Χόρχε Λουὶς Μπόρχες (Jorge Luis Borges): Argumentum ornithologicum


Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges)


Argumentum ornithologicum


ΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ καὶ βλέ­πω ἕ­να σμῆ­νος που­λι­ῶν. Τὸ ὅ­ρα­μα δια­ρκεῖ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο, μπο­ρεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο· δὲν ξέ­ρω πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἦ­ταν κα­θο­ρι­σμέ­νος ἢ ἀ­κα­θό­ρι­στος ὁ ἀ­ριθ­μός τους; Τὸ πρό­βλη­μα ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸ ζή­τη­μα τῆς ὕ­παρ­ξης τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι κα­θο­ρι­σμέ­νος, για­τὶ ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἐ­ὰν δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­κα­θό­ρι­στος, για­τί κα­νεὶς δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σει. Σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση, εἶ­δα λι­γό­τε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα που­λιὰ (ἂς ποῦ­με), ἀλ­λὰ δὲν εἶ­δα ἐν­νέ­α, ὀ­κτώ, ἑ­πτά, ἕ­ξι, πέν­τε, τέσ­σε­ρα, τρί­α ἢ δύ­ο. Εἶ­δα ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὸ δέ­κα καὶ τὸ ἕ­να, ποὺ δὲν εἶ­ναι τὸ ἐν­νέ­α, τὸ ὀ­κτώ, τὸ ἑ­πτά, τὸ ἕ­ξι, τὸ πέν­τε κ.λπ. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­κέ­ραι­ος ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­σύλ­λη­πτος· ἄ­ρα, ὁ Θε­ὸς ὑ­πάρ­χει.



Πη­γή: El hacedor (1960)

Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1899-Γε­νεύ­η, Ἐλ­βε­τί­α, 1986). Δι­ή­γη­μα, Ποί­η­ση, Κρι­τι­κή, Δο­κί­μιο. Θε­ω­ρεῖ­ται μί­α ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μορ­φὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι πιὸ γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. Πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς πιὸ γνω­στές του ἱ­στο­ρί­ες ἀ­φο­ροῦν τὴ φύ­ση τοῦ χρό­νου, τὸ ἄ­πει­ρο, κα­θρέ­φτες, λα­βύ­ριν­θους, τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τα.  Πρώ­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του: Fervor de Buenos Aires (Πά­θος γιὰ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1923), ἄλ­λα ἔρ­γα του: Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Βα­βέλ, Τὸ Ἄ­λεφ, κ.ἄ. Ἡ δι­ε­θνὴς φή­μη τοῦ Μπόρ­χες ξε­κί­νη­σε στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960. Τὸ 1961 μοι­ρά­στη­κε μὲ τὸν Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ τὸ Βρα­βεῖ­ο Φορ­μεν­τόρ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


papathanasopoulosgiorgos-igorgonatoubounou-eikona-01


Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Ἡ γορ­γό­να τοῦ βου­νοῦ


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΠΟΥ ΤΡΙΑ ΜΙΛΙΑ ἀ­νοι­χτὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ στὸ Μπο­χώ­ρι στὶς ἐκ­βο­λὲς τοῦ Εὔ­η­νου, μιὰ φθι­νο­πω­ρι­νὴ νύ­χτα, ἕ­να τη­νια­κὸ Μπάρ­κο Μπέ­στια μὲ ἑ­ξήν­τα ἑ­πτὰ θα­λασ­σό­λυ­κους πλή­ρω­μα καὶ εἴ­κο­σι τέσ­σε­ρα κα­νό­νια, πλεύ­ρι­σε τὸ πει­ρα­τι­κὸ τὸ Σιρ­κου­ί, τὸ μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὶς κα­νο­νι­ὲς κι ἔ­ρι­ξε κά­βους στὴν πρύ­μνη μὲ γάν­τζους καὶ τὸ τρά­βη­ξε κον­τὰ καὶ πή­δη­ξαν ἀ­πά­νω οἱ νη­σι­ῶ­τες μὲ στι­λέ­τα καὶ τσε­κού­ρια κι ἔ­γι­νε τρο­με­ρὴ μά­χη σῶ­μα μὲ σῶ­μα μὲ τοὺς πει­ρα­τὲς καὶ τοὺς σκό­τω­σαν ὅ­λους, χά­νον­τας καὶ αὐ­τοὶ δε­κα­τρεῖς ἄν­τρες. Δύ­ο μό­νο σώ­θη­καν ἀ­πὸ τοὺς πει­ρα­τὲς ὁ Θα­νά­σης ἀ­πὸ τὸ Ὀ­ρει­νὸ τῶν Κρα­βά­ρων κι ὁ Χου­ὰν ὁ Ἰ­σπα­νὸς ἀ­πὸ τὴν Καρ­θα­γέ­νη. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ τὸ πουγ­γὶ γε­μά­το χρυ­σὲς λί­ρες, ποὺ εἶ­χε ἐν­θυ­λα­κώ­σει ἀ­πὸ τοὺς κούρ­σους, κρε­μα­σμέ­νο στὸ σβέρ­κο, πρό­λα­βε κι ἔ­ρι­ξε μιὰ λάν­τζα ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη τὴν κά­πως ἀ­θέ­α­τη καὶ σκο­τει­νὴ πλευ­ρὰ τοῦ Σιρ­κου­ί, ὅ­πως αὐ­τὸ ἔ­γει­ρε νὰ βυ­θι­στεῖ καὶ γλί­στρη­σε ἀ­θό­ρυ­βα στὸ νε­ρὸ καὶ μὲ τὰ κου­πιὰ ἔ­βα­λε πλώ­ρη γιὰ τὴν ἀ­κτή. Ὁ Χου­άν, ποὺ γιὰ νὰ σω­θεῖ σκαρ­φά­λω­σε στὸ κα­τάρ­τι, βού­τη­ξε ἀ­πὸ ψη­λὰ στὰ νε­ρά, κο­λύμ­πη­σε γρή­γο­ρα καὶ πι­ά­στη­κε μὲ τὸ δε­ξὶ στὴν πλευ­ρὰ τῆς βάρ­κας καὶ φώ­να­ξε «ayuda colega». Ὁ Θα­νά­σης σή­κω­σε ψη­λά το κου­πὶ καὶ τοῦ τσά­κι­σε τὰ δά­χτυ­λα ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν γαν­τζω­μέ­να στὸ ξύ­λο κι ἔ­μει­νε ὁ Χου­ὰν στὸ νε­ρὸ νὰ τὸν φά­νε τὰ σκυ­λό­ψα­ρα. «Ἄ­ϊ στὸ δι­ά­ο­λο βρο­μό­σκυ­λο», εἶ­πε ὁ Θα­νά­σης κα­θὼς κα­τέ­βα­ζε μὲ δύ­να­μη τὸ κου­πί.

       Μὲ τὰ ρεύ­μα­τα καὶ τὰ κου­πιὰ βγῆ­κε στὴν ἀ­κτή, ἐ­κεῖ δί­πλα στὸ δέλ­τα, ξε­θε­ω­μέ­νος, τρά­βη­ξε τὴ βάρ­κα καὶ τὴ στέ­ρι­ω­σε στὴν ἄμ­μο κι ἔ­πε­σε ἀ­νά­σκε­λα καὶ κοι­μή­θη­κε. Βγῆ­καν τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα οἱ γορ­γό­νες κι ἔ­παι­ζαν καὶ τρα­γου­δοῦ­σαν με­λω­δι­κά, ἐ­κεῖ στὶς ξέ­ρες, ποὺ σμί­γουν τὰ γλυ­κὰ νε­ρὰ τοῦ πο­τα­μοῦ μὲ τ΄ ἁλ­μυ­ρὰ τῆς θά­λασ­σας καὶ ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης κι ἔ­δω­σε ἕ­να σάλ­το κι ἔ­πι­α­σε μιὰ μι­κρὴ ὄ­μορ­φη γορ­γό­να, ποὺ εἶ­χε πλη­σιά­σει στὰ ρη­χά, ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λες ἔ­φευ­γαν τρο­μαγ­μέ­νες. Τῆς ἔ­δε­σε τὰ λε­πτά της τὰ χέ­ρια πί­σω καὶ τὴν κρά­τη­σε σὲ ὁ­μη­ρί­α. Αὐ­τὴ ἔ­κλα­ψε καὶ τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­φή­σει, ἀλ­λὰ ὁ Θα­νά­σης ἦ­ταν σκλη­ρὸς πει­ρα­τὴς καὶ δὲν τὴ λευ­τέ­ρω­σε.

       Ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε ἔ­ρι­ξε τὴ γορ­γό­να στὴ λάν­τζα μπῆ­κε στὸ πο­τά­μι καὶ προ­χώ­ρη­σε κόν­τρα στὸ ρεῦ­μα, πέ­ρα­σε τὴ γέ­φυ­ρα Μπα­νιά, τὴν Πεί­να, τὸ Κα­ρέ­λι, τὸ το­ξω­τὸ γε­φύ­ρι τῆς Ἀρ­το­τί­βας κι ἔ­φτα­σε στὸ Βαλ­τσό­ρε­μα στὸ νε­ρό­μυ­λο. Ὁ μυ­λω­νὰς τὸν βο­ή­θη­σε νὰ δέ­σει τὴ βάρ­κα καὶ νὰ βγά­λει τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να ἔ­ξω. Τὸν φί­λε­ψε τὸ Θα­νά­ση ζε­στὸ ψω­μὶ καὶ τσί­που­ρο καὶ τοῦ ΄στρωσε, πα­ρέ­κει, ἕ­να ἀ­χυ­ρό­στρω­μα καὶ κοι­μή­θη­κε. Ὁ πο­νό­ψυ­χος ὁ μυ­λω­νὰς ἔ­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ κι ἄ­φη­σε τὴ μι­κρὴ γορ­γό­να νὰ μπεῖ λί­γο στὸ νε­ρὸ στὴν κά­λα­νη τοῦ μύ­λου, ἀλ­λὰ τὸ στοι­χει­ὸ βρῆ­κε τὸ στοι­χεῖ­ο του καὶ κο­λύμ­πη­σε ἀ­νά­πο­δα στὸ ρεῦ­μα, βγῆ­κε στὴ δέ­ση καὶ μ΄ ἕ­ναν πῆ­δο χά­θη­κε μέ­σα στὸ πο­τά­μι.

       Ὅ­ταν ξύ­πνη­σε ὁ Θα­νά­σης, ἔ­δει­ξε λί­γο πει­ραγ­μέ­νος, ποὺ δὲν βρῆ­κε τὴ γορ­γό­να, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο καὶ δὲν ἔ­δω­σε συ­νέ­χεια. Ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ χω­ριό του τὸ Ὀ­ρει­νό, πρὸς τὰ βου­νὰ τὰ Κρα­βα­ρί­τι­κα, μέ­σα ἀ­πὸ τὸν Καμ­πλά­κι καὶ τ΄ Ἀ­χλα­δό­κα­στρο. Στὸν μυ­λω­νὰ ἄ­φη­σε τὴ λάν­τζα κι αὐ­τὸς τὴν ἔ­κα­ψε τὸ χει­μώ­να στὴ φω­τιὰ γιὰ συνὰ ζε­στα­θεῖ, για­τὶ δὲν εἶ­χε τί ἄλ­λο νὰ τὴν κά­νει. Ὁ Θα­νά­σης πῆ­γε στὸν Ἅ­ι Νι­κό­λα στὸ Ὀ­ρει­νὸ καὶ ξο­μο­λο­γή­θη­κε κι ὁ παπ­πᾶς τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε σὲ αὐ­στη­ρὴ νη­στεί­α σα­ράν­τα ἡ­με­ρῶν καὶ με­τὰ τὴ νη­στεί­α τὸν με­τά­λα­βε καὶ συ­χω­ρέ­θη­καν οἱ ἁ­μαρ­τί­ες του, ἀ­φοῦ ἐ­κεῖ­νος ἄ­φη­σε λί­γες λί­ρες κουρ­σά­ρι­κες γιὰ τὸ να­ό. Ὁ Θα­νά­σης, μὲ ἀ­λα­φρω­μέ­νη τὴ συ­νεί­δη­σή του πλέ­ον, ἔ­χτι­σε τὸ σπί­τι του κι ὁ λα­ϊ­κὸς τε­χνί­της, ποὺ κα­τὰ δαι­μο­νι­κὴ συ­νερ­γία ἦ­ταν γιὸς τοῦ μυ­λω­νᾶ, σκά­λι­σε στὸν μπρο­στι­νὸ τοῖ­χο τοῦ σπι­τιοῦ μιὰ μι­κρὴ γορ­γό­να ὁ­λό­λευ­κη μὲ ὡ­ραῖ­α γα­λά­ζια μαλ­λιὰ νὰ πέ­φτουν στοὺς λε­πτοὺς ὤ­μους, χέ­ρια σὲ κί­νη­ση χο­ροῦ στὸ νε­ρό, ὄ­μορ­φα καὶ σφρι­γη­λὰ νε­α­νι­κὰ στή­θη καὶ πτε­ρύ­για σὲ δι­ά­φο­ρες ἀ­πο­χρώ­σεις τοῦ γα­λά­ζιου. Ὑ­πέ­γρα­ψε τὸ ἔρ­γο του μὲ κόκ­κι­νη μπο­γιά, χω­ρὶς νὰ δώ­σει κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση γιὰ τὴν ἔμ­πνευ­σή του.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τὸ πὼς βρέ­θη­κε ἡ γορ­γό­να στὸ Ὀ­ρει­νό, ἐ­κεῖ στὰ χί­λια μέ­τρα ψη­λὰ στὰ βου­νά. Καὶ συγ­χρό­νως εἶ­ναι καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ πρω­το­πο­ρια­κοῦ λα­ϊ­κοῦ καλ­λι­τέ­χνη στοὺς ἔκ­πλη­κτους πα­ρα­θε­ρι­στὲς καὶ στοὺς δι­α­φό­ρους ἐ­ρω­τι­δεῖς κι αὐ­τό­κλη­τους κρι­τι­κούς.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νίας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.


Γιάννης Μανέτας: Ἕνας παράξενος απόφοιτος

manetasgiannis-enasparaksenosapofoitos-eikona-02


Γιά­ννης Μα­νέ­τας


Ἕ­νας πα­ρά­ξε­νος ἀ­πό­φοι­τος


04-omikron ΝΕΑΡΟΣ ΑΠΟΦΟΙΤΟΣ τῆς τά­ξης τοῦ 2030 ἦ­ταν κά­πως ἰ­δι­ό­τρο­πος. Ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ τὰ μι­σό­λο­γα με­ρι­κῶν ἐκ­κεν­τρι­κῶν κα­θη­γη­τῶν του, ποὺ ἂν καὶ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι, ἔ­με­ναν κα­θη­λω­μέ­νοι χα­μη­λὰ στὴν ἱ­ε­ραρ­χι­κὴ βαθ­μί­δα, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μὴν ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ συρ­μό, ὅ­πως αὐ­τὸς δι­α­μορ­φω­νό­ταν ἀ­πὸ τοὺς μά­να­τζερ τῶν ἑ­ται­ρει­ῶν, ποὺ εἶ­χαν κα­τα­κλύ­σει τὸ πα­νε­πι­στή­μιο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­φοι­τη­τές του ἐκ­στα­σι­ά­ζον­ταν στὴν προ­ο­πτι­κὴ νὰ κά­νουν δι­δα­κτο­ρι­κὸ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τῆς «Immortality S&A» ἢ τῆς «Hale after 100 R&D», στὰ ἰ­δι­ό­κτη­τα ἐρ­γα­στή­ριά τους. Ἀ­πο­μό­νω­ση βέ­βαι­α, σὰν φυ­λα­κὴ πο­λυ­τε­λεί­ας ἦ­ταν αὐ­τὰ τὰ νη­σά­κια, ποὺ εἶ­χαν ἐ­πι­τα­χτεῖ καὶ ἐκ­κε­νω­θεῖ γιὰ νὰ γί­νουν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πάρ­κα, ὡ­στό­σο ὑ­πῆρ­χε ἄ­νε­ση, ἀ­σφά­λεια καί, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, σί­γου­ρη ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση. Καὶ αὐ­τὸ για­τί τὸ προσ­δό­κι­μο ἐ­πι­βί­ω­σης στὰ κα­λῶς φυ­λασ­σό­με­να γκέ­το πο­λυ­τε­λεί­ας τῶν βο­ρεί­ων προ­α­στί­ων τῆς πρω­τεύ­ου­σας εἶ­χε ἀ­νέ­βει ἀρ­κε­τά, καὶ ἕ­να σω­ρὸ χού­φτα­λα ἦ­σαν δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ πλη­ρώ­σουν ὅ­σο-ὅ­σο γιὰ τὰ χά­πια τῆς ψευ­δαί­σθη­σης. Νὰ φαί­νον­ται λί­γο πιὸ κο­τσο­νά­τοι, τὶς ἐ­λά­χι­στες ἔ­στω ὧ­ρες, ποὺ μπο­ροῦ­σαν φρου­ρού­με­νοι νὰ ξε­μυ­τί­σουν ἀ­πὸ τὸ κά­στρο. Ὁ ἰ­δι­ό­τρο­πος ἀ­πό­φοι­τος κα­τέ­βη­κε μὲ προ­φυ­λά­ξεις τὰ σκα­λιὰ τοῦ τρί­του ὑ­πο­γεί­ου, ὅ­που καὶ τὰ γρα­φεῖ­α τῶν νε­ο-Λου­δι­τῶν, ὅ­πως τοὺς ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν μὲ χλευα­σμὸ καὶ πε­ρι­φρό­νη­ση οἱ ἄλ­λοι κα­θη­γη­τές. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί ση­μαί­νει ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς καὶ για­τὶ ταί­ρια­ζε σὲ αὐ­τὰ τὰ συμ­πα­θῆ γε­ρον­τά­κια. Ἤ­ξε­ρε ὅ­μως ὅ­τι γιὰ νὰ κα­τέ­βεις στὸ ὑ­πό­γει­ο ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­φή­σεις τὴν ἔ­παρ­ση καὶ τὶς ἐ­ξυ­πνά­δες στὸ ἀ­νώ­γει­ο.

         «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ με­λε­τή­σω ἕ­να φυ­σι­κὸ οἰ­κο­σύ­στη­μα» εἶ­πε δει­λά.

         «Δὲν ὑ­πάρ­χουν πιὰ φυ­σι­κὰ οἰ­κο­συ­στή­μα­τα, γι­έ μου» ἀ­πάν­τη­σε μὲ κά­ποι­α πι­κρό­χο­λη νο­σταλ­γί­α.

         «Τό­τε, ποι­ό οἰ­κο­σύ­στη­μα νο­μί­ζε­τε ὅ­τι θὰ εἶ­χε ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον;»

         Τὰ μά­τια τοῦ κα­θη­γη­τὴ ἔ­λαμ­ψαν.

         «Τὸ γκέ­το τοῦ κέν­τρου, δὲν ξέ­ρω ὅ­μως ἂν θὰ εἶ­ναι γιὰ τὸ κα­λὸ ἢ τὸ κα­κό.»

         «Καὶ τί μπο­ρῶ νὰ κά­νω ἐ­κεῖ;»

         «Νὰ μὲ βο­η­θή­σεις γι­έ μου. Με­λε­τά­ω τὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ συ­νω­στι­σμοῦ, τῆς στέ­ρη­σης καὶ τῆς βί­αι­ης κα­τα­στο­λῆς στὶς ὁρ­μό­νες τῆς ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τας καὶ τῆς ἀ­πά­θειας.»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μό­σι­ευ­ση.

Γιά­ννης Μα­νέ­τας (Ἀ­θή­να, 1947). Σπού­δα­σε φυ­σι­ο­γνω­σί­α καὶ γε­ω­γρα­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας, πῆ­ρε δι­δα­κτο­ρι­κὸ Βι­ο­λο­γι­κῶν Ε­πι­στη­μῶν ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Πά­τρας. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ ἴ­διο πα­νε­πι­στή­μιο ἀ­πό τὸ 1978 ἕ­ως σή­με­ρα. Ἐ­ξε­λέ­γη κα­θη­γη­τής Φυ­σι­ο­λο­γί­ας Φυ­τῶν τὸ 1993. Συ­νερ­γά­στη­κε ἐ­ρευ­νη­τι­κὰ μὲ τὸν Δη­μό­κρι­το, τὸν Πει­ρα­μα­τι­κὸ Σταθ­μὸ «Abisco» τῆς Λα­πω­νί­ας κ.ἄ.

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ἡ για­γιά


08-buzzati-igiagia-mtf-apotaitalikap-fournarisl565-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ἡ για­γιά

«La nonna»


h-itta-somataΜΟΥΝ τριά­ντα τεσ­σά­ρων χρο­νῶν, ὅ­ταν ὁ φί­λος μου, Σορ­ντί­νο Ἐ­σκε­νά­ζυ, μὲ προ­σκά­λε­σε νὰ πε­ρά­σω τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο στὴ ἐ­ξο­χι­κή του κα­τοι­κί­α, στὴ λί­μνη Ὄρ­τα. Ἦ­ταν μιὰ με­γά­λη, πα­λαι­ϊ­κὴ βί­λα, ὅ­που το κα­λο­καί­ρι συγ­κεν­τρω­νό­ταν ὅ­λη ἡ με­γά­λη οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Ἐ­σκε­νά­ζυ.

       Μό­λις ἔ­φτα­σα ὁ φί­λος μου, ὁ Σορ­ντί­νο, μὲ συ­νό­δε­ψε στὸ δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ φρε­σκα­ρι­στῶ, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται νὰ λέ­γε­ται. Με­τὰ δέ­κα λέ­πτα βγῆ­κα γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σω τὴν πα­ρέ­α ἀ­πὸ κά­τω.

       Στὸ μα­κρὺ δι­ά­δρο­μο, ποὺ φω­τι­ζό­ταν ἀ­μυ­δρὰ —ἀ­φοῦ ἡ πυ­κνὴ βλά­στη­ση ἀ­πὸ τὰ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὰ φυ­τὰ ἔ­κρυ­βε τὰ πα­ρά­θυ­ρα—, ἐρ­χό­ταν πρὸς ἐ­μέ­να μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ κρα­τοῦ­σε στὸ χέ­ρι της ἕ­να στρογ­γυ­λὸ πα­κέ­το τυ­λιγ­μέ­νο μὲ μιὰ γα­λά­ζια κορ­δέ­λα. Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς πρά­σι­νης πο­διᾶς της τὴν πέ­ρα­σα στὴν ἀρ­χὴ γιὰ κα­μα­ρι­έ­ρα. Με­τὰ ὑ­πέ­θε­σα ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ φο­ρε­σιὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν συ­χνὰ στὴ ἐ­ξο­χὴ οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ ζοῦν στὴν κοι­λά­δα.

       Ἦ­ταν μιὰ με­λα­χρι­νὴ ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς. Θὰ χα­ρα­ζό­ταν βα­θιὰ στὴ μνή­μη μου τὸ αἰ­σθη­σια­κό της στό­μα μὲ τὸ πά­νω χεῖ­λος ἐ­λα­φριὰ ἀ­να­ση­κω­μέ­νο, ὅ­πως σὲ με­ρι­κὰ μω­ρὰ ἀ­πὸ τὸ τέν­τω­μα τοῦ νε­α­νι­κοῦ δέρ­μα­τος.

       Δὲν στα­μά­τη­σε ὅ­ταν συ­ναν­τη­θή­κα­με, ἀλ­λὰ βρά­δυ­νε τὸ βῆ­μα της καὶ μοῦ ἔ­ρι­ξε—μό­νο γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα—, ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ ὀ­λέ­θρια βλέ­μα­τα ποὺ σοῦ καῖ­νε τὰ σω­θι­κά.

       Ντρο­πα­λὸς ἀ­πὸ τὴ φύ­ση μου δὲν μπό­ρε­σα πα­ρὰ νὰ μουρ­μου­ρί­σω μιὰ «κα­λη­μέ­ρα». «Κα­λη­μέ­ρα», ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη χα­μο­γε­λών­τας, καὶ μὲ προ­σπέ­ρα­σε μό­λις ἀγ­γί­ζον­τάς με, δι­α­τη­ρών­τας πάν­τα ἐ­κεῖ­νο τὸ τρο­με­ρὸ βλέμ­μα.

       Κα­τέ­βη­κα στὸν κῆ­πο μὲ ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο προ­αί­σθη­μα ὅ­τι σὲ λί­γο, μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ τὸν ἄλ­λον τρό­πο, θὰ γνώ­ρι­ζα τὸ γο­η­τευ­τι­κὸ πλά­σμα· ἴ­σως ἄλ­λα­ζε ἡ ζω­ή μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νη στὸν κῆ­πο. Μὲ σύ­στη­σαν ἀ­μέ­σως στὴν οἰ­κο­δέ­σποι­να, τὴν για­γιὰ τοῦ Σορ­ντί­νο, μιὰ κυ­ρί­α πο­λὺ κομ­ψὴ πα­ρὰ τὴν προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α της. Μοῦ ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση τὸ στό­μα της, μα­ρα­μέ­νο πιὰ ἀ­πὸ ἀ­χτι­δω­τὲς ρυ­τί­δες, ἀλ­λὰ μὲ τὰ ση­μά­δια μιᾶς πα­λιᾶς ὀ­μορ­φιᾶς. Τὸ πά­νω χεῖ­λος εἶ­χε μιὰ ἀ­να­ση­κω­μέ­νη ἐ­λα­φριὰ πτυ­χή, σὰν νὰ ἀ­πο­κά­λυ­πτε ἕ­να χα­μό­γε­λο.

       «Μὰ γνω­ρι­ζό­μα­στε ἤ­δη!», ἦ­ταν τὰ πρῶ­τα λό­για της σ΄ ἕ­να ξέ­σπα­σμα χα­ρᾶς.

       Εἶ­πα ἀ­μή­χα­νος: «Δὲν θυ­μᾶ­μαι, κυ­ρί­α…»

       «Ἐ­γὼ θυ­μᾶ­μαι. Ναί, σὰν νὰ ἦ­ταν χθές… Τί νὰ σᾶς πῶ; Εἶ­στε θαῦ­μα! Θαῦ­μα! Που­λή­σα­τε τὴν ψυ­χή σας στὸ δι­ά­βο­λο, πα­ρα­δε­χτεῖ­τε το… Ὄ­χι, ὄ­χι, ἀ­στει­εύ­ο­μαι. Ἔ­χε­τε δί­κιο ποὺ μὲ κοι­τᾶ­τε ἔ­τσι. Φαν­τα­στεῖ­τε, πέ­ρα­σαν σχε­δὸν πε­νήν­τα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε… Δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ ἤ­σα­στε ἐ­σεῖς. Ἐ­σεῖς δὲν εἴ­χα­τε κὰν γεν­νη­θεῖ. Μὰ ἦ­ταν κά­ποι­ος σὰν ἐ­σᾶς, ὁ­λό­ι­διος, σᾶς τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι. Σκέ­φτο­μαι: δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας σας ἢ ἴ­σως ὁ παπ­πούς σας;»

       «Δὲν γνω­ρί­ζω, κυ­ρί­α. Τὸν πα­τέ­ρα μου τὸν ἔ­χα­σα ὅ­ταν ἤ­μουν ἀ­κό­μη μω­ρό… Κι ἔ­πει­τα ἐ­μεῖς ζού­σα­με στὴν Ὀλ­λαν­δί­α…»

       Ἐ­κεί­νη, σὰν νὰ μὴν εἶ­χε ἀ­κού­σει: «Καὶ θέ­λε­τε νὰ μά­θε­τε τὸ πιὸ ὡ­ραῖ­ο; Ἦ­ταν γιὰ μέ­να κά­τι σὰν κε­ραυ­νο­βό­λος ἔ­ρω­τας, ὅ­πως λέ­γα­νε τό­τε… Ποιός ξέ­ρει, ἂν δὲν εἶ­χε φύ­γει τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα… Θε­έ μου, πό­σο γο­η­τευ­τι­κὸς ἦ­ταν… Φυ­σι­κὰ δὲν τοῦ ἔ­δω­σα νὰ κα­τα­λά­βει τί­πο­τα. Φαν­τα­στεῖ­τε. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια. Μο­να­χὰ ἕ­να πράγ­μα: τὸ βρά­δυ, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρει, χω­ρὶς νὰ τοῦ πῶ λέ­ξη, τοῦ ἄ­φη­σα στὸ δω­μά­τιο ἕ­να γλυ­κό, μιὰ πορ­το­κα­λό­πι­τα. Φτι­αγ­μέ­νη εἰ­δι­κὰ γιὰ αὐ­τόν. Ἦ­ταν ἡ σπε­σι­α­λι­τέ μου…»

       Ἡ κου­βέν­τα κα­τέ­λη­ξε σὲ γε­νι­κὴ εὐ­θυ­μί­α. Ὡ­στό­σο μοῦ ἔ­μει­νε μιὰ πα­ρά­ξε­νη αἴ­σθη­ση, κά­τι σὰν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, κίν­δυ­νος, ἀ­να­στά­τω­ση. Καὶ δὲν τόλ­μη­σα νὰ ρω­τή­σω ποι­ά ἦ­ταν ἡ πα­νέ­μορ­φη νε­α­ρού­λα ποὺ εἶ­χα συ­ναν­τή­σει στὸ δι­ά­δρο­μο (για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά). Κι ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­νέ­βη­κα ξα­νὰ στὸ δω­μά­τιό μου, δὲν τόλ­μη­σα κὰν νὰ ἀ­νοί­ξω τὸ πα­κέ­το, τὸ τυ­λιγ­μέ­νο μὲ μιὰ γα­λά­ζια κορ­δέ­λα, ποὺ βρι­σκό­ταν πά­νω στὴ σι­φο­νι­έ­ρα (για­τί ἤ­ξε­ρα πὼς ἦ­ταν ἡ πορ­το­κα­λό­πι­τα, φτι­αγ­μέ­νη πε­νήν­τα χρό­νια πρίν).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ὁ σκύ­λος


07-buzzati-oskylos-mtf-apotaitalikap-fournarisl453-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ὁ σκύ­λος

(Il cane)


«ΚΑΜΙΑ ΕΙΚΟΣΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ πρίν», μοῦ δι­η­γό­ταν ὁ δό­κτο­ρας Ντι­έγ­κο Βέ­σκα, για­τρὸς ἀ­πὸ τὴ Βερ­μπά­νια, «εἶ­χα ἕ­ναν ὑ­πέ­ρο­χο μο­λοσ­σὸ ποὺ τὸν λέ­γα­νε Φού­ριο καὶ ἦ­ταν ἀ­ξι­ο­λά­τρευ­τος. Ἦ­ταν τό­σο ὑ­πέ­ρο­χος, ὥ­στε ἕ­να μοι­ραῖ­ο βρά­δυ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε. Τὸν ἔ­ψα­ξα παν­τοῦ. Ἤ­μουν ἀ­πελ­πι­σμέ­νος· γύρ­να­γα γιὰ μῆ­νες κι ἀ­πὸ τὶς δυ­ὸ με­ρι­ὲς τῆς λί­μνης, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κά­ποι­ος μου τὸν εἶ­χε κλέ­ψει…

       »Ὣς ἐ­δῶ, θὰ μοῦ πεῖ­τε, τί­πο­τε πε­ρί­ερ­γο. Ἀ­κοῦ­στε ὅ­μως. Πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ τό­τε πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια, ὅ­ταν ἕ­να πρω­ὶ παίρ­νω τὸ φε­ριμ­πὸτ γιὰ τὸ Λα­βέ­νο, ὅ­πως κά­νω του­λά­χι­στον δυ­ὸ φο­ρὲς τὴν ἑ­βδο­μά­δα, ἀ­κό­μα καὶ σή­με­ρα. Βρι­σκό­μουν στὴν πρύ­μνη καὶ τὸ κα­ρα­βά­κι μό­λις εἶ­χε ξε­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴν προ­κυ­μαί­α, ὅ­ταν βλέ­πω νὰ ἔρ­χε­ται τρε­χά­τος, μαν­τέψ­τε ποι­ός, ὁ Φού­ριό μου, ὁ­λό­ιδιος. Στα­μα­τά­ει στὴν ἄ­κρη τῆς προ­κυ­μαί­ας, γα­βγί­ζει δυ­ὸ τρεῖς φο­ρὲς κι ὕ­στε­ρα βου­τά­ει στὸ νε­ρὸ κι ἀρ­χί­ζει νὰ κο­λυμ­πά­ει. Τὸ κα­ρα­βά­κι εἶ­χε πιὰ ξε­κι­νή­σει κι ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ μὲ προ­φτά­σει τὸ φου­κα­ρι­ά­ρι­κο τὸ ζων­τα­νό. Τό­τε ἀρ­χί­ζω νὰ φω­νά­ζω «Στα­μα­τῆ­στε! Στα­μα­τῆ­στε!» Τρέ­χω πά­νω νὰ ζη­τή­σω τὸν κα­πε­τά­νιο ποὺ μὲ ἤ­ξε­ρε, τὸν ἱ­κε­τεύ­ω νὰ στα­μα­τή­σει. Στὸ με­τα­ξὺ ὁ σκύ­λος συ­νέ­χι­ζε νὰ κο­λυμ­πά­ει, ἀλ­λὰ ἦ­ταν πιὰ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος κι ἐ­γὼ συ­νέ­χι­ζα νὰ τοῦ φω­νά­ζω Φού­ριο, Φού­ριο, γιὰ νὰ τοῦ δώ­σω κου­ρά­γιο, ἀλ­λὰ τὸν ἔ­βλε­πα ὁ­λο­έ­να πιὸ μα­κρυ­ά. Ἦρ­θε κι ὁ κα­πε­τά­νιος στὴν πρύ­μνη καὶ τοῦ ἔ­δει­ξα τὸ σκύ­λο ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε, ἀλ­λὰ ἔ­λε­γε πὼς δὲν ἔ­βλε­πε τί­πο­τα. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πι­βά­τες ἔ­λε­γαν, κι αὐ­τοί, ὅ­τι δὲν ἔ­βλε­παν τί­πο­τα, κι ἄρ­χι­σαν νὰ μὲ κοι­τοῦν μὲ ἕ­να τρό­πο σὰν νὰ μὲ περ­νά­γα­νε γιὰ τρε­λό.

       »Τε­λι­κά, ὁ κα­πε­τά­νιος, ἀ­φοῦ μὲ εἶ­δε ποὺ ἤ­μου­να τό­σο τα­ραγ­μέ­νος, πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ μὲ εὐ­χα­ρι­στή­σει, γύ­ρι­σε τὸ φε­ριμ­πὸτ με­ρι­κὲς ἑ­κα­τον­τά­δες μέ­τρα πί­σω, μό­νο γιὰ νὰ μὲ πεί­σει ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­να σκυ­λὶ ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε· καὶ πραγ­μα­τι­κά, ὅ­ταν τὸ φε­ριμ­πὸτ ἄρ­χι­σε νὰ γυρ­νά­ει, ὁ Φού­ριο εἶ­χε ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ κι ἐ­γὼ δὲν ξα­να­εῖ­πα τί­πο­τα, γιὰ νὰ μὴ μὲ νο­μί­σουν τε­λεί­ως πα­λα­βό.

       »Ὣς ἐ­δῶ, θὰ μοῦ πεῖ­τε, τί­πο­τα πε­ρί­ερ­γο. Ὅ­μως ἀ­κοῦ­στε. Ἀ­πὸ τό­τε κά­θε δυ­ὸ-τρεῖς μῆ­νες, μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νείς, ἡ σκη­νὴ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται: δὲν ἔ­χει κα­λὰ-κα­λά το φε­ριμ­πὸτ ξε­μα­κρύ­νει ἀ­πὸ τὴν ὄ­χθη καὶ φτά­νει τρέ­χον­τας μὲ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη αὐ­τός, ὁ Φού­ριο, ποὺ ρί­χνε­ται στὸ νε­ρὸ καὶ δρό­μο πί­σω ἀ­πὸ τὸ κα­ρα­βά­κι. Μὰ τὸ κα­ρα­βά­κι προ­χω­ρᾶ πιὸ γρή­γο­ρα ἀπ΄αὐ­τὸν καὶ τὸ δύ­στυ­χο τὸ ζων­τα­νὸ μέ­νει πί­σω καὶ κο­λυμ­πᾶ μὲ τὴ δύ­να­μη τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας· καὶ μὲ κοι­τᾶ, μὲ κοι­τᾶ. Αἰ­σθά­νο­μαι τὰ μά­τια του ποὺ μπαί­νουν ἐ­δῶ μέ­σα», κι ἔ­δει­χνε τὴν καρ­διά του. «Ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ ὁ Φού­ριο δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει καὶ βλέ­πω τὸ κε­φα­λά­κι του νὰ ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται κά­τω ἀπ΄τὸ νε­ρό· κά­θε φο­ρὰ τὰ ἴ­δια… Ὅ­μως δὲν τὸν κα­λῶ· μέ­νω ἤ­ρε­μος, δὲν φω­νά­ζω νὰ στα­μα­τή­σει τὸ κα­ρα­βά­κι. Ξέ­ρω ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­να φάν­τα­σμα. Ἂν κά­νω τὸ λο­γα­ρια­σμό, σή­με­ρα θά ΄πρε­πε νὰ ἦ­ταν εἴ­κο­σι τεσ­σά­ρων χρο­νῶν. Πο­τὲ σκύ­λος δὲν ἔ­ζη­σε τό­σο.» Δά­κρυ­α χα­ρά­κω­ναν τὰ μά­γου­λά του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Λε­πτό­τη­τα


06-buzzati-leptotita-mtf-apotaitalikap-fournarisl1314-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Λε­πτό­τη­τα

(Delicatezza)


05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΕ ΚΑΠΟΙΑ ΧΩΡΑ ἡ ποι­νὴ τοῦ θα­νά­του ἐ­κτε­λεῖ­ται μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη λε­πτό­τη­τα. Ἰ­δοὺ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα:

       Ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ στιγ­μὴ νὰ ἐ­κτε­λε­στεῖ ἡ δι­κα­στι­κὴ ἀ­πό­φα­ση, πρὶν ἀ­κό­μη τοῦ κοι­νο­ποι­η­θεῖ ἡ ἡ­με­ρο­μη­νί­α ἐ­κτέ­λε­σης, ὁ δρά­στης —ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἐρ­νέ­στο Τρόλ, εἶ­ναι τα­πε­τσι­έ­ρης κι ἔ­χει σκο­τώ­σει τὴ σύ­ζυ­γό του μὲ δη­λη­τή­ριο—, ὁ­δη­γεῖ­ται δί­χως χει­ρο­πέ­δες στὴν Δι­εύ­θυν­ση τῶν Φυ­λα­κῶν.

       Ἐ­δῶ τὸν βά­ζουν νὰ κα­θί­σει στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ σὲ μιὰ ἀ­να­παυ­τι­κὴ πο­λυ­θρό­να, τοῦ προ­σφέ­ρουν τσι­γά­ρο, κα­φέ, κα­ρα­μέ­λες, κι ὕ­στε­ρα οἱ φύ­λα­κες βγαί­νουν, ἀ­φή­νον­τας μό­νους δι­ευ­θυν­τὴ καὶ κα­τα­δι­κα­σμέ­νο.

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ξε­κι­νᾶ νὰ μι­λά­ει:

       «Λοι­πόν, κύ­ρι­ε Τρόλ, κα­τα­δι­κα­στή­κα­τε σὲ θά­να­το. Ὅ­μως εἶ­ναι κα­θῆ­κον μου νὰ σᾶς κα­θη­συ­χά­σω· νὰ σᾶς πλη­ρο­φο­ρή­σω δη­λα­δὴ ὅ­τι, κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ποι­νὴ μᾶλ­λον θε­ω­ρη­τι­κή.»

       «Θε­ω­ρη­τι­κή;»

       «Ἀ­κρι­βῶς. Θε­ω­ρη­τι­κή. Δι­ό­τι ὁ θά­να­τος, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δὲν ὑ­πάρ­χει.»

       «Τί ἐν­νο­εῖ­ται δὲν ὑ­πάρ­χει;»

       «Ἐν­νο­ῶ δὲν ὑ­πάρ­χει ὡς ποι­νή, ὡς τι­μω­ρί­α, ὡς τρα­γι­κὸ γε­γο­νός, πη­γὴ φό­βου καὶ ἀ­γω­νί­ας. Πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα κυ­ρια­ρχοῦν, παν­τοῦ στὸν κό­σμο, ἀ­νό­η­τες προ­κα­τα­λή­ψεις. Ἂς ἀ­φή­σου­με κα­τὰ μέ­ρος τὸ σω­μα­τι­κὸ πό­νο πού, του­λά­χι­στον στὴν πε­ρί­πτω­σή σας, κύ­ρι­ε Τρόλ, εἶ­ναι ἀ­νύ­παρ­κτος, λό­γῳ τῆς ἀρ­τι­ό­τη­τας τῶν ἐ­ξο­πλι­σμῶν μας.» Ἕ­να μι­κρὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ χα­μό­γε­λο. «Γιὰ τὸν ἠ­θι­κὸ πό­νο μι­λῶ, ποὺ φο­βᾶ­ται κα­νεὶς ἄ­δι­κα, ὅ­πως ἐλ­πί­ζω νὰ μπο­ρέ­σω νὰ σᾶς πεί­σω.

       »Γιὰ νὰ δοῦ­με, λί­γο: για­τί ὁ ἄν­θρω­πος φο­βᾶ­ται νὰ πε­θά­νει; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ἁ­πλού­στα­τη. Φο­βᾶ­ται για­τί με­τὰ ἀ­πὸ τὸ θά­να­τό του δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζεῖ πιά, δη­λα­δὴ νὰ κά­νει πράγ­μα­τα, νὰ βλέ­πει, νὰ ἀ­κού­ει κι ὅ,τι ἄλ­λο ἔ­κα­νε ἐ­νῶ ζοῦ­σε. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ τὸν δυ­σα­ρε­στεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μὰ γιὰ νὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ αἰ­σθά­νε­ται τὸν πό­νο εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο, conditio sine qua non, νὰ εἶ­ναι ζων­τα­νός. Συ­νε­πῶς ὁ νε­κρὸς δὲν ὑ­πο­φέ­ρει πιά, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει κὰν πί­κρες, νο­σταλ­γί­α καὶ τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­γω­νί­ες. Μὲ λί­γα λό­για, ὅ­ταν ἔ­χει ἔρ­θει ὁ θά­να­τος ὁ ἄν­θρω­πος δὲν στε­νο­χω­ρι­έ­ται ποὺ ἔ­χει πε­θά­νει. Ἠ­θι­κὸ δί­δαγ­μα: ἡ ἀρ­νη­τι­κὴ ὄ­ψη τοῦ θα­νά­του πού, σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μές, προ­κα­λεῖ τό­σο τρό­μο, εἶ­ναι μιὰ ἀ­νό­η­τη αὐ­τα­πά­τη.»

       Ὁ κύ­ριος Τρὸλ ἀν­τι­κρού­ει: «Εὔ­κο­λο νὰ τὸ λέ­τε, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, μὰ τὸ κα­κὸ μὲ τὸ θά­να­το δὲν εἶ­ναι μο­νά­χα ὅ­τι δὲ θὰ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι ἔ­κα­νες ὅ­ταν ἤ­σουν ζων­τα­νός. Εἶ­ναι κι ἡ πί­κρα ποὺ θ΄ἀ­φή­σεις ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­λους αὐ­τοὺς ποὺ ἀ­γα­πᾶς.»

       «Ὡ­ραί­α! Ἀ­κό­μη κι αὐ­τὴ τὴν πί­κρα, νε­α­ρέ μου, δὲ θὰ μπο­ρεῖ­τε πιὰ νὰ τὴ νι­ώ­σε­τε, ἀ­φοῦ θὰ εἶ­στε νε­κρός.»

       «Κι ὕ­στε­ρα, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, ποι­ός σᾶς λέ­ει ὅ­τι με­τὰ θά­να­τον δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα;»

       «Τὸ ἤ­ξε­ρα ὅ­τι θὰ τὸ πεῖ­τε αὐ­τό, κύ­ρι­ε Τρόλ. Μιὰ ἀν­τίρ­ρη­ση μᾶλ­λον δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη. Ἀ­κρι­βῶς ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ θέ­μα­τος.»

       «Σᾶς ἀ­κού­ω, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά.»

       «Ὡ­ραῖα. Προ­φα­νῶς, ὑ­πάρ­χουν δύο πε­ρι­πτώ­σεις: εἴ­τε ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη ζω­ὴ με­τὰ θά­να­τον, ὅ­ποι­α καὶ νὰ εἶ­ναι αὐ­τή, εἴ­τε δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα. Κα­τα­νο­η­τό. Ἁ­πλού­στα­το, θά ΄λε­γα. Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με τώ­ρα ὅ­τι ἐ­σεῖς…»

       «Ἀ­λή­θεια, ἐ­γώ…»

       «Σᾶς ξα­να­λέ­ω, μό­νο μιὰ ὑ­πό­θε­ση κά­νω, χω­ρὶς νὰ δι­α­κυ­βεύ­ον­ται οἱ προ­σω­πι­κές σας πε­ποι­θή­σεις. Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με δη­λα­δὴ ὅ­τι ἐ­σεῖς, κύ­ρι­ε Τρόλ, δὲν πι­στεύ­ε­τε στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ή. Σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση, ἂν βρεῖ­τε μιὰ ἄλ­λη ζω­ὴ θὰ εἶ­ναι μιὰ εὐ­χά­ρι­στη ἔκ­πλη­ξη πρὸς ὄ­φε­λός σας. Δὲ θὰ ἔ­χε­τε κα­νέ­να λό­γο νὰ πα­ρα­πο­νι­έ­στε. Δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἡ πί­κρα γιὰ τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να πρό­σω­πα ποὺ θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σε­τε θὰ με­τρια­στεῖ κα­τὰ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴν βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι κι αὐ­τά, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, θὰ τὰ συ­ναν­τή­σε­τε. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι ἡ πα­ρη­γο­ριὰ ὅ­τι θὰ ξα­να­βρεῖ­τε ἐ­κεῖ πέ­ρα συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους ποὺ ἔ­χουν πε­θά­νει πρὶν ἀ­πό σᾶς.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ, μὲ τὸ μα­λα­κό, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τοὺς συγ­γε­νεῖς…»

       «Ὤ! Σᾶς ζη­τῶ συ­γνώ­μη…», κά­νει ὁ δι­ευ­θυν­τής, ποὺ ξέ­χα­σε πὼς ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ ἕ­ναν συ­ζυ­γο­κτό­νο. «Πάν­τως, ὣς ἐ­δῶ δὲν νο­μί­ζω πὼς ὑ­πάρ­χουν ἀν­τιρ­ρή­σεις. Τώ­ρα ἂς ἐ­ξε­τά­σου­με τὸ ἄλ­λο ἐν­δε­χό­με­νο, δη­λα­δὴ ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά. Μά, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι οὔ­τε ἐ­σεῖς ὑ­πάρ­χε­τε, δὲν ὑ­πάρ­χει πι­θα­νό­τη­τα νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθεῖ­τε, ὅ­πως εἴ­δα­με ἤ­δη. Μὲ λί­γα λό­για: κα­μιὰ στε­νο­χώ­ρια. Ὁ­ρί­στε, λοι­πόν, για­τὶ ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀ­πελ­πι­σί­α ὅ­σων δὲν ἔ­χουν πί­στη στε­ρεῖ­ται κά­θε νο­ή­μα­τος.»

       «Πάν­τως, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά… Ὄ­χι πὼς εἶ­μαι τό­σο σκε­πτι­κι­στής… Ἔ­χω, μᾶλ­λον, τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι…»

       «Ὡ­ραι­ό­τα­τα. Ἂς πά­ρου­με τώ­ρα τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ πι­στεύ­ει στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ή. Κα­τὰ πρώ­τον εἶ­ναι λο­γι­κό, λό­γῳ αὐ­τῆς του τῆς πε­ποί­θη­σης, νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸ θά­να­το μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ἠ­ρε­μί­α. Ἐ­λᾶ­τε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὴ στιγ­μὴ ποὺ δι­α­σχί­ζει τὸ πε­ρί­φη­μο σύ­νο­ρο. Προ­χω­ρά­ει· τὸ πέ­ρα­σε· κοι­τά­ζει γύ­ρω του· ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα, ἴ­σως μὲ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ μορ­φή, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει. Ἡ πί­στη του τὸν ἀν­τά­μει­ψε, νιώ­θει πα­ρη­γο­ρη­μέ­νος καὶ ἀ­παλ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ κά­θε ὑ­λι­κὸ βά­ρος· ἴ­σως καὶ νὰ βρεῖ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ μά­ται­α ἔ­ψα­ξε στὴ γῆ.

       »Καὶ νά ΄μα­στε δεύ­τε­ρη φο­ρὰ μπρὸς στὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἐν­δε­χό­με­νο: ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ πι­στεύ­ει στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ὴ πε­θαί­νει μὰ ἐ­κεῖ πέ­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα· ὡ­στό­σο, ὅ­λα πᾶ­νε ρο­λό­ι: δὲν τὸν ἔ­χει ἐ­ξα­πα­τή­σει κα­νείς. Γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με ἔ­τσι: δὲν ὑ­πῆρ­ξε χρό­νος καὶ τρό­πος γιὰ δι­ά­ψευ­ση. Γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο βρί­σκο­μαι μα­ζί σας, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Τρόλ: ἡ πί­στη, ὅ­πως καὶ νὰ τὸ κά­νου­με, θὰ εἶ­ναι πάν­τα σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση.»

       «Ἕ­να σί­γου­ρο στοί­χη­μα, ἔ;»

       «Βλέ­πω ἔ­χου­με δι­α­βά­σει Πα­σκάλ! Σᾶς συγ­χαί­ρω γι΄ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ γιὰ νὰ σᾶς ἐ­ξη­γή­σω κα­λύ­τε­ρα αὐ­τὲς τὶς σκέ­ψεις, για­τί δὲν κά­νου­με μιὰ δο­κι­μή;»

       «Τί δο­κι­μή;»

       «Κά­τι σὰν συμ­βο­λι­κὴ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ δρώ­με­νο, μιὰ ζων­τα­νὴ ἐ­πε­ξή­γη­ση, ἕ­να εἶ­δος παι­χνι­διοῦ.»

       «Τί θὰ πρέ­πει νὰ κά­νω;»

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πι­έ­ζει τὸ κουμ­πὶ τῆς ἐν­δο­ε­πι­κοι­νω­νί­ας. Μιὰ βρα­χνὴ φω­νὴ ἀ­παν­τᾶ μέ­σα ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ή: «Δι­α­τάξ­τε, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά!»

       «Νὰ μοῦ στεί­λε­τε ἀ­μέ­σως τὴ Φι­ο­ρέλ­λα.»

       Ὁ κα­τά­δι­κος εἶ­ναι ἀ­νή­συ­χος. «Κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, νο­μί­ζω ὅ­τι δι­και­οῦ­μαι νὰ ξέ­ρω. Σὲ τί συ­νί­στα­ται αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση; Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ο κόλ­πο.»

       «Κόλ­πο; Ὄ­χι δά! Ὁ σκο­πὸς εἶ­ναι νὰ σᾶς κα­θη­συ­χά­σω. Μέ­χρι τώ­ρα εἴ­πα­με μό­νο λό­για. Στὰ λό­για ὅ­λα κα­λὰ· πρῶ­τος ἐ­γὼ τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζω. Αὐ­τὸ ποὺ θὰ κά­νου­με τώ­ρα εἶ­ναι μιὰ δο­κι­μὴ στὴν πρά­ξη. Σκε­φτεῖ­τε τὶς δι­α­στη­μι­κὲς πτή­σεις: πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐ­κτό­ξευ­ση οἱ κο­σμο­ναῦ­τες κλεί­νον­ται μέ­σα σὲ μιὰ δι­α­στη­μι­κὴ κά­ψου­λα γιὰ νὰ κα­τα­νο­ή­σουν, νὰ συ­νη­θί­σουν καὶ νὰ ἐ­ξοι­κει­ω­θοῦν μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Ἀλ­λὰ ἡ κά­ψου­λα δὲν ἀ­να­χω­ρεῖ, δὲν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ος κίν­δυ­νος. Τὸ ἴ­διο καὶ μὲ σᾶς. Αὐ­τὴ ἡ δο­κι­μή, σᾶς τὸ ξα­να­λέω, θὰ ξε­κα­θα­ρί­σει τὶς σκέ­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ κα­τά­στα­ση. Σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι με­τὰ θὰ αἰ­σθά­νε­στε πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα. Δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νά… Ὤ, νά καὶ ἡ κα­λή μας ἡ Φι­ο­ρέλ­λα!»

       Ἔ­χει μπεῖ στὸ δω­μά­τιο μιὰ κο­πέ­λα γύ­ρω στὰ εἴ­κο­σι· ὡ­ραι­ό­τα­τη καὶ προ­κλη­τι­κή. Φο­ρά­ει μιὰ πο­λὺ κον­τὴ φού­στα καὶ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸ ντε­κολ­τέ. Μιὰ εἰ­κό­να, ἂν μή τι ἄλ­λο, ἀ­πί­στευ­τη στὴ φυ­λα­κὴ τοῦ θα­νά­του.

       «Θε­ω­ρῶ πε­ριτ­τὲς τὶς συ­στά­σεις», πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ δι­ευ­θυν­τής, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν κα­τά­δι­κο. «Ἡ Φι­ο­ρέλ­λα μας εἶ­ναι εἰ­δι­κὴ σὲ αὐ­τὰ τὰ μι­κρὰ σκη­νι­κὰ δρώ­με­να. Ἡ Φι­ο­ρέλ­λα μας, στὴν πε­ρί­πτω­σή μας, συμ­βο­λί­ζει —κάλ­λι­στα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νεὶς ἐν­σαρ­κώ­νει—, τὴν ἄλ­λη ζω­ή. Καί, ἀ­κρι­βῶς γι΄ αὐ­τό, τώ­ρα ἀ­πο­σύ­ρε­ται… Τὰ λέ­με Φι­ο­ρέλ­λα…»

       Ἡ κο­πέ­λα ἀ­πευ­θύ­νει στὸν κα­τά­δι­κο ἕ­να ξε­δι­άν­τρο­πο χα­μό­γε­λο, τοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι καὶ με­τὰ βγαί­νει ἀπ΄τὸ δω­μά­τιο.

       Δι­ευ­θυν­τὴς καὶ δρά­στης μέ­νουν ξα­νὰ μό­νοι.

       «Αὐ­τὴ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα;» ρω­τά­ει ὁ κύ­ριος Τρόλ, κά­νον­τας μιὰ κί­νη­ση μὲ νό­η­μα.

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς γε­λά­ει. «Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α, φυ­σι­κὰ · ἂν τύ­χει ἡ πε­ρί­πτω­ση… Τώ­ρα θὰ κα­τα­λά­βε­τε πό­σο ἁ­πλὰ εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα. Βλέ­πε­τε ἐ­κεί­νη τὴν πόρ­τα; Δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ τὴν ἀ­νοί­ξε­τε καὶ νὰ πε­ρά­σε­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο.Τώ­ρα, ἴ­σως ἀ­πὸ ἐ­κεῖ νὰ εἶ­ναι τὸ σκο­τά­δι. Τὸ σκο­τά­δι θὰ σή­μαι­νε τὸ τί­πο­τα. Μὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι καὶ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα ποὺ σᾶς πε­ρι­μέ­νει. Δὲν εἶ­ναι, ἀ­λή­θεια, εὑ­ρη­μα­τι­κὴ ἀλ­λη­γο­ρί­α;»

       «Κι ἂν βρε­θῶ στὸ σκο­τά­δι; Ἐ­γώ…»

       «Ἐ­σεῖς, τί­πο­τα, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Τρόλ. Σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση, ἀ­φοῦ δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, θὰ γυ­ρί­σε­τε ὡ­ραῖ­α-ὡ­ραῖ­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Δὲν εἶ­ναι ἁ­πλό; Νο­μί­ζω τώ­ρα ὅ­τι ἀ­πὸ κεῖ εἶ­ναι ὅ­λα ἕ­τοι­μα.»

       «Καὶ ποι­ός ἀ­πο­φα­σί­ζει; Θέ­λω νὰ πῶ: ποι­ός κα­θο­ρί­ζει ἐ­ὰν θὰ βρῶ σκο­τά­δι ἢ τὴν κο­πέ­λα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ; Ἐ­σεῖς τὸ ἀ­πο­φα­σί­ζε­ται, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά;»

       «Κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὄ­χι. Ἡ κο­πέ­λα τὸ ἀ­πο­φα­σί­ζει. Καὶ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­πρό­βλε­πτο πλά­σμα στὸν κό­σμο. Ἐμ­πρός, κου­ρά­γιο. Δο­κι­μά­ζου­με;»

       Ὁ κα­τά­δι­κος ση­κώ­νε­ται καὶ μὲ ἀ­βέ­βαι­α βή­μα­τα πλη­σιά­ζει πρὸς τὴν πόρ­τα. Πιά­νει δι­στα­κτι­κὰ τὸ πό­μο­λο, τὸ γυ­ρί­ζει ἀρ­γά, σπρώ­χνει μὲ πολ­λὴ προ­σο­χὴ τὸ πορ­τό­φυλ­λο. Δι­α­κρί­νει μιὰ λε­πί­δα ἀ­πὸ φῶς, μιὰ σχι­σμή, μιὰ λάμ­ψη στὸ ρὸζ χρῶ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σάρ­κας.

       Ἀ­κρι­βῶς τό­τε, ἀ­πὸ μιὰ ἐ­λά­χι­στη χα­ρα­γὴ —κα­λὰ κρυμ­μέ­νη στὸν τοῖ­χο, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ γρα­φεί­ου—, ἕ­νας δει­νὸς σκο­πευ­τὴς πυ­ρο­βο­λεῖ καὶ σκο­τώ­νει τὸν κύ­ριο Τρὸλ μὲ μιὰ βο­λὴ στὸν αὐ­χέ­να.


Δραματοποίηση: Filippo Tognazzo


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Οἱ χα­μέ­νες μέ­ρες


05-buzzati-oichamenesmeres-mtf-apotaitalikap-fournarisl363-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Οἱ χα­μέ­νες μέ­ρες

(I giorni perduti)


02-OmikronΕΡΝΕΣΤΟ ΚΑΖΙΡΑ, με­ρι­κὲς ἡ­μέ­ρες με­τὰ τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή του στὴν πο­λυ­τε­λῆ βί­λα, ἐ­πι­στρέ­φον­τας, δι­έ­κρι­νε ἀ­πὸ μα­κριὰ ἕ­ναν ἄν­δρα μ΄ ἕ­να κι­βώ­τιο στὶς πλά­τες… Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ μιὰ πλα­ϊ­νὴ πορ­τού­λα τοῦ μαν­τρό­τοι­χου καὶ τὸ φόρ­τω­νε σ΄ ἕ­να φορ­τη­γό.

       Δὲν τὸν προ­λά­βαι­νε πρὶν φύ­γει. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε, λοι­πόν, μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸ φορ­τη­γὸ ἔ­κα­νε πο­λὺ δρό­μο μέ­χρι τὶς ἀ­πό­μα­κρες πα­ρυ­φὲς τῆς πό­λης καὶ στα­μά­τη­σε στὸ χεῖ­λος μιᾶς χα­ρά­δρας.

       Ὁ Κα­ζί­ρα κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ ἁ­μά­ξι καὶ πῆ­γε νὰ δεῖ. Ὁ ἄ­γνω­στος ξε­φόρ­τω­σε τὸ κι­βώ­τιο ἀ­πὸ τὸ φορ­τη­γὸ καί, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, τὸ πέ­τα­ξε στὴν τά­φρο ποὺ ἦ­ταν ξέ­χει­λη ἀ­πὸ χι­λιά­δες ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α κι­βώ­τια.

       Πλη­σί­α­σε τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ρώ­τη­σε: «Σὲ εἶ­δα νὰ βγά­ζεις ἐ­κεῖ­νο τὸ κι­βώ­τιο ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο μου. Τί εἶ­χε μέ­σα; Καὶ τί εἶ­ναι ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ κι­βώ­τια;»

       Ἐ­κεῖ­νος τὸν κοί­τα­ξε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε: «Ἔ­χω κι ἄλ­λα στὸ φορ­τη­γὸ γιὰ πέ­τα­μα. Δὲν τὸ ξέ­ρεις; Εἶ­ναι οἱ μέ­ρες.»

       «Ποι­ὲς μέ­ρες;»

       «Οἱ μέ­ρες σου.»

       «Οἱ μέ­ρες μου;»

       «Οἱ χα­μέ­νες σου μέ­ρες. Οἱ μέ­ρες ποὺ ἔ­χα­σες. Δὲν τὶς πε­ρί­με­νες, ἔ; Ἦρ­θαν. Τί ἔ­κα­νες γιὰ αὐ­τές; Κοί­τα­ξέ τες, εἶ­ναι ἀ­νέ­πα­φες, ἀ­κό­μα ζω­η­ρές. Καὶ τώ­ρα…»

       Ὁ Κα­ζί­ρα κοί­τα­ξε. Τὰ κι­βώ­τια σχη­μά­τι­ζαν ἕ­να πε­λώ­ριο σω­ρό. Κα­τέ­βη­κε τὴν πλα­γιὰ κι ἄ­νοι­ξε ἕ­να.

       Μέ­σα ἦ­ταν ἕ­νας φθι­νο­πω­ρι­νὸς δρό­μος καὶ στὸ βά­θος ἡ Γκρα­τσι­έλ­λα, ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά του, ποὺ ἔ­φευ­γε ὁ­ρι­στι­κά. Κι αὐ­τὸς οὔ­τε κὰν τὴν κα­λοῦ­σε.

       Ἄ­νοι­ξε ἕ­να δεύ­τε­ρο. Ἦ­ταν ἕ­να δω­μά­τιο νο­σο­κο­μεί­ου καὶ στὸ κρε­βά­τι ὁ ἀ­δελ­φός του, ὁ Τζό­σου­α, ποὺ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος καὶ τὸν πε­ρί­με­νε· αὐ­τὸς ὅ­μως ἔ­τρε­χε γιὰ τὶς δου­λει­ές του.

       Ἄ­νοι­ξε ἕ­να τρί­το. Στὸ κάγ­κε­λο τοῦ πα­λιοῦ φτω­χι­κοῦ σπι­τιοῦ στε­κό­ταν ὁ Ντιούκ, ὁ πι­στὸς μο­λοσ­σός, ποὺ τὸν πε­ρί­με­νε ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ χρό­νια, πα­ρα­τη­μέ­νος, πε­τσὶ καὶ κόκ­κα­λο. Μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν σκε­φτό­ταν νὰ γυ­ρί­σει.

       Αἰ­σθάν­θη­κε ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ στο­μά­χι. Ὁ ἐκ­φορ­τω­τὴς στε­κό­ταν στη­τὸς στὸ χεῖ­λος τῆς χα­ρά­δρας, ψυ­χρὸς σὰν ἐ­κτε­λε­στής.

       «Κύ­ρι­ε!» φώ­να­ξε ὁ Κα­ζί­ρα. «Ἀ­κοῦ­στέ με. Ἀ­φῆ­στέ με νὰ πά­ρω μό­νο αὐ­τὰ τὰ τρί­α κι­βώ­τια. Σᾶς ἱ­κε­τεύ­ω. Μό­νο αὐ­τὰ τὰ τρί­α. Εἶ­μαι πλού­σιος. Θὰ σᾶς δώ­σω ὅ,τι θέ­λε­τε.»

       Ὁ ἐκ­φορ­τω­τὴς ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι σὰν νὰ ἔ­δει­χνε ἕ­να ἀ­πρό­σι­το μέ­ρος, σὰν νὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά, ὅ­τι κα­μιὰ βελ­τί­ω­ση δὲν ἦ­ταν πι­θα­νή. Με­τὰ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὡς διὰ μα­γεί­ας καὶ μο­νο­μιᾶς ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε κι ὁ γι­γαν­τια­ῖος σω­ρὸς τῶν μυ­στη­ρι­ω­δῶν κι­βω­τί­ων. Καὶ ἡ σκιὰ τῆς νύ­χτας ἔ­πε­φτε.


Δραματοποίηση: Monica Mainardi


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.