Σαλβαδόρ Ἐλισόντο (Salvador Elizondo): Ἡ πεταλούδα


Σαλ­βα­δὸρ Ἐ­λι­σόν­το (Salvador Elizondo)


Ἡ πε­τα­λού­δα


ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ εἶ­ναι ἕ­να στιγ­μια­ῖο ζῶ­ο ποὺ ἐ­φηῦ­ραν οἱ Κι­νέ­ζοι. Τὰ ἐν λό­γῳ ἀν­τι­κεί­με­να κα­τα­σκευ­ά­ζον­ται, συ­νή­θως, ἀ­πὸ λε­πτό­τα­τες σκλῆ­θρες μπαμ­ποὺ ποὺ σχη­μα­τί­ζουν τὸ σῶ­μα καὶ τὶς νευ­ρώ­σεις τῶν φτε­ρῶν. Αὐ­τὲς κα­λύ­πτον­ται ἀ­πὸ πο­λὺ λε­πτὸ ρι­ζό­χαρ­το ἢ ἀ­πὸ ἀ­τό­φιο με­τά­ξι καὶ δι­α­κο­σμοῦν­ται μέ­σῳ μιᾶς σχε­δὸν ἄ­γνω­στης καὶ μυ­στι­κῆς ζω­γρα­φι­κῆς τε­χνι­κῆς, τῆς ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νης Φὲν Χού­α, ποὺ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ ἁ­πλώ­νεις μὲ ἐ­πι­δε­ξι­ό­τη­τα πο­λύ­χρω­μες σκο­νοῦ­λες πά­νω σε μιὰ συλ­λη­πτή­ρια ἢ πα­γι­δευ­τι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια, σχη­μα­τί­ζον­τας τοι­ου­το­τρό­πως τὰ ἀλ­λό­κο­τα σχέ­δια ποὺ βλέ­που­με στὰ φτε­ρά τους. Στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ σώ­μα­τός τους ἔ­χουν ἕ­να κομ­μα­τά­κι ρι­ζό­χαρ­το μὲ τὸ ἰ­δε­ό­γραμ­μα τῆς πε­τα­λού­δας τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει μα­γι­κὲς δυ­νά­μεις. Οἱ κα­τα­σκευα­στὲς πε­τα­λού­δων δι­α­βε­βαι­ώ­νουν ὅ­τι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὸ τὸ φυ­λα­κτὸ τοὺς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ πε­τοῦν. Ὅ­σοι ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα, οἱ γραμ­μα­τι­ζού­με­νοι —λο­γο­κρι­τὲς καὶ συ­νο­δι­κοί— κα­θὼς ἐ­πί­σης ὁ­ρι­σμέ­νοι ἀ­πὸ τοὺς στρα­τη­γούς μας ποὺ μὲ συ­χνό­τη­τα συμ­βου­λεύ­ον­ται τὸν οἰ­ω­νὸ τὸν ἀ­πο­κα­λού­με­νο τῆς πε­τα­λού­δας ἢ Ποὺ χού, προ­κει­μέ­νου νὰ μά­θουν τὴν κα­τά­λη­ξη τῶν ἐκ­στρα­τει­ῶν ποὺ θὰ δι­ε­ξα­γά­γουν, λέ­νε ὅ­τι οἱ πε­τα­λοῦ­δες ἐ­φευ­ρέ­θη­καν, ὅ­πως ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ὑ­πάρ­χουν στὴν Κί­να, ἀ­πὸ τὸν Κί­τρι­νο Αὐ­το­κρά­το­ρα ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­ζη­σε κα­τὰ τὴ μυ­θι­κὴ ἐ­πο­χὴ τοῦ Φοί­νι­κα καὶ στὸν ὁ­ποῖ­ον ὀ­φεί­λον­ται ἐ­πί­σης ἡ ἐ­πι­νό­η­ση τῆς γρα­φῆς, τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τοῦ κό­σμου.


Πηγή: «El retrato de Zoe y otras mentiras» (ἐκδ. Joaquín Mortiz, 1969)

Ὁ Σαλ­βα­δὸρ Ἐ­λι­σόν­το (Salvador Elizodo) (Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 1932-2006) ἦ­ταν με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στής καὶ λο­γο­τε­χνι­κὸς κρι­τι­κός. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα του εἶ­ναι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Farabeuf o la crónica de un instante, καὶ οἱ συλ­λο­γὲς (μι­κρὸ)δι­η­γη­μά­τω­ν El retrato de Zoe y otras mentiras (ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ «Ἡ πε­τα­λού­δα») και Narda o el verano. Ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να κο­σμο­πο­λί­τι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ὕ­φος μὲ ἐ­πιρ­ρο­ὲς ἀ­πὸ συγ­γρα­φεῖς ὅ­πως ὁ Τζό­ις ἢ ὁ Πά­ουντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γο­ς (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τής Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἱ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


 

Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков): Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο

 



Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков)


Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο

(Синята хризантема)


ΜΑΣΤΑΝ ΤΡΕΙΣ. Ἐ­γώ, ὁ Βδέλ­λας κι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Μα­ζευ­ό­μα­σταν στὴν τα­βέρ­να τοῦ Στά­μου τοῦ Τυ­φλοῦ, ὅ­που χαρ­το­παί­ζα­με μέ­χρι ἀρ­γά. Καὶ ἐ­κεῖ, ξο­δεύ­α­με σχε­δὸν ὅ­λα μας τὰ λε­φτά. Δι­ό­τι δὲν ἱ­κα­νο­ποι­ού­μα­σταν μὲ μι­κρο­πο­σά. Σὲ μιὰ γύ­ρα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ὁ κα­θέ­νας μας ἔ­πρε­πε νὰ πον­τά­ρει του­λά­χι­στον εἴ­κο­σι λέ­βα. Αὐ­τὸ γι­νό­ταν στὴν ἀρ­χὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν τὸ κρα­σὶ φούν­τω­νε τὰ κε­φά­λια μας, βά­ζα­με κι ἀ­πὸ πε­νῆν­τα, ἀ­κό­μα καὶ ἑ­κα­τό. Ὅ­μως ἐ­γὼ δὲν κέρ­δι­ζα. Οὔ­τε κι ὁ Βδέλ­λας. Ὅ­λα μας τὰ λε­φτά, τὰ σά­ρω­νε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ὁ ὁ­ποῖ­ος μ’ ἕ­ναν ἐκ­πλη­κτι­κὸ τρό­πο ἔ­παι­ζε στὰ δά­χτυ­λά του τὴν κα­τα­στρο­φι­κὴ αὐ­τὴ τέ­χνη τῶν χαρ­τι­ῶν.

       Ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ὑ­πέ­φε­ρε ἀ­πὸ φυ­μα­τί­ω­ση τῆς σπον­δυ­λι­κῆς στή­λης καὶ ἦ­ταν τό­σο καμ­που­ρια­στός, ποὺ ὅ­ταν παί­ζα­με, μό­νο τὸ κε­φά­λι του ἐ­ξεῖ­χε πά­νω ἀ­π’ τὸ τρα­πέ­ζι. Στὸ κι­τρι­νι­σμέ­νο πρό­σω­πό του ξε­χω­ρί­ζα­νε δύ­ο τε­ρά­στια μαῦ­ρα μά­τια ποὺ ἀ­στρά­φτα­νε ἀ­γρι­ω­πὰ στὴν πα­ρα­μι­κρή μας ἐ­πι­τυ­χί­α. Καὶ αὐ­τὴ ἡ λάμ­ψη στὰ μά­τια του, ἀ­κού­σια μᾶς ἀ­πο­θάρ­ρυ­νε καὶ χά­να­με τὴ ρο­ὴ τοῦ παι­χνι­διοῦ. Τό­τε ἐ­κεῖ­νος, ἄρ­χι­ζε νὰ γε­λά­ει φαρ­μα­κε­ρὰ καὶ ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­γα­με τὴ βρα­χνὴ φω­νή του νὰ στριγ­γλί­ζει:

       — Ἄσ­σος, Ἐν­νιὰ κού­πα, Ρή­γας σπα­θί! Καὶ κέρ­δι­ζε.

       Ὅ­μως, ἐ­γὼ καὶ ὁ Βδέλ­λας τοῦ τὴ στή­να­με ἀ­πὸ και­ρό. Καὶ ἔ­τσι ἕ­να βρά­δυ, ἔ­χα­σε. Ἔ­χα­σε ὅ­λα τὰ λε­φτά του. Ἐ­μεῖς, πή­ρα­με τό­ση χα­ρά, ποὺ δὲν στα­μα­τού­σα­με νὰ κο­ρο­ϊ­δεύ­ου­με τὸν Ἑ­σπε­ρι­νό.

       Ἐ­κεῖ­νος σι­ω­ποῦ­σε. Τὰ μά­τια του καί­γα­νε ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή. Καὶ ὅ­ταν τὰ πει­ράγ­μα­τά μας ξε­πέ­ρα­σαν πιὰ κά­θε ὅ­ριο ἀ­νο­χῆς, τὸ πρό­σω­πό του κοκ­κί­νη­σε ἀ­πὸ θυ­μό, χτύ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ εἶ­πε:

       — Γιὰ νὰ δοῦ­με! Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ἀ­κό­μα ποι­ός εἶ­ναι ὁ νι­κη­τής!

       — Μά, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χεις λε­φτά! ξε­φώ­νη­σε ὁ Βδέλ­λας. Δὲν εἶ­σαι σὲ θέ­ση νὰ παί­ξεις!

       — Πῶς; Ἐ­γὼ θὰ πον­τά­ρω κά­τι ἄλ­λο, θὰ στοι­χη­μα­τί­σω ὅ,τι πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ἔ­χω! ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ ἔ­ψα­ξε στὴν τσέ­πη του.

       Ἐ­μεῖς, ἐν­νο­εῖ­ται, πε­ρι­μέ­να­με νὰ δοῦ­με κά­τι πο­λύ­τι­μο, κά­τι, τε­λο­σπάν­των, ποὺ νὰ ἦ­ταν ἀ­ξί­ας. Ὅ­μως, πρὸς με­γά­λη μας ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ μι­κρό, δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι του ἕ­να γα­λά­ζιο, μα­ρα­μέ­νο χρυ­σάν­θε­μο.

       — Χά, χά, χά! ἔ­βα­λα τὰ γέ­λια. Μὰ αὐ­τὸ δὲν ἀ­ξί­ζει οὔ­τε δυ­ὸ λέ­βα!

       — Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ποῦ ἔ­χεις; ρώ­τη­σε ὁ Βδέλ­λας.

       — Ὅ­μως ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός μᾶς κοί­τα­ξε μὲ τέ­τοι­ο μί­σος, τὰ μά­τια του ἀ­στρά­φτα­νε τό­σο, μὰ τό­σο τρο­με­ρά, ποὺ ἐ­μεῖς ἀ­πρό­θυ­μα συ­νε­χί­σα­με τὸ παι­χνί­δι. Ἀλ­λὰ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, ἔ­χα­σε καὶ τού­τη τὴ φο­ρά. Ἐ­γὼ κέρ­δι­σα τὸ χρυ­σάν­θε­μο, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν εἶ­χε γιὰ μέ­να τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­ξί­α. Καὶ θὰ τὸ ἔ­δι­να πά­λι στὸν Ἑ­σπε­ρι­νό, ἂν μιὰ συμ­φω­νί­α δὲν ὅ­ρι­ζε πάν­τα τὸ παι­χνί­δι μας: νὰ μὴν ὑ­πάρ­ξει καμ­μί­α ὑ­πο­χώ­ρη­ση, ἔ­στω καὶ με­ρι­κή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο ποὺ κερ­δή­θη­κε. Καὶ ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ τὸν λό­γο ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς μὲ κοι­τοῦ­σε ἀ­βο­ή­θη­τος καὶ προ­σβε­βλη­μέ­νος, ὅ­ταν ἐ­γὼ μά­ζε­ψα τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.

       Καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα γί­να­με ἐ­χθροί. Μὲ μι­σοῦ­σε, τό ’­ξε­ρα. Φαι­νό­τα­νε στὸ βλέμ­μα του. Πα­ρό­λα αὐ­τά, συ­νε­χί­ζα­με νὰ μα­ζευ­ό­μα­στε στὴν τα­βέρ­να καὶ νὰ παί­ζου­με χαρ­τιά. Καὶ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἔ­χα­νε, πάν­τα ἔ­χα­νε. Δι­ό­τι ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας τοῦ εἴ­χα­με στή­σει ὡ­ραί­α πα­γί­δα. Σὲ ποι­ά πο­νη­ριά, ὅ­μως, εἴ­χα­με κα­τα­φύ­γει γιὰ νὰ κερ­δί­σου­με, αὐ­τὸ δὲν πρό­κει­ται πο­τέ μου νὰ τὸ πῶ. Θὰ ντρό­πια­ζα κι ἐ­μέ­να καὶ τὸν φί­λο μου.

       Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς δὲν ἦρ­θε. Δὲν ἦρ­θε οὔ­τε καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο. Μά­θα­με ὅ­τι ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος. Φι­λι­κὸ χρέ­ος μᾶς ὑ­πο­χρέ­ω­νε νὰ πᾶ­με νὰ τὸν δοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ φο­βό­μουν. Πι­θα­νῶς, ἡ πα­ρου­σί­α μου νὰ τοῦ ξυ­πνοῦ­σε τὴ δυ­σά­ρε­στη ἀ­νά­μνη­ση γιὰ τὸ χρυ­σάν­θε­μο. Καὶ δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ πά­ω, ἂν ὁ Βδέλ­λας δὲν μὲ τρα­βοῦ­σε μὲ τὸ ζό­ρι.

       Οἱ φό­βοι μου ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­καν. Μό­λις μὲ εἶ­δε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, πή­δη­ξε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ φώ­να­ξε:

       — Βρω­μιά­ρη, χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ!

       — Ἑ­σπε­ρι­νέ, ἄ­κου με —εἶ­πα ἐ­γὼ— καὶ μὴ μοῦ θυ­μώ­νεις! Ξέ­ρεις, ὅ­τι…

       — Χά­σου ἀ­πὸ ’­δῶ! – οὔρ­λια­ξε πά­λι καὶ ἅρ­πα­ξε τὸ ψα­λί­δι ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ κο­μο­δί­νο του. Τό­τε ἐ­γὼ βγῆ­κα ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο.

       Με­τὰ ὁ Βδέλ­λας μοῦ ἀ­να­κοί­νω­σε ὅ­τι ὁ Ἑ­σπε­ρι­νὸς ἦ­ταν βα­ριὰ ἄρ­ρω­στος καὶ κά­θε ἐλ­πί­δα νὰ γι­α­τρευ­τεῖ, ἤ­τα­νε χα­μέ­νη.

       Καὶ πραγ­μα­τι­κά, πέ­θα­νε. Πέ­θα­νε λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὸ πα­ρα­πά­νω πε­ρι­στα­τι­κό.

       Καὶ μεί­να­με οἱ δυ­ό μας. Ἐ­γὼ κι ὁ Βδέλ­λας. Πη­γαί­να­με, ὅ­μως, ξα­νὰ στὴν τα­βέρ­να καὶ συ­νε­χί­ζα­με τὴ χαρ­το­παι­ξί­α μας. Καὶ κέρ­δι­ζε πό­τε ὁ ἕ­νας καὶ πό­τε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­τσι, ποὺ οἱ χα­σοῦ­ρες μας δὲν γί­νον­ταν αἰ­σθη­τές.

       Μιὰ φο­ρά, ἤ­πια­με κρα­σὶ πα­ρα­πά­νω. Ἀρ­χί­σα­με νὰ πον­τά­ρου­με με­γά­λα πο­σά. Καὶ κέρ­δι­ζα. Δύ­ο ἢ τρεῖς ὧ­ρες, τὸ παι­χνί­δι ἦ­ταν μὲ τὸ μέ­ρος μου. Ἀλ­λά, ἕ­να μοι­ραῖ­ο γύ­ρι­σμα καὶ…. ὁ Βδέλ­λας μὲ ξε­τί­να­ξε.

       Ἔ­χα­να. Γιὰ νὰ συν­τη­ρῶ ὅ­μως τὴ δι­ά­θε­σή μου, δὲν ἔ­παυ­α νὰ γε­μί­ζω μὲ κρα­σὶ τὸ πο­τή­ρι μου. Νευ­ρι­α­σμέ­νος καὶ φουν­τω­μέ­νος, κο­πα­νοῦ­σα τὸ ἕ­να φύλ­λο με­τὰ τὸ ἄλ­λο ἐ­πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Μὰ αὐ­τὸ δὲν βο­η­θοῦ­σε.

       Ὁ Βδέλ­λας, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι κέρ­δι­ζε ἔ­ρι­χνε σὲ βά­ρος μου ἕ­να σω­ρὸ ὑ­πο­τι­μη­τι­κὲς κο­ρο­ϊ­δί­ες, γε­λών­τας μι­κρό­ψυ­χα καὶ φαρ­μα­κε­ρά. Καὶ σὲ μιὰ στιγ­μή, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γέ­λιο τὸ ἤ­ξε­ρα ἀ­πὸ κά­που. Ἔ­στρε­ψα τὸ βλέμ­μα πρὸς τὸ μέ­ρος του, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸν τρό­μο καὶ τὴ φρί­κη, μοῦ ‘πέ­σαν τὰ χαρ­τιά. Ἀ­πέ­ναν­τί μου στε­κό­ταν ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός. Τὰ μά­τια του, ὅ­πως ἐ­κεῖ­νες τὶς μέ­ρες, φλέ­γον­ταν ἀ­πὸ κα­κί­α καὶ ὀρ­γή, καὶ μοῦ ψιθύ­ρι­ζε:

       — Συ­νέ­χι­σε, συ­νέ­χι­σε νὰ παί­ζεις!

       Κι ἐ­γὼ συ­νέ­χι­σα τὸ παι­χνί­δι, ἐ­πει­δὴ ἡ φω­νὴ του τὸ πρό­στα­ζε.

       Ἔ­χα­να. Δὲν μοῦ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει πα­ρὰ με­ρι­κὰ λέ­βα. Καὶ τό­τε ὁ Ἑ­σπε­ρι­νός, γέ­λα­σε βρον­τε­ρὰ καὶ φώ­να­ξε:

       — Πόν­τα­ρε τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο!

       Ἐ­γὼ δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ κά­νω. Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο ἄ­ρα­γε θὰ μὲ γλύ­τω­νε; Ἢ μή­πως τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο θὰ ἀ­φά­νι­ζε κι ἐ­μέ­να, ὅ­πως ἀ­φά­νι­σε κά­πο­τε καὶ τὸν ἴ­διο;

       Ἔ­βγα­λα τὸ χρυ­σάν­θε­μο καὶ τὸ πόν­τα­ρα. Με­τὰ δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γι­νε. Στὰ ἀ­φτιά μου ἠ­χοῦ­σε καὶ πά­λι τὸ γέ­λιο τοῦ Ἑ­σπε­ρι­νοῦ, ἐ­γὼ γέ­μι­ζα τὰ πο­τή­ρια τὸ ἕ­να πί­σω ἀ­π’ τ’ ἄλ­λο καὶ ἔ­πι­να. Κά­πως ἔ­τσι μὲ πῆ­ρε ὁ ὕ­πνος.

       Τὸ πρω­ί, μό­λις ξύ­πνη­σα, ὁ τα­βερ­νιά­ρης μοῦ δή­λω­σε ὅ­τι ὁ Βδέλ­λας σά­λε­ψε. Καὶ πά­νω στὴν τρέ­λα του, ἔ­λε­γε ὅ­τι τὴ νύ­χτα, παί­ζον­τας στὰ χαρ­τιά, κέρ­δι­σε ἀ­πὸ τὸν Ἑ­σπε­ρι­νὸ ἕ­να γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο.


1922


Πη­γή: https://chitanka.info/text/1586-sinjata-hrizantema

Ὁ Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков, Ραν­το­μὶρ 1902- Σό­φια 1966), θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀ­να­νε­ω­τὲς τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας καὶ «πα­τέ­ρας» τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α. Ὑ­πῆρ­ξε συν­δη­μι­ουρ­γὸς (μα­ζὶ μὲ τὸν Βλαν­τι­μὶρ Πο­λιά­νοφ) τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου «Ἄρ­γκους» (Аргус, 1922) —τοῦ πρώ­του οἴ­κου, παγ­κο­σμί­ως, μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ— προ­τεί­νον­τας στὸ βουλ­γα­ρι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, προ­σεγ­μέ­νες με­τα­φρά­σεις κλα­σι­κῶν ἔρ­γων, λ.χ. τῶν Ε.Α. Poe, Ε.Τ.Α. Ηoffmann, H.H. Ewers, G. Meyrink κ.ἄ., κα­θὼς καὶ πρω­τό­τυ­πα βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα, ἀ­νά­λο­γης αἰ­σθη­τι­κῆς καὶ θε­μα­τι­κῆς. Στo δι­ά­στη­μα 1925-1927 ὁ Μίν­κοφ συμ­με­τεῖ­χε στὸν πε­ρί­φη­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ κύ­κλο «Το­ξό­της» (Стрелец) μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ση­μαν­τι­κοὺς ἐκ­προ­σώ­πους τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου. Κο­σμο­πο­λί­της, εὐ­ρυ­μα­θὴς καὶ πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος, ὁ Μίν­κοφ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν σπου­δῶν του στὴν Αὐ­στρί­α καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἦρ­θε ἀ­πὸ νω­ρὶς σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν γερ­μα­νι­κὸ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμὸ ἀλ­λὰ καὶ τὴ γοτ­θι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κο­λου­θών­τας στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα του τὸ ρεῦ­μα τοῦ «δι­α­βο­λι­σμοῦ» (diabolism), τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε ὁ­ρι­στι­κὰ στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’20 γιὰ νὰ ἀ­να­πτύ­ξει στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’30, ἕ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο κρι­τι­κὸ καὶ προ­σω­πι­κὸ ὕ­φος (ἄλ­λο­τε μὲ τὴ χρή­ση λε­πτοῦ χι­οῦ­μορ στὰ ὅ­ρια τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, καὶ ἄλ­λο­τε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ὑ­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­δο­ξο καὶ τὸ γκρο­τέ­σκο) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ στη­λί­τευ­ε τὴν «αὐ­το­μα­το­ποί­η­ση» καὶ τὴν ἀ­πο­πνευ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πο­χῆς, ἀ­να­τέ­μνον­τας συ­χνά, τό­σο τὴν «ἀ­στι­κὴ» πλη­κτι­κὴ κε­νό­τη­τα καὶ ὑ­πο­κρι­σί­α, ὅ­σο καὶ τὴν ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη καὶ μο­να­χι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ «μι­κροῦ ἀν­θρώ­που». Τολ­μη­ρός, ἀν­τι­κομ­φορ­μι­στὴς καὶ ἀ­νοι­χτὸς σὲ σύγ­χρο­να λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, συ­νέ­βα­λε στὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ἀ­πὸ μιὰ κυ­ρί­αρ­χη τό­τε λο­γο­τε­χνι­κὴ συμ­βα­τι­κό­τη­τα, ποὺ ἀν­τλοῦ­σε κυ­ρί­ως τὴ θε­μα­τι­κή της ἀ­πὸ τὶς δο­μὲς τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς πα­τρι­αρ­χι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, τὸν «φολ­κλο­ρι­σμὸ» ἀλ­λὰ καὶ τὸν «ρε­α­λι­σμὸ» τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς ζω­ῆς στὴν ὕ­παι­θρο. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ διη­γη­μα­το­γρα­φί­α, ὁ Μίν­κοφ ἀ­σχο­λή­θη­κε βι­ο­πο­ρι­στι­κὰ μὲ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κά­ριος, ἐ­πι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­η­γή­μα­τα, ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης πα­ρα­μύ­θια κα­θὼς καὶ τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἐν­τυ­πώ­σεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἔρ­γα του, ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α – Δι­ή­γη­μα: Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο (Синята хризантема, 1922), Ρο­λό­ι (Часовник, 1924), Παι­χνί­δι τῶν σκι­ῶν (Игра на сенките, 1928), Αὐ­τό­μα­τα (Автомати, 1932), Ἡ Κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια (Дамата с рентгеновите очи, 1934), Δι­η­γή­μα­τα σὲ δέρ­μα σκαν­τζο­χοί­ρου (Разкази в таралежова кожа, 1936)· Μυ­θι­στό­ρη­μα: Ἡ καρ­διὰ στὸ χαρ­το­κού­τι. Μυ­θι­στό­ρη­μα γκρο­τέ­σκο σὲ ἑ­πτὰ ἀ­πί­θα­νες πε­ρι­πέ­τει­ες (Сърцето в картонената кутия, Роман-гротеска в седем невероятни приключения, 1933 / σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Κον­σταν­τὶν Κο­σταν­τί­νοφ)· Πα­ρα­μύ­θι: Ἡ μα­σκα­ρε­μέ­νη ἀ­λε­ποῦ (Маскираната лисица, 1936)· Τα­ξι­δι­ω­τι­κά: Ἡ Μα­δρί­τη φλέ­γε­ται. Ἱ­στο­ρί­α σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα γιὰ τὴν ἀν­τί­στα­ση μιᾶς πό­λης (Мадрид гори. История в телеграми за съпротивата на един град, 1936), Ἡ ἄλ­λη Ἀ­με­ρι­κή. Ἕ­να τα­ξί­δι πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ση­με­ρι­νό (Другата Америка. Едно пътуване отвъд екватора, 1938).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶ­ς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


Ἄντης Ροδίτης: Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια ἀπὸ σήμερα

Ἄν­της Ρο­δί­της


Σὲ ὀγδόντα (περίπου) χρόνια απὸ σήμερα


ΑΞΙΔΕΨΑ ΚΙ ΕΓΩ μέ­σα στὸ μέλ­λον καὶ νὰ μὴν νοιά­ζει κα­νέ­ναν πῶς. Εἶ­ναι μυ­στι­κὸ δι­κό μου. Ἅ­μα τὸ πῶ, θὰ ἀρ­χί­σει ὁ πά­σα ἕ­νας νὰ πε­τά­γε­ται στὸ μέλ­λον, δὲν θὰ μεί­νει κα­νέ­νας ἐ­δῶ στὸ «τώ­ρα» καὶ τό­τε θὰ χα­λά­σει καὶ τὸ μέλ­λον, ἀ­φοῦ δὲν θὰ ἔ­χει πα­ρελ­θόν, καὶ θὰ μεί­νου­με ὅ­λοι κρε­μά­με­νοι στὸ κε­νό. Ξέ­ρω τί λέ­ω. Ἄ­ρα μό­νο ἐ­γὼ θὰ πη­γαί­νω στὸ μέλ­λον, ὅ­πο­τε θέ­λω.

        Πε­τά­χτη­κα μιὰ στιγ­μὴ στὸ 2100 μ.Χ. Ὅ­λοι οἱ Κυ­πραῖ­οι ἦ­ταν ἄγ­γε­λοι. Εἶ­χαν καὶ φτε­ροῦ­γες ἀλ­λὰ ἦ­ταν μι­κρὲς ἀ­κό­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ πε­τά­ξουν.

       Ρώ­τη­σα ἕ­ναν στὸν δρό­μο.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει. Οἱ φτε­ροῦ­γες ἄρ­χι­σαν νὰ φυ­τρώ­νουν, πιὸ μι­κρὲς καὶ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ βλέ­πεις τώ­ρα, πρὶν κα­μιὰ ὀ­γδον­τα­ριὰ χρό­νια, τό­τε ποὺ ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας ἔ­γι­νε Πρό­ε­δρος καὶ ὁ Νι­κό­λας ὑ­φυ­πουρ­γὸς πα­ρὰ τῷ προ­έ­δρῳ, τό­τε ποὺ πά­τα­ξαν τὴ δι­α­φθο­ρὰ καὶ γί­να­με ὅ­λοι ἄγ­γε­λοι. Ἂν πᾶ­με καὶ στὸ μέλ­λον τό­σο κα­λά, ὑ­πο­λο­γί­ζου­με ὅ­τι οἱ ἀ­πό­γο­νοί μας σὲ ἄλ­λα 80, ἂς ποῦ­με, χρό­νια θὰ ἔ­χουν με­γα­λύ­τε­ρες φτε­ροῦ­γες καὶ θὰ πε­τᾶ­με κι­ό­λας κον­τὰ στὸν θε­ό!

       —Τί λὲς ρὲ μα­λά­κα; τοῦ εἶ­πα.

       —Ἄ, μοῦ εἶ­πε, σὲ πα­ρα­κα­λῶ. Ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ δὲν χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται πιά, τὴ βγά­λα­με καὶ ἀ­πὸ τὰ λε­ξι­κά. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι κα­λοὶ καὶ ἐ­νά­ρε­τοι ἄν­θρω­ποι πλέ­ον – δι­α­φθο­ρὰ τέ­λος!

       Σκέ­φτη­κα ὅ­τι ὁ ἄν­θρω­πος πρέ­πει νὰ ἦ­ταν τρε­λός, ἀλ­λὰ με­τὰ εἶ­δα κι ἄλ­λους —ὅ­λους— μὲ φτε­ρά, ἄ­ρα ἤ­μουν ἐ­γὼ ὁ μα­λά­κας.

       —Κοί­τα, μοῦ λέ­ει ὁ τρε­λός, νὰ πᾶς στὸν Κύκ­κο, ὅ­που πᾶν ὅ­λοι γιὰ προ­σκύ­νη­μα. Ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ κεῖ τὸ τέ­ρας-Μα­κά­ριος κι ἔ­βα­λαν ἄλ­λο ἄ­γαλ­μα δυ­ὸ φο­ρὲς πιὸ ψη­λὸ ἀ­πὸ τὸ πα­λιό.

       —Ποι­ὸν ἔ­βα­λαν ἐ­κεῖ; τοῦ λέ­ω.

       —Πή­γαι­νε νὰ δεῖς, μοῦ λέ­ει, καὶ πε­τά­χτη­κε τρί­α μέ­τρα μα­κριὰ σὰν κο­τό­που­λο.

       Πῆ­ρα ἕ­να ἑ­λι­κό­πτε­ρο-τα­ξὶ ἀ­πὸ τὸν προ­μα­χώ­να ποὺ ἦ­ταν πα­λιὰ ὁ Μπα­ϊ­ρα­κτά­ρης καὶ σὲ 15 λε­πτὰ μὲ κα­τέ­βα­σε στὸν Κύκ­κο, μπρο­στὰ στὸ  ἄ­γαλ­μα. Ἔ­μει­να ἐ­κεῖ καὶ ἔ­χα­σκα για­τὶ τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἀ­γάλ­μα­τος, ὕ­ψος ἴ­σο μὲ ἑ­φτα­ό­ρο­φη πο­λυ­κα­τοι­κί­α, ἦ­ταν πο­λὺ ψη­λὰ καὶ δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρος ποι­οῦ ἡ φά­τσα ἦ­ταν.

       Μὲ πλη­σί­α­σε ἕ­να μο­να­χὸς γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε σχε­δὸν κα­θό­λου φτε­ρά. Μό­λις ποὺ ξε­μύ­τι­ζαν κά­τι πού­που­λα ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους του.

       —Κα­λά, τοῦ λέ­ω, ἐ­σὺ δὲν ἔ­χεις φτε­ροῦ­γες;

       —Ἄ­σε, μοῦ λέ­ει, ἐ­μεῖς οἱ μο­να­χοὶ εἴ­μα­στε οἱ πιὸ δι­ε­φθαρ­μέ­νοι καὶ κά­νου­με με­γά­λο ἀ­γώ­να νὰ φτά­σου­με τοὺς ἄλ­λους. Ἐ­γὼ εἶ­μαι ἀ­πὸ τοὺς κα­λούς. Ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λοι ποὺ ντρέ­πον­ται νὰ βγοῦν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ κε­λιά τους ἕ­νε­κα δὲν ἔ­χουν βγά­λει οὔ­τε πού­που­λο ἀ­κό­μα.

       —Τί λὲς ρὲ μ… τοῦ εἶ­πα κι ἔ­πι­α­σα τὸ στό­μα μου, μὴν πῶ τὴ λέ­ξη.

       —Βλέ­πεις, μοῦ λέ­ει, τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α Μι­χα­η­λί­δη, πα­λιὰ Γε­νι­κοῦ Ἐ­λεγ­κτοῦ καὶ τώ­ρα Προ­έ­δρου τῆς Δη­μο­κρα­τί­ας!

       —Κι ὁ μι­κρός; τοῦ λέ­ω.

       Τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α κρα­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ἕ­να παι­δά­κι, ἕ­ναν γιὸ τῆς μάμ­μας του μὲ γκρί­ζους κρο­τά­φους, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ὁ «μι­κρός», μό­λις τρί­α μέ­τρα ὕ­ψος, ἦ­ταν ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά, σὰν νὰ ἔ­δει­χνε τὸν δρό­μο στὸ με­γά­λο ἄ­γαλ­μα.

       —Εἶ­ναι ὁ Νι­κό­λας, μοῦ λέ­ει ὁ ἄ­πτε­ρος μο­να­χός, ὁ­δη­γεῖ τὸν Ὀ­δυσ­σέα στὸν δρό­μο κα­τὰ τῆς δι­α­φθο­ρᾶς!

       —Fuck, τοῦ λέ­ω!

       —Καὶ ποῦ ’­σαι, μοῦ λέ­ει, γιὰ νὰ φτιά­ξουν τὸν Νι­κό­λα ἕ­λι­ω­σαν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Μα­κα­ρί­ου, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο μέ­ταλ­λο, κι ὕ­στε­ρα ἔ­κα­μαν εἰ­σα­γω­γὴ κι ἄλ­λο χαλ­κὸ γιὰ νὰ συμ­πλη­ρώ­σουν τὸ ἄ­γαλ­μα τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α!

       —Ἔ, fuck ξα­νά, τοῦ λέ­ω.

       —Fuck, μοῦ λέ­ει, δὲν λέ­ει τί­πο­τε, καὶ πά­νω ποὺ ἀ­κού­στη­κε τὸ σή­μαν­τρο ἔ­τρε­ξε γιὰ τὸ δεῖ­πνο.

       —Καὶ οἱ Τοῦρ­κοι, τοῦ φώ­να­ξα, τί ἔ­γι­νε μὲ τοὺς Τούρ­κους;

       —Ἄ, μοῦ λέ­ει, καὶ γύ­ρι­σε τρέ­χον­τας πι­σι­νὴ ἀ­νε­μί­ζον­τας τὸ χέ­ρι του, τοὺς πῆ­ρε ὅ­λους ὁ δι­ά­ο­λος.

       —Μὰ ὅ­λους-ὅ­λους; τοῦ λέ­ω. Δὲν ἄ­φη­σε οὔ­τε μι­σὸ τουρ­κο­κύ­πριο γιὰ δεῖγ­μα;

       —Ὅ­λους, μοῦ λέ­ει, ὅ­λους-ὅ­λους. Μέ­χρι καὶ τὰ κόκ­κα­λα τοῦ Ντεν­κτάς.

       Καὶ χά­θη­κε μέ­σα στὴν με­γά­λη πόρ­τα. Πε­τά­χτη­κα ἀ­μέ­σως πί­σω στὸ πα­ρόν, μὴν πε­θά­νω ἄ­ξαφ­να ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α ἐ­κεῖ στὸ μέλ­λον!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄν­της Ρο­δί­της. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ Παγ­κύ­πριο Γυ­μνά­σιο τὸ 1964. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ γιὰ δυ­ὸ χρό­νια στὴν Ἀγ­γλί­α. Με­τὰ μπῆ­κε στὸ London International Film School. Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν Ἐ­θνι­κὴ Φρου­ρὰ τὸ 1970 ὡς Ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς Πυ­ρο­βο­λι­κοῦ καὶ τὸ 1974 στὴν ἀν­τί­στα­ση κα­τὰ τῶν Τούρ­κων εἰ­σβο­λέ­ων. Ἐρ­γά­στη­κε στὸ ΡΙΚ ἀ­πὸ τὸ 1971 μέ­χρι τὸ 1985 ὡς πα­ρα­γω­γὸς-σκη­νο­θέ­της. Ἀ­πὸ τὸ 1985 δη­μι­ούρ­γη­σε δι­κή του ἑ­ται­ρί­α ἡ ὁ­ποί­α ἀν­τι­προ­σώ­πευ­σε γιὰ σει­ρὰ ἐ­τῶν τὸ εἰ­δη­σε­ο­γρα­φι­κὸ πρα­κτο­ρεῖ­ο Visnews- Reuters. Δι­α­κρί­θη­κε στὸν το­μέ­α τῆς πα­ρα­γω­γῆς ται­νι­ῶν ντο­κι­μαν­τὲρ μὲ πρῶ­τα βρα­βεῖ­α σὲ δι­ε­θνεῖς καὶ πα­νευ­ρω­πα­ϊ­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Πρω­τί­στως εἶ­ναι λο­γο­τέ­χνης. Γρά­φει ἐ­πί­σης χρο­νο­γρα­φή­μα­τα, με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα στὴν Κύ­προ καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα. Ἐ­ξέ­δω­σε 6 βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φί­ας, 3 ποί­η­σης καὶ δύ­ο κρι­τι­κὰ δο­κί­μια, ἕ­να μὲ τί­τλο Τὰ Γράμ­μα­τα στὴ Μη­τέ­ρα τοῦ Κώ­στα Μόν­τη, Ἁρ­μὸς 2015, κι ἕ­να μὲ τί­τλο Οἱ σκα­λα­πούν­τα­ροι τῆς Στέλ­λας, Ἁρ­μὸς 2016, γιὰ τὴν ποί­η­ση τῆς Στέλ­λας Βο­σκα­ρί­δου. Τὸ 1973 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο νέ­ου λο­γο­τέ­χνη τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Παι­δεί­ας Κύ­πρου γιὰ τὸ βι­βλί­ο τοῦ 4 δι­η­γή­μα­τα. Τὸ 2006 ἡ Ἑ­στί­α ἐ­ξέ­δω­σε τὸ χρο­νι­κό του Τὴν Ἑλ­λά­δα θέ­λο­μεν κι ἂς τρώ­γω­μεν πέ­τρες. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Δέ­κα χι­λιά­δες μέ­λισ­σες, Ἁρ­μὸς 2010, ἀ­πέ­σπα­σε τὸ κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος Κύ­πρου. Τὸ 2013 ἐκ­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν Ἁρ­μὸ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Κου­ρά­γιο Πη­νε­λό­πη, μιὰ με­λέ­τη-χρο­νι­κό, ποὺ πραγ­μα­τεύ­ε­ται δι­ε­ξο­δι­κά τα γε­γο­νό­τα στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 1963 ἕ­ως τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1964 καὶ κα­τα­δει­κνύ­ει μὲ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὰ ἔγ­γρα­φα ποὺ ἀ­πο­χα­ρα­κτη­ρί­στη­καν με­τὰ τὸ 2010, ὅ­τι ἡ Ἕ­νω­ση ἦ­ταν ἐ­φι­κτὴ ἄ­νευ οὐ­δε­μιᾶς ἐ­δα­φι­κῆς πα­ρα­χώ­ρη­σης στὴν Τουρ­κί­α τὸ 1964.



		

	

Μουσταφὰ Χάνταρ (Mustapha Handar): Φαλαινοκτονία


Μου­στα­φὰ Χάν­ταρ (Mustapha Handar)


Φα­λαι­νο­κτο­νί­α

(Ballenicidio)


                                                Γιὰ τὸ δελ­φί­νι καὶ τὴ φά­λαι­να, εὐ­τυ­χί­α εἶ­ναι νὰ ὑ­πάρ­χεις.

                                                                                                            Ζὰκ Κου­στώ

Π’ ΤΟΝ ΣΑΡΩΤΙΚΟ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ, ποὺ ἀ­φά­νι­σε ὅ­λα τὰ ὄν­τα στὴ γῆ, ἐ­πέ­ζη­σε μο­να­χὰ ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τὸν εἶ­χε κα­τα­πι­εῖ μιὰ φά­λαι­να. Πα­ρέ­μει­νε στὸ στο­μά­χι της, ὥ­σπου τρά­βη­ξαν τὰ νε­ρὰ καὶ στέ­γνω­σε ἡ γῆ· κι ἄρ­χι­σαν πά­λι νὰ φεγ­γο­βο­λοῦν τὰ βου­νά, τὰ λι­βά­δια κι οἱ ἀ­κρο­γι­α­λι­ές.

        Τὸ πε­λώ­ριο πλά­σμα κου­βα­λοῦ­σε τὰ γο­νί­δια τῆς εἰ­ρή­νης, τῆς βο­ή­θειας καὶ τοῦ σε­βα­σμοῦ πρὸς τὸ ἀν­θρώ­πι­νο εἶ­δος. Πο­τὲ δὲν λη­σμό­νη­σε τὴ θρυ­λι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τῶν προ­γό­νων του μὲ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν προ­φή­τη Γι­ού­νους.* Πλη­σί­α­σε τὴ στε­ριά, ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα του τὸν ἐ­πι­ζῶν­τα καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε ἁ­πα­λὰ σὲ μιὰ ζε­στὴ ἀμ­μου­διά. Ἦ­ταν λὲς καὶ εἶ­χε ξα­να­γεν­νη­θεῖ.

       Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ βδο­μά­δα, ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ πλεύ­σει στὸ πέ­λα­γος. Κα­τα­σκεύ­α­σε ἕ­να κα­νὸ καὶ πῆ­γε νὰ κυ­νη­γή­σει τὰ γι­γάν­τια κή­τη. Χρει­α­ζό­ταν λά­δι γιὰ τὶς λάμ­πες του, κρέ­ας ζω­τι­κὴ πη­γὴ πρω­τε­ϊ­νῶν καὶ δέρ­μα γιὰ νὰ φτιά­ξει μ’ αὐ­τὸ ροῦ­χα καὶ πα­πού­τσια.


* Γι­ού­νους: τὸ ὄ­νο­μα τοῦ προ­φή­τη Ἰ­ω­νὰ στὰ ἀ­ρα­βι­κά.

 

Πη­γή: Πηγή: Minificcionistas Pandémicos, Microbios. Antología, πρόλογος: Patricia Nasello, Λίμα, Dendro ediciones, 2020.

Μου­στα­φὰ Χάν­ταρ (Mustapha Handar) (Ἀ­γα­δίρ, 1982). Μα­ρο­κι­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴ Χι­λή, τὴν Ἀρ­γεν­τι­νὴ καὶ τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες τοῦ εἴ­δους. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ βι­βλί­ο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας Atrapados en telaranas (Quarks Ed. Digitales, Πε­ρού, 2020).

Μετάφραση  ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Στάθης Κουτσούνης: Ἡ κούκλα


Στά­θης Κου­τσού­νης


Ἡ κού­κλα


στὴ Marie Faubert

ΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ’87 στὴ Σκό­πε­λο. Ὄ­μορ­φο νη­σί. Ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος, ὁ Τά­κης κι ἐ­γώ. Στή­σα­με τὴ σκη­νὴ σὲ μιὰ ἀ­πό­με­ρη πα­ρα­λί­α καὶ τὴν ἀ­ρά­ζα­με ἐ­κεῖ μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὕ­στε­ρα στὴν πό­λη, νὰ φᾶ­με κά­τι, νὰ βολ­τά­ρου­με καὶ κα­τό­πιν σὲ κά­να μπὰρ γιὰ πο­τό.

Τὸ πρῶ­το βρά­δυ, περ­πα­τών­τας στοὺς κεν­τρι­κοὺς δρό­μους, στα­μα­τή­σα­με μπρο­στὰ σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ μὲ γυ­ναι­κεί­α ροῦ­χα. Στὴ βι­τρί­να δέ­σπο­ζε μιὰ κού­κλα πα­νέ­μορ­φη, σὰν ζων­τα­νὴ φαι­νό­ταν. Τῆς εἶ­χαν φο­ρέ­σει ἕ­να ὡ­ραῖ­ο μα­κρὺ φό­ρε­μα κι ἕ­να πέ­πλο στὸ κε­φά­λι ποὺ κά­λυ­πτε τὰ μά­τια της.

Χα­ζέ­ψα­με ἀ­συ­ναί­σθη­τα κι οἱ τρεῖς κάμ­πο­ση ὥ­ρα καὶ φύ­γα­με.

        — Ρὲ παι­διά, ὁ­λο­ζών­τα­νη αὐ­τὴ ἡ κού­κλα στὴ βι­τρί­να, τοὺς λέ­ω στὸ δρό­μο.

        — Ναι, ἀ­παν­τᾶ­νε πε­ρι­παι­χτι­κά, καὶ σὲ κοί­τα­ζε κι­ό­λας…

        Τὸ ἄλ­λο βρά­δυ, τοὺς πα­ρέ­συ­ρα καὶ βρε­θή­κα­με πά­λι μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να.

        — Τι ἔ­γι­νε, τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κες τὴν κού­κλα; μὲ πεί­ρα­ξαν πά­λι.

        Δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Ἔ­μει­νε ὅ­μως μέ­σα μου ἐ­κεῖ­νο τὸ ζω­η­ρὸ μει­δί­α­μά της, ἀλ­λὰ ποῦ νὰ τολ­μή­σω νὰ τὸ ξα­να­πῶ.

        Τὴν τρί­τη μέ­ρα ἦρ­θε ὁ καύ­σω­νας. Ἀ­κό­μη κι ἐ­δῶ χτύ­πα­γε σα­ραν­τά­ρια. Τὸ βρά­δυ, ὡ­στό­σο, πά­λι στὴν πό­λη. Βρί­σκω μιὰ δι­και­ο­λο­γί­α, ξε­κό­βω ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους καὶ πά­ω ξα­νὰ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζί. Αὐ­τὴ ἐ­κεῖ. Στὴν ἴ­δια θέ­ση, ὄρ­θια, μὲ φρε­σκο­βαμ­μέ­να χεί­λη, πλά­ι σε μί­αν ἄ­δεια κα­ρέ­κλα.

        Μό­νος μου εἶ­χα τὴν ἄ­νε­ση νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρή­σω κα­λύ­τε­ρα. Μ’ ἔ­τρω­γε ἡ πε­ρι­έρ­γεια. Μιὰ κί­νη­ση μό­νο, μιὰ τό­ση δὰ κί­νη­ση στὰ χεί­λη, στὰ χέ­ρια, ὁ­που­δή­πο­τε, νὰ φύ­γει τὸ βά­ρος. Ἄρ­χι­σα νὰ τῆς κά­νω γκρι­μά­τσες, μπὰς καὶ τὴν πιά­σουν τὰ γέ­λια, τὴν ἐ­ξέ­τα­ζα ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω, τὴν κα­τα­βρό­χθι­ζα μὲ τὰ μά­τια. Ἐ­κεί­νη ἀ­τά­ρα­χη, μὲ τὸ μει­δί­α­μα ὑ­πο­σχό­με­νο.

        Ὁ καύ­σω­νας στὸ φούλ, εἶ­χα γί­νει μού­σκε­μα, δὲν ξέ­ρω ἂν ἵ­δρω­να ἀ­π’ τὴ ζέ­στη ἢ τὴν ὀ­μορ­φιά της. Ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ βλέ­πω στα­γό­νες ἱ­δρώ­τα νὰ τρέ­χουν σι­γὰ σι­γὰ στὸ πρό­σω­πό της καὶ νὰ κά­νουν αὐ­λά­κια στὸ μα­κι­γι­άζ. Τα­ρά­χτη­κα. Τὸ ’­ξε­ρα, φω­νά­ζω θρι­αμ­βι­κά, εἶ­ναι γυ­ναί­κα ἀ­λη­θι­νή, ζων­τα­νή! Καὶ τί ὄ­μορ­φη! Ἔ­τρε­ξα γρή­γο­ρα νὰ βρῶ τοὺς φί­λους μου.

        Τοὺς ἔ­φε­ρα τρέ­χον­τας, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ἐ­κεῖ. Πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα ριγ­μέ­νο τὸ φό­ρε­μα, ἄ­δει­ο.

        Στὴν ἐ­πι­στρο­φὴ οἱ φί­λοι μου μὲ δού­λε­ψαν γιὰ τὰ κα­λά. Δί­χτυ μὲ τύ­λι­γε ἡ λύ­πη. Θὰ τὴν ἔ­βλε­πα ἄ­ρα­γε πά­λι; Ξη­με­ρώ­μα­τα ξύ­πνη­σα καὶ βγῆ­κα ἀ­π’ τὴ σκη­νή, κά­θι­σα ἔ­ξω κα­τα­ϊ­δρω­μέ­νος, ἐ­νῶ μέ­σα οἱ ἄλ­λοι κοι­μοῦν­ταν, ἀ­ναί­σθη­τοι.

        Κά­ποι­α στιγ­μὴ πα­ρα­τή­ρη­σα ὅ­τι ἀ­πέ­ναν­τί μας, σὲ μι­κρὴ ἀ­πό­στα­ση, κά­ποι­ος εἶ­χε στή­σει μιὰ σκη­νή.

        Σὲ λί­γο βγαί­νει ἀ­πὸ μέ­σα ἐ­κεί­νη, γυ­μνή. Ἡ ὀ­μορ­φιὰ της ἀ­νεί­πω­τη. Ἕ­νας ξαν­θὸς ἄγ­γε­λος, μὲ σῶ­μα φι­δί­σιο, σκέ­τη καλ­λο­νή. Τὰ στή­θη της ἕ­τοι­μα νὰ πε­τά­ξουν.

        Τὰ μά­τια μας δι­α­σταυ­ρώ­θη­καν κι ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νο τὸ γνώ­ρι­μο μει­δί­α­μα. Σά­στι­σα. Ὁ καύ­σω­νας μὲ μπέρ­δευ­ε. Ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα πρὸς τὸ μέ­ρος της.

        — Κα­λη­μέ­ρα, λέ­ω.

        — Κα­λη­μέ­ρα, ἀ­παν­τά­ει μὲ σπα­στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Do you speak English, μὲ ρω­τά­ει στὴ συ­νέ­χεια.

        Ὁ ἥ­λιος ἔ­ξω εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ζε­μα­τά­ει καὶ σὲ λί­γο συρ­θή­κα­με στὴ σκη­νή της.

        Βγῆ­κα πρὸς τὸ με­ση­μέ­ρι. Ἔ­λαμ­πα ὁ­λό­κλη­ρος. Οἱ φί­λοι μου κο­λυμ­ποῦ­σαν. Μό­λις μὲ ἀν­τι­λή­φθη­καν μοῦ ἔ­κα­ναν νό­η­μα.

        — Ποῦ χά­θη­κες ὅ­λο το πρω­ί, μὲ ρω­τᾶ­νε. Πο­λὺ χα­ρού­με­νος εἶ­σαι. Ραν­τε­βοὺ μὲ τὴν κού­κλα σου εἶ­χες; Ἢ πῆ­γες νὰ τὴν πά­ρεις πά­λι μά­τι;

        Δὲν ἀ­πάν­τη­σα. Πε­ρί­με­να μό­νο νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ σκη­νή της, νὰ τοὺς τὴ δεί­ξω, νὰ τρε­λα­θοῦν. Κο­λυμ­πών­τας τρα­βή­ξα­με βα­θιὰ κι ἡ ὥ­ρα πέ­ρα­σε. Ὅ­ταν βγή­κα­με τὴν ἔ­ψα­ξα ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὰ μά­τια. Που­θε­νά. Με­τὰ κοί­τα­ξα πρὸς τὴ σκη­νή της. Δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ ἡ σκη­νή. Μὲ κυ­ρί­ε­ψε θλί­ψη καὶ ἄγ­χος. Ἀ­νέ­πνε­α δύ­σκο­λα. Τὸ λι­ο­πύ­ρι στὸ ζε­νίθ. Ἔ­πε­σα κά­τω ξε­ρός. Ὤχ, λέ­νε ἀ­νή­συ­χοι οἱ φί­λοι μου, τὸν πεί­ρα­ξε ὁ καύ­σω­νας.

        Ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα κα­λὰ ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ὁ καύ­σω­νας. Ἡ ὀ­μορ­φιά της, ἡ ὀ­μορ­φιά της μὲ ἐ­ξου­θέ­νω­σε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.



		

	

Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο (Luis Enrique Délano): Μπουσόνι


Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο (Luis Enrique Délano)


Μπου­σό­νι

(Buzoni)


ΑΝΕ ΤΡΕΙΣ ΜΕΡΕΣ ποὺ εἶ­μαι ἄρ­ρω­στος, ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος, χω­ρὶς νὰ ξε­μυ­τί­σω στὸν κῆ­πο ἢ νὰ δῶ τὴ θά­λασ­σα. Ἴ­σα ποὺ τὴ νι­ώ­θω, τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν πέ­φτει ἡ σι­ω­πὴ καὶ φτά­νει ὣς ἐ­μέ­να τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ τῆς ἄμ­πω­της. Μέ­σα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἔ­χω δεῖ νὰ περ­νᾶ­νε με­ρι­κὰ θα­λασ­σο­πού­λια καὶ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ὅ­λο. Ἔ­ξω πρέ­πει νὰ με­γα­λώ­νουν τὰ φυ­τά, νὰ τσιμ­πο­λο­γᾶ­νε τὰ σπουρ­γί­τια ὅ,τι βρί­σκου­νε στὴ γῆ. Τί νὰ κά­νει ὁ Μπου­σό­νι; Εἶ­ναι μιὰ ἐ­ρώ­τη­ση ποὺ κά­νω στὸν ἑ­αυ­τό μου ἀ­νή­συ­χος. Θὰ εἶ­ναι ἀ­κί­νη­τος, ἀ­κουμ­πών­τας τὴ ρά­χη του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο, μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο κά­πως ἁ­πα­λὰ σ’ αὐ­τὸν τὸν λε­πτὸ κορ­μὸ εὐ­κά­λυ­πτου ποὺ χρη­σι­μεύ­ει γιὰ κο­λώ­να. Θὰ εἶ­ναι μὲ τὰ ἀ­δύ­να­μα πό­δια του, τοὺς κά­πως πε­σμέ­νους ὤ­μους του καὶ τὸ με­γά­λο του κε­φά­λι, τὸ ἄ­δει­ο του σκά­φαν­δρο, ποὺ μέ­σα του δὲν πε­τοῦν σκέ­ψεις, δὲν ὑ­πάρ­χουν ἰ­δέ­ες ποὺ ξε­ση­κώ­νουν, στό­χοι ποὺ ἀ­να­στα­τώ­νουν. Θὰ κοι­τά­ζει στα­θε­ρὰ ὅ,τι συμ­βαί­νει μπρο­στά του, πάν­τα ἕ­τοι­μος νὰ τρο­μά­ξει κά­ποι­ον, κά­ποι­ον ποὺ περ­νά­ει καὶ ποὺ ξαφ­νι­κὰ εἰ­σβάλ­λει στὴν ἀ­κί­νη­τη ὕ­παρ­ξή του καὶ παίρ­νει μιὰ τρο­μά­ρα, για­τὶ ὁ Μπου­σό­νι εἶ­ναι σὰν φάν­τα­σμα καὶ ὅ­ταν τὸν βλέ­πουν ξαφ­νι­κά, ἀ­να­πάν­τε­χα, οἱ γυ­ναῖ­κες πνί­γουν μιὰ κραυ­γὴ καὶ οἱ ἄν­τρες βά­ζουν τὸ χέ­ρι στὴ θή­κη τοῦ ρε­βόλ­βερ, ἂν καὶ ἡ κί­νη­ση μέ­νει πάν­τα στὴ μέ­ση, για­τὶ ὁ Μπου­σό­νι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νος. Δὲν εἶ­ναι; Κά­ποι­ες φο­ρὲς δὲν εἶ­μαι καὶ τό­σο σί­γου­ρος.

        Καὶ νὰ σκε­φτεῖς ὅ­τι ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος του ἔ­δω­σα τὸ κα­τά­λυ­μα ποὺ ἔ­χει τώ­ρα, ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος τὸν συ­ναρ­μο­λό­γη­σα, τὸν ἔ­φτια­ξα, μα­ζεύ­ον­τας ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ μέ­ρη τὰ δύ­ο κομ­μά­τια ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­πο­τε­λεῖ­ται. Ἐ­γὼ τοῦ ἔ­δω­σα αὐ­τὴ τὴν κα­κο­μοι­ρι­α­σμέ­νη ζω­ὴ ποὺ ζεῖ, αὐ­τὴν τὴν κα­τά­στα­σή του ποὺ προ­κα­λεῖ τὴν ἔκ­πλη­ξη, τὴν ἐ­πι­κίν­δυ­νη ὄ­ψη του. Ἐ­γὼ ὁ ἴ­διος τὸν ὁ­δή­γη­σα, τὸν τα­κτο­ποί­η­σα ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­ναι καὶ τοῦ εἶ­πα, κά­τσε ἐ­κεῖ Μπου­σό­νι, εἶ­σαι κα­λὰ ἐ­κεῖ, κα­νέ­να που­λὶ δὲν θὰ κου­τσου­λή­σει τὰ ροῦ­χα σου. Οὔ­τε κὰν θὰ σὲ πλη­σιά­σουν, ὅ­πως δὲν πλη­σιά­ζουν ἐ­κεί­νους τοὺς με­γά­λους κά­κτους ποὺ εἶ­ναι μπρο­στά σου, Μπου­σό­νι, για­τί τὰ λι­μα­σμέ­να σπουρ­γί­τια, τὰ χε­λι­δό­νια μὲ τὶς σκοῦ­ρες ζα­κέ­τες καὶ τὰ γκρί­ζα ντι­ού­κας ξέ­ρουν νὰ ἐν­το­πί­ζουν τὸν κίν­δυ­νο. Ἐ­κεῖ τὸν ἄ­φη­σα κι ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε λί­γο ὡς πο­λὺ ἀ­κί­νη­τος, μὲ τὴ λα­στι­χέ­νια στο­λή του, ἀρ­κε­τὰ πα­χὺς γιὰ νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὰ ὑ­πο­θα­λάσ­σια ρεύ­μα­τα. Καὶ τὰ γυ­α­λά­κια μέ­σα ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν βλέ­πει τί­πο­τα, ὅ­μως ἐ­μεῖς βλέ­που­με τὸ κε­νὸ ἐ­κεῖ ποὺ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χουν δύ­ο μά­τια, ἕ­να μέ­τω­πο, ἴ­σως ἕ­να σκοῦ­ρο μου­στά­κι. Καὶ εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ ἀ­που­σί­α ἕ­να ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πράγ­μα­τα ποὺ τὸν κά­νουν τό­σο μυ­στη­ρι­ώ­δη, καὶ λί­γο τρο­μα­κτι­κό. Εἶ­μαι ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τοῦ Μπου­σό­νι, εἶ­ναι σὰν τὸ χα­ρα­κτή­ρα ἑ­νὸς βι­βλί­ου ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ἔ­χω γρά­ψει, καὶ ὄ­χι ἕ­να σκιά­χτρο ἢ ἕ­να ἀν­δρεί­κε­λο. Ὁ Μπου­σό­νι ἔ­χει ἕ­να σκο­πό, ὧ­ρες-ὧ­ρες μοιά­ζει ζων­τα­νός, νο­μί­ζεις ὅ­τι θὰ ση­κώ­σει τὰ χέ­ρια καὶ θὰ βγά­λει τὸ σκά­φαν­δρο γιὰ νὰ δεί­ξει τὴν τρύ­πα, τὸ κε­νό, τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που θὰ ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκε­ται τὸ κε­φά­λι του, καὶ ἔ­τσι νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν κα­τά­στα­σή του τοῦ ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νου, τοῦ ὄν­τος ποὺ γνώ­ρι­σε τὸν κε­ραυ­νὸ τῆς γκι­λο­τί­νας.

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς τρεῖς μέ­ρες τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ, πε­ρι­μέ­νω τὸ πρω­ΐ, τὴν πρω­ϊ­νὴ ὁ­μί­χλη τῆς ἀ­κτῆς, γιὰ νὰ βγῶ νὰ ρί­ξω μιὰ μα­τιὰ στὸν κῆ­πο, στὸ γε­ρά­νι μὲ τὰ λου­λού­δια ὄ­χι τὰ με­νε­ξε­διά, ἀλ­λὰ τὰ ἄ­σπρα, σὰν τὸ γά­λα, καί, πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, πα­ρι­στά­νον­τας τὸν ἀ­δι­ά­φο­ρο, ἢ πὼς ξέ­χα­σα τά­χα ἀ­φη­ρη­μέ­νος, νὰ δῶ τὸν Μπου­σό­νι μὲ τὴ ρά­χη ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο, νὰ πε­ρά­σω ἀ­πὸ κον­τά του, ἔ­χον­τας συ­νεί­δη­ση τῆς πρά­ξης μου καὶ συ­νε­πῶς μὲ ἠ­ρε­μί­α, καὶ νὰ κοι­τά­ξω ἔ­τσι μέ­σα ἀ­πὸ τὸ γυα­λὶ τοῦ σκά­φαν­δρου. Πε­ρι­μέ­νω μὲ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α νὰ τὸ κά­νω, ὅ­μως ὅ­πως πάν­τα, καὶ μό­νο ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι ἀ­να­στα­τώ­νο­μαι, για­τὶ, ἴ­σως αὔ­ριο, ἴ­σως με­θαύ­ριο, ἢ με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να μή­να, εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι μιὰ μέ­ρα, ὅ­ταν τὸ κά­νω, θὰ δι­α­κρί­νω πί­σω ἀ­π’ τὰ γυ­α­λά­κια, στὸ βά­θος, δύ­ο μά­τια δι­εισ­δυ­τι­κά, ἴ­σως ἕ­να με­λα­χρι­νὸ μέ­τω­πο, κι ἕ­να μου­στά­κι σκοῦ­ρο καὶ πυ­κνό, καὶ τό­τε δὲν θὰ ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γὴ πα­ρὰ νὰ πυ­ρο­βο­λή­σω.



Πη­γή: Antropofagia, Editorial Huda, Σαν­τιά­γο, 1971.

Λου­ὶς Ἐν­ρί­κε Ντέ­λα­νο Ντί­ας (Lu­is En­ri­que Dé­la­no Dí­az) (Σαν­τιά­γο, Χι­λή, 14/7/1907 – 20/3/1985). Γιὸς τοῦ στρα­τη­γοῦ Μα­νου­ὲλ Ἀ­γου­στὶν Ντέ­λα­νο Μπρά­βο καὶ τῆς Ἰ­σο­λί­να Δί­ας Πόρ­ρας, ξε­κί­νη­σε τὶς πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Χι­λῆς. Ἡ λο­γο­τε­χνι­κή του κα­ρι­έ­ρα ἄρ­χι­σε στὰ δεκα­εν­νέα του χρό­νια, τὸ 1926, μὲ τὴν δη­μο­σί­ευ­ση τῆς πρώ­της ποι­η­τι­κῆς του συλ­λο­γῆς, ψα­ρὰς τῶν ­στε­ρι­ῶν (El pescador de estrellas), μα­ζὶ μὲ τὸν Ἀ­λε­χάν­τρο Γκου­τι­έ­ρες. Τὸ 1928, μα­ζὶ μὲ τὸν φί­λο του Σαλ­βα­δὸρ Ρέ­γες Φι­γε­ρό­α καὶ ἄλ­λους, ἵ­δρυ­σαν τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Letras, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­με­τεῖ­χε μέ­χρι τὸ 1930, ὡς μέ­λος τῆς ὁ­μά­δας τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος τοῦ Ἰ­μα­ζι­σμοῦ. Τὸ 1929, ἄρ­χι­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El Mercurio, ποὺ ἀ­νῆ­κε στὸν συγ­γε­νῆ του Ἀ­γου­στὶν Ἔν­τουα­ρντς. Τα­ξί­δε­ψε στὴν Ἱ­σπα­νί­α τὸ 1934 γιὰ νὰ σπου­δά­σει Φι­λο­λο­γί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­δρί­της, ὅ­που καὶ ἔ­ζη­σε τὸν ἱ­σπα­νι­κὸ ἐμ­φύ­λιο. Ὀ­νο­μά­στη­κε Πρό­ξε­νος τῆς Χι­λῆς στὸ Με­ξι­κὸ τὸ 1940, ἀ­ξί­ω­μα ποὺ δι­α­τή­ρη­σε μέ­χρι τὸ 1946 ὅ­ταν ἔ­γι­νε Πρό­ξε­νος στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ὅ­που ἔ­μει­νε μέ­χρι τὸ 1949. Ἔ­γι­νε δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Vistazo τὸ 1952. Τὸ 1956 ἡ νου­βέ­λα του Puerto de fuego τοῦ χά­ρι­σε τὸ Δη­μο­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο τοῦ Σαν­τιά­γο. Ἔ­λα­βε τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας, γιὰ τὴν εἰ­δι­κό­τη­τα τοῦ συν­τά­κτη, τὸ 1970. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ ἔ­γι­νε πρέ­σβης τῆς Χι­λῆς στὴν Σου­η­δί­α. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς θη­τεί­ας του ἐ­κεῖ, ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Νομ­πὲλ στὸν φί­λο του Πάμ­πλο Νε­ρού­δα. Ὑ­πῆρ­ξε δι­α­κε­κρι­μέ­νο μέ­λος τοῦ Κομ­μου­νι­στι­κοῦ Κόμ­μα­τος τῆς Χι­λῆς καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Πάμ­πλο Νε­ρού­δα γιὰ τὴν με­τα­φο­ρὰ πο­λε­μι­κῶν προ­σφύ­γων τοῦ ἰ­σπα­νι­κοῦ ἐμ­φυ­λί­ου στὸ ἀ­τμό­πλοι­ο Win­ni­peg. Ἐ­ξο­ρί­στη­κε γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ τὸ 1974 ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ Με­ξι­κό. Στὴ Χι­λὴ ἐ­πέ­στρε­ψε μό­λις τὸ 1984. Σύ­ζυ­γός του ἦ­ταν ἡ φω­το­γρά­φος Ντο­λό­ρες Φαλ­κόν, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πέ­κτη­σε ἕ­ναν γιό, τὸν συγ­γρα­φέ­α Πό­λι Ντέ­λα­νο. Ἀ­πε­βί­ω­σε τὸ 1985 στὸ Σαν­τιά­γο, λί­γους μῆ­νες ἀ­φοῦ εἶ­χε λά­βει τὴν ἄ­δεια νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ Χι­λή.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἀ­θα­να­σιά­δου Μα­ρί­α Δι­κη­γό­ρος, ἰ­σπα­νί­στρια καὶ με­τα­φρά­στρια.



		

	

Εἰρήνη Σκούρα: Τὸ ροῦχο


Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Τὸ ροῦ­χο


ΑΘΕΜΙΑ ΡΑΒΕΙ τὸ ροῦ­χο της. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ζε­στὸ καὶ πρα­κτι­κό. Νὰ φο­ρι­έ­ται ὅ­λες τὶς ὧ­ρες. Πρω­ι­νό, ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό, βρα­δι­νό, κα­θη­με­ρι­νό, ἐ­πί­ση­μο, ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ ἀλ­λὰ καὶ θη­λυ­κό.  Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με ὅ­λες τὴν ἴ­δια σχο­λὴ ρα­πτι­κῆς. Ἀ­κο­λου­θοῦ­με τὴν πα­λιὰ μέ­θο­δο. Οἱ μι­κρό­τε­ρες μα­θαί­νου­με ἀ­πὸ τὶς με­γα­λύ­τε­ρες. Πα­ρα­τη­ροῦ­με πῶς φτιά­χνουν τὸ πα­τρόν, πῶς βά­ζουν τὶς καρ­φί­τσες στὰ ση­μά­δια, πῶς κό­βουν τὸ ὕ­φα­σμα, πῶς τὸ γα­ζώ­νουν.  Δὲν μι­λᾶ­με, ἁ­πλὰ τὶς πα­ρα­τη­ροῦ­με. Μό­λις μα­θαί­νου­με, κα­θό­μα­στε στὸν δι­κό μας πάγ­κο καὶ ρά­βου­με τὸ δι­κό μας ροῦ­χο. Γύ­ρω σι­ω­πή. Ἀ­κού­γον­ται μό­νο οἱ μη­χα­νές. Εἴ­μα­στε συγ­κεν­τρω­μέ­νες κα­θε­μί­α στὸ δι­κό της σχέ­διο.

        Ἐ­γὼ πί­στευ­α πὼς εἶ­χα τὸ κα­λύ­τε­ρο. Καὶ οἱ ἄλ­λες τὸ ἴ­διο νό­μι­ζαν. Δι­ά­λε­ξα τὸ κα­λύ­τε­ρο ὕ­φα­σμα, σχε­δί­α­σα τὸ κα­λύ­τε­ρο πα­τρόν. Ἤ­θε­λα ὁ για­κάς μου νὰ εἶ­ναι ζε­στὸς καὶ μα­λα­κός, νὰ μπο­ρεῖ νὰ κλεί­νει μὲ ἕ­να κουμ­πὶ τὶς κρύ­ες μέ­ρες. Νὰ μὲ προ­στα­τεύ­ει. Τὸν ὀ­νό­μα­σα σύ­ζυ­γο, ὅ­πως ἔ­κα­ναν ὅ­λες. Τὰ μα­νί­κια μου τὰ σχε­δί­α­σα μα­κριὰ καὶ ἁ­πα­λά, μὲ πρω­τό­τυ­πο σχέ­διο. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι ξε­χω­ρι­στά, μο­να­δι­κά. Τὰ ὀ­νό­μα­σα, τὸ δε­ξὶ ἡ κό­ρη μου, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ ὁ γιός μου. Δὲν ρώ­τη­σα για­τί. Ἔ­τσι ἔ­κα­ναν ὅ­λες. Τὸ  ροῦ­χο μου ἤ­θε­λα νὰ εἶ­ναι ζε­στὸ καὶ ἄ­νε­το.Τὸ προ­τι­μοῦ­σα σὲ κόκ­κι­νο. Τε­λι­κά, ὅ­μως, εἶ­δα πὼς δὲν εἶ­χα ἐ­πι­λο­γή. Στὸ ρά­φι ὑ­πῆρ­χε ἕ­να μό­νο χρῶ­μα. Συμ­βι­βά­στη­κα ὅ­πως ὅ­λες.

        Κά­θι­σα στὸν πάγ­κο μου κι ἔ­ρα­βα. Ὅ­μως τὸ ροῦ­χο γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε ἀ­τί­θα­σο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σε γιὰ τὰ σχέ­διά μου. Ὅ,τι ἔ­ρα­βα τὴν ἡ­μέ­ρα, τὸ βρά­δυ ξη­λω­νό­ταν. Δὲν μπο­ροῦ­σα τε­λι­κὰ νὰ ρά­ψω αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει. Εἶ­χα σχε­διά­σει, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἕ­ναν σύ­ζυ­γο ζε­στό, μὲ ἐ­πέν­δυ­ση, για­τὶ ἤ­μουν ἀ­πὸ μι­κρὴ εὐ­αί­σθη­τη στὸ κρύ­ο, εἰ­δι­κὰ στὸν αὐ­χέ­να. Ἀν­τὶ γι’ αὐ­τό, τὸ ροῦ­χο μου ρά­φτη­κε ἐ­ξώ­πλα­το μὲ ἐ­λα­φρὺ βο­λὰν στὸ τε­λεί­ω­μα. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι μὲ τὰ πρῶ­τα κρύ­α, θὰ ἀρ­ρώ­σται­να.  Ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὸ ἀλ­λά­ξω, ὅ­σο κι ἂν προ­σπά­θη­σα.

       Εἶ­πα, Δὲν πει­ρά­ζει, θὰ κά­νω ἕ­να ὡ­ραῖ­ο σχέ­διο του­λά­χι­στον γιὰ τὰ μα­νί­κια. Θὰ εἶ­χα ἕ­ναν γιὸ καὶ μιὰ κό­ρη. Θὰ εἶ­χαν πρω­τό­τυ­πη, ἄ­νε­τη καὶ κομ­ψὴ γραμ­μὴ μὲ φί­να μαν­σέ­τα καὶ βίν­τα­τζ κουμ­πί. Θὰ τὸ φο­ροῦ­σα μὲ σα­τὲν μπλου­ζά­κι ἀ­πὸ μέ­σα. Θὰ κά­λυ­πτα τὴν ἀ­που­σί­α ζε­στοῦ για­κὰ κά­νον­τας τὰ μα­νί­κια ρεγ­κλάν. Ἐν­τά­ξει, δὲν ἦ­ταν τῆς μό­δας, ἦ­ταν τῆς ἀ­νάγ­κης, μιὰ λύ­ση ἀ­νάγ­κης. Ὅ­μως καὶ στὰ μα­νί­κια, ὅ­λα τὰ σχέ­διά μου πῆ­γαν χα­μέ­να. Τὸ ροῦ­χο εἶ­χε ξα­νὰ ἀν­τιρ­ρή­σεις . Ἀ­πέρ­ρι­πτε συ­νε­χῶς τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μα­νί­κι. Ὅ­σο κι ἂν ἔ­ρα­βα ἕ­να ἀ­ρι­στε­ρὸ κι ἕ­να δε­ξὶ μα­νί­κι, τὸ ροῦ­χο κα­τέ­λη­γε πάν­τα μὲ δύ­ο δε­ξιὰ μα­νί­κια. Καί, βέ­βαι­α, κα­θό­λου ὅ­πως τὰ εἶ­χα σχε­διά­σει. Ἄ­ναρ­χη γραμ­μή, κα­θό­λου κομ­ψὴ καί, μά­λι­στα, χω­ρὶς μαν­σέ­τα, ἡ ὁ­ποί­α μοῦ ἄ­ρε­σε ἀ­νέ­κα­θεν πο­λύ, για­τί εἶ­χε μιὰ φι­νέ­τσα. Ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Τὸ ἕ­να μα­νί­κι ἐ­πέ­με­νε νὰ εἶ­ναι κον­τό, κα­λο­και­ρι­νὸ μὲ ξέ­φτια στὸ τε­λεί­ω­μα, τὸ ἄλ­λο τρουα­κὰρ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο μὲ πολ­λὰ βο­λάν. Ἦ­ταν ἕ­να ροῦ­χο πα­ρά­ται­ρο ἐν­τε­λῶς, τὸ φο­ροῦ­σα κι ἔ­μοια­ζα μὲ κλό­ουν. Καί, βέ­βαι­α, οὔ­τε λό­γος γιὰ τὸ ρεγ­κλάν.

       Κοι­τά­ζω τὰ ροῦ­χα τῶν ἄλ­λων. Τὰ ἴ­δια προ­βλή­μα­τα μὲ τοὺς γι­α­κά­δες. Κά­ποι­ας ρά­βε­ται μπρο­στὰ σὰν με­γά­λη σα­λιά­ρα, πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν ἐμ­πο­δί­ζει στὶς κι­νή­σεις, πα­ρὰ τὴν προ­στα­τεύ­ει. Ὁ αὐ­χέ­νας μέ­νει πά­λι γυ­μνός. Μιᾶς ἄλ­λης, ἐ­νῶ τὸν σχε­δί­α­ζε μι­κρὸ καὶ κομ­ψὸ μὲ δαν­τέ­λα στὸ τε­λεί­ω­μα, ἔ­γι­νε τε­λι­κὰ μιὰ κου­κού­λα ἀ­θλη­τι­κῆς φόρ­μας ποὺ τῆς κα­λύ­πτει ὅ­λο τὸ κε­φά­λι. Δὲν μπο­ρεῖ ν’ ἀ­κού­σει τί­πο­τα καὶ με­τὰ βί­ας βλέ­πει. Προ­σπα­θεῖ μιὰ ζω­ὴ νὰ δι­ορ­θώ­σει τὸν για­κά, νὰ ξη­λώ­σει ἐ­πι­τέ­λους τὴν κου­κού­λα, ἀλ­λὰ τὸ ροῦ­χο ἐ­πι­μέ­νει. Μιὰ ἄλ­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ μὲ ἀ­μά­νι­κο μὲς στὸ κρύ­ο, για­τὶ τὸ ροῦ­χο ἀ­πορ­ρί­πτει ὅ­λα της τὰ σχέ­δια γιὰ μα­νί­κι, ἄλ­λης τὰ μα­νί­κια δε­μέ­να πί­σω, δὲν μπο­ρεῖ νὰ κι­νή­σει τὰ χέ­ρια της. Μιὰ  φο­ρά­ει ἕ­να κου­ρέ­λι ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὴ σκε­πά­σει, ἄλ­λη ἕ­να ροῦ­χο στε­νὸ σὰν μο­νο­κόμ­μα­το κορ­σὲ ποὺ τὴν τυ­λί­γει ἀ­πὸ τὴν κορ­φὴ ὣς τὰ νύ­χια, ἄλ­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ γυ­μνή, για­τὶ τὸ ὕ­φα­σμα ποὺ ἔ­χει, δὲν γί­νε­ται πο­τὲ ροῦ­χο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ φο­ρε­θεῖ.

       Τὸ ἔ­χου­με πά­ρει ἀ­πό­φα­ση. Κά­νου­με τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα σχέ­δια, κό­βου­με τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα πα­τρὸν καὶ τε­λι­κὰ φο­ρᾶ­με ὅ,τι ἀ­πο­φα­σί­σει τὸ ροῦ­χο. Ὅ,τι κι ἂν ρά­ψου­με, στὸ τέ­λος θὰ ξη­λω­θεῖ. Τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς τὸ ροῦ­χο ἔ­χει ἐν­τε­λῶς ἄλ­λα σχέ­δια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ ἡ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ της ἔ­χει ὡς θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.


Ραφαὲλ Πέρεθ Ἐστράδα (Rafael Pérez Estrada): Μαύ­ρη σει­ρή­να


Ρα­φα­ὲλ Πέ­ρεθ Ἐ­στρά­δα (Rafael Pérez Estrada)


Μαύ­ρη σει­ρή­να

(Sirena negra)


ΤΟΥΣ ΥΠΟΝΟΜΟΥΣ τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, ἀ­νά­με­σα σὲ ἀ­λι­γά­το­ρες καὶ κρο­κό­δει­λους ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νους στὸ ἀ­έ­να­ο σκό­τος καὶ στὶς ὑ­γρα­σί­ες, ζεῖ, τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, ἡ ὀ­μορ­φό­τε­ρη ἀ­πὸ τὶς σει­ρῆ­νες. Γέν­νη­μα μιᾶς μυ­θο­λο­γί­ας στὴν ὁ­ποί­α ἡ ἰ­σχύς, ἡ δρά­ση καὶ ἡ πε­ρι­πέ­τεια παί­ζουν πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο, ἡ μαύ­ρη σει­ρή­να σκά­βει στὰ βά­θη τῆς σι­ω­πῆς τῆς πο­λι­τεί­ας. Τὰ μά­τια της ἀ­κτι­νο­βο­λοῦν με­λαγ­χο­λί­α καὶ οἱ γο­φοί της ἀ­φή­νουν με­τέ­ω­ρη τὴ θέρ­μη κά­ποι­ας ἀ­νέ­φι­κτης θω­πεί­ας. Ὁ­μοί­ως μὲ τὶς ἀ­δελ­φές τους στὴν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα, ἔ­χουν στὴ δι­ά­θε­σή τους ἄ­σμα αἰ­σθη­σια­κό, λί­αν πει­στι­κό, τὸ ὁ­ποῖ­ο προ­σελ­κύ­ει τοὺς μο­να­χι­κοὺς σὲ κω­νι­κὲς πα­γί­δες, σὰν κι αὐ­τὲς ποὺ φτιά­χνουν τὰ μυρ­μήγ­κια τοῦ γέ­νους Pheidole megacephala. Μό­λις ἐκ­πλη­ρω­θεῖ τὸ τε­λε­τουρ­γι­κὸ τοῦ θα­νά­του, τὰ ὄν­τα αὐ­τὰ βγά­ζουν κραυ­γὲς ἀ­πελ­πι­σί­ας καὶ τρέ­λας, λέ­ξεις φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­σύν­δε­τες οἱ ὁ­ποῖ­ες μι­λοῦν, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, γιὰ ἕ­να φεγ­γά­ρι ποὺ αὐ­τὲς πο­τὲ δὲν θὰ τὸ δοῦν, γιὰ κά­ποι­ον μα­κρι­νὸ πλα­νή­τη ὁ ὁ­ποῖ­ος στρέ­φει τὶς στιγ­μὲς τοῦ ἔ­ρω­τα πρὸς ὅ­σους τὸν ἀ­τε­νί­ζουν.

(1988)


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση: e-Kuoreo. Κυ­ρια­κή, 18 Δε­κεμ­βρί­ου 2016.

https://e-kuoreo.blogspot.com/2016/12/173-sirenas-ii.html?m=1

Ρα­φα­ὲλ Πέ­ρεθ Ἐ­στρά­δα (Rafael Pérez Estrada) (1934, Μά­λα­γα – 2000, Μά­λα­γα). Ἱ­σπα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ εἰ­κα­στι­κός. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο μὲ τί­τλο Valle de los galanes τὸ 1968, ἐ­νῶ ἀ­κο­λού­θη­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α. Ἔ­γρα­ψε ποί­η­ση καὶ θέ­α­τρο, κα­θὼς καὶ ἰ­δι­ό­μορ­φα πε­ζά, ὅ­πως τὸ πα­ρα­πά­νω.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).

 

Βαγγέλης Παπαδιόχος: Μπάγκειον


Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος


Μπάγ­κει­ον


ΡΑΦΩ ΣΕ ΌΛΟΥΣ ἐσᾶς ποὺ περ­νᾶ­τε συ­νέ­χεια ἀ­πὸ μπρο­στά μου κι ὅ­μως πο­τὲ δὲν μὲ βλέ­πε­τε. Γεν­νή­θη­κα γύ­ρω στὸ 1890. Στὴν ἀρ­χὴ μὲ ἔ­λε­γαν Φί­λιπ­πο Β΄ καὶ τὸν ἀ­δερ­φό μου Με­γα­λέ­ξαν­δρο. Μό­λις ὁ πα­τέ­ρας μας, Ἰ­ω­άν­νης Μπάγ­κας, μᾶς ἄ­φη­σε πῆ­ρα τὸ ὄ­νο­μά του. Τό­τε, χά­ζευ­α τὴν ἥ­συ­χη πλα­τεί­α μὲ τοὺς φοί­νι­κες, τοὺς φα­νο­στά­τες, τὰ παγ­κά­κια καὶ τὶς ἅ­μα­ξες. Πό­σος κα­λὸς κό­σμος πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τά μου χα­ζεύ­ον­τας τοὺς εὐ­ρύ­χω­ρους δι­α­δρό­μους μου, τοὺς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κούς μου κα­θρέ­φτες, τοὺς ἀ­κρι­βούς μου πί­να­κες καὶ τὰ σκα­λι­στά μου ἀ­γαλ­μα­τά­κια…

        Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἕ­νας ἄλ­λος κό­σμος μα­ζευ­ό­ταν στὸ λου­κου­μα­τζί­δι­κο ποὺ εἶ­χα στὸ ὑ­πό­γει­ο. Αὐ­τοὺς —τὸ ὁ­μο­λο­γῶ— προ­τι­μοῦ­σα νὰ τοὺς κρυ­φα­κού­ω πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κά­ποι­ους τοὺς θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα —Λα­πα­θι­ώ­της, Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ἄ­γρας, Ρί­τσος, Λά­σκος, Βαμ­βα­κά­ρης— καὶ ἄλ­λους πολ­λοὺς τοὺς ἔ­χω πιὰ ξε­χά­σει. Ἡ φτώ­χεια, ἡ φυ­μα­τί­ω­ση, τὸ πο­τό, τὸ χα­σὶς καὶ ἡ τέ­χνη βα­σί­λευ­αν ἐ­κεῖ μέ­σα. «Κά­τω ἀ­π’ τὰ τό­ξα τοῦ ὑ­πο­γεί­ου μὲ τὶς τε­φρὲς σκι­ές των καὶ μὲς στὴν κού­φια ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ μιὰ σι­γὴ ἀν­τη­χεῖ, τῆς κοι­νω­νί­ας οἱ ἄ­χρη­στοι κη­φῆ­νες μο­να­χοὶ στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς ζω­ῆς δι­α­γρά­φουν τὶς τρο­χι­ὲς των»(1), θυ­μᾶ­μαι εἶ­χε γρά­ψει ἕ­νας.

       Με­τὰ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν γρή­γο­ρα· πό­λε­μος, κα­το­χὴ καὶ ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση. Τὰ αὐ­το­κί­νη­τα στρι­φο­γυρ­νοῦ­σαν ἀ­στα­μά­τη­τα, τὸ τσι­μέν­το σκέ­πα­σε τὰ δέν­τρα κι ἐ­γὼ ἄρ­χι­σα νὰ γερ­νά­ω. Ὅ­λο καὶ λι­γό­τε­ροι ἀν­τί­κρι­ζαν πιὰ τοὺς γδαρ­μέ­νους τοί­χους καὶ τὰ τρυ­πη­μέ­να μου πα­τώ­μα­τα. Στὴν αὐ­γὴ τῆς νέ­ας χι­λι­ε­τί­ας τὰ φῶ­τα μου ξαφ­νι­κὰ ἔ­σβη­σαν. Ἀ­πὸ τό­τε, τὸν ἀ­πρό­θυ­μο ὕ­πνο μου δι­α­κό­πτουν εὐ­χά­ρι­στα κά­θε τό­σο ζω­γρά­φοι καὶ θε­α­τρί­νοι ποὺ μοῦ θυ­μί­ζουν ἐ­κεί­νους τοὺς πα­λιούς. Μό­νο αὐ­τοὶ βλέ­πουν μιὰ ὀ­μορ­φιὰ στὸ σκο­τά­δι μου.


(1) Στί­χοι ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Τὸ Μπάγ­κει­ον» τοῦ Ὀ­ρέ­στη Λά­σκου.

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος (Χο­λαρ­γός, 1986). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἀ­λι­βέ­ρι Εὐ­βοί­ας. Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά, δη­μό­σια δι­οί­κη­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (Λα­θρε­πι­βά­τες [Ὀ­σε­λό­τος, 2018] καὶ Σκο­τει­νὰ δω­μά­τια [Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές, 2019]).



		

	

Ἀναστασία Κάτσικα: Τὸ δέρμα τοῦ σπιτιοῦ


Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα


Τὸ δέρ­μα τοῦ σπι­τιοῦ


ΤΑΝ ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο σπί­τι.

Ψη­λο­τά­βα­νο, μὲ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, χω­ρὶς κῆ­πο μπρο­στά. Τρί­α σκα­λιὰ τὸ χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ περ­νοῦ­σαν τὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Τρί­α σκα­λιὰ καὶ δυ­ὸ νε­ραν­τζι­ὲς φυ­τε­μέ­νες σὲ δυ­ὸ τε­τρά­γω­να παρ­τέ­ρια.

Ἦ­ταν ἕ­να εὐ­αί­σθη­το σπί­τι.

        Μά­ζευ­ε ἢ ξε­χεί­λω­νε ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸν και­ρὸ καὶ τὶς ἀ­νάγ­κες. Ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν ὅ­ταν τὰ μη­χα­νή­μα­τα τοῦ δρό­μου κα­τά­βρε­χαν τὴν πρό­σο­ψή του. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴ μαυ­ρί­λα τῆς πό­λης ποὺ εἶ­χε κα­θί­σει πά­νω του σχη­μα­τί­ζον­τας σκοῦ­ρες κη­λί­δες.

        Ἦ­ταν ἕ­να ζε­στὸ σπί­τι.

        Ἵ­δρω­νε πο­λύ το κα­λο­καί­ρι. Ἡ τα­ρά­τσα του γέ­μι­ζε ἀ­πὸ ὑ­γροὺς λε­κέ­δες. Στέ­γνω­ναν μό­νο με­τὰ τὴν παν­σέ­λη­νο τοῦ Αὐ­γού­στου, τό­τε ποὺ τὸ φεγ­γά­ρι στε­κό­ταν ὅ­λο το βρά­δυ πά­νω του.

        Ἦ­ταν ἕ­να μο­να­χι­κὸ σπί­τι.

        Στὴν πί­σω αὐ­λὴ ἦ­ταν σω­ρι­α­σμέ­να τὰ ἔ­πι­πλα ἀ­πὸ φὲρ φορ­ζὲ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ποὺ ἦ­ταν ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νη ἀ­πὸ και­ρό, πα­ρα­δο­μέ­νη σὲ μιὰ μοί­ρα δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­π’ αὐ­τὴ ποὺ ἦ­ταν γραμ­μέ­νη στὰ ἀ­στέ­ρια.

        Ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι μὲ ἐ­λεύ­θε­ρο πνεῦ­μα.

        Πρὶν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος τῆς οἰ­κο­γέ­νειας μά­ζε­ψε ὅ­λα τα κλει­διά. Πρῶ­τα τα κλει­διὰ ἀ­πὸ τὶς ντου­λά­πες καὶ τὸν μπου­φὲ κι ὕ­στε­ρα ὅ­λα τα μι­κρά, με­γά­λα καὶ με­γα­λύ­τε­ρα κλει­διὰ ποὺ ἀ­πα­γο­ρεύ­ουν σ’ ἕ­να σπί­τι νὰ κά­νει τοῦ κε­φα­λιοῦ του. Τὰ ἔ­κρυ­ψε σ’ ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ κου­τί. Τὰ πέ­τα­ξε.

        Ἦ­ταν ἕ­να αἰ­ώ­νιο σπί­τι.

        Κρα­τοῦ­σε πει­σμα­τι­κὰ κλει­στὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρά του καὶ σκο­τει­νὴ τὴν εἴ­σο­δό του. Κά­θε χρό­νο, ἐ­πέ­τρε­πε στὶς νε­ραν­τζι­ὲς νὰ ρί­χνουν τοὺς καρ­πούς τους στὰ χω­μά­τι­να τε­τρά­γω­να. Ἀ­πα­γό­ρευ­ε στὰ φὲρ φορ­ζὲ νὰ σκου­ριά­σουν.

        Ἦ­ταν ἕ­να ἥ­συ­χο σπί­τι.

        Ὁ ἀ­έ­ρας μπαι­νό­βγαι­νε ἀ­θό­ρυ­βα ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους του μέ­ρα-νύ­χτα. Δὲν τά­ρα­ζε τὸ δρο­σε­ρὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του. Μό­νο το ξε­χα­σμέ­νο στὸ πά­τω­μα τοῦ σα­λο­νιοῦ δέρ­μα τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ ἀ­να­τρί­χια­ζε. Δὲν ἄν­τε­χε τὸ κρύ­ο ρεῦ­μα. Θυ­μό­ταν μό­νο τὴ ζέ­στη τῆς ζούγ­κλας. Ὅ­λοι εἶ­χαν κυ­λι­στεῖ πά­νω του. Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν ἀγ­κα­λιά­σει τὸ κε­φά­λι του.

        Ἦ­ταν ἕ­να πι­στὸ σπί­τι.

        Στέ­κε­ται ἀ­κί­νη­το πά­νω ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα ποὺ ξα­πλώ­νει ἀ­νά­σκε­λα μὲ ἀ­νοι­χτὰ τὰ μά­τια. Ἀ­κού­ει σχε­δὸν ὁ­λο­κά­θα­ρα τὸν χτύ­πο τῆς λι­ον­τα­ρί­σιας καρ­διᾶς του.

        Θὰ κα­τα­πι­εῖς τὴν πεί­να καὶ τὴ δί­ψα γιὰ τὸ μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι στὴ ζούγ­κλα.

        Θὰ στὴ χορ­τά­σω ἐ­γώ.

        Ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει καὶ κλεί­νει.

        Τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­νοί­γουν καὶ κλεί­νουν.

        Εἶ­ναι ἕ­να ἄ­σπλα­χνο σπί­τι.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να μὲ τὶς δύ­ο κό­ρες της. Εἶ­ναι δα­σκά­λα καὶ δι­δά­σκει σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο στὰ Βρι­λήσ­σια. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κα­θὼς καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Κί­τρι­νο σκο­τά­δι, ἐκ­δό­θη­κε πρό­σφα­τα ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐ­νύ­πνιον. Ἀ­γα­πά­ει τὸ δι­ά­βα­σμα, τὸ θέ­α­τρο κι ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν κό­σμο τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.