Ἡρὼ Νικοπούλου: Πρόβα


Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου


Πρό­βα

 

ΑΤΑΛΑΒΑ, εἶ­πε τὸ παι­δὶ ξε­καρ­δι­σμέ­νο στὰ γέ­λια καὶ ση­κώ­θη­κε μὲ δύ­να­μη ἀ­π’ τὸν μι­κρό του νε­ρό­λακ­κο τινάζοντας ὅπως μποροῦσε ἀπό πάνω του τὴν ὑγρὴ ἄμμο. Πλη­σί­α­ζε με­ση­μέ­ρι κι ὁ ἥ­λιος ἔ­και­γε ἀ­νε­λέ­η­τα.

          Πῆ­ρε τὸ πλα­στι­κὸ κόκ­κι­νο φτυ­α­ρά­κι του κι ἄρ­χι­σε νὰ θά­βει ἀρ­γά, με­θο­δι­κὰ τὸν πα­τέ­ρα του στὴν ἄμ­μο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέντε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τέσσερις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡρώ Νικολοπούλου καὶ ἄλλες συνταχνιακές ἱστορίες (διη­γήματα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2020). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λογοτεχνικὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸν ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο καὶ ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλλικά, ιταλικά, ρω­σι­κά, ἱσπανικά, βουλγαρικά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα.

Στά Ἰσπανικὰ κυκλοφορεῖ ἡ ἀνθολογία ποιημάτων της μέ τὸν τίτλο Aceptiones de la Miranda σὲ μετάφραση Jose Antonio Moreno Jurado (2019, El Arbol de la Luz, Sevilla). Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr


			

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt): Πυγολαμπίδες

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt)


Πυγολαμπίδες


ΙΑ ΦΩΤΙΣΜΟ χρη­σι­μο­ποι­ῶ μό­νο πυ­γο­λαμ­πί­δες. Ἔ­χω εἰ­δι­κευ­μέ­νους ὑ­πη­ρέ­τες ποὺ τὶς μα­ζεύ­ουν, μό­λις νυ­χτώ­σει, καὶ στρῶ­νουν μ’ αὐ­τὲς τοὺς τοί­χους τοῦ σπι­τιοῦ μου.

            Φῶς ἁ­πα­λό, ἐ­λα­φρὰ πρα­σι­νω­πό, λί­γο τρε­μου­λια­στό, ποὺ μπο­ρῶ στὴ λάμ­ψη του νὰ ξα­να­δι­α­βά­σω —μαν­τεύ­ον­τάς τα— τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να μου βι­βλί­α καὶ νὰ σφί­ξω στὴν ἀγ­κα­λιά μου αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα, ποὺ δὲν θὰ γί­νει δι­κή μου πο­τέ.



Πηγή: Τὰ πλοῖα βγῆκαν σεργιάνι, μτφ. Ἐ. Χ. Γονατᾶς (ἐκδ. Στιγμή, 2001).

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt) (Νορμανδία, Γαλλία, Saint-Maurice d’Etelan, 1917 – Stigny, Γαλλία, 2006). Ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος καὶ ἐκδότης-τυπογράφος. Ἀπὸ τὸ 1963 ἐγκα­τα­στάθηκε στὸ Stigny (διαμέρισμα Yonne) τῆς Βουργουνδίας. Δημο­σίευσε πεζὰ ποιήματα, μικρὲς ἱστορίες, διηγήματα, μύθους καὶ ἀφηγήσεις φα­νταστικῶν ταξιδιῶν. Ἐπισκέφθηκε δύο φορὲς τὴν Ἑλλάδα, τὸ 1939 καὶ τὸ 1962, καὶ συνδέθηκε μὲ τὸν Ἐ. Χ. Γονατᾶ. Πέθανε στὶς 13 Ἀπριλίου τοῦ 2006, σὲ ηλικία 89 ἐτῶν, στὸ Stigny.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.

Εἰκόνα: Pierre Bettencourt (1917-2006) La Source de Dante, ἀκρυλικό, σχι­στό­λι­θος, 122 Χ 157 Χ 6,5 ἑκ.


Χαράλαμπος Κόκκινος: Ὁ κῆπος


Χα­ρά­λαμ­πος Κόκ­κι­νος


Ὁ κῆ­πος


ΟΥ ΕΙΧΑΝΕ ΜΙΛΗΣΕΙ γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν πε­ρι­ο­χή. Γιὰ ἕ­ναν κῆ­πο δι­α­φο­ρε­τι­κό, μὲ πολ­λὰ μυ­στι­κά. Ἀ­φοῦ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε ἀρ­κε­τά, ἑ­στί­α­σε τὸν βη­μα­τι­σμό του πρὸς τὸ μέ­ρος του. Ὁ κῆ­πος βρι­σκό­ταν σὲ ἕ­να ξέ­φω­το, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ κέν­τρο τοῦ χω­ριοῦ. Πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν κεν­τρι­κή του εἴ­σο­δο. Στα­μά­τη­σε σὲ ἕ­να ἀ­δι­ά­φο­ρο, σχε­δὸν κρυ­φὸ καὶ ξε­χα­σμέ­νο, ση­μεῖ­ο, ὅ­σο τὸ δυ­να­τὸν κα­λύ­τε­ρα προ­φυ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα βλέμ­μα­τα, καὶ ἔ­στη­σε αὐ­τί. Ἔ­πε­σε πά­νω σε ἕ­ναν καυ­γά. Ὁ παν­σὲς φώ­να­ζε στὴ γαρ­δέ­νια ποὺ δὲν τοῦ ἔ­δι­νε κα­μί­α ση­μα­σί­α. Ἡ γα­ρυ­φαλ­λιὰ καὶ τὸ γε­ρά­νι μπῆ­καν στὴ μέ­ση. Ὁ κα­τι­φὲς χα­μο­γε­λοῦ­σε συ­νω­μο­τι­κὰ στὸν χρυ­σάν­θε­μο. Τὸν προ­σκά­λε­σε στὸ παρ­τέ­ρι του. Ἐ­κεῖ­νος, πῆ­ρε μα­ζί του τὸν κυ­κλά­μι­νο καὶ ἀ­πο­δέ­χτη­κε τὴν πρό­σκλη­ση. Ὁ ἡ­λί­αν­θος βρῆ­κε εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­να­κτή­σει τὴν πρω­το­κα­θε­δρί­α. Πῆ­ρε τὸ μέ­ρος τῶν ἀ­δυ­νά­των, προ­σπα­θών­τας δῆ­θεν νὰ βά­λει μιὰ τά­ξη. Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Στά­θη­κε κα­λύ­τε­ρα για­τί ἀ­δη­μο­νοῦ­σε νὰ πιά­σει κι ἄλ­λες τέ­τοι­ες στιγ­μές. Ἐ­δῶ, εἶ­χαν πά­ψει νὰ ἔ­χουν ἰ­σχὺ οἱ ἐ­πο­χές. Ὅ­λα συ­νέ­βαι­ναν μὲ μιὰ συ­νέ­χεια ἀ­στα­μά­τη­τη. Ἡ βι­ο­λέ­τα κα­θό­ταν μό­νη της σκε­πτι­κὴ καὶ βλο­συ­ρή. Ἡ ἴ­ρι­δα ἔ­παι­ζε μὲ τὰ χρώ­μα­τα καὶ προ­κα­λοῦ­σε τὸ σκυ­λά­κι ρί­χνον­τας στὰ μά­τια του χώ­μα­τα. Ἡ καμ­πα­νού­λα ἦ­ταν στε­νο­χω­ρη­μέ­νη για­τί δὲν ἦ­ταν Κυ­ρια­κὴ ἐ­νῶ ἡ μαρ­γα­ρί­τα προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σει. Ἡ πι­κρο­δάφ­νη μα­ζὶ μὲ τὸν με­νε­ξὲ ἄ­νοι­ξαν τὴν πόρ­τα καὶ τοῦ φώ­να­ξαν. Τοῦ πρό­σφε­ραν γλυ­κὸ τοῦ κου­τα­λιοῦ τρι­αν­τά­φυλ­λο καὶ ἕ­να πο­τή­ρι σπά­νιο ἀ­φέ­ψη­μα ἀ­πὸ μέν­τα, δυ­ό­σμο, ἀρ­μπα­ρό­ρι­ζα καὶ ἰ­βί­σκο γιὰ νὰ ξε­δι­ψά­σει. Ὁ καυ­γὰς εἶ­χε στα­μα­τή­σει καὶ ὁ χο­ρὸς ξε­κι­νοῦ­σε. Αἰ­σθα­νό­ταν ἀ­μή­χα­να ἀλ­λὰ μὲ ἕ­ναν πρω­τό­γνω­ρο τρό­πο ὑ­πέ­ρο­χα. Ἡ ὀρ­ταν­σί­α τοῦ ἔ­δω­σε τὸ χέ­ρι της. Χό­ρε­ψε μὲ τὴν ψυ­χή του. Εἶ­χε νυ­χτώ­σει καὶ τὰ λου­λού­δια εἶ­χαν κου­ρα­στεῖ. Κα­θὼς τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σαν ὁ μὴ μὲ λη­σμό­νει τοῦ ζή­τη­σε νὰ μὴν τοὺς προ­δώ­σει. Εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ τὸ πα­ρα­μύ­θι. Τὸ ἄ­ρω­μα τῆς γι­α­σε­μὶ τὸν εἶ­χε με­θύ­σει καὶ νό­μι­σε ὅ­τι εἶ­δε τὸν νάρ­κισ­σο νὰ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χα­ρά­λαμ­πος Κόκ­κι­νος (Πε­ρι­στέ­ρι, 1966). Σπού­δα­σε μη­χα­νι­κὸς στὸ ΕΜΠ, ὅ­που καὶ ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε δι­δά­κτο­ρας. Ἐρ­γά­στη­κε στὸν το­μέ­α τῆς Ἐκ­παί­δευ­σης Ἐ­νη­λί­κων, δι­δά­σκον­τας γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­χε τὴν εὐ­θύ­νη σχε­δια­σμοῦ καὶ ὑ­λο­ποί­η­σης προ­γραμ­μά­των ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς κα­τάρ­τι­σης. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κά «Ρεύ­μα­τα», «Ὁ­δὸς Πα­νός», «Fractal», «Eyelands», «Ὁ Πο­λί­της», «Δευ­κα­λί­ων», «International Journal of Humanities», «Synesis», «Open Journal of Philosophy» κ.ἄ. Πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἁ­πλὴ Με­τά­βα­ση (Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, 2021). Ἐ­πί­σης, Ἡ τε­χνο­λο­γί­α συν­δρο­μη­τὴς τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ; (Πα­πα­ζή­ση, 2004) κ.ἄ.


Κατερίνα Αγυιώτη: Τὸ βραβεῖο


Κα­τε­ρί­να Ἀ­γυι­ώ­τη


Τὸ βρα­βεῖ­ο


ΤΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, κά­θο­μαι σὲ μί­αν ἄ­κρη τῆς Τρα­φάλ­γκαρ Σκου­έ­αρ, τρώ­γον­τας τὸ με­ση­με­ρια­νὸ ποὺ ἔ­φε­ρα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Σκέ­φτο­μαι τὶς δύ­σκο­λες ὑ­πο­θέ­σεις τῆς προ­σω­πι­κῆς μου ζω­ῆς. Κά­ποι­α στιγ­μὴ παίρ­νει τὸ μά­τι μου μιὰ ἐ­πί­ση­μη πομ­πὴ νὰ εἰ­σέρ­χε­ται μὲ συγ­χρο­νι­σμέ­νο βη­μα­τι­σμὸ στὴν πλα­τεί­α.

        Σί­γου­ρα πρό­κει­ται γιὰ κά­τι σο­βα­ρό, τὰ κο­στού­μια τους εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πί­ση­μα, τὸ ὕ­φος τους ἐ­πί­σης. Δι­α­σχί­ζουν τὴν πλα­τεί­α κα­τευ­θυ­νό­με­νοι πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Δη­λα­δὴ τί πρὸς τὸ μέ­ρος μου, κα­θὼς συ­νε­χί­ζουν νὰ προ­χω­ροῦν κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­τι ἔρ­χον­ται εὐ­θεί­α κα­τα­πά­νω μου. Κο­κα­λώ­νω μὲ τὴν μπου­κιὰ στὸ στό­μα.

        Στα­μα­τοῦν ἀ­κρι­βῶς μπρο­στά μου. Γυ­ρί­ζουν ὁ ἕ­νας πρὸς τὸν ἄλ­λον καί, κλί­νον­τας τὰ κε­φά­λια τους, συ­νεν­νο­οῦν­ται μ’ ἕ­να μι­κρὸ σού­σου­ρο. Βγά­ζουν κά­τι ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ κου­τί. Εἶ­ναι ἕ­να χρυ­σὸ με­τάλ­λιο.

        Στρέφονται προς τα μένα, και μὲ βα­σι­λι­κὴ ἐ­πι­ση­μό­τη­τα στὰ εὐ­γε­νι­κά τους πρό­σω­πα, μὲ βρα­βεύ­ουν. Μοῦ περ­νοῦν στὸ λαι­μὸ τὸ με­τάλ­λιο. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ ὅ­τι πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σω κά­τω τὸ τά­περ καὶ τὸ πι­ρού­νι μου, δι­ό­τι μοῦ προ­τεί­νουν τὸ χέ­ρι γιὰ χει­ρα­ψί­α.

        — Εὐ­χα­ρι­στῶ, ἀλ­λά… για­τί;,  ρω­τά­ω (στὰ ἀγ­γλι­κά).

        — Ξέ­ρε­τε ἐ­σεῖς, μοῦ ἀ­παν­τοῦν (ἐ­πί­σης στὰ ἀγ­γλι­κά). Καὶ ἀ­πο­χω­ροῦν κα­τό­πιν ἐ­λα­φριᾶς ὑ­πό­κλι­σης, στοι­χι­σμέ­νοι ὅ­πως ἦρ­θαν.

        Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι ξέ­ρω. Ὅ­πως ξέ­ρεις κι ἐ­σύ. Ὅ­πως ξέ­ρει, δη­λα­δή, γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του κά­θε ἄν­θρω­πος. Ἁ­πλά, δὲν πε­ρι­μέ­νου­με νὰ πά­ρου­με καὶ κά­να βρα­βεῖ­ο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Κα­τε­ρί­να Ἀ­γυι­ώ­τη (Βό­λος 1976).  Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α καὶ Ψυ­χο­λο­γί­α στὸ Α.Π.Θ., κι ἐκ­παι­δεύ­τη­κε στὴ Συ­στη­μι­κὴ Θε­ρα­πεί­α. Πρό­σφα­τα ξε­κί­νη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χι­κὴ Ὑ­γεί­α. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει μὲ κεί­με­να, μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τά της σὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα πε­ρι­ο­δι­κά, ὅ­πως ἐ­πί­σης σὲ συλ­λο­γι­κὰ projects καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες.  Οἱ ποι­η­τι­κές της συλ­λο­γέ­ς Φρου­ρὸς (2016) και Ο Τα­μί­ας τοῦ Θε­οῦ (2019) κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Φαρ­φου­λᾶς. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον της ἔ­χει στρα­φεί στη μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α. Ἀ­πὸ τὸ 2014 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Λον­δί­νο.


 

Ἀλέξανδρος Ἀδαμόπουλος: Τὸ φασόλι


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ἀ­δα­μό­που­λος


Τὸ φασόλι


…ΧΙΛΙΟΕΙΠΩΜΕΝΕΣ μα­ται­ό­τη­τες:

Ποι­ός ἔ­χει τί, καὶ ποῦ τὰ βρί­σκει, καὶ ποι­ός εἶ­ναι φί­λος μὲ ποι­όν, καὶ ποῦ­θε κρα­τᾶ ἡ σκού­φια του, καὶ πό­σες γε­νι­ὲς βα­στά­ει τὸ τά­δε τζά­κι, καὶ ἂν ἡ Ἀ­νά­στα­σις εἶ­ναι ἐν­τὸς ἢ ἐ­κτός μας, καὶ ἂν ὁ Ἔ­ρως εἶν΄ ἔ­τσι ἢ ἂν εἶ­ναι ἀλ­λι­ῶς…

         Ἡ ἴ­δια φάρ­σα καὶ πάν­τα, πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα, τὸ ἴ­διο πάν­τα ψέ­μα.

            Ἔ­σκυ­βα σι­ω­πη­λὸς στὰ δί­χως ἀ­γά­πη μα­γει­ρε­μέ­να φα­γη­τὰ καὶ κα­τά­πι­να μὲ δυ­σκο­λί­α τὶς μπου­κι­ές, ὥ­σπου ὁ μι­κρὸς με­λα­ψὸς λα­κὲς —ποι­ός ξέ­ρει ποῦ τὸ ψά­ρε­ψαν καὶ τὸ μα­σκά­ρε­ψαν ἔ­τσι τὸ παι­δὶ— γε­μί­ζον­τας κρα­σὶ τὸ πο­τή­ρι μου, συ­νάν­τη­σε τὸ βλέμ­μα μου. Μι­σὴ στιγ­μὴ τὰ εἴ­πα­με ὅ­λα· ἔ­σκα­σαν δυ­ὸ λακ­κά­κια στὶς ἄ­κρες τῶν χει­λι­ῶν του κι ἔ­φυ­γε. Καὶ στὸν ἑ­πό­με­νο γύ­ρο, γε­μί­ζον­τας πά­λι τὸ πο­τή­ρι μου κρα­σί, ἀ­πί­θω­σ’ ἐ­πι­δέ­ξια πά­νω στὴν πε­τσέ­τα μου ἕ­να φα­σό­λι.

         Κα­νεὶς δὲν εἶ­δε τί­πο­τα, για­τί μι­λού­σα­νε γιὰ τὴν Ἀ­θα­να­σί­α τῆς ψυ­χῆς.

        Τὸ πῆ­ρα στὴ χού­φτα μου κι ἔ­βα­λα τὸ χέ­ρι στὴν τσέ­πη. Τὸ φα­σό­λι ἀ­κούμ­πη­σε μα­λα­κὰ πά­νω σε μί­α φλέ­βα καὶ μοῦ ἔ­στελ­νε τὶς ἀ­νά­σες του:

        …«Ἦ­ταν, ἔ­λε­γε, ἕ­να χω­ρά­φι γε­μά­το φα­σο­λι­ὲς καὶ ζου­ζού­νια καὶ σα­λιγ­κά­ρια καὶ μέ­ρα καὶ νύ­χτα καὶ κρύ­ο καὶ ζέ­στη καὶ που­λιὰ καὶ βρο­χὴ καὶ ἥ­λιο καὶ κα­λά­μια ποὺ τὶς στή­ρι­ζαν. Κι ὅ­ταν μὲ τὰ πολ­λὰ οἱ φα­σο­λι­ὲς ἔ­φτια­ξαν τὰ φα­σό­λια τους, ἤρ­θα­νε χέ­ρια καὶ τὰ μά­ζε­ψαν. Καὶ τὰ ’­βα­λαν σ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Καὶ τὸ τσου­βά­λι τὸ ἄ­φη­σαν στὸ μα­γα­ζί. Κι ἐρ­χό­τα­νε ἡ σέ­σου­λα καὶ κά­θε τό­σο ἔ­παιρ­νε φα­σό­λια καὶ τὰ ’­βα­ζε σὲ σα­κοῦ­λες. Καὶ ἀ­πὸ μιὰ σα­κού­λα, ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα· ἕ­να ἔ­πε­σε. Ἔ­πε­σε στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου κι ἔ­μει­νε μό­νο του, κά­τω ἀ­πὸ κά­τι πα­πα­ροῦ­νες. Κι ὅ­ταν ἔ­μει­νε ἔ­τσι μό­νο, θυ­μό­τα­νε τὸ πε­ρι­βό­λι μὲ τὶς φα­σο­λι­ὲς κι ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε ζή­σει ἴ­σα­με τώ­ρα. Μὰ τώ­ρα νό­μι­ζε πὼς τί­πο­τα δὲν τοῦ θύ­μι­ζε τὴ ζω­ή του. Τί­πο­τα. Τώ­ρα ἤ­τα­νε μό­νο. Κα­τά­μο­νο. Καὶ τὸ κο­φί­νι μὲ τὴ σα­κού­λα ποὺ εἶ­χε τ’ ἄλ­λα φα­σό­λια, ξε­μά­κραι­νε πά­νω στὴ ρά­χη ἑ­νὸς γα­ϊ­δου­ριοῦ. Τὸ φα­σό­λι πά­γω­σε. Φώ­να­ξε· κα­νεὶς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ξα­να­φώ­να­ξε· κα­νέ­νας. Δά­κρυ­σε καὶ βάλ­θη­κε νὰ κλαί­ει.

        »Ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε, ἔ­κλαι­γε. Μὲ τὶς μέ­ρες ἔ­κλαι­γε… Ὥ­σπου ἀ­π’ τὸ κλά­μα ἡ γῆς γύ­ρω του ἄρ­χι­σε νὰ νο­τί­ζει, νὰ μου­σκεύ­ει, καὶ τὸ φα­σό­λι φύ­τρω­σε.»

        «Μὴ χει­ρό­τε­ρα!» εἶ­πα. Ἄ­νοι­ξα τὴν πα­λά­μη, κι ἔ­βγα­λα τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη καὶ σή­κω­σα τὸ πο­τή­ρι μου, κά­τι νὰ εὐ­χη­θῶ κι ἐ­γὼ μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους. Με­τά· πά­λι στὴν τσέ­πη, ἔ­πι­α­σα τὸ φα­σό­λι, τό ’­σφι­ξα. Μὰ δὲν μοῦ ἔ­στελ­νε τί­πο­τα. Τί­πο­τα. Οὔ­τε μί­αν ἀ­νά­σα. Δαγ­κώ­θη­κα· για­τί ἔ­τσι;

        Ὅ­ταν φεύ­γα­με, ὁ μι­κρὸς λα­κὲς ἔ­σπευ­σε χα­ρού­με­νος νὰ μὲ βο­η­θή­σει νὰ βά­λω τὸ πα­νω­φό­ρι μου. Μὲ κοι­τοῦ­σε λάμ­πον­τας.

       «Εἶ­ναι πο­λὺ ἀ­νό­η­τη ἱ­στο­ρί­α» τοῦ εἶ­πα. Εἶ­χα πει­ρα­χτεῖ για­τὶ τὸ φα­σό­λι τὰ εἶ­πε ἔ­τσι ξε­ρὰ κι ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σε νὰ μοῦ λέ­ει. Τὸ χα­μό­γε­λό του ἔ­σβη­σε. Μὲ κοί­τα­ξε σο­βα­ρά, σκο­τει­νι­α­σμέ­νος, μὲ ὀ­δύ­νη:

        «Μά· ξέ­ρε­τε πό­σο πο­νά­ει ἕ­να φα­σό­λι ποὺ ἀρ­χί­ζει νὰ φυ­τρώ­νει, ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τό­σο κλά­μα;»

        Ὅ­μως εἶ­χα ἤ­δη φο­ρέ­σει τὸ ἕ­να μα­νί­κι τοῦ πα­νω­φο­ριοῦ μου. Ἔ­πρε­πε νὰ φο­ρέ­σω καὶ τ’ ἄλ­λο. Καὶ οἱ ἄλ­λοι ἔ­φευ­γαν. Δὲν εἶ­χα και­ρό.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Ἀ­δα­μό­που­λος (1953) σπού­δα­σε Νο­μι­κὴ στὸ ΕΚΠ, σκη­νο­θε­σί­α καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὴν Ἀ­θή­να, καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὴ Σορ­βόν­νη (Sociologie Politique, Paris II). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο, τὴν με­τά­φρα­ση, τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὴν ποί­η­ση. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Μου­σεῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κῶν Λα­ϊ­κῶν Μου­σι­κῶν Ὀρ­γά­νων ἀ­πὸ τὴν ἵ­δρυ­ση τοῦ τὸ ’91, ὡς γε­νι­κὸς γραμ­μα­τέ­ας καὶ ὡς πρό­ε­δρος τοῦ Σω­μα­τεί­ου Φί­λων του Μου­σεί­ου. Δι­ε­τέ­λε­σε γε­νι­κὸς γραμ­μα­τέ­ας τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Δώ­δε­κα καὶ ἕ­να ψέ­μα­τα (δι­η­γή­μα­τα Ἴ­κα­ρος 1991, Ἄ­γρα 2009) ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ τούρ­κι­κα καὶ κυ­κο­φό­ρη­σε στὴν Τουρ­κί­α, τὴ Γερ­μα­νί­α, τὴ Γαλ­λί­α καὶ τὴν Ἰν­δί­α. Ψέ­μα­τα πά­λι (δι­η­γή­μα­τα, Ἄ­γρα 1999). Οἱ Δαι­μο­νι­σμέ­νοι θε­α­τρι­κὴ προ­σαρ­μο­γὴ τοῦ ὁ­μώ­νυ­μου ἔρ­γου τοῦ Ντο­στο­γι­έφ­σκι ἀ­πὸ τὸν Albert Camus, με­τά­φρα­ση (ΚΘΒΕ 1991), Ὁ Σι­μι­γδα­λέ­νιος θέ­α­τρο-ποί­η­ση (13η ἔκ­δο­ση, Ἑ­στί­α 1993), κ.ἄ.


Μαρώ Τριανταφύλλου: Μακρακώμη Ἠλείας


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου


Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας

 

ΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΠΩΣ τὰ το­πω­νύ­μια ἀ­σκοῦν μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη γο­η­τεί­α εἰ­δι­κὰ στὸν ἀ­γε­ω­γρά­φη­το, πῶς κι­νη­το­ποι­οῦν τὴν φαν­τα­σί­α ὀ­δη­γών­τάς την σὲ θαυ­μα­στὲς οὐ­το­πί­ες. Βε­βαί­ως ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα μα­θαί­νει τὴν ἀ­λή­θεια κά­πως ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­ται ἀλ­λὰ τί ση­μα­σί­α ἔ­χει; Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ θυ­μᾶ­ται μὲ σω­μα­τι­κὴ ἡ­δο­νὴ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες ποὺ φαν­τά­στη­κε. Αἴφ­νης ἐ­γώ, σὰν πρω­τά­κου­σα τὴν πό­λη Μα­κρα­κώ­μη μα­γεύ­τη­κα. Ἤ­μουν πο­λὺ μι­κρὸ παι­δί, δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σων ἐ­τῶν ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­μαι πὼς μό­λις εἶ­χα πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἄ­ρα ἕ­ξι ἢ ἑ­φτὰ μᾶλ­λον. Μα­κρα­κώ­μη, μοῦ φά­νη­κε σὰν ὄ­νο­μα ἀ­στε­ριοῦ. Θὰ ἦ­ταν κά­που μα­κριὰ ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἕ­να μέ­ρος δύ­σκο­λο νὰ πά­ει κα­νείς, ἴ­σως καὶ ἀ­δύ­να­το γιὰ τοὺς κοι­νοὺς θνη­τούς, ἀλ­λὰ φω­τει­νό, πο­λὺ φω­τει­νό, ἴ­σως καὶ λί­γο κρύ­ο, ὄ­χι, θὰ ἦ­ταν ἕ­να μέ­ρος πο­λὺ κρύ­ο ἀλ­λὰ τὸ κρύ­ο του θὰ ἦ­ταν λαμ­πε­ρὸ καὶ παι­χνι­δι­ά­ρι­κο. Κι ἔ­λε­γα μέ­σα μου πὼς ἐ­κεῖ θὰ ἔ­με­ναν κά­ποι­οι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι ποὺ βα­ρέ­θη­καν τὸν κό­σμο τοῦ­το καὶ με­τα­κό­μι­σαν στὸ θαῦ­μα ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σαν οἱ  ἴ­διοι καὶ γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ ὑ­πέ­ρο­χο, πιὸ ἰ­ρι­δί­ζον κα­θὼς προ­στί­θεν­ται κα­θη­με­ρι­νὰ κι ἄλ­λοι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι, ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν, δι­α­κρι­τι­κά, χω­ρὶς κα­κί­α καὶ ζή­λεια, νὰ ζή­σουν ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νοι ὁ κα­θέ­νας σὲ ὅ,τι ἀ­γα­πᾶ. Ἀρ­γό­τε­ρα, μὴν μὲ ρω­τή­σε­τε πό­τε καὶ για­τί, θε­ώ­ρη­σα ὅ­τι ἡ Μα­κρα­κώ­μη ἀ­πὸ μό­νη της δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὴ καὶ κόλ­λη­σα αὐ­θαί­ρε­τα τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ «Ἠ­λεί­ας» (τό­τε δὲν ἤ­ξε­ρα καν τί θὰ πεῖ «αὐ­θαί­ρε­τα», κι οὔ­τε μὲ ἔ­νοια­ζε γιὰ νά ΄μαι εἰ­λι­κρι­νής, ἡ φαν­τα­σί­α εἶ­ναι βα­σί­λει­ο τῶν παι­δι­ῶν, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α εἶ­ναι στὸ στό­χα­στρο τῆς ἐ­ξου­σί­ας). «Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας» λοι­πόν. Για­τί καὶ ἡ «Ἠ­λεί­α» φάν­τα­ζε στὰ παι­δι­κά μου μά­τια ὡς τό­πος ξε­χω­ρι­στὸς καὶ μὲ ἀρ­χέ­γο­νη ὀ­μορ­φιὰ καὶ ποι­ό­τη­τα. Στὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα γε­ω­γρα­φί­ας —ποὺ τώ­ρα τὰ λέ­με «τέ­στ», θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ἡ ἀγ­γλι­κὴ λέ­ξη, τὰ κά­νει λι­γό­τε­ρα φο­βε­ρὰ καὶ ἀγ­χο­γό­να γιὰ τὰ παι­διά, ποὺ ὅ­λο καὶ πιὸ δύ­σκο­λα πιὰ μα­θαί­νουν νὰ τα­ξι­δεύ­ουν μὲ μα­γι­κὰ τρέ­να καὶ ὅ­λο καὶ πιὸ μι­κρὰ κα­βα­λοῦν πυ­ραύ­λους ποὺ τὰ σφη­νώ­νουν σὲ ἄ­πρε­πες ἀ­λή­θει­ες τῶν με­γά­λων, δη­λα­δὴ στὰ ψέ­μα­τα ποὺ γρή­γο­ρα ἀ­φο­μοι­ώ­νουν λαί­μαρ­γα οἱ μπόμ­πι­ρες γιὰ νὰ κερ­δί­σουν τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἐ­νη­λί­κων, τὴν ἀ­πο­δο­χή τους ἢ ἁ­πλῶς τὴν ἡ­συ­χί­α τους) σ’ αὐ­τὰ τὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα ἔ­γρα­φα μὲ ὡ­ραῖ­α στρογ­γυ­λὰ εὐ­α­νά­γνω­στα γράμ­μα­τα πὼς ὁ νο­μὸς Ἠ­λεί­ας βρί­σκε­ται στὴν βο­ρει­ο­δυ­τι­κὴ Πε­λο­πόν­νη­σο καὶ ἔ­χει με­γά­λη καὶ ἀρ­χαί­α ἱ­στο­ρί­α, ὅ­πως ὁ γει­το­νι­κός του νο­μὸς Ἀ­χα­ΐ­ας. Ἔ­παιρ­να κα­λὸ βαθ­μό.

        Κρυ­φὰ ὅ­μως στὸν χάρ­τη ποὺ κα­τα­σκεύ­α­ζαν οἱ λάμ­ψεις τῶν ἄ­στρων, στε­ρέ­ω­να μὲ δι­α­μαν­τέ­νι­ες πι­νε­ζοῦ­λες τὴν το­πο­θε­σί­α Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας, ση­μει­ώ­νον­τας πὼς κά­πο­τε πρέ­πει νὰ τα­ξι­δέ­ψω ὡς ἐ­κεῖ. Τε­λευ­ταῖα τὰ μά­τια μου σκο­τει­νιά­ζουν ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ξε­χω­ρί­σω τὰ ἀν­τι­κεί­με­να καὶ τὶς λέ­ξεις ποὺ τὰ προ­βάλ­λουν στὴν ὀ­θό­νη τοῦ νοῦ. Γερ­νῶ καὶ φο­βοῦ­μαι μή­πως δὲν προ­λά­βω.

Κυ­ρια­κή, 30/1/2022



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βι­βλί­ο­:­ Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).



		

	

Σταυρούλα Τσούπρου: Οἱ φιγοῦρες τοῦ Minotaure


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Οἱ φι­γοῦ­ρες τοῦ Minotaure


ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΩΝΙΑΚΗ βι­τρί­να, Ρή­νου καὶ Γορ­γο­πο­τά­μου, τί­πο­τε δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἀλ­λά­ξει. Ὁ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμός του πα­ρέ­με­νε πει­σμα­τι­κὰ ὁ ἴ­διος ποὺ ἦ­ταν ἐ­δῶ καὶ κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ χρό­νια. Κα­θρε­φτι­ζό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια, τὶς ἀν­τι­κολ­λη­τι­κὲς κα­τσα­ρό­λες τε­λευ­ταί­ας τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τὰ ἀ­ε­ρο­δυ­να­μι­κοῦ σχή­μα­τος πο­λυ­τη­γά­νια κοι­τά­ζον­τας τὸν, μο­νί­μως τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες, σκυ­θρω­πὸ ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, ἴ­σως καὶ μὲ σι­χα­σιά. Ἡ νε­α­ρὴ ὑ­πάλ­λη­λος, συ­νη­θι­σμέ­νη νὰ τὸν βλέ­πει κά­θε πρω­ῒ αὐ­τὴν τὴν ὥ­ρα, δέ­κα λε­πτὰ με­τὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα, καρ­φω­μέ­νον στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο, δὲν ἔ­δι­νε πλέ­ον κα­μί­α ση­μα­σί­α· ἄλ­λος ἕ­νας σφυ­ριγ­μέ­νος, ποὺ κά­νει τὴν ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κὴ πε­ραν­τζά­δα του. Ἂν καί, μάλ­λον, ἡ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ ντυ­μέ­νη στὸ καν­τί­νι δε­σποι­νι­δού­λα δὲν θὰ χα­ρα­κτή­ρι­ζε τό­σο ἤ­πια τὴν ἐν λό­γῳ ἐμ­μο­νι­κὴ πα­ρου­σί­α.

        Στὴν δεύ­τε­ρη, Χα­λε­πᾶ καὶ Ταύ­ρου, δὲν μπό­ρε­σε νὰ κοι­τά­ξει μὲ τὴν ἄ­νε­σή της. Τὸ γνω­στὸ συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­τυ­χη­σα­σῶν καὶ ἀ­τυ­χη­σάν­των ἀλ­λο­δα­πῶν πτυ­χι­ού­χων τῆς προ­σφά­τως ἐ­πα­νευ­ρι­σκο­μέ­νης ἐν πο­λέ­μω πα­τρί­δας, κα­θά­ρι­ζε πυ­ρε­τω­δῶς τὰ τζά­μια τοῦ δεύ­τε­ρου μα­γα­ζιοῦ τῆς ἡ­μέ­ρας· θὰ  ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν πολ­λὰ ἀ­κό­μη μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα γιὰ νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το γιὰ τρί­α ἄ­το­μα. Με­σο­λα­βοῦ­σαν, ὅ­μως, δύ­ο οἰ­κο­δο­μι­κὰ τε­τρά­γω­να χω­ρὶς μα­γα­ζιὰ καὶ τό­σο πο­λὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Προ­σπά­θη­σε νὰ ἀρ­κε­στεῖ σὲ ἕ­να μο­νό­φυλ­λο στε­νὸ τζά­μι ποὺ μό­λις εἶ­χε στε­γνώ­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τί­κρι­σε αὔ­ξη­σε ἀν­τὶ νὰ μει­ώ­σει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της: τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ ἀ­φτὶ της εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μί­α μυ­τε­ρὴ ἄ­νω ἀ­πό­λη­ξη, καὶ μά­λι­στα τρι­χω­τή. Πλη­σι­ά­ζον­τας καὶ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­με­νη ἐ­ναλ­λάξ, ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, δι­α­πί­στω­σε ἐν τέ­λει ὅ­τι τὸ εἴ­δω­λό της δε­χό­ταν ποι­κί­λες πα­ρεμ­βά­σεις ἀ­πὸ τὰ χνου­δω­τὰ ζω­ό­μορ­φα κου­κλά­κια τῆς WWF, ποὺ βρί­σκον­ταν πα­ρα­τε­ταγ­μέ­να στὸ πά­νω ρά­φι τοῦ παι­χνι­δά­δι­κου. Συ­νέ­χι­σε τὸν δρό­μο της κα­θη­συ­χα­σμέ­νη, με­τρί­ως.

        Τὸ κα­τά­στη­μα μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας εἶ­χε τὶς κα­λύ­τε­ρες σχε­τι­κὲς προ­δι­α­γρα­φές. Τὰ ψη­λὰ καὶ φαρ­διὰ τζά­μια του κα­θρέ­φτι­ζαν μὲ ἀ­κρί­βεια, ἀ­πὸ πολ­λὲς καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς θέ­σεις, τὸ εἴ­δω­λό του, χά­ρη στὸ, οὐ­σι­α­στι­κά, ἄ­δει­ο ἐ­σω­τε­ρι­κό, ἐ­φό­σον οἱ ἐ­πι­δει­κνυ­ό­με­νες πρὸς πώ­λη­σιν πόρ­τες, ἀ­φ’ ἑ­νός, βρί­σκον­ταν βα­θύ­τε­ρα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ μα­γα­ζιοῦ καί, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἕ­να ἰ­δα­νι­κὸ σκοῦ­ρο φόν­το. Ἐ­κεῖ καὶ τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀν­τε­λή­φθη τὶς ἄλ­λες φι­γοῦ­ρες.

        Δη­λα­δή, ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ὅ­ποι­ες καὶ ὅ­ποι­οι περ­νοῦ­σαν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς γω­νια­κὲς βι­τρί­νες καὶ κοι­τοῦ­σαν ἔ­στω καὶ ἀ­συ­νεί­δη­τα, γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου, μέ­σα στὸ τζά­μι, ἀ­πο­κτοῦ­σαν (στὰ μά­τια της μό­νον, ἄ­ρα­γε;) κε­φά­λι καὶ οὐ­ρὰ μι­νώ­ταυ­ρου ἢ ρι­νό­κε­ρου ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἀλ­λό­κο­το, ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, γιὰ ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα. Ἢ μή­πως δὲν ἦ­ταν, τε­λι­κά, τό­σο ἀλ­λό­κο­το;

        Δι­ό­τι καὶ ἡ ἴ­δια δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι, κοι­τών­τας τὸν ἑ­αυ­τό του μέ­σα στὸ τζά­μι τοῦ κα­τα­στή­μα­τος μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας, ἔ­βλε­πε μὲν τὸ κο­στού­μι (του) καὶ τὶς γό­βες (της) ἀλ­λὰ στὴ θέ­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ ἔ­βλε­πε τὸ ρύγ­χος ἑ­νὸς ζώ­ου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ ὀ­σμι­στεῖ τὸ πα­ρά­ξε­νο εἴ­δω­λό του, σκουν­τών­τας μὲ τὸ κού­τε­λο στὸν πρό­χει­ρο κα­θρέ­φτη. Τὸ ζω­ό­μορ­φο κε­φά­λι ἦ­ταν δι­κό της, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α πε­ρὶ τού­του, για­τί κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­βλε­πε τὸ εἴ­δω­λο νὰ πιά­νει μὲ τὸ χέ­ρι του τὸ ρύγ­χος, τὰ ἀ­φτιά, τὰ μά­γου­λα, αἰ­σθα­νό­ταν αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι, τὸ δι­κό της χέ­ρι, ἀ­ρι­στε­ρὸ ἢ δε­ξί, μὲ τὰ δα­χτυ­λί­δια του καὶ τοὺς ξε­πα­γι­α­σμέ­νους κόμ­πους, νὰ ἀ­κουμ­πᾶ πά­νω στὴ μύ­τη-ρύγ­χος, πά­νω στὰ ἀ­φτιά, πά­νω στὰ μά­γου­λα. Τὸν κυ­ρί­ευ­σε με­γά­λη, πο­λὺ με­γά­λη τα­ρα­χή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες πού, συ­χνά, ἀ­κο­λου­θοῦν­ταν ἀ­πὸ λι­πο­θυ­μί­α. Ἀλ­λὰ ἐ­τού­τη τὴ φο­ρὰ δὲν λι­πο­θύ­μη­σε, ἴ­σως πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή του (ὅ­πο­τε λι­πο­θυ­μοῦ­σε, ὅ­ταν ἔ­πει­τα συ­νερ­χό­ταν ὅ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ εἶ­ναι ὅ­πως καὶ πρίν).

        Ἄρ­χι­σε τό­τε, σι­γὰ-σι­γά, νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ τὴν γέν­νη­ση ἑ­νὸς συ­ναι­σθή­μα­τος, ἢ καὶ αἰ­σθή­μα­τος, ἀ­πο­λύ­τρω­σης· ἐ­πι­τέ­λους, εἶ­χε συν­τε­λε­στεῖ. Μῆ­νες καὶ χρό­νια κοι­τα­ζό­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς κα­θρέ­φτες καὶ ψευ­δο­κα­θρέ­φτες, φο­βού­με­νη καί, ταυ­τό­χρο­να, προ­σμέ­νον­τας μί­α με­τα­μόρ­φω­ση, πα­ρα­μόρ­φω­ση, ἀ­πο­μόρ­φω­ση, ὁ­τι­δή­πο­τε θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὸ φρι­κτὸ πρό­σω­πό του, τὸ ὁ­ποῖ­ο, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, κα­τέ­λη­γε νὰ μὴν ται­ριά­ζει πιὰ μὲ ὅ­σα σκε­φτό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε. Δὲν τὸ πα­ρα­δε­χό­ταν πὼς ἡ λο­γι­κὴ θὰ συγ­χω­ροῦ­σε ὅ­λα ὅ­σα λυσ­σο­μα­νοῦ­σαν, κά­πο­τε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα, μέ­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἢ στὴν ψυ­χή της, ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς αὐ­τὰ ἀ­πο­κα­λοῦν­ται. Καὶ ὄ­χι μό­νον στὴν δι­κή του ψυ­χή–εγ­κε­φα­λο, ἀλ­λὰ σὲ ὅ­λων. Ὅ­λες οἱ ψυ­χές–εγ­κέ­φα­λοι, πί­στευ­ε, εἶ­χαν ψε­γά­δια στὴν κα­τα­σκευ­ή τους, λί­γα, πολ­λὰ ἢ πά­ρα πολ­λά. Κα­μιὰ – κα­νέ­νας δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἐ­ξαί­ρε­ση. Καὶ τώ­ρα ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης εἶ­χε ξε­κι­νή­σει.

        Ἔ­κα­νε ἕ­ναν κύ­κλο στὸ τε­τρά­γω­νο τοῦ προι­κι­σμέ­νου κα­τα­στή­μα­τος καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὴν κεν­τρι­κὴ βι­τρί­να. Τώ­ρα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ δι­κό της ζω­ο­πρό­σω­πο εἴ­δω­λο ἔ­βλε­πε τὴν φα­νε­ρω­μέ­νη ἀ­πο­κτή­νω­ση πά­νω σὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πι­νους κορ­μούς, εἴ­τε κοί­τα­ζε τὸ ἀν­τι­κα­θρέ­φτι­σμά τους εἴ­τε τοὺς ἴ­διους. Εἶ­χε γί­νει καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο βῆ­μα. Ἄ­ρα­γε τὰ πράγ­μα­τα θὰ πή­γαι­ναν μέ­χρι τέ­λους ὅ­πως τὰ εἶ­χε ἀ­πὸ και­ρὸ φαν­τα­στεῖ; Ὅ­πως τὰ εἶ­χαν φαν­τα­στεῖ ὅ­λες οἱ ὅ­μοι­ες καὶ ὅ­λοι οἱ ὅ­μοι­οί τους; Ἐ­κεῖ­νες καὶ ἐ­κεῖ­νοι τῶν ὁ­ποί­ων ἡ σκέ­ψη ἁ­πλω­νό­ταν ἔ­ξω καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸ χθές, ἔ­ξω καὶ με­τὰ τὸ αὔ­ριο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt): Ἡ κατάλπη

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt)


Ἡ κατάλπη


ΔΩ, ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ πη­γαί­νουν στὶς κη­δεῖ­ες. Κυ­κλο­φο­ροῦν τὴ νύ­χτα, ὅ­ταν ὅ­λοι κοι­μοῦν­ται, προ­χω­ρών­τας λί­γο-λί­γο, τὸ ἕ­να πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λο, στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου, ἢ περ­νών­τας μέ­σ’ ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια. Καὶ στὴν πλα­τεί­α τῆς ἐκ­κλη­σί­ας, τὸ πρω­ΐ, βρί­σκουν κα­μιὰ φο­ρὰ μιὰ βε­λα­νί­δια καὶ πέν­τε-ἕ­ξι ἐ­λά­τια, ποὺ ἔ­χουν ἔρ­θει ἐ­κεῖ πο­λὺ πρὶν ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα τῆς νε­κρώ­σι­μης ἀ­κο­λου­θί­ας.

        Γιὰ τὴν κη­δεί­α ἑ­νὸς μι­κροῦ κο­ρι­τσιοῦ εἶ­χαν με­τα­κι­νη­θεῖ του­λά­χι­στον τριά­ντα λεῦ­κες, μιὰ κλαί­ου­σα ἰ­τιὰ καὶ μιὰ ἀν­θι­σμέ­νη κα­τάλ­πη, ποὺ πρέ­πει νὰ ἦρ­θε ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­φοῦ τέ­τοι­α δέν­τρα δὲν ὑ­πάρ­χουν στὴν πε­ρι­ο­χή.

        Μοῦ εἶ­παν πὼς τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­φτα­σε τὸ φέ­ρε­τρο τοῦ μι­κροῦ κο­ρι­τσιοῦ, ἡ κα­τάλ­πη ἔ­ρι­ξε κά­τω ὅ­λα τὰ λου­λού­δια της, καὶ ἡ νε­κρι­κὴ συ­νο­δεί­α περ­πα­τοῦ­σε πά­νω τους, ὅ­πως σ’ ἕ­να χα­λὶ ποὺ ἀ­νά­δι­νε μυ­ρω­διὰ κου­φέ­του.

        Στὴν κη­δεί­α τοῦ παπ­ποῦ μου ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας κέ­δρος τοῦ Λι­βά­νου, ποὺ τὸν εἶ­χε φέ­ρει ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος ἀ­πὸ ἕ­να τα­ξί­δι του στὴν Ἀ­να­το­λὴ καὶ τὸν εἶ­χε φυ­τέ­ψει στὸν κῆ­πο του. Εἶ­χε στη­θεῖ τό­σο κον­τὰ στὴ με­σαί­α πύ­λη τοῦ να­οῦ, ὥ­στε χρει­ά­στη­κε νὰ μπά­σουν τὸ φέ­ρε­τρο ἀ­πὸ μιὰ πλα­ϊ­νὴ πόρ­τα.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη νύ­χτα τὰ δέν­τρα ξα­να­γυ­ρί­ζουν ἐ­κεῖ ἀ­π’ ὅ­που ἦρ­θαν ὅ­μως πολ­λὰ ἀ­πὸ αὐ­τά, ἔ­χον­τας ἀ­να­κα­λύ­ψει ἕ­ναν ἑλ­κυ­στι­κὸ τό­πο ἢ φι­λό­ξε­νους συν­τρό­φους συγ­κεν­τρω­μέ­νους κά­που, μπαί­νουν στὴν ὁ­μά­δα τους καὶ στε­ρι­ώ­νουν ἐ­κε­ῖ, ἄ­γνω­στο γιὰ πό­σον και­ρό.

        Ὁ κέ­δρος ὅ­μως τοῦ παπ­ποῦ μου δὲν ξα­να­φά­νη­κε πο­τὲ στὸν κῆ­πο. Εἶ­παν πὼς εἶ­χε πνι­γεῖ, μὰ κά­ποι­οι τὸν εἶ­χαν δεῖ νὰ ἐ­πι­πλέ­ει στὸν ἀμ­μου­δε­ρὸ κόλ­πο καὶ νὰ τα­ξι­δεύ­ει πρὸς τὸ ἀ­νοι­χτὸ πέ­λα­γος.



Πηγή: Τὰ πλοῖα βγῆκαν σεργιάνι, μτφ. Ἐ. Χ. Γονατᾶς (ἐκδ. Στιγμή, 2001).

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt) (Νορμανδία, Γαλλία, Saint-Maurice d’Etelan, 1917 – Stigny, Γαλλία, 2006). Ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος καὶ ἐκδότης-τυπογράφος. Ἀπὸ τὸ 1963 ἐγκα­τα­στάθηκε στὸ Stigny (διαμέρισμα Yonne) τῆς Βουργουνδίας. Δημο­σίευσε πεζὰ ποιήματα, μικρὲς ἱστορίες, διηγήματα, μύθους καὶ ἀφηγήσεις φα­νταστικῶν ταξιδιῶν. Ἐπισκέφθηκε δύο φορὲς τὴν Ἑλλάδα, τὸ 1939 καὶ τὸ 1962, καὶ συνδέθηκε μὲ τὸν Ἐ. Χ. Γονατᾶ. Πέθανε στὶς 13 Ἀπριλίου τοῦ 2006, σὲ ηλικία 89 ἐτῶν, στὸ Stigny.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.

Εἰκόνα: Κατάλπη, ἔργο τῆς Tina Oršolić Dalessio.

Τάσος Χατζητάτσης: Τὸ περιστέρι


Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης


Τὸ πε­ρι­στέ­ρι


ΤΑΝ Η ΠΟΛΗ λει­τουρ­γοῦ­σε ἀ­κό­μα, χω­ρὶς ἀν­τι­πα­ρο­χὲς καὶ κα­νο­νι­σμοὺς πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, σὲ αὐ­λὲς καὶ σὲ τα­ρά­τσες, ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­δε­δο­μέ­νη ἀ­σχο­λί­α τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ἡ ἐ­ξη­μέ­ρω­σή τους εἶ­ναι πα­νάρ­χαι­α συ­νή­θεια καὶ ἡ συμ­βί­ω­ση μὲ τοὺς ἀν­θρώ­πους πάν­τα ἐρα­σμία.

        Πε­ρι­στε­ρι­ῶ­νες ὑ­πῆρ­χαν στὴν πό­λη καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο, ἀλ­λὰ σί­γου­ρα πολ­λὰ με­τα­πο­λε­μι­κὰ κου­μά­σια εἶ­χαν τὴν προ­έ­λευ­σή τους ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τῆς πεί­νας στὴν κα­το­χή. Τὰ παι­διά, βρί­σκον­τας ἕ­τοι­μα τὰ κα­τα­λύ­μα­τα, ἀν­τι­κα­τέ­στη­σαν τὶς κα­το­χι­κὲς χῆ­νες κι ὄρ­νι­θες μὲ πε­ρι­στέ­ρια. Ἦ­ταν μιὰ ἐ­να­σχό­λη­ση ἐ­πί­πο­νη καὶ ἐ­ξαν­τλη­τι­κή, ξε­λά­φρω­νες ὅ­μως ἀ­πὸ δι­α­βά­σμα­τα κι ἀν­τι­γρα­φὲς καί τὸ, κυ­ρι­ό­τε­ρο, συγ­κέν­τρω­νες πά­νω σου ὅ­λα τὰ βλέμ­μα­τα. Κου­νοῦ­σες τὸ σκιά­χτρο, μαῦ­ρο κου­ρέ­λι δε­μέ­νο στὸ ξύ­λο τῆς τα­βα­νό­σκου­πας καὶ ση­κώ­νον­ταν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι σου τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ὅ­σο πιὸ τρε­λὰ ἀνέ­μι­ζες τὴ μαύ­ρη ση­μαί­α τό­σο πιὸ πολ­λοὺς κύ­κλους κά­ναν αὐ­τὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν τα­ρά­τσα. Ὥ­σπου νὰ νι­ώ­θεις τὸ λα­χά­νια­σμα, νὰ βγά­λεις ἔ­ξω τὸ πε­τα­στά­ρι, μα­δη­μέ­νο, χω­ρὶς φτε­ρά, νὰ τὸ κρα­τᾶς ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια, κι αὐ­τὰ στὴ στιγ­μὴ νὰ κουρ­νιά­ζουν ὑ­πά­κου­α γύ­ρω σου. Ὅ­λη ἡ γει­το­νιὰ νὰ σχο­λιά­ζει, νὰ θαυ­μά­ζει, καὶ τὰ μά­τια τῶν κο­ρι­τσι­ῶν καρ­φω­μέ­να στὰ πε­ρι­στέ­ρια σου. Τό ’­σκα­να ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ γυρ­νοῦ­σα ὅ­λα τὰ κου­μά­σια τῆς πε­ρι­ο­χῆς, ψά­χνον­τας γιὰ πε­ρι­στέ­ρια. Ἔ­χα­να καὶ ξα­να­έ­χα­να τὰ σχο­λι­κά μου βι­βλί­α, στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ Ξε­νο­φών­τα, γιὰ νὰ ἐ­ξοι­κο­νο­μῶ δραχ­μές, νὰ ἀ­γο­ρά­ζω ὅ,τι ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το μοῦ προ­σέ­φε­ραν σὰν λα­ρι­σι­νὸ μπρο­στά­ρη. Ἤθελα νὰ μὲ θε­ω­ροῦν δι­κό τους, νὰ μ’ ἀ­φή­νουν νὰ πα­ρα­τη­ρῶ, πῶς γύ­μνα­ζαν, πῶς σή­κω­ναν τὰ σμή­νη τους. Ὑ­πῆρ­χαν θαυ­μα­στοὶ πε­ρι­στε­ρά­δες, στὴν Εὐ­καρ­πί­α, στὴν Τούμ­πα, στὴν Πυ­λαί­α. Εἶ­χαν πε­ρι­στέ­ρια ἱ­κα­νὰ ὄ­χι μό­νο γιὰ βόλ­τες ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τα­ξί­δια ὁ­λό­κλη­ρα μέ­χρι τὴ Λά­ρι­σα ἢ τὴν Κρή­τη. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀπὸ ὅλους ὅμως θαύ­μα­ζα τὸν συμ­μα­θη­τή μου τὸν Ρώσ­ση. Ἦ­ταν κι ὁ Ρώσ­σης πε­ρι­στε­ρᾶς, κι ἂς μὴν ξε­χώ­ρι­ζε ἕ­ναν μπρο­στά­ρη ἀπὸ μιὰ κο­πά­να. Οὔ­τε κου­μά­σι εἶ­χε, κα­θό­ταν σ’ ἕ­να ὑ­πόγει­ο στὴν Ἰσαύρων. Ἀσχο­λι­ό­ταν μό­νο μὲ ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι, τὸ δι­κό του. Τὸ ἀγα­ποῦ­σε πα­ρά­φο­ρα καὶ τό ’­βγα­ζε γυ­μνὸ στὸν ἀ­έ­ρα νὰ ἀ­να­πνέ­ει ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἦ­ταν ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι ἄ­πτε­ρο, κα­θη­λω­μέ­νο ἀλ­λὰ ἑφτά­ψυ­χο. Σὲ κά­θε δι­ά­λειμ­μα μα­ζευ­ό­μα­σταν ὅ­λοι στὰ πί­σω θρα­νί­α, ὄρ­θιοι, γιὰ νὰ δοῦ­με τὸν Ρώσ­ση νὰ ἐλευ­θε­ρώ­νει τὸ πε­ρι­στέ­ρι του καὶ νὰ τὸ πνί­γει στὰ χά­δια, μέ­χρι νὰ μεί­νει ἄ­ψυ­χο στὶς ζε­στές του πα­λά­μες. Στὸ ἑ­πό­με­νο δι­ά­λειμ­μα, ὁ­λο­ζών­τα­νο πά­λι τὸ πε­ρι­στέ­ρι, νὰ ξε­προ­βάλ­λει ὀρ­θό, μέ­σα ἀ­πό τὴν τρύ­πια τσέ­πη τοῦ Ρώσ­ση, ἕ­τοι­μο γιὰ τὴ νέ­α πα­ρά­στα­ση. Τὸ ξέ­ρα­με ὅ­λοι ἢ τὸ ὑ­πο­πτευ­ό­μα­σταν, ὅ­τι τὸ πε­ρι­στέ­ρι δὲν ξε­ψυ­χοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ χά­δια ἀλ­λὰ ἀ­πὸ τὸ δι­κό μας βλέμ­μα, τὸ ὁ­ποῖο ἔ­με­νε αἰχ­μάλω­τὸ πά­νω στὸ κόκ­κι­νο ράμ­φος καὶ στὴν ἄ­σπρη στα­γό­να ποὺ ἔ­βγαι­νε μα­ζὶ μὲ τὴν ψυ­χή του. Ἀρ­γό­τε­ρα ὁ Ρώσ­σης ἀ­πο­ζη­τοῦ­σε τὰ βλέμ­μα­τα κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ αὐ­στη­ρὰ ἀρ­σε­νι­κό μας γυ­μνά­σιο, στὶς μει­κτὲς γι­ορ­τές μας. Στὶς πρῶ­τες γι­ορ­τὲς μὲ κο­πέ­λες, ἐκ­με­ταλ­λευ­ό­με­νος τὸ εὐ­γε­νι­κό του πα­ρου­σια­στικό, εὔ­κο­λα ἀπο­μό­νω­νε τὰ κο­ρί­τσια σὲ μι­σό­φω­τα μπαλ­κό­νια καὶ στὰ πί­σω δω­μά­τια. Γρή­γο­ρα αὐ­τὰ ἐ­πέ­στρε­φαν στὶς πα­ρέ­ες τους καὶ τα­ραγ­μέ­να ἢ μὲ γέ­λια νευ­ρι­κά, ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νισμέ­να, ψι­θύ­ρι­ζαν στὶς φι­λε­νά­δες τους ὅ­σα πα­ρά­ξε­να εἶ­χαν ἀν­τι­κρίσει. Μέ­να­με ὅ­λοι κα­τά­πλη­κτοι μὲ τὴν εὐ­χέ­ρεια τοῦ Ρώσ­ση νὰ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται στὶς κο­πέ­λες. Πρὶν προ­φτά­σουν αὐ­τὲς νὰ συ­νέλ­θουν ἀ­πὸ τὴν ἔκ­πλη­ξή τους, τὸ πε­ρι­στέ­ρι ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε κι­ό­λας στὰ χέ­ρια του. Καὶ τί δὲν τοῦ σέρ­να­με τοῦ Ρώσ­ση πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του, ὅ­λοι ὅ­μως ἀ­πο­ζη­τούσαμε τὴν πα­ρέ­α του. Ἄλ­λοι γιὰ νὰ τὸν συ­νο­δεύ­ου­με στὰ σπί­τια μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες ὅ­που σύ­χνα­ζε· ἄλ­λοι γιὰ νὰ δο­κι­μά­ζου­με τὴν ἁ­μαρ­τω­λὴ γεύ­ση τῶν τσι­γά­ρων ποὺ ἔ­στρι­βε· κι ἄλ­λοι γιὰ νὰ ἀ­πο­κο­μί­ζου­με κέρ­δη ἀ­πὸ τὰ ἀ­πο­κα­ΐ­δια τοῦ θρά­σους του. Ὁ Ρώσ­σης ἦ­ταν ποὺ εἶ­χε συ­νερ­γή­σει καὶ γιὰ νὰ ἀγ­κα­λιά­σω πρώ­τη φο­ρὰ τὴν Ἕλ­λη. Ἤ­μα­σταν στὸν ἀ­πο­κρι­ά­τι­κο χο­ρὸ τῶν τε­λει­ό­φοι­των, ὅ­ταν ἡ Ἕλ­λη μὲ λυγ­μοὺς ἔ­πε­σε στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ μοῦ ἀ­πο­κάλυ­ψε ὅ­τι ὁ Ρώσ­σης ἦ­ταν γυ­μνὸς κά­τω ἀπὸ τοὺς μαιά­νδρους τοῦ ἀρ­χαί­ου χι­τώ­να. Τῆς ζή­τη­σε νὰ χο­ρέ­ψουν καὶ κα­θὼς στρο­βι­λί­ζον­ταν, ἔ­νιω­σε στὸ χέ­ρι της τὸ πε­ρι­στέ­ρι, ὀρ­θὴ ρα­χο­κο­κα­λιά. Ἡ ἀ­γα­νά­κτη­ση ποὺ ἔ­δει­ξα γιὰ τὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ Ρώσ­ση, ἐξογ­κω­μένη κι ἀ­πὸ τὸν πο­λύ­μη­νο πό­θο μου γιὰ τὴν Ἕλ­λη, ἔ­φε­ραν σὰν ἀπο­τέλε­σμα τὴ συ­νέ­νω­σή μας ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Μιὰ συ­νέ­νω­ση ἡ ὁ­ποί­α εἶ­χε σὰν προ­ϋ­πό­θε­ση ὄ­χι μό­νο τοὺς αἰ­ώ­νιους ὅρ­κους ἄλ­λα καὶ τὴν ἀ­πό­λυ­τη ἀπο­μό­νω­σή μου ἀπὸ τὸν Ρώσ­ση. Μά­θαι­να, βέ­βαι­α, νέ­α του ἀ­πὸ πα­λιοὺς συμ­μα­θη­τὲς καὶ φί­λους, πάν­τα ὅ­μως μὲ τὰ χα­μό­γε­λα τῆς ἄ­μυ­νάς μας γιὰ ὅ­σα ἀ­σε­βῆ σκά­ρω­νε. Σύ­χνα­ζε τώ­ρα στὶς σκο­τει­νὲς αἴ­θου­σες τῶν κι­νη­μα­το­γρά­φων, ποὺ τό­τε καὶ πολ­λὲς ἦ­ταν καὶ πάν­τα γε­μά­τες. Προ­τι­μοῦ­σε τὶς ἀ­πο­γευ­μα­τι­κὲς προ­βο­λές. Κα­λυμ­μέ­νος πί­σω ἀπὸ πα­ρά­ται­ρα πα­νω­φό­ρια κι ἀδι­ά­βρο­χα, ἀπο­κα­λυ­πτόταν σὲ μο­να­χι­κὲς γυ­ναῖ­κες κι ἀ­συ­νό­δευ­τες κο­πέ­λες. Πολ­λὲς φο­ρὲς γι­νόν­του­σαν φα­σα­ρί­ες, κι ὅ­πο­τε δὲν τὸν πρό­φται­ναν τὰ πό­δια του τὸν τρα­βοῦ­σαν καὶ στὴν ἀσφάλεια. Ὄ­χι ὅ­μως στὸ σπου­δα­στι­κό της, ὅ­πως συ­χνὰ τό­τε συ­νέ­βαι­νε. Ξα­να­συ­ναντη­θή­κα­με μὲ τὸν Ρώσ­ση στὴν τε­λευ­ταί­α συγ­κέν­τρω­ση τῆς κί­νη­σης γιὰ τὸν ἀ­φο­πλι­σμό. Στὴν ἀρ­χὴ τῆς νέ­ας πα­ρα­λί­ας, μιὰ ἐ­ξέ­δρα γυ­μνή, τὸ σῆ­μα τοῦ Ρά­σελ, ὁ ὁ­μι­λη­τὴς καὶ μεῖς ἀ­πὸ κά­τω. Ὁ Ρώσ­σης κρα­τοῦ­σε πε­ρή­φα­να ἕ­να πα­νὸ μὲ τὸ γνω­στὸ πε­ρι­στέ­ρι καὶ τὸ κλα­δά­κι τῆς ἐ­λιᾶς στὸ ράμ­φος. Τὸν πλη­σί­α­σα, τε­λεί­ω­νε κι ἡ ἱ­στο­ρί­α μου μὲ τὴν Ἕλ­λη καὶ τὸν σκαν­δά­λι­ζα. «Ἀ­φῆ­στε ὅ­λα τὰ πε­ρι­στέ­ρια ἐ­λεύ­θε­ρα, ὅ­λα τὰ που­λιὰ νὰ κε­λα­ϊ­δᾶ­νε.» Γέ­λα­σε κι ἀ­να­γε­λού­σα­με, προ­κα­λών­τας τὴν ἀ­γα­νά­κτη­ση τῶν συγ­κεν­τρω­μέ­νων καὶ τοῦ με­σό­κο­που ὁ­μι­λη­τῆ. Ὕ­στε­ρα δι­α­λυ­θή­κα­με, ἄλ­λος ἐ­δῶ, ἄλ­λος ἀλ­λοῦ. Ἔ­μει­νε μό­νο ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κο πρω­ϊ­νὸ στὴν πα­ρα­λί­α καὶ τὰ ξε­κάρ­φω­τα γέ­λια μας. Σκόρ­πι­σαν οἱ πα­ρέ­ες, οἱ με­τα­με­σο­νύ­κτι­ες βόλ­τες, τὰ πά­θη γιὰ τὴν πο­λι­τι­κὴ καὶ τὶς κο­πέ­λες. Γά­μοι, δου­λει­ές, γέν­νες. Ὁ κα­θέ­νας καὶ τὸ κλα­δά­κι του, ὁ κα­θέ­νας κι ἡ ψυ­χή του. Αὐ­το­κί­νη­τα, σπί­τια, συ­ναλ­λα­γὲς κι ἡ μνή­μη νὰ τὰ ἀ­λέ­θει ὅ­λα, ἄ­μυ­να ἡ μνή­μη· ἄ­μυ­να, φρόκα­λα καὶ σκου­πί­δια. Μό­νον τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α, ὅ­ταν βρι­σκό­μα­στε πα­λιοὶ συμ­μα­θη­τές, τώ­ρα με­σό­κο­πα, ποὺ ἀ­κού­γε­ται πιὰ ξε­κά­θα­ρα ὁ βα­ρύ­γδου­πος ἦ­χος τῆς καρ­μα­νι­ό­λας, ὅ­λοι ἀ­να­ρω­τι­ό­μα­στε γιὰ τὸν Ρώσ­ση.

        Τί κά­νει; Ζεῖ; Ποῦ βρί­σκε­ται αὐτὴ ἡ ψυ­χή;

        Στέ­κει ἀ­κό­μα ὀρ­θὸ τὸ πε­ρι­στέ­ρι;

        Ξε­ψυ­χᾶ πάν­τα γιὰ ὅ­σα ἀ­νί­ε­ρα ἐ­μεῖς δὲν τολ­μή­σα­με;


(Δὲν θὰ πρέ­πει νὰ θε­ω­ρη­θεῖ τόλ­μη­μα, ἂν πῶ ὅ­τι κι αὐτὴ ἡ σε­λί­δα, λευ­κὸ μὲ μαῦ­ρα στίγ­μα­τα, σὰν πε­ρι­στέ­ρι, ἀδη­μο­νεῖ νὰ ξε­ψυ­χή­σει ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα σου, ἀ­να­γνώ­στη.)



Πη­γή: Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (πε­ζά, ἐκδ. Ἐν­τευ­κτη­ρί­ου, 1997).

Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Ἐρ­γά­στη­κε γιὰ χρό­νια ὡς ὀ­δον­τί­α­τρος. Ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς βα­σι­κοὺς συ­νερ­γά­τες τοῦ λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ «Ἐν­τευ­κτήριον». Τὸ 1998 βρα­βεύ­τη­κε γιὰ τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοὶ ὡς πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος πε­ζο­γρά­φος καὶ τὸ 2004 γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Σὰ σπα­σμέ­να φτε­ρὰ καὶ οἱ δύ­ο δι­α­κρί­σεις ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ «Δι­α­βά­ζω».



		

	

Βελισσαρία Μπαφατάκη: Τὸ κουφάλογο


Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη


Τὸ κου­φά­λο­γο


Ν ΠΙΣΤΕΥΕΤΕ ὅτι ἡ ὑ­γεί­α εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­θὰ ἐ­κεῖ­να γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α, τό­τε δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ λά­βε­τε σο­βα­ρὰ ὑ­πό­ψη τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Πα­νά­γου. Τοῦ Πα­νά­γου ποὺ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ στὸ νη­σί, ὅ­που δια­βεῖ καὶ ὅ­που στα­θεῖ κου­φά­λο­γο τὸν ἀ­νε­βά­ζουν, κου­φά­λο­γο τὸν κα­τε­βά­ζουν. Ὅ­ταν ἄ­κου­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ με­τα­ξὺ σο­βα­ροῦ καὶ ἀ­στεί­ου στὴν πα­ρέ­α του, δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Ἀ­παγ­κί­στρω­σε δι­α­κρι­τι­κά τὸ κα­λα­μά­κι τοῦ κα­φὲ ἀ­πὸ τὰ δύ­ο μπρο­στι­νὰ δόν­τια γιὰ νὰ μὴν πνι­γεῖ καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὸ πο­τή­ρι πά­νω στὸ μαρ­μα­ρέ­νιο τρα­πέ­ζι μὲ ἐ­πι­δει­κτι­κὴ ἀ­πά­θεια. Οἱ λε­βέν­τες τρι­γύ­ρω χα­χά­νι­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τα­φρά­ζον­τας τὴν ἔλ­λει­ψη ἀ­πάν­τη­σης ὡς μί­α ἀ­κό­μα ἔν­δει­ξη κου­φα­μά­ρας. Τί θρά­σος! Δὲν μί­λη­σε, δὲν ἀ­πάν­τη­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

        Ἡ ὑ­πε­ρη­φά­νεια του, βλέ­πε­τε, δὲν ἄ­φη­νε πε­ρι­θώ­ρια νὰ ζη­τή­σει ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα γιὰ τοῦ λό­γου τὸ ἀ­λη­θές. Κα­νέ­να δι­ά­λο­γο δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­νοί­ξει. Ὡ­στό­σο, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ θέ­μα πά­νω του καὶ θὰ δι­ε­ρευ­νοῦ­σε τὸ ζή­τη­μα προ­σω­πι­κὰ τὴν ἴ­δια κι­ό­λας μέ­ρα μὲ τὸ ποὺ θὰ ἔ­φτα­νε σπί­τι καὶ θὰ ἔ­με­νε μό­νος. Ἔ­τσι καὶ ἔ­γι­νε! Πλη­σί­α­σε τὸν κα­θρέ­φτη καὶ σή­κω­σε τὰ μα­κριά του μαλ­λιά. Τὰ αὐ­τιά του ἦ­ταν ὅ­πως πάν­τα στὴν θέ­ση τους. Πε­ρή­φα­να καὶ ρόζ. Τὰ ἔ­τρι­ψε κι­ό­λας γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ. Θὰ ὁρ­κι­ζό­ταν ὅ­τι ἄ­κου­γε καὶ τοὺς λε­πτοὺς τρυ­φε­ροὺς ἤχους­ ποὺ πα­ρή­γα­γαν τὰ δά­χτυ­λά του ὅ­σο χά­ϊ­δευ­ε τοὺς λο­βούς. Προ­τοῦ θυ­μώ­σει καὶ ἀρ­χί­σει νὰ βγά­ζει κα­πνοὺς ἀ­πὸ τὰ κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση γιὰ τὸν κό­σμο τοῦ­το αὐ­τιά του, ἀ­πο­φά­σι­σε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὸ θέ­μα πε­ραι­τέ­ρω. Ὄ­χι μό­νος αὐ­τὴ τὴν φο­ρά.

        Τη­λε­φώ­νη­σε τὸ δί­χως ἄλ­λο στὸν κύ­ριο Πε­ρι­στε­ρά­κη, γνω­στὸ ὠ­το­ρι­νο­λα­ρυγ­γο­λό­γο τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ ἔ­κλει­σε ραν­τε­βού. Ἡ ἐ­ξέ­τα­ση πῆ­γε πε­ρί­φη­μα. Ὁ για­τρὸς εἶ­χε και­ρὸ νὰ δεῖ πε­ρί­πτω­ση σὰν τὴν δι­κή του. Οἱ ἀν­τι­δρά­σεις του στὸ ἀ­κου­ό­γραμ­μα καὶ σὲ ὅ­λες τὶς μι­κρὲς δο­κι­μα­σί­ες συν­το­νι­σμοῦ καὶ ἰ­σορ­ρο­πί­ας ποὺ τὸν ὑ­πέ­βαλ­λε, μαρ­τυ­ροῦ­σαν πε­ρί­τρα­να ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ ἕ­ναν ἄν­θρω­πο ἐ­ξό­χως ὑ­γι­ῆ μὲ ἀ­κου­στι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα λύ­κου. Ἡ γνω­μά­τευ­ση ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρη. «Μά, ἐ­σεῖς ἀ­κοῦ­τε κα­λύ­τε­ρα καὶ ἀ­πὸ ἐ­μέ­να» εἶ­πε θρι­αμ­βευ­τι­κά. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι τί σᾶς ἔ­φε­ρε μέ­χρι ἐ­δῶ.»

        «Ὁ κό­σμος, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη. Νά, λέ­νε ὅ­τι δὲν ἀ­κού­ω.» Ποι­ός κό­σμος, δη­λα­δή; Οἱ φί­λοι του, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ, ἀλ­λὰ δί­στα­σε νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὴν λέ­ξη. Κλω­τσοῦ­σε τὸ μυα­λό του.

        Ὁ κύ­ριος Πε­ρι­στε­ρά­κης μέ­σα στὰ πολ­λὰ μπαμ­πά­λι­σε κά­τι πε­ρὶ το­ξι­κό­τη­τας καὶ χά­ρα­ξε ὁ­ρι­ζον­τί­ως τὸν ἀ­έ­ρα μὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α λε­πί­δα γιὰ νὰ το­νί­σει τὴν ἀ­νάγ­κη ὁ­ρι­στι­κῆς λύ­σης τέ­τοι­ων ἄ­σκο­πων δε­σμῶν.

        Ὁ Πα­νά­γος κον­το­στά­θη­κε. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν ἄ­κου­σε κα­λά. Μιὰ χα­ρὰ ἄ­κου­σε. Ἡ καρ­διὰ του κλώ­τση­σε. Τὰ λό­για τοῦ Πε­ρι­στε­ρά­κη ἦρ­θαν καὶ ἔ­κα­τσαν σὰν πέ­τρα στὸ στῆ­θος του. Νὰ ξε­κό­ψει ἀ­πὸ τοὺς φί­λους του; Αὐ­τὸ ποὺ τοῦ πρό­τει­νε ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ τρέ­λα. Κα­θα­ρὴ τρέ­λα. Αὐ­τὸς ὁ για­τρὸς μᾶλ­λον δὲν στέ­κει κα­λὰ στὰ λο­γι­κά του. Δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο. Κά­λυ­ψε πει­σμα­τι­κά τὰ αὐ­τιά του καὶ ἔ­συ­ρε τὴν κα­ρέ­κλα του πρὸς τὰ πί­σω, ὡς ἔν­δει­ξη πα­ρα­βί­α­σης τῶν ὁ­ρί­ων ἀ­νο­χῆς ἢ καὶ ἀν­το­χῆς. Ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα ἄ­κου­γε. Ἢ ἀ­πέ­ναν­τι σὲ ὅ­σα δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει.

        Ζή­τη­σε ἕ­ναν κα­θρέ­φτη. Ἤ­θε­λε μό­νο ἕ­ναν κα­θρέ­φτη καὶ ἤ­ξε­ρε κα­λὰ αὐ­τὸς τί θὰ κά­νει. Ὁ για­τρὸς προ­σπά­θη­σε νὰ κρύ­ψει τὴν ἔκ­πλη­ξή του καὶ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει ἀ­πὸ τὸ γρα­φεῖ­ο του φαι­νο­με­νι­κὰ ἀ­τά­ρα­χος, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε κι­ό­λας πιά­σει τὰ μαλ­λιά του ψη­λὰ σὲ μιὰ σφι­χτὴ πε­ρή­φα­νη ἀ­λο­γο­ου­ρά. Ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μπά­νιο ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κα­τεύ­θυν­ση ποὺ ὑ­πέ­δει­ξε τὸ δά­χτυ­λο τοῦ κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη. Πρὶν κλεί­σει τὴν πόρ­τα πί­σω του, γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε μὲ ὕ­φος λο­ξό.

        Τὴν εἶ­χε πά­ρει τὴν ἀ­πό­φα­σή του. Μὲ μιὰ κί­νη­ση καὶ γιὰ νὰ τοῦ ἀ­πο­δεί­ξει πό­σο λά­θος ἔ­κα­νε στὴν γνω­μά­τευ­σή του, ὁ Πα­νά­γος ξε­κόλ­λη­σε μὲ μιὰ συμ­βο­λι­κὴ κί­νη­ση τὰ ἄ­κρως λει­τουρ­γι­κὰ αὐ­τιά του, θαρ­ρεῖς καὶ ἦ­ταν ξέ­να καὶ ψεύ­τι­κα καὶ τὰ ἄ­φη­σε μπρο­στὰ στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ ἔκ­πλη­κτου κύ­ριου Πε­ρι­στε­ρά­κη ποὺ ἔ­μει­νε νὰ τὸν κοι­τά­ζει μὲ τὸ στό­μα ὀρ­θά­νοι­χτο. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ ἰ­α­τρεῖ­ο χλι­μιν­τρί­ζον­τας. Κλώ­τση­σε καὶ τὸ γρα­φεῖ­ο.

        Ξε­χύ­θη­κε κου­φὸς καὶ μα­κά­ριος σὲ δά­ση, δρυ­μοὺς καὶ σὲ ὅ­λα τὰ γνω­στὰ καὶ ἄ­γνω­στα σο­κά­κια τοῦ νη­σιοῦ γιὰ νὰ τὸν δοῦν ὅ­λοι. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­και­ώ­σει τὸν κό­σμο, τὸν δι­κό του κό­σμο ποὺ τὸν ἔ­λε­γε κου­φά­λο­γο, καὶ ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ πί­στευ­αν. Ἄ­λο­γο μέ­σα στὰ ἄ­λο­γα, τὰ πα­ρά­λο­γα. Γιὰ νὰ μὴν μεί­νει μό­νος.

        Καὶ ἐ­σύ, κύ­ρι­ε Πε­ρι­στε­ρά­κη, ὁ­λό­κλη­ρος για­τρὸς μὲ πτυ­χί­ο, ἔ­μει­νες μὲ ἕ­να ζευ­γά­ρι ὑ­γι­ῆ αὐ­τιὰ νὰ κεί­τον­ται στὸ γρα­φεῖ­ο σου. Μά, ποῦ πᾶς καὶ ἐ­σὺ νὰ βρεῖς λο­γι­κὴ στὸ ἄ­λο­γο τὸ πα­ρά­λο­γο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη. Κα­θη­γή­τρια ξέ­νων γλωσ­σῶν καὶ με­τα­φρά­στρια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ blog, ἐ­νῶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἔ­παι­νο γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α flashfiction  ἀ­πὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κέ­φα­λος.