Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου: Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος



Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου


Ὁ ἀρ­χάγ­γε­λος

 

ΤΟΝ ΚΑΡΠΟ τε­λεί­ω­νε τὸ δε­ξί του χέ­ρι. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν βι­δω­μέ­νο τὸ δρε­πά­νι. Κά­θε μέ­ρα, κα­θι­σμέ­νος στὸ βα­θὺ θρό­νο, κα­λοῦ­σε τοὺς ἥ­ρω­ες τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν νὰ γο­να­τί­σου­νε μπρο­στά του. Τό­τε ση­κω­νό­ταν καὶ τοὺς θέ­ρι­ζε, ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χαν μά­θει νὰ ὑ­πο­κλί­νον­ται σω­στά. Κά­θε πρω­ὶ τοὺς θέ­ρι­ζε καὶ κα­τὰ τὸ με­ση­μέ­ρι ὑ­πέ­γρα­φε μὲ τὸ χρυ­σό του στυ­λο­γρά­φο ἐ­πι­στο­λὲς κι ἐ­πι­τα­γές. Ἤ­τα­νε ἕ­νας φο­βε­ρὸς ἀρ­χάγ­γε­λος. Μο­νά­χα στὸ θε­ὸ ἔ­βγα­ζε τὸ πη­λί­κιο καὶ μὲ βα­θιὰ ὑ­πό­κλι­ση δι­ά­πλα­τα τοῦ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα νὰ πε­ρά­σει. Ὅ­ταν μά­λι­στα ἤ­θε­λε ἰ­δι­αί­τε­ρα νὰ τὸν ὑ­πο­χρε­ώ­σει, τοῦ χά­ρι­ζε ται­νί­ες πορ­νο­γρα­φι­κές, ὅ­που πα­ρὰ φύ­σιν ἀ­σελ­γοῦ­σε σὲ βά­ρος τῶν μι­κρῶν ἡ­ρώ­ων τῶν πα­ρα­μυ­θι­ῶν, μὲ προ­τί­μη­ση τὸ Δα­βὶδ Κό­περ­φιλντ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ Οἱ κα­τα­κόμ­βες (πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, 1975).

Λί­α Με­γά­λου–Σε­φε­ριά­δη (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Ποι­ή­τρια, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ διή­γη­μά της στὸ πε­ριο­δικὸ Ἐπο­χές τὸ 1966. Πρῶτο της βιβλί­ο Ὁ δρα­πέ­της στὸ δέ­ντρο (ποί­η­ση, Ἑρμῆς, 1972). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­έ­ξι βι­βλί­α, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ξέ­νες γλῶσ­σες. Ἐ­πί­σης ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ καὶ ἡ ἴ­δια μὲ με­τα­φρά­σεις βι­βλί­ων, κυ­ρί­ως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν. Τὸ 2001 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ἰ­πεκ­τσὶ γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της Σὰν τὸ με­τά­ξι (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, 1996).


			

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς: Κάδος ἀπορριμμάτων



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς


Κά­δος ἀ­πορ­ριμ­μά­των


ΤΑΝ ΕΝΑΣ ΚΑΔΟΣ κα­κο­πα­θη­μέ­νος. Μὲ τὸ κα­πά­κι του θε­ό­στρα­βο λὲς κι εἶ­χε πε­ρά­σει πά­ρε­ση, τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του νὰ χά­σκει γκρί­ζο, βρό­μι­κο καὶ ἄ­δει­ο, ἢ μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν ἀ­νά­ξι­ες προ­σο­χῆς. Τὸ πέ­δι­λό του κι αὐ­τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο συ­νέ­βα­λε στὴν ὅ­λη κλι­νι­κὴ εἰ­κό­να ἀ­σθε­νοῦς σὲ ὁ­ρια­κὴ κα­τά­στα­ση. Οἱ γεί­το­νες, ἐμ­φα­νῶς, δὲν τὸν προ­τι­μοῦ­σαν. Εἶ­χαν ἄλ­λους πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νους. Σὲ αὐ­τὸν κα­τέ­φευ­γαν μο­νά­χα σ’ ἔ­κτα­κτες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως στὰ πολ­λὰ τὰ κρύ­α καὶ τὶς δυ­να­τὲς μπό­ρες, πε­τά­γον­ταν ἀ­λα­φι­α­σμέ­νοι, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι του μὲ σι­χα­σιὰ —σὰ νὰ μὴν ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς πά­ρει εἴ­δη­ση κα­νέ­νας πὼς εἴ­χα­νε πά­ρε δῶ­σε μ’ αὐ­τόν —κι ἔ­τρε­χαν πί­σω γραμ­μὴ στὰ σπί­τια τους. Ἀ­κό­μα κι αὐ­τοὶ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς Κα­θα­ρι­ό­τη­τας ἦ­ταν φο­ρὲς ποὺ τὸν προ­σπερ­νοῦ­σαν, μό­λις κα­τα­δε­χό­με­νοι μι­σὴ μα­τιὰ συγ­κα­τά­βα­σης καὶ οἴ­κτου. «Λί­γα τα ψω­μιά σου», ἔ­λε­γαν ἀ­πὸ μέ­σα τους. «Στὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ στό­λου, θὰ γί­νεις κι ἐ­σὺ αὐ­τὸ ποὺ τρῶς: Σκου­πί­δι.» Ὁ γέ­ρο-Κά­δος τὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα αὐ­τά. Εἶ­χε γί­νει μὲ τὰ χρό­νια ἕ­νας σο­φός, κυ­νι­κὸς μὲ τὰ σκυ­λιά του καὶ στω­ι­κὸς μὲ τὶς γά­τες του τὶς ἀ­κρο­βά­τισ­σες. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­να πιὰ τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ λό­γω μει­ω­μέ­νου πε­ρι­ε­χο­μέ­νου κι ἀ­νερ­γί­ας. Ὅ­μως εἶ­χε βρεῖ ἕ­να λό­γο νὰ κρα­τι­έ­ται, νὰ μὴν τὸ βά­ζει κά­τω. Ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μυ­στι­κό. Μιὰ γριὰ φα­φού­τα σὰν κι αὐ­τὸν ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ τὸ κα­ρο­τσά­κι τοῦ σου­περ­μάρ­κετ νὰ κρο­τα­λί­ζει φα­σα­ρι­ό­ζι­κα, κά­θε δύ­ο μὲ τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Τὸν ἄ­νοι­γε μ’ ἕ­να ρα­βδὶ κι ἔμ­παι­νε σχε­δὸν ὁ­λό­κλη­ρη μέ­σα του, ἀ­φοῦ ὅ,τι πε­ρι­εῖ­χε ἦ­ταν ἴ­σια βα­θιὰ στὸν πά­το. Ἅ­μα ἦ­ταν νύ­χτα, τοῦ ἔ­ρι­χνε ἕ­να φα­κὸ καὶ παί­ζα­νε τὸν για­τρό, τὸν γαρ­γα­λοῦ­σε καὶ τό­τε γέ­λα­γε πο­λύ, καὶ ὅ­πως ἔ­βγα­ζε πά­λι ἔ­ξω το κε­φά­λι, μό­λις ποὺ προ­λά­βαι­νε νὰ τῆς δώ­σει ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λί. Τὸν παί­δευ­ε ποὺ δὲν τοῦ ἔ­δι­νε στα­θε­ρὰ ραν­τε­βού. Ποὺ δὲν τοῦ ‘χε χα­ρί­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Ἄλ­λοι ρα­κο­συλ­λέ­κτες μο­νο­λο­γοῦ­σαν μέ­σα στοὺς κά­δους τους, ἐμ­πι­στεύ­ον­ταν τὰ πιὸ κρυ­φά τους μυ­στι­κά, τὶς πιὸ βα­θι­ὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Ἢ κου­βέν­τες τοῦ ἀ­έ­ρα, με­τέ­ω­ρες μπουρ­μπου­λῆ­θρες, ποὺ γέ­μι­ζαν παι­χνι­δι­ά­ρι­κα τῶν κά­δων τὸ κε­νό. Ὅ­μως ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ὅ­λα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τ’ ἀν­τέ­ξει, καὶ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α της ἀ­κό­μη σὰν δῶ­ρο ἀ­κρι­βό. Καὶ στὶς μα­κρι­ὲς ὧ­ρες τῆς μο­να­ξιᾶς του ὅ­λο κα­θό­ταν καὶ συλ­λο­γι­ζό­ταν πὼς ἔ­τσι μᾶλ­λον πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­γά­πη. Σι­ω­πη­λή. Σι­ω­πη­λὴ κι ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μελ­βούρ­νη τῆς Αὐ­στρα­λί­ας καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να ὅ­που καὶ ζεῖ. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κρή­της ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­κο­λού­θη­σε σπου­δὲς στὸ τρα­γού­δι καὶ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Μου­σι­κῆς. Ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ σει­ρὰ ἐ­τῶν στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γη­τὴς φι­λό­λο­γος. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ) ἐ­νῶ κεί­με­να καὶ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς καὶ μου­σι­κὲς σκη­νὲς τῆς Ἀ­θή­νας. Ὡς ἑρ­μη­νευ­τὴς συμ­με­τεῖ­χε στὸν δί­σκο (EP)  Ὁ Κῆ­πος ποὺ Ἔ­σβη­σε κι Ἐ­χά­θη, σὲ ποί­η­ση Να­πο­λέ­ον­τος Λα­πα­θιώ­τη καὶ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση Anastazios.

Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ (Samuel Beckett): Ὁ δρόμος



Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ (Samuel Beckett)


Ὁ δρό­μος

(The Way)


8


Ο ΔΡΟΜΟΣ στρι­φο­γυρ­νοῦ­σε ἀ­π’ τὸ κά­τω ὣς τὸ ἄ­νω ἄ­κρο κι ἀ­πὸ ἐ­κεῖ πά­λι κά­τω ἕ­νας ἄλ­λος δρό­μος. Καὶ πά­λι κά­τω. Οἱ δρό­μοι δι­α­σταυ­ρώ­νον­ταν στὸ μέ­σο λί­γο-πο­λὺ τῆς δι­α­δρο­μῆς. Λί­γο πα­ρα­πά­νω καὶ λί­γο πα­ρα­κά­τω ἀ­πὸ τὸ μέ­σο τοῦ ἀ­νή­φο­ρου καὶ τοῦ κα­τή­φο­ρου. Οἱ δρό­μοι ἦ­ταν μο­νό­δρο­μοι. Ἀ­δύ­να­το νὰ κα­τέ­βεις τὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ ἀ­νέ­βη­κες ὅ­πως καὶ τὸ ν’ ἀ­νέ­βεις τὸν δρό­μο ποὺ κα­τέ­βη­κες. Οὔ­τε ἐν ὅ­λῳ ἀ­π’ τὸ ἄ­νω ἢ τὸ κά­τω ἄ­κρο οὔ­τε ἐν μέ­ρει ἀ­πὸ κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο τῆς δι­α­δρο­μῆς. Ὁ δρό­μος γιὰ πί­σω ἦ­ταν ἐ­κεῖ καὶ τὸ ἐ­κεῖ ἦ­ταν πάν­το­τε πί­σω. Ἐ­λευ­θε­ρί­α ἅ­παξ στὸ ἄ­νω ἢ στὸ κά­τω ἄ­κρο νὰ κά­νεις παύ­ση ἢ νὰ μὴν κά­νεις. Προ­τοῦ ἀ­νέ­βεις πά­λι ἢ κα­τέ­βεις. Αἴφ­νης γιὰ λί­γο μό­νο στὰ δυ­ὸ ἄ­κρα ἀ­φη­μέ­νη ἡ βού­λη­ση ἐ­λεύ­­θε­ρη. Βά­δι­σμα πά­νω κά­τω μὲ τὸ ἴ­διο πάν­το­τε ἀρ­γό, βα­ρὺ βῆ­μα. Ἕ­να πό­δι τὸ δευ­τε­ρό­λε­πτο ἢ ἕ­να μί­λι τὴν ὥ­ρα καὶ βά­λε. Κι ἔ­τσι ἀ­π’ τὸ ἄ­νω καὶ τὸ κά­τω ἄ­κρο ἴ­σα­με τὰ σταυ­ρο­δρό­μια θὰ μπο­ροῦ­σαν τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα νὰ ἔ­χουν ἀ­ριθ­μη­θεῖ μὲ γνω­στὸ ὕ­ψος καὶ βά­θος. Μό­νο αὐ­τὰ τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἔ­χουν ἀ­ριθ­μη­θεῖ. Ἀγ­κά­θια ἔ­κλει­ναν ἀ­πὸ παν­τοῦ τὸν δρό­μο. Τοὺς δρό­μους. Ἡ ἴ­δια πάν­τα κα­τα­χνιά. Τὸ ἴ­διο ἡ­μί­φως. Σὰν νά ’­χει πά­ψει ἡ γῆ νὰ γυ­ρί­ζει. Κι­νού­με­νη ἄμ­μος κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια. Κι ἔ­τσι κα­νέ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ ἀ­πο­μει­νά­ρια κα­νέ­να ση­μά­δι ὅ­τι κα­νεὶς πρίν. Οὔ­τε ἕ­νας λοι­πὸν πο­τὲ πρὶν –



Ἐμ­πρὸς καὶ πί­σω στὸν ἴ­διο αὐ­τὸ ἔ­ρη­μο στρι­φο­γυ­ρι­στὸ μο­νό­δρο­μο. Κά­τω χα­μη­λὰ στὴ δύ­ση ἢ στὴν ἀ­να­το­λὴ στα­μα­τη­μέ­νος ὁ ἥ­λιος. Σὰν νά ’χεῖ πά­ψει ἡ γῆ νὰ γυ­ρί­ζει. Μα­κρὲς σκι­ὲς πρὶν καὶ με­τά. Ἴ­διος βη­μα­τι­σμὸς κι ἀ­προ­σμέ­τρη­τος χρό­νος. Ἴ­δια ἄ­γνοι­α τοῦ πό­σο μα­κριά. Ἴ­δια ἀ­νά­παυ­λα καὶ στὸ ἕ­να ἄ­κρο καὶ στὸ ἄλ­λο νὰ κά­νεις παύ­ση ἢ νὰ μὴν κά­νεις. Καὶ στὸ ἕ­να σα­θρὸ ἄ­κρο καὶ στὸ ἄλ­λο. Κι ὕ­στε­ρα πά­λι ἐμ­πρὸς ἢ πί­σω. Ἀ­π’ ἄ­κρο σ’ ἄ­κρο τῆς κε­νό­τη­τας οἱ πα­τη­μέ­νοι δρό­μοι τό­σο κα­λὰ στε­ρε­ω­μέ­νοι σὰν πε­ρι­φραγ­μέ­νοι. Σὰν τὸ μά­τι νὰ κοι­τᾶ κε­νὸ ἀ­πέ­ραν­το. Στὸ ἀ­πέ­ραν­το πέ­ρας ἢ στὸ φῶς τῆς ἀ­παρ­χῆς. Βρα­χῶ­δες ὑ­πέ­δα­φος κά­τω ἀ­π’ τὰ πό­δια. Κι ἔ­τσι κα­νέ­να ση­μά­δι ἀ­πὸ ἀ­πο­μει­νά­ρια κά­ποι­ο ση­μά­δι ὅ­τι κα­νεὶς πρίν. Οὔ­τε ἕ­νας λοι­πὸν πο­τὲ πρὶν –



Πη­γή: Sa­muel Be­ckett, Com­pany. Ill Seen Ill Said. Worst­ward Ho. Stir­rings Still, ἐ­πιμ. Dirk Van Hulle, Λον­δί­νο, faber and faber, 2009 [πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Col­lege Lite­ra­ture 8/3 (Φθι­νό­πω­ρο 1981) μὲ τί­τλο «Cris­cross to In­fini­ty»].

Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ (Samuel Beckett) (1906, Φόξ­ροκ-1989, Πα­ρί­σι). Ἰρ­λαν­δὸς συγ­γρα­φέ­ας ποὺ ἔ­γι­νε κυ­ρί­ως γνω­στὸς γιὰ τὰ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα, κα­τα­πιά­στη­κε ὅ­μως καὶ μὲ τὴν πρό­ζα, τὴν ποί­η­ση καὶ τὸν κρι­τι­κὸ λό­γο γρά­φον­τας μὲ τὴν ἴ­δια εὐ­χέ­ρεια στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὰ γαλ­λι­κὰ καὶ με­τα­φρά­ζον­τας ὁ ἴ­διος κα­τὰ κα­νό­να τὰ κεί­με­νά του ἀ­πὸ τὴ μιὰ γλώσ­σα στὴν ἄλ­λη. Τὸ 1969 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Φω­κί­ω­νος



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Φω­κί­ω­νος


ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ κα­θι­σμέ­νος στὸ ἴ­διο παγ­κά­κι κά­θε σού­ρου­πο καὶ χα­ζεύ­ει τοὺς δι­α­βά­τες, τὰ παι­δά­κια ποὺ παί­ζουν, τὰ κα­ρό­τσια μὲ τὰ ψώ­νια, τοὺς μα­γα­ζά­το­ρες νὰ μα­ζεύ­ουν τὴν πρα­μά­τεια τους. Οἱ πιὸ πολ­λοὶ ἀ­π’ τοὺς φί­λους του εἶ­ναι ἀ­πὸ και­ρὸ πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ποὺ ζοῦν σπά­νια βγαί­νουν ἀ­π’ τὰ σπί­τια τους ἢ ἀ­π’ τὸ ἵ­δρυ­μα ὅ­που μέ­νουν, ἀ­δέρ­φια δὲν ἔ­χει καὶ τὰ ἴ­χνη ἐ­κεί­νης τῆς κα­λο­συ­νά­της με­σό­κο­πης γυ­ναί­κας ποὺ τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν σὲ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του ἔ­χουν ἀ­νε­ξή­γη­τα χα­θεῖ. Κα­πνί­ζει τὸ τσι­γά­ρο του πα­ρὰ τὴν προ­χω­ρη­μέ­νη του ἡ­λι­κί­α —τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ λέ­ει ψέ­μα­τα πὼς τά­χα δὲν κα­τε­βά­ζει τὸν κα­πνὸ— καὶ συ­χνὰ πυ­κνὰ βγά­ζει τὸ μπλο­κά­κι του ὄ­χι γιὰ νὰ γρά­ψει —πά­ει και­ρὸς ποὺ πιὰ δὲν γρά­φει ποι­ή­μα­τα— μὰ γιὰ νὰ σκι­τσά­ρει πρό­χει­ρα μὲ τὸ μο­λυ­βά­κι κά­τι ποὺ τοῦ τρά­βη­ξε φευ­γα­λέ­α τὸ βλέμ­μα. Οἱ πε­ρα­στι­κοὶ ἐ­πι­τα­χύ­νουν τὸ βῆ­μα τους ἀρ­κε­τὰ μέ­τρα προ­τοῦ τὸν πλη­σιά­σουν —ἴ­σως ἡ ὄ­ψη του ἔ­χει γί­νει ἀλ­λό­κο­τη μὲ τὰ χρό­νια—, μο­νά­χα ὁ­ρι­σμέ­να παι­διά, ἂν στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τύ­χει καὶ βρε­θοῦν κον­τά του, τοῦ χα­μο­γε­λοῦν κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­νοί­γει τὸ τε­τρα­διά­κι του, σκί­ζει μιὰ σε­λί­δα στὴν τύ­χη καὶ τοὺς χα­ρί­ζει —ἀν­τα­πο­δί­δον­τας τὸ χα­μό­γε­λο— κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ τε­λευ­ταῖ­α σκα­ρι­φή­μα­τά του. Μὲ τὸ ποὺ πέ­σει ἡ νύ­χτα, σμῆ­νος που­λιὰ πε­τᾶ­νε πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του ὥ­ρα πολ­λή, θαρ­ρεῖς πὼς εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια αὐ­τὴ ἡ συν­τρο­φιά του· κά­ποι­ο μά­λι­στα ἀ­π’ ὅ­λα —τὸ ἴ­διο κά­θε φο­ρά, αὐ­τὸ τὸ λα­βω­μέ­νο— χα­μη­λώ­νει τὰ σπα­σμέ­να του φτε­ρὰ καὶ μὲ τὸ ράμ­φος του τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ φα­λά­κρα, ὕ­στε­ρα κά­θε­ται στὸν ὦ­μο του κι ἐ­κεῖ­νος γυρ­νᾶ πρὸς τὸ μέ­ρος του, τοῦ γνέ­φει μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο ὅ­λο νό­η­μα καὶ γλυ­κὰ ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται.



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Μυρσίνη Μανέτα: Ἡ βάφτιση



Μυρσίνη Μανέτα


Ἡ βά­φτι­ση


ΤΑΝ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποὺ περ­πα­τοῦ­σε καὶ φαί­νον­ταν μό­νο τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της. Ὅ­λα τὰ ὑ­πό­λοι­πα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός της δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρὰ μό­νο σὰν προ­βο­λὲς πά­νω σὲ ἕ­να ἀ­ό­ρα­το ἐ­πί­πε­δο. Κά­θε ση­μεῖ­ο-προ­βο­λὴ συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ ἕ­να νού­με­ρο, ἔν­δει­ξη τοῦ βά­θους. Ἂν ἕ­νω­νες ὅ­λα τὰ ἰ­σο­βα­θῆ ση­μεῖ­α μὲ καμ­πύ­λες γραμ­μὲς καὶ στὴ συ­νέ­χεια ὁ­μα­δο­ποι­οῦ­σες τὶς ἰ­σο­βα­θεῖς καμ­πύ­λες σὲ σύ­νο­λα, μπο­ροῦ­σες νὰ σχη­μα­τί­σεις τὴ δε­ξιά της γάμ­πα, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μπρά­τσο, τὶς κλεῖ­δες τοῦ λαι­μοῦ της ἢ τὶς πλευ­ρὲς τῆς κοι­λιᾶς.

         Μπο­ροῦ­σες ἔ­τσι κά­πως νὰ τὴ φαν­τα­στεῖς, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ πό­σο κα­λὸς χαρ­το­γρά­φος ἤ­σουν.

Δὲν ἤ­ξε­ρα τὸ ὄ­νο­μά της, μό­νο τὴν εἶ­χα δεῖ νὰ περ­πα­τά­ει, κου­βα­λών­τας μα­ζί της τὰ χω­ρι­κά της ὕ­δα­τα σὲ μορ­φὴ βα­θυ­με­τρι­κοῦ δι­α­γράμ­μα­τος.

         Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα ὅ­τι εἶ­χε ἀ­πὸ χρό­νια ξε­χά­σει νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της ξε­πρό­βα­λαν σὰν μι­κρὲς Ἰ­θά­κες ὅ­ταν τὴν ξα­να­εῖ­δα, δὲν ἔ­με­νε πα­ρὰ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω πῶς θὰ τὴ βα­φτί­σω:

         Πη­νε­λό­πη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μυρ­σί­νη Μα­νέ­τα (Πά­τρα, 1984). Σπού­δα­σε Ἀρ­χι­τε­κτονικὴ στὸ ΕΜΠ καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ τμῆ­μα Γρα­φι­στι­κῆς τοῦ ΤΕΙ Ἀ­θή­νας. Ἐρ­γά­ζεται περιστασιακὰ ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας, σκη­νο­γρά­φος, δα­σκά­λα σχε­δί­ου, σχε­διά­στρια, καὶ στὸ προ­γράμ­μα­τα τοῦ Δή­μου Καλ­λι­θέ­ας, γιὰ τὶς Πα­νε­πι­στη­μια­κὲς Ἐκ­δό­σεις Κρή­της καὶ τὶς Ἐκ­δό­σεις Αἰ­ώ­ρα ὡς εἰ­κο­νο­γρά­φος.

Εἰκόνα: Pierre Bonnard, Τὸ μπάνιο (1925).


Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας: Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα



Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας


Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα


ΟΤΕ δὲν κά­να­με με­γά­λη ζω­ή. Γιὰ ἐ­μᾶς μι­κρὴ ὑ­πῆρ­ξε πάν­το­τε. Χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει πὼς δὲν εἴ­χα­με τὶς χα­ρὲς ἢ τὶς λύ­πες μας. Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ γρα­φοῦν ὁ­λό­κλη­ρες ἱ­στο­ρί­ες. Μι­κρὲς γιὰ νὰ ἀν­τι­στοι­χοῦν σὲ μι­κρὲς ἐμ­πει­ρί­ες. Ἢ ἔ­στω στὴ μι­κρό­τη­τα ποὺ μᾶς ἔ­δει­ξαν ὅ­σοι τὶς γρά­φουν καὶ τὶς δι­α­βά­ζουν.

       Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξαν καὶ ὑ­πάρ­χουν κα­κοὶ ἀ­νά­με­σά μας. Ἀλ­λὰ σὲ ποι­ό χῶ­ρο δὲν ὑ­πάρ­χουν; Δὲν ὑ­πάρ­χουν κα­κοὶ συγ­γρα­φεῖς, ἄ­θλιοι κρι­τι­κοί, χει­ρό­τε­ροι ἀ­να­γνῶ­στες;

       Εἶ­ναι αὐ­τὸς λό­γος; Μι­λῶ ἐκ μέ­ρους τῶν συ­να­δέλ­φων. Εἶ­ναι αὐ­τὸ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ μᾶς βά­ζουν ὅ­λους στὸ στό­χα­στρο; Για­τί, μιὰ ζω­ὴ μᾶς κα­τα­δί­ω­ξαν χω­ρὶς ἔ­λε­ος. Ἀ­κό­μη καὶ ἂν τὰ πράγ­μα­τα ἔ­χουν κά­πως βελ­τι­ω­θεῖ τε­λευ­ταῖ­α.

       Ἔ­χου­με ὑ­πο­στεῖ τὰ μαρ­τύ­ρια τοῦ νε­ροῦ, καυ­τοῦ καὶ πα­γω­μέ­νου, τὴ δο­κι­μα­σί­α τῆς φω­τιᾶς, τοῦ χώ­μα­τος καὶ τοῦ ἀ­έ­ρα, στρα­τι­ὲς ὁ­λό­κλη­ρες ὅ­σων βά­ζουν νὰ μᾶς κυ­νη­γοῦν, χω­ρὶς νὰ λυ­γί­σου­με. Για­τί, ὅ­που καὶ ἂν πᾶ­με ἐ­πι­βι­ώ­νου­με. Σὲ κλί­μα τρο­πι­κὸ ἢ πο­λι­κό, σὲ ἄ­πλε­το φῶς ἢ στὸ δια­ρκὲς σκο­τά­δι.

       Ἂς ἔ­χουν δυ­σκο­λί­ες κά­ποι­οι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σουν τὴν τρο­φή τους. Ἂς ἔ­χουν δυ­σκο­λί­ες κά­ποι­οι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ ἀ­να­στή­σουν ἀ­πο­γό­νους. Ἂς ἔ­χου­με τὶς δυ­σκο­λί­ες συμ­βί­ω­σης ποὺ κα­νεὶς δὲν ἀ­πο­φεύ­γει στὴ ζω­ή.

       Καὶ τί νὰ πῶ ποὺ τό­σα χρό­νια ζή­σα­με κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι σὲ μιὰ ἀ­ό­ρα­τη ὕ­παρ­ξη; Ἐ­πει­δὴ δὲν ἤ­θε­λαν ἢ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μᾶς δοῦν. Πέ­ρα­σαν αἰ­ῶ­νες γιὰ ὅ­σους δὲν βλέ­πουν οὔ­τε τὸν ἑ­αυ­τό τους. Ἂς φαί­νον­ται λι­γό­τε­ρα τὰ χρό­νια γιὰ ἐ­μᾶς ποὺ ἡ φύ­τρα μας πά­ει μα­κριά. Τώ­ρα γνέ­φου­με σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ μᾶς κοι­τά­ζουν μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γυα­λιά.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ πὼς δὲν πε­ρά­σα­με κα­λά. Τα­ξι­δέ­ψα­με παν­τοῦ, σχε­δὸν μὲ κά­θε μέ­σο. Μπή­κα­με σὲ κά­θε σπί­τι. Σὲ χώ­ρους κλει­στοὺς καὶ ἐν­τε­λῶς ἰ­δι­ω­τι­κὲς στιγ­μές. Ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ζω­ή, δώ­σα­με τὸ πα­ρών. Χω­ρὶς νὰ φαι­νό­μα­στε.

       Δὲν χρει­ά­ζε­ται ὅ­μως νὰ τὰ θυ­μᾶ­μαι. Δὲν χρει­ά­ζον­ται συγ­κι­νή­σεις σὲ μι­κρό­βια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1951). Σπού­δα­σε στὸ Ὄ­ρεγ­κον (Reed College) καὶ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη (Graduate Faculty, New School for Social Research). Ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια στὸ Ὄ­ρεγ­κον καὶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, δου­λεύ­ον­τας ὡς πα­νε­πι­στη­μια­κός, σύμ­βου­λος πο­λι­τι­στι­κῶν φο­ρέ­ων (με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ Πο­λι­τι­στι­κὴ Πρω­τεύ­ου­σα τῆς Εὐ­ρώ­πης), ἀν­τα­πο­κρι­τὴς καὶ ἀ­κό­λου­θος τύ­που, πρὶν με­τα­κι­νη­θεῖ στὴν Ὀτ­τά­βα ὡς Σύμ­βου­λος Τύ­που τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς Πρε­σβεί­ας. Στὸν Κα­να­δὰ ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε πρῶ­το Ἐ­πί­τι­μο Μέ­λος τοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Δι­ε­θνοῦς Φε­στι­βὰλ Συγ­γρα­φέ­ων στὴν Ὀτ­τά­βα. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 2003, ἐ­ξε­λέ­γη στὸ δι­οι­κη­τι­κὸ συμ­βού­λιο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς Ἀν­τι­πρό­ε­δρος γιὰ δι­ε­θνεῖς σχέ­σεις. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τράμ καὶ Χάρ­της, κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐ­πι­με­λη­τὴς τοῦ Journal of the Hellenic Diaspora καὶ ἄλ­λων λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­ξι βι­βλί­α ποί­η­σης (μεταξὺ αὐτῶν τὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση Δρό­μοι τῆς Με­λά­νης, Νε­φέ­λη, 2005), ἕ­να βι­βλί­ο ποι­η­τι­κῆς πρό­ζας, ἀ­να­μνή­σε­ων καὶ στο­χα­σμῶν (Λε­ξι­κὸ ἀ­να­μνή­σε­ων, Με­λά­νι, 2013) καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­γά­λο ἀ­ριθ­μὸ δο­κι­μί­ων καὶ ἄρ­θρων, στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὰ ἀγ­γλι­κά, γιὰ θέ­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας, ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ δι­ε­θνῶν σχέ­σε­ων. Τὸ 2014 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη της Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.



		

	

Σπῦρος Κιοσσὲς: Συνεύρεση


Σπῦ­ρος Κι­οσ­σές


Συ­νεύ­ρε­ση


ΑΚΤΟΠΟΙΩ λί­γες ἀ­κό­μη ἐκ­κρε­μό­τη­τές μου στὸ χαρ­τί. Ἡ ἴ­δια ἡ γρα­φὴ μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη ἐκ­κρε­μό­τη­τα. Λερ­ναί­α Ὕ­δρα. Γρά­φω, δι­α­γρά­φω, καὶ πά­λι ἀπ’ τὴν ἀρ­χή. Μί­τος ἀρ­χέ­γο­νος, ψά­χνω ἐ­να­γώ­νια τὴν ἄ­κρη του. Ἕ­να τε­τρά­διο πάν­τα κον­τά σου, ἀ­κό­μη καὶ στὸν ὕ­πνο – λέ­νε. Πο­τὲ δὲν ξέ­ρεις πό­τε θὰ σοῦ χτυ­πή­σει ἡ ἔμ­πνευ­ση. Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα, πόρ­τες, πα­ρά­θυ­ρα, οἱ αἰ­σθή­σεις μου, ὅ­λα ἀ­νοιγ­μέ­να δι­ά­πλα­τα. Πό­ροι ποὺ ὣς τώ­ρα λει­τουρ­γοῦ­νε μό­νο ὡς ἔ­ξο­δοι. Ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­χέ­ε­ται ἡ ὕ­παρ­ξή μου. Στὸ ἔ­ξω νὰ σκορ­πί­ζε­ται. Κι ἐ­γώ, ὁ­λο­έ­να μι­κρό­τε­ρος, κρα­τά­ω τὰ δά­χτυ­λα ἀ­νοι­χτά, μή­πως συλ­λά­βουν τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου. Ὅ­λο μου τὸ κορ­μὶ ἀν­τέ­να ὑ­ψω­μέ­νη στὸ χά­ος. Σι­ω­πή. Λή­ψη κα­μί­α. Τὸ ἀ­πό­λυ­το τί­πο­τε. Οὔ­τε κὰν τὸ λευ­κό τῆς σε­λί­δας. Παν­τοῦ γκρί­ζες ἀ­μυ­χὲς ἀ­πὸ μο­λύ­βι, ποὺ ξε­θω­ριά­ζουν μέ­ρα τὴ μέ­ρα. Γρα­φο­μα­νής, γε­μί­ζω ἀ­σφυ­κτι­κὰ τε­τρά­δια, χαρ­τιά, χαρ­το­πε­τσέ­τες, μὰ οὔ­τε μιὰ φρά­ση ἁρ­μο­νι­κὴ δὲν σύν­τα­ξα. Πα­ρα­φω­νί­α λέ­ξε­ων σὲ ἂ ἔ­λασ­σον. Ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος, ἐ­λάσ­σων κι ἐ­γώ, ἁ­πλώ­νω τὸ χέ­ρι νὰ σβή­σω τὴ λάμ­πα στὸ κο­μο­δί­νο.

        Σ’ ἀγ­γί­ζω ἄ­θε­λά μου. Οὔ­τε θυ­μό­μουν πὼς ἤ­σουν ἐ­κεῖ. Σὲ εἶ­χα ξε­χά­σει ἐ­δῶ καὶ μέ­ρες ξα­πλω­μέ­νη μὲς στὰ σκε­πά­σμα­τα. Μὲ πε­ρι­μέ­νεις μὲ τὴν ἡ­δο­νι­κὴ ἠ­ρε­μί­α τῆς αὐ­τε­πί­γνω­σης. Χα­ϊ­δεύ­ω ἁ­πα­λὰ τὴ ρά­χη σου μὲ τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λα. Εἴ­μα­στε δι­α­φο­ρε­τι­κοί, μοῦ λὲς αὐ­τά­ρε­σκα. Ἐ­σὺ ἐ­παρ­χι­ώ­της ποι­η­τής. Ἐ­μέ­να θὰ μὲ βρεῖς σ’ ἀν­θο­λο­γί­ες παγ­κό­σμι­ες. Μὰ μὴ σὲ νοιά­ζει. Τί ὠ­φε­λεῖ ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα; Ἔ­λα νὰ πο­λε­μή­σου­με. Ρό­λους νὰ ἀλ­λά­ζου­με, τὴ μιὰ θύ­της, θύ­μα τὴν ἄλ­λη. Μί­λα μου, μό­νο. Πό­σο μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ γε­λι­έ­μαι μὲ τὰ λό­για. Ὅ­πως ἐ­πι­θυ­μεῖς ἀ­γά­πα με. Τί μὲ κοι­τᾶς; Λύ­πη ἔ­χω στὰ μά­τια, ὄ­χι λύ­πη­ση. Κρυ­ώ­νεις;  Ἔ­χου­με τό­σες λέ­ξεις γιὰ προ­σά­ναμ­μα.

        Κά­να­με ποί­η­ση ὅ­λο το βρά­δυ. Δί­πλα μου, ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε, ἕ­να βι­βλί­ο σὲ γλώσ­σα ξέ­νη. Δι­α­βά­ζω τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο συλ­λα­βι­στά: Ма­рина И­ва­но­вна Цве­та­е­ва. По­э­мы.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπῦ­ρος Κι­οσ­σές. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρι­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Βι­βλί­α του: Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἀ­νά­γνω­ση καὶ γρα­φὴ τοῦ πε­ζοῦ λό­γου: Ἡ συμ­βο­λὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας (Ἀ­θή­να, 2018) καὶ Τὸ κά­τω κά­τω τῆς γρα­φῆς (ποί­η­ση, Με­λά­νι, 2018).