Πρίμο Λέβι (Privo Levi): Ἕνα ἥσυχο ἀστέρι


Πρί­μο Λέ­βι (Primo Levi)


Ἕ­να ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι

(Una stella tranquilla)


Ε ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ τοῦ σύμ­παν­τος, πο­λὺ μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, ζοῦ­σε κά­πο­τε ἕ­να ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι ποὺ κι­νοῦν­ταν ἥ­συ­χα στὸ βά­θος τῆς ἀ­βύσ­σου, τρι­γυ­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ ἕ­να πλῆ­θος ἥ­συ­χων πλα­νη­τῶν γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους δὲν ἔ­χου­με τί­πο­τα νὰ ποῦ­με. Τὸ ἀ­στέ­ρι αὐ­τὸ ἦ­ταν πο­λὺ με­γά­λο καὶ ζε­στό, τὸ βά­ρος του τε­ρά­στιο – κι ἐ­δῶ ἀρ­χί­ζουν οἱ δυ­σκο­λί­ες μας ὡς ἀ­φη­γη­τές. Γρά­ψα­με «πο­λὺ μα­κριά», «με­γά­λο», «ζε­στό», «τε­ρά­στιο»: ἡ Αὐ­στρα­λί­α εἶ­ναι πο­λὺ μα­κριά, ἕ­νας ἐ­λέ­φαν­τας εἶ­ναι με­γά­λος κι ἕ­να σπί­τι ἀ­κό­μη με­γα­λύ­τε­ρο, σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ ἔ­κα­να ἕ­να ζε­στὸ μπά­νιο, τὸ Ἔ­βε­ρε­στ εἶ­ναι τε­ρά­στιο. Φαί­νε­ται ξε­κά­θα­ρα ὅ­τι κά­τι στὸ λε­ξι­κό μας δὲν λει­τουρ­γεῖ.

        Πραγ­μα­τι­κά, ἂν εἶ­ναι νὰ γρά­ψου­με αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα θὰ χρει­α­στοῦ­με τὸ θάρ­ρος νὰ σβή­σου­με ὅ­λα τα ἐ­πί­θε­τα ποὺ ἔ­χουν τὴν τά­ση νὰ δη­μι­ουρ­γοῦν σα­στι­μά­ρα – θὰ προ­ξε­νοῦ­σαν τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πο­τέ­λε­σμα, δη­λα­δὴ θὰ ὑ­πο­βάθ­μι­ζαν τὴν ἀ­φή­γη­ση. Γιὰ νὰ μι­λή­σου­με γιὰ τὰ ἀ­στέ­ρια ἡ γλώσ­σα μας εἶ­ναι ἀ­νε­παρ­κὴς καὶ γιὰ γέ­λια, εἶ­ναι σὰν νὰ θέ­λου­με νὰ ὀρ­γώ­σου­με τὴ γῆ μὲ ἕ­να φτε­ρό. Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ γλώσ­σα ποὺ γεν­νή­θη­κε μα­ζί μας, κα­τάλ­λη­λη νὰ πε­ρι­γρά­φει, πά­νω-κά­τω, ἀν­τι­κεί­με­να μὲ μέ­γε­θος καὶ διάρκεια ὅ­σο κι ἐ­μεῖς· στὰ δι­κά μας μέ­τρα, ἀν­θρώ­πι­νη. Δὲν πά­ει πιὸ πέ­ρα ἀ­πὸ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ αἰ­σθή­σεις μας. Μέ­χρι καὶ δι­α­κό­σια, τρι­α­κό­σια χρό­νια πρὶν μι­κρὸ ἦ­ταν τὸ ἄ­κα­ρι τῆς ψώ­ρας. Δὲν ὑ­πῆρ­χε τί­πο­τα πιὸ μι­κρό, καὶ γιὰ αὐ­τό, δὲν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε ἐ­πί­θε­το γιὰ νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψει. Με­γά­λα, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη —τὸ ἴ­διο με­γά­λα— ἦ­ταν ἡ θά­λασ­σα καὶ ὁ οὐ­ρα­νός, ζε­στὴ ἦ­ταν ἡ φω­τιά. Μό­λις τὸ 1700 δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ ἀ­νάγ­κη νὰ εἰ­σά­γου­με στὴν κα­θη­με­ρι­νή μας γλώσ­σα ἕ­ναν ὄ­ρο κα­τάλ­λη­λο νὰ με­τρά­ει ‘’πο­λυ”-ά­ριθ­μα ἀν­τι­κεί­με­να καὶ μὲ λί­γη φαν­τα­σί­α ἐ­πι­νο­ή­θη­κε τὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ριο. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ ἀ­κό­μη λι­γό­τε­ρη φαν­τα­σί­α, ἐ­πι­νο­ή­θη­κε τὸ δι­σε­κα­τομ­μύ­ριο, χω­ρὶς κὰν νὰ μποῦ­με στὸν κό­πο νὰ ὁ­ρί­σου­με τὴν ἀ­κρι­βὴ του ἔν­νοι­α, ἔ­τσι ποὺ ὁ ὅ­ρος ἔ­χει σή­με­ρα δι­α­φο­ρε­τι­κὲς ἀ­ξί­ες σὲ δι­ά­φο­ρες χῶ­ρες.

        Οὔ­τε μὲ τὸν ὑ­περ­θε­τι­κὸ βαθ­μὸ κά­νου­με με­γά­λη πρό­ο­δο – πό­σες φο­ρὲς ψη­λό­τε­ρος ἀ­πὸ ἕ­να ψη­λὸ πύρ­γο εἶ­ναι ἕ­νας πο­λὺ ψη­λὸς πύρ­γος; Οὔ­τε μπο­ροῦ­με νὰ ἐλ­πί­ζου­με στὴν βο­ή­θεια “με­ταμ­φι­ε­σμέ­νων” ὑ­περ­θε­τι­κῶν ὅ­πως «τε­ρά­στιος, κο­λοσ­σια­ῖος, ἐκ­πλη­κτι­κός». Γιὰ νὰ δι­η­γη­θοῦ­με τὰ πράγ­μα­τα ποὺ θέ­λου­με νὰ δι­η­γη­θοῦ­με ἐ­δῶ, τὰ ἐ­πί­θε­τα αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­στι­κὰ ἀ­κα­τάλ­λη­λα, για­τὶ τὸ ἀ­στέ­ρι μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­κι­νή­σα­με ἦ­ταν δέ­κα φο­ρὲς πιὸ με­γά­λο ἀ­πὸ τὸν δι­κό μας Ἥ­λιο, καὶ ὁ Ἥ­λιος εἶ­ναι «πολ­λὲς» φο­ρὲς πιὸ με­γά­λος καὶ πιὸ βα­ρὺς ἀ­πὸ τὴ Γῆ μας, ἔ­τσι ποὺ τε­λι­κά τὸ μέ­γε­θός του ὑ­περ­βαί­νει τό­σο πο­λύ τὰ δι­κά μας μέ­τρα ποὺ μπο­ροῦ­με νὰ τὸν πα­ρα­στή­σου­με μό­νο μὲ μιὰ βε­βι­α­σμέ­νη προ­σπά­θεια τῆς φαν­τα­σί­ας. Ὑ­πάρ­χει βέ­βαι­α ἡ γλώσ­σα τῶν ἀ­ριθ­μῶν —κομ­ψὴ καὶ λε­πτή— οἱ πί­να­κες τῶν δυ­νά­με­ων τοῦ δέ­κα, ἀλ­λὰ τό­τε δὲν θὰ ἀ­φη­γού­μα­σταν αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸ τρό­πο ποὺ ἡ ἴ­δια θέ­λει νὰ τὸ κά­νει: σὰν ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, δη­λα­δή, ποὺ θὰ ξυ­πνοῦ­σε ἀ­πό­η­χους καὶ ποὺ μέ­σα της ὁ κα­θέ­νας μας θὰ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε ἀ­λή­θει­ες γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του καὶ τὸ ἀν­θρώ­πι­νο γέ­νος.

        Αὐ­τὸ τὸ ἥ­συ­χο ἀ­στέ­ρι, λοι­πόν, δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ τό­σο ἥ­συ­χο. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ με­γά­λο – στὴν μα­κρι­νὴ πρώ­τη πρά­ξη, τό­τε ποὺ δη­μι­ουρ­γή­θη­καν τὰ πάν­τα, τοῦ εἶ­χε τύ­χει μιὰ βα­ριὰ κλη­ρο­νο­μιά. Ἴ­σως πά­λι νὰ εἶ­χε στὴν καρ­διά του μιὰ δυσ­λει­τουρ­γί­α ἢ μιὰ μό­λυν­ση ὅ­πως συμ­βαί­νει σὲ με­ρι­κοὺς ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Εἶ­ναι συ­νη­θι­σμέ­νο με­τα­ξύ τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν νὰ καῖ­νε ἥ­συ­χα τὸ ὑ­δρο­γό­νο ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο φτι­ά­χτη­καν δω­ρί­ζον­τας γεν­ναι­ό­δω­ρα ἐ­νέρ­γεια στὸ κε­νό, μέ­χρι ποὺ με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἕ­να ἀ­ξι­ο­πρε­πὲς ὑ­πό­λειμ­μα καὶ τε­λει­ώ­νουν τὴν κα­ρι­έ­ρα τους ὡς τα­πει­νοὶ λευ­κοὶ νά­νοι. Τὸ ὑ­πὸ συ­ζή­τη­ση ἀ­στέ­ρι, ὡ­στό­σο, ὅ­ταν πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­σή του καὶ τὴ γέν­νη­ση τῶν συν­τρό­φων του, ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­ραι­ώ­νει. Δὲν ἦ­ταν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο μὲ τὴ μοί­ρα του κι ἔ­γι­νε νευ­ρι­κό, ἀ­νή­συ­χο, ἀ­ει­κί­νη­το· σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ ἡ ἀ­νη­συ­χί­α του αὐ­τὴ ἔ­γι­νε ὁ­ρα­τὴ σὲ μᾶς, τοὺς “πο­λὺ” μα­κρι­νοὺς καὶ συ­νά­μα ἐγ­κλω­βι­σμέ­νους σὲ μιὰ “πο­λὺ” σύν­το­μη ζω­ή.

        Τὴν ἀ­νη­συ­χί­α αὐ­τὴ τὴν ἀν­τι­λή­φθη­καν οἱ Ἄ­ρα­βες καὶ οἱ Κι­νέ­ζοι ἀ­στρο­νό­μοι – ὄ­χι οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι. Οἱ Εὐ­ρω­παῖ­οι ἐ­κεί­νων τῶν και­ρῶν (δύ­σκο­λοι και­ροί) ἦ­σαν τό­σο πε­πει­σμέ­νοι ὅ­τι τὸ στε­ρέ­ω­μα ἦ­ταν ἀ­με­τά­βλη­το —βα­σί­λει­ο καὶ ὑ­πό­δειγ­μα τῆς μὴ με­τα­βλη­τό­τη­τας— ποὺ τὸ θε­ω­ροῦ­σαν μά­ται­ο καὶ βλά­σφη­μο νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ κα­τα­λά­βουν τὶς ἀλ­λα­γές του· ἐξ ὁ­ρι­σμοῦ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ ὑ­πάρ­χουν. Ὅ­μως ἕ­νας Ἄ­ρα­βας πα­ρα­τη­ρη­τής, ὁ­πλι­σμέ­νος μό­νον μὲ τὴν κα­λή του ὅ­ρα­ση, μὲ ὑ­πο­μο­νὴ καὶ μὲ ἀ­γά­πη νὰ γνω­ρί­σει τὰ δη­μι­ουρ­γή­μα­τα τοῦ θε­οῦ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­στέ­ρι, ποὺ τὸ εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει μὲ τὸν και­ρό, δὲν ἦ­ταν ἀ­κί­νη­το. Τὸ εἶ­χε προ­σέ­ξει πρὶν τριά­ντα χρό­νια κι εἶ­χε πα­ρα­τη­ρή­σει ὅ­τι ἡ φω­τει­νό­τη­τά του κυ­μαι­νό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ με­γέ­θη τέσ­σε­ρα καὶ ἕ­ξι, ἀ­πὸ τοὺς ἕ­ξι βαθ­μοὺς φω­τει­νό­τη­τας ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ ποὺ εἶ­χαν κα­θο­ρι­στεῖ, πολ­λοὺς αἰ­ῶ­νες πρίν, ἀ­πὸ ἕ­ναν Ἕλ­λη­να, ὅ­μοι­α φι­λό­πο­νο ὅ­σο ὁ Ἄ­ρα­βας, ποὺ πί­στευ­ε ὅ­τι τὸ νὰ κοι­τᾶς τὰ ἀ­στέ­ρια εἶ­ναι ἕ­νας δρό­μος ποὺ σὲ πη­γαί­νει μα­κριά. Ὁ Ἄ­ρα­βας αἰ­σθα­νό­ταν κά­πως ὅ­πως καὶ τὸ ἀ­στέ­ρι του. Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ ἐ­πι­βάλ­λει τὸ δι­κό του ση­μά­δι καὶ στὶς ση­μει­ώ­σεις του τὸ εἶ­χε ὀ­νο­μά­σει ἡ Al-Ludra, ποὺ στὴ δι­ά­λε­κτό του ση­μαί­νει ἡ «Ἰ­δι­ό­τρο­πη». Ἡ Al-Ludra τα­λαν­τευ­ό­ταν ἀλ­λὰ ὄ­χι μὲ κα­νο­νι­κό­τη­τα, ὄ­χι ὅ­πως ἕ­να ἐκ­κρε­μές, ἀλ­λὰ σὰν κά­ποι­ον ποὺ εἶ­ναι μπερ­δε­μέ­νος ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ ἐ­πι­λο­γές. Ὁ­λο­κλή­ρω­νε τὸν κύ­κλο της ἄλ­λο­τε σὲ ἕ­να χρό­νο, ἄλ­λο­τε σὲ δύ­ο, ἄλ­λο­τε σὲ πέν­τε καὶ – ὄ­χι πάν­τα – στὸ λι­γό­στε­μά της στα­μα­τοῦ­σε στὴν φω­τει­νό­τη­τα με­γέ­θους 6 ποὺ εἶ­ναι καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α ὁ­ρα­τὴ μὲ γυ­μνὸ μά­τι – μὲ ἄλ­λα λό­για με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν ἐν­τε­λῶς. Ὁ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὸς Ἄ­ρα­βας μέ­τρη­σε ἑ­πτὰ κύ­κλους πρὶν πε­θά­νει. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν μα­κρό­χρο­νη, μὰ ἡ ζω­ὴ ἑ­νὸς ἀν­θρώ­που εἶ­ναι θλι­βε­ρὰ σύν­το­μη σὲ σύγ­κρι­ση μὲ κεί­νη ἑ­νὸς ἀ­στε­ριοῦ, ἀ­κό­μη κι ἂν αὐ­τὸ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται ἔ­τσι ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γεῖ ὑ­πο­ψί­ες σχε­τι­κὰ μὲ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τά του. Με­τὰ τὸ θά­να­το τοῦ Ἄ­ρα­βα, ἡ Al-Ludra, ἂν καὶ εἶ­χε πιὰ ὄ­νο­μα, δὲν τρα­βοῦ­σε πλέ­ον τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, για­τί τὰ εὐ­με­τά­βλη­τα ἀ­στέ­ρια εἶ­ναι πολ­λὰ κι ἐ­πει­δή, ἀ­πὸ τὸ 1750, εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἕ­να ση­μα­δά­κι μό­λις ὁ­ρα­τὸ καὶ μὲ τὰ κα­λύ­τε­ρα τη­λε­σκό­πια τῆς ἐ­πο­χῆς. Μὰ τὸ 1950 (καὶ τὸ μή­νυ­μα ἔ­φτα­σε μό­λις τώ­ρα) ἡ ἀρ­ρώ­στια, ποὺ πρέ­πει νὰ τὴν ἔ­τρω­γε ἀ­πὸ μέ­σα, ἔ­φτα­σε σὲ ἕ­να κρί­σι­μο ση­μεῖ­ο, κι ἐ­δῶ, γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρά, μπαί­νει σὲ κρί­ση καὶ ἡ ἀ­φή­γη­ση – τώ­ρα δὲν εἶ­ναι μό­νο τὰ ἐ­πί­θε­τα ποὺ ἀ­πο­τυγ­χά­νουν, μὰ τὰ ἴ­δια τὰ γε­γο­νό­τα. Δὲν γνω­ρί­ζου­με ἀ­κό­μη πολ­λὰ γιὰ τὴν ἀ­κα­νό­νι­στη νε­κρα­νά­στα­ση τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν. Γνω­ρί­ζου­με ὅ­τι, ὄ­χι τό­σο σπά­νια, κά­τι γί­νε­ται στὸν ἀ­το­μι­κὸ μη­χα­νι­σμὸ μέ­σα στοὺς πυ­ρῆ­νες τῶν ἀ­στε­ρι­ῶν καὶ ὅ­τι τό­τε τὰ ἀ­στέ­ρια ἐ­κρή­γνυν­ται, ὄ­χι πλέ­ον στὴν κλί­μα­κα τῶν ἑ­κα­τομ­μυ­ρί­ων καὶ δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων χρό­νων, ἀλ­λὰ στὴν κλί­μα­κα τῶν ὡ­ρῶν καὶ τῶν λε­πτῶν. Ὅ­μως κα­τα­λα­βαί­νου­με κα­τὰ προ­σέγ­γι­ση μό­νο τὸ πῶς, ὄ­χι τὸ για­τί. Ἄς εἴ­μα­στε, λοι­πόν, εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ τὸ πῶς.

        Ὁ πα­ρα­τη­ρη­τής, ποὺ γιὰ κα­κή του τύ­χη, θὰ βρι­σκό­ταν στὶς 19 Ὀ­κτω­βρί­ου ἐ­κεί­νου τοῦ χρό­νου —στὶς 10 ἡ ὥ­ρα, μὲ τὰ δι­κά μας ρο­λό­για— πά­νω σε ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς πλα­νῆ­τες τῆς Al-Ludra, θὰ ἔ­βλε­πε “μπρο­στὰ στὰ μά­τια του”, ὅ­πως λέ­νε, τὸν ζω­ο­δό­τη ἥ­λιο νὰ φου­σκώ­νει, ὄ­χι λί­γο μὰ “πο­λύ”, καὶ δὲν θὰ ἦ­ταν πα­ρὼν γιὰ πο­λὺ ὥ­ρα μπρο­στά σὲ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα. Σὲ ἕ­να τέ­ταρ­το τῆς ὥ­ρας θὰ ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ ψά­ξει μά­ται­α νὰ βρεῖ κα­τα­φύ­γιο γιὰ νὰ προ­φυ­λα­χτεῖ ἀ­πὸ τὴν ἀ­νυ­πό­φο­ρη θερ­μό­τη­τα. Αὐ­τὸ μπο­ροῦ­με νὰ τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σου­με ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ κά­θε ὑ­πό­θε­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὸ μέ­γε­θος καὶ τὴ μορ­φὴ ἐ­κεί­νου τοῦ πα­ρα­τη­ρη­τῆ, ὑ­πὸ τὴν προϋ­πό­θε­ση ὅ­τι αὐ­τός, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς, θὰ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος ἀ­πὸ μό­ρια καὶ ἄ­το­μα. Μέ­σα σὲ μι­σὴ ὥ­ρα ἡ μαρ­τυ­ρί­α του, ὅ­πως κι οἱ μαρ­τυ­ρί­ες τῶν συν­τρό­φων του, θὰ ἔ­φτα­ναν στὸ τέ­λος. Γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σου­με αὐ­τὴ τὴν πε­ρι­γρα­φὴ πρέ­πει νὰ βα­σι­στοῦ­με πά­νω στὶς μαρ­τυ­ρί­ες τῶν γή­ι­νων ἐρ­γα­λεί­ων: σύμ­φω­να μὲ αὐ­τὰ τὸ συμ­βὰν ἔ­γι­νε, μέ­σα στὸν ἐγ­γε­νή του τρό­μο, μὲ “πο­λὺ” ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νο τρό­πο, κι ἐ­πι­πλέ­ον, κα­θυ­στέ­ρη­σε ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ μα­κρι­νοῦ του τα­ξι­διοῦ μέ­σα στὴν ἄ­βυσ­σο τοῦ φω­τὸς ποὺ τε­λι­κά μᾶς ἔ­φε­ρε τὸ νέ­ο.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, οἱ θά­λασ­σες καὶ οἱ πά­γοι (ἂν ὑ­πῆρ­χαν) τοῦ ὄ­χι πλέ­ον πιὸ ἥ­συ­χου πλα­νή­τη, ἄρ­χι­σαν νὰ βρά­ζουν· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τρεῖς ὧ­ρες ὅ­λοι του οἱ βρά­χοι ἔ­λι­ω­σαν καὶ τὰ βου­νὰ του κα­τέρ­ρευ­σαν σχη­μα­τί­ζον­τας πε­διά­δες λά­βας· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα ὁ­λό­κλη­ρος ὁ πλα­νή­της εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἀ­τμό, μα­ζὶ μὲ ὅ­λα τὰ κομ­ψὰ καὶ λε­πτά του δη­μι­ουρ­γή­μα­τα ποὺ ἕ­να συ­νον­θύ­λευ­μα τύ­χης καὶ ἀ­ναγ­και­ό­τη­τας εἶ­χαν δη­μι­ουρ­γή­σει ἐ­κεῖ μέ­σω τῆς δο­κι­μα­σί­ας δο­κι­μῆς καὶ σφάλ­μα­τος· καὶ μα­ζὶ μὲ ὅ­λους ἐ­κεί­νους τοὺς ποι­η­τὲς καὶ τοὺς σο­φοὺς ποὺ ἴ­σως εἶ­χαν με­λε­τή­σει τὸν οὐ­ρα­νὸ κι εἶ­χαν ἀ­να­ρω­τη­θεῖ σὲ τί χρη­σί­μευ­αν ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ φω­τί­τσες χω­ρὶς νὰ πά­ρουν πο­τὲ μί­αν ἀ­πάν­τη­ση. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ μέ­ρα ὅ­μοι­α μὲ τὶς δι­κές μας, ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἀ­στε­ριοῦ εἶ­χε φτά­σει μέ­χρι τὴν τρο­χιὰ τῶν πιὸ μα­κρι­νῶν πλα­νη­τῶν του, κα­τα­κλύ­ζον­τας τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ σκορ­πί­ζον­τας πρὸς κά­θε κα­τεύ­θυν­ση —μα­ζὶ μὲ τὰ συν­τρίμ­μια τῆς ἠ­ρε­μί­ας του—  κύ­μα­τα ἐ­νέρ­γειας καὶ τὴν εἴ­δη­ση τῆς με­τα­μόρ­φω­σης καὶ τῆς κα­τα­στρο­φῆς του.

        Ὁ Ρα­μὸν Ἐ­σκο­χίν­τα ἦ­ταν τριά­ντα τεσ­σά­ρων χρό­νων καὶ εἶ­χε δυ­ὸ ἀ­ξι­α­γά­πη­τα παι­διά. Μὲ τὴ σύ­ζυ­γό του εἶ­χε μιὰ σχέ­ση πε­ρί­πλο­κη καὶ τε­τα­μέ­νη. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν Πε­ρου­βια­νὸς κι ἐ­κεί­νη Αὐ­στρια­κῆς κα­τα­γω­γῆς, ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν μο­να­χι­κός, με­τρι­ό­φρων καὶ τεμ­πέ­λης, ἐ­κεί­νη φι­λό­δο­ξη κι ἀ­γα­ποῦ­σε τὴν κοι­νω­νι­κὴ ζω­ή. Ἀλ­λὰ τί κοι­νω­νι­κὴ ζω­ὴ μπο­ρεῖς νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι ἂν κα­τοι­κεῖς σὲ ἕ­να πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο σὲ ὑ­ψό­με­τρο χι­λί­ων ἐν­νια­κο­σί­ων μέ­τρων, μιὰ ὥ­ρα μὲ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἀ­πὸ τὴν κον­τι­νό­τε­ρη πό­λη καὶ τέσ­σε­ρα χι­λι­ό­με­τρα ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ ἰν­διά­νων, γε­μά­το σκό­νη τὸ κα­λο­καί­ρι καὶ πά­γο τὸ χει­μώ­να; Ἡ Τζούν­τιθ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ μι­σοῦ­σε τὸ σύ­ζυ­γό της, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴ μέ­ρα – με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ τὰ δυ­ὸ μα­ζί. Μι­σοῦ­σε τὴ σο­φί­α του καὶ τὴ συλ­λο­γὴ κο­χυ­λι­ῶν του, ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν πα­τέ­ρα τῶν παι­δι­ῶν της καὶ τὸν ἄν­δρα ποὺ βρι­σκό­ταν τὰ πρω­ι­νὰ κά­τω ἀ­πὸ τὰ σκε­πά­σμα­τα.

        Εἶ­χαν κα­τα­λή­ξει σὲ μιὰ εὔ­θραυ­στη συμ­φω­νί­α γιὰ ἐ­ξό­δους τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα. Μιὰ πα­ρα­σκευ­ὴ ἀ­πό­γευ­μα προ­ε­τοι­μά­ζον­ταν μὲ θο­ρυ­βώ­δη χα­ρὰ γιὰ τὴν ἐκ­δρο­μὴ τῆς ἑ­πό­με­νης μέ­ρας. Ἡ Τζούν­τιθ καὶ τὰ παι­διὰ ἀ­σχο­λοῦν­ταν μὲ τὶς προ­μή­θει­ες. Ὁ Ρα­μὸν ἀ­νέ­βη­κε στὸ πα­ρα­τη­ρη­τή­ριο γιὰ νὰ προ­ε­τοι­μά­σει τὶς βρα­δι­νὲς φω­το­γρα­φι­κὲς πλά­κες. Τὸ πρω­ὶ ξε­φορ­τώ­θη­κε μὲ δυ­σκο­λί­α τὰ παι­διὰ ποὺ τὸν κα­τέ­κλυ­ζαν μὲ χα­ρού­με­νες ἐ­ρω­τή­σεις. Πό­σο μα­κριὰ ἦ­ταν ἡ λί­μνη; Θὰ ἦ­ταν ἀ­κό­μη πα­γω­μέ­νη; Θὰ θυ­μό­ταν νὰ πά­ρει τὴν φου­σκω­τὴ βάρ­κα; Πῆ­γε στὸ σκο­τει­νὸ θά­λα­μο νὰ ἐμ­φα­νί­σει τὴν πλά­κα· τὴν στέ­γνω­σε καὶ τὴν το­πο­θέ­τη­σε μα­ζὶ μὲ μιὰ πα­ρό­μοι­α πλά­κα ποὺ τὴν εἶ­χε ἐμ­φα­νί­σει ἑ­πτὰ μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα. Τὶς ἐ­ξέ­τα­σε καὶ τὶς δυ­ὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μι­κρο­σκό­πιο. Ὅ­λα κα­λά. Ἦ­ταν ὅ­μοι­ες, μπο­ροῦ­σε νὰ φύ­γει ἥ­συ­χος. Ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­χε ἕ­ναν ἐν­δοια­σμό. Κοί­τα­ξε κα­λύ­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ὑ­πῆρ­χε κά­τι και­νούρ­γιο – ὄ­χι τί­πο­τα ση­μαν­τι­κό· ἕ­να ση­μα­δά­κι ποὺ μό­λις δι­α­κρι­νό­ταν, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε στὴν πα­λιὰ πλά­κα. Ὅ­ταν συμ­βαί­νουν τέ­τοι­α πράγ­μα­τα ἐ­νε­νῆν­τα ἐν­νέ­α στὰ ἑ­κα­τὸ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν κόκ­κο σκό­νης —κα­νεὶς δὲν δου­λεύ­ει σὲ ἀ­πο­στει­ρω­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον— ἢ γιὰ ἕ­να μι­κρὸ ἐ­λάτ­τω­μα τοῦ γα­λα­κτώ­μα­τος ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται γιὰ τὴν ἐμ­φά­νι­ση τῆς φω­το­γρα­φί­ας. Ὅ­μως ὑ­πάρ­χει ἐ­πί­σης μιὰ ἐ­λά­χι­στη πι­θα­νό­τη­τα νὰ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­ναν και­νο­φα­νὴ ἀ­στέ­ρα καὶ χρει­ά­ζε­ται νὰ κά­νεις μιὰ ἀ­να­φο­ρὰ πρὸς ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση. Ἀν­τί­ο ἐκ­δρο­μή, θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­πα­να­λά­βει τὴ φω­το­γρά­φι­ση τὶς δυ­ὸ ἑ­πό­με­νες μέ­ρες. Τί θὰ ἔ­λε­γε στὴν Τζούν­τιθ καὶ τὰ παι­διά;



Πηγή:

https://incontrotesto.files.wordpress.com/2011/09/una-stella-tranquilla_primo-levi.pdf

Ὁ Πρί­μο Λέ­βι (Primo Michele Levi) (Το­ρί­νο, 31 Ἰ­ου­λί­ου 1919 – Το­ρί­νο, 11 Ἀ­πρι­λί­ου 1987) ἦ­ταν Ἰ­τα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα, ποι­ή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ἦ­ταν παρ­τι­ζά­νος ἀν­τι­φα­σί­στας. Στὶς 13 Δε­κεμ­βρί­ου τοῦ 1943 συ­νε­λή­φθη ἀ­πὸ τοὺς φα­σί­στες στὴν Valle d’Aosta. Στὴν ἀρ­χὴ τὸν στεί­λα­νε σὲ ἕ­να στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης στὸ Fossoli καὶ τὸν Φε­βρουά­ριο τοῦ ἑ­πό­με­νου ἔ­τους στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης τοῦ Ἄ­ου­σβιτς, για­τὶ ἦ­ταν Ἑ­βραῖ­ος. Ἐ­πέ­ζη­σε ἀ­πὸ τὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης κι ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Ἰ­τα­λί­α ὅ­που ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε μὲ ἀ­φο­σί­ω­ση στὸ κα­θῆ­κον νὰ ἀ­φη­γη­θεῖ τὶς φρι­κα­λε­ό­τη­τες ποὺ εἶ­χε δεῖ καὶ εἶ­χε ζή­σει τὰ χρό­νια τοῦ ἐγ­κλει­σμοῦ του. Τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο ἔρ­γο του —καὶ τὸ πρῶ­το του— ἦ­ταν τὸ Se questo e un uomo: ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα ἀ­πὸ τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του στὸ στρα­τό­πε­δο συγ­κέν­τρω­σης τῶν Να­ζί – θε­ω­ρεῖ­ται κλα­σι­κό τῆς παγ­κό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας. Ἦ­ταν χη­μι­κὸς καὶ σὲ με­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ὑ­πάρ­χουν ἄ­με­σες καὶ ἔμ­με­σες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ αὐ­τὸν τὸν κλά­δο τῆς ἐ­πι­στή­μης.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Πλα­νό­δι­ο­ν (τχ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Πλα­νό­δι­ο­ν – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στή­ν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τώ­ν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγ­γρα­φεί­ς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Οἱ Γρί­λι­ες (ἐκδ. Βακ­χι­κό, 2020).


Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly): Τὸ Σύντομο Χρονικὸ τοῦ Κοριτσιοῦ…


Ρί­χαμ Άν­τλυ (Riham Adly)


Τό Σύν­το­μο Χρο­νι­κό τοῦ Κο­ρι­τσιοῦ,

εἰ­πω­μέ­νο ἀ­πό τήν Ρε­α­λί­στρια

ὡ­στό­σο Αἰ­σι­ό­δο­ξη Ἀ­φρι­κα­νί­δα Χαρ­το­ρί­χτρα

(The Brief Chronicled History of The Girl

as told by the Realist

but yet Optimistic African Fortune-teller)


ΟΡΙΤΣΙ, προ­τοῦ ὁ πα­τέ­ρας σου σέ φυ­τέ­ψει στήν μή­τρα τῆς μη­τέ­ρας σου, προ­τοῦ ἐγ­γρα­φοῦν τά δι­κά σου χρω­μο­σώ­μα­τα Χ καί ὄ­χι τά ὑ­γι­ῆ σου Υ ἤ­σουν στό νε­ρό, στόν ἀ­έ­ρα, στά στοι­χεῖ­α: ἕ­να τρι­ά­το­μο πού δέν ἀ­νῆ­κε οὔ­τε σέ φυ­λή, οὔ­τε σέ πα­τριά, οὔ­τε σέ κα­μιά νο­μα­δι­κή Kabilah.

        Στήν πρώ­τη σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Σοῦ δό­θη­κε τό ὄ­νο­μα Μα­ρί­α. Τσα­λα­βου­τοῦ­σες στή λά­σπη καί ἔ­παι­ζες μέ τόν Ἀμ­πτου­λάχ καί τόν Ἄμ­πελ. Κο­λυμ­ποῦ­σες στόν πο­τα­μό Μέ­ρεμπ τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἐ­ρυ­θραί­ας κον­τά στήν ἐκ­κλη­σιά σου, ἡ πε­ρι­έρ­γειά σου πάν­τα νά αἰ­ω­ρεῖ­ται ὅ­πως ἡ σπά­νια γα­λα­ζό­φτε­ρη λιμ­πε­λού­λα πρό­θυ­μη νά ἵ­πτα­ται ψη­λά μέ­σα στή βρο­χή. Γνώ­ρι­ζες πώς ἤ­σουν δι­α­φο­ρε­τι­κή ἀ­πό τίς ἀ­δελ­φές σου, τίς θει­ές μέ τά θλι­μέ­να μά­τια, καί ὅ­λους τούς συγ­γε­νεῖς σου. Ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρη, ἄ­τμη­τη, κά­θε ἴν­τσα τῆς σάρ­κας σου ἀ­κό­μη ὁ­λό­δι­κή σου. Ὅ­ταν ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα κι ἕ­να ἀ­πό τ’ ἀ­γό­ρια ἦ­ταν νά σέ νυμ­φευ­θεῖ, ἔ­δει­ξαν ἐ­κεῖ­νον τόν τό­πο ἀ­νά­με­σα στά πό­δια σου. Ἀ­κά­θαρ­τη, εἶ­παν. Ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος στό χω­ριό γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νά κά­νουν – με­τα­στρέ­φον­τάς σε σέ μιάν ἀ­π’ αὐ­τές, τό εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας πού ὁ Ἄμ­πελ καί ὁ Ἀμ­πτου­λάχ ἐγ­κρί­να­νε. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ἡ μα­μή τε­μά­χι­σε τήν κλει­το­ρί­δα σου, ὁ γυ­ναι­κό­κο­σμος βγῆ­κε ἔ­ξω, ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος, πε­ρή­φα­νος. Δέν ἀν­τι­στά­θη­κες για­τί εἶ­χες τό­ση ἐμ­πι­στο­σύ­νη, τό­σο με­γά­λη ἀ­γά­πη. Σκά­φτη­κες, βα­θού­λω­σες: ἀ­δει­α­σμέ­νη ἀ­π’ ὅ­λα πού σ’ ἔ­κα­ναν ἐ­σέ­να. Ἐ­σέ­να.

        Στήν δέ­υ­τε­ρή σου με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Ἤ­θε­λες νά ἀν­τι­στα­θεῖς σ΄ ὅ,τι κα­θο­ρι­ζό­ταν ὡς ἀ­γνό­τη­τά σου, ἀλ­λά ἡ ὑ­πο­τα­γή ἦ­ταν τό ἀν­τί­τι­μο τῆς ἐ­πι­βί­ω­σης. Ὁ πό­νος σου, χυ­μέ­νος τα­χύ­τε­ρα ἀ­πό τό αἷ­μα σου, γέ­μι­σε τόν πο­τα­μό Τά­να τῆς Κέ­νυ­ας. Ἁ­πλῶς, πέ­θα­νες.

        Σ’ αὐ­τήν τήν με­τεν­σάρ­κω­ση:

        Θά πε­τά­ξεις τήν κα­λύ­πτρα τῆς κε­φα­λῆς πού σέ ἀ­νάγ­κα­σαν νά φο­ρᾶς στό τζα­μί. Θά ξε­φω­νί­σεις ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα σου θά σέ σύ­ρει στόν μπαρ­μπέ­ρη τοῦ Μπέ­νι Σου­έφ. Θά τοῦ σπρώ­ξεις τό χέ­ρι ὅ­ταν ἡ λε­πί­δα του γδέρ­νει τά μι­κρά χεί­λη τοῦ αἰ­δοί­ου σου. Θά τρέ­ξεις, αἱ­μορ­ρα­γών­τας τόν δι­κό σου πο­τα­μό Νεῖ­λο, κι ὅ­ταν τά δι­στα­κτι­κά / δει­λι­α­σμέ­να σου πό­δια σου δέν μπο­ροῦν νά τρέ­ξουν πα­ρα­πά­νω, θά ἀ­πο­γει­ω­θεῖς μέ τίς φτε­ροῦ­γες σου· χα­μο­γε­λᾶς γιά τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α πού εἶ­ναι ν’ ἀ­πο­κτη­θεῖ, ὅ­μως κο­ρί­τσι…

        Θά μεί­νεις.

        Θά τά ἐ­πα­να­λά­βεις ὅ­λα σέ μιάν ἄλ­λη με­τεν­σάρ­κω­ση.

        Δέν θά τούς ἀ­φή­σεις νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σουν τόν ὑ­πέρ-κολ­πι­κό σου τραυ­μα­τι­σμό ὡς σύμ­βο­λο τῆς ἀ­γνό­τη­τάς σου.

        Δέ θά τούς ἀ­φή­σεις να σέ κα­λύ­ψουν ἤ νά σέ σβή­σουν για­τί δέν εἶ­σαι ἡ φουρ­νιά τῆς ἁ­μαρ­τί­ας.

        Δέ θά τούς ἐ­πι­τρέ­ψεις νά ξε-φυλ­λί­σουν τήν παρ­θε­νι­κή ἀ­γά­πη σου γιά Σέ­να.

        Κο­ρί­τσι, θά μεί­νεις για­τί εἶ­ν’ ἀ­πί­στευ­το πῶς o­ἱ κο­λο­βω­μέ­νες ρί­ζες ξε­πε­τοῦν βλα­στά­ρια με­τά πού θά κο­ποῦν.



Πη­γή: ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Afreada, 19.04.2019:

https://afreada.com/2019/04/19/the-brief-chronicled-history-of-the-girl-as-told-by-the-realist-but-yet-optimistic-african-fortuneteller-by-riham-adly/

Ρί­χαμ Ἄν­τλυ (Riham Adly). Πε­ζο­γρα­φί­α της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξύ ἄλ­λων καὶ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Bending Genres, Con­nota­tion Press, Spelk, The Ca­binet of Heed, Vestal Re­view, Volney Road Re­view, Five: 2: One, Bril­liant Flash Fiction, Gin­ger­bread House lit, Wri­ting in a Wo­man’s voi­ce, Anti-He­roine Chick, Danse Ma­ca­bre καὶ @Fe­wer­than500. Πρό­σφα­τα μπῆ­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ Βρα­βεί­ου Με­τά­φρα­σης Arab-Lit. Ἡ Ἄν­τλυ ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της στὴ Γκί­ζα τῆς Αἰ­γύ­πτου.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταῖ­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοὶ καὶ ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012 (Ἁρ­μός, 2013) καὶ Iva: Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).


Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel): Συνομοταξία


Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel)


Συ­νο­μο­τα­ξί­α

(Phylum)


ΜΟΥΝ ΤΟ ΕΙΔΟΣ τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­βα­ζε νὰ τοῦ κα­θα­ρί­ζουν τ’ αὐ­τιά. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ δὲν τῆς ἄ­ρε­σαν κα­θό­λου οἱ σκύ­λοι. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με στὸ σπί­τι ἑ­νὸς δρό­μου ποὺ εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἀ­σφάλ­του. Σοῦ εἶ­πα τὴ γνώ­μη μου γιὰ σέ­να. Σοῦ εἶ­πα νὰ μὴ μ’ ἐ­νο­χλεῖς. Τὸ σπί­τι δὲν σοῦ ἀ­νῆ­κε. Ὁ ἐν λό­γῳ δρό­μος πο­τὲ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε. Εἶ­χε μιὰ μυ­ρω­διὰ σὰν ἀν­τι­γριπ­πι­κὸ σι­ρό­πι. Μοῦ ἀ­ρέ­σει ἐ­κεῖ ποὺ μέ­νω νὰ μυ­ρί­ζει ὄ­μορ­φα.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ πή­γαι­νε σὲ συ­σκέ­ψεις ἐρ­γα­σί­ας. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε τὸ τυ­ρὶ γκούν­τα. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με σ’ ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα δί­πλα σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ντε­λι­κα­τέ­σεν. Ἔ­κλε­βα χρή­μα­τα ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι σου. Ἤ­ξε­ρα ὅ­τι ἀ­πε­χθα­νό­σουν τὸ ντύ­σι­μό μου. Ξε­γλι­στροῦ­σα ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τὶς νύ­χτες καὶ πή­γαι­να στὸ Χάρ­λεμ. Βα­σι­κὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό τῶν πό­λε­ων εἶ­ναι ὅ­τι ὅ­λοι μπο­ροῦν νὰ κυ­κλο­φο­ρή­σουν παν­τοῦ καὶ νὰ μὴν τοὺς πά­ρουν εἴ­δη­ση. Ξέ­ρα­με ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο δι­ευ­κό­λυ­νε τὸ παι­χνί­δι. Μᾶς ἄ­ρε­σε ποὺ παι­ζό­ταν ἕ­να παι­χνί­δι.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ εὐ­χα­ρί­στως κο­λυμ­ποῦ­σε σὲ πι­σί­νες ξε­νο­δο­χεί­ων. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ εὐ­χα­ρί­στως ἄ­κου­γε στὸ ρά­διο θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα. Δὲν εἴ­χα­με παι­διά. Ἔ­βα­ζες ν’ ἀ­κού­σεις Μό­τσαρτ καὶ Μπὰχ κι ἔ­λε­γες ὅ­τι σοῦ ἄ­ρε­σε ἡ κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ἤ­ξε­ρα κι ἐ­σὺ ἤ­ξε­ρες ὅ­τι δὲν ξέ­ρεις ἄλ­λους συν­θέ­τες. Μοῦ ἀ­ρέ­σει ὁ Τζὼν Λέν­νον. Αὐ­τὸς δὲν εἶ­ναι συν­θέ­της. Ποι­ὸς τὸ λέ­ει;

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω ἀρ­γὰ τὶς νύ­χτες κι ὅ­ταν στε­νο­χω­ρι­ό­ταν τρα­βοῦ­σε τὰ μαλ­λιά του καὶ γο­νά­τι­ζε κι ἔ­κλαι­γε. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ ἔ­δι­νε στὴν ἀ­να­κύ­κλω­ση ὅ,τι σκου­πί­δια εἶ­χε, ἐ­πει­δὴ ἡ σκέ­ψη ὅ­τι σι­γὰ-σι­γὰ σκό­τω­να τὸν πλα­νή­τη μ’ ἔ­κα­νε νὰ θέ­λω νὰ βγά­λω τὰ λυσ­σα­κά μου. Ἤ­μα­σταν προ­σκολ­λη­μέ­νοι ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο κυ­ρί­ως ἀ­πὸ φό­βο.

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ κοι­τοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο κι ἔ­βλε­πε μιὰ πα­ρέ­λα­ση ἀ­πὸ ἐ­λέ­φαν­τες, γά­τες κι ἀ­γρι­ο­γού­ρου­να. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ ἔ­κο­βε τὸ φα­γη­τό του σὲ πολ­λὰ μι­κρὰ κομ­μά­τια, ἔ­τσι ὥ­στε οἱ μπου­κι­ὲς ποὺ ἔ­τρω­γε ἦ­ταν σὰν στα­φί­δες. Συγ­κα­τοι­κού­σα­με σ’ ἕ­να αὐ­το­σχέ­διο οἴ­κη­μα στὸ Βερ­μόντ. Ξέ­ρα­με κι οἱ δυ­ό μας ὅ­τι οἱ συ­ζη­τή­σεις δὲν ἦ­ταν τὸ δυ­να­τό μας ση­μεῖ­ο. Κά­πο­τε δὲν μοῦ μί­λη­σες γιὰ ἕ­ναν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο. Σοῦ φαί­νε­ται πο­λὺ με­γά­λο δι­ά­στη­μα;

        Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τῆς γυ­ναί­κας ποὺ σκά­λι­ζε πέ­τρες κι ἔ­φτια­χνε βέ­λη, ποὺ μα­γεί­ρευ­ε φί­δια κι ἔ­στρε­φε μὲ νο­σταλ­γί­α τὸ βλέμ­μα στὸ οὐ­ρα­νό. Ἤ­μουν τὸ εἶ­δος τοῦ ἄν­τρα ποὺ πι­πι­λοῦ­σε ἄ­χυ­ρα καὶ μα­γεί­ρευ­ε με­γά­λες πο­σό­τη­τες φα­γη­τοῦ γιὰ νὰ κερ­δί­σει τὴν ἀ­γά­πη ὅ­λων. Ξα­πλώ­να­με στὴν ἀμ­μου­διὰ μιᾶς μα­κρι­νῆς πα­ρα­λί­ας μέ­χρι νὰ σα­πί­σου­με. Τὸ δέρ­μα μας ἔ­λι­ω­νε καὶ τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια μας ἄ­σπρι­ζαν στὸν ἥ­λιο καὶ στὸ τέ­λος τὰ μι­κρὰ παι­διὰ ἔρ­χον­ταν κι ἔ­παι­ζαν μα­ζί τους. Τὸ κά­στρο τῶν ὀ­στῶν μας εἶ­χε γύ­ρω του μιὰ τά­φρο καὶ τὸ φεγ­γά­ρι ἀ­νέ­βα­ζε τὴν πλημ­μύ­ρα τῆς θά­λασ­σας τό­σο κον­τά μας, ποὺ τὸ νε­ρὸ χτυ­ποῦ­σε τὴν πύ­λη τοῦ λει­ψά­νου μας. Ἤ­θε­λες νὰ φύ­γεις καὶ ν’ ἀ­κο­λου­θή­σεις τὸ φεγ­γά­ρι. Μοῦ ἀρ­κοῦ­σε νὰ πα­ρα­μεί­νω στὴν ἀμ­μου­διά. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α σου ἀ­πο­δεί­χτη­κε χω­ρὶς νό­η­μα για­τί στὸ τέ­λος μᾶς πῆ­ρε καὶ τοὺς δυ­ὸ ἡ θά­λασ­σα.


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Bomb (08.02.2018):

https://bombmagazine.org/articles/phylum

Ρί­τα Μπούλ­γου­ΐν­κελ (Rita Bullwinkel) ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Belly Up, ἡ ὁ­ποί­α βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο 2018 Believer Book Award καὶ ἡ ὁ­ποί­α με­τα­φρά­ζε­ται ἤ­δη στὰ ἰ­τα­λι­κὰ καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Tin Hou­se, Con­jun­ctions, BombVi­ce, Noon, καὶ Guer­ni­ca. Ἔ­χει λά­βει χο­ρη­γί­ες καὶ ὑ­πο­τρο­φί­ες ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα καὶ πα­νε­πι­στή­μια. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν προ­τα­θεῖ γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α Pushcart. Ζεῖ στὸ Σὰν Φραν­σί­σκο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κού Πλα­νόδι­ο­ν ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ του Βρα­διὰ στὸ Flo­wer (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά Πλα­νόδι­ο­ν και Γρα­φή.


 

Ἀντωνία Πασχαλίδου: Τὸ καράβι


Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου


Τὸ  κα­ρά­βι


ΛΟΙ ΜΙΛΟΥΣΑΝ γιὰ τὸ κα­ρά­βι. Εἶ­χε καὶ πα­νιά, ὅ­μως δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρο τὸ χρῶ­μα τους. Λο­γι­κὸ θὰ ἦ­ταν νὰ εἶ­ναι ἄ­σπρα. Ὡ­στό­σο πό­τε ἄ­κου­γε νὰ τὰ πε­ρι­γρά­φουν κόκ­κι­να, πό­τε μπλέ… Ὅ­λο ψοῦ ψοῦ ψοῦ πί­σω ἀ­πὸ τὶς πλά­τες τῶν ἄλ­λων. Ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ γυ­ναῖ­κες. Αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε κυ­ρί­ως τὰ κα­λο­καί­ρια. Ὕ­στε­ρα ἠ­ρε­μοῦ­σαν ὅ­λοι. Ξα­νάρ­χι­ζαν τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς ἀ­σχο­λί­ες τους. Κι ὁ πα­τέ­ρας ἤ­τα­νε δια­ρκῶς ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μὲ τὰ μα­θή­μα­τα, τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα βέ­βαι­α, μιᾶς κι ἀ­πὸ χρό­νια εἶ­χε πα­ρα­τή­σει τὴ δου­λειά. Κα­νεὶς δὲν μι­λοῦ­σε γιὰ κεί­νη ἢ ὅ­ταν μι­λοῦ­σαν ἔ­λε­γαν γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν: τί ὄ­μορ­φη ποὺ ἦ­ταν, τί δυ­να­τό­τη­τες εἶ­χε, τί ἔ­φτια­χνε μὲ τὰ χέ­ρια της! Μέ­χρι ποὺ ἀ­πο­μο­νώ­θη­κε σὲ κεῖ­νο τὸ δω­μά­τιο στὸν δεύ­τε­ρο ὄ­ρο­φο. Ἔ­βλε­πε στὸν κῆ­πο. Δὲν εἶ­χε ὅ­μως ἐ­πα­φὴ μὲ κα­νέ­ναν — ἐ­κτὸς ἀ­πὸ κά­τι ἐ­πι­σκέ­ψεις τοῦ ἄν­τρα της, τῆς ἀ­δελ­φῆς της καὶ φυ­σι­κὰ τὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὴ φρόν­τι­ζε.

        Τὸ παι­δὶ δὲν τὸ ἄ­φη­ναν νὰ τὴ δεῖ. Ἔ­τσι ἔ­μα­θε νὰ ζεῖ χω­ρὶς μη­τέ­ρα. Μό­νο μὲ τὴ σκιὰ ποὺ τὴν ἔ­βλε­πε κά­θε τό­σο πί­σω ἀ­πὸ τὶς κουρ­τί­νες. Μά­να θε­ω­ροῦ­σε κά­τι ὑ­πο­κα­τά­στα­τα-θεῖ­ες. Σι­ω­πή.

        Κι ὅ­ταν ἄ­νοι­γε ὁ και­ρός, ἄρ­χι­ζαν πά­λι οἱ κου­βέν­τες γιὰ τὸ κα­ρά­βι. Ὁ πα­τέ­ρας τὸ πε­ρι­έ­γρα­φε το­νί­ζον­τας κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια: τὸ σκα­ρὶ τὰ ξάρ­τια τὴν πλώ­ρη τὰ σκοι­νιά. Σὰν πα­λιὸς ναυ­τι­κὸς ποὺ εἶ­χε ξεμ­παρ­κά­ρει καὶ λα­χτα­ροῦ­σε τὴ ζω­ὴ στὸ πλοῖ­ο. Οἱ θεῖ­ες κα­τα­πι­ά­νον­ταν μὲ κεν­τή­μα­τα γιὰ τὰ ἔ­πι­πλα, τρα­πε­ζο­μάν­τι­λα, δαν­τέ­λες γιὰ τὶς μα­ξι­λα­ρο­θῆ­κες καὶ παν­τοῦ φυ­σι­κὰ ὑ­πῆρ­χε τὸ κα­ρά­βι ἢ ἔ­στω μιὰ ἰ­δέ­α του: ἕ­να πα­νί, μιὰ ἄγ­κυ­ρα.

        Ὅ­σο πλη­σί­α­ζε τὸ κα­λο­καί­ρι οἱ κου­βέν­τες θέ­ρι­ευ­αν. Τό­σο ποὺ πί­στευ­ε πὼς ὅ­που νά ‘ναι θὰ φα­νεῖ κά­ποι­ο πλοῖ­ο στὸ μι­κρὸ λι­μά­νι. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α δὲν συ­νέ­βαι­νε πο­τέ. Ὅ­λο τὸν και­ρὸ ποὺ οἱ δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ ἔ­τρω­γαν τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο χρό­νο τους, ξέ­χνα­γαν ἐν­τε­λῶς τὴ γυ­ναί­κα. Μη­τέ­ρα-φάν­τα­σμα. Ὁ μι­κρὸς κυ­ρι­ευ­ό­ταν ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια. Ἤ­θε­λε νὰ βρεῖ τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ τρυ­πώ­σει στὸ ἀ­να­το­λι­κο­με­σημ­βρι­νὸ δω­μά­τιο. Τῆς ἔ­κα­νε μᾶλ­λον κα­λὸ ὁ ἥ­λιος. Γι’ αὐ­τὸ τὰ πρω­ι­νὰ ἀ­πὸ τὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ κή­που ἔ­βλε­πε τὸ πα­ρά­θυ­ρό της ἀ­νοι­χτὸ μὲ τὶς κουρ­τί­νες μα­ζε­μέ­νες. Τὴ μη­τέ­ρα που­θε­νά.

        Ἔ­τσι πέ­ρα­σε πο­λὺς και­ρὸς μέ­χρι τὴν ἀ­να­στά­τω­ση καὶ τὴν ὑ­πό­κω­φη ἔν­τα­ση ἐ­κεῖ­νο τὸ ξη­μέ­ρω­μα. Ἔ­φτα­σε ὁ για­τρός, ὕ­στε­ρα ἔμ­παι­ναν ἔ­βγαι­ναν. Ὁ πα­τέ­ρας θλιμ­μέ­νος, οἱ θεῖ­ες σταυ­ρο­κο­πι­οῦν­ταν κι ἀγ­κά­λια­ζαν τὸν μι­κρό. Τοῦ χά­ι­δευ­αν τὰ μαλ­λιά, τὸ κε­φά­λι. Μέ­χρι πού… ναί, πρό­λα­βε νὰ δεῖ. Κα­τέ­βη­καν δυ­ὸ ἄν­τρες μὲ κά­τι ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ σῶ­μα τυ­λιγ­μέ­νο σὲ σεν­τό­νι. Δὲν ἔ­βλε­πε οὔ­τε χέ­ρια, οὔ­τε πό­δια, τί­πο­τα, μό­νο τὸ σχῆ­μα ἀν­θρώ­πι­νου σώ­μα­τος.

        Ἔ­κλα­ψαν ὅ­λοι… ὅ­λοι ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τόν.

        Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­κα­νε ἦ­ταν νὰ τρέ­ξει στὸ δω­μά­τιό της. Ἡ λευ­κὴ κουρ­τί­να κυ­μά­τι­ζε κι ἔμ­παι­νε φῶς ποὺ σὲ τύ­φλω­νε. Ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι ὅ­μως, ἐ­πά­νω στὴ σι­φο­νι­έ­ρα, ὑ­πῆρ­χε ἕ­να κα­ρά­βι μὲ μπλὲ καὶ κόκ­κι­να πα­νιὰ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ σπίρ­τα. Οὔ­τε με­γά­λο οὔ­τε μι­κρό. Ὄ­μορ­φο. Ἀ­τα­ξί­δευ­το.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τι­δα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας, ἐ­κτὸς τῶν ἄλ­λων με­τα­φρα­στι­κῶν ἐρ­γα­σι­ῶν της, ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Luigi Malerba.


Ἡρὼ Νικοπούλου: Ὀρεινοὶ καὶ Πεδινοὶ 1863


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ὀ­ρει­νοὶ καὶ Πε­δι­νοὶ

1863


ΑΛΙ ΤΑ ΠΕΤΑΞΕ ὅ­λα. Τώ­ρα τὴν ἐ­νο­χλοῦν οἱ βου­τι­ές. Τὰ δρο­σε­ρὰ νε­ρά, ποὺ τι­νά­ζον­ται καὶ κα­τα­βρέ­χουν τὰ πάν­τα, μό­λις κα­τα­κά­τσουν τρι­γύ­ρω σχη­μα­τί­ζουν ἀ­μέ­σως μι­κρά, βρώ­μι­κα ρυά­κια· τὴν αὐ­λα­κώ­νουν σὰν ξε­βαμ­μέ­νο ρί­λεμ, τὸ βρί­σκει προ­σβλη­τι­κὸ καὶ ἐν­τε­λῶς ἀν­τι­αι­σθη­τι­κὸ ὅ­λο αὐ­τό. Καύ­σω­νας μέ­σα Ἰ­ου­λί­ου καὶ ξα­να­τυ­λί­χτη­κε ὁ­λό­γυ­ρα μὲ τὴν ψη­λὴ ἀ­ση­μέ­νια μπέρ­τα νὰ μὴν τὴν βλέ­που­με. Κα­νεὶς νὰ μὴν τὴν δεῖ μέ­χρι ν’ ἀ­πο­φα­σί­σει.

        Χρό­νια καὶ χρό­νια ἀ­πο­λύ­τως ἀ­να­πο­φά­σι­στη κι ἀ­συμ­φι­λί­ω­τη μὲ τὸν ἑ­αυ­τό της, εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­ρεῖς πὼς χώ­ρε­σε, ἄ­λε­σε καὶ μό­νια­σε στὸ τε­τρά­γω­νο τό­τε χω­νευ­τή­ρι της τὶς πα­λι­ὲς συν­ταγ­μα­τι­κὲς δι­α­μά­χες τους. Ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, συ­νε­χῶς ἄλ­λα­ζε, σχή­μα­τα, ὀ­νό­μα­τα, ἐ­ρα­στές, προ­στά­τες, Κλε­άν­θης, Σά­ουμ­περτ, Ὄ­θω­νας, Λέ­ο Φὸν Κλέν­τσε. Πά­νω ποὺ κά­τι κα­τά­φερ­νε, κά­πως σου­λου­πω­νό­ταν κι ἄρ­χι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ νὰ τὴν συ­νη­θί­ζουν καὶ νὰ τὴν ἀ­γα­ποῦν, αὐ­τὴ ἀ­προσ­δό­κη­τα τὰ χά­λα­γε ὅ­λα, κλει­νό­ταν πά­λι στ’ ἀγ­κά­θια της. Πάν­τα, κά­τι συ­νέ­βαι­νε ξαφ­νι­κά.

        Εἴ­πα­με, τὸ εἶ­χε τὸ χού­ι, κι ἄς ἔλ­πι­ζαν ὅ­λοι πὼς με­τὰ ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν πε­νήν­τα χρό­νια καὶ βά­λε ἐ­πι­τέ­λους θὰ κα­τα­στά­λα­ζε κά­που· ὅ­μως ὄ­χι, αὐ­τὴ κα­μώ­νε­ται σὰν γυ­ναί­κα με­ταιχ­μια­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ποὺ πε­τᾶ ξέ­φρε­να τὸ ἕ­να ροῦ­χο με­τὰ τὸ ἄλ­λο μὲ κρυ­φὴ ἐλ­πί­δα καὶ θυ­μό. Κα­τὰ και­ροὺς ἐ­ξα­κον­τί­ζει μπά­ζα, μαρ­μά­ρι­να κιγ­κλι­δώ­μα­τα, τσι­μεν­τέ­νι­ες Μοῦ­σες, γυ­ά­λι­νους δρο­μεῖς, κο­λο­νά­κια, ξη­λω­μέ­να παγ­κά­κια, γραμ­μὲς τοῦ τράμ, πα­λιὰ συν­τρι­βά­νια, δεν­τρί­λια καὶ ζαρ­τι­νι­έ­ρες ψη­λὰ στὸν ἀ­έ­ρα· τὰ κοι­τᾶ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη νὰ στρο­βι­λί­ζον­ται μὲ κί­νη­ση ἀρ­γὴ πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἀ­φα­λὸ τῆς πό­λης ἀ­φή­νον­τας κα­τά­πλη­κτους τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ποὺ μὲ τὸ στό­μα μι­σά­νοι­χτο κα­τα­πί­νουν γιὰ μί­α ἀ­κό­μα φο­ρὰ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γε­λά­κι. Γιὰ λί­γο εἶ­ναι αἰ­σι­ό­δο­ξη, δο­κι­μά­ζει πά­λι καὶ πά­λι, μέ­χρι ποὺ φτά­νει ξα­νὰ στὴν ἀ­πό­γνω­ση καὶ μοι­ραί­α κα­τα­λή­γει στὴν πιὸ ἄ­χα­ρη ἐκ­δο­χή.

        Αὐ­τὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἑ­πο­μέ­νη…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση στην εφ. Αυγή, Αναγνώσεις, (05.07. 2020)

 

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέντε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τέσσερις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡρώ Νικολοπούλου καὶ ἄλλες συνταχνιακές ἱστορίες (διη­γήματα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2020). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λογοτεχνικὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸν ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο καὶ ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, ρω­σι­κά, ἱσπανιά, βουλγαρικά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα.

Στά Ἰσπανικὰ κυκλοφορεῖ ἡ ἀνθολογία ποιημάτων της μέ τὸν τίτλο Aceptiones de la Miranda σὲ μετάφραση Jose Antonio Moreno Jurado (2019, El Arbol de la Luz, Sevilla).

Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr

Φράντς Κάφκα: Ἕνας μικρὸς μύθος


Φρὰν­τς Κάφ­κα (Franz Kafka)


Ἕ­νας Μι­κρὸς Μύ­θος

(Kleine Fabel)


ΛΛΟΙΜΟΝΟ», εἶ­πε ὁ πον­τι­κός, «ὁ κό­σμος φυ­ραί­νει μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα. Στὴν ἀρ­χὴ ἦ­ταν τό­σο με­γά­λος ποὺ τρό­μα­ζα κι ὅ­λο τό ’­βα­ζα στὰ  πό­δια, ὥ­σπου ἐ­πι­τέ­λους ἀ­να­κου­φί­στη­κα ἀν­τι­κρί­ζον­τας τεί­χη δε­ξιὰ κι’ ἀ­ρι­στε­ρά, ποὺ ἂν καὶ βρί­σκον­ταν ἀρ­κε­τὰ μα­κριά μου σύν­το­μα συ­νέ­κλι­ναν, κι ἤ­δη ἔ­χω βρε­θεῖ στὸ τε­λευ­ταῖ­ο δω­μά­τιο, ἐ­νῷ κά­που ἐ­κεῖ στὴ γω­νί­α στέ­κει ἡ φά­κα, στὴν ὁ­ποί­α καὶ τρέ­χω».

        «Πρέ­πει μο­νά­χα ν’ ἀλ­λά­ξῃς τὴν κα­τεύ­θυν­ση», εἶ­πε ἡ γά­τα – καὶ τὸν ἔ­φα­γε.



Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Babelmatrix                                                  

(https://www.babelmatrix.org/works/de/Kafka%2C_Franz-1883/Kleine_Fabel/en/34801-A_Little_Fable)

Φρὰν­τς Κάφ­κα (Franz Kafka) γεν­νή­θη­κε στὰ 1883 στὴν Πρά­γα τῆς Τσε­χί­ας. Ἦ­ταν ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Με­γά­λω­σε κα­τὰ τὶς ἀρ­χὲς τῆς ἑ­βρα­ϊ­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας, μὲ ἕ­ναν πα­τέ­ρα ποὺ ἔ­παι­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο στὴ δι­α­μόρ­φω­σή του, ἐ­πη­ρε­ά­ζον­τάς τον σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ μὲ τὴν αὐ­στη­ρό­τη­τά του. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά. Δη­μο­σί­ευ­σε λί­γα ἀ­πὸ τὰ ἔρ­γα του ὅ­σο βρι­σκό­ταν ἐν ζω­ῇ, ἐ­νῷ λί­γο προ­τοῦ πε­θά­νει φυ­μα­τι­κὸς στὰ 1924 ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐ­πι­στή­θιο φί­λο του, τὸν Μὰξ Μπρόντ, νὰ κά­ψῃ τὰ ἀ­νέκ­δο­τα ἔρ­γα του, ἐν­το­λὴ ποὺ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πα­ρά­κου­σε. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Κάφ­κα ὑ­πῆρ­ξε σταθ­μὸς γιὰ τὴ νε­ω­τε­ρι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α, ἀ­να­δει­κνύ­ον­τας τὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα τοῦ μον­τέρ­νου ὑ­πο­κει­μέ­νου καὶ ἀ­ξι­ο­ποι­ῶν­τας τοὺς τρό­πους τῆς δυ­στο­πι­κῆς ἀ­φή­γη­σης προ­κει­μέ­νου νὰ προ­βάλ­λῃ τὶς προ­σω­πι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες καὶ ἀ­γω­νί­ες.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Γερμανικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πρῶτο του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com


Ἀργύρης Χιόνης: Οἱ συμφορές


Ἀρ­γύ­ρης Χι­ό­νης


Οἱ συμ­φο­ρὲς


ΕΡΑΣΤΕ, εἶ­πε, «πε­ρά­στε καὶ κα­θί­στε», εἶ­πε στὶς συμ­φο­ρὲς ποὺ χτύ­πη­σαν τὴν πόρ­τα του.

«Θὰ τὶς κε­ρά­σω κά­τι», σκέ­φτη­κε, «ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­π’ τὴν ψυ­χή μου, καὶ θὰ φύ­γουν. Θὰ κά­τσουν λί­γο καὶ θὰ φύ­γουν”.

        Φροῦ­δες ἐλ­πί­δες… Θρο­νι­ά­στη­καν ἐ­κεῖ καὶ ποῦ νὰ τὸ κου­νή­σουν…

        Ἀ­π’ τὶς εὐ­γέ­νει­ες, πέ­ρα­σε στὶς ἀ­γέ­νει­ες καί, ἀ­π’ αὐ­τές, στὶς ἀ­πει­λές. Κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα· ἀ­κλό­νη­τες στὶς θέ­σεις τους, ἦ­ταν σα­φὲς ὅ­τι δὲν ἦρ­θαν γιὰ νὰ φύ­γουν.

        Κά­θι­σε, τέ­λος, καὶ ὁ ἴ­δι­ο­ς· κου­ρά­στη­κε καὶ κά­θι­σε ἀ­πέ­ναν­τί του­ς· καὶ μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­πά­θεια ποὺ τὸν κοι­τού­σα­νε τὶς κοί­τα­ζε κι αὐ­τός.



Πη­γή: Τὰ ὄν­τα καὶ τὰ μὴ ὄν­τα (πε­ζά, Γα­βρι­η­λί­δης, 2006).


Ἀργύρης Χιόνης (Ἀθήνα, 1943-2011). Ποίηση, πεζογραφία, μετάφραση. Συγκε­ντρωτικὴ ἔκδοση τῶν ποιημάτων του: Ἡ φωνὴ τῆς σιωπῆς. Ποιήματα 1966-2000 (Νεφέλη, Ἀθήνα, 2006). Τελευταῖο του βιβλίο: Ὅ,τι περιγράφω μὲ περιγράφει. Ποίηση δωματίου (Γαβριηλίδης, Ἀθήνα, 2010).


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ: Λό­για στὸ κε­νό

 



Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Λό­για στὸ κε­νό


ΟΓΙΑ ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νὸ σὰν κλού­βια αὐ­γὰ πά­νω σὲ τοῖ­χο εἶ­ναι τὰ λό­για ποὺ εἶ­πες μὲ λά­θος λέ­ξεις. Εἶ­ναι οἱ λά­θος λέ­ξεις. Ὅ­ταν μι­λᾶ­με, πιὸ πο­λὺ κι ἀ­π’ ὅ­ταν γρά­φου­με, ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­ναν αὐ­τό­μα­το δι­ορ­θω­τὴ λέ­ξε­ων, ἕ­ναν δι­ορ­θω­τὴ ποὺ νὰ δι­ορ­θώ­νει ὄ­χι μό­νο τὴ στί­ξη, ἀλ­λὰ καὶ τὸν τό­νο —πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸς ὁ τό­νος– ἀλ­λὰ καὶ τὴν λέ­ξη. Ὅ­πως ὅ­ταν γρά­φου­με μη­νύ­μα­τα στὸ κι­νη­τό μας τη­λέ­φω­νο καὶ μιὰ συλ­λα­βὴ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ μπεῖ ἢ νὰ βγεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη ἀ­πὸ τὴν φρά­ση. Συ­χνά, τὸ κι­νη­τὸ ἐ­πι­μέ­νει, ξέ­ρει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ μᾶς ποι­ά εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ χρει­ά­ζε­ται, ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη. Συ­χνά, μιὰ λέ­ξη ποὺ ἀρ­χι­κὰ θέ­λα­με νὰ γρά­ψου­με, δὲν ὑ­πάρ­χει στὸ λε­ξι­λό­γιο τοῦ τη­λε­φώ­νου. Τὸ τη­λέ­φω­νο τὴν ἀν­τι­κα­θι­στᾶ τό­τε χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη ἀ­πὸ ἄλ­λη. Εἶ­ναι πρα­κτι­κὸ τὸ θέ­μα. Ποῦ πῆ­γε, ὅ­μως, ἡ λέ­ξη ποὺ δὲν γρά­ψα­με, ὅ­μοι­α μὲ τὴν λέ­ξη ποὺ δὲν εἴ­πα­με;

       Πρό­σφα­τα ἄ­κου­σα γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων. Ὅ­πως ὅ­λες οἱ τρά­πε­ζες τοῦ κό­σμου ἔ­χει τὴν ἕ­δρα της στὴν Ἐλ­βε­τί­α, γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν εἶ­ναι εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στὴ στὰ μέ­ρη μας. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν τρά­πε­ζα ὅ­που ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ται οἱ λέ­ξεις ποὺ πά­ψα­με νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με. Λέ­ξεις κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α νε­κρές, μό­νο ποὺ ἀν­τὶ νὰ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται ἄ­σκο­πα ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ νὰ στοι­χει­ώ­νουν τὶς φρά­σεις μας, ἀ­να­παύ­ον­ται ἀλ­φα­βη­τι­κὰ τα­ξι­νο­μη­μέ­νες σὲ με­ταλ­λι­κὲς θυ­ρί­δες. Μπο­ρεῖ κά­ποι­ος, κλεί­νον­τας ἕ­να ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὸ εἰ­σι­τή­ριο, νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἀ­νὰ πά­σα ὥ­ρα καὶ στιγ­μὴ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων καὶ νὰ πε­ρι­η­γη­θεῖ στὰ γράμ­μα­τα. Βρί­σκεις πραγ­μα­τι­κοὺς θη­σαυ­ρούς. Λέ­ξεις ποὺ ἀ­μυ­δρὰ θυ­μᾶ­ται κα­νεὶς νὰ βγαί­νουν ἀ­π’ τὸ στό­μα πο­λὺ μα­κρι­νῶν γέ­ρων καὶ γρι­ῶν τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας, πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ὅ­πως οἱ λέ­ξεις τους, λέ­ξεις ἐ­πί­ση­μες ποὺ κά­πο­τε εἶ­χαν πε­ρί­ο­πτη θέ­ση σὲ δελ­τί­α εἰ­δή­σε­ων, κι ἄλ­λες λέ­ξεις ποὺ γρά­φον­ταν ἢ λέ­γον­ταν, ἀλ­λὰ ποὺ τώ­ρα κα­νεὶς δὲν γρά­φει, οὔ­τε μι­λά­ει μ’ αὐ­τές. Τὰ λήμ­μα­τα εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­τέ­λει­ω­τα, ὅ­πως καὶ οἱ γλῶσ­σες ἢ οἱ τρά­πε­ζες, για­τί ὅ­σο ζοῦ­με ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες νέ­ες λέ­ξεις πε­θαί­νουν. Συμ­βαί­νει, βέ­βαι­α, νὰ ὑ­πάρ­χουν καὶ λέ­ξεις ποὺ με­τοι­κοῦν «εἰς τό­πον χλο­ε­ρόν», ὅ­πως ἔ­λε­γαν κά­πο­τε, τε­λεί­ως ἀ­θό­ρυ­βα, κι ἔ­τσι δὲν κα­τα­γρά­φον­ται που­θε­νά, πρό­κει­ται πραγ­μα­τι­κὰ γιὰ κα­τα­δι­κα­σμέ­νες ψυ­χές, σπά­νια κά­ποι­ος νὰ τὶς ἀ­να­κα­λύ­ψει κά­που τυ­χαῖ­α σὲ τί­πο­τα κι­τρι­νι­σμέ­νες ἐ­φη­με­ρί­δες, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἀ­ό­ρα­τα, ἄϋ­λα σω­μα­τί­δια σκό­νης. Οἱ λέ­ξεις ποὺ σβή­στη­καν στα­δια­κά, ποὺ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι τῆς λή­θης δί­χως ν’ ἀ­φή­σουν πί­σω τους κα­νέ­να ἴ­χνος, μοιά­ζουν μὲ ἄ­στε­γους ἀ­γύρ­τες, κα­νεὶς δὲν φαί­νε­ται να τὴν νι­ώ­θει τὴν ἀ­που­σί­α τους, ὅ­πως δὲν ἔ­νι­ω­θε κα­νεὶς τὴν πα­ρου­σί­α τους, δὲν ἔ­χουν θυ­ρί­δα, οὔ­τε κὰν πρό­σβα­ση, σὲ κα­μιὰ τρά­πε­ζα σὲ κα­νέ­να μέ­ρος τοῦ κό­σμου.

       Ἔ­τσι, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ συ­ζή­τη­ση στὴν ὁ­ποί­α ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νὰ μι­λοῦν γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων, ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι τὸ θέ­μα τῶν λέ­ξε­ων. Εἶ­ναι ἕ­να ἀρ­κε­τὰ πο­λύ­πλο­κο θέ­μα. Δὲν εἶ­ναι μό­νο το πα­ρά­δο­ξο τοῦ θα­νά­του τους ποὺ προ­βλη­μα­τί­ζει, ἀλ­λὰ καὶ ἡ γέν­νη­σή τους. Αὐ­τό, ὅ­μως, ποὺ κί­νη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου εἶ­ναι, ὅ­πως εἶ­πα, τὸ θέ­μα μὲ τὶς λέ­ξεις ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νό. Πι­στεύ­ω πὼς οἱ λέ­ξεις αὐ­τὲς χά­νουν τὴν ψυ­χή τους ἀ­μέ­σως μό­λις βγοῦν ἀ­π’ τὸ στό­μα κά­ποι­ου γιὰ τὸν ἁ­πλὸ λό­γο ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ βγοῦν, οὔ­τε κι αὐ­τὲς ἦ­ταν οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές, τὰ λό­για αὐ­τά, ἔ­χον­τας χά­σει τὴν μο­να­δι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τά τους, τὸ νό­η­μὰ τους δη­λα­δή, ξε­κι­νοῦν μιὰ μὴ ἀ­να­στρέ­ψι­μη ἐ­λεύ­θε­ρη πτώ­ση ἀ­π’ τὰ ἀν­θρώ­πι­να χεί­λη ὣς τὸ πά­τω­μα. Κα­τα­λή­γουν στὸ ἔ­δα­φος σὰν μι­κρο­σκο­πι­κὰ σκου­πι­δά­κια. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ καὶ με­τὰ ἡ μοί­ρα τους εἶ­ναι προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νη. Συ­νή­θως σκου­πί­ζον­ται ἢ σφουγ­γα­ρί­ζον­ται, κα­τα­λή­γουν μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο, πρῶ­τα στοὺς κά­δους σκου­πι­δι­ῶν καί, στὴ συ­νέ­χεια, στὶς χω­μα­τε­ρές, μα­ζὶ μὲ τό­σα ἄλ­λα νε­κρὰ —πρώ­ην χρη­στι­κά– ἀν­τι­κεί­με­να, μέ­χρι τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὴ ἀ­πο­σύν­θε­σή τους. Σπά­νια, ὅ­μως, μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ ἕ­να θαῦ­μα. Κά­ποι­ος γλά­ρος ποὺ πε­τᾶ ἀ­νέ­με­λα πά­νω ἀ­π’ τὸν σκου­πι­δό­το­πο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τυ­χαῖ­α κά­ποι­α ἀ­π’ αὐ­τὲς καὶ νὰ τὴν πά­ρει μα­ζί του. Ἀ­φοῦ τα­ξι­δέ­ψουν μα­ζὶ μέ­ρες καὶ νύ­χτες, λέ­ξη καὶ που­λί, ὁ ἰ­δι­ό­τυ­πος αὐ­τὸς με­τα­φο­ρέ­ας ἀ­πο­θέ­τει συ­νή­θως τὴ λέ­ξη σὲ μιὰ νέ­α ἀ­κτή, μιᾶς νέ­ας χώ­ρας, ὅ­που τὴν βρί­σκουν τυ­χαῖ­α πρῶ­τοι οἱ ναυ­τι­κοὶ ἢ οἱ ψα­ρά­δες καὶ τὴν παίρ­νουν σπί­τι τους. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ ἄ­γνω­στη αὐ­τὴ λέ­ξη προ­σαρ­μό­ζε­ται στὴ νέ­α της ζω­ὴ καὶ ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στὰ νέ­α πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη κι ἔ­θι­μα. Εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ οἱ γλωσ­σο­λό­γοι ὀ­νο­μά­ζουν «γλωσ­σι­κὸ δά­νει­ο».

       Τέ­λος, κά­τι ἄλ­λο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ κα­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν τὰ ἄ­χρη­στα λό­για κα­τα­λή­γουν στοὺς σκου­πι­δό­το­πους, εἶ­ναι νὰ βγά­λουν ρί­ζες κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­σύν­θε­σης. Με­τα­τρέ­πον­ται μὲ τὸν και­ρὸ σὲ δέν­τρα. Εἶ­ναι τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν μό­να τους, αὐ­τὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά σου, τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν ἐ­κεῖ ποὺ δὲν τὰ σπέρ­νουν, σὰν τὰ λά­θος λό­για ποὺ προ­φέ­ρεις ἄ­θε­λά σου.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου: Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος



Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου


Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος

 

ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ τε­λεί­ω­νε τὸ δε­ξί του χέ­ρι. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν βι­δω­μέ­νο τὸ δρε­πά­νι. Κά­θε μέ­ρα, κα­θι­σμέ­νος στὸ βα­θὺ θρό­νο, κα­λοῦ­σε τοὺς ἥ­ρω­ες τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν νὰ γο­να­τί­σου­νε μπρο­στά του. Τό­τε ση­κω­νό­ταν καὶ τοὺς θέ­ρι­ζε, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν μά­θει νὰ ὑ­πο­κλί­νον­ται σω­στά. Κά­θε πρω­ὶ τοὺς θέ­ρι­ζε καὶ κα­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι ὑ­πέ­γρα­φε μὲ τὸ χρυ­σό του στυ­λο­γρά­φο ἐ­πι­στο­λὲς κι ἐ­πι­τα­γές. Ἤ­τα­νε ἕ­νας φο­βε­ρὸς ἀρ­χάγ­γε­λος. Μο­νά­χα στὸ θε­ὸ ἔ­βγα­ζε τὸ πη­λί­κιο καὶ μὲ βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση δι­ά­πλα­τα τοῦ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα νὰ πε­ρά­σει. Ὅ­ταν μά­λι­στα ἤ­θε­λε ἰ­δι­αί­τε­ρα νὰ τὸν ὑ­πο­χρε­ώ­σει, τοῦ χά­ρι­ζε ται­νί­ες πορ­νο­γρα­φι­κές, ὅ­που πα­ρὰ φύ­σιν ἀ­σελ­γοῦ­σε σὲ βά­ρος τῶν μι­κρῶν ἡ­ρώ­ων τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν, μὲ προ­τί­μη­ση τὸ Δα­βὶδ Κό­περ­φιλντ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ Οἱ κα­τα­κόμ­βες (πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, 1975).

Λί­α Με­γά­λου–Σε­φε­ριά­δη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Ποι­ή­τρια, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ διή­γη­μά της στὸ πε­ριο­δικὸ Ἐπο­χές τὸ 1966. Πρῶτο της βιβλί­ο Ὁ δρα­πέ­της στὸ δέ­ντρο (ποί­η­ση, Ἑρμῆς, 1972). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­έ­ξι βι­βλί­α, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ξέ­νες γλῶσ­σες. Ἐ­πί­σης ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ καὶ ἡ ἴ­δια μὲ με­τα­φρά­σεις βι­βλί­ων, κυ­ρί­ως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν. Τὸ 2001 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ἰ­πεκ­τσὶ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Σὰν τὸ με­τά­ξι (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 1996).



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς: Κάδος ἀπορριμμάτων



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς


Κά­δος ἀ­πορ­ριμ­μά­των


ΤΑΝ ΕΝΑΣ ΚΑΔΟΣ κα­κο­πα­θη­μέ­νος. Μὲ τὸ κα­πά­κι του θε­ό­στρα­βο λὲς κι εἶ­χε πε­ρά­σει πά­ρε­ση, τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του νὰ χά­σκει γκρί­ζο, βρό­μι­κο καὶ ἄ­δει­ο, ἢ μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν ἀ­νά­ξι­ες προ­σο­χῆς. Τὸ πέ­δι­λό του κι αὐ­τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο συ­νέ­βα­λε στὴν ὅ­λη κλι­νι­κὴ εἰ­κό­να ἀ­σθε­νοῦς σὲ ὁ­ρια­κὴ κα­τά­στα­ση. Οἱ γεί­το­νες, ἐμ­φα­νῶς, δὲν τὸν προ­τι­μοῦ­σαν. Εἶ­χαν ἄλ­λους πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νους. Σὲ αὐ­τὸν κα­τέ­φευ­γαν μο­νά­χα σ’ ἔ­κτα­κτες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως στὰ πολ­λὰ τὰ κρύ­α καὶ τὶς δυ­να­τὲς μπό­ρες, πε­τά­γον­ταν ἀ­λα­φι­α­σμέ­νοι, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι του μὲ σι­χα­σιὰ —σὰ νὰ μὴν ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς πά­ρει εἴ­δη­ση κα­νέ­νας πὼς εἴ­χα­νε πά­ρε δῶ­σε μ’ αὐ­τόν —κι ἔ­τρε­χαν πί­σω γραμ­μὴ στὰ σπί­τια τους. Ἀ­κό­μα κι αὐ­τοὶ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς Κα­θα­ρι­ό­τη­τας ἦ­ταν φο­ρὲς ποὺ τὸν προ­σπερ­νοῦ­σαν, μό­λις κα­τα­δε­χό­με­νοι μι­σὴ μα­τιὰ συγ­κα­τά­βα­σης καὶ οἴ­κτου. «Λί­γα τα ψω­μιά σου», ἔ­λε­γαν ἀ­πὸ μέ­σα τους. «Στὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ στό­λου, θὰ γί­νεις κι ἐ­σὺ αὐ­τὸ ποὺ τρῶς: Σκου­πί­δι.» Ὁ γέ­ρο-Κά­δος τὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα αὐ­τά. Εἶ­χε γί­νει μὲ τὰ χρό­νια ἕ­νας σο­φός, κυ­νι­κὸς μὲ τὰ σκυ­λιά του καὶ στω­ι­κὸς μὲ τὶς γά­τες του τὶς ἀ­κρο­βά­τισ­σες. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­να πιὰ τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ λό­γω μει­ω­μέ­νου πε­ρι­ε­χο­μέ­νου κι ἀ­νερ­γί­ας. Ὅ­μως εἶ­χε βρεῖ ἕ­να λό­γο νὰ κρα­τι­έ­ται, νὰ μὴν τὸ βά­ζει κά­τω. Ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μυ­στι­κό. Μιὰ γριὰ φα­φού­τα σὰν κι αὐ­τὸν ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ τὸ κα­ρο­τσά­κι τοῦ σου­περ­μάρ­κετ νὰ κρο­τα­λί­ζει φα­σα­ρι­ό­ζι­κα, κά­θε δύ­ο μὲ τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Τὸν ἄ­νοι­γε μ’ ἕ­να ρα­βδὶ κι ἔμ­παι­νε σχε­δὸν ὁ­λό­κλη­ρη μέ­σα του, ἀ­φοῦ ὅ,τι πε­ρι­εῖ­χε ἦ­ταν ἴ­σια βα­θιὰ στὸν πά­το. Ἅ­μα ἦ­ταν νύ­χτα, τοῦ ἔ­ρι­χνε ἕ­να φα­κὸ καὶ παί­ζα­νε τὸν για­τρό, τὸν γαρ­γα­λοῦ­σε καὶ τό­τε γέ­λα­γε πο­λύ, καὶ ὅ­πως ἔ­βγα­ζε πά­λι ἔ­ξω το κε­φά­λι, μό­λις ποὺ προ­λά­βαι­νε νὰ τῆς δώ­σει ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λί. Τὸν παί­δευ­ε ποὺ δὲν τοῦ ἔ­δι­νε στα­θε­ρὰ ραν­τε­βού. Ποὺ δὲν τοῦ ‘χε χα­ρί­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Ἄλ­λοι ρα­κο­συλ­λέ­κτες μο­νο­λο­γοῦ­σαν μέ­σα στοὺς κά­δους τους, ἐμ­πι­στεύ­ον­ταν τὰ πιὸ κρυ­φά τους μυ­στι­κά, τὶς πιὸ βα­θι­ὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Ἢ κου­βέν­τες τοῦ ἀ­έ­ρα, με­τέ­ω­ρες μπουρ­μπου­λῆ­θρες, ποὺ γέ­μι­ζαν παι­χνι­δι­ά­ρι­κα τῶν κά­δων τὸ κε­νό. Ὅ­μως ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ὅ­λα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τ’ ἀν­τέ­ξει, καὶ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α της ἀ­κό­μη σὰν δῶ­ρο ἀ­κρι­βό. Καὶ στὶς μα­κρι­ὲς ὧ­ρες τῆς μο­να­ξιᾶς του ὅ­λο κα­θό­ταν καὶ συλ­λο­γι­ζό­ταν πὼς ἔ­τσι μᾶλ­λον πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­γά­πη. Σι­ω­πη­λή. Σι­ω­πη­λὴ κι ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μελ­βούρ­νη τῆς Αὐ­στρα­λί­ας καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να ὅ­που καὶ ζεῖ. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κρή­της ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­κο­λού­θη­σε σπου­δὲς στὸ τρα­γού­δι καὶ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Μου­σι­κῆς. Ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ σει­ρὰ ἐ­τῶν στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γη­τὴς φι­λό­λο­γος. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ) ἐ­νῶ κεί­με­να καὶ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς καὶ μου­σι­κὲς σκη­νὲς τῆς Ἀ­θή­νας. Ὡς ἑρ­μη­νευ­τὴς συμ­με­τεῖ­χε στὸν δί­σκο (EP)  Ὁ Κῆ­πος ποὺ Ἔ­σβη­σε κι Ἐ­χά­θη, σὲ ποί­η­ση Να­πο­λέ­ον­τος Λα­πα­θιώ­τη καὶ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση Anastazios.