Ἀντωνία Πασχαλίδου: Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ



Ἀντωνία Πασχαλίδου


Τὸ σπί­τι ποὺ τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σε παν­τοῦ


ΜΕΤΑΚΟΜΙΖΑΝ συ­χνὰ ὅ­ταν τὰ παι­διὰ ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρά· κά­τι σὰν νά ’­θε­λαν ν’ ἀλ­λά­ξουν τὸν ἀ­έ­ρα τους. Μέ­χρι ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α μὲ κῆ­πο καὶ ἂν δὲν τοὺς ἔ­δι­ω­χναν γιὰ ἰ­δι­ο­κα­τοί­κη­ση, ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ θὰ ἦ­ταν. Πα­ρά­δει­σος γιὰ τὰ παι­διὰ αὐ­τὸ τὸ σπί­τι. Γεν­νη­μέ­νο γιὰ παι­γνί­δι: τὰ πολ­λὰ δω­μά­τια καὶ οἱ δι­ά­φο­ροι χῶ­ροι δι­ευ­κό­λυ­ναν τὸ κρυ­φτό, ὁ κῆ­πος βό­λευ­ε γιὰ μά­χες στὸ χῶ­μα, δί­τερ­μα στὸ τσι­μέν­το, παν­τρο­λο­γή­μα­τα τῶν κο­ρι­τσι­ῶν στὸ ὑ­πό­γει­ο. Πέ­ρα­σαν μιὰ ζω­ὴ ἐ­κεῖ ἢ του­λά­χι­στον ἔ­τσι τοὺς φά­νη­κε, Χούν­τα καὶ Με­τα­πο­λί­τευ­ση: σι­ω­πὴ κι ὕ­στε­ρα πα­νη­γύ­ρια – κα­ρα­μοῦ­ζες, ἀ­φί­σες, με­γά­φω­να καὶ κεῖ­νο τὸ τρα­γού­δι ποὺ σοῦ ’­σπα­γε τ’ αὐ­τιά:

                 Θὰ τὸν με­θύ­σου­με τὸν ἥ­λιο

                 σί­γου­ρα ναί…

        Ὅ­ταν πιὰ ἔ­φυ­γαν, πῆ­ραν καὶ τὸ σπί­τι μα­ζί τους. Λι­γά­κι ἀ­νοι­κο­νό­μη­το, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­ναν καὶ χώ­ρα­γε παν­τοῦ: τὸ σα­λό­νι μέ­σα στὸ και­νούρ­γιο σα­λό­νι, ἡ κου­ζί­να στὴν ἄλ­λη κου­ζί­να, ὁ κῆ­πος στὸ μπαλ­κό­νι καὶ τε­λευ­ταῖ­ες οἱ κρε­βα­το­κά­μα­ρες τοὺς ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν τὴν ὥ­ρα τοῦ ὕ­πνου. Αὐ­τὸ ἔ­γι­νε σύ­στη­μα καὶ δὲν δυ­σκο­λεύ­ον­ταν κα­θό­λου μὲ τὰ δυ­ὸ σπί­τια, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ κο­ρί­τσι. Ἀ­κό­μα καὶ τοὺς δι­α­κό­πτες τοὺς ἀ­να­ζη­τοῦ­σαν στοὺς τοί­χους τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ. Στὸ τρί­το σπί­τι ὅ­που με­τα­κό­μι­σαν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ κεῖ­νο ὁ κῆ­πος εἶ­χε κα­τα­κλύ­σει τὰ πάν­τα: ἡ ρο­διὰ τὸ μπαλ­κό­νι, τὸ γι­α­σε­μὶ τὸν φω­τα­γω­γὸ κι οἱ κρί­νοι ὁ ἕ­νας δί­πλα στὸν ἄλ­λο δη­μι­ουρ­γοῦ­σαν δι­ά­δρο­μο ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο μέ­χρι τὰ ὑ­πνο­δω­μά­τια.

        Ὅ­ταν τὰ παι­διὰ με­γά­λω­σαν καὶ πῆ­γαν στὰ δι­κά τους σπί­τια, σὰν νὰ ἀ­πο­συν­το­νί­στη­κε κι αὐ­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε ποῦ νὰ πά­ει. Τε­λι­κὰ δι­ά­λε­ξε τὸ κο­ρί­τσι καὶ τὸ ἀ­κο­λού­θη­σε πρῶ­τα σ’ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὅ­που χώ­θη­κε καὶ ἐ­πι­κρά­τη­σε γιὰ τὰ κα­λά. Στὴ συ­νέ­χεια ἐ­κεί­νη με­τα­κό­μι­σε ἀλ­λοῦ, ὅ­που καὶ πά­λι ὑ­πῆρ­χε κῆ­πος.

        Ἐ­κεῖ τὰ δυ­ὸ σπί­τια ἔ­ζη­σαν ἁρ­μο­νι­κά. Τὰ δω­μά­τια φό­ρε­σαν τὰ και­νούρ­για δω­μά­τια καὶ δὲν μι­λοῦ­σαν κι ὁ κῆ­πος —με­γά­λος κι αὐ­τός— δυ­σα­να­σχέ­τη­σε λι­γά­κι μέ­χρι ποὺ δέ­χτη­κε τὴν ὀ­μορ­φιὰ καὶ τὴν πο­λυ­χρω­μί­α τοῦ πα­λιοῦ. Πλή­ρης σύμ­πνοι­α. Ἐ­κεί­νη ἦ­ταν πιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη ν’ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δι­κά της, ἂν καὶ τὴ δυ­σα­ρε­στοῦ­σε πό­τε-πό­τε τό­ση γα­λή­νη. Πέ­ρα­σε ἀρ­κε­τὸ δι­ά­στη­μα ἔ­τσι μέ­χρι ποὺ τὸ πα­λιὸ σπί­τι ἔ­γι­νε σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­το ἢ ἀ­νύ­παρ­κτο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χε προ­βλέ­ψει – οὔ­τε κὰν σκε­φτεῖ. Τὴ με­λαγ­χο­λοῦ­σε κι ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε τό­σο συ­νη­θί­σει τὶς μυ­ρω­δι­ὲς ἐ­κεί­νου ποὺ τῆς φαι­νό­ταν ἀ­βά­στα­χτη αὐ­τὴ ἡ ἀ­νυ­παρ­ξί­α.

        Τε­λι­κά, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει καὶ τὰ δυ­ό. Χω­ρὶς τύ­ψεις. Ἀ­φοῦ πῆ­ρε τὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­πα­ραί­τη­τα, κλεί­δω­σε κα­λὰ κι ἔ­φυ­γε. Οὔ­τε κὰν γύ­ρι­σε νὰ τὰ κοι­τά­ξει καὶ τὸ κλει­δὶ τὸ πέ­τα­ξε στὸ κον­τέ­ι­νερ μιᾶς πα­ρα­κά­τω οἰ­κο­δο­μῆς.


Ἰ­ού­νιος 2016



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια. Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέ­α Λουίτζι Μαλέρμπα.


		
Advertisements

Δήμητρα Παναγιωτοπούλου: Ὁ κύριος και ἡ κυρία Δοτική

panagiotopouloudimitra-okyrioskaiikyriadotiki-eikona-01 


Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου


Ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α Δο­τι­κὴ


01-thitaΑ ΗΤΑΝ ἕ­να ὄ­μορ­φο ζευ­γά­ρι σί­γου­ρα, ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α Δο­τι­κή. Θὰ ζοῦ­σαν σ’ ἕ­ναν πα­ρα­μυ­θέ­νιο πύρ­γο στὴ βό­ρεια Εὐ­ρώ­πη. Θ’ ἀ­σφά­λι­ζαν μὲ σι­δε­ρέ­νιο κλει­δὶ τὴ μυ­στι­κὴ πορ­τού­λα ποὺ θὰ ἕ­νω­νε τὰ δω­μά­τιά τους. Στὸ χώ­ρι­σμα ἐ­κεί­νη θὰ στοί­βα­ζε ὅ­λα τα βι­βλί­α ποὺ δι­ά­βα­σε τὰ ἑ­κα­τὸ χρό­νια ποὺ ζοῦ­σαν μα­ζί. Ἐ­κεῖ­νος θὰ στρί­μω­χνε ἀ­π’ τὴ με­ριά του στὸ πέ­ρα­σμα τῆς μυ­στι­κῆς τους ἕ­νω­σης ὅ­λες τὶς γλά­στρες του μὲ ἀ­ρω­μα­τι­κὰ φυ­τά. Θὰ ἀ­γα­ποῦ­σαν κι δυ­ὸ τοὺς μο­να­χι­κοὺς πε­ρι­πά­τους σὲ ἄλ­ση μὲ λεῦ­κες, τὶς πτώ­σεις μὲ ἀ­λε­ξί­πτω­το στὰ πα­γω­μέ­να νε­ρὰ τῆς Βαλ­τι­κῆς καὶ τὶς ἄλ­λες πτώ­σεις, ὅ­ταν τὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ κα­τρα­κυ­λᾶ μέ­χρι ποὺ γί­νε­ται ἀν­τί­λα­λος σ’ ἕ­να βα­θὺ πη­γά­δι· τό­τε ποὺ σὲ τρο­μά­ζει ἡ φω­νή σου ὅ­ταν μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη μέ­ρα τοῦ χει­μώ­να σκύ­βεις γιὰ λί­γο νὰ κα­θρε­φτι­στεῖς στὰ σκο­τει­νὰ νε­ρά του. Θὰ τοῦ ‘στέλ­νε αὐ­τὴ τὸ πιὸ χον­τρό, τὸ πιὸ κα­λο­ψη­μέ­νο στρα­γά­λι νὰ τὸν ξυ­πνᾶ στὸν ὕ­πνο του τὰ βρά­δια. Θὰ τῆς ἔ­βρι­σκε ἐ­κεῖ­νος τὰ πιὸ ἀ­πί­θα­να ὀ­νό­μα­τα νὰ τὴ φω­νά­ζει, Που­έ­λα καὶ Ἀ­μά­τα, ὅ­λα σὲ πλά­για πτώ­ση, ἀ­πὸ ἀ­φαι­ρε­τι­κὴ καὶ κά­τω. Θὰ εἶ­χαν πέν­τε γά­τες, ἀ­πὸ δύ­ο ὁ κα­θέ­νας, ἡ πέμ­πτη θὰ ἦ­ταν κα­νε­λὶ καὶ  θὰ τό ’­χε σκά­σει ἀ­πὸ τὴ στέ­γη τους τὴ νύ­χτα ποὺ θὰ γι­όρ­τα­ζαν τὰ δι­α­κο­σι­ο­στὰ γε­νέ­θλιά τους. Κά­θε πρω­ὶ ἐ­κεῖ­νος θὰ τῆς ἔ­στελ­νε τὸν Τρο­φαν­τό του νὰ τὴν ξυ­πνή­σει στοὺς μέλ­λον­τες τῶν πιὸ ἀρ­χαί­ων γλωσ­σῶν μὲ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα κι ἐ­κεί­νη θὰ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­νε ἀ­πὸ τὸ ρα­διό­φω­νο τὰ πιὸ ὀ­νει­ρο­πό­λα φάν­τος. Ὅ­μως ἡ βε­λο­νιὰ τσίμ­πη­σε ἀλ­λοῦ στὴν ἐ­τα­μὶν κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­παιρ­νε κά­θε πρω­ὶ τὸ κί­τρι­νο λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ Κη­φι­σιά, ἔ­παι­ζε τζό­κερ πάν­τα τοὺς ἴ­διους ἀ­ριθ­μούς, ἔ­τρι­βε τὸ μέ­τω­πο ὅ­ταν οἱ ἄλ­λοι τοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν ἐ­ρω­τή­σεις καὶ ὅ­ταν πή­γαι­νε τὸ κα­λο­καί­ρι στὴ Σκο­τί­να φο­ροῦ­σε ἐμ­πρι­μὲ βερ­μοῦ­δες κι ἔ­λυ­νε σουν­τό­κου, ἐ­νῶ οἱ γιοὶ του ψά­ρευ­αν στὰ ἀ­βα­θῆ μὲ πε­το­νιὰ σα­κοῦ­λες καὶ κομ­μέ­νες σα­γι­ο­νά­ρες. Ἐ­κεί­νη πά­λι ἔ­σερ­νε τὶς μπουρ­νου­ζὲ παν­τοῦ­φλες της στὰ πλα­κά­κια τοῦ μπά­νιου καὶ τρα­γου­δοῦ­σε αὐ­το­σχέ­δι­ες ἄ­ρι­ες ποὺ τὶς τε­λεί­ω­νε μὲ κά­τι ἀλ­λό­κο­τους λα­ρυγ­γι­σμούς, δι­ά­βα­ζε μὲ μα­νί­α ἀ­στυ­νο­μι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἔπια­νε πά­νω τὰ μαλ­λιὰ μ’ ἕ­να μαῦ­ρο μο­λύ­βι ὅ­ταν ἔ­κα­νε φα­σί­να καὶ κα­τέ­βαι­νε κά­θε πρω­το­χρο­νιὰ στῆς θεί­ας της στὰ Πε­τρά­λω­να γιὰ νὰ φᾶ­νε ψη­μέ­να γου­ρου­νό­που­λα ποὺ ἔ­μοια­ζαν μὲ ρὸζ μω­ρά.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου (Κο­μο­τη­νή, 1968). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νό της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ The Book’s Journal τχ. 61, καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μά της ἔ­χει δι­α­κρι­θεῖ στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Hotel XXX ἄ­σε­μνες ἱ­στο­ρί­ες.

Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Για­γιά, μὴν μᾶς πι­στεύ­εις


08-Shua,AnaMaria-GiagiaMinMasPisteyeis-Eikona-02


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)


Για­γιά, μὴν μᾶς πι­στεύ­εις


— ΓΙΑΤΙ μὲ πή­ρα­τε ἀπ΄ τὸ σπί­τι μου; – ρω­τά­ει ἡ για­γιά μου μὲ ἕ­να βλέμ­μα χα­μέ­νο.

       — Ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ σπί­τι σου, βλέ­πεις; Νά, ἡ τα­πε­τσα­ρί­α μὲ τὰ κρι­νά­κια, βλέ­πεις; Νά καὶ τὸ κου­βερ­λὶ μὲ τὸ κά­ψι­μο ἀ­πὸ τσι­γά­ρο· ἡ πρά­σι­νη κου­ζί­να μὲ τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο ντου­λά­πι, βλέ­πεις;

       Ἡ για­γιὰ δὲν βλέ­πει καὶ κλαί­ει ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη.

       — Μὲ φέ­ρα­τε δῶ γιὰ νὰ μοῦ κλέ­ψε­τε τὸ σπί­τι μου.

       Ἄχ! Δὲν τὸ κά­να­με ἐ­μεῖς, θὰ ἤ­θε­λα νὰ τῆς πῶ. Ὁ κλέ­φτης χρό­νος σὲ ἔ­φε­ρε ἐ­δῶ καὶ στὰ πῆ­ρε ὅ­λα.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ana Maria Shua, Botánica del caos, Sudamericana, Buenos Aires, 2000.

­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερμανία ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».



		

	

Σάδι Ἄμρο Ροντρίγκεθ: Πυροτεχνήματα

03


Σά­δι Ἄμ­ρο Ρον­τρίγ­κεθ


Πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα


02-DeltaΕΝ ΑΡΓΗΣΕ ΠΟΛΥ νὰ τὴν ξα­να­δεῖ, κά­που ἕ­να μῆ­να. Δὲν ἄν­τε­ξε τὴν ἀ­που­σί­α της, τὸ ἄ­δει­ο τους κρε­βά­τι. Ζή­τη­σε συγ­γνώ­μη γιὰ τὴ­ν ἀρ­γο­πο­ρί­α, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη ἤ­δη ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὁ χρό­νο­ς κρα­τά­ει πιὸ πο­λύ ἀ­π’ τὴ ζω­ή. Τοῦ μί­λη­σε γιὰ τὸ ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το τῆς ὕ­παρ­ξής της μα­κριά του, γιὰ τὸ πῶ­ς με­λαγ­χο­λοῦ­σε τὶ­ς νύ­χτε­ς ποὺ τὸ ἀ­γέ­ρι τῆς ἔ­φερ­νε τὴν ἠ­χῶ ἀ­πὸ τὰ τουμ­πε­λέ­κια καὶ τὰ δυ­να­τὰ στὴ γῆ βή­μα­τα τῶν γα­μή­λι­ων χο­ρῶν. Θυ­μή­θη­καν τὸν λα­χα­νό­κη­πο μὲ τὶς ἀ­μυ­γδα­λι­ὲς ὅ­που κοι­τα­χτή­κα­νε μι­κρὰ παι­διά, τὸν κρυ­φό τους ἔ­ρω­τα ἀ­νά­με­σα στὶς ἐ­λι­ὲ­ς χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὰ φι­λιὰ τὸ πρω­ὶ μὲ γεύ­ση μύρ­το καὶ ἄ­ζυ­μο ψω­μί, τοὺς δια­ρκεῖς πο­λέ­μους ποὺ δὲν τέ­λει­ω­ναν πο­τέ, τὴ­ν ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κη μυ­ρω­διὰ τῆς πορ­το­κα­λιᾶς ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει πιά, καὶ τοὺς γιούς, ἐγ­γό­νια καὶ δι­σέγ­γο­να. Εἶ­χε δί­κιο ἐ­κεί­νη: τώ­ρα ὅ­λα μοιά­ζουν δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἔ­πε­σε σι­ω­πὴ καὶ ξαφ­νι­κὰ ἐ­λα­φρὲς σει­σμι­κὲς δο­νή­σεις, πά­λι. Τυ­λιγ­μέ­νο­ς ὁ κα­θέ­νας στὸ λευ­κό του σεν­τό­νι, οἱ Πα­λαι­στί­νιοι ἐ­ρα­στὲ­ς φαν­τά­ζον­ται, ἀ­πὸ τὸν τά­φο τους, ἕ­ναν φω­τι­σμέ­νο οὐ­ρα­νό ἀ­πὸ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, τὸν βομ­βαρ­δι­σμέ­νο οὐ­ρα­νὸ τῆς Γά­ζας. Δὲν φο­βούν­ται: ξέ­ρου­ν πὼ­ς τί­πο­τε πιὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ τοὺς χω­ρί­σει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

 

Σάδι Ἄμρο Ροντρίγκεθ (Μαδρίτη 1980). Σπούδασε Κλασικὴ Φιλολογία στὸ Πα­νε­πιστήμιο Complutense τῆς Μαδρίτης. Ἔζησε κατὰ καιροὺς στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τώρα δι­δά­σκει νέα ἑλληνικὰ στὸ Διδασκαλεῖο Ξένων Γλωσσῶν τῆς Μά­λαγα (Escuela Oficial de Idiomas de Málaga.



		

	

Ἑλλάδα Ἀχεριώτη: Οἱ γλάροι

black_headed_gulls_squabbling


Ἑλ­λά­δα Ἀ­χε­ρι­ώ­τη


Οἱ γλά­ροι


01-EpsilonΙΝΑΙ ΠΡΟΝΟΜΙΟ νὰ ἁ­πλώ­νεις τὰ ροῦ­χα στὸ μπαλ­κό­νι καὶ νὰ κρε­μᾶς τὰ ἐ­σώ­ρου­χα σὰν ση­μαῖ­ες τοῦ ἔ­ρω­τα. Εἶ­ναι προ­νό­μιο νὰ μὴν μπο­ρεῖς νὰ κοι­μη­θεῖς τ’ ἀ­πο­γεύ­μα­τα για­τί τὰ παι­διὰ παί­ζουν μπά­λα στὸ δρό­μο καὶ τὰ θα­λασ­σι­νὰ που­λιὰ κρώ­ζουν. Δὲν τ’ ἀ­γα­πῶ τὰ που­λιά, μὰ ἐ­δῶ οἱ γλά­ροι εἶ­ναι ὄ­μορ­φοι. Ἔ­χουν κα­θα­ρά, ἄ­σπρα φτε­ρὰ ποὺ γυ­α­λί­ζουν στὸν ἥ­λιο κα­θὼς κά­νουν μι­κρὲς πτή­σεις ἀ­νά­με­σα στὰ κε­ρα­μί­δια. Καὶ εἶ­ναι πάν­τα πε­ρή­φα­νοι καὶ μο­να­χι­κοί. Χα­ζεύ­ουν τὸν κό­σμο, τοὺς ἄλ­λους γλά­ρους καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα που­λιὰ χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἐ­νο­χλη­τι­κοὶ ὅ­πως τὰ πε­ρι­στέ­ρια. Δὲν ψά­χνουν συ­νέ­χεια γιὰ ψί­χου­λα. Οἱ γει­τό­νισ­σες, ποὺ βγαί­νουν νὰ πο­τί­σουν τὶς γλά­στρες στὸ μπαλ­κό­νι, τοὺς ρί­χνουν κα­μιὰ φο­ρὰ τὸ μπα­γι­ά­τι­κο ψω­μί. Μ’ αὐ­τοὶ δὲν βι­ά­ζον­ται. Πλη­σιά­ζουν ἀρ­γὰ τὸ ξε­ρὸ ψω­μὶ καὶ τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται μὲ τὸ βλέμ­μα προ­τοῦ τὸ τσιμ­πή­σουν. Στὴν ἄ­κρη τοῦ ράμ­φους, ἔ­χουν αὐ­τὸ τὸ κόκ­κι­νο, σὰν αἷ­μα. Κά­που δι­ά­βα­σα πὼς εἶ­ναι γιὰ νὰ τὸ βλέ­πουν τὰ μι­κρά τους καὶ νὰ δαγ­κώ­νουν τὸ ράμ­φος τῆς μη­τέ­ρας τους ὅ­ταν πει­νοῦν. Οἱ ντό­πιοι, βέ­βαι­α, ἐ­πι­μέ­νουν πὼς εἶ­ναι αἷ­μα. Εἶ­ναι τὸ τί­μη­μα, λέ­νε, ποὺ οἱ γλά­ροι πλή­ρω­σαν γιὰ νὰ εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρα πλά­σμα­τα. Ἄλ­λοι λέ­νε πὼς εἶ­ναι ἡ τι­μω­ρί­α τους ποὺ κά­πο­τε κα­τα­βρό­χθι­σαν τρεῖς ψα­ρά­δες ποὺ θά­φτη­καν ἀ­κή­δευ­τοι στὴ θά­λασ­σα. Ἕ­να κο­ρί­τσι μοῦ μαρ­τύ­ρη­σε ἐμ­πι­στευ­τι­κὰ τὴν ἀ­λή­θεια. Τὸ ράμ­φος τῶν γλά­ρων εἶ­ναι κόκ­κι­νο για­τί στὶς ἀ­πό­με­ρες ἀ­κτὲς τῆς Πορ­το­γα­λί­ας, οἱ γλά­ροι εἶ­ναι ὁ μό­νος μάρ­τυ­ρας τῶν πρώ­των ἐ­ρω­τι­κῶν ἀγ­γιγ­μά­των. Ἀ­π’ τὸ λαι­μὸ μέ­χρι τὰ σκέ­λια.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑλ­λά­δα Ἀ­χε­ρι­ώ­τη (Λε­με­σός, Κύ­προς, 1994). Σπού­δα­σε στὸ τμῆ­μα Εἰ­κα­στι­κῶν καὶ Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Τε­χνῶν στὸ ΑΠΘ. Ἐκ­προ­σώ­πη­σε τὴν Κύ­προ στὴν Μπι­ε­νά­λε Φω­το­γρα­φί­ας Νέ­ων τῆς Γερ­μα­νί­ας.

Τεὸ Ρόμβος: Τὸ Παραμύθι τῆς Ἀνάπτυξης


Rombos,Teo-ToParamythiTisAnaptyksis-Eikona-04


Τε­ὸ Ρόμ­βος


Τὸ Πα­ρα­μύ­θι τῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης


ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ (ΠΟΥ) ΔΕΝ ΟΔΗΓΟΥΝ ΠΟΥΘΕΝΑ…

(Ἕ­να Πα­ρα­μύ­θι γιὰ τοὺς ἀ­γα­θοὺς ἀ­γρί­ους τῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης)


01-MiΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ, σ’ ἕ­να νη­σά­κι κα­τα­με­σῆς στὸ Αἰ­γαῖ­ο ἐ­ζοῦ­σε μέ­σα σὲ λι­τὰ με­γα­λεῖα ἕ­νας γε­ρο-Βα­σι­λέ­ας πα­λαι­ῶν ἀρ­χῶν καὶ γη­ρα­λέ­ων ἀν­τι­λή­ψε­ων. Ἦ­τον πο­λὺ ἀ­γα­πη­τὸς στοὺς ὑ­πη­κό­ους του καὶ εἶ­χε ἕ­να μο­να­χο­παί­δι. Ἐ­τοῦ­το πά­λε τὸ Πριγ­κι­πό­που­λο εἶ­χεν ἀ­πὸ μι­κρὸ δεί­ξει μί­αν ἔ­φε­ση πρὸς τὰ τρα­νὰ με­γα­λεῖ­α καὶ τὴν ἄ­νευ ὁ­ρί­ων Ἀ­νά­πτυ­ξη. Κά­πο­τες ἡ θειά­κα τοῦ νε­α­ροῦ βλα­στοῦ ἐ­δώ­ρι­σε παί­γνια εἰς τὸν μι­κρὸ Πρίγ­κη­πα, ἤ­τοι ἕ­ναν πλα­στι­κὸ ἐξκα­φέ­α, μί­αν μη­χα­νι­κὴ μπουλ­δό­ζα καὶ μί­αν μπε­του­νι­έ­ρα διὰ νὰ παί­ζει, καὶ ὁ μι­κρὸς Πρίγ­κηψ πλιὰ ὅ­λο στὰ ἀ­να­πτυ­ξι­ο­λά­γνα παί­γνια εἶ­χεν τὰ μυα­λά του.

       Ἐ­πε­ρά­σα­νε οἱ χρό­νοι καὶ μί­αν ἡ­μέ­ρα ποὺ ὁ ἥ­λιος εἶ­χεν ἀ­νέ­βει στὰ ὑ­ψη­λό­τε­ρα καὶ ὁ γε­ρο­βα­σι­λέ­ας εἶ­χε πλιὰ φτά­ξει σὲ βα­θύ­τα­τα γε­ρά­μα­τα, ἔ­τσι ὅ­πως ἐ­κά­θον­ταν ἀ­να­κούρ­κου­δος στὸ θρό­νο, ἔ­γει­ρε τὴν κε­φα­λὴ του ἐ­νῶ ἐ­ψέλ­λι­ζε τὰ ἑ­ξῆς: «Ἔ­χε­τε γειὰ βρυ­σοῦ­λες, λόγ­γοι, βου­νά, ρα­χοῦ­λες» καὶ μπάφ, τὰ ἐ­τί­να­ξε καὶ μᾶς ἀ­φῆ­κε χρό­νους.


Βα­θιὰ ἦ­τον ἡ θλί­ψη ποὺ ἐ­σκέ­πα­σε τὴ Νῆ­σο. Σὰν ὅ­μως εἰ­πώ­θη ὅ­τι ὁ Πρίγ­κηψ θὰ γε­νεῖ Βα­σι­λέ­ας στὴ θέ­ση τοῦ Βα­σι­λέ­α, ἐ­γί­νη­κε χα­ρὰ με­γά­λη εἰς ὅ­λο τὸ Βα­σί­λει­ο. Ὁ νι­ό­βγαλ­τος Βα­σι­λέ­ας, γι­ο­μά­τος ὁρ­μὴ καὶ πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος σκέ­δια ἐ­φώ­να­ξε ἐν πρώ­τοις τοὺς μπι­στι­κοὺς καὶ τοὺς συμ­βού­λους τοῦ Θρό­νου στὴν με­γά­λη αἴ­θου­σα τῶν Συμ­βου­λί­ων καὶ τοὺς εἶ­πε: «Τρα­νοί μου Ἄρ­χον­τες, Ἐρ­γο­λῆ­πτες μου καὶ Ἐρ­γο­λά­βοι, στα­θεῖ­τε στὰ πλευ­ρά μου καὶ ‘γὼ θὰ εἶ­μαι ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸς νὰ ὁ­δη­γή­σω τὸ ντό­πο μας πο­λὺ μα­κριὰ καὶ νὰ τὸν κά­μνω τὸν πιὸ ξα­κου­στὸ στὰ Βα­σί­λεια οὗλα. Ἔρ­γα νὰ ἰ­δοῦν τὰ ὀ­μά­τιά σας! Θὰ φτιά­ξω ἀ­ε­ρο­δρό­μια καὶ θὰ κά­μνω πλα­τεῖ­ες, θ’ ἀ­νοί­ξω δρό­μους, θὰ κα­τα­σκευά­σω λι­μά­νια, θὰ στουμ­πή­σω γι­ο­φύ­ρια, μὰ πά­νου ἀπ΄ οὗ­λα θὰ ἀ­νοί­ξω τὸν πιὸ Με­γά­λο Δρό­μο ποὺ θὰ πα­γαί­νει παν­τοῦ καὶ θὰ τὸν ζη­λεύ­ου­νε τὰ Βα­σί­λεια οὗ­λα.»


Ἀ­μ’ ἕ­πος ἀ­μ’ ἔρ­γο, καὶ διὰ τὸ σκο­πὸ αὐ­τὸ ἐ­πα­ρήγ­γει­λε γι­ω­τρύ­πα­να, κι ἐξ­κα­φεῖς καὶ χω­μα­το­φά­γους, τὶς πιὸ σύγ­χρου­νες μπουλ­δό­ζες, τὰ πιὸ λια­νὰ μη­χα­νι­κὰ σφυ­ριὰ καὶ τὶς πιὸ πει­να­σμέ­νες φα­γά­νες, τοὺς πιὸ βα­ριοὺς ὀ­δον­το­στρω­τῆ­ρες κι ὅ,τι ἄλ­λο ἐ­χρει­ά­ζε­το. Τὸ λοι­πόν, δρό­μο ἀ­πῆ­ραν, δρό­μο ἀ­φή­νουν, ἐ­πὶ τὸ ἔρ­γον τὰ μα­κρυ­πό­δα­ρα γι­ω­τρύ­πα­να ὀ­ρε­ξά­τα-ὀ­ρε­ξά­τα, ἀ­νοί­γουν κρα­τῆ­ρες ἑ­κα­τον­τά­δες μέ­τρα βα­θιὰ στὴ γῆ, μὰ ἀν­τὶς γιὰ νε­ρὸ ἐ­βρί­σκαν θά­λασ­σα καὶ στὶς πη­γὲς ἀ­νά­βλυ­σε ἁρ­μυ­ρὸ νε­ρό. Ὁ κα­λός μας και­νο­τό­μος Βα­σι­λέ­ας ἔ­βα­ζε παν­τοῦ φουρ­νέ­λα μὲ φυ­τί­λια καὶ ἀ­φά­νι­ζε βου­νὰ ὁ­λά­κε­ρα ποὺ τά ’­φτια­νε με­τὰ γκω­νά­ρια. Τὰ μη­χα­νι­κά του σφυ­ριὰ λι­α­νί­ζα­νε τοὺς ὀγ­κό­βρα­χους καὶ τοὺς ἀ­ε­ρό­λι­θους καὶ τὰ κά­μναν φτε­νὲς πέ­τρες καὶ τὰ μη­χα­νι­κὰ κο­φτή­ρια μα­σοῦ­σαν, ἐ­λι­ά­νι­ζαν καὶ φτύ­ναν πε­τρα­δοῦ­λες καὶ χα­λί­κια. Καὶ οἱ ἐξ­κα­φεῖς σα­ρῶ­ναν τὸ γαρ­μπί­λι καὶ τὰ χώ­μα­τα καὶ σκέ­πα­ζαν μὲ δαῦ­τα οὗ­λες τὶς ρε­μα­τι­ές. Καὶ οἱ μπουλ­δό­ζες ἰ­σι­ῶ­ναν τὶς βου­νο­πλα­γι­ές, τοὺς κόρ­φους, τοὺς λόγ­γους, τὶς ἀγ­κά­λες καὶ τὰ λαγ­κά­δια. Καὶ οἱ φα­γά­νες στουμ­πώ­να­νε κα­λῶς κι ἐ­πα­τί­κω­ναν ὁ­λο­μα­ζὶ τὰ κα­κο­συ­φο­ρι­α­σμέ­να ἀ­δρα­νῆ ὑ­λι­κά. Κι οἱ φορ­τω­τὲς ἐ­γι­ο­μί­ζαν ἀγ­κω­νά­ρια, τρο­χα­λό­πε­τρες, ξε­ρό­βρα­χους καὶ κοκ­κι­νό­χω­μα ἴ­σα­με πά­νου στὰ φορ­τη­γὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Καὶ οἱ ὀ­δον­το­στρω­τῆ­ρες στρῶ­ναν ὁ­λοῦ­θε δι­α­γω­νί­ως καὶ κα­θέ­τως δρό­μους, πλα­γι­νούς, βο­η­θη­τι­κούς, κα­ρο­δρό­μους, δι­α­δρό­μους, πε­ζο­δρό­μους, πε­λα­γο­δρό­μους, ἀ­ε­ρο­δι­α­δρό­μους.

       Καὶ ὅ­ταν πλιὰ εἶ­χαν ὅ­λα τε­λει­ώ­σει, ἀ­κού­στη­κε ἀ­π’ τὰ λί­γα ἄ­γρια πού ‘χαν δῶ καὶ κεῖ ξω­μεί­νει ἕ­νας ψί­θυ­ρος στὸν ἀ­γέ­ρα, καὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­να τὰ προ­φη­τι­κὰ λό­για τοῦ Μα­κα­ρί­τη: «Ἔ­χε­τε γειὰ βρυ­σοῦ­λες, λόγ­γοι, βου­νά, ρα­χοῦ­λες».

       Καὶ τό­τες, μό­νο τό­τες, ἔ­φτα­ξαν μὲ βόμ­βους με­γά­λους τ΄ἀ­ε­ρό­πλα­να καὶ τὰ ὑ­δρό­πλα­να καὶ ἐ­προ­σγει­ώ­νον­ταν τό ‘να πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λο καὶ ἐ­ξε­φόρ­τω­ναν μερ­μηγ­κι­ὲς ἀ­θρώ­πους. Καὶ νά, τὰ βα­πό­ρια, καὶ τὰ κα­ρά­βια. Καὶ νά, καὶ τὰ κρου­α­ζε­ρό­πλοι­α, νά, καὶ τὰ γι­ὼτ καὶ κό­τε­ρα, νά, καὶ οἱ Μα­χαρα­γιά­δες μὲ τὰ χα­ρέ­μια τους. Καὶ νά, κι οἱ Ντου­ρί­στες ποὺ ἐ­ξε­φώ­νι­ζαν: «Μπὲλ Κρου­α­ζιέρ! Γκρὰν Κρουα­ζάνς!».


Καὶ ὁ μέ­γας Δρό­μος μὲ τοὺς πα­ρα­δρό­μους ποὺ εἶ­χε πιὰ ἀ­πο­φτια­χτεῖ, ἐ­γι­ό­μι­σε πλή­θια, μι­λι­ού­νια καὶ μα­μού­νια ἀ­θρώ­πων. Καὶ τὸ νη­σὶ ἐ­γι­ό­μι­σε οἰ­κό­πε­δα. Καὶ τὰ οἰ­κό­πε­δα γι­ο­μί­σαν ὀ­τέ­λια κι ὀ­σπί­τια. Καὶ τὰ ὀ­τέ­λια γι­ο­μί­σαν ἀ­θρώ­πους. Καὶ τὰ αὐ­το­κί­νη­τα ἐ­πλημ­μύ­ρι­σαν τὸ Δρό­μο. Κι ὁ Δρό­μος ἐ­πλημ­μύ­ρι­σεν ἀ­θρώ­πους. Κι οἱ ἀ­θρῶ­ποι ἐ­πλημ­μύ­ρι­σαν τὴ Θά­λασ­σα κι ἡ Θά­λασ­σα ἐ­στέ­ρε­ψε κι ἔ­γι­νε Στε­ριὰ καὶ ἡ Στε­ριὰ ἐ­βού­λια­ξεν καὶ τὰ ὀ­ψά­ρια ἐ­βγῆ­καν καὶ περ­πά­τη­σαν στὴ Στε­ριὰ καὶ οἱ ἀ­θρῶ­ποι γε­νή­κα­νε ὀ­ψά­ρια καὶ ἑ­κα­τοί­κη­σαν τὰ ἄ­πα­τα τῆς Θα­λάσ­σης. Καὶ εἶ­ναι νὰ τοὺς κλαῖ­νε οἱ ρέγ­κες…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Δη­μο­σι­ευ­μέ­νο στὶς 8 Σε­πτεμ­βρί­ου 2012 (στὸ http://romvos.wordpress.com/)

Τε­ὸ Ρόμ­βος (Ἀ­θή­να, Κου­κά­κι, 1945). Ἔ­ζη­σε κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή, στὴν Ἰ­α­πω­νί­α, τὶς Ἠ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες καὶ στὸ Κογ­κὸ καὶ μό­νι­μα στὴ Γαλ­λί­α καὶ τὴ Γερ­μα­νί­α. Σπού­δα­σε κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἐ­πί­σης σύ­στη­σε τὸ ἀ­ναρ­χι­κὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Octopus Press, ποὺ ἦ­ταν ση­μεῖ­ο συ­νάν­τη­σης γιὰ πε­ρι­θω­ρια­κούς, καλ­λι­τέ­χνες, ποι­η­τές, συγ­γρα­φεῖς ποὺ συμ­με­τεῖ­χαν σὲ πλῆ­θος πο­λι­τι­κῶν συ­ζη­τή­σε­ων. Βι­βλί­α του: Τρί­α φεγ­γά­ρια στὴν πλα­τεί­α, Κεί­με­νο Πά­θος, Γε­ώρ­γιος Νέ­γρος: Ὁ Τί­γρης τοῦ Αἰ­γαί­ου κ.ἄ.



		

	

Λάκης Παπαστάθης: Χαρίκλεια

esmeralnta-531-600x600-01


Λά­κης Πα­πα­στά­θης


Χα­ρί­κλεια


05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΤΟ ΣΤΑΘΜΟ ὑ­πε­ρα­στι­κῶν λε­ω­φο­ρεί­ων, στὴν ὁ­δὸ Λι­ο­σί­ων, ὀ­χτὼ πα­ρὰ τέ­ταρ­το τὸ πρω­ί. Στὴ θυ­ρί­δα τῶν εἰ­σι­τη­ρί­ων γιὰ τὸ Βό­λο ἔ­χει σχη­μα­τι­στεῖ μιὰ με­γά­λη οὐ­ρά. Ὅ­λοι βι­ά­ζον­ται νὰ προ­λά­βουν τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῶν ὀ­χτώ. Εἶ­ναι ἡ γραμ­μὴ ποὺ περ­νά­ει ἀ­πὸ πολ­λὰ χω­ριὰ καὶ κω­μο­πό­λεις τῆς Μα­γνη­σί­ας πρὶν κα­τα­λή­ξει στὸ Βό­λο.

         — Κά­νει στά­ση στὴν Κασ­σα­βέ­τεια;

         — Ναί.

         — Ἕ­να εἰ­σι­τή­ριο. Ἡ μι­κρὴ δὲν πλη­ρώ­νει.

         — Πρέ­πει νὰ τῆς βγά­λεις μι­σό.

         — Μὰ εἶ­ναι μι­κρή.

         — Πό­σο χρο­νῶν εἶ­ναι;

         — Ἕ­ξι.

         — Πιὸ με­γά­λη φαί­νε­ται… Κα­λά.

         Ὁ ὑ­πάλ­λη­λος ποὺ ἔ­κο­βε τὰ εἰ­σι­τή­ρια κοί­τα­ξε μὲ συμ­πά­θεια τὴ μι­κρὴ καὶ τῆς χα­μο­γέ­λα­σε.

         — Πῶς σὲ λέ­νε;

         — Χα­ρί­κλεια.

         Πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κε μὲ τ’ ὄ­νο­μα ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴν τέ­λεια προ­φο­ρά της, για­τί τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν μαυ­ρά­κι μὲ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ κι εὐ­κί­νη­τα μαῦ­ρα μά­τια. Ἡ μά­να της γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα, μὲ κό­τσο καὶ λου­λου­δια­στὸ κόκ­κι­νο φου­στά­νι.

         Ὁ ὁ­δη­γός, γύ­ρω στὰ τριά­ντα, μὲ γυα­λιὰ καὶ κα­λο­χτε­νι­σμέ­νο μαλ­λί. Κοί­τα­ζε ἀ­φ’ ὑ­ψη­λοῦ καὶ αὐ­στη­ρά τοὺς ἐ­πι­βά­τες καὶ κά­πνι­ζε τὸ ἕ­να τσι­γά­ρο με­τὰ τὸ ἄλ­λο. Με­τὰ τὰ πρῶ­τα δι­ό­δια ἔ­βα­λε τρα­γού­δια στὸ κα­σε­τό­φω­νο.

         Ἡ Χα­ρί­κλεια κοι­μό­ταν στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μη­τέ­ρας της. Ξύ­πνη­σε γιὰ λί­γο στὴ στά­ση κον­τὰ στὰ Κα­μέ­να Βοῦρ­λα, ἔ­φα­γε μιὰ με­γά­λη τυ­ρό­πι­τα κι ὅ­ταν τὸ αὐ­το­κί­νη­το ξε­κί­νη­σε, ξα­να­κοι­μή­θη­κε. Τὴν ξύ­πνη­σε ὁ­ρι­στι­κὰ ἕ­να κορ­νά­ρι­σμα καὶ τό­τε, ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς μά­νας της, γλί­στρη­σε στὸ δι­πλα­νὸ κά­θι­σμα. Χά­ζε­ψε γιὰ λί­γο τὸ δρό­μο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ γυρ­νών­τας στὴ μά­να της τὴ ρώ­τη­σε πό­τε φθά­νουν. Αὐ­τὴ τῆς ἀ­πάν­τη­σε: «Σὲ λί­γο».

         Ἡ γυ­ναί­κα ποὺ κα­θό­ταν στὸ πί­σω κά­θι­σμα ἄρ­χι­σε τὶς ἐ­ρω­τή­σεις, κά­πως ἀ­να­κρι­τι­κά.

         — Ποῦ μέ­νεις;

         — Στὴν Ἀ­θή­να

         — Καὶ ποῦ πᾶς τώ­ρα;

         — Στὴν Κασ­σα­βέ­τεια νὰ δῶ τὸν ἀ­δελ­φό μου.

         — Δου­λεύ­ει ἐ­κεῖ;

         — Ὄ­χι, εἶ­ναι στὴ φυ­λα­κή. Φυ­λα­κὲς Κασ­σα­βέ­τειας. Ἡ μη­τέ­ρα της τὴν τρά­βη­ξε ἀ­πό­το­μα ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι…

         — Μὴ λὲς τέ­τοι­α πράγ­μα­τα!

         Ἀν­τὶ νὰ σω­πά­σει, ἡ Χα­ρί­κλεια συ­νέ­χι­σε…

         — Κι ὁ μπαμ­πὰς εἶ­ναι φυ­λα­κή. Στὸν Κο­ρυ­δαλ­λό! Ἐ­μεῖς μέ­νου­με στὸ Με­νί­δι.

         Ἡ μά­να της τώ­ρα δὲν ἀν­τέ­δρα­σε. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά της, σὰν νὰ ἀ­πο­μό­νω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­βάλ­λον.

         Ἡ τε­λευ­ταί­α φρά­ση δη­μι­ούρ­γη­σε συγ­κί­νη­ση καὶ ἐν­δι­α­φέ­ρον στοὺς ἐ­πι­βά­τες ποὺ κά­θον­ταν κον­τά. Ἄλ­λοι τὴ ρω­τοῦ­σαν ἂν πά­ει σχο­λεῖ­ο, ἄλ­λοι ποῦ γεν­νή­θη­κε, ἄλ­λοι ἂν πά­ει στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἀ­κού­στη­κε τὸ Χα­ρι­κλά­κι, τὸ πα­λιὸ τρα­γού­δι τοῦ Τούν­τα.

         «Μα­μά… μα­μά… τὸ Χα­ρι­κλά­κι… ἄ­κου!»

        Μπρο­στὰ στὰ ἔκ­πλη­κτα μά­τια ὅ­λων, ἡ μι­κρὴ πε­τά­χτη­κε στὸ δι­ά­δρο­μο τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, χο­ρεύ­ον­τας τσι­φτε­τέ­λι καὶ μουρ­μου­ρί­ζον­τας τὸ τρα­γού­δι. Οἱ ἐ­πι­βά­τες ἄρ­χι­σαν νὰ τῆς χτυ­ποῦν πα­λα­μά­κια. Ἀ­κό­μη κι ὁ ὁ­δη­γός, ποὺ τὴν κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ κα­θρε­φτὰκι, χα­μο­γέ­λα­σε κι ἀ­νέ­βα­σε τὴν ἔν­τα­ση τοῦ με­γα­φώ­νου. Χο­ρὸς μὲ τσαχ­πι­νιὰ κι ἐ­ρω­τι­σμὸ γυ­ναί­κας. Ὁ ρυθ­μός της, πα­ρὰ τὸν πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο χῶ­ρο, ἀ­βί­α­στος καὶ πλού­σιος. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὸ τρα­γού­δι, γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ χο­ρεύ­ει. Με­τὰ ἔ­κα­νε μιὰ βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση. Τὰ μπρά­βο καὶ τὰ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα, σὰν νὰ ξύ­πνη­σαν τὴ μά­να της, ποὺ ἔ­βγα­λε μαν­τί­λι καὶ τῆς σκού­πι­σε τὸν ἱ­δρώ­τα.

         — Χο­ρεύ­ω καὶ στὰ μα­γα­ζιά. Στὸν κύ­ριο Νί­κο στὸ Με­νί­δι, στὸν κύ­ριο Κώ­στα στὰ Λι­ό­σια, στὸ κέν­τρο Παν­δαι­σί­α στὴ Φυ­λή. Μὲ πά­ει ἡ μα­μά μου. Φο­ρά­ω ἕ­να πο­λὺ ὡ­ραῖ­ο φό­ρε­μα. Μπλὲ χρῶ­μα.

         Τὰ εἶ­πε μό­νη της —χω­ρὶς νὰ ρω­τη­θεῖ— στὴ γυ­ναί­κα ποὺ κα­θό­ταν στὸ πί­σω κά­θι­σμα.

         Ὅ­ταν τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἔ­κα­νε στά­ση στὴν Κασ­σα­βὲτει­α καὶ κα­τέ­βη­κε ἡ μι­κρὴ μὲ τὴ μά­να της, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἐ­πι­βά­τες πῆ­γαν στὰ πα­ρά­θυ­ρα γιὰ νὰ τὶς χαι­ρε­τή­σουν. Κου­νοῦ­σαν τὰ χέ­ρια καὶ φώ­να­ζαν «γειά σου, Χα­ρι­κλά­κι». Ὁ ὁ­δη­γός, πρὶν ξε­κι­νή­σει, κορ­νά­ρι­σε σὰν σὲ ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἡ Ἥ­συ­χη καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (ἔκδ. Νε­φέ­λη, 2005)

Λά­κης Πα­πα­στά­θης (Βό­λος, 1943). Πε­ζο­γρά­φος, σκη­νο­θέ­της. Ἔ­χει σκη­νο­θε­τή­σει τρεῖς κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους: Τὸν και­ρὸ τῶν Ἑλ­λή­νων (1981), Θε­ό­φι­λος (1987), Τὸ μό­νον τῆς ζω­ῆς του τα­ξεί­διον (2001) καὶ μί­α μι­κροῦ μή­κους: Γράμ­μα­τα ἀ­πό τὴν Ἀμε­ρι­κή (1972). Ἀ­πὸ τὸ 1976 εἶναι βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς τη­λε­ο­πτι­κῆς ἐκ­πομ­πῆς «Πα­ρα­σκή­νιο». Ἡ συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἡ νυ­χτε­ρί­δα πέ­τα­ξε (Νεφέλη, 2002) εἶ­ναι τὸ πρῶτο του βι­βλί­ο.