Γιάννης Παγώνης: Ἡ Γριά


Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Ἡ Γριά


ΕΦΤΟΝΤΑΣ μὲ τὴν τα­χύ­τη­τα τῶν ἑ­κα­τὸ χι­λι­ο­μέ­τρων πά­νω στὸν κορ­μὸ τῆς ἀρ­χαί­ας ἐ­λιᾶς, του­λά­χι­στον ἀ­πὸ με­ριά μου δὲν ἔ­νοι­ω­σα τὸ πα­ρα­μι­κρό, χω­ρὶς νὰ μπο­ρῶ νὰ δι­α­βε­βαι­ώ­σω τὸ ἴ­διο καὶ ἐκ μέ­ρους τῆς γυ­ναι­κός μου.

        Μιὰ φω­νὴ σὰν ἀ­πὸ χί­λια με­γά­φω­να, δι­έ­τα­ξε ἀ­ρει­μά­νια:

        «Ἐ­σὺ ὁ ὁ­δη­γός, γραμ­μὴ γιὰ τὸ Γρα­φεῖ­ο!», καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα, «καὶ σὺ γύ­ναι ἡ συ­νε­πι­βά­της, τα­χιὰ στὸ Μα­γει­ρεῖ­ο!».

        Ἔ­τσι ξαφ­νι­κὰ βρέ­θη­κα μό­νος σ΄αὐ­τὸ τὸ φω­τει­νό­τα­το δω­μά­τιο. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ζε­στὸ ἐν­δι­αί­τη­μα δέ­κα πε­ρί­που τε­τρα­γω­νι­κῶν, μὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες ὣς τὸ τα­βά­νι, ἕ­να γρα­φεῖ­ο πα­λιὸ δρύ­ϊ­νο, μιὰ κα­ρέ­κλα ἀ­να­παυ­τι­κὴ μὲ μα­ξι­λα­ρά­κι καὶ ἄ­φθο­νη γρα­φι­κὴ ὕ­λη ποὺ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας στιγ­μὴ τέ­θη­κε στὴ δι­ά­θε­σή μου.

        Τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρί­σκε­ται στὰ δε­ξιά μου τυ­φλό. Πόρ­τα, δὲν ὑ­πάρ­χει.

        Πό­σο και­ρὸ βρί­σκο­μαι σ΄αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο δὲν μπο­ρῶ ν΄ἀ­παν­τή­σω. Ἴ­σως λί­γα λε­πτά τῆς ὥ­ρας, ἴ­σως μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι ὅ­τι βρί­σκο­μαι σὲ ἕ­να χῶ­ρο κα­τα­δι­κό μου ἐν ἀ­πο­λύ­τῳ ἡ­συ­χί­ᾳ, ἔ­τσι ὥ­στε τὸ πα­λιό μου ὄ­νει­ρο νὰ γρά­ψω ἀ­πε­ρί­σπα­στος κά­ποι­α στιγ­μὴ βρί­σκει ἐ­πι­τέ­λους μιὰ σχε­τι­κὴ δι­καί­ω­ση.

        Γιὰ ὅ­λα αἰ­τί­α εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ἡ πα­λι­ό­γρια, ἡ κα­τα­ρα­μέ­νη μαυ­ρο­φο­ροῦ­σα ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­κε νὰ βα­δί­ζει στὴν ἄ­κρη τοῦ ἐ­παρ­χια­κοῦ δρό­μου σὰν ἀ­ε­ρι­κό, λί­γο πρὶν τὴ στρο­φὴ τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου.

        Τὴν εἶ­χα ξα­να­συ­ναν­τή­σει τὸ 1998 σὲ μιὰ κα­λο­και­ρι­νὴ ἐκ­δρο­μὴ στὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ση­μεῖ­ο. Ὁ­δη­γοῦ­σα τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το, ἕ­να «Το­γι­ό­τα Κο­ρό­λα», δί­πλα μου συ­νο­δη­γὸς ἦ­ταν πά­λι ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­νο ποὺ στὰ πί­σω κα­θί­σμα­τα τὰ δυ­ό μου ἀ­γό­ρια γκρί­νια­ζαν γιὰ τὸ μά­κρος τῆς δι­α­δρο­μῆς ἔ­χον­τας σπά­σει μὲ τὰ βα­βί­σμα­τά τους κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὰ νεῦ­ρα μου.

        Τό­τε εἶ­χα κό­ψει λί­γο τα­χύ­τη­τα μὴν τὴν χτυ­πή­σω καὶ βρῶ κα­νὰ μπε­λά. Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα της μοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα νὰ φρε­νά­ρω. Πλη­σί­α­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ γορ­γὸ γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α της βη­μα­τι­σμὸ καὶ βγά­ζον­τας ἀ­πὸ τὸν κόρ­φο της δυ­ὸ ρό­δια θε­ό­ρα­τα τὰ ἔ­τει­νε ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ συ­νο­δη­γοῦ, στὰ κού­τσι­κα.

        Ἅ­πλω­σαν ἐ­κεῖ­να τὰ χε­ρά­κια τους, καὶ πῆ­ραν τοὺς καρ­ποὺς μὲ μιὰ σο­βα­ρό­τη­τα ἐμ­πο­τι­σμέ­νη πλέ­ρια εὐ­γνω­μο­σύ­νη, ποὺ μοῦ ἔ­κα­νε θυ­μᾶ­μαι ἐν­τύ­πω­ση.

       Τῆς μί­λη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου ἐν­τε­λῶς αὐ­θόρ­μη­τα:

       «Χρω­στᾶ­με κά­τι;,», θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ἡ γριὰ θὰ ἦ­ταν κά­ποι­α φτω­χή, ποὺ προ­σπα­θοῦ­σε μ΄αὐ­τὸν τὸν ἀ­νοί­κειο τρό­πο νὰ που­λή­σει τὴν πρα­μά­τεια της.

       Τό­τε αὐ­τὴ τῆς ἀ­πο­κρί­θη­κε μ΄ ἕ­να λυ­πη­μέ­νο βλέμ­μα ποὺ δὲν ἐ­πι­δε­χό­ταν τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀν­τίρ­ρη­ση:

       «Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα κυ­ρά μου!», καὶ στρε­φό­με­νη ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὴν πο­ρεί­α μας, χά­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς κα­θρέ­φτες μου.

       Εἰ­κο­σι­δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­τυ­χε νὰ κά­νω τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Μό­νο ποὺ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὰ ἀ­γό­ρια βρί­σκον­ταν στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ γιὰ σπου­δές, καὶ ἔ­τσι μὲ μο­να­δι­κὴ συν­τρο­φιὰ τὴ γυ­ναί­κα μου ἀ­να­πο­λοῦ­σα ἀ­μί­λη­τος τὴν προ­η­γού­με­νη χρυ­σὴ ζω­ή μας, τὴν κα­λο­και­ρι­νή, μὲ μιὰ δό­ση νο­σταλ­γί­ας.

       Βρέ­θη­κα στὴ στρο­φὴ πρὶν ἀ­πὸ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο.

       Μιὰ γριὰ προ­χω­ροῦ­σε μπρο­στά, κρα­τών­τας σὲ μιὰ ἄ­σπρη πε­τσέ­τα τυ­λι­μέ­νο ἕ­να πιά­το μᾶλ­λον μὲ κό­λυ­βα. Θὰ τὰ πή­γαι­νει σκέ­φτη­κα στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο γιὰ δι­ά­βα­σμα. Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα της ἡ γριὰ γύ­ρι­σε καὶ μᾶς κοί­τα­ξε. Εἶ­χε ἐ­κεῖ­νο τὸ γνω­στὸ πε­ρί­λυ­πο βλέμ­μα ποὺ γνώ­ρι­σα κά­πο­τε. Ἄρ­χι­σα νὰ τρέ­μω σύγ­κορ­μα.

       Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς γυ­ναί­κας μου. Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο κα­τά­πλη­κτη μὲ μέ­να. Ψέ­λι­σε:

       «Εἶ­ναι ἡ γριά, ὅ­πως τό­τε μὲ τὰ παι­διά.»

       «Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν», τῆς ἀ­γρι­ο­μί­λη­σα. «Ἔ­χουν πε­ρά­σει δὰ τό­σα χρό­νια. Ἡ γριὰ μᾶλ­λον θὰ βρί­σκε­ται πε­θα­μέ­νη ἐ­δῶ καὶ και­ρό.»

        Ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή, ἔ­χα­σα τὸ τι­μό­νι.

        Τὰ ὑ­πό­λοι­πα τὰ γνω­ρί­ζε­τε.

       Κά­θο­μαι τὸ λοι­πὸν στὸ Γρα­φεῖ­ο, καὶ συν­τάσ­σω κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α, προ­σπα­θών­τας νὰ βρῶ ἕ­να κά­ποι­ο νό­η­μα ποὺ μέ­χρις ὥ­ρας μοῦ δι­α­φεύ­γει. Ἀλ­λὰ εὐ­τυ­χῶς! Ἔ­χω μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα μπροστά μου…


* * *


Προ­χώ­ρη­σε ὣς τὴ σι­δε­ρέ­νια καγ­κε­λό­πορ­τα τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, πέ­ρα­σε ἀ­πέ­ναν­τι τὸν δρό­μο καὶ χά­θη­κε μὲς στὰ χω­ρά­φια μὲ τὶς αἰ­ω­νό­βι­ες ἐ­λι­ές.

        Κά­που στὸ λόγ­γο, ἔ­στε­κε μο­να­χὸ ἕ­να σπι­τά­κι. Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα καὶ μπῆ­κε.

        «Κα­λῶς τὴν ἀ­δελ­φή μας τὴν ψυ­χο­πο­νιά­ρα!» ἔ­συ­ρε μιὰ γριὰ φα­φού­τα ποὺ ἔ­πλε­κε μ΄ἕ­να βε­λο­νά­κι.

        «Τὰ κα­νό­νι­σες ὅ­πως πρέ­πει;», ρώ­τη­ξε μιὰ δεύ­τε­ρη, ποὺ συμ­πλή­ρω­νε ἕ­να δελ­τί­ο λότ­το κα­θι­σμέ­νη σ΄ἕ­ναν σο­φὰ κον­τὰ στὸ πα­ρα­θύ­ρι γιὰ νὰ βλέ­πει.

       «Ὅ­λα, ἀ­δελ­φές μου ἀ­γα­πη­μέ­νες, γί­ναν κα­τὰ πὼς ται­ριά­ζει. Του­λά­χι­στον, γλυ­τώ­σα­νε τὰ παι­διά…»



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.


Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca): Ἡ ἀ­να­μο­νή



Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca)


Ἡ ἀ­να­μο­νή

(La espera)


(ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ ἀ­πο­προ­σα­να­το­λι­σμέ­νος φτά­νει καὶ παίρ­νει θέ­ση πλά­ι σ’ ἕ­ναν ἄλ­λον ἄν­τρα ποὺ πε­ρι­μέ­νει κάμ­πο­ση ὥ­ρα στὸ παγ­κά­κι. Ἔ­πει­τα χα­μο­γε­λοῦν καὶ πιά­νουν κου­βέν­τα.)

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Γειά, πῶς πά­ει;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Τὰ ἴ­δια, ἐ­σύ;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Πε­ρι­μέ­νω, ὅ­πως κά­θε μέ­ρα.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: (Συ­νο­φρυ­ώ­νε­ται.) Τὶ πε­ρι­μέ­νεις;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Νά ’ρ­θουν.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Ποι­οὶ εἶ­ναι νά ’ρ­θουν;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: (Μει­δι­ών­τας καὶ μὲ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα.) Εἶ­σαι και­νού­ριος σ’ αὐ­τό, σω­στά;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Ναί, σή­με­ρα τὸ πρω­ῒ ἔ­φτα­σα.

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται!

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Λοι­πόν, ποι­ούς πε­ρι­μέ­νεις;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Πε­ρι­μέ­νου­με! Εἴ­μα­στε κι οἱ δυ­ὸ σ’ αὐ­τό.

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Συγ­γνώ­μη, κι ἐ­γώ;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: Κι ἐ­σύ, ναί. Δὲν φαί­νε­σαι κα­λά, δὲν εἶ­ναι ἔ­τσι;

ΝΕΟΣ ΑΝΤΡΑΣ: Δὲν φαί­νο­μαι τί;

ΑΝΤΡΑΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ: (Μὲ βλέμ­μα ὁ­λωσ­δι­ό­λου ἀ­πο­ρη­μέ­νο.)

Σσσς! Ἄ­κου­σε. Ἔ­φτα­σαν, εἶ­ναι ἐ­δῶ.


Ἀ­μέ­σως με­τά, ση­κώ­νον­ται κι οἱ δυ­ὸ ὄρ­θιοι. Τὸ ἔ­δα­φος σεί­ε­ται κι ὕ­στε­ρα ἕ­να ρῆγ­μα σχη­μα­τί­ζε­ται. Δυ­ὸ ἄν­τρες ἐ­φορ­μοῦν καὶ τοὺς προ­τρέ­πουν νὰ κα­τέ­βουν. Τε­λι­κά, στὸ χεῖ­λος τοῦ ἀ­νοίγ­μα­τος ποὺ χαί­νει μπρο­στὰ στὸν ΝΕΟ ΑΝΤΡΑ βλέ­που­με τὸ ρῆγ­μα νὰ κλεί­νει, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὅ­λοι τους κα­τε­βαί­νουν. Ἕ­νας ἄλ­λος ἄν­τρας παίρ­νει θέ­ση στὸ παγ­κά­κι.


Πη­γή: Minificcionistas Pandemicos, Microbios. Antologia, πρό­λο­γος: Patricia Nasello, Λί­μα, Dendro ediciones, 2020.

Ρι­κάρ­δο Καλ­δε­ρὸν Ἴν­κα (Ricardo Calderón Inca) (Τρου­χί­γιο, 1986 ). Πε­ρου­βια­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρί­α βι­βλί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας: Micro­acerti­jos li­te­ra­ri­os (Edicio­nes O­rem, 2009), Alte­ra­cio­nes (E­di­cio­nes O­rem, 2013) καὶ Gra­fitos (Quarks E­di­cio­nes di­gi­ta­les, 2020).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


Ρία Φελεκίδου: Ἡ κυρία καὶ ὁ κύριος Φσσστ


Ρί­α Φε­λε­κί­δου


Ἡ κυ­ρί­α καὶ ὁ κύ­ριος Φσσστ


ΙΝΑΙ ΜΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ἄ­γνω­στη στοὺς χάρ­τες ποὺ οἱ κά­τοι­κοί της, μι­κροὶ καὶ με­γά­λοι, ἀ­γα­ποῦν πά­ρα πο­λὺ τὰ μπα­λό­νια. Πο­τὲ δὲ βγαί­νουν βόλ­τα χω­ρὶς μπα­λό­νι. Τὰ κου­βα­λοῦν σὰν νά ’ναι ἱ­πτά­με­να σκυ­λά­κια. Στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­λα τὰ παι­διά, ἔ­χουν του­λά­χι­στον ἕ­να, δε­μέ­νο στὸ θρα­νί­ο τους. Οἱ με­γά­λοι τὰ παίρ­νουν στὴ δου­λειά τους. Καὶ παν­τοῦ, σὲ γρα­φεῖ­α, κα­τα­στή­μα­τα, ἰ­α­τρεῖ­α καὶ ἐρ­γο­στά­σια ὑ­πάρ­χει ἡ Σά­λα τῶν Μπα­λο­νι­ῶν, γιὰ νὰ τὰ βά­ζουν ἐ­κεῖ οἱ ἐρ­γα­ζό­με­νοι μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σουν τὸ ὡ­ρά­ριό τους.

       Σὲ ὅ­λη τὴν πο­λι­τεί­α ὑ­πῆρ­χαν μό­νο ἕ­να κο­ρί­τσι καὶ ἕ­να ἀ­γό­ρι ποὺ δὲν εἶ­χαν οὔ­τε ἕ­να μπα­λό­νι. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­πια­ναν μπα­λό­νι στὰ χέ­ρια τους αὐ­τὸ ἔ­σκα­γε καὶ ἀ­κου­γό­ταν ἕ­να ἀρ­γὸ φσστ, μέ­χρι ποὺ ἔ­με­νε ἕ­να μι­κρὸ πλα­στι­κὸ κομ­μά­τι, γυ­μνὸ ἀ­πὸ ἀ­έ­ρα.

       Κα­νέ­νας δὲ θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά τους για­τί ὅ­λοι ὅ­σοι τοὺς ἤ­ξε­ραν τοὺς φώ­να­ζαν ἁ­πλῶς …Φσσστ!

       Τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­γό­ρι δὲ γνω­ρί­ζον­ταν για­τί ἔ­με­ναν στὰ δυ­ὸ ἀν­τί­θε­τα ἄ­κρα τῆς πό­λης.

       Μιὰ μέ­ρα ὅ­μως ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ κο­ρι­τσιοῦ φυ­σοῦ­σε δυ­τι­κὰ καὶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ ἀ­γο­ριοῦ ἀ­να­το­λι­κὰ καὶ ἔ­τσι ἡ Φσσστ καὶ ὁ Φσσστ συ­ναν­τή­θη­καν στὴ μέ­ση ἑ­νὸς δρό­μου.

       Κοι­τά­χτη­καν καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἀ­γα­πι­όν­ταν ἀ­πὸ πάν­τα. Ἄρ­χι­σαν νὰ ζοῦν μα­ζὶ καὶ δὲ χω­ρί­στη­καν πο­τέ. Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα δὲν ξα­νάσκα­σε μπα­λό­νι στὰ χέ­ρια τους.

       Συ­χνὰ πυ­κνὰ οἱ κά­τοι­κοι τῆς πο­λι­τεί­ας μὲ τὰ μπα­λό­νια ἔ­βλε­παν τὸν κύ­ριο καὶ τὴν κυ­ρί­α Φσσστ νὰ βγά­ζουν βόλ­τα τὰ μπα­λό­νια τους.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρί­α Φε­λε­κί­δου (Κα­τε­ρί­νη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κή, Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δι­κη­γό­ρος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν ἔν­τα­ξη τῶν προ­σφυ­γό­που­λων στὴν τυ­πι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς μέ­λος τῆς ἁρ­μό­διας Ὁ­μά­δας Συν­το­νι­σμοῦ τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας ἐ­νῶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α καὶ δι­οι­κη­τι­κὲς θέ­σεις. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἐν­νιὰ παι­δι­κὰ βι­βλί­α, τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α νου­βέ­λα. Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ σὲ παι­διὰ καὶ ἐ­νή­λι­κες.


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Τὸ ράγισμα



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Τὸ ρά­γι­σμα


ΗΜΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΙ, σκύ­βον­τας χα­μη­λὰ στὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα γιὰ νὰ δῶ ἕ­να ρά­γι­σμα στὸ τζά­μι (ἀ­νε­παί­σθη­το ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ 1.95 μου ἀλ­λὰ αἰ­σθη­τό, καὶ μά­λι­στα πο­λύ, ἀ­πὸ κον­τά) πα­ρα­τή­ρη­σα ξαφ­νι­κά, μὲ με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη, ὅ­τι ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι μου φαί­νε­ται ἡ θά­λασ­σα. Στὴ στιγ­μὴ ξέ­χα­σα τὸ ρά­γι­σμα (καὶ τὸ ἄγ­χος μου νὰ ψά­χνω στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να γιὰ τζα­μὰ) καί, γο­να­τι­στός, ἄρ­χι­σα νὰ πα­ρα­τη­ρῶ, σὰν μέ­σα σὲ ὄ­νει­ρο, τὴ βρα­χώ­δη ἀ­κτὴ ποὺ ἀ­χνο­φαι­νό­ταν στὸ βά­θος, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­πέ­ναν­τι πο­λυ­κα­τοι­κί­ες.

       Ἡ ἔκ­πλη­ξή μου ἔ­γι­νε ἀ­κό­μα με­γα­λύ­τε­ρη ὅ­ταν μὲ εἶ­δα (ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση, ἀλ­λὰ πεν­τα­κά­θα­ρα) νὰ κα­τα­φτά­νω στὴν προ­α­να­φερ­θεῖ­σα ἀ­κτὴ μέ­σα σ’ ἕ­να φου­σκω­τὸ τα­χύ­πλο­ο μὲ πέν­τε βα­ριὰ ὁ­πλι­σμέ­νους κα­τα­δρο­μεῖς κι ἕ­να σκύ­λο. Ἀ­πο­βι­βα­σθή­κα­με καὶ οἱ ἑ­πτά, πα­ρὰ τὶς ἄ­σχη­μες και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες καὶ τὰ τε­ρά­στια κύ­μα­τα, καί, ἀ­φοῦ σκαρ­φα­λώ­σα­με (μὲ σχε­τι­κὴ ἄ­νε­ση) τὰ βρά­χια, κα­τευ­θυν­θή­κα­με μὲ ὕ­φος ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ πρὸς τὴν πό­λη.

       Ση­κώ­θη­κα ὅ­ταν μὲ εἶ­δα νὰ δεί­χνω στοὺς πέν­τε κα­τα­δρο­μεῖς (καὶ στὸ σκύ­λο) τὴ βε­ράν­τα τοῦ σπι­τιοῦ μου.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ μι­κρο­κει­μέ­νων Πλα­σμέ­νοι [Ἀ­φορ­μές], Ἐκ­δό­σεις Πο­τα­μός, 2021.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Ρουμπίνα Γκουγιουμτζιάν: Ἐγώ


Ρου­μπί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν


Ἐ­γώ


ΙΧΕ ἀρ­χί­σει νὰ νυ­χτώ­νει. Ἔ­φτα­σα κου­ρα­σμέ­νη στὸ σπί­τι μου καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη χτύ­πη­σα τὸ κου­δού­νι. Ναί, ἤ­μουν ἀ­φη­ρη­μέ­νη, δι­ό­τι κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ἔ­με­νε στὸ σπί­τι ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­μέ­να. Ἡ ἔκ­πλη­ξή μου ἦ­ταν δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη, ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα κι ἀν­τί­κρι­σα τὸν ἑ­αυ­τό μου πί­σω ἀ­π’ αὐ­τήν.

        «Τί κά­νεις ἐ­σὺ ἐ­κεῖ;»

        «Ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­κεῖ;» ρώ­τη­σε.

        «Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη.»

        «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τί παι­χνί­δι εἶ­ναι αὐ­τό.»

        «Μή­πως ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι;»

        «Δὲν μπο­ρεῖ!» οὔρ­λια­ξε καὶ ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα.

        Δι­α­τη­ρών­τας τὴν ψυ­χραι­μί­α μου ἔ­βγα­λα τὰ κλει­διὰ κι ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα. Ὅ­λα ἦ­ταν ὅ­πως τὰ εἶ­χα ἀ­φή­σει. Ὁ ἑ­αυ­τός μου δὲν ὑ­πῆρ­χε. Ἔ­φτια­ξα ἕ­ναν κα­φὲ καὶ κά­θι­σα μὲ ἕ­να βι­βλί­ο στὸν κα­να­πέ. Δὲν πέ­ρα­σαν οὔ­τε δέ­κα λε­πτὰ καὶ ἄ­κου­σά το κου­δού­νι νὰ χτυ­πᾶ. Ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ εἶ­δα τὸν ἑ­αυ­τό μου.

        «Τί κά­νεις ἐ­σὺ ἐ­κεῖ;» μὲ ρώ­τη­σε.

        «Ἐ­σὺ τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

        «Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη» ἀ­πάν­τη­σε.

        «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω τί παι­χνί­δι εἶ­ναι αὐ­τό.»

        «Μή­πως ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι;»

        «Δὲν μπο­ρεῖ!» οὔρ­λια­ξα καὶ ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα.



Πη­γή: Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν, Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή καὶ ἄλ­λα μι­κρὰ ἀ­φη­γή­μα­τα, Κα­λύ­βια Ἀτ­τι­κῆς, 2019, σελ. 73.

Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν (Γι­ε­ρε­βὰν τῆς Ἀρ­με­νί­ας, 1989). Ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α. Σπού­δα­σε στὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ὀ­δον­τί­α­τρος καὶ γρά­φει μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Πά­νω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα (αὐ­το­έκ­δο­ση), τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­λα­βε Βρα­βεῖ­ο Ὑ­περ­βα­τι­κοῦ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὸ 22ο Πα­νελ­λή­νιο Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης καὶ Πε­ζο­γρα­φί­ας. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῆς Γρα­φῆς, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὠ­ρί­ω­νας γιὰ τὸ ἔ­τος 2017. Τὸ Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή εἶ­ναι ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των ποὺ δη­μο­σι­εύ­ει.



		

	

Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να: Prosciutto Crudo



Μά­νου Ἀ­νε­ζί­να


Prosciutto Crudo

 

ΚΥΡΙΑ Λ. ἄρ­χι­σε νὰ ζεῖ καὶ νὰ αἰ­σθά­νε­ται σὰν κα­τσα­ρί­δα ὅ­ταν ἔπι­α­σε δου­λειὰ στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Λου­τρο­θε­ρα­πευ­τη­ρί­ου. Ἡ κυ­ρί­α Λ., πρώ­ην πρι­μαν­τό­να, ἔ­χα­σε τὴ φω­νή της δί­χως ὁ για­τρὸς νὰ ἀ­πο­δελ­τι­ώ­σει τὴν ἀ­σθέ­νειά της ἢ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἀ­γω­γή. Ἔ­τσι ὁ ἐρ­γο­δό­της της γλύ­τω­σε τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση, αὐ­τὴ ἔ­μει­νε μουγ­κὴ καὶ τὸ ἐ­νοί­κιό της ἀ­πλή­ρω­το. Πῶς νὰ τὸ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ τὴν πε­τοῦ­σαν σὰ στη­μέ­νη λε­μο­νό­κου­πα. Θὰ μπο­ροῦ­σε, ἀ­να­ρω­τι­έ­ται. Στὸ ὑ­πό­γει­ο ἡ ὑ­γρα­σί­α δι­είσ­δυ­σε ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους τοῦ δέρ­μα­τος στὰ κύτ­τα­ρά της καὶ τὰ μού­λια­σε. Ἕ­να κολ­λῶ­δες ὑ­γρὸ ὅ­πως αὐ­τὸ ποὺ ἀ­φή­νουν οἱ κα­τσα­ρί­δες κύ­λη­σε στὸ αἷ­μα της. Μυ­ρω­διὰ μού­χλας καὶ σα­πί­λας κόλ­λη­σε στὴ σάρ­κα της. Τὸ ἄ­φω­το σκο­τά­δι δι­έ­τα­ξε καὶ ἐ­πα­να­δι­έ­τα­ξε τὰ ρα­βδί­α καὶ τὰ κο­νί­α τοῦ ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ της. Μέ­χρι νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ. Συ­νάν­τη­σε καὶ ἄλ­λες ἐρ­γα­ζό­με­νες ἐ­κεῖ ποὺ θύ­μι­ζαν κα­τσα­ρί­δες, καὶ τῆς κόλ­λη­σαν πα­ρα­τσού­κλι, ἡ μουγ­κή. Ἐρ­γα­ζό­με­νες ἀ­πε­χθεῖς γιὰ τὶς ὑ­πέρ­γει­ες αὐ­τά­ρε­σκες ὑ­παλ­λή­λους τοῦ ὀρ­γα­νι­σμοῦ, εἶ­χαν ὅ­μως ἕ­να προ­νό­μιο. Κολ­λη­μέ­νες ὅ­πως ἦ­ταν τρι­γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ μα­γει­ρεῖ­α εἶ­χαν πρό­σβα­ση στὸ τυ­ρί, στὸ γι­α­ούρ­τι, στὸ κρέ­ας, στὰ ψά­ρια καὶ σὲ ἄλ­λα τρό­φι­μα ποὺ ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ταν στὰ ντου­λά­πια καὶ στὰ ψυ­γεῖ­α. Τὴν ὥ­ρα τοῦ δι­αλ­λεί­μα­τος ἔ­τρω­γαν μπα­νά­νες, μῆ­λα καὶ ψη­τὸ κο­τό­που­λο μὲ πα­τά­τες.

       Ἡ κυ­ρί­α Λ. πού εἶ­χε ἐμ­πει­ρί­α στοὺς κα­τσα­ρι­δό­μορ­φους ἀν­θρώ­πους ὀ­σμί­στη­κε τὴ με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Γκ.. Τὸ βρά­δυ ἔ­φτα­σε στὸ πα­ρά­θυ­ρό του καὶ τὸν εἶ­δε ὄρ­θιο μὲ τὰ μπρο­στι­νὰ πο­δα­ρά­κια κολ­λη­μέ­να στὸ περ­βά­ζι. Γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια ἡ κυ­ρί­α Λ. πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴ ζω­ὴ τοῦ Γκ. ἀ­πὸ τὸ φεγ­γί­τη τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός της ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν αἰ­σθάν­θη­κε νὰ γί­νε­ται ἄν­τρας. Αὐ­τὴ τὸν κοί­τα­ξε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ αὐ­τὸς ἡ­μέ­ρω­σε. Ἡ κυ­ρία Λ. πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο ἀ­δύ­να­τος ἦ­ταν καὶ τὸν προ­σκά­λε­σε γιὰ φα­γη­τό. Αὐ­τὸς ἀ­να­θάρ­ρη­σε ἀ­πὸ τὸ γε­μά­το οἰ­κει­ό­τη­τα βλέμ­μα καὶ μὲ ἕ­να σάλ­το βρέ­θη­κε στὸ περ­βά­ζι, στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ σπι­τιοῦ, στὸ δρό­μο, στὸ ἡ­μι­ϋ­πό­γει­ο δι­α­μέ­ρι­σμα. Αὐ­τὴ τοῦ ἔ­δω­σε τυ­ρὶ ροκ­φόρ, prosciuto crudo καὶ λά­δι. Αὐ­τὸς ἔ­πε­σε λαί­μαρ­γα στὸ δί­σκο καὶ ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸν ἔ­γλει­ψε μὲ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί του καὶ κοί­τα­ξε κα­τά­μα­τα τὴν κυ­ρί­α Λ. πού, νά, πά­τη­σε ἕ­να πλῆ­κτρο καὶ οἱ νό­τες τοῦ Tango Poema ξε­χύ­νον­ται στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο. Ὁ Γκ. κόλ­λη­σε τὰ μπρο­στι­νὰ δε­ξιὰ πο­δα­ρά­κια στὸ δε­ξὶ χέ­ρι της, τὰ με­σαῖ­α ἀ­ρι­στε­ρὰ πο­δα­ρά­κια στὴ μέ­ση της καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται στὸ ρυθ­μὸ τῆς μου­σι­κῆς. Χό­ρε­ψαν ὥ­σπου ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νοι ἔ­πε­σαν στὸ πά­τω­μα, κυ­λί­στη­καν, πά­λε­ψαν, ἔ­σμι­ξαν λυσ­σα­λέ­α τὰ στε­ρε­ά, τὰ ζου­μιὰ καὶ τὰ μυ­ρω­δι­κά τους καὶ ἀ­πο­κοι­μή­θη­καν. Ὅ­ταν ὁ Γκ. ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του ἐ­νε­ὸς κοί­τα­ξε τὶς φλέ­βες του στὶς ἀν­τρι­κὲς πα­λά­μες, ἕ­να-ἕ­να τὰ πέν­τε δά­χτυ­λα τῆς κα­θε­μιᾶς. Κοί­τα­ξε τοὺς καρ­πούς, τοὺς ὤ­μους, τὸ στῆ­θος, τὸ φύ­λο, τὰ πέλ­μα­τά του. Ἔπι­α­σε τὰ μαλ­λιά του, ἔπι­α­σε τὸ πρό­σω­πό του. Τὸ βλέμ­μα του στρά­φη­κε στὴ ρι­κνο­πρό­σω­πη μουγ­κὴ στὰ σα­νί­δια. Εἶ­δε βα­θιὲς ρυ­τί­δες νὰ αὐ­λα­κώ­νουν γε­ρα­σμέ­να μά­τια, τὸ κρε­μα­σμέ­νο σα­γό­νι, τὰ κρε­μα­σμέ­να καὶ δι­πλω­μέ­να κρέ­α­τα τοῦ γυ­μνοῦ κορ­μιοῦ της. Ση­κώ­θη­κε καὶ μὲ ἀρ­γά,  ἀ­θό­ρυ­βα, ἀ­νά­πο­δα σὰν πη­δη­χτὰ βή­μα­τα, ἔ­φτα­σε στὴν πόρ­τα, κρύ­βον­τας τὰ ἀ­χα­μνά του μὲ τὰ χέ­ρια,  ἄ­νοι­ξε καὶ δὲ γύ­ρι­σε οὔ­τε γιὰ νὰ κλεί­σει. Κα­νο­νι­κά. Αὐ­τὴ τὸν εἶ­δε νὰ σβή­νει μιὰ γκρί­ζα χα­ραυ­γὴ ὥ­σπου βα­σί­λε­ψε καὶ τὸ δι­κό της βλέμ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­νε­ζί­να Μά­νου (Δῆ­μος Πέλ­λας). Σπού­δα­σε μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­, Παι­δα­γω­γι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Θέ­α­τρο στὴν Ἀ­θή­να, στὸ Λον­δί­νο, στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ στὴν Πρά­γα. Ἐρ­γά­ζε­ται σὲ ὑ­παλ­λη­λι­κὲς θέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε ἐρ­γα­στή­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς μὲ τὸ Στρα­τὴ Χα­βια­ρᾶ στὸ Κέν­τρο Ἑλ­λη­νι­κῶν σπου­δῶν τοῦ Χάρ­βαρντ. Τὸ διήγημά της «Ἡ ἀ­σθέ­νεια τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ» διακρίθηκε στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Ἱστορίες ἐγκλεισμοῦ τῆς σχό­λης τῶν ἐκ­δό­σε­ων Πα­τά­κη.



		

	

Σαλβαδόρ Ἐλισόντο (Salvador Elizondo): Ἡ πεταλούδα


Σαλ­βα­δὸρ Ἐ­λι­σόν­το (Salvador Elizondo)


Ἡ πε­τα­λού­δα


ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ εἶ­ναι ἕ­να στιγ­μια­ῖο ζῶ­ο ποὺ ἐ­φηῦ­ραν οἱ Κι­νέ­ζοι. Τὰ ἐν λό­γῳ ἀν­τι­κεί­με­να κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται, συ­νή­θως, ἀ­πὸ λε­πτό­τα­τες σκλῆ­θρες μπαμ­ποὺ ποὺ σχη­μα­τί­ζουν τὸ σῶ­μα καὶ τὶς νευ­ρώ­σεις τῶν φτε­ρῶν. Αὐ­τὲς κα­λύ­πτον­ται ἀ­πὸ πο­λὺ λε­πτὸ ρι­ζό­χαρ­το ἢ ἀ­πὸ ἀ­τό­φιο με­τά­ξι καὶ δι­α­κο­σμοῦν­ται μέ­σῳ μιᾶς σχε­δὸν ἄ­γνω­στης καὶ μυ­στι­κῆς ζω­γρα­φι­κῆς τε­χνι­κῆς, τῆς ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νης Φὲν Χού­α, ποὺ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ ἁ­πλώ­νεις μὲ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα πο­λύ­χρω­μες σκο­νοῦ­λες πά­νω σε μιὰ συλ­λη­πτή­ρια ἢ πα­γι­δευ­τι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια, σχη­μα­τί­ζον­τας τοι­ου­το­τρό­πως τὰ ἀλ­λό­κο­τα σχέ­δια ποὺ βλέ­που­με στὰ φτε­ρά τους. Στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ σώ­μα­τός τους ἔ­χουν ἕ­να κομ­μα­τά­κι ρι­ζό­χαρ­το μὲ τὸ ἰ­δε­ό­γραμ­μα τῆς πε­τα­λού­δας τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει μα­γι­κὲς δυ­νά­μεις. Οἱ κα­τα­σκευα­στὲς πε­τα­λού­δων δι­α­βε­βαι­ώ­νουν ὅ­τι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ τὸ φυ­λα­κτὸ τοὺς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ πε­τοῦν. Ὅ­σοι ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα, οἱ γραμ­μα­τι­ζού­με­νοι —λο­γο­κρι­τὲς καὶ συ­νο­δι­κοί— κα­θὼς ἐ­πί­σης ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς στρα­τη­γούς μας ποὺ μὲ συ­χνό­τη­τα συμ­βου­λεύ­ον­ται τὸν οἰ­ω­νὸ τὸν ἀ­πο­κα­λού­με­νο τῆς πε­τα­λού­δας ἢ Ποὺ χού, προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θουν τὴν κα­τά­λη­ξη τῶν ἐκ­στρα­τει­ῶν ποὺ θὰ δι­ε­ξα­γά­γουν, λέ­νε ὅ­τι οἱ πε­τα­λοῦ­δες ἐ­φευ­ρέ­θη­καν, ὅ­πως ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ὑ­πάρ­χουν στὴν Κί­να, ἀ­πὸ τὸν Κί­τρι­νο Αὐ­το­κρά­το­ρα ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε κα­τὰ τὴ μυ­θι­κὴ ἐ­πο­χὴ τοῦ Φοί­νι­κα καὶ στὸν ὁ­ποῖ­ον ὀ­φεί­λον­ται ἐ­πί­σης ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς γρα­φῆς, τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τοῦ κό­σμου.


Πηγή: «El retrato de Zoe y otras mentiras» (ἐκδ. Joaquín Mortiz, 1969)

Ὁ Σαλ­βα­δὸρ Ἐ­λι­σόν­το (Salvador Elizodo) (Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 1932-2006) ἦ­ταν με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στής καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸς κρι­τι­κός. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα του εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Farabeuf o la crónica de un instante, καὶ οἱ συλ­λο­γὲς (μι­κρὸ)δι­η­γη­μά­τω­ν El retrato de Zoe y otras mentiras (ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ «Ἡ πε­τα­λού­δα») και Narda o el verano. Ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να κο­σμο­πο­λί­τι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ὕ­φος μὲ ἐ­πιρ­ρο­ὲς ἀ­πὸ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Τζό­ις ἢ ὁ Πά­ουντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γο­ς (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τής Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἱ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


 

Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков): Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο

 



Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков)


Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο

(Синята хризантема)


ΜΑΣΤΑΝ ΤΡΕΙΣ. Ἐ­γώ, ὁ Βδέλ­λας κι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Μα­ζευ­ό­μα­σταν στὴν τα­βέρ­να τοῦ Στά­μου τοῦ Τυ­φλοῦ, ὅ­που χαρ­το­παί­ζα­με μέ­χρι ἀρ­γά. Καὶ ἐ­κεῖ, ξο­δεύ­α­με σχε­δὸν ὅ­λα μας τὰ λε­φτά. Δι­ό­τι δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ού­μα­σταν μὲ μι­κρο­πο­σά. Σὲ μιὰ γύ­ρα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὁ κα­θέ­νας μας ἔ­πρε­πε νὰ πον­τά­ρει του­λά­χι­στον εἴ­κο­σι λέ­βα. Αὐ­τὸ γι­νό­ταν στὴν ἀρ­χὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸ κρα­σὶ φούν­τω­νε τὰ κε­φά­λια μας, βά­ζα­με κι ἀ­πὸ πε­νῆν­τα, ἀ­κό­μα καὶ ἑ­κα­τό. Ὅ­μως ἐ­γὼ δὲν κέρ­δι­ζα. Οὔ­τε κι ὁ Βδέλ­λας. Ὅ­λα μας τὰ λε­φτά, τὰ σά­ρω­νε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ὁ ὁ­ποῖ­ος μ’ ἕ­ναν ἐκ­πλη­κτι­κὸ τρό­πο ἔ­παι­ζε στὰ δά­χτυ­λά του τὴν κα­τα­στρο­φι­κὴ αὐ­τὴ τέ­χνη τῶν χαρ­τι­ῶν.

       Ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ φυ­μα­τί­ω­ση τῆς σπον­δυ­λι­κῆς στή­λης καὶ ἦ­ταν τό­σο καμ­που­ρια­στός, ποὺ ὅ­ταν παί­ζα­με, μό­νο τὸ κε­φά­λι του ἐ­ξεῖ­χε πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι. Στὸ κι­τρι­νι­σμέ­νο πρό­σω­πό του ξε­χω­ρί­ζα­νε δύ­ο τε­ρά­στια μαῦ­ρα μά­τια ποὺ ἀ­στρά­φτα­νε ἀ­γρι­ω­πὰ στὴν πα­ρα­μι­κρή μας ἐ­πι­τυ­χί­α. Καὶ αὐ­τὴ ἡ λάμ­ψη στὰ μά­τια του, ἀ­κού­σια μᾶς ἀ­πο­θάρ­ρυ­νε καὶ χά­να­με τὴ ρο­ὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος, ἄρ­χι­ζε νὰ γε­λά­ει φαρ­μα­κε­ρὰ καὶ ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­γα­με τὴ βρα­χνὴ φω­νή του νὰ στριγ­γλί­ζει:

       — Ἄσ­σος, Ἐν­νιὰ κού­πα, Ρή­γας σπα­θί! Καὶ κέρ­δι­ζε.

       Ὅ­μως, ἐ­γὼ καὶ ὁ Βδέλ­λας τοῦ τὴ στή­να­με ἀ­πὸ και­ρό. Καὶ ἔ­τσι ἕ­να βρά­δυ, ἔ­χα­σε. Ἔ­χα­σε ὅ­λα τὰ λε­φτά του. Ἐ­μεῖς, πή­ρα­με τό­ση χα­ρά, ποὺ δὲν στα­μα­τού­σα­με νὰ κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με τὸν Ἑ­σπε­ρι­νό.

       Ἐ­κεῖ­νος σι­ω­ποῦ­σε. Τὰ μά­τια του καί­γα­νε ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή. Καὶ ὅ­ταν τὰ πει­ράγ­μα­τά μας ξε­πέ­ρα­σαν πιὰ κά­θε ὅ­ριο ἀ­νο­χῆς, τὸ πρό­σω­πό του κοκ­κί­νη­σε ἀ­πὸ θυ­μό, χτύ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ εἶ­πε:

       — Γιὰ νὰ δοῦ­με! Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ἀ­κό­μα ποι­ός εἶ­ναι ὁ νι­κη­τής!

       — Μά, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χεις λε­φτά! ξε­φώ­νη­σε ὁ Βδέλ­λας. Δὲν εἶ­σαι σὲ θέ­ση νὰ παί­ξεις!

       — Πῶς; Ἐ­γὼ θὰ πον­τά­ρω κά­τι ἄλ­λο, θὰ στοι­χη­μα­τί­σω ὅ,τι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ἔ­χω! ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ ἔ­ψα­ξε στὴν τσέ­πη του.

       Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, πε­ρι­μέ­να­με νὰ δοῦ­με κά­τι πο­λύ­τι­μο, κά­τι, τε­λο­σπάν­των, ποὺ νὰ ἦ­ταν ἀ­ξί­ας. Ὅ­μως, πρὸς με­γά­λη μας ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ μι­κρό, δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι του ἕ­να γα­λά­ζιο, μα­ρα­μέ­νο χρυ­σάν­θε­μο.

       — Χά, χά, χά! ἔ­βα­λα τὰ γέ­λια. Μὰ αὐ­τὸ δὲν ἀ­ξί­ζει οὔ­τε δυ­ὸ λέ­βα!

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ποῦ ἔ­χεις; ρώ­τη­σε ὁ Βδέλ­λας.

       — Ὅ­μως ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός μᾶς κοί­τα­ξε μὲ τέ­τοι­ο μί­σος, τὰ μά­τια του ἀ­στρά­φτα­νε τό­σο, μὰ τό­σο τρο­με­ρά, ποὺ ἐ­μεῖς ἀ­πρό­θυ­μα συ­νε­χί­σα­με τὸ παι­χνί­δι. Ἀλ­λὰ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ἔ­χα­σε καὶ τού­τη τὴ φο­ρά. Ἐ­γὼ κέρ­δι­σα τὸ χρυ­σάν­θε­μο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν εἶ­χε γιὰ μέ­να τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­ξί­α. Καὶ θὰ τὸ ἔ­δι­να πά­λι στὸν Ἑ­σπε­ρι­νό, ἂν μιὰ συμ­φω­νί­α δὲν ὅ­ρι­ζε πάν­τα τὸ παι­χνί­δι μας: νὰ μὴν ὑ­πάρ­ξει καμ­μί­α ὑ­πο­χώ­ρη­ση, ἔ­στω καὶ με­ρι­κή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο ποὺ κερ­δή­θη­κε. Καὶ ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ τὸν λό­γο ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς μὲ κοι­τοῦ­σε ἀ­βο­ή­θη­τος καὶ προ­σβε­βλη­μέ­νος, ὅ­ταν ἐ­γὼ μά­ζε­ψα τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.

       Καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα γί­να­με ἐ­χθροί. Μὲ μι­σοῦ­σε, τό ’­ξε­ρα. Φαι­νό­τα­νε στὸ βλέμ­μα του. Πα­ρό­λα αὐ­τά, συ­νε­χί­ζα­με νὰ μα­ζευ­ό­μα­στε στὴν τα­βέρ­να καὶ νὰ παί­ζου­με χαρ­τιά. Καὶ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­χα­νε, πάν­τα ἔ­χα­νε. Δι­ό­τι ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας τοῦ εἴ­χα­με στή­σει ὡ­ραί­α πα­γί­δα. Σὲ ποι­ά πο­νη­ριά, ὅ­μως, εἴ­χα­με κα­τα­φύ­γει γιὰ νὰ κερ­δί­σου­με, αὐ­τὸ δὲν πρό­κει­ται πο­τέ μου νὰ τὸ πῶ. Θὰ ντρό­πια­ζα κι ἐ­μέ­να καὶ τὸν φί­λο μου.

       Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς δὲν ἦρ­θε. Δὲν ἦρ­θε οὔ­τε καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο. Μά­θα­με ὅ­τι ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος. Φι­λι­κὸ χρέ­ος μᾶς ὑ­πο­χρέ­ω­νε νὰ πᾶ­με νὰ τὸν δοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ φο­βό­μουν. Πι­θα­νῶς, ἡ πα­ρου­σί­α μου νὰ τοῦ ξυ­πνοῦ­σε τὴ δυ­σά­ρε­στη ἀ­νά­μνη­ση γιὰ τὸ χρυ­σάν­θε­μο. Καὶ δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ πά­ω, ἂν ὁ Βδέλ­λας δὲν μὲ τρα­βοῦ­σε μὲ τὸ ζό­ρι.

       Οἱ φό­βοι μου ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­καν. Μό­λις μὲ εἶ­δε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, πή­δη­ξε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ φώ­να­ξε:

       — Βρω­μιά­ρη, χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ!

       — Ἑ­σπε­ρι­νέ, ἄ­κου με —εἶ­πα ἐ­γὼ— καὶ μὴ μοῦ θυ­μώ­νεις! Ξέ­ρεις, ὅ­τι…

       — Χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ! – οὔρ­λια­ξε πά­λι καὶ ἅρ­πα­ξε τὸ ψα­λί­δι ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ κο­μο­δί­νο του. Τό­τε ἐ­γὼ βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο.

       Με­τὰ ὁ Βδέλ­λας μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἦ­ταν βα­ριὰ ἄρ­ρω­στος καὶ κά­θε ἐλ­πί­δα νὰ γι­α­τρευ­τεῖ, ἤ­τα­νε χα­μέ­νη.

       Καὶ πραγ­μα­τι­κά, πέ­θα­νε. Πέ­θα­νε λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὸ πα­ρα­πά­νω πε­ρι­στα­τι­κό.

       Καὶ μεί­να­με οἱ δυ­ό μας. Ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας. Πη­γαί­να­με, ὅ­μως, ξα­νὰ στὴν τα­βέρ­να καὶ συ­νε­χί­ζα­με τὴ χαρ­το­παι­ξί­α μας. Καὶ κέρ­δι­ζε πό­τε ὁ ἕ­νας καὶ πό­τε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­τσι, ποὺ οἱ χα­σοῦ­ρες μας δὲν γί­νον­ταν αἰ­σθη­τές.

       Μιὰ φο­ρά, ἤ­πια­με κρα­σὶ πα­ρα­πά­νω. Ἀρ­χί­σα­με νὰ πον­τά­ρου­με με­γά­λα πο­σά. Καὶ κέρ­δι­ζα. Δύ­ο ἢ τρεῖς ὧ­ρες, τὸ παι­χνί­δι ἦ­ταν μὲ τὸ μέ­ρος μου. Ἀλ­λά, ἕ­να μοι­ραῖ­ο γύ­ρι­σμα καὶ…. ὁ Βδέλ­λας μὲ ξε­τί­να­ξε.

       Ἔ­χα­να. Γιὰ νὰ συν­τη­ρῶ ὅ­μως τὴ δι­ά­θε­σή μου, δὲν ἔ­παυ­α νὰ γε­μί­ζω μὲ κρα­σὶ τὸ πο­τή­ρι μου. Νευ­ρι­α­σμέ­νος καὶ φουν­τω­μέ­νος, κο­πα­νοῦ­σα τὸ ἕ­να φύλ­λο με­τὰ τὸ ἄλ­λο ἐ­πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Μὰ αὐ­τὸ δὲν βο­η­θοῦ­σε.

       Ὁ Βδέλ­λας, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κέρ­δι­ζε ἔ­ρι­χνε σὲ βά­ρος μου ἕ­να σω­ρὸ ὑ­πο­τι­μη­τι­κὲς κο­ρο­ϊ­δί­ες, γε­λών­τας μι­κρό­ψυ­χα καὶ φαρ­μα­κε­ρά. Καὶ σὲ μιὰ στιγ­μή, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο τὸ ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ κά­που. Ἔ­στρε­ψα τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ μέ­ρος του, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸν τρό­μο καὶ τὴ φρί­κη, μοῦ ‘πέ­σαν τὰ χαρ­τιά. Ἀ­πέ­ναν­τί μου στε­κό­ταν ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Τὰ μά­τια του, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες, φλέ­γον­ταν ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή, καὶ μοῦ ψιθύ­ρι­ζε:

       — Συ­νέ­χι­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ παί­ζεις!

       Κι ἐ­γὼ συ­νέ­χι­σα τὸ παι­χνί­δι, ἐ­πει­δὴ ἡ φω­νὴ του τὸ πρό­στα­ζε.

       Ἔ­χα­να. Δὲν μοῦ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει πα­ρὰ με­ρι­κὰ λέ­βα. Καὶ τό­τε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, γέ­λα­σε βρον­τε­ρὰ καὶ φώ­να­ξε:

       — Πόν­τα­ρε τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο!

       Ἐ­γὼ δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω. Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο ἄ­ρα­γε θὰ μὲ γλύ­τω­νε; Ἢ μή­πως τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο θὰ ἀ­φά­νι­ζε κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως ἀ­φά­νι­σε κά­πο­τε καὶ τὸν ἴ­διο;

       Ἔ­βγα­λα τὸ χρυ­σάν­θε­μο καὶ τὸ πόν­τα­ρα. Με­τὰ δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γι­νε. Στὰ ἀ­φτιά μου ἠ­χοῦ­σε καὶ πά­λι τὸ γέ­λιο τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ, ἐ­γὼ γέ­μι­ζα τὰ πο­τή­ρια τὸ ἕ­να πί­σω ἀ­π’ τ’ ἄλ­λο καὶ ἔ­πι­να. Κά­πως ἔ­τσι μὲ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος.

       Τὸ πρω­ί, μό­λις ξύ­πνη­σα, ὁ τα­βερ­νιά­ρης μοῦ δή­λω­σε ὅ­τι ὁ Βδέλ­λας σά­λε­ψε. Καὶ πά­νω στὴν τρέ­λα του, ἔ­λε­γε ὅ­τι τὴ νύ­χτα, παί­ζον­τας στὰ χαρ­τιά, κέρ­δι­σε ἀ­πὸ τὸν Ἑ­σπε­ρι­νὸ ἕ­να γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.


1922


Πη­γή: https://chitanka.info/text/1586-sinjata-hrizantema

Ὁ Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков, Ραν­το­μὶρ 1902- Σό­φια 1966), θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀ­να­νε­ω­τὲς τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας καὶ «πα­τέ­ρας» τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α. Ὑ­πῆρ­ξε συν­δη­μι­ουρ­γὸς (μα­ζὶ μὲ τὸν Βλαν­τι­μὶρ Πο­λιά­νοφ) τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου «Ἄρ­γκους» (Аргус, 1922) —τοῦ πρώ­του οἴ­κου, παγ­κο­σμί­ως, μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ— προ­τεί­νον­τας στὸ βουλ­γα­ρι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, προ­σεγ­μέ­νες με­τα­φρά­σεις κλα­σι­κῶν ἔρ­γων, λ.χ. τῶν Ε.Α. Poe, Ε.Τ.Α. Ηoffmann, H.H. Ewers, G. Meyrink κ.ἄ., κα­θὼς καὶ πρω­τό­τυ­πα βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα, ἀ­νά­λο­γης αἰ­σθη­τι­κῆς καὶ θε­μα­τι­κῆς. Στo δι­ά­στη­μα 1925-1927 ὁ Μίν­κοφ συμ­με­τεῖ­χε στὸν πε­ρί­φη­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ κύ­κλο «Το­ξό­της» (Стрелец) μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ση­μαν­τι­κοὺς ἐκ­προ­σώ­πους τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου. Κο­σμο­πο­λί­της, εὐ­ρυ­μα­θὴς καὶ πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος, ὁ Μίν­κοφ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν σπου­δῶν του στὴν Αὐ­στρί­α καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἦρ­θε ἀ­πὸ νω­ρὶς σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν γερ­μα­νι­κὸ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμὸ ἀλ­λὰ καὶ τὴ γοτ­θι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κο­λου­θών­τας στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα του τὸ ρεῦ­μα τοῦ «δι­α­βο­λι­σμοῦ» (diabolism), τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε ὁ­ρι­στι­κὰ στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’20 γιὰ νὰ ἀ­να­πτύ­ξει στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’30, ἕ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο κρι­τι­κὸ καὶ προ­σω­πι­κὸ ὕ­φος (ἄλ­λο­τε μὲ τὴ χρή­ση λε­πτοῦ χι­οῦ­μορ στὰ ὅ­ρια τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, καὶ ἄλ­λο­τε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ὑ­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­δο­ξο καὶ τὸ γκρο­τέ­σκο) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ στη­λί­τευ­ε τὴν «αὐ­το­μα­το­ποί­η­ση» καὶ τὴν ἀ­πο­πνευ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πο­χῆς, ἀ­να­τέ­μνον­τας συ­χνά, τό­σο τὴν «ἀ­στι­κὴ» πλη­κτι­κὴ κε­νό­τη­τα καὶ ὑ­πο­κρι­σί­α, ὅ­σο καὶ τὴν ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη καὶ μο­να­χι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ «μι­κροῦ ἀν­θρώ­που». Τολ­μη­ρός, ἀν­τι­κομ­φορ­μι­στὴς καὶ ἀ­νοι­χτὸς σὲ σύγ­χρο­να λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, συ­νέ­βα­λε στὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ἀ­πὸ μιὰ κυ­ρί­αρ­χη τό­τε λο­γο­τε­χνι­κὴ συμ­βα­τι­κό­τη­τα, ποὺ ἀν­τλοῦ­σε κυ­ρί­ως τὴ θε­μα­τι­κή της ἀ­πὸ τὶς δο­μὲς τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς πα­τρι­αρ­χι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, τὸν «φολ­κλο­ρι­σμὸ» ἀλ­λὰ καὶ τὸν «ρε­α­λι­σμὸ» τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς ζω­ῆς στὴν ὕ­παι­θρο. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ διη­γη­μα­το­γρα­φί­α, ὁ Μίν­κοφ ἀ­σχο­λή­θη­κε βι­ο­πο­ρι­στι­κὰ μὲ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κά­ριος, ἐ­πι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­η­γή­μα­τα, ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης πα­ρα­μύ­θια κα­θὼς καὶ τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἐν­τυ­πώ­σεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἔρ­γα του, ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α – Δι­ή­γη­μα: Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο (Синята хризантема, 1922), Ρο­λό­ι (Часовник, 1924), Παι­χνί­δι τῶν σκι­ῶν (Игра на сенките, 1928), Αὐ­τό­μα­τα (Автомати, 1932), Ἡ Κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια (Дамата с рентгеновите очи, 1934), Δι­η­γή­μα­τα σὲ δέρ­μα σκαν­τζο­χοί­ρου (Разкази в таралежова кожа, 1936)· Μυ­θι­στό­ρη­μα: Ἡ καρ­διὰ στὸ χαρ­το­κού­τι. Μυ­θι­στό­ρη­μα γκρο­τέ­σκο σὲ ἑ­πτὰ ἀ­πί­θα­νες πε­ρι­πέ­τει­ες (Сърцето в картонената кутия, Роман-гротеска в седем невероятни приключения, 1933 / σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Κον­σταν­τὶν Κο­σταν­τί­νοφ)· Πα­ρα­μύ­θι: Ἡ μα­σκα­ρε­μέ­νη ἀ­λε­ποῦ (Маскираната лисица, 1936)· Τα­ξι­δι­ω­τι­κά: Ἡ Μα­δρί­τη φλέ­γε­ται. Ἱ­στο­ρί­α σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα γιὰ τὴν ἀν­τί­στα­ση μιᾶς πό­λης (Мадрид гори. История в телеграми за съпротивата на един град, 1936), Ἡ ἄλ­λη Ἀ­με­ρι­κή. Ἕ­να τα­ξί­δι πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ση­με­ρι­νό (Другата Америка. Едно пътуване отвъд екватора, 1938).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶ­ς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

Ἄντης Ροδίτης: Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια ἀπὸ σήμερα

Ἄν­της Ρο­δί­της


Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια απὸ σήμερα


ΑΞΙΔΕΨΑ ΚΙ ΕΓΩ μέ­σα στὸ μέλ­λον καὶ νὰ μὴν νοιά­ζει κα­νέ­ναν πῶς. Εἶ­ναι μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Ἅ­μα τὸ πῶ, θὰ ἀρ­χί­σει ὁ πά­σα ἕ­νας νὰ πε­τά­γε­ται στὸ μέλ­λον, δὲν θὰ μεί­νει κα­νέ­νας ἐ­δῶ στὸ «τώ­ρα» καὶ τό­τε θὰ χα­λά­σει καὶ τὸ μέλ­λον, ἀ­φοῦ δὲν θὰ ἔ­χει πα­ρελ­θόν, καὶ θὰ μεί­νου­με ὅ­λοι κρε­μά­με­νοι στὸ κε­νό. Ξέ­ρω τί λέ­ω. Ἄ­ρα μό­νο ἐ­γὼ θὰ πη­γαί­νω στὸ μέλ­λον, ὅ­πο­τε θέ­λω.

        Πε­τά­χτη­κα μιὰ στιγ­μὴ στὸ 2100 μ.Χ. Ὅ­λοι οἱ Κυ­πραῖ­οι ἦ­ταν ἄγ­γε­λοι. Εἶ­χαν καὶ φτε­ροῦ­γες ἀλ­λὰ ἦ­ταν μι­κρὲς ἀ­κό­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν.

       Ρώ­τη­σα ἕ­ναν στὸν δρό­μο.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει. Οἱ φτε­ροῦ­γες ἄρ­χι­σαν νὰ φυ­τρώ­νουν, πιὸ μι­κρὲς καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πεις τώ­ρα, πρὶν κα­μιὰ ὀ­γδον­τα­ριὰ χρό­νια, τό­τε ποὺ ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας ἔ­γι­νε Πρό­ε­δρος καὶ ὁ Νι­κό­λας ὑ­φυ­πουρ­γὸς πα­ρὰ τῷ προ­έ­δρῳ, τό­τε ποὺ πά­τα­ξαν τὴ δι­α­φθο­ρὰ καὶ γί­να­με ὅ­λοι ἄγ­γε­λοι. Ἂν πᾶ­με καὶ στὸ μέλ­λον τό­σο κα­λά, ὑ­πο­λο­γί­ζου­με ὅ­τι οἱ ἀ­πό­γο­νοί μας σὲ ἄλ­λα 80, ἂς ποῦ­με, χρό­νια θὰ ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρες φτε­ροῦ­γες καὶ θὰ πε­τᾶ­με κι­ό­λας κον­τὰ στὸν θε­ό!

       —Τί λὲς ρὲ μα­λά­κα; τοῦ εἶ­πα.

       —Ἄ, μοῦ εἶ­πε, σὲ πα­ρα­κα­λῶ. Ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πιά, τὴ βγά­λα­με καὶ ἀ­πὸ τὰ λε­ξι­κά. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι κα­λοὶ καὶ ἐ­νά­ρε­τοι ἄν­θρω­ποι πλέ­ον – δι­α­φθο­ρὰ τέ­λος!

       Σκέ­φτη­κα ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ ἦ­ταν τρε­λός, ἀλ­λὰ με­τὰ εἶ­δα κι ἄλ­λους —ὅ­λους— μὲ φτε­ρά, ἄ­ρα ἤ­μουν ἐ­γὼ ὁ μα­λά­κας.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει ὁ τρε­λός, νὰ πᾶς στὸν Κύκ­κο, ὅ­που πᾶν ὅ­λοι γιὰ προ­σκύ­νη­μα. Ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ κεῖ τὸ τέ­ρας-Μα­κά­ριος κι ἔ­βα­λαν ἄλ­λο ἄ­γαλ­μα δυ­ὸ φο­ρὲς πιὸ ψη­λὸ ἀ­πὸ τὸ πα­λιό.

       —Ποι­ὸν ἔ­βα­λαν ἐ­κεῖ; τοῦ λέ­ω.

       —Πή­γαι­νε νὰ δεῖς, μοῦ λέ­ει, καὶ πε­τά­χτη­κε τρί­α μέ­τρα μα­κριὰ σὰν κο­τό­που­λο.

       Πῆ­ρα ἕ­να ἑ­λι­κό­πτε­ρο-τα­ξὶ ἀ­πὸ τὸν προ­μα­χώ­να ποὺ ἦ­ταν πα­λιὰ ὁ Μπα­ϊ­ρα­κτά­ρης καὶ σὲ 15 λε­πτὰ μὲ κα­τέ­βα­σε στὸν Κύκ­κο, μπρο­στὰ στὸ  ἄ­γαλ­μα. Ἔ­μει­να ἐ­κεῖ καὶ ἔ­χα­σκα για­τὶ τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­γάλ­μα­τος, ὕ­ψος ἴ­σο μὲ ἑ­φτα­ό­ρο­φη πο­λυ­κα­τοι­κί­α, ἦ­ταν πο­λὺ ψη­λὰ καὶ δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρος ποι­οῦ ἡ φά­τσα ἦ­ταν.

       Μὲ πλη­σί­α­σε ἕ­να μο­να­χὸς γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε σχε­δὸν κα­θό­λου φτε­ρά. Μό­λις ποὺ ξε­μύ­τι­ζαν κά­τι πού­που­λα ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους του.

       —Κα­λά, τοῦ λέ­ω, ἐ­σὺ δὲν ἔ­χεις φτε­ροῦ­γες;

       —Ἄ­σε, μοῦ λέ­ει, ἐ­μεῖς οἱ μο­να­χοὶ εἴ­μα­στε οἱ πιὸ δι­ε­φθαρ­μέ­νοι καὶ κά­νου­με με­γά­λο ἀ­γώ­να νὰ φτά­σου­με τοὺς ἄλ­λους. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἀ­πὸ τοὺς κα­λούς. Ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λοι ποὺ ντρέ­πον­ται νὰ βγοῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ κε­λιά τους ἕ­νε­κα δὲν ἔ­χουν βγά­λει οὔ­τε πού­που­λο ἀ­κό­μα.

       —Τί λὲς ρὲ μ… τοῦ εἶ­πα κι ἔ­πι­α­σα τὸ στό­μα μου, μὴν πῶ τὴ λέ­ξη.

       —Βλέ­πεις, μοῦ λέ­ει, τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Μι­χα­η­λί­δη, πα­λιὰ Γε­νι­κοῦ Ἐ­λεγ­κτοῦ καὶ τώ­ρα Προ­έ­δρου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας!

       —Κι ὁ μι­κρός; τοῦ λέ­ω.

       Τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α κρα­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ἕ­να παι­δά­κι, ἕ­ναν γιὸ τῆς μάμ­μας του μὲ γκρί­ζους κρο­τά­φους, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ὁ «μι­κρός», μό­λις τρί­α μέ­τρα ὕ­ψος, ἦ­ταν ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά, σὰν νὰ ἔ­δει­χνε τὸν δρό­μο στὸ με­γά­λο ἄ­γαλ­μα.

       —Εἶ­ναι ὁ Νι­κό­λας, μοῦ λέ­ει ὁ ἄ­πτε­ρος μο­να­χός, ὁ­δη­γεῖ τὸν Ὀ­δυσ­σέα στὸν δρό­μο κα­τὰ τῆς δι­α­φθο­ρᾶς!

       —Fuck, τοῦ λέ­ω!

       —Καὶ ποῦ ’­σαι, μοῦ λέ­ει, γιὰ νὰ φτιά­ξουν τὸν Νι­κό­λα ἕ­λι­ω­σαν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Μα­κα­ρί­ου, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο μέ­ταλ­λο, κι ὕ­στε­ρα ἔ­κα­μαν εἰ­σα­γω­γὴ κι ἄλ­λο χαλ­κὸ γιὰ νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α!

       —Ἔ, fuck ξα­νά, τοῦ λέ­ω.

       —Fuck, μοῦ λέ­ει, δὲν λέ­ει τί­πο­τε, καὶ πά­νω ποὺ ἀ­κού­στη­κε τὸ σή­μαν­τρο ἔ­τρε­ξε γιὰ τὸ δεῖ­πνο.

       —Καὶ οἱ Τοῦρ­κοι, τοῦ φώ­να­ξα, τί ἔ­γι­νε μὲ τοὺς Τούρ­κους;

       —Ἄ, μοῦ λέ­ει, καὶ γύ­ρι­σε τρέ­χον­τας πι­σι­νὴ ἀ­νε­μί­ζον­τας τὸ χέ­ρι του, τοὺς πῆ­ρε ὅ­λους ὁ δι­ά­ο­λος.

       —Μὰ ὅ­λους-ὅ­λους; τοῦ λέ­ω. Δὲν ἄ­φη­σε οὔ­τε μι­σὸ τουρ­κο­κύ­πριο γιὰ δεῖγ­μα;

       —Ὅ­λους, μοῦ λέ­ει, ὅ­λους-ὅ­λους. Μέ­χρι καὶ τὰ κόκ­κα­λα τοῦ Ντεν­κτάς.

       Καὶ χά­θη­κε μέ­σα στὴν με­γά­λη πόρ­τα. Πε­τά­χτη­κα ἀ­μέ­σως πί­σω στὸ πα­ρόν, μὴν πε­θά­νω ἄ­ξαφ­να ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α ἐ­κεῖ στὸ μέλ­λον!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­της Ρο­δί­της. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Παγ­κύ­πριο Γυ­μνά­σιο τὸ 1964. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια στὴν Ἀγ­γλί­α. Με­τὰ μπῆ­κε στὸ London International Film School. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν Ἐ­θνι­κὴ Φρου­ρὰ τὸ 1970 ὡς Ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς Πυ­ρο­βο­λι­κοῦ καὶ τὸ 1974 στὴν ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τῶν Τούρ­κων εἰ­σβο­λέ­ων. Ἐρ­γά­στη­κε στὸ ΡΙΚ ἀ­πὸ τὸ 1971 μέ­χρι τὸ 1985 ὡς πα­ρα­γω­γὸς-σκη­νο­θέ­της. Ἀ­πὸ τὸ 1985 δη­μι­ούρ­γη­σε δι­κή του ἑ­ται­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε γιὰ σει­ρὰ ἐ­τῶν τὸ εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο Visnews- Reuters. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν το­μέ­α τῆς πα­ρα­γω­γῆς ται­νι­ῶν ντο­κι­μαν­τὲρ μὲ πρῶ­τα βρα­βεῖ­α σὲ δι­ε­θνεῖς καὶ πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Πρω­τί­στως εἶ­ναι λο­γο­τέ­χνης. Γρά­φει ἐ­πί­σης χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα στὴν Κύ­προ καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξέ­δω­σε 6 βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας, 3 ποί­η­σης καὶ δύ­ο κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἕ­να μὲ τί­τλο Τὰ Γράμ­μα­τα στὴ Μη­τέ­ρα τοῦ Κώ­στα Μόν­τη, Ἁρ­μὸς 2015, κι ἕ­να μὲ τί­τλο Οἱ σκα­λα­πούν­τα­ροι τῆς Στέλ­λας, Ἁρ­μὸς 2016, γιὰ τὴν ποί­η­ση τῆς Στέλ­λας Βο­σκα­ρί­δου. Τὸ 1973 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο νέ­ου λο­γο­τέ­χνη τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ 4 δι­η­γή­μα­τα. Τὸ 2006 ἡ Ἑ­στί­α ἐ­ξέ­δω­σε τὸ χρο­νι­κό του Τὴν Ἑλ­λά­δα θέ­λο­μεν κι ἂς τρώ­γω­μεν πέ­τρες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Δέ­κα χι­λιά­δες μέ­λισ­σες, Ἁρ­μὸς 2010, ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Κύ­πρου. Τὸ 2013 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἁρ­μὸ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κου­ρά­γιο Πη­νε­λό­πη, μιὰ με­λέ­τη-χρο­νι­κό, ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται δι­ε­ξο­δι­κά τα γε­γο­νό­τα στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1963 ἕ­ως τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1964 καὶ κα­τα­δει­κνύ­ει μὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἔγ­γρα­φα ποὺ ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν με­τὰ τὸ 2010, ὅ­τι ἡ Ἕ­νω­ση ἦ­ταν ἐ­φι­κτὴ ἄ­νευ οὐ­δε­μιᾶς ἐ­δα­φι­κῆς πα­ρα­χώ­ρη­σης στὴν Τουρ­κί­α τὸ 1964.



		

	

Μουσταφὰ Χάνταρ (Mustapha Handar): Φαλαινοκτονία


Μου­στα­φὰ Χάν­ταρ (Mustapha Handar)


Φα­λαι­νο­κτο­νί­α

(Ballenicidio)


                                                Γιὰ τὸ δελ­φί­νι καὶ τὴ φά­λαι­να, εὐ­τυ­χί­α εἶ­ναι νὰ ὑ­πάρ­χεις.

                                                                                                            Ζὰκ Κου­στώ

Π’ ΤΟΝ ΣΑΡΩΤΙΚΟ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ, ποὺ ἀ­φά­νι­σε ὅ­λα τὰ ὄν­τα στὴ γῆ, ἐ­πέ­ζη­σε μο­να­χὰ ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τὸν εἶ­χε κα­τα­πι­εῖ μιὰ φά­λαι­να. Πα­ρέ­μει­νε στὸ στο­μά­χι της, ὥ­σπου τρά­βη­ξαν τὰ νε­ρὰ καὶ στέ­γνω­σε ἡ γῆ· κι ἄρ­χι­σαν πά­λι νὰ φεγ­γο­βο­λοῦν τὰ βου­νά, τὰ λι­βά­δια κι οἱ ἀ­κρο­γι­α­λι­ές.

        Τὸ πε­λώ­ριο πλά­σμα κου­βα­λοῦ­σε τὰ γο­νί­δια τῆς εἰ­ρή­νης, τῆς βο­ή­θειας καὶ τοῦ σε­βα­σμοῦ πρὸς τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος. Πο­τὲ δὲν λη­σμό­νη­σε τὴ θρυ­λι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῶν προ­γό­νων του μὲ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν προ­φή­τη Γι­ού­νους.* Πλη­σί­α­σε τὴ στε­ριά, ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα του τὸν ἐ­πι­ζῶν­τα καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε ἁ­πα­λὰ σὲ μιὰ ζε­στὴ ἀμ­μου­διά. Ἦ­ταν λὲς καὶ εἶ­χε ξα­να­γεν­νη­θεῖ.

       Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ βδο­μά­δα, ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πλεύ­σει στὸ πέ­λα­γος. Κα­τα­σκεύ­α­σε ἕ­να κα­νὸ καὶ πῆ­γε νὰ κυ­νη­γή­σει τὰ γι­γάν­τια κή­τη. Χρει­α­ζό­ταν λά­δι γιὰ τὶς λάμ­πες του, κρέ­ας ζω­τι­κὴ πη­γὴ πρω­τε­ϊ­νῶν καὶ δέρ­μα γιὰ νὰ φτιά­ξει μ’ αὐ­τὸ ροῦ­χα καὶ πα­πού­τσια.


* Γι­ού­νους: τὸ ὄ­νο­μα τοῦ προ­φή­τη Ἰ­ω­νὰ στὰ ἀ­ρα­βι­κά.

 

Πη­γή: Πηγή: Minificcionistas Pandémicos, Microbios. Antología, πρόλογος: Patricia Nasello, Λίμα, Dendro ediciones, 2020.

Μου­στα­φὰ Χάν­ταρ (Mustapha Handar) (Ἀ­γα­δίρ, 1982). Μα­ρο­κι­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴ Χι­λή, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ εἴ­δους. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ βι­βλί­ο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Atrapados en telaranas (Quarks Ed. Digitales, Πε­ρού, 2020).

Μετάφραση  ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).