Ρό­ουζ Ἀν­τερ­σεν (Rose Andersen): Τὸ δῶ­ρο



Ρό­ουζ Ἀν­τερ­σεν (Rose Andersen)


Τὸ δῶ­ρο

(The Gift)


ΛΟΥΣΥ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος. Τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ τὴν εἶ­χε ἀ­φή­σει ἔκ­θαμ­βη, για­τί δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ θυ­μη­θεῖ κα­μί­α πρά­ξη της ποὺ νὰ ὁ­δη­γοῦ­σε σ’ ἕ­να τέ­τοι­ο ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἀλ­λὰ τὸ πῆ­ρε ψύ­χραι­μα. Ἡ ζω­ή της εἶ­χε ἀλ­λά­ξει ἐ­λά­χι­στα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι κοι­μό­ταν, ἔ­χε­ζε κι ἔ­τρω­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Τὸ ἀ­γρό­κτη­μα ἐ­κτει­νό­ταν σι­ω­πη­λὸ γύ­ρω της ὅ­σο ἡ κοι­λιά της φού­σκω­νε. Ξυ­πνοῦ­σε κα­θη­με­ρι­νὰ ἀ­πὸ τὰ ἐ­λα­φριὰ κλω­τσή­μα­τα τῆς ἀ­γέν­νη­της κό­ρης της στὰ ἤ­δη με­λα­νι­α­σμέ­να της πλευ­ρὰ καὶ ἀ­να­κά­λυ­πτε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἀ­κό­μα σὲ θέ­ση νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει. Τί ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ παι­διά; Τῆς ἄ­ρε­σε ποὺ ἦ­ταν μό­νη, μὲ φύ­λα­κες τὰ βου­νὰ καὶ τὴ φι­λεύ­σπλα­χνη γῆ ν’ ἀ­κού­ει τὶς σι­ω­πη­λές της σκέ­ψεις.

       Τὶς νύ­χτες ὀ­νει­ρευ­ό­ταν ἐ­ρη­μι­κὲς ἀμ­μου­δι­ές, ἕ­ναν ἄ­νε­μο ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ξε­φύ­γει καὶ ἄ­πια­στα ἄ­γρια ἄ­λο­γα. Τὴ μέ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κε ἡ κό­ρη της, ἡ Λού­συ ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο ὄ­νει­ρο, τὸ κρε­βά­τι της μου­σκε­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ξαφ­νι­κή, ἐ­πι­τα­κτι­κὴ ἀ­νάγ­κη τοῦ σώ­μα­τός της νὰ φέ­ρει στὸν κό­σμο τὴν κό­ρη της. Ἡ Λού­συ κά­θη­σε ἀ­να­κού­κουρ­δα στὴ μπα­νι­έ­ρα ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ πό­δια τοῦ κρε­βα­τιοῦ, σφί­χτη­κε καὶ ἄρ­χι­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει. Κα­νεὶς δὲν τὴν ἄ­κου­σε, ὅ­λοι οἱ συγ­γε­νεῖς της εἶ­χαν πε­θά­νει πρὸ πολ­λοῦ καὶ τὸ σπί­τι της ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ βα­θιὰ στὸ δά­σος γιὰ νὰ φτά­σει κα­νεὶς ὣς ἐ­κεῖ.

       Ἔ­μει­νε ἔκ­πλη­κτη ὅ­ταν αὐ­τὸ ποὺ γλί­στρη­σε ἀ­πὸ μέ­σα της ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἕ­να που­λά­ρι. Ἡ Λού­συ δὲν θυ­μό­ταν νὰ εἶ­χε πά­ει πο­τὲ μὲ ἄ­λο­γο, ἀλ­λὰ ἔ­νι­ω­σε ἀ­να­κού­φι­ση ποὺ αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν ὁ ἀ­πό­γο­νός της. Μιὰ μά­να ξέ­ρει. Ἔ­κα­νε ὅ,τι τῆς εἶ­χε δι­δά­ξει ὁ πα­τέ­ρας της κά­θε φο­ρὰ ποὺ γεν­νοῦ­σε κά­ποι­ο ζῶ­ο τοῦ ἀ­γρο­κτή­μα­τος. Σκού­πι­σε τὶς βλέν­νες ἀ­π’ τὸ στό­μα τῆς κό­ρης της καὶ τὴν ἀ­πό­θε­σε ἁ­πα­λὰ στὸ πά­τω­μα τοῦ μπά­νιου γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ ἐμ­βρυϊ­κὸ σμῆγ­μα ποὺ κά­λυ­πτε τὴν ἁ­πα­λὴ ἐ­πι­δερ­μί­δα της. Προ­σπά­θη­σε νὰ βο­η­θή­σει τὸ που­λά­ρι νὰ στα­θεῖ στὰ πό­δια του καὶ με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὲς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες προ­σπά­θει­ες, ἡ κό­ρη της περ­πα­τοῦ­σε. Ἴ­σως αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ο δῶ­ρο, σκέ­φτη­κε ἡ Λού­συ, μιᾶς καὶ εἶ­χε ζή­σει γιὰ τό­σο και­ρὸ τό­σο μό­νη.

       Ἡ Λού­συ ἄρ­χι­σε νὰ τὴν ἐ­ξε­τά­ζει, κοί­τα­ξε τὶς ὁ­πλὲς καὶ τὰ πό­δια της, τ’ ἀ­φτιὰ καὶ τὰ μά­τια της. Κά­θη­σε, σταύ­ρω­σε τὰ πό­δια της, καὶ γλί­στρη­σε ἁ­πα­λὰ τὰ δά­χτυ­λά της στὸ στό­μα τῆς κό­ρης της γιὰ νὰ με­τρή­σει τὰ δόν­τια της. Ἄ­κου­γε ἕ­ναν πα­ρά­ξε­νο θό­ρυ­βο ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ τὸ στό­μα τοῦ που­λα­ριοῦ. Κρα­τών­τας τὰ τρε­μά­με­να χεί­λη του, ἡ Λού­συ πε­ρι­ερ­γά­στη­κε τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ καὶ εἶ­δε ἕ­να σύμ­παν, ἕ­να σω­ρὸ ἀ­στέ­ρια ποὺ στρο­βι­λι­ζό­ταν, δέ­σμες γα­λά­ζιου καὶ χρυ­σοῦ καὶ ἄ­πει­ρο χῶ­ρο στὸν ὁ­ποῖ­ο βυ­θι­ζό­ταν μιὰ γλώσ­σα ποὺ νό­μι­ζε πὼς γνώ­ρι­ζε.

       Ἡ Λού­συ ἀ­να­λο­γί­στη­κε αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε μπρο­στά της, τὴν κό­ρη της καὶ τὸν κό­σμο. Σκέ­φτη­κε αὐ­τὸ ποὺ ἐ­κτει­νό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο. Τὰ βου­νὰ τὴν κα­λοῦ­σαν καὶ ἡ γῆ ψι­θύ­ρι­ζε μὲ λα­χτά­ρα, ἀλ­λὰ τὸ τρα­γού­δι τοῦ που­λα­ριοῦ κυ­ρί­ευ­σε τὸ σῶ­μα τῆς Λού­συ. Ἄ, σκέ­φτη­κε, αὐ­τὸ εἶ­ναι, λοι­πόν, ἡ ἀ­γά­πη καὶ σκαρ­φά­λω­σε μέ­σα στὸ στό­μα τῆς κό­ρης της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα http://journal.gonelawn.net/issue26/Andersen.php.

Ρό­ουζ Ἀν­τερ­σεν (Rose Andersen) εἶ­ναι τε­λει­ό­φοι­τος τοῦ με­τα­πτυ­χια­κοῦ προ­γράμ­μα­τος Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A program) τοῦ Ἰν­στι­τού­του Τε­χνῶν California Institute of Arts. Ἡ δι­πλω­μα­τι­κή της ἐρ­γα­σί­α πρό­κει­ται νὰ ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ ἑ­πό­με­νο φλι­τζά­νι κα­φέ. Γρά­φει ὑ­πὸ τὴν ἁ­πα­λὴ μου­σι­κὴ τῶν ρο­χα­λη­τῶν τοῦ μπό­στον τε­ρι­έ της, Σάρ­λοτ, καὶ κα­τα­φέρ­νει νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς ἱ­στο­ρί­ες της πα­ρὰ τὴ βρο­χὴ ἀ­πὸ λε­κτι­κὰ παι­χνί­δια τοῦ συν­τρό­φου της, Τζός. Τῆς ἄ­ρε­σει νὰ γρά­φει ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα καὶ ἀλ­λό­κο­τες ἱ­στο­ρί­ες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/


			

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Βί­ος καὶ Πο­λι­τεί­α τῶν Ἁ­γί­ων Ἐν­νε­νή­κον­τα Ἐν­νέ­α Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων Ἡ­μῶν



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Βί­ος καὶ Πο­λι­τεί­α

τῶν Ἁ­γί­ων Ἐν­νε­νή­κον­τα Ἐν­νέ­α Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων Ἡ­μῶν

(ὧν ἐ­πι­ση­μό­τε­ρός ἐ­στιν ὁ Θεῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης

ὁ κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν Ἐ­ρη­μί­της κα­λού­με­νος)

τῶν ἐν τῇ Νή­σῳ Κρή­τῃ Ἀ­σκη­σάν­των καὶ σω­θέν­των

ἑ­ορ­τα­ζόν­των τῇ 7 Ὀ­κτω­βρί­ου.

Μεταγραφεὶς παρὰ Νικηφόρου Ἱερομονάχου τοῦ Χίου)


ΥΤΟΣ ὁ Ὅ­σιος Πα­τὴρ ἡ­μῶν Ἰ­ω­άν­νης, ἦ­τον γέν­νη­μα καὶ θρέμ­μα τῆς Αἰ­γύ­πτου, με­τὰ καὶ ἄλ­λων τρι­ά­κον­τα πέν­τε Ὁ­σί­ων, οἵ τι­νες ἀ­να­χω­ρή­σαν­τες, διὰ ἀ­γά­πην Χρι­στοῦ, ἀ­πὸ τὴν πα­τρί­δα των, ἦλ­θον εἰς τὴν Κύ­προν, καὶ ἐ­κεῖ εἰς ὀ­λί­γον και­ρὸν εὐ­γῆ­κεν ἡ φή­μη των εἰς ὅ­λον τὸ Νη­σί­ον, καὶ συ­νέ­τρε­χον πολ­λοί, καὶ ὅ­λοι οἱ προ­σερ­χό­με­νοι ὠ­φε­λοῦν­το ψυ­χι­κῶς καὶ σω­μα­τι­κῶς, δι­ό­τι πολ­λοὶ ἀ­σθε­νεῖς καὶ κα­κῶς ἔ­χον­τες ἐ­θε­ρα­πεύ­ον­το. Εἰς αὐ­τὸ γοῦν τὸ Νη­σί­ον τῆς Κύ­πρου εὑ­ρί­σκον­το καὶ ἄλ­λοι τρι­ά­κον­τα ἐν­νέ­α Πα­τέ­ρες, εἰς δι­α­φό­ρους τό­πους ἀ­σκη­τι­κῶς πο­λι­τευ­ό­με­νοι, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­κού­σαν­τες τὴν ἀ­ρε­τὴν τῶν Ὁ­σί­ων τού­των τῶν ἐλ­θόν­των ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γυ­πτον, ἐ­πῆ­γον καὶ αὐ­τοί, καὶ ἀν­τα­μώ­θη­σαν ὅ­λοι, καὶ ἐ­ζοῦ­σαν ζω­ὴν ἐ­νά­ρε­τον καὶ ἀ­σκη­τι­κήν· ἀ­νε­χώ­ρη­σαν δὲ πά­λιν ἀ­πὸ τὴν Κύ­προν, ἦλ­θον εἰς Ἀτ­τά­λειαν, καὶ ἐ­κεῖ πά­λιν εὑ­ρῆ­καν ἄλ­λους εἴ­κο­σι τέσ­σα­ρας Μο­να­χούς,(1) καὶ ἀν­τα­μώ­θη­σαν μὲ αὐ­τοὺς καὶ ἐ­κεῖ­νοι οἱ εἴ­κο­σι τέσ­σα­ρες, καὶ ἔ­γι­νεν ὁ χο­ρὸς τῶν Ὁ­σί­ων Πα­τέ­ρων ἐν­νε­νή­κον­τα ἐν­νέ­α· καὶ μὴ θαυ­μά­ση­τε πῶς δὲν ἦ­σαν σω­στοὶ ἑ­κα­τόν, δι­ό­τι εἶ­χον τὸν Χρι­στὸν διὰ κε­φα­λήν των, καὶ οὕ­τως ἦ­σαν πά­λιν σω­στοὶ ἑ­κα­τόν. Ἀ­φ’ οὗ δὲ ἔ­κα­μαν με­ρι­κὸν και­ρὸν ἐ­κεῖ εἰς τὴν Ἀτ­τά­λειαν, πα­ρε­κά­λουν τὸν Θε­ὸν νὰ τοὺς ὁ­δη­γή­σῃ εἰς τό­πον ἁρ­μό­διον, νὰ μὴ τοὺς βλέ­πουν οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ τοὺς ἐ­παι­νοῦν καὶ δο­ξά­ζουν, δι­ό­τι πολ­λὰ τοὺς εὐ­φη­μοῦ­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι τοῦ τό­που ἐ­κεί­νου, καὶ τοὺς ἐ­θαύ­μα­ζαν. Βλέ­πων δὲ ὁ Θε­ὸς τὸν πό­θον ὁ­ποῦ εἶ­χον νὰ ἡ­συ­χά­σουν, ὡ­δή­γη­σεν αὐ­τοὺς ν’ ἀ­να­χω­ρή­σουν ἀ­πὸ τὴν Ἀτ­τά­λειαν, καὶ νὰ ἔλ­θουν εἰς τὴν Κρή­την. Ἐμ­βαί­νων­τες λοι­πὸν ὅ­λοι εἰς ἕ­να κα­ρά­βι, ἦλ­θον εἰς ὀ­λί­γας ἡ­μέ­ρας εἰς τὴν πο­θου­μέ­νην των Κρή­την· ἔ­τυ­χεν ὅ­μως ἐ­ναν­τί­ος ἄ­νε­μος, ἀ­φ’ οὗ ἐ­πλη­σί­α­σαν εἰς τὴν Κρή­την· καὶ διὰ τοῦ­το δὲν ἠμ­πό­ρε­σαν νὰ ἀ­ρά­ξουν ἐ­κεῖ, μά­λι­στα ἐ­κιν­δύ­νευ­ε νὰ συν­τρι­φθῇ τὸ κα­ρά­βι· καὶ τοῦ­το ὅ­λον γέ­γο­νεν, ἵ­να δεί­ξῃ ὁ Θε­ὸς τὴν δύ­να­μίν του εἰς τοὺς Κρη­τι­κούς, καὶ νὰ δεί­ξῃ πῶς πλέ­ον ἠμ­πο­ρεῖ νὰ βο­η­θῇ εἰς τοὺς δού­λους του, μὲ κομ­μά­τι ῥα­βδὶ καὶ ῥά­σον (κα­θὼς θέ­λε­τε ἀ­κού­ση πῶς ἔ­κα­μεν εἰς τὸν Ὅ­σιον Ἰ­ω­άν­νην) πα­ρὰ ὁ­ποῦ ἠμ­πο­ροῦν νὰ βο­η­θοῦν σπα­θί­α καὶ κον­τά­ρια, εἰς τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ Κρη­τι­κοὶ εἶ­χον τό­τε τὸ θάῤ­ῥος των. Ἐ­πει­δὴ λοι­πὸν δὲν ἠμ­πο­ροῦ­σαν, ἀ­πὸ τὸν πο­λὺν ἄ­νε­μον νὰ πιά­σουν καὶ νὰ ἀ­ρά­ξουν εἰς τὴν Κρή­την, ἔ­δρα­μον εἰς τὸ ἀν­τί­πε­ρα Νη­σά­κι, ὁ­ποῦ ὀ­νο­μά­ζε­ται Γαῦ­δος (τὸ ὁ­ποῖ­ον εἶ­ναι μα­κρὰν ἀ­πὸ τὴν Κρή­την μί­λια τεσ­σα­ρά­κον­τα) καὶ ἐ­κεῖ ἔ­κα­μαν ἡ­μέ­ρας εἰ­κο­σι­τέσ­σα­ρας· εἶ­τα γε­νο­μέ­νης γα­λή­νης, ἐμ­βῆ­καν πά­λιν εἰς τὸ κα­ρά­βι καὶ ἦλ­θον εἰς τὴν Κρή­την.

       Θέ­λων ὅ­μως ὁ Θε­ὸς νὰ δο­ξά­σῃ τὸν Ἅ­γιον Ἰ­ω­άν­νην, καὶ νὰ φα­νε­ρώ­σῃ εἰς τοὺς ἀν­θρώ­πους τὴν ἀ­ρε­τήν του, τὸν ἐ­σκέ­πα­σεν ἐ­κεῖ ὁ­ποῦ ἐ­κοι­μᾶ­το, καὶ δὲν τὸν εἶ­δαν, οἱ ἄλ­λοι Ἀ­δελ­φοὶ ὅ­ταν ἀ­νε­χώ­ρη­σαν, καὶ οὕ­τως ἀ­πέ­μει­νεν ἐ­κεῖ εἰς τὴν Γαῦ­δον· καὶ τοῦ­το ἦ­τον (ὡς εἴ­πο­μεν) θέ­λη­μα Θε­οῦ, διὰ νὰ γέ­νῃ τὸ πα­ρά­δο­ξον καὶ φο­βε­ρὸν θαῦ­μα, ὁ­ποῦ θέ­λε­τε ἀ­κού­σῃ. Ἀ­φ’ οὗ λοι­πὸν εὐ­γῆ­καν οἱ εὐ­λο­γη­μέ­νοι Πα­τέ­ρες εἰς τὴν Κρή­την, ἀ­νε­ζή­τη­σαν τὸν Ἰ­ω­άν­νην, καὶ μὴ εὑ­ρόν­τες αὐ­τόν, ἐ­γνώ­ρι­σαν ὅ­τι ἔ­μει­νεν εἰς τὴν Γαῦ­δον, καὶ στα­θέν­τες με­τὰ με­γά­λης καὶ ἀ­δι­στά­κτου πί­στε­ως πρὸς τὸν Θε­όν, ἐ­φώ­να­ξαν ἀ­πὸ τὴν Κρή­την εἰς τὴν Γαῦ­δον, Ἀ­δελ­φὲ Ἰ­ω­άν­νη, ἐλ­θὲ πρὸς ἡ­μᾶς ἀ­φό­βως, καὶ μὴ δει­λιά­σῃς. Ἔρ­χε­ται λοι­πὸν ὁ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης εἰς τὸν αἰ­για­λόν, καὶ προ­σευ­ξά­με­νος, καὶ εἰ­πὼν τὸ Ἅ­γιον Σύμ­βο­λον τῆς Πί­στε­ως, καὶ ἄλ­λα κα­τα­νυ­κτι­κά, ψαλ­μοὺς καὶ τρο­πά­ρια, καὶ σφρα­γί­σας τὴν θά­λασ­σαν μὲ τὸ Ση­μεῖ­ον τοῦ Σταυ­ροῦ, ἥ­πλω­σε τὸ ῥά­σον του ἐ­πά­νω εἰς τὰ ὕ­δα­τα· ποι­ή­σας ἔ­πει­τα καὶ εἰς τὸν ἑ­αυ­τόν του τὸ Ση­μεῖ­ον τοῦ Σταυ­ροῦ, ἀ­νέ­βη καὶ ἐ­κά­θι­σεν ἐ­πά­νω εἰς τὸ ῥά­σον του, ὡ­σὰν εἰς πλοῖ­ον, καὶ προ­σευ­χό­με­νος αὐ­τὸς ἐν τῇ θα­λάσ­σῃ, καὶ οἱ ἄλ­λοι Ἀ­δελ­φοὶ ἐν τῇ ξη­ρᾷ, ἤρ­χι­σε νὰ πλέ­ῃ ἀ­πὸ τρί­της ὥ­ρας τῆς ἡ­μέ­ρας, καὶ ἕ­ως τῆς ἕ­κτης ἔ­φθα­σεν ἀ­βλα­βὴς (ὢ τοῦ θαύ­μα­τος!) εἰς τὴν Κρή­την, καὶ δί­δων αὐ­τοῦ ὁ πρῶ­τος τῶν Ἀ­δελ­φῶν τὴν δε­ξιάν του, εὐ­γῆ­κεν ἔ­ξω, καὶ ἀ­σπα­ζό­με­νοι αὐ­τὸν ἅ­παν­τες οἱ Ἀ­δελ­φοὶ ἔ­ψαλ­λον «Τῷ συν­δέ­σμῳ τῆς ἀ­γά­πης συν­δε­ό­με­νοι οἱ ἀ­νά­ξιοι, τῷ δε­σπό­ζον­τι τῶν ὅ­λων, ἑ­αυ­τοὺς Χρι­στῷ ἀ­να­θέ­με­νοι, εὐ­αγ­γε­λι­ζό­με­νοι πᾶ­σιν εἰ­ρή­νην.» Πα­ρά­δο­ξον καὶ ὑ­περ­φυ­ὲς φαί­νε­ται τοῦ­το τὸ θαῦ­μα, καὶ εἶ­ναι τῇ ἀ­λη­θεί­ᾳ πα­ρά­δο­ξον, ἀλ­λὰ ὄ­χι καὶ ἀ­νώ­τε­ρον ἀ­πὸ τὴν δύ­να­μιν τῆς Πί­στε­ως· ἐ­πει­δὴ οὕ­τω ὑ­πό­σχε­ται ὁ Ποι­η­τὴς τῆς Κτί­σε­ως Χρι­στός, εἰς τοὺς πρὸς αὐ­τὸν πι­στεύ­ον­τας· «ὁ πι­στεύ­ων εἰς ἐ­μέ, τὰ ἔρ­γα ἃ ἐ­γὼ ποι­ῶ, κᾀ­κεῖ­νος ποι­ή­σει, καὶ μεί­ζο­να τού­των ποι­ή­σει» · καί, «ἐ­ὰν ἔ­χη­τε πί­στιν ὡς κόκ­κον σι­νά­πε­ως, ἐ­ρεῖ­τε τῷ ὄ­ρει τού­τῳ, ἄρ­θη­τι καὶ βλή­θη­τι εἰς τὴν θά­λασ­σαν, ἀρ­θή­σε­ται καὶ βλη­θή­σε­ται.»

       Ἀ­φ’ οὗ λοι­πὸν εὐ­φράν­θη­σαν οἱ Ἅ­γιοι Πα­τέ­ρες, εἰς τὸν θαυ­μα­στὸν ἐρ­χο­μὸν τοῦ Ὁ­σί­ου Ἰ­ω­άν­νου, ἀ­πὸ τὴν Γαῦ­δον εἰς τὴν Κρή­την, ἀ­νέ­βη­σαν ἐ­πά­νω εἰς τὰ ὄ­ρη καὶ βου­νὰ πρὸς τὸ Νό­τιον μέ­ρος τῆς Κρή­της, διὰ νὰ εὕ­ρουν σπή­λαι­α πρὸς κα­τοι­κί­αν καὶ εὗ­ρον τὸ πο­θού­με­νον εἰς τὸ μέ­ρος, ὁ­ποῦ ὀ­νο­μά­ζε­ται τῆς με­γά­λης Πέ­τρας τοῦ Χά­ρα­κος, εἰς χω­ρί­ον λε­γό­με­νον Ἀ­ζω­γυ­ραί­α, καὶ ἐ­κεῖ ἔ­μει­ναν ἡ­συ­χά­ζον­τες, καὶ προ­σευ­χό­με­νοι, καὶ ἡ τρο­φή των ἦ­τον ἀ­πὸ σκη­νό­καρ­πον καὶ κε­ρά­τια, καὶ χορ­τά­ρια τῆς γῆς· ἀλ­λ’ ἐ­πει­δὴ καὶ τὸ σπή­λαι­ον ἦ­τον μι­κρόν, καὶ δὲν ἐ­χω­ροῦ­σαν ὅ­λοι, ἐ­μοι­ρή­σθη­σαν εἰς δύ­ω, καὶ οἱ μὲν τριά­ντα ἕξ, ἐ­πέ­ρα­σαν ἀν­τί­πε­ρα τοῦ πο­τα­μοῦ εἰς ἕ­να σπή­λαι­ον, οἱ δὲ λοι­ποὶ ἔ­μει­ναν εἰς τὸ πρῶ­τον σπή­λαι­ον ἕ­ως τέ­λους τῆς ζω­ῆς των. Ὁ δὲ Ἅ­γιος Ἰ­ω­άν­νης ἐ­πε­θύ­μει τὴν μο­να­ξί­αν, ὡ­σὰν ὁ­ποῦ ἦ­τον φι­λή­συ­χος καὶ τῆς μο­νώ­σε­ως ἐ­ρα­στής, διὰ νὰ προ­σεύ­χε­ται μό­νος μό­νῳ τῷ Θε­ῷ: ὅ­θεν ἐ­φα­νέ­ρω­σεν εἰς τοὺς Ἀ­δελ­φοὺς τὴν γνώ­μην του, καὶ ἐ­ζή­τει συγ­χώ­ρη­σιν νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ· οἱ δὲ Ἀ­δελ­φοὶ ἀ­κού­ον­τες αὐ­τὸ ἐ­λυ­πή­θη­σαν πο­λύ, ὅ­μως βλέ­πον­τες τὸ ἀ­με­τά­θε­τον τῆς γνώ­μης του, ἔ­δω­καν εἰς αὐ­τὸν ἄ­δειαν καὶ μὴ θέ­λον­τες νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ, καὶ ποι­ή­σαν­τες πα­ρά­κλη­σιν καὶ προ­σευ­χήν, ἔ­λε­γον προ­σευ­χό­με­νοι τὰ ἀ­κό­λου­θα λό­για· «Κύ­ρι­ε Ἰ­η­σοῦ Χρι­στὲ ὁ Θε­ὸς ἡ­μῶν, ἐ­πει­δὴ καὶ ὁ Ἰ­ω­άν­νης ὁ ἡ­μέ­τε­ρος Ἀ­δελ­φός, μέλ­λει νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ ἀ­πὸ ἡ­μᾶς, ὁ­δή­γη­σον αὐ­τόν, νὰ πε­ρά­σῃ τὴν ζω­ήν του ἐν εἰ­ρή­νῃ καὶ ἡ­συ­χί­ᾳ, καὶ ἀ­ξί­ω­σον ἡ­μᾶς Δέ­σπο­τα τῶν ἁ­πάν­των, τὴν ἡ­μέ­ραν ὁ­ποῦ ἡ χά­ρις σου εὐ­δο­κή­σει νὰ πλη­ρώ­σῃ ὁ εἷς ἐξ ἡ­μῶν τὸ τέ­λος τῆς πα­ρού­σης ζω­ῆς ἐν τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, ἀ­ξί­ω­σον ἡ­μᾶς Δέ­σπο­τα, νὰ δώ­σω­μεν ὅ­λοι τὸ κοι­νὸν χρέ­ος τοῦ θα­νά­του, καὶ σύν­τα­ξον ἡ­μᾶς σὺν αὐ­τῷ εἰς τὴν Οὐ­ρά­νιόν σου Βα­σι­λεί­αν. Ἀ­μήν»· καὶ με­τὰ τὴν εὐ­χὴν βα­λὼν ὁ Ὅ­σιος Ἰ­ω­άν­νης με­τά­νοι­αν, ἀ­νε­χώ­ρη­σεν ἀ­πὸ τῆς Ἀ­δελ­φό­τη­τος· καὶ τίς δύ­να­ται νὰ εἰ­πῇ, τί κα­κο­πά­θειαις ἐ­πέρ­να εἰς ἐ­κεῖ­νον τὸν τό­πον, ὅ­που ἐ­πῆ­γε νὰ ἀ­σκη­τεύ­ῃ; ἡ τρο­φὴ τοῦ Ὁ­σί­ου τού­του ἦ­τον, τὸν μὲν χει­μῶ­να ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα τῆς γῆς, τὸ δὲ κα­λο­καῖ­ρι ἀ­πὸ σκη­νό­καρ­πον καὶ ἀ­γρι­ο­κε­ρά­τια, καὶ ἐ­ζοῦ­σε ζω­ὴν ἀγ­γε­λι­κήν, μὲ ὁ­λο­νυ­κτί­ους προ­σευ­χάς, ὑ­πὲρ αὐ­τοῦ καὶ ὑ­πὲρ τοῦ κό­σμου παν­τός· ἀ­πὸ δὲ τὴν πο­λὺν σκλη­ρα­γω­γί­αν ὁ­ποῦ ἔ­κα­μνεν, ἀ­δυ­νά­τη­σε τό­σον, ὁ­ποῦ δὲν ἠμ­πο­ροῦ­σε νὰ στέ­κε­ται εἰς τοὺς πό­δας ὀρ­θός, ἀλ­λ’ ἐ­πε­ρι­πά­τει σκυ­πτός, ὡς ζῶ­ον τε­τρά­πο­δον. Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡ­με­ρῶν (ἡ ἕ­κτη ἦ­τον τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου, ὅ­τε καὶ ὁ Θε­ὸς ἔ­μελ­λε νὰ τὸν πα­ρα­λά­βῃ, καὶ νὰ τὸν ἀ­να­παύ­σῃ εἰς τὴν οὐ­ρά­νιον ἀ­νά­παυ­σιν) εὐ­γῆ­κε νὰ εὕ­ρῃ τὴν συ­νει­θι­σμέ­νην του τρο­φήν, καὶ ἐ­κεῖ ὅ­που ἐ­πε­ρι­πά­τει (ὡς εἴ­πο­μεν) ὡ­σὰν ζῶ­ον τε­τρά­πο­δον σκυ­πτός, τὸν εἶ­δεν ἀ­πὸ μα­κρὰν ἕ­νας νέ­ος βο­σκὸς προ­βά­των, ὅ­στις εὐ­γῆ­κε τὴν ὥ­ραν ἐ­κεί­νην εἰς τὸ κυ­νῆ­γι, βλέ­πων αὐ­τὸν λέ­γω μέ­σα εἰς τὸν λόγ­γον, καὶ νο­μί­ζων ὅ­τι εἶ­ναι ζῶ­ον, ἔῤ­ῥι­ψε τὴν σα­γί­ταν καὶ τὸν ἐ­σα­γί­τευ­σε και­ρί­ως μέ­σα εἰς τὴν καρ­δί­αν· καὶ εὐ­θὺς ὁ Ἅ­γιος γνω­ρί­ζων ὅ­τι τὸν ἐ­θα­νά­τω­σε βέ­λος, ἔ­κα­με προ­σευ­χὴν εἰς τὸν Θε­όν, νὰ τὸν ἀ­ξι­ώ­σῃ νὰ φθά­σῃ ζων­τα­νὸς εἰς τὸ σπή­λαι­ον, ὃ καὶ ἐ­γέ­νε­το.

       Ὁ δὲ βο­σκὸς ὁ­ποῦ ἐ­πλή­γω­σε τὸν Ἅ­γιον, ἔ­τρε­ξε νὰ εὕ­ρῃ καὶ νὰ πά­ρῃ τὸ κυ­νῆ­γι, ὁ­ποῦ, ὡς ἐ­νό­μι­ζεν, ἐ­σκό­τω­σε, πλὴν δὲν τὸ εὑ­ρῆ­κε· βλέ­πει ὅ­μως στα­λαγ­μα­τί­ας αἵ­μα­τος, καὶ ἀ­κο­λου­θῶν εἰς αὐ­τάς, ἦλ­θεν εἰς τὸ σπή­λαι­ον, καὶ ἔ­φθα­σε τὸν Ἅ­γιον ἔ­τι ζῶν­τα, καὶ εἶ­χε τὰς χεῖ­ράς του δε­μέ­νας σταυ­ρο­ει­δῶς, καὶ τὴν σα­γί­ταν εἰς τὴν καρ­δί­αν του, καὶ εὐ­θὺς πί­πτει κα­τὰ γῆς ἀ­σπα­ζό­με­νος τοὺς πό­δας τοῦ Ἁ­γί­ου, καὶ κλαί­ων καὶ ὀ­δυ­ρό­με­νος, ἔ­λε­γεν, ἀλ­λοί­μο­νον εἰς ἐ­μὲ τὸν τα­λαί­πω­ρον, τί ἔ­πα­θον σή­με­ρον! φεῦ μοι τῷ ἀ­θλίῳ! πῶς ἐ­τυ­φλώ­θην, καὶ ἔ­γι­να φο­νεὺς εἰς ἄν­δρα δί­και­ον καὶ Ἅ­γιον! τί νὰ κά­μω! δὲν ἔ­χω ποῦ ἀλ­λοῦ νὰ προσ­δρά­μω, εἰ­μὴ μό­νον εἰς ἐ­σὲ Ἅ­γι­ε δοῦ­λε τοῦ Θε­οῦ, νὰ μοῦ συγ­χω­ρή­σῃς τὸ σφάλ­μα, καὶ νὰ πα­ρα­κα­λέ­σῃς τὸν Θε­όν, νὰ μὲ ὁ­δη­γή­σῃ εἰς με­τά­νοι­αν. Ταῦ­τα καὶ ἄλ­λα πολ­λὰ λέ­γον­τος τοῦ βο­σκοῦ με­τὰ δα­κρύ­ων, λέ­γει πρὸς αὐ­τὸν ὁ Ἅ­γιος μὲ τα­πει­νὴν καὶ ἤ­ρε­μον φω­νήν· ὁ Θε­ός, τέ­κνον μου, νὰ σοῦ δώ­σῃ με­τά­νοι­αν καὶ νὰ σοῦ συγ­χω­ρή­σῃ τὸ ἁ­μάρ­τη­μα ὁ­ποῦ ἔ­κα­μες σή­με­ρον εἰς ἐ­μὲ τὸν ἀ­νά­ξιον αὐ­τοῦ δοῦ­λον, καὶ νὰ σὲ ἀ­ξι­ώ­σῃ τῆς Βα­σι­λεί­ας του, ἀ­μήν· ἔ­πει­τα βου­λό­με­νος νὰ ἀ­να­χω­ρή­σῃ ὁ νέ­ος δὲν ἐ­δύ­να­το ἀ­πὸ τὴν τό­σην εὐ­ῳ­δί­αν καὶ ψαλ­μῳ­δί­αν τῶν Ἁ­γί­ων Ἀγ­γέ­λων ὁ­ποῦ ἤ­κου­εν ἄ­νω­θεν τρι­γύ­ρου τοῦ Ἁ­γί­ου Λει­ψά­νου· ὅ­μως με­τὰ πο­λὺν ὥ­ραν, νεύ­σει θεί­ᾳ, εὐ­γῆ­κεν ἔ­ξω τοῦ σπη­λαί­ου, διὰ νὰ τὸν κη­ρύ­ξῃ εἰς ὅ­λην τὴν πε­ρί­χω­ρον τῶν Χα­νί­ων, καὶ κη­ρύτ­των τὸν Ἅ­γιον, ἔ­λε­γε φα­νε­ρὰ καὶ τὸ σφάλ­μα του, καὶ εἰς ὀ­λί­γας ἡ­μέ­ρας ἀ­κου­στὸν ἐ­γέ­νε­το τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Ἁ­γί­ου εἰς ὅ­λην τὴν Κρή­την, καὶ ἐ­πο­ρεύ­ον­το πλῆ­θος λα­οῦ, καὶ ἐ­προ­σκυ­νοῦ­σαν αὐ­τόν, καὶ ὅ­λοι οἱ με­τὰ πί­στε­ως ἐρ­χό­με­νοι εἰς προ­σκύ­νη­σίν του, ἐ­λάμ­βα­νον τῶν πα­θῶν των τὴν ἴα­σιν· καὶ οὕ­τω μὲν ὁ Θεῖ­ος Ἰ­ω­άν­νης, κρί­μα­σιν οἷς οἶ­δε Κύ­ριος, ἐ­τε­λεί­ω­σε τὴν πα­ροῦ­σαν ζω­ήν, μὲ βί­αι­ον θά­να­τον τῇ Ϛ´. τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου· οἱ δὲ λοι­ποὶ ἐν­νε­νή­κον­τα ὀ­κτὼ Συ­να­σκη­ταί του, εὑ­ρι­σκό­με­νοι εἰς τὰ ἄ­νω εἰ­ρη­μέ­να σπή­λαι­α τοῦ χω­ρί­ου Ἀ­ζω­γυ­ραία, κα­θὼς προ­εί­πο­μεν, ὅ­τι ἐ­ζή­τη­σαν ἀ­πὸ τὸν Θε­ὸν νὰ ἀ­να­παυ­θοῦν ὅ­λοι μί­αν ἡ­μέ­ραν, οὕ­τω καὶ ἐ­γέ­νε­το· δι­ό­τι τὴν ἰ­δί­αν ἡ­μέ­ραν ὁ­ποῦ ὁ βο­σκὸς ἐ­φό­νευ­σε τὸν Ὅ­σιον Ἰ­ω­άν­νην εἰς τὸ Ἀ­κρω­τή­ριον, εἰς αὐ­τὴν τὴν ἰ­δί­αν ἀ­νε­παύ­θη­σαν ἐν Κυ­ρί­ῳ καὶ αὐ­τοὶ ὅ­λοι, εἰς τὰ σπή­λαι­α τῆς Ἀ­ζω­γυ­ραί­ας· καὶ κα­θὼς εἶ­ναι πα­λαι­ὰ πα­ρά­δο­σις εἰς τοὺς ἐν­το­πί­ους, ἄλ­λοι ἀ­κούμ­βι­ζον ἐ­πά­νω εἰς τὰς ῥά­βδους των, ἄλ­λοι ἔ­κλι­ναν τὰς κε­φα­λὰς εἰς τοὺς ὤ­μους των ἄλ­λοι ἵ­σταν­το προ­σευ­χό­με­νοι, καὶ ἄλ­λοι γο­να­τι­στοί, καὶ ἄλ­λοι ἄλ­λως, πα­ρέ­δω­σαν ἐν εἰ­ρή­νῃ τὰς μα­κα­ρί­ας αὐ­τῶν ψυ­χὰς τῷ Κυ­ρί­ῳ, ἀρ­ξά­με­νοι ἀ­πὸ τρί­της ὥ­ρας τῆς ἡ­μέ­ρας, καὶ τε­λευ­τή­σαν­τες ἕ­ως τῆς ἑ­βδό­μης. Πα­ρά­δο­ξον φαί­νε­ται τὸ τέ­λος τῶν Ἁ­γί­ων τού­των, πῶς τό­σοι ἄν­θρω­ποι ἀ­πέ­θα­νον εἰς μί­αν καὶ τὴν αὐ­τὴν ἡ­μέ­ραν· πα­ρά­δο­ξον μὲν, ἀλ­λ’ ὄ­χι καὶ ἀ­πί­στευ­τον «ὅ­που γὰρ βού­λε­ται Θε­ός, νι­κᾶ­ται φύ­σε­ως τά­ξις»· τὸ ἐ­ζή­τη­σαν πα­ρὰ Θε­οῦ, τὸ ἔ­λα­βον· «θέ­λη­μα γὰρ τῶν φο­βου­μέ­νων αὐ­τὸν ποι­ή­σει, καὶ τῆς δε­ή­σε­ως αὐ­τῶν εἰ­σα­κού­σε­ται», κα­τὰ τὴν τοῦ Ἁ­γί­ου Πνεύ­μα­τος ἀ­πό­φα­σιν.

       Τὸ θαυ­μα­στὸν καὶ πα­ρά­δο­ξον ἀ­λη­θῶς εἶ­ναι πῶς τό­ση πλη­θύς, ἐν­νε­νή­κον­τα ἐν­νέ­α ἄν­θρω­ποι ἐ­σῴ­θη­σαν καὶ ἡ­γί­α­σαν ὅ­λοι, καὶ οὐ­δεὶς ἐξ αὐ­τῶν ἀ­πώ­λε­το· δώ­δε­κα ἦ­σαν οἱ Μα­θη­ταί, τοῦ Χρι­στοῦ, καὶ ἀ­πώ­λε­το ἐξ αὐ­τῶν ὁ Ἰ­ού­δας ὁ υἱ­ὸς τῆς ἀ­πω­λεί­ας· τεσ­σα­ρά­κον­τα ἦ­σαν οἱ ἐν Σε­βα­στεί­ᾳ τῇ λί­μνῃ ἀ­θλή­σαν­τες καὶ ἀ­πώ­λε­το ἐξ αὐ­τῶν ὁ εἷς· ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ὅ­μως οὐ­δεὶς ἀ­πώ­λε­το, ἀλ­λ’ ἅ­παν­τες ἐ­σώ­θη­σαν, καὶ ἐ­κοι­μή­θη­σαν, ὡς εἴ­ρη­ται, τῇ 6 τοῦ Ὀ­κτω­βρί­ου Μη­νός, εἰς τὴν ὁ­ποί­αν ἡ­μέ­ραν ἑ­ώρ­τα­ζ­ων καὶ τὴν μνή­μην αὐ­τῶν, ἕ­ως τὸ 1632, ἔ­τος ἀ­πὸ Χρι­στοῦ. Ἔ­πει­τα, ἐ­πει­δὴ ἦ­τον ἡ μνή­μη τοῦ Ἁ­γί­ου ἐν­δό­ξου καὶ πα­νευ­φή­μου Ἀ­πο­στό­λου Θω­μᾷ, τῇ αὐ­τῇ ἡ­μέ­ρᾳ, με­τε­τέ­θη εἰς τὴν ἑ­βδό­μην τοῦ αὐ­τοῦ Μη­νός, με­τὰ Συ­νο­δι­κῆς καὶ Πα­τρι­αρ­χι­κῆς Ἀ­πο­φά­σε­ως, τοῦ ἐν μα­κα­ρί­ᾳ τῇ λή­ξει γε­νο­μέ­νου Πα­τριά­ρχου Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως Κυ­ρίλ­λου τοῦ πρῴ­ην Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας Λού­κα­ρη ἐ­πι­λε­γο­μέ­νου τοῦ Κρη­τός· ὅ­θεν καὶ ὡς κε­κυ­ρω­μέ­νη ὑ­πὸ Συ­νο­δι­κῆς Ἀ­πο­φά­σε­ως ἡ ἄ­σκη­σίς των, καὶ ὅ­λη των ἡ Ἱ­στο­ρί­α, καὶ ἡ Ἁ­γι­ό­της των, δὲν μέ­νει εἰς τι­νὰ καμ­μί­α ἀμ­φι­βο­λί­α, διὰ τὰ πα­ρα­δό­ξως λε­γό­με­να πε­ρὶ αὐ­τῶν· καὶ μά­λι­στα ὁ­ποῦ θαυ­μα­τουρ­γοῦ­σι κα­θ’ ἑ­κά­στην καὶ ἐν γῇ καὶ ἐν θα­λάσ­σῃ εἰς τοὺς με­τὰ πί­στε­ως ἐ­πι­κα­λου­μέ­νους αὐ­τῶν τὴν βο­ή­θειαν·(2) ὧν ταῖς Ἁ­γί­αις πρε­σβεί­αις ἐ­λε­ή­σαι καὶ σώ­σαι ἡ­μᾶς ὁ Θε­ὸς ὡς ἀ­γα­θὸς καὶ φι­λάν­θρω­πος. Ἀ­μήν.


(1) Ἄ­δη­λος ὁ χρό­νος κα­θ’ ὃν ἤκ­μα­σαν οἱ Ὅ­σιοι οὗ­τοι· συμ­πε­ραί­νο­μεν ὅ­μως ἀ­πὸ τὴν πα­ρά­δο­ξόν των δι­ή­γη­σιν, πῶς εἶ­ναι πα­λαι­ό­τα­τοι.
(2) Ἐκ τῶν Ὁ­σί­ων τού­των εὑ­ρί­σκε­ται μί­α κά­ρα θαυ­μα­σί­ως εὐ­ω­δι­ά­ζου­σα, ἐν Χί­ῳ ἐν τῷ Να­ῷ τοῦ Ἁ­γί­ου Βί­κτω­ρος, καὶ λέ­γου­σιν ὅ­τι εἶ­ναι τοῦ Ἰ­ω­άν­νου.


Πη­γή: Νέ­ον Λει­μω­νά­ριον, πε­ρι­έ­χον μαρ­τύ­ρια πα­λαι­ὰ καὶ νέ­α καὶ βί­ους Ὁ­σί­ων συλ­λε­χθέν­τα πα­ρὰ τοῦ Μα­κα­ρί­ου Νο­τα­ρᾶ, ἐν Ἀ­θή­ναις, 1873, σς 339-343 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰ­κὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰσαγωγικὸ κείμενο, καθὼς καὶ Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’, ἐγγραφὴ 25.11.2019]


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Πάρκο



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Πάρ­κο


ΑΝΗΦΟΡΑ σὲ ἐ­ξάν­τλη­σε, μό­λις ἔ­φτα­σες, κι ἔ­χεις στα­θεῖ σὲ μί­αν ἄ­κρη νὰ ξα­πο­στά­σεις. Ὁ ἥ­λιος εἶ­ναι στὸ ψη­λό­τε­ρό του ση­μεῖ­ο καὶ σὲ τυ­φλώ­νει κα­θὼς ψά­χνεις τοὺς δι­κούς σου σὰν παι­δὶ μι­κρὸ πού ’­χει χά­σει τὸν δρό­μο του – κι ἔ­χεις πα­τή­σει τὰ τριά­ντα. Δρο­σί­ζεις τὸ μέ­τω­πό σου μὲ λί­γο ἀ­π’ τὸ νε­ρὸ ποὺ κου­βα­λᾶς στὴν πλά­τη καὶ συ­νε­χί­ζεις. Φτά­νεις στὴν οὐ­ρὰ ποὺ πε­ρι­μέ­νει νὰ σερ­βι­ρι­στεῖ καὶ ξαφ­νι­κὰ τὸν βλέ­πεις ὁ­λο­ζών­τα­νο νὰ στέ­κε­ται μπρο­στά σου καὶ μει­λί­χιος νὰ πε­ρι­μέ­νει τὴ σει­ρά του. Ἔ­χει πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια. — Θὰ προ­χω­ρή­σε­τε ἐ­πι­τέ­λους; Τί θὰ γί­νει; — Μὲ συγ­χω­ρεῖ­τε, ἀ­φαι­ρέ­θη­κα. Λί­γο πιὸ πέ­ρα κά­τι ἄλ­λα γε­ρον­τά­κια μό­λις πῆ­ραν τὸ κρα­σί τους καὶ τὸ πᾶ­νε στὰ παι­διά τους, στὰ ἐγ­γό­νια καὶ στοὺς φί­λους. Ἕ­να κο­ρί­τσι μὲ βα­τρα­χο­πέ­δι­λα περ­νᾶ ἀ­πὸ μπρο­στά σου. «Μὴν τὰ κοι­τᾶ­τε ἔ­τσι», λέ­ει, «ἄ­κου­σα στὶς εἰ­δή­σεις πὼς θ’ ἀ­νέ­βει ἀ­πό­το­μα ἡ στάθ­μη τοῦ νε­ροῦ τὶς ἑ­πό­με­νες ὧ­ρες». «Λέ­τε νὰ βυ­θι­στοῦ­με;», τῆς ἀ­παν­τᾶς χα­μο­γε­λών­τας, καὶ συ­νε­χί­ζεις τὴ βόλ­τα σου ἀ­νά­με­σα στὶς λεῦ­κες καὶ στὶς πα­ρέ­ες πού ’­χουν στρώ­σει τρα­πε­ζο­μάν­τι­λα στὸ χῶ­μα, καὶ σκέ­φτε­σαι τὸν χρό­νο – πῶς κυ­λᾶ, τὴ ζω­γρα­φιὰ ποὺ ὅ­λο ἀλ­λά­ζει χρώ­μα­τα, τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ κον­τά, τὶς γι­ορ­τὲς ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ γι­ορ­τές.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου: Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος



Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου


Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος

 

ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ τε­λεί­ω­νε τὸ δε­ξί του χέ­ρι. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν βι­δω­μέ­νο τὸ δρε­πά­νι. Κά­θε μέ­ρα, κα­θι­σμέ­νος στὸ βα­θὺ θρό­νο, κα­λοῦ­σε τοὺς ἥ­ρω­ες τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν νὰ γο­να­τί­σου­νε μπρο­στά του. Τό­τε ση­κω­νό­ταν καὶ τοὺς θέ­ρι­ζε, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν μά­θει νὰ ὑ­πο­κλί­νον­ται σω­στά. Κά­θε πρω­ὶ τοὺς θέ­ρι­ζε καὶ κα­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι ὑ­πέ­γρα­φε μὲ τὸ χρυ­σό του στυ­λο­γρά­φο ἐ­πι­στο­λὲς κι ἐ­πι­τα­γές. Ἤ­τα­νε ἕ­νας φο­βε­ρὸς ἀρ­χάγ­γε­λος. Μο­νά­χα στὸ θε­ὸ ἔ­βγα­ζε τὸ πη­λί­κιο καὶ μὲ βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση δι­ά­πλα­τα τοῦ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα νὰ πε­ρά­σει. Ὅ­ταν μά­λι­στα ἤ­θε­λε ἰ­δι­αί­τε­ρα νὰ τὸν ὑ­πο­χρε­ώ­σει, τοῦ χά­ρι­ζε ται­νί­ες πορ­νο­γρα­φι­κές, ὅ­που πα­ρὰ φύ­σιν ἀ­σελ­γοῦ­σε σὲ βά­ρος τῶν μι­κρῶν ἡ­ρώ­ων τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν, μὲ προ­τί­μη­ση τὸ Δα­βὶδ Κό­περ­φιλντ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ Οἱ κα­τα­κόμ­βες (πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, 1975).

Λί­α Με­γά­λου–Σε­φε­ριά­δη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Ποι­ή­τρια, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ διή­γη­μά της στὸ πε­ριο­δικὸ Ἐπο­χές τὸ 1966. Πρῶτο της βιβλί­ο Ὁ δρα­πέ­της στὸ δέ­ντρο (ποί­η­ση, Ἑρμῆς, 1972). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­έ­ξι βι­βλί­α, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ξέ­νες γλῶσ­σες. Ἐ­πί­σης ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ καὶ ἡ ἴ­δια μὲ με­τα­φρά­σεις βι­βλί­ων, κυ­ρί­ως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν. Τὸ 2001 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ἰ­πεκ­τσὶ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Σὰν τὸ με­τά­ξι (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 1996).



		

	

Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis): Κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση



Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis)


Κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση

(A Strange Impulse)


ΟΙΤΑΞΑ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου κά­τω στὸν δρό­μο. Ὁ ἥ­λιος ἔ­λαμ­πε κι οἱ μα­γα­ζά­το­ρες εἶ­χαν βγεῖ ἔ­ξω νὰ ζε­στα­θοῦν καὶ νὰ χα­ζέ­ψουν τοὺς πε­ρα­στι­κούς. Ὅ­μως για­τί ἄ­ρα­γε οἱ μα­γα­ζά­το­ρες κα­λύ­πτα­νε τ’ αὐ­τιά τους; Καὶ για­τί ἔ­τρε­χαν οἱ ἄν­θρω­ποι στὸν δρό­μο λὲς καὶ τοὺς κυ­νη­γοῦ­σε κά­ποι­ο τρο­με­ρὸ φάν­τα­σμα; Σύν­το­μα τὰ πάν­τα ξα­νά­γι­ναν κα­νο­νι­κά: τὸ συμ­βὰν δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ στιγ­μὴ πα­ρα­φρο­σύ­νης κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν μπό­ρε­σαν ν’ ἀν­τέ­ξουν τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση ἀ­π’ τὶς ζω­ές τους καὶ ὑ­πο­χώ­ρη­σαν σὲ κά­ποι­α πα­ρά­ξε­νη πα­ρόρ­μη­ση.



Πη­γή: Lydia Davis, The Collected Stories of Lydia Davis, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2009 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Lydia Davis, Varieties of Disturbance, New York, Farrar, Straus and Giroux, 2007].

Λίν­τια Ντέ­ι­βις (Lydia Davis) (1947, Νορ­θάμ­πτον Μα­σα­χου­σέ­της). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρά­στρια ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, γνω­στὴ κυ­ρί­ως γιὰ τὰ πο­λὺ σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τά της. Ἡ ἴ­δια θε­ω­ρεῖ κα­θο­ρι­στι­κὴ γιὰ τὴ δι­α­μόρ­φω­ση τοῦ ὕ­φους τῆς τὴ συ­νάν­τη­σή της μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ρά­σελ Ἔν­τσον.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Κατερίνα Μαυρογεώργη: Ἡ λεοπάρδαλη



Κατερίνα Μαυρογεώργη


Ἡ λεοπάρδαλη


ΤΑ ΧΕΡΙΑ τῆς Σο­φί­ας πλέ­κουν κο­τσί­δα τὰ μαλ­λιὰ τῆς Ἄν­νας. Ἡ Ἄν­να εἶ­ναι ἡ κό­ρη, ἡ μα­μὰ εἶ­ναι ἡ Σο­φί­α. Εἶ­ναι πρω­ΐ, ἡ Σο­φί­α ἑ­τοι­μά­ζει τὴν Ἄν­να γιὰ τὸ σχο­λεῖο.


«Κά­τσε λί­γο ἥ­συ­χη. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­τσεις λί­γο ἥ­συ­χη;», λέ­ει ἡ Σο­φί­α. Πλέ­κει πο­λὺ σφι­χτὴ τὴν κο­τσί­δα. Ἡ Ἄν­να πο­νά­ει καὶ ἀ­φή­νει σι­γα­νοὺς ἤ­χους δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας. Δὲν εἶ­ναι κα­λὴ μέ­ρα. Χτὲς τὸ βρά­δυ στὸ μέ­τρη­μα, πά­λι ἔ­λει­πε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­δέρ­φια της.

       Ἕ­να μουγ­κρη­τὸ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο. Ἡ Σο­φί­α καὶ ἡ Ἄν­να στρέ­φουν πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Μιὰ βα­θιὰ ρυ­τί­δα θυ­μοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ μέ­τω­πο τῆς Σο­φί­ας, πα­ρα­τά­ει τὴν κο­τσί­δα στὴ μέ­ση καὶ βγαί­νει ἔ­ξω στὸν κῆ­πο, τι­νά­ζον­τας μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα πί­σω της. Ἡ Ἄν­να μέ­νει στὴ θέ­ση της σὰν ἄ­γαλ­μα. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ξα­ναρ­χί­ζουν τὰ μουγ­κρη­τὰ στὸν κῆ­πο.


 Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς κο­τσί­δας πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια. Ἡ Ἄν­να με­γά­λω­σε, παν­τρεύ­τη­κε, ἔ­κα­νε παι­διά. Κι ἕ­να βρά­δυ ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­σκυ­ψε νὰ φι­λή­σει τὴν μι­κρή της κό­ρη της γιὰ κα­λη­νύ­χτα, ξαφ­νι­κὰ τῆς ψι­θύ­ρι­σε:

       — Ἄν σοῦ ἔ­λε­γα ὅ­τι πα­λιὰ ζοῦ­σε μιὰ λε­ο­πάρ­δα­λη στὸν κῆ­πο μας; Στὸ σπί­τι ποὺ με­γά­λω­σα;…

       Τὸ κο­ρι­τσά­κι, ἕν­τε­κα χρο­νῶν, ἀ­πάν­τη­σε ἀ­μέ­σως μι­σο­κοι­μι­σμέ­νη:

       — Θὰ σὲ πί­στευ­α.

       Κι ἔ­τσι ἡ Ἄν­να ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει ψι­θυ­ρι­στὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ὁ μπαμ­πάς της εἶ­χε πε­θά­νει ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ὀ­χτὼ χρο­νῶν. Πέ­θα­νε ἀ­πὸ ἔμ­φραγ­μα στὴν δου­λειά του, ἦ­ταν φύ­λα­κας στὸ ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο. Λί­γους μῆ­νες με­τὰ τὸν θά­να­τό του, τρύ­πω­σε στὸν κῆ­πο τους μιὰ λε­ο­πάρ­δα­λη.

       Ἡ Σο­φί­α συ­νέ­χι­ζε:

       — Ἄν σου ἔ­λε­γα, ὅ­τι τὰ πάν­τα ἑ­ξαρ­τῶν­ταν ἀ­πὸ τὶς δι­α­θέ­σεις της;…

       — Θὰ σὲ πί­στευ­α.

       — Εἶ­ναι τε­λεί­ως τυ­χαῖ­ο τὸ ὅ­τι ζῶ. Ἔ­τυ­χε νὰ μὴν εἶ­μαι μπρο­στὰ τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε.

       — Πῶς μπῆ­κε στὸν κῆ­πο;

       — Μπῆ­κε μι­κρή, τὴν πε­ρά­σα­με γιὰ γά­τα μᾶλ­λον. Κρυ­βό­ταν. Ὅ­ταν ἔ­φα­γε κά­τι που­λιὰ τὴν εἶ­δα ἐ­γὼ πρώ­τη φο­ρά. Εἶ­χε ἤ­δη με­γα­λώ­σει πο­λύ.

       — Τὴν φο­βό­σουν;

       — Τὴν ἔ­τρε­μα. Πή­γαι­να κον­τά της ὅ­ταν κοι­μό­ταν μό­νο.

       — Καί;

       — Τὴν κοι­τοῦ­σα.

       — Καί;

       — Δὲν ἔ­χω ξα­να­δεῖ πιὸ ὄ­μορ­φο πλά­σμα. Ἡ γού­να της λαμ­πύ­ρι­ζε. Κά­θε τρί­χα της ἔ­μοια­ζε μὲ λε­πτε­πί­λε­πτη βε­λό­να.

       — Μπο­ρεῖ νὰ σᾶς ἀ­γα­ποῦ­σε.

       — Τρε­φό­ταν μὲ μᾶς. Ὅ­ποι­ον ἔ­βρι­σκε πρό­χει­ρο.

       — Ἐ­σὺ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σες;

       — Τὴν λά­τρευ­α.

       — Τὴν ἄγ­γι­ξες πο­τέ;

       — Θὰ μὲ ἔ­τρω­γε. Ἔ­φα­γε πολ­λοὺς ἀ­πὸ τὰ ἀ­δέρ­φια μου.

       — Ἀ­λή­θεια;

       — Ἀ­λή­θεια. Τὸ βρά­δυ πρὶν κοι­μη­θοῦ­με ἡ μη­τέ­ρα μου μᾶς ἔ­στη­νε στὴν σει­ρὰ καὶ μᾶς με­τροῦ­σε. Φο­ρού­σα­με τὰ νυ­χτι­κά μας καὶ μοι­ά­ζα­με ἤ­δη μὲ φαν­τά­σμα­τα. Πολ­λὲς φο­ρές, ἔ­λει­πε κά­ποι­ος. Γυρ­νού­σα­με στὰ κρε­βά­τια μας τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὸν φό­βο. Ἀ­πὸ θαῦ­μα ζῶ ἐ­γώ…

       — Πῶς τὴν γλί­τω­σες; Πῶς σώ­θη­κες; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρι­τσά­κι.

       Ἡ Ἄν­να χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­χνὰ καὶ ἀ­πάν­τη­σε σχε­δὸν κε­φά­τα:

       — Τυ­χαῖα! Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ εἶ­χε φά­ει κι ἐ­μέ­να ὅ­πως τὰ ἀ­δέρ­φια μου. Ἁ­πλὰ ἔ­τυ­χε νὰ λεί­πω τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε! Εἶ­χα σχο­λεῖ­ο, φρον­τι­στή­ριο, ἀγ­γλι­κά, μπα­λέ­το, γερ­μα­νι­κά…

       — Τὴν εἶ­χες βα­φτί­σει;

       — Δὲν θὰ σοῦ πῶ.

       — Πῶς τὴν ἔ­λε­γαν; Πές μου…

       — Ντρέ­πο­μαι νὰ σοῦ πῶ.

       — Ἔ­λα μα­μά… πές μου.

       — Χίθ­κλιφ τὴν ἔ­βγα­λα. Εἶ­χα ἀ­κού­σει κά­που το ὄ­νο­μα καὶ μοῦ ἄ­ρε­σε. Δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν εἶ­ναι ἀ­γο­ρί­στι­κο ἢ κο­ρι­τσί­στι­κο. Ἀ­πὸ θαῦ­μα ζῶ. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ εἶ­χε φά­ει κι ἐ­μέ­να…

       Ἡ Ἄν­να σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα στὸ τα­βά­νι κι ἐ­πα­νέ­λα­βε χα­μο­γε­λών­τας ἀ­φη­ρη­μέ­να:

       — …Ἔ­τυ­χε νὰ λεί­πω τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε. Εἶ­χα σχο­λεῖ­ο, φρον­τι­στή­ριο, ἀγ­γλι­κά, μπα­λέ­το, γερ­μα­νι­κά… Φρόν­τι­ζα νὰ λεί­πω συ­νέ­χεια.

       — Τί ἀ­πέ­γι­νε;

       — Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Ναί.

       — Φο­ροῦ­σε μιὰ μπλὲ ρόμ­πα.

       — Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Ἡ μη­τέ­ρα μου ἡ Σο­φί­α. Φο­ροῦ­σε μιὰ μπλὲ ρόμ­πα τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ τῆς ἐ­πι­τέ­θη­κε ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη.

       — Πές..

       — Μιὰ μέ­ρα, ἐ­γὼ ἔ­λει­πα πά­λι. Μοῦ εἶ­παν τὰ ἀ­δέρ­φια μου ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα μου ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­ώ­ξει τὴν λε­ο­πάρ­δα­λη ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο μας. Εἶ­χε βα­ρε­θεῖ νὰ με­τρά­ει κά­θε βρά­δυ τὰ παι­διά της. Πῆ­γε λοι­πὸν στὴν κρυ­ψώ­να τῆς λε­ο­πάρ­δα­λης, κά­θι­σε καὶ τὴν πε­ρί­με­νε νὰ βγεῖ.

       — Καὶ ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Τὸ κα­τά­λα­βε. Ἐ­κεῖ μέ­σα στὴν κρυ­ψώ­να της τὸ ἔ­νι­ω­σε. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ χρό­νος της τε­λεί­ω­νε καὶ ὅ­τι τὴν ἔ­δι­ω­χναν. Θύ­μω­σε. Καὶ ὅρ­μη­ξε στὴν μη­τέ­ρα μου.

       — Καί;…

       — Ἡ μπλὲ βε­λού­δι­νη ρόμ­πα τῆς μη­τέ­ρας μου σώ­θη­κε. Τὴν βρή­κα­με στὰ χώ­μα­τα, γε­μά­τη ξε­ρα­μέ­να αἵ­μα­τα. Εἶ­χε πολ­λὰ σκι­σί­μα­τα ἀλ­λὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­θη­κε ἀ­πὸ μιὰ πο­λὺ κα­λὴ μο­δί­στρα.

       — Ἡ μη­τέ­ρα σου; Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Αὐ­τὲς πά­λε­ψαν μέ­χρι θα­νά­του. Πά­λευ­αν γιὰ μέ­ρες, τὶς ἀ­κού­γα­με. Μουγ­κρη­τὰ καὶ βογ­κη­τά. Ἐ­μεῖς πη­γαί­να­με κα­νο­νι­κὰ σχο­λεῖ­ο, ἀγ­γλι­κά, φρον­τι­στή­ριο, κι αὐ­τὲς ἐ­κεῖ μέ­σα στὶς φυλ­λω­σι­ές, πά­λευ­αν ποι­ά θὰ νι­κή­σει.

       — Καὶ τε­λι­κά, ποι­ά νί­κη­σε;

       — Δύ­σκο­λο νὰ πῶ. Ἡ μη­τέ­ρα μου πά­λευ­ε γιὰ ἐ­μᾶς. Γιὰ νὰ πά­ψει τὸ μέ­τρη­μα τὰ βρά­δια. Γιὰ νὰ μὴν φο­βό­μα­στε. Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη πά­λε­ψε γεν­ναῖα. Εἶ­χε καὶ ἐ­κεί­νη τὰ δι­κά της ἰ­δα­νι­κά. Πι­στεύ­ω πὼς καὶ οἱ δυ­ό τους ἀ­γα­ποῦ­σαν πο­λὺ τὸν πα­τέ­ρα μου. Πι­στεύ­ω πὼς τοὺς ἔ­λει­πε.

       Ἡ Ἄν­να κοί­τα­ξε τὴν κό­ρη της, ἄ­θε­λά της τὴν εἶ­χε ξυ­πνή­σει. Τὸ κο­ρί­τσι τὴν κοί­τα­ζε μὲ μά­τια δι­ά­πλα­τα, κι εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­να­ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι. Ἡ Ἄν­να συ­νέ­χι­σε.

       — Ξαφ­νι­κὰ ἕ­να πρω­ΐ, ἀ­κού­στη­κε ἡ­συ­χί­α στὸν κῆ­πο. Κα­τα­λά­βα­με ὅ­τι ἡ μά­χη ἔ­λη­ξε, ξε­χυ­θή­κα­με στὸν κῆ­πο ὅ­σα παι­διὰ εἴ­χα­με ἀ­πο­μεί­νει νὰ δοῦ­με ἂν νί­κη­σε ἡ μη­τέ­ρα μας. Ἀλ­λὰ εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ καὶ οἱ δυ­ό τους. Μό­νο τὴν μπλὲ ρόμ­πα εἴ­δα­με στὰ χώ­μα­τα.

       — Μή­πως ἦ­ταν ἰ­σο­πα­λί­α; Μή­πως καὶ οἱ δύ­ο ἔ­πε­σαν στὴν μά­χη;

       — Ὄ­χι ὄ­χι, εἶ­ναι σί­γου­ρο ὅ­τι μό­νο μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐ­πι­κρά­τη­σε.

       — Ποι­ά νί­κη­σε λοι­πόν;

       — Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ πῶ.

       Κα­νεὶς δὲν πλη­σιά­ζει πιὰ στὸ ση­μεῖ­ο τῆς μά­χης νὰ δεῖ τί ἀ­πέ­μει­νε ἀ­πὸ τὶς δυ­ό τους. Τὸ πα­λιό μας σπί­τι ἐ­ρή­μω­σε.

       Ἡ Ἄν­να χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι ἀ­χνά. Χά­ι­δε­ψε τὸ πρό­σω­πο τῆς κό­ρης της.

       — Ξέ­ρεις.. Ἐ­μεῖς τώ­ρα, γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κό, ἂς συ­νε­χί­σου­με νὰ με­τρι­ό­μα­στε τὰ βρά­δια.



Ἡ Κα­τε­ρί­να Μαυ­ρο­γε­ώρ­γη γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ «Ἀρχή» τῆς Νέλ­λης Καρ­ρᾶ καὶ τὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο, τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας Μέ­σων & Πο­λι­τι­σμοῦ. Ὡς ἠ­θο­ποι­ὸς ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὴν ὁ­μά­δα Pa­tari Pro­ject στὶς πα­ρα­στά­σεις Πιά­νω Πα­πού­τσι Πά­νω στὸ Πιά­νο καὶ Χι­ο­νά­νοι, σὲ σκη­νο­θε­σί­α Σο­φί­ας Πά­σχου, μὲ τοὺς Blitz Theater Group στὶς πα­ρα­στά­σεις Τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς Παγ­κό­σμιας Μο­να­ξιᾶς στὸ φε­στι­βὰλ Ἀ­θη­νῶν κ.ἄ. Γράφει θεατρικὰ ἔργα, σενάρια καὶ σκηνοθετεῖ.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ἡ ἀπογείωση



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


­πο­γεί­ω­ση


ΞΑΙΤΙΑΣ τῆς ἀ­περ­γί­ας τῶν ἐ­λεγ­κτῶν ἐ­να­έ­ριας κυ­κλο­φο­ρί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι μά­λι­στα ἔ­φτα­σαν στὸ ση­μεῖ­ο νὰ κα­τα­λά­βουν τὸν μο­να­δι­κὸ δι­ά­δρο­μο ἀ­πο­γεί­ω­σης-προ­σγεί­ω­σης τοῦ ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ου, ζη­τή­θη­κε, εὐ­γε­νι­κά, ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­βά­τες τῆς πτή­σης MCL 33 νὰ τραβήξουν τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο πρὸς τὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς πό­λης μέ­χρι νὰ βροῦν ἕ­να χερ­σο­χώ­ρα­φο ἀ­πὸ ὅ­που θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­πο­γει­ω­θοῦν. Οἱ ἐ­πι­βά­τες, καρ­τε­ρι­κά, τράβηξαν τὸ ἀ­ε­ρο­σκά­φος μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς φαρ­δεῖς δρό­μους, τὶς με­γά­λες λε­ω­φό­ρους καὶ τὰ πε­ρι­α­στι­κὰ δά­ση τῆς πό­λης, μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σαν στὰ ὅ­ρια τοῦ ἀ­πέ­ραν­του κάμ­που ποὺ ἐ­κτεί­νε­ται πρὸς νό­τια.

       Τό­τε μό­νο ἀν­τι­λή­φθη­καν ὅ­τι στὸ δρό­μο εἶ­χαν χα­θεῖ τὰ δύ­ο φτε­ρὰ τοῦ σκά­φους. Ἔν­τρο­μοι, ἀ­πευ­θύν­θη­καν στὸν πι­λό­το, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος, μει­λί­χια, τοὺς κα­θη­σύ­χα­σε καὶ τοὺς δι­α­βε­βαί­ω­σε πώς, γιὰ κά­τι τέ­τοι­ους «φαν­τα­στι­κοὺς» ἐ­πι­βά­τες, ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἀ­πο­γει­ώ­σει τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο δί­χως τὰ ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­να φτε­ρά, τὴ συ­νει­σφο­ρὰ τῶν ὁ­ποί­ων στὴν ἐν λό­γῳ «ἀ­ε­ρο­ναυ­τι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α» χα­ρα­κτή­ρι­σε ὡς κα­θα­ρὰ «ἀ­νεκ­δο­το­λο­γι­κή».


 


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.