Σοφία Νικολαΐδου: Τσαμπουκάς


Σοφία Νικολαΐδου

 

Τσαμ­που­κὰς

 

 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ στάθηκε γιὰ τὴ Χα­ρὰ μοι­ραῖ­ος ἄν­τρας. Εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει κι ἄλ­λο­νε πρω­τύ­τε­ρα, μὲ μιὰ ἀ­γά­πη χλια­ρή. Ἀ­πεί­ρα­χτη ἡ καρ­δού­λα της κοι­μό­ταν στὰ σκο­τει­νά της σπλά­χνα ἡ­συ­χα­σμέ­νη. Ὁ Πα­να­γι­ώ­της μπῆ­κε μὲ τὸ ἔ­τσι θέ­λω στὴ ζω­ή της. Ζή­σα­νε ἕ­ξι χρό­νια σφο­δροῦ ἔ­ρω­τα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­παν νὰ μεί­νου­νε μα­ζί, νὰ δοῦν πῶς μοιά­ζει. Βρή­κα­νε σπί­τι. Ἄρ­χι­σε νὰ τὸ κα­θα­ρί­ζει ἡ Χα­ρὰ μὲ ζέ­ση. Νοι­κο­κυ­ρὰ μα­νια­κή, πρώ­τη φο­ρὰ ξε­δί­πλω­νε τὴν πα­στρι­κιά της χά­ρη. Στὸ πα­τρι­κὸ ὣς τὰ τριά­ντα της ἔμ­παι­νε κι ἔ­βγαι­νε σὰν ξέ­νη, δί­χως πο­τέ της νὰ τι­νά­ξει ξε­σκο­νό­πα­νο, νὰ πλύ­νει ἕ­να βρα­κί, νε­ρὸ νὰ βρά­σει. Πή­ρα­νε καὶ τὰ ἔ­πι­πλα. Κρε­βά­τι κι ἕ­ναν κα­να­πέ. Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀρ­χί­σα­νε οἱ φί­λες της νὰ τὴν κεν­τοῦν μὲ σπόν­τες. Ξώ­πε­τσα στὴν ἀρ­χή, ὕ­στε­ρα χώ­να­νε στὸ κρέ­ας τὰ βε­λό­νια τους. Τὸν εἴ­δα­με τὸν Πα­να­γι­ώ­τη χθὲς μὲ κεί­νη τὴ μι­κρὴ ἀ­π’ τὸ γρα­φεῖ­ο. Μὰ τί ἔ­χεις πά­θει; Χά­ζε­ψες; Δὲ βλέ­πεις; Δὲν πί­στευ­ε κου­βέν­τα. Σχε­δί­α­ζε Χρι­στού­γεν­να κον­τά του. Δέν­τρο μὲ μπά­λες, φῶ­τα καὶ δω­ρά­κια, κά­λαν­τα στὸ σὶ-ντί, γα­λο­πού­λα μὲ κά­στα­να στὸ φοῦρ­νο. Βρά­δυ Νο­έμ­βρη, ἔ­τσι, δί­χως λό­γο, τὸ πιὸ πο­λὺ νὰ κά­νου­νε κου­βέν­τα, τὸν ρώ­τη­σε. Μα­σού­λα­γε φι­στί­κια ἀ­μί­λη­τος. Χέ­ρι στὴ φον­τα­νι­έ­ρα ἁ­πλω­μέ­νο, μοῦ­τρο σκυ­φτό, θαρ­ροῦ­σε θὰ πε­ρά­σει. Ἔ­γνε­φε ναὶ σὲ ὅ­λα. Τὸν ἄ­φη­σε, δὲ γί­νον­ταν ἀλ­λι­ῶς. Ἔλ­πι­ζε ὅ­μως καὶ πε­ρί­με­νε. Μά­θαι­νε πὼς αὐ­τὸς ἔ­κα­νε τὴ ζω­ή του. Φυ­ραί­να­νε τὰ ζου­με­ρὰ ψα­χνού­δια της μέ­ρα τὴ μέ­ρα, κύρ­τω­σε τὸ ψη­λὸ κορ­μί. Τώ­ρα περ­πά­τα­γε λο­ξὰ σὰν νὰ τὴν πλα­τσου­κώ­να­νε στὸν τοῖ­χο. Κλεί­στη­κε μέ­σα.

        Ἕ­να με­ση­μέ­ρι τὴ βρῆ­καν οἱ δι­κοί της στὸ κο­ρι­τσί­στι­κο κρε­βά­τι της, ξε­σα­λω­μέ­νη. Μπρού­μυ­τα, τὸ σῶ­μα φα­σκι­ω­μέ­νο στὰ σκε­πά­σμα­τα, ἔ­σπα­ζε στὸν ἀ­έ­ρα τὸ σβερ­κά­κι της κι ὕ­στε­ρα στὸ στρῶ­μα τυ­ραν­νοῦ­σε τὸ μοῦ­τρο μὲ μα­νί­α. Ἄ­φρι­ζαν οἱ κραυ­γές της στὰ σεν­τό­νια, τὶς πλά­κω­νε ἐ­κεί­νη ἄ­λα­λη. Τὴν πή­ρα­νε μὲ τὸ κα­λό. Μὲ χά­δια ὅ­λο κι ἥ­συ­χες κου­βέν­τες, νὰ πα­ρα­χώ­σου­νε τὰ πά­θη της. Μό­νο ποῦ. Και­ρὸ δὲν ἄ­κου­γε κα­λὰ τοὺς ἄλ­λους. Ἔ­πρε­πε δυ­ὸ φο­ρὲς νὰ ποῦν τὸ ἴ­διο πρά­μα. Λὲς κι ἤ­τα­νε σ’ ἄλ­λο δω­μά­τιο.

        Τὸ ἄλ­λο πρω­ί, κά­πνι­ζε στὴν κου­ζί­να ἀ­φη­ρη­μέ­νη. Κα­πνὸς πο­λύς, ἀ­νά­σα λι­γο­στὴ μὲς στὰ πνε­μό­νια της. Κού­φιο κορ­μί, αὐ­το­κόλ­λη­το, ξε­θυ­μα­σμέ­νη κόλ­λα. Στὸ δι­ά­ο­λο, ἔ­κα­νε μιά. Κι ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο στὴν πα­λά­μη της. Τσί­ρι­ξε τὸ κα­μέ­νο κρέ­ας. Στὸν τοῖ­χο τὸ βα­ροῦ­σε νὰ σω­πά­σει. Εἶ­χε και­ρὸ ν’ ἀ­κού­σει τὴ φω­νή της. Βρόν­τη­σε ἡ πόρ­τα πί­σω της. Βγῆ­κε ἔ­ξω, τσαμ­που­κα­λε­μέ­νη. Νὰ πά­ει στὰ ρου­χά­δι­κα τῆς γει­το­νιᾶς, νὰ ψω­νι­στεῖ. Βα­στοῦ­σε ἀ­κό­μη.



Πηγή: ἀπὸ τὴ συλλογὴ πεζῶν Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη κι ἀ­κό­μη 27 ἱ­στο­ρί­ες (2η ἐκδ. Κέ­δρος, 1997).

Σο­φί­α Νι­κο­λα­ΐ­δου. Δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, με­λέ­τη, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λόλο­γος στὴν Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δι­δά­ξει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πρό­γραμ­μα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλί­α: Ξαν­θιὰ πα­τη­μέ­νη (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1997), Ὁ φό­βος θὰ σὲ βρεῖ καὶ θά ΄σαι μό­νος (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 1999),  Χο­ρεύ­ουν οἱ ἐ­λέ­φαν­τες (μυ­θι­στό­ρη­μα, Με­ταίχ­μιο, 2012).


Γιώργης Χριστοφιλάκης: Ὁ Γενάκιας



Γιώργης Χριστοφιλάκης


Ὁ Γε­νά­κιας


ΣΤΡΑΤΟΣ ξε­κα­θά­ρι­ζε τὸ ἀν­τάρ­τι­κο στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο. Εἴ­χα­νε ζώ­σει Μά­υ­δες τὶς πό­λεις καὶ Χί­τες τὰ χω­ριά. Μπλο­κα­ρι­σμέ­νοι μέ­σα στοὺς λόγ­γους, σὲ πα­του­λι­ές, γού­πα­τα, κρύ­βον­ταν νη­στι­κοὶ καὶ ψει­ρι­ά­ρη­δες οἱ ἀν­τάρ­τες… Στὰ χω­ριὰ οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες σά­πι­ζαν κά­θε μέ­ρα στὸ ξύ­λο τοὺς γέ­ρους ὁ­πού ‘­χαν παι­διὰ στὸ βου­νό, βρί­ζα­νε πρό­στυ­χα τὶς γυ­ναῖ­κες τους, βά­να­νε φω­τιὰ καὶ καί­γα­νε σπί­τια μὲ ὑ­πάρ­χον­τα μέ­σα, μα­ζὶ μὲ οὕ­λη τὴ σπι­το­συ­γύ­ρι­ση… Πέν­τε στε­φά­νια ψη­λὰ ἀ­νέ­βη­κε ἡ φω­τιὰ στοῦ Γι­αν­νι­κά­κη τὸ σπί­τι, για­τὶ εἶ­χε γαμ­πρό, τὸν Μπα­σα­ρά, στὸ βου­νό. Ὁ­λά­κε­ρο ὁ­πλο­στά­σιο ἔ­κρυ­βε στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο ὁ πα­πα-Χρῆ­στος κι ὁ γιός του πρό­δι­νε τὰ στέ­κια τῶν ἀν­ταρ­τῶν στὴ με­ραρ­χί­α. Κι ἀ­πὲ τὸν τσά­κω­σαν μ’ ἄλ­λους πέν­τε οἱ κα­τσα­πλιά­δες, τοὺς δί­κα­σαν καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τοὺς κό­ψα­νε μὲ τὸ ξη­μέ­ρω­μα.

       Ὁ Τσε­λί­δης, μὲ δι­πλό­στρι­φτο μου­στά­κι, σκό­τω­νε τὸν και­ρό του ὄ­ξω στοῦ Κα­ρα­φε­λού­κα τὸ μα­γα­ζὶ καὶ σὰν δὲ χά­λα­γε ἀν­τάρ­τες ἔ­κο­βε μὲ τὸ πι­στό­λι του στὰ εἴ­κο­σι μέ­τρα τὸ τσι­γά­ρο στὴ μέ­ση…

       Γε­νά­ρης 1949. Στὰ Με­μέ­ι­κα. Τριά­ντα πέν­τε σπί­τια. Εἴ­κο­σι πέν­τε φου­γά­ρα νὰ κα­πνί­ζουν… Κα­μιὰ κα­το­πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­ταῖ­οι ὅ­λο κι ὅ­λο τὸ χω­ριό… Ἐκ­κλη­σιά, σχο­λει­ὸ καὶ κοι­νό­τη­τα μα­ζί. Ἕ­να στρέμ­μα τό­πος. Κά­τω κάμ­πος με­γά­λος, ρεί­κια καὶ πουρ­νά­ρια φί­σκα. Δυ­ὸ λι­ο­τρί­βια καὶ ψη­λὰ τὸ βου­νὸ Ἑλ­λη­νί­τσα φί­σκα, ἔ­λα­τα καὶ με­λίσ­σια, ν’ ἀ­ρα­δί­ζουν* μέ­λισ­σες. Ὁ Δρόγ­γος κι ἡ Ψα­θρί­τσα νὰ σούρ­νουν τὰ νε­ρά… Λα­σπου­ριὰ καὶ βο­ριὰς ποὺ νὰ σοῦ τρυ­πά­ει τὸ κό­κα­λο…


ΚΑΤΑΖΗΤΕΙΤΑΙ Ο ΓΕΝΑΚΙΑΣ

Ἀ­μοι­βή: 50.000 σ’ ὅ­ποι­ον, κα­θ’ οἱ­ον­δή­πο­τε

τρό­πο, βο­η­θή­σει στὴ σύλ­λη­ψη κ. λ.π.


       Καρ­φω­μέ­νη ἡ δι­α­τα­γὴ καὶ στὰ δυ­ὸ μα­γα­ζιά. Ξη­με­ρο­βρα­δι­α­ζόν­του­σαν μέ­σα οἱ Χί­τες. Κερ­νά­γα­νε τὸν Τσε­λί­δη μα­στί­χα καὶ λου­κού­μι, παῖ­ζαν ξε­ρὴ καὶ κα­ψα­λά­γα­νε σύ­κα στὴ σόμ­πα.

       — Ἀ­μοι­βὴ 50.000. Σ’ ὅ­ποι­ο­νε τό­νε βρεῖ καὶ τὸν προ­δώ­κει…, μουρ­μού­ρα­γε ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας. Ἀ­κοῦς; Ἀ­κού­ω νὰ λές…

       Ὁ Γε­νά­κιας εἶ­χε ξο­μεί­νει στὸ βου­νὸ μὲ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀν­τάρ­τες νιού­τσι­κους. Λά­κα­γε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ τὶς νύ­χτες. Κρυ­βό­τα­νε τὴ μέ­ρα. Μα­ζὶ μὲ τὸν Πέρ­δι­κα, τὸν Κον­τα­λώ­νη, τὸν Κλα­ρί­νη, τὸ Σα­τα­νᾶ, τὸν Κα­ρα­μού­ζη κι ἄλ­λους, εἴ­χα­νε πιά­σει τὰ βου­νὰ τῆς Ἀρ­κα­δί­ας λη­μέ­ρια. Ὁ Γε­νά­κιας δὲν τὸ κα­τα­δε­χό­τα­νε νὰ στεί­λει τοὺς συν­τρό­φους του στὸ χω­ριὸ γιὰ ψω­μί. Κα­τέ­βαι­νε ὁ ἴ­διος. Πό­τε στὸ ἕ­να κο­νά­κι, πό­τε στὸ ἄλ­λο. Ἕ­να καρ­βέ­λι ψω­μὶ τὴ βδο­μά­δα. Νε­ρὸ βρί­σκα­νε στὸ βου­νὸ μπό­λι­κο. Χει­μώ­νας και­ρὸς καὶ σπη­λι­ὲς γι’ ἀ­πάγ­κιο… Πό­τε κα­τέ­βαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Πό­τε στοῦ Στα­θο­λιᾶ… Ἐ­πε­ρί­με­νε, πλά­για­ζαν οἱ ταγ­μα­τα­σφα­λί­τες στὸ σχο­λει­ὸ ἢ στὸ πρε­σβυ­τέ­ριο τοῦ πα­πᾶ κι ἀ­μο­λυ­ό­τα­νε, ἀ­πὸ τὶς Λάκ­κες, ὁ ἀν­τάρ­της τὸν κα­τή­φο­ρο, λι­θά­ρι τὸ λι­θά­ρι… ρέ­μα τὸ ρέ­μα στὸ ἀ­κρια­νὸ σπί­τι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τοῦ ‘­δι­νε ὁ Στα­θο­λιᾶς τὸ καρ­βέ­λι τὸ ψω­μὶ καὶ τοῦ ‘­κλει­νε κα­τά­μου­τρα τὴν πόρ­τα. Φο­βό­τα­νε νὰ τὸν προ­δώ­κει, ἔ­τσι ποὺ ἤ­τα­νε ἄ­γριος κι ὁ­πλι­σμέ­νος κάρ­γα. Τὴν ἄλ­λη βδο­μά­δα πή­γαι­νε στοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       — Γέ­ρο, ὁ Γε­νά­κιας. — Ἔ­λα μέ­σα.

       — Εἶ­δες τὸ δι­κό μου παι­δί; — Ὄ­χι.

       — Πά­ρε τὸ σα­κού­λι.

       — Μό­νο ψω­μί…

       Τὸν ἀ­γνάν­τευ­ε τὸ ἀ­ϊ­τή­σιο μά­τι τοῦ γέ­ρου μέ­χρι πέ­ρα τὸ ρέ­μα. Μαν­τά­λω­νε με­τὰ τὴν πόρ­τα καὶ κου­κου­βι­ζό­ταν* κον­τὰ στὴ γριά του. Ἐν­νιὰ παι­διὰ καὶ σὰν τῆς κό­τας τὰ που­λιὰ λά­κι­σαν οὗ­λα…

       Δὲν εἶ­χε ἐλ­πί­δες τὸ ἀν­τάρ­τι­κο πιὰ κι ὁ Στα­θο­λιᾶς ξε­μύ­τι­σε στὸ μα­γα­ζὶ τοῦ Λού­κα. Στοῦ πα­πᾶ – τὸ καί τό… ὁ Γε­νά­κιας. Οἱ Μά­υ­δες τοῦ στή­σα­νε καρ­τέ­ρι. Με­ρό­νυ­χτο, βάρ­δια στὸ κο­νά­κι τοῦ Στα­θο­λιᾶ. Τὸ ἤ­βλε­πε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης ἀ­πὸ πέ­ρα καὶ δὲν πλά­για­ζε τὶς νύ­χτες. Ἐ­πε­ρί­με­νε νὰ τὸν δεῖ. Νὰ τοῦ σφυ­ρί­ξει. Νὰ πά­ρει μυ­ρου­διὰ νὰ λα­κί­σει…

       Σαβ­βα­τό­βρα­δο. Ἀ­πὸ τὴν Πα­να­γιὰ ἀ­κου­γό­τα­νε ἡ λι­α­νο­φω­νού­λα τοῦ Κου­τσο­γρη­γό­ρη στὸν ἑ­σπε­ρι­νὸ καὶ τοῦ πα­πα-Χρή­στου τὸ θυ­μια­τό. Ὁ Γε­νά­κιας ἀ­φῆ­κε καὶ μπῆ­κε ἡ νύ­χτα δυ­ὸ στε­φά­νια κι ἀ­μο­λή­θη­κε, ἀ­πὸ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα τὰ μαν­τριά, τὸν κα­τή­φο­ρο. Κρυ­ώ­να­νε τὰ συν­τρό­φια, ἀλ­λὰ ποῦ φω­τιά…. Μή­τε κο­λο­στρώ­ση. Τρί­βα­νε τὸ κορ­μί τους στὶς πέ­τρες. Νὰ ζε­στα­θεῖ… Σγου­φτὰ* πέ­ρα­σε ἀ­πο­δί­πλα στὴν ἴσ­μπα τοῦ Κα­τσι­α­νά­κου. Στά­θη­κε. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Τὸν εἶ­δε καὶ σφύ­ρι­ξε ὁ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γης. Ξα­χνα­σφύ­ρι­ξε μπᾶς κι ἀ­κού­σει καὶ λα­κί­σει. Ἀ­λα­φρο­πα­τών­τας ὁ ἀν­τάρ­της τὸ πλα­κό­στρω­το κρύ­φτη­κε γιὰ λί­γο στὴν κα­ρυ­διὰ καὶ μ’ ἕ­να σάλ­το κούρ­νια­σε στὸ κο­τέ­τσι. Ἀ­φουγ­κρά­στη­κε. Ἡ­συ­χί­α πέ­ρα γιὰ πέ­ρα. Ἕ­να δυ­ὸ κο­κό­ρια καὶ τὸ σκυ­λὶ τοῦ Κω­τσι­α­ρί­τσα, ἡ Κο­ρα­κού­λα, βά­βι­ζε*. Τό ‘­φερ­νε γιὰ χι­ο­νιά… Ζύ­για­σε φω­νή:

       — Μπάρ­μπα Λιά…

       Δὲν κά­πνι­ζε τὸ φου­γά­ρο. «Θὰ πλά­για­σαν», νο­γή­θη­κε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κο­τέ­τσι καὶ κόν­τε­ψε στὴν πόρ­τα.

       — Γέ­ρο Στα­θο­λιά…

       Χτύ­πη­σε. Ἀ­πὸ τὰ μέ­σα, πά­τη­σε τὸ πο­λυ­βό­λο ὁ Μά­υς καὶ τὸν θέ­ρι­σε. Δυ­ὸ τρεῖς ρι­πὲς ἀ­πὸ πά­νω… Πέντ’ ἕ­ξι κού­φι­ες… Χα­μο­σύρ­θη­κε ὁ Γε­νά­κιας μέ­χρι τὴ γού­βα τὸν ἀ­σβέ­στη, τρά­βη­ξε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα ποὺ κρέ­μα­γε στὸ ζου­νά­ρι, ἔ­βγα­λε τὸν κρί­κο καὶ τὴν κρά­τη­σε στὰ χέ­ρια του μέ­χρι ποὺ ἔ­σκα­σε… Ἀ­λα­φρὸ τὸ κορ­μὶ κύ­λι­σε μέ­σα καὶ χά­θη­κε στὴ γού­βα. Τὸ χέ­ρι ποὺ κρα­τοῦ­σε τὴ χει­ρο­βομ­βί­δα εἶ­χε μεί­νει τὸ μι­σὸ ὄρ­θιο μέ­σα στὸ σβη­σμέ­νο χαρ­μά­νι καὶ σὰν πί­δα­κας ἔ­τρε­χε τὸ αἷ­μα, κα­τα­κόκ­κι­νο, πά­νω στὸν κά­τα­σπρο ἀ­σβέ­στη. Πε­τά­χτη­καν πέν­τε Μά­υ­δες ἀ­πὸ τοῦ Στα­θο­λιᾶ καὶ πῆ­ραν τὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­γά­δες πυ­ρο­βο­λών­τας καὶ χτυ­πών­τας τὴ με­γά­λη καμ­πά­να τῆς Πα­να­γιᾶς. Ἀ­νά­στα­ση, θὰ τσέ­πω­ναν δέ­κα χι­λιά­δες ὁ κα­θέ­νας καὶ τοῦ ἀ­πο­σπα­σμα­τάρ­χη τα συ­χα­ρί­κια. Γλεν­το­κό­πι οὕ­λη νύ­χτα με­τὰ καὶ σὰν ἔ­πι­α­σε νὰ ξη­με­ρώ­νει, ἔ­βγα­λαν τὸ Γε­νά­κια ἀ­πὸ τὴ γού­βα καὶ στή­σαν χο­ρὸ γύ­ρω του. Με­τὰ τοὺς ἦρ­θε τὸ χα­βέ­σι* νὰ τὸν δέ­σουν πα­ρα­μά­σχα­λα, μὲ τρι­χιά, ἀ­πὸ τὸ σα­μά­ρι στὴ φο­ρά­δα τοῦ Λυ­κούρ­γου καὶ τὸν σούρ­να­νε στὰ σο­κά­κια καὶ τὶς λαγ­κά­δες, πί­νον­τας κρα­σὶ καὶ πυ­ρο­βο­λών­τας στὸν ἀ­έ­ρα. Ἀ­πο­με­σή­με­ρο τὸν ἤ­φε­ραν στὸ προ­αύ­λιο τῆς Πα­να­γιᾶς.

       Δυ­ὸ Πο­λι­α­νί­τες Μά­υ­δες ἔ­κο­ψαν κον­τό­κου­ρα* ἀ­πὸ τὴ μου­ριὰ τοῦ Κου­σι­ου­ρα­πο­στό­λη καὶ τρά­βη­ξαν κα­τὰ τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Τὸν βρῆ­καν στ’ ἀπά­νου κα­λύ­βι νὰ τα­ΐ­­ζει μιὰ γι­δού­λα ποῦ ‘­χε.

       — Ποῦ εἶ­ναι τὸ παι­δί σου, γέ­ρο;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὁ γαμ­πρός σου κά­νε;

       — Δὲν ξέ­ρω.

       — Ὅ­μως νὰ σφυ­ρᾶς ξέ­ρεις…

       Πέ­σα­νε πά­νω στὸ γέ­ρο σὰν κάρ­γι­ες καὶ χτυ­πά­γα­νε στὸ σταυ­ρό. Ἔ­τρε­ξε τὸ αἷ­μα στὰ παν­τε­λό­νια, στὴν που­κα­μί­σα κι ἔ­πη­ξε μέ­σα στὰ τσα­ρού­χια του… Ὁ ἕ­νας πῆ­ρε ἀ­πὸ δί­πλα ἕ­να χα­ρα­νὶ* πα­γω­μέ­νο νε­ρὸ καὶ τό ‘χυ­σε πά­νω στὸ κορ­μὶ τοῦ γέ­ρου ν’ ἀ­πο­κά­μει… Τὸ Μάρ­κο πᾶ­ν’ στὴν ἐκ­κλη­σιά. Τὸ Μάρ­κο πᾶν’ στὸ μνῆ­μα. Ξήν­τα πα­πά­δες πᾶ­ν’ μπρο­στά… Ἄλ­λος κα­λύ­τε­ρα δὲν τὸ τρα­γού­δη­σε ἀ­π’ τὸ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη.

       Οἱ ἄλ­λοι βα­ρή­γα­νε τὴν καμ­πά­να νὰ μα­ζω­χτεῖ τὸ χω­ριό.

       — Πᾶ­με.

       Μπρο­στὰ ἡ θυ­γα­τέ­ρα τοῦ Γι­αν­νο­γι­ώρ­γη. Καὶ πί­σω ὁ γκο­νάς του. Ἑ­φτά­χρο­νος. Κα­τε­βή­κα­νε στὴν Πα­να­γιά. Ἐ­κεῖ ὁ γκο­νᾶς γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­δε τὸ Γε­νά­κια. Ἀ­πὸ τὸ σούρ­σι­μο στὰ σο­κά­κια εἶ­χε γί­νει χου­λού­ζης* κι ἄ­γνω­ρος. Ἕ­να κου­βά­ρι λά­σπες. Ὁ Τσε­λί­δης μὲ τὰ χέ­ρια χω­μέ­να στὶς τσέ­πες πά­γαι­νε κι ἐρ­χό­ταν… Γύ­ρω γύ­ρω στὰ του­ρά­κια* τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς, ὄρ­θιοι, γέ­ροι, γυ­ναῖ­κες καὶ παι­διά, κα­μιὰ πε­νην­τα­ριὰ νο­μα­τα­ῖ­οι. Μέ­σα στὸ προ­αύ­λιο, κα­μιὰ δε­κα­ριὰ Μά­υ­δες, ὁ πρό­ε­δρος, ὁ πα­πάς, ὁ Κα­ρα­φε­λού­κας κι ὁ Στα­θο­λιᾶς. Ὁ Τσε­λί­δης τρά­βη­ξε τὸ πι­στό­λι κι ἔ­κα­νε νό­η­μα στὸ Γι­αν­νά­κο τοῦ Μπα­σα­ρᾶ, γυ­μνα­σι­ό­παι­δο, νὰ πλη­σιά­σει.

       — Ἔ­λα δῶ, Μπα­σα­ρό­που­λο.

       Ὁ Γι­αν­νά­κης ἔ­κα­νε δυ­ὸ βή­μα­τα.

       — Πά­ρ’ τὸ τσε­κού­ρι ἀ­π’ τὴν ἐ­λιὰ καὶ κό­ψ’ του τὸ κε­φά­λι.

       — Δὲν μπο­ρῶ.

       — Πά­ρ’ το καὶ κό­ψ’ το, μοῦ­λε, για­τὶ θὰ σοῦ γε­μί­σω τὰ ἄν­τε­ρα σφαῖ­ρες.

       Ὁ Γι­αν­νά­κος ἔμ­πη­ξε τὸ κλά­μα. Ὁ Τσε­λί­δης τοῦ ‘­ρι­ξε δυ­ὸ τρεῖς μπι­στο­λι­ὲς στὰ πό­δια, πῆ­ρε τὴν τρι­χιὰ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νος ὁ Γε­νά­κιας, τὸν ἔ­σου­ρε μέ­χρι τὸ κομ­μέ­νο κυ­πα­ρίσ­σι, τοῦ ‘­βα­λε τὸ κορ­μὶ πά­νου στὸ κού­τσου­ρο καὶ μὲ μιὰ τσε­κου­ριὰ τοῦ πῆ­ρε τὸ κε­φά­λι. Τι­νά­χτη­κε τὸ στῆ­θος νὰ ση­κω­θεῖ ὄρ­θιο, ἔ­γει­ρε κι ἔ­πε­σε δί­πλα στὸ κού­τσου­ρο. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, τὸ κε­φά­λι κύ­λη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­λιά. Ἐ­κεῖ ζύ­γω­σε ἡ γριὰ τοῦ Γι­ο­το­λιᾶ, ὁ­πού ‘χε γιὸ ταγ­μα­τάρ­χη στὸ στρα­τό, κι ἄ­νοι­ξε κου­βέν­τα μὲ τὸ κε­φά­λι.

       — Πα­λι­ο­κα­τσα­πλιά… Κα­λὰ σοῦ κά­μα­νε… Μᾶς βού­τα­γες τὸ ψω­μί…

       Κι ὅ­λο κλό­τσα­γε τὸ κε­φά­λι τοῦ Γε­νά­κια, ποὺ δὲν εἶ­χε κλεί­σει ἀ­κό­μα τὰ τριά­ντα…


ἀραδίζω = (ἀρκαδ.) περνοδιαβαίνω.

κουκουβίζω = κουρνιάζω, ζαρώνω.

σγουφτά = σκυφτά.

βαβίζω = γαυγίζω.

χα­βέ­σι = (τουρκ.) κέφι.

κοντόκουρο = κομμάτι ξύλου, μπαστούνι.

χαρανί* = μεταλλικὸς κουβάς, κατσαρόλα.

χου­λού­ζης, ὁ = (τουρκ.) ἐλαττωματικός, λειψός.

τουράκι, τό = (τουρκ.) πάγκος.


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ Πε­τρο­πό­λε­μος, Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Ἀ­στέ­ρι, Ἀ­θή­να, 1981.

Γι­ώρ­γης Χρι­στο­φι­λά­κης (Ἑλληνίτσα [Με­μή] Ἀρ­κα­δί­ας, 1939). Θέ­α­τρο, ἠ­θο­ποιΐα, σκη­νο­θε­σί­α, δι­ή­γη­μα, ἀρ­θρο­γρα­φί­α. Γιὰ χρό­νια Γε­νι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἑλ­λή­νων Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων. Πρω­το­δη­μο­σί­ευ­σε δι­η­γή­μα­τά του στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Ἀ­να­γέν­νη­σις τῆς Με­γα­λό­πο­λης. Τε­λευ­ταῖο του βι­βλί­ο: Ἔβγα ψυχὴ ἀπ’ τὸ κορ­μί (Βιω­μα­τικὰ ἀφη­γή­μα­τα, Ἑλλη­νικὰ Γράμ­μα­τα, Ἀθή­να, 2006).



		

	

Μάριος Χάκκας: Ἕνας ἀγνοημένος φιλέλληνας

chakkasmarios-enasagnoimenosfilellinas-eikona-01


Μά­ριος Χάκ­κας


Ἕ­νας ἀ­γνο­η­μέ­νος φι­λέλ­λη­νας


01-thita ΜΕΓΑΣ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ, ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς ταγ­μα­τάρ­χη». Πε­ρι­ο­δεύ­ον­τας ἀ­πὸ τάγ­μα σὲ τάγ­μα, τὸν πα­ρα­στέ­κα­νε δυ­ὸ νε­α­ροὶ λο­χα­γοί, πλαι­σι­ω­μέ­νοι κι αὐ­τοί, δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὸν κά­θε φο­ρὰ ἀλ­φα­δύ­ο ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸ τῆς μο­νά­δας, ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀπό τὸν βο­η­θὸ ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κὸ τοῦ ἴδιου γρα­φεί­ου. Καὶ οἱ πέν­τε μα­ζὶ ἀπο­τε­λοῦ­σαν τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο δι­κα­στή­ριο ψυ­χῶν, πεν­τα­με­λὲς ἐ­φε­τεῖ­ο μὲ κα­τα­στα­λαγ­μέ­νες ἀ­πό­ψεις, τε­λε­σί­δι­κες σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἐ­θνι­κῶς ἐ­πι­ζή­μιο.

          Γιὰ αἴ­θου­σα δι­κα­στη­ρί­ου χρη­σί­μευ­ε τὸ κα­ψι­μί, ἕ­να λα­μα­ρι­νι­έ­νιο τοῦν­νελ ποὺ ἀ­νεμ­πό­δι­στα τὸ δι­α­περ­νοῦ­σε ὁ Βαρ­δά­ρης ἀ­π’ ὅ­λες τὶς μπάν­τες, συμ­βά­λον­τας σ’ ἐ­κεί­νη τὴν πα­γω­μέ­νη ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ται­ριά­ζει σὲ τέ­τοι­ους ἐ­πί­ση­μους χώ­ρους. Στὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἐ­πι­ση­μό­τη­τα συ­νέ­τει­νε καὶ ἡ γύ­μνια τοῦ κα­ψι­μί. Ὅ­λοι τὰ ψυ­χα­γω­γι­κὰ ὄρ­γα­να, τρά­που­λες, ξε­μερ­ντι­σμέ­να πο­δο­σφαι­ρά­κια καὶ τά­βλι, εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ λι­γο­στὰ τρα­πε­ζά­κια καὶ τὶς σα­ρα­βα­λι­α­σμέ­νες κα­ρέ­κλες, ἀ­φή­νον­τας ἐ­λεύ­θε­ρο χῶ­ρο γιὰ μιὰ δι­μοι­ρί­α ἐφ’ ἑ­νὸς ζυ­γοῦ. — «Κλεί­νατ—ἐπί—δε­ξι­ά­ά­ά» — πρό­σω­πο πρὸς τὸ πι­τσι­κα­ρι­σμέ­νο πὶγκ πὸγκ ὅ­που ἦ­ταν ἡ ἕ­δρα τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς μ’ ἁ­πλω­μέ­να ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ἔγ­γρα­φά της. —«Ἡμι-ἀ­νά­παυ­ση», κι οἱ φαν­τά­ροι βλέ­πον­τας κα­τ’ εὐ­θεί­αν ἐμ­πρὸς πά­νω στὰ τσίγ­κια, ἀ­κρι­βῶς πί­σω ἀ­πὸ τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη τὴν πλά­τη, ξε­χώ­ρι­ζαν κρε­μα­σμέ­νη μιὰ ζω­γρα­φιά, κά­τι σὰν εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Ἅ­η Γι­ώρ­γη, ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κα­τα­κόκ­κι­νο τέ­ρας μὲ πολ­λὲς κε­φα­λές, κι ἄλ­λους τό­σους πλο­κά­μους, ἀ­νά­με­σα χτα­πό­δι καὶ φί­δι. Ἕ­νας στρα­τι­ώ­της μὲ ἐ­πί­ση­μη σι­δε­ρω­μέ­νη στο­λή, στρογ­γυ­λὰ ρο­δο­κόκ­κι­να μά­γου­λα καὶ τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νο γε­λά­κι, λόγ­χι­ζε τὸ ἀ­παί­σιο τέ­ρας. Κι ἀ­πὸ κά­τω ἕ­να σύν­θη­μα: «Χτυ­πᾶ­τε τὸν κομ­μου­νι­σμό, ὅ­που τὸν βρεῖ­τε.»

          Ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ εἶ­χε κά­νει συ­στη­μα­τι­κὰ τὴν δου­λειά της. Ἔγ­και­ρα εἶ­χε στεί­λει τὶς ἐ­ρω­το­α­πο­κρί­σεις γιὰ νὰ γί­νει δι­δα­σκα­λί­α μὲς στὶς μο­νά­δες. Τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο ἦ­ταν ἁ­πλὸ καὶ οἱ ἀ­παν­τή­σεις ἁ­πλού­στε­ρες, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς μό­νο μιὰ λέ­ξη. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν: Κε­φά­λαι­ο πρῶ­το: Ἀρ­χαί­α Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: Ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος ὁ Μέ­γας Ἀ­λέ­ξαν­δρος; Καὶ δί­πλα ἡ ἀ­πάν­τη­ση: Ἕλ­λη­νας.

          Ἕ­να μῆ­να πιὸ πρὶν ὅ­λα τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ μα­θή­μα­τα (τί εἶ­ναι στρα­τός, τί πει­θαρ­χί­α, ἐκ­μά­θη­ση προ­σευ­χῆς, ἐκ­μά­θη­ση ὅρ­κου) στα­μά­τη­σαν καὶ στὴν θέ­ση τους μπῆ­κε τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἔ­τσι ποὺ νὰ ξε­σκο­νι­στεῖ καὶ νὰ μπο­ρεῖ ὁ κά­θε στρα­τι­ώ­της ν’ ἀ­παν­τή­σει σω­στά.

          — Προ­σέξ­τε, ἔ­λε­γε ὁ δό­κι­μος τῆς δι­μοι­ρί­ας ἡ­μι­ο­νη­γῶν. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ὅ­ποι­ος ἐ­ρω­τη­θῆ ν’ ἀ­παν­τή­σει μὲ μιὰ μό­νο λέ­ξη. «Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος;», ἡ ἀ­πάν­τη­ση «Ἕλ­λη­νας», ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ἂν πά­λι ἡ ἐ­ρώ­τη­ση γί­νει ἀ­νά­πο­δα, πράγ­μα κά­πως ἀ­δύ­να­τον, «Βούλ­γα­ρος ἢ Ἕλ­λη­νας;», ἐ­σεῖς δὲν θὰ πεῖ­τε τὸ πρῶ­το. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Θὰ πεῖ­τε τὸ δεύ­τε­ρο: «Ἕλ­λη­νας”. Προ­σέξ­τε, ἂν κά­νε­τε λά­θος, τό­τε Θὰ κακο­βαθ­μο­λο­γή­σουν τὸ τάγ­μα, ὁ δι­οι­κη­τὴς θὰ κα­τσα­διά­σει τὸν λο­χα­γὸ καὶ κεῖ­νος πά­λι θὰ ξε­σπά­σει ἐ­πά­νω σας. Ἔ­χει σημα­σί­α. Θὰ σᾶς κό­ψει τὶς ἄ­δει­ες. Ξέ­ρε­τε πό­σο κα­λὸς εἶ­ναι ὁ λο­χα­γός. Ἄλ­λα ἂν κά­ποι­ος ἡ­μι­ο­νη­γός τὸν ἐκ­θέ­σει μὲ μιὰ λα­θε­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση, τό­τε ὅ­λα στὴν δι­μοι­ρί­α θ’ ἀλ­λά­ξου­νε. Θὰ σᾶς φλο­μώ­σει στὸ πει­θαρ­χεῖ­ο, κα­κό­μοι­ρα.

          — Προ­σέξ­τε. Κε­φά­λαι­ο τέ­ταρ­το. Θε­ω­ρη­τι­κὸς το­μέ­ας. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: «Ποι­οί εἶ­ναι οἱ σύμ­μα­χοι τῶν Βουλ­γά­ρων;» Ἀ­πάν­τη­ση: «Οἱ κομ­μου­νι­σταί». Ἐ­δῶ, ἂν κά­ποι­ος κομ­πιά­σει ἢ ξε­χά­σει, νὰ πε­τα­χτεῖ κά­ποι­ος ἄλ­λος ἀ­μέ­σως. Κι ἐ­κεῖ­νος πού θὰ κομ­πιά­σει, ἀ­κού­γον­τάς το ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο, νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βει ἀ­μέ­σως. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ἐ­ξη­γού­με­θα, γιὰ νὰ μὴν πα­ρε­ξη­γού­με­θα· ἔ­τσι;

          Ὅ­σο κι ἂν γιὰ τὸν δό­κι­μο τὸ «εἶ­χε ση­μα­σί­α» ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος λά­ιτ μο­τὶβ γιὰ νὰ γλυ­στρά­ει ἡ κου­βέν­τα του, γιὰ τὸν Πο­λυχρό­νη εἶ­χε τὴν ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ ση­μα­σί­α του. Κα­τα­λά­βαι­νε πὼς ἀ­φοῦ ἐ­δῶ κι ἕ­να μή­να δί­νον­ταν συ­νε­χῶς ἐ­ξη­γή­σεις, δὲν θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ γλυ­τώ­σει τὶς πα­ρα­ξη­γή­σεις ὅ­ταν θἄρ­χον­ταν ἡ κρί­σι­μη ὥ­ρα, αὐ­τὸς ὁ Πο­λυ­χρό­νης ποὺ ἦ­ταν τρί­της κα­τη­γο­ρί­ας στρα­τι­ώ­της, μου­λα­ρᾶς λό­γω πο­λι­τι­κῶν φρο­νη­μά­των κι ὄ­χι λό­γω πο­λι­τι­κοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος.

          Τὸ πρω­ὶ τῆς κρί­σι­μης μέ­ρας πά­σχι­σε νὰ μπεῖ σταυ­λο­φύ­λα­κας, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος ποὺ φύ­λα­γε νού­με­ρο οὔ­τε μὲ μιὰ κού­τα τσι­γά­ρα δὲν ἄλ­λα­ζε τὴν κο­πριὰ μὲ τὸ κα­ψὸ τῆς μο­νά­δας.

          — Δὲν τρέ­χει τί­πο­τα, μάγ­γα, τοῦ εἶ­πε κι ἔ­κλει­σε μὲ ση­μα­σί­α τὸ μά­τι.

          Πῆ­γε γιὰ θαλα­μοφύ­λα­κας. Κι ἐ­κεῖ συ­νάν­τη­σε ἄρ­νη­ση. Εἶ­πε νὰ πλύ­νει τ’ ἀπο­χω­ρη­τή­ρια. Πρό­λα­βαν ἄλ­λοι. Συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­πὸ πέν­τε φαν­τά­ρους ἀ­σβέ­στω­νε μέ­σα κι ἔ­ξω τὰ πάν­τα.

          — Στρί­βε, κά­ποι­ος τοῦ εἶ­πε· εἴ­μα­στε πολ­λοὶ ἐ­δῶ.

          Ἔ­πρε­πε τὸ πρω­ὶ νὰ βγεῖ στὸ για­τρό. Ἴ­σως νὰ τὴν σκα­πού­λερ­νε. Ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος μπῆ­κε στὴν γραμ­μὴ καὶ ξε­κί­νη­σε.

          — «Τὰ ρό­δα», πρό­στα­ξε ὁ δό­κι­μος. Ἄρ­χι­σαν πα­ρά­φω­να ὅ­λοι μα­ζί:

          Τὰ ρό­δα τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα

          τῆς ἄ­νοι­ξης κα­μά­ρι

          χά­νουν τὴν ὀ­μορ­φά­δα τους

          στὴν σκλα­βω­μέ­νη γῆ.

          Κι ἔ­τσι γραμ­μὴ μπῆ­καν στὸ κα­ψι­μὶ κά­νον­τας ἕ­να ἡ­μι­κύκλιο φά­τσα στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ μπρο­στὰ στὸ πὶγκ πόγκ.

          Προ­αι­σθάν­θη­κε ὅ­τι αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ δὲν τὴν γλύ­τω­νε. Κι ἦ­ταν ἡ σει­ρά του στὴν δι­μοι­ρί­α νὰ πά­ρει τὴν ἄ­δεια. Μό­λις γύ­ρι­ζαν οἱ ἄλ­λοι, θὰ ἔ­βγαι­νε στὴν ἀ­να­φο­ρὰ νὰ ζη­τή­σει κα­νο­νι­κὴ εἰ­κο­σα­ή­με­ρη ἄ­δει­α, αὐ­τὴ τὴν ἄ­δεια ποὺ σκε­φτό­τα­νε μό­λις πά­τη­σε στὸν στρα­τώ­να τὸ πό­δι του, αὐ­τὴν ποὺ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν στὸ κρε­βά­τι τὸ βρά­δυ, στὴν σκο­πιὰ καὶ στὸν σταῦ­λο 2-4 νού­με­ρο.

          «Τώ­ρα βρῆ­καν νὰ ρθοῦ­νε; Θὰ μὲ κου­ρε­λιά­σουν, οἱ πού­στη­δες», σκέ­φτη­κε. Ἔ­πει­τα τοὖρ­θε θαμ­πὰ ἡ φι­γού­ρα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του πί­σω ἀ­π’ τὰ σί­δε­ρα, ὅ­πως τὸν εἶ­δε τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο πρὶν φύ­γει φαν­τά­ρος, «θὰ μὲ κά­νουν ρε­ζί­λι, οἱ κε­ρα­τά­δες», ξα­να­σκέ­φτη­κε ἔν­το­να. «Δὲν πρέ­πει νὰ πῶ ὅ,­τι δι­α­τά­ζουν αὐ­τοί. Ἀλ­λὰ πά­λι θὰ χά­σω τὴν ἄ­δεια. Εἴ­κο­σι μέ­ρες μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν κο­πριὰ καὶ τὸν σταῦ­λο.»

          Ἔ­νοι­ω­σε στὰ πό­δια του μιὰ τρε­μού­λα ἀ­στα­μά­τη­τη κα­θὼς ξε­χώ­ρι­σε τὸ χέ­ρι τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη νὰ δεί­χνει πρὸς τὴν δι­κή του κα­τεύ­θυν­ση.

          — Ἐσύ, εἶ­πε κι ἔ­δει­χνε τὸν δι­πλα­νό του. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ σύμ­μα­χοι τῶν Βουλ­γά­ρων;

          — «Τί στὸ δι­ά­βο­λο τρέ­μουν τὰ πό­δια μου; Μὲ λυ­μέ­να τὰ γό­να­τα πῶς νὰ στα­θῶ; Πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὴ ἡ τρε­μού­λα. Θὰ τὸ κα­τα­λά­βουν καὶ θὰ πέ­σουν ἐ­πά­νω μου σὰν τὰ κο­ρά­κια. ΙΙῶς νὰ δεί­χνει ἡ ὄ­ψη μου;»

          — Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος; Ἀ­πὸ πο­λὺ μα­κρυ­ὰ ἄ­κου­σε τὴν φω­νή. Ἀ­πὸ βα­θιά, σὰν μέ­σα στὸν ὕ­πνο του, ἦρ­θε ἡ ἀ­πό­κρι­ση:

          — Ἕλ­λη­νας!

          Ἕ­να κύ­μα τρε­μού­λας ἀ­νέ­βαι­νε πόν­το πόν­το τὸ στῆ­θος του. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νοι­ω­σε νὰ φουν­τώ­νει ὣς τὸν λαι­μό του. Ἀ­στρα­πια­ῖα μυρ­μήγ­κια­σε ἡ πλά­τη του.

          — Ἕλληνας, μό­λις σὰν ψί­θυ­ρος ἄ­κου­σε νἄρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ βά­θος τῆς αἴ­θου­σας πά­λι.

          — «Νὰ μὴν πέ­σω, νὰ μὴν σω­ρια­στῶ του­λά­χι­στον μπρὸς στὰ πό­δια τους πρὶν κἄν μοῦ ὑ­πο­βά­λουν ἐ­ρώ­τη­ση.»

          Τὸ καψι­μὶ ἔ­φερ­νε βόλ­τα μπρο­στά του. Ὁ ἴ­διος ἕ­να σκου­πί­δι ποὺ τὸ σή­κω­νε ξαφ­νι­κὰ ὁ Βαρ­δά­ρης καὶ τὸ πη­γαι­νό­φερ­νε σ’ ὅ­λο τὸ τώλ. Ἕ­να μπα­λά­κι πὶγκ πὸγκ ποὺ τὸ χτυ­πᾶ­νε ἀπὸ τὴν μιὰ μπάν­τα στὴν ἄλ­λη, ποὺ τὸ σφεν­το­νί­ζουν στέλ­νον­τας πάσ­σα πρὶν προ­λά­βει νὰ πέ­σει.

          Εἶ­πε νὰ στη­λώ­σει κά­που τὸ βλέμ­μα, νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­πό κά­που, κά­τι στέ­ρε­ο, τὶς λα­μα­ρί­νες, τὰ τσίγ­κια, κι ἔ­πε­σε ἡ μα­τιά του στὴν εἰ­κό­να ἀ­πέ­ναν­τι, στὸν φαν­τά­ρο ποὺ λόγ­χι­ζε στὸν φαν­τά­ρο ποὺ θέ­ρι­ευ­ε μὲ προ­τε­τα­μέ­νη τὴν λόγ­χη κα­τ’ εὐ­θεί­αν ἐ­πά­νω του, ποὺ ση­μά­δευ­ε κα­τ’ εὐ­θεί­αν τὸ στῆ­θος του, μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ μι­κρὸ ὕ­που­λο γέ­λιο του, ποὺ φάρ­δαι­νε ὁ­λο­έ­να σὲ ἀ­κρά­τη­το σαρ­δό­νιο γέ­λιο κι ἀ­κού­γον­ταν τώ­ρα νὰ σέρ­νε­ται πνι­χτὰ μέ­σα στὸ τώλ.

          — Λέ­γε, λοι­πόν, ἄκουσε κα­θα­ρὰ τὴν φω­νὴ τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη κι εἶ­δε τὸ χέ­ρι του στραμ­μέ­νο ἐ­πά­νω του νὰ τὸν δεί­χνει ἐ­κεῖ πε­ρί­που στὸ στῆ­θος.    Ἕ­να χά­χα­νο ξε­κι­νοῦ­σε μέ­σα στὸ τώλ.

          — Ἐσύ, ἐ­σύ, δὲν ἀ­κοῦς τό­σην ὥ­ρα; Μαρ­μά­ρω­σες;

          — Ἕλ­λη­νας, εἶ­πε μὲ κό­πο, χω­ρὶς νὰ σκε­φθεῖ.

          Τὰ χά­χα­να ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν καὶ φαν­τά­ρων ξε­σπά­σα­νε σ’ ἐ­πί­μο­νο γέ­λιο.

          — Μή­πως θέ­λεις νὰ πεῖς φι­λέλ­λη­νας, παι­δί μου; ρώ­τη­σε κα­λο­συ­νά­τα ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          — Ἕλ­λη­νας, Ἕλ­λη­νας, ἐ­πέ­με­νε ὁ Πο­λυ­χρό­νης στὴν τύ­χη.

          — Μὰ ὁ Χί­τλερ δὲν ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας, εἶ­πε δι­δα­κτι­κὰ ὁ ταγ­μα­τάρ­χης. Ἐ­τίμη­σε βέ­βαι­α τὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ στρα­τὸ στὸ πρό­σω­πο τῶν ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν του, ἀ­φή­νον­τάς τους νὰ κα­τέ­βουν ἀ­πό τὸ μέ­τω­πο στὰ σπί­τια τους μὲ τὸν ἀ­το­μι­κὸ ὁ­πλι­σμό τους. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει πῶς ἤ­τα­νε Ἕλ­λη­νας· ἴ­σως φι­λέλ­λη­νας.

          — Ἕλ­λη­νας, ξα­να­φώ­να­ξε ὁ Πο­λυ­χρό­νης μὲ πεῖ­σμα, ΕΛ­—ΛΗ­—ΝΑΣ, ξε­σπών­τας, μ’ ἕ­να γέ­λιο ἀ­κρά­τη­το, ἐ­νῶ στὸ τὼλ ἁ­πλω­νό­ταν τώ­ρα πα­γε­ρὴ σι­ω­πή. Ἕλ­λη­νας, βρον­το­φώ­να­ξε, χω­ρὶς νὰ νοι­ά­ζε­ται πὼς εἶ­ναι φαν­τά­ρος, οὔ­τε πὼς βρί­σκε­ται μπρο­στὰ στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, στὸν δι­οι­κη­τὴ ποὺ θὰ τοῦ ἔ­δι­νε ἄ­δει­α, στὸν λο­χα­γό του ποὺ ἔ­τρι­ζε δόν­τια, μπρο­στὰ στὸν ἀξι­ω­μα­τι­κὸ ἀλ­φα­δύ­ο, ποὺ ἔ­σφι­χνε νευ­ρι­κὰ τὶς γρο­θι­ές του.

          — Ἕλ­λη­νας, ξα­να­ούρ­λι­α­ξε! Ἤ­μου­να παι­δὶ τό­τε. Θυ­μᾶ­μαι τὸν ἀ­δερ­φό μου πρι­σμέ­νον.

          — Στα­μα­τεῖ­στε τον, δι­έ­τα­ξε ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          — Τρώ­γα­με κά­θε βρά­δυ ἕ­να φλυ­τζά­νι στα­φί­δα καὶ κοι­μό­μα­σταν.

          — Στα­μα­τεῖστε τον, βγάλ­τε τον ἔ­ξω, βρυ­χή­θη­κε ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          Δυ­ὸ ἀλ­φα­μῖτες χύ­θη­καν πά­νω του καὶ τὸν τρα­βού­σα­νε κα­ρο­τσά­κι στὴν ἔ­ξο­δο. Ὁ Πο­λυ­χρό­νης σέρ­νον­ταν πά­νω στὸ τσι­μέν­το καὶ φώ­να­ζε:

          — Τὴν μέ­ρα τρώ­γα­με ὅ,τι βρί­σκα­με. Κου­κου­τσά­λευ­ρο, χα­ρου­πά­λευ­ρο, θα­λασ­σο­βρε­μέ­νο. Τριά­ντα δρά­μια μπομ­πό­τα μέ­ρα πα­ρὰ μέ­ρα, μι­σὴ μέ­ρα οὐ­ρὰ κι ἕ­να τάγ­μα ψεῖ­ρες.

          Ἔ­φα­γε μιὰ γε­ρὴ στ’ ἀ­χα­μνά του καὶ τοῦρ­θε ζα­λά­δα. Ἔ­πει­τα μιὰ σπρω­ξιὰ καὶ βρέ­θη­κε ὁ μι­σὸς ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Ἔ­γυ­ρε τὸ κε­φά­λι καὶ θο­λὰ εἶ­δε τὸν ταγ­μα­τάρ­χη. Πρό­λα­βε καὶ τοῦ πέ­τα­ξε πρὶν κλεί­σει ἡ πόρ­τα:

          — Ἕλ­λη­νας σὰν καί σᾶς, ὄ­χι φι­λέλ­λη­νας.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1966).

Μά­ριος Χάκ­κας (Μα­κρα­κώ­μη Φθι­ώ­τι­δας 1931-Ἀ­θή­να 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλί­α του: Ὄ­μορ­φο κα­λο­καί­ρι (1965, ποί­η­ση), Ὁ τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (1966, δι­η­γή­μα­τα) κ.ἄ., τώ­ρα συγ­κεν­τρω­μέ­να στὰ Ἅ­παν­τά του (Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1986).


 

Πέ­τρος Φούρ­να­ρης: 100%


Fournaris,Petros-100%-Eikona-01


Πέ­τρος Φούρ­να­ρης


100%


04-KappaΑΘΩΣ Η ΓΡΙΑ ἔ­ψη­νε κα­φὲ κι ὁ γέ­ρος, κα­θι­σμέ­νος σὲ ἕ­να μπάγ­κο, πά­λευ­ε νὰ βά­λει στὴ σω­στὴ σει­ρὰ τὰ μα­χαί­ρια τῆς φρέ­ζας, πε­ρι­ερ­γα­ζό­μουν τὸ σκο­τει­νὸ δω­μά­τιο: ἕ­να τρα­πε­ζά­κι, δυ­ὸ κα­ρέ­κλες, ὁ νε­ρο­χύ­της, μιὰ πι­α­το­θή­κη τοί­χου, ἕ­να ντι­βά­νι μὲ κεν­τη­τὰ μα­ξι­λά­ρια καὶ πολ­λὲς πάν­τες στοὺς γα­λα­κτω­μέ­νους τοί­χους ποὺ ἀ­να­πα­ρί­στα­ναν δρα­μα­τι­κὲς σκη­νές· σὲ μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς μιὰ ὡ­ραί­α «κό­ρη» πά­νω στὸ ἄ­λο­γο τὸ ἔ­σκα­γε μὲ τὸν πε­ρή­φα­νο ἐ­ρα­στή της, κοι­τών­τας τοὺς δι­ῶ­κτες της μὲ ἀ­γω­νί­α. Τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν ὑ­πνο­δω­μά­τιο καὶ κου­ζί­να μα­ζί, ἔ­τσι νό­μι­σα στὴ ἀρ­χὴ του­λά­χι­στον – ὥ­σπου δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι κα­θό­μουν πά­νω στὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας: ἦ­ταν σκε­πα­σμέ­νη καὶ στρω­μέ­νη μὲ ἕ­να ὑ­φαν­τὸ χα­λά­κι.

       Τὸ δω­μά­τιο, πα­ρό­λα αὐ­τὰ ἦ­ταν δρο­σε­ρό, ἕ­να σω­τή­ριο κα­τα­φύ­γιο γιὰ τὸν με­ση­με­ρι­ά­τι­κο καύ­σω­να. Τὰ μό­να κου­φώ­μα­τα ἦ­ταν μιὰ πόρ­τα κι ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἔ­βλε­πα τὴν κα­τη­φό­ρα ὅ­που στὸ βά­θος της, μα­κριά, εἶ­χα ἀ­φή­σει τὸ ἁ­μά­ξι· ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαι­νό­ταν, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ σκλη­ρὸ φῶς, μιὰ στε­νό­μα­κρη λου­ρί­δα γῆς φυ­τε­μέ­νη μὲ κε­ρα­σι­ές· ἦ­ταν τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δη­λω­μέ­να κτή­μα­τα τῆς πε­ρι­ο­χῆς καὶ τὸ μό­νο, ἀ­πὸ ὅ­σα εἶ­χα δεῖ ὣς τώ­ρα, ποὺ τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα ξε­περ­νοῦ­σαν σὲ ὕ­ψος τοὺς κορ­μοὺς τῶν δέν­τρων…

       Ἡ γριὰ μοῦ ΄φέ­ρε τὸν κα­φὲ κι ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, λύ­γι­σε τὰ γό­να­τα καὶ τὰ ἀ­πό­θε­σε δί­πλα μου.

       «Στὴν ὑ­γειά σου γι­έ μου», εἶ­πε κι ἔ­πι­α­σε τὸ μαῦ­ρο μαν­τί­λι, ποὺ ἦ­ταν λυ­τὸ στοὺς ὤ­μους καὶ πα­ρὰ λί­γο θὰ τῆς ἔ­πε­φτε στὸ πά­τω­μα.

       «Δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ τα­λαι­πω­ρεῖ­σαι ἄ­δι­κα», εἶ­πε ὁ γέ­ρος ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ δυ­σκο­λί­α τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πα­ξι­μά­δι τῆς βί­δας πά­νω στὸ φθαρ­μέ­νο ἀ­τσά­λι. «Ἡ γριὰ ἔ­κα­νε λά­θος. Τὰ δή­λω­σε γιὰ τὴν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση ὅ­ταν ἔ­λει­πα, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πάρ­χει ζη­μιά.» Ἡ γριὰ δὲν μί­λη­σε πα­ρὰ ἔ­κα­τσε δί­πλα του στὸν μπάγ­κο.

       «Κά­τω», τοῦ λέ­ω «τὰ θέ­ρι­σε ὅ­λα. Ζη­μιὰ ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τὸ».

       «Τί νὰ κά­νου­με;» εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τὸ σκέ­φτη­κε λί­γο, «Ἔ­τσι εἶ­ναι τὸ χα­λά­ζι. Περ­νά­ει γραμ­μὲς-γραμ­μές, τὰ θε­ρί­ζει ὅ­λα καὶ πα­ρὰ δί­πλα δὲ ρί­χνει οὔ­τε κόκ­κο».

       «Γιὰ αὐ­τὸ μοῦ γκρι­νι­ά­ζα­νε στὸν κάμ­πο», εἶ­πα καὶ ρού­φη­ξα τὸν κα­φέ.

       «Ποι­ός γκρί­νια­ξε;» εἶ­πε ὁ γέ­ρος καὶ ση­κώ­θη­κε.

       «Χω­ρὶς μπό­τες, παι­δά­κι μου, θὰ μπεῖς;» δι­έ­κο­ψε ἡ γριά.

       Ὁ γέ­ρος ἔ­βα­λε τὸν ἄ­ξο­να τῆς φρέ­ζας κά­τω ἀ­πὸ τὸν μπάγ­κο μὲ ἐ­πι­μέ­λεια, ὕ­στε­ρα κα­τέ­βα­σε τὸ κι­λί­μι τοῦ πάγ­κου μέ­χρι τὸ πά­τω­μα.

       «Νὰ τοῦ δώ­σεις τὰ μα­χαί­ρια, ἅ­μα ἔρ­θει τὸ ἀ­πό­γευ­μα», εἶ­πε στὴ γριά.

       «Τὰ μα­χαί­ρια μας;» ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη.

       «Δι­κά του εἶ­ναι. Ἀ­φοῦ τὰ θέ­λει, δώ­στου τα».

       «Τὰ λι­ω­μέ­να μα­χαί­ρια;»

       «Ἀ­φοῦ τὰ θέ­λει δώ­στου τα», ξα­νά­πε ὁ γέ­ρος καὶ στε­κό­ταν κι­ό­λας ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

       Ἡ γριὰ κά­θι­σε στὸ κα­τώ­φλι κι ἐ­μεῖς προ­χω­ρή­σα­με μέ­χρι τὴ στε­νὴ λου­ρί­δα γῆς ποὺ φλε­γό­ταν κά­τω ἀπ΄τὸν ἥ­λιο. Εἶ­χε ἄ­πνοι­α ἀλ­λὰ κά­τι «ζων­τά­νευ­ε» τὰ ἀ­γρι­ό­χορ­τα, για­τὶ ποὺ καὶ ποὺ σα­λεύ­α­νε σὰν νὰ τὰ ἔ­βρι­σκε ἕ­να ἐ­λα­φρὺ ἀ­ε­ρά­κι.

       Κα­τά­λα­βα.

       «Ἂν δὲ φο­βᾶ­σαι, μπές», εἶ­πε ὁ γέ­ρος.

       Δί­χως δεύ­τε­ρη σκέ­ψη χώ­θη­κα μέ­χρι τὸ λαι­μὸ στ΄ ἀγ­κά­θια.

     Ἔ­νι­ω­σα ἀ­μέ­σως σου­βλι­ὲς στὶς κνῆ­μες καὶ τοὺς ἀ­στρά­γα­λους καὶ μό­λις πέ­ρα­σα τὶς πρῶ­τες σει­ρὲς τῶν δέν­τρων ἄρ­χι­σαν τὰ σουρ­σί­μα­τα κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μου: στὸ τέρ­μα τοῦ χω­ρα­φιοῦ κου­λου­ρι­α­σμέ­νες ἄ­χεν­τρες λι­ά­ζον­ταν δί­πλα στὸ πη­γά­δι. Ἀ­πο­φεύ­γον­τας νὰ κοι­τῶ κά­τω, μὲ τὴ δή­λω­ση στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ τὸ στυ­λὸ στὸ ἄλ­λο, ξε­κί­νη­σα νὰ γυρ­νά­ω σι­γὰ-σι­γά, ἐ­κτι­μών­τας γιὰ δεύ­τε­ρη φο­ρὰ τὰ κε­ρα­σό­δεν­τρα πού, ἀ­νέγ­γι­χτα ἀ­πὸ τὸ χα­λά­ζι, σή­κω­ναν στὸν οὐ­ρα­νὸ τὰ φορ­τω­μέ­να κλα­διά τους: οὔ­τε κόκ­κος δὲν εἶ­χε βρεῖ τὸ δρό­μο του ἀ­νά­με­σα στὰ πρά­σι­να φυλ­λώ­μα­τα!

       Ὁ γέ­ρος μὲ πε­ρί­με­νε ἐ­κεῖ ποὺ τὸν εἶ­χα ἀ­φή­σει, πλη­σί­α­σε καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τσι­γά­ρο. Μοῦ ἄ­να­ψε πολ­λὲς φο­ρές, ἀλ­λὰ τὸ τσι­γά­ρο ἔ­τρε­με στὰ χεί­λη μου κι ἡ φλό­γα δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὴν ἄ­κρη του. Γιὰ νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει τὸ χέ­ρι μου, ἅ­πλω­σε τὸ δι­κό του κι ἕ­σφι­ξε τὸν καρ­πό μου σὰν μέγ­γε­νη· μὲ τὸ ἄλ­λο μοῦ ἄ­να­ψε.

       «Λοι­πόν;» ρώ­τη­σε.

       «Ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό» εἶ­πα. «Πέ­ρα­σε κι ἀ­πὸ δῶ τὸ χα­λά­ζι.»

       Φυ­σοῦ­σε τὸν κα­πνὸ καὶ δὲν μι­λοῦ­σε. Ἡ ἀ­πο­πνι­χτι­κὴ ζέ­στη βά­ραι­νε τὸ ἴ­διο πά­νω μας, μὲ τὴ δι­α­φο­ρὰ ὅ­τι ἐ­μέ­να μὲ πλά­κω­νε κι ἔ­κα­νε τὰ πό­δια μου νὰ μὲ πο­νοῦν καὶ τὴν πλά­τη μου νὰ μὲ φα­γου­ρί­ζει, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νον φαι­νό­ταν νὰ τὸν θρέ­φει.

       Κά­τω, μα­κριά, ὁ κάμ­πος καὶ τὸ πο­τά­μι ἄ­χνι­ζαν· ἐ­κεῖ τα κε­ρά­σια εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ, μὰ ἐ­δῶ πά­νω ἦ­ταν ἀ­κό­μα πρά­σι­να, ὁ τό­πος ἔ­ρη­μος: μό­νο ἡ κα­λύ­βα καὶ δί­πλα τὸ τρα­κτὲρ —πλα­γι­α­σμέ­νο στὸ χῶ­μα σὰν σφαγ­μέ­νο ζῶ­ο— μὲ τὰ μα­χαί­ρια του νὰ στρα­φτα­λί­ζουν, ἀ­κό­μα πιὸ κον­τὰ καὶ πιὸ λυ­ω­μέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὸ δω­μά­τιο.

       Ὁ γέ­ρος σώ­παι­νε.

       «Ἑ­κα­τὸ τοῖς ἑ­κα­τό, ἔ;» εἶ­πε στὸ τέ­λος, ξε­σπών­τας σὲ ἕ­να εἰ­ρω­νι­κὸ γέ­λιο.

       «Ἂν δὲν πι­στεύ­εις νὰ ξα­να­πά­ω», εἶ­πα ἀ­μή­χα­νος.

       Κού­νη­σε κα­τα­φα­τι­κὰ τὸ κε­φά­λι καὶ ξα­ναμ­πῆ­κα στὸ χω­ρά­φι τὴν ὥ­ρα ποὺ ἡ γριά, στὸ σκα­λά­κι, περ­νοῦ­σε τὸ λυ­τὸ μαν­τί­λι στὸ μά­τι της, σὰν νὰ τὸ σκού­πι­ζε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι («Συμ­φι­λί­ω­ση»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης: ὁ σε­κι­ου­ρι­τάς


TsakirisSymeon-OSekiouritas-Eikona-03


Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης


ὁ σε­κι­ου­ρι­τάς


05-MiΙΑ ΦΟΡΑ καὶ ἕ­ναν και­ρὸ ἦ­ταν ἕ­να πα­νέ­μορ­φο πού­που­λο, ποὺ ὅ­λο γε­λοῦ­σε καὶ φτερ­νι­ζό­τα­νε μέ­σα σὲ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι ἑ­νὸς τρι­θέ­σιου κα­να­πέ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἄ­νοι­γε καὶ γι­νό­τα­νε κρε­βά­τι. τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ τρι­θέ­σιου κα­να­πὲ ἤ­τα­νε τό­σο ὄ­μορ­φα, ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι γιὰ νὰ τὰ προ­στα­τέ­ψου­νε τὰ βά­λα­νε μέ­σα σὲ ἐ­κροὺ κα­λύμ­μα­τα. τὰ κα­λύμ­μα­τα εἴ­χα­νε καὶ φερ­μου­άρ, γιὰ νὰ βγαί­νου­νε εὔ­κο­λα καὶ νὰ τὰ βά­ζου­νε οἱ ἄν­θρω­ποι στὸ πλυν­τή­ριο. ἀλ­λὰ οἱ ἄν­θρω­ποι γιὰ νὰ μὴ φθεί­ρου­νε μὲ τὰ φου­στά­νια καὶ τὰ παν­τε­λό­νια τους καὶ τὶς φτέρ­νες τους τὰ ἐ­κροὺ κα­λύμ­μα­τα, ἁ­πλώ­σα­νε ἕ­να σκου­ρό­χρω­μο με­γά­λο ρι­χτά­ρι πά­νω στὰ κα­λύμ­μα­τα.

       με­τὰ ἤρ­θα­νε στὸ σπί­τι οἱ γά­τες. τό­τε οἱ ἄν­θρω­ποι, πη­γαί­νον­τας γιὰ ὕ­πνο στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα ἔ­ρι­χναν ἕ­να με­γά­λο σὰν ἀ­πὸ νά­υ­λον σεν­τό­νι πά­νω ἀ­πὸ τὸ σκου­ρό­χρω­μο με­γά­λο ρι­χτά­ρι, για­τί οἱ τρί­χες τῶν γά­των καρ­φώ­νον­ταν βα­θιὰ μέ­σα στὸ ρι­χτά­ρι, δὲν ἔ­βγαι­ναν εὔ­κο­λα καὶ ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι ἤ­θε­λαν νὰ κα­θί­σουν, οἱ τρί­χες τῶν γά­των κολ­λού­σα­νε πά­νω στὰ φου­στά­νια καὶ τὰ παν­τε­λό­νια τους καὶ αὐ­τὸ δὲν τοὺς ἄ­ρε­σε πο­λύ.

       με­τὰ ἤρ­θα­νε ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι ἐ­πί­σκε­ψη στὸ σπί­τι καὶ τοὺς εἴ­πα­νε κα­λὰ λό­για γιὰ τὸ με­γά­λο σὰν ἀ­πὸ νά­υ­λον σεν­τό­νι καὶ ἔ­τσι, πη­γαί­νον­τας γιὰ ὕ­πνο στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα πε­τοῦ­σαν καὶ μιὰ με­γά­λη κου­ρε­λοὺ πά­νω στὸ σὰν ἀ­πὸ νά­υ­λον σεν­τό­νι, γιὰ νὰ τὸ προ­στα­τέ­ψουν ἀ­πὸ τὰ νύ­χια τῶν γά­των, ποὺ ὅ­λο με­γά­λω­ναν καὶ κά­που σκά­λω­ναν. καὶ τὸ πα­νέ­μορ­φο πού­που­λο ὅ­λο γε­λοῦ­σε καὶ φτερ­νι­ζό­τα­νε μέ­σα σὲ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι ἑ­νὸς τρι­θέ­σιου κα­να­πέ, ὁ ὁ­ποῖ­ος μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­νοί­ξει καὶ νὰ γί­νει κρε­βά­τι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ Μ.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (δε)κα­τά καὶ Ἐν­τευ­κτή­ριο. Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α Τὰ χαρ­τοι­κί­δια (ποί­η­ση, ἐκ­δ. Ἐν­τευ­κτή­ριο, 2009) καὶ Αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α ἑ­νὸς βρέ­φους (μι­κρὰ πε­ζά, ἐκ­δ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2009).



		

	

Ἔρνεστ Χέμνιγουέϊ (Ernest Hemingway): Ἕνα καθαρό, καλὰ φωτισμένο μέρος

Hemingway,Ernst-EnaKatharo,KalaFotismenoMeros-Eikona-02


Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ  (Ernest Hemingway)


Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο μέ­ρος

(A clean, well-lighted place)


03-HttaΤΑΝ ΠΟΛΥ ΑΡΓΑ κι ὅ­λοι εἶ­χαν φύ­γει ἀ­π’ τὸ κα­φέ, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἕ­ναν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ποὺ κα­θό­ταν στὴ σκιὰ ποὺ ἔ­ρι­χναν τὰ φύλ­λα τοῦ δέν­τρου κά­τω ἀ­π’ τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς. Τὴ μέ­ρα ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ση­κω­νό­ταν κουρ­νια­χτός, ἀλ­λὰ τὴ νύ­χτα ἡ δρο­σιὰ ἔ­κα­νε τὸ χῶ­μα νὰ κα­τα­κά­θε­ται, καὶ στὸν ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ἄ­ρε­σε νὰ κά­θε­ται ὣς ἀρ­γά, για­τὶ ἦ­ταν κου­φὸς καὶ τώ­ρα τὴ νύ­χτα ἦ­ταν ἥ­συ­χα κι ἔ­νι­ω­θε τὴ δι­α­φο­ρά. Μέ­σα στὸ κα­φέ, οἱ δύ­ο σερ­βι­τό­ροι ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἦ­ταν λι­γά­κι με­θυ­σμέ­νος, καὶ πα­ρό­λο ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς πε­λά­της ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἂν με­θοῦ­σε πο­λὺ θά ’­φευ­γε χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­σει, ὁ­πό­τε τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν.

          «Πρὶν μιὰ βδο­μά­δα προ­σπά­θη­σε ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει» εἶ­πε ὁ ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος.

          «Για­τί;»

          «Ἦ­ταν ἀ­πελ­πι­σμέ­νος.»

          «Γιὰ ποι­ὸ λό­γο;»

          «Γιὰ τί­πο­τα»

          «Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι ἦ­ταν γιὰ τί­πο­τα;»

          «Ἔ­χει πολ­λὰ λε­φτά.»

        Κά­θον­ταν μα­ζὶ σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι δί­πλα στὸν τοῖ­χο, κον­τὰ στὴν πόρ­τα τοῦ κα­φέ, καὶ κοί­τα­ζαν τὴ βε­ράν­τα, ὅ­που ὅ­λα τὰ τρα­πέ­ζια ἦ­ταν ἄ­δεια ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο στὸ ὁ­ποῖ­ο κα­θό­ταν ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, στὴ σκιὰ τῶν φύλ­λων τοῦ δέν­τρου ποὺ σεί­ον­ταν ἁ­πα­λὰ στὸν ἄ­νε­μο. Ἕ­να κο­ρί­τσι κι ἕ­νας στρα­τι­ώ­της δι­έ­σχι­σαν τὸ δρό­μο. Τὸ φα­νά­ρι τοῦ δρό­μου ἄ­στρα­ψε στὸ με­ταλ­λι­κὸ ἀ­ριθ­μὸ τοῦ για­κά του. Τὸ κο­ρί­τσι εἶ­χε τὸ κε­φά­λι του ἀ­κά­λυ­πτο κι ἔ­τρε­χε πλά­ι του.

          «Ἡ φρου­ρὰ θὰ τὸν μα­ζέ­ψει» εἶ­πε ὁ ἕ­νας σερ­βι­τό­ρος.

          «Τί πει­ρά­ζει ἂν πά­ρει αὐ­τὸ ποὺ θέ­λει;»

          «Κα­λύ­τε­ρα νὰ φύ­γει ἀ­π’ τὸ δρό­μο ἀ­μέ­σως. Ἡ φρου­ρὰ θὰ τὸν πιά­σει. Πέ­ρα­σαν πρὶν πέν­τε λε­πτά.»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ποὺ κα­θό­ταν στὴ σκιὰ ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ ἐ­πί­μο­να τὸ πι­α­τά­κι του μὲ τὸ πο­τή­ρι του. Ὁ νε­α­ρό­τε­ρος σερ­βι­τό­ρος πῆ­γε ὣς ἐ­κεῖ.

          «Τί θέ­λεις;»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τὸν κοί­τα­ξε. «Ἄλ­λο ἕ­να μπράν­τι» εἶ­πε.

          «Εἶ­σαι με­θυ­σμέ­νος» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος. Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τὸν κοί­τα­ξε. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­φυ­γε.

          «Θὰ μεί­νει ὅ­λη νύ­χτα» εἶ­πε στὸ συ­νά­δελ­φό του. «Νυ­στά­ζω. Πο­τὲ δὲν ξα­πλώ­νω γιὰ ὕ­πνο πρὶν τὶς τρεῖς. Κα­λύ­τε­ρα νά ’­χε αὐ­το­κτο­νή­σει τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα.»

          Ὁ σερ­βι­τό­ρος πῆ­ρε τὸ μπου­κά­λι τοῦ μπράν­τι κι ἄλ­λο ἕ­να πι­α­τά­κι ἀπ’ τὸ τα­μεῖ­ο στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ κα­φὲ καὶ πῆ­γε στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νου. Ἄ­φη­σε τὸ πι­α­τά­κι καὶ γέ­μι­σε τὸ πο­τή­ρι μὲ μπράν­τι μέ­χρι πά­νω.

          «Κα­λύ­τε­ρα νά ’­χες αὐ­το­κτο­νή­σει τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα» εἶ­πε στὸν κου­φό. Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἔ­νευ­σε μὲ τὸ δά­χτυ­λό του. «Λί­γο ἀ­κό­μα» εἶ­πε. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ἔ­ρι­ξε κι ἄλ­λο μπράν­τι, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τὸ πο­τή­ρι νὰ ξε­χει­λί­σει καὶ νὰ στά­ξει ὣς κά­τω, ὣς τὸ πι­α­τά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς στοί­βας. «Εὐ­χα­ρι­στῶ» εἶ­πε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος. Ὁ σερ­βι­τό­ρος πῆ­ρε τὸ μπου­κά­λι καὶ γύ­ρι­σε στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ κα­φέ. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ τρα­πέ­ζι μὲ τὸ συ­νά­δελ­φό του.

          «Μέ­θυ­σε» εἶ­πε.

          «Κά­θε βρά­δυ με­θά­ει.»

          «Για­τί ἤ­θε­λε ν’ αὐ­το­κτο­νή­σει;»

          «Ποῦ νὰ ξέ­ρω.»

          «Πῶς τό ’­κα­νε;»

          «Κρε­μά­στη­κε μὲ σχοι­νί.»

          «Ποιός τοῦ τό ’­κο­ψε;»

          «Ἡ ἀ­νι­ψιά του.»

          «Για­τί τό ’­κα­ναν;»

          «Ἀ­πὸ φό­βο γιὰ τὴν ψυ­χή του.»

          «Πό­σα λε­φτὰ ἔ­χει;»

          «Πολ­λά.»

          «Πρέ­πει νά ’­ναι ὀ­γδόν­τα χρο­νῶν.»

          «Τέ­λος πάν­των, θά ’­λε­γα ὅ­τι εἶ­ναι ὀ­γδόν­τα χρο­νῶν.»

          «Μα­κά­ρι νὰ πή­γαι­νε σπί­τι του. Δὲν πέ­φτω πο­τὲ γιὰ ὕ­πνο πρὶν τὶς τρεῖς. Τί ὥ­ρα εἶν’ αὐ­τὴ γιὰ νὰ κοι­μη­θεῖς;»

          «Μέ­νει ξά­γρυ­πνος για­τὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει.»

          «Εἶ­ναι μό­νος του. Ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι μό­νος μου. Ἔ­χω γυ­ναί­κα ποὺ μὲ πε­ρι­μέ­νει στὸ κρε­βά­τι.»

          «Κι αὐ­τὸς εἶ­χε κά­πο­τε γυ­ναί­κα.»

          «Δὲ θὰ τοῦ χρη­σί­μευ­ε σὲ τί­πο­τα πιά.»

          «Αὐ­τὸ δὲν τὸ ξέ­ρεις. Μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν σὲ κα­λύ­τε­ρη κα­τά­στα­ση ἂν εἶ­χε γυ­ναί­κα.»

          «Τὸν φρον­τί­ζει ἡ ἀ­νι­ψιά του. Ἐ­σὺ εἶ­πες ὅ­τι τοῦ ’­κο­ψε τὸ σχοι­νὶ.»

          «Τὸ ξέ­ρω.»

          «Δὲ θέ­λω νὰ γε­ρά­σω τό­σο. Ἕ­νας γέ­ρος εἶ­ναι βρώ­μι­κο πράγ­μα.»

          «Ὄ­χι πάν­τα. Αὐ­τὸς ὁ γέ­ρος εἶ­ναι κα­θα­ρός. Πί­νει χω­ρὶς νὰ χύ­νει τὸ πο­τή­ρι. Ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι, με­θυ­σμέ­νος. Κοί­τα τον.»

          «Δὲ θέ­λω νὰ τὸν κοι­τά­ξω. Μα­κά­ρι νὰ πή­γαι­νε σπί­τι του. Δὲ σέ­βε­ται αὐ­τοὺς ποὺ δου­λεύ­ουν.»

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος κοί­τα­ξε πί­σω ἀ­π’ τὸ πο­τή­ρι του τὸ χῶ­ρο τῆς πλα­τεί­ας, ὕ­στε­ρα τοὺς σερ­βι­τό­ρους.

          «Ἄλ­λο ἕ­να μπράν­τι» εἶ­πε κι ἔ­δει­ξε τὸ πο­τή­ρι του. Ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ βι­α­ζό­ταν πῆ­γε μέ­χρι ἐ­κεῖ.

          «Τέ­λος» εἶ­πε μι­λών­τας κο­φτά, ἐλ­λει­πτι­κά, ὅ­πως κά­θε ἠ­λί­θιος ὅ­ταν μι­λᾶ σὲ με­θυ­σμέ­νους ἢ ἀλ­λο­δα­πούς. «Ὄ­χι ἄλ­λο ἀ­πό­ψε. Κλεί­σα­με.»

          «Ἄλ­λο ἕ­να» εἶ­πε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος.

          «Ὄ­χι. Τέ­λος.» Ὁ σερ­βι­τό­ρος σκού­πι­σε τὴν ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ μὲ μιὰ πε­τσέ­τα καὶ κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι του.

          Ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ση­κώ­θη­κε, μέ­τρη­σε ἀρ­γὰ τὰ πι­α­τά­κια, ἔ­βγα­λε ἕ­να μι­κρὸ δερ­μά­τι­νο πορ­το­φό­λι ἀ­π’ τὴν τσέ­πη του καὶ πλή­ρω­σε τὰ πο­τά, ἀ­φή­νον­τας μι­σὴ πε­σέ­τα γιὰ φι­λο­δώ­ρη­μα. Ὁ σερ­βι­τό­ρος τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε μὲ τὸ βλέμ­μα του κα­θὼς ἔ­παιρ­νε τὸ δρό­μο κι ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν – ἕ­νας πο­λὺ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἄν­δρας ποὺ περ­πα­τοῦ­σε χω­ρὶς ἰ­σορ­ρο­πί­α ἀλ­λὰ μὲ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια.

          «Για­τί δὲν τὸν ἄ­φη­σες νὰ μεί­νει καὶ νὰ πι­εῖ;» ρώ­τη­σε ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ δὲ βι­α­ζό­ταν. Ἔ­κλει­ναν τὰ ρο­λά. «Οὔ­τε δυ­ό­μι­σι δὲν πῆ­γε.»

          «Θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι νὰ κοι­μη­θῶ.»

          «Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει μιὰ ὥ­ρα;»

          «Με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α ἔ­χει γιὰ μέ­να πα­ρὰ γι’ αὐ­τόν.»

          «Μιὰ ὥ­ρα εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.»

          «Μι­λᾶς σὰν νά ’­σαι κι ἐ­σὺ γέ­ρος. Μπο­ρεῖ ν’ ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μπου­κά­λι καὶ νὰ πι­εῖ στὸ σπί­τι του.»

          «Δὲν εἶ­ναι τὸ ἴ­διο.»

          «Ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι» συμ­φώ­νη­σε ὁ παν­τρε­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ἄ­δι­κος. Ἁ­πλῶς βι­α­ζό­ταν.

          «Κι ἐ­σύ; Δὲ φο­βᾶ­σαι νὰ γυ­ρί­σεις σπί­τι πρὶν τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὥ­ρα;»

          «Προ­σπα­θεῖς νὰ μὲ προ­σβά­λεις;»

          «Ὄ­χι, hombre, ἁ­πλῶς ἀ­στει­εύ­ο­μαι.»

          «Ὄ­χι» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος ποὺ βι­α­ζό­ταν, κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­φοῦ κα­τέ­βα­σε τὰ με­ταλ­λι­κὰ ρο­λά. «Ἔ­χω αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Εἶ­μαι γε­μά­τος αὐ­το­πε­ποί­θη­ση.»

          «Ἔ­χεις νιά­τα, αὐ­το­πε­ποί­θη­ση καὶ δου­λειὰ» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. «Τὰ ἔ­χεις ὅ­λα.»

          «Κι ἐ­σέ­να τί σοῦ λεί­πει;»

          «Τὰ πάν­τα ἐ­κτὸς ἀ­πὸ δου­λειά.»

          «Ἔ­χεις ὅ,τι κι ἐ­γώ.»

          «Ὄ­χι. Πο­τὲ δὲν εἶ­χα αὐ­το­πε­ποί­θη­ση καὶ δὲν εἶ­μαι νέ­ος.»

          «Ἔ­λα τώ­ρα. Στα­μά­τα νὰ λὲς ἀ­νο­η­σί­ες καὶ κλεί­δω­σε.»

          «Εἶ­μαι ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ τοὺς ἀ­ρέ­σει νὰ μέ­νουν ὣς ἀρ­γὰ στὰ κα­φέ» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. «Μ’ ὅ­λους ὅ­σοι δὲ θέ­λουν νὰ πᾶ­νε γιὰ ὕ­πνο. Μ’ ὅ­λους ὅ­σοι χρει­ά­ζον­ται ἕ­να φῶς μέ­σα στὴ νύ­χτα.»

          «Ἐ­γὼ θέ­λω νὰ πά­ω σπί­τι καὶ νὰ κοι­μη­θῶ.»

          «Εἴ­μα­στε δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πε­ρι­πτώ­σεις» εἶ­πε ὁ πιὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος σερ­βι­τό­ρος. Ἦ­ταν πιὰ ντυ­μέ­νος, ἕ­τοι­μος νὰ πά­ει στὸ σπί­τι του. «Δὲν εἶ­ναι μό­νο ζή­τη­μα νι­ό­της καὶ αὐ­το­πε­ποί­θη­σης, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι πο­λὺ ὄ­μορ­φα. Κά­θε βρά­δυ δι­στά­ζω νὰ κλεί­σω για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος ποὺ ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὸ κα­φέ.»

          «Hombre, ὑ­πάρ­χουν bodegas ποὺ μέ­νουν ἀ­νοι­χτὲς ὅ­λη νύ­χτα.»

          «Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις. Αὐ­τὸ ἐ­δῶ εἶ­ν’ ἕ­να κα­θα­ρὸ κι εὐ­χά­ρι­στο κα­φέ. Εἶ­ναι κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο. Τὸ φῶς εἶ­ναι πο­λὺ κα­λὸ κι ἐ­πί­σης, τέ­τοι­α ὥ­ρα, ὑ­πάρ­χουν οἱ σκι­ὲς τῶν φύλ­λων.»

          «Κα­λη­νύ­χτα» εἶ­πε ὁ νε­ό­τε­ρος σερ­βι­τό­ρος.

          «Κα­λη­νύ­χτα» εἶ­πε ὁ ἄλ­λος. Ἔ­κλει­σε τὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ φῶς καὶ συ­νέ­χι­σε τὴ συ­ζή­τη­ση μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἀ­σφα­λῶς καὶ τὸ φῶς με­τροῦ­σε, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ εἶ­ναι τὸ μέ­ρος κα­θα­ρὸ κι εὐ­χά­ρι­στο. Δὲ θέ­λεις μου­σι­κή. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε δὲ θέ­λεις μου­σι­κή. Οὔ­τε καὶ μπο­ρεῖς νὰ στα­θεῖς μὲ ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια μπρο­στὰ σ’ ἕ­να μπάρ, ἂν καὶ μό­νο μπὰρ προ­σφέ­ρον­ται τέ­τοι­ες ὧ­ρες. Τί φο­βό­ταν; Δὲν ἦ­ταν φό­βος ἢ τρό­μος. Ἦ­ταν ἕ­να τί­πο­τα ποὺ τὸ γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λά. Ὅ­λα ἦ­ταν ἕ­να τί­πο­τα κι ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἕ­να τί­πο­τα ἐ­πί­σης. Μό­νο αὐ­τὸ ἦ­ταν καὶ τὸ μό­νο ποὺ χρει­α­ζό­ταν ἦ­ταν φῶς καὶ μιὰ κά­ποι­α κα­θα­ρι­ό­τη­τα καὶ τά­ξη. Ὁ­ρι­σμέ­νοι ζοῦν μέ­σα του καὶ πο­τὲ δὲν τὸ ἔ­νι­ω­σαν, ὅ­μως αὐ­τὸς ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν nada y pues nada y nada y pues nada. Nada ­ἡμῶν, τὸ ἐν nada, nada τὸ ὄ­νο­μά Σου nada ἡ Βα­σι­λεί­α Σου nada τὸ θέ­λη­μά Σου nada ὡς ἐν nada καὶ ἐ­πὶ nada. Δὸς ἡ­μῖν τὸ nada τὸ ἐ­πι­ού­σιον καὶ nada ἡ­μῖν τὰ nada ἡ­μῶν ὡς καὶ ἡμεῖς nada τὰ nada ἡ­μῶν καὶ μὴ nada ἡ­μᾶς εἰς nada ἀλ­λὰ ρῦσαι ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τοῦ nada· pues nada. Χαῖ­ρε nada κε­χα­ρι­τω­μέ­νο, nada με­τά Σου. Χα­μο­γέ­λα­σε καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸ μπάρ, μπρο­στὰ ἀ­πὸ μιὰ ἀ­στρα­φτε­ρὴ κι ἀ­χνι­στὴ μη­χα­νὴ τοῦ κα­φέ.

          «Τί θὰ πά­ρε­τε;» ρώ­τη­σε ὁ μπάρ­μαν.

          «Nada.»

          «Otro loco mas» εἶ­πε ὁ μπάρ­μαν καὶ στρά­φη­κε ἀλ­λοῦ.

          «Ἕ­να πο­τη­ρά­κι» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

          Ὁ μπάρ­μαν τὸν σέρ­βι­ρε.

          «Τὸ φῶς λάμ­πει δυ­να­τὰ κι εὐ­χά­ρι­στα, ἀλ­λὰ τὸ μπὰρ θέ­λει γυ­ά­λι­σμα» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος.

          Ὁ μπάρ­μαν τὸν κοί­τα­ξε ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γὰ τὴ νύ­χτα γιὰ συ­ζή­τη­ση.

          «Θέ­λεις μιὰ copita ἀ­κό­μη;» ρώ­τη­σε ὁ μπάρ­μαν.

          «Ὄ­χι, εὐ­χα­ρι­στῶ» εἶ­πε ὁ σερ­βι­τό­ρος καὶ βγῆ­κε. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ μπὰρ καὶ οἱ bodegas. Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο κα­φὲ ἦ­ταν κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό. Τώ­ρα, χω­ρὶς νὰ σκε­φτεῖ πα­ρα­πά­νω, θὰ πή­γαι­νε σπί­τι, στὸ δω­μά­τιό του. Θὰ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι του καὶ τε­λι­κά, μὲ τὸ φῶς τῆς ἡ­μέ­ρας, θὰ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος. Ἴ­σως ἐν τέ­λει, εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό του, νὰ εἶ­ναι μό­νο ἀ­ϋ­πνί­α. Συμ­βαί­νει σὲ πολ­λούς.



Ση­μει­ώ­σεις:

Hombre: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ἡ λέ­ξη «Hombre» ση­μαί­νει «ἄν­θρω­πος» καὶ «ἄν­δρας». Ἐ­δῶ, ὡς κλη­τι­κὴ προ­σφώ­νη­ση, ση­μαί­νει «φί­λε».

Bodegas: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. «Bodega» στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ εἶ­ναι τὸ οἰ­νο­ποι­εῖ­ο, τὸ κε­λά­ρι ἢ τὸ μπὰρ ὅ­που κα­τα­να­λώ­νε­ται κρα­σί. Ἐ­δῶ ἡ λέ­ξη χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται μὲ τὴν τε­λευ­ταί­α της ση­μα­σί­α.

Nada y pues nada: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ἡ φρά­ση «pues nada» χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὸν κα­θη­με­ρι­νὸ λό­γο γιὰ νὰ δη­λώ­σει ἀ­μη­χα­νί­α ἢ γιὰ νὰ ση­μά­νει τὸ τέ­λος μιᾶς συ­ζή­τη­σης. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­δο­θεῖ ὡς «αὐ­τὰ λοι­πόν». Ἡ φρά­ση «nada y pues nada» θὰ ἀ­πο­δι­δό­ταν ὡς «τί­πο­τα καὶ λοι­πὸν τί­πο­τα». Ὅ­πως γί­νε­ται εὔ­κο­λα ἀν­τι­λη­πτό, σ’ αὐ­τὸ τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὁ σερ­βι­τό­ρος ἀ­παγ­γέλ­λει τὴν Κυ­ρια­κὴ Προ­σευ­χὴ καὶ τὸ Χαῖ­ρε, Μα­ρί­α ἀν­τι­κα­θι­στών­τας ὁ­ρι­σμέ­νες λέ­ξεις τῶν προ­σευ­χῶν μὲ τὴ λέ­ξη «nada».

Otro loco mas: ἰ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Ση­μαί­νει «ἄλ­λος ἕ­νας τρε­λός».

Copita: ἱ­σπα­νι­κὰ στὸ πρω­τό­τυ­πο. Μι­κρὸ πο­τή­ρι κρα­σιοῦ.

[Ἡ ἀ­πό­δο­ση τῶν ἰ­σπα­νι­κῶν ὅ­ρων στὶς ση­μει­ώ­σεις ἔ­γι­νε μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λου καὶ τῆς Οὔρ­σου­λας Φω­σκό­λου. Ὁ με­τα­φρα­στὴς ἐκ­φρά­ζει τὶς εὐ­χα­ρι­στί­ες του.]

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: http://www.mrbauld.com/hemclean.html

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ (Ernest Hemingway, 1899 – 1961): Ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καὶ συ­νε­χί­ζει νὰ ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὶς ΗΠΑ, ὅ­σο καὶ στὸν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὰ γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καὶ ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὰ ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιὰ ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕ­να κα­θα­ρό, κα­λὰ φω­τι­σμέ­νο μέ­ρος», ποὺ πρω­το­δη­μο­σι­εύ­θη­κε τὸ 1926, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀρ­τι­ό­τε­ρα δι­η­γή­μα­τά του.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός: Ὁ Γιά­ννης Πα­λα­βὸς γεν­νή­θη­κε στὸ Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης τὸ 1980. Ἔ­γρα­ψε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (Intro Books, 2007), Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν (μὲ τὸ Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο, Τό­πος, 2009) καὶ Ἀ­στεῖ­ο (Νε­φέ­λη, 2012). Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης, σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη, τὸ σε­νά­ριο τοῦ κό­μικ Τὸ Πτῶ­μα (Jemma Press, 2011), ποὺ σχε­δί­α­σε ὁ Θα­νά­σης Πέ­τρου.

Ἴταλο Καλβίνο (Italo Calvino): Ἡ περιπέτεια ἑνὸς κακοποιοῦ (L’avventura di un bandito)

Calvino,Italo-IPeripeteiaEnosKakopoiou-Eikona-04


Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο (Italo Calvino)


πε­ρι­πέ­τεια ἑ­νὸς κα­κο­ποι­οῦ

(L’avventura di un bandito)

 

02-TaphΟ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΤΟΝ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΣΕ ἦ­ταν νὰ μὴν πια­στεῖ ἀ­μέ­σως. Ὁ Τζὶμ χώ­θη­κε στὸ κού­φω­μα μιᾶς πόρ­τας καὶ πε­ρί­με­νε. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ φά­νη­κε ὅ­τι οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ σκό­πευ­αν νὰ συ­νε­χί­σουν νὰ τρέ­χουν ἴ­σια μπρο­στά τους, ἀλ­λὰ ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σε τὰ βή­μα­τά τους νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω, νὰ στρί­βουν σ’ ἕ­να στε­νό. Πε­τά­χτη­κε ἀ­μέ­σως ἔ­ξω μὲ ἀ­νά­λα­φρες, με­γά­λες δρα­σκε­λι­ές.

          — Ἀ­κί­νη­τος ἢ πυ­ρο­βο­λοῦ­με, Τζίμ!

          «Μπρά­βο ρὲ πα­λι­κα­ρά­κια, πυ­ρο­βο­λῆ­στε!» ψι­θύ­ρι­σε ὁ Τζίμ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν κι­ό­λας ἐ­κτὸς πε­δί­ου βο­λῆς, μὲ τὰ πό­δια του νὰ φτε­ρου­γί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὰ πέ­τρι­να σκα­λο­πά­τια, στὸ λα­βύ­ριν­θο τῶν στε­νῶν σο­κα­κι­ῶν τῆς πα­λιᾶς πό­λης. Στὴν πα­λιὰ βρύ­ση πή­δη­ξε τὸ κάγ­κε­λο τῆς σκά­λας καὶ βρέ­θη­κε σὲ μιὰ στο­ὰ ποὺ γι­γάν­τω­νε τὸ θό­ρυ­βο τῶν βη­μά­των του.

          Ὅ­λα τὰ γνω­στὰ μέ­ρη ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­πο­κλει­στοῦν: δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πά­ει οὔ­τε στὴ Λό­λα, οὔ­τε στὴ Νίλ­ντε, οὔ­τε στὴ Ρε­νέ. Τοῦ­τοι, σὲ λί­γο, θὰ ἔ­φτα­ναν παν­τοῦ, θὰ χτύ­πα­γαν ὅ­λες τὶς πόρ­τες. Ἦ­ταν μιὰ γλυ­κιὰ νύ­χτα, μὲ σύν­νε­φα τό­σο φω­τει­νὰ πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες καὶ τὶς κα­μά­ρες ποὺ ἔ­λε­γες πὼς ἦ­ταν μέ­ρα.

          Μό­λις ξε­γλί­στρη­σε στοὺς με­γά­λους δρό­μους τῆς νέ­ας πό­λης, ὁ Μά­ριο Ἀλ­μπα­νέ­ζι, ὁ ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νος Τζὶμ Μπο­λε­ρό, στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο νὰ τρέ­χει καὶ ἔ­σπρω­ξε πί­σω ἀ­πὸ τὰ αὐ­τιὰ του τὰ μαλ­λιὰ ποὺ τοῦ εἶ­χαν πέ­σει μπρο­στὰ στοὺς κρο­τά­φους. Δὲν ἀ­κου­γό­ταν τί­πο­τα, οὔ­τε ἕ­να βῆ­μα. Μὲ προ­σο­χή, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, πέ­ρα­σε στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ δρό­μου, ἔ­φτα­σε στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τῆς Ἀρ­μάν­τα, ἀ­νέ­βη­κε τὶς σκά­λες. Τέ­τοι­α ὥ­ρα, σί­γου­ρα, δὲ θὰ εἶ­χε κα­νέ­να στὸ σπί­τι καὶ θὰ κοι­μό­ταν. Ὁ Τζὶμ χτύ­πη­σε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα της.

          — Ποι­ὸς εἶ­ναι; ἀ­κού­στη­κε ὑ­στέ­ρα ἀ­πὸ λί­γο μιὰ θυ­μω­μέ­νη ἀν­τρι­κὴ φω­νή. Τέ­τοι­α ὥ­ρα ὁ κό­σμος κοι­μᾶ­ται… Ἦ­ταν ὁ Λι­λίν.

          — Ἄ­νοι­ξε μιὰ στιγ­μὴ Ἀρ­μάν­τα, ἐ­γὼ εἶ­μαι, ὁ Τζίμ, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τὸς μὲ σι­γα­νὴ ἀλ­λὰ σί­γου­ρη φω­νή.

          Ἡ Ἀρ­μάν­τα στρι­φο­γύ­ρι­σε στὸ κρε­βά­τι της:

          — Ἔ­λα, Τζίμ, κοῦ­κλε μου, ἀ­νοί­γω ἀ­μέ­σως, ρὲ εἶ­ναι ὁ Τζίμ. Ψά­χνει κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι της γιὰ τὸ κουμ­πὶ πού ἀ­νοί­γει αὐ­τό­μα­τα τὴν πόρ­τα, τὸ πα­τά­ει.

           Ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει ὑ­πά­κου­η. Ὁ Τζὶμ προ­χω­ρεῖ στὸ δι­ά­δρο­μο, μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες καὶ μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο. Τὸ σῶ­μα τῆς Ἀρ­μάν­τα κά­τω ἀ­πὸ τὰ σεν­τό­νια μοιά­ζει νὰ πιά­νει ὁ­λό­κλη­ρό τὸ κρε­βά­τι. Στὸ μα­ξι­λά­ρι, τὸ ἄ­βα­φτο πρό­σω­πο, κά­τω ἀ­πὸ τὴ μαύ­ρη φράν­τζα, δεί­χνει τὶς σα­κοῦ­λες καὶ τὶς ρυ­τί­δες του. Λί­γο πιὸ πέ­ρα, σὰν νὰ ἦ­ταν χω­μέ­νος ὁ­λό­κλη­ρος μέ­σα σὲ μιὰ πτυ­χὴ τῆς κου­βέρ­τας, ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νος ὁ σύ­ζυ­γος τῆς Λι­λίν, μὲ τὴ μι­κρο­κα­μω­μέ­νη χλω­μή του φά­τσα, ἕ­τοι­μος νὰ πα­ρα­δο­θεῖ πά­λι στὸν ὕ­πνο ποὺ τοῦ δι­α­κό­ψα­νε.

          Ὁ Λι­λὶν πρέ­πει νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ φύ­γει καὶ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος πε­λά­της· γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει νὰ μπεῖ στὸ κρε­βά­τι καὶ νὰ βρεῖ δι­έ­ξο­δο στὸν ὕ­πνο, τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ τοῦ γε­μί­ζει τὶς τεμ­πέ­λι­κες μέ­ρες του. Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ ξέ­ρει ἢ νὰ θέ­λει νὰ κά­νει ὁ Λι­λίν. Ἀρ­κεῖ νὰ ἔ­χει νὰ κα­πνί­ζει καὶ εἶ­ναι ἥ­συ­χος. Ἡ Ἀρ­μάν­τα δὲν μπο­ρεῖ νὰ πε­ῖ ὅ­τι ὁ Λι­λὶν τῆς κο­στί­ζει τί­πο­τα σπου­δαῖα πράγ­μα­τα, χώ­ρια ἀ­πὸ τὰ κου­τιὰ τὸν κα­πνὸ ποὺ κα­πνί­ζει ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ. Βγαί­νει τὸ πρω­ὶ μὲ τὸ κου­τί του, πά­ει στὸν πα­που­τσή, στὸν πα­λια­τζή, στὸν κα­πνο­δο­χο­κα­θα­ρι­στή, τυ­λί­γει τὸ ἕ­να τσι­γα­ρό­χαρ­το με­τὰ τὸ ἄλ­λο, κα­θι­σμέ­νος σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ σκα­μνά­κια ποὺ ἔ­χουν ὅ­λα τὰ μα­γα­ζιά, μὲ τὰ με­γά­λα σὰν τοῦ κλέ­φτη χέ­ρια του ἀ­κουμ­πι­σμέ­να πά­νω στὰ γό­να­τά του, μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ ψό­φιο βλέμ­μα του, ἀ­κού­γον­τας πάν­τα ὅλο τὸν κό­σμο σὰν νά ‘­ταν χα­φι­ές, χω­ρὶς νὰ συμ­με­τέ­χει σχε­δὸν πο­τὲ σὲ κα­μιὰ συ­ζή­τη­ση, πα­ρὰ μό­νο μὲ κά­ποι­ες σύν­το­μες φρά­σεις κι ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­να­πάν­τε­χα στρα­βο­μου­τσού­νι­κα κί­τρι­να χα­μό­γε­λά του. Τὸ βρά­δυ, ὅ­ταν καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μα­γα­ζὶ κλεί­σει, πά­ει στὸ κα­πη­λει­ὸ κι ἀ­δειά­ζει ἕ­να λί­τρο, κα­πνί­ζει ὅσα τσι­γά­ρα τοῦ ἀ­πο­μέ­νουν, μέ­χρι νὰ κα­τε­βά­σουν κι ἐ­κεῖ τὰ ρο­λά. Βγαί­νει· ἡ γυ­ναί­κα του ἀ­κό­μα κό­βει βόλ­τες στὸ δρό­μο μὲ τὸ ἐ­φαρ­μο­στὸ φό­ρε­μα καὶ τὰ πρη­σμέ­να πό­δια της μέ­σα στὰ στε­νὰ γο­βά­κια. Ὁ Λι­λὶν ἐμ­φα­νί­ζε­ται, τῆς σφυ­ρί­ζει σι­γά, ψι­θυ­ρί­ζει κά­ποι­α φρά­ση γιὰ νὰ τῆς πεῖ πὼς εἶ­ναι ἀρ­γά, νὰ πά­ει γιὰ ὕ­πνο. Ἐ­κεί­νη, χω­ρὶς νὰ τὸν κοι­τά­ξει, πά­νω στὸ σκα­λὶ τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου σὰν πά­νω σὲ σκη­νὴ θε­ά­τρου, τὸ στῆ­θος συμ­πι­ε­σμέ­νο στὸ σου­τι­έν, τὸ γέ­ρι­κο σῶ­μα σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρι­τσί­στι­κο φο­ρε­μα­τά­κι, μὲ τὸ νευ­ρι­κὸ πή­γαι­νε ἔ­λα τῆς τσάν­τας στὸ χέ­ρι, τοὺς κύ­κλους τῶν τα­κου­νι­ῶν πά­νω στὸ λι­θό­στρω­το, τὸ ξαφ­νι­κὸ μουρ­μού­ρι­σμα κά­ποι­ου τρα­γου­διοῦ, τοῦ ἀπαν­τᾶ ὄ­χι, πὼς ἔ­χει ἀ­κό­μα κό­σμο στὸ γύ­ρο, πὼς αὐ­τὸς μπο­ρεῖ καὶ νὰ φύ­γει, νὰ τὴν πε­ρι­μέ­νει στὸ σπί­τι. Ἔ­τσι ἐ­ρω­το­τρο­πο­ῦν κά­θε βρά­δυ.

          — Λοι­πόν, Τζίμ; ρω­τά­ει ἡ Ἀρ­μάν­τα.

          Αὐ­τὸς ἔ­χει κι­ό­λας βρεῖ τὰ τσι­γά­ρα πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο καὶ ἀ­νά­βει ἕ­να.

          — Εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ πε­ρά­σω ἐ­δῶ τὴ νύ­χτα. Ἤ­δη βγά­ζει τὸ σα­κά­κι, λύ­νει τὴ γρα­βά­τα.

          — Ἐν­τά­ξει Τζίμ, ἔ­λα στὸ κρε­βά­τι. Ἐ­σύ, Λι­λίν, πή­γαι­νε στὸ ντι­βά­νι, ἄν­τε Λι­λὶν κοῦ­κλε, φύ­γε, ἄσε νὰ ξα­πλώ­σει ὁ Τζίμ.

          Ὁ Λι­λὶν μέ­νει γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος σὰν πέ­τρα, ὕ­στε­ρα ση­κώ­νε­ται βγά­ζον­τας ἕ­να πα­ρά­πο­νο χω­ρὶς λέ­ξεις, ἀ­φή­νει τὸ κρε­βά­τι, παίρ­νει τὸ μα­ξι­λά­ρι του, μιὰ κου­βέρ­τα, τὸν κα­πνὸ ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, τὰ τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τὰ σπίρ­τα, τὸ τα­σά­κι. — Ἄν­τε, Λι­λὶν κοῦ­κλε, ἄν­τε. Προ­χω­ρεῖ σκυ­φτὸς μὲ ὅ­λα τὰ συμ­πράγ­κα­λά του πρὸς τὸν κα­να­πὲ τοῦ δι­α­δρό­μου.

          Ὁ Τζὶμ ξεν­τύ­νε­ται κα­πνί­ζον­τας, δι­πλώ­νει κα­λά τὸ παν­τε­λό­νι του, τα­κτο­ποι­εῖ τὸ σα­κά­κι σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι, φέρ­νει στὸ κο­μο­δί­νο τὰ τσι­γά­ρα, τὰ σπίρ­τα, ἕ­να τα­σά­κι, μπαί­νει στὸ κρε­βά­τι. Ἡ Ἀρ­μάν­τα σβή­νει τὸ φῶς τοῦ ἀμ­πα­ζοὺρ καὶ ἀ­να­στε­νά­ζει. Ὁ Τζὶμ κα­πνί­ζει. Ὁ Λι­λὶν κοι­μᾶ­ται στὸ δι­ά­δρο­μο. Ἡ Ἀρ­μάν­τα ἀλ­λά­ζει στά­ση. Ὁ Τζὶμ σβή­νει τὸ τσι­γά­ρο στὸ τα­σά­κι. Κά­ποι­ος κτυ­πᾶ τὴν πόρ­τα.

          Μὲ τὸ ἕ­να χέ­ρι του ὁ Τζὶμ ἀγ­γί­ζει ἤ­δη τὸ πι­στό­λι στὴν τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ, μὲ τὸ ἄλ­λο κρα­τᾶ τὴν Ἀρ­μάν­τα ἀ­πὸ τὸν ἀγ­κώ­να, νὰ εἶ­ναι προ­σε­κτι­κή. Τὸ χέ­ρι τῆς Ἀρ­μάν­τα εἶ­ναι χον­τρὸ καὶ μαλ­θα­κό· μέ­νουν γιὰ λί­γο ἔ­τσι, ἀ­κί­νη­τοι.

          — Λι­λίν, ρώ­τα ποι­ός εἶ­ναι, λέ­ει σι­γὰ ἡ Ἀρ­μάν­τα. Ὁ Λι­λίν, ἀ­πὸ τὸ δι­ά­δρο­μο, ξε­φυ­σᾶ.

          — Ποι­ὸς εἶ­ναι; λέ­ει ἄ­γαρ­μπα.

          — Ἔ­λα, Ἀρ­μάν­τα, ἐ­γὼ εἶ­μαι, ὁ Ἄν­τζε­λο.

          — Ποι­ὸς Ἄν­τζε­λο; κά­νει ἐ­κεί­νη.

          — Ὁ Ἄν­τζε­λο ὁ ἀ­στυ­νό­μος, Ἀρ­μάν­τα. Περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ σκέ­φτη­κα νὰ ἀ­νέ­βω… Μπο­ρεῖς νὰ ἀ­νοί­ξεις μιὰ στιγ­μή;

          Ὁ Τζὶμ ἔ­χει ἤ­δη βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ τοὺς κά­νει νό­η­μα νὰ σω­πά­σουν. Ἀ­νοί­γει μιὰ πόρ­τα, κοι­τά­ζει στὸν καμ­πι­νέ, παίρ­νει τὴν κα­ρέ­κλα μὲ τὰ ροῦ­χα του καὶ τὴν πά­ει ἐ­κεῖ.

          — Κα­νέ­νας δὲ μὲ ἔ­χει δεῖ. Ξεμ­πέρ­δευ­ε μὲ δαῦ­τον, γρή­γο­ρα, λέ­ει σι­γὰ καὶ κλεί­νε­ται στὸν καμ­πι­νέ.

          — Ἔ­λα Λι­λὶν κοῦ­κλε, ἔ­λα πά­λι στὸ κρε­βά­τι, ἄν­τε Λι­λίν. Ἡ Ἀρ­μάν­τα ξα­πλω­μέ­νη δι­ευ­θύ­νει τὶς με­τα­κι­νή­σεις.

          — Λοι­πόν, Ἀρ­μάν­τα, θὰ μὲ κά­νεις νὰ πε­ρι­μέ­νω ἀ­κό­μα πο­λύ; λέ­ει ὁ ἄλ­λος ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα.

          Μὲ ὅ­λο τὸ πά­σο του, ὁ Λι­λὶν ση­κώ­νει κου­βέρ­τα, μα­ξι­λά­ρι, κα­πνό, σπίρ­τα, τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τα­σά­κι, γυ­ρί­ζει στὸ κρε­βά­τι, μπαί­νει μέ­σα καὶ τρα­βά­ει τὸ σεν­τό­νι ὣς τὰ μά­τια του. Ἡ Ἀρ­μάν­τα πι­έ­ζει τὸ κουμ­πὶ καὶ ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα.

          Μπαί­νει ὁ Σόν­του, μὲ τὸ τσα­λα­κω­μέ­νο ὕ­φος τοῦ γέ­ρου ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ποὺ φο­ρά­ει πο­λι­τι­κά, τὰ γκρί­ζα μου­στά­κια του κα­λύ­πτουν τὸ χον­τρό του πρό­σω­πο.

          — Τρι­γυ­ρί­ζεις ὣς ἀρ­γά, ἀ­στυ­νό­με, λέ­ει ἡ Ἀρ­μάν­τα.

          — Νά, ἔ­κα­να μιὰ βολ­τί­τσα, λέ­ει ὁ Σόν­του, καὶ σκέ­φτη­κα νὰ σοῦ κά­νω μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη.

          — Τί ἤ­θε­λες;

          Ὁ Σόν­του ὀρ­θὸς στὴν ἄ­κρη τοῦ κρε­βα­τιοῦ σκού­πι­ζε μὲ τὸ μαν­τί­λι του τὸ ἱ­δρω­μέ­νο πρό­σω­πο.

          — Τί­πο­τα, ἔ­τσι, μιὰ μι­κρὴ ἐ­πί­σκε­ψη. Κα­νέ­να νέ­ο;

          — Τί νέ­ο;

          — Μή­πως εἶ­δες κα­τὰ τύ­χη τὸν Ἀλ­μπα­νέ­ζι;

          — Τὸν Τζίμ; Τί σκά­ρω­σε πά­λι;

          — Τί­πο­τα. Κά­τι θέ­λα­με νὰ τοῦ ζη­τή­σου­με. Τὸν εἶ­δες;

          — Πρὶν τρεῖς μέ­ρες.

          — Ὄ­χι. Τώ­ρα.

          — Εἶ­ναι δυ­ὸ ὧ­ρες ποὺ κοι­μᾶ­μαι, ἀ­στυ­νό­με. Ἄλ­λα για­τί ἔρ­χε­σαι σὲ μέ­να; Πή­γαι­νε στὶς δι­κές του: τὴ Ρό­ζυ, τὴ Νίλ­ντε, τὴ Λό­λα…

          — Δὲν βγαί­νει τί­πο­τα· ὅ­ταν σκα­ρώ­νει κά­τι τὶς ἀ­πο­φεύ­γει.

          — Ἀ­πὸ ἐ­δῶ, πάν­τως, δὲν πέ­ρα­σε. Ἴ­σως ἄλ­λη φο­ρά, ἀ­στυ­νό­με.

          — Ἔ­τσι ρώ­τη­σα, Ἀρ­μάν­τα· δὲ βα­ρι­έ­σαι, χαί­ρο­μαι λοι­πὸν ποὺ σὲ εἶ­δα.

          — Κα­λη­νύ­χτα ἀ­στυ­νό­με.

          — Ἄν­τε κα­λη­νύ­χτα.

          Ὁ Σόν­του γύ­ρι­σε νὰ φύ­γει ἀλ­λὰ δὲν ἔ­φευ­γε.

          — Σκε­φτό­μου­να, τώ­ρα πιὰ κον­τεύ­ει νὰ ξη­με­ρώ­σει καὶ δὲ θὰ κά­νω ἄλ­λους γύ­ρους. Καὶ δὲ μοῦ κά­νει καρ­διὰ νὰ γυ­ρί­σω σ’ ἐκε­ῖνο τὸ ράν­τσο. Ἀ­φοῦ εἶ­μαι ἐ­δῶ, σκε­φτό­μου­να νὰ μεί­νω. Τί λὲς Ἀρ­μάν­τα;

          — Ἀ­στυ­νό­με, εἶ­σαι πάν­τα τό­σο κα­λός, ἀλ­λά, γιὰ νὰ λέ­με τὴν ἀ­λή­θεια, τέ­τοι­α ὥ­ρα ἔ­χω πά­ψει νὰ δέ­χο­μαι. Πῶς νὰ τὸ κά­νου­με, ἀ­στυ­νό­με, ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει καὶ τὸ δι­κό του ὡ­ρά­ριο.

          — Ἀρ­μάν­τα, ἕ­να φί­λο σὰν κι ἔ­με­να… Ὁ Σόν­του ἔ­βγα­ζε κι­ό­λας τὸ σα­κά­κι του, τὸ που­λό­βερ.

          — Εἶ­σαι ἐν­τά­ξει τύ­πος· ἂν βρι­σκό­μα­σταν, ὅ­μως, αὔ­ριο βρά­δυ;

          Ὁ Σόν­του συ­νέ­χι­σε νὰ γδύ­νε­ται: — Κα­τα­λα­βαί­νεις Ἀρ­μάν­τα, εἶ­ναι μό­νο μέ­χρι νὰ ξη­με­ρώ­σει. Λοι­πόν, κά­νε πιὸ ἐ­κεῖ.

          — Αὐ­τὸ ση­μαί­νει πὼς ὁ Λι­λὶν θὰ πά­ει στὸ ντι­βά­νι· ἄν­τε, Λι­λίν, ἄν­τε κοῦ­κλε μου, πή­γαι­νε ἀ­πὸ κεῖ.

          Ὁ Λι­λὶν ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση τῶν χε­ρι­ῶν του στὸν ἀ­έ­ρα, ὑ­στέ­ρα ἔ­ψα­ξε τὸν κα­πνὸ στὸ τρα­πε­ζά­κι, ση­κώ­θη­κε μουρ­μου­ρί­ζον­τας, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι σχε­δὸν χω­ρὶς ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του, πῆ­ρε τὸ μα­ξι­λά­ρι, τὴν κου­βέρ­τα, τὰ τσι­γα­ρό­χαρ­τα, τὰ σπίρ­τα, «Ἄν­τε Λι­λὶν κοῦ­κλε μου», βγῆ­κε σέρ­νον­τας τὴν κου­βέρ­τα στὸ δι­ά­δρο­μο. Ὁ Σόν­του στρι­φο­γύ­ρι­ζε ἤ­δη μέ­σα στὰ σεν­τό­νια.

          Στὸν καμ­πι­νὲ ὁ Τζὶμ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ τὸν οὐ­ρα­νὸ νὰ πρα­σι­νί­ζει. Εἶ­χε ξε­χά­σει τὰ τσι­γά­ρα στὸ κο­μο­δί­νο, αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ δρά­μα. Καὶ τώ­ρα ὁ ἄλ­λος εἶ­χε μπεῖ στὸ κρε­βά­τι κι αὐ­τὸς ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νει κλει­σμέ­νος ἐκε­ῖ μέ­σα μέ­χρι τὸ πρω­ί, ἀ­νά­με­σα στὸν μπιν­τὲ κι ἐ­κεῖ­να τὰ κου­τιὰ τάλκ, χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ κα­πνί­σει. Εἶ­χε ντυ­θεῖ χω­ρὶς νὰ κά­νει θό­ρυ­βο, εἶ­χε χτε­νι­στεῖ στὴν τρί­χα κοι­τά­ζον­τας τὰ μοῦ­τρα του στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ νι­πτή­ρα, πα­ρα­με­ρί­ζον­τας ὅ­λα ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­ρώ­μα­τα, τὰ κολ­λύ­ρια, τὰ φάρ­μα­κα, τὰ ἐν­το­μο­κτό­να ποὺ γαρ­νί­ρι­ζαν τὴν κον­σό­λα. Δι­ά­βα­σε με­ρι­κὲς ἐ­τι­κέ­τες στὸ φῶς τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ, ἔ­κλε­ψε ἕ­να κου­τὶ κα­ρα­μέ­λες καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ ψα­χου­λεύ­ει ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ. Δὲν εἶ­χε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει πολ­λὰ πράγ­μα­τα: ρο­ῦ­χα μού­λια­ζαν μέ­σα στὸ νι­πτή­ρα κι ἄλ­λα ἦ­ταν ἁ­πλω­μέ­να. Βάλ­θη­κε νὰ δο­κι­μά­ζει τὶς βρύ­σες τοῦ μπιν­τέ· τὸ νε­ρὸ πε­τά­χτη­κε κά­νον­τας θό­ρυ­βο. Κι ἂν ὁ Σόν­του ἄ­κου­γε; Στὸ δι­ά­ο­λο ὁ Σόν­του καὶ ἡ φυ­λα­κή! Ὁ Τζὶμ βα­ρι­ό­τα­νε, γύ­ρι­σε στὸ νι­πτή­ρα, ἀ­ρω­μά­τι­σε τὸ σα­κά­κι του μὲ κο­λό­νια, ἔ­βα­λε μπρι­γι­αν­τί­νη. Βέ­βαι­α, ἂν δὲν τὸν ἔπια­ναν σή­με­ρα σί­γου­ρα θὰ τὸν ἔπι­α­ναν αὔ­ριο, ἀλ­λὰ θὰ γλί­τω­νε του­λά­χι­στον τὸ αὐ­τό­φω­ρο, καὶ ἂν ὅλα πή­γαι­ναν κα­λά, θὰ τὸν ἄ­φη­ναν ἀ­μέ­σως. Νὰ πε­ρι­μέ­νει ἐκε­ῖ, ἀ­κό­μα δύ­ο καὶ τρεῖς ὧ­ρες χω­ρὶς τσι­γά­ρα, σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ σκα­μνί… ποι­ός θε­ὸς θὰ τό ‘­θε­λε; Ἦ­ταν σί­γου­ρο: θὰ τὸν ἄ­φη­ναν ἀ­μέ­σως ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἄ­νοι­ξε ἕ­να ντου­λά­πι: ἔ­τρι­ξε. Στὸ δι­ά­ο­λο καὶ τὸ ντου­λά­πι καὶ ὅλα τὰ ἄλ­λα. Τὰ ρο­ῦ­χα τῆς Ἀρ­μάν­τα ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­να στὴ σει­ρά. Ὁ Τζὶμ ἔ­βα­λε τὸ πι­στό­λι του στὴν τσέ­πη μιᾶς γού­νας. «Θὰ πε­ρά­σω με­τὰ νὰ τὸ πά­ρω —σκέ­φτη­κε— ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς δὲ θὰ τὴ φορέ­σει μέ­χρι νά ‘ρ­θει ὁ χει­μώ­νας». Τρά­βη­ξε τὸ χέ­ρι του ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη, ἦ­ταν ἄ­σπρο ἀ­πὸ τὴ να­φθα­λί­νη. «Κα­λύ­τε­ρα, δὲ θὰ τὸ φά­ει ὁ σκό­ρος», ἀ­στει­εύ­τη­κε. Ἔ­πλυ­νε πά­λι τὰ χέ­ρια του, κι ἐ­πει­δὴ σι­χαι­νό­τα­νε τὶς πε­τσέ­τες τῆς Ἀρ­μάν­τα, σκου­πί­στη­κε σ’ ἕ­να παλ­τὸ ποὺ ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο στὸ ντου­λά­πι.

          Ὁ Σόν­του, στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα, ἄ­κου­σε ἕ­να θό­ρυ­βο. Ἀ­κούμ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του τὴν Ἀρ­μάν­τα. — Τί εἶ­ναι; Ἐ­κεί­νη γύ­ρι­σε πλευ­ρό, πέ­ρα­σε τὸ χον­τρὸ καὶ μαλ­θα­κό της χέ­ρι γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν λαι­μό του: — Τί­πο­τα… Ποι­ός θέ­λεις νὰ εἶ­ναι… Ὁ Σόν­του δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ ση­κω­θεῖ, ἐ­πει­δὴ ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε ν’ ἀ­κού­ει κά­ποι­ους θο­ρύ­βους ἀ­πὸ μέ­σα, ἄρ­χι­σε νὰ ρω­τά­ει παι­γνι­δι­ά­ρι­κα: — Τί εἶ­ναι, ἔ;…ἔ, τί εἶ­ναι;

          Ὁ Τζὶμ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα. — Ἄν­τε ἀ­στυ­νό­με, μὴν κά­νεις τὸ βλά­κα, ἄν­τε πιά­σε με.

          Ὁ Σόν­του ἅ­πλω­σε ἀ­μέ­σως τὸ χέ­ρι του στὸ πι­στό­λι ποὺ ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο στὸ σα­κά­κι, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­μάν­τα. — Ποι­ὸς εἶ­ναι;

          — Ὁ Τζὶμ Μπο­λε­ρό.

          — Ψη­λὰ τὰ χέ­ρια.

          — Εἶ­μαι ἄ­ο­πλος, ἀ­στυ­νό­με, μὴν κά­νεις βλα­κεῖ­ες. Πα­ρα­δί­νο­μαι.

          Στε­κό­ταν τώ­ρα κον­τὰ στὸ κρε­βά­τι, μὲ τὸ σα­κά­κι ριγ­μέ­νο στοὺς ὤ­μους καὶ τὰ χέ­ρια ψη­λά.

          —Ὤ, Τζίμ, ἔ­κα­νε ἡ Ἀρ­μάν­τα.

          — Σὲ με­ρι­κὲς μέ­ρες θὰ πε­ρά­σω πά­λι νὰ σὲ βρῶ, Ἄν­τα, εἶ­πε ὁ Τζίμ.

          Ὁ Σόν­του εἶ­χε ση­κω­θεῖ γκρι­νι­ά­ζον­τας καὶ ἔ­βα­ζε τὸ παν­τε­λό­νι του. — Κα­τα­ρα­μέ­νη ὑ­πη­ρε­σί­α… Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­τσεις πο­τὲ ἥ­συ­χος…

          Ὁ Τζὶμ πῆ­ρε τὰ τσι­γά­ρα ἀ­πὸ τὸ κο­μο­δί­νο, ἄ­να­ψε, ἔ­βα­λε τὸ πα­κέ­το στὴν τσέ­πη.

          — Δώ­σ’ μου ἕ­να τσι­γά­ρο, Τζίμ, εἶ­πε ἡ Ἀρ­μάν­τα ἀ­να­ση­κώ­νον­τας τὸ χα­λα­ρό της στῆ­θος.

          Ὁ Τζὶμ τῆς ἔ­βα­λε ἕ­να τσι­γά­ρο στὸ στό­μα, τὸ ἄ­να­ψε, βο­ή­θη­σε τὸ Σόν­του νὰ βά­λει τὸ σα­κά­κι του.

          — Πᾶ­με ἀ­στυ­νό­με.

          — Τί νὰ γί­νει; Θὰ βρε­θοῦ­με ἄλ­λη φο­ρὰ Ἀρ­μάν­τα, ἔ­κα­νε ὁ Σόν­του.

          — Γειά σου, Ἄν­τζε­λο, εἶ­πε ἐ­κεί­νη.

          — Γειά σου, Ἀρ­μάν­τα, εἶ­πε πά­λι ὁ Σόν­του.

          — Γειά σου, Τζίμ.

          Ἔ­φυ­γαν. Στὸ δι­ά­δρο­μο ὁ Λι­λὶν κοι­μό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ κα­τα­τα­λαι­πω­ρη­μέ­νου ντι­βα­νι­ο­ῦ. Οὔ­τε ποὺ κου­νή­θη­κε.

          Ἡ Ἀρ­μάν­τα κά­πνι­ζε κα­θι­σμέ­νη στὸ με­γά­λο κρε­βά­τι· ὕ­στε­ρα ἔ­σβη­σε τὸ ἀμ­πα­ζοὺρ για­τί τώ­ρα πιὰ ἕ­να γκρί­ζο φῶς ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο.

          — Λι­λίν, φώ­να­ξε. Ἔ­λα Λι­λίν, ἔ­λα στὸ κρε­βά­τι, ἄν­τε Λι­λὶν κο­ῦ­κλε μου, ἔ­λα.

          Ὁ Λι­λὶν ἤ­δη μά­ζευ­ε τὸ μα­ξι­λά­ρι, τὸ τα­σά­κι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Δύ­σκο­λοι ἔ­ρω­τες (ἐκδ. Ἀστέρι, 1982).

Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο (Italo Calvino) (Σαν­τιά­γο, Κού­βα, 1923-Σι­έ­να, Ἰ­τα­λί­α 1985). Ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε οἰ­κο­γε­νεια­κῶς στὴν Ἰ­τα­λί­α. Τὸ 1943 ἐν­τάσ­σε­ται στοὺς παρ­τι­ζά­νους τῆς ἰ­τα­λι­κῆς αν­τί­στα­σης. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὴν LUnita, καὶ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Botteghe Os­cu­re. Στὸν Γαλ­λι­κὸ Μάη τοῦ 1968 γνω­ρί­ζει κι ἐ­πη­ρε­ά­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν Ρεη­μὸν Κε­νώ, καὶ ἔρ­χε­ται σὲ ἐ­πα­φή μὲ τοὺς Ρολὰν Μπάρτ καὶ Κλώντ Λε­βὶ-Στρώς. Τὸ 1981 κερ­δί­ζει τὸ γαλ­λι­κὸ πα­ρά­ση­μο τῆς Λε­γε­ώ­νας τῆς Τι­μῆς. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ὁ δι­χα­σμέ­νος ὑ­πο­κό­μης (1952), ἄλ­λα βι­βλί­α του: Δύ­σκο­λοι ἔ­ρω­τες (1970), Ἀ­ό­ρα­τες πό­λεις (1972), κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Ἀν­ταῖ­ος Χρυ­σο­στο­μί­δης (Κά­ι­ρο, 1952-Ἀ­θή­να, 2015). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Με­τέ­φρα­σε ἔρ­γα τῶν: Ἴ­τα­λο Καλ­βί­νο, Ἀν­τό­νιο Ταμ­πού­κι, Κούρ­τσιο Μα­λα­πάρ­τε, Ἀλ­μπέρ­το Μο­ρά­βια, Ντά­ριο Φό, Λε­ο­νάρ­ντο Σά­σα, Ντί­νο Μπου­τζά­τι κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 2006 ἔ­ως τὸ 2013 ἦ­ταν ὑ­πεύ­θυ­νος μα­ζὶ μὲ τὴ Μι­κέ­λα Χαρ­του­λά­ρη τῆς σει­ρᾶς ντο­κι­μαν­τὲρ «Οἱ κε­ραῖ­ες τῆς ἐ­πο­χῆς μας», στὴν ΕΡΤ. Δί­δα­ξε με­τά­φρα­ση σὲ με­τα­πτυ­χια­κὰ τμή­μα­τα τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν καὶ στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης Λο­γο­τε­χνί­ας (ΕΚΕΜΕΛ). Τὸ 2003 βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Ξέ­νης Λο­γο­τε­χνι­κῆς Με­τά­φρα­σης.