Λήδα Ντόντου: Κόρη σὲ ἔκσταση



Λή­δα Ντόν­του


Κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση


ΝΑ ΒΡΑΔΥ, ἔ­συ­ρε τὸ κορ­μί της ―ὅ,τι τέ­λος πάν­των εἶ­χε μεί­νει― ἔ­ξω ἀ­π’­τὸ σπί­τι. Εἶ­χε κουρ­νιά­σει στὸ δυά­ρι τοῦ πρώ­του, Σι­κί­νου καὶ Φω­κί­ω­νος γω­νί­α, ζω­ὴ ὁ­λά­κε­ρη. Τὸ παν­τζού­ρι σά­πιο στὴν ἀ­κι­νη­σί­α του, τὰ μά­τια σβη­στά, τὰ φῶ­τα ἄ­χρη­στα. Ἡ δι­α­δρο­μὴ τὴν κα­λω­σό­ρι­σε, σὰν δι­α­σκέ­λι­σε τὴν πόρ­τα. Στὸν κόρ­φο της τὸ ἕ­να χέ­ρι ἕ­σφιγ­γε τὸ ἄ­λι­κο φό­ρε­μα ἀ­πὸ τα­φτά, ἐ­νῶ τὸ ἄλ­λο δι­α­τη­ροῦ­σε τεν­τω­μέ­νο νὰ προ­πο­ρεύ­ε­ται. Τὰ κα­τα­τό­πια γνώ­ρι­μα, κα­θο­δη­γοῦ­σαν. Οἱ δο­νή­σεις τοῦ πε­ζό­δρο­μου ―ἱ­κα­νὲς σει­ρῆ­νες― ὑ­πο­δαύ­λι­ζαν τὴν τρο­χιά της. Στὴν κορ­φὴ τῆς γούρ­νας, ἡ κό­ρη σὲ ἔκ­στα­ση, πε­ρή­φα­να τό­νι­ζε τὴ γύ­μνια της, ἀ­γναν­τεύ­ον­τας τοὺς πε­ρα­στι­κοὺς ἡ­δο­νο­βλε­ψί­ες. Ἡ γριὰ ἔ­νι­ω­σε τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της. Κά­πο­τε εἶ­χε στα­θεῖ καὶ ἐ­κεί­νη ―στή­λη ἅ­λα­τος― βλέ­πον­τας μιὰ σι­λου­έ­τα νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μεί­νει μιὰ κουκ­κί­δα, μό­νι­μος λε­κὲς κά­τω ἀ­π’ ­τὰ βλέ­φα­ρα. Χρό­νια πλύ­σης μὲ γλυ­φὸ νε­ρό, ξε­θώ­ρια­σαν τὰ μά­τια, ἀλ­λοί­ω­σαν τὴν ὅ­ρα­ση, πέ­ρα ἀπ’ τὴν ἀ­νά­μνη­ση. Ψη­λα­φι­στὰ πλη­σί­α­σε τὴν κό­ρη καὶ μὲ νύ­χια φα­γω­μέ­να στὸ με­δού­λι, πέ­ρα­σε τὰ κουμ­πιὰ τοῦ φο­ρέ­μα­τος. Ραμ­μέ­νο στὰ μέ­τρα μιᾶς ζων­τα­νῆς. Τὸ ὕ­φα­σμα τσί­τω­σε στοὺς σφρι­γη­λοὺς γο­φούς, γρα­πώ­θη­κε στὶς πα­γω­μέ­νες θη­λές. Καὶ ἡ κό­ρη ―λύ­νον­τας τὰ ἀγ­κυ­λω­μέ­να χέ­ρια της― πρό­σφε­ρε στὸ ἰ­σχνὸ σαρ­κί­ο δυ­ὸ μπρούν­τζι­να μά­τια ὡς ἀν­τάλ­λαγ­μα.

 Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λή­δα Ντόν­του (Ἀ­θή­να, 1982). Ἔ­κα­νε Οἰ­κο­νο­μι­κὲς σπου­δὲς στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν και με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ Στρα­σβοῦρ­γο. Ἀσχολεῖται με τὴν ζω­γρα­φι­κή, τὴν ποίηση καὶ τὸ διήγημα.

Εἰκόνα: Ἔργο τοῦ γλύπτη Μιχαὴλ Τόμπρου (1939) στὴν ὁδὸ Φωκίωνος Νέγρη στὴν Κυψέλη.


Advertisements

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ἡ ἀδιαπραγμάτευτη ἀξία τῶν πραγμάτων


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ἡ ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη ἀ­ξί­α τῶν πραγ­μά­των


ΑΘΩΣ με­τέ­φε­ραν τὴ βα­ριὰ γκι­λο­τί­να στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ κά­στρου ἕ­να λα­σκα­ρι­σμέ­νο καρ­φὶ ἔ­πε­σε στὸ φρέ­σκο χι­ό­νι. Τὸ μά­τι τοῦ σι­δε­ρὰ γυ­ά­λι­σε ἀ­πὸ χα­ρά, ἔ­σκυ­ψε καὶ τὸ ἅρ­πα­ξε κρυ­φά· ἀ­πὸ και­ρὸ ἤ­θε­λε νὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σει τὸ δε­ξὶ χε­ρού­λι τῆς χρυ­σο­ποί­κιλ­της κο­λυμ­πή­θρας.

 

 

Πη­γή: Δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ πρώ­τη μορ­φὴ στὸ περιοδικὸ Deep generation.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλὴς πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.


Ἀντωνία Πασχαλίδου: Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ



Ἀντωνία Πασχαλίδου


Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ


ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΑΝ συ­χνὰ ὅ­ταν τὰ παι­διὰ ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρά· κά­τι σὰν νά ’­θε­λαν ν’ ἀλ­λά­ξουν τὸν ἀ­έ­ρα τους. Μέ­χρι ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ κῆ­πο καὶ ἂν δὲν τοὺς ἔ­δι­ω­χναν γιὰ ἰ­δι­ο­κα­τοί­κη­ση, ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Πα­ρά­δει­σος γιὰ τὰ παι­διὰ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Γεν­νη­μέ­νο γιὰ παι­γνί­δι: τὰ πολ­λὰ δω­μά­τια καὶ οἱ δι­ά­φο­ροι χῶ­ροι δι­ευ­κό­λυ­ναν τὸ κρυ­φτό, ὁ κῆ­πος βό­λευ­ε γιὰ μά­χες στὸ χῶ­μα, δί­τερ­μα στὸ τσι­μέν­το, παν­τρο­λο­γή­μα­τα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν στὸ ὑ­πό­γει­ο. Πέ­ρα­σαν μιὰ ζω­ὴ ἐ­κεῖ ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι τοὺς φά­νη­κε, Χούν­τα καὶ Με­τα­πο­λί­τευ­ση: σι­ω­πὴ κι ὕ­στε­ρα πα­νη­γύ­ρια – κα­ρα­μοῦ­ζες, ἀ­φί­σες, με­γά­φω­να καὶ κεῖ­νο τὸ τρα­γού­δι ποὺ σοῦ ’­σπα­γε τ’ αὐ­τιά:

                 Θὰ τὸν με­θύ­σου­με τὸν ἥ­λιο

                 σί­γου­ρα ναί…

        Ὅ­ταν πιὰ ἔ­φυ­γαν, πῆ­ραν καὶ τὸ σπί­τι μα­ζί τους. Λι­γά­κι ἀ­νοι­κο­νό­μη­το, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­ναν καὶ χώ­ρα­γε παν­τοῦ: τὸ σα­λό­νι μέ­σα στὸ και­νούρ­γιο σα­λό­νι, ἡ κου­ζί­να στὴν ἄλ­λη κου­ζί­να, ὁ κῆ­πος στὸ μπαλ­κό­νι καὶ τε­λευ­ταῖ­ες οἱ κρε­βα­το­κά­μα­ρες τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴν ὥ­ρα τοῦ ὕ­πνου. Αὐ­τὸ ἔ­γι­νε σύ­στη­μα καὶ δὲν δυ­σκο­λεύ­ον­ταν κα­θό­λου μὲ τὰ δυ­ὸ σπί­τια, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κο­ρί­τσι. Ἀ­κό­μα καὶ τοὺς δι­α­κό­πτες τοὺς ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν στοὺς τοί­χους τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ. Στὸ τρί­το σπί­τι ὅ­που με­τα­κό­μι­σαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κεῖ­νο ὁ κῆ­πος εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὰ πάν­τα: ἡ ρο­διὰ τὸ μπαλ­κό­νι, τὸ γι­α­σε­μὶ τὸν φω­τα­γω­γὸ κι οἱ κρί­νοι ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λο δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν δι­ά­δρο­μο ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο μέ­χρι τὰ ὑ­πνο­δω­μά­τια.

        Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν καὶ πῆ­γαν στὰ δι­κά τους σπί­τια, σὰν νὰ ἀ­πο­συν­το­νί­στη­κε κι αὐ­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε ποῦ νὰ πά­ει. Τε­λι­κὰ δι­ά­λε­ξε τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­κο­λού­θη­σε πρῶ­τα σ’ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὅ­που χώ­θη­κε καὶ ἐ­πι­κρά­τη­σε γιὰ τὰ κα­λά. Στὴ συ­νέ­χεια ἐ­κεί­νη με­τα­κό­μι­σε ἀλ­λοῦ, ὅ­που καὶ πά­λι ὑ­πῆρ­χε κῆ­πος.

        Ἐ­κεῖ τὰ δυ­ὸ σπί­τια ἔ­ζη­σαν ἁρ­μο­νι­κά. Τὰ δω­μά­τια φό­ρε­σαν τὰ και­νούρ­για δω­μά­τια καὶ δὲν μι­λοῦ­σαν κι ὁ κῆ­πος —με­γά­λος κι αὐ­τός— δυ­σα­να­σχέ­τη­σε λι­γά­κι μέ­χρι ποὺ δέ­χτη­κε τὴν ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὴν πο­λυ­χρω­μί­α τοῦ πα­λιοῦ. Πλή­ρης σύμ­πνοι­α. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν πιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δι­κά της, ἂν καὶ τὴ δυ­σα­ρε­στοῦ­σε πό­τε-πό­τε τό­ση γα­λή­νη. Πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα ἔ­τσι μέ­χρι ποὺ τὸ πα­λιὸ σπί­τι ἔ­γι­νε σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­το ἢ ἀ­νύ­παρ­κτο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χε προ­βλέ­ψει – οὔ­τε κὰν σκε­φτεῖ. Τὴ με­λαγ­χο­λοῦ­σε κι ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε τό­σο συ­νη­θί­σει τὶς μυ­ρω­δι­ὲς ἐ­κεί­νου ποὺ τῆς φαι­νό­ταν ἀ­βά­στα­χτη αὐ­τὴ ἡ ἀ­νυ­παρ­ξί­α.

        Τε­λι­κά, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει καὶ τὰ δυ­ό. Χω­ρὶς τύ­ψεις. Ἀ­φοῦ πῆ­ρε τὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ραί­τη­τα, κλεί­δω­σε κα­λὰ κι ἔ­φυ­γε. Οὔ­τε κὰν γύ­ρι­σε νὰ τὰ κοι­τά­ξει καὶ τὸ κλει­δὶ τὸ πέ­τα­ξε στὸ κον­τέ­ι­νερ μιᾶς πα­ρα­κά­τω οἰ­κο­δο­μῆς.


Ἰ­ού­νιος 2016



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Λουίτζι Μαλέρμπα.



		

	

Δήμητρα Παναγιωτοπούλου: Ὁ κύριος και ἡ κυρία Δοτική

panagiotopouloudimitra-okyrioskaiikyriadotiki-eikona-01 


Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου


Ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α Δο­τι­κὴ


01-thitaΑ ΗΤΑΝ ἕ­να ὄ­μορ­φο ζευ­γά­ρι σί­γου­ρα, ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α Δο­τι­κή. Θὰ ζοῦ­σαν σ’ ἕ­ναν πα­ρα­μυ­θέ­νιο πύρ­γο στὴ βό­ρεια Εὐ­ρώ­πη. Θ’ ἀ­σφά­λι­ζαν μὲ σι­δε­ρέ­νιο κλει­δὶ τὴ μυ­στι­κὴ πορ­τού­λα ποὺ θὰ ἕ­νω­νε τὰ δω­μά­τιά τους. Στὸ χώ­ρι­σμα ἐ­κεί­νη θὰ στοί­βα­ζε ὅ­λα τα βι­βλί­α ποὺ δι­ά­βα­σε τὰ ἑ­κα­τὸ χρό­νια ποὺ ζοῦ­σαν μα­ζί. Ἐ­κεῖ­νος θὰ στρί­μω­χνε ἀ­π’ τὴ με­ριά του στὸ πέ­ρα­σμα τῆς μυ­στι­κῆς τους ἕ­νω­σης ὅ­λες τὶς γλά­στρες του μὲ ἀ­ρω­μα­τι­κὰ φυ­τά. Θὰ ἀ­γα­ποῦ­σαν κι δυ­ὸ τοὺς μο­να­χι­κοὺς πε­ρι­πά­τους σὲ ἄλ­ση μὲ λεῦ­κες, τὶς πτώ­σεις μὲ ἀ­λε­ξί­πτω­το στὰ πα­γω­μέ­να νε­ρὰ τῆς Βαλ­τι­κῆς καὶ τὶς ἄλ­λες πτώ­σεις, ὅ­ταν τὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ κα­τρα­κυ­λᾶ μέ­χρι ποὺ γί­νε­ται ἀν­τί­λα­λος σ’ ἕ­να βα­θὺ πη­γά­δι· τό­τε ποὺ σὲ τρο­μά­ζει ἡ φω­νή σου ὅ­ταν μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη μέ­ρα τοῦ χει­μώ­να σκύ­βεις γιὰ λί­γο νὰ κα­θρε­φτι­στεῖς στὰ σκο­τει­νὰ νε­ρά του. Θὰ τοῦ ‘στέλ­νε αὐ­τὴ τὸ πιὸ χον­τρό, τὸ πιὸ κα­λο­ψη­μέ­νο στρα­γά­λι νὰ τὸν ξυ­πνᾶ στὸν ὕ­πνο του τὰ βρά­δια. Θὰ τῆς ἔ­βρι­σκε ἐ­κεῖ­νος τὰ πιὸ ἀ­πί­θα­να ὀ­νό­μα­τα νὰ τὴ φω­νά­ζει, Που­έ­λα καὶ Ἀ­μά­τα, ὅ­λα σὲ πλά­για πτώ­ση, ἀ­πὸ ἀ­φαι­ρε­τι­κὴ καὶ κά­τω. Θὰ εἶ­χαν πέν­τε γά­τες, ἀ­πὸ δύ­ο ὁ κα­θέ­νας, ἡ πέμ­πτη θὰ ἦ­ταν κα­νε­λὶ καὶ  θὰ τό ’­χε σκά­σει ἀ­πὸ τὴ στέ­γη τους τὴ νύ­χτα ποὺ θὰ γι­όρ­τα­ζαν τὰ δι­α­κο­σι­ο­στὰ γε­νέ­θλιά τους. Κά­θε πρω­ὶ ἐ­κεῖ­νος θὰ τῆς ἔ­στελ­νε τὸν Τρο­φαν­τό του νὰ τὴν ξυ­πνή­σει στοὺς μέλ­λον­τες τῶν πιὸ ἀρ­χαί­ων γλωσ­σῶν μὲ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα κι ἐ­κεί­νη θὰ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­νε ἀ­πὸ τὸ ρα­διό­φω­νο τὰ πιὸ ὀ­νει­ρο­πό­λα φάν­τος. Ὅ­μως ἡ βε­λο­νιὰ τσίμ­πη­σε ἀλ­λοῦ στὴν ἐ­τα­μὶν κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­παιρ­νε κά­θε πρω­ὶ τὸ κί­τρι­νο λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ Κη­φι­σιά, ἔ­παι­ζε τζό­κερ πάν­τα τοὺς ἴ­διους ἀ­ριθ­μούς, ἔ­τρι­βε τὸ μέ­τω­πο ὅ­ταν οἱ ἄλ­λοι τοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν ἐ­ρω­τή­σεις καὶ ὅ­ταν πή­γαι­νε τὸ κα­λο­καί­ρι στὴ Σκο­τί­να φο­ροῦ­σε ἐμ­πρι­μὲ βερ­μοῦ­δες κι ἔ­λυ­νε σουν­τό­κου, ἐ­νῶ οἱ γιοὶ του ψά­ρευ­αν στὰ ἀ­βα­θῆ μὲ πε­το­νιὰ σα­κοῦ­λες καὶ κομ­μέ­νες σα­γι­ο­νά­ρες. Ἐ­κεί­νη πά­λι ἔ­σερ­νε τὶς μπουρ­νου­ζὲ παν­τοῦ­φλες της στὰ πλα­κά­κια τοῦ μπά­νιου καὶ τρα­γου­δοῦ­σε αὐ­το­σχέ­δι­ες ἄ­ρι­ες ποὺ τὶς τε­λεί­ω­νε μὲ κά­τι ἀλ­λό­κο­τους λα­ρυγ­γι­σμούς, δι­ά­βα­ζε μὲ μα­νί­α ἀ­στυ­νο­μι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἔπια­νε πά­νω τὰ μαλ­λιὰ μ’ ἕ­να μαῦ­ρο μο­λύ­βι ὅ­ταν ἔ­κα­νε φα­σί­να καὶ κα­τέ­βαι­νε κά­θε πρω­το­χρο­νιὰ στῆς θεί­ας της στὰ Πε­τρά­λω­να γιὰ νὰ φᾶ­νε ψη­μέ­να γου­ρου­νό­που­λα ποὺ ἔ­μοια­ζαν μὲ ρὸζ μω­ρά.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου (Κο­μο­τη­νή, 1968). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νό της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ The Book’s Journal τχ. 61, καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μά της ἔ­χει δι­α­κρι­θεῖ στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Hotel XXX ἄ­σε­μνες ἱ­στο­ρί­ες.

Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Για­γιά, μὴν μᾶς πι­στεύ­εις


08-Shua,AnaMaria-GiagiaMinMasPisteyeis-Eikona-02


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)


Για­γιά, μὴν μᾶς πι­στεύ­εις


— ΓΙΑΤΙ μὲ πή­ρα­τε ἀπ΄ τὸ σπί­τι μου; – ρω­τά­ει ἡ για­γιά μου μὲ ἕ­να βλέμ­μα χα­μέ­νο.

       — Ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ σπί­τι σου, βλέ­πεις; Νά, ἡ τα­πε­τσα­ρί­α μὲ τὰ κρι­νά­κια, βλέ­πεις; Νά καὶ τὸ κου­βερ­λὶ μὲ τὸ κά­ψι­μο ἀ­πὸ τσι­γά­ρο· ἡ πρά­σι­νη κου­ζί­να μὲ τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο ντου­λά­πι, βλέ­πεις;

       Ἡ για­γιὰ δὲν βλέ­πει καὶ κλαί­ει ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη.

       — Μὲ φέ­ρα­τε δῶ γιὰ νὰ μοῦ κλέ­ψε­τε τὸ σπί­τι μου.

       Ἄχ! Δὲν τὸ κά­να­με ἐ­μεῖς, θὰ ἤ­θε­λα νὰ τῆς πῶ. Ὁ κλέ­φτης χρό­νος σὲ ἔ­φε­ρε ἐ­δῶ καὶ στὰ πῆ­ρε ὅ­λα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ana Maria Shua, Botánica del caos, Sudamericana, Buenos Aires, 2000.

­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερμανία ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».



		

	

Σάδι Ἄμρο Ροντρίγκεθ: Πυροτεχνήματα

03


Σά­δι Ἄμ­ρο Ρον­τρίγ­κεθ


Πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα


02-DeltaΕΝ ΑΡΓΗΣΕ ΠΟΛΥ νὰ τὴν ξα­να­δεῖ, κά­που ἕ­να μῆ­να. Δὲν ἄν­τε­ξε τὴν ἀ­που­σί­α της, τὸ ἄ­δει­ο τους κρε­βά­τι. Ζή­τη­σε συγ­γνώ­μη γιὰ τὴ­ν ἀρ­γο­πο­ρί­α, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἤ­δη ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὁ χρό­νο­ς κρα­τά­ει πιὸ πο­λύ ἀ­π’ τὴ ζω­ή. Τοῦ μί­λη­σε γιὰ τὸ ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το τῆς ὕ­παρ­ξής της μα­κριά του, γιὰ τὸ πῶ­ς με­λαγ­χο­λοῦ­σε τὶ­ς νύ­χτε­ς ποὺ τὸ ἀ­γέ­ρι τῆς ἔ­φερ­νε τὴν ἠ­χῶ ἀ­πὸ τὰ τουμ­πε­λέ­κια καὶ τὰ δυ­να­τὰ στὴ γῆ βή­μα­τα τῶν γα­μή­λι­ων χο­ρῶν. Θυ­μή­θη­καν τὸν λα­χα­νό­κη­πο μὲ τὶς ἀ­μυ­γδα­λι­ὲς ὅ­που κοι­τα­χτή­κα­νε μι­κρὰ παι­διά, τὸν κρυ­φό τους ἔ­ρω­τα ἀ­νά­με­σα στὶς ἐ­λι­ὲ­ς χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὰ φι­λιὰ τὸ πρω­ὶ μὲ γεύ­ση μύρ­το καὶ ἄ­ζυ­μο ψω­μί, τοὺς δια­ρκεῖς πο­λέ­μους ποὺ δὲν τέ­λει­ω­ναν πο­τέ, τὴ­ν ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη μυ­ρω­διὰ τῆς πορ­το­κα­λιᾶς ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά, καὶ τοὺς γιούς, ἐγ­γό­νια καὶ δι­σέγ­γο­να. Εἶ­χε δί­κιο ἐ­κεί­νη: τώ­ρα ὅ­λα μοιά­ζουν δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἔ­πε­σε σι­ω­πὴ καὶ ξαφ­νι­κὰ ἐ­λα­φρὲς σει­σμι­κὲς δο­νή­σεις, πά­λι. Τυ­λιγ­μέ­νο­ς ὁ κα­θέ­νας στὸ λευ­κό του σεν­τό­νι, οἱ Πα­λαι­στί­νιοι ἐ­ρα­στὲ­ς φαν­τά­ζον­ται, ἀ­πὸ τὸν τά­φο τους, ἕ­ναν φω­τι­σμέ­νο οὐ­ρα­νό ἀ­πὸ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, τὸν βομ­βαρ­δι­σμέ­νο οὐ­ρα­νὸ τῆς Γά­ζας. Δὲν φο­βούν­ται: ξέ­ρου­ν πὼ­ς τί­πο­τε πιὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τοὺς χω­ρί­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

 

Σάδι Ἄμρο Ροντρίγκεθ (Μαδρίτη 1980). Σπούδασε Κλασικὴ Φιλολογία στὸ Πα­νε­πιστήμιο Complutense τῆς Μαδρίτης. Ἔζησε κατὰ καιροὺς στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τώρα δι­δά­σκει νέα ἑλληνικὰ στὸ Διδασκαλεῖο Ξένων Γλωσσῶν τῆς Μά­λαγα (Escuela Oficial de Idiomas de Málaga.



		

	

Ἑλλάδα Ἀχεριώτη: Οἱ γλάροι

black_headed_gulls_squabbling


Ἑλ­λά­δα Ἀ­χε­ρι­ώ­τη


Οἱ γλά­ροι


01-EpsilonΙΝΑΙ ΠΡΟΝΟΜΙΟ νὰ ἁ­πλώ­νεις τὰ ροῦ­χα στὸ μπαλ­κό­νι καὶ νὰ κρε­μᾶς τὰ ἐ­σώ­ρου­χα σὰν ση­μαῖ­ες τοῦ ἔ­ρω­τα. Εἶ­ναι προ­νό­μιο νὰ μὴν μπο­ρεῖς νὰ κοι­μη­θεῖς τ’ ἀ­πο­γεύ­μα­τα για­τί τὰ παι­διὰ παί­ζουν μπά­λα στὸ δρό­μο καὶ τὰ θα­λασ­σι­νὰ που­λιὰ κρώ­ζουν. Δὲν τ’ ἀ­γα­πῶ τὰ που­λιά, μὰ ἐ­δῶ οἱ γλά­ροι εἶ­ναι ὄ­μορ­φοι. Ἔ­χουν κα­θα­ρά, ἄ­σπρα φτε­ρὰ ποὺ γυ­α­λί­ζουν στὸν ἥ­λιο κα­θὼς κά­νουν μι­κρὲς πτή­σεις ἀ­νά­με­σα στὰ κε­ρα­μί­δια. Καὶ εἶ­ναι πάν­τα πε­ρή­φα­νοι καὶ μο­να­χι­κοί. Χα­ζεύ­ουν τὸν κό­σμο, τοὺς ἄλ­λους γλά­ρους καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα που­λιὰ χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἐ­νο­χλη­τι­κοὶ ὅ­πως τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Δὲν ψά­χνουν συ­νέ­χεια γιὰ ψί­χου­λα. Οἱ γει­τό­νισ­σες, ποὺ βγαί­νουν νὰ πο­τί­σουν τὶς γλά­στρες στὸ μπαλ­κό­νι, τοὺς ρί­χνουν κα­μιὰ φο­ρὰ τὸ μπα­γι­ά­τι­κο ψω­μί. Μ’ αὐ­τοὶ δὲν βι­ά­ζον­ται. Πλη­σιά­ζουν ἀρ­γὰ τὸ ξε­ρὸ ψω­μὶ καὶ τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται μὲ τὸ βλέμ­μα προ­τοῦ τὸ τσιμ­πή­σουν. Στὴν ἄ­κρη τοῦ ράμ­φους, ἔ­χουν αὐ­τὸ τὸ κόκ­κι­νο, σὰν αἷ­μα. Κά­που δι­ά­βα­σα πὼς εἶ­ναι γιὰ νὰ τὸ βλέ­πουν τὰ μι­κρά τους καὶ νὰ δαγ­κώ­νουν τὸ ράμ­φος τῆς μη­τέ­ρας τους ὅ­ταν πει­νοῦν. Οἱ ντό­πιοι, βέ­βαι­α, ἐ­πι­μέ­νουν πὼς εἶ­ναι αἷ­μα. Εἶ­ναι τὸ τί­μη­μα, λέ­νε, ποὺ οἱ γλά­ροι πλή­ρω­σαν γιὰ νὰ εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρα πλά­σμα­τα. Ἄλ­λοι λέ­νε πὼς εἶ­ναι ἡ τι­μω­ρί­α τους ποὺ κά­πο­τε κα­τα­βρό­χθι­σαν τρεῖς ψα­ρά­δες ποὺ θά­φτη­καν ἀ­κή­δευ­τοι στὴ θά­λασ­σα. Ἕ­να κο­ρί­τσι μοῦ μαρ­τύ­ρη­σε ἐμ­πι­στευ­τι­κὰ τὴν ἀ­λή­θεια. Τὸ ράμ­φος τῶν γλά­ρων εἶ­ναι κόκ­κι­νο για­τί στὶς ἀ­πό­με­ρες ἀ­κτὲς τῆς Πορ­το­γα­λί­ας, οἱ γλά­ροι εἶ­ναι ὁ μό­νος μάρ­τυ­ρας τῶν πρώ­των ἐ­ρω­τι­κῶν ἀγ­γιγ­μά­των. Ἀ­π’ τὸ λαι­μὸ μέ­χρι τὰ σκέ­λια.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑλ­λά­δα Ἀ­χε­ρι­ώ­τη (Λε­με­σός, Κύ­προς, 1994). Σπού­δα­σε στὸ τμῆ­μα Εἰ­κα­στι­κῶν καὶ Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Τε­χνῶν στὸ ΑΠΘ. Ἐκ­προ­σώ­πη­σε τὴν Κύ­προ στὴν Μπι­ε­νά­λε Φω­το­γρα­φί­ας Νέ­ων τῆς Γερ­μα­νί­ας.