1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ τὸν Θε­ο­δω­ρά­κη Κο­λο­κο­τρώ­νη, ἄρ­χον­τα τῶν ἀ­κα­τα­μα­χή­των Ἑλ­λη­νι­κῶν στρα­τευ­μά­των, εἰς ἐ­σέ­να τὸν Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γιᾶ βε­γῆ.

       Σοῦ φα­νε­ρό­νω, ὅ­τι τὴν ἀ­λή­θεια εἶ­σαι ἀ­ξι­ο­κα­τά­κρι­τος ἀ­πὸ τὸ γέ­νος τῶν ὁ­μο­πί­στων σου Τουρ­κῶν, καὶ ζη­τεῖς ἄ­δι­κα νὰ τοὺς πά­ρῃς ς’ τὸν λαι­μόν σου. Ἐ­σὺ ἐ­γνώ­ρι­σες κα­λὰ τὴν ἀ­πό­φα­σιν τοῦ ὑ­ψί­στου Θε­οῦ καὶ τὴν ἀ­πό­φα­σιν ὅ­λων τῶν με­γά­λων Δυ­νά­με­ων τῆς Εὐ­ρώ­πης, διὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῇ τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν ἀ­πὸ ταῖς ἀ­δι­κί­αις καὶ τυ­ραν­νί­αν σας, ἠ­ξεύ­ρον­τας τὰς ἀν­δρα­γα­θί­ας τῶν Χρι­στια­νῶν εἰς τὴν Ῥού­με­λην· πλὴν ἐ­στο­χά­σθης, ὅ­τι ἀ­περ­νῶν­τας μὲ ὀ­λί­γους λου­φε­τσί­δες* ἐ­πά­νω εἰς τὸν Μο­ρέ­α, πὼς εὔ­κο­λα ἤ­θε­λε φο­βί­σῃς τὰ ἀν­δρεῖ­α ἄρ­μα­τά μας· καὶ τὸ εὔ­κο­λον ἀ­πέ­ρα­σμά σου ἀ­πὸ Βο­στί­τζαν ἕ­ως αὐ­τοῦ διὰ τὴν ἀ­προ­φυ­λα­ξί­αν τῶν ἐ­κεῖ με­ρῶν, εἰς και­ρὸν ὁ­ποὺ καὶ εἰς τὸ Ἄρ­γος εὑ­ρε­θέν­τες τό­τε ὀ­λί­γοι στρα­τι­ῶ­ται σοῦ ἐ­προ­ξέ­νη­σαν πολ­λὰ κα­κά, σὲ ἔ­κα­μαν νὰ φθά­σῃς εἰς μί­αν κα­κὴν ὑ­πε­ρη­φά­νειαν, καὶ νὰ τολ­μή­σῃς ἐ­ναν­τί­ον τῶν ἀν­δρεί­ων Ἑλ­λη­νι­κῶν στρα­τευ­μά­των μας κα­τὰ τὸ Βαλ­τέ­τζι, διὰ νὰ πά­θῃς, ὅ­σα ἔ­πα­θες, καὶ νὰ πά­ρῃς εἰς τὸν λαι­μόν σου τό­σους ὁ­μο­πί­στους σου. Ἐ­ξιπ­πά­σθης, φαί­νε­ται, ὅ­τι εἰς τὸ Ἄρ­γος εὑ­ρὼν με­ρι­κοὺς ζευ­γο­λά­τας καὶ γυ­ναῖ­κας, τοὺς ἐ­θα­νά­τω­σες ἄ­δι­κα. Ἡ­μεῖς εἴ­με­θα εὐ­σπλαγ­χνι­κώ­τε­ροι καὶ γεν­ναι­ό­τε­ροι ἀ­πὸ ἐ­σέ· ἐ­πει­δή, ἐν ᾧ ἔ­χο­μεν πε­ρισ­σό­τε­ρον ἀ­πὸ χι­λί­ους Τούρ­κους εἰς τὸ χέ­ρι, δὲν ἐ­κα­τα­δέ­χθη­μεν νὰ τοὺς πει­ρά­ξω­μεν τε­λεί­ως, ἀλ­λὰ τοὺς ἔ­χο­μεν μὲ τὸ ῥε­χά­τι, τρώ­γον­τες καὶ πί­νον­τες καλ­λί­τε­ρον ἀ­πὸ ἐ­σέ­να. Ἤ­ξευ­ρε δέ, ὄ­χι ὅ­σους ἐ­θα­νά­τω­σες, ἀλ­λὰ καὶ ἑ­κα­τὸ με­ρί­δια τό­σους ἂν ἐ­θα­νά­τω­νες, δὲν μᾶς φο­βί­ζεις, οὔ­τε ὀ­λι­γο­στεύ­ο­μεν· ἐ­πει­δὴ ὡς πρὸς ἐ­σᾶς τοὺς Τούρ­κους, ὁ­ποὺ εὑ­ρί­σκε­σθε εἰς τὸν Μο­ρέ­α, εἴ­με­θα τό­σοι πολ­λοί, ὁ­πού, πε­νήν­τα ἀ­πὸ ἡ­μᾶς ἂν σκο­τω­θοῦν καὶ ἕ­νας ἀ­πὸ σᾶς, πά­λιν, μὲ τοῦ Θε­οῦ τὸ θέ­λη­μα, χω­ρὶς ἄλ­λο θὰ σᾶς νι­κή­σω­μεν. Δὲν σὲ ἔ­φθα­σαν αὐ­τὰ τὰ ἀ­νό­η­τα κι­νή­μα­τά σου, πα­ρὰ ἐ­τόλ­μη­σες νὰ στεί­λῃς καὶ προ­σκυ­νο­χάρ­τια, διὰ νὰ ἔλ­θουν νὰ προ­σκυ­νή­σουν οἱ ἀ­φθέν­ταις σου, ἐν ᾧ ἡ­μεῖς ἐ­σέ­να τὸν ἀ­νά­ξιον ὄ­χι τὰ χαρ­τιά σου δὲν φο­βού­με­θα, ἀλ­λ’ οὔ­τε τὰ ἄρ­μα­τά σου στο­χα­ζό­με­θα διὰ ἄρ­μα­τα. Ἂν ἐ­στο­χά­σθης, ὅ­τι εἶ­ναι τὸ παι­γνί­δι, ὁ­ποὺ εἰς τὸν Μο­ρέ­α πρὸ πε­νῆν­τα χρό­νους ἐ­στά­θη, εἶ­σαι πολ­λὰ γε­λα­σμέ­νος, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­ναι ὡ­σὰν κεῖ­νο· δι­ό­τι ὅ­λον τὸ γέ­νος τῶν Χρι­στια­νῶν καὶ εἰς τὸν Μο­ρέ­α, Ῥού­με­λη, Σερ­βί­α, Βουλ­γα­ρί­α, Κα­ρα­τα­γλί­δες, Βλα­χομ­πο­γδα­νί­α καὶ σχε­δὸν εἰς αὐ­τὴν τὴν Ἀ­να­το­λὴν ἐ­ση­κώ­θη εἰς τ’ ἄρ­μα­τα, ὁ­μοί­ως καὶ ὅ­λα τὰ νη­σί­α τῆς Ἄ­σπρης θα­λάσ­σης. Μά­θε, ἂν δὲν τὸ ἠ­ξεύ­ρῃς, ὅ­τι ἡ Βλα­χομ­πο­γδα­νί­α, Σερ­βί­α, Βουλ­γα­ρί­α, ἡ Φι­λιπ­πού­πο­λις, τὸ Σα­λο­νί­κι, ἡ Βάρ­να, ἡ Ἐ­δερ­νὲ* ἐ­λευ­θε­ρώ­θη­σαν· ἡ Σκόν­δρα εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ* ἀ­πὸ τοὺς Κα­ρα­τα­γλί­δες καὶ πο­λε­μεῖ­ται ἀν­δρεί­ως· ἡ Κων­σταν­τι­νού­πο­λις εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ ἀ­πὸ τὸν πρίγ­κι­πά μας Ἀ­λέ­ξαν­δρον Ὑ­ψη­λάν­τε μὲ 200 χι­λιά­δας στρά­τευ­μα· ὁ Ἐλ­τζῆς* τῆς με­γά­λης Ῥουσ­σί­ας ἔ­φυ­γε· 30 κα­ρά­βια ῥωσ­σι­κὰ ἔ­χουν κλει­σμέ­να τὸ Φα­να­ρά­κι· 10 κα­ρά­βια, ὁ­ποὺ ἔ­μει­ναν ἀ­κό­μη τοῦ Σουλ­τά­νου σας, τὰ ἔ­χει δε­μέ­να ὡ­σὰν γα­ϊ­δού­ρια εἰς τὴν πό­λιν· 30 κα­ρά­βια Ὑ­δρι­ο­σπε­τζώ­τι­κα καὶ Ψα­ρια­νὰ ἔ­χουν κλει­σμέ­νο τὸ μπο­γά­ζι* τοῦ Τζα­νὰκ-Κα­λε­σί· ἄλ­λα σα­ράν­τα πε­ρι­πα­τοῦν ὅ­λην τὴν Ἄ­σπρην θά­λασ­σαν, καὶ ἔ­χουν 80 κα­ρά­βια μπε­γλί­τι­κα* καὶ πραγ­μα­τευ­τά­ρι­κα κλει­σμέ­να καὶ ἀ­πά­νω ἀ­πὸ τοὺς 6000 Τούρ­κους, καὶ μά­λι­στα τοῦ Μπε­κὶρ πασ­σᾶ, Ἀτ­τά­λια βα­λι­σῆ, ὁ­ποὺ ἐρ­χό­ταν εἰς τὸ ἰ­μιν­τά­τι* σας. Μά­θε, ὅ­τι ὁ γεν­ναῖ­ος Ἀ­λῆ πασ­σᾶς Τε­πε­λεν­τλῆς, ἀ­πο­φα­σί­σας νὰ ζή­σῃ εἰ­ρη­νι­κῶς μὲ ἡ­μᾶς, κα­τέ­σφα­ξεν ἀν­δρεί­ως πολ­λοὺς ἀ­πὸ τοὺς ἐ­δι­κούς σας, καὶ τοὺς ἄλ­λους μα­ζὴ μὲ τὸν Χουρ­σὴτ πασ­σᾶν σας ὁ Ὀ­μὲρ πασ­σᾶς Βι­ρι­ώ­νη, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­σκο­τώ­θη εἰς τὸ Ζη­τοῦ­νι μ’ ὅ­λον του τὸ στρά­τευ­μα· καὶ τὸν Πα­σι­όμ­πε­η τὸν ἔ­δο­σε τοῦ δι­α­βό­λου. Μά­θε, ὅ­τι ἡ Ἀ­θῆ­να, Θῆ­βα, Λει­βα­διά, Τα­λάν­τι, Πα­τρα­τζί­κι καὶ ὅ­λη ἡ Θεσ­σα­λί­α, καὶ δὲν ἔ­μει­νε κα­νέ­να ἄλ­λο μέ­ρος πα­ρὰ ἡ Εὔ­ρι­πος καὶ ἄλ­λα ὀ­λί­γα μέ­ρη, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι μου­χα­σε­ρὲ δυ­να­τὰ καὶ ἀ­πὸ ξη­ρᾶς καὶ θα­λάσ­σης. Εἶ­δες μὲ τὰ ὀμ­μά­τιά σου τὰ ἐ­δι­κά μας κα­ρά­βια εἰς τὸ Ἀ­νά­πλι· ἄλ­λα δέ­κα εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς Μο­νο­βα­σί­α, καὶ ἄλ­λα 12 εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς τὸν μου­χα­σε­ρὲ Κο­ρώ­νης, Μο­θώ­νης καὶ Νε­ο­κά­στρου, καὶ 17 ἔ­φθα­σαν προ­χθὲς εἰς τὸν κόλ­πον τῆς Πα­τρὸς καὶ Κο­ρίν­θου, καὶ ἐ­πε­ρί­λα­βαν τὰ κα­ρά­βια, ὁ­ποὺ σὲ ἤ­φε­ραν, καὶ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα ὁ­ποὺ εὑ­ρί­σκουν­ται εἰς τὸν πό­λε­μον· καὶ πλέ­ον λου­φε­τζί­δαις καὶ μιν­τά­τια δὲν θέ­λεις ἰ­δεῖ· καί, ἂν θέ­λῃς, ἔ­λα εἰς αἴ­σθη­σιν, ἄν­θρω­πε, καὶ μὴ παίρ­νῃς εἰς τὸν λαι­μόν σου τό­σους Τούρ­κους, οἱ ὁ­ποῖ­οι, ὅ­ταν πα­ρα­δώ­σουν τὰ ἄρ­μα­τά τους, θέ­λει ζή­σουν φι­λι­κὰ μὲ ἡ­μᾶς ὑ­πὸ τὴν δι­οί­κη­σιν τοῦ κρα­ται­ο­τά­του καὶ πο­λυ­χρο­νί­ου πριγ­κί­που μας Ἀ­λε­ξάν­δρου Ὑ­ψη­λάν­τε. Εἰς ἡ­μᾶς τὰ προ­σκυ­νο­χάρ­τια δὲν χρη­σι­μεύ­ουν, ἀλ­λὰ εἰς ἐ­σᾶς εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­α, ἐ­πει­δὴ ὁ Θε­ὸς ἔ­τζι ἀ­πε­φά­σι­σε· καί, ἂν θέ­λῃς, ἔ­λα εἰς αἴ­σθη­σιν, διὰ νὰ μὴν χα­θῇς· ὅ­τι, μὲ τὴν βο­ή­θειαν τοῦ Θε­οῦ, ἂν φερ­θῇς δι­α­φο­ρε­τι­κά, δὲν θέ­λεις γλυ­τώ­σῃ ἀ­πὸ τὸ σπα­θί μου. Ὅ­σους μᾶς ἐ­στεί­λα­τε μὲ τὰ προ­σκυ­νο­χάρ­τια, τοὺς πε­ρά­σα­μεν ἀ­πὸ τὸ σπα­θί μας, καὶ πρὸς πλη­ρο­φο­ρί­αν σου. Ἰ­δοὺ ὁ­ποὺ στέλ­νο­μεν τὸν πα­ρὸν μὲ τὸ πα­ρόν μας, καὶ κά­με­τε σε­ή­ρι*, ὅ­τι ἐ­μεῖς ἔ­χο­μεν προ­στα­γὴν ἀ­πὸ τὸν Πρίγ­κι­πα, ὄ­χι τοὺς Τούρ­κους μό­νον, ὁ­ποὺ δὲν κά­νουν ἰ­τα­έ­τι*, νὰ πο­λε­μή­σω­μεν, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­σους Ῥω­μαί­ους τουρ­κο­φρο­νοῦν. Ἀρ­κε­τὰ σοῦ εἶ­ναι αὐ­τά, διὰ νὰ σὲ φέ­ρουν εἰς αἴ­σθη­σιν· καὶ ἤ­ξευ­ρε, ὅ­τι, ἂν δὲν ὑ­πα­κού­σῃς νὰ πα­ρα­δώ­σῃς τὰ ἄρ­μα­τα, τὰ ἀν­δρεῖ­α ἄρ­μα­τά μας νὰ ὁ­ποὺ τὰ ἔ­χο­μεν εἰς τὰ ῥου­θού­νια σας, καί, ἂν θέ­λῃς, δο­κί­μα­σε ἄλ­λην μί­αν φο­ράν, ὄ­χι κλέ­πτι­κα, ἀλ­λὰ πα­λη­κα­ρί­σια· ἐ­πει­δὴ καὶ ἐ­γώ, ἀ­φ’ οὗ ἐμ­βῆ­κες μέ­σα, ἐ­πρό­σμε­να νὰ μοῦ στεί­λῃς τὴν εἴ­δη­σιν νὰ πο­λε­μή­σω­μεν τα­κτι­κά, ἐ­πει­δὴ καὶ ἐ­μεῖς τὴν ῥέ­γου­λα τῶν ἀρ­μά­των τὴν ἐ­μά­θα­με καὶ τὴν ἠ­ξεύ­ρο­μεν· καί, ἂν ἐ­σέ­να δὲν σοῦ βα­στᾷ νὰ ἔλ­θῃς σὰν πα­λη­κά­ρι τα­κτι­κὰ ἀ­πά­νω μου, καὶ δὲν βα­ρι­ε­στᾷς ἀ­πὸ τὸν κλέ­πτι­κόν σου τρό­πον, ἤ­ξευ­ρε, ὅ­τι ἐ­γὼ ἔρ­χο­μαι ἀ­πά­νω σου, καὶ σοῦ δί­δω μί­αν ἡ­μέ­ραν προ­τή­τε­ρα τὴν εἴ­δη­σιν, διὰ νὰ ἑ­τοι­μα­σθῇς. Ταῦ­τα καὶ κα­λαῖς ἀν­τά­μω­σαις εἰς τὸ σα­ρά­γι σου μέ­σα.

            Τῷ ά. ἔ­τει τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας, Μα­ΐ­ου 18.


λου­φε­τσί­δες: μι­σθο­φό­ροι | Ἐ­δερ­νὲ: ἡ Ἀ­δρι­α­νού­πο­λη | μου­χα­σε­ρὲ: σὲ πο­λι­ορ­κί­α |Ἐλ­τζῆς: πρε­σβευ­τής | μπο­γά­ζι: πορ­θμός | μπε­γλί­τι­κα: τῶν μπέ­η­δων | ἰ­μιν­τά­τι: ἐ­νί­σχυ­ση | κά­νω σε­ή­ρι: κοι­τά­ζω· λο­γα­ριά­ζω | ἰ­τα­έ­τι: ὑ­πο­τα­γή.


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νης Φι­λή­μων, Δο­κί­μιον Ἱ­στο­ρι­κὸν πε­ρὶ τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, τόμ. Γ’, Ἀ­θῆ­ναι, 1860, σελ. 279-281.

Πρό­κει­ται γιὰ ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ἐ­πι­στο­λὴ, προ­πα­γαν­δι­στι­κὴ καὶ ψευ­δο­λο­γι­κή, ποὺ ἀ­πο­δί­δε­ται στὸν Θε­ό­δω­ρο Κο­λο­κο­τρώ­νη πρὸς τὸν Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γιάμ­πε­η(1). Κα­τὰ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Φι­λή­μο­να (1798/1799-1874), τὸν  ἱ­στο­ρι­κὸ ποὺ τὴν δι­α­σώ­ζει, ἡ ἐ­πι­στο­λὴ αὐ­τή, ἡ πε­ρί­ερ­γος ὅ­πως τὴν χα­ρα­κτη­ρί­ζει, γρά­φτη­κε στὶς 18 Μα­ΐ­ου 1821, με­τὰ ἀ­πὸ τὴν μά­χη στὸ Βαλ­τέ­τσι (12-13 Μα­ΐ­ου 1821) ἀ­πὸ τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη «ἀ­πο­τό­μῳ τῷ τρό­πω» καὶ «συγ­κιρ­νῶν πρὸς ἐ­πί­δει­ξιν κα­τα­πλη­κτι­κὰς πε­ρὶ Τουρ­κί­ας εἰ­δή­σεις» μὲ σκο­πὸ «ὅ­πως ψυ­χρά­νῃ μὲν ἔ­τι μᾶλ­λον τοὺς ἐν­το­πί­ους Τούρ­κους κα­τὰ τοῦ ξέ­νου Κε­χα­γιᾶ βε­γῆ, ἐμ­βά­λῃ δὲ ἐν τῇ καρ­δί­ᾳ αὐ­τοῦ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­αν, καὶ ἀ­πο­τε­λέ­σῃ οὕ­τω τα­χύ­τε­ρον, ὅ­σον ἔ­νε­στι, τὴν λύ­σιν τοῦ πο­λι­ορ­κη­τι­κοῦ δρά­μα­τος τῆς Τρι­πό­λε­ως».

       (1) Μου­στα­φᾶ Κε­χα­γι­άμ­πε­ης: ἐ­πι­τε­λάρ­χης τοῦ Χουρ­σίτ Πα­σᾶ, ποὺ κα­θὼς ὀ ἴ­διος ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος στὴν πο­λι­ορ­κί­α τοῦ Ἀ­λῆ Πα­σᾶ στὰ Γιάν­νι­να, ἐ­στά­λη τὴν Ἄ­νοι­ξη τοῦ 1821 ἐ­πι­κε­φα­λῆς 3000 Ἀλ­βα­νῶν στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο γιὰ νὰ κα­τα­πνί­ξει τὴν ἐ­κεῖ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­πα­νά­στα­ση. Σκο­τώ­θη­κε στὴ Μά­χη τῆς Σπλάν­τζας στὴν Ἤ­πει­ρο τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1822. [Σημ. τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ.]

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰ­κό­να: Σπυ­ρί­δων Φου­σκί­δης, Θε­ό­δω­ρος Κο­λο­κο­τρώ­νης (1843), λι­θο­γρα­φία, ἰ­δι­ω­τι­κή συλ­λο­γή.


			

Σβετοσλὰβ Μίνκοφ (Светослав Минков): Ἡ κυρία μὲ τὰ ἀκτινοβόλα μάτια


Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (Светослав Минков)


Ἡ κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια

(Дамата с рентгеновите очи)


ΤΟΝ ΦΑΡΔΥ καὶ φω­τει­νὸ χῶ­ρο ἀ­να­μο­νῆς τοῦ φη­μι­σμέ­νου ἰν­στι­τού­του καλ­λο­νῆς «Κο­σμέ­τι­κουμ Ἄ­μου­λετ – κέν­τρο γυ­ναι­κεί­ας χει­ρουρ­γι­κῆς», κά­θον­ταν πέν­τε κυ­ρί­ες – κομ­ψὰ ντυ­μέ­νες, φρον­τι­σμέ­να βαμ­μέ­νες, ἀλ­λὰ καὶ πά­λι τό­σο ἄ­σχη­μες, ποὺ κά­ποι­ος πραγ­μα­τι­κὰ θὰ βρι­σκό­ταν σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση, ἂν ἔ­σκυ­βε πά­νω τους μὲ τὸ δυ­σά­ρε­στο κα­θῆ­κον νὰ ξε­χω­ρί­σει ποι­ά ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἀ­ξί­ζει νὰ φέ­ρει μὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια τὸν τί­τλο τῆς «βα­σί­λισ­σας τῆς ἀ­σχή­μιας». Ἐ­νῶ προ­σπερ­νᾶ­με μὲ ἁ­βρὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τὶς φυ­σι­κὲς ἀ­τέ­λει­ες τῶν πέν­τε αὐ­τῶν κυ­ρι­ῶν, θὰ ἀ­να­φέ­ρου­με μό­νο μιὰ μι­κρὴ λε­πτο­μέ­ρεια, ὡς ἕ­να κα­θα­ρὰ δι­α­κο­σμη­τι­κὸ στοι­χεῖ­ο στὸ δι­ή­γη­μά μας: οἱ σε­βά­σμι­ες ἐ­πι­σκέ­πτρι­ες κά­θον­ταν σὲ βα­θιὰ με­ταλ­λι­κὰ κα­θί­σμα­τα καὶ ξε­φύλ­λι­ζαν ἀ­φη­ρη­μέ­να ἀ­πὸ ἕ­να εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νο πε­ρι­ο­δι­κό, ἀ­νά­με­σα στὶς σε­λί­δες τοῦ ὁ­ποί­ου, μα­ζὶ μὲ τὶς πα­νη­γυ­ρι­κὲς ἀ­να­κοι­νώ­σεις γιὰ τοὺς ἐ­πι­κεί­με­νους σκα­κι­στι­κοὺς ἀ­γῶ­νες καὶ τὶς και­νούρ­γι­ες ἐ­ξε­ρευ­νή­σεις στοὺς πό­λους, κρύ­βον­ταν ἀ­κό­μα καὶ εἰ­δή­σεις, ὅ­πως ὅ­τι ὁ Οὐα­λλὸς πρίγ­κηψ δι­έ­σχι­σε προ­σφά­τως τοὺς λον­δρέ­ζι­κους δρό­μους μὲ κόκ­κι­νο φρά­κο ἢ ὅ­τι ὁ Ἰν­δὸς μα­χα­ρα­γιὰς Χα­ρί­α Τριμ­πχουμ­πά­να Γιοὺν Μπα­χαν­τοὺρ Σουμ­σα­ρὲ κα­τέ­φθα­σε αἰ­σί­ως στὴ Ρι­βι­έ­ρα. Ποὺ καὶ ποὺ οἱ σι­ω­πη­λὲς ἐ­πι­σκέ­πτρι­ες σή­κω­ναν τὰ μά­τια ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­ρι­χναν ἕ­να ἀ­νυ­πό­μο­νο βλέμ­μα πρὸς τὴ γα­λά­ζια πόρ­τα στὸ βά­θος τοῦ χώ­ρου ἀ­να­μο­νῆς, ἐ­κεῖ ὅ­που ἔ­πρε­πε νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος ὅ­λων τῶν γυ­ναι­κῶν – ὁ ἰ­δι­ο­φυ­ὴς μα­έ­στρο Τσε­ζά­ριο Γκαλ­φό­νε, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τεῖ­χε τὸ ἀ­συ­νή­θι­στο χά­ρι­σμα νὰ πα­λεύ­ει μὲ τὰ κα­πρί­τσια τῆς φύ­σης καὶ νὰ με­τα­μορ­φώ­νει καὶ τὸ πιὸ ἀ­πο­κρου­στι­κὸ τέ­ρας σὲ θαυ­μά­σιο ἄγ­γε­λο.

           Ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σα χρό­νια τὸ ἰν­στι­τοῦ­το καλ­λο­νῆς «Κο­σμέ­τι­κουμ Ἄ­μου­λετ – κέν­τρο γυ­ναι­κεί­ας χει­ρουρ­γι­κῆς» εἶ­χε κερ­δί­σει τὴν ἐ­πά­ξια δό­ξα ἑ­νὸς ἀ­λη­θι­νοῦ μα­γι­κοῦ ἐρ­γα­στη­ρί­ου, στὸ ὁ­ποῖ­ο κά­θε γυ­ναί­κα μπο­ροῦ­σε ἁ­πλὰ νὰ γί­νει ἀ­γνώ­ρι­στη. Ἐ­δῶ ἔρ­χον­ταν κυ­ρί­ες ἑ­κα­τὸ κι­λῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες ἄ­φη­ναν τὰ λί­πη τους καὶ ἔ­βγαι­ναν ὠ­χρὲς καὶ λε­πτὲς σὰν μα­νε­κέν. Ἔρ­χον­ταν γυ­ναῖ­κες μὲ μα­κρι­ὲς μύ­τες, μὲ χον­τρὰ καὶ στρα­βὰ πό­δια, μὲ στό­μα­τα σκι­στὰ μέ­χρι τ’ ἀ­φτιά, μὲ μα­ρα­μέ­να στή­θη ἢ μὲ κορ­μιὰ γε­μά­τα τρί­χες – καὶ ὅ­λες αὐ­τές, με­τὰ ἀ­πὸ ἡ­μί­ω­ρη ἐ­πέμ­βα­ση, ἐγ­κα­τέ­λει­παν τὸ ἰν­στι­τοῦ­το σὰν πεν­τά­μορ­φες τοῦ πα­ρα­μυ­θιοῦ. Ὅ­μως ὁ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε ἦ­ταν φη­μι­σμέ­νος ὄ­χι μό­νο γιὰ τὴν τέ­χνη του νὰ ὑ­περ­νι­κᾶ τὴ φυ­σι­κὴ ἀ­σχή­μια τῆς πε­λα­τεί­ας του. Ὄ­χι, αὐ­τὸς ἐ­πι­νο­οῦ­σε καὶ τὶς πιὸ ἀ­να­πάν­τε­χες καλ­λω­πι­στι­κὲς ἐκ­πλή­ξεις καὶ ἔ­δι­νε ἀ­δι­ά­κο­πα νέ­ες κα­τευ­θύν­σεις στὴν τε­χνι­κὴ τοῦ μα­κι­γι­άζ. Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δι­κό του εὔ­ρη­μα ἦ­ταν τὸ φίλ­τρο γιὰ τὸν ἐμ­πο­τι­σμὸ τοῦ δέρ­μα­τος ἐ­νάν­τια στὰ ση­μά­δια τῶν πα­θι­α­σμέ­νων φι­λι­ῶν, κα­θὼς καὶ τὰ τρι­γω­νι­κὰ φρύ­δια, τὰ ὁ­ποῖ­α ἔ­βρι­σκαν εὐ­ρεί­α δι­ά­δο­ση ἀ­νά­με­σα στὶς σε­μνὲς κυ­ρί­ες τῆς ὑ­ψη­λῆς κοι­νω­νί­ας. Ἐν τέ­λει, ὁ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε ἔ­φθα­σε στὸ συμ­πέ­ρα­σμα, ὅ­τι ὅ­πως ὁ ὀρ­ρὸς ἐ­νάν­τια στὸν τύ­φο πα­ρα­σκευ­ά­ζε­ται ἀ­πὸ βα­κί­λους τοῦ τύ­φου, στὴν ἴ­δια βά­ση μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­σκευα­στεῖ καὶ ὀρ­ρὸς ἀ­πὸ ἐγ­κέ­φα­λο πά­πιας γιὰ τὸ φρε­σκά­ρι­σμα τῶν νο­η­τι­κῶν ἱ­κα­νο­τή­των ἐ­κεί­νων τῶν γυ­ναι­κῶν, ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ φι­λαν­θρω­πι­κὰ τέ­ϊα, φι­λαν­θρω­πι­κὰ κο­κτέ­ιλς, φι­λαν­θρω­πι­κὰ πα­ζά­ρια καὶ γε­νι­κῶς κά­θε εἴ­δους φι­λαν­θρω­πι­κὴ δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ἑ­τοί­μα­σε τὸν μα­γι­κό του ὀρ­ρὸ καὶ ἀ­πέ­δει­ξε ἅ­παξ διὰ παν­τὸς ὅ­τι εἶ­ναι πράγ­μα­τι θαυ­μα­τουρ­γός. Μὲ τὴ βο­ή­θεια αὐ­τοῦ τοῦ ὀρ­ροῦ μιὰ γνω­στὴ κυ­ρί­α κα­τά­φε­ρε νὰ πεί­σει μὲ ἰλ­λιγ­γι­ώ­δη λο­γι­κὴ τὸν ζη­λιά­ρη σύ­ζυ­γό της, ὅ­τι ἡ ἀ­πι­στί­α τῆς σύγ­χρο­νης γυ­ναί­κας δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ ἔκ­φρα­ση τῆς πιὸ συ­νη­θι­σμέ­νης φι­λαν­θρω­πι­κῆς κο­κε­τα­ρί­ας. Κον­το­λο­γίς, ὁ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε ἦ­ταν μιὰ ὑ­περ­φυ­σι­κὴ προ­σω­πι­κό­τη­τα, ἡ ζω­ὴ τῆς ὁ­ποί­ας ἦ­ταν πλή­ρως ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νη στὴν ὑ­πη­ρε­σί­α τοῦ ἀ­σθε­νοῦς φύ­λου τῆς χά­ϊ λά­ϊφ κοι­νω­νί­ας.

         Τώ­ρα, θὰ ἀ­σχο­λη­θοῦ­με μό­νο μὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πέν­τε κυ­ρί­ες ποὺ κά­θον­ταν στὸν χῶ­ρο ἀ­να­μο­νῆς τοῦ Κο­σμέ­τι­κουμ, χω­ρίς, ἐν­νο­εῖ­ται, νὰ ἔ­χου­με κά­ποι­α ἐ­σκεμ­μέ­νη προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­λο­γή μας. Στε­κό­μα­στε σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κυ­ρί­α ὄ­χι για­τί ὑ­περ­τε­ρεῖ τῶν ἄλ­λων ἢ ἔ­χει συγ­γε­νι­κοὺς δε­σμοὺς μὲ τὸν συγ­γρα­φέ­α, ἀλ­λὰ ἁ­πλὰ καὶ ξά­στε­ρα δι­ό­τι αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς ὅ­ρι­σε ἡ θεί­α πρό­νοι­α γιὰ νὰ παί­ξει τὸν ρό­λο τῆς ἡ­ρω­ΐ­δας στὴν πα­ρα­κά­τω ἐ­ξι­στό­ρη­ση.

         Καὶ ἡ κυ­ρί­α ποὺ ἀ­ξι­ώ­θη­κε τὴν προ­σο­χή μας ἔ­φε­ρε τὸ εὔ­η­χο ὄ­νο­μα Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα, δυ­στυ­χῶς ὅ­μως ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νη ἀ­πὸ τὴ μοί­ρα μὲ ἀλ­λή­θω­ρα μά­τια, τὰ ὁ­ποῖ­α ἦ­ταν ὁ φο­βε­ρὸς ἐ­φιά­λτης, στήν, κα­τὰ τ’ ἄλ­λα, αἰ­θέ­ρια νι­ό­τη της. Προ­τι­μοῦ­σε νὰ ἦ­ταν τυ­φλή, πα­ρὰ νὰ συλ­λο­γί­ζε­ται ἄ­δι­κα τοὺς θαυ­μά­σιους πει­ρα­σμοὺς τῆς ζω­ῆς τρι­γύ­ρω της, τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀγ­γί­ξει. Οἱ γυ­ναῖ­κες τὴν κοι­τοῦ­σαν μὲ πε­ρι­φρό­νη­ση, οἱ ἄν­τρες τὴν προ­σπερ­νοῦ­σαν μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α. Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι τὸ κορ­μί της ἦ­ταν μιὰ χα­ρὰ ἀ­νε­πτυγ­μέ­νο, ὅ­μως τὰ γουρ­λω­τὰ καὶ ἀλ­λή­θω­ρα μά­τια της ἀ­πω­θοῦ­σαν τοὺς πάν­τες καὶ τὴν ἔ­κα­ναν ἀ­φό­ρη­τη στὸν κύ­κλο ἐ­κεί­νων, ποὺ ἔ­παι­ζαν τέ­νις καὶ μι­λοῦ­σαν γιὰ τὶς και­νούρ­γι­ες μάρ­κες αὐ­το­κι­νή­των.  Ὅ­μως, ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα ὀ­νει­ρευ­ό­ταν νὰ παν­τρευ­τεῖ μὲ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χο, ἐ­πει­δὴ ἡ ἴ­δια ἦ­ταν κό­ρη πλού­σιου ἐρ­γο­στα­σιά­ρχη καὶ δὲν ἤ­θε­λε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σχέ­σεις της μὲ τὴν παρ­φου­μα­ρι­σμέ­νη νε­ο­λαί­α τῶν ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κῶν κύ­κλων. Ὅ­λη μέ­ρα κα­θό­ταν μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη καὶ βα­σα­νι­ζό­ταν νὰ κα­λύ­ψει μὲ κά­θε τρό­πο τὸ σκλη­ρὸ ἀ­στεῖ­ο τῆς φύ­σης, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Οὔ­τε οἱ βα­θι­ὲς σκι­ὲς στὰ μά­τια της, οὔ­τε οἱ ἐ­κτε­τα­μέ­νες βλε­φα­ρί­δες της, οὔ­τε τὰ γυ­α­λι­σμέ­να μὲ βα­ζε­λί­νη βλέ­φα­ρά της μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴ βο­η­θή­σουν. Στὸ τέ­λος, ὅ­ταν κα­τά­λα­βε ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­νί­σχυ­ρη ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σει τὴ μοί­ρα της, ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα ἔ­πε­σε σὲ φο­βε­ρὴ ἀ­πό­γνω­ση, ἡ ὁ­ποί­α τὴν ὁ­δή­γη­σε στα­δια­κὰ στὴ σκέ­ψη νὰ κλει­στεῖ σὲ μο­να­στή­ρι. Ὅ­μως τό­τε ἀ­κρι­βῶς, στὴ σκο­τει­νι­α­σμέ­νη μνή­μη της, ἔ­λαμ­ψε ἀ­να­πάν­τε­χα ὡς φά­ρος σω­τη­ρί­ας τὸ ὄ­νο­μα «Κο­σμέ­τι­κουμ Ἄ­μου­λετ – κέν­τρο γυ­ναι­κεί­ας χει­ρουρ­γι­κῆς». Χο­ρο­πή­δη­σε ἀ­πὸ χα­ρὰ καὶ ἀ­πέρ­ρι­ψε τὸ μι­κρὸ καὶ στριφ­νὸ εὐ­αγ­γέ­λιο, τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ φαρ­μά­κω­νε τὶς μέ­ρες της μὲ τὴν ἁ­γί­α βα­ρε­μά­ρα του. Μὰ πῶς καὶ δὲν τὸ σκέ­φτη­κε νω­ρί­τε­ρα ν’ ἀ­να­ζη­τή­σει βο­ή­θεια ἀ­πὸ ἐ­τοῦ­το τὸ ἰν­στι­τοῦ­το καλ­λο­νῆς, ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χαν πε­ρά­σει, σὰν μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α μα­γι­κὴ φάμ­πρι­κα τῶν εὐ­τυ­χῶν με­τα­μορ­φώ­σε­ων, τό­σες πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες! Ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα ἔ­συ­ρε βι­α­στι­κὰ δυ­ὸ κα­τα­κόκ­κι­νες γραμ­μὲς πά­νω στὰ χεί­λη της, πού­δρα­ρε τὸ πρό­σω­πο καὶ τρά­βη­ξε λε­πτὲς ἀγ­κύ­λες στὰ φρύ­δια της μὲ μαῦ­ρο μο­λυ­βά­κι, ἔ­πει­τα ἅρ­πα­ξε τὴν τσάν­τα της καὶ κα­τευ­θύν­θη­κε μὲ συγ­κρα­τη­μέ­νη ἀ­να­πνο­ὴ πρὸς τὸ κέν­τρο τῆς γυ­ναι­κεί­ας χει­ρουρ­γι­κῆς, στὸν χω­ρὸ ἀ­να­μο­νῆς τοῦ ὁ­ποί­ου, λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, εἴ­χα­με τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ τὴ δοῦ­με, κα­θι­σμέ­νη στὸ βα­θὺ με­ταλ­λι­κὸ κά­θι­σμα.

         Με­τὰ ἀ­πὸ μα­κρὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κὴ ἀ­να­μο­νή, ὁ μα­έ­στρο Τσε­ζά­ριο Γκαλ­φό­νε ὑ­πο­δέ­χθη­κε ἐ­πι­τέ­λους τὴ δυ­στυ­χι­σμέ­νη πε­λά­τισ­σά του, μὲ ὅ­λη ἐ­κεί­νη τὴ συμ­πό­νια τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πέ­βα­λε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά του.

         Κα­θη­σύ­χα­σε τὴν κο­πέ­λα ποὺ βρι­σκό­ταν σὲ ἔ­ξα­ψη, μὲ τὴν πα­νη­γυ­ρι­κὴ ὑ­πό­σχε­ση ὅ­τι θὰ τὴν κά­νει μιὰ ἀ­νε­πα­νά­λη­πτη θε­ὰ τῆς ὀ­μορ­φιᾶς – μιὰ Ἀ­φρο­δί­τη, φαι­νό­με­νο τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, μὲ στή­θη πα­ρα­φί­νης καὶ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια.

       — Μὰ τί λέ­τε! – ἀ­πό­ρη­σε μὲ εὐ­χά­ρι­στη ἔκ­πλη­ξη ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα, ἐ­νῶ τί­να­ξε τὴ στά­χτη τοῦ τσι­γά­ρου της στὸ ἐ­μα­γι­ὲ στα­χτο­δο­χειά­κι τοῦ τρα­πε­ζιοῦ γιὰ τὸ κά­πνι­σμα.

       — Πο­λύ ἁ­πλό, τζεν­τι­λί­σι­μα σι­νι­ο­ρί­να! – ἀ­να­φώ­νη­σε θε­α­τρι­κὰ ὁ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε, ἐμ­πνευ­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­μη­χα­νί­α τῆς συ­νο­μι­λή­τριάς του. — Ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χα τὴ μέ­γι­στη εὐ­χα­ρί­στη­ση νὰ δῶ τὸ σου­τι­έν σας, ὅ­μως ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι τὸ κό­ψι­μό του εἶ­ναι ἄ­ψο­γο. Καὶ πά­λι, γκρα­τσι­ο­ζί­σι­μα σι­νι­ο­ρί­να, ἂν κρί­νω ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­γραμ­μα τοῦ μπού­στου σας κά­τω ἀ­πὸ τὸ φό­ρε­μα, τολ­μῶ νὰ δη­λώ­σω, ἐν­τε­λῶς κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά, ἀ­κό­μα καὶ ἐ­νώ­πιον τῆς αὐ­τῆς Αὐ­θεν­τι­κῆς Ἐ­ξο­χό­τη­τος τοῦ σι­νιὸρ Μο­ρὶς ντὲ Βα­λέφ, ἐμ­πνευ­σμέ­νου εἰ­δή­μο­νος σὲ ὅ­λους τοὺς πα­ρι­σι­νοὺς δι­α­γω­νι­σμοὺς παγ­κό­σμιας ὀ­μορ­φιᾶς, ὅ­τι τὰ θε­ϊ­κά σας στή­θη ξε­φεύ­γουν κά­πως ἀ­πὸ τὴν κα­νο­νι­κὴ ἀ­να­το­μί­α καὶ συ­νε­πῶς χρει­ά­ζον­ται μιὰ ἔγ­χυ­ση πα­ρα­φί­νης, ἡ ὁ­ποί­α θὰ τὰ μορ­φο­ποι­ή­σει θαυ­μά­σια καὶ θὰ τοὺς ἐ­πα­να­φέ­ρει τὴ χα­μέ­νη κλα­σι­κὴ φόρ­μα.

         — Θε­έ μου! Μὰ τί λέ­τε! – ἀ­να­στέ­να­ξε ἐ­ρε­θι­σμέ­νη ἀ­πὸ χα­ρὰ ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα, ἐ­νῶ ἔ­βγα­λε κο­κέ­τι­κα τὸ κί­τρι­νο κα­στό­ρι­νο κα­πε­λά­κι της καὶ τὸ φό­ρε­σε πά­νω στὸ γυ­μνό της γό­να­το.

           — Ὅμως τί θὰ γί­νει μὲ τὰ μά­τια μου; Πεῖ­τε, γιὰ τὸ Θε­ό, θὰ μπο­ρέ­σε­τε νὰ δι­ορ­θώ­σε­τε τὰ μά­τια μου; – πρό­σθε­σε, τὴν ἴ­δια στιγ­μή, καὶ τὸ πρό­σω­πό της σκο­τεί­νια­σε σὲ μιὰ θλι­βε­ρὴ γκρι­μά­τσα.

         Ὁ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε ἔ­βα­λε τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του χέ­ρι στὴν καρ­διά, σή­κω­σε τὸ δε­ξὶ μὲ νό­η­μα πρὸς τὰ πά­νω καὶ γο­να­τί­ζον­τας ἀ­πρό­σμε­να μπρο­στὰ στὴν ἔκ­πλη­κτη κο­πέ­λα, φώ­να­ξε μὲ τὴν ἁ­πα­λή, ὅ­λο γλυ­κε­ρί­νη, φω­νή του:

          — Ὤ, τζεν­τι­λί­σι­μα, μπε­λί­σι­μα καὶ κα­ρί­σι­μα σι­νι­ο­ρί­να! Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, ὅ­τι ἡ ὀ­πτι­κὴ ἑ­στί­α­ση τῶν μα­γευ­τι­κῶν ὀ­φθαλ­μῶν σας εἶ­ναι με­τα­το­πι­σμέ­νη σὲ κά­ποι­α ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἔ­κτα­ση, εὐ­τυ­χῶς ὅ­μως ἡ ση­με­ρι­νὴ χει­ρουρ­γι­κὴ στέ­κε­ται σὲ τέ­τοι­ο ὕ­ψος, ὅ­που μιὰ τέ­τοι­α ἐν­τε­λῶς ἀ­θώ­α ἀ­τέ­λεια μπο­ρεῖ νὰ ἀ­φαι­ρε­θεῖ μό­νο μέ­σα σὲ δέ­κα λε­πτά. Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια αὐ­τὴ θὰ ἐν­στα­λά­ξω στὶς ἀγ­γε­λι­κές σας κό­ρες ἀρ­κε­τὲς στα­γό­νες ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α μου ἐ­φεύ­ρε­ση, τὸ «Ρεν­τγκε­νόλ», τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ τὶς λού­σει μὲ γο­η­τευ­τι­κὴ λάμ­ψη καὶ θὰ τὶς με­τα­μορ­φώ­σει σὲ λαμ­πε­ρὰ ἀ­στέ­ρια, γιὰ τὴν πε­τα­λου­δέ­νια ἔμ­πνευ­ση τῶν ποι­η­τῶν. Εἶ­μαι ἕ­τοι­μος, χω­ρὶς καμ­μί­α ἀμ­φι­βο­λί­α, νὰ σᾶς δώ­σω γρα­πτὴ ἐγ­γύ­η­ση τρι­ῶν χρό­νων γιὰ τὴν ἐκ­πλη­κτι­κὴ δρά­ση τῶν θαυ­μα­τουρ­γῶν μου στα­γό­νων, μα­ζὶ μὲ τὸν λό­γο τῆς τι­μῆς μου, ὅ­τι ἐ­σεῖς ἔρ­χε­στε στὸ κέν­τρο μου, ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἐ­γὼ σκο­πεύ­ω νὰ θέ­σω σὲ κυ­κλο­φο­ρί­α τὴν πρώ­τη δο­κι­μα­στι­κὴ παρ­τί­δα κυ­ρι­ῶν μὲ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια. Ἐμ­πι­στευ­θεῖ­τε τὶς φρον­τί­δες μου, ἰ­λου­στρί­σι­μα σι­νι­ο­ρί­να, καὶ τὸ ἀρ­γό­τε­ρο σὲ μι­σὴ ὥ­ρα θὰ βα­δί­ζε­τε στοὺς δρό­μους σὰν ἀ­να­στη­μέ­νη, ἐκ τοῦ τά­φου, Σε­μί­ρα­μις!

         Ναρ­κω­μέ­νη ἀ­π’ τὴν πε­ρι­πα­θὴ καλ­λι­λο­γί­α αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­συ­νή­θι­στου δη­μι­ουρ­γοῦ τῆς γυ­ναι­κεί­ας ὀ­μορ­φιᾶς, ἡ Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα πέ­ρα­σε σὰν ὑ­πνω­τι­σμέ­νη καὶ κρύ­φτη­κε πί­σω ἀ­πὸ τὰ μαῦ­ρα λου­στρα­ρι­σμέ­να φύλ­λα τοῦ ἐ­λα­φροῦ κι­νέ­ζι­κου πα­ρα­πε­τά­σμα­τος.

         Ὣς ἐ­δῶ, ἀ­γα­πη­τὲ ἀ­να­γνώ­στη, ὅ­λα κυ­λοῦ­σαν, μπο­ροῦ­με νὰ ποῦ­με, ὁ­μα­λά. Ὅ­μως, νὰ ποὺ ἡ ἱ­στο­ρί­α μας παίρ­νει ἐν­τε­λῶς ἀ­να­πάν­τε­χη κα­τά­λη­ξη, καὶ πρὸς ἔκ­πλη­ξη ὅ­λων λαμ­βά­νει τὴ μορ­φὴ ἡ­με­ρο­λο­γί­ου, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ με­τα­μορ­φω­μέ­νη μας ἡ­ρω­ΐ­δα ἔ­χει γρά­ψει μὲ τὸ ἴ­διο της τὸ χέ­ρι τὶς πα­ρά­ξε­νες ἐμ­πει­ρί­ες της, με­τὰ τὴν ἔ­ξο­δο ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο γυ­ναι­κεί­ας χει­ρουρ­γι­κῆς. Ἀλ­λά, ἄς πά­ψου­με πλέ­ον νὰ μι­λᾶ­με ἐξ ὀ­νό­μα­τος τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος, τὸ δί­χως ἄλ­λο, ἀ­πε­χθά­νε­ται τὴν κου­τσομ­πο­λί­στι­κη φλυ­α­ρί­α γιὰ τὴ μιὰ ἢ γιὰ τὴν ἄλ­λη πε­ρί­στα­ση. Οἱ ἑ­πό­με­νες σε­λι­δοῦ­λες ἀ­πὸ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο τῆς Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα ἐ­ξη­γοῦν τί συ­νέ­βη πα­ρα­κά­τω.


8 Σε­πτεμ­βρί­ου


Μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψα ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο τοῦ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε. Κα­θὼς περ­πα­τοῦ­σα στοὺς δρό­μους, ὅ­λοι γύ­ρι­ζαν νὰ μὲ κοι­τά­ξουν. Ἀρ­κε­τοὶ μά­λι­στα στα­μα­τοῦ­σαν καὶ ἀ­να­φω­νοῦ­σαν: «Ἄχ, τί ἐκ­πλη­κτι­κὰ μά­τια!» Μό­λις τώ­ρα αἰ­σθά­νο­μαι ὅ­τι ζῶ. Θε­έ μου, πό­σο εἶ­μαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη! Μα­κά­ρι μό­νο νὰ παν­τρευ­τῶ πιὸ γρή­γο­ρα.


9 Σε­πτεμ­βρί­ου


Γι­ού­πι, γι­ού­πι! Βλέ­πω πράγ­μα­τα ποὺ οἱ ἄλ­λοι δὲν βλέ­πουν. Τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια μου τρυ­πώ­νουν παν­τοῦ. Αὐ­τὸ τὸ πρω­ΐ, ὅ­ταν ξύ­πνη­σα, πα­ρα­τή­ρη­σα στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά μου ἕ­ναν σκε­λε­τὸ μὲ ἀ­ση­μέ­νιο δί­σκο σερ­βι­ρί­σμα­τος στὰ χέ­ρια. Στὴν ἀρ­χὴ τρό­μα­ξα καὶ νό­μι­σα ὅ­τι ἀ­κό­μα ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι. Ὅ­μως ἀρ­γό­τε­ρα κα­τά­λα­βα, ὅ­τι ὁ σκε­λε­τὸς δὲν ἦ­ταν κα­νέ­νας ἄλ­λος, πα­ρὰ ἡ μα­γεί­ρισ­σά μας, ἡ ὁ­ποί­α μπῆ­κε γιὰ νὰ μοῦ φέ­ρει τὸ πρω­ϊ­νό. Οἱ μα­γι­κὲς στα­γό­νες τοῦ μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε ἔ­δω­σαν στὰ μά­τια μου τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα νὰ βλέ­πουν μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ὕ­λη.


10 Σε­πτεμ­βρί­ου


Στὸν δρό­μο, στὸ τρόλ­λε­ϋ, στὸν κῆ­πο — παν­τοῦ βλέ­πω μό­νο σκε­λε­τούς. Καὶ αὐ­τὸ τρο­με­ρὰ μὲ δι­α­σκε­δά­ζει. Στὸν θώ­ρα­κα με­ρι­κῶν χτυ­πᾶ­νε καρ­δι­ές, με­γά­λες σὰν γρο­θι­ές, σὲ ἄλ­λων, πά­λι, οἱ καρ­δι­ὲς εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς μι­κροῦ­λες, σὰν τῶν σπουρ­γι­τι­ῶν.


11 Σε­πτεμ­βρί­ου


Κυ­κλο­φο­ρῶ θαρ­ρεῖς καὶ εἶ­μαι σὲ κά­ποι­ο ζων­τα­νὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο. Καὶ τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον εἶ­ναι, ὅ­τι δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τε τὸ δυ­σά­ρε­στο μὲ αὐ­τό. Ἀν­τι­θέ­τως, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη δι­α­σκέ­δα­σή μου εἶ­ναι νὰ κοι­τά­ζω ἐ­πί­μο­να τὸν κά­θε πε­ρα­στι­κὸ καὶ νὰ ἐ­ξε­τά­ζω τὴν ἀ­να­το­μί­α του.


14 Σε­πτεμ­βρί­ου


Ἐ­δῶ καὶ κά­ποι­ον και­ρὸ πα­ρα­τη­ρῶ ἕ­να ἀ­συ­νή­θι­στο φαι­νό­με­νο. Κά­ποι­οι ἀ­πὸ τοὺς ἀν­θρώ­πους, τοὺς ὁ­ποί­ους συ­ναν­τῶ, καὶ κυ­ρί­ως ἀ­π’ τὸ χά­ϊ λά­ϊ­φ, δὲν ἔ­χουν κα­θό­λου ἐγ­κέ­φα­λο στὰ κε­φά­λια τους. Σή­με­ρα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, εἶ­δα τὸν ἐ­ξά­δελ­φο τῆς Βά­λιας, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­ναι μέ­λος τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου τῆς ἀ­θλη­τι­κῆς ὁ­μο­σπον­δί­ας καὶ ἔ­χει ἰ­δα­νι­κὰ ἀ­νε­πτυγ­μέ­νο σῶ­μα. Μὲ στα­μά­τη­σε καὶ μοῦ ἔπι­α­σε τὴν κου­βέν­τα. Μοῦ φί­λη­σε τὸ χέ­ρι, ἄρ­χι­σε νὰ μὲ στο­λί­ζει μὲ κομ­πλι­μέν­τα, καὶ ἐ­γὼ τὸν κοι­τά­ζω καὶ σκέ­φτο­μαι: «Θε­έ μου, τί γε­ρο­δε­μέ­νος σκε­λε­τός!» Ὅ­ταν ὅ­μως σή­κω­σα τὰ μά­τια πρὸς τὸ κε­φά­λι του, ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι σὲ αὐ­τὸ δὲν ὑ­πάρ­χει ἴ­χνος ἐγ­κε­φά­λου. Ἤ­μουν ἕ­τοι­μη νὰ τοῦ τὸ πῶ, ὅ­μως κρα­τή­θη­κα, γιὰ νὰ μὴν τὸν προ­σβάλ­λω. Ἴ­σως αὐ­τὸς νὰ ἑρ­μή­νευ­ε τὰ λό­για μου μὲ με­τα­φο­ρι­κὴ ση­μα­σί­α. Καὶ πά­λι, ἐ­γὼ προ­τι­μῶ νὰ παν­τρευ­τῶ μ’ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο σὰν κι αὐ­τόν, ἀν­τὶ νὰ ἔ­χω γιὰ σύ­ζυ­γο κά­ποι­ον ποὺ τὸ κρα­νί­ο του εἶ­ναι γε­μά­το μὲ μυα­λό, ἀλ­λὰ στη­ρί­ζε­ται πά­νω σε ἀ­δύ­να­μο σῶ­μα.


16 Σε­πτεμ­βρί­ου


Ἐ­χθὲς τὸ βρά­δυ ἤ­μου­να σὲ σουα­ρὲ στῆς Νταί­ζης. Εἶ­χε πο­λὺ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα κό­σμο. Ὅ­λο κυ­ρί­ες καὶ κυ­ρί­ους τῆς κα­λῆς κοι­νω­νί­ας, ἀ­νά­με­σα στοὺς ὁ­ποί­ους καὶ ἕ­ναν ξέ­νο δι­πλω­μά­τη. Ὅ­λοι δι­α­γω­νί­ζον­ταν στὸ νὰ φλερ­τά­ρου­νε μα­ζί μου, ὅ­μως στὸ τέ­λος ἐ­γὼ προ­τί­μη­σα τὸν Ζάν. Αὐ­τὸς εἶ­ναι καὶ πλού­σιος, καὶ τρυ­φε­ρός. Λέ­νε ὅ­τι εἶ­ναι ὁ μο­να­δι­κὸς κλη­ρο­νό­μος τοῦ θεί­ου του – κά­ποι­ου πο­λυ­ε­κα­τομ­μυ­ρι­ού­χου, ὁ ὁ­ποῖ­ος στὸν και­ρὸ τοῦ πο­λέ­μου ἀ­πέ­κτη­σε τε­ρά­στιο πλοῦ­το καὶ τώ­ρα γι­α­τρεύ­ει τὸ συ­κώ­τι του στὸ Βι­σύ. Ἀ­νά­με­σα σὲ μιὰ δε­κα­πεν­τα­ριὰ κα­βα­λι­έ­ρους, οὔ­τε ἕ­νας δὲν εἶ­χε ἐγ­κέ­φα­λο. Τὰ κε­φά­λια ὅ­λων ἦ­ταν ἄ­δεια, μὰ καὶ γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τό, θε­σπέ­σια ὄ­μορ­φα. Καὶ οἱ σκε­λε­τοί τους – ἄχ, τί σω­μα­τι­κὴ δι­ά­πλα­ση! Ἐν­νο­εῖ­ται, ὅ­τι ὁ Ζὰν κρα­τοῦ­σε τὰ πρω­τεῖ­α. Αὐ­τὸς ἔ­χει πα­ρά­στη­μα ἀ­θλη­τὴ καὶ ὅ­ταν γε­λά­ει, μουγ­κρί­ζει σὰν ἀρ­κού­δα. Νο­μί­ζω, ὅ­τι ἂν μὲ ἀγ­κα­λιά­σει, θὰ λι­ώ­σω στὰ χέ­ρια του. Εἶ­μαι πε­ρί­ερ­γη νὰ μά­θω ἀ­πὸ ποῦ ἀ­πέ­κτη­σε αὐ­τὴ τὴν πνευ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ ἔ­χει, ὥ­στε νὰ μὲ δι­α­σκε­δά­ζει ὅ­λο το βρά­δυ μὲ τὰ πιὸ πι­κάν­τι­κα ἀ­νέκ­δο­τα. Μι­λᾶ­με, πα­ρα­λί­γο νὰ σκά­σω ἀ­πὸ τὰ γέ­λια. Δῆ­θεν οἱ σκέ­ψεις τοῦ ἀν­θρώ­που ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸν ἐγ­κέ­φα­λό του. Ποι­ός ξέ­ρει, ἴ­σως οἱ ἄν­θρω­ποι τῆς ὑ­ψη­λῆς κοι­νω­νί­ας συλ­λο­γί­ζον­ται καὶ σκέ­φτον­ται μὲ κά­ποι­α ἄλ­λα μέ­ρη τοῦ σώ­μα­τός τους… Γιὰ τὶς κυ­ρί­ες – τί νὰ πῶ. Οὔ­τε μιὰ δὲν μοῦ ἔ­κα­νε ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση. Τὰ κε­φά­λια τους ἐ­πί­σης δὲν εἶ­χαν ἐγ­κέ­φα­λο καὶ οἱ σκε­λε­τοὶ τους ἦ­ταν φο­βε­ρὰ ἀ­νοι­χτοὶ στοὺς γο­φοὺς ἂν καὶ ὅ­λες φο­ροῦ­σαν κορ­σέ­δες. Ἡ Νταί­ζη ἦ­ταν ντυ­μέ­νη μὲ ἕ­να και­νούρ­γιο φό­ρε­μα ἀ­πὸ βι­ο­λε­τὶ λα­μέ, ἀλ­λὰ ἔ­μοια­ζε κά­πως ντε­μον­τέ. Ἡ Πέ­πη καὶ ἡ Γκρε­τού­λα εἴ­χα­νε βά­ψει μπρού­τζι­να τὰ νύ­χια τους, ὅ­μως πα­ρό­λα αὐ­τὰ ἔ­μει­ναν στὴ σκιά. Ἐ­γὼ πα­ρα­τη­ροῦ­σα πὼς τὰ πνευ­μό­νια τους φου­σκώ­νουν ἀ­πὸ φθό­νο μπρο­στὰ στὴ λαμ­πε­ρή μου ἐ­πι­τυ­χί­α ἀ­νά­με­σα στοὺς κα­βα­λι­έ­ρους. Αὐ­τὲς τα­ρά­χτη­καν ἀ­πὸ ὀρ­γή, ἐ­πει­δὴ εἶ­χα γί­νει τὸ ἐ­πί­κεν­τρο τῆς προ­σο­χῆς, καὶ συ­νε­χῶς ἔ­ψα­χναν εὐ­και­ρί­α νὰ μὲ γλωσ­σο­φᾶ­νε. Πρό­στυ­χες! Καὶ κα­τὰ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­ση, τόλ­μη­σαν νὰ μὲ ἀ­σπα­στοῦν λὲς καὶ δὲν συ­νέ­βη τί­πο­τα, καὶ μά­λι­στα ἐκ­δή­λω­σαν τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ μοῦ ἔρ­θουν ἐ­πί­σκε­ψη. Τί ξε­δι­αν­τρο­πιά!


18 Σε­πτεμ­βρί­ου


Ἄχ, ὁ Ζὰν εἶ­ναι ὁ πιὸ σα­γη­νευ­τι­κὸς ἄν­δρας ποὺ ἔ­χω γνω­ρί­σει σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζω­ή μου! Σή­με­ρα πή­γα­με βόλ­τα μὲ τ’ αὐ­το­κί­νη­τό του ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Εἴ­μα­σταν μό­νο οἱ δυ­ό μας. Αὐ­τὸς εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια ἀ­ξε­πέ­ρα­στος στ’ ἀ­στεῖα του. Ξέ­ρει ὅ­λα τὰ πε­ρι­θω­ρια­κὰ τρα­γού­δια τοῦ λα­ου­τζί­κου καὶ τὰ τρα­γου­δοῦ­σε σὲ ὅ­λο τὸν δρό­μο. Ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη πό­σο εἶ­ναι εὐ­φυ­ὴς καὶ εὐ­γε­νι­κός! Μοῦ μι­λά­ει γιὰ τὴ ση­μα­σί­α καὶ τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῶν δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἀ­ρω­μά­των καὶ γιὰ τὸν κα­θα­ρι­σμὸ τῶν δον­τι­ῶν μὲ ὀ­δον­το­γλυ­φί­δα στὰ ἐ­πί­ση­μα γεύ­μα­τα. Τέ­τοι­ους ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νους τρό­πους σὰν καὶ τοὺς δι­κούς του δὲν εἶ­δα σὲ κα­νέ­ναν! Ναί, θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ εἴ­μα­στε ἕ­να ἰ­δε­ῶ­δες ζευ­γά­ρι!


23 Σε­πτέμ­βριου


Φυ­σι­κὰ καὶ οἱ ἀ­ρι­στο­κρά­τες πρέ­πει νὰ δι­α­φέ­ρουν σὲ κά­τι ἀ­πὸ τοὺς ἁ­πλοὺς ἀν­θρώ­πους. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τὰ κε­φά­λια τους φαί­νον­ται κε­νά. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οἱ ἐγ­κέ­φα­λοί τους βρί­σκον­ται στὴ θέ­ση τους, μό­νο ποὺ εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ κά­ποι­α πο­λὺ λε­πτὴ ὕ­λη, πιὸ λε­πτὴ πι­θα­νῶς κι ἀ­πὸ ἱ­στὸ ἀ­ρά­χνης, καὶ γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦν νὰ γί­νουν ὁ­ρα­τοί. Ἄχ, μα­κά­ρι καὶ ὁ δι­κός μου ἐγ­κέ­φα­λος νὰ εἶ­ναι ἔ­τσι φί­νος σὰν τοῦ Ζάν!


27 Σε­πτεμ­βρί­ου


Νι­ώ­θω ὅ­τι εἶ­μαι στὸν ἕ­βδο­μο οὐ­ρα­νὸ ἀ­π’ τὴ χα­ρά! Ὁ Ζὰν μοῦ ἔ­κα­νε ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Εἴ­μα­σταν πά­λι στὸ αὐ­το­κί­νη­τό του γιὰ βόλ­τα. Σὲ μιὰ στρο­φή, αὐ­τὸς χα­μή­λω­σε τα­χύ­τη­τα, μὲ ἀγ­κά­λια­σε καὶ μὲ φί­λη­σε. Εἶ­πε, ὅ­τι αὔ­ριο θὰ μὲ ζη­τή­σει ἐ­πί­ση­μα ἀ­πὸ τὸν μπαμ­πά.


28 Σε­πτεμ­βρί­ου


Στὴν ἀρ­χὴ ὁ μπαμ­πὰς ἀν­τι­δροῦ­σε, ἐ­πει­δὴ τὸ πο­σὸ τοῦ φά­νη­κε με­γά­λο. Ὅ­μως ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ Ζὰν εἶ­ναι ἄν­θρω­πος μὲ τσα­γα­νό, ὑ­πο­χώ­ρη­σε. Ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο γιὰ προ­κα­τα­βο­λὴ καὶ δυ­ὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια με­τὰ τὸν γά­μο. 


5 Ὀ­κτω­βρί­ου


Νο­μί­ζω ὅ­τι θὰ τρε­λα­θῶ ἀ­πὸ εὐ­τυ­χί­α! Ὁ Ζὰν τρέ­μει ἀ­πὸ πά­νω μου καὶ μὲ δι­α­βε­βαι­ώ­νει συ­νε­χῶς γιὰ τὴν ἀ­τε­λεί­ω­τη ἀ­γά­πη του. Σή­με­ρα τὸ ἀ­πό­γευ­μα φτερ­νί­στη­κα κι αὐ­τὸς ἔ­τρε­ξε ἀ­μέ­σως γιὰ για­τρό. Πο­τέ μου δὲν πί­στευ­α ὅ­τι θὰ ἔ­χω τέ­τοι­ον προ­σε­κτι­κὸ καὶ τρυ­φε­ρὸ σύ­ζυ­γο.


20 Νο­εμ­βρί­ου


Ζή­τω! Φεύ­γου­με μὲ τὸ ἐξ­πρὲς γιὰ Vоуаgе dе nосе! Γιὰ ἀρ­χὴ στὴ Νί­τσα, καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ – γιὰ παλ­τὸ ἐρ­μί­νας καὶ του­α­λέ­τα χο­ροῦ στὸ Πα­ρί­σι.

            (1934)



Πη­γή: Ἰ­στό­το­πος Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γά­ρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

 https://www.slovo.bg/showwork.php3?AuID=5&WorkID=21&Level=1


*  *  *

 
Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ:

Τὸ —πρω­το­πο­ρεια­κὸ ἀ­πὸ κά­θε ἀ­πο­ψη— δι­ή­γη­μα τοῦ Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ, «Ἡ κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια» («Дамата с рентгеновите очи»), πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε στὴ γερ­μα­νι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα Projektor στὰ 1934 καὶ πε­ρι­ε­λή­φθη στὴν ὁ­μώ­νυ­μη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των —εἶ­χε προ­η­γη­θεῖ ἡ συλ­λο­γὴ Αὐ­τό­μα­τα (Автомати, 1932), ὅ­που ἐ­κεῖ ὁ Μίν­κοφ προ­ει­δο­ποι­οῦ­σε γιὰ τὴν τε­χνο­λο­γι­κὴ ἀλ­λο­τρί­ω­ση καὶ «ἀ­παν­θρω­πο­ποί­η­ση» τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που— ἡ ὁ­ποί­α ἐκ­δό­θη­κε τὸν ἴ­διο χρό­νο. Ἀ­να­πτύσ­σε­ται σὲ δύ­ο μέ­ρη, συν­δυ­ά­ζον­τας εὑ­ρη­μα­τι­κὰ τὴν ἀρ­χι­κὴ ἀ­φή­γη­ση τοῦ συγ­γρα­φέ­α μὲ τὶς πρω­το­πρό­σω­πες ἡ­με­ρο­λο­για­κὲς ση­μει­ώ­σεις τῆς πρω­τα­γω­νί­στρι­ας στὴν εὔ­γλωτ­τη κα­τα­κλεί­δα του. Τὸ ἐν λό­γῳ δι­ή­γη­μα ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­ξι­ο­λο­γώ­τε­ρα καὶ πιὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ δείγ­μα­τα τοῦ με­σο­πο­λε­μι­κοῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ μον­­τερ­νι­σμοῦ, συν­δυ­ά­ζον­τας στοι­χεῖ­α ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ, τὸ πα­ρά­λο­γο καὶ τὸ γκρο­τέ­σκο, μέ­σῳ τῶν ὁ­ποί­ων ξε­δι­πλώ­νε­ται μιὰ ὀ­ξύ­τα­τη κοι­νω­νι­κὴ σά­τι­ρα ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ καὶ στὶς μέ­ρες μας νὰ πα­ρα­μέ­νει ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­πί­και­ρη. Ὡς κεν­τρι­κὰ πρό­σω­πα τῆς ἀ­φή­γη­σης, πα­ρου­σι­ά­ζον­ται: ὁ παν­το­δύ­να­μος μα­έ­στρο Τσε­ζά­ριο Γκαλ­φό­νε, τὸ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο τοῦ ὁ­ποί­ου δη­μι­ουρ­γεῖ­ται παι­γνι­ω­δῶς ἀ­πὸ τὸν λα­τι­νι­κὸ τί­τλο «caesar» καὶ τὴ βουλ­γα­ρι­κὴ λέ­ξη «галфон» («ἠ­λί­θιος»), ὑ­πο­δη­λώ­νον­τας τὸν «βα­σι­λιὰ τῶν ἠ­λι­θί­ων», καὶ ἡ τρα­γι­κή, μέ­σα στὴν ἀ­φέ­λειά της, πρω­τα­γω­νί­στρια Μί­μη Τρομ­πέ­ε­βα —μὲ τὸ ἐ­πώ­νυ­μό της νὰ προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὸ γαλ­λι­κὸ «se trompe», ὑ­πο­νο­ών­τας τὴ γε­νι­κὴ πλά­νη της— ἡ ὁ­ποί­α ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κή της «με­τα­μόρ­φω­ση», ἀ­πο­κτᾶ, πα­ράλ­λη­λα, ἀ­πὸ τὸν μα­έ­στρο Γκαλ­φό­νε, καὶ τὴν ἱ­κα­νό­τη­τα τῆς «δι­εισ­δυ­τι­κῆς» ὅ­ρα­σης. Ἐν­τού­τοις, ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα, ἐγ­κλω­βι­σμέ­νη στὴν ἐ­πι­φά­νεια καὶ στὴν εὐ­δαι­μο­νι­κὴ κε­νό­τη­τα μιᾶς «λι­μνά­ζου­σας» ἀ­στι­κῆς ζω­ῆς, ἀ­δυ­να­τεῖ, ἐκ τῶν πραγ­μά­των, νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει τὸ και­νούρ­γιο αὐ­τὸ χά­ρι­σμα, γιὰ τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου «ἐ­σω­τε­ρι­κοῦ κό­σμου» —στὴ θέ­ση τοῦ ὁ­ποί­ου, βλέ­πει μό­νο σκε­λε­τοὺς καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὰ ὄρ­γα­να, κα­τ’ ἀ­να­λο­γί­α μὲ ἐ­κεῖ­νον τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ ἐ­νῶ τοῦ δεί­χνουν τὸ φεγ­γά­ρι, αὐ­τὸς ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ δά­χτυ­λο— χά­νον­τας ἔ­τσι, συμ­βο­λι­κά, καὶ τὴ μο­να­δι­κὴ εὐ­και­ρί­α γιὰ μί­αν ἀν­τί­στοι­χη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ με­τα­μόρ­φω­ση.

Σβε­τοσ­λὰβ Μίν­κοφ (ветослав Минков, Ραν­το­μὶρ 1902- Σό­φια 1966), θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ἀ­να­νε­ω­τὲς τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας καὶ «πα­τέ­ρας» τῆς λο­γο­τε­χνί­ας τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ στὴ Βουλ­γα­ρί­α. Ὑ­πῆρ­ξε συν­δη­μι­ουρ­γὸς (μα­ζὶ μὲ τὸν Βλαν­τι­μὶρ Πο­λιά­νοφ) τοῦ ἐκ­δο­τι­κοῦ οἴ­κου «Ἄρ­γκους» (Аргус, 1922) —τοῦ πρώ­του οἴ­κου, παγ­κο­σμί­ως, μὲ ἀ­πο­κλει­στι­κὲς ἐκ­δό­σεις ἀ­πὸ τὸν χῶ­ρο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ— προ­τεί­νον­τας στὸ βουλ­γα­ρι­κὸ ἀ­να­γνω­στι­κὸ κοι­νό, προ­σεγ­μέ­νες με­τα­φρά­σεις κλα­σι­κῶν ἔρ­γων, λ.χ. τῶν Ε.Α. Poe, Ε.Τ.Α. Ηoffmann, H.H. Ewers, G. Meyrink κ.ἄ., κα­θὼς καὶ πρω­τό­τυ­πα βουλ­γα­ρι­κὰ ἔρ­γα, ἀ­νά­λο­γης αἰ­σθη­τι­κῆς καὶ θε­μα­τι­κῆς. Στo δι­ά­στη­μα 1925-1927 ὁ Μίν­κοφ συμ­με­τεῖ­χε στὸν πε­ρί­φη­μο λο­γο­τε­χνι­κὸ κύ­κλο «Το­ξό­της» («Стрелец») μα­ζὶ μὲ ἄλ­λους ση­μαν­τι­κοὺς ἐκ­προ­σώ­πους τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς πρω­το­πο­ρί­ας τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου. Κο­σμο­πο­λί­της, εὐ­ρυ­μα­θὴς καὶ πο­λυ­τα­ξι­δε­μέ­νος, ὁ Μίν­κοφ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῶν σπου­δῶν του στὴν Αὐ­στρί­α καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α, ἦρ­θε ἀ­πὸ νω­ρὶς σὲ ἐ­πα­φὴ μὲ τὸν γερ­μα­νι­κὸ ἐξ­πρε­σι­ο­νι­σμὸ ἀλ­λὰ καὶ τὴ γοτ­θι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ἀ­κο­λου­θών­τας στὰ πρώ­ϊ­μα ἔρ­γα του τὸ ρεῦ­μα τοῦ «δι­α­βο­λι­σμοῦ» («diabolism»), τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε ὁ­ρι­στι­κὰ στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’20 γιὰ νὰ ἀ­να­πτύ­ξει στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’30, ἕ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο κρι­τι­κὸ καὶ προ­σω­πι­κὸ ὕ­φος (ἄλ­λο­τε μὲ τὴ χρή­ση λε­πτοῦ χι­οῦ­μορ στὰ ὅ­ρια τῆς εἰ­ρω­νεί­ας, καὶ ἄλ­λο­τε χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ὑ­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­δο­ξο καὶ τὸ γκρο­τέ­σκο) μέ­σα ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ στη­λί­τευ­ε τὴν «αὐ­το­μα­το­ποί­η­ση» καὶ τὴν ἀ­πο­πνευ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ ἀν­θρώ­που τῆς σύγ­χρο­νης ἐ­πο­χῆς, ἀ­να­τέ­μνον­τας συ­χνά, τό­σο τὴν «ἀ­στι­κὴ» πλη­κτι­κὴ κε­νό­τη­τα καὶ ὑ­πο­κρι­σί­α, ὅ­σο καὶ τὴν ἀλ­λο­τρι­ω­μέ­νη καὶ μο­να­χι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τοῦ «μι­κροῦ ἀν­θρώ­που». Τολ­μη­ρός, ἀν­τι­κομ­φορ­μι­στὴς καὶ ἀ­νοι­χτὸς σὲ σύγ­χρο­να λο­γο­τε­χνι­κὰ ρεύ­μα­τα, συ­νέ­βα­λε στὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς βουλ­γα­ρι­κῆς δι­η­γη­μα­το­γρα­φί­ας ἀ­πὸ μιὰ κυ­ρί­αρ­χη τό­τε λο­γο­τε­χνι­κὴ συμ­βα­τι­κό­τη­τα, ποὺ ἀν­τλοῦ­σε κυ­ρί­ως τὴ θε­μα­τι­κή της ἀ­πὸ τὶς δο­μὲς τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς πα­τρι­αρ­χι­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, τὸν «φολ­κλο­ρι­σμὸ» ἀλ­λὰ καὶ τὸν «ρε­α­λι­σμὸ» τῆς ἀ­γρο­τι­κῆς ζω­ῆς στὴν ὕ­παι­θρο. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ διη­γη­μα­το­γρα­φί­α, ὁ Μίν­κοφ ἀ­σχο­λή­θη­κε βι­ο­πο­ρι­στι­κὰ μὲ τὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κά­ριος, ἐ­πι­με­λη­τὴς ἐκ­δό­σε­ων καὶ με­τα­φρα­στής. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δι­η­γή­μα­τα, ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης πα­ρα­μύ­θια κα­θὼς καὶ τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἐν­τυ­πώ­σεις. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἔρ­γα του, ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Δι­ή­γη­μα: Τὸ γα­λά­ζιο χρυ­σάν­θε­μο (Синята хризантема, 1922), Ρο­λό­ι (Часовник, 1924), Παι­χνί­δι τῶν σκι­ῶν (Игра на сенките, 1928), Αὐ­τό­μα­τα (Автомати, 1932), Ἡ Κυ­ρί­α μὲ τὰ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια (Дамата с рентгеновите очи, 1934), Δι­η­γή­μα­τα σὲ δέρ­μα σκαν­τζο­χοί­ρου (Разкази в таралежова кожа, 1936)· Μυ­θι­στό­ρη­μα: Ἡ καρ­διὰ στὸ χαρ­το­κού­τι. Μυ­θι­στό­ρη­μα γκρο­τέ­σκο σὲ ἑ­πτὰ ἀ­πί­θα­νες πε­ρι­πέ­τει­ες (Сърцето в картонената кутия, Роман-гротеска в седем невероятни приключения, 1933 / σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Κον­σταν­τὶν Κο­σταν­τί­νοφ)· Πα­ρα­μύ­θι: Ἡ μα­σκα­ρε­μέ­νη ἀ­λε­ποῦ (Маскираната лисица, 1936)· Τα­ξι­δι­ω­τι­κά: Ἡ Μα­δρί­τη φλέ­γε­ται. Ἱ­στο­ρί­α σὲ τη­λε­γρα­φή­μα­τα γιὰ τὴν ἀν­τί­στα­ση μιᾶς πό­λης (Мадрид гори. История в телеграми за съпротивата на един град, 1936), Ἡ ἄλ­λη Ἀ­με­ρι­κή. Ἕ­να τα­ξί­δι πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Ἰ­ση­με­ρι­νό (Другата Америка. Едно пътуване отвъд екватора, 1938).

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


Ράσελ Ἔντσον (Russell Edson): Ὥρα φαγητοῦ

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson)


Ὥ­ρα φα­γη­τοῦ

(Dinner time)


ΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΚΑΘΙΣΜΕΝΟΣ σὲ ἕ­να τρα­πέ­ζι πε­ρί­με­νε τὴ γυ­ναί­κα του νὰ σερ­βί­ρει φα­γη­τό. Τὴν ἄ­κου­σε νὰ χτυ­πᾶ μιὰ κα­τσα­ρό­λα ποὺ τὴν εἶ­χε κά­ψει. Μι­σοῦ­σε τὸν ἦ­χο ποὺ ἔ­κα­νε ἡ κα­τσα­ρό­λα ὅ­ταν τὴ χτυ­ποῦ­σαν, για­τὶ δι­α­τυμ­πά­νι­ζε τὸν πό­νο της μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ θέ­λει νὰ κα­τα­φέ­ρει κι ἄλ­λα τέ­τοι­α χτυ­πή­μα­τα. Καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ χτυ­πᾶ τὸ ἴ­διο του τὸ πρό­σω­πο, κι οἱ ἀρ­θρώ­σεις τῶν δα­χτύ­λων του κοκ­κί­νι­σαν. Πῶς μι­σοῦ­σε τὶς κόκ­κι­νες ἀρ­θρώ­σεις, ἐ­κεῖ­νο τὸ χτυ­πη­τὸ χρῶ­μα, πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τά­ρε­σκο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια τὴν πλη­γή.

            Ἄ­κου­σε νὰ πέ­φτει ὁ­λό­κλη­ρό το γεῦ­μα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια τῆς γυ­ναί­κας του στὸ πά­τω­μα τῆς κου­ζί­νας κι ἐ­κεί­νη νὰ ἀ­να­θε­μα­τί­ζει. Για­τὶ κα­θὼς τὸ ἔ­φερ­νε πρὸς τὰ μέ­σα, τῆς εἶ­χε κά­ψει τὸν ἀν­τί­χει­ρα. Ἄ­κου­σε τὰ πι­ρού­νια καὶ τὰ κου­τά­λια, τὶς κοῦ­πες καὶ τὰ πιά­τα νὰ κλαῖ­νε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ποὺ προ­σγει­ώ­νον­ταν στὸ πά­τω­μα τῆς κου­ζί­νας. Πῶς μι­σοῦ­σε τὸ γεῦ­μα ἐ­κεῖ­νο πού, μό­λις ἔ­χει ἑ­τοι­μα­στεῖ, ἀρ­χί­ζει καὶ σὲ καί­ει θα­νά­σι­μα, καὶ σὰν νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, στριγ­γλί­ζει καὶ σκού­ζει τὴ στιγ­μὴ ποὺ προ­σγει­ώ­νε­ται στὸ πά­τω­μα, ὅ­που οὕ­τως ἢ ἄλ­λως ἀ­νή­κει.

            Ἔ­δω­σε ἄλ­λη μιὰ γρο­θιὰ στὸ πρό­σω­πό του κι ἔ­πε­σε στὸ πά­τω­μα.

            Μό­λις συ­νῆλ­θε, ἦ­ταν πο­λὺ θυ­μω­μέ­νος, κι ἔ­τσι ἔ­δω­σε ἄλ­λη μιὰ γρο­θιὰ στὸ πρό­σω­πό του καὶ ζα­λί­στη­κε. Ἡ ζα­λά­δα τὸν θύ­μω­σε κι ἔ­τσι ἄρ­χι­σε νὰ κο­πα­νᾶ τὸ κε­φά­λι του στὸν τοῖ­χο, λέ­γον­τας τώ­ρα θὰ δεῖς τί πά­ει νὰ πεῖ στ’ ἀ­λή­θεια ζα­λά­δα ἀ­φοῦ θὲς νὰ ζα­λι­στεῖς. Σω­ρι­ά­στη­κε στὸ πά­τω­μα.

            Ἄ, τὰ πό­δια δὲν βα­στᾶ­νε, ἔ; … Ἄρ­χι­σε νὰ δί­νει γρο­θι­ὲς στὰ πό­δια του. Εἶ­χε δώ­σει ἕ­να κα­λὸ μά­θη­μα στὸ κε­φά­λι του καὶ τώ­ρα θὰ ἔ­δι­νε ἕ­να μά­θη­μα στὰ πό­δια του.

            Τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ἄ­κου­σε τὴ γυ­ναί­κα του νὰ θρυμ­μα­τί­ζει τὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα πι­α­τι­κὰ καὶ τὰ πι­α­τι­κὰ νὰ σκού­ζουν καὶ νὰ τσι­ρί­ζουν.

            Κοι­τά­χτη­κε στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ τοί­χου. Ἄ, ὥ­στε μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις, ἔ; Κι ἔ­τσι ἔ­κα­νε τὸν κα­θρέ­φτη κομ­μά­τια μὲ μιὰ κα­ρέ­κλα, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­σπα­σε. Ἄ, μᾶλ­λον δὲν θέ­λεις νὰ εἶ­σαι κα­ρέ­κλα ἄλ­λο πιά· πα­ρα­εῖ­σαι κα­λὴ γιὰ νὰ κά­θον­ται πά­νω σου, ἔ; Ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ τὰ κομ­μά­τια τῆς κα­ρέ­κλας.

            Ἄ­κου­σε τὴ γυ­ναί­κα του νὰ χτυ­πᾶ τὴν ἑ­στί­α τοῦ μα­γει­ρέ­μα­τος μὲ ἕ­να σφυ­ρί. Φώ­να­ξε «πό­τε θὰ φᾶ­με;», ἐ­νῶ στρί­μω­χνε ἕ­να κε­ρὶ μέ­σα στὸ στό­μα του.

            Ὅ­ταν θὰ εἶ­μαι ἐν­τε­λῶς ἕ­τοι­μη, οὔρ­λια­ξε ἐ­κεί­νη.

            Θὲς νὰ ἔρ­θω νὰ στὶς βρέ­ξω; Οὔρ­λια­ξε ἐ­κεῖ­νος.

            Γιὰ κό­πια­σε καὶ θὰ φᾶς κλο­τσιὰ ποὺ θὰ σοῦ πε­τα­χτοῦν τὰ μά­τια ἔ­ξω.

            Θὰ σοῦ ξε­ρι­ζώ­σω τὰ αὐ­τιά.

            Θὰ σοῦ ρί­ξω σφα­λιά­ρα στὰ μοῦ­τρα.

            Θὰ σὲ κλο­τσή­σω ἀ­κρι­βῶς στὸ δι­ά­φραγ­μα.

            Θὰ σὲ δι­πλώ­σω στὰ δύ­ο.

            Ὁ γέ­ρος ἔ­φα­γε τε­λι­κά το ἕ­να ἀ­πὸ τὰ δυ­ό του χέ­ρια. Ἡ γριὰ εἶ­πε, πα­λι­ο­η­λί­θι­ε, για­τί δὲν τὸ μα­γεί­ρε­ψες πρῶ­τα; Σὰν ζῶ­ον κά­νεις – Ἀ­φοῦ τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι πρέ­πει νὰ κα­τευ­νά­ζω τὴν κου­ζί­να κά­θε βρά­δυ, εἰ­δάλ­λως θὰ μὲ μα­γει­ρέ­ψει καὶ θὰ μὲ προ­σφέ­ρει στὰ πον­τί­κια μέ­σα στὸ κα­λύ­τε­ρο σερ­βί­τσιο μου. Καὶ ξέ­ρεις τί λι­γο­φά­γα ποὺ εἶ­ναι· ὕ­στε­ρα θὰ πλα­κώ­σουν οἱ μύ­γες, καὶ πῶς μι­σῶ τὶς μύ­γες μέ­σα στὴν κου­ζί­να μου.

            Ὁ γέ­ρος κα­τά­πι­ε ἕ­να κου­τά­λι. Ὡ­ραῖ­α, εἶ­πε ἡ γριά, τώ­ρα εἴ­μα­στε μεῖ­ον ἕ­να κου­τά­λι.

            Ὁ γέ­ρος, μὴν μπο­ρών­τας νὰ συγ­κρα­τή­σει τὸν θυ­μό του, ἔ­κα­νε τὸν ἑ­αυ­τό του μιὰ χα­ψιά.

            Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε ἡ γριά, τώ­ρα τὸ πα­ρά­κα­νες.



Πη­γή: Robert Shapard / James Thomas (ἐ­πιμ.), Sudden Fiction: American ShortShort Stories, Σὸλτ Λέ­ικ Σί­τι, Peregrine Smith Books (Gibbs Smith, Publisher), 1986 [ἀ­να­τύ­πω­ση ἀ­πό το: Russell Edson, The Very Thing That Happens, New Directions, 1964 = πρώ­τη ἔκ­δο­ση.].

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson) (1935, Κο­νέ­κτι­κατ – 2014, Κο­νέ­κτι­κατ). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἐ­ξέ­δω­σε ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν, κα­θὼς καὶ ἕ­να βι­βλί­ο μὲ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Τὰ σχέ­δια στὰ βι­βλί­α του τὰ ἔ­φτια­χνε ὁ ἴ­διος. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ κει­μέ­νων Ὅ­ταν τὸ τα­βά­νι κλαί­ει (Αἰ­γό­κε­ρως, 1985) σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Ἐκείνη καὶ ὁ χρόνος


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἐ­κεί­νη κι ὁ χρό­νος


 ΜΑΝΑ ΜΟΥ. Ἔ­παιρ­νε τὸν χρό­νο, τὸν ἔ­ρι­χνε σὲ μπὸλ βα­θὺ καὶ τὸν χτυ­ποῦ­σε μὲ τὸ σύρ­μα ν’ ἀ­φρα­τέ­ψει μα­ζὶ μὲ αὐ­γὰ καὶ ζά­χα­ρη. Τὸν ἔ­βα­ζε στὴ φόρ­μα καὶ με­τὰ στὸ φοῦρ­νο. Φού­σκω­νε αὐ­τὸς καὶ μο­σχο­μύ­ρι­ζε τὸ σπί­τι κα­λο­ψη­μέ­νο κέ­ικ. Τὸν φύ­τευ­ε στὶς γλά­στρες στὸ μπαλ­κό­νι της ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ό­σμους καὶ βα­σι­λι­κούς, σὲ ὑ­πο­μο­νὲς καὶ κά­κτους. Τὸν πό­τι­ζε ἔ­πει­τα, τὸν κλά­δευ­ε, τοῦ σκά­λι­ζε τὸ χῶ­μα κι ἔ­χω­νε τὰ ξε­ρά τὰ φύλ­λα σὲ σα­κού­λα. Κά­θε πρω­ῒ τὸν χά­ι­δευ­ε καὶ τὸν πε­ρί­με­νε ν’ ἀν­θί­σει. Τὸν μά­λω­νε σὰν ἔ­τρε­χε κι ἐρ­χό­ταν τσα­κι­σμέ­νος, μὰ τοῦ κα­θά­ρι­ζε τὰ γό­να­τα καὶ τοῦ φι­λοῦ­σε μὲ λα­τρεί­α τὶς πλη­γὲς πρὶν βά­λει τὸ τσι­ρό­το. Τὸν ἐ­πλέ­νε μὲ πρά­σι­νο σα­πού­νι καὶ τὸν ἅ­πλω­νε στὸν ἥ­λιο. Τὸν μά­ζευ­ε με­τά, πρὶν σου­ρου­πώ­σει καὶ μὲ καυ­τό τὸ σί­δε­ρο τὸν κολ­λά­ρι­ζε νὰ φύ­γει κά­θε ζά­ρα, νὰ τὸν στρώ­σει στὸ κρε­βά­τι. Ὧ­ρες κα­θό­ταν πό­τε μὲ μο­λύ­βι, πό­τε μὲ τὸ βε­λο­νά­κι, πό­τε σὲ συλ­λα­βὲς νὰ τὸν χω­ρί­ζει πό­τε μὲ κόμ­πους νὰ τὸν δέ­νει, σε­λί­δα νὰ τὸν κά­νει στὸ τε­τρά­διο ἢ σε­μὲν γιὰ τὸ τρα­πέ­ζι.

        Κα­θό­ταν, τά­χα, ἥ­συ­χος ἐ­κεῖ­νος καὶ στὰ χέ­ρια της ἀ­φη­νό­ταν, μὰ τὴν ἔ­τρω­γε κρυ­φὰ καὶ λί­γο-λί­γο. Ἄρ­γη­σε τό­σο νὰ τὸν κα­τα­λά­βει.

        Τὴν βλέ­πω τώ­ρα νὰ τὸν τρέ­μει καὶ δὲν θέ­λει νὰ τὸ δεί­ξει, ἔ­χω πε­ρά­σει τὰ πε­νῆν­τα καὶ «μω­ρό μου» μὲ φω­νά­ζει ἀ­κό­μα. Ἀ­νοί­γει ἔ­πει­τα ἕ­να μι­κρὸ πορ­το­φο­λά­κι κέρ­μα­τα καὶ τὰ με­τρά­ει. Ἂν κά­νει λά­θος ξα­ναρ­χί­ζει.

        «Πνί­ξ’­ τον, μα­μὰ» θέ­λω νὰ τῆς φω­νά­ξω, μὰ δὲν θ’ ἀ­κού­σει ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

        Γε­λᾶ ἐ­κεῖ­νος.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι



Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου  χέ­ρι


Α ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες. Εἶ­ναι οἰ­κια­κὲς βο­η­θοί, κομ­μώ­τρι­ες, μα­γεί­ρισ­σες, γκου­βερ­νάν­τες, ἐ­πι­με­λή­τρι­ες κει­μέ­νων καὶ δα­κτυ­λο­γρά­φοι. Ἡ Δε­ξιὰ κά­νει ὅ­λες τὶς δύ­σκο­λες δου­λει­ές, εἶ­ναι ἀ­κού­ρα­στη, δυ­να­τὴ καὶ ὀρ­γα­νω­μέ­νη. Ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ στὸ σκο­τά­δι, παίρ­νει πρω­το­βου­λί­ες.  Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ δὲν κά­νει τί­πο­τα. Μοιά­ζει τυ­φλὴ καὶ κου­φή, δὲν τῆς ἔ­χω κα­μί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Δὲν τῆς δί­νω ση­μα­σί­α, δὲν τῆς ἀ­πευ­θύ­νω πο­τὲ τὸ λό­γο. Κά­ποι­ες φο­ρὲς μο­νά­χα, σὲ μιὰ δύ­σκο­λη στιγ­μή,  ξυ­πνά­ει ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς τῆς Δε­ξιᾶς καὶ ἀ­δέ­ξια τὴ  βο­η­θᾶ. Ὕ­στε­ρα ξα­να­πέ­φτει σὲ λή­θαρ­γο. Μο­νί­μως ἀ­ποῦ­σα.

       Ἐ­ξάρ­θρω­ση δε­ξιοῦ ὤ­μου, λέ­ει ὁ για­τρὸς κοι­τά­ζον­τας στὸ φω­τει­νὸ ταμ­πλὸ τὶς ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες μου. Πλή­ρης ἀ­κι­νη­σί­α δε­ξιοῦ χε­ριοῦ γιὰ τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες. Δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ πάν­τα κοι­μᾶ­ται. Δὲν λέ­ω τί­πο­τα καὶ γυ­ρί­ζω σπί­τι. Θέ­λω νὰ πι­ῶ λί­γο νε­ρό. Ἡ Δε­ξιά, ἂν καὶ μὲ βα­ριὰ κά­κω­ση, φω­νά­ζει στὴν Ἀ­ρι­στε­ρή, Ξύ­πνα!  Φέ­ρε νε­ρό! Ἡ φω­νὴ της σπα­σμέ­νη.

       Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ εἶ­ναι ἀρ­γὴ καὶ ἀ­δέ­ξια, ἡ Δε­ξιὰ θυ­μώ­νει, ὅ­μως πο­νά­ει καὶ μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Ἀ­ναγ­κα­στι­κά. Βλέ­πω ὅ­τι δὲν ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Πρέ­πει νὰ ἐκ­παι­δεύ­σω τὴν Ἀ­ρι­στε­ρή. Νὰ τὴ μά­θω νὰ στρώ­νει μό­νη της τὸ κρε­βά­τι, νὰ μοῦ κά­νει μπά­νιο, νὰ φτιά­χνει ἁ­πλὰ φα­γη­τά, νὰ μὲ τα­ΐ­ζει, νὰ μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια, νὰ βά­ζει πλυν­τή­ριο, νὰ ση­κώ­νει τὰ τη­λέ­φω­να, νὰ πλη­κτρο­λο­γεῖ τὰ κεί­με­νά μου. Στὴν ἀρ­χὴ κου­ρά­ζε­ται εὔ­κο­λα, τῆς πέ­φτουν πράγ­μα­τα, σπά­ει πιά­τα, κά­νει λά­θη, γρά­φει ἄ­σχε­τες λέ­ξεις. Ὕ­στε­ρα συ­νη­θί­ζει, κρα­τά­ει σω­στά τὸ πι­ρού­νι καὶ μὲ ταΐ­ζει, πλέ­νει τὴν Δε­ξιά, τὴν χα­ϊ­δεύ­ει κα­μιὰ φο­ρά. Τὰ βρά­δια μέ­νει ξά­γρυ­πνη. Τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος τὰ χα­ρά­μα­τα, ἀλ­λὰ κοι­μᾶ­ται ἐ­λα­φρὰ κι ἀ­μέ­σως ξυ­πνά­ει νὰ μᾶς φρον­τί­σει. Ἔ­γι­νε πε­ρί­που σὰν τὴ Δε­ξιά, ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι.

       Ὡ­στό­σο,  τώ­ρα τε­λευ­ταί­α τὴ βλέ­πω σκε­πτι­κὴ καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη . Φο­βᾶ­μαι μὴν κου­ρα­στεῖ κι ἀλ­λά­ξει στά­ση ξαφ­νι­κά. Μή­πως στα­μα­τή­σει νὰ νι­ώ­θει αὐ­τα­πάρ­νη­ση, ἀλ­λη­λεγ­γύ­η, αὐ­το­θυ­σί­α. Μὴν ὁ­δη­γη­θεῖ στα­δια­κὰ σὲ ἀ­κραῖ­ες θέ­σεις. Μή­πως ἀρ­χί­σει ν’ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γιὰ τοὺς ἀ­νήμ­πο­ρους, τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κούς, τοὺς ἀν­τι­πα­ρα­γω­γι­κούς. Μὴν πά­ρουν τὰ μυα­λά της ἀ­έ­ρα στὶς κρυ­φὲς συ­νε­λεύ­σεις τῶν Ἀ­ρι­στε­ρῶν Χε­ρι­ῶν. Μή­πως ἀ­παι­τή­σει ὑ­πε­ρω­ρί­ες κι ἐ­πί­δο­μα πρό­σθε­της ἀ­πα­σχό­λη­σης. Μὴν πά­ει καὶ πα­ρα­πο­νε­θεῖ γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες καὶ τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν χρό­νων.  Μή­πως κά­ποι­οι ἀρ­χί­σουν νὰ τῆς λέ­νε Πο­τὲ δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά! Κοί­τα­ξε λί­γο τὸν ἑ­αυ­τό σου!

       Ξυ­πνῶ καὶ κοι­τά­ζω τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μὲ ἄλ­λο μά­τι πιά. Φο­βᾶ­μαι πὼς κά­τι ἔ­χει ἀλ­λά­ξει. Ἐ­κεῖ­νο, σι­ω­πη­λό, παίρ­νει τὴ βούρ­τσα καὶ μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιά, ὅ­πως κά­θε πρω­ί. Μό­νο λί­γο πιὸ βι­α­στι­κὰ καὶ πρό­χει­ρα. Ὅ­ταν, ὅ­μως, μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια κά­νει ἄ­γρι­ες κι­νή­σεις πά­νω κά­τω. Τὰ οὖ­λα μου μα­τώ­νουν. Πιὸ σι­γὰ, τῆς λέ­ω Μὲ  πο­νᾶς! Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσα εἶ­ναι σκλη­ρή, μοῦ ἀ­παν­τά­ει, νὰ παίρ­νεις medium!… Κά­νω πὼς συμ­φω­νῶ κι ἄς ξέ­ρω πὼς ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά μου εἶ­ναι soft. Τὴ φο­βᾶ­μαι πιὰ καὶ δὲν μι­λά­ω. Τὸ ἴ­διο κά­νει καὶ ἡ Δε­ξιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ μὲ θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.

Εἰκόνα: Σκίτσο τῆς Εὔας Γρηγοριάδου.

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ἀμέλεια



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 7/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Ἀ­μέ­λεια  

(Neglect)


ΡΩΤΗΣΑΝ τὸν Κύ­ριο ἂν πι­στεύ­ει στὴ με­τεν­σάρ­κω­ση.

       Βε­βαί­ως, εἶ­πε. Ἐ­ξη­γεῖ τό­σο πολ­λά.

       «Τί ἐ­ξη­γεῖ, ἀ­ξι­ό­τι­με κύ­ρι­ε;», τὸν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος.

       Κα­τὰ τοὺς πρό­σφα­τους ἑ­ορ­τα­σμούς σας γιὰ τὴν 4η Ἰ­ου­λί­ου μὲ κά­λε­σαν νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω ἕ­ναν δι­α­γω­νι­σμὸ κα­τα­νά­λω­σης χὸτ ντὸγκ ποὺ πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται κά­θε χρό­νο, εἶ­πε ὁ Κύ­ριος, κι ἦ­ταν ὅ,τι πιὸ ἠ­λί­θιο ἔ­χω δεῖ πο­τέ μου.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Κὰρτ πο­στάλ


.

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  [Ἀφιέρωμα, 2/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­tyi­ne Sto­ri­es of God)]

Κὰρτ πο­στάλ 

(Postcard)


ΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποὺ λά­τρευ­ε τὴ μη­τέ­ρα της καὶ γιὰ χρό­νια πεν­θοῦ­σε κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν θά­να­τό της ἔ­πε­σε τυ­χαῖ­α πά­νω σὲ κά­τι κὰρτ πο­στὰλ σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ ποὺ που­λοῦ­σε ἀν­τί­κες καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα μι­κρο­πράγ­μα­τα. Οἱ κὰρτ πο­στὰλ ἀ­πει­κό­νι­ζαν σκη­νὲς ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νες, ὡ­στό­σο κά­τι τὴν τρά­βη­ξε κι ἀ­γό­ρα­σε ὁ­ρι­σμέ­νες ποὺ ἀ­πει­κό­νι­ζαν παρ­θέ­νες πα­ρα­λί­ες καὶ δα­σι­κοὺς δρό­μους. Μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σπί­τι, ἔ­νι­ω­σε νὰ τὴν κα­τα­κυ­ρι­εύ­ει ἡ ἀ­νάγ­κη νὰ στεί­λει μιὰ κάρ­τα στὴ μη­τέ­ρα της.

       Αὐ­τὰ ποὺ τῆς ἔ­γρα­ψε δὲν ἦ­ταν σπου­δαῖ­α. Σπου­δαί­α ἦ­ταν ἡ ἀ­νάγ­κη.

       Ἔ­βα­λε τὴν κάρ­τα μέ­σα σ’ ἕ­ναν φά­κε­λο καὶ τὴν τα­χυ­δρό­μη­σε στὴν τε­λευ­ταί­α δι­εύ­θυν­ση τῆς μη­τέ­ρας της στὴ γῆ, ἕ­να φτω­χι­κὸ ἀ­γρο­τό­σπι­το ποὺ πο­λὺ και­ρὸ πρὶν εἶ­χε που­λη­θεῖ καὶ ξα­να­που­λη­θεῖ.

       Μιὰ βδο­μά­δα ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­λα­βε ἕ­να γράμ­μα· ὁ γρα­φι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας στὸν φά­κε­λο ἦ­ταν ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὁ γρα­φι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τῆς μη­τέ­ρας της. Ἀ­κό­μη καὶ τὸ πρά­σι­νο με­λά­νι ποὺ προ­τι­μοῦ­σε ἡ μη­τέ­ρα τῆς ἦ­ταν ἴ­διο.

       Ἡ γυ­ναί­κα δὲν ἄ­νοι­ξε τὸ γράμ­μα πο­τὲ οὔ­τε ἔ­στει­λε ἄλ­λες κὰρτ πο­στὰλ στὴ δι­εύ­θυν­ση αὐ­τή.

       Τὸ γράμ­μα, μὲ τὸν και­ρό, μο­λο­νό­τι φη­μο­λο­γεῖ­ται καὶ μό­νον ἡ ὕ­παρ­ξή του, προ­ξέ­νη­σε στὰ παι­διά της, μο­λο­νό­τι εἶ­ναι με­γά­λα πιά, ἔν­το­νη ἀ­νη­συ­χί­α.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Ραοὺλ Σάντσεθ Κίλες (Raúl Sánchez Quiles): Τὸ λάθος


Ρα­οὺλ Σάν­τσεθ Κί­λες (Raúl Sánchez Quiles)


Τὸ λά­θος


ΚΟΥΩ μιὰ τρο­με­ρὴ κραυ­γὴ τῆς κό­ρης μου. Τρέ­χω μέ­χρι τὸ δω­μά­τιό της καὶ τὴν βλέ­πω πά­νω στὸ κρε­βά­τι, δεί­χνον­τάς μου τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ἔν­το­μο ποὺ σέρ­νε­ται στὸ χα­λί της. Χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη τὸ συν­θλί­βω μὲ τὰ κα­λο­και­ρι­νά μου μο­κα­σί­νια. Κά­θο­μαι δί­πλα της, τὴν χα­ϊ­δεύ­ω καὶ πα­ρα­τη­ρῶ ὅ­τι τὸ ζῶ­ο κου­νά­ει ἀ­κό­μα ἕ­να πό­δι. Σκύ­βω, τὸ κοι­τά­ζω ἀ­πὸ κον­τὰ καὶ ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι ἕ­να μουρ­μου­ρη­τὸ ἀ­γω­νί­ας: «Helfen, Helfen!»* Τό­τε τὰ κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­λα.

        Μό­λις σκό­τω­σα τὸν Κάφ­κα.


* «Βο­ή­θεια, Βο­ή­θεια!» στὰ γερ­μα­νι­κά.


Πη­γή: Irene Andres-Suárez, Antología del microrrelato español (1906-2011), el cuatro género narrativo, Cátedra Letras Hispánicas, 2013.

Ρα­οὺλ Σάν­τσεθ Κί­λες (Raúl Sánchez Quiles) γεν­νή­θη­κε στὴν Τε­νε­ρί­φη τὸ 1978. Σπού­δα­σε κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες καὶ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El Día. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ἐ­πί­σης ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος στὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ στὸ θέ­α­τρο. Πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γὲς γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα κα­θὼς ἐ­πί­σης ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ προ­σω­πι­κή του συλ­λο­γὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των τὸ 2010 (Sólo 175 microrrelatos, Tenerife, 2010). Πα­ράλ­λη­λα δη­μο­σι­εύ­ει τὰ δι­η­γή­μα­τά του στὸ προ­σω­πι­κό του ἰ­στο­λό­γιο Hiperbreves S.A.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἐντμοῦντο Πὰς Σολδάν (Edmundo Paz Soldán): Παραμύθι μὲ δικτάτορα καὶ κάρτες


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán)


Πα­ρα­μύ­θι μὲ δι­κτά­το­ρα καὶ κάρ­τες

(Cuento con dictador y tarjetas)


ΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ὁ δι­κτά­το­ρας Χο­α­κὶν Ἰ­τουρ­βί­δε δι­α­φέν­τευ­ε μιὰ βι­ο­τε­χνί­α καρ­τῶν καὶ εἶ­χε τὸ μο­νο­πώ­λιο τῆς πώ­λη­σης τῶν καρ­τῶν στὴ χώ­ρα καὶ μιὰ μέ­ρα τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 26η Ἰ­ου­νί­ου Ἡ­μέ­ρα τῆς Φι­λί­ας καὶ οἱ κάρ­τες ποὺ φτι­ά­χτη­καν γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα εἶ­χαν μιὰ ἀ­πρό­σμε­νη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸν πλη­θυ­σμὸ καὶ πραγ­μα­το­ποί­η­σαν θε­α­μα­τι­κὲς εἰ­σπρά­ξεις γιὰ τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση· αὐ­τὸ ὤ­θη­σε τὸν δι­­κτάτο­ρα νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 14η τοῦ Αὐ­γού­στου Ἡ­μέ­ρα τῆς Ζή­λειας καὶ ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α ἐ­πα­να­λή­φθη­κε. Καὶ μὲ φό­ρα του ἡ δυ­να­μι­κή τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας συ­νε­χί­στη­κε καὶ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ πεν­τα­ε­τί­α ὅ­λες οἱ μέ­ρες τοῦ ἔ­τους ἐ­ξαν­τλή­θη­καν καὶ ὑ­πῆρ­χε Ἡ­μέ­ρα τῆς Μνη­σι­κα­κί­ας καὶ Ἡ­μέ­ρα τῆς Ἄ­πι­στης Μνη­στῆς καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Προ­πα­πού­δων καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Συ­ζύ­γων ποὺ Ἀ­γα­πι­οῦν­ται ἀλ­λὰ στὴν Πραγ­μα­τι­κό­τη­τα Μι­σοῦν­ται καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Λα­τρῶν τοῦ Αὐ­νάν καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ Θά­θε­λαν νὰ κοι­μη­θοῦν μὲ τὶς Ὑ­πη­ρέ­τρι­ές τους καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ Μαρ­κή­σιου Ντὲ Σὰντ καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται Κεν­ταύ­ρους. Γιὰ νὰ δώ­σει χῶ­ρο σὲ νέ­ες ἐ­πι­νο­ή­σεις ἔ­πρε­πε νὰ χω­ρί­σει τὴν μέ­ρα σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη: τὸ σού­ρου­πο τῆς 3ης τοῦ Γε­νά­ρη κη­ρύ­χτη­κε Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Τοὺς Ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νουν Σὲξ στὸ Σκο­τά­δι ἑ­νὸς Κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ τὸ ξη­μέ­ρω­μα τῆς 16ης τοῦ Ὀ­κτώ­βρη Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Δὲν Σκο­τώ­νουν οὔ­τε μιὰ Μύ­γα καὶ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς 21ης  τοῦ Δε­κέμ­βρη Στιγ­μὴ τῶν Νο­σταλ­γῶν τοῦ Τσα­τσα­τσά. Καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ὁ δι­κτά­το­ρας ἤ­δη κο­νο­μοῦ­σε πιὸ πο­λὺ χρῆ­μα ἐ­τη­σί­ως μὲ τὴν πώ­λη­ση τῶν καρ­τῶν πα­ρὰ μὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κλε­βε ἀ­προ­κά­λυ­πτα ἀ­πὸ τὰ τα­μεῖ­α τοῦ Κρά­τους, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­φή­σει τὴν ἐ­ξου­σί­α. Ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει μα­ζί της, ὑ­πέρ­γη­ρος πιὰ καὶ σε­βά­σμιος πα­τριά­ρχης. Ὅ­ταν πέ­θα­νε ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πέρ­γη­ρος. Πρὸς τι­μήν του, ἡ Σύ­νο­δος τῶν Ἐ­ξε­χόν­των τῆς χώ­ρας κή­ρυ­ξε τὴν ὥ­ρα τέσ­σε­ρις καὶ εἴ­κο­σι ἑ­πτὰ λε­πτὰ καὶ δε­κα­πέν­τε δευ­τε­ρό­λε­πτα τῆς 2ης τοῦ Ἀ­πρί­λη σὰν τὴν Φευ­γα­λέ­α Στιγ­μὴ τῶν Ἰ­σό­βι­ων Δι­κτα­τό­ρων.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Rio Fugitivo:

http://riofugitivo.blogspot.com/2008/02/cuento-con-dictador-y-tarjeta-s-un.html

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán): Γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Pre­mio Ju­an Rul­fo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Pre­mio Na­cio­nal de No­ve­la) (Bo­li­via) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggen­heim Fellow­ship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­­mes, El Pais, Ti­me καὶ E­ti­­que­­ta Ne­­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τός του τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson): Τὸ φθι­νό­πω­ρο


 

 

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson)


Τὸ φθινόπωρο

(The Fall)


ΤΑΝ ΚΑΠΟΙΟΣ ποὺ βρῆ­κε δυ­ὸ φύλ­λα καὶ μπῆ­κε βα­στών­τας τα στὸ σπί­τι λέ­γον­τας στοὺς γο­νεῖς του πὼς εἶ­ναι δέν­τρο.


       Κι αὐ­τοὶ τοῦ εἶ­παν ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἔ­τσι πή­γαι­νε στὴν αὐ­λὴ καὶ μὴν κά­τσεις καὶ με­γα­λώ­σεις στὸ κα­θι­στι­κὸ δι­ό­τι οἱ ρί­ζες σου μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­στρέ­ψουν τὸ χα­λί.


       Αὐ­τὸς εἶ­πε πλά­κα ἔ­κα­να δὲν εἶ­μαι δέν­τρο κι ἔ­ρι­ξε τὰ φύλ­λα του.


       Ὅ­μως οἱ γο­νεῖς του εἶ­παν κοί­τα εἶ­ναι φθι­νό­πω­ρο.



Πη­γή: Russell Edson, The Tunnel: selected poems, Oberlin, Oberlin College Press, Field Poetry Series, 1994 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Russell Edson, What A Man Can See, Penland, The Jargon Society, 1969].

Ρά­σελ Ἔν­τσον (Russell Edson) (1935, Κο­νέ­κτι­κατ – 2014, Κο­νέ­κτι­κατ). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἐ­ξέ­δω­σε ἀρ­κε­τὲς συλ­λο­γὲς μι­κρῶν πε­ζῶν, κα­θὼς καὶ ἕ­να βι­βλί­ο μὲ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Τὰ σχέ­δια στὰ βι­βλί­α του τὰ ἔ­φτια­χνε ὁ ἴ­διος. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ κει­μέ­νων Ὅ­ταν τὸ τα­βά­νι κλαί­ει (Αἰ­γό­κε­ρως, 1985) σὲ με­τά­φρα­ση τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).