Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου: Ἡ νυ­χτε­ρί­δα



Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου


Ἡ νυ­χτε­ρί­δα


ΦΤΑΣΕ μὲ τὸ πλοῖ­ο τῆς ἄ­γο­νης γραμ­μῆς ἕ­να πα­ρά­ω­ρα ζε­στὸ πρω­ῒ τοῦ Σε­πτέμ­βρη καὶ ἀ­νέ­βη­κε σέρ­νον­τας μιὰ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη βα­λί­τσα πρὸς τὴ Χώ­ρα ὅ­που ἤ­θε­λε νὰ μπεῖ ἄ­γνω­στος καὶ ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος. Μὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Οἱ κά­τοι­κοι πε­ρι­μέ­να­νε μὲ ἀ­γω­νί­α νὰ ἔρ­θει δά­σκα­λος στὸ νη­σί. Στὴν ἀρ­χὴ χά­ρη­καν, μὰ γρή­γο­ρα ἐ­νο­χλή­θη­καν ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρό του ὕ­φος ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ φο­βη­θοῦν πὼς σύν­το­μα θὰ ἔ­φευ­γε κι αὐ­τὸς μὲ ἀ­πό­σπα­ση. Ἀ­να­ζη­τών­τας μὲ ἄγ­χος τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο κα­τά­λυ­μα, μή­πως καὶ τὸν κα­λο­πιά­σουν, τὸ βρῆ­καν ἀ­μέ­σως στὸ δι­ώ­ρο­φο ἀρ­χον­τι­κὸ τῆς κυ­ρί­ας Θε­α­νῶς. Εἶ­δαν κι ἔ­πα­θαν νὰ τὴν πεί­σουν νὰ δώ­σει τὸν ἄ­δει­ο κά­τω ὄ­ρο­φο, ἦ­ταν κά­πως ἰ­δι­ό­τρο­πη καὶ δὲν νοί­κια­ζε πο­τὲ σὲ δη­μό­σιους ὑ­παλ­λή­λους. Μὰ αὐ­τὸν τὸν συμ­πά­θη­σε ἀ­νε­ξή­γη­τα.

       Εὐ­ρύ­χω­ρο καὶ ἄ­νε­το, μὲ ἕ­να με­γά­λο πε­ρι­φραγ­μέ­νο κῆ­πο, τὸ σπί­τι τοῦ φά­νη­κε πε­ρι­ποι­η­μέ­νο καὶ εὐ­χά­ρι­στο, μὲ γοῦ­στο στο­λι­σμέ­νο. Ἕ­να πα­χὺ χα­λὶ στὸ σα­λό­νι, γιὰ νὰ κρύ­βει τὸ φθαρ­μέ­νο πά­τω­μα, σκέ­φτη­κε κα­χύ­πο­πτα. Ἡ σκό­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ βα­ριὰ ἔ­πι­πλα εὐ­τυ­χῶς δὲν φαι­νό­ταν. Νά καὶ τὸ τζά­κι ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ἀ­μέ­σως νὰ φαν­τά­ζε­ται σκη­νὲς τοῦ χει­μώ­να, τὶς φλό­γες νὰ στέλ­λουν λαμ­πρὲς ἀν­ταύ­γει­ες καὶ ν’ ἀν­τα­να­κλοῦν στὰ καμ­πυ­λω­τὰ πό­δια τοῦ τρα­πε­ζιοῦ, νὰ τρε­μο­παί­ζουν πά­νω στὸ μπρού­τζι­νο χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας, νὰ φω­τί­ζουν τὸ μάρ­μα­ρο καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τῆς κα­μι­νά­δας. Στὴ μιὰ πλευ­ρὰ τοῦ τζα­κιοῦ μιὰ φαρ­διὰ πο­λυ­θρό­να ἦ­ταν ἤ­δη κα­λυμ­μέ­νη μὲ φλο­κά­τη, ἐ­νῶ πά­νω στὸν μπου­φὲ ἕ­να σερ­βί­τσιο τοῦ τσα­γιοῦ καὶ δυ­ὸ φω­το­γρα­φί­ες προ­πο­λε­μι­κὲς χρω­μά­τι­ζαν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα.

       Ἡ πρώ­τη μέ­ρα ἔ­σβη­νε μα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα κι αὐ­τὸς ἄϋ­πνος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ ξα­πλώ­σει νω­ρὶς στὰ σεν­τό­νια ποὺ μύ­ρι­ζαν λε­βάν­τα. Μὰ πρὶν προ­λά­βει νὰ χα­ρεῖ τὴν ἀ­νά­παυ­ση καὶ νὰ σκε­φτεῖ ὁτι­δή­πο­τε, ἕ­να φτε­ρο­κό­πη­μα τὸν ἔ­κα­νε νὰ πε­τα­χτεῖ ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει πά­λι τὸ φῶς. Αὐ­τὸ ποὺ πε­τοῦ­σε δὲν ἦ­ταν ἔν­το­μο ξε­χα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι μή­τε που­λὶ πα­γι­δευ­μέ­νο. Ἦ­ταν μιὰ νυ­χτε­ρί­δα. Ψά­χνον­τας γιὰ τὴ σκού­πα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν πῶς καὶ πό­τε νὰ εἶ­χε μπεῖ. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἢ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­δύ­να­το. Ἀ­πὸ τὴν κα­μι­νά­δα μᾶλ­λον, ποὺ θὰ τὴν πέ­ρα­σε γιὰ σπή­λαι­ο καὶ ἐ­κεῖ ἐγ­κλω­βί­στη­κε. Πῆ­ρε τὴν σκού­πα κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴν κυ­νη­γᾶ μὰ οἱ πτή­σεις τοῦ ἱ­πτά­με­νου θη­λα­στι­κοῦ ἦ­ταν τό­σο ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὲς στὸν ψη­λο­τά­βα­νο κλει­στὸ χῶ­ρο ποὺ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν πε­τύ­χει τρέ­χον­τας προ­σε­κτι­κά, μὴν ἐ­νο­χλή­σει νυ­χτι­ά­τι­κα τὴν σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ὁ­μο­λό­γη­σε τὴν ἥτ­τα του κι ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὴν ἐλ­πί­δα πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα θὰ πε­τά­ξει πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς νύ­χτας, πρὸς τὴ φύ­ση ποὺ τὴν κα­λοῦ­σε. Καὶ νά ποὺ ὁ ἀ­πρό­σμε­νος ἐ­πι­σκέ­πτης χά­θη­κε. Θὰ ἔ­φυ­γε, σκέ­φτη­κε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση καὶ ἔ­πε­σε γιὰ ὕ­πνο.

       Ση­κώ­θη­κε χα­ρά­μα­τα. Μὰ μό­λις ἄ­να­ψε τὸ φῶς καὶ μπῆ­κε στὸ μπά­νιο, ἕ­να γνώ­ρι­μο φτε­ρο­κό­πη­μα φα­νέ­ρω­σε πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα ἦ­ταν ἀ­κό­μη μὲς στὸ σπί­τι. Εἶ­χε κά­νει ὅ­μως τὸ μοι­ραῖ­ο λά­θος. Σὲ τό­σο στε­νὸ χῶ­ρο τὰ πε­ρι­θώ­ρια ἑ­λιγ­μῶν της ἦ­ταν ἐ­λά­χι­στα. Ἡ σκού­πα αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν κα­τέρ­ρι­ψε στὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἐ­κεῖ γρά­φτη­κε τὸ τέ­λος της.

       Τὸ τέ­λος της; Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Ὁ δά­σκα­λος ποὺ γνώ­ρι­ζε γιὰ τὴν τύ­χη ποὺ φέρ­νουν τὰ ὀ­στὰ τῆς νυ­χτε­ρί­δας, ἔ­κο­ψε μὲ τὴν ψα­λί­δα τοῦ κή­που τὰ χει­ρό­πτε­ρά της καὶ τὰ ἔ­βα­λε σὲ ἕ­να ἄ­δει­ο γυ­ά­λι­νο βα­ζά­κι. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὴν ἀρ­τά­να γιὰ νὰ θά­ψει τὸ ὑ­πό­λοι­πο λει­ψὸ σῶ­μα, προ­σέ­χον­τας μὴν τὸν δεῖ κα­νεὶς καὶ ἀ­πο­ρή­σει τί κά­νει ἀ­ξη­μέ­ρω­τα στὸν κῆ­πο. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὴ μα­κά­βρια αὐ­τὴ τα­φὴ καὶ γύ­ρι­σε στὴν κά­μα­ρά του, σκέ­φτη­κε, κοι­τά­ζον­τας τὸ φο­νι­κὸ γού­ρι, τὰ κομ­μέ­να χει­ρό­πτε­ρα, πὼς δὲν ἄρ­χι­ζε ἄ­σχη­μα αὐ­τὸ τὸ φθι­νό­πω­ρο σὲ τοῦ­το τὸ νη­σί. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου (Ρό­δος, 1965). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Δη­μό­σια Δι­οί­κη­ση. Δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ πε­ζο­γρά­φος, ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κρι­τες πε­ρι­ο­δι­κὲς καὶ ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­κὲς ἐκ­δό­σεις. Σή­με­ρα δι­ευ­θύ­νει τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κο­ράλ­λι. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τῆς Δι­οι­κοῦ­σας Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κω­στῆ Πα­λα­μᾶ. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο δο­κι­μί­ου τοῦ PENClub καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Φω­τέα γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ἐ­ναν­τί­ον τοῦ χρό­νου Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης (European Union Prize for Literature) γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Ἀγ­κρι­τζέν­το, τὸ ὁ­ποῖ­ο με­τα­φρά­στη­κε στὰ ἰ­τα­λι­κά, τὰ πο­λω­νι­κά, τὰ σερ­βι­κά, τὰ κρο­α­τι­κὰ καὶ τὰ ἀλ­βα­νι­κά. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ κύ­κλος τοῦ χώ­μα­τος (Κα­στα­νι­ώ­της, 2017).

Διαφημίσεις

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley): Ἕ­νας ἄν­τρας μοῦ δι­η­γεῖ­ται τὴ ζω­ή του

 



Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley)


Ἕ­νας ἄν­τρας μοῦ δι­η­γεῖ­ται τὴ ζω­ή του

(A man told me the story of his life)


ΒΙΘΕΝΤΕ εἶ­πε: Ἤ­θε­λα νὰ γί­νω για­τρός. Ἤ­θε­λα νὰ γί­νω για­τρὸς μ’ ὅ­λη μου τὴν καρ­διά! Εἶ­χα μά­θει κά­θε ὀ­στό, κά­θε ὄρ­γα­νο τοῦ σώ­μα­τος. Για­τὶ ὑ­πάρ­χει; Πῶς δου­λεύ­ει;

       Τὸ σχο­λεῖ­ο μοῦ εἶ­πε: Βι­θέν­τε, γί­νε μη­χα­νι­κός. Αὐ­τὸ θά ‘ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο γιὰ σέ­να. Τὰ παίρ­νεις τὰ μα­θη­μα­τι­κά.

       Εἶ­πα στὸ σχο­λεῖ­ο: Θέ­λω νὰ γί­νω για­τρός. Ἤ­δη γνω­ρί­ζω πῶς συν­δέ­ον­ται με­τα­ξύ τους τὰ ὄρ­γα­να. Ἂν κά­τι πά­ει στρα­βά, θὰ ξέ­ρω πῶς νὰ τὸ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σω.

       Τὸ σχο­λεῖ­ο μοῦ εἶ­πε: Βι­θέν­τε, ἀ­λή­θεια, θὰ γί­νεις ἕ­νας σπου­δαῖ­ος μη­χα­νι­κός. Σ’ ὅ­λα σου τὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα φαί­νε­ται αὐ­τό! Ἀν­τι­θέ­τως, δὲ φαί­νε­ται τὸ ἴ­διο γιὰ για­τρός.

       Εἶ­πα: Ὤ, θέ­λω πά­ρα πο­λὺ νὰ γί­νω για­τρός. Σχε­δὸν ἔ­κλα­ψα. Ἤ­μουν δε­κα­ε­πτά.

       Εἶ­πα: Ἀλ­λὰ ἴ­σως ἔ­χε­τε δί­κιο. Ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ δά­σκα­λος. Ἐ­σεῖς εἶ­στε ὁ δι­ευ­θυν­τής. Κα­τα­λα­βαί­νω, εἶ­μαι μι­κρός.

       Τὸ σχο­λεῖ­ο εἶ­πε: Καὶ πέ­ραν αὐ­το­ῦ, θὰ πᾶς καὶ στὸ Στρα­τό.

       Καὶ τό­τε ἔ­γι­να μά­γει­ρας. Ἑ­τοί­μα­ζα φα­γη­τὸ γιὰ δυ­ὸ χι­λιά­δες ἄν­τρες.

       Τώ­ρα, μὲ βλέ­πεις, ἔ­χω μιὰ κα­λὴ δου­λειά. Ἔ­χω, ἀ­κό­μη, τρί­α παι­διά. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα μου, ἡ Κον­σου­έ­λα. Τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι τῆς ἔ­σω­σα τὴ ζω­ή;

       Κοί­τα, πο­νοῦ­σε πά­ρα πο­λύ.

       Ὁ για­τρὸς εἶ­πε: Τί τρέ­χει; Κου­ρά­στη­κες; Ἔ­χεις ἄγ­χος μὲ τὴ δου­λειά; Πό­σα παι­διά; Κα­λά, ξε­κου­ρά­σου. Αὔ­ριο θὰ κά­νου­με τὴν ἐ­ξέ­τα­ση.

       Τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ῒ κά­λε­σα τὸν για­τρό.

       Εἶ­πα: Πρέ­πει ἀ­μέ­σως νὰ τὴ βά­λε­τε στὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο. Τό ‘ψα­ξα στὸ βι­βλί­ο. Βλέ­πω ποῦ τὴν πο­νᾶ καὶ κα­τα­λα­βαί­νω ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται αὐ­τὴ ἡ πί­ε­ση. Ἔ­χω βρεῖ τὸ ὄρ­γα­νο ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ πρό­βλη­μα.

       Ὁ για­τρὸς ἔ­κα­νε τὴν ἐ­ξέ­τα­ση.

       Εἶ­πε: Πρέ­πει ἀ­μέ­σως νὰ τὴ βά­λου­με στὸ χει­ρουρ­γεῖ­ο!

       Μοῦ εἶ­πε: Μὰ Βι­θέν­τε, πῶς τό ‘ξε­ρες;



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕ­νας ἄν­τρας μοῦ δι­η­γεῖ­ται τὴ ζω­ή του» («A man told me the story of his life») πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ Grace Paley, The col­le­cted stories, Νέ­α Ὑ­όρ­κη, Far­rar, Stra­us & Gi­roux, 2007 [χαρ­τό­δε­το· 1η: 1994], 668-669.

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley) (1922-2007). Συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου: Ὁ ὑ­πνο­βά­της



Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου


Ὁ ὑ­πνο­βά­της


ΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, παι­δά­κι δέ­κα χρο­νῶν, ἔ­βλε­πε κά­θε βρά­δυ τὸ ἴ­διο ὄ­νει­ρο. Ἄ­γνω­στοι ἄν­τρες ὁ­πλι­σμέ­νοι, μὲ στο­λὲς καὶ κουμ­πού­ρια, ἔμ­παι­ναν στὸ σπί­τι καὶ τὸν κυνη­γοῦ­σαν. Μα­ζί τους, πρώ­τη καὶ κα­λύ­τε­ρη, ἡ μη­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας πάν­τα ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ σπί­τι, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν βο­η­θή­σει. Ἀ­δέρ­φια δὲν εἶ­χε. Ἄ­κου­γε τὰ πο­δοβο­λη­τὰ ἀ­π’ τὶς βα­ρι­ὲς μπό­τες καὶ κου­λου­ρι­α­ζό­ταν κά­τω ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Ὅ­πο­τε ἀ­να­κά­λυ­πταν τὴν κρυ­ψώ­να του, τὸ ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὴν πί­σω πόρ­τα στὴν αὐ­λή, καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα πε­ρι­πλα­νι­ό­ταν μο­νά­χος στὴν πό­λη. Τό ‘βλέ­πε καὶ δὲν φο­βό­ταν πιά, εἶ­χε συ­νη­θί­σει. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ τρό­μος εἶ­ναι ψεύ­τι­κος. Καὶ κά­θε φο­ρὰ ἄ­νοι­γε ἀ­πό­το­μά τα μά­τια του, τὴ μιὰ κα­θι­σμέ­νος στὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας, τὴν ἄλ­λη σὰν στή­λη ἅ­λα­τος στὴ μέ­ση του δι­α­δρό­μου, μπρο­στὰ στὸν ἄ­δει­ο κα­θρέ­φτη τοῦ πὸρτ-μαν­τώ. Ἄλ­λες φο­ρές, κοι­μι­σμέ­νο μὲ τὰ μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα, τὸν ἔ­παιρ­νε ἡ μα­μά του προ­σε­χτι­κὰ ἀ­π’ τὸ χε­ρά­κι γιὰ νὰ μὴν ξυ­πνή­σει καὶ τὸν πή­γαι­νε σι­γὰ-σι­γὰ πί­σω στὸ κρε­βά­τι του. Τὸ ἄλ­λο πρω­ὶ δὲν θυ­μό­ταν τί­πο­τα. Ὅ­μως κά­ποι­ο βρά­δυ τὰ πράγ­μα­τα σο­βά­ρε­ψαν. Δὲν ξέ­ρει πῶς, ἄ­νοι­ξε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα, κα­τέ­βη­κε τὰ τρί­α σκα­λο­πά­τια καὶ βγῆ­κε στὸ δρό­μο. Τὸ πρω­ὶ μιὰ γει­τό­νισ­σα τὸν βρῆ­κε μὲ τὰ ἐ­σώ­ρου­χα ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὴν κο­λώ­να. Τὴν κοί­τα­ζε στὰ μά­τια μὰ δὲν ἔ­βλε­πε, τοῦ φώ­να­ξε μὰ δὲν ἄ­κου­γε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ τὸν πῆ­γε πί­σω στὸ σπί­τι του. Ἀ­πὸ τό­τε, ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα τὰ βρά­δια κλεί­δω­νε, καὶ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο βά­ζα­νε ἕ­να βρεγ­μέ­νο τα­πέ­το. Ξυ­πνοῦ­σε πά­νω σ’ αὐ­τὸ καὶ τὸ ὄ­νει­ρο ἔ­με­νε στὴ μέ­ση.

       Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα τὸ στε­νὸ γέ­μι­ζε ἀ­πὸ παι­διά, τὰ πιὸ πολ­λὰ ἀ­γό­ρια. Παί­ζα­νε μπά­λα, κά­να­νε φα­σα­ρί­α καὶ τσα­κώ­νον­ταν. Μό­λις νύ­χτω­νε στα­μα­τοῦ­σαν κου­ρα­σμέ­να τὸ παι­χνί­δι καὶ γύρ­να­γαν στὰ σπί­τια τους. Μιὰ κο­λώ­να τοῦ δή­μου στὴ μέ­ση φώ­τι­ζε τὴ γει­το­νιά. Αὐ­τὸς συ­νή­θως κα­θό­ταν στὸ πε­ζού­λι μέ­χρι ἀρ­γὰ καὶ ἔμ­παι­νε τε­λευ­ταῖ­ος μέ­σα. Κά­ποι­ες φο­ρὲς τοῦ ἔ­κα­νε πα­ρέ­α ἕ­να ξαν­θὸ κο­ρί­τσι. Ἦ­ταν δυ­ὸ-τρία χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρη, και­νούρ­για στὴ γει­το­νιά, ἔ­με­νε λί­γο πα­ρα­πά­νω, σ’ ἕ­ναν κά­θε­το δρό­μο. Ὁ πα­τέ­ρας της ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς τοῦ στρα­τοῦ, μό­νι­μος, πέρ­σι εἶ­χαν ἔρ­θει μὲ με­τά­θε­ση στὴν πό­λη. Ἦ­ταν μο­να­χο­παί­δι, πα­ρά­ξε­νη κο­πέ­λα, μο­να­χι­κή, ἴ­σως καὶ λί­γο ντρο­πα­λή. Δὲν εἶ­χε πολ­λὲς φι­λί­ες μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διά, οὔ­τε μὲ ἀ­γό­ρια οὔ­τε μὲ κο­ρί­τσια, δὲν ἔ­παι­ζε μα­ζί τους, οὔ­τε κου­βέν­τια­ζε πο­λύ, κα­θό­ταν μό­νη της στὴν ἄ­κρη καὶ κοι­τοῦ­σε. Ἀρ­γοῦ­σε κι αὐ­τὴ τὰ βρά­δια νὰ μα­ζευ­τεῖ στὸ σπί­τι, κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἡ μη­τέ­ρα της καὶ τῆς φώ­να­ζε.

       Εἶ­χε πά­ει με­σά­νυ­χτα καὶ κα­θόν­του­σαν ἀ­κό­μα στὰ σκα­λο­πά­τια. «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ὑ­πνο­βά­της;» τὸν ρώ­τη­σε ξαφ­νι­κά. Γύ­ρι­σε καὶ τὴν κοί­τα­ξε. Μαγ­κώ­θη­κε. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο κού­νη­σε ἀρ­νη­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι του καὶ κοί­τα­ξε ἀλ­λοῦ, ἴ­σως καὶ νὰ κοκ­κί­νι­σε λι­γά­κι. Αὐ­τὴ πῶς τὸ ἤ­ξε­ρε, ἦ­ταν τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κό τους μυ­στι­κό, δὲν τὸ κου­βέν­τια­ζε μὲ κα­νέ­ναν, ἔ­τσι τοῦ εἶ­χαν πεῖ οἱ δι­κοί του, ἀλ­λὰ καὶ κα­νέ­νας μέ­χρι σή­με­ρα δὲν τὸν εἶ­χε ρω­τή­σει. «Δὲν βγαί­νεις πλέ­ον τὰ βρά­δια ἀ­πὸ τὸ σπί­τι σου κοι­μι­σμέ­νος;» συ­νέ-χι­σε αὐ­τὴ χα­μο­γε­λών­τας. «Ὄ­χι, δὲν βγαί­νω, καὶ σέ­να τί σὲ νοιά­ζει;» τῆς ἀ­πάν­τη­σε τσαν­τι­σμέ­νος καὶ ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, εἶ­πε, ἔ­νι­ω­θε πε­ρί­ερ­γα καὶ δὲν εἶ­χε ὕ­πνο. Κα­θό­ταν μό­νη της στὸ μπαλ­κό­νι καὶ πε­ρί­με­νε νὰ ξη­με­ρώ­σει. Μέ­σα ἡ μη­τέ­ρα της κοι­μό­ταν, ὁ πα­τέ­ρας της ἔ­λει­πε ἀ­π’ τὸ σπί­τι γιὰ ὑ­πη­ρε­σί­α. Τό­τε τὸν εἶ­δε. Προ­χω­ροῦ­σε ἀρ­γὰ στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ στα­μά­τη­σε στὴ γω­νί­α. Ὁ δρό­μος ἦ­ταν ἄ­δει­ος, οὔ­τε ἁ­μά­ξια, οὔ­τε ἄν­θρω­ποι, παν­τοῦ ἐ­ρη­μιὰ καὶ σκο­τά­δι. Κοι­τοῦ­σε πρὸς τὸ μέ­ρος της, τοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα, ψὶτ-ψίτ, μὰ αὐ­τὸς χαμ­πά­ρι δὲν πῆ­ρε. Τό­τε κα­τέ­βη­κε κά­τω ὅ­πως ἦ­ταν, μὲ τὶς πι­τζά­μες γε­μά­τες αἵ­μα­τα καὶ πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος του. Τὴν κοι­τοῦ­σε στὰ μά­τια, μὰ δὲν τὴν ἔ­βλε­πε. Αὐ­τὴ νό­μι­σε ὅ­τι ἔ­κα­νε γιὰ πλά­κα τὸν ὑ­πνο­βά­τη καὶ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Μό­νο ποὺ δὲν εἶ­χε τὰ χέ­ρια τεν­τω­μέ­να, ὅ­πως εἶ­χε δεῖ σὲ μιὰ ται­νί­α στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀπ’ τὸ χέ­ρι, πέ­ρα­σαν τὸν δρό­μο καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι. Ἤ­θε­λε νὰ τοῦ δεί­ξει τὸ δω­μά­τιό της, ρὸζ οἱ τοῖ­χοι του καὶ γε­μά­τοι πριγ­κί­πισ­σες, νε­ρά­ι­δες καὶ βα­σι­λό­που­λα. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ κρε­βά­τι της, ἦ­ταν γε­μά­το αἵ­μα­τα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξυ­πνή­σει τὴ μα­μά της ἀ­κό­μα —πο­νοῦ­σε καὶ ἡ κοι­λιά της πο­λύ— θὰ τῆς τὸ ἔ­λε­γε τὸ πρω­ί. Φο­βό­ταν καὶ μή­πως τὴ μα­λώ­σει. «Νά, κοί­τα τοῦ εἶ­πε, ἀ­πὸ ἐ­δῶ βγῆ­κε» κα­τέ­βα­σε τὰ ροῦ­χα της καὶ τοῦ ἔ­δει­ξε τὴν πλη­γή. Αὐ­τὸς ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὴν ἀ­κούμ­πη­σε. Ζε­στὸ αἷ­μα κύ­λη­σε στὰ δά­χτυ­λά του, αἱ­μορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μα. «Μὲ κυ­νη­γοῦ­νε», τῆς εἶ­πε τρο­μαγ-μέ­νος, «ἂν μὲ πιά­σουν θὰ μὲ σκο­τώ­σουν» κι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κλη­ρος. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι κι αὐ­τὴ φο­βᾶ­ται πο­λὺ καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε. Τὴν ἀγ­κά­λια­σε κι αὐ­τός…



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Χρόνος ἡμι-ζωῆς (ἐκδ. 24 γράμματα, Πάτρα, 2017).

Γιά­ννης Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Πά­τρα, 1972). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο «Κοτσιλιές» στὸ kotsilies.blogspot.com καὶ συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ paradoxic-paragraphs.gr. Κεί­με­νά του καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ περιοδικό Ὁδός Πανός. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ κακιὰ στιγμὴ (αὐ­το­έκ­δο­ση, 2015) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο καὶ εἶναι αὐστηρά μόνο γιὰ φίλους.



		

	

Ἕλενα Στριγγάρη: Ἡ φί­λη μου ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ



Ἕλενα Στριγγάρη


Ἡ φί­λη μου ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ


OTE, ἡ κα­φε­τέ­ρια κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου ἔ­βγα­ζε τρα­πε­ζο­κα­θί­σμα­τα, πί­σω ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο ποὺ βρί­σκε­ται ἐ­πὶ τῆς ὁ­δοῦ Βε­ΐ­κου καὶ τοῦ πε­ζό­δρο­μου τῆς Δρά­κου, στὸ Κου­κά­κι. Ἐ­κεῖ, ἔ­πι­να τὸν κα­φέ μου τὰ πρω­ι­νά, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μπρο­στά μου τὸ παρ­κά­κι ποὺ εἶ­χα φυ­τέ­ψει μὲ εἰ­δι­κὴ ἄ­δεια Ἀν­τι­δη­μάρ­χου καὶ πε­ρι­φρά­ξει μὲ τὴν βο­ή­θεια γει­τό­νων. Ἐ­κεῖ, ἄρ­χι­σε νὰ ἔρ­χε­ται καὶ ἡ Δή­μη­τρα. Μιὰ τραν­σέ­ξου­αλ, μὲ τὸ σκυ­λά­κι της πάν­τα ἀγ­κα­λιά. Ἤ­μουν ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­πη­τὰ πρό­σω­πα στὴν γει­το­νιά. Ἀν­τί­θε­τα, τὴν Δή­μη­τρα τὴν ἀ­πέ­φευ­γαν ὅ­λοι, για­τί ἦ­ταν τραν­σέ­ξου­αλ. Ἄρ­χι­σα νὰ τῆς μι­λάω καὶ νὰ τὴν κά­νω πα­ρέ­α, θέ­λον­τας νὰ δώ­σω τὸ πα­ρά­δειγ­μα πὼς δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­μο­νώ­νου­με κα­νέ­ναν, ὅ­ταν δὲν βλά­πτει. Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε…

       Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς ἔ­κα­να ντούς, ἀ­να­κά­λυ­ψα στὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου μα­στὸ ἕ­να ὀγ­κί­διο. Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα. Προ­πάν­των, δὲν εἶ­πα τί­πο­τα στὸν με­γα­λο­για­τρὸ Σ.Τ. ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ὀγ­κο­λό­γος καὶ μὲ ἐ­πι­σκε­πτό­ταν, συ­ζη­τά­γα­με καὶ παί­ζα­με τά­βλι. Με­τὰ δὲν ξέ­ρω πό­σες βδο­μά­δες, τό ‘πα σὲ δυ­ὸ φί­λες μου τὴν Σου­ζά­να καὶ τὴν Ἔλ­σα καὶ αὐ­τὲς πα­νι­κό­βλη­τες μαρ­τύ­ρη­σαν τὸ μυ­στι­κό μου στὸν για­τρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος μὲ μά­ζε­ψε ἀ­πὸ τὸν πε­ζό­δρο­μο, κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου, ὅ­που πί­να­με κα­φέ, μ’ ἀ­νέ­βα­σε στὸ σπί­τι μου καὶ ζή­τη­σε νὰ μὲ ἐ­ξε­τά­σει ἀ­μέ­σως. Νὰ μὴν τὰ πο­λυ­λο­γῶ, βρέ­θη­κα μὲ καρ­κί­νο μα­στοῦ. Χει­ρουρ­γή­θη­κα ἀ­πὸ τὸν ὑ­πέ­ρο­χο Θα­νά­ση Πο­λυ­χρό­νη, ἔ­κα­να ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες καὶ με­τά, ὁ ὀγ­κο­λό­γος μου ὁ Σ.Τ. μοῦ ἔ­κα­νε χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες στὸ σπί­τι (πράγ­μα ποὺ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται) για­τί δὲν θὰ ἄν­τε­χα τὴν πο­λύ­ω­ρη τα­λαι­πω­ρί­α στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ἀ­φοῦ εἶ­χα καὶ κα­τά­θλι­ψη! Δὲν ἤ­θε­λε δραχ­μὴ γι’ αὐ­τό. Μά­λι­στα, ἔ­φερ­νε δω­ρε­ὰν καὶ τὰ φάρ­μα­κα τῶν χη­μει­ο­θε­ρα­πει­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­ταν ζή­τη­σε νὰ τὰ δεῖ ὁ φαρ­μα­κο­ποι­ός μου, στὸ ψυ­γεῖ­ο μου, μιὰ μέ­ρα ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει σπί­τι, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἦ­ταν πα­νά­κρι­βα. Ὅ­πο­τε εἶ­χα χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α, σπί­τι μου μα­ζευ­όν­του­σαν του­λά­χι­στον ἕξι ἄ­το­μα γιὰ νὰ μοῦ δί­νουν κου­ρά­γιο καὶ ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε κά­ναν ἡ­συ­χί­α, ἐ­νῶ μό­λις τε­λεί­ω­νε λέ­γα­νε ἀ­στεῖ­α γιὰ νὰ μὲ δι­α­σκε­δά­σουν. Γε­νι­κά, δὲν ἀν­τι­με­τώ­πι­σα προ­βλή­μα­τα. Οὔ­τε ὅ­ταν πέ­σαν τὰ μαλ­λιά μου. Μά­λι­στα, θυ­μᾶ­μαι πὼς στὴν γι­ορ­τή μου, ἐ­νῶ ἔ­πι­να τὸ κα­φε­δά­κι μου στὸν πε­ζό­δρο­μο, μό­λις μὲ ἀν­τι­λή­φθη­καν ἄρ­χι­σαν νὰ μοῦ στέλ­νουν ἀν­θο­δέ­σμες καὶ γλα­στρά­κια τὰ παι­διὰ τῶν γύ­ρω μα­γα­ζι­ῶν. Ὄ­χι, δὲν εἶ­χα προ­βλή­μα­τα. Μό­νον δύ­ο ἄ­το­μα μοῦ ‘κό­ψαν καὶ τὴν «κα­λη­μέ­ρα». Λὲς καὶ ὁ καρ­κί­νος κολ­λά­ει!… Ἡ μί­α ἦ­ταν ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ!

       Ἔ­γι­να κα­λὰ καί, δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σο και­ρὸ με­τά, ἡ Δή­μη­τρα ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ μοῦ μι­λά­ει. Ἡ ἀλ­λα­γὴ αὐ­τὴ ὀ­φει­λό­ταν στὸ ὅ­τι ἦ­ταν ἡ ἴ­δια ἄρ­ρω­στη μὲ καρ­κί­νο στὸν πνεύ­μο­να, καὶ μά­λι­στα, σὲ προ­χω­ρη­μέ­νο στά­διο. Γιὰ θε­ρα­πευ­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει κου­βέν­τα! Ἁ­πλά, πε­ρί­με­νε νὰ πε­θά­νει! Ἀ­δύ­να­τον νὰ τὴν με­τα­πεί­σω.

       Μιὰ μέ­ρα ἦρ­θε καὶ στὸ σπί­τι μου, γιὰ νὰ μοῦ χα­ρί­σει, ἀ­φοῦ θὰ πέ­θαι­νε, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ βιν­τε­ο­κα­σέ­τες σχε­τι­κὲς μὲ ἐ­ξω­γή­ι­νους, ποὺ τὴν εἶ­χε σὲ με­γά­λη ὑ­πό­λη­ψη. Δὲν πι­στεύ­ω στοὺς ἐ­ξω­γή­ι­νους, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἔ­δει­ξα. Με­τά, μοῦ δι­η­γή­θη­κε πῶς ἔ­κα­νε ἀλ­λα­γὴ φύ­λου στὴν Κα­ζαμ­πλάν­κα, πὼς τῆς εἶ­χαν πά­ρει τὸ δι­α­βα­τή­ριο, ὅ­τι ξύ­πνη­σε μὲ φο­βε­ροὺς πό­νους στὴν κλι­νι­κή, δί­πλα σε μιὰ κού­νια μω­ροῦ, γιὰ κά­λυ­ψη κ.λπ., κ.λπ. Στὸ φι­νά­λε ξε­βρα­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ μοῦ ἔ­δει­ξε τὸ αἰ­δοῖ­ο της, γιὰ νὰ μὲ πεί­σει ὅ­τι εἶ­χε γί­νει κα­νο­νι­κὴ γυ­ναί­κα. «Βε­βαί­ως!» τῆς εἶ­πα. ( Ἦ­ταν ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο αἰ­δοῖ­ο, μό­νο πιὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ τὰ νορ­μάλ.)

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη δὲν ξα­νά­δα τὴν Δή­μη­τρα. Μᾶλ­λον θὰ πῆ­γε στὴ παν­σιὸν τῆς μη­τέ­ρας της, ὅ­πως μου εἶ­χε πεῖ, γιὰ νὰ ζή­σει ἐ­κεῖ ὅ­σο και­ρὸ τῆς ἀ­πέ­με­νε. Στὸ σπί­τι της, τὰ παν­τζού­ρια της ἦ­ταν κλει­στὰ γιὰ μῆ­νες, μέ­χρις ὅ­του ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ νέ­ος νοι­κά­ρης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό καί, ἀρ­γό­τε­ρα μὲ τὸν Ρέ­­νο Ἀ­πο­στο­λί­δη στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­οδι­κοῦ Τε­τρά­μη­να, ἐ­νῶ εἶ­χε τὴν ἐ­πιμέ­λεια τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Μπα­λα­ντέ­ζα ποὺ ἔ­βγα­λε ἡ Νο­μαρ­χία Ἀτ­τι­κῆς μὲ χα­ρα­κτι­κὰ τῆς Ἐ­θνι­κῆς Πι­να­κο­θή­κης. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974), Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009), Ἀντιχουντικὰ μέσα στὴ Χούντα (2017).



		

	

Κά­θυ Φίς (Kathy Fish): Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα



Κά­θυ Φίς (Kathy Fish)


Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα

(Baby Baby: Eight Micros)


ΛΟΙ βι­ά­ζον­ται.

Εἰ­δι­κὰ οἱ ἄν­τρες, ποὺ τρέ­χουν νὰ προ­λά­βουν τρέ­να καὶ θυ­σιά­ζουν τοὺς χαρ­το­φύ­λα­κές τους στὶς αὐ­τό­μα­τες πόρ­τες γιὰ νὰ τὶς ἐμ­πο­δί­σουν νὰ κλεί­σουν. Ἄν­τρες στὰ κα­θί­σμα­τα, δι­α­βά­ζον­τας τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τους ἢ ἕ­να βι­βλί­ο τσέ­πης. Ἡ Λὶνγκ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες. Θέ­λει νὰ κολ­λή­σει τὴν φου­σκω­μέ­νη της κοι­λιὰ στὴ μού­ρη τους. Κοι­τά­ζει τὸ εἴ­δω­λό της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Φο­ρά­ει ἕ­να κου­στού­μι ψα­ρο­κό­κα­λο γιὰ ἐγ­κύ­ους μὲ ἕ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο φι­όγ­κο στὸ λαι­μό. Μοιά­ζει χον­τρὴ καὶ θυ­μω­μέ­νη, ἀλ­λὰ γι­ορ­τι­νή.


* * *


Ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴ γέν­να, ἡ Λὶνγκ ἐ­πι­στρέ­φει στὴ δου­λειά της στὸ κέν­τρο τῆς πό­λης. Βγά­ζει γά­λα μὲ τὸ θή­λα­στρο μέ­σα στὶς γυ­ναι­κεῖ­ες του­α­λέ­τες κα­θι­σμέ­νη πά­νω στὴ λε­κά­νη. Οἱ συ­νά­δελ­φοί της μπαί­νουν μέ­σα γιὰ νὰ κα­του­ρή­σουν ἢ νὰ πλύ­νουν τὰ δόν­τια τους καὶ τὸ θή­λα­στρο σφυ­ρί­ζει καὶ ἡ Λὶνγκ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση της ζη­τά­ει συ­γνώ­μη… λέ­ει λυ­πᾶ­μαι.


* * *


Πρὶν ξη­με­ρώ­σει, βά­ζει τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας στὸ μω­ρὸ μέ­σα στὸ Escort καὶ τοῦ χώ­νει στὸ στό­μα ἕ­να μπιμ­πε­ρό. Ἀ­φή­νει τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα αὐ­το­κι­νή­του στὸ σπί­τι τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ τὸ πά­ρει ὁ ἄν­τρας της ποὺ παίρ­νει τὸ παι­δὶ ὅ­ταν σχο­λά­ει ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ πη­γαί­νει σπί­τι μὲ τὸ Toyota του. Τὸ μω­ρὸ ἀ­κού­ει Bruce Springsteen στὸ Toyota καὶ τὴ Σο­νά­τα τοῦ Σε­λη­νό­φω­τος στὸ Escort.


* * *


Ἡ Λὶνγκ δί­νει στὴν μπείμ­πι σί­τερ μι­σὸ φλι­τζά­νι μη­τρι­κὸ γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τά­ψυ­ξη σὲ μιὰ σα­κού­λα. Ἡ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γνέ­φει ἀ­δι­ά­φο­ρα. «Θὰ τὸ ἀ­να­μεί­ξω μὲ τὸ γά­λα σὲ σκό­νη ποὺ παίρ­νει», λέ­ει. «Σοῦ ἔ­φυ­γε ἕ­νας πόν­τος ἀπ’ τὸ καλ­σόν.»


* * *


Ἡ Λὶνγκ δὲν κοι­μᾶ­ται κα­θό­λου καὶ δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­δο­τι­κὴ στὴ δου­λειά της. Θὰ πα­ραι­τοῦν­ταν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ἄ­φραγ­κοι. Ξαφ­νι­κά, δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά. Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Ρω­τά­ει τοὺς συ­να­δέλ­φους της. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ κώ­δι­κες; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ δι­α­δι­κα­σί­α; Πλη­κτρο­λο­γεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, τρώ­ει λαί­μαρ­γα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τσάν­τα πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο της. Κα­μιὰ φο­ρὰ κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ὅ­τι τὸ μω­ρὸ ἔ­χει μπεῖ πά­λι μέ­σα στὸ στο­μά­χι της. Μό­νο ποὺ τώ­ρα τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι μιὰ μα­ϊ­μοῦ.


* * *


Τὰ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα παίρ­νει τὸ μω­ρὸ καὶ πά­ει μα­κριοὺς πε­ρι­πά­τους. Μιὰ φο­ρὰ εἶ­χαν κά­νει σχε­δὸν πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα καὶ τὸ μω­ρὸ πεί­να­σε καὶ ἡ Λὶνγκ εἶ­χε ξε­χά­σει νὰ πά­ρει μα­ζί της μπιμ­πε­ρό. Γύ­ρι­σε πί­σω τρέ­χον­τας, σκον­τά­φτων­τας στὶς ρωγ­μὲς τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου, ἐ­νῶ τὸ μω­ρὸ οὔρ­λια­ζε.


* * *


Ὁ ἄν­τρας της κα­νο­νί­ζει νὰ βρεῖ μιὰ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πάρ­τυ. Τὸ πάρ­τυ εἶ­ναι μιὰ βρα­διὰ στὸ Λὰς Βέγ­κας καὶ πον­τά­ρουν στὶς ρου­λέ­τες καὶ κου­τσομ­πο­λεύ­ουν μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους τοῦ ἄν­τρα της καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες τους. Στὸ τρα­πέ­ζι τῶν ζα­ρι­ῶν, ἡ Λὶνγκ λέ­ει στὴν με­γα­λύ­τε­ρη γυ­ναί­κα δί­πλα της, ἔ­χω ἕ­να βρέ­φος τρι­ῶν μη­νῶν. Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι εἶ­μαι ἐ­δῶ καὶ ἡ γυ­ναί­κα τῆς δί­νει μιὰ γου­λιὰ ἀ­π’ τὸ κο­κτέ­ιλ της.


* * *


Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη μέ­ρα κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, ἡ Λὶνγκ μπαί­νει στὸ σπί­τι τρέ­χον­τας καὶ πε­τά­ει τ’ ἀ­θλη­τι­κά της πα­πού­τσια. Ξε­κουμ­πώ­νει τὴν φού­στα της καὶ κα­τε­βά­ζει τὸ καλ­σόν της καὶ παίρ­νει τὸ μω­ρὸ ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄν­τρα της. Ξα­πλώ­νει πί­σω, ση­κώ­νει τὸ μω­ρὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι της καὶ τὸ κου­νά­ει στὸν ἀ­έ­ρα μπρὸς καὶ πί­σω μέ­σα στὰ τεν­τω­μέ­να της χέ­ρια. Τρα­γου­δᾶ:

ἂχ μω­ρά­κι μω­ρά­κι

πά­νω ἀ­π’ τὸν κό­σμο πε­τᾶς

ψά­χνον­τας παι­χνί­δια καὶ κα­ρα­μέ­λες.



Πη­γή: http://www.friggmagazine.com/issuetwentyfour/poemsstories/fiction/fish/babybaby.htm

Κά­θυ Φὶς (Kathy Fish). Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ σύμ­βου­λος στὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ πρό­γραμ­μα Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ντέν­βερ, Regis University. Ἡ τέ­ταρ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Rift (Ρωγ­μή), γραμ­μέ­νη σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Robert Vaughan, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2015 ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Unknown Press. Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα: https://www.kathy-fish.com/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver): Μικροπράγματα



Ρέϊμοντ Κάρβερ (Raymod Carver)


Μικροπράγματα

(Little Things)


Ο ΠΡΩΪ ὁ και­ρὸς ἄλ­λα­ξε καὶ τὸ χι­ό­νι ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται λα­σπό­νε­ρο. Μι­κρὰ ρυά­κια ἔ­στα­ζαν ἀ­π’ τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι ποὺ ἔ­βλε­πε στὴν πί­σω αὐ­λή. Στὸν δρό­μο, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα σκορ­ποῦ­σαν τὸ λα­σπω­μέ­νο χι­ό­νι. Ἔ­ξω σκο­τεί­νια­ζε. Ἀλ­λὰ σκο­τεί­νια­ζε καὶ μέ­σα. Ὁ ἄν­τρας ἦ­ταν στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­χω­νε ροῦ­χα σὲ μιὰ βα­λί­τσα. Τό­τε φά­νη­κε στὴν πόρ­τα ἡ γυ­ναί­κα.

            «Πό­σο χαί­ρο­μαι, πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» τοῦ εἶ­πε. «Τ’ ἀ­κοῦς;»

            Ὁ ἄν­τρας συ­νέ­χι­σε νὰ φτιά­χνει τὴ βα­λί­τσα.

            «Πα­λι­ο­μα­λά­κα! Πό­σο χαί­ρο­μαι ποὺ φεύ­γεις!» Ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. «Οὔ­τε νὰ μὲ κοι­τά­ξεις δὲν μπο­ρεῖς, ἔ;» Τό­τε πρό­σε­ξε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ μω­ροῦ στὸ κρε­βά­τι. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι καὶ τὴν ἔ­πι­α­σε. Ὁ ἄν­τρας τὴν κοί­τα­ξε κι αὐ­τὴ σκού­πι­σε τὰ δά­κρυ­ά της καὶ τὸν κάρ­φω­σε μὲ τὸ βλέμ­μα. Ἔ­πει­τα στρά­φη­κε καὶ γύ­ρι­σε στὸ σα­λό­νι. «Φέ­ρ’ τη πί­σω», τῆς εἶ­πε.

            «Μά­ζε­ψ’ τα καὶ δρό­μο», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Αὐ­τὸς δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἔ­κλει­σε τὴ βα­λί­τσα, φό­ρε­σε τὸ παλ­τό του, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ γύ­ρω του στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὸ σα­λό­νι. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­στε­κε στὴν πόρ­τα τῆς στε­νῆς κου­ζί­νας μὲ τὸ μω­ρὸ στὴν ἀγ­κα­λιά.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό», τῆς εἶ­πε.

            «Τρε­λά­θη­κες;»

            «Ὄ­χι. Θέ­λω τὸ μω­ρό. Θὰ στεί­λω κά­ποι­ον νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του».

            «Μὴν τολ­μή­σεις νὰ τ’ ἀ­κουμ­πή­σεις.»

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ κλαί­ει καὶ ἡ γυ­ναί­κα ξε­τύ­λι­ξε τὴν κου­βέρ­τα ποὺ σκέ­πα­ζε τὸ κε­φά­λι του.

            «Σώ­πα, κα­λό μου, σώ­πα», εἶ­πε.

            Ὁ ἄν­τρας πῆ­γε πρὸς τὸ μέ­ρος της.

            «Χρι­στὲ καὶ Κύ­ρι­ε!» εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Ἔ­κα­νε ἕ­να βῆ­μα πί­σω καὶ μπῆ­κε στὴν κου­ζί­να.

            «Θέ­λω τὸ μω­ρό.»

            «Σή­κω φύ­γε!»

            Τοῦ γύ­ρι­σε τὴν πλά­τη καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ κρα­τή­σει τὸ μω­ρὸ μα­κριά του, σὲ μιὰ γω­νιὰ πί­σω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Ἀλ­λὰ αὐ­τὸς πλη­σί­α­σε. Τεν­τώ­θη­κε πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο κι ἔ­πι­α­σε σφι­χτὰ τὸ μω­ρό.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Φύ­γε, φύ­γε ἀ­πὸ δῶ!» φώ­να­ξε ἡ γυ­ναί­κα.

            Τὸ μω­ρὸ εἶ­χε ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νί­σει καὶ οὔρ­λια­ζε. Κα­θὼς πά­λευ­αν, ἔ­ρι­ξαν μιὰ γλά­στρα ποὺ κρε­μό­ταν πά­νω ἀ­π’ τὸν φοῦρ­νο.

            Σὲ λί­γο ὁ ἄν­τρας τὴ στρί­μω­ξε στὸν τοῖ­χο. Πά­σχι­ζε νὰ τῆς ἀ­νοί­ξει τὴ λα­βή. Ἕ­σφιγ­γε τὸ μω­ρὸ καὶ τὴν ἔ­σπρω­χνε μ’ ὅ­λο του τὸ βά­ρος.

            «Ἄ­σ’ το», τῆς εἶ­πε.

            «Στα­μά­τα, τὸ πο­νᾶς.»

            «Δὲν τὸ πο­νά­ω.»

            Ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κου­ζί­νας δὲν ἔμ­παι­νε φῶς. Μὲς στὸ μι­σο­σκό­τα­δο, ὁ ἄν­τρας πά­λευ­ε νὰ ἀ­νοί­ξει τὰ σφι­χτά της δά­χτυ­λα μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ μὲ τὸ ἄλ­λο ἅρ­πα­ξε τὸ μω­ρό, ποὺ τσί­ρι­ζε, ἀ­πὸ τὸ ἕ­να μπρά­τσο του λί­γο κά­τω ἀ­π’ τὸν ὦ­μο. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­νι­ω­σε τὰ δά­χτυ­λά της νὰ ὑ­πο­χω­ροῦν καὶ νὰ ἀ­νοί­γουν. Ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι τὸ μω­ρό της ἔ­φευ­γε ἀ­π’ τὰ χέ­ρια.

            «Μή!» οὔρ­λια­ξε τὴ στιγ­μὴ ποὺ τὰ δά­χτυ­λά της ἄ­νοι­ξαν. Ὅ­μως τὸ μω­ρὸ σκό­πευ­ε νὰ τὸ κρα­τή­σει. Γρά­πω­σε τὸ ἄλ­λο χέ­ρι του. Τὸ ἔ­πι­α­σε ἀ­π’ τὸν καρ­πὸ κι ἔ­ρι­ξε ὅ­λο της τὸ βά­ρος πί­σω. Ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν ἄ­φη­νε τὸ μω­ρό. Τὸ ἔ­νι­ω­σε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­π’ τὰ χέ­ρια του καὶ τὸ τρά­βη­ξε πρὸς τὸ μέ­ρος του πο­λὺ δυ­να­τά. Καὶ μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, τὸ θέ­μα τα­κτο­ποι­ή­θη­κε.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Where I’m Calling From: The Selected Stories, Atlantic Monthly Press, 1988. Copyright © 1988 by Tess Gallagher.

https://www.wsfcs.k12.nc.us/cms/lib/nc01001395/centricity/domain/796/little_things.pdf

Ρέ­ϊ­μοντ Κάρ­βερ (Raymond Carver) (Ὄ­ρεγ­κον, ΗΠΑ 1938 – Πὸρτ Ἄν­τζε­λες, Οὐ­ά­σιν­γκτον, ΗΠΑ, 1938). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­η­τής, δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το του δι­ή­γη­μα τὸ 1961. Ἐ­πὶ χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια. Τὸ 1983 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Μίλ­ντρεντ καὶ Χά­ρολντ Στρά­ους ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α Τε­χνῶν καὶ Γραμ­μά­των, ποὺ ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ἀ­πε­ρί­σπα­στος στὸ γρά­ψι­μο. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ κυ­κλο­φό­ρησε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Ὁ κα­θε­δρι­κὸς να­ός, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (1980). Ἐ­ξέ­δω­σε δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (­λη­θι­νὴ ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες [2007] καὶ ­στεῖ­ο [2012] καὶ συ­νυ­πέ­γρα­ψε τὸ σε­νά­ριο ἑ­νὸς κό­μικ (Τὸ πτῶ­μα, 2011). Με­τέ­φρα­σε τοὺς Τρι­λο­βί­τες τοῦ Breece Pancake (2015) καὶ τὸ ­με­ρο­λό­γιο προ­σευ­χῆς τῆς Flannery O’Connor (2015).

***

Δραματοποίηση:

Σκηνοθεσία: Luke Malone

Παίζουν: Sarah Hunt καὶ Robert Rios



		

	

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley): Δι­και­ο­σύ­νη – μιὰ ἀρ­χή



Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley)


Δι­και­ο­σύ­νη μιὰ ἀρ­χή

(Justice – a beginning)


ΙΑ ΜΕΡΑ, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, σὲ μιὰ γω­νί­α στὸ Κά­τω Μαν­χάτ­ταν, κά­που κον­τὰ στὸ Κα­νά­λι· ἔ­χον­τας ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ κα­θῆ­κον τῆς ἐ­νόρ­κου στὸ ὁρ­κω­τὸ δι­κα­στή­ριο, ἔ­χον­τας γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια κρί­νει ἕ­να ἄλ­λο ἀν­θρώ­πι­νο ὂν καὶ ἔ­χον­τας κα­τα­δι­κά­σει τὸ ὂν αὐ­τό, σκε­φτό­ταν γιὰ τὴ δι­και­ο­σύ­νη, αὐ­τὴ τὴ βα­ριὰ λέ­ξη. Ὡς μέ­λος τῆς Παγ­κό­σμιας Ἕ­νω­σης Μη­τέ­ρων, εἶ­χε δεῖ καὶ τὴ μη­τέ­ρα τοῦ ἄν­τρα. Εἶ­χε γεί­ρει στὸ στα­σί­δι τοῦ μάρ­τυ­ρα, τὸ πρό­σω­πό της ἦ­ταν σὰν ἕ­να λου­λού­δι ποὺ πέ­θαι­νε στὸ τέ­λος τῆς ἐ­πο­χῆς του, ψι­λό­λι­γνο φύλ­λω­μα ἀ­πὸ κί­τρι­νες ἴ­νες ποὺ τὶς πή­γαι­ναν πέ­ρα-δῶ­θε τὰ ἀ­ε­ρά­κια καὶ τὰ μπου­ρί­νια τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Σὰν ἕ­νας ἡ­λί­αν­θος στὰ μι­σὰ τοῦ φθι­νο­πώ­ρου πού ‘χει χά­σει τὸν ἥ­λιο, σκέ­φτη­κε ἡ Φέ­ιθ, ἀ­φή­νον­τας τὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὸν και­ρὸ νὰ κου­νοῦν τὸ βα­ρύ του κε­φά­λι.

       Πα­ρό­λ’ αὐ­τὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­τρας εἶ­χε στρέ­ψει ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ ὅ­πλο στὸ κε­φά­λι τοῦ γέ­ρου μπα­κά­λη καὶ τοῦ εἶ­χε πά­ρει τὸ μι­σό του με­ρο­κά­μα­το, πε­ρί­που εἴ­κο­σι ἑ­φτὰ δολ­λά­ρια. Ἀ­μέ­σως, ἡ Φέ­ιθ σκέ­φτη­κε —ὅ­πως συ­χνὰ ἔ­κα­νε— τὸ πε­λώ­ριο ὅ­πλο ποὺ στρε­φό­ταν στὸ κε­φά­λι τοῦ πλα­νή­τη μας καὶ τὰ μι­κρό­τε­ρα φτη­νὰ ὅ­πλα ποὺ στό­χευ­αν ὅ­λα τὰ μι­κρὰ ἔ­θνη ποὺ μό­λις σή­κω­ναν τὸ κε­φά­λι τους. Πι­θα­νό­τα­τα εἶ­πε Σκα­τὰ ἢ ἀ­κό­μα Γα­μῶ­το. Πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι, με­ρι­κοὶ φί­λοι της, πραγ­μα­τι­κὰ μι­σοῦ­σαν τὸ πῶς πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ ἕ­να κα­θη­με­ρι­νὸ γε­γο­νὸς σὲ μιὰ πλα­νη­τι­κὴ με­τα­φο­ρά. Ἄλ­λοι σκέ­φτον­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἀ­πό­λυ­το δί­κιο.

       Ἔ­γει­ρε πά­νω σ’ ἕ­να ἀ­μά­ξι, κοί­τα­ξε τρι­γύ­ρω καὶ εἶ­δε τὸν ψη­λὸ τοῖ­χο ἑ­νὸς ἑ­ξα­ώ­ρο­φου κτι­ρί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ πα­λιὰ ὄ­ψη εἶ­χε κα­τε­δα­φι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὸ δι­πλα­νό του κτί­σμα, ἀ­φή­νον­τας ἕ­να ὠ­χρὸ πρά­σι­νο νε­ο­ϋρ­κέ­ζι­κο ἀ­πο­τύ­πω­μα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς σκά­λες, πλα­τύ­σκα­λα, μυ­στη­ρι­ώ­δη κά­θε­τα κι ὁ­ρι­ζόν­τια δο­κά­ρια. Δὲν τὸ ἀν­τι­με­τώ­πι­σε κο­σμι­κὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ἀλ­λὰ μὲ θαυ­μα­σμὸ γιὰ τὶς κα­λο­φτι­αγ­μέ­νες καὶ πε­ρί­ερ­γες δι­α­κο­σμή­σεις ποὺ ἔ­φε­ρε ὁ και­ρὸς καὶ ἡ πα­ρακ­μή. Ἕ­νας πε­ρα­στι­κός στα­μά­τη­σε, τὴν εἶ­δε ποὺ κοί­τα­ζε καὶ ξε­φυ­σοῦ­σε. Λοι­πόν, εἶ­πε, τί σκέ­φτε­στε κυ­ρί­α μου; Εἶ­ναι σὰν ὅ­λους ἐ­μᾶς. Θὰ κα­ταρ­ρεύ­σει ἐν­τε­λῶς ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

       Στὸ σπί­τι ἐ­ξε­πλά­γη ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ Ἄν­το­νι. Ἦ­ταν ἡ μέ­ση τῆς βδο­μά­δας. Ἀ­πὸ δῶ ἡ Τζούν­τι, εἶ­πε. Τὴ θυ­μᾶ­σαι; Βε­βαί­ως, εἶ­πε ἐ­κεί­νη. Τό­τε τοῦ ‘πε ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι κι ἐ­κεί­νη θὰ κα­ταρ­ρεύ­σει ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, πι­θα­νό­τα­τα ἕ­νε­κα τῆς δι­και­ο­σύ­νης καὶ τοῦ ψυ­χροῦ της προ­σώ­που.

       Ἀλ­λὰ, Μα­μά, τῆς εἶ­πε, τὸ πρό­σω­πό σου δὲν εἶ­ναι ψυ­χρό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ,τι ἦ­ταν τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα. Σω­στά, εἶ­πε ἡ Τζούν­τι, Τί τέ­λη Ὀ­κτώ­βρη τί ἀρ­χὲς Νο­έμ­βρη, τί λές, Ἄν­το­νι; Ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γέ­λα­σε γιὰ νὰ τῆς δώ­σει θάρ­ρος. Ἦ­ταν ντρο­πα­λή, ἀλ­λὰ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔ­κα­νε ὡ­ραῖ­ες προ­τά­σεις. Ὁ Ἄντονι καμιὰ φορὰ ἀγανακτοῦσε. Ὅ­ταν στα­μά­τη­σαν, εἶ­πε, Εἰ­λι­κρι­νά, παι­διά, αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κά­ποι­ο σχό­λιο, ἦ­ταν ἁ­πλὰ γιόγ­κα.

       Κα­λά, κα­λά, εἶ­πε ἡ Φέ­ιθ, ἔ­χει κά­τι νό­στι­μα πράγ­μα­τα στὸ ψυ­γεῖ­ο. Θέ­λη­σε νὰ πά­ει στὸ δω­μά­τιό της καὶ νὰ κα­θί­σει στὴν ὡ­ραί­α κα­ρέ­κλα ποὺ εἶ­χε πρό­σφα­τα ἀ­γο­ρά­σει γιὰ νὰ νι­ώ­θει ἄ­νε­τα ὅ­ταν κά­θε­ται νὰ ση­μει­ώ­σει ἢ νὰ γρά­ψει τί­πο­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ σκε­φτεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο σχε­τι­κὰ μὲ τὸ σύ­στη­μα τῶν ἐ­νόρ­κων, ἰ­δι­αί­τα­τα γιὰ τοὺς συ­νερ­γά­τες της στὴν ἔ­νορ­κη δι­α­δι­κα­σί­α. Ἐ­πί­σης ὁ κα­πι­τα­λι­σμὸς ἐ­πρό­κει­το νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ σο­βα­ρὸ πο­νο­κέ­φα­λο γιὰ τὸν πλα­νή­τη. Σκε­φτό­ταν νὰ δο­κι­μά­σει νὰ συν­θέ­σει ἕ­να ποί­η­μα ἐ­νάν­τια στὸν κα­πι­τα­λι­σμὸ ξε­κι­νών­τας ἀ­π’ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν ἀ­φε­τη­ρί­α.

       Με­τὰ ἀ­πὸ κα­μιὰ ὥ­ρα ὁ Ἄν­το­νι χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Μα­μά, ὅ­ταν στα­μα­τή­σεις νὰ θὲς νὰ εἶ­σαι μό­νη, ἔ­λα νὰ πι­εῖς λί­γο τσά­ι μα­ζί μας. Ἔ­χου­με πο­λὺ κα­κὰ νέ­α γιὰ σέ­να. Αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ ἂν ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε πεῖ, Ἔ­λα νὰ φᾶ­με λί­γο γλυ­κό, κι ἔ­χου­με με­ρι­κά ὑ­πέ­ρο­χα νέ­α γιὰ σέ­να, δὲ θά ‘βγαι­νε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιό της.

       Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, ἐ­νῶ ἐρ­χό­ταν στὴν πόρ­τα. Εἶ­μαι ἕ­τοι­μη, νο­μί­ζω. Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, πές μου.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Δι­και­ο­σύ­νη – μιὰ ἀρ­χὴ» («Justice – a beginning») προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ The Massachusetts Review 49, 4 (Χει­μώ­νας 2008) 423-424.

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley) (1922-2007). Συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

 

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Εἰ­κό­να: Ἡ Γκρέ­ις Πέ­ι­λι σὲ δι­α­δή­λω­ση ἐ­ναν­τί­ον τῶν βια­σμῶν γυ­ναι­κῶν καὶ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­πέμ­βα­σης στὸ Ἒλ Σαλ­βα­δόρ.