῦ­σε πάν­τα πά­νω ἀ­πὸ τὰ κεί­με­νά του καὶ μιὰ «πε­ζὴ» θε­μα­τι­κή, ὁ Μπε­νε­δέ­τι πέ­ρα­σε τὰ σύ­νο­ρά του τα­πει­νοῦ του τό­που κα­τα­γω­γῆς καὶ ἀ­γα­πή­θη­κε ὅ­σο λί­γοι σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, τὴν Ἰ­σπα­νία καὶ τὴν Εὐ­ρώ­πη, τό­σο ὥ­στε νὰ κερ­δί­σει ἐ­πά­ξια τὸν τί­τλο τοῦ «ἐκ­δο­τι­κοῦ φαι­νο­μέ­νου».

 

Πο­λι­τι­κὴ Δρα­στη­ρι­ό­τη­τα- Ἐ­ξο­ρί­α- Ἐ­πα­να­πα­τρι­σμός

 

      Ἡ πο­λι­τι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι συ­νο­ψί­ζε­ται σχη­μα­τι­κὰ σὲ δύο γε­γο­νό­τα: τὴν ἵ­δρυ­ση ἐκ μέ­ρους του τοῦ κι­νή­μα­τος τῶν Ἀ­νε­ξάρ­τη­των Πο­λι­τῶν τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης (Μovimiento de los Ιn­de­pen­dien­tes del 26 de marzo, 1971) λί­γο πρὶν ξε­σπά­σει στὴ χώ­ρα του ἡ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ 1973 καὶ τὴν ἀ­μέ­ρι­στη βο­ή­θειά του στὴν Ἐ­πα­νά­στα­ση τῆς Κού­βας (ὡς πο­λι­τι­κὸς ἐ­ξό­ρι­στος δι­ε­τέ­λε­σε μέ­λος τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου τοῦ Κέν­τρου Λο­γο­τε­χνι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Κού­βας, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἵ­δρυ­σε ὁ ἴ­διος τὸ 1968), συμ­βὰν κο­σμο­ϊ­στο­ρι­κῆς ση­μα­σί­ας γιὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πέ­δρα­σε βα­θιὰ σὲ ὅ­λους τοὺς πο­λί­τες της. Ἀ­να­φέ­ρου­με ἐ­δῶ τὴν πο­λι­τι­κὴ ἰ­δε­ο­λο­γί­α καὶ συ­νεί­δη­ση τοῦ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι σὲ συ­νάρ­τη­ση μὲ τὴ ζω­ὴ μὲ τὸ ἔρ­γο του, ἀ­φε­νὸς για­τὶ ἀ­πο­τέ­λε­σε ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς δι­α­νο­ού­με­νους τῆς χώ­ρας του μὲ ση­μαν­τι­κὴ δρά­ση στὸν το­μέ­α αὐ­τό, ἀ­φε­τέ­ρου για­τὶ οἱ πο­λι­τι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς ἀρ­χές του δι­έ­πουν ἔκ­δη­λα τὰ κεί­με­νά του καὶ τοὺς προ­βλη­μα­τι­σμούς του ὡς συγ­γρα­φέ­α.

      Ὅ­πως ἔ­χει δη­λώ­σει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ὁ ἴ­διος: «Θὰ πρέ­πει νὰ εἶ­μαι ἕ­να ἀπὸ τὰ λι­γό­τε­ρο θρη­σκευ­ό­με­να ἄ­το­μα στὸν κό­σμο. Ἡ μό­νη ἄ­ξια θρη­σκεί­α γιὰ μέ­να εἶ­ναι ἡ συ­νεί­δη­ση.»

      Οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τοῦ La muerte y otras sorpresas, 1968 καὶ Buzon de tiempo, 1999 ἀ­πο­τε­λοῦν, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα τῆς πο­λι­τι­κο­ποί­η­σης τῶν θε­μά­των του.

      Ὁ Ruffinelli ἀ­να­φέ­ρει ἐ­πὶ τοῦ θέ­μα­τος, «ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ἀ­πο­τέ­λε­σε, ὅ­πως εἶ­χαν ἀ­πο­τε­λέ­σει πολ­λοὶ ἄλ­λοι πρὶν ἀ­π’ αὐ­τόν, τὴ γέ­φυ­ρα ἀ­νά­με­σα στὸ νη­σὶ τῆς Κού­βας καὶ τὴν ὑ­πό­λοι­πη Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, ἀλ­λὰ καὶ τὴ ση­μαν­τι­κό­τε­ρη, ἴ­σως, λο­γο­τε­χνι­κὴ φι­γού­ρα τῆς γε­νιᾶς του ποὺ ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Γκαρ­θί­α Μάρ­κες, τὴν εὐ­θύ­νη νὰ δι­α­δό­σει τὶς ἰ­δέ­ες καὶ τὸ μή­νυ­μα τῆς Ἀ­ρι­στε­ρᾶς, ἂν καὶ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δὲν ἔ­γρα­ψε στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πο­τὲ δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὰ-πο­λι­τι­κὰ κεί­με­να».

      Ἡ ἑν­τε­κά­χρο­νη ἐ­ξο­ρί­α, ἔ­δω­σε στὸν Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι τὸ ἐ­ρέ­θι­σμα γιὰ πολ­λὰ ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα ποὺ ἔ­γρα­ψε καὶ τὴν εὐ­και­ρί­α, πα­ρὰ τὴν τρα­γι­κό­τη­τα τῶν πε­ρι­στά­σε­ων, νὰ τα­ξι­δέ­ψει καὶ νὰ βγεῖ ἐ­κτὸς τῶν συ­νό­ρων τῆς πα­τρί­δας του. Στὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ ποὺ κά­νει ὁ ἴ­διος ἀρ­κε­τὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ ἀ­φορ­μὴ μιὰ σχε­τι­κὴ μὲ τὸ θέ­μα τοῦ ἐκ­πα­τρι­σμοῦ του ἐ­ρώ­τη­ση στὴν συ­νέν­τευ­ξή του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Clarin τὸ 2000, ὁ ὀ­γδον­τά­χρο­νος πιὰ Μπε­νε­δέ­τι ἀ­παν­τᾶ: «Θὰ προ­τι­μοῦ­σα νὰ μὴν εἶ­χε χρεια­στεῖ νὰ ἐκ­πα­τρι­στῶ, κι ὡ­στό­σο, κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο ἡ ἐ­ξο­ρί­α μὲ βο­ή­θη­σε. Ὁ κό­σμος ἄρ­χι­σε νὰ δεί­χνει ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ τὰ βι­βλί­α μου, ἔ­γι­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­γνω­ρί­σι­μος καὶ αὐ­τὸ μοῦ ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ ἀ­πο­κτή­σω καὶ μιὰ σχε­τι­κὴ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἄ­νε­ση. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἔ­μα­θα πολ­λὰ ἀ­πὸ τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς λα­οὺς ποὺ γνώ­ρι­σα στὶς δι­ά­φο­ρες χῶ­ρες ποὺ χρει­ά­στη­κε νὰ ζή­σω, ἀ­πὸ τὶς κυ­βερ­νή­σεις, ὄ­χι, για­τί κα­νεὶς δὲν μα­θαί­νει πο­τὲ τί­πο­τα ἀ­π’ αὐ­τές, ἀ­π’ τοὺς λα­ούς, ὅ­μως, ναί». Καρ­πὸς τῶν χρό­νων αὐ­τῶν ἀ­πο­τέ­λε­σε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Geografias, 1984, τὸ δι­ά­στη­μα ποὺ ἔ­ζη­σε στὴν Ἰ­σπα­νί­α, Despistes y franquezas, 1989, [Ἀ­προ­σε­ξί­ες καὶ ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις], Buzon de tiempo 1999, [Τὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο τοῦ χρό­νου], ἀλ­λὰ καὶ ἡ ἀν­θο­λο­γί­α Del Amor y del Exilio, 2002, [Πε­ρὶ ἔ­ρω­τος καὶ ἐ­ξο­ρί­ας] ποὺ συγ­κεν­τρώ­νει ὅ­λα τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ συγ­γρα­φέ­α τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­πι­ά­νον­ται μὲ τὶς δύο θε­μα­τι­κὲς ὅ­πως φα­νε­ρώ­νει ὁ ἴ­διος ὁ τί­τλος τοῦ βι­βλί­ου.

      Ὅ­σο γιὰ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ στὴν πα­τρί­δα; Αὐ­τή, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λη ἀ­πὸ τὴν φυ­γή. Ἴ­σως γι’ αὐ­τό, γιὰ νὰ πε­ρι­γρά­ψει ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ τὸ συ­ναί­σθη­μα, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πι­νό­η­σε μιὰ νέ­α λέ­ξη, τὸ πε­ρί­φη­μο «desexilio», ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ ἀν­τι-ε­ξο­ρί­α, ἐ­ξο­ρί­α ἀ­π’ τὴν ἀ­νά­πο­δη, για­τὶ ὅ­ταν κα­νεὶς γυ­ρί­ζει «ἔ­χει ἀλ­λά­ξει μέ­χρι καὶ τὸ το­πί­ο, μέ­χρι καὶ τὸ βλέμ­μα τοῦ κό­σμου». Τε­λει­ώ­νει, ἄ­ρα­γε, πο­τὲ ἡ ἐ­ξο­ρί­α; Ἂν καὶ τυ­πι­κὰ ἡ δι­κή του ἔ­λα­βε τέ­λος τὸ 1993, ὁ ἴ­διος ἀ­παν­τᾶ, μᾶλ­λον ὄ­χι, συμ­πλη­ρώ­νον­τας τὴ φρά­ση του μὲ τὰ λό­για τοῦ Κο­λομ­βια­νοῦ ποι­η­τῆ, Alvaro Mutis, πὼς «εἶ­ναι κα­νεὶς κα­τα­δι­κα­σμέ­νος νὰ πα­ρα­μεί­νει γιὰ πάν­τα ἐ­ξό­ρι­στος».

      Καί, τε­λι­κά, ποῦ βρί­σκε­ται ἡ πα­τρί­δα κά­ποι­ου με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὴ τὴ δι­α­δρο­μή;

      Ὁ Μά­ριο Μπε­νε­δέ­τι ἀ­παν­τᾶ, δα­νει­ζό­με­νος τὰ λό­για τοῦ Κου­βα­νοῦ Jose Marti:

      «La patria es la humanidad», πα­τρί­δα εἶ­ναι ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα.

 

[Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ συ­νέν­τευ­ξη στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Clarin μὲ ἀ­φορ­μὴ τὰ ὀ­γδο­η­κο­στὰ γε­νέ­θλια τοῦ συγ­γρα­φέ­α στὸν πα­ρα­κά­τω σύν­δε­σμο:

http://edant.clarin.com/diario/especiales/benedetti/nota1.htm ]

  

 

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, Institut Virtual Internacional de Traduccio, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Με­τα­φρά­σεις της ἐ­πι­λεγ­μέ­νων ποι­η­μά­των τοῦ με­γά­λου σύγ­χρο­νου ἰ­σπα­νοῦ ποι­η­τῆ Ἄν­χελ Γκον­θά­λεθ ἔ­χει φι­λο­ξε­νή­σει τὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ γιὰ τὴν ποί­η­ση «Ποι­εῖν», ἐ­νῶ ἑ­τοι­μά­ζει καὶ τὴ με­τά­φρα­ση ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ἀ­πὸ τὴ Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ ποὺ πρό­κει­ται νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σει ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Κέ­δρος. Ζεῖ μό­νι­μα στὴν Ἱ­σπα­νί­α.