Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson): Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ



Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis Johnson)


Στα­θε­ρὰ χέ­ρια στὴ Γε­νι­κὴ Κλι­νι­κή τοῦ Σιά­τλ

(Steady Hands at Seattle General)


Ε ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ΜΕΣΑ ὄ­χι μό­νο μπό­ρε­σα καὶ ξυ­ρί­στη­κα ἀλ­λὰ καὶ κα­τά­φε­ρα νὰ ξυ­ρί­σω ἕ­ναν-δυ­ὸ και­νού­ριους, δι­ό­τι οἱ οὐ­σί­ες ποὺ μοῦ χο­ρή­γη­σαν σὲ ἐ­νέ­σι­μη μορ­φὴ ἔ­φε­ραν κα­τα­πλη­κτι­κὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Λέ­ω κα­τα­πλη­κτι­κὸ δι­ό­τι λί­γες μό­λις ὧ­ρες νω­ρί­τε­ρα μὲ εἶ­χαν τσου­λή­σει κα­θι­σμέ­νο σὲ κα­ρο­τσά­κι μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­δρό­μους στοὺς ὁ­ποί­ους βί­ω­σα τὴν πα­ραί­σθη­ση μιᾶς ἁ­πα­λῆς, κα­λο­και­ρι­νῆς βρο­χῆς. Στὰ δω­μά­τια τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ τὰ ἀν­τι­κεί­με­να —βά­ζα, στα­χτο­δο­χεῖ­α, κρε­βά­τια— μοῦ εἶ­χαν φα­νεῖ ὑ­γρὰ καὶ τρο­μα­χτι­κά· ἔ­δει­χναν νὰ μὴν πο­λυ­νοι­ά­ζον­ται νὰ συγ­κα­λύ­ψουν τὰ πραγ­μα­τι­κά τους νο­ή­μα­τα.

       Μοῦ χο­ρή­γη­σαν κάμ­πο­σες δό­σεις μὲ τὴ σύ­ριγ­γα, κι ἔ­νι­ω­θα λὲς κι εἶ­χα γί­νει ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ προ­η­γου­μέ­νως ἤ­μουν ἕ­να ἐ­λα­φρὺ κομ­μά­τι φε­λι­ζόλ. Ἔ­φε­ρα τὰ χέ­ρια μου ψη­λὰ μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου. Τὰ χέ­ρια ἦ­ταν ἀ­κί­νη­τα ὅ­πως τὰ χέ­ρια κά­ποι­ου γλυ­πτοῦ.

       Ξύ­ρι­σα τὸν συγ­κά­τοι­κό μου στὸ δω­μά­τιο, τὸν Μπίλ. «Μὴν κά­νεις κά­να ἀ­στεῖο μὲ τὸ μου­στά­κι μου», εἶ­πε.

       «Ἐν­τά­ξει ὣς ἐ­δῶ;»

       «Ὣς ἐ­δῶ ναί.»

       «Θὰ σοῦ φτιά­ξω καὶ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά.»

       «Λο­γι­κὸ ἀ­κού­γε­ται, σύν­τρο­φε.»

       Ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἕ­να ζυ­γω­μα­τι­κὸ ὁ Μπὶλ εἶ­χε ἕ­να μι­κρὸ ση­μά­δι στὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που μιὰ σφαί­ρα τὸν εἶ­χε βρεῖ στὸ πρό­σω­πο καὶ στὸ ἄλ­λο μά­γου­λο εἶ­χε μιὰ ἐ­λα­φρῶς με­γα­λύ­τε­ρη οὐ­λή· ἐ­κεῖ τὸ βλῆ­μα εἶ­χε φτά­σει μέ­χρι μέ­σα.

       «Τό­τε ποὺ σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν ἔ­τσι μὲς στὰ μοῦ­τρα, ἡ σφαί­ρα ἔ­κα­νε τί­πο­τα ἐν­δι­α­φέ­ρον στὴ συ­νέ­χεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω; Δὲν κρά­τη­σα ση­μει­ώ­σεις. Ἀ­κό­μα κι ἂν αὐ­τὴ προ­χω­ρή­σει μέ­σα βα­θιά, ἐ­σὺ νι­ώ­θεις πὼς μό­λις σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν στὸ κε­φά­λι.»

       «Κι αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ οὐ­λὴ ἐ­δῶ, στὴ φα­βο­ρί­τα σου;»

       «Δὲν ξέ­ρω. Ἴ­σως τὴν ἔ­χω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ γεν­νή­θη­κα. Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν βλέ­πω.»

       «Μιὰ μέ­ρα θὰ δι­α­βά­ζουν γιὰ σέ­να σὲ κά­ποι­ο δι­ή­γη­μα ἢ σὲ κά­ποι­ο ποί­η­μα. Θέ­λεις νὰ πε­ρι­γρά­ψεις τὸν ἑ­αυ­τό σου γι’ αὐ­τοὺς τοὺς ἀν­θρώ­πους;»

       «Χμ, δὲν ξέ­ρω. Εἶ­μαι ἕ­νας σκα­το­χον­τρός, κά­τι τέ­τοι­ο.»

       «Ὄ­χι, σο­βα­ρο­λο­γῶ.»

       «Σι­γὰ ποὺ θὰ κα­θί­σεις νὰ γρά­ψεις γιὰ μέ­να.»

       «Ρέ, εἶ­μαι συγ­γρα­φέ­ας.»

       «Ἀ­φοῦ εἶ­ναι ἔ­τσι, πές τους ἁ­πλῶς ὅ­τι εἶ­μαι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Εἶ­ναι ὑ­πέρ­βα­ρος.»

       «Μ’ ἔ­χουν πυ­ρο­βο­λή­σει δυ­ὸ φο­ρές.»

       «Δυ­ὸ φο­ρές;»

       «Μιὰ φο­ρὰ ἡ κά­θε γυ­ναί­κα μου, τρεῖς σφαῖ­ρες στὸ σύ­νο­λο, μᾶς κά­νει τέσ­σε­ρις τρύ­πες· τρεῖς μπαί­νον­τας καὶ μί­α βγαί­νον­τας.»

       «Κι εἶ­σαι ἀ­κό­μα ζων­τα­νός.»

       «Ἔ­χεις σκο­πὸ ν’ ἀλ­λά­ξεις τί­πο­τε ἀ­π’ αὐ­τὰ γιὰ τὸ ποί­η­μά σου;»

       «Ὄ­χι. Θὰ μποῦν ὅ­λα λέ­ξη πρὸς λέ­ξη.»

       «Πο­λὺ κα­κὸ αὐ­τό, δι­ό­τι μὲ τὸ νὰ μὲ ρω­τᾶς ἂν εἶ­μαι ζων­τα­νὸς μοιά­ζεις κομ­μα­τά­κι χα­ζός. Προ­φα­νῶς εἶ­μαι ζων­τα­νός.»

       «Κοί­τα, ἴ­σως ἐν­νο­ῶ ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α. Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λᾶς, καὶ νὰ μὴν εἶ­σαι, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ζων­τα­νὸς μὲ μιὰ βα­θύ­τε­ρη ἔν­νοι­α.»

       «Δὲν πά­ει πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὰ σκα­τὰ ποὺ μέ­σα τους κο­λυμ­πᾶ­με αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή.»

       «Τί θὲς νὰ πεῖς; Εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὰ ἐ­δῶ πέ­ρα. Μᾶς δί­νουν μέ­χρι καὶ τσι­γά­ρα.»

       «Ἐ­μέ­να δὲν μοῦ ’­δω­σαν ἀ­κό­μα.»

       «Ὁ­ρί­στε, πά­ρε.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ, ρέ.»

       «Μοῦ τὸ ξε­πλη­ρώ­νεις μό­λις σοῦ δώ­σουν τὰ δι­κά σου.»

       «Ἴ­σως.»

       «Τί εἶ­πες ὅ­ταν σὲ πυ­ρο­βό­λη­σαν;»

       «Εἶ­πα: “Μὲ πυ­ρο­βό­λη­σες!”»

       «Καὶ τὶς δυ­ὸ φο­ρές; Καὶ στὶς δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες;»

       «Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ δὲν εἶ­πα τί­πο­τα, για­τί μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε στὸ στό­μα.»

       «Ἄ­ρα δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ μι­λή­σεις.»

       «Σω­ρι­ά­στη­κα ἀ­ναί­σθη­τος, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μι­λή­σω. Κι ἀ­κό­μα θυ­μᾶ­μαι τὸ ὄ­νει­ρο ποὺ ἔ­βλε­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ τὴν ἔ­τρω­γα ἐ­κεί­νη τὴ φο­ρά.»

       «Τί ὄ­νει­ρο ἦ­ταν;»

       «Πῶς θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ σοῦ πῶ γι’ αὐ­τό; Ὄ­νει­ρο ἦ­ταν. Καὶ δὲν ἔ­βγα­ζε κα­νέ­να γα­μω­νό­η­μα. Τὸ θυ­μᾶ­μαι ὅ­μως κα­λά.»

       «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ πε­ρι­γρά­ψεις ἔ­στω λί­γο;»

       «Ἀ­λή­θεια, δὲν ξέ­ρω τί πε­ρι­γρα­φὴ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μὲ συγ­χω­ρεῖς.»

       «Ὁ­τι­δή­πο­τε. Τὸ πα­ρα­μι­κρό.»

       «Λοι­πόν, τὸ μό­νο σί­γου­ρο, τὸ ὄ­νει­ρο εἶ­ναι κά­τι ποὺ ἐ­πα­νέρ­χε­ται ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ἐν­νο­ῶ ἐ­πα­νέρ­χε­ται τὴν ὥ­ρα ποὺ εἶ­μαι ξύ­πνιος. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ θυ­μᾶ­μαι τὴν πρώ­τη μου γυ­ναί­κα, θυ­μᾶ­μαι ποὺ τρά­βη­ξε τὴ σκαν­δά­λη ση­μα­δεύ­ον­τάς με κι ὕ­στε­ρα, νά το πά­λι ἐ­κεῖ­νο τὸ ὄ­νει­ρο…

       «Καὶ τὸ ὄ­νει­ρο δὲν ἦ­ταν – θέ­λω νὰ πῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε σ’ αὐ­τὸ τί­πο­τα θλι­βε­ρό. Ὅ­μως, ὅ­ταν τὸ θυ­μᾶ­μαι, λέ­ω, Γα­μῶ­το, ρὲ φί­λε, στ’ ἀ­λή­θεια, στ’ ἀ­λή­θεια μὲ πυ­ρο­βό­λη­σε. Καὶ νά το πά­λι τὸ ὄ­νει­ρο.»

       «Μή­πως ἔ­χεις δεῖ ἐ­κεί­νη τὴν ται­νί­α μὲ τὸν Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ, τὸ Follow That Dream

       «Τὸ Follow That Dream. Ναί, τό’ χω δεῖ. Τώ­ρα δὰ θὰ τό ’­λε­γα κι­ό­λας.»

       «Εἶ­σαι ἕ­τοι­μος. Τε­λεί­ω­σα μὲ τὸ ξύ­ρι­σμα. Κοι­τά­ξου στὸν κα­θρέ­φτη.»

       «Ἔ­γι­νε.»

       «Τί βλέ­πεις;»

       «Πῶς κα­τά­φε­ρα κι ἔ­γι­να τό­σο χον­τρός, ἀ­φοῦ δὲν τρώ­ω πο­τέ;»

       «Αὐ­τὸ μό­νο;»

       «Ἔ, δὲν ξέ­ρω. Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὴ ζω­ή σου.»

       «Χά! Κα­λὸ κι αὐ­τό.»

       «Πές μου κά­τι γιὰ τὸ πα­ρελ­θόν σου.»

       «Σὰν τί θὲς ν’ ἀ­κού­σεις;»

       «Ὅ­ταν κοι­τᾶς πρὸς τὰ πί­σω, τί βλέ­πεις;»

       «Κα­τε­στραμ­μέ­να ἁ­μά­ξια.»

       «Βλέ­πεις κι ἀν­θρώ­πους μέ­σα σ’ αὐ­τά;»

       «Ναί.»

       «Ποι­οὺς βλέ­πεις;»

       «Ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν εἶ­ναι τώ­ρα πα­ρὰ σκέ­το κρέ­ας, φί­λε.»

       «Εἶ­ναι ἔ­τσι στ’­ἀ­λή­θεια;»

       «Ποῦ θὲς νὰ ξέ­ρω πῶς εἶ­ναι; Ἐ­γὼ μό­λις ἦρ­θα ἐ­δῶ πέ­ρα. Καὶ βρο­μά­ει.»

       «Πλά­κα κά­νεις; Ἐ­δῶ μας πο­τί­ζουν ἀ­λο­πε­ρι­δό­λη μὲ τὸ λί­τρο. Πάρ­κο γιὰ νή­πια εἶ­ναι.»

       «Τὸ ἐλ­πί­ζω. Για­τί ἔ­χω βρε­θεῖ σὲ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ μό­νο ποὺ κά­νουν εἶ­ναι νὰ σὲ τυ­λί­γουν μ’ ἕ­να βρεγ­μέ­νο σεν­τό­νι καὶ νὰ σοῦ δί­νουν νὰ δαγ­κώ­νεις ἕ­να λα­στι­χέ­νιο παι­χνί­δι γιὰ κου­τά­βια.»

       «Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ μὲ φαν­τα­στῶ νὰ ζῶ ἐ­δῶ δυ­ὸ βδο­μά­δες κά­θε μή­να.»

       «Κοί­τα, εἶ­μαι με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ σέ­να. Ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις με­ρι­κοὺς ἀ­κό­μα γύ­ρους σ’ αὐ­τὸν ἐ­δῶ τὸν τρο­χὸ καὶ πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τὰ νὰ κα­τορ­θώ­νεις πάν­τα νὰ βγαί­νεις μὲ τὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια σου στὴ σω­στὴ θέ­ση. Ἐ­γὼ ὄ­χι.»

       «Ρέ, εἶ­σαι μιὰ χα­ρά.»

       «Γιὰ μί­λα ἐ­δῶ μέ­σα.»

       «Νὰ μι­λή­σω μέ­σα στὴν τρύ­πα ποὺ σοῦ ’­χει κά­νει ἡ σφαί­ρα;»

       «Γιὰ μί­λα μέ­σα ἐ­κεῖ. Καὶ πές μου ἂν εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.»


Περισσότερα γιὰ τὸν Ντένις Τζόνσον

δὲς ἐδῶ τὴν νεκρολογία τοῦ Λό­ρενς Ρά­ϊτ:

https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2019/11/02/lawrence-wright-…on-denis-johnson/



Πη­γή: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries, New York, Pica­­dor Modern Classics / Farrar, Str­a­us and Gi­­roux, 2015 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Denis John­son, Jesus’ Son. Sto­ries by Denis John­son, New York, Farrar, Straus and Giroux, 1992]. Ἡ πα­ρα­πά­νω ἱ­στο­ρί­α πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Esquire.

Ντέ­νις Τζόν­σον (Denis John­son) (1949, Μό­να­χο-2017, Κα­λι­φόρ­νια). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Στὸ ἐρ­γα­στή­ρι γιὰ συγ­γρα­φεῖς στὴν Ἀ­ϊ­ό­βα εἶ­χε γιὰ δά­σκα­λό του τὸν Ρέ­ι­μοντ Κάρ­βερ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: Γενικὴ Κλινικὴ τοῦ Σηάτλ. Φωτογραφία τοῦ 1917.


			

Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino): Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο



Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino)


Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο

(Quelli di Viareggio)


ΤΙΣ ΕΝΝΕΑ τὸ πρω­ῒ χτύ­πη­σε ἡ καμ­πά­να. Ἦ­ταν μιὰ μι­κρὴ καμ­πά­να, ὁ ἦ­χος ἐρ­χό­ταν κα­τὰ ρι­πές, σὲ ψι­λὲς νό­τες, σύμ­φω­να μὲ τὸ κα­τὰ πῶς τὸν με­τέ­φε­ρε χα­ρού­με­να ἢ τὸν δι­έ­σπει­ρε ὁ ἄ­νε­μος. Στὸν οὐ­ρα­νὸ ὁ ἥ­λιος τοῦ Ἀ­πρι­λί­ου. Ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν πο­λὺ τα­ραγ­μέ­νη. Οὔρ­λια­ζε ἀ­φρι­σμέ­νη στὸν ἥ­λιο.

       Κά­ποι­ος πρό­βαλ­λε στὴν πόρ­τα, κά­ποι­ος ἄλ­λος στα­μά­τη­σε τὸ βά­δι­σμά του. Τὸ Βι­α­ρέ­τζο ἐ­κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ εἶ­χε ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια, ὅ­λα δί­πλα στὴ θά­λασ­σα, ἕ­να ἡ­μι­κύ­κλιο μὲ γλυ­κιὰ καμ­πή, ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια ναυ­τι­κῶν, ἰ­σό­γεια, ποὺ κα­τοι­κοῦν­ταν ἀ­πὸ γυ­ναῖ­κες, παι­διὰ καὶ γέ­ρους ναυ­τι­κοὺς μὲ τὸ ζω­νά­ρι δε­μέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ τὰ γέ­νια ἄκοπα πα­ρ’ ὅ­τι ἦ­ταν Κυ­ρια­κή. Οἱ νέ­οι καὶ ὅ­λοι οἱ ὑ­πό­λοι­ποι εἶ­ναι στὴ θά­λασ­σα.

       Τὸ Βι­α­ρέ­τζο δὲν ἔ­χει λι­μά­νι, εἶ­ναι, τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νω, μιὰ πα­ρα­λί­α μὲ κλί­ση πρὸς τὴ θά­λασ­σα, ἔ­χει ἀν­τί­θε­τα ἕ­ναν μό­λο καὶ μιὰ μα­ρί­να γιὰ τὶς ψα­ρό­βαρ­κες.

       Στὸ Βι­α­ρέ­τζο εἶ­ναι ὅ­λοι ναυ­τι­κοί. Φυ­σι­κὰ ὁ χα­σά­πης, ὁ ρά­φτης κτλ δὲν εἶ­ναι ναυ­τι­κοί, ὅ­μως ὁ χα­σά­πης ἔ­χει γιὸ πλοί­αρ­χο καὶ ὁ ἴ­διος τὴ μι­σὴ ἑ­βδο­μά­δα κά­νει τὸν ψα­ρά. Τὸ ἴ­διο καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι κά­τοι­κοι.

       Ἦ­ταν μιὰ μέ­ρα τοῦ Ἀ­πρι­λί­ου μὲ τὸν ἥ­λιο τό­σο γλυ­κὸ καὶ τὴν θά­λασ­σα, ἀν­τί­θε­τα, τα­ρα­χώ­δη, με­γά­λα ἀ­φρι­σμέ­να κύ­μα­τα ἔ­σπα­γαν στὴν πα­ρα­λί­α, ὁ μι­κρὸς μό­λος ἔ­μοια­ζε κά­θε φο­ρὰ νὰ κα­τα­πί­νε­ται ἀ­πὸ τὸ κύ­μα ποὺ ἔ­πε­φτε πά­νω του.

       Στὸ καμ­πα­να­ριὸ ἡ μι­κρὴ καμ­πά­να συ­νέ­χι­ζε νὰ σφυ­ρο­κο­πά­ει. Ὅ­λοι καὶ ἀ­πὸ τὰ ἑ­ξα­κό­σια σπί­τια πή­γαι­ναν πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α, για­τὶ ἡ εἴ­δη­ση εἶ­χε ἤ­δη φτά­σει, ὅ­τι ἕ­να σκά­φος εἶ­χε ναυ­α­γή­σει μπρο­στὰ στὴν πα­ρα­λί­α.

       Πράγ­μα­τι μί­α γκου­λέ­τα δι­α­κο­σί­ων τό­νων εἶ­χε ἤ­δη τὴν πλώ­ρη κά­τω ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ καὶ ὅ­ταν τὸ κύ­μα τὴν πλη­σί­α­ζε, τὴν σκέ­πα­ζε ὁ­λό­κλη­ρη, μό­νο τα κα­τάρ­τια ἔ­με­ναν ἐ­λεύ­θε­ρα.

       Τὸ σκά­φος ἦ­ταν στὴ μέ­ση τῆς πα­ρα­λί­ας τοῦ Βι­α­ρέ­τζο, σὲ ἀ­πό­στα­ση ὄ­χι με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­κτή.

       Οἱ γη­ραι­ό­τε­ροι κα­τά­λα­βαν ὅ­τι τὸ σκά­φος ἦ­ταν χα­μέ­νο, ἕ­να κα­τάρ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά, εἶ­χε μεί­νει μό­νο τὸ πιὸ ψη­λό. «Ἀλ­λὰ ποια­νοῦ ἦ­ταν τὸ σκά­φος; Ἀ­πὸ ποῦ ἦ­ταν;». Ἦ­ταν ἀ­πὸ τὸ Βι­α­ρέ­τζο. Οἱ γη­ραι­ό­τε­ροι τὸ εἶ­δαν ἀ­μέ­σως. Τὸ σι­γο­ψι­θύ­ρι­σαν. Ἦ­ταν τὸ Κα­ρο­λί­να φορ­τω­μέ­νο μάρ­μα­ρο. Πι­ά­στη­κε στὴν κα­ται­γί­δα τὴ νύ­χτα, κα­τευ­θύ­νον­ταν στὴν Νορ­λί­τζα, εἶ­χαν προ­σπα­θή­σει νὰ μποῦν στὸ Βι­α­ρέ­τζο, στὸ χω­ριό τους, νὰ χω­θοῦν στὸ κα­νά­λι. Ἀλ­λὰ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς νύ­χτας ἔ­χα­σαν τὸ τι­μό­νι, τοὺς ἔ­σπα­σε τὸ κα­τάρ­τι τὴ πλώ­ρης.

       Οἱ ἕ­ξι ναυ­τι­κοὶ τοῦ πλη­ρώ­μα­τος ἦ­ταν τώ­ρα ὅ­λοι ὄρ­θιοι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι στὴ μέ­ση ὅ­που βρί­σκε­ται ὁ ἐ­ξώ­στης γιὰ τὰ φα­νά­ρια, φαί­νον­ται κα­λά, μπο­ροῦ­σαν νὰ τοὺς με­τρή­σουν.

       Ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νοι νὰ σκαρ­φα­λώ­σουν ἐ­κεῖ για­τί τὸ σκά­φος βυ­θι­ζό­ταν, βα­ρύ, ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν ἄμ­μο. Καὶ τὰ κύ­μα­τα τοὺς χά­ι­δευ­αν τὰ πό­δια, τοὺς πι­τσι­λοῦ­σαν, κά­ποι­ο τοὺς πλη­σιά­ζει.

       Ἦ­ταν ἕ­ξι, ὅ­λο τὸ πλή­ρω­μα, ἀ­κό­μα καὶ ὁ ναύ­της κα­τα­στρώ­μα­τος.

       Οἱ γέ­ροι μι­λᾶ­νε, τοὺς ἐμ­ψυ­χώ­νουν, οἱ ἕ­ξι ναυ­τι­κοὶ εἶ­ναι στὰ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα. Ἀ­νά­με­σα στὰ κύ­μα­τα κά­νουν σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια. Τρέ­χουν οἱ γέ­ροι στὶς βάρ­κες, δι­α­λέ­γουν μιὰ ψα­ρό­βαρ­κα μὲ ἕ­ξι κου­πιὰ ποὺ λό­γῳ τῆς κα­κο­και­ρί­ας εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν κυ­μα­το­θραύ­στη. Σπρώ­χνουν ὅ­λοι μα­ζὶ τὴ βάρ­κα ποὺ κυ­λά­ει στοὺς στρογ­γυ­λοὺς πασ­σά­λους ποὺ ἔ­χουν το­πο­θε­τεῖ ἀ­πὸ κά­τω της, ἐ­πι­λέ­γον­ται ποι­οί πρέ­πει νὰ ἀ­νέ­βουν γιὰ νὰ πλη­σιά­σουν τὸ Κα­ρο­λί­να. Οἱ πιὸ δυ­να­τοί. Σφίγ­γουν κα­λὰ τὸ ζω­νά­ρι.

       Οὐρ­λιά­ζουν οἱ γυ­ναῖ­κες: «Εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να.»

       Οἱ μη­τέ­ρες, οἱ γυ­ναῖ­κες, τὰ παι­διὰ αὐ­τῶν τῶν ἕ­ξι εἶ­ναι στὴν πα­ρα­λί­α.

       Ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι οἱ ναυ­τι­κοὶ κου­νοῦ­σαν τὰ χέ­ρια. Κά­θε τό­σο ὁ ἄ­νε­μος ἔ­φερ­νε τὴ φω­νή τους. Ἦ­ταν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λο καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ στὸ κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι, φο­ροῦ­σαν ὅ­λοι που­κά­μι­σο, δὲν ἤ­ξε­ρε κα­νεὶς για­τί.

       Τὸ ρεῦ­μα, ὁ ἄ­νε­μος, τὰ κύ­μα­τα εἶ­χαν σπρώ­ξει τὸ ἀ­κυ­βέρ­νη­το σκά­φος πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α. Τὸ σκά­φος μὲ φορ­τί­ο μάρ­μα­ρο εἶ­χε ἐ­ξο­κεί­λει, γέ­μι­ζε, βυ­θι­ζό­ταν ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κρά­τη­σε λί­γα λε­πτά. Οἱ ναυ­τι­κοὶ αὐ­τό­μα­τα εἶ­χαν ἀ­νέ­βει στὸ μο­να­δι­κὸ κα­τάρ­τι. Δὲν ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα μα­κριά.

       Οἱ γέ­ροι εἶ­χαν τρα­βή­ξει τὴ βάρ­κα μέ­χρι τὸν κυ­μα­το­θραύ­στη, τὰ κύ­μα­τα ἔ­σπα­γαν στὴν πα­ρα­λί­α.

       Οἱ γέ­ροι ἔ­σπρω­ξαν τὴ βάρ­κα ἀ­κό­μα δύ­ο μέ­τρα, ἤ­δη τὰ κύ­μα­τα τὴ ρά­πι­ζαν ἀ­πὸ κά­θε με­ριά, τὴν πλημ­μύ­ρι­ζαν. Ἕ­ξι πή­δη­ξαν μέ­σα ἤ­δη μού­σκε­μα στὸ νε­ρό, ἔ­πι­α­σαν τὰ κου­πιὰ καὶ ἄρ­χι­σαν νὰ κω­πη­λα­τοῦν ἐ­νῶ οἱ ἄλ­λοι ἔ­μει­ναν στὴ στε­ριὰ καὶ βο­η­θοῦ­σαν σπρώ­χνον­τάς την μὲ τὰ χέ­ρια πρὸς τὴ θά­λασ­σα.

       Οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­νὰ πε­ρι­ό­δους φώ­να­ζαν. Οἱ συγ­γε­νεῖς ἐ­κεί­νων τοῦ Κα­ρο­λί­να φώ­να­ζαν μὲ τὸ ὄ­νο­μά τους αὐ­τοὺς ποὺ κρα­τι­οῦν­ταν σφι­χτά. Ἡ βάρ­κα ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε ἀ­κό­μα δύ­ο μέ­τρα ἀ­πὸ τὴ στε­ριά, οἱ κω­πη­λά­τες ἔ­μει­ναν πιὰ μό­νοι τους νὰ πα­λεύ­ουν μὲ τὰ κύ­μα­τα. Οἱ ἕ­ξι γέ­ροι ἦ­ταν ἐμ­πει­ρι­κοὶ τῆς θά­λασ­σας. Ἐ­ὰν ἤ­θε­λαν νὰ βγοῦν δὲν χρει­α­ζό­ταν νὰ πλεύ­σουν πλά­για ἀλ­λὰ νὰ πά­ρουν τὰ κύ­μα­τα μὲ τὴν πλώ­ρη. Οἱ γέ­ροι κοι­τοῦ­σαν τὰ κύ­μα­τα ποὺ πλη­σί­α­ζαν, ψη­λά, ἤ­δη ὅ­λα σπα­σμέ­να, βί­αι­α ἀ­πὸ τὴν πτώ­ση τους στὴν χα­μη­λὴ πα­ρα­λί­α καὶ συγ­κεν­τρώ­νον­ταν στὰ κου­πιὰ μὲ ὅ­λοι τους τὴ δύ­να­μη, ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νοι, ἀλ­λὰ τὸ κύ­μα τοὺς κά­λυ­πτε, με­τα­κι­νοῦ­σε τὴ βάρ­κα, τὴν πε­ρι­κύ­κλω­νε. Ἡ βάρ­κα ἔ­μοια­ζε ἀ­κί­νη­τη, δὲν κα­τά­φερ­νε νὰ προ­χω­ρή­σει, ἦ­ταν ἀ­κό­μα μό­νο λί­γα μέ­τρα ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α, οἱ γέ­ροι δού­λευ­αν. Ἡ βάρ­κα ἦ­ταν ἤ­δη ἡ μι­σὴ γε­μά­τη νε­ρό. Ἕ­να κύ­μα πιὸ γρή­γο­ρο τὴν ἔ­κα­νε νὰ χά­σει τὴν κα­τεύ­θυν­σή της.

       «Πο­ρεί­α τρα­βέρ­σο!»

       Οἱ γέ­ροι τεν­τώ­νον­ταν μὲ μα­νί­α γιὰ νὰ ξα­να­ϊ­σι­ώ­σουν τὴν πλώ­ρη.

       Ἦ­ταν ὅ­λοι μα­ζί. Φαι­νό­ταν νὰ τὰ κα­τα­φέ­ρουν, ἀλ­λὰ τὸ ἑ­πό­με­νο κύ­μα τοὺς ἀ­νέ­τρε­ψε, τοὺς πῆ­ρε μα­κριά. Ἦ­ταν μιὰ ἀ­πί­στευ­τη θά­λασ­σα. Ἡ βάρ­κα πα­ρα­σύρ­θη­κε, τα­λαν­τευ­ό­ταν ἀ­κυ­βέρ­νη­τη. Ναυ­ά­γη­σε, ξα­να­βρέ­θη­κε στὴν ἀ­κτή. Δύ­ο γέ­ροι κυ­λί­στη­καν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ βάρ­κα ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ἔ­γι­νε τό­σο κον­τὰ στὴν πα­ρα­λί­α ποὺ σώ­θη­καν ἀ­μέ­σως.

       «Μὰ ποιός ρι­ψο­κιν­δυ­νεύ­ει ἐ­κεῖ κά­τω;» Εἶ­ναι ὁ Ἀν­τό­νιο. Ἦ­ταν στὴ στε­ριὰ ἕ­νας νέ­ος. Πά­ει μὲ τὴ σω­στι­κὴ λέμβο[1] νὰ γλιτώσει τοὺς συν­τρό­φους του.

       «Εἶ­ναι ὁ Ἀν­τό­νιο. Τοὺς φτά­νει.»

       Ὁ κόσμος πλη­σί­α­σε πρὸς τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πα­ρα­λί­ας ὅ­που ἔ­φυ­γε ὁ Ἀν­τό­νιο, εἶ­χε προ­ε­τοι­μά­σει βι­α­στι­κὰ τὴ σωστικὴ λέμ­βο, εἶ­ναι ὁ μό­νος νέ­ος του χω­ριοῦ, ναυ­τι­κός. Εἶ­χε ἔρ­θει γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σει τὴν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά του. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὴ γω­νί­α τῆς πα­ρα­λί­ας, ἐ­κεῖ κον­τὰ μέ­νει. Τὰ κύ­μα­τα ἦ­ταν τε­ρά­στια καὶ ἔ­τρε­χαν κα­τὰ πά­νω του. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να εἶ­χαν ἁρ­πα­χτεῖ ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λον, στὸ κα­τάρ­τι. Τὰ κύ­μα­τα γαρ­γα­λοῦν τὰ πό­δια τους, τοὺς σκε­πά­ζουν ὅ­λους, δὲν φαί­νον­ται πιά, με­τὰ ξα­να­φαί­νον­ται, τὸ κύ­μα πέ­ρα­σε.

       Ὁ ἥ­λιος τοῦ Ἀ­πρί­λη γλυ­κός.

       «Εἶ­ναι πέν­τε. Στὸ Κα­ρο­λί­να εἶ­ναι πέν­τε.»

       «Ὁ ἄλ­λος εἶ­ναι πί­σω.»

       «Ὄ­χι, εἶ­ναι πέν­τε».

       «Ἕ­νας ἔ­χει πέ­σει στὴ θά­λασ­σα! Κο­λυμ­πά­ει.»

       «Τὸ κε­φά­λι του, ἐ­κεῖ!»

       «Ἔρ­χε­ται κο­λυμ­πών­τας.»

       «Δὲν φαί­νε­ται πιά.»

       «Ἔ­μει­νε κά­τω».

       Οἱ γυ­ναῖ­κες φω­νά­ζουν.

       Ὁ Ἀν­τό­νιο προ­χω­ρά­ει μὲ τὴ σωστι­κὴ λέμβο. Δὲν ὑ­πάρ­χουν κύ­μα­τα δυ­να­τὰ ὅ­σο ὁ Ἀν­τό­νιο. Εἶ­ναι ἐ­πει­δὴ τὰ κύ­μα­τα σκᾶ­νε στὴν πα­ρα­λί­α ποὺ εἶ­ναι χα­μη­λὴ καὶ γί­νον­ται θο­ρυ­βώ­δη, πα­νύ­ψη­λα, ἀ­στρα­φτε­ρὰ θραύ­σμα­τα γυ­α­λιῶν. Καὶ τὸ κύ­μα πα­ρεμ­βάλ­λε­ται ἀ­νά­με­σα στοὺς δύ­ο πλω­τῆ­ρες τῆς σωστικῆς λέμβου, τὸ ση­κώ­νει, σχε­δὸν τὸ κά­νει νὰ πε­τά. Ὁ Ἀν­τό­νιο τὸ κρα­τά­ει μὲ τὰ κου­πιά, μὲ ὅ­λο του τὸ εἶ­ναι.


       «Εἶ­ναι πέν­τε. Εἶ­ναι πέν­τε.»

       «Ὁ ἕ­κτος δὲν φαί­νε­ται πιά.»

       «Εἶ­ναι ἐ­κεῖ καὶ κο­λυμ­πᾶ.»

       «Σώ­νε­ται.» Καὶ οἱ γέ­ροι ξέ­ρουν ὅ­τι δὲν θὰ σω­θεῖ για­τὶ ἕ­νας ναυ­τι­κὸς ποὺ ναυα­γεῖ σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α ἔ­χει ἤ­δη πα­λέ­ψει ἐ­νάν­τια στὴν κα­ται­γί­δα ὅ­λη τὴ νύ­χτα, καὶ μπο­ρεῖ καὶ τὴν προ­η­γού­με­νη μέ­ρα. Καὶ εἶ­ναι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, πα­γω­μέ­νος. Κι ἔ­πει­τα μὲ τὸ νὰ εἶ­ναι κα­νεὶς κολ­λη­μέ­νος σὲ ἕ­να κα­τάρ­τι δὲν ἀν­τι­στέ­κε­ται. Ἡ ἐγ­κα­τά­λει­ψη. Ἡ θά­λασ­σα εἶ­ναι κρύ­α.

       «Ὁ Ἀν­τό­νιο θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει.» Εἶ­ναι ἤ­δη μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να δὲν κά­νουν πιὰ σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια. Φαί­νε­ται μό­νο νὰ πα­ρα­κο­λου­θοῦν.

       Ἡ λέμβος τοῦ Ἀν­τό­νιο βγαί­νει πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να κύ­μα, εἶ­ναι ὅ­πως ἡ μύ­τη τοῦ καμ­πα­να­ριοῦ.

       «Ἀν­τό­νιο, κου­ρά­γιο.»

       Ἡ σω­στι­κὴ λέμβος πέ­φτει κά­τω, βυ­θί­ζε­ται, δὲν φαί­νε­ται πιά.

       «Ἡ λέμβος ἀ­να­τρά­πη­κε!»

       «Ὁ Ἀν­τό­νιο δὲν φαί­νε­ται πιά.» Ὅ­μως με­τὰ ξα­να­φαί­νε­ται στὸ ἤ­ρε­μο δι­ά­με­σο δύ­ο κυ­μά­των, φαί­νε­ται ὅ­τι ἔ­χει κά­τσει ἀ­πὸ τὴ μί­α με­ριὰ τῆς σω­στι­κῆς λέμβου, κά­τι ποὺ τὸ ἀ­νυ­ψώ­νει, τὸ κά­νει κά­θε­το, τὸ ἀ­να­τρέ­πει ξα­νὰ στὴ σω­στὴ θέ­ση. Ξα­νὰ πά­νω, ξα­να­πα­λεύ­ει ἐ­νάν­τια στὰ κύ­μα­τα ἀ­πὸ ὅ­λα τα σπα­σμέ­να μέ­ρη. Ἀλ­λὰ τὰ κύ­μα­τα ξα­να­φέ­ρουν ἀ­πὸ κά­τω τους τὸν Ἀν­τό­νιο καὶ στρο­βι­λί­ζουν τὴ λέμ­βο ὅ­πως ὁ ἄ­νε­μος ἕ­να φύλ­λο.

       Καὶ ὁ Ἀν­τό­νιο θὰ ξα­να­βρε­θεῖ στὴν πα­ρα­λί­α δὲν μπο­ρεῖ πιά, τὸ κε­φά­λι κρύ­ο, πο­νά­ει.

       Πέ­ρα­σε ἤ­δη ἀρ­κε­τὸς χρό­νος. Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να δὲν κά­νουν πιὰ σή­μα­τα μὲ τὰ χέ­ρια.

       «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις» φω­νά­ζει μί­α γυ­ναί­κα.

       «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις» ἕ­νας ψί­θυ­ρος ἁ­πλώ­θη­κε στὴν πα­ρα­λί­α. Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο τὸ λέ­ει: «εἶ­ναι τέσ­σε­ρις.»

       Ἀλ­λὰ οἱ μα­νά­δες, τὰ παι­διά, οἱ πα­τε­ρά­δες ἐ­κεί­νων τοῦ Κα­ρο­λί­να;

       Ζα­λι­σμέ­νοι. Σπα­σμέ­νες λέ­ξεις.

       Ξα­να­δο­κι­μά­ζουν οἱ γέ­ροι. Ξα­να­νε­βαί­νουν στὴν βάρ­κα. Ἀλ­λὰ δὲν τὰ κα­τα­φέ­ρνουν. Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο πα­ρα­κο­λου­θεῖ. Οἱ γέ­ροι ἐ­κεί­νων ἐ­κεῖ τῶν νέ­ων.

       «Τὸ κα­νο­νά­κι μὲ τὸ κα­μά­κι. Μά, ναί, τὸ κα­νο­νά­κι!»

       «Για­τί δὲν τὸ ἔ­φε­ραν νω­ρί­τε­ρα;»

       Ἐ­κεῖ­νοι τοῦ Κα­ρο­λί­να εἶ­ναι ἐ­κεῖ στὰ ἑ­κα­τὸν σα­ράν­τα μέ­τρα. Φαί­νον­ται τὰ που­κά­μι­σα ποὺ ντύ­νουν τὰ κορ­μιά τους.

       Τὸ κα­νο­νά­κι τὸ πῆ­ραν ἀ­πὸ μιὰ γω­νί­α τοῦ γρα­φεί­ου τῆς Δη­μό­σιας Ἀ­ρω­γῆς.

       Ἐ­ὰν θέ­λουν νὰ σω­θοῦν χρει­ά­ζε­ται τὸ κα­νο­νά­κι. Τὸ βλῆ­μα θὰ φύ­γει, πί­σω θὰ φέ­ρει ἕ­να σκοι­νί. Αὐ­τὸ θὰ φτά­σει στὸ σκά­φος, θὰ δε­θεῖ σὲ ἕ­να κα­τάρ­τι. Ἕ­να ἐ­πι­κλι­νὲς ἐ­πί­πε­δο θὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ ποὺ θὰ ξε­κι­νᾶ ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς καὶ θὰ φτά­νει στὴ στε­ριά.

       Τὴ δι­ά­σω­ση θὰ μπο­ροῦν νὰ τὴν κά­νουν καὶ οἱ κω­πη­λά­τες. Μὲ μί­α βάρ­κα θὰ πλη­σιά­ζουν τοὺς ναυα­γοὺς με­τα­φέ­ρον­τας ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ ἔ­χει τὴν ἀρ­χή του στὴ στε­ριά.

       Ἀλ­λὰ ἂν θέ­λουν νὰ εἶ­ναι τέ­λει­οι, νὰ εἶ­ναι σί­γου­ροι ὅ­τι θὰ σώ­σουν αὐ­τὲς τὶς ζω­ὲς στὸ μέ­σο της θά­λασ­σας, οἱ κω­πη­λά­τες ὡς κα­νο­νά­κι πρέ­πει νὰ με­τα­φέ­ρουν δύ­ο σχοι­νιὰ ποὺ δε­μέ­να σταυ­ρω­τὰ στὸ κα­τάρ­τι, ἕ­να θὰ πη­γαί­νει καὶ ἕ­να θὰ ἔρ­χε­ται, θὰ μπο­ροῦ­σε ὅ­λο αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ ἐ­να­πο­μεῖ­ναν κα­τάρ­τι, στὸ μέ­σο τῶν κυ­μά­των καὶ νὰ τὸ τρα­βή­ξουν στὴ στε­ριά. Φτά­νει νὰ δέ­σουν στὸ σκοι­νὶ μιὰ βάρ­κα μὲ πά­νω… «Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις, εἶ­ναι τέσ­σε­ρις»… τοὺς ναυα­γούς. Ἀ­πὸ τὴν στε­ριὰ θὰ τοὺς τρα­βή­ξουν, ἐ­κεῖ­νοι θὰ πλη­σιά­σουν, τὸ κύ­μα δὲν θὰ μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­σύ­ρει τὴ βάρ­κα για­τὶ θὰ εἶ­ναι δε­μέ­νη, θὰ μπο­ρεῖ σί­γου­ρα νὰ τὴ γε­μί­σει νε­ρό, νὰ τὴν δο­κι­μά­σει ἀλ­λὰ ἡ βάρ­κα θὰ φτά­σει στὴ στε­ριά. Καὶ ὅ­λοι φω­νά­ζουν.

       Οἱ γέ­ροι πράγ­μα­τι δο­κί­μα­σαν τὴν πιὸ πρα­κτι­κὴ ὁ­δό. Νὰ φέ­ρουν αὐ­τοὶ τὰ σκοι­νιὰ καὶ ταυ­τό­χρο­να νὰ προ­σπα­θή­σουν, ἐ­ὰν εἶ­ναι δυ­να­τόν, νὰ βά­λουν οἱ ἴ­διοι κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς μέ­σα στὴ βάρ­κα καὶ νὰ τὸν φέ­ρουν στὴ στε­ριά. Ἀλ­λὰ ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν πο­λὺ τα­ραγ­μέ­νη. Μιὰ βάρ­κα, ὅ­ταν τὰ κύ­μα­τα σκᾶ­νε μὲ τέ­τοι­α τρό­πο σὲ μιὰ χα­μη­λὴ πα­ρα­λί­α, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα, εἶ­ναι ἕ­να κλα­δά­κι ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζει χω­ρὶς τὴ θέ­λη­σή του. Μπο­ρεῖ νὰ προ­σπα­θή­σει κα­νεὶς ὅ­σες φο­ρὲς θέ­λει. Δὲν θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρει.

       Τὸ κα­νο­νά­κι ἄρ­χι­σε νὰ ρί­χνει. Ἕ­νας ναυ­τι­κὸς τοῦ Κα­ρο­λί­να κού­νη­σε κου­ρα­σμέ­να τὸ χέ­ρι του κα­θὼς τὸ βλῆ­μα ἔ­πε­φτε μὲ τὸ σκοι­νὶ στὴ θά­λασ­σα, ἴ­σως γιὰ νὰ εἰ­δο­ποι­ή­σει ὅ­τι τὸ σκοι­νὶ ἔ­πε­φτε μα­κριά.

       Ὅ­λο το Βι­α­ρέ­τζο ἦ­ταν ἐ­κεῖ κι ἔ­βλε­πε νὰ πε­θαί­νουν οἱ ναυ­τι­κοί του.

       Ἄρ­χι­ζε νὰ βρα­διά­ζει… «Ἔ­πε­σε ἕ­νας. Εἶ­ναι μό­νο τρεῖς» φω­νά­ζουν οἱ γυ­ναῖ­κες… ἀλ­λὰ ἡ κα­τεύ­θυν­ση εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­πὸ ἕ­να σκοι­νὶ ποὺ ξε­λύ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἀ­έ­ρα καὶ ποὺ κα­τευ­θύ­νε­ται ὄ­χι σὲ ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο σκά­φος ἀλ­λὰ σὲ μιὰ μύ­γα μέ­σα στὴ θά­λασ­σα, σὲ μιὰ ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων ποὺ μπαι­νο­βγαί­νουν στὴ θά­λασ­σα, κρε­μα­σμέ­νοι ἀ­πὸ ἕ­ναν ἱ­στό.

       Καὶ ἡ βο­λὴ φτά­νει στὰ δέ­κα μέ­τρα, ὅ­ταν εἶ­ναι κα­λή, καὶ συ­χνὰ στὰ πέν­τε μέ­τρα καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­κό­μα μα­κρύ­τε­ρα ἀ­πὸ τοὺς ναυα­γοὺς ποὺ ἀν­τί­θε­τα ὅ­ταν βλέ­πουν κον­τά το σκοι­νὶ τεν­τώ­νουν ὅ­λα τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ τὸ πιά­σουν καὶ δὲν φτά­νουν πο­τέ, για­τὶ εἶ­ναι πάν­τα μα­κριά, καὶ με­τὰ πέ­φτει στὴ θά­λασ­σα. Καὶ με­τὰ χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ τρα­βή­ξουν στὴ στε­ριά, νὰ τὸ ξα­να­τα­κτο­ποι­ή­σουν καὶ τό­τε ξα­νὰ νὰ τὸ ἐ­κτο­ξεύ­σουν καὶ τὸ βρά­δυ ἔρ­χε­ται γρή­γο­ρα, ἤ­δη εἶ­ναι μὼβ καὶ οἱ ναυ­τι­κοὶ τοῦ Κα­ρο­λί­να φαί­νον­ται ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ἤ­δη ἔ­χουν ντυ­θεῖ στὶς σκι­ές. Εἶ­ναι τρεῖς μό­νοι, κολ­λη­μέ­νοι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ κα­τάρ­τι. Μὲ τὴ νύ­χτα ἔρ­χε­ται τὸ κρύ­ο. Καὶ ὁ Ἀν­τό­νιο ξα­να­προ­σπά­θη­σε μὲ τὴ σωστι­κὴ λέμβο, κι ἕ­νας προ­σπά­θη­σε κο­λυμ­πών­τας ἀλ­λὰ κόν­τε­ψε νὰ πνι­γεῖ. Ὅ­ταν βρά­δια­σε στὸ κα­τάρ­τι ἔ­μει­νε μό­νο ἕ­νας.

       Κα­νέ­νας ἀ­πὸ τὸ Βι­α­ρέ­τζο δὲν κου­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­λί­α ὅ­λη μέ­ρα. Ὑ­πάρ­χει ἕ­νας ναυ­τι­κός τοῦ Βι­α­ρέ­τζο, μπρο­στὰ στὸ Βι­α­ρέ­τζο, κολ­λη­μέ­νος σὲ ἕ­να κεν­τρι­κὸ κα­τάρ­τι ποὺ ὅ­λο καὶ βυ­θί­ζε­ται.

       Κα­νέ­νας δὲν προ­σπα­θεῖ πιά. Τὸ κα­νο­νά­κι κά­θε τό­σο πυ­ρο­βο­λεῖ. Για­τί;

       Οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν φω­νά­ζουν. Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι ἔ­να­στρη. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ ὁ ναυ­τι­κός;

       Μί­α κραυ­γὴ ἀ­κού­γε­ται, ἕ­να κά­λε­σμα μιᾶς γυ­ναί­κας, φω­νά­ζει τὸ ὄ­νο­μα τοῦ γιοῦ της ποὺ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τὸ Κα­ρο­λί­να.

       Τὴν φω­νὴ τὴν ἀ­κού­ει ὅ­λη ἡ πα­ρα­λί­α.

       «Νὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ ἀ­κό­μα;»

       Δὲν φαί­νε­ται, δὲν φαί­νε­ται τί­πο­τα, μό­νο τα ἀ­στέ­ρια δὲν φτά­νουν, θὰ χρει­α­ζό­ταν τὸ φεγ­γά­ρι.

       Ἡ θά­λασ­σα ἔ­γι­νε ἀ­κό­μα πιὸ ἄ­γρια.

       Ὅ­λοι τὴ νύ­χτα πε­ρι­μέ­νουν ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο.



Πη­γή: Mario Tobino, «Quelli di Viareggio», στὸ Racconti, Racconti, Racconti, Mondadori, Milano,2008, σέλ. 131-137.

Μά­ριο Τομ­πί­νο (Mario Tobino) (1910-1991). Γεν­νή­θη­κε στὸ Βι­α­ρέ­τζο τῆς Το­σκά­νης. Φύ­ση ἀ­νή­συ­χη καὶ ἀ­νυ­πά­κου­η τε­λεί­ω­σε τὸ γυ­μνά­σιο σὲ θρη­σκευ­τι­κὸ κολ­λέ­γιο ὅ­που γνώ­ρι­σε τὸν Δάν­τη, τὸν Μα­κια­βέλ­λι καὶ ἄλ­λους κλα­σι­κοὺς τῆς λα­τι­νι­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ καὶ Χει­ρουρ­γι­κὴ καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Νευ­ρο­ψυ­χι­α­τρι­κή. Στὴ λο­γο­τε­χνί­α κά­νει τὴν εἴ­σο­δό του μέ­σῳ τῆς ποί­η­σης ἐ­νῶ συ­νερ­γά­ζε­ται καὶ μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­που ἐκ­φρά­ζει τὴν μη­δε­νι­κὴ ἀ­νε­κτι­κό­τη­τά του στὸ φα­σι­σμό. Κα­τὰ τὸν δεύ­τε­ρο παγ­κό­σμιο πό­λε­μο κα­λεῖ­ται νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς για­τρὸς στὸ μέ­τω­πο τῆς Λι­βύ­ης. Αὐ­τὴ ἡ ἐμ­πει­ρί­α θὰ ἀ­πο­τε­λέ­σει τὴν ἔμ­πνευ­ση γιὰ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα του μὲ τί­τλο ­ρη­μος τῆς Λι­βύ­ης (Il de­ser­to del­la Li­bia) ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1952 καὶ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ προ­κύ­ψουν δύ­ο ται­νί­ες. Ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο μὲ ἐ­λα­φρὰ ἀ­να­πη­ρί­α ἀ­πὸ τραυ­μα­τι­σμὸ καὶ ἀ­να­λαμ­βά­νει ὑ­πη­ρε­σί­α ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ Κλι­νι­κὴ τοῦ Μα­τζά­νο κον­τὰ στὴ Λού­κα. Ἡ ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ ψυ­χιά­τρου θὰ τὸν συ­νο­δεύ­σει γιὰ 40 χρό­νια καὶ οἱ ἐμ­πει­ρί­ες του ἀ­πὸ αὐ­τὴν θὰ γί­νουν ἔμ­πνευ­ση καὶ σκη­νι­κὸ γιὰ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τά του ὅ­πως Οἱ ­λεύ­θε­ρες γυ­ναῖ­κες τοῦ Μα­λιά­νο (Le li­be­re don­ne di Ma­glia­no), ἕ­να ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο ὅ­που μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ πα­ρα­τή­ρη­ση ἀλ­λὰ καὶ βα­θὺ ἀν­θρω­πι­σμὸ πε­ρι­γρά­φει τὶς ψυ­χὲς τῶν ἔγ­κλει­στων γυ­ναι­κών. Τὸ θέ­μα τῆς τρέ­λας ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ βα­σι­κὰ θέ­μα­τα τῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς του πα­ρα­γω­γῆς ἀλ­λὰ καὶ τῆς ἀ­κτι­βι­στι­κῆς του δρά­σης. Μα­ζὶ μὲ ἐ­λά­χι­στους ἀ­κό­μα ἰα­τροὺς ξε­κι­νά­ει μά­χη ἐ­νάν­τια στοὺς Νό­μους 180 καὶ 833 τοῦ 1978 οἱ ὁ­ποῖ­ο προ­έ­βλε­παν τὸ κλεί­σι­μο τῶν Ψυ­χι­α­τρεί­ων τῆς Ἰ­τα­λί­ας ἀρ­νού­με­νοι τὴν ὕ­παρ­ξη καὶ τὴν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τῶν ψυ­χι­κῶν ἀ­σθε­νει­ῶν κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τά­γρα­ψε στὸ Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες τοῦ Μα­λιά­νο (Gli ul­ti­mo gio­rni di Ma­glia­no) ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1982. Ἡ ἀν­τί­στα­ση ἐ­νάν­τια σὲ κά­θε μορ­φῆς ἀ­πάν­θρω­πης ἀν­τι­με­τώ­πι­σης καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα ἐ­νάν­τια στὸ να­ζι­σμὸ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κυ­ρί­αρ­χα θέ­μα­τα τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου ὅ­πως στὸ μυ­θι­στό­ρη­μα πα­ρά­νο­μος (Il clan­de­stino), μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ κερ­δί­σει τὸ βρα­βεῖ­ο Στρέγ­κα, ὅ­που πε­ρι­γρά­φε­ται ἡ πτώ­ση τοῦ να­ζι­σμοῦ καὶ ἡ ἀρ­χὴ τῆς δρά­σης τῶν παρ­τι­ζά­νων. Τρί­τος πό­λος ἔμ­πνευ­σης γιὰ τὸν Τομ­πί­νο ἀ­πο­τε­λεῖ ἡ οἰ­κο­γέ­νεια καὶ ἡ παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α. Εἰ­δι­κό­τε­ρα ἡ τε­λευ­ταί­α στὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του Βι­α­ρέ­τζο θὰ ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ στὸ Στὴν πα­ρα­λί­α καὶ πέ­ρα ­πὸ τὴν ­πο­βά­θρα (Sul­la spiag­gia e di la dal mo­lo) ἐ­νῶ στὸ δι­ή­γη­μα «Ἐ­κεῖ­νοι ἀ­π’ τὸ Βι­α­ρέ­τζο» («Quel­li di Via­reg­gio») πρω­τα­γω­νι­στὴς εἶ­ναι ὁ­λό­κλη­ρη ἡ ναυ­τι­κὴ κοι­νω­νί­α τοῦ Βι­α­ρέ­τζο ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται ὡς ἕ­να σύ­νο­λο ὁ­ρι­σμέ­νο καὶ κα­θο­ρι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸν τό­πο στὸν ὁ­ποῖ­ο δρᾶ καὶ ἀν­τι­δρᾶ. Σὲ αὐ­τὸ τὸ δι­ή­γη­μα ὁ Τομ­πί­νο πε­ρι­γρά­φει μὲ λυ­ρι­κὸ νε­ο­ρε­α­λι­σμὸ τὶς ἀ­γω­νί­ες τῶν ναυ­τι­κῶν της γε­νέ­θλιας πό­λης του κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­πο­δο­χὴ τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ἀ­δυ­να­μί­ας μπρο­στὰ στὴ δύ­να­μη τῆς φύ­σης. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ βρα­βεῖ­ο Στρέγ­κα ὁ Τομ­πί­νο θὰ κερ­δί­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, τὸ βρα­βεῖ­ο Βι­α­ρέ­τζο, τὸ βρα­βεῖ­ο Καμ­πι­έλ­λο καὶ μί­α μέ­ρα πρὶν τὸ θά­να­τό του θὰ πα­ρα­λά­βει τὸ βρα­βεῖ­ο Λου­ί­τζι Πι­ραν­τέλ­λο στὸ Ἀγ­κρι­τζέν­το. Ὁ τά­φος του βρί­σκε­ται στὸ Βι­α­ρέ­τζο ἐ­νῶ ἡ ἀ­να­θη­μα­τι­κὴ πλά­κα ποὺ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­σε ὁ Δῆ­μος τῆς Λού­κα κλεί­νει μὲ τὸ ὅ­ρα­μα τοῦ συγ­γρα­φέ­α ὅ­πως αὐ­τὸ ἐκ­φρά­ζε­ται στὸ ἔρ­γο τοῦ Οἱ ­λεύ­θε­ρες γυ­ναῖ­κες τοῦ Μα­λιά­νο (Le li­be­re don­ne di Ma­glia­no): «Μέ­σα σὲ ἕ­να δω­μά­τιο ψυ­χι­α­τρεί­ου με­λε­τῶ τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ τοὺς ἀ­γα­πῶ. Ἐ­δῶ πε­ρι­μέ­νω: δό­ξα καὶ θά­να­το. […] Καὶ ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α μου εἶ­ναι νὰ κά­νω κά­θε κόκ­κο αὐ­τῆς τῆς γῆς ἕ­να τό­πο ἤ­ρε­μης, τα­κτο­ποι­η­μέ­νης, παγ­κό­σμιας συ­νο­μι­λί­ας.» (ἀ­πὸ τὸ Franco Bellato, «La vita di Mario Tobino»,

http://www.fondazionemariotobino.it/content.php?p=4 )

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­α­τρι­κῶν Ἐρ­γα­στη­ρι­ῶν ΣΕΥΠ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸ στὸ ΕΑΠ. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξᾶ». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά, ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).

[1] il patino a salvare στὰ ἰταλικά. «Ἁπλὸ σκάφος ἀναψυχῆς ἀποτελούμενο ἀπὸ δύο πλωτῆρες ποὺ συγκρατοῦνται μεταξύ τους μὲ ἐγκάρσιες ράβδους πάνω στὶς ὁποῖες στερεώνονται τὰ καθίσματα.»

Γιάννης Πατσώνης: Χειμωνιάτικος ἥλιος


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης


Χει­μω­νι­ά­τι­κος ἥ­λιος


ΤΑΝ Η ΩΡΑ λί­γο προ­τοῦ κλεί­σουν τὰ μα­γα­ζιά. Με­ρι­κοὶ εἴ­χα­νε κι­ό­λας κα­τε­βά­σει τὰ κε­πέγ­κια. Βι­α­στι­κὰ ψώ­νι­ζαν οἱ τε­λευ­ταῖ­οι πε­λά­τες κι οἱ ἔμ­πο­ροι βι­α­στι­κὰ ζυ­γί­σα­νε, μὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν ὁ­μι­λί­ες. Μιὰ γριὰ ποὺ που­λοῦ­σε στὴ γω­νί­α μα­τσά­κια ἄ­νι­θο, με­τὰ βί­ας ἀ­νά­σαι­νε. Ὁ πά­γος εἶ­χε λι­ώ­σει πά­νω στοὺς πάγ­κους μὲ τὰ ψά­ρια καὶ τὸ νε­ρὸ κυ­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ πλα­γι­α­σμέ­να μάρ­μα­ρα.

        Στὸ κα­φε­κο­πτή­ριο γύ­ρι­ζε ἡ μη­χα­νὴ ποὺ ἄ­λε­θε κα­φέ. Στὰ κρε­ο­πω­λεῖ­α χα­σά­πη­δες μὲ μα­τω­μέ­νες τὶς ἄ­σπρες τους πο­δι­ὲς ξε­κρε­μοῦ­σαν τὰ κρέ­α­τα. Πά­νω σὲ κού­τσου­ρο ἕ­νας κα­θά­ρι­ζε ἐν­τό­σθια καὶ τά ‘­ρι­χνε στὶς γά­τες. Μα­νά­βη­δες γε­μί­ζα­νε μὲ ψα­λι­δό­χορ­τα τὰ τε­λά­ρα. Ἀ­πὸ τὸ σι­νε­μὰ πού ‘­χε προ­βο­λὲς πρω­ι­νές, βγῆ­κε ὁ μη­χα­νι­κὸς νὰ ξε­μου­διά­σει. Τὰ κα­ρού­λια τῆς ται­νί­ας γυ­ρί­ζα­νε ἀ­πὸ μό­να τους. Πιὸ πο­λὺ ἀ­κου­γό­ταν ὁ θό­ρυ­βος τῆς μη­χα­νῆς πα­ρὰ τὰ λό­για τῆς ται­νί­ας – τί λό­για δη­λα­δή, πι­στο­λι­ὲς καὶ τρε­ξί­μα­τα. Ἕ­νας πω­λη­τὴς εἶ­χε ἁ­πλώ­σει πά­νω σ’ ἕ­να λυ­ό­με­νο κρε­βά­τι κο­σμή­μα­τα.

        — Ἔ­λα τι­μὲς λα­ϊ­κές, ἔ­λε­γε. Κο­χύ­λια μι­κρά, κο­χύ­λια με­γά­λα καὶ πο­λύ­χρω­μα.

        Ἕ­νας γέ­ρος ἔ­σπρω­χνε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι. Μά­ζευ­ε ἐ­φη­με­ρί­δες, χαρ­τιά. Τρι­σή­μι­ση δραχ­μὲς τὸ κι­λὸ τὰ που­λά­ω, μ’ εἶ­πε. Ἅ­μα δὲν μοῦ τ’ ἀ­γο­ρά­ζουν, τὰ καί­ω στὴ σόμ­πα μου. Βγά­ζου­νε κά­πνα, μὰ τρα­βᾶ­νε τὴν ὑ­γρα­σί­α.

        Ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἀν­θο­πω­λεῖ­α ἦ­ταν πολ­λοὶ μα­ζε­μέ­νοι. Μί­α γυ­ναί­κα φώ­να­ζε. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει ἕ­να στε­φά­νι γιὰ κη­δεί­α μὰ τὰ λου­λού­δια ποὺ ἔ­βα­λε ὁ ἀν­θο­πώ­λης ἦ­ταν παρ­μέ­να ἀ­πὸ ἄλ­λες κη­δεῖ­ες. Φώ­να­ζε πὼς ἦ­ταν μα­ρα­μέ­να, ἔ­δει­χνε κλω­τσών­τας μὲ τὸ πό­δι της τὶς μὼβ ται­νί­ες. Τί νὰ τὰ κά­νω τὰ χρυ­σα­φέ­νια γράμ­μα­τα, ἔ­λε­γε, μὲ τέ­τοι­α σκου­πί­δια; Ὁ κύ­κλος γύ­ρω της στέ­νευ­ε. Κα­νέ­να λου­λού­δι δὲν χά­νε­ται, φώ­να­ζε. Ὅ­λα γί­νον­ται ξα­νὰ στε­φά­νια. Στε­φά­νια γιὰ τὰ σό­για σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Σὰ νά ‘­λε­γε κά­ποι­ο ἐ­πί­μο­νο παι­δι­κὸ τρα­γού­δι. Αὐ­τό ‘­ναι γιὰ τὰ μοῦ­τρα σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Ὁ ἥ­λιος φα­νέ­ρω­νε στὸ πρό­σω­πό της κη­λί­δες, μου­τζοῦ­ρες ἤ­τα­νε; ἀ­πὸ κλά­μα­τα; Πάν­τως πρό­σε­ξα πὼς πά­νω στὰ μαῦ­ρα της ροῦ­χα εἶ­χε στα­γό­νες καὶ δα­χτυ­λι­ὲς ἀ­πὸ σκο­νι­σμέ­να χέ­ρια.

        Προ­χώ­ρη­σα γιὰ νὰ φύ­γω. Πά­νω σ’ ἕ­να κα­ρό­τσι ποὺ κυ­λοῦ­σε μὲ ρό­δες, γυ­ρί­ζα­νε κα­σέ­τες. Ἕ­να τρα­γού­δι ἔ­φτα­νε. Ἴ­σως ν’ ἀλ­λά­ξεις κά­πο­τε μὰ ἐ­μέ­να πιὰ μὲ χά­νεις.

        Πῆ­ρα τὸ ἀ­στι­κό. Ἀ­πὸ τὸ Στρα­τη­γεῖ­ο ἀ­νέ­βη­καν δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες. Κά­τι λέ­γα­νε γιὰ τὸν σκο­πὸ στὴν πύ­λη ποὺ δὲν χαι­ρέ­τη­σε κι ἔ­φα­γε φυ­λα­κὴ ἢ ποὺ χαι­ρέ­τη­σε ἀλ­λὰ δὲν φώ­να­ξε δυ­να­τά, κά­τι τέ­τοι­ο. Κα­θή­σα­νε δί­πλα ἀ­πὸ τὸν εἰ­σπρά­χτο­ρα. Σὲ λί­γο πι­ά­σα­νε συ­ζή­τη­ση γιὰ τὰ ἀ­θλη­τι­κά. Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἔ­βγα­λε μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ χτυ­πών­τας την, ἐ­δῶ ρέ, φώ­να­ζε, ἐ­δῶ θὰ γί­νει ὁ τά­φος σας. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λοῦ­σαν, ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας εἶ­χε σω­πά­σει μὰ ξαφ­νι­κὰ φώ­να­ξε, ἕ­να βῆ­μα, ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­νας ὄρ­θιος στὸν δι­ά­δρο­μο γιὰ νὰ προ­χω­ρή­σει κι οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λά­σα­νε πιὸ δυ­να­τὰ αὐ­τὴ τὴν φο­ρά. Σι­γὰ-σι­γά, ἀ­δειά­σαν κι οἱ θέ­σεις. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι κα­τέ­βη­καν στὴν στά­ση Πα­λαι­ὰ Δι­κα­στή­ρια. Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν οὔ­τε πα­λιὰ οὔ­τε και­νούρ­για κτί­ρια. Μιὰ πλα­τεί­α σκαμ­μέ­νη μό­νο, φραγ­μέ­νη μὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ πα­νιὰ ἀ­πὸ τσου­βά­λια. Σκά­βον­τας γιὰ θε­μέ­λια εἴ­χα­νε βρεῖ νε­ρὸ γι’ αὐ­τὸ καὶ τὴν κλεί­σα­νε. Ὅ­πως μὲ τοὺς ἀρ­ρώ­στους π’ ἀ­νοί­γον­τας τὴν κοι­λιὰ τους βρί­σκουν με­τα­στά­σεις. Τοὺς κλεί­νουν καὶ τοὺς στέλ­νουν σπί­τι γιὰ νὰ πε­θά­νουν. Κά­πο­τε θὰ χτι­στεῖ ἡ πλα­τεί­α κι αὐ­τοὶ θὰ ‘­χουν πε­θά­νει.

        Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἅ­πλω­σε μπρο­στά του μιὰ πε­τσέ­τα κι ἔ­τρω­γε ψω­μὶ μὲ στα­φί­δες. Πό­σες στά­σεις ἔ­χει μέ­χρι τὸ τέρ­μα; τὸν ρώ­τη­σα. Πά­τη­σε ἕ­να κουμ­πί, ἄ­νοι­ξε ἡ πί­σω πόρ­τα καὶ κα­τέ­βη­κε ἐ­νῶ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­κό­μη ἔ­τρε­χε. Τὸν εἶ­δα νὰ τρε­κλί­ζει γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τά­χυν­ση. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­κα­νε ἕ­να κύ­κλο γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ τρι­γω­νι­κὴ νη­σί­δα καὶ φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα.

        — Τέρ­μα κύ­ριος, μοῦ εἶ­πε κοι­τά­ζον­τάς με μέ­σα ἀ­πὸ τὸν κα­θρέ­φτη.

        Κα­τέ­βη­κα. Ἦ­ταν τὸ τέρ­μα;

        Ὁ ἥ­λιος σὲ τύ­φλω­νε. Τὸ κρύ­ο τρυ­ποῦ­σε τὰ κόκ­κα­λα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982).

Γιά­ννης Πα­τσώ­νης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­­βος, Ἀ­θή­να, 1982), Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984), Σκεῦος μετανοίας (ἐκδ. ἐν Πλῷ, Ἀ­θή­να, 2017) καὶ Ἀνεμοδεῖκτες στὴν Ἑπτάλοφο (ἐκδ. Καστανιώτης, Ἀ­θή­να, 2019).


Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς: Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε



Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς


Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε


ΠΑΝΟΥΚΛΑ τρώ­ει τὸν φτω­χό, βρί­σκει καὶ τὸν πλού­σιο. Ἄν σοῦ τύ­χει ἡ Μαύ­ρη, δι­ά­κρι­ση δὲν κά­νει. Βγαί­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴ φά­κα τοῦ σπι­τιοῦ τους, τουμ­πα­νιά­ζουν στὶς ἄ­κρες καὶ στὶς μέ­σες των δρό­μων, ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος σπρώ­χνει μὲ τὸ ἱ­ε­ρὸ στυ­λιά­ρι ψό­ψια γα­τιὰ καὶ σκύ­λους, μω­ρὰ νε­κρὰ τῆς κού­νιας γιὰ νὰ ἀ­δειά­σουν τὰ σκα­λο­πά­τια τοῦ να­οῦ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­σω­μά­των, νὰ κα­θα­ρί­σει ὁ τό­πος, νὰ μπο­ροῦν κου­τσὰ-στρα­βὰ νὰ ἀ­νε­βαί­νουν οἱ ἄρ­ρω­στοι πρὸς προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων, ὄ­χι πρὸς για­τρειὰ τοῦ σώ­μα­τος, ἀλ­λὰ πρὸς σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς, ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή. Δὲν φο­βᾶ­ται ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος μή­πως κο­λ­λή­σει τὸ θα­να­τι­κό, ἕ­τοι­μος πάν­τα εἶ­ναι πρὸς ἀ­να­χώ­ρη­ση γιὰ τὸν Πα­ρά­δει­σο, ἡ πύ­λη εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὴ γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή του. Ἀ­φή­νει τὸν καν­τη­λα­νά­φτη, κου­τσό, τυ­φλὸ καὶ γέ­ρον­τα νὰ ἔ­χει τὸ νοῦ του στὴν εὐ­δο­κί­μη­ση τοῦ παγ­κα­ριοῦ καί, μὲ μιὰ πε­τσέ­τα βου­τηγ­μέ­νη στὸν ἁ­για­σμὸ νὰ κα­λύ­πτει τὸ πρό­σω­πό του, μὲ βῆ­μα ἀρ­γὸ στρί­βει στὴ γω­νί­α, στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα τοῦ πι­τό­ρου Πλα­κω­τοῦ καὶ φω­νά­ζει: «Γε­ρά­σι­με, σὲ θέ­λω.»

       «Γε­ρά­σι­με», τοῦ λέ­ει, «τὸ σπί­τι σου ἐρ­γα­στή­ριο ὅ­που ζω­γρα­φί­ζεις τὸν οὐ­ρα­νό, τὴ θά­λασ­σα, τὰ μά­τια τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν Τρο­παι­φό­ρων, τῶν Ὁ­σί­ων καὶ τῶν Μα­κα­ρι­σμέ­νων. Τὰ παι­διά σου ἑ­τοι­μο­θά­να­τα, θὰ προ­λά­βεις νὰ τὰ θά­ψεις, ὥ­σπου νὰ ἔρ­θει ἡ πα­νού­κλα νὰ σὲ πιά­σει. Σκέ­φτε­σαι, ὥ­σπου νὰ σὲ χτυ­πή­σει τὸ κα­κό, για­τί μπῆ­κε στὸ σπί­τι σου καὶ σκο­τώ­νει τὰ παι­διά σου; Τό­σα μά­τια ζω­γρα­φι­σμέ­να, τό­σα γέ­νεια μα­ζε­μέ­να, τό­σα πρό­σω­πα ἱ­ε­ρά, τό­σες ζω­γρα­φι­ὲς ποὺ δὲν ἔ­φε­ρες στὴν ἐκ­κλη­σί­α νὰ εὐ­λο­γη­θοῦν, νὰ γί­νουν προ­στά­τες τοῦ λα­οῦ καὶ τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς σου, ζη­τοῦ­σες πλη­ρω­μὴ γιὰ νὰ ἔ­χεις νὰ φᾶς, νὰ ἀ­γο­ρά­ζεις χρώ­μα­τα, νὰ πά­ρεις ἕ­ναν ντε­νε­κὲ νὰ ἀ­να­κα­τεύ­εις τὸ κά­του­ρό σου μὲ τὶς μπο­γι­ὲς νὰ βγαί­νει χρῶ­μα ἀ­στρα­φτε­ρό, Γε­ρά­σι­με ἁ­μάρ­τη­σες, ἔ­χεις πά­ρει τὸν κό­σμο στὸ λαι­μό σου, ποὺ πη­γαί­νει ἀ­λει­τούρ­γη­τος, ἀ­σα­βά­νω­τος, ἄ­κλαυ­τος. Νὰ κά­ψου­με λοι­πὸν αὐ­τὰ τὰ ὄρ­για, γο­νά­τι­σε, προ­σκύ­νη­σε, δῶ­σε τὴν ἔγ­κρι­σή σου».

       «Νὰ κα­ῶ ἐ­γώ», εἶ­πε ὁ Γε­ρά­σι­μος Πλα­κω­τός, ὁ γνω­στὸς πι­τό­ρος. «Νὰ κα­ῶ ποὺ δὲν ζή­τη­σα τὴν ἄ­δεια τῆς Ἁ­γι­ο­σύ­νης νὰ τὴν ζω­γρα­φί­σω, νὰ κα­ῶ γιὰ νὰ μὴν τὸ ξα­να­κά­νω. Νὰ κα­ῶ μὲ τὴν εὐ­χή σου, Ἅ­γι­ε Πα­τέ­ρα, γιὰ νὰ ζή­σουν τὰ παι­διά μου μὲ συμ­βό­λαι­ο πὼς δὲν θὰ πιά­σουν πο­τὲ πι­νέ­λο καὶ χρώ­μα­τα νὰ ζω­γρα­φί­σουν τοῦ Ὕ­ψι­στου τοὺς ἐ­κλε­κτοὺς ἐ­πὶ τῆς Γῆς». «Τὰ λό­για σὲ ἔ­χουν κά­ψει κι­ό­λας», ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος, «δὲν ἔ­χω τό­σα ξύ­λα ποὺ θὰ κά­ψουν ἄν­θρω­πο, φτά­νουν τὰ λί­γα ποὺ βρί­σκον­ται γιὰ νὰ κα­οῦν οἱ ζω­γρα­φι­ές. Νὰ κα­οῦν στὸν Με­γά­λο Δρό­μο, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ ναὸ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­σω­μά­των γιὰ νὰ μὴν φτά­σει ὣς ἐ­κεῖ ἡ μο­λυ­σμέ­νη στά­χτη».

       Μα­ζεύ­τη­καν κου­τσοί, στρα­βοί, πολ­λοὶ βα­σα­νι­σμέ­νοι, κό­σμος, λα­ός, σα­ρά­βα­λα καὶ ἄρ­χον­τες σπου­δαῖ­οι, δή­μιος βαρ­βά­τος ἔ­ρι­ξε στου­πιὰ νὰ βγοῦν οἱ φλό­γες, τρεῖς μέ­ρες ρί­χναν στὴ φω­τιά, τρεῖς μέ­ρες δὲν και­γόν­ταν, τρεῖς μέ­ρες ἐ­βα­ρέ­θη­καν καὶ φῦ­γαν χορ­τα­σμέ­νοι, «ὁ Σα­τα­νᾶς δὲν καί­γε­ται», εἶ­παν οἱ μορ­φω­μέ­νοι, «νὰ πέ­σει μέ­σα στὴ φω­τιὰ ὁ ἴ­διος ὁ πι­τό­ρος, τὸν πε­ρι­μέ­νει ὁ Δι­ά­ο­λος στὴν Κό­λα­ση νὰ πᾶ­νε».

       Δὲν ξέ­ρω τί ἀ­πό­γι­νε, δὲν γρά­φουν τὰ βι­βλί­α, ξέ­ρω πὼς ὁ Γε­ρά­σι­μος Πλα­κω­τὸς ἔ­θα­ψε τὰ παι­διά του καὶ πῆ­ρε δρό­μο καὶ στρα­τί, στρα­τὶ καὶ μο­νο­πά­τι, ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν ἐ­παίρ­να­γε λά­κι­ζε ἡ πα­νού­κλα, κα­θὼς μὲ ἕ­να πι­νέ­λο στὸ χέ­ρι ζω­γρά­φι­ζε τὸν ἀ­έ­ρα. Ἕ­ναν πί­να­κα ἀ­έ­ρα ἔ­χω στὸ δι­κό μου σπί­τι. Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε, τ’ ὄ­νο­μά σου.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς (Χαλ­κί­δα, 1940). Βαρ­βά­κει­ος Σχο­λὴ (1958). Licence des Lettres στὴ Σορ­βόν­νη (1968). Με­τα­πτυ­χια­κὰ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μον­πελ­λι­έ (1995-1997). Ἰ­δι­ω­τι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος (1961-1985). Σύμ­βου­λος ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων (1985-). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1962 καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τὸ δο­κι­μια­κὸ ἔρ­γο του ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ σύγ­χρο­να προ­βλή­μα­τα, ὅ­πως ἡ πο­λι­τι­κὴ τοῦ τρό­μου στὸν 20ὸ αἰ­ώ­να (Ὁ Φε­βρουά­ριος αἰ­ών), ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση ὣς τὶς μέ­ρες μας (Πα­ρα­μύ­θι τῆς λο­γο­τε­χνί­ας), οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ κο­μί­ζει ἡ τε­χνο­λο­γί­α στὴν ἀν­τί­λη­ψη τῆς προ­σω­πι­κῆς καὶ συλ­λο­γι­κῆς μνή­μης (Μνή­μη καὶ μνή­μη), ἡ ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τοῦ ἐ­ρω­τή­μα­τος τί; ὡς ὑ­πο­χρέ­ω­σης τοῦ σκέ­πτε­σθαι (Λό­γος ἐ­ρει­πί­ων). Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἐ­κτὸς πλαι­σί­ου (Ἐκ­κρε­μές, 2018).

Εἰκόνα: Μωϋσῆς, ἔργο (1727-1728) τοῦ Ἱερώνυμου ἢ Γεράσιμου Πλακωτοῦ (περ. 1670-1728).



		

	

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου: Μά­θη­μα ἀ­νά­γνω­σης



Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου


Μά­θη­μα ἀ­νά­γνω­σης


ΤΑΝ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ τοῦ 1948, σὲ μιὰ ἐ­παρ­χια­κὴ πό­λη τῆς Ἑλ­λά­δας, ὅ­ταν ἕ­να μι­κρὸ ἀ­γό­ρι πρω­το­πῆ­γε σχο­λεῖ­ο μὲ πλά­κα καὶ κον­τύ­λι. Κά­θε με­ση­μέ­ρι, γυρ­νών­τας σπί­τι, περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν κα­φε­τζῆ νὰ τοῦ δί­νει τὴν ἄ­χρη­στη ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πε­ρα­σμέ­νης μέ­ρας, «γιὰ νὰ ἐ­ξα­σκεῖ­ται τὸ παι­δὶ στὴν ἀ­νά­γνω­ση».

       Ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ ποὺ ὁ πα­τέ­ρας εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ στὴ φυ­λα­κή, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ σπί­τι ποὺ νὰ γνω­ρί­ζει γράμ­μα­τα. Μὰ τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι, χά­ρη στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πε­ρα­σμέ­νης μέ­ρας, ἔ­μα­θε μέ­χρι τὰ Χρι­στού­γεν­να νὰ δι­α­βά­ζει νε­ρά­κι.

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς μη­τέ­ρας του, πρώ­τη δου­λειὰ μό­λις ἔ­φτα­νε σπί­τι, ἦ­ταν νὰ τὴν ἀ­νοί­ξει στὴ δεύ­τε­ρη σε­λί­δα καὶ νὰ δι­α­βά­σει με­γα­λό­φω­να τὸν κα­τά­λο­γο μὲ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ἐ­κτε­λε­σμέ­νων. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε, ἡ μη­τέ­ρα καὶ ἡ για­γιὰ ἔ­κα­ναν τὸν σταυ­ρό τους. Τὰ μι­κρὰ ἀ­δέρ­φια του συ­νέ­χι­ζαν νὰ παί­ζουν.

       Στὸ τέ­λος τῆς σχο­λι­κῆς χρο­νιᾶς, ὁ ἔ­λεγ­χός του στὸ μά­θη­μα τῆς ἀ­νά­γνω­σης ἔ­γρα­φε δέ­κα μὲ τό­νο. Στὴ γι­ορ­τὴ ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε, ἀ­νέ­βη­κε σ’ ἕ­να σα­νι­δέ­νιο βῆ­μα καὶ ἀ­πήγ­γει­λε φαρ­σὶ τὸ ποί­η­μα «Τί εἶ­ν’ ἡ πα­τρί­δα μας…»

       Οἱ κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς περ­νοῦ­σαν μὲ σφεν­τό­νες, πε­τρο­πό­λε­μο καὶ κα­θη­με­ρι­νὴ ἀ­νά­γνω­ση τῆς δεύ­τε­ρης σε­λί­δας. Τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα τοῦ Αὐ­γού­στου χτύ­πη­σε ἡ ἐ­ξώ­θυ­ρα. Μιὰ γει­τό­νισ­σα, ποὺ εἶ­χε ρα­δι­ό­φω­νο, ἦρ­θε τρέ­χον­τας νὰ τοὺς φέ­ρει τὰ κα­λὰ μαν­τά­τα : «Τε­λεί­ω­σε ὁ πό­λε­μος! Στα­μα­τοῦν οἱ ἐ­κτε­λέ­σεις! Τὸ εἶ­πε τὸ ρά­διο!»

       Ἡ μη­τέ­ρα ἀγ­κά­λια­σε σφι­χτά τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι κι ἔ­πει­τα χώ­ρε­σε στὴν ἀγ­κα­λιά της ὅ­λα της τὰ παι­διά. Ἡ για­γιὰ ἔ­βα­λε τὴ χύ­τρα στὴ φου­φού, γιὰ νὰ ἑ­τοι­μά­σει χαλ­βα­δο­κου­τα­λι­ές, νὰ κε­ρά­σει τὶς γει­τό­νισ­σες.

       Τὸ ἄλ­λο με­ση­μέ­ρι τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι πέ­ρα­σε ὅ­πως πάν­τα ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο. Οἱ τί­τλοι τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ἐ­πι­βε­βαί­ω­ναν τὶς ρα­δι­ο­φω­νι­κὲς εἰ­δή­σεις. Ὁ ἐμ­φύ­λιος εἶ­χε τε­λει­ώ­σει.

       Ἀ­πὸ συ­νή­θεια τὸ παι­δὶ γύ­ρι­σε σε­λί­δα κι ἀν­τί­κρι­σε τὸν κα­τά­λο­γο μὲ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­κτε­λέ­σεις. Ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει ἄ­νε­τα, κα­θα­ρά, μὲ ἄ­ρι­στη ἄρ­θρω­ση, ὥ­σπου ἔ­φτα­σε στὸ δι­κό του ἐ­πί­θε­το.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Σὲ ἡ­λι­κί­α εἴ­κο­σι ἐ­τῶν με­τοί­κη­σε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ ζεῖ μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ 1966 πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἐ­πο­χέ­ς τοῦ Ἄγ­γέ­λου Τερ­ζά­κη μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕντεκα γράμ­μα­τα κι ἕ­να ὑ­στε­ρό­γρα­φο». Ξε­κί­νη­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ κα­ρι­έ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­κό­πη­κε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς δι­κτα­το­ρί­ας. Στὴ συ­νέ­χεια συ­νί­δρυ­σε τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Ρόμ­βος καὶ τὸ ὁ­μώ­νυ­μο βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο. Τὸ 1972 ἐκ­δό­θη­κε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Ὁ Δρα­πέ­της στὸ Δέν­τρο. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες. Ἐ­πί­σης ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ με­τα­φρά­σεις βι­βλί­ων, κυ­ρί­ως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Οἱ σα­ράν­τα τρεῖς σι­ω­πές (μυ­θι­στό­ρη­μα, Κέ­δρος, 2018).



		

	

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου: Ἡ μάσκα



Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ἡ μά­σκα


ΣΚΥΨΕ καὶ φί­λη­σε μὲ λα­χτά­ρα τὸ φρυγ­μέ­νο, στε­γνὸ στό­μα τοῦ ἄν­τρα μὲ τὴ μά­σκα. Πᾶ­νε δέ­κα μέ­ρες ποὺ δὲν τὴν ἔ­βγα­λε λε­πτό, ἔ­ψα­ξε κι ἀ­πό­ψε μά­ται­α γιὰ τὰ μά­τια του. Θυ­μή­θη­κε τὰ Κα­λο­καί­ρια στὸ χω­ριό, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὴ ρε­μα­τιά, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ πα­τέ­ρα καὶ τὰ δια­ρκῆ σχό­λια τῆς μά­νας τους. Τὸ παι­δι­κό του σῶ­μα ἄ­χνι­ζε, κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴν ψά­χνει δι­στα­χτι­κὰ μέ­ς στὸ σκο­τά­δι, κι ἐ­κεί­νη, ἡ μι­κρό­τε­ρη ἀ­π’ τὰ κο­ρί­τσια, χτυ­πο­κάρ­δι­σε καὶ μπουμ­πού­κια­σε ἀ­πό­το­μα μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἀ­παί­τη­σή του. Καὶ τό­τε σφα­λι­στὰ τὰ εἶ­χε τὰ μά­τια του. Πο­τὲ δὲν ξα­να­λα­χτά­ρι­σε ἔ­τσι οὔ­τε μὲ τὰ παι­διὰ οὔ­τε μὲ τὰ ἐγ­γό­νια της.

       Δί­πλα τους τὸ μη­χά­νη­μα τοῦ ὀ­ξυ­γό­νου πά­φλα­ζε μα­ταί­ω­ση σὰ με­τρο­νό­μος. Τῆς ζή­τη­σε ψι­θυ­ρι­στὰ τὴν πά­πια, τὸν βο­ή­θη­σε μὲ χέ­ρια γυ­μνὰ καὶ τὸν κοι­τοῦ­σε λαί­μαρ­γα, τώ­ρα ποὺ αὐ­τὸς πά­λι κρυ­βό­ταν, τὸν με­γά­λο της ἀ­δελ­φὸ ποὺ ἔ­χα­νε.

       Ἀ­π’ τὴν μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα ἡ γυ­ναί­κα του πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε βου­βή.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἔ­χει συμ­με­τά­σχει ὡς προ­σκε­κλη­μέ­νη σὲ τέσ­σε­ρα δι­ε­θνῆ φε­στι­βὰλ ποί­η­σης: Τουρ­κί­α (2012), Θεσ­σα­λο­νί­κη (2013), Ἀ­θή­να (2013), Κρο­α­τί­α (2015). Ἀ­πὸ τὸ 2010 συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τρεῖς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος στὶς ἐκδόσεις Γα­βρι­η­λί­δης. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο Τύ­πο καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, Ρω­σι­κά, Τουρ­κι­κὰ καὶ Κρο­α­τι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Τε­λευ­ταί­ο της βι­βλί­ο: Τὸ πρὶν καὶ τὸ με­τὰ τὴν παύ­λα (ποιήματα· Γα­βρι­η­λί­δης, 2018). Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα: www.ironikopoulou.gr

Φωτογραφία: Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος (1958-2015).



		

	

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου: Ἡ νυ­χτε­ρί­δα



Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου


Ἡ νυ­χτε­ρί­δα


ΦΤΑΣΕ μὲ τὸ πλοῖ­ο τῆς ἄ­γο­νης γραμ­μῆς ἕ­να πα­ρά­ω­ρα ζε­στὸ πρω­ῒ τοῦ Σε­πτέμ­βρη καὶ ἀ­νέ­βη­κε σέρ­νον­τας μιὰ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη βα­λί­τσα πρὸς τὴ Χώ­ρα ὅ­που ἤ­θε­λε νὰ μπεῖ ἄ­γνω­στος καὶ ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος. Μὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Οἱ κά­τοι­κοι πε­ρι­μέ­να­νε μὲ ἀ­γω­νί­α νὰ ἔρ­θει δά­σκα­λος στὸ νη­σί. Στὴν ἀρ­χὴ χά­ρη­καν, μὰ γρή­γο­ρα ἐ­νο­χλή­θη­καν ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρό του ὕ­φος ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ φο­βη­θοῦν πὼς σύν­το­μα θὰ ἔ­φευ­γε κι αὐ­τὸς μὲ ἀ­πό­σπα­ση. Ἀ­να­ζη­τών­τας μὲ ἄγ­χος τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο κα­τά­λυ­μα, μή­πως καὶ τὸν κα­λο­πιά­σουν, τὸ βρῆ­καν ἀ­μέ­σως στὸ δι­ώ­ρο­φο ἀρ­χον­τι­κὸ τῆς κυ­ρί­ας Θε­α­νῶς. Εἶ­δαν κι ἔ­πα­θαν νὰ τὴν πεί­σουν νὰ δώ­σει τὸν ἄ­δει­ο κά­τω ὄ­ρο­φο, ἦ­ταν κά­πως ἰ­δι­ό­τρο­πη καὶ δὲν νοί­κια­ζε πο­τὲ σὲ δη­μό­σιους ὑ­παλ­λή­λους. Μὰ αὐ­τὸν τὸν συμ­πά­θη­σε ἀ­νε­ξή­γη­τα.

       Εὐ­ρύ­χω­ρο καὶ ἄ­νε­το, μὲ ἕ­να με­γά­λο πε­ρι­φραγ­μέ­νο κῆ­πο, τὸ σπί­τι τοῦ φά­νη­κε πε­ρι­ποι­η­μέ­νο καὶ εὐ­χά­ρι­στο, μὲ γοῦ­στο στο­λι­σμέ­νο. Ἕ­να πα­χὺ χα­λὶ στὸ σα­λό­νι, γιὰ νὰ κρύ­βει τὸ φθαρ­μέ­νο πά­τω­μα, σκέ­φτη­κε κα­χύ­πο­πτα. Ἡ σκό­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ βα­ριὰ ἔ­πι­πλα εὐ­τυ­χῶς δὲν φαι­νό­ταν. Νά καὶ τὸ τζά­κι ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ἀ­μέ­σως νὰ φαν­τά­ζε­ται σκη­νὲς τοῦ χει­μώ­να, τὶς φλό­γες νὰ στέλ­λουν λαμ­πρὲς ἀν­ταύ­γει­ες καὶ ν’ ἀν­τα­να­κλοῦν στὰ καμ­πυ­λω­τὰ πό­δια τοῦ τρα­πε­ζιοῦ, νὰ τρε­μο­παί­ζουν πά­νω στὸ μπρού­τζι­νο χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας, νὰ φω­τί­ζουν τὸ μάρ­μα­ρο καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τῆς κα­μι­νά­δας. Στὴ μιὰ πλευ­ρὰ τοῦ τζα­κιοῦ μιὰ φαρ­διὰ πο­λυ­θρό­να ἦ­ταν ἤ­δη κα­λυμ­μέ­νη μὲ φλο­κά­τη, ἐ­νῶ πά­νω στὸν μπου­φὲ ἕ­να σερ­βί­τσιο τοῦ τσα­γιοῦ καὶ δυ­ὸ φω­το­γρα­φί­ες προ­πο­λε­μι­κὲς χρω­μά­τι­ζαν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα.

       Ἡ πρώ­τη μέ­ρα ἔ­σβη­νε μα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα κι αὐ­τὸς ἄϋ­πνος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ ξα­πλώ­σει νω­ρὶς στὰ σεν­τό­νια ποὺ μύ­ρι­ζαν λε­βάν­τα. Μὰ πρὶν προ­λά­βει νὰ χα­ρεῖ τὴν ἀ­νά­παυ­ση καὶ νὰ σκε­φτεῖ ὁτι­δή­πο­τε, ἕ­να φτε­ρο­κό­πη­μα τὸν ἔ­κα­νε νὰ πε­τα­χτεῖ ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει πά­λι τὸ φῶς. Αὐ­τὸ ποὺ πε­τοῦ­σε δὲν ἦ­ταν ἔν­το­μο ξε­χα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι μή­τε που­λὶ πα­γι­δευ­μέ­νο. Ἦ­ταν μιὰ νυ­χτε­ρί­δα. Ψά­χνον­τας γιὰ τὴ σκού­πα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν πῶς καὶ πό­τε νὰ εἶ­χε μπεῖ. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἢ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­δύ­να­το. Ἀ­πὸ τὴν κα­μι­νά­δα μᾶλ­λον, ποὺ θὰ τὴν πέ­ρα­σε γιὰ σπή­λαι­ο καὶ ἐ­κεῖ ἐγ­κλω­βί­στη­κε. Πῆ­ρε τὴν σκού­πα κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴν κυ­νη­γᾶ μὰ οἱ πτή­σεις τοῦ ἱ­πτά­με­νου θη­λα­στι­κοῦ ἦ­ταν τό­σο ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὲς στὸν ψη­λο­τά­βα­νο κλει­στὸ χῶ­ρο ποὺ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν πε­τύ­χει τρέ­χον­τας προ­σε­κτι­κά, μὴν ἐ­νο­χλή­σει νυ­χτι­ά­τι­κα τὴν σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ὁ­μο­λό­γη­σε τὴν ἥτ­τα του κι ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὴν ἐλ­πί­δα πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα θὰ πε­τά­ξει πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς νύ­χτας, πρὸς τὴ φύ­ση ποὺ τὴν κα­λοῦ­σε. Καὶ νά ποὺ ὁ ἀ­πρό­σμε­νος ἐ­πι­σκέ­πτης χά­θη­κε. Θὰ ἔ­φυ­γε, σκέ­φτη­κε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση καὶ ἔ­πε­σε γιὰ ὕ­πνο.

       Ση­κώ­θη­κε χα­ρά­μα­τα. Μὰ μό­λις ἄ­να­ψε τὸ φῶς καὶ μπῆ­κε στὸ μπά­νιο, ἕ­να γνώ­ρι­μο φτε­ρο­κό­πη­μα φα­νέ­ρω­σε πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα ἦ­ταν ἀ­κό­μη μὲς στὸ σπί­τι. Εἶ­χε κά­νει ὅ­μως τὸ μοι­ραῖ­ο λά­θος. Σὲ τό­σο στε­νὸ χῶ­ρο τὰ πε­ρι­θώ­ρια ἑ­λιγ­μῶν της ἦ­ταν ἐ­λά­χι­στα. Ἡ σκού­πα αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν κα­τέρ­ρι­ψε στὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἐ­κεῖ γρά­φτη­κε τὸ τέ­λος της.

       Τὸ τέ­λος της; Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Ὁ δά­σκα­λος ποὺ γνώ­ρι­ζε γιὰ τὴν τύ­χη ποὺ φέρ­νουν τὰ ὀ­στὰ τῆς νυ­χτε­ρί­δας, ἔ­κο­ψε μὲ τὴν ψα­λί­δα τοῦ κή­που τὰ χει­ρό­πτε­ρά της καὶ τὰ ἔ­βα­λε σὲ ἕ­να ἄ­δει­ο γυ­ά­λι­νο βα­ζά­κι. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὴν ἀρ­τά­να γιὰ νὰ θά­ψει τὸ ὑ­πό­λοι­πο λει­ψὸ σῶ­μα, προ­σέ­χον­τας μὴν τὸν δεῖ κα­νεὶς καὶ ἀ­πο­ρή­σει τί κά­νει ἀ­ξη­μέ­ρω­τα στὸν κῆ­πο. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὴ μα­κά­βρια αὐ­τὴ τα­φὴ καὶ γύ­ρι­σε στὴν κά­μα­ρά του, σκέ­φτη­κε, κοι­τά­ζον­τας τὸ φο­νι­κὸ γού­ρι, τὰ κομ­μέ­να χει­ρό­πτε­ρα, πὼς δὲν ἄρ­χι­ζε ἄ­σχη­μα αὐ­τὸ τὸ φθι­νό­πω­ρο σὲ τοῦ­το τὸ νη­σί. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου (Ρό­δος, 1965). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Δη­μό­σια Δι­οί­κη­ση. Δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ πε­ζο­γρά­φος, ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κρι­τες πε­ρι­ο­δι­κὲς καὶ ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­κὲς ἐκ­δό­σεις. Σή­με­ρα δι­ευ­θύ­νει τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κο­ράλ­λι. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τῆς Δι­οι­κοῦ­σας Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κω­στῆ Πα­λα­μᾶ. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο δο­κι­μί­ου τοῦ PENClub καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Φω­τέα γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ἐ­ναν­τί­ον τοῦ χρό­νου Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης (European Union Prize for Literature) γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Ἀγ­κρι­τζέν­το, τὸ ὁ­ποῖ­ο με­τα­φρά­στη­κε στὰ ἰ­τα­λι­κά, τὰ πο­λω­νι­κά, τὰ σερ­βι­κά, τὰ κρο­α­τι­κὰ καὶ τὰ ἀλ­βα­νι­κά. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ κύ­κλος τοῦ χώ­μα­τος (Κα­στα­νι­ώ­της, 2017).