Κά­θυ Φίς (Kathy Fish): Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα



Κά­θυ Φίς (Kathy Fish)


Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα

(Baby Baby: Eight Micros)


ΛΟΙ βι­ά­ζον­ται.

Εἰ­δι­κὰ οἱ ἄν­τρες, ποὺ τρέ­χουν νὰ προ­λά­βουν τρέ­να καὶ θυ­σιά­ζουν τοὺς χαρ­το­φύ­λα­κές τους στὶς αὐ­τό­μα­τες πόρ­τες γιὰ νὰ τὶς ἐμ­πο­δί­σουν νὰ κλεί­σουν. Ἄν­τρες στὰ κα­θί­σμα­τα, δι­α­βά­ζον­τας τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τους ἢ ἕ­να βι­βλί­ο τσέ­πης. Ἡ Λὶνγκ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες. Θέ­λει νὰ κολ­λή­σει τὴν φου­σκω­μέ­νη της κοι­λιὰ στὴ μού­ρη τους. Κοι­τά­ζει τὸ εἴ­δω­λό της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Φο­ρά­ει ἕ­να κου­στού­μι ψα­ρο­κό­κα­λο γιὰ ἐγ­κύ­ους μὲ ἕ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο φι­όγ­κο στὸ λαι­μό. Μοιά­ζει χον­τρὴ καὶ θυ­μω­μέ­νη, ἀλ­λὰ γι­ορ­τι­νή.


* * *


Ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴ γέν­να, ἡ Λὶνγκ ἐ­πι­στρέ­φει στὴ δου­λειά της στὸ κέν­τρο τῆς πό­λης. Βγά­ζει γά­λα μὲ τὸ θή­λα­στρο μέ­σα στὶς γυ­ναι­κεῖ­ες του­α­λέ­τες κα­θι­σμέ­νη πά­νω στὴ λε­κά­νη. Οἱ συ­νά­δελ­φοί της μπαί­νουν μέ­σα γιὰ νὰ κα­του­ρή­σουν ἢ νὰ πλύ­νουν τὰ δόν­τια τους καὶ τὸ θή­λα­στρο σφυ­ρί­ζει καὶ ἡ Λὶνγκ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση της ζη­τά­ει συ­γνώ­μη… λέ­ει λυ­πᾶ­μαι.


* * *


Πρὶν ξη­με­ρώ­σει, βά­ζει τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας στὸ μω­ρὸ μέ­σα στὸ Escort καὶ τοῦ χώ­νει στὸ στό­μα ἕ­να μπιμ­πε­ρό. Ἀ­φή­νει τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα αὐ­το­κι­νή­του στὸ σπί­τι τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ τὸ πά­ρει ὁ ἄν­τρας της ποὺ παίρ­νει τὸ παι­δὶ ὅ­ταν σχο­λά­ει ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ πη­γαί­νει σπί­τι μὲ τὸ Toyota του. Τὸ μω­ρὸ ἀ­κού­ει Bruce Springsteen στὸ Toyota καὶ τὴ Σο­νά­τα τοῦ Σε­λη­νό­φω­τος στὸ Escort.


* * *


Ἡ Λὶνγκ δί­νει στὴν μπείμ­πι σί­τερ μι­σὸ φλι­τζά­νι μη­τρι­κὸ γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τά­ψυ­ξη σὲ μιὰ σα­κού­λα. Ἡ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γνέ­φει ἀ­δι­ά­φο­ρα. «Θὰ τὸ ἀ­να­μεί­ξω μὲ τὸ γά­λα σὲ σκό­νη ποὺ παίρ­νει», λέ­ει. «Σοῦ ἔ­φυ­γε ἕ­νας πόν­τος ἀπ’ τὸ καλ­σόν.»


* * *


Ἡ Λὶνγκ δὲν κοι­μᾶ­ται κα­θό­λου καὶ δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­δο­τι­κὴ στὴ δου­λειά της. Θὰ πα­ραι­τοῦν­ταν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ἄ­φραγ­κοι. Ξαφ­νι­κά, δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά. Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Ρω­τά­ει τοὺς συ­να­δέλ­φους της. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ κώ­δι­κες; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ δι­α­δι­κα­σί­α; Πλη­κτρο­λο­γεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, τρώ­ει λαί­μαρ­γα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τσάν­τα πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο της. Κα­μιὰ φο­ρὰ κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ὅ­τι τὸ μω­ρὸ ἔ­χει μπεῖ πά­λι μέ­σα στὸ στο­μά­χι της. Μό­νο ποὺ τώ­ρα τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι μιὰ μα­ϊ­μοῦ.


* * *


Τὰ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα παίρ­νει τὸ μω­ρὸ καὶ πά­ει μα­κριοὺς πε­ρι­πά­τους. Μιὰ φο­ρὰ εἶ­χαν κά­νει σχε­δὸν πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα καὶ τὸ μω­ρὸ πεί­να­σε καὶ ἡ Λὶνγκ εἶ­χε ξε­χά­σει νὰ πά­ρει μα­ζί της μπιμ­πε­ρό. Γύ­ρι­σε πί­σω τρέ­χον­τας, σκον­τά­φτων­τας στὶς ρωγ­μὲς τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου, ἐ­νῶ τὸ μω­ρὸ οὔρ­λια­ζε.


* * *


Ὁ ἄν­τρας της κα­νο­νί­ζει νὰ βρεῖ μιὰ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πάρ­τυ. Τὸ πάρ­τυ εἶ­ναι μιὰ βρα­διὰ στὸ Λὰς Βέγ­κας καὶ πον­τά­ρουν στὶς ρου­λέ­τες καὶ κου­τσομ­πο­λεύ­ουν μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους τοῦ ἄν­τρα της καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες τους. Στὸ τρα­πέ­ζι τῶν ζα­ρι­ῶν, ἡ Λὶνγκ λέ­ει στὴν με­γα­λύ­τε­ρη γυ­ναί­κα δί­πλα της, ἔ­χω ἕ­να βρέ­φος τρι­ῶν μη­νῶν. Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι εἶ­μαι ἐ­δῶ καὶ ἡ γυ­ναί­κα τῆς δί­νει μιὰ γου­λιὰ ἀ­π’ τὸ κο­κτέ­ιλ της.


* * *


Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη μέ­ρα κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, ἡ Λὶνγκ μπαί­νει στὸ σπί­τι τρέ­χον­τας καὶ πε­τά­ει τ’ ἀ­θλη­τι­κά της πα­πού­τσια. Ξε­κουμ­πώ­νει τὴν φού­στα της καὶ κα­τε­βά­ζει τὸ καλ­σόν της καὶ παίρ­νει τὸ μω­ρὸ ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄν­τρα της. Ξα­πλώ­νει πί­σω, ση­κώ­νει τὸ μω­ρὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι της καὶ τὸ κου­νά­ει στὸν ἀ­έ­ρα μπρὸς καὶ πί­σω μέ­σα στὰ τεν­τω­μέ­να της χέ­ρια. Τρα­γου­δᾶ:

ἂχ μω­ρά­κι μω­ρά­κι

πά­νω ἀ­π’ τὸν κό­σμο πε­τᾶς

ψά­χνον­τας παι­χνί­δια καὶ κα­ρα­μέ­λες.



Πη­γή: http://www.friggmagazine.com/issuetwentyfour/poemsstories/fiction/fish/babybaby.htm

Κά­θυ Φὶς (Kathy Fish). Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ σύμ­βου­λος στὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ πρό­γραμ­μα Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ντέν­βερ, Regis University. Ἡ τέ­ταρ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Rift (Ρωγ­μή), γραμ­μέ­νη σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Robert Vaughan, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2015 ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Unknown Press. Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα: https://www.kathy-fish.com/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/


		
Advertisements

Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver): Μικροπράγματα



Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver)


Μικροπράγματα

(Little Things)


Ο ΠΡΩΪ ὁ και­ρὸς ἄλ­λα­ξε καὶ τὸ χι­ό­νι ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται λα­σπό­νε­ρο. Μι­κρὰ ρυά­κια ἔ­στα­ζαν ἀ­π’ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι ποὺ ἔ­βλε­πε στὴν πί­σω αὐ­λή. Στὸν δρό­μο, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα σκορ­ποῦ­σαν τὸ λα­σπω­μέ­νο χι­ό­νι. Ἔ­ξω σκο­τεί­νια­ζε. Ἀλ­λὰ σκο­τεί­νια­ζε καὶ μέ­σα. Ὁ ἄν­τρας ἦ­ταν στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­χω­νε ροῦ­χα σὲ μιὰ βα­λί­τσα. Τό­τε φά­νη­κε στὴν πόρ­τα ἡ γυ­ναί­κα.

            «Πό­σο χαί­ρο­μαι, πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» τοῦ εἶ­πε. «Τ’ ἀ­κοῦς;»

            Ὁ ἄν­τρας συ­νέ­χι­σε νὰ φτιά­χνει τὴ βα­λί­τσα.

            «Πα­λι­ο­μα­λά­κα! Πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» Ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. «Οὔ­τε νὰ μὲ κοι­τά­ξεις δὲν μπο­ρεῖς, ἔ;» Τό­τε πρό­σε­ξε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ μω­ροῦ στὸ κρε­βά­τι. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὴν ἔ­πι­α­σε. Ὁ ἄν­τρας τὴν κοί­τα­ξε κι αὐ­τὴ σκού­πι­σε τὰ δά­κρυ­ά της καὶ τὸν κάρ­φω­σε μὲ τὸ βλέμ­μα. Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε καὶ γύ­ρι­σε στὸ σα­λό­νι. «Φέ­ρ’ τη πί­σω», τῆς εἶ­πε.

            «Μά­ζε­ψ’ τα καὶ δρό­μο», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Αὐ­τὸς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἔ­κλει­σε τὴ βα­λί­τσα, φό­ρε­σε τὸ παλ­τό του, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ γύ­ρω του στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὸ σα­λό­νι. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­στε­κε στὴν πόρ­τα τῆς στε­νῆς κου­ζί­νας μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό», τῆς εἶ­πε.

            «Τρε­λά­θη­κες;»

            «Ὄ­χι. Θέ­λω τὸ μω­ρό. Θὰ στεί­λω κά­ποι­ον νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του».

            «Μὴν τολ­μή­σεις νὰ τ’ ἀ­κουμ­πή­σεις.»

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ κλαί­ει καὶ ἡ γυ­ναί­κα ξε­τύ­λι­ξε τὴν κου­βέρ­τα ποὺ σκέ­πα­ζε τὸ κε­φά­λι του.

            «Σώ­πα, κα­λό μου, σώ­πα», εἶ­πε.

            Ὁ ἄν­τρας πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος της.

            «Χρι­στὲ καὶ Κύ­ρι­ε!» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πί­σω καὶ μπῆ­κε στὴν κου­ζί­να.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό.»

            «Σή­κω φύ­γε!»

            Τοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ κρα­τή­σει τὸ μω­ρὸ μα­κριά του, σὲ μιὰ γω­νιὰ πί­σω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Ἀλ­λὰ αὐ­τὸς πλη­σί­α­σε. Τεν­τώ­θη­κε πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο κι ἔ­πι­α­σε σφι­χτὰ τὸ μω­ρό.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Φύ­γε, φύ­γε ἀ­πὸ δῶ!» φώ­να­ξε ἡ γυ­ναί­κα.

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νί­σει καὶ οὔρ­λια­ζε. Κα­θὼς πά­λευ­αν, ἔ­ρι­ξαν μιὰ γλά­στρα ποὺ κρε­μό­ταν πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Σὲ λί­γο ὁ ἄν­τρας τὴ στρί­μω­ξε στὸν τοῖ­χο. Πά­σχι­ζε νὰ τῆς ἀ­νοί­ξει τὴ λα­βή. Ἕ­σφιγ­γε τὸ μω­ρὸ καὶ τὴν ἔ­σπρω­χνε μ’ ὅ­λο του τὸ βά­ρος.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Στα­μά­τα, τὸ πο­νᾶς.»

            «Δὲν τὸ πο­νά­ω.»

            Ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας δὲν ἔμ­παι­νε φῶς. Μὲς στὸ μι­σο­σκό­τα­δο, ὁ ἄν­τρας πά­λευ­ε νὰ ἀ­νοί­ξει τὰ σφι­χτά της δά­χτυ­λα μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο ἅρ­πα­ξε τὸ μω­ρό, ποὺ τσί­ρι­ζε, ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μπρά­τσο του λί­γο κά­τω ἀ­π’ τὸν ὦ­μο. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­νι­ω­σε τὰ δά­χτυ­λά της νὰ ὑ­πο­χω­ροῦν καὶ νὰ ἀ­νοί­γουν. Ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι τὸ μω­ρό της ἔ­φευ­γε ἀ­π’ τὰ χέ­ρια.

            «Μή!» οὔρ­λια­ξε τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὰ δά­χτυ­λά της ἄ­νοι­ξαν. Ὅ­μως τὸ μω­ρὸ σκό­πευ­ε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γρά­πω­σε τὸ ἄλ­λο χέ­ρι του. Τὸ ἔ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ κι ἔ­ρι­ξε ὅ­λο της τὸ βά­ρος πί­σω. Ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν ἄ­φη­νε τὸ μω­ρό. Τὸ ἔ­νι­ω­σε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­π’ τὰ χέ­ρια του καὶ τὸ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ μέ­ρος του πο­λὺ δυ­να­τά. Καὶ μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, τὸ θέ­μα τα­κτο­ποι­ή­θη­κε.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Where I’m Calling From: The Selected Stories, Atlantic Monthly Press, 1988. Copyright © 1988 by Tess Gallagher.

https://www.wsfcs.k12.nc.us/cms/lib/nc01001395/centricity/domain/796/little_things.pdf

Ρέ­ϊ­μοντ Κάρ­βερ (Raymond Carver) (Ὄ­ρεγ­κον, ΗΠΑ 1938 – Πὸρτ Ἄν­τζε­λες, Οὐ­ά­σιν­γκτον, ΗΠΑ, 1938). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­η­τής, δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το του δι­ή­γη­μα τὸ 1961. Ἐ­πὶ χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια. Τὸ 1983 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Μίλ­ντρεντ καὶ Χά­ρολντ Στρά­ους ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α Τε­χνῶν καὶ Γραμ­μά­των, ποὺ ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ἀ­πε­ρί­σπα­στος στὸ γρά­ψι­μο. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ κυ­κλο­φό­ρησε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Ὁ κα­θε­δρι­κὸς να­ός, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (­λη­θι­νὴ ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες [2007] καὶ ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).

***

Δραματοποίηση:

Σκηνοθεσία: Luke Malone

Παίζουν: Sarah Hunt καὶ Robert Rios


Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley): Δι­και­ο­σύ­νη – μιὰ ἀρ­χή



Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley)


Δι­και­ο­σύ­νη μιὰ ἀρ­χή

(Justice – a beginning)


ΙΑ ΜΕΡΑ, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, σὲ μιὰ γω­νί­α στὸ Κά­τω Μαν­χάτ­ταν, κά­που κον­τὰ στὸ Κα­νά­λι· ἔ­χον­τας ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ κα­θῆ­κον τῆς ἐ­νόρ­κου στὸ ὁρ­κω­τὸ δι­κα­στή­ριο, ἔ­χον­τας γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια κρί­νει ἕ­να ἄλ­λο ἀν­θρώ­πι­νο ὂν καὶ ἔ­χον­τας κα­τα­δι­κά­σει τὸ ὂν αὐ­τό, σκε­φτό­ταν γιὰ τὴ δι­και­ο­σύ­νη, αὐ­τὴ τὴ βα­ριὰ λέ­ξη. Ὡς μέ­λος τῆς Παγ­κό­σμιας Ἕ­νω­σης Μη­τέ­ρων, εἶ­χε δεῖ καὶ τὴ μη­τέ­ρα τοῦ ἄν­τρα. Εἶ­χε γεί­ρει στὸ στα­σί­δι τοῦ μάρ­τυ­ρα, τὸ πρό­σω­πό της ἦ­ταν σὰν ἕ­να λου­λού­δι ποὺ πέ­θαι­νε στὸ τέ­λος τῆς ἐ­πο­χῆς του, ψι­λό­λι­γνο φύλ­λω­μα ἀ­πὸ κί­τρι­νες ἴ­νες ποὺ τὶς πή­γαι­ναν πέ­ρα-δῶ­θε τὰ ἀ­ε­ρά­κια καὶ τὰ μπου­ρί­νια τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Σὰν ἕ­νας ἡ­λί­αν­θος στὰ μι­σὰ τοῦ φθι­νο­πώ­ρου πού ‘χει χά­σει τὸν ἥ­λιο, σκέ­φτη­κε ἡ Φέ­ιθ, ἀ­φή­νον­τας τὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὸν και­ρὸ νὰ κου­νοῦν τὸ βα­ρύ του κε­φά­λι.

       Πα­ρό­λ’ αὐ­τὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­τρας εἶ­χε στρέ­ψει ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ ὅ­πλο στὸ κε­φά­λι τοῦ γέ­ρου μπα­κά­λη καὶ τοῦ εἶ­χε πά­ρει τὸ μι­σό του με­ρο­κά­μα­το, πε­ρί­που εἴ­κο­σι ἑ­φτὰ δολ­λά­ρια. Ἀ­μέ­σως, ἡ Φέ­ιθ σκέ­φτη­κε —ὅ­πως συ­χνὰ ἔ­κα­νε— τὸ πε­λώ­ριο ὅ­πλο ποὺ στρε­φό­ταν στὸ κε­φά­λι τοῦ πλα­νή­τη μας καὶ τὰ μι­κρό­τε­ρα φτη­νὰ ὅ­πλα ποὺ στό­χευ­αν ὅ­λα τὰ μι­κρὰ ἔ­θνη ποὺ μό­λις σή­κω­ναν τὸ κε­φά­λι τους. Πι­θα­νό­τα­τα εἶ­πε Σκα­τὰ ἢ ἀ­κό­μα Γα­μῶ­το. Πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι, με­ρι­κοὶ φί­λοι της, πραγ­μα­τι­κὰ μι­σοῦ­σαν τὸ πῶς πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ ἕ­να κα­θη­με­ρι­νὸ γε­γο­νὸς σὲ μιὰ πλα­νη­τι­κὴ με­τα­φο­ρά. Ἄλ­λοι σκέ­φτον­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἀ­πό­λυ­το δί­κιο.

       Ἔ­γει­ρε πά­νω σ’ ἕ­να ἀ­μά­ξι, κοί­τα­ξε τρι­γύ­ρω καὶ εἶ­δε τὸν ψη­λὸ τοῖ­χο ἑ­νὸς ἑ­ξα­ώ­ρο­φου κτι­ρί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ πα­λιὰ ὄ­ψη εἶ­χε κα­τε­δα­φι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὸ δι­πλα­νό του κτί­σμα, ἀ­φή­νον­τας ἕ­να ὠ­χρὸ πρά­σι­νο νε­ο­ϋρ­κέ­ζι­κο ἀ­πο­τύ­πω­μα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς σκά­λες, πλα­τύ­σκα­λα, μυ­στη­ρι­ώ­δη κά­θε­τα κι ὁ­ρι­ζόν­τια δο­κά­ρια. Δὲν τὸ ἀν­τι­με­τώ­πι­σε κο­σμι­κὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ἀλ­λὰ μὲ θαυ­μα­σμὸ γιὰ τὶς κα­λο­φτι­αγ­μέ­νες καὶ πε­ρί­ερ­γες δι­α­κο­σμή­σεις ποὺ ἔ­φε­ρε ὁ και­ρὸς καὶ ἡ πα­ρακ­μή. Ἕ­νας πε­ρα­στι­κός στα­μά­τη­σε, τὴν εἶ­δε ποὺ κοί­τα­ζε καὶ ξε­φυ­σοῦ­σε. Λοι­πόν, εἶ­πε, τί σκέ­φτε­στε κυ­ρί­α μου; Εἶ­ναι σὰν ὅ­λους ἐ­μᾶς. Θὰ κα­ταρ­ρεύ­σει ἐν­τε­λῶς ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

       Στὸ σπί­τι ἐ­ξε­πλά­γη ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ Ἄν­το­νι. Ἦ­ταν ἡ μέ­ση τῆς βδο­μά­δας. Ἀ­πὸ δῶ ἡ Τζούν­τι, εἶ­πε. Τὴ θυ­μᾶ­σαι; Βε­βαί­ως, εἶ­πε ἐ­κεί­νη. Τό­τε τοῦ ‘πε ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι κι ἐ­κεί­νη θὰ κα­ταρ­ρεύ­σει ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, πι­θα­νό­τα­τα ἕ­νε­κα τῆς δι­και­ο­σύ­νης καὶ τοῦ ψυ­χροῦ της προ­σώ­που.

       Ἀλ­λὰ, Μα­μά, τῆς εἶ­πε, τὸ πρό­σω­πό σου δὲν εἶ­ναι ψυ­χρό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ,τι ἦ­ταν τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα. Σω­στά, εἶ­πε ἡ Τζούν­τι, Τί τέ­λη Ὀ­κτώ­βρη τί ἀρ­χὲς Νο­έμ­βρη, τί λές, Ἄν­το­νι; Ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γέ­λα­σε γιὰ νὰ τῆς δώ­σει θάρ­ρος. Ἦ­ταν ντρο­πα­λή, ἀλ­λὰ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔ­κα­νε ὡ­ραῖ­ες προ­τά­σεις. Ὁ Ἄν­το­νι στρι­φο­γυρ­νοῦ­σε τὰ μά­τια του γύ­ρω-γύ­ρω. Ὅ­ταν στα­μά­τη­σαν, εἶ­πε, Εἰ­λι­κρι­νά, παι­διά, αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κά­ποι­ο σχό­λιο, ἦ­ταν ἁ­πλὰ γιόγ­κα.

       Κα­λά, κα­λά, εἶ­πε ἡ Φέ­ιθ, ἔ­χει κά­τι νό­στι­μα πράγ­μα­τα στὸ ψυ­γεῖ­ο. Θέ­λη­σε νὰ πά­ει στὸ δω­μά­τιό της καὶ νὰ κα­θί­σει στὴν ὡ­ραί­α κα­ρέ­κλα ποὺ εἶ­χε πρό­σφα­τα ἀ­γο­ρά­σει γιὰ νὰ νι­ώ­θει ἄ­νε­τα ὅ­ταν κά­θε­ται νὰ ση­μει­ώ­σει ἢ νὰ γρά­ψει τί­πο­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ σκε­φτεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο σχε­τι­κὰ μὲ τὸ σύ­στη­μα τῶν ἐ­νόρ­κων, ἰ­δι­αί­τα­τα γιὰ τοὺς συ­νερ­γά­τες της στὴν ἔ­νορ­κη δι­α­δι­κα­σί­α. Ἐ­πί­σης ὁ κα­πι­τα­λι­σμὸς ἐ­πρό­κει­το νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ σο­βα­ρὸ πο­νο­κέ­φα­λο γιὰ τὸν πλα­νή­τη. Σκε­φτό­ταν νὰ δο­κι­μά­σει νὰ συν­θέ­σει ἕ­να ποί­η­μα ἐ­νάν­τια στὸν κα­πι­τα­λι­σμὸ ξε­κι­νών­τας ἀ­π’ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν ἀ­φε­τη­ρί­α.

       Με­τὰ ἀ­πὸ κα­μιὰ ὥ­ρα ὁ Ἄν­το­νι χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Μα­μά, ὅ­ταν στα­μα­τή­σεις νὰ θὲς νὰ εἶ­σαι μό­νη, ἔ­λα νὰ πι­εῖς λί­γο τσά­ι μα­ζί μας. Ἔ­χου­με πο­λὺ κα­κὰ νέ­α γιὰ σέ­να. Αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ ἂν ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε πεῖ, Ἔ­λα νὰ φᾶ­με λί­γο γλυ­κό, κι ἔ­χου­με με­ρι­κά ὑ­πέ­ρο­χα νέ­α γιὰ σέ­να, δὲ θά ‘βγαι­νε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιό της.

       Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, ἐ­νῶ ἐρ­χό­ταν στὴν πόρ­τα. Εἶ­μαι ἕ­τοι­μη, νο­μί­ζω. Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, πές μου.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Δι­και­ο­σύ­νη – μιὰ ἀρ­χὴ» («Justice – a beginning») προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ The Massachusetts Review 49, 4 (Χει­μώ­νας 2008) 423-424.

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley) (1922-2007). Συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

 

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Εἰ­κό­να: Ἡ Γκρέ­ις Πέ­ι­λι σὲ δι­α­δή­λω­ση ἐ­ναν­τί­ον τῶν βια­σμῶν γυ­ναι­κῶν καὶ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­πέμ­βα­σης στὸ Ἒλ Σαλ­βα­δόρ.



		

	

Ζω­ὴ Κα­τσι­αμ­πού­ρα: Ὁ Νίκας



Ζω­ὴ Κα­τσι­αμ­πού­ρα


Ὁ Νί­κας


Α ΔΥΟ ΤΟΥ παι­διὰ ἀν­τάρ­τες. Ἦρ­θε ἡ Ὀ­ρει­νὴ Τα­ξι­αρ­χία, τοὺς ἔ­μα­σε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ βου­νὰ τῆς Λα­μί­ας, κί­νη­σαν νὰ πᾶ­νε στὸν Κίσ­σα­βο, ἔ­γι­νε μά­χη στὸν Μαυ­ρό­καμ­πο τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ, σκο­τώ­θη­καν καὶ τὰ δυ­ό.

       Πῆ­γε καὶ βρῆ­κε στὴν ἀ­στυ­νο­μί­α τοῦ Ἁλ­μυ­ροῦ ἕ­ναν συγ­χω­ρια­νό του χω­ρο­φύ­λα­κα καὶ τὸν πα­ρα­κά­λε­σε. Ζή­τη­σε νὰ πά­ρει βε­βαί­ω­ση ὅ­τι τὰ παι­διὰ σκο­τώ­θη­καν. Ὁ ἀ­στυ­νό­μος στὸ χω­ριὸ τὸν ἀ­πει­λοῦ­σε μὲ ἐ­ξο­ρί­α, ποὺ εἶ­χε γιοὺς ἀν­τάρ­τες. Πε­θα­μέ­νοι δὲν με­τροῦ­σαν πιὰ καὶ θὰ ἡ­σύ­χα­ζε ἀ­πὸ τὴ φο­βέ­ρα …



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ζω­ή Κα­τσι­αμ­πού­ρα (Πα­λα­μᾶς Καρ­δί­τσας). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση, σὲ δι­ά­φο­ρες θέ­σεις. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ, ἀ­πό τίς Ἐκ­δό­σεις Γα­βρι­η­λί­δης, τά μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της Ἱ­στο­ρί­ες τῆς Μα­νιᾶς (2013) καὶ Μα­θαί­νε­ται η ζω­ή; (2015). Δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­νά της σέ ἱ­στό­το­πους καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid): Κορίτσι



Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid)


Κο­ρί­τσι

(Girl)


Α ΠΛΕΝΕΙΣ τὰ ἀ­σπρό­ρου­χα τὶς Δευ­τέ­ρες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις πά­νω στὶς πέ­τρες. Νὰ πλέ­νεις τὰ χρω­μα­τι­στὰ τὶς Τρί­τες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις στὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Μὴν βγαί­νεις στὸν καυ­τὸ ἥ­λιο μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κά­λυ­πτο. Νὰ μα­γει­ρεύ­εις τὴν τη­γα­νη­τὴ κο­λο­κύ­θα σὲ πο­λὺ καυ­τὸ γλυ­κὸ λά­δι. Μού­λια­ζε στὸ νε­ρὸ τὰ ἐ­σώ­ρου­χά σου ἀ­μέ­σως μό­λις τὰ βγά­ζεις. Ὅ­ταν ἀ­γο­ρά­ζεις βαμ­βά­κι γιὰ νὰ φτιά­ξεις γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μιὰ ὡ­ραί­α μπλού­ζα, πρό­σε­χε νὰ μὴν ἔ­χει κόλ­λα, για­τὶ ἀλ­λι­ῶς θὰ χα­λά­σει στὸ πλύ­σι­μο. Ξαλ­μύ­ρι­ζε ἀ­πο­βρα­δὶς τὸ πα­στὸ ψά­ρι πρὶν τὸ μα­γει­ρέ­ψεις. Ἀ­λη­θεύ­ει ὅ­τι τρα­γου­δᾶς benna(1) στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο τὶς Κυ­ρια­κές; Νὰ τρῶς πάν­τα μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ στο­μά­χι τοῦ ἄλ­λου, ὅ­ταν σὲ βλέ­πει. Τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ περ­πα­τᾶς σὰν κυ­ρί­α, ὄ­χι σὰν τὴν τσού­λα ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ μὴν τρα­γου­δᾶς benna στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ τὶς Κυ­ρια­κές. Νὰ μὴν μι­λᾶς σὲ ἀ­λῆ­τες, οὔ­τε κὰν ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε ὁ­δη­γί­ες. Μὴν τρῶς φροῦ­τα στὸ δρό­μο, θὰ σὲ πά­ρουν στὸ κυ­νή­γι οἱ μύ­γες. Μὰ δὲν τρα­γου­δά­ω πο­τὲ benna τὶς Κυ­ρια­κὲς καὶ εἰ­δι­κὰ στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἕ­να κουμ­πί. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἡ κουμ­πό­τρυ­πα γιὰ τὸ κουμ­πὶ ποὺ μό­λις ἕ­ρα­ψες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται τὸ στρί­φω­μα τοῦ πο­δό­γυ­ρου ὅ­ταν βλέ­πεις ὅ­τι ἔ­χει ξη­λω­θεῖ, γιὰ νὰ μὴν κυ­κλο­φο­ρεῖς σὰν τὴν πόρ­νη ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Ἔ­τσι σι­δε­ρώ­νε­ται τὸ χα­κὶ παν­τε­λό­νι τοῦ πα­τέ­ρα σου γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει τσα­κί­σεις. Ἔ­τσι φυ­τεύ­ε­ται ἡ μπά­μια – μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι για­τὶ στὸ φυ­τὸ τῆς μπά­μιας φω­λιά­ζουν τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια. Ὅ­ταν φυ­τεύ­εις κο­λο­κά­σι(2), βε­βαι­ώ­σου ὅ­τι ἔ­χει πάν­τα ἀρ­κε­τὸ νε­ρό, ἀλ­λι­ῶς σοῦ καί­ει τὸν λαι­μὸ ὅ­ταν τὸ τρῶς. Ἔ­τσι σκου­πί­ζεις μιὰ γω­νί­α, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις τὸν αὐ­λό­γυ­ρο. Ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς πο­λύ, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς κα­θό­λου, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ συμ­πα­θεῖς πο­λύ. Ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ τσά­ι, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο μὲ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ προ­σκε­κλη­μέ­νο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ με­ση­με­ρια­νό, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ πρω­ι­νό. Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι πα­ρου­σί­ᾳ ἀν­δρῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν σὲ γνω­ρί­ζουν κα­λά, κι ἔ­τσι δὲν θὰ κα­τα­λά­βουν ἀ­μέ­σως τὴν πόρ­νη ποὺ σὲ προ­ει­δο­ποί­η­σα νὰ μὴν γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ πλέ­νε­σαι κά­θε μέ­ρα, ἐν ἀ­νάγ­κῃ μὲ τὸ ἴ­διο σου τὸ σά­λιο. Μὴν γο­να­τί­ζεις στὸ χῶ­μα γιὰ νὰ παί­ξεις μὲ τοὺς βό­λους, δὲν εἶ­σαι ἀ­γό­ρι, ξέ­ρεις. Μὴν ἀγ­γί­ζεις τὰ φυ­τὰ τῶν ἄλ­λων, μπο­ρεῖ νὰ κολ­λή­σεις τί­πο­τα. Μὴν πε­τᾶς πέ­τρες στοὺς κό­τσυ­φες, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι κό­τσυ­φες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἡ ζύ­μη γιὰ τὸ ψω­μί, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πί­τες ἀ­πὸ πλα­τα­νό­φυλ­λα, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πι­πε­ρι­ὲς στὴν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ κα­τὰ τοῦ κρυ­ώ­μα­τος. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ γιὰ νὰ ρί­ξεις τὸ παι­δί, πρὶν ἀ­κό­μα γί­νει κα­λὰ-κα­λὰ παι­δί. Ἔ­τσι πι­ά­νε­ται ἕ­να ψά­ρι. Ἔ­τσι πε­τᾶς πί­σω στὴ θά­λασ­σα ἕ­να ψά­ρι ποὺ δὲν σοῦ ἀ­ρέ­σει, κι ἔ­τσι κα­νέ­να κα­κὸ δὲν θὰ σὲ βρεῖ ποὺ τὸ πέ­τα­ξες. Ἔ­τσι ἐκ­φο­βί­ζεις ἕ­ναν ἄν­δρα, ἔ­τσι σὲ ἐκ­φο­βί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας. Ἔ­τσι ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­δρα. Ἂν αὐ­τὸ δὲν λει­τουρ­γή­σει, ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι τρό­ποι, κι ἂν κι αὐ­τοὶ δὲν λει­τουρ­γή­σουν, μὴν νι­ώ­θεις καὶ τό­σο ἄ­σχη­μα ἂν πα­ραι­τη­θεῖς ἀ­π’ τὴν προ­σπά­θεια. Ἔ­τσι φτύ­νεις στὸν ἀ­έ­ρα, ἂν νι­ώ­σεις τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νεις, κι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ κου­νη­θεῖς γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μὴν πέ­σει πά­νω σου. Ἔ­τσι τὰ βγά­ζεις πέ­ρα οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ μή­να. Νὰ ζου­λᾶς πάν­τα το ψω­μὶ γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖς ὅ­τι εἶ­ναι φρέ­σκο. Κι ἂν ὁ φούρ­να­ρης δὲν μ’ ἀ­φή­σει νὰ πιά­σω τὸ ψω­μί; Θὲς νὰ πεῖς ὅ­τι με­τὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, θὰ γί­νεις πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ὁ φούρ­να­ρης δὲν ἀ­φή­νει νὰ πλη­σιά­σει τὸ ψω­μί;


       (1) Εἶ­δος ὁ­μα­δι­κοῦ τρα­γου­διοῦ (calypso music) τῶν κα­τοί­κων τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς σὲ μορ­φὴ ἐ­ρω­τα­παν­τή­σε­ων, μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου ἀν­τάλ­λα­σαν σκαν­δα­λώ­δη νέ­α ἢ κου­τσομ­πο­λιά.
       (2) Κο­λο­κα­σί­α ἡ ἐ­δώ­δι­μος ἢ ἁ­πλά, κο­λο­κά­σι, εἶ­ναι ἕ­να φυ­τὸ ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται γιὰ τοὺς βρώ­σι­μους κον­δύ­λους του ποὺ μοιά­ζουν μὲ γλυ­κο­πα­τά­τα. Ἂν καὶ εὐ­δο­κι­μεῖ κυ­ρί­ως σὲ τρο­πι­κὲς πε­ρι­ο­χές, ὅ­πως στὰ νη­σιὰ τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ, τὴν Ἀ­σί­α ἢ τὴν Δυ­τι­κὴ Ἀ­φρι­κή, ἀ­παν­τᾶ­ται σὲ πολ­λὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς Κύ­πρου.


Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Κο­ρί­τσι», ἢ «Girl» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker στὸ τεῦ­χος Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 1978 καὶ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των At the Bottom of the River ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1983.

Ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ διαβάζει τὸ πεζό της «Κορίτσι» («Girl»):

Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid), ἢ ἀλ­λι­ῶς Maria Elaine Cynthia Potter Richardson, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ ἀ­λη­θι­νό της ὄ­νο­μα, γεν­νή­θη­κε στὶς Ἀν­τίλ­λες τὸ 1949 καὶ εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Β. Ἀ­με­ρι­κή, ὅ­που σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker κα­θὼς καὶ σὲ ἄλ­λα ἔν­τυ­πα. Δί­δα­ξε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ θή­τευ­σε ὡς κα­θη­γή­τρια Ἀ­φρι­κα­νι­κῶν καὶ Ἀ­φρο­α­με­ρι­κά­νι­κων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Χάρ­βαρντ. Στὰ βι­βλί­α της θί­γον­ται θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­α καὶ ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά, ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς τῶν φύ­λων καὶ ἡ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα, οἱ σχέ­σεις μη­τέ­ρας-κό­ρης, κα­θὼς καὶ οἱ τα­ξι­κὲς καὶ φυ­λε­τι­κὲς δι­α­φο­ρές.

       Ὁ τρό­πος γρα­φῆς τῆς Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ δι­χά­ζει τοὺς με­λε­τη­τές της, κα­θὼς κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τοὺς θε­ω­ροῦν πὼς τὸ ἔρ­γο της ἑ­στι­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ κρι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς At the Bottom of the River, κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Autobiography of My Mother, ἀν­τα­να­κλοῦν τὰ πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα τῆς χώ­ρας της καὶ τοὺς ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ ὁ ὅ­ρος «μα­γι­κὸς ρε­α­λι­σμός». Ἡ ἴ­δια ἡ Κίνκεϊντ μι­λών­τας σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο γρα­φῆς της, πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς στὰ βι­βλί­α της συ­ναν­τῶν­ται τὸ «μα­γι­κὸ» καὶ τὸ «ρε­α­λι­στι­κὸ» στοι­χεῖ­ο, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ἀ­πα­ραί­τη­τα πὼς τὰ ἔρ­γα ἀ­παν­τοῦν στὰ κρι­τή­ρια τοῦ «μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ». Ἄλ­λοι, ὡ­στό­σο, κα­τα­τάσ­σουν πρω­τί­στως τὸ ἔρ­γο της στὰ πλαί­σια τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, χά­ρη στὸν πο­λι­τι­στι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο καὶ πει­ρα­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς γρα­φῆς της. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ δεῖγ­μα αὐ­τοῦ εἶ­ναι τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «Κορίτσι» («Girl»). Σ’ αὐ­τὴν τὴν σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ με­τα­τρέ­πει σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἀ­φή­γη­μα τὶς ὁ­δη­γί­ες συμ­μόρ­φω­σης μιᾶς μη­τέ­ρας ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς πρὸς τὴν κό­ρη της καὶ μᾶς με­τα­φέ­ρει μέ­σῳ τῶν εἰ­κό­νων, τῶν γεύ­σε­ων καὶ τῶν ἀ­ρω­μά­των στὸν δι­κό της τό­πο κα­τα­γω­γῆς, ἐμ­πνευ­σμέ­νη κα­τὰ πά­σα πι­θα­νό­τη­τα ἀ­π’ τὴν δι­κή της παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α. Πρό­κει­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γιὰ μιὰ λί­στα προ­τρο­πῶν καί, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς σὲ μιὰ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν ἠ­θῶν τῆς ἀν­τιλ­λι­ά­νι­κης κοι­νω­νί­ας μοιά­ζει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ κεί­με­νο γε­ω­γρα­φι­κὰ ἢ νὰ τοῦ ἀ­πο­δί­δει ἕ­ναν κα­θα­ρὰ το­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, τὸ ἔρ­γο κα­τα­φέρ­νει τε­λι­κὰ νὰ με­τα­δώ­σει ἕ­να πο­λὺ εὐ­ρύ­τε­ρο μή­νυ­μα ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ οἰ­κου­με­νι­κὰ σχε­δὸν τὶς ἀν­τι­λή­ψεις ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ νε­α­ρὸ κο­ρί­τσι σὲ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, στὸ δι­ή­γη­μα ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται οἱ ὁ­μοι­ό­τη­τες στὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φύ­λο ἀ­νά­με­σα στὶς «πρω­τό­γο­νες» καὶ τὶς «πο­λι­τι­σμέ­νες» κοι­νω­νί­ες. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς φαι­νο­με­νι­κὰ πρό­κει­ται γιὰ δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους ποὺ λει­τουρ­γοῦν ἀρ­χι­κὰ σὰν ἀν­τι­θε­τι­κοὶ πό­λοι, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τό­σο ὁ ἐ­ξω­τι­κὸς κό­σμος τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς, ὅ­σο καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­πτυγ­μέ­νος οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ τε­χνο­λο­γι­κὰ δυ­τι­κὸς κό­σμος, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο βα­θιὰ ἀν­δρο­κρα­τού­με­νοι.

       Τέ­λος, πολ­λοὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης αὐ­τοὶ ποὺ ξε­χω­ρί­ζουν τὸ ἔρ­γο τῆς Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­ως, ἀ­νά­με­σά τους ἡ λο­γο­τέ­χνις καὶ φι­λό­σο­φος Susan Sontag (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1933-2004), γιὰ τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα ποὺ τὸ δι­α­κρί­νει, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἀ­τρό­μη­τη καὶ μὲ ἀ­κρί­βεια ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ μι­λᾶ γι’ αὐ­τὰ ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ, ἀν­τι­βαί­νον­τας τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ πρό­τυ­πα γρα­φῆς. Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρά­φει ἡ Giovanna Covi, κα­θη­γή­τρια Ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Σπου­δῶν Φύ­λου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τρέν­το καὶ με­λε­τή­τρια τῆς Κίνκεϊντ, «οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς χο­ρεύ­ουν στὸν χτύ­πο τῶν ταμ­πούρ­λων καὶ τὸν ρυθ­μὸ τῆς τζάζ (…)».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φία καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ καὶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­τή­σια ἀν­θο­λο­γί­α «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (τό­μοι 2014-2017), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/.



		

	

Γιάννης Πατσὼνης: Τὸ δέντρο


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης


Τὸ δέν­τρο


ΥΧΝΑ ΠΕΡΝΟΥΣΑ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὶς φω­τι­σμέ­νες πόρ­τες μὰ δὲν ἔμ­παι­να μέ­σα. Ἕ­να βρά­δυ, ἀ­φοῦ πε­ρι­πλα­νή­θη­κα ὥ­ρα πολ­λὴ στὸ λι­μά­νι καὶ τὶς σκο­τει­νὲς στο­ές, στὰ λα­δά­δι­κα, ἀ­νέ­βη­κα τὶς σκά­λες ἑ­νὸς δι­ώ­ρο­φου.

Στὸ σα­λο­νά­κι πε­ρί­με­νε ἕ­νας μό­νο. Ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­τα­νε τρα­γού­δια. Πά­νω στὴ σόμ­πα, σὲ μιὰ τσα­γι­έ­ρα, ἔ­βρα­ζε νε­ρό. Θά ’χα­νε ρί­ξει καὶ μέν­τα, μύ­ρι­ζε ὄ­μορ­φα. Ἠ­ρέ­μη­σα.

        «Ἀ­γα­μί­ες φι­λά­ρα;» ρώ­τη­σε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­βγα­λε κά­τι φω­το­γρα­φί­ες ἀ­π’ τὸ σα­κά­κι του «Δα­νέ­ζι­κες» εἶ­πε «… νὰ τὶς βλέ­πεις καὶ νὰ σοῦ γί­νε­ται ἀν­τί­σκη­νο». Κά­θη­σε δί­πλα καὶ μοῦ ἐ­ξη­γοῦ­σε τὶς φά­σεις. Ἐ­πέ­με­νε σὲ μιὰ πα­ραλ­λα­γὴ ποὺ τοῦ εἶ­χε μά­θει μιὰ Βρα­ζι­λιά­να «κα­θό­τι ναυ­τι­κός». «Τώ­ρα ξε­πέ­σα­με ἐ­δῶ… μὰ τί νὰ κά­νεις…» δι­και­ο­λο­γή­θη­κε.

        «Πο­λὺ τρὰκ ἔ­χεις, πό­σω χρο­νῶ εἶ­σαι;»

        «Δέ­κα ὀ­κτώ» ἀ­πάν­τη­σα.

        «Ποι­ός ἔ­χει σει­ρά; ἂς πε­ρά­σει στὸ δω­μά­τιο» εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ κον­τὰ μαλ­λιὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ βά­θος.

        «Αὐ­τὴ εἶ­ναι;» τὸν ρώ­τη­σα.

        «Αὐ­τή; αὐ­τή ’ναι ἡ τσα­τσά!» Καὶ ὑ­ψώ­νον­τας τὴ φω­νὴ του «Μπέμ­πα! τὸ παι­δὶ ἀ­π’ ἐ­δῶ σ’ ἀ­γά­πη­σε».

        «Ἐ­γώ ‘­μαι τῆς ‘­πε­ρε­σί­ας γλύ­κα μου» εἶ­πε αὐ­τὴ σπρώ­χνον­τας μὲ τὴ μα­σιὰ ἕ­να κομ­μά­τι βαμ­βά­κι. «Μέ­σα εἶ­ναι ὁ με­νε­ξές.»

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ βγῆ­κε ἡ κο­πέ­λα: ρὸζ δι­ά­φα­νη ρόμ­πα, μαῦ­ρα ἐ­σώ­ρου­χα. Πά­τρα τὴ λέ­γα­νε.

        «Ἀ­λὸ παῖ­δες» εἶ­πε ἀ­νά­βον­τας τσι­γά­ρο «πῶς πᾶ­με ἀ­πὸ ὁρ­μές;».

        Προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὸ κου­ζι­νά­κι.

        «Τώ­ρα πά­ει νὰ τὸ πλύ­νει. Ξέ­ρεις τί χω­ρά­ει ὁ πά­τος τους; Ἀ­κό­μα καὶ τὸ φί­δι τῆς ἐ­ρή­μου».

        «Ἔ­λα ποιός ἔ­χει σει­ρά;» ρώ­τη­σε πά­λι ἡ τσατσά.

        Ὁ ἄλ­λος πέ­ρα­σε στὸ δω­μά­τιο κι ἔ­τσι ἔ­μει­να μό­νος.

        Κοί­τα­ζα στοὺς τοί­χους τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἐ­ξώ­φυλ­λα ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κὰ    – γυ­ναῖ­κες μὲ μα­γιό, γυ­μνό­στη­θες.

        Ἦρ­θε μιὰ πα­ρέ­α – με­θυ­σμέ­νοι φαι­νό­τα­νε. Ἕ­νας τους τά ‘­βαλε μὲ τὴ τσα­τσὰ για­τί δὲν τοὺς ἔ­φτια­χνε κα­φέ. «Καὶ τί ‘­ναι ‘δὼ κα­φε­τέ­ρια;» φώ­να­ξε ἐ­κεί­νη. Κι ἐ­πει­δὴ ρω­τών­τας εἶ­χε ἀ­πευ­θυν­θεῖ καὶ σὲ μέ­να καὶ εἶ­πα «ὄ­χι», ὁ ἄλ­λος θύ­μω­σε «βρὲ γυ­α­λαμ­πού­κα! βρὲ ἄ­ει τρά­βα στὸ σπί­τι σου. Ἄ­σε τὰ λε­φτὰ στὸ κο­μο­δί­νο, παίξ­την σὰ τρόμ­πας ποὺ εἶ­σαι καὶ πὲς πὼς πή­δη­ξες καὶ σύ». Γέ­λα­σαν οἱ ἄλ­λοι. Γέ­λα­σε κι ἡ τσατσὰ «ἀ­γα­θο­μού­νης φαί­νε­ται» εἶ­πε δεί­χνον­τάς με, κι ἂς εἶ­χα πά­ρει τὸ μέ­ρος της.

        Ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­να τὶς σκά­λες μὲ προ­σπέ­ρα­σε ὁ ναυ­τι­κός. Μό­λις βγῆ­κε ἔ­ξω ἔ­φτυ­σε. Προ­χώ­ρη­σε καὶ ξα­να­φτύ­σε.

        Τρά­βη­ξα πρὸς τὸν Πα­λιὸ Σταθ­μό. Ἐ­κεῖ στὰ χα­λά­σμα­τα, στὰ γε­φυ­ρά­κια, πε­ρί­με­ναν —πα­ρο­πλι­σμέ­νες— αὐ­τὲς ποὺ πή­γαι­ναν στὰ ὄρ­θια. Σ’ ἕ­να για­πὶ δυ­ὸ ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἔ­τρω­γαν σπό­ρια. Κα­θό­τα­νε πά­νω σὲ τσι­μεν­τέ­νι­ες σκά­λες. Μπρο­στά τους ἕ­νας τε­νε­κὲς ποὺ ἔ­βγα­ζε κα­πνό. Μέ­σα ἔ­και­γαν ξύ­λα, κομ­μά­τια ἀ­πὸ πε­τα­μέ­να ἔ­πι­πλα. Κά­τι νε­α­ροὶ τὶς πει­ρά­ζα­νε «τί μάρ­κα σπό­ρια τρῶ­τε, κο­ρί­τσια;» «Μπα­τι­ρό­σπο­ρα, ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με μιὰ τρύ­πια δε­κά­ρα».

        Πιὸ πέ­ρα, σκι­ές. Κά­ναν πα­ζά­ρια, «Πρῶ­τα λε­φτά. Πρῶ­τα τὰ λε­φτά…» ἄ­κου­σα μιὰ νὰ φω­νά­ζει καὶ με­τὰ τσι­ρί­δες «ποὺ ἀ­γι­ά­τρευ­τη πλη­γὴ νὰ σέ ‘­βρει». Ἡ πα­ρέ­α τῶν νε­α­ρῶν γε­λοῦ­σε: «ὅρ­μα του!» φω­νά­ζα­νε «ὅρ­μα του!».

        Πέ­ρα­σε και­ρός. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι συμ­μα­θη­τές μου πή­γαι­ναν σὲ γυ­ναῖ­κες. Μιὰ μέ­ρα ρώ­τη­σα ἕ­ναν ἀ­πὸ αὐ­τούς.

        «… Τί, κα­λά… τὴν πρε­σά­ρεις ἀ­πὸ κά­τω καὶ τὴν δου­λεύ­εις ὡς συ­νή­θως…».

        Ἡ Μπέμ­πα

        Ἡ Σύλ­βια

        Ἡ Γω­γώ….

        Ἕ­να Σάβ­βα­το, ἀ­νέ­βη­κα πά­λι τὰ σκα­λιά. Μό­λις ἔ­φτα­σε ἡ σει­ρά μου, πέ­ρα­σα στὸ δω­μά­τιο. Ἦρ­θε ἡ τσατσά, πλή­ρω­σα. Ξεν­τύ­θη­κα. Ἔ­πλυ­να τὰ χέ­ρια μου για­τί ἦ­ταν ἱ­δρω­μέ­να. Μπῆ­κε ἡ Πά­τρα. «Γειά» εἶ­πε. Ἔ­σχι­σε τὸ προ­φυ­λα­κτι­κό, ξά­πλω­σε στὸ κρε­βά­τι. Ἔ­γει­ρα δί­πλα της, ἔ­κα­να νὰ τῆς πιά­σω τὸ στῆ­θος.

        Μ’ ἔ­σπρω­ξε «ἄ­στα αὐ­τά» εἶ­πε «ἐ­γώ ‘μαι μό­νο γιὰ τὴν πρά­ξη». Ἔ­φε­ρε τὸ χέ­ρι της μπρο­στά μου «τέ­λει­ω­νε, ἔ­λα…» ἔ­λε­γε, μὰ ἐ­γὼ γύ­ρευ­α τὰ χεί­λη, τὸ στῆ­θος της. «Ἄ­κου ἐ­δῶ» εἶ­πε «δὲν παί­ζω τὴν ἐ­ρω­τευ­μέ­νη, ἔ­τσι;». Κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ πό­δια της «Πρώ­τη φο­ρὰ τὸ βλέ­πεις αὐ­τό; Ἔ­λα…» συ­νέ­χι­σε «τε­λεί­ω­νε». Μὰ ἐ­γὼ ἔ­με­να πα­γω­μέ­νος. Βγῆ­κε ἔ­ξω κι ἐ­γὼ κύ­λη­σα δί­πλα. Ὁ κα­θρέ­φτης με­γέ­θυ­νε τὴ γύ­μνια μου.

        «Βρὲ ἄ­ει χά­σου! Δρό­μο! Χα­βα­λὲ τοῦ κε­ρα­τᾶ.»

        Ἔ­φυ­γα. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βω, βρέ­θη­κα στὰ πευ­κά­κια. Ἐ­κεῖ πη­γαί­να­με ἐκ­δρο­μὲς μὲ τὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­κα­νε κρύ­ο ἢ ἐ­γὼ ἔ­τρε­μα; Ἀ­κούμ­πη­σα σ’ ἕ­να δέν­τρο. Δέν­τρο μου εἶ­πα.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες, ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982.


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης­
(Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­βος, Ἀ­θή­να, 1982) καὶ Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984). Τε­λευ­ταῖο του βι­βλίο: Σκεῦ­ος με­τα­νοί­ας : Ὁ συ­ναρ­πα­στι­κὸς βί­ος τοῦ νε­ο­μάρ­τυ­ρα Ἀ­γα­θάγ­γε­λου (Ἐν πλῷ, 2017).



		

	

Γιῶργος Τριλλίδης: Ἡμέρα ανεξαρτησίας


Γιῶργος Τριλλίδης


Ἡ­μέ­ρα ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας


ΑΡΥΘΥΜΟΣ καὶ κα­τη­φής, ὅ­πως πάν­τα τέ­τοι­α ὥ­ρα, ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι ἀ­π’ τὴ δου­λειά, παρ­κά­ρει, μπαί­νει ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, πε­τά­ει τὰ κλει­διὰ στὸ τρα­πέ­ζι καὶ βγά­ζει κραυ­γή; «Τζέ­ι­σο­ο­ον»

…….«Εἶ­μαι πά­νω», φω­νά­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

…….Ὁ Χα­ρί­λα­ος βα­ρυγ­κο­μεῖ στὴ σκά­λα. Στὴ δι­α­δρο­μὴ λύ­νει τὴ γρα­βά­τα του. Μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο τοῦ Ἰ­ά­σο­να.

.      «Τί κά­νεις;»

.      «Δι­α­βά­ζω», λέ­ει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Ὅ­λα κα­λά;» ρω­τά­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Ἔ­χω κά­ποι­ες ἀ­πο­ρί­ες», λέ­ει δι­στα­κτι­κὰ ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Τί ἀ­πο­ρί­ες;» συν­νε­φιά­ζει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Μπαμ­πά, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α μας ἔ­γι­νε τὰ με­σά­νυ­χτα τῆς 15ης πρὸς τὴ 16η Αὐ­γού­στου», ψελ­λί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «για­τί τὴ γι­ορ­τά­ζου­με τὴν 1η τοῦ Ὀ­κτώ­βρη;»

.      Τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χα­ρί­λα­ου φω­τί­ζε­ται, λὲς καὶ κά­ποι­ος μό­λις τοῦ ἐ­ξή­γη­σε πῶς ἀ­κρι­βῶς παί­ζε­ται τὸ μπέ­ιζ­μπολ.

.       «Τζέ­ι­σον», κρά­ζει μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση ὁ Χα­ρί­λα­ος, «εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κὸς γιὸς τοῦ πα­τέ­ρα σου!» Ἀ­κο­λού­θως, σκύ­βει καὶ φι­λά­ει τὸν Ἰ­ά­σο­να στὴ φύ­τρα.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν ἀν­τι­δρᾶ οὔ­τε στὸ φι­λὶ οὔ­τε στὴ φι­λο­φρό­νη­ση – ἡ ὁ­ποί­α, ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι πα­ρα­πει­στι­κή. Ἐ­πι­δα­ψι­λεύ­ει ἐ­παί­νους μᾶλ­λον σ’ αὐ­τὸν ποὺ τὴν ἀ­πευ­θύ­νει πα­ρὰ σ’ αὐ­τὸν πρὸς τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πευ­θύ­νε­ται. Οὐ­σι­α­στι­κὰ δὲν εἶ­ναι καν φι­λο­φρό­νη­ση. Εἶ­ναι ξεδι­άν­τρο­πη αὐ­το­κο­λα­κεί­α ποὺ σερ­βί­ρε­ται ὡς γο­νι­κὴ ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Ὁ Ἰ­ά­σο­νας εἶ­ναι πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθεῖ αὐ­τό. Εἶ­ναι, ὡ­στό­σο, ἀρ­κε­τὰ με­γά­λος ὥ­στε νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του δὲν ἀ­παν­τή­θη­κε.

.      «Μπαμ­πά», μουρ­μου­ρί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «δὲν μοῦ εἶ­πες». «Ἰ­ά­σων… Ἰ­ά­σων…» συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος ὁ Χα­ρί­λα­ος ποὺ πλέ­ει πλέ­ον σὲ πε­λά­γη πα­τρι­κῆς πλη­ρό­τη­τας, «ση­μα­σί­α δὲν ἔ­χουν οἱ ἀ­παν­τή­σεις, ση­μα­σί­α ἔ­χει νὰ ρω­τᾶς τὶς σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις».

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν λέ­ει τί­πο­τα. Ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα τοῦ πα­τέ­ρα του. Δι­ε­ρω­τᾶ­ται, ἀ­να­πό­φευ­κτα, ἂν ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του ἦ­ταν σω­στή. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν, ἀ­φοῦ ἀ­πάν­τη­ση δὲν πῆ­ρε. Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μεί­νει μὲ τὴν ἀ­πο­ρί­α καὶ νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει τὴν πρό­σχα­ρη δι­ά­θε­ση τοῦ πα­τέ­ρα του ὥ­στε νὰ πε­τύ­χει κά­τι πο­λὺ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ δι­α­λεύ­καν­ση τῶν λό­γων ποὺ ἕ­να θη­λυ­κὸ κρύ­βει μῆ­νες.

.      «Νὰ πά­ω τώ­ρα στὸ πάρ­κο νὰ παί­ξω μπά­λα;» «Νὰ πᾶς ὅ­που θές, ἀρ­γο­ναύ­τη μου!» «Τί ὥ­ρα νὰ γυ­ρί­σω;» «Ὅ,τι ὥ­ρα θές, γι­ό­κα μου!»

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἐκ­πλήσ­σε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐν­θου­σι­ώ­δη ἀν­τα­πό­κρι­ση. Ὁ Χα­ρί­λα­ος δὲν τὸν ἔ­χει με­γα­λώ­σει μὲ λευ­κὲς ἐ­πι­τα­γές. Ἂν μπο­ρῶ νὰ κερ­δί­σω τό­σα πολ­λὰ κά­νον­τας ἁ­πλῶς καὶ μό­νο σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις, σκέ­φτε­ται ὁ Ἰ­ά­σο­νας, στὸ ἑ­ξῆς θὰ κά­νω μό­νο αὐ­τό.

.      «Ἔ­φυ­γα.»

.      Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ, ἀ­φοῦ στὴν ἡ­λι­κί­α του εἶ­ναι πάν­τα ντυ­μέ­νος μὲ στο­λὴ ἀ­θλο­παι­δι­ῶν.

.      «Ἀ­έ­ρα στὰ πα­νιά σου, Τζέ­ι­σον», τοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι πο­νη­ρὰ ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν πιά­νει τὸ ὑ­πο­νο­ού­με­νο, ἀλ­λὰ ἔ­χει ἤ­δη τὴν ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση στὴ δι­ά­θε­σή του. Ἐλ­πί­ζει μό­νο νὰ εἶ­ναι ἡ σω­στή.

.      Μὲ τὸ ποὺ ἀ­κού­ει τὴν πόρ­τα νὰ κλεί­νει, ὁ Χα­ρί­λα­ος κα­τε­βαί­νει τὴ σκά­λα. Ἀ­πὸ τὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα σκα­λιὰ πα­τά­ει στὰ πέν­τε. Προ­σγει­ώ­νε­ται στὴν κου­ζί­να. Ἀ­νοί­γει τὸ ψυ­γεῖ­ο καὶ βγά­ζει μιὰ μπί­ρα. Ταυ­τό­χρο­να μὲ τὸ πῶ­μα ποὺ φεύ­γει ἀ­π’ τὸν λαι­μό, ἕ­να κλει­δὶ γυ­ρί­ζει στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Μπαί­νει μέ­σα ἡ Σό­νια.

.      «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ φαν­τα­στεῖς τί μὲ ρώ­τη­σε πρὶν ἀ­πὸ λί­γο ὁ γιός μας», ἀ­να­κοι­νώ­νει ἔμ­πλε­ος χα­ρᾶς ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Εἶ­μαι πτῶ­μα», λέ­ει ἡ Σό­νια καὶ ἀ­φή­νει ἕ­ξι πρά­σι­νες σα­κοῦ­λες Marks & Spencer στὸ σα­λό­νι. «Πά­ω νὰ ἀλ­λά­ξω», λέ­ει καὶ ξε­κι­νᾶ νὰ βρεῖ τὰ σκα­λο­πά­τια.

.      «Ἄ­κου τί μοῦ εἶ­πε ὁ-», ἀρ­χί­ζει νὰ λέ­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος, προ­χω­ρών­τας πρὸς τὴ σκά­λα γιὰ νὰ ἀ­κού­γε­ται κα­λύ­τε­ρα, ἀλ­λὰ ἡ Σό­νια ἐ­πεμ­βαί­νει:

.      «Τὸν εἶ­δα ποὺ ἔ­φευ­γε. Νά σοῦ πῶ… τοῦ εἶ­πες νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι ὅ,τι ὥ­ρα θέ­λει;»

.      «Ναί. Ἄ­κου τώ­ρα τί μοῦ-».

.      «Πε­ρί­με­νε, εἴ­πα­με!» δι­α­τά­ζει ἡ Σό­νια καὶ χώ­νε­ται στὸ μπά­νιο.

.      Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὴν κου­ζί­να μὲ τὴν μπί­ρα στὸ χέ­ρι. Πά­ει πά­νω ἀ­πὸ τὸν νε­ρο­χύ­τη καὶ στυ­λώ­νει τὸ μπου­κά­λι. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαί­νε­ται ἡ αὐ­λὴ καὶ ἡ πι­σί­να, γε­μά­τη ἀ­κό­μα καὶ φω­τι­σμέ­νη. Τό­τε θυ­μᾶ­ται πὼς στέ­κε­ται στὸ μο­να­δι­κὸ ση­μεῖ­ο τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νὰ δεῖ ἀ­πρό­σκο­πτα τὴν πι­σί­να, ἀ­φοῦ δω­μά­τια, σα­λό­νι, τρα­πε­ζα­ρί­α καὶ χὼλ εἶ­ναι εἴ­τε τυ­φλὰ εἴ­τε τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ οἱ μπαλ­κο­νό­πορ­τές τους βλέ­πουν ἄλ­λ’ ἀντ’ ἄλ­λων. Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἀρ­χί­ζει νὰ ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται.



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μι­κρο­πρά­γμα­τα (ἐκδ. Κουκ­κί­δα/Αἰ­γαῖ­ον 2012).

Γιῶργος Τριλλίδης (Λευκωσία, 1976). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γό­ρος. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ μία συλ­λο­γὴ μὲ μὴ-μυ­θο­πλα­στι­κὰ κεί­με­να.