Γε­ωρ­γί­α Βε­λη­βα­σά­κη: Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη



Γε­ωρ­γί­α Βε­λη­βα­σά­κη


Ἡ  μητέρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη


ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ εἶναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Ἔ­χει τέσ­σε­ρα πό­δια μὲ ὀ­νό­μα­τα παι­δι­ῶν καὶ καμ­πύ­λες στὶς ἄ­κρες. Ἡ ὄ­ψη της εἶ­ναι γα­λά­ζια. Μιὰ χρυ­σὴ ἀν­τα­νά­κλα­ση τὴν κά­νει νὰ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­π’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα πράγ­μα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου. Ἡ ρά­χη της κυρ­τή, σχε­δὸν χε­λω­νί­σια. Στέ­κε­ται —χρό­νια τώ­ρα— στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ· δὲν κα­τα­δέ­χε­ται νὰ τὴν ἀγ­γί­ζουν, τρέ­μει τὰ ἀ­πρό­σε­χτα χέ­ρια καὶ τὰ βλέμ­μα­τα.

       Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἕ­να πορ­σε­λά­νι­νο κου­τί. Κρύ­βει μυ­στι­κὰ καὶ χα­μέ­να ὄ­νει­ρα. Ὅ­ταν χα­μο­γε­λᾶ τὰ μά­τια της στρέ­φον­ται πρὸς τὰ μέ­σα, ἔ­τσι ποὺ κα­νέ­να χα­μό­γε­λό της δὲν μέ­νει χω­ρὶς λύ­πη. Στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ ὑ­πο­δέ­χε­ται τοὺς κα­λε­σμέ­νους της, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ πε­ρι­μέ­νει.

       Δὲν πλέ­νει πιά­τα. Δὲν μα­γει­ρεύ­ει. Δὲν τῆς ἀ­ρέ­σουν οἱ σκοῦ­πες καὶ τὰ ξε­σκο­νό­πα­να. Ζω­γρα­φί­ζει στὸ πρό­σω­πό της πο­τά­μια ποὺ γέρ­νουν πρὸς τὰ κά­τω. Ὕ­στε­ρα κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να τὴν ἀν­τα­νά­κλα­σή της στὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου. Με­τρᾶ τὰ πό­δια της· τέσ­σε­ρα. Δὲν εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­γὼ εἶ­μαι! τὴν ἀ­κού­ω ποὺ λέ­ει.

       Ἔ­χει μιὰ χα­ραγ­μα­τιὰ ποὺ δὲν φαί­νε­ται κι ἕ­να χά­ρι­σμα, κρυ­φὸ κι αὐ­τό. Ἂν τῆς χα­ϊ­δέ­ψεις τὰ μά­τια καὶ τὴν κοι­τά­ξεις συμ­πο­νε­τι­κά, ἂν εἶ­σαι λί­γο πιὸ ἀ­λη­θι­νὸς ἀ­π’ ὅ,τι συ­νη­θί­ζεις, ἂν τῆς πεῖς ὅ­τι τὴν ἀ­γα­πᾶς —μὰ νὰ τὴν ἀ­γα­πάς— σοῦ δεί­χνει κά­τι πα­λιὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια τῆς νι­ό­της της καὶ σοῦ ὑ­πό­σχε­ται, σοῦ ὑ­πό­σχε­ται… Μιὰ μέ­ρα μὲ ἄ­φη­σε νὰ δῶ κά­τω ἀ­πὸ τὴ γα­λά­ζια της ὄ­ψη. Ἀ­πὸ μέ­σα ἦ­ταν λευ­κὴ μὲ μι­κρὲς κη­λί­δες σὰν ἀ­στε­ρό­σκο­νη. Στὶς γω­νί­ες μα­ζεύ­ε­ται τὸ μαῦ­ρο καὶ δὲν φεύ­γει.

       Μοιά­ζει πα­λιὰ ὅ­σο τὸ σπί­τι ποὺ τὴν πε­ρι­έ­χει. Καὶ ἄ­δεια, ὅ­σο τὰ πράγ­μα­τα ποὺ δὲν μπό­ρε­σε νὰ χω­ρέ­σει. Κά­θε βρά­δυ ἀ­νά­βει ὅ­λα τὰ φῶ­τα. Δὲν κοι­μᾶ­ται. Ἡ πλη­γή της ἀ­φορ­μί­ζει τὴ νύ­χτα.

       Κα­τα­λα­βαί­νει μὲ τὴν ἁ­φή. Κα­μιὰ φο­ρᾶ βγά­ζει ἕ­ναν ἦ­χο σὰ νύ­χι πά­νω στὴ γυ­α­λι­στε­ρή της ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν ξέ­ρει πῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ, λέ­ει. Τὸ σπί­τι τὴν πνί­γει. Δὲν ἀν­τέ­χει τὰ κλει­στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Πα­ρα­πο­νι­έ­ται πὼς κα­νεὶς δὲν τὴν ἀ­κού­ει. Κιν­δυ­νεύ­ει νὰ σπά­σει ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τε­τα­μέ­νη ἀ­δι­α­φο­ρί­α μας. Δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ πέ­τρα, λέ­ει, δὲν εἶ­ναι πέ­τρα…

       Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Κά­θε πρω­ὶ τὴ ση­κώ­νω καὶ τὴ βά­ζω στὸ ρά­φι χω­ρὶς νὰ τὴν κοι­τά­ζω. Κα­θα­ρί­ζω τὸ τρα­πέ­ζι της μ’ ἕ­να πα­νί. Τὴ μα­λώ­νω πὼς δὲν κά­νει κα­λὰ ποὺ στέ­κε­ται ἀ­κί­νη­τη τό­σο και­ρό, πὼς αὐ­τὴ φταί­ει ποὺ μα­ζεύ­τη­κε τό­ση σκό­νη. Τρί­βω τὶς πτυ­χές της μὲ μα­νί­α. Τῆς τρα­γου­δά­ω γιὰ ἕ­να μι­κρὸ πορ­σε­λά­νι­νο κου­τὶ μέ­σα σ’ ἕ­να με­γά­λο σκο­νι­σμέ­νο σπί­τι. Στέ­κο­μαι ὄρ­θια στὴ μέ­ση τοῦ σα­λο­νιοῦ, τὴ δεί­χνω μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Καὶ ἄ­φη­σέ με, τῆς λέ­ω, ν’ ἀ­νοί­ξω τὴν κοι­λιά σου, νὰ κα­θα­ρί­σω κι ἐ­κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο… Γί­νε­ται τό­τε καὶ τὸ γα­λά­ζιο της χρῶ­μα φω­τί­ζε­ται μ’ ἕ­ναν τρό­πο στε­να­χτι­κό. Τὴν ἄλ­λη φο­ρά, μοῦ λέ­ει, τὴν ἄλ­λη φο­ρά. Τὴν ἐ­πι­στρέ­φω στὴ θέ­ση της μ’ ἕ­να πι­κρὸ φι­λί. Ἐ­κεί­νη δὲν στα­μα­τά­ει νὰ μὲ κοι­τά­ζει.

       Μι­σῶ τὴν εὐ­θραυ­στό­τη­τά της. Καὶ ἂν μιὰ μέ­ρα, μοῦ γλι­στρί­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια; Καὶ ἂν ἀ­να­πη­δή­σει στὸν ἀ­έ­ρα καὶ ἀ­νοί­ξει ἡ ρά­χη της καὶ φα­νεῖ ἡ χα­ραγ­μα­τιὰ καὶ θρυμ­μα­τι­στεῖ ἡ γα­λά­ζια της ὄ­ψη; Καὶ ἂν δὲν ἔ­χω προ­λά­βει νὰ ἀ­φαι­ρέ­σω τὸ μαῦ­ρο ἀ­πὸ τὶς γω­νί­ες καὶ τὰ σπλά­χνα της; Πῶς φο­βᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα. Πῶς κου­ρά­στη­κα νὰ φο­βᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Α. Βε­λη­βα­σά­κη. Ποί­η­ση καὶ δι­ή­γη­μα, παραμύθια. Σπού­δα­σε μου­σι­κή, θέ­α­τρο, Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ (Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­χτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο) καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (Πα­νε­πι­στή­μιο Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ τρα­γού­δι, τὴ στι­χουρ­γι­κὴ καὶ ἔχει ἐ­κτε­νῆ προ­σω­πι­κὴ δι­σκο­γρα­φί­α. Βιβλίο της: Τὸ Μι­κρὸ Μυ­στι­κὸ τῆς Ζω­ῆς (ἔμ­με­τρο πα­ρα­μύ­θι, 2010). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ ἀν­θο­λό­γιο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς-Δι­α­δρο­μὴ 2 (ἐκδ. Γρα­φο­μη­χα­νή, 2017). Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα www.velivasaki.gr


		
Advertisements

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Ἡ βάρκα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Ἡ βάρ­κα

(Der Nachen)


ΙΣΤΕΥΩ πὼς ἔ­χω ἤ­δη γρά­ψει αὐ­τὴ τὴ σκη­νή, θέ­λω ὅ­μως νὰ τὴ γρά­ψω ἄλ­λη μιὰ φο­ρά. Σὲ μιὰ βάρ­κα, στὸ μέ­σο μιᾶς λί­μνης, κά­θον­ται ἕ­νας ἄν­τρας καὶ μιὰ γυ­ναί­κα. Πά­νω ψη­λὰ στὸν σκο­τει­νὸ οὐ­ρα­νὸ βρί­σκε­ται τὸ φεγ­γά­ρι. Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι ἥ­συ­χη καὶ ζε­στή, ὁ­λό­τε­λα ται­ρια­στὴ μὲ τὴν ὀ­νει­ρι­κὴ ἐ­ρω­τι­κὴ πε­ρι­πέ­τεια. Ἄ­ρα­γε ὁ ἄν­τρας στὴ βάρ­κα ἔ­χει κλέ­ψει τὴ γυ­ναί­κα; Εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα τὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νο, μα­γε­μέ­νο θύ­μα τῆς ἀ­πα­γω­γῆς; Αὐ­τὸ δὲν τὸ γνω­ρί­ζου­με· βλέ­που­με μό­νο πὼς κι οἱ δυ­ὸ δί­νουν φι­λιὰ ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον. Τὸ σκο­τει­νὸ βου­νὸ στέ­κει σὰν γί­γαν­τας στὸ νε­ρὸ ποὺ λαμ­πυ­ρί­ζει. Στὴν ὄ­χθη βρί­σκε­ται κά­ποι­ο κά­στρο ἢ κά­ποι­α ἀ­γροι­κί­α μ’ ἕ­να φω­τι­σμέ­νο πα­ρά­θυ­ρο. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος, κα­νέ­νας ἦ­χος. Τὰ πάν­τα εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­να σὲ μιὰ μαύ­ρη, γλυ­κιὰ σι­ω­πή. Τὰ ἀ­στέ­ρια τρε­μο­παί­ζουν πά­νω ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, ὅ­πως ἐ­πί­σης κι ἀ­πὸ κά­τω πρὸς τὰ πά­νω μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ἀ­πύθ­με­νο βυ­θὸ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ποὺ σχη­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸ στὰ νε­ρὰ τῆς λί­μνης. Τὸ νε­ρὸ εἶ­ναι τὸ ταί­ρι τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, τὸ ἔ­χει φέ­ρει ἐ­δῶ κά­τω στὰ μέ­τρα του, καὶ νά ποὺ τώ­ρα φι­λι­οῦν­ται τὸ νε­ρὸ καὶ τὸ φεγ­γά­ρι σὰν ἐ­ρω­τι­κὸ ζευ­γά­ρι. Τὸ ὄ­μορ­φο φεγ­γά­ρι ἔ­χει βυ­θι­στεῖ στὸ νε­ρὸ ὅ­πως κά­ποι­ος νε­α­ρὸς ρι­ψο­κίν­δυ­νος πρίγ­κη­πας σὲ πλημ­μυ­ρί­δα ἀ­πει­λῆς. Κα­θρε­φτί­ζε­ται στὸ νε­ρό, μὲ τὸν τρό­πο ἐ­κεῖ­νο ποὺ μιὰ ὄ­μορ­φη γε­μά­τη ἔ­ρω­τα καρ­διὰ ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζε­ται σὲ μιὰν ἄλ­λη δι­ψα­σμέ­νη γιὰ ἔ­ρω­τα καρ­διά. Εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χο τὸ πῶς τὸ φεγ­γά­ρι μοιά­ζει μὲ τὸν ἐ­ρω­τευ­μέ­νο, τὸν πνιγ­μέ­νο στὶς ἀ­πο­λαύ­σεις καὶ τὸ πῶς τὸ νε­ρὸ μοιά­ζει μὲ τὴν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ἀ­γα­πη­μέ­νη, ἔ­τσι ὅ­πως ἀγ­κα­λιά­ζει καὶ σφίγ­γει τὸν πριγ­κι­πι­κὸ ἔ­ρω­τά της. Ὁ ἄν­τρας καὶ ἡ γυ­ναί­κα στὴ βάρ­κα εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα γα­λή­νιοι. Ἕ­να με­γά­λο φι­λὶ τοὺς ἔ­χει αἰχ­μα­λω­τί­σει. Τὰ κου­πιὰ εἶ­ναι ἀ­φη­μέ­να στὸ νε­ρό. Ἄ­ρα­γε εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ἄ­ρα­γε θὰ εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι οἱ δυ­ὸ αὐ­τοὶ ποὺ βρί­σκον­ται ἐ­δῶ μέ­σα στὴ βάρ­κα, οἱ δυ­ὸ ποὺ φι­λι­οῦν­ται, οἱ δυ­ὸ ποὺ τοὺς λού­ζει τὸ φεγ­γα­ρό­φω­το, οἱ δυ­ὸ ποὺ ἀ­γα­πι­οῦν­ται;



Πηγή: Robert Walser, Kleine Wanderung. Ge­schi­chten, Phi­lipp Re­clam jun. Stut­tgart, 2004 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Ro­bert Wal­ser, Kleine Dichtungen, Lei­pzig, Kurt Wolff Ver­lag, 1914].

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878, Μπί­ελ – 1956 Χε­ρι­σά­ου). Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε στὰ γερ­μα­νι­κά, κυ­ρί­ως νου­βέ­λες, δο­κί­μια καὶ μι­κρὰ πε­ζά, ἀλ­λὰ καὶ ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ μορ­φὴ θε­α­τρι­κοῦ. Ἡ Σού­ζαν Σόν­ταγκ τὸν ἔ­χει ἀ­πο­κα­λέ­σει μι­νι­α­του­ρί­στα τοῦ ἀν­τι­η­ρω­ι­κοῦ, τοῦ τα­πει­νοῦ, τῆς μι­κρῆς κλί­μα­κας, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος κά­που ἔ­χει γρά­ψει πὼς τὰ σύν­το­μα πε­ζά του δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο πα­ρὰ κομ­μά­τια τῆς ἴ­διας μα­κρο­σκε­λοῦς, δί­χως πλο­κή, ρε­α­λι­στι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Τάνια Ζαχαριάδη: Ἀετός


Τά­νια Ζα­χα­ριά­δη


Ἀ­ε­τός


ΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ στὴν ἐ­ξο­χή, κον­τὰ σ’ ἕ­να χω­ριό, ζοῦ­σε ἕ­νας πα­νέ­μορ­φος καὶ πε­ρή­φα­νος ἀ­ε­τός. Πε­ρή­φα­νος για­τί ἦ­ταν ὁ Ἀ­ε­τὸς καὶ πα­νέ­μορ­φος για­τί, ἐ­κτὸς ἀ­π’ τ’ ἄλ­λα του χα­ρί­σμα­τα εἶ­χε στὴν ἄ­κρη τῶν φτε­ρῶν του κρε­μα­σμέ­να, μι­κρὰ κρύ­σταλ­λα ποὺ ἔ­λαμ­παν στὸ φῶς κι ἔ­κα­ναν μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη με­λω­δί­α ν’ ἀ­κού­γε­ται στοῦ ἀ­νέ­μου κά­θε πνο­ή. Κα­θὼς πε­τοῦ­σε μὲ τὰ με­γά­λα του φτε­ρά, ἕ­νας κα­ταρ­ρά­χτης ξε­χύ­νον­ταν, ἀ­πὸ φῶς καὶ μου­σι­κή.

        Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε ἐ­ξαί­σια, οἱ μέ­ρες δι­α­δέ­χον­ταν ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μὲς σὲ κοι­λά­δες κι ἁ­πλω­σι­ές, μὲ ξε­γνοια­σιὰ καὶ κρυ­στάλ­λι­νες με­λω­δί­ες κι ἦ­ταν αὐ­τός, ὁ ἀ­γα­πη­μέ­νος ὅ­λων, ὁ χα­ϊ­δε­μέ­νος τους, τὸ πλά­σμα ποὺ ὀ­μόρ­φαι­νε τὸν κό­σμο.

        Ἀ­νε­παί­σθη­τα ὅ­μως καὶ σι­γὰ-σι­γά, μιὰ ἀλ­λα­γὴ συ­νέ­βαι­νε κρυ­φὰ στὴ ζω­ὴ καὶ τὸ σῶ­μα τοῦ ὄ­μορ­φου καὶ ξέ­γνοια­στου ἀ­ε­τοῦ. Ἀ­π’ ἔ­ξω ὅ­λα φαί­νον­ταν ὅ­πως πρίν, λαμ­πε­ρὰ καὶ χα­ρού­με­να, ὅ­μως ἄρ­χι­σε νὰ χά­νει λί­γο-λί­γο τὴ δύ­να­μή του καὶ νὰ ἀ­δυ­να­τί­ζει.

        Κα­θὼς περ­νοῦ­σε κι ἄλ­λο ὁ και­ρός, τὸ πρό­βλη­μα με­γά­λω­νε κι οἱ δυ­νά­μεις του ὅ­λο καὶ λι­γό­στευ­αν. Ἄρ­χι­σαν ψί­θυ­ροι ν’ ἀ­κού­γον­ται, «τί συμ­βαί­νει, πῶς ἔ­γι­νε ἔ­τσι, τὰ χά­λια του ἔ­χει! Μὰ εἶ­ναι αὐ­τός, ὁ ἴ­διος;», κα­θὼς καὶ κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κὰ γε­λά­κια ἀ­π’ τὰ μέ­χρι πρὶν λί­γο και­ρὸ θη­ρά­μα­τά του ποὺ δὲν κιν­δύ­νευ­αν πιὰ καὶ τό­σο ἀ­π’ τὸν κυ­νη­γό τους.

        Ἔ­φτα­σε τέ­λος μιὰ μέ­ρα ποὺ τ’ ὄ­μορ­φο καὶ πε­ρή­φα­νο πλά­σμα ἔ­γι­νε μιὰ σκιά, ποὺ ἔ­σερ­νε τὰ κρύ­σταλ­λα τῶν φτε­ρῶν του σὰν κου­ρέ­λια στὶς λά­σπες τῶν δρό­μων. Ἔ­φτα­σε ἡ μέ­ρα ποὺ καὶ τὸ μι­κρό­τε­ρο πον­τι­κά­κι φάν­τα­ζε πιὸ δυ­να­τὸ ἀ­π’ αὐ­τόν. Τὸ π ο ν τ ί κ ι κο­ρό­ι­δευ­ε τὸν ἀ η τ ὸ καὶ τὸν πε­ρι­γε­λοῦ­σε!

        Τό­τε κά­ποι­ος μὲ συμ­πό­νια, τοῦ ἔ­δει­ξε τὸ σπί­τι τῆς νυ­χτε­ρί­δας- μά­γισ­σας, μή­πως καὶ τὸν συμ­βού­λευ­ε αὐ­τὴ γιὰ τὸ κα­λό του.

        Τὸ σπί­τι ἦ­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ καμ­πα­να­ριοῦ κι ἔ­βα­λε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες του δυ­νά­μεις νὰ σκαρ­φα­λώ­σει ἐ­κεῖ, μὲ νύ­χια καὶ μὲ ράμ­φος, για­τὶ γιὰ νὰ πε­τά­ξει, δὲν μπο­ροῦ­σε πιά.

        Ἡ μά­γισ­σα τὸν κοί­τα­ξε λυ­πη­μέ­νη καὶ τοῦ ‘στρῶ­σε σὲ μιὰ μι­κρή, ἥ­συ­χη καὶ σκο­τει­νὴ γω­νιά. «Ἄρ­γη­σες πο­λύ», τοῦ εἶ­πε. «Δὲν σκέ­φτη­κες, μὲς στὸ θάμ­πος ποὺ ζοῦ­σες, τὴν λεί­α ποὺ ἔ­δι­ω­χνες μὲ τὸ με­λω­δι­κό σου πέ­ταγ­μα».

        «Σὲ συ­νε­πῆ­ρε ἡ μου­σι­κὴ κι ὁ θαυ­μα­σμὸς τοῦ κό­σμου…»


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τά­νια Ζα­χα­ριά­δη (Λά­ρι­σα). Σπούδασε Βι­ο­λο­γί­α, Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α, Κα­λὲς Τέ­χνες (ΑΣΚΤ, ἀ­πό­φοι­τος 1999). Συμ­με­τεῖ­χε σὲ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις. Ἦ­ταν «Ἡ ζω­γρά­φος τοῦ μή­να» στὶς Ἀ­να­γνώ­σεις τῆς Κυ­ρι­α­κά­τι­κης Αὐ­γῆς (τχ. 342, 5/7/2009). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ὑπόγειο



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ὑ­πό­γει­ο


ΕΣΥ, μι­κρέ, τί ποι­ή­μα­τα γρά­φεις;

       — Δὲν γρά­φω.

       — Σι­γὰ ποὺ σὲ πί­στε­ψα τώ­ρα. Ἔ­τσι λὲς ὅ­τι κοι­τᾶ­νε τὰ βι­βλί­α αὐ­τοὶ ποὺ δὲν γρά­φουν; Ξέ­ρω, θὰ ἀρ­γή­σεις, πάν­τως θὰ μοῦ πεῖς.

       — Τί νὰ σᾶς πῶ…

       — Νὰ μὴ μοῦ πεῖς τί­πο­τα. Πᾶ­ρε αὐ­τὸ τὸ βι­βλί­ο δῶ­ρο, εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α γερ­μα­νι­κῆς ποί­η­σης, δί­γλωσ­ση. Κι αὐ­τὴ τὴ χι­λια­νὴ ποι­ή­τρια θὰ τὴ δι­α­βά­σεις ὁ­πωσ­δή­πο­τε, κι αὐ­τὸ δῶ­ρο.

       — Νά ’­στε κα­λά! Πραγ­μα­τι­κά, δὲν ξέ­ρω τί νὰ πῶ.

       — Τσί­που­ρο ἐ­σὺ δὲν πί­νεις, εἶ­σαι μι­κρός. Τί κα­φὲ νὰ πῶ νὰ σοῦ φέ­ρουν;


Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κα­τέ­βη­κε τὰ σκα­λιὰ τοῦ βι­βλι­ο­πω­λεί­ου συ­νάν­τη­σε ἕ­ναν γε­ρο­δε­μέ­νο ἄν­τρα, στὴν ἡ­λι­κί­α πά­νω-κά­τω τοῦ πα­τέ­ρα του, νὰ τοῦ ρί­χνει κά­τι ἔν­το­νες δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς μα­τι­ὲς ποὺ τὶς θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μα. Οἱ κου­βέν­τες τους πο­λὺ σύν­το­μα πε­ρά­σα­νε ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς τοῦ κα­νό­να στοὺς ἐ­λάσ­σο­νες καὶ τοὺς λη­σμο­νη­μέ­νους κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ στὰ κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ στὰ πιὸ προ­σω­πι­κά. Οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις πύ­κνω­σαν καὶ τὰ λό­για μα­λά­κω­σαν· ἄλ­λο­τε τὰ λέ­γα­νε οἱ δυ­ό τους σὰν δυ­ὸ πα­λιοὶ κα­λοὶ φί­λοι, ἄλ­λο­τε πά­λι τὴν ἑ­τε­ρό­κλη­τη πα­ρέ­α ἀ­παρ­τί­ζα­νε ἄν­θρω­ποι τῶν ὁ­ποί­ων τὸ ἔρ­γο ἀ­γα­ποῦ­σε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως καὶ θυ­μᾶ­ται ποὺ κα­θό­ταν σὲ μιὰ ἄ­κρη καὶ τοὺς ἄ­κου­γε χω­ρὶς νὰ βγά­ζει ἄ­χνα, σὰ νά ’­χει μπεῖ σὲ κά­ποι­α χώ­ρα τῶν θαυ­μά­των στὰ κρυ­φὰ καὶ νὰ φο­βᾶ­ται μὴν τὸν πά­ρου­νε χαμ­πά­ρι καὶ τὸν δι­ώ­ξουν. Κά­πο­τε ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ φύ­γει γιὰ κάμ­πο­σο και­ρὸ μα­κριὰ ἀ­π’ τὴν πό­λη του, μα­ζὶ μὲ τὶς συμ­βου­λὲς ποὺ τοῦ ἔ­δω­σε, ὁ βι­βλι­ο­πώ­λης τοῦ ζή­τη­σε καὶ μιὰ χά­ρη: νὰ τοῦ ὑ­πο­σχε­θεῖ πὼς ὅ­ταν γυ­ρί­σει θὰ πε­ρά­σει νὰ τὸν δεῖ. Θὰ τὸ ἔ­κα­νε οὕ­τως ἢ ἄλ­λως.

       Με­ρι­κοὺς μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, μό­λις ποὺ εἶ­χε ἐ­πι­στρέ­ψει, πῆ­ρε τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ καὶ κα­τέ­βη­κε στὸ γνω­στὸ σταθ­μό. Ἀ­πὸ μα­κριὰ εἶ­δε τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα σβη­στά, τὰ στό­ρια κα­τε­βα­σμέ­να καὶ τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα κλει­δω­μέ­νη. Κον­το­στά­θη­κε γιὰ λί­γο κι ἔ­πει­τα πλη­σί­α­σε. Σφη­νω­μέ­νο στὴ βι­τρί­να, ἀ­πὸ τὴ μέ­σα με­ριά, ἦ­ταν ἕ­να χει­ρό­γρα­φο ση­μεί­ω­μα:

       «Ὅ­λα τα κυ­πα­ρίσ­σια δεί­χνουν με­σά­νυ­χτα

       Ὅ­λα τα δά­χτυ­λα

       Σι­ω­πὴ»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ἀνδρέας Σεραφείμ: Πιγκουίκουλα


Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ


Πιγ­κου­ί­κου­λα

 

ΑΡΙΑ ἡ ἀτμόσφαιρα. Τέρ­μα τ’ ἀ­στεῖ­α, τὰ πει­ράγ­μα­τα, τὰ γέ­λια τους. Ἀ­πρό­σμε­νη σο­βα­ρό­τη­τα. Ξαφ­νι­κὴ βου­βα­μά­ρα. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο δι­α­βαί­νει ἀγ­κο­μα­χών­τας μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­φι­λο­νι­κού­με­νους λα­λέ­δες, μὲ τὶς κα­λὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες δι­πλω­μα­τι­κῆς πιγ­κου­ί­κου­λας. Βλα­σταί­νει, ἄ­κου­σαν, αὐ­τὴ μό­νο εἰς τὴν Κύ­προν καὶ τὴν νό­τιον Τουρ­κί­αν, αὐ­τὴν ποὺ κά­πο­τε τὴ λέ­γαν Κι­λι­κί­αν, Λυ­κί­αν καὶ Πι­σι­δί­αν, σή­με­ρα ἀλ­λι­ώ­τι­κα. Ὄ­μορ­φη θω­ριά. Γι­ο­μά­τη ἀν­θο­βο­λι­ές. Μυ­ρω­μέ­να μαν­τά­τα στὴν ὄ­σφρη­ση. Μα­λά­μα­τα σκέ­τα στὴν ἁ­φή. Ἀλ­λὰ δὲν τοὺς ξε­γε­λά­ει. Μᾶλ­λον ξέ­ρουν. Σί­γου­ρα. Καὶ μό­νο τὴ μνή­μη νὰ χα­ρα­κώ­σει μπο­ρεῖ πιά. Μό­νο τὶς συ­νει­δή­σεις νὰ αὐ­λα­κώ­σει καὶ νὰ σκου­πί­σει τὶς χα­μο­γε­λι­ὲς ἀ­πὸ τὰ πρό­σω­πα. Κεν­τρί­ζει καὶ προ­κα­λεῖ ἀ­νε­λέ­η­τα τὸ συ­ναί­σθη­μα εὐ­θύ­νης καὶ τῶν δε­κα­ε­φτὰ χρό­νων. Ἀγ­γί­ζει μὲ δέ­ος τὴ νε­α­νι­κὴ καρ­διά, λα­βώ­νει, κτυ­πᾶ δυ­να­τὰ καὶ συν­θέ­με­λα τὸν ἔκ­πλη­κτο, τὸν θο­ρυ­βη­μέ­νο νε­α­νι­κὸ νοῦ. Ἄλ­λο νὰ τ’ ἀ­κοῦς. Ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, προ­βλη­μα­τι­σμός, ὀρ­γή, ἀ­γα­νά­κτη­ση. Σκιά­ζουν τὸ βλέμ­μα, συν­νε­φιά­ζουν τὴν ὄ­ψη. Δι­και­ώ­μα­τα. Καὶ μιὰ μα­τω­μέ­νη ἁ­φή, ψυ­χι­κὴ καὶ σω­μα­τι­κή. Τὴν ἀγ­γί­ζουν. Πιγ­κου­ί­κου­λα μου­λω­χτή. Γερ­μέ­νη ἐ­κεῖ, ἀ­νά­με­σα στὶς πλα­τυ­φυλ­λι­ὲς καὶ τὰ ἁ­γι­ο­κλή­μα­τα. Στὰ πό­δια τοῦ βου­νοῦ. Θά­να­τος καὶ ζω­ή, λές, μα­ζί. Ἕ­τοι­μη νὰ σὲ δαγ­κά­σει. Καὶ νὰ σοῦ κό­ψει κομ­μά­τι. Ὅ­πως καὶ τό­τε. Σαράντα τρία χρό­νια πρίν. Ποὺ μᾶς ἔ­κο­ψε τὴ μι­σή. Καὶ μεί­να­με μο­νά­χοι. Ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νοι. Μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο ἀ­πέ­ναν­τι. Τέ­λος πάν­τως. Ψη­λα­φοῦν κι’ ἀ­γναν­τεύ­ουν, ὀ­νει­ρο­πό­λα καὶ φαν­τα­στι­κά, αὐ­τὰ πού ‘­χαν καὶ δὲν ἔ­ζη­σαν, αὐ­τὰ ποὺ μὲ πά­θος λά­τρε­ψαν στὰ λό­για καὶ τὶς νο­σταλ­γι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις, τὰ να­νου­ρί­σμα­τα καί τα ξορ­κί­σμα­τα. Ἀ­πο­μυ­θο­ποι­η­μέ­να καὶ αὐ­τὰ ἀ­πὸ τὸν πό­θο καὶ τὸ καρ­τέ­ρι καὶ τὸ ἀ­γνάν­τε­μα καὶ τὴ μα­τιὰ ἐ­κεί­νη ποὺ δὲν ἔ­σβη­σε καὶ δὲν ξε­φτί­ζει. Αὐ­τὰ ποὺ ἀ­πὸ λά­θη, μί­ση, πά­θη, κι’ ἐ­γω­ι­σμοὺς δὲν κρα­τή­σα­με. Καὶ πα­ρα­δώ­σα­με. Για­τί; Δὲν ρώ­τη­σαν. Μπο­ρεῖ καὶ νά ‘­ξε­ραν. Ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ραν. Δὲν μί­λη­σαν. Τί νὰ ποῦν; Σώ­πα­σαν. Μιὰ βου­βὴ σι­ω­πὴ ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σε πολ­λά. Μί­α σφιγ­μέ­νη γρο­θιά. Καὶ ἕ­να κρά­τη­μα. Μὴν πέ­σεις τώ­ρα. Κρά­τα. Ἕ­να χε­λι­δό­νι αὐ­θόρ­μη­τα, μέ­σα ἀ­πὸ τὰ σου­φρω­μέ­να φρύ­δια, τὰ μου­σκε­μέ­να μα­το­τσί­νο­ρα, πέ­τα­ξε μή­νυ­μα μέ­σῳ τῆς ἐκ­προ­σώ­που. Ἐ­μεῖς, βλα­στα­ρού­δια ἀ­πέ­τα­γα ἀ­κό­μα, σή­με­ρα, 16 τοῦ Μάρ­τη τοῦ 2000, καὶ κά­θε μέ­ρα πρὶν καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τά, αὐ­τὴ ζη­τοῦ­με. Στὸν ὕ­πνο καὶ τὸ ξύ­πνιο μας αὐ­τὴ ψά­χου­με. Αὐ­τὴ γυ­ρεύ­ου­με. Αὐ­τὴν καρ­τε­ροῦ­με. Στη­μέ­νοι στὰ πό­δια τοῦ βου­νοῦ. Κλεί­σα­με τὴ μι­κρὴ ζω­ὴ μας σ’ ἕ­να φά­κε­λο, σ’ ἕ­να μή­νυ­μα, σὲ μί­α φω­το­γρα­φί­α. Πιγ­κου­ί­κου­λα. Ἅ­γιος Ἰ­λα­ρί­ω­νας. Κύ­προς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ. Ἔκανε Κλα­σι­κές Σπου­δές καὶ Φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στήμιο Κύ­πρου (2008), με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸ University of Texas at Austin (ΜΑ 2010) καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ University College London (PhD 2013). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ βι­βλί­α σὲ δι­ε­θνεῖς ἐκ­δο­τι­κοὺς οἴ­κους, Attic Oratory and Performance (Routledge 2017) καὶ Τhe Theatre of Justice (Brill 2017). Ἔ­χει, ἐ­πί­σης, ἐκ­δώ­σει ἀρ­κε­τὰ ἄρ­θρα σὲ δι­ε­θνῆ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Σταυρούλα Τσούπρου: Στὴν θέση του


Σταυρούλα Τσούπρου


Στὴν θέ­ση του


Α ΜΠΟΡΟΥΣΕ νὰ κα­λύ­πτει ὁ­λό­κλη­ρο τὸν τοῖ­χο, σὲ ὕ­ψος καὶ σὲ μῆ­κος, ἑ­νὸς με­γά­λου πα­ραλ­λη­λε­πί­πε­δου σα­λο­νιοῦ αὐ­τὸ τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, τὸ φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ πλῆ­θος συρ­τά­ρια. Συρ­τά­ρια πού, ὅ­μως, δὲν ἦ­ταν ὅ­λα ἴ­δια. Ἄλ­λα ἦ­ταν μι­κρὰ καὶ ἄλ­λα με­γά­λα, ἄλ­λα κλει­δω­μέ­να καὶ ἄλ­λα ξε­κλεί­δω­τα, καὶ σὲ ἄλ­λα ὁ χῶ­ρος πρὸς πλή­ρω­ση ἔ­χα­σκε ἀ­δεια­νός, ἕ­τοι­μος, ὡ­στό­σο, γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή, ὅ­πως τὸ θη­κά­ρι ποὺ προ­σμέ­νει τὸ σπα­θὶ γιὰ τὸν και­ρὸ τῆς εἰ­ρή­νης. Κά­ποι­α ἀ­νά­με­σά τους, μά­λι­στα, ἦ­ταν χρω­μα­τι­στὰ – γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, εἶ­χαν ὑ­πάρ­ξει χρω­μα­τι­στά, δι­ό­τι, τώ­ρα πιά, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα, εἶ­χαν ἀ­πω­λέ­σει ἐ­κεί­νη τὴν πα­λιὰ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζουν τὸ πλου­μι­στὸ φῶς τῆς ἐ­ξω­τε­ρι­κῆς πη­γῆς· ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα, εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια, αὐ­τὴ ἡ πο­λύ­τι­μη ἰ­δι­ό­τη­τα χα­νό­ταν καὶ τὰ συρ­τά­ρια ἐ­πέ­στρε­φαν στὴν κοι­νή, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στη ἀ­χρω­μί­α τους, ποὺ ἄλ­λο­τε πλη­σί­α­ζε στὸ γκρί, ἄλ­λο­τε στὸ μπὲζ καὶ ἄλ­λο­τε στὸ μο­λυ­βί. Ἔ­τσι, οἱ ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς δι­α­φο­ρὲς τους ἑ­στι­ά­ζον­ταν, πλέ­ον, στὸ μέ­γε­θος, ἢ στὸν ὄγ­κο, καὶ στὶς κλει­δω­νι­ές, καί, βέ­βαι­α, στὴν κα­τά­στα­ση στὴν ὁ­ποί­α εἶ­χαν κα­τα­φέ­ρει νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὸ σχῆ­μα τους με­τὰ τὴν το­πο­θέ­τη­σή τους· αὐ­τὸ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἦ­ταν πο­λὺ βα­σι­κό.

        Τὰ πιὸ με­γά­λα βρί­σκον­ταν στὴν βά­ση τοῦ ἐ­πί­πλου· κα­νείς, ὅ­μως, πο­τέ, δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ πεῖ ἂν ἦ­ταν τὰ πιὸ βα­ριὰ ἢ τὰ πιὸ ἐ­λα­φριά (τὸ ἔ­πι­πλο, ἐν­νο­εῖ­ται, δὲν ὑ­πα­γό­ταν στοὺς φυ­σι­κοὺς νό­μους καὶ ἄ­ρα δὲν κιν­δύ­νευ­ε νὰ χά­σει τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α του), τὰ πιὸ πλού­σια ἢ τὰ πιὸ βα­ρε­τά – τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό τους ἦ­ταν ἀ­πρό­σι­το, κλει­δω­μέ­νο γιὰ πάν­τα, προ­φυ­λαγ­μέ­νο μα­κριὰ ἀ­πὸ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα μά­τια, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὰ κα­λο­προ­αί­ρε­τα ἐ­πί­σης. Τὸ κλει­δὶ αὐ­τῶν τῶν συρ­τα­ρι­ῶν δὲν βρι­σκό­ταν που­θε­νὰ καὶ τὰ πνευ­μα­τι­κὰ δι­και­ώ­μα­τά τους τὰ εἶ­χε τὸ Ἄ­γνω­στο, κα­τα­κερ­μα­τι­σμέ­νο μέ­σα στοὺς αἰ­ῶ­νες. Ὅ­σο οἱ σει­ρὲς ἀ­νέ­βαι­ναν σὲ ὕ­ψος, ὁ ὄγ­κος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν μί­κραι­νε· ἡ σύν­θε­ση τῶν πε­ρι­ε­χο­μέ­νων τους ποί­κιλ­λε, γε­γο­νὸς ποὺ τὰ δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε. Αὐ­τὴ ἡ ποι­κι­λί­α ἦ­ταν μί­α ἐ­σω­τε­ρι­κὴ δι­α­φο­ρά, μὴ ὁ­ρα­τὴ γιὰ τὸν ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ πα­ρα­τη­ρη­τή, ὅ­πως, ἄλ­λω­στε, καὶ τὸ βά­ρος τους: μό­νον ὅ­ποι­ος τὰ ἄ­νοι­γε, ἕ­να πρὸς ἕ­να, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­φαν­θεῖ γιὰ αὐ­τὲς τὶς κρυ­φὲς ἀν­τι­θέ­σεις, ἢ καὶ τὶς κρυ­φὲς ὁ­μοι­ό­τη­τες, πα­ραλ­λα­γὲς ἢ δι­α­κυ­μάν­σεις, καί, στὴν συ­νέ­χεια, νὰ κρί­νει (ἂν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε κά­τι τέ­τοι­ο) πό­σο ἡ σύν­θε­ση τοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἐκ­δη­λω­νό­ταν στὸ σύ­νο­λο, στὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἐ­πί­πλου κα­τὰ τὴν κί­νη­σή του στὸν χῶ­ρο. Οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ κλει­δο­κρά­τωρ δὲν ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το ὅ­τι θὰ ἀ­σχο­λεῖ­το μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐ­πί­πο­νη ἐρ­γα­σί­α, ἔ­τι μᾶλ­λον πού, συ­χνά, ἄ­φη­νε τὰ κλει­διὰ νὰ κρέ­μον­ται ἀ­πὸ τὸ σπαγ­κά­κι τους ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ συρ­τά­ρια, ξε­χνών­τας, κά­πο­τε, καὶ νὰ τὰ κλει­δώ­σει, ὅ­ταν τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο ἦ­ταν ἄ­νευ ση­μα­σί­ας ἢ δὲν πα­ρου­σί­α­ζε κά­τι τὸ ἀ­ξι­ό­μεμ­πτο.

        Ἡ με­γά­λη ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα, λοι­πόν, ἦ­ταν ἡ κα­τά­στα­ση τοῦ σχή­μα­τος τῶν συρ­τα­ρι­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α, ξε­χά­σα­με νὰ ποῦ­με πώς, ἦ­ταν κα­τα­σκευ­α­σμέ­να ἀ­πὸ ὑ­λι­κὸ εὔ­πλα­στο κα­τὰ τὰ πρῶ­τα χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα τοῦ βί­ου τους, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ συρ­τά­ρι νὰ μπο­ρεῖ νὰ συμ­πι­έ­ζε­ται, ἂν ἦ­ταν με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ τὴν θέ­ση ποὺ τοῦ προ­ο­ρι­ζό­ταν, ὥ­σπου νὰ χω­νευ­τεῖ, τε­λι­κά, ἐ­κεῖ, πρὶν ἡ πο­λυ­και­ρί­α τὸ κα­ταν­τή­σει ἄ­καμ­πτο. Ὡ­στό­σο, αὐ­τὰ τὰ κα­κο­φορ­μα­ρι­σμέ­να συρ­τά­ρια κα­τέ­στρε­φαν τὴν ἁρ­μο­νί­α τοῦ συ­νό­λου (κά­ποι­ος ἄλ­λος θὰ ἔ­λε­γε ἴ­σως πώς, ἁ­πλῶς, δι­α­σκέ­δα­ζαν τὴν ὁ­μοι­ο­μορ­φί­α του).

        Ὁ λό­γος ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ ἀρ­χι­κὸ σχῆ­μα κά­ποι­ων συρ­τα­ρι­ῶν πα­ρα­μορ­φω­νό­ταν, κα­θι­στών­τας τα ἀ­κα­τάλ­λη­λα γιὰ τὴν προ­α­πο­φα­σι­σμέ­νη θέ­ση τους, ἦ­ταν ἡ οὐ­σι­α­στι­κὴ ἀ­συμ­φω­νί­α τους μὲ τὸν ἔμ­ψυ­χο πυ­ρή­να τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης μα­κρο­δο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α λει­τουρ­γοῦ­σε ἐξ ὑ­παρ­χῆς βά­σει γε­νε­τι­κὰ δο­σμέ­νων προ­δι­α­γρα­φῶν. Στὸ πλαί­σιο αὐ­τῶν τῶν προ­δι­α­γρα­φῶν, προ­βλε­πό­ταν, φυ­σι­κά, καὶ ἡ δυ­να­τό­τη­τα ἀ­πο­κλί­σε­ων, μὲ τὸν ἴ­διο, πε­ρί­που, τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μιὰ στα­τι­στι­κὴ με­λέ­τη ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὴν πι­θα­νό­τη­τα τοῦ λά­θους. Ὅ­ταν, ὅ­μως, ἐρ­χό­ταν ἡ στιγ­μὴ οἱ ἀ­πο­κλί­σεις αὐ­τὲς νὰ μποῦν στὸ ἀν­τί­στοι­χο συρ­τά­ρι καὶ αὐ­τὸ μὲ τὴν σει­ρά του νὰ τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὴν θέ­ση του, τὸ σχῆ­μα τῆς μι­κρο­δο­μῆς, ἀλ­λοι­ω­μέ­νο κα­θὼς ἦ­ταν, ἐ­πι­βαλ­λό­ταν νὰ προ­σαρ­μο­στεῖ ὅ­πως ὅ­πως. Ἡ πλη­γή, δι­ό­τι τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­πο­κλί­σεις εἶ­ναι πλη­γές, κα­κο­φόρ­μι­ζε, βέ­βαι­α, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ γι­νό­ταν ἐ­σω­τε­ρι­κὰ καὶ οἱ δυ­σά­ρε­στες ὀ­σμὲς φυ­λα­κί­ζον­ταν στὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο τους, γιὰ τὸ δι­ά­στη­μα, του­λά­χι­στον, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸ συρ­τά­ρι πα­ρέ­με­νε κλει­στό. Ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἀ­πό­με­νε ἐμ­φα­νὲς ἦ­ταν τὸ ἄ­γαρ­μπα συμ­μα­ζε­μέ­νο σχῆ­μα, ἔν­δει­ξη ὅ­τι τὸ ἀ­έ­ρι­νο ἔ­πι­πλο, γιὰ μί­α ἀ­κό­μη φο­ρά, συ­νι­στοῦ­σε ἕ­να ἀ­τε­λές, καὶ γι’ αὐ­τὸ βα­σα­νι­σμέ­νο, δη­μι­ούρ­γη­μα. Στὶς πε­ρι­πτώ­σεις στὶς ὁ­ποῖ­ες τὸ δη­μι­ούρ­γη­μα ἀ­πο­κτοῦ­σε συ­νεί­δη­ση τοῦ βα­σα­νι­σμοῦ του, τὸ ἔ­πι­πλο κλυ­δω­νι­ζό­ταν πο­λὺ συ­χνὰ ἀ­πὸ μυ­στι­κὲς κα­ται­γί­δες – ἀλ­λὰ ὑ­πῆρ­χαν καὶ οἱ μα­κά­ρι­ες πε­ρι­πτώ­σεις τῆς ἄ­γνοι­ας ἢ τῆς στω­ι­κῆς καρ­τε­ρι­κό­τη­τας· σὲ αὐ­τές, οἱ κλυ­δω­νι­σμοὶ ἦ­ταν σπά­νιοι καὶ τὸ ἔ­πι­πλο συ­νέ­χι­ζε τὴν ἀ­έ­ρι­νη πο­ρεί­α του, ὄ­χι ἁρ­μο­νι­κό, ὄ­χι τέ­λει­ο, ἀλ­λὰ ἀρ­κε­τὰ ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο.

        Ἔ­σπρω­ξε μὲ μί­α τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια τὸ ἀ­σου­λού­πω­το συρ­τά­ρι στὴν θέ­ση του. Τὸ δι­πλα­νό του εἶ­χε ἤ­δη ἀρ­χί­σει νὰ γε­μί­ζει.



Πη­γή: Καὶ τὸ αὔ­ριο τώ­ρα εἶ­ναι, (ἐκδ. Γρη­γό­ρη, 2017)

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).


Μαρία Λαγγουρέλη: Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη


Τὸ κοντσέρτο τῆς ντουλάπας


Ο ΜΕΣΗΜΕΡΙ, τὸ βρά­δυ, τὸ πρω­ὶ δὲν ὑ­πάρ­χουν πιά. Τε­λεί­ω­σαν οἱ μπα­τα­ρί­ες τοῦ σκο­τα­διοῦ. Ἀ­πὸ παν­τοῦ ἄ­σπρο καὶ κί­τρι­νο, ἄ­φαν­τες οἱ σκι­ὲς καὶ ὁ ὕ­πνος που­θε­νά. Εἶ­μαι ἡ κόκ­κι­νη κη­λί­δα στὰ σπλά­χνα ἑ­νὸς αὐ­γοῦ ποὺ τὸ τσό­φλι του εἶ­ναι ἄ­τρω­το στὸ γα­λά­ζιο, στὸ μπλέ, στὸ βα­θὺ μπλέ τοῦ ὕ­πνου. Κουρ­νι­α­σμέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὴν κοι­λιὰ τοῦ Και­ροῦ ποὺ μὲ κλωσ­σά­ει νοι­ώ­θω μό­νο κρα­δα­σμοὺς ἀ­πὸ τὴν βο­ὴ ποὺ μὲ να­νου­ρί­ζει ποὺ ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἔ­τη φω­τὸς ἀ­πὸ τὸ τό­τε, τὸ τό­τε ποὺ ὑ­πῆρ­χε τὸ με­ση­μέ­ρι τὸ βρά­δυ τὸ πρω­ί, τό­τε ποὺ τὸ μι­κρὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ ποὺ σφίγ­γουν τὰ γι­γάν­τια δά­χτυ­λά μου ἦ­ταν ἡ σκα­λι­στὴ κα­ρυ­δέ­νια ντου­λά­πα τῆς μη­τέ­ρας μὲ τὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο. Τώ­ρα μέ­σα στὴ χού­φτα μου τὸ ζου­λά­ω τὸ τρί­βω σὰν λυ­χνά­ρι τοῦ Ἀ­λαν­τὶν καὶ πε­ρι­μέ­νω τοὺς τριγ­μοὺς σὰν θη­σαυ­ροὺς νὰ στο­λί­σουν τὴν ἁ­φή μου ποὺ πιὰ συ­στέλ­λε­ται καὶ δι­α­στέλ­λε­ται μό­νο ἀ­πορ­ρο­φών­τας ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες ἀ­πὸ μα­κρὰ μή­κη κύ­μα­τος… Ώ ἡ ἁ­φή μου. Φλοι­ὸς ποὺ ρά­γι­ζε καὶ δά­κρυ­ζε ρε­τσί­νι… Ώ οἱ ξυ­λο­κό­ποι μου μὲ τὰ κο­φτε­ρά τους τσε­κού­ρια καὶ τὴ μυ­ρω­δά­τη ἄ­γρια ἀ­να­πνο­ή. Μύ­ρι­ζαν σπά­νιο κα­πνὸ τὰ πυ­κνά τους γέ­νεια καὶ ἡ γυ­α­λά­δα στὰ μά­τια τους τὴ στιγ­μὴ ποὺ μα­κέ­λευ­αν τὸν κορ­μό μου γλυ­στροῦ­σε ἴ­σα μὲ τὴ ρί­ζα καὶ τὴν ἔ­τρε­φε, κι ἄλ­λο δέν­τρο ξε­πέ­τα­γε. Τὴν κα­ρυ­διὰ πε­λε­κη­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα με­ταμ­φι­ε­σμέ­νη σὲ σκα­λι­στὴ ντου­λά­πα, τώ­ρα στὴ δι­κή μου διά­ρκεια καὶ δι­ά­στα­ση ὑ­πο­ταγ­μέ­νη στὶς δι­α­στά­σεις ποὺ θέ­λω ἐ­γὼ μου­σι­κὸ κου­τὶ ποὺ τρί­ζει καὶ να­νου­ρί­ζει τὶς ἀ­γρυ­πνί­ες μου…

        Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ὁ κρό­κος γύ­ρω μου ἀν­τη­χεῖ τοὺς γνώ­ρι­μους ἀ­γα­πη­μέ­νους ἀλ­λο­τι­νοὺς ἤ­χους τὸ μι­κρὸ παι­δὶ ποὺ σκιρ­τοῦ­σε ὅ­ταν τοὺς ἄ­κου­γε τρέ­χει λευ­τε­ρω­μέ­νο στὸ μαῦ­ρο τοῦ­νελ τοῦ ὕ­πνου, βγαί­νει στὴν πε­ρι­ο­χὴ ποὺ ἡ μνή­μη ἡ παι­δι­κὴ ἀ­νά­βει τὸ ἐ­ξαί­σιό της «ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται» καὶ πη­δά­ει σὰν ἀ­γρι­ο­κά­τσι­κο ἀ­νά­με­σα στοὺς πλα­νῆ­τες τῶν λου­λου­δι­ῶν τῶν δέν­τρων, τῶν καρ­πῶν.

        Με­ση­μέ­ρι, βρά­δυ, ἢ πρω­ὶ ποὺ πάν­τα κοι­μοῦν­ται οἱ με­γά­λοι ὁ πάν­τα πι­ω­μέ­νος πε­ρι­βο­λά­ρης ποὺ πάν­τα γνέ­φει συ­νο­μω­τι­κὰ στὰ μι­κρὰ παι­διὰ τὸ παίρ­νει ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸ ὁ­δη­γεῖ στὸ κα­λύ­βι του. Ἡ πε­ρι­βο­λά­ρισ­σα λα­γο­κοι­μᾶ­ται στη­ρί­ζον­τας τὸ σα­γό­νι της πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ποὺ εἶ­ναι γε­μά­το ψί­χου­λα ἀ­πὸ κα­ρυ­δό­πι­τα καὶ μερ­μύγ­κια ποὺ σα­λεύ­ουν τὶς κε­ραῖ­ες τους γὺρω ἀ­πὸ τὰ φου­σκω­τά της στή­θεια ξε­τρ­ε­λα­μέ­να ἀ­πὸ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ γά­λα­κτος.

        Μὲ τὸν δεί­κτη πά­νω στὸ πο­νη­ρό του χα­μό­γε­λο, τὸν βλέ­πω νὰ μοῦ γνέ­φει σι­ω­πή, νὰ κα­τε­βά­ζει ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι ἀ­κρο­πο­δη­τὶ τὸ γυ­ά­λι­νο βά­ζο, τὸ κου­τά­λι. Μὲ βγά­ζει στὸ πε­ρι­βό­λι μὲ κα­θί­ζει πά­νω σε ἕ­να μι­κρὸ καρ­πού­ζι μὲ τα­ΐ­ζει γλυ­κὸ βύσ­σι­νο. «Φά­ε νὰ γλυ­κα­θεῖς για­τί τὰ καρ­πού­ζια δὲν ὡ­ρί­μα­σαν ἀ­κό­μα νὰ σὲ γλυ­κά­νουν». Κι ἐ­γὼ τρέ­μον­τας κά­τω ἀ­πὸ τὸ σκο­τει­νό του βλέμ­μα νι­ώ­θω τὴ γλυ­κεί­α χαύ­νω­ση νὰ μου­διά­ζει τὴ γλώσ­σα, τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, τὴν κοι­λιά, νὰ μὲ ὠ­θεῖ πρὸς τὰ πά­νω, σὰν νὰ ση­κώ­νο­μαι στοὺς οὐ­ρα­νούς.

        «Εἶ­ναι μι­κρὸ ἀ­κό­μα» μοῦ ἐ­ξη­γεῖ, ἄ­κου­σε πὼς τρί­ζει κα­θὼς με­γα­λώ­νει… Ἔ­τσι κά­νουν καὶ τὰ πε­πό­νια καὶ τὰ φα­σό­λια τὰ μπουμ­πού­κια νὰ μὴ φο­βᾶ­σαι ὅ­ταν ἀ­κοῦς αὐ­τοὺς τοὺς πα­ρά­ξε­νους τριγ­μοὺς τῆς σάρ­κας τους, τρί­ζουν τὰ κορ­μά­κια τοὺς κα­θὼς με­γα­λώ­νουν» μὲ κα­θη­συ­χά­ζει. «Ἔ­τσι τρί­ζει καὶ τὸ δι­κό σου κορ­μά­κι ποὺ με­γα­λώ­νεις, νὰ ἄ­κου…» κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ ἀ­φτὶ στὸ μι­κρό μου στέρ­νο πο­τί­ζον­τας μὲ ἡ­δο­νι­κὴ φρί­κη μὲ τὴν με­θυ­σμέ­νη του ἀ­νά­σα.

        Ἀ­νέ­με­λη μέ­λισ­σα ἔρ­χε­ται νὰ αὐ­το­κτο­νή­σει πά­νω στὰ με­λω­μέ­να χεί­λια μου μαν­τεύ­ον­τας τὶς φο­βε­ρές μου σκέ­ψεις: Τώ­ρα ποὺ ξέ­ρω για­τί ὑ­πάρ­χουν οἱ τριγ­μοὶ δὲν θὰ ξα­να­φο­βη­θῶ. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ ὅ­λοι θὰ κοι­μοῦν­ται θὰ τὸ ξα­να­σκά­σω θὰ ρί­ξω τὸν με­θυ­σμέ­νο πε­ρι­βο­λά­ρη στὸ πη­γά­δι νὰ ἐ­ξου­σιά­ζω ἐ­γὼ τὸ βα­σί­λει­ό του. Κυ­ρὰ τῶν καρ­πῶν καὶ τῶν λου­λου­δι­ῶν θὰ ζή­σω ἀ­νά­με­σά τους μὲ τὰ ξόρ­κια μου ὅ­πο­τε θέ­λω θὰ τὰ κά­νω νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ με­γα­λώ­σουν νὰ γί­νουν στὸ δι­κό μου μέ­γε­θος καὶ τό­τε τὰκ τάκ, θὰ χτυ­πή­σω ὁ­ποι­α­δή­πο­τε φλού­δα. Σπό­ρια με­τα­μορ­φω­μέ­να σὲ ἀν­θρω­πά­κια θὰ μ’ ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα καὶ βζζτ θὰ θρο­νιστῶ μέ­σα στοὺς χυ­μοὺς πό­τε στὸ κόκ­κι­νο πό­τε στὸ κί­τρι­νο πό­τε στὸ πρά­σι­νο σα­λό­νι καὶ θὰ μεί­νω γιὰ πάν­τα ἐ­κεῖ νὰ ρου­φά­ω νὰ τρέ­φο­μαι νὰ γεύ­ο­μαι μέ­σα τους κρυμ­μέ­νη, κου­κού­τσι ἔμ­βρυ­ο δι­κό τους γιὰ πάν­τα γλυ­κα­μέ­νη καὶ ὅ­λοι θὰ μὲ ἔ­χουν γιὰ χα­μέ­νη θὰ ψά­χνουν παν­τοῦ νὰ μὲ βροῦν ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι καὶ ἔ­νο­χοι ποὺ τό­σο μὲ πί­κρα­ναν κλει­δώ­νον­τας μὲ πάν­τα ἔ­ξω, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ ντου­λά­πι μὲ τὸ γλυ­κὸ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ κα­λο­συ­γυ­ρι­σμέ­νο σα­λό­νι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῶν τριγ­μῶν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μυ­στή­ριο τῆς ντου­λά­πας, κι ἡ πλά­ση ποὺ θὰ μὲ ἔ­χει κα­τα­βρο­χθί­σει θὰ ρεύ­ε­ται μὲ ἀ­πό­λαυ­ση.

        Ἔ­πει­τα μ΄ ἅρ­πα­ξε ἡ θλί­ψη καὶ μὲ βού­τα­γε στὶς τύ­ψεις. Λυ­πό­μου­να τὸν πε­ρι­βο­λά­ρη με­τάνοι­ω­να ἄλ­λα­ζα σχέ­δια δὲν θὰ τὸν ἔ­ρι­χνα στὸ πη­γά­δι. Γύ­ρι­ζα στὸ δω­μά­τιο μὲ τὴ ντου­λά­πα νὰ συ­νε­χί­σω τὸ ὄ­νει­ρο. Πάν­τα κλει­δω­μέ­νη ἔ­τρι­ζε. Ἔ­φται­γε ἡ ζέ­στη λέ­γα­νε τὸ κα­λο­καί­ρι, καὶ τὸν χει­μώ­να τὸ κρύ­ο. Μιὰ νύ­χτα ἐ­πι­τέ­λους ἔ­ψα­ξα βρῆ­κα τὸ κλει­δί, τό­σφι­ξα ἀ­νά­με­σα στὰ μέ­λη μου τρί­φτη­κα πά­νω μου τὸ ἄ­λει­ψα μὲ τὸν ἱ­δρώ­τα μου νὰ γλυ­στρά­ει στὴν κλει­δα­ριὰ ἄ­νοι­ξα τὴν ντου­λά­πα καὶ σύλ­λη­σα τὸ μυ­στή­ριο. Κυ­λί­στη­κα καὶ χα­ϊ­δεύ­τη­κα πά­νω στὶς μάλ­λι­νες βε­λού­δι­νες βαμ­βα­κε­ρὲς δαν­τε­λέ­νι­ες φλοῦ­δες ποὺ κά­λυ­πταν τὴ σάρ­κα καὶ τοὺς χυ­μοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νων σω­μά­των ποὺ πο­τὲ τους δὲν μὲ ἄγ­γι­ξαν.

        Στὸν ὀ­βὰλ κα­θρέ­φτη στὸ με­σαῖ­ο φύ­λο τῆς ντου­λά­πας ἐ­κεῖ, στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ τὸ γυα­λὶ θαμ­πώ­νει ἀ­πὸ τὴν ἀ­νά­σα του, τὸ παι­δὶ φι­λά­ει τὸ εἴ­δω­λο τῶν χει­λι­ῶν του. Πρω­το­μα­θαί­νει τὸ φι­λί, μα­θαί­νει ἐ­κεῖ το στό­μα κά­τι ἀλ­λό­κο­το ἀ­πὸ τὸν θη­λα­σμὸ τὸ φα­γὶ τὴν μι­λιὰ τὸ τρα­γού­δι. Ἐ­κεῖ μό­νο του. Ἀ­φοῦ κα­νεὶς στὸ σπί­τι στὸ σχο­λεῖ­ο στὸ δρό­μο στὴ γει­το­νιὰ στὴν ἐ­πο­χή του στὸν πλα­νή­τη του δὲν πρό­κει­ται νὰ τοῦ τὸ μά­θει. Δὲν πε­ρισ­σεύ­ει στορ­γὴ γιὰ τέ­τοι­ο μά­θη­μα. Μό­νο ὁ κα­θρέ­φτης μὲ τὸ εἴ­δω­λο τοῦ δεί­χνει πὼς νὰ φι­λά­ει, νὰ φυ­λά­ει, νὰ πα­ρα­φυ­λά­ει… Ὄ­χι μό­νο τὸ στό­μα ἀλ­λὰ καὶ τὸ σῶ­μα.

        Οἱ πό­ροι, τὰ στό­μα­τα τῆς ἁ­φῆς μου ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ κα­τα­βρο­χθί­σουν τὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ ὅ­ποι­α οὐ­σί­α ποὺ μὲ τοὺς ζων­τα­νοὺς χυ­μοὺς της χώ­ρε­σε στὶς τό­σες φλοῦ­δες τῆς φύ­σης ἢ στὰ τό­σα φο­ρέ­μα­τα καὶ κο­στού­μια ποὺ κα­θρε­φτί­στη­καν στὸν κα­θρέ­φτη τῆς ντου­λά­πας, τὰ χι­λιά­δες αὐ­τὰ στό­μα­τα ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψα νὰ ὑ­πάρ­χουν στὰ χέ­ρια στοὺς ὤ­μους στὸ στῆ­θος πά­νω στὰ πρά­σι­να καρ­πού­ζια στὰ κί­τρι­να πε­πό­νια στὰ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­πιοῦν τοὺς χυ­μοὺς χω­ρὶς νὰ κα­τα­πον­τι­στοῦν μέ­σα τους. Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν πι­πί­λι­ζα κρυ­φὰ νὰ λε­ρω­θεῖ νὰ πα­λι­ώ­σει τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φου­στα­νά­κι νὰ μὴ μοῦ τὸ βγά­ζουν κά­θε Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴν λει­τουρ­γί­α ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν και­νού­ριο κι ἔ­νι­ω­θα μύ­στης στὸ μὼβ μυ­στή­ριο τῶν ἀ­νε­μώ­νων. Ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ μὲ τοὺς λε­κέ­δες ἀ­πὸ τὸ σά­λιο μου στὸ πέ­λος τοῦ βε­λού­δου, μέ­σα στὴ ντου­λά­πα τὴν κλει­δω­μέ­νη ἡ τσα­λα­κω­μέ­νη μου ἀ­νε­μώ­να ποὺ ὁ στη­τός της στή­μο­νας αὐ­θα­δί­α­ζε σὰν σγου­ρό­μαλ­λο ἀ­γο­ρί­στι­κο κε­φα­λά­κι στὴ μέ­ση τοῦ ὕ­πε­ρου ὅ­ταν τὸν ἔ­γλει­φαν τὰ χεί­λη μου.

        Ὑ­πάρ­χω σ’ ἕ­να ἔ­τος φω­τὸς ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει σβύ­σει, κόκ­κι­νη κη­λί­δα μέ­σα στὸ αὐ­γὸ ποὺ ζε­σταί­νει ὁ Και­ρὸς μὲ κά­ποι­ο ἐ­ρη­μο­σύν­νε­φο. Ὁ ἐ­αυ­τὸς εἶ­ναι πιὰ τὸ μέλ­λον ποὺ πε­ρι­έ­χε­ται στὸ πα­ρελ­θὸν κι ἐ­λέγ­χει τὸ ἐ­γώ, ἐ­λέγ­χει τὸ σύ­στη­μα ἐ­πα­να­φο­ρᾶς τῆς λει­τουρ­γι­κό­τη­τας τῶν αἰ­σθή­σε­ών του. Τὸ ἐ­γώ μου ποὺ δὲν ξέ­ρει πό­τε γι­γαν­τώ­θη­κα πό­τε μὲ κα­τά­πιαν οἱ τριγ­μοὶ τῶν καρ­πῶν ἢ οἱ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νοι θη­σαυ­ροὶ τῆς ντου­λά­πας ποὺ τὴν ἔ­χω στὴν χού­φτα μου τό­σο σμι­κραί­νει, τὸ ἐ­γὼ ποὺ ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἐ­γὼ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρί­νει πό­σο ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τα μα­γι­κὰ εἶ­ναι ὁ χρό­νος, ὁ χῶ­ρος, ἡ μνή­μη ἀ­κού­ει μιὰ παρ­τι­τού­ρα, τοὺς τριγ­μοὺς τῆς αἰ­ώ­νιας σύν­θε­σης καὶ σι­γὰ σι­γὰ σβύ­νει.

Στὸ κον­σέρ­το γιὰ τὸ ξύ­λι­νο κου­τὶ

παί­ζουν

τὸ μὼβ βε­λού­δι­νο φό­ρε­μα

ἡ βε­νε­τσι­ά­νι­κη δαν­τέ­λα τῆς για­γιᾶς

ἡ κόκ­κι­νη μου­σε­λί­να τῆς με­γά­λης μου ἀ­δελ­φῆς

ἡ ψά­θι­νη κα­πε­λί­να μὲ τὰ κόκ­κι­να κε­ρά­σια

τὸ μπα­στού­νι τοῦ παπ­ποῦ μὲ τὴν ἀ­ση­μέ­νια λα­βὴ

ἕ­να πορ­το­κά­λι πα­ρα­σό­λι

ἡ ἀ­πο­κρι­ά­τι­κη στο­λὴ τῆς βα­σί­λισ­σας τοῦ Σαβ­βὰ

ἕ­να σα­κά­κι μὲ πα­ρά­ση­μα τοῦ πα­τέ­ρα

ἡ πλε­ρέ­ζα τῆς μη­τέ­ρας

τὰ φθαρ­μέ­να μπλοὺ τζὴν ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ρὸκ πάρ­τι καὶ ὅ­τι ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὸ καμ­μέ­νο πε­ρι­βό­λι τῶν φυ­τῶν καὶ τῶν καρ­πῶν ποὺ ἄ­φη­σε τὸ νη­στι­κὸ σαρ­κο­βό­ρο θη­ρί­ο τῶν αἰ­σθή­σε­ων γιὰ νὰ να­νου­ρί­ζε­ται στὴν πί­σω με­ριὰ τῆς ἔλ­λει­ψης χορ­τα­σμέ­νο καὶ λυ­τρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν αἴ­σθη­ση.


 

Πηγή: περ. Νέες Τομές, ἀρ. 2 (94), Καλοκαίρι 1985.

Μα­ρί­α Λαγ­γου­ρέ­λη Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α, πα­ρα­κο­λού­θη­σε σε­μι­νά­ρια γιὰ τη­λε­ό­ρα­ση καὶ σε­νά­ριο στὸ πα­νε­πι­στή­μιο Columbia of Illinois State of USA. Ἔ­λα­βε μέ­ρος σὲ workshop στὴν Ελ­λα­δα ἀ­πὸ τὸ θέ­α­τρο Grotofski μὲ τὸν δι­ά­ση­μο σκη­νο­θέ­τη Sislack. Ἔ­χει δου­λέ­ψει σὰν ρε­πόρ­τερ καὶ στὶς δη­μό­σι­ες σχέ­σεις τῆς Ὀ­λυμ­πια­κῆς Ἀ­ε­ρο­πο­ρί­ας. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Τὰ ἄ­λο­γα (πε­ζο­γρα­φί­α, Αἰ­γό­κε­ρος, 1980), τε­λευ­ταῖ­ο της Σκό­νη πε­τα­λού­δας (ποί­η­ση, Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).