Rafael Barret: Πτῶ­μα ἕ­τοι­μο γιὰ τα­φή



Ραφαὲλ Μπάρρετ (Rafael Barret)


Πτῶ­μα ἕ­τοι­μο γιὰ τα­φή

(De cuerpo presente)


ΑΝΩ ΣΤΟ ΒΡΩΜΙΚΟ κρεβ­βά­τι βρι­σκό­ταν τὸ σῶ­μα τῆς δό­να Φραν­θί­σκα, θύ­μα­τος σα­ράν­τα χρό­νια κα­τσα­ρο­λι­ῶν καὶ σκού­πας. Στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο μπαι­νό­βγαι­ναν κλα­μέ­νες οἱ κό­ρες. Παι­δά­κια κά­θε ἡ­λι­κί­ας, σχε­δὸν κου­ρε­λι­ά­ρι­κα καὶ ξε­χτέ­νι­στα, ἔ­τρε­χαν πα­ρα­σύ­ρον­τας τὸ ἕ­να τὸ ἄλ­λο, μιὰ κου­λου­ρι­α­σμέ­νη γριὰ κρα­τοῦ­σε ἕ­να κομ­πο­σκοί­νι ἀ­νά­με­σα στὰ ξυ­λώ­δη δά­χτυ­λά της. Ὁ θό­ρυ­βος τῆς πό­λης κα­τέ­φτα­νε σὰν τὸ συγ­κε­χυ­μέ­νο βου­η­τὸ ποὺ ἀ­νε­βαί­νει ἀ­πὸ κά­ποι­α ἄ­βυσ­σο καὶ τὸ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο φῶς, σκορ­πι­σμέ­νο ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πά­νω σὲ μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νους τοί­χους, γλί­στρα­γε νω­θρὰ στὰ χι­λι­ο­χτυ­πη­μέ­να ἔ­πι­πλα.

       Ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κλί­ση τοῦ σπα­σμέ­νου πα­τώ­μα­τος, κυ­λοῦ­σαν ἀμ­φι­βό­λου σύ­στα­σης ὑ­γρά, νε­ρὰ βρώ­μι­κα. Ἕ­να τρα­πέ­ζι χω­ρὶς τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν μπου­κα­λά­κια ἀ­πὸ φάρ­μα­κα ἀ­να­κα­τε­μέ­να μὲ λι­γδι­α­σμέ­να πιά­τα, τα­ρα­κου­νι­ό­ταν στὸ διά­βα τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ ἔ­δει­χνε νὰ τρί­ζει καὶ νὰ βογ­κά­ει. Ὅ­λα ἦ­ταν ἀ­τα­ξί­α καὶ μι­ζέ­ρια. Ἡ δό­να Φραν­θί­σκα, ἡτ­τη­μέ­νη, κει­τό­ταν ἀ­κί­νη­τη.

       Εἶ­χε ὑ­πάρ­ξει δυ­να­τὴ καὶ θαρ­ρα­λέ­α. Εἶ­χε τρα­γου­δή­σει στὸν ἥ­λιο, πλέ­νον­τας κάλ­τσες καὶ που­κά­μι­σα. Εἶ­χε πλύ­νει πλά­κες, πι­ρού­νια, κου­τά­λια καὶ μα­χαί­ρια δη­μι­ουρ­γών­τας μιὰ ἀ­πο­λαυ­στι­κὴ σπι­τι­κιὰ φα­σα­ρί­α. Εἶ­χε σκου­πί­σει νι­κη­φό­ρα. Εἶ­χε θρι­αμ­βεύ­σει στὴν κου­ζί­να, μπρο­στά σε σει­ό­με­να τη­γά­νια, δί­νον­τας ξυ­λι­ὲς στὰ λαί­μαρ­γα παι­διά. Εἶ­χε γεν­νή­σει καὶ με­γα­λώ­σει γυ­ναῖ­κες σὰν αὐ­τή, πει­σμα­τά­ρες καὶ χα­ρού­με­νες. Εἶ­χε στὸ τέ­λος ὑ­πο­κύ­ψει, για­τί οἱ ἀν­θρώ­πι­νες δυ­νά­μεις εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες μπρο­στὰ στὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη φύ­ση.

       Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς ζω­ῆς της ἡ δό­να Φραν­θί­σκα πά­χυ­νε καὶ πέ­τα­ξε μου­στά­κι. Ἕ­να μου­στα­κά­κι μαῦ­ρο καὶ στιλ­πνό, ποὺ προ­σέ­δι­δε στὸ γέ­λιο τῆς κα­λῆς γυ­ναί­κας κά­τι τὸ ψευ­το­τρο­μα­κτι­κὸ καὶ χα­ρι­τω­μέ­να πο­λε­μι­κό. Τὰ κόκ­κι­να καὶ κον­τό­χον­τρα χέ­ρια της, γε­ρὰ καὶ ἡ­λι­ο­κα­μέ­να, ἔ­γι­ναν πιὸ τρα­χιά. Ἡ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ νο­η­μο­σύ­νη της ἀμ­βλύν­θη­κε καὶ ἔ­γι­νε ἐ­πί­μο­νη. Καὶ μιὰ νύ­χτα ἔ­πε­σε ἀ­πὸ ἕ­να ἐγ­κε­φα­λι­κὸ ἐ­πει­σό­διο, ὅ­πως πέ­φτει ἕ­να βό­δι χτυ­πη­μέ­νο ἀ­πὸ ρό­πα­λο.

       Κα­θὼς κυ­λοῦ­σαν οἱ ἀ­τέ­λει­ω­τες μέ­ρες ποὺ ἀρ­γο­πέ­θαι­νε, τὸ ρά­ψι­μο ἐγ­κα­τα­λεί­φτη­κε, οἱ κό­ρες τρο­μαγ­μέ­νες δὲν ἀ­σχο­λοῦν­ταν πιὰ πα­ρὰ μό­νο μὲ τὸ νὰ πα­ρα­τη­ροῦν τὴν ὄ­ψη τῆς ἑ­τοι­μο­θά­να­της καὶ νὰ κα­τα­σκο­πεύ­ουν τὰ βή­μα­τα τοῦ θα­νά­του. Οἱ σκο­τει­νὲς ἐ­χθρι­κὲς δυ­νά­μεις τοῦ φτω­χοῦ, αὐ­τὲς οἱ κα­κό­βου­λες ποὺ κη­λι­δώ­νουν, ἀ­πο­δο­μοῦν καὶ προ­κα­λοῦν σή­ψη, αὐ­τὲς οἱ φορ­τι­κὲς καὶ ἐ­λε­ει­νές, κα­τέ­λα­βαν τὸ σπι­τι­κὸ καὶ ἀ­πο­λάμ­βα­ναν τὸ πτῶ­μα τῆς δό­να Φραν­θί­σκα.

       Οἱ ὧ­ρες, οἱ μο­νό­το­νες ὧ­ρες, ἀ­δι­ά­φο­ρες, ἴ­δι­ες, ἔ­φτα­ναν δι­α­δο­χι­κὰ καὶ περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ μί­ζε­ρο δω­μα­τιά­κι, περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ πτῶ­μα τῆς δό­νια Φραν­θί­σκα καὶ ἐ­πέ­τρε­παν νὰ κυ­λή­σουν πά­νω σε ἐ­κεί­νη τὴ με­λαγ­χο­λί­α, ἡ με­λαγ­χο­λί­α τοῦ σού­ρου­που καὶ τὸ κου­βά­ρι ἀ­πὸ σκι­ὲς ποὺ δέ­νει τὸν ὕ­πνο μὲ τὴ λή­θη. Τὰ παι­δά­κια, χορ­τα­σμέ­να ἀ­πὸ παι­χνί­δι, σι­γὰ σι­γὰ κοι­μή­θη­καν. Οἱ γυ­ναῖ­κες, κα­θι­σμέ­νες στὶς γω­νι­ές, μᾶλ­λον προ­σεύ­χον­ταν. Ἡ γριά, πάν­τα κου­λου­ρι­α­σμέ­νη, ἦ­ταν στὸ σκο­τά­δι σὰν ἄλ­λο πτῶ­μα ποὺ εἶ­χε ἀ­νοι­χτά τα μά­τια.

       Μιὰ ἀ­πὸ τὶς γυ­ναῖ­κες ση­κώ­θη­κε σὲ λί­γο καὶ ἄ­να­ψε ἕ­να κε­ρί. Με­τὰ γύ­ρι­σε πρὸς τὴ νε­κρὴ καὶ κοκ­κά­λω­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν πλα­κου­τσω­τὴ μύ­τη τῆς δό­να Φραν­θί­σκα ἡ γραμ­μὴ τοῦ μου­στα­κιοῦ γι­νό­ταν ἐν­το­νό­τε­ρη. Τὸ μῆ­κος τῆς κά­θε τρί­χας εἶ­χε δι­πλα­σια­στεῖ καὶ με­ρι­κὲς ἄγ­γι­ζαν πιὰ τὰ πρα­σι­νω­πὰ μά­γου­λα τῆς γεν­ναι­ό­ψυ­χης μά­νας.

       — Στοὺς ἄν­δρες συ­νή­θως με­γα­λώ­νουν τὰ γέ­νια – μουρ­μού­ρι­σε ἡ γριά.

       Ἡ σι­ω­πὴ σκέ­πα­σε ξα­νὰ σὰν ἕ­να σά­βα­νο τὴ θλι­βε­ρὴ σκη­νή. Ἡ φλό­γα τοῦ κε­ριοῦ τρε­μό­παι­ζε ἀλ­λό­κο­τα κά­νον­τας συν­θέ­σεις ἀ­πὸ σκι­ὲς νὰ χο­ρεύ­ουν στοὺς τοί­χους τῆς κά­μα­ρας. Κου­βα­ρι­α­σμέ­νες καὶ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νες οἱ γυ­ναῖ­κες κοι­μόν­ταν, βυ­θί­ζον­τας τὰ μα­ρα­μέ­να μέ­τω­πά τους στὰ κύ­μα­τα τῆς νύ­χτας. Οἱ ὧ­ρες πέρ­να­γαν καὶ τὸ μου­στά­κι τῆς δό­να Φραν­θί­σκα συ­νέ­χι­ζε νὰ με­γα­λώ­νει.

       Κά­που-κά­που ἀ­να­ση­κω­νό­ταν κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς κό­ρες καὶ ἐ­ξέ­τα­ζε προ­σε­κτι­κά τὸ πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο πρό­σω­πο τῆς μη­τέ­ρας της ὅ­πως ἐ­ξε­τά­ζον­ται προ­σε­κτι­κά τὰ στοι­χειὰ ἑ­νὸς ἐ­φιά­λτη. Τὰ μι­κρά, μὲ φτε­ρου­γί­σμα­τα που­λι­ῶν ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται, τραν­τά­ζον­ταν ἀ­κα­τά­στα­τα. Τὸ κε­ρὶ ἐ­ξαν­τλοῦν­ταν. Στὴν πρη­σμέ­νη καὶ ἀ­πο­κρου­στι­κὴ δό­να Φραν­θί­σκα, συ­νέ­χι­ζε νὰ με­γα­λώ­νει ἐ­κεῖ­νο τὸ φο­βε­ρὸ μου­στά­κι ποὺ με­τὰ τὸ θά­να­τό της τῆς ἄλ­λα­ζε τὸ φύ­λο.

       Ὅ­ταν ἡ χλω­μὴ καὶ πα­γω­μέ­νη αὐ­γὴ γλί­στρη­σε στὸ φτω­χι­κὸ δω­μά­τιο καὶ οἱ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ξύ­πνη­σαν ξυ­λι­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο, ἀν­τίκρυ­σαν πά­νω στὴν ἀ­πο­συν­θε­μέ­νη σάρ­κα τῆς δό­νας Φραν­θί­σκα κά­τι τε­ρά­στια γου­ρου­νί­σια καὶ μα­ρα­μέ­να μου­στά­κια ποὺ τῆς ἔ­δι­ναν μιὰ ὄ­ψη ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νου σὲ κέ­ρι­νο ὁ­μοί­ω­μα.

       Τό­τε τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δι­α­βο­λά­κια ἔ­σκα­σε στὸ γέ­λιο, ἕ­να γέ­λιο τρε­λὸ ποὺ ξε­πή­δη­σε σὲ πί­δα­κα σὰν ἀ­πὸ μιὰ ἄ­γρια πη­γή· ἡ γριὰ ἀποκαλύφθηκε σὰν ἕ­να πλη­για­σ­μέ­νο ἀγρίμι καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν ἄν­τε­ξαν ἄλ­λο καὶ γέ­λα­σαν σὰν κά­ποι­ος ποὺ οὐρ­λιά­ζει καὶ ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­νε­ξάν­τλη­τα γέ­λια, ἀν­τη­χών­τας στὰ σω­θι­κὰ τοῦ πάμ­φτω­χου σπι­τι­κοῦ, προ­κα­λοῦ­σαν χα­μό­γε­λα σὲ αὐ­τοὺς ποὺ περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ δρό­μο.



Πηγή: Cuentos breves, 1911:

https://ciudadseva.com/autor/rafael-barrett/cuentos/

Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret). Γεν­νή­θη­κε στὴν Τορ­ρε­λα­βέγ­κα τῆς Καν­τά­βρια (Ἱ­σπα­νί­α) τὸ 1876 καὶ πέ­θα­νε στὴν Ἀρ­κα­σὸν (Γαλ­λί­α) τὸ 1910. Ὑ­πῆρ­ξε μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου πα­ρή­χθη στὴν Πα­ρα­γουά­η, για­υτὸ καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δι­α­κε­κρι­μέ­νη φι­γού­ρα τῆς πα­ρα­γουα­νῆς λο­γο­τε­χνί­ας τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του καὶ τὰ δο­κί­μιά του, βα­θέ­ως φι­λο­σο­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς βι­τα­λι­σμοῦ ποὺ ἦ­ταν κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο πρό­δρο­μος τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ. Γνω­στὲς εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ φι­λο­σο­φι­κὸ-πο­λι­τι­κές του θέ­σεις ὑ­πὲρ τοῦ ἀ­ναρ­χι­σμοῦ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.


			

Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez): Τὸ ἐ­κτε­λε­στι­κὸ ἀ­πό­σπα­σμα τὸν πα­ρέ­λα­βε ἀ­πὸ τὸ κε­λί…



Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez)


Τὰ πέν­τε πιὸ ὡ­ραῖ­α μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ κό­σμου (5/5)

(Los cinco cuentos cortos más bellos del mundo)


[V. Τὸ ἐ­κτε­λε­στι­κὸ ἀ­πό­σπα­σμα τὸν πα­ρέ­λα­βε ἀ­πὸ τὸ κε­λί…]

[V. El pelotón de fusilamiento lo sacó de su celda…]


Ο ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ τὸν πα­ρέ­λα­βε ἀ­πὸ τὸ κε­λὶ ἕ­να πα­γω­μέ­νο ξη­μέ­ρω­μα καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σουν μιὰ χι­ο­νι­σμέ­νη πε­ρι­ο­χὴ γιὰ νὰ φτά­σουν στὸ ση­μεῖ­ο τῆς ἐ­κτέ­λε­σης. Οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες ἦ­ταν κα­λὰ προ­στα­τευ­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο μὲ πα­νω­φό­ρια, γάν­τια καὶ τρί­κο­χα, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ ἔ­τσι τουρ­τού­ρι­ζαν ἐν μέ­σῳ τῆς πα­γω­μέ­νης ἐ­ρη­μιᾶς. Ὁ κα­η­μέ­νος ὁ φυ­λα­κι­σμέ­νος, ποὺ φό­ρα­γε μό­νο μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ ξε­φτι­σμέ­νο μαλ­λί, δὲν ἔ­κα­νε τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ νὰ τρί­βει τὸ σχε­δὸν κοκ­κα­λω­μέ­νο σῶ­μα, ἐ­νῶ πα­ρα­πο­νι­ό­ταν δυ­να­τὰ γιὰ τὸ φο­νι­κὸ ψύ­χος. Κά­ποι­α στιγ­μή, ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­κτε­λε­στι­κοῦ ἀ­πο­σπά­σμα­τος, ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος μὲ τὰ πα­ρά­πο­να, τοῦ φώ­να­ξε:

       — Δι­ά­ο­λε, πά­ψε νὰ κά­νεις τὸν μάρ­τυ­ρα μὲ τὸ σκα­το­κρύ­ο. Σκέ­ψου καὶ ἐ­μᾶς, ποὺ ἔ­χου­με καὶ νὰ γυ­ρί­σου­με.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Ciudad Seva, Casa digital del escritor Luis López Nieves:

Cuentos de Gabriel García Márquez – Ciudad Seva – Luis López Nieves

Γκαμπριὲλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez) (Κο­λομ­βί­α 1927-Με­ξι­κὸ 2014). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης λό­γους, ρε­πορ­τάζ, κρι­τι­κὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα. Ὑ­πῆρ­ξε γνω­στὸς σὰν Γκάμ­πο καὶ οἱ φί­λοι του τὸν φώ­να­ζαν Γκαμ­πί­το. Τὸ 1982 ἔ­λα­βε τὸ Νόμ­πελ τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας «γιὰ τὶς νου­βέ­λες του καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ μπλέ­κον­ται σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἀ­πὸ φαν­τα­σί­α, ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τὴν ζω­ὴ καὶ τὶς συγ­κρού­σεις μιᾶς ἠ­πεί­ρου». Συν­δέ­ε­ται ἄρ­ρη­κτα μὲ τὸν «μα­γι­κὸ ρε­α­λι­σμὸ» καὶ τὸ πιὸ γνω­στό του ἔρ­γο, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἑ­κα­τὸ χρό­νια μο­να­ξιᾶς, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ αὐ­τοῦ του λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος. Ἐ­πι­πλέ­ον, θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι λό­γῳ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας τοῦ ἔρ­γου, αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἄν­θι­σε στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘60 στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ 2007 ἡ Βα­σι­λι­κὴ Ἱ­σπα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α καὶ ἡ Ἑ­ται­ρί­α Ἀ­κα­δη­μι­ῶν τῆς Ἱ­σπα­νι­κῆς Γλώσ­σας δη­μο­σί­ευ­σαν μιὰ ἀ­να­μνη­στι­κὴ ἔκ­δο­ση αὐ­τοῦ του ἔρ­γου, θε­ω­ρών­τας το μέ­ρος τῶν με­γά­λων ἱ­σπα­νό­φω­νων κλασ­σι­κῶν ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν. Ὁ Μάρ­κες ὑ­πῆρ­ξε δι­ά­ση­μος τό­σο γιὰ τo τα­λέν­το του ὅ­σο καὶ γιὰ τὴν πο­λι­τι­κή του στά­ση. Ἡ φι­λί­α του μὲ τὸν κου­βα­νὸ ἡ­γέ­τη Φιν­τὲλ Κά­στρο εἶ­ναι πα­σί­γνω­στη στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ κό­σμο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.


Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez): Ἡ Μαί­ρη Τζό, ἡ­λι­κί­ας δύ­ο ἐ­τῶν…



Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez)


Τὰ πέν­τε πιὸ ὡ­ραῖ­α μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ κό­σμου (2/5)

(Los cinco cuentos cortos más bellos del mundo)


[IΙ. Ἡ Μαί­ρη Τζό, ἡ­λι­κί­ας δύ­ο ἐ­τῶν…]

[IΙ. Mary Jo, de dos años de edad…]


ΜΑΙΡΗ ΤΖΟ, ἡ­λι­κί­ας δύ­ο ἐ­τῶν, μα­θαί­νει νὰ παί­ζει στὸ σκο­τά­δι, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ οἱ γο­νεῖς της, ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α Μέ­ι, ὑ­πο­χρε­ώ­θη­καν νὰ ἐ­πι­λέ­ξουν ἀ­νά­με­σα στὴν ζω­ὴ τῆς μι­κρού­λας καὶ στὸ νὰ μεί­νει τυ­φλὴ γιὰ τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς της. Τῆς μι­κρῆς Μαί­ρης τῆς ἔ­βγα­λαν καὶ τὰ δύ­ο μά­τια, ἀ­φό­του ἕ­ξι δι­α­πρε­πεῖς εἰ­δι­κοὶ δι­έ­γνω­σαν: ρε­τι­νο­βλά­στω­μα. Με­τὰ ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μέ­ρες χει­ρουρ­γη­μέ­νη, ἡ μι­κρὴ εἶ­πε: «μα­μά, δὲν μπο­ρῶ νὰ ξυ­πνή­σω…Δὲν μπο­ρῶ νὰ ξυ­πνή­σω…»



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Ciudad Seva, Casa digital del escritor Luis López Nieves:

Cuentos de Gabriel García Márquez – Ciudad Seva – Luis López Nieves

Γκαμπριὲλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez) (Κο­λομ­βί­α 1927-Με­ξι­κὸ 2014). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης λό­γους, ρε­πορ­τάζ, κρι­τι­κὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα. Ὑ­πῆρ­ξε γνω­στὸς σὰν Γκάμ­πο καὶ οἱ φί­λοι του τὸν φώ­να­ζαν Γκαμ­πί­το. Τὸ 1982 ἔ­λα­βε τὸ Νόμ­πελ τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας «γιὰ τὶς νου­βέ­λες του καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ μπλέ­κον­ται σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἀ­πὸ φαν­τα­σί­α, ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τὴν ζω­ὴ καὶ τὶς συγ­κρού­σεις μιᾶς ἠ­πεί­ρου». Συν­δέ­ε­ται ἄρ­ρη­κτα μὲ τὸν «μα­γι­κὸ ρε­α­λι­σμὸ» καὶ τὸ πιὸ γνω­στό του ἔρ­γο, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἑ­κα­τὸ χρό­νια μο­να­ξιᾶς, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ αὐ­τοῦ του λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος. Ἐ­πι­πλέ­ον, θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι λό­γῳ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας τοῦ ἔρ­γου, αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἄν­θι­σε στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘60 στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ 2007 ἡ Βα­σι­λι­κὴ Ἱ­σπα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α καὶ ἡ Ἑ­ται­ρί­α Ἀ­κα­δη­μι­ῶν τῆς Ἱ­σπα­νι­κῆς Γλώσ­σας δη­μο­σί­ευ­σαν μιὰ ἀ­να­μνη­στι­κὴ ἔκ­δο­ση αὐ­τοῦ του ἔρ­γου, θε­ω­ρών­τας το μέ­ρος τῶν με­γά­λων ἱ­σπα­νό­φω­νων κλασ­σι­κῶν ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν. Ὁ Μάρ­κες ὑ­πῆρ­ξε δι­ά­ση­μος τό­σο γιὰ τo τα­λέν­το του ὅ­σο καὶ γιὰ τὴν πο­λι­τι­κή του στά­ση. Ἡ φι­λί­α του μὲ τὸν κου­βα­νὸ ἡ­γέ­τη Φιν­τὲλ Κά­στρο εἶ­ναι πα­σί­γνω­στη στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ κό­σμο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway): Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες



Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway) [Ἀφιέρωμα 4/6]


Λό­φοι σὰν λευ­κοὶ ἐ­λέ­φαν­τες

(Hills Like White Elephants)


ΕΥΚΟΙ ΛΟΦΟΙ ἁ­πλώ­νον­ταν πά­νω ἀ­π’ τὴν κοι­λά­δα τοῦ Ἴμ­προ. Σὲ τού­τη δῶ τὴν πλευ­ρὰ οὔ­τε σκιὰ οὔ­τε δέν­τρα κι ὁ σταθ­μὸς κά­τω ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο ἀ­νά­με­σα σὲ δυ­ὸ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὲς γραμ­μές. Κολ­λη­τὰ στὸ πλά­ϊ τοῦ σταθ­μοῦ τὸ κτί­ριο ἔ­ρι­χνε ζε­στὴ τὴ σκιά του, καὶ στὴν ἀ­νοι­χτὴ εἴ­σο­δο τοῦ μπάρ, γιὰ νὰ μὴ μπαί­νουν μύ­γες, κρε­μό­ταν μιὰ κουρ­τί­να ἀ­πὸ χάν­τρες. Ὁ Ἀ­με­ρι­κά­νος καὶ τὸ κο­ρί­τσι ποὺ συ­νό­δευ­ε κά­θι­σαν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ κτί­ριο, σ’ ἕ­να τρα­πέ­ζι στὴ σκιά. Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη, καὶ τὸ ἐξ­πρὲς ἀ­πὸ τὴν Βαρ­κε­λώ­νη θὰ ἔ­φτα­νε σὲ σα­ράν­τα λε­πτά. Στα­μα­τοῦ­σε σ’ αὐ­τὴ τὴ δι­α­σταύ­ρω­ση γιὰ δυ­ὸ λε­πτὰ καὶ συ­νέ­χι­ζε γιὰ τὴ Μα­δρί­τη.

— Τί θά­ ‘ταν κα­λύ­τε­ρο νὰ πι­οῦ­με; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι. Εἶ­χε βγά­λει τὸ κα­πέ­λο της καὶ τ’­ἄ­φη­σε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι.

— Μὲ τό­ση ζέ­στη ἂς πι­οῦ­με μπύ­ρα, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

— Dos cervezas, πα­ράγ­γει­λε πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς κουρ­τί­νας.

— Με­γά­λες; ρώ­τη­σε μιὰ γυ­ναί­κα ἀ­π’ τὴν εἴ­σο­δο τοῦ μπάρ.

— Ναί. Δυ­ὸ με­γά­λες.

        Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­φε­ρε δυ­ὸ πο­τή­ρια μπύ­ρας καὶ δυ­ὸ τσό­χι­να σου­πλά. Τ’ἀκούμπησε στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοὺς κοί­τα­ξε. Τὸ κο­ρί­τσι ἔ­βλε­πε πέ­ρα κα­τὰ τὴ σει­ρὰ τῶν λό­φων. Λευ­κοὶ κά­τω ἀ­π’­τὸν ἥ­λιο, σὲ μιὰν ἀ­γρο­τι­κὴ πε­ρι­ο­χὴ κα­φε­τιὰ καὶ ξε­ρή.

— Μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες, εἶ­πε.

— Δὲν ἔ­χω δεῖ πο­τὲ κα­νέ­ναν, ἀ­πάν­τη­σε αὐ­τὸς πί­νον­τας τὴ μπύ­ρα του.

— Δὲ θὰ μπο­ροῦ­σες.

— Μπο­ρεῖ καὶ νὰ μπο­ροῦ­σα. Ἐ­πει­δὴ τὸ λὲς ἐ­σύ, δὲν ἀ­πο­δει­κνύ­ει τί­πο­τα.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε τὰ μπαμ­ποῦ τῆς κουρ­τί­νας.

— Ἔ­χουν ζω­γρα­φί­σει κά­τι ἐ­κεῖ πά­νω, εἶ­πε. Τί­λέ­ει;

— Anis del Toro. Εἶ­ναι πο­τό.

— Νὰ τὸ δο­κι­μά­ζα­με;

— Ὁ ἄν­τρας φώ­να­ξε «ἄ­κου» πρός τή με­ριά τῆς κουρ­τί­νας. Ἡ γυ­ναί­κα βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ μπάρ.

— Τέσ­σε­ρα reales.

— Δυ­ὸ Anis del Toro.

— Μὲ νε­ρό;

— Θὲς μὲ νε­ρό;

— Δὲν ξέ­ρω, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Εἶ­ναι κα­λὸ μὲ νε­ρό;

— Μιὰ χα­ρά.

— Τὰ θέ­λε­τε μὲ νε­ρό; ρώ­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα.

— Ναὶ μὲ νε­ρό.

— Ἔ­χει γεύ­ση γλυ­κό­ρι­ζας, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι κι ἄ­φη­σε τὸ πο­τή­ρι στὸ τρα­πέ­ζι.

— Ὅ­πως ὅ­λα.

— Ναί, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Τὰ πάν­τα ἔ­χουν γεύ­ση γλυ­κό­ρι­ζας. Ἰ­δί­ως τὰ πράγ­μα­τα ποὺ πε­ρί­με­νες τό­σο και­ρό, ὅ­πως τὸ ἀ­ψέν­τι.

— Οὔφ, Πά­ψε.

— Ἐ­σὺ τὸ ξε­κί­νη­σες, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.Ἐ­γὼ δι­α­σκέ­δα­ζα.Περ­νοῦ­σα τὴν ὥ­ρα μου εὐ­χά­ρι­στα.

— Ὡ­ραῖ­α, ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ πε­ρά­σου­με κα­λά.

— Ὡ­ραῖ­α. Εἶ­πα πὼς τὰ βου­νὰ μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες. Δὲν ἦ­ταν ἔ­ξυ­πνο;

— Αὐ­τὸ ναί.

— Ἤ­θε­λα νὰ δο­κι­μά­σω τοῦ­το τὸ νέ­ο πο­τό. Αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι ποὺ κά­νου­με; Νὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­μα­στε τὰ γύ­ρω καὶ νὰ δο­κι­μά­ζου­με νέ­α πο­τά;

— Νο­μί­ζω, ναί.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε ἀ­πέ­ναν­τι κα­τὰ τοὺς λό­φους.

— Ὄ­μορ­φοι λό­φοι, εἶ­πε. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν μοιά­ζουν μὲ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες. Στὸ νοῦ μου εἶ­χα τὴν ἀ­πό­χρω­ση τοῦ δέρ­μα­τός τους ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα. Νὰ παίρ­να­με ἄλ­λο ἕ­να πο­τό;

— Ἐν­τά­ξει.

        Ὁ ζε­στὸς ἄ­νε­μος φύ­σα­γε τὴν κουρ­τί­να ἀ­πὸ μπαμ­ποῦ ὣς τὸ τρα­πέ­ζι τους.

— Ὡ­ραί­α ἡ μπύ­ρα καὶ δρο­σε­ρή, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

— Κα­λή, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.

— Ζίγ­κ, εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς ἁ­πλῆ ἐ­πέμ­βα­ση, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Οὔ­τε κὰν ἐ­πέμ­βα­ση.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ζε τὸ ἔ­δα­φος στὰ πό­δια τοῦ τρα­πε­ζιοῦ.

— Τὸ ξέ­ρω, Ζίγκ, δὲ θὰ σὲ πεί­ρα­ζε. Ἀ­λή­θεια, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Ἁ­πλά, ἀ­φή­νουν νὰ μπεῖ μέ­σα ἀ­έ­ρας.

        Τὸ κο­ρί­τσι δὲν ἔ­λε­γε τί­πο­τα.

— Θὰ ‘ρθῶ μα­ζί σου καὶ θὰ μεί­νω μα­ζί σου ὅ­λη τὴν ὥ­ρα. Ἁ­πλῶς θὰ ἀ­φή­σουν τὸν ἀ­έ­ρα νὰ μπεῖ καὶ με­τὰ ὅ­λα θὰ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα φυ­σι­ο­λο­γι­κά.

— Με­τά, τί θὰ κά­νου­με στὴ συ­νέ­χεια;

— Με­τὰ θὰ εἴ­μα­στε τέ­λεια. Ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἤ­μα­σταν πρίν.

— Τί σὲ κά­νει νὰ τὸ πι­στεύ­εις;

— Εἶ­ναι τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ μᾶς ἐ­νο­χλεῖ. Τὸ μό­νο πράγ­μα ποὺ μᾶς κά­νει δυ­στυ­χεῖς.

        Τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ξε τὶς χάν­τρες τοῦ μπαμ­ποῦ, σή­κω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ ἔ­πια­σε δυ­ὸ ἀ­π’­τὰ κορ­δό­νια τῆς κουρ­τί­νας.

— Καὶ θαρ­ρεῖς πὼς με­τὰ θὰ εἴ­μα­στε μιὰ χα­ρὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.

— Τὸ ξέ­ρω σί­γου­ρα. Νὰ μὴ φο­βᾶ­σαι, δὲ χρει­ά­ζε­ται. Ξέ­ρω ἕ­να σω­ρὸ ἀν­θρώ­πους ποὺ τὴν ἔ­κα­ναν.

— Κι ἐ­γώ, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Κι ὕ­στε­ρα ὅ­λοι τους ἦ­σαν τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι.

— Λοι­πόν, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, ἂν δὲ θές, δὲν εἶ­σαι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νη νὰ τὴν κά­νεις.Οὔ­τε ἐ­γὼ θὰ σὲ ἀ­νάγ­κα­ζα, ἂν δὲν ἤ­θε­λες. Ἀλ­λὰ τὸ ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι παν­τε­λῶς ἁ­πλή.

— Καὶ τὸ θὲς πραγ­μα­τι­κά;

— Εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ ἔ­χου­με νὰ κά­νου­με, αὐ­τὸ νο­μί­ζω. Ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω νὰ τὴν κά­νεις ἂν πραγ­μα­τι­κὰ δὲν τὸ θέ­λεις.

— Κι ἂν τὴν κά­νω θὰ εἶ­σαι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος με­τά, κι ὅ­λα θὰ εἶ­ναι ὅ­πως πρὶν καὶ θὰ μ’ ἀ­γα­πᾶς;

— Καὶ τώ­ρα σ’­ἀ­γα­πά­ω. Τὸ ξέ­ρεις πὼς σ’ ἀ­γα­πά­ω.

— Τὸ ξέ­ρω, ἀλ­λὰ ἂν τὴν κά­νω, με­τὰ δὲ θὰ τρέ­χει τί­πο­τα ἅ­μα λέ­ω πρά­μα­τα ὅ­πως γιὰ λευ­κοὺς ἐ­λέ­φαν­τες, καὶ θὰ σ’ ἀ­ρέ­σει;

— Καὶ τό­τε θὰ σ’ ἀ­γα­πά­ω. Καὶ τώ­ρα, ὅ­μως δὲ μπο­ρῶ νὰ τὸ σκέ­φτο­μαι. Ξέ­ρεις πῶς γί­νο­μαι ὅ­ταν στε­νο­χω­ρι­έ­μαι.

— Ἂν τὸ κά­νω, πο­τὲ δὲν θὰ στε­να­χω­ρη­θεῖς;

— Δὲ θὰ στε­να­χω­ρη­θῶ γιὰ κεῖ­νο, για­τί εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό.

— Τό­τε θὰ τὴν κά­νω. Ἐ­πει­δὴ δὲ μὲ νοιά­ζει γιὰ μέ­να.

— Τί θὲς νὰ πεῖς; Ἐ­γὼ πάν­τως νοι­ά­ζο­μαι γιὰ σέ­να.

— Ἄ, ναί. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲ νοι­ά­ζο­μαι γιὰ μέ­να. Θὰ τὴν κά­νω, καὶ με­τὰ ὅ­λα κα­λά.

— Ἂν νι­ώ­θεις ἔ­τσι, δὲν θέ­λω νὰ τὸ κά­νεις.

        Τὸ κο­ρί­τσι ση­κώ­θη­κε καὶ περ­πά­τη­σε ὣς τὴν ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ.

        Στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ ἀ­πέ­ναν­τι, ὑ­πῆρ­χαν χω­ρά­φια μὲ σι­τη­ρὰ καὶ στὶς ὄ­χθες τοῦ Ἴμ­προ, σ’­ ὅ­λο το μῆ­κος, δέν­τρα. Μα­κριά, πέ­ρα ἀ­π’ τὸ πο­τά­μι, βου­νά. Ἡ σκιὰ ἑ­νὸς σύν­νε­φου με­τα­κι­νή­θη­κε πά­νω ἀ­π’­τὸν σι­τα­γρὸ καὶ τὸ κο­ρί­τσι εἶ­δε τὸ πο­τά­μι ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­τρα.

— Καὶ θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὰ ἔ­χου­με ὅ­λα τοῦ­τα, εἶ­πε ἐ­κεί­νη. Τὰ πάν­τα, καὶ κά­θε μέ­ρα τὸ κά­νου­με πιὸ ἀ­δύ­να­το.

— Τί εἶ­πες;

— Εἶ­πα πῶς θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ ἔ­χου­με τὰ πάν­τα.

— Μπο­ροῦ­με νὰ τά ΄χου­με, τὸ κά­θε τί.

— Ὄ­χι.

— Μπο­ροῦ­με νά­ ‘χου­με ὅ­λο τὸν κό­σμο.

— Ὄ­χι, δὲ μπο­ροῦ­με.

— Μπο­ροῦ­με νὰ πᾶ­με ὁ­που­δή­πο­τε.

— Ὄ­χι, δὲ μπο­ροῦ­με. Δὲν εἶ­ναι δι­κός μας πιά.

— Δι­κός μας εἶ­ναι.

— Ὄ­χι, ἀ­δύ­να­τον. Δὲν εἶ­ναι δι­κός μας πιά.

— Εἶ­ναι.

— Ὄ­χι. Ἔ­τσι καὶ σοῦ τὸ πά­ρουν, πο­τὲ δὲν τὸ ξα­να­παίρ­νεις πί­σω.

— Ἀλ­λὰ δὲν τὸ πή­ρα­νε ἀ­κό­μα.

— Ἂς πε­ρι­μέ­νου­με καὶ θὰ δοῦ­με.

— Ἔ­λα, γύρ­να πί­σω στὴ σκιά, εἶ­πε αὐ­τός. Δὲν πρέ­πει νά ‘χεις τέ­τοια συ­ναι­σθή­μα­τα.

— Δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου συ­ναι­σθή­μα­τα, ἀ­πάν­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι. Γνω­ρί­ζω.

— Δὲ θέ­λω νὰ κά­νεις τί­πο­τα ποὺ δὲ θέ­λεις ἡ ἴ­δια…

— Οὔ­τε ποὺ δὲν εἶ­ναι κα­λὸ γιὰ μέ­να, εἶ­πε αὐ­τή. Ξέ­ρω. Παίρ­νου­με μιὰ μπύ­ρα ἀ­κό­μα;

— Ἐν­τά­ξει. Ἀλ­λὰ πρέ­πει ν’ ἀν­τι­λη­φθεῖς…

— Ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι . Εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι. Δὲ γί­νε­ται νὰ στα­μα­τή­σου­με αὐ­τὴ τὴν κου­βέν­τα;

        Κά­θι­σαν στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τὸ κο­ρί­τσι κοί­τα­ζε τοὺς λό­φους ἀ­πέ­ναν­τι, στὴν ξε­ρὴ πλευ­ρὰ τῆς κοι­λά­δας, κι ὁ ἄν­τρας ἔ­βλε­πε πό­τε αὐ­τὴν καὶ πό­τε τὸ τρα­πέ­ζι.

— Πρέ­πει νὰ κα­τα­λά­βεις κα­λά, εἶ­πε, πὼς δὲν θέ­λω νὰ τὸ κά­νεις ἂν ἐ­σὺ δὲν θέ­λεις. Εἶ­μαι πέ­ρα γιὰ πέ­ρα πρό­θυ­μος νὰ τὸ ὑ­πο­μεί­νω, ἂν ση­μαί­νει κά­τι γιὰ σέ­να.

— Γιὰ σέ­να δὲ ση­μαί­νει τί­πο­τα; Θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τὰ βροῦ­με.

— Καὶ βέ­βαι­α ση­μαί­νει. Ἀλ­λὰ δὲν θέ­λω κα­νέ­ναν ἄλ­λο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σέ­να. Δὲν θέ­λω κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Καὶ ξέ­ρω πὼς εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό.

— Ναί, τὸ ξέ­ρεις πὼς εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἁ­πλό. Γιὰ σέ­να δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα νὰ τὸ λές, ἐ­γὼ ὅ­μως ξέ­ρω πο­λὺ κα­λά. Θὲς νὰ μοῦ κά­νεις μιὰ χά­ρη τώ­ρα;

— Γιὰ χά­ρη σου, τὰ πάν­τα.

— Μπο­ρεῖς σὲ πα­ρα­κα­λῶ, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, σὲ χι­λι­ο­πα­ρα­κα­λῶ, μπο­ρεῖς σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ πά­ψεις νὰ μι­λᾶς;

        Αὐ­τὸς δὲν εἶ­πε τί­πο­τα, ἀλ­λὰ κοί­τα­ξε τὰ μπαγ­κά­ζια τους ἀ­κουμ­πι­σμέ­να στὸν τοῖ­χο τοῦ σταθ­μοῦ. Πά­νω τους εἴ­χα­νε ἐ­τι­κέ­τες ἀ­π’­ὅ­λα τά ξε­νο­δο­χεῖ­α ὅ­που εἶ­χαν δι­α­νυ­κτε­ρεύ­σει.

— Ὅ­μως δὲν θέ­λω νὰ κά­νεις… Δε­κά­ρα δὲ δί­νω γι­’­αὐ­τό.

— Θὰ ξε­φω­νί­σω, εἶ­πε τὸ κο­ρί­τσι.

        Ἡ γυ­ναί­κα βγῆ­κε μέ­σα ἀ­π’ τὶς κουρ­τί­νες μὲ δυ­ὸ πο­τή­ρια μπύ­ρας καὶ τά ‘βα­λε πά­νω στὰ νω­πὰ τσό­χι­να σου­πλά.

— Τὸ τραῖ­νο ἔρ­χε­ται σὲ πέν­τε λε­πτά, εἶ­πε.

— Τί λέ­ει; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι.

— Πὼς τὸ τραῖ­νο ἔρ­χε­ται σὲ πέν­τε λε­πτά.

        Τὸ κο­ρί­τσι τὴν εὐ­χα­ρί­στη­σε μ’ ἕ­να λαμ­πε­ρὸ χα­μό­γε­λο.

— Ὥ­ρα νὰ πά­ω τὶς βα­λί­τσες στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ σταθ­μοῦ, εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Αὐ­τὴ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε.

— Ἐν­τά­ξει. Με­τὰ γύρ­να, νὰ τε­λει­ώ­σου­με τὴ μπύ­ρα μας.

        Σή­κω­σε τὶς δυ­ὸ βα­ρι­ὲς βα­λί­τσες καὶ κου­βα­λών­τας τις ἔ­κα­νε τὸ γύ­ρω­ τοῦ σταθ­μοῦ ὣς τὶς ἄλ­λες ρά­γες. Σή­κω­σε τὰ μά­τια πά­νω ἀ­π’ τὶς ρά­γες, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει τὸ τραῖ­νο. Γυρ­νών­τας πέ­ρα­σε μέ­σα ἀπ΄ τὸ μπὰρ ὅ­που οἱ τα­ξι­δι­ῶ­τες πε­ρί­με­ναν πί­νον­τας. Ἤ­πι­ε ἕ­να Anis στὴ μπά­ρα καὶ τοὺς πε­ρι­ερ­γά­στη­κε. Λο­γι­κὰ ὅ­λοι τους ἀ­νέ­με­ναν τὴν ἄ­φι­ξη . Πα­ρα­μέ­ρι­σε τὴν κουρ­τί­να καὶ βγῆ­κε. Ἐ­κεί­νη κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε.

— Αἰ­σθά­νε­σαι κα­λύ­τε­ρα; τὴν ρώ­τη­σε.

— Εἶ­μαι μιὰ χα­ρά, τοῦ ἀ­πάν­τη­σε. Δὲν τρέ­χει τί­πο­τα. Εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.



Πη­γή: https://faculty.weber.edu/jyoung/English%202500/Readings%20for%20English%202500/Hills%20Like%20White%20Elephants.pdf

Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γουα­ίη ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅ­σο καί στόν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποι­όν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρω­τή­μα­τα σέ ἀ­νάλ­γη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να 1: Πη­γή: ἀ­πό τήν ἱ­στο­σε­λί­δα:

 https://cairoscene.com/ :

https://cairoscene.com/ArticleImages/20cef10b-9662-4e8e-a91d-7b4fef116c62.jpg

 

Εί­κό­να 2: Φω­το­γρα­φί­α τῆς Ni­lot­pal Ka­li­ta δη­μο­σι­ευ­μέ­νη στὸν ἱ­στό­το­πο https://unsplash.com/

Εἰ­κό­να 3: Ὁ Χέ­μιν­γουα­ίη τό 1923. Φω­το­γρα­φί­α δι­α­βα­τη­ρί­ου.

Δραματοποιήσεις:

 

Hills Like White Elephants

Παίζουν:

Massimiliano Rossi

Melissa Gava

συμμετέχει:

Francesca Viscardi

Σενάριο καὶ σκηνοθεσία:

Melissa Gava

(2012)

https://www.imdb.com/video/vi212379161

ἄλλες δραματοποιήσεις:

https://www.youtube.com/watch?v=11xJxByf9sM

https://www.youtube.com/watch?v=jAjJ4HE6woc

https://www.youtube.com/watch?v=lOmBYDUdkQ4

https://www.youtube.com/watch?v=jFYOIBwhaO0&t=21s

Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway): Ἰν­δι­ά­νι­κος Κα­ταυ­λι­σμός



Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway) [Ἀφιέρωμα 3/6]


Ἰν­δι­ά­νι­κος Κα­ταυ­λι­σμός

(Indian camp)


ΞΩ ΣΤΗΝ ΟΧΘΗ τῆς λί­μνης εἶ­χαν σύ­ρει μιά βάρ­κα ἀ­κό­μα. Οἱ δυ­ό Ἰν­διά­νοι πε­ρί­με­ναν ὄρ­θιοι. Ὁ Νίκ κι ὁ πα­τέ­ρας του μπῆ­καν στήν πρύ­μη, οἱ Ἰν­διά­νοι τρά­βη­ξαν τή βάρ­κα στό νε­ρό κι ὁ ἕ­νας τους μπῆ­κε μέ­σα γιά νά τρα­βά­ει κου­πί. Ὁ θεῖος T­ζώρτζ κά­θι­σε στήν πρύ­μη τῆς βάρ­κας ἀ­π’ τήν κα­τα­σκή­νω­ση. Ὁ πιό νέ­ος Ἰν­διά­νος τήν τρά­βη­ξε στό νε­ρό καί μπῆ­κε μέ­σα νά κω­πη­λα­τεῖ γιά τόν θεῖος Τζώρτζ. Οἱ δυ­ό βάρ­κες ξε­κί­νη­σαν στό σκο­τά­δι. Ὁ Νίκ ἄ­κου­γε τούς σκαρ­μούς τῆς ἄλ­λης βάρ­κας κάμ­πο­σο μπρο­στά τους, μα­κριά μέ­σα στήν ὁ­μί­χλη. Οἱ Ἰν­διά­νοι κω­πη­λα­τοῦ­σαν μέ γρή­γο­ρες κο­φτές κου­πι­ές. Ὁ Νίκ ἔ­γει­ρε στήν ἀγ­κα­λιά τοῦ πα­τέ­ρα του μέ τό μπρά­τσο του ὁ­λό­γυ­ρά του. Πά­νω στά νε­ρά ἔ­κα­νε κρύ­ο. Ὁ Ἰν­διά­νος δού­λευ­ε τά κου­πιά πο­λύ δυ­να­τά, ἀλ­λά ἡ ἄλ­λη βάρ­κα μπρο­στά ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν συ­νε­χῶς βα­θιά στήν ὁ­μί­χλη. «Ποῦ πᾶ­με, Μπαμ­πά;» Ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Πέ­ρα στόν Ἰν­δι­ά­νι­κο κα­ταυ­λι­σμό. Μιά Ἰν­διά­να εἶ­ναι βα­ριά ἄρ­ρω­στη.» «» ἔ­κα­νε ὁ Νίκ. Δι­α­σχί­ζον­τας τόν κόλ­πο βρῆ­καν τήν ἄλ­λη βάρ­κα στήν ἀ­κτή. Ὁ θεῖος Τζώρτζ κά­πνι­ζε ποῦ­ρο στό σκο­τά­δι. Οἱ δυ­ό νε­α­ροί Ἰν­διά­νοι ἔ­συ­ραν τή βάρ­κα πιό μέ­σα στήν ἀ­κτή. Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ ἔ­δω­σε ποῦ­ρα καί στούς δυ­ό Ἰν­διά­νους. Ἀ­νη­φο­ρί­ζον­τας ἀ­πό τήν ἀ­κτή περ­πα­τοῦ­σαν μέ­σα ἀ­πό ἕ­να λι­βά­δι μου­σκε­μέ­νο στή δρο­σιά, ἀ­κο­λου­θών­τας τόν νε­α­ρό Ἰν­διά­νο πού κρα­τοῦ­σε τή λάμ­πα. Με­τά μπῆ­καν στό δά­σος καί ἀ­κο­λού­θη­σαν ἕ­να μο­νο­πά­τι πού ἔ­βγα­ζε στό δρό­μο ὅ­που ξύ­λευ­αν, ὁ­δη­γών­τας πί­σω στούς λό­φους. Ἔ­φεγ­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο στό δρό­μο τῶν λογ­γά­ρη­δων, για­τί οἱ κορ­μοί τῆς ξυ­λεί­ας ἦ­ταν κομ­μέ­νοι κι ἀ­πό τίς δυ­ό πλευ­ρές. Ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος στα­μά­τη­σε νά σβή­σει τή λάμ­πα του, καί ὅ­λοι συ­νέ­χι­σαν νά προ­χω­ροῦν κα­τά μῆ­κος τοῦ δρό­μου. Ἔ­κα­ναν μιά στρο­φή κι ἕ­νας σκύ­λος βγῆ­κε γαυ­γί­ζον­τας. Μπρο­στά φά­νη­καν τά φῶ­τα στίς πα­ράγ­κες τῶν Ἰν­διά­νων πού ξε­φλού­δι­ζαν τούς κορ­μούς. Πε­ρισ­σό­τε­ροι σκύ­λοι ὅρ­μη­σαν κα­τά πά­νω τους. Οἱ δυ­ό Ἰν­διά­νοι τούς ἔ­δι­ω­ξαν πί­σω στίς πα­ράγ­κες.

       Στό πα­ρά­θυ­ρο μιᾶς πα­ράγ­κας πιό κον­τά στό δρό­μο ὑ­πῆρ­χε φῶς. Μιά γριά γυ­ναί­κα ὄρ­θια στήν εἴ­σο­δο κρα­τοῦ­σε μιά λάμ­πα. Μέ­σα μιά νε­α­ρή Ἰν­διά­να ξα­πλω­μέ­νη σ’ ἕ­να ξύ­λι­νο ράν­τζο. Πά­λευ­ε ἐ­δῶ καί δυ­ό μέ­ρες νά γεν­νή­σει. Ὅ­λες οἱ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νες τοῦ κα­ταυ­λι­σμοῦ εἶ­χαν πά­ει νά τήν βο­η­θή­σουν. Οἱ ἄν­τρες ἔ­ξω φρε­νῶν μέ τίς κραυ­γές της εἶ­χαν ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ πέ­ρα στό δρό­μο νά κά­τσουν στά σκο­τει­νά καί νά κα­πνί­σουν. Αὐ­τή, μέ τό πού εἶ­δε μέ­σα στήν πα­ράγ­κα τόν Νίκ καί τούς δυ­ό Ἰν­διά­νους πί­σω ἀ­π’ τόν πα­τέ­ρα του καί τόν θεῖος Τζώρτζ, ξε­φώ­νι­σε. Ἦ­ταν πλα­γι­α­σμέ­νη στήν πιό χα­μη­λή κου­κέ­τα, τε­ρά­στια κά­τω ἀ­π’ τό πά­πλω­μα. Τό κε­φά­λι της γυ­ρι­σμέ­νο στή μιά πλευ­ρά. Στήν πά­νω κου­κέ­τα ἦ­ταν ὁ ἄν­τρας της. Πρίν τρεῖς μέ­ρες εἶ­χε κό­ψει πο­λύ ἄ­σκη­μα τό πό­δι του μ’ ἕ­να σκε­πάρ­νι. Κά­πνι­ζε πί­πα. Τό δω­μά­τιο μύ­ρι­ζε πο­λύ βα­ριά. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Νίκ δι­έ­τα­ξε νά βά­λουν νε­ρό στή φω­τιά, καί ὅ­σο ζε­σται­νό­ταν μι­λοῦ­σε στόν Νίκ. «Ἡ κυ­ρά ἀ­πό δῶ πρό­κει­ται νά γεν­νή­σει, Νίκ», εἶ­πε. «Ξέ­ρω», εἶ­πε ὁ Νίκ. «Δέν ξέ­ρεις», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ἄ­κου με. Αὐ­τό πού τῆς συμ­βαί­νει λέ­γε­ται το­κε­τός. Τό μω­ρό θέ­λει νά γεν­νη­θεῖ, κι αὐ­τή θέ­λει νά τό γεν­νή­σει. Ὅ­λοι οἱ μύ­ες της προ­σπα­θοῦν νά κά­νουν τό παι­δί νά γεν­νη­θεῖ. Αὐ­τό γί­νε­ται κά­θε φο­ρά πού φω­νά­ζει.» «Κα­τά­λα­βα» εἶ­πε ὁ Νίκ. Τό­τε ἀ­κρι­βῶς ἡ γυ­ναί­κα ξε­φώ­νι­σε. «Ἄχ, Μπαμ­πά, δέν μπο­ρεῖς νά τῆς δώ­σεις κά­τι νά τήν κά­νει νά πά­ψει νά ξε­φω­νί­ζει;» ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Ὄ­χι. Δέν ἔ­χω κα­νέ­να ἀ­ναι­σθη­τι­κό» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ἀλ­λά οἱ κραυ­γές της δέν εἶ­ναι κά­τι σο­βα­ρό. Οὔ­τε πού τίς ἀ­κού­ω για­τί δέν εἶ­ναι τί­πο­τα σο­βα­ρό.»

       Ὁ ἄν­τρας της στήν πά­νω κου­κέ­τα ἄλ­λα­ξε πλευ­ρό γυ­ρί­ζον­τας πρός τόν τοῖ­χο. Ἡ γυ­ναί­κα στήν κου­ζί­να ἔ­γνε­ψε στόν για­τρό πώς τό νε­ρό εἶ­χε ζε­στα­θεῖ. Ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Νίκ πῆ­γε στήν κου­ζί­να κι ἔ­ρι­ξε πε­ρί­που τό μι­σό ἀ­πό τό νε­ρό τῆς χύ­τρας σέ μιά λε­κά­νη. Στό νε­ρό πού ἔ­μει­νε στή χύ­τρα ἔ­βα­λε δι­ά­φο­ρα πράγ­μα­τα πού ξε­τύ­λι­ξε ἀ­πό ἕ­να μαν­τή­λι. «Πρέ­πει νά βρά­σουν» εἶ­πε, κι ἄρ­χι­σε νά τρί­βει τά χέ­ρια του τό­ ’­να μέ τ’ ἄλ­λο μέ ἕ­να κομ­μά­τι σα­πού­νι πού εἶ­χε φέ­ρει ἀ­πό τήν κα­τα­σκή­νω­ση. Ὁ Νίκ πα­ρα­τη­ροῦ­σε τά χέ­ρια τοῦ πα­τέ­ρα του νά τρί­βουν τό ἕ­να τό ἄλ­λο μέ τό σα­πού­νι.

       Ὅ­σο ὁ πα­τέ­ρας του ἔ­πλε­νε τά χέ­ρια του πο­λύ προ­σε­κτι­κά καί σχο­λα­στι­κά, μί­λα­γε: «Βλέ­πεις, Νίκ, τά μω­ρά ὑ­πο­τί­θε­ται πώς γεν­νι­οῦν­ται μέ τό κε­φά­λι νά βγαί­νει πρῶ­το, ἀλ­λά με­ρι­κές φο­ρές δέν γί­νε­ται ἔ­τσι. Ὅ­ταν δέν ἔρ­χον­ται μέ τό κε­φά­λι, προ­κα­λοῦν με­γά­λους μπε­λά­δες σέ ὅ­λους. Μπο­ρεῖ νά χρεια­στεῖ νά χει­ρουρ­γή­σω τού­τη τήν κυ­ρά. Σέ λί­γο θά ξέ­ρου­με.» Ὅ­ταν φά­νη­κε ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος μέ τό πλύ­σι­μο τῶν χε­ρι­ῶν του, μπῆ­κε στό δω­μά­τιο κι ἔ­πια­σε δου­λειά. «Δέν τρα­βᾶς πέ­ρα αὐ­τό τό πά­πλω­μα, ἔ, Τζώρτζ;» εἶ­πε. «Κα­λύ­τε­ρα νά μήν τ’­ἀγ­γί­ξω.» Ἄρ­γό­τε­ρα ὅ­ταν ἄρ­χι­σε τήν ἐ­πέμ­βα­ση, ὁ θεῖος Τζώρτζ καί τρεῖς Ἰν­διά­νοι κρα­τοῦ­σαν τήν γυ­ναί­κα ἀ­κί­νη­τη. Αὐ­τή πά­τη­σε μιά δαγ­κω­νιά στό μπρά­τσο τοῦ θεί­ου Τζώρτζ κι ὁ θεῖος Τζώρτζ εἶ­πε, «Κα­τα­ρα­μέ­νη βρω­μο­ϊν­διά­να σκύ­λα!» κι ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος, πού τρα­βοῦ­σε τό κου­πί σάν ἔ­φερ­νε τόν θεῖο Τζώρτζ, τοῦ γέ­λα­σε κο­ρο­ϊ­δευ­τι­κά. Ὁ Νίκ βα­στοῦ­σε τήν λε­κά­νη γιά τόν πα­τέ­ρα του. Κρά­τη­σε πο­λύ. Ὁ πα­τέ­ρας του σή­κω­σε τό μω­ρό ψη­λά καί τοῦ ἔ­δω­σε ἕ­να μπά­τσο νά τό κά­νει ν’ ­ἀ­να­πνεύ­σει καί τό πα­ρέ­δω­σε στή γριά.

       «Βλέ­πεις; Εἶ­ναι ἀ­γό­ρι, Νίκ», εἶ­πε. «Πῶς σοῦ φαί­νε­ται νά εἶ­σαι βο­η­θός ἀ­σκού­με­νος για­τρός;» Ὁ Νίκ εἶ­πε «Κα­λά». Κοί­τα­ζε πέ­ρα γιά νά μή βλέ­πει τί ἔ­κα­νε ὁ πα­τέ­ρας του. «Ὁ­ρί­στε, ξεμ­περ­δέ­ψα­με καί μ’ αὐ­τό» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του καί ἔ­βα­λε κά­τι μέ­σα στή λε­κά­νη. Ὁ Νίκ δέν τό κοί­τα­ξε. «Τώ­ρα» εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του, «εἶ­ναι καί με­ρι­κά ράμ­μα­τα νά βά­λω. Μπο­ρεῖς νά βλέ­πεις, Νίκ, ἤ ὄ­χι, ὅ­πως θέ­λεις. Θά ρά­ψω τήν το­μή πού ἔ­κα­να.» Ὁ Νίκ δέν κοί­τα­ξε. Ἐ­δῶ καί πο­λύ ὥ­ρα εἶ­χε χά­σει κά­θε ἴ­χνος πε­ρι­έρ­γειας. Ὁ πα­τέ­ρας του τέ­λει­ω­σε καί ση­κώ­θη­κε.

       Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ καί οἱ τρεῖς Ἰν­διά­νοι ση­κώ­θη­καν. Ὁ Νίκ πῆ­γε τή λε­κά­νη στήν κου­ζί­να. Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ κοί­τα­ξε τό μπρά­τσο του. Ὁ νε­α­ρός Ἰν­διά­νος θυ­μή­θη­κε καί χα­μο­γέ­λα­σε. «Θά τοῦ βά­λω λί­γο ὀ­ξυ­ζε­νέ, Τζώρτζ», εἶ­πε ὁ για­τρός. Ἔ­σκυ­ψε πά­νω ἀ­π’­ τήν Ἰν­διά­να. Τώ­ρα ἦ­ταν ἥ­συ­χη μέ τά μά­τια κλει­στά. Ἦ­ταν πο­λύ ὠ­χρή. Δέν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί ἀ­πό­γι­νε τό μω­ρό ἤ ὅ,τι ἄλ­λο. «Θά γυ­ρί­σω τό πρω­ΐ», εἶ­πε ὁ για­τρός κα­θώς ση­κω­νό­ταν ὄρ­θιος.

       «Ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­πό τόν Ἅ­γιο Ἰ­γνά­τιο πρέ­πει νά εἶ­ναι ἐ­δῶ ὥς τό με­ση­μέ­ρι καί θά φέ­ρει ὅ,τι χρει­α­ζό­μα­στε.» Ἔ­νι­ω­θε νά φου­σκώ­νει ἀ­πό τό κα­μά­ρι του καί ἦ­ταν φλύ­α­ρος ὅ­πως οἱ παῖ­κτες τοῦ πο­δό­σφαι­ρου στά ἀ­πο­δυ­τή­ρια με­τά τόν ἀ­γώ­να. «Τοῦ­το δῶ εἶ­ναι γιά τό ἰ­α­τρι­κό πε­ρι­ο­δι­κό, Τζώρτζ», εἶ­πε. «Νά κά­νεις Και­σα­ρι­κή μέ σου­γιά καί νά ρά­ψεις μέ κά­που τριά­ντα μέ­τρα πε­το­νιά ἀ­πό λου­ρί­δες ἐν­τέ­ρου.» Ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ ἀ­κουμ­ποῦ­σε στόν τοῖ­χο κοι­τά­ζον­τας τό μπρά­τσο του.

       «Ὤ, εἶ­σαι σπου­δαῖ­ος ἄν­τρας, ἐν­τά­ξει.» «Κα­λύ­τε­ρα νά ρί­ξω μιά μα­τιά στόν πε­ρή­φα­νο πα­τέ­ρα. Αὐ­τοί συ­νή­θως ὑ­πο­φέ­ρουν τά χει­ρό­τε­ρα γιά τέ­τοι­α μι­κρο­πράγ­μα­τα», εἶ­πε ὁ για­τρός. «Πρέ­πει νά πα­ρα­δε­χτῶ πώς τό πῆ­ρε κα­λά καί σ’ ­ὅ­λα ἦ­ταν κάμ­πο­σο ἥ­συ­χος.» Τρά­βη­ξε τήν κου­βέρ­τα ἀ­πό τό κε­φά­λι τοῦ Ἰν­διά­νου. Τό χέ­ρι του τρα­βή­χτη­κε μού­σκε­μα. Πά­τη­σε στήν ἄ­κρη τῆς πιό χα­μη­λῆς κου­κέ­τας, σκαρ­φά­λω­σε μέ τήν λάμ­πα στό ἕ­να χέ­ρι καί κοί­τα­ξε μέ­σα. Ὁ Ἰν­διά­νος κοι­τό­ταν μέ τό κε­φά­λι πρός τόν τοῖ­χο. Ὁ λαι­μός του κομ­μέ­νος πέ­ρα γιά πέ­ρα, ἀ­πό ἀ­φτί σ’ ἀ­φτί. Μιά λί­μνη ἀ­πό τό αἷ­μα πού εἶ­χε κυ­λή­σει σχη­μα­τι­ζό­ταν ἐ­κεῖ πού τό σῶ­μα του βού­λια­ζε στήν κου­κέ­τα. Μέ τήν κό­ψη πρός τά πά­νω τό ἀ­νοιγ­μέ­νο ξυ­ρά­φι ἀ­φη­μέ­νο στίς κου­βέρ­τες. «Βγά­λε τόν Νίκ ἔ­ξω ἀ­π’­ τήν πα­ράγ­κα, Τζώρτζ», εἶ­πε ὁ για­τρός. Δέ χρει­ά­στη­κε. Ὀ Νίκ, ὄρ­θιος στήν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, εἶ­χε κα­λή θέ­α τῆς πά­νω κου­κέ­τας, ὅ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του μέ τή λάμ­πα στό ἕ­να χέ­ρι, ἔ­στρε­ψε τό κε­φά­λι τοῦ Ἰν­διά­νου. Μό­λις ἔ­παιρ­νε νά χα­ρά­ζει, ὅ­ταν ἐ­πέ­στρε­ψαν βα­δί­ζον­τας στόν δρό­μο τῶν λογ­γά­ρη­δων ὥς τή λί­μνη.

       «Λυ­πᾶ­μαι πο­λύ πού σ’ ­ἔ­φε­ρα σ’ αὐ­τό τό ἀ­χού­ρι, Νί­κυ», εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του δί­χως ἴ­χνος ἀ­πό τόν ἐν­θου­σια­σμό του με­τά τήν ἐ­πέμ­βα­ση. «Με­γά­λο λά­θος,τά σκά­τω­σα νά σέ ὑ­πο­βά­λω σ’­ὅ­λο αὐ­τό.» «Ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νᾶ­νε, πάν­τα ζο­ρί­ζον­ται τό­σο σκλη­ρά;» ρώ­τη­σε ὁ Νίκ. «Ὄ­χι, αὐ­τό πού ἔ­γι­νε ἦ­ταν κά­τι πο­λύ-πο­λύ ἐ­ξαιρε­τι­κό.» «Για­τί ἐ­κεῖ­νος αὐ­το­κτό­νη­σε, Μπα­μ­πά;» «Δέν ξέ­ρω, Νίκ. Μᾶλ­λον, δέν μπο­ροῦ­σε νά τό ἀν­τέ­ξει.»

       «Αὐ­το­κτο­νοῦν πολ­λοί ἄν­τρες, Μπαμ­πά;» «Ὄ­χι πά­ρα πολ­λοί, Νίκ», «Πολ­λές γυ­ναῖ­κες;» «Πο­λύ σπά­νια», «Πο­τέ;» «Ἄ, με­ρι­κές φο­ρές, ναί.»

       «Μπαμ­πά;» «Ναί.» «Ποῦ πῆ­γε ὁ θεῖ­ος Τζώρτζ;» «Θά γυ­ρί­σει μιά χα­ρά.» «Εἶ­ναι δύ­σκο­λο νά πε­θαί­νεις Μπαμ­πά;» «Ὄ­χι, νο­μί­ζω εἶ­ναι πο­λύ εὔ­κο­λο, Νίκ. Πάν­τα ἐ­ξαρ­τᾶ­ται.» K­ά­θον­ταν στήν βάρ­κα, ὁ Νίκ στήν πλώ­ρη, ὁ πα­τέ­ρας στά κου­πιά. Ὁ ἥ­λιος ἀ­νέ­βαι­νε πά­νω ἀ­πό τούς λό­φους. Μιά πέρ­κα ἀ­να­πή­δη­σε, φτι­ά­χνον­τας κύ­κλο στό νε­ρό. Ὁ Νίκ ἔ­σερ­νε τό χέ­ρι του στό νε­ρό. Τό ἔ­νι­ω­θε θερ­μό στήν τσου­χτε­ρή ψύ­χρα τοῦ πρω­ϊ­νοῦ. N­ω­ρίς τό πρω­ΐ στή λί­μνη κα­θι­σμέ­νος στήν πλώ­ρη τῆς βάρ­κας μέ τόν πα­τέ­ρα του νά κω­πη­λα­τεῖ, ἔ­νι­ω­θε ὁ­λό­τε­λα σί­γου­ρος πώς δέν θά πέ­θαι­νε πο­τέ.



Πη­γή: Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στό πε­ρι­ο­δι­κό Trans­atlan­tic Re­view τοῦ Ford Ma­dox Ford στό Πα­ρί­σι τό 1924. Βλ. έ­δῶ:

https://ia800306.us.archive.org/31/items/IndianCampErnestHemingway_661/IndianCampByErnestHemingway.pdf

Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρνεστ Χέ­μινγου­αίη ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅ­σο καί στόν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρωτή­ματα σέ ἀ­νάλγη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να 1: Ἡ πα­ρά­γκα τῶν κυ­νη­γῶν στὰ ὄ­ρη Ἀ­ντι­ρο­ντάκ. Λι­θο­γρα­φία ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμέ­νη μὲ τὸ χέ­ρι, 1861, πα­ρα­γω­γὴ τῆς νε­ο­ϋ­ρκέ­ζι­κης Ἑ­ται­ρεί­ας Χα­ρα­κτι­κῆς Cur­rier & I­ves (1837-1907).

Εἰ­κό­να 2: Ὁ Χέ­μιν­γουα­ίη τό 1923. Φω­το­γρα­φί­α δι­α­βα­τη­ρί­ου.

Ἀργύρης Ἑφταλιώτης: Κρυφὴ ἀγάπη


Ἀρ­γύ­ρης Ἑ­φτα­λι­ώ­της


Κρυφὴ ἀγάπη


ΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ, για­τρέ, πὼς κά­πο­τε στὴν ἀρ­ρώ­στι’ ἀ­πά­νω ὁ ἄρ­ρω­στος πα­ρα­λα­λεῖ, καὶ πα­ρα­λα­λών­τας λέ­ει καὶ τὴν ἀ­λή­θεια;

        — Νὰ σοῦ πῶ: Σ’ αὐ­τὸ τὸ χω­ριὸ —λέ­ω τοῦ φί­λου μου— συ­χνό­τε­ρα τὴν ἀ­κοῦς τὴν ἀ­λή­θεια ἀ­πὸ ἀρ­ρώ­στους καὶ τρελ­λούς, πα­ρ’ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους, ποὺ εἶ­ναι κα­λά. Καὶ νὰ δεῖς τί μοῦ συ­νέ­βη­κε σὲ μιὰ κό­ρη, στὴν πί­σω τὴν ἐ­νο­ριά, εἶ­ναι τώ­ρα κάμ­πο­σος και­ρός.

        Ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη ἕ­ξι μέ­ρες. Εἶ­χε μιὰ βρα­διὰ πολ­λὴ θέρ­μη, καὶ τρέ­ξα­νε νὰ μὲ φέ­ρουν. Ἄλ­λος δὲν πα­ρα­στε­κό­ταν πα­ρὰ ἡ μά­να της, γυ­ναί­κα ἥ­συ­χη καὶ λι­γά­κι στε­νο­κέ­φα­λη. Ἔ­κλαι­γε ἡ κα­κό­μοι­ρη καὶ μὲ πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σω τὴν κό­ρη της. Ἔ­κα­μα ὅ,τι μπό­ρε­σα, ἔ­μει­να καὶ λί­γη ὥ­ρα στὸ σπί­τι νὰ δῶ τὶ δρό­μο θὰ πά­ρει ὁ πυ­ρε­τός. Ἀ­νέ­βη­κα νὰ τὴν ξα­να­δῶ. Ἤ­τα­νε χει­ρό­τε­ρα. Βύ­θος καὶ πα­ρα­λα­λη­τό. Ἀ­πὸ τὰ λό­για της φαί­νουν­ταν πὼς ἔ­βλε­πε λου­λού­δια κι  ἀγ­κά­θια. Ἄγ­γι­ζ’ ἕ­να λου­λού­δι, καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ἄ­ξαφ­να τὴν ἀγ­κύ­λω­νε καὶ τ’ ἀγ­κά­θι, κι ἔ­βλε­πες τὸν πό­νο στὸ πρό­σω­πό της. Παι­χνί­δι τῆς φαν­τα­σί­ας της, εἶ­πα μέ­σα μου. Μὰ σ’ ἕ­ν’ ἀ­πὸ τὰ λου­λού­δια ποὺ μά­ζευ­ε ὁ πλα­νε­μέ­νος νοῦς της, γύ­ρι­σε κα­θὼς πάν­τα τὸ πρό­σω­πό της κα­τὰ τὴν ἄλ­λη με­ριά, καί, —«μ’ ἀ­γα­πά­ει δὲ μ’ ἀ­γα­πά­ει» μουρ­μού­ρι­ζε χα­μη­λὰ κι ἀ­συ­νάρ­τη­τα, σα­λεύ­ον­τας τὰ δά­χτυ­λά της σὰ νά’ κο­βε τοῦ λου­λου­διοῦ της τὰ πέ­τα­λα.

        Λέ­ω τῆς μά­νας, πᾶ­με κά­τω γιὰ λί­γη ὥ­ρα πά­λι. Πή­γα­με κά­τω, καὶ κά­θι­σε ἡ μά­να κον­τὰ στὸ μαγ­κά­λι νὰ μοῦ ψή­σει κα­φέ. Καὶ ψή­νον­τας τὸν κα­φὲ ἔ­λε­γε καὶ ξα­να­έ­λε­γε γιὰ τὴν κό­ρη της, τί ἄγ­γε­λος ἦ­ταν, τί χρυ­σό κο­ρί­τσι, τί νοι­κο­κυ­ρε­μέ­νο· κι ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια.

        — Μὰ γιὰ πές μου, τὴ ρω­τῶ τό­τες, νὰ μὴν εἶ­χε τί­πο­τις ἀ­γά­πες ἡ κό­ρη σου;

        — Θε­ὸς νὰ φυ­λά­ξει, για­τρέ μου! Δὲν ξέ­ρεις τὶ ἀ­θῶ­ο ποὺ εἶ­ναι τ’ ἀ­κρι­βό μου τὸ Λε­νι­ώ, ὁ Θε­ός νὰ μοῦ τή­νε γλυ­τώ­σει!

        Ἡ μά­να θάρ­ρε­ψε πὼς κο­ρί­τσι γιὰ ν’ ἀ­γα­πή­σει πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ξε­τσι­πω­μέ­νο.

        Ἔ­τσι τὴν ἔ­μα­θε τὴν ἀ­γά­πη στὸ σκο­λει­ό της.

        — Γιὰ συλ­λο­γί­σου, τῆς κά­νω, μὴν τύ­χει κι ἔ­χει κα­νέ­να κρυ­φὸ κα­η­μὸ τὸ κο­ρί­τσι, καὶ τὴ γι­α­τρέ­ψου­με εὐ­κο­λώ­τε­ρα.

        — Ἄρ­ρω­στη κα­θώς εἶ­ναι, για­τρέ μου, κάλ­λιο τό ‘χω νὰ τή­νε θά­ψω, πα­ρὰ νὰ τὸ ντρο­πιά­σει τὸ τι­μη­μέ­νο μας τ’ ὄ­νο­μα.

        Εἶ­δα πὼς τὰ λό­για μου ἤ­τα­νε χα­μέ­να, ἤ­πια τὸν κα­φέ, ξα­να­κοί­τα­ξα τὴν ἄρ­ρω­στη, δι­ό­ρι­σα γι­α­τρι­κὸ γιὰ τὴ νύ­χτα κι ἔ­φυ­γα.

        Ὕ­στε­ρ’ ἀ­π’ ἄλ­λες τρεῖς μέ­ρες πέ­θα­νε ἡ μι­κρή. Δὲ λέ­ω πὼς δὲν ἤ­τα­νε ἀρ­ρώ­στια, μὰ τὰ νεῦ­ρα τοῦ κο­ρι­τσιοῦ εἶ­χαν ἕ­να χά­λι ποὺ λί­γη χα­ρά, λί­γο ἀ­ναγ­κά­λι­σμα, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ γλυ­τώ­σει.

        Πῆ­γα στὸ λεί­ψα­νο, για­τὶ τὸ πό­νε­σα τὸ κα­κό­μοι­ρο. Ρά­γι­ζε ἡ καρ­διά μου νὰ βλέ­πω τὴ μά­να του νὰ ξε­σκί­ζε­ται ἀ­πά­νω στὸ κα­τα­στό­λι­στο ἐ­κεῖ­νο κορ­μί, ποὺ ἄλ­λο τῆς ζω­ῆς δὲν τοῦ ἔ­με­νε πα­ρὰ ἕ­να χα­μό­γε­λο ἥ­συ­χο.

        Ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα τοῦ τρο­πα­ριοῦ ποὺ μᾶς προ­σκα­λεῖ τὸ στερ­νὸ τὸ φι­λί. Μό­λις χω­ρί­σα­νε τὴν ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τη μά­να ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρα­μέ­νο πρό­σω­πο, καὶ σι­μώ­νει ἕ­να παι­δί, ὣς δε­κο­χτὼ χρο­νῶ νὰ δώ­σει κι αὐ­τὸς τὸ στερ­νό του φί­λη­μα. Ἦ­ταν τῆς γει­το­νιᾶς, γνώ­ρι­ζε τὸ σπί­τι τους, θαρ­ρῶ καὶ στὸ σκο­λει­ὸ μα­ζὶ πή­γαι­ναν. Κα­θό­λου λοι­πὸν πα­ρά­ξε­νο ποὺ σί­μω­νε κι αὐ­τὸς μὲ βρεμ­μέ­να μά­τια! Σή­κω­σαν τὸ λεί­ψα­νο, τό’ θα­ψαν, ἔ­φυ­γε ὁ κό­σμος, ἔ­κα­μα νὰ φύ­γω καὶ γώ. Μὰ ἀν­τὶς νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὴ με­γά­λη τὴ θύ­ρα, ξε­κί­νη­σα νὰ βγῶ ἀ­πὸ τὸ πορ­τὶ τοῦ ἀ­πά­νω δρό­μου, γιὰ νὰ πά­ω στὴν ἀ­γο­ρά. Ἔ­κα­μα λοι­πὸν γύ­ρω πί­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σιά. Ἐ­κεῖ, ὄ­ξω ἀ­πὸ τὸ Ἅ­γιο Βῆ­μα, σὲ μιὰ κό­χη μο­να­χι­κή, ποι­ό­να νὰ δῶ, πα­ρὰ τὸ ἴ­διο τὸ παι­δὶ ποὺ φί­λη­σε τὸ λεί­ψα­νο τῆς Λε­νι­ῶς. Ἔ­κλαι­γε τὰ πύ­ρι­νά του ὁ δύ­στυ­χος. Συλ­λο­γί­στη­κα μιὰ στιγ­μὴ νὰ τοῦ μι­λή­σω καὶ νὰ τοῦ πῶ τὸ τί ἔ­λε­γε ἡ Λε­νι­ώ του ἀ­πά­νω στὸν πυ­ρε­τό της. Μὰ δὲ βά­στα­ξε ἡ καρ­διά μου. Εἶ­πα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τὴ γεν­νή­θη­κε κρυ­φή, κρυ­φὴ πρέ­πει καὶ νὰ πο­θά­νει.



Πη­γή: Ἀργύρης Ἐφταλιώτης, Νη­σι­ώ­τι­κες Ἱ­στο­ρί­ες, Εἰ­δι­κή ἔκ­δο­ση γιὰ τὴν ἐ­­φη­με­ρί­δα Τὸ Βῆ­μα, Ἀ­θή­να, 2009, Α’ ἔ­κ­δο­­ση 1896.

Ἀρ­γύ­ρης Ἐ­φτα­λι­ώ­της (Μόλυβος Μυτι­λή­νης, 1849-Αἲξ λὰ Πὲν Γαλ­λί­ας 1923). Ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος. Πρῶ­το του βι­βλίο: Νη­σιώ­τι­κες ἱ­στο­ρί­ες (1894, δι­η­γή­μα­τα).


Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Κόλπα



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 10/11)


Κόλ­πα

(Tricks)*


ΛΙΜΠΕΡΤΙ δὲν τὸ γού­στα­ρε γε­νι­κῶς τὸ Χά­λο­ου­ιν. Ἡ νύ­χτα μᾶς ἔ­κα­νε μά­ται­α νὰ ἐλ­πί­ζου­με πὼς μό­λις κά­ποι­ος ξέ­νος μᾶς χτυ­πή­σει καὶ μᾶς φω­νά­ξει στὴν πόρ­τα, οἱ πιὸ φρι­κτοὶ φό­βοι μας θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θοῦν καὶ θὰ ἐμ­φα­νι­στοῦν φαν­τά­σμα­τα, νυ­χτε­ρί­δες, βα­δί­ζον­τα πτώ­μα­τα καὶ τ’ ἀ­κέ­φα­λα σκυ­λιὰ τῆς κο­λά­σε­ως.

       Σ’ ἕ­να μι­κρὸ νη­σὶ στὰ ἀ­νοι­χτὰ τῆς Φλό­ριν­τας, ἡ Λίμ­περ­τι δι­έ­σχι­ζε τοὺς δρό­μους καὶ ὁ­δη­γοῦ­σε τρί­α παι­διά, τὸν Τέν­τι, τὴ Λίν­τι καὶ τὴν Ἰ­βὸν σ’ ἕ­να μι­κρό, σκο­τει­νὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ κέν­τρο, ὅ­που ὁ Νί­κι, ὁ τέ­ταρ­τος τῆς πα­ρέ­ας, ζοῦ­σε μὲ τοὺς γο­νεῖς του στὸ πί­σω μέ­ρος τοῦ κα­τα­στή­μα­τος κε­ρα­μι­κῶν Oh. Ὁ Κλέμ, ὁ με­γά­λος, ἄ­σπρος σκύ­λος τῆς Λίμ­περ­τι, ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ πί­σω με­ταμ­φι­ε­σμέ­νος μὲ μιὰ μαύ­ρη μά­σκα. Ὁ Τέν­τι ἦ­ταν για­τρός, ἡ Λίν­τι ἦ­ταν ρό­δο, μὲ μιὰ κόκ­κι­νη φού­στα μπα­λέ­του καὶ ψη­λές, πρά­σι­νες κάλ­τσες. Ἡ Ἰ­βὸν ἦ­ταν πά­πια.

       Συ­νάν­τη­σαν ἕ­να μα­γα­ζὶ μ’ ἀ­θλη­τι­κά. Μιὰ ἐ­πι­γρα­φὴ στὸ μα­γα­ζὶ ἔ­λε­γε: Ναί! Δι­α­θέ­του­με μα­γιὸ μα­στε­κτο­μῆς! Ἡ Λίμ­περ­τι χτύ­πη­σε ἐ­λα­φρὰ τὴν πόρ­τα τοῦ κα­τα­στή­μα­τος κε­ρα­μι­κῶν. Πί­σω ἀ­π’ τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν ἕ­νας φοῦρ­νος καὶ μιὰ ἰν­δι­ά­νι­κη σκη­νή. Ὁ Ρό­τζερ καὶ ἡ Ρό­ζι, οἱ γο­νεῖς τοῦ Νί­κι, δὲν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει νὰ ψή­σουν τί­πο­τα στὸν φοῦρ­νο τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μή­να, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἕ­να ζευ­γά­ρι κα­κα­τού­α εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει νὰ φω­λιά­σει ἐ­κεῖ. Ἡ Λίμ­περ­τι ἔ­σπρω­ξε τὴν πόρ­τα γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει καὶ βρῆ­κε τὴ Ρό­ζι κα­θι­σμέ­νη ἀ­να­κούρ­κου­δα στὸ πά­τω­μα. Τὰ μά­τια τῆς Ρό­ζι προ­ε­ξεῖ­χαν, ἡ γλώσ­σα της κρε­μό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ στό­μα κι οἱ τέ­νον­τες τοῦ λαι­μοῦ εἶ­χαν πε­τα­χτεῖ ἔ­ξω. Μό­λις εἶ­δε τὰ παι­διά, χα­λά­ρω­σε τοὺς μῦς τοῦ προ­σώ­που της, ἔ­λυ­σε καὶ ἴ­σι­ω­σε τὸ κορ­μί της κι ἦλ­θε χο­ρο­πη­δών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος τους. Θύ­μι­σε στὴ Λίμ­περ­τι ἰρ­λαν­δι­κὸ σέ­τερ χω­ρὶς κα­θό­λου μυα­λό.

       «Ὤ», εἶ­πε. «Νι­ώ­θω ὑ­πέ­ρο­χα! Ἀ­να­ζω­ο­γο­νή­θη­κα! Καὶ μα­ζὶ χα­λά­ρω­σα.»

       «Τί εἶ­ν’ αὐ­τό;», ρώ­τη­σε ἡ Λίν­τι. Ἄγ­γι­ξε μιὰ κον­κάρ­δα στὴν μπλού­ζα τῆς Ρό­ζι. Ἡ κον­κάρ­δα εἶ­χε πά­νω τὴ φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς ἄν­τρα.

       «Ὤ», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, «εἶ­ναι ὁ Δα­λά­ι Λά­μα. Τὸν συ­νάν­τη­σα τὸν Δα­λά­ι Λά­μα. Φο­ροῦ­σε κο­κά­λι­να γυα­λιά, κι ἕ­να μι­κρὸ σῆ­μα στὸ ἔν­δυ­μά του ἀ­κρι­βῶς σὰν καὶ τοῦ­το ἀ­πει­κό­νι­ζε τὸν ἴ­διο, τὸν Δα­λά­ι Λά­μα. Ὅ­ταν τὸν γνώ­ρι­σα, ἔ­νι­ω­σα τὸ πνεῦ­μα του νὰ μὲ δι­α­περ­νᾶ σὰν μι­κρὰ βέ­λη. Πό­θη­σα πο­λὺ τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α. Ἦ­ταν τέ­λει­ο!» Ἡ Ρό­ζι πέ­ρα­σε τὰ χέ­ρια της μέ­σ’ ἀ­π’ τὶς μποῦ­κλες τῶν κα­στα­νο­κόκ­κι­νων μαλ­λι­ῶν της. Χα­μο­γέ­λα­σε στὰ παι­διά. «Ἔ­παιρ­να ναρ­κω­τι­κά, ὅ­μως συ­νάν­τη­σα τὸν Δα­λά­ι Λά­μα καὶ μ’ ἔ­κα­νε νὰ κα­θα­ρί­σω. Ἦ­ταν τέ­λει­ο ποὺ κα­θά­ρι­σα, θὰ μοῦ ἐ­πι­τρέ­ψε­τε νὰ σᾶς πῶ. Ὕ­στε­ρα γνώ­ρι­σα τὸν μπαμ­πα-Ρό­τζερ κι ἦ­ταν κι αὐ­τὸ τέ­λει­ο. Θέ­λω νὰ πῶ, εἶ­μαι πο­λὺ ἀ­νοι­χτῆ τώ­ρα πιά.»

       «Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος ὁ Νί­κι;», ρώ­τη­σε ἡ Λίμ­περ­τι. Τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν γε­μά­το γλά­στρες καὶ γα­βά­θες καὶ κοῦ­πες καὶ βά­ζα. Στὴ γω­νί­α ἦ­ταν μιὰ μα­γει­ρι­κὴ ἑ­στί­α καὶ πά­νω της ἦ­ταν ἕ­να κου­τὶ Corn Flakes.

       «Ὤ», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, «ναί. Εἶ­ναι πα­νέ­τοι­μος. Ἔ­χει τὴν πιὸ ὡ­ραί­α στο­λὴ ἀπ’ ­ὅ­λες ἀλ­λὰ δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει. Δὲν θέ­λει νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴ σκη­νή. Παι­διά, για­τί δὲν πᾶ­τε ἐ­σεῖς νὰ τὸν φέ­ρε­τε ἀ­π’ τὴ σκη­νή;»

       Τὰ παι­διὰ ἔ­τρε­ξαν ἔ­ξω, βά­ζον­τας μιὰ φω­νή.

       Ἕ­να χα­μό­γε­λο φώ­τι­σε τὸ πρό­σω­πο τῆς Ρό­ζι κα­θὼς κοι­τοῦ­σε τὴ Λίμ­περ­τι. «Εἶ­σαι χρι­στια­νή, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Εἶ­μαι σί­γου­ρη, θέ­λω νὰ πῶ, τὸ φαν­τά­ζο­μαι.»

       «Πι­στεύ­ω στὴν ἐ­νο­χὴ καὶ στὸν πό­θο», πα­ρα­δέ­χτη­κε ἡ Λίμ­περ­τι. «Στὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση καὶ τὴ δια­ρκῆ συν­τρι­βή. Τὸν κύ­κλο καὶ τὴ σπεί­ρα.» Οἱ λέ­ξεις γέ­μι­σαν εὐ­χά­ρι­στα τὸ δω­μά­τιο ὣς ἐ­πά­νω, σὰν λί­θοι.

       «Ὁ Ἰ­η­σοῦς δὲν θὰ μ’ εἶ­χε σώ­σει πο­τὲ ἀ­π’ τὰ ναρ­κω­τι­κά. Ὁ Ἰ­η­σοῦς εἶ­ναι νε­κρός.» Ἡ Ρό­ζι στο­χά­στη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἐ­πά­νω σ’ αὐ­τὸ λυ­πη­μέ­νη.

       Τὰ παι­διὰ ἐ­πέ­στρε­ψαν μα­ζὶ μὲ τὸν Νί­κι. Τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι ἦ­ταν ντυ­μέ­νο τὸ μι­σὸ ἄν­τρας καὶ τὸ μι­σὸ γυ­ναί­κα. Μι­σὴ γρα­βά­τα ἦ­ταν ραμ­μέ­νη σὲ μι­σὴ μπλού­ζα πλι­σέ, μι­σὴ φού­στα σ’ ἕ­να μο­νὸ μπα­τζά­κι. Στὸ μι­σό του πρό­σω­πο ἦ­ταν κολ­λη­μέ­νη μιὰ γε­νειά­δα κι ἕ­να πυ­κνὸ φρύ­δι. Στὸ μι­σό του στό­μα φο­ροῦ­σε κρα­γιὸν κι ἕ­να σκου­λα­ρί­κι μὲ στρὰς κρε­μό­ταν ἀ­π’ τ’ αὐ­τί του.

       «Τί ἔ­χει ντυ­θεῖ;», ρώ­τη­σε ἐ­πι­τα­κτι­κὰ ἡ Ἰ­βὸν τὴ Ρό­ζι.

       «Εἶ­ναι», εἶ­πε πε­ρή­φα­νη ἡ Ρό­ζι, «ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, σὲ ἀν­θρώ­πι­νη μορ­φή, τῆς ἀρ­χῆς τῆς ὁ­λό­τη­τας.»

       Τὰ παι­διὰ ἔ­μει­ναν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό. Ἡ Λίν­τι ἔ­κα­νε μιὰ με­γά­λη γα­λά­ζια τσι­χλό­φου­σκα καὶ τὴ μά­ζε­ψε πά­λι πί­σω στὸ στό­μα της.

       «Δὲν εἶ­ναι γλυ­κού­λης;», εἶ­πε ἡ Ρό­ζι, ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὸν Νί­κι. «Ὁ Νί­κι τ’ ἀ­γό­ρι μου κι ὁ μπαμ­πα-Ρό­τζερ εἶ­ναι κι οἱ δυ­ὸ τό­σο γλυ­κὰ ἀν­θρω­πά­κια!» Ἔ­βα­λε ἀ­πὸ μιὰ πι­τσι­λω­τὴ μπα­νά­να στὴν τσάν­τα κα­θε­νὸς ἀ­π’ τὰ παι­διά. «Κα­λὰ νὰ πε­ρά­σε­τε», εἶ­πε στὰ παι­διά. Τὰ παι­διὰ κοίτα­ξαν τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ μπῆ­κε κά­τω-κά­τω στὶς τσάν­τες τους. Προ­η­γου­μέ­νως, οἱ τσάν­τες τους ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἄ­δει­ες. Τώ­ρα κά­θε τσάν­τα εἶ­χε μέ­σα κι ἀ­πὸ μιὰ μπα­νά­να.

       Ἡ μι­κρὴ συν­τρο­φιὰ ἄ­φη­σε πί­σω της τὸ σκο­τά­δι τοῦ πα­λιοῦ ἐμ­πο­ρι­κοῦ κέν­τρου καὶ μπῆ­κε σὲ μιὰ γει­το­νιὰ ποὺ ἡ Λίμ­περ­τι τὴ γνώ­ρι­ζε κα­λά. Στὸν ἀ­πέ­ραν­το οὐ­ρα­νὸ πά­νω ἀ­π’ τὸν κόλ­πο τῆς Φλό­ριν­τας φά­νη­κε ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ ἀ­στέ­ρι. Ἡ Λίν­τι βα­στοῦ­σε τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι τῆς Λίμ­περ­τι κι ὁ Νί­κι τὸ δε­ξί. Στὸ μπρά­τσο της ἡ Λίν­τι εἶ­χε μιὰ με­γά­λη μὼβ με­λα­νιά. Ἡ Λίν­τι τραυ­μα­τι­ζό­ταν συ­χνά, σπά­νια ὅ­μως πο­νοῦ­σε ἢ ἔ­δει­χνε νά ’­χει κά­τι ἀ­νη­συ­χη­τι­κό. Μιὰ φο­ρά, σκαρ­φα­λώ­νον­τας στὸ ντου­λά­πι τῆς κου­ζί­νας γιὰ ν’ ἁρ­πά­ξει ἕ­να βά­ζο φι­στι­κο­βού­τυ­ρο ἀ­πὸ τὸ ντου­λα­πά­κι ποὺ βρι­σκό­ταν ἀ­πὸ πά­νω της, ἔ­πε­σε μ’ ἀ­νοι­χτά τα πό­δια στὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα τοῦ ντου­λα­πιοῦ ἀ­πὸ κά­τω της. Ὁ κόλ­πος της μά­τω­σε. Τὸ μα­γιὸ Wonder Woman ἔ­γι­νε κα­τα­κόκ­κι­νο. Ἡ Λίμ­περ­τι τὴν πῆ­γε μὲ τ’ ἁ­μά­ξι στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ὅ­που κρί­θη­κε ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ πε­ρά­σει τὴ νύ­χτα. Ἡ Λίν­τι οὔ­τε ποὺ ἔ­κλα­ψε.

       Τὸ χέ­ρι τοῦ Νί­κι, τὸ χέ­ρι ποὺ μ’ αὐ­τὸ βα­στοῦ­σε τὴ Λίμ­περ­τι, ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μ’ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο γάν­τι ἀ­πὸ μο­σχα­ρί­σιο δέρ­μα. Στ’ ἀ­νοι­χτά του Κόλ­που, κά­τι πλού­σιοι σ’ ἕ­να κό­τε­ρο ἔ­τρω­γαν κρέ­ας ἀ­πὸ ἀ­γέν­νη­το μο­σχα­ρά­κι. Ρό­δα ἄν­θι­ζαν σὲ τε­φρο­δό­χους. Τὰ μπρούν­τζι­να κομ­μά­τια τους ἄ­στρα­φταν.

       Τὸ πε­ρα­σμέ­νο Χά­λο­ου­ιν, στὴν ἠ­πει­ρω­τι­κὴ χώ­ρα, ἕ­νας ὁ­δη­γὸς αὐ­το­κι­νή­του ἀ­να­κά­λυ­ψε ἕ­να ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νο, γδαρ­μέ­νο κι ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νο πτῶ­μα πα­ρα­τη­μέ­νο στὸν χῶ­ρο στάθ­μευ­σης ἑ­νὸς κα­τα­στή­μα­τος Land-O-Sleep. Τὸ θέ­α­μα ἦ­ταν ἀ­η­δι­α­στι­κό. Ὁ ἀν­τα­πο­κρι­τὴς τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ξέ­ρα­σε. Ἀρ­χι­κὰ βγῆ­κε πρὸς τὰ ἔ­ξω ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν φό­νο ποὺ τὸν ε­ἶ­χε δι­α­πρά­ξει θρη­σκευ­τι­κὴ αἵ­ρε­ση. Ἀ­κο­λού­θη­σαν ὑ­πό­νοι­ες ὅ­τι δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἡ κα­τά­λη­ξη ἑ­νὸς ἄ­γριου κα­βγὰ με­τα­ξὺ ἐ­ρα­στῶν. Τὸ τρί­το ποὺ ἀ­κού­στη­κε ἦ­ταν ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴ μιὰ πλευ­ρὰ ἑ­νὸς μο­σχα­ριοῦ πού ’­χε πέ­σει ἀ­π’ τὴν ξε­κλεί­δω­τη πόρ­τα ἑ­νὸς φορ­τη­γοῦ μὲ κρέ­α­τα. Ἡ ἱ­στο­ρί­α δὲν ἄρ­γη­σε νὰ ξε­χα­στεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­πέ­στρε­ψαν στὶς συ­νή­θεις τους ἔ­γνοι­ες, νὰ μὴν ἀ­με­λή­σουν νὰ πο­τί­σουν τὶς γλά­στρες μὲ τὸ πλα­τυ­κέ­ριο καὶ νὰ ἐ­πεν­δύ­σουν σὲ χαρ­το­φυ­λά­κια ποι­κί­λης σύν­θε­σης.

       «Οἱ γο­νεῖς μου πῆ­γαν σ’ ἕ­να πάρ­τι χτὲς βρά­δυ», εἶ­πε ὁ Νί­κι, «καὶ μοῦ ’­παν ὅ­τι μέ­σα στὸ σπί­τι ἦ­ταν ἕ­να φέ­ρε­τρο καὶ τὸ φέ­ρε­τρο ἦ­ταν γε­μά­το Big Macs.»

       Ἦ­ταν ζε­στὴ βρα­διά. Ἀ­κού­γον­ταν τὰ νε­ρὰ τοῦ Κόλ­που πού ’­γλει­φαν τὴν ἀμ­μου­διά. Τ’ ἁ­μά­ξια σέρ­νον­ταν με­τα­φέ­ρον­τας μι­κρά, ἀ­πο­τρό­παι­α ὄν­τα. Ἡ Λίμ­περ­τι καὶ τὰ παι­διὰ πλη­σί­α­σαν πρῶ­τα στὸ σπί­τι τοῦ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χη. Ὁ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χης εἶ­χε στὴν κα­το­χή του ἕ­να μπα­ζού­κα καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ ἀ­πὸ κα­θοί­κια. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ χα­μη­λὸ τρα­πέ­ζι μιὰ πα­λιὰ ἐ­πι­τύμ­βια στή­λη ποὺ πα­τοῦ­σε πά­νω σὲ δυ­ὸ τσι­μεν­τό­λι­θους. Ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νη, ση­μα­δε­μέ­νη ἀ­π’ τὶς και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες κι ἔ­φε­ρε ἕ­να χα­ρα­κτι­κὸ μ’ ἕ­ναν ἄγ­γε­λο. Οἱ χρο­νο­λο­γί­ες ἦ­ταν: 1797-1798. Ὁ ἐν ἀ­πο­στρα­τεί­ᾳ συν­ταγ­μα­τάρ­χης ποὺ στὸ σπί­τι του βρι­σκό­ταν ἡ πλά­κα, σκε­πα­σμέ­νη μ’ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρα­γε­μι­σμέ­να τα­σά­κια, ἦ­ταν ἕ­νας τύ­πος βα­ρύς, χλεμ­πο­νιά­ρης, ἕ­νας χῆ­ρος μὲ μαῦ­ρα μπιμ­πί­κια γύ­ρω ἀ­π’ τὰ μά­τια. Ἔ­δω­σε στὸ κά­θε παι­δὶ ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ γλει­φι­τζού­ρι, σὰν κι αὐ­τὰ πού ’­βρι­σκε κα­νεὶς στὶς τρά­πε­ζες.

       Τὰ παι­διὰ ἔ­πε­σαν τυ­χαῖ­α ἐ­πά­νω στὶς μυρ­μηγ­κο­φω­λι­ὲς στὸ γρα­σί­δι τοῦ γει­το­νι­κοῦ σπι­τιοῦ, ἑ­νὸς σπι­τιοῦ ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­κου­γό­ταν ὁ Ἔλ­βις Πρίσ­λε­ϊ νὰ τρα­γου­δᾶ τὸ «Heartbreak Hotel». Ἡ Λίμ­περ­τι στά­θη­κε καὶ χά­ζευ­ε τὴν πόρ­τα ν’ ἀ­νοί­γει καὶ τὰ παι­διὰ στὰ σκα­λιὰ ὅ­λο χά­χα­να καὶ κού­νη­μα. Ἕ­να πε­λώ­ριο ἀ­να­το­λί­τι­κο χα­λὶ ἔ­πια­νε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κα­θι­στι­κὸ καὶ συ­νέ­χι­ζε στὸν ἕ­ναν τοῖ­χο. Ἀ­κουμ­πι­σμέ­νοι πά­νω του ἦ­ταν δυ­ὸ με­γά­λοι γα­λά­ζιοι ἀρ­κοῦ­δοι. Καρ­φι­τσω­μέ­νη στὸ μέ­σο του χα­λιοῦ ἦ­ταν μιὰ τε­ρά­στια με­γε­θυ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α μὲ τὸν Βα­σι­λιὰ —μὲ τὸ πά­νω χεῖ­λος ἀ­να­ση­κω­μέ­νο, τὰ μά­τια μὲ τὶς χον­τρὲς βλε­φα­ρί­δες, τὸ κω­μι­κὰ σα­δι­στι­κὸ βλέμ­μα— νὰ ὑ­πο­γρά­φει στὸ χέ­ρι μιᾶς ξαν­θιᾶς, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νης κο­πέ­λας μὲ που­λό­βερ ἀ­πὸ μαλ­λὶ ἀν­κο­ρὰ καὶ φού­στα μὲ πι­έ­τες. Μιὰ πα­χιὰ γυ­ναί­κα μὲ πυ­κνὲς μποῦ­κλες καὶ σκού­φια καὶ μ’ ἕ­να μπου­κά­λι Coca-Cola στὸ χέ­ρι στε­κό­ταν στὴ μι­κρὴ βε­ράν­τα μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ παι­διά. Ἡ Λίμ­περ­τι συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς βλέ­πει μὲ τὰ ἴ­δια της τὰ μά­τια κά­ποι­α πού ‘ναι σχε­δὸν πε­θα­μέ­νη, κά­ποι­α γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἡ στιγ­μὴ αὐ­τὴ ἔ­χει πε­ρι­κλεί­σει ὅ­λα τὰ χρό­νια πού ’­χει ἤ­δη ζή­σει. Ὁ Κλὲμ κοι­τοῦ­σε κι αὐ­τὸς τὴ γυ­ναί­κα μέ­σ’ ἀ­π’ τὶς τρύ­πες τῆς μαύ­ρης μά­σκας του, τὸ βλέμ­μα του ὡ­στό­σο ἦ­ταν πιὸ ἀ­νε­κτι­κό. Τὸ νευ­ρι­κὸ σύ­στη­μα τοῦ Κλὲμ τοῦ ’­δι­νε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ βλέ­πει τὸν κό­σμο μὲ ἄλ­λο μά­τι ἀ­π’ τὴ Λίμ­περ­τι. Ὁ κα­θέ­νας ἔ­χει ἕ­να πρό­τυ­πο γιὰ τὸν κό­σμο, ἕ­ναν κό­σμο νὰ πι­στεύ­ει, ἕ­ναν κό­σμο νὰ μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πο­μέ­νει. Ἔ­τσι εἶ­ναι, ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὁ­ρι­σμέ­νη γιὰ κα­θέ­να εἶ­δος. Κα­θέ­νας —μη­δε­νὸς ἑ­ξαι­ρου­μέ­νου— καὶ τὸ δι­κό του μαῦ­ρο δά­σος.

       Τὰ παι­διὰ ἔ­τρε­ξαν στὸ γρα­σί­δι πρὸς τὴν ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρά.

       «Ἡ γυ­ναί­κα αὐ­τὴ μᾶς ἔ­δω­σε ἀ­πὸ ἕ­να κέρ­μα τῶν δέ­κα σέν­τς», φώ­να­ξε ἡ Νί­κι.

       «Δὲν δε­χό­μα­στε μπι­σκό­τα», ἔ­λε­γε ἡ Ἰ­βὸν σὲ μιὰ γυ­ναί­κα στὴν εἴ­σο­δο μιᾶς ἄλ­λης κα­τοι­κί­ας. «Ἡ μά­να μου λέ­ει ὅ­τι μπο­ρεῖ νά ‘χουν μέ­σα ἀ­πο­λυ­μαν­τι­κὸ του­α­λέ­τας Sani-Flush ἢ κά­τι ἀν­τί­στοι­χο. Δὲν ἔ­χε­τε τί­πο­τε ἄλ­λο;»

       Τὸ ἕ­να ἀ­π’ τὰ δύ­ο μπρά­τσα τῆς γυ­ναί­κας ἔ­μοια­ζε πα­ρα­λυ­μέ­νο. Χα­μο­γέ­λα­σε στὴν Ἰ­βὸν κι ἔ­κλει­σε ἁ­πα­λὰ τὴν πόρ­τα. Τὰ μπι­σκό­τα ἦ­ταν μι­κρὰ κι ἀ­νοι­χτό­χρω­μα, πα­σπα­λι­σμέ­να μὲ χρω­μα­τι­στὲς στα­γό­νες. Ἡ Ἰ­βὸν ἀ­να­στέ­να­ξε κι ἕ­σφι­ξε τὰ μπι­σκό­τα στὴ χού­φτα της καὶ τά ’­κα­νε κομ­μα­τά­κια. Ἡ μά­σκα πά­πιας πρό­δι­δε σά­στι­σμα καὶ ἀ­νη­συ­χί­α. Δὲν ἦ­ταν ὁ Ντό­ναλντ Ντάκ. Ἦ­ταν μιὰ πά­πια μὲ προ­σω­πι­κό­τη­τα ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­πὸ τοῦ Ντό­ναλντ.

       Προ­χώ­ρη­σαν πα­ρα­πέ­ρα, βό­σκον­τας τὴν ἔ­κτα­ση σὰν με­ξι­κά­νι­κες κα­τσί­κες. Δε­κα­πέν­τε κα­τοι­κί­ες, εἴ­κο­σι. Οἱ πι­σί­νες ἦ­ταν φω­τι­σμέ­νες, οἱ συ­σκευ­ὲς αὐ­τό­μα­του πο­τί­σμα­τος σχη­μά­τι­ζαν σι­γὰ-σι­γὰ τὰ ὑ­δά­τι­να, ἁ­πα­λὰ τό­ξα τους. Χι­λιά­δες δο­λά­ρια γιὰ φω­τι­στι­κὰ καὶ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια κι­λο­βὰτ ξο­δεύ­ον­ταν γιὰ νὰ κά­νουν πρά­σι­να φυ­τὰ νὰ μοιά­ζουν κόκ­κι­να καὶ γα­λά­ζια. Χι­λιά­δες λί­τρα νε­ρὸ ἀν­τλοῦν­ταν γιὰ νὰ σκου­ρύ­νουν χι­λιά­δες σά­κοι ρο­κα­νί­δια καὶ νὰ κά­νουν ἀν­τί­θε­ση μὲ τοὺς ἀ­νοι­χτό­χρω­μους κορ­μούς. Ἡ μι­κρὴ συν­τρο­φιὰ προ­χώ­ρη­σε κι ἄλ­λο κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­πέ­ραν­το καμ­πυ­λω­τὸ οὐ­ρα­νό, πού ’­χε τώ­ρα γε­μί­σει ἀ­στέ­ρια.

       Ὁ Κλὲμ εἶ­χε χά­σει τὴ μά­σκα του. Ἐρ­χό­ταν μὲ τὸ πά­σο του πί­σω ἀ­π’ τὴν πα­ρέ­α, στα­μα­τοῦ­σε ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ γιὰ νὰ κα­του­ρή­σει, ἔ­ψα­χνε λύ­σεις στὰ προ­βλή­μα­τα, ξε­δι­ά­λε­γε τὶς προ­τι­μή­σεις του, με­τροῦ­σε πα­λι­ὲς ἀ­δι­κί­ες καὶ χα­ρές.

       Σ’ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα ἕ­νας ἄν­τρας ποὺ φο­ροῦ­σε κόκ­κι­νο παν­τε­λό­νι κι ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος καὶ γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω. Κρύ­ος ἀ­έ­ρας ἦλ­θε ἀ­πὸ μέ­σα καὶ χώ­θη­κε γρή­γο­ρα μέ­σα στὴν πνι­γη­ρὴ νύ­χτα. Ὁ ἄν­τρας εἶ­χε πυ­κνὰ γκρί­ζα μαλ­λιὰ καὶ τέσ­σε­ρις ρῶ­γες. Μιὰ πυ­κνὴ τού­φα ἀ­πὸ γκρί­ζες τρί­χες ἁ­πλω­νό­ταν συμ­με­τρι­κὰ ἀ­νά­με­σα στὶς ρῶ­γες του. Προ­σποι­ή­θη­κε ὅ­τι τρό­μα­ξε πά­ρα πο­λὺ μὲ τὸ ποὺ εἶ­δε τὰ παι­διὰ καὶ τοὺς ἔ­βγα­λε μιὰ γα­βά­θα γε­μά­τη σο­κο­λά­τες.

       «Μπο­ρῶ νὰ πά­ω στὴν του­α­λέ­τα σου;», ρώ­τη­σε ἡ Λίν­τι.

       «Φυ­σι­κά», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Τὰ παι­διὰ κοι­τοῦ­σαν ἐ­πί­μο­να τὸ στῆ­θος τοῦ ἄν­τρα πα­ρα­μέ­νον­τας σι­ω­πη­λά. Ἡ Λίν­τι πέ­ρα­σε ξυ­στὰ ἀ­πὸ δί­πλα του καὶ κα­τέ­βη­κε ἀ­στρα­πια­ῖα τὸν δι­ά­δρο­μο στὰ δε­ξιά της. Ἡ Λίν­τι χαι­ρό­ταν νὰ πη­γαί­νει στὰ ξέ­να μπά­νια καὶ τὸ ἀ­λά­θη­το αἰ­σθη­τή­ριό της τὰ ἔ­βρι­σκε ἀ­μέ­σως.

       «Ξέ­ρει κόλ­πα τὸ σκυ­λί;», ρώ­τη­σε ὁ ἄν­τρας τὴ Λίμ­περ­τι. «Εἶ­χα ἕ­ναν σκύ­λο κά­πο­τε ποὺ ἦ­ταν τό­σο κα­λὰ ἐκ­παι­δευ­μέ­νος, ποὺ τοῦ ’­δι­νες ἕ­να μπι­σκό­το, ἔ­τρω­γε τὸ μι­σό, τοῦ ’­λε­γες νὰ τὸ φτύ­σει κι αὐ­τὸς τό ’­φτυ­νε.»

       «Δὲν ξέ­ρει νὰ τὸ κά­νει αὐ­τό», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι κοι­τών­τας πρὸς τὸν Κλέμ.

       «Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ κλί­ση του, ἔ;», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Τοὺς φά­νη­κε πὼς ἡ Λίν­τι εἶ­χε ἀρ­γή­σει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Ὁ Νί­κι, βα­στών­τας τὸ χέ­ρι τοῦ Τέν­τι, κοι­μό­ταν ὄρ­θιος. Ἔ­βγα­ζε σύν­το­μους, σφυ­ρι­χτοὺς στε­ναγ­μούς.

       «Για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι μέ­σα», εἶ­πε ἐν­τέ­λει ὁ ἄν­τρας, «νὰ βρεῖς τὸ παι­δί σου;». Δὲν ἔ­δει­ξε ἐ­νο­χλη­μέ­νος.

       Τὰ παι­διὰ κά­θι­σαν στὰ σκα­λιὰ κι ἄρ­χι­σαν νὰ με­τροῦν τὶς σο­κο­λά­τες. Ἡ Λίμ­περ­τι μπῆ­κε στὸ σπί­τι μα­ζὶ μὲ τὸν ἄν­τρα. Ἐ­πά­νω σ’ ἕ­να λευ­κὸ χα­μη­λὸ τρα­πέ­ζι ἀ­πὸ μπαμ­ποὺ ἦ­ταν ἕ­να πιά­το φι­στί­κια, δυ­ὸ ἄ­δεια πο­τή­ρια γιὰ μαρ­τί­νι κι ἕ­νας κε­ρα­μι­κὸς δο­νη­τής.

       «Πα­λιὸς εἶ­ναι», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Εἶ­ναι ὄν­τως πα­λιός», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας, κοι­τών­τας μὲ ὑ­πε­ρη­φά­νεια τὸν δο­νη­τή. «Εἶ­ναι ἀ­π’ τὸ Μάρ­θας Βί­νιαρντ. Ἀ­νῆ­κε σὲ μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς τὶς δύ­στυ­χες γυ­ναῖ­κες στὰ φα­λαι­νο­θη­ρι­κά.»

       «Λίν­τι», φώ­να­ξε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Τὸ μπά­νιο εἶ­ναι ἀ­πὸ δῶ», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. Ἡ Λίμ­περ­τι κα­τέ­βη­κε μα­ζί του τὸν δι­ά­δρο­μο. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν μι­σά­νοι­χτη, κι εἶ­δε μιὰ λευ­κὴ πε­τσέ­τα σὲ μιὰ κυ­κλι­κὴ κρε­μά­στρα, ἕ­ναν κα­θρέ­φτη στὸν ὁ­ποῖ­ο φαι­νό­ταν τὸ πλα­κά­κι τῆς ντου­ζι­έ­ρας, λευ­κὰ ὅ­λα τους, ὅ­πως τὸ στῆ­θος τοῦ λευ­κο­τσι­κνιᾶ. Ὁ σβέρ­κος τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν λε­πτὸς καὶ νε­α­νι­κός. Τὰ χέ­ρια τῆς Λίμ­περ­τι ἔ­πε­φταν στὸ πλά­ι. Αἰ­σθα­νό­ταν λὲς καὶ μὲ κά­ποι­ον τρό­πο εἶ­χε γί­νει ἡ ἴ­δια ἀ­πει­λη­τι­κή. Ἀ­πὸ ἕ­να ἄλ­λο δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­ταν μιὰ τη­λε­ό­ρα­ση νὰ παί­ζει.

       «Λίν­τι», φώ­να­ξε ἡ Λίμ­περ­τι.

       «Ἐ­δῶ εἶ­ναι», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

       Ἡ Λίν­τι ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νη σ’ ἕ­να κρε­βά­τι μα­ζὶ μ’ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ φο­ροῦ­σε ρι­γὲ μπουρ­νού­ζι. Ὁ ἄν­τρας εἶ­χε ἀ­νά­ψει τσι­γά­ρο. Τὸ κά­λυμ­μα τοῦ κρε­βα­τιοῦ ἦ­ταν ἀ­πὸ σκου­ρό­χρω­μη συν­θε­τι­κὴ γού­να. Ἔ­βλε­παν ἕ­να ντο­κι­μαν­τὲρ γιὰ τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση. Ἡ με­γά­λη ὀ­θό­νη στὸν τοῖ­χο ἔ­δει­χνε τὶς χρυ­σὲς πύ­λες τοῦ Γκιμ­πέρ­τι στὸ Βα­πτι­στή­ριο στὴ Φλω­ρεν­τί­α.

       «Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α καὶ ἡ ἔκ­πτω­ση ἀ­π’ τὴν Ἐ­δέμ», εἶ­πε ἡ Λίν­τι, χο­ρο­πη­δών­τας στὸ κρε­βά­τι. «Ἄ­βελ καὶ Κά­ϊν. Κι­βω­τὸς καὶ Νῶ­ε. Ἡ θυ­σί­α τοῦ Ἰ­σα­άκ.»

       Ἡ Λίν­τι πή­γαι­νε στὸ κα­τη­χη­τι­κό. Τοὺς ἤ­ξε­ρε αὐ­τοὺς ὅ­λους. Τοὺς ζω­γρά­φι­ζε μὲ τὰ κρα­γι­ό­νια της.

       «Θὰ ἀ­πο­γο­η­τευ­τεῖς ἂν πᾶς στὴ Φλω­ρεν­τί­α, μι­κρή», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας στὸ κρε­βά­τι. «Ἁ­μά­ξια παν­τοῦ. Βρο­με­ρὸ μέ­ρος.»

       «Ἔ­λα, γλύ­κα μου», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ γό­να­το τῆς Λίν­τι. Οἱ ρῶ­γες στὸ στῆ­θος τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν σὰν τὰ μά­τια ποὺ ἀ­στρά­φτουν πά­νω ἀ­π’ τὶς πυ­ρα­μί­δες στὶς πί­σω ὄ­ψεις τῶν χαρ­το­νο­μι­σμά­των. Σ’ εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ δὲν τὴν πεί­ρα­ξες, ἤ­θε­λε νὰ πεῖ. Ἤ­ξε­ρε πὼς ἦ­ταν προ­τι­μό­τε­ρο νὰ μὴν τὸ πεῖ.

       «Τρέ­χω», εἶ­πε ἡ Λίν­τι. Ση­κώ­θη­κε πά­νω.

       «Σὲ λί­γο θὰ δεί­ξει τοὺς τέσ­σε­ρις Σκλά­βους τοῦ Μι­χα­ὴλ Ἄγ­γε­λου», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας μὲ τὸ μπουρ­νού­ζι. «Τὴν ἔ­χω δεῖ πά­ρα πολ­λὲς φο­ρὲς τὴν ἐκ­πομ­πὴ αὐ­τή.» Κοί­τα­ξε τὴ Λίν­τι συ­νει­δη­το­ποι­ών­τας ὅ­τι εἶ­ναι κι αὐ­τὴ σὰν σκλά­βα, μ’ ἕ­να της μέ­ρος φυ­λα­κι­σμέ­νο σὲ μιὰ σκλη­ρὴ σὰν πέ­τρα, ἀ­δού­λευ­τη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ νοῦ της.

       Ἡ Λίν­τι κοί­τα­ξε τὴν ὀ­θό­νη. «Μιὰ κού­κλα», εἶ­πε.

       «Ἔ ὄ­χι καὶ κού­κλα», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας. «Σ’ ἀ­ρέ­σουν οἱ κοῦ­κλες;», εἶ­πε ἡ Λίν­τι κοι­τών­τας πρὸς τὸ μέ­ρος του. Οἱ ρί­γες στὸ μπουρ­νού­ζι τοῦ ἄν­τρα ἦ­ταν με­γά­λες καὶ σκοῦ­ρες, τὸ ὑ­πό­λοι­πο μπουρ­νού­ζι ἦ­ταν λευ­κό. Ὁ κα­πνὸς γέ­μι­ζε τὸ δω­μά­τιο ὣς ἀ­πά­νω δη­μι­ουρ­γών­τας ἐ­πί­πε­δα. Ὁ ἄν­τρας ἔ­σβη­σε τὸ τσι­γά­ρο του καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Τὴν ὀ­θό­νη τὴ γέ­μι­ζαν μουν­τές, θαμ­πὲς εἰ­κό­νες. Ἔ­βα­λε κά­τι μέ­σα σ’ ἕ­ναν φά­κε­λο, σά­λι­ω­σε κι ἔ­κλει­σε τὸν φά­κε­λο καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸ χέ­ρι τῆς Λίν­τι. Αὐ­τὴ τὸν ἔ­ρι­ξε μέ­σα στὴν τσάν­τα της μὲ τὶς σο­κο­λά­τες.

       Ἐ­νῶ στε­κό­ταν στὴν πόρ­τα, ὁ γυ­μνὸς ἀ­π’ τὴ μέ­ση καὶ πά­νω ἄν­τρας ψι­θύ­ρι­σε: «Δὲν θὰ γνω­ρί­σεις πο­τὲ πιὸ γεν­ναι­ό­δω­ρο, πιὸ γνή­σιο ἄν­θρω­πο.»

       Ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ σπί­τι, ὁ δρό­μος φά­νη­κε στὴ Λίν­τι πα­ρά­ξε­νος, σὰν νὰ τὸν εἶ­χαν βου­τή­ξει στὸ γά­λα.

       «Κι ἄλ­λο σπί­τι», πα­ρα­κά­λε­σαν τὰ παι­διά. «Ἄλ­λο ἕ­να!»

       Τοὺς πλη­σί­α­σε ἕ­να φορ­τη­γά­κι. Ὁ­δη­γοῦ­σε ἕ­νας ἄν­τρας καὶ στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ ἦ­ταν ἕ­νας σκύ­λος. Ὁ ὁ­δη­γὸς πρό­σε­ξε τὸν Κλὲμ καὶ κά­λυ­ψε μὲ τὸ ἕ­να του χέ­ρι τὰ μά­τια τοῦ σκύ­λου του κα­θὼς περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ δί­πλα.

       Τὴ Λίμ­περ­τι τὴν ἔ­πια­σε πο­νο­κέ­φα­λος. Ἔ­νι­ω­θε σὰν προ­σκυ­νή­τρια ποὺ πε­ρι­πλα­νι­έ­ται προ­ση­λω­μέ­νη δι­α­σχί­ζον­τας στέρ­φες στέ­πες, δί­χως ὡ­στό­σο προ­σευ­χή. Πῆ­ρε μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα προ­σπα­θών­τας νὰ χα­λα­ρώ­σει. Εἰ­σέ­πνευ­σε πεῦ­κο, πορ­το­κά­λια καὶ μη­χα­νό­λα­δο.

       Ἡ ἀ­νά­σα τῶν παι­δι­ῶν μύ­ρι­ζε ζα­χα­ρω­τὸ ἀρ­κου­δά­κι μὲ γεύ­ση κα­νέ­λα.

       «Ἄλ­λο ἕ­να!», φώ­να­ξαν.

       «Μοῦ ’­χουν μεί­νει μό­νο τσί­χλες», εἶ­πε μιὰ γυ­ναί­κα στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι.

       «Ἔ­πρε­πε νά ’λ­θε­τε νω­ρί­τε­ρα.» Ἔ­μοια­ζε μᾶλ­λον φτι­αγ­μέ­νη. Φο­ροῦ­σε μπι­κί­νι κι ἔ­πι­νε μπί­ρα. Τὸ πά­νω καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τοῦ μα­γιὸ εἶ­χαν ἄλ­λα σχέ­δια. «Τσί­χλες μό­νο, ἀλ­λὰ κι ἔ­τσι ἀ­κό­μη, δὲν ἔ­χει κέ­ρα­σμα ἂν δὲν μοῦ κά­νε­τε κά­ποι­ο κόλ­πο.» Χα­μο­γε­λοῦ­σε λὲς καὶ φλέρ­τα­ρε.

       Αἴφ­νης ἡ Λίν­τι ἔ­κα­νε κα­τα­κό­ρυ­φο. Πῆ­ρε ἀ­νά­σα. Μύ­ρι­σε μπλεγ­μέ­να μπού­τια μὲ καλ­σόν, μιὰ ἐ­λα­φρὰ ὀ­σμὴ οὔ­ρων.

       «Φαν­τα­στι­κό», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Μπο­ρῶ νὰ σοῦ πῶ τὴ μοί­ρα σου ἂν θές», εἶ­πε ὁ Τέν­τι.

       «Ὄ­χι, γλύ­κα μου, εὐ­χα­ρι­στῶ», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα, «καὶ θὰ σοῦ πῶ για­τί». Ἀ­κούμ­πη­σε ἐ­λα­φρὰ τὸ στῆ­θος τοῦ Τέν­τι μὲ τὸ μα­κρύ, βαμ­μέ­νο νύ­χι της. «Οἱ για­τροὶ μὲ κά­νουν καὶ τρέ­μω. Μοῦ φέρ­νουν τα­ρά­κου­λο. Ὁ πρῶ­τος μου ἄν­τρας ἦ­ταν για­τρός. Ξέ­ρεις μὲ τί ἀ­σχο­λι­ό­ταν; Μὲ συ­κώ­τια. Ὁ­λό­κλη­ρος ὁ κό­σμος του ἦ­ταν τὰ συ­κώ­τια. Ἦ­ταν ἕ­νας μι­κρό­σω­μος, μαυ­ρι­δε­ρὸς Ἰ­ρα­νός, πάν­το­τε χα­μο­γε­λα­στός. Ἦ­ταν φρι­κι­α­στι­κὸς ὅ­σο δὲν πά­ει.» Στρά­φη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς Ἰ­βόν. «Ἐ­σὺ τί θὰ κά­νεις γιὰ μέ­να, μι­κρὴ πά­πια;»

       Ἡ πά­πια μί­λη­σε δί­χως νὰ κου­νη­θεῖ τὸ ράμ­φος της.

       Τὸ για­τὶ θὰ τὸ βρῶ ὅ­ταν λή­ξει ὁ Χρό­νος

       Καὶ πιὰ θά ’­χω πά­ψει νὰ ζη­τῶ τὸ για­τί

       Χρι­στὸς θὰ ἐ­ξη­γεῖ τό­τε τὴν κά­θε ὀ­δύ­νη

       Στὴ σχο­λι­κὴ τά­ξη τ’ οὐ­ρα­νοῦ τὴν ἁ­γνή

       Ἡ Ἰ­βὸν ἦ­ταν λι­γά­κι ψευ­δῆ. Κου­νοῦ­σε χέ­ρια καὶ πό­δια σὰν νά ’­ταν οἱ στί­χοι ἀ­πὸ κά­ποι­ο τρα­γού­δι ρὸκ ἒντ ρόλ. «Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον», εἶ­πε ἡ Ἰ­βόν.

       «Εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­πό­κο­σμο πράγ­μα πού ’­χω ἀ­κού­σει πο­τέ μου», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα. Τὰ παι­διὰ γί­νον­ται ὅ­λο καὶ πιὸ ἀ­πό­κο­σμα. Εἶ­ναι οἱ και­ροὶ αὐ­τοὶ ποὺ ζοῦ­με.» Ἔ­δω­σε ἀ­πρό­θυ­μα μιὰ τσί­χλα στὴν Ἰ­βὸν καὶ κοί­τα­ξε τὸν Νί­κι.

       «Τί θά ’­λε­γες νὰ μοῦ πεῖς τί­πο­τε στα­τι­στι­κὰ γιὰ τὸ ράγ­κμπι;», εἶ­πε, χω­ρὶς νά ’­ναι σί­γου­ρη. «Ἔ­χεις κα­μιὰ κα­λὴ πλη­ρο­φο­ρί­α γιὰ τοὺς Bandits;» Ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε ἀ­κό­μη κέ­φια. Θὰ τὸ γού­στα­ρε ἕ­να κα­λὸ ἀ­στεῖ­ο. «Ἔ­χω μιὰ ἰ­δέ­α», εἶ­πε στὸν Νί­κι. «Πές μου τὸ χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ σοῦ συ­νέ­βη πο­τέ.»

       Ὁ Νί­κι κοί­τα­ξε πρῶ­τα τὴ γυ­ναί­κα κι ὕ­στε­ρα τὴ Λίμ­περ­τι. Ἔ­βα­λε τὸν ἀν­τί­χει­ρα στὸ στό­μα.

       «Ἐν­τά­ξει», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα στρι­φο­γυρ­νών­τας τὴν μπί­ρα στὴν κοι­λιά της, «θὰ σοῦ πῶ τὸ χει­ρό­τε­ρο πράγ­μα ποὺ συ­νέ­βη σ’ ἐ­μέ­να. Ἤ­μουν μι­κρὸ παι­δὶ σὰν κι ἐ­σέ­να κι εἶ­χα πά­ει νὰ δῶ τὸ τσίρ­κο. Δι­α­σκέ­δα­ζα πά­ρα πο­λὺ στὸ τσίρ­κο. Πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα μ’ ἄ­ρε­σαν τὰ ἐ­να­έ­ρια ἀ­κρο­βα­τι­κά. Τρε­λαι­νό­μουν νὰ βλέ­πω τοὺς ἀ­κρο­βά­τες ἀ­νε­βα­σμέ­νους ἐ­κεῖ ψη­λά, νὰ πε­τοῦν καὶ νὰ σκί­ζουν τὸν ἀ­έ­ρα, τὰ στρὰς στὶς στο­λές τους ν’ ἀ­στρά­φτουν. Ἤ­θε­λα νὰ γί­νω κι ἐ­γὼ ἀ­κρο­βά­τισ­σα καὶ νὰ κά­νω ἐ­να­έ­ρια ἀ­κρο­βα­τι­κά. Ἤ­μουν, λοι­πόν, στὸ τσίρ­κο κι ἕ­νας ἄν­τρας, πέ­φτον­τας ἀ­πὸ ἕ­να τρα­πέ­ζιο, δὲν βρῆ­κε τὸ δί­χτυ καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε στὸ κοι­νό. Ἔ­πε­σε πά­νω μου καὶ μοῦ ’­σπα­σε τὴν κλεί­δα. Εἶ­χε ἀ­παί­σια μυ­ρω­διά. Λέ­ω ἀ­παί­σια καὶ τὸ ἐν­νο­ῶ, μύ­ρι­ζε σὰν με­γά­λος πον­τι­κὸς ἢ κά­τι τέ­τοι­ο».

       Ἡ γυ­ναί­κα γέ­λα­σε, ἀ­πὸ μέ­σα της σχε­δόν, μὲ μιὰ θλί­ψη. Μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ χρῶ­μα τῶν μαλ­λι­ῶν της καὶ νὰ γνω­ρί­σει κα­νέ­ναν στὰ μπάρ, ἢ νὰ ψευ­το­κά­νει θα­λάσ­σιο σκί, ἡ νύ­χτα ὡ­στό­σο ἔ­φτα­νε στὸ τέ­λος της. Μπρο­στά της θὰ ἔ­βρι­σκε μνῆ­μες ποὺ ἦ­ταν ὅ­λο καὶ δυ­σκο­λό­τε­ρο νὰ τὶς πι­στέ­ψει, χαν­γκό­βερ καὶ πό­νο στὸ σέξ. Σπόν­τες παν­τοῦ. Γρα­πτὲς ἰ­α­τρι­κὲς δι­α­γνώ­σεις. Στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπάρ­μπε­κιου τῆς ἔ­σπα­σε ἕ­να δόν­τι. Κά­ποι­οι τῆς ἄ­νοι­ξαν πρό­σφα­τα τὸ σπί­τι καὶ δὲν πῆ­ραν τί­πο­τα. Οὔ­τε ἕ­να γα­μη­μέ­νο πράγ­μα. Τί πε­ρί­με­ναν νὰ βροῦν; Ἦ­ταν εὐ­χά­ρι­στο ποὺ δὲν ἔ­λει­πε τί­πο­τα, ἦ­ταν ὅ­μως καὶ θλι­βε­ρό. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα κι ἔ­σβη­σε τὸ φῶς.

       Ἡ Λίμ­περ­τι ἔ­λεγ­ξε τὴν κά­θε τσάν­τα χω­ρι­στὰ γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τεῖ ὅ­τι δὲν ἔ­χουν μέ­σα ξυ­ρα­φά­κια, πι­νέ­ζες, χά­πια ἢ τα­του­ὰζ μὲ LSD.

       «Εἶ­μαι ἡ μό­νη πού ’­χω φά­κε­λο», εἶ­πε ἡ Λίν­τι. Τὸν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω καὶ τὸν ζού­λη­ξε. Ὁ ἀν­τί­χει­ράς της ἄ­φη­σε ἀ­πο­τύ­πω­μα. Μέ­σα ἦ­ταν ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν πε­νήν­τα δο­λα­ρί­ων.

       Ἡ Λίν­τι τὸ κοί­τα­ξε μὲ τὴν ἴ­δια ἀ­δι­α­φο­ρί­α ποὺ τὸ κοί­τα­ξε κι ὁ Κλέμ. Τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα ἦ­ταν κολ­λα­ρι­στό, δὲν κου­βα­λοῦ­σε ἴ­χνος ἱ­στο­ρί­ας.

       «Μπο­ρεῖς μ’ αὐ­τὸ ν’ ἀ­γο­ρά­σεις κά­τι ποὺ νὰ σ’ ἀ­ρέ­σει», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. Πολ­λὰ πράγ­μα­τα. Τί θὰ ἤ­θε­λες;»

       Ἡ Λίν­τι δὲν ἔ­βλε­πε πῶς συν­δέ­ον­ται τὰ δύ­ο. Πε­ρι­ερ­γά­στη­κε τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα. Τὸ φί­λη­σε.

       «Νὰ τὸ προ­σέ­χεις», εἶ­πε ἡ Λίμ­περ­τι. «Μὴν τὸ χά­σεις.»

       Ἡ Λίν­τι ὡ­στό­σο δὲν τὸ πρό­σε­ξε. Τὸ ἔ­δω­σε στὴ μά­να της κι αὐ­τὴ τὸ πῆ­γε στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Ἡ ἐκ­κλη­σί­α τό ’­δω­σε σὲ μιὰ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση. Ἡ φι­λαν­θρω­πι­κὴ ὀρ­γά­νω­ση τὸ δι­ο­χέ­τευ­σε σὲ μιὰ κλι­νι­κὴ γιὰ τὴν ἀ­πε­ξάρ­τη­ση ἀ­πὸ τὰ ναρ­κω­τι­κὰ καὶ τὴν πρό­λη­ψη τῶν αὐ­το­κτο­νι­ῶν. Τρα­βή­χτη­κε ἀ­π’ τὸν λο­γα­ρια­σμὸ τῆς κλι­νι­κῆς γιὰ ν’ ἀ­γο­ρα­στεῖ ἕ­να φουρ­νά­κι γιὰ τοὺς ἐρ­γα­ζό­με­νους. Ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τοῦ κα­τα­στή­μα­τος ἠ­λε­κτρι­κῶν συ­σκευ­ῶν ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­γο­ρά­στη­κε τὸ φουρ­νά­κι τὸ πέ­τα­ξε, κα­τὰ τὴ διάρ­κεια μιᾶς ἀ­πο­πνι­κτι­κῆς ἀ­πο­γευ­μα­τι­νῆς πα­ρά­στα­σης, χω­ρὶς νὰ τὸ πο­λυ­σκε­φτεῖ σ’ ἕ­ναν σκύ­λο ὀ­νό­μα­τι Μπὰτ Μί­στερ. Τὸ χαρ­το­νό­μι­σμα μπῆ­κε τό­τε σ’ ἕ­να γα­ϊ­τα­νά­κι πλη­ρω­μῶν γιὰ σέξ, ἀλ­κο­όλ, ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα βι­ο­ψί­ας καὶ γιὰ τὴν ἐ­πι­σκευ­ὴ ἑ­νὸς καρ­μπι­ρα­τέρ. Σή­κω­σε τὸ βά­ρος μιᾶς ζω­ῆς ποὺ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴ συλ­λά­βει οὔ­τε κι ἡ πιὸ τρε­λὴ φαν­τα­σί­α. Πέ­ρα­σε ἀ­πὸ κα­νά­λια σφο­δρά, ἀ­νό­σια καὶ βα­ρε­τά. Τα­ξί­δε­ψε καὶ πι­ά­στη­κε κο­ρό­ϊ­δο οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρές. Γνώ­ρι­σε φῶ­τα ἐ­κτυ­φλω­τι­κὰ καὶ σκο­τει­νὲς τσέ­πες. Εἶ­δε ἀ­πὸ κον­τὰ τὸ γεῦ­μα ποὺ πα­ρα­τέ­θη­κε πρὸς τι­μὴν μιᾶς ἠ­θο­ποι­οῦ στὸ Κὶ Οὐ­ὲ­στ κι εἶ­χε γιὰ κυ­ρί­ως πιά­το μπρι­ζό­λα ἀ­πὸ χε­λώ­να. Κέρ­δι­σε μο­νὸ εἰ­σι­τή­ριο γιὰ ται­νί­α πορ­νὸ στὴν ὁ­ποί­α τὸ σο­κα­ρι­στι­κὸ μέ­γε­θος τοῦ ὀρ­γά­νου τοῦ ἱ­ε­ρέ­α-μάρ­τυ­ρα ὀ­φει­λό­ταν σὲ πε­ρί­σφι­ξη τὴν ὥ­ρα τῆς ἐκ­σπερ­μά­τι­σης. Ἀ­γό­ρα­σε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα δέν­τρα, ντά­κι­ρι φρά­ου­λα κι ἕ­να προ­πλη­ρω­μέ­νο τα­ξί­δι ποὺ τε­λι­κὰ δὲν ἔ­γι­νε. Ἔ­φυ­γε σὰν ὀρ­φα­νό, κλαί­γον­τας γο­ε­ρά. Οἱ ἀστρα­φτε­ρὲς στὴν ἐ­πι­φά­νειά τους συμ­πτώ­σεις, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­κά­λυ­πτε, γρή­γο­ρα γί­νον­ταν ρου­τί­να. Δὲν κοί­τα­ξε πο­τὲ τὴ ζω­ὴ στὰ μά­τια. Οὔ­τε μιὰ φο­ρά. Καὶ δὲν γύ­ρι­σε πο­τὲ πί­σω. Καὶ δὲν γύ­ρι­σε πί­σω οὔ­τε τὸ ρό­δο, οὔ­τε ἡ πά­πια, οὔ­τε ἡ ἀρ­χὴ τῆς ὁ­λό­τη­τας. Πο­τὲ ξα­νά.


* Τὸ ἔ­θι­μο τοῦ Χά­λο­ου­ιν «trick-or-treating» (κόλ­πο-ἢ-κέ­ρα­σμα), στὸ ὁ­ποῖ­ο τὰ παι­διὰ μα­σκα­ρεύ­ον­ται καὶ ζη­τοῦν κε­ρά­σμα­τα ἀ­πὸ τοὺς γεί­το­νες δι­α­δό­θη­κε στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, κα­θὼς ἰρ­λαν­δι­κὲς καὶ σκο­τσέ­ζι­κες κοι­νό­τη­τες ἀ­να­βί­ω­σαν τὸ προ­ερ­χό­με­νο ἀ­πὸ τὸν Πα­λιὸ Κό­σμο ἔ­θι­μο τῆς με­ταμ­φί­ε­σης· οἱ ἄν­θρω­ποι φο­ροῦ­σαν στο­λὲς προ­κει­μέ­νου νὰ ποῦν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο, νὰ ἀ­παγ­γεί­λουν κά­ποι­ο ποί­η­μα ἢ νὰ κά­νουν κά­ποι­ο ἄλ­λο κόλ­πο μὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα φροῦ­το ἢ ἄλ­λο κέ­ρα­σμα. Στὴν ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα ἐκ­δο­χὴ τοῦ Χά­λο­ου­ιν, τὸ βρά­δυ τῆς 31ης Ὀ­κτω­βρί­ου τὰ παι­διὰ βά­ζουν τὶς στο­λές τους καὶ βγαί­νουν στὸν δρό­μο, κα­τὰ κα­νό­να σὲ ὁ­μά­δες, πᾶ­νε ἀ­πὸ πόρ­τα σὲ πόρ­τα καὶ ἀ­να­φω­νοῦν σ’ ὅ­ποι­ον τοὺς ἀ­νοί­γει: trick-or-treat (κόλ­πο ἢ κέ­ρα­σμα). Ἂν τὸ κέ­ρα­σμα δὲν ἔλ­θει, τὸν σπι­το­νοι­κο­κύ­ρη τὸν πε­ρι­μέ­νει κά­ποι­α… δυ­σά­ρε­στη ἔκ­πλη­ξη.
            Στὸ δι­ή­γη­μα τῆς Οὐ­ί­λιαμς βλέ­που­με, ἐ­κτὸς ὅ­λων των ἄλ­λων, πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ ἐ­θί­μου στὴν πρά­ξη (θὰ σὲ κε­ρά­σω… ἀλ­λὰ μό­νο ἂν μοῦ κά­νεις κόλ­πο), ὅ­πως ἐ­πί­σης καὶ τὴν ἀ­παγ­γε­λί­α ἑ­νὸς ποι­ή­μα­τος, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τοῦ τε­τρά­στι­χου τῆς Ντί­κιν­σον, εἶ­δος κόλ­που-τε­χνά­σμα­τος ποὺ τεί­νει δυ­στυ­χῶς νὰ ἐ­κλεί­ψει (ἐ­ξοῦ κι ἡ χλια­ρὴ ἀν­τί­δρα­ση —ἔμ­με­σο σχό­λιο τῆς γρά­φου­σας— καὶ τὸ ἀ­πρό­θυ­μο κέ­ρα­σμα).
(σ.τ.μ. μὲ πλη­ρο­φο­ρί­ες ποὺ ἀν­τλή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν ἐγ­κυ­κλο­παί­δεια Bri­tan­nica)


Πη­γή: The Paris Review, τεῦ­χος 90, χει­μώ­νας 1983 (βλ. ἐδῶ).

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Μαρία Κουγιουμτζῆ: Θυμός


Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ


Θυ­μός


 ΜΑΝΑ τὸ ἔ­χει ἀ­κό­μα τὸ ση­μά­δι. Ἔ­χει ἀ­χνέ­ψει πο­λύ, μό­λις ποὺ τὸ δι­α­κρί­νεις. Ἂν δὲν τὸ ξέ­ρεις οὔ­τε ποὺ τὸ βλέ­πεις. Ὅ­μως ἐ­γὼ τὸ ξέ­ρω καὶ τὸ βλέ­πω πάν­τα ἐ­κεῖ, στὴ θέ­ση του. Ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸ ἔ­κα­να. Για­τί ἐ­γὼ τῆς τὸ ἔ­κα­να . Μὲ τὴ μα­σιά. Τὴν πυ­ρω­μέ­νη μα­σιά. Κοι­μό­ταν ὅ­ταν τὴν κα­τέ­βα­σα στὰ μοῦ­τρα της, ὄ­χι μὲ δύ­να­μη, ἁ­πα­λά, ἀρ­γὰ, ὄ­χι μὲ ἀ­πό­λαυ­ση, μὲ ἔ­ξαρ­ση, ὅ­τι ἐ­ξόρ­κι­ζα τὸ κα­κό, τὸ κα­κὸ ποὺ ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη, ἡ μά­να μου, ἡ εἰ­κό­να μου, ἐ­κεί­νη ἦ­ταν τὸ κα­κό, δὲν ἦ­ταν μό­νο του, δὲν τό ‘φε­ρε κα­νεὶς ξέ­νος καὶ τ’ ἀ­πό­θε­σε στὰ χέ­ρια της, ἐ­κεί­νη τὸ πε­ρι­εῖ­χε στὸ κα­κι­α­σμέ­νο βλέμ­μα της, μὲ τὴν πυ­ρω­μέ­νη τσιμ­πί­δα προ­σπά­θη­σα νὰ τ’ ἁρ­πά­ξω, νὰ τὸ κά­ψω, νὰ τὸ ἐ­ξα­φα­νί­σω, ὅ­πως ἐ­κεί­νη ἀ­φά­νι­σε μιὰ ψυ­χή, ὄ­χι τὴ δι­κή μου. Τὴν δι­κή μου τὴν ρο­κά­νι­ζε σι­γά-σι­γὰ μὲ λό­για μέ­λι, μὴ δί­νεις, μὴ χα­ϊ­δεύ­εις, μή… μή… καὶ χα­λοῦ­σε τὸ στο­μά­χι τῆς ψυ­χῆς μου, δὲν ἄν­τε­χα νὰ βλέ­πω τὴ μά­να μου φί­δι στὸν πα­ρά­δει­σο τῆς ἄ­γνοι­άς μου. Ὅ­ταν ἤ­μουν ἑ­φτὰ χρο­νῶν κα­τά­πια ντὶ τὶ ­τί, κοι­μό­μου­να τρί­α με­ρό­νυ­χτα, δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί, τεμ­πέ­λα μ’ ἔ­λε­γε, νό­μι­ζε, ὅ­ταν τῆς τὸ εἶ­πα ἀλ­λη­θώ­ρι­σε τὸ μά­τι της, μ’ ἔ­δω­σε μιὰ σφα­λιά­ρα κι ἔ­κλα­ψε, πῆ­γε νὰ μ’ ἀγ­κα­λιά­σει μὰ τρα­βή­χτη­κα, ἔ­κλα­ψε πιὸ δυ­να­τά, σι­γὰ πού… Ἐ­νῶ τσι­τσί­ρι­σε τὸ δέρ­μα της, πε­ρί­ερ­γο ἄρ­γη­σε ν’ ἀν­τι­δρά­σει, κοι­μό­ταν, κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λος κα­θυ­στέ­ρη­σε νὰ δώ­σει σῆ­μα, ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της μᾶλ­λον ἥ­συ­χα, μὲ εἶ­δε μὲ τὴ μα­σιὰ στὰ χέ­ρια, δὲν ξέ­ρω πῶς τὴν κοι­τοῦ­σα, τί ψυ­χὴ εἶ­χε τὸ βλέμ­μα μου, πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ὣς νὰ τι­νά­ξει τὸ σκέ­πα­σμα ἀ­πὸ πά­νω της τσι­ρί­ζον­τας κι ἄρ­χι­σε νὰ μὲ κυ­νη­γά­ει, ἐ­νῶ κα­θὼς αὐ­τό­μα­τα εἶ­χε φέ­ρει τὸ χέ­ρι στὸ μά­γου­λό της καὶ τό ‘συ­ρε πά­νω στὴν πλη­γή, ἀ­πό­μει­νε ἡ πέ­τσα του νὰ κρέ­με­ται, καὶ μ’ αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι γύ­ρευ­ε νὰ μ’ ἁρ­πά­ξει, ἔ­τρε­χε ξω­πί­σω μου, μὰ ποῦ νὰ μὲ φτά­σει. Βγῆ­κα στὴν αὐ­λή, κα­τά­λα­βε ὅ­τι δὲ θὰ μ’ ἔ­πια­νε πο­τέ, κά­θι­σε στὸ πε­ζού­λι κι ἔ­κλαι­γε. Ὕ­στε­ρα ἔ­πα­ψε νὰ κλαί­ει καὶ κοί­τα­ζε ἴ­σα μπρο­στὰ μᾶλ­λον χω­ρὶς νὰ βλέ­πει. Τὴν πλη­σί­α­σα ἀρ­γά, ἔ­βγα­λε τὴν παν­τό­φλα της καὶ μοῦ τὴν πέ­τα­ξε. Δὲν μὲ πέ­τυ­χε.


Μέ­σα στὴ φτώ­χεια μας, μᾶς πε­ρίσ­σευ­ε ἕ­να δω­μα­τιά­κι, λί­γο με­γα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ κο­τέ­τσι, τὸ νοι­κι­ά­σα­με σ’ ἕ­ναν κα­κο­μοί­ρη με­τα­νά­στη ποὺ κα­θό­λου δὲ μᾶς κα­λο­φά­νη­κε. Κι­τρι­νιά­ρης, ρου­φηγ­μέ­νος σὰ φυ­μα­τι­κός, μὲ κα­φε­τιὰ ἀ­ραι­ὰ δόν­τια, φο­ροῦ­σε μο­νί­μως μιὰ λι­γδι­α­σμέ­νη καμ­παρ­ντί­να. Ὅ­μως δὲν ἦ­ταν αὐ­τό, ἦ­ταν τὸ βλέμ­μα του, δια­ρκῶς κα­τε­βα­σμέ­νο, λο­ξό, ἔ­νο­χο βλέμ­μα. Εἶ­χε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι, που­λοῦ­σε ξη­ροὺς καρ­ποὺς ἔ­ξω ἀ­π’ τοὺς κι­νη­μα­το­γρά­φους, μα­ζευόν­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα τὴ νύ­χτα, μου­λω­χτά, σι­γα­νο­πα­τών­τας κι ἔ­πε­φτε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς ν’ ἀ­νά­ψει τὸ φῶς. Τὰ ἑλ­λη­νι­κά του μι­σὰ καὶ στρα­βο­κά­νι­κα. Κά­τι μοῦ βρω­μά­ει σ’ αὐ­τὸν εἶ­πε ἡ μά­να μου στὴ νου­νά μου· ἐ­μεῖς τὰ παι­διὰ τὸ μυ­ρί­σα­με γρή­γο­ρα, ἀλ­λὰ δὲν ξέ­ρα­με τί εἴ­δους μυ­ρου­διὰ ἦ­ταν. Ἡ Βά­σω, ἡ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α μας, ψη­λή, ξε­ρα­κια­νή, στέ­κα τὴ φω­νά­ζα­με, ἄ­χα­ρη στὴν ἡ­λι­κί­α τῶν ἕν­τε­κα χρό­νων της, ἡ Βά­σω λοι­πόν, κα­θό­τα­νε καὶ τῆς χά­ι­δευ­ε τὸ μπρά­τσο, μᾶς ἔ­φερ­νε σα­κοῦ­λες τὰ σπό­ρια καὶ τρώ­γα­με ὅ­λες φτύ­νον­τας τὰ φλού­δια μὲ μα­νί­α σὰ νὰ φτύ­να­με ἐ­κεῖ­νον. Ἡ Βά­σω ὅ­λο καὶ πιὸ συ­χνὰ μᾶς ἔ­φερ­νε σπό­ρια καὶ κα­ρα­μέ­λες, ὥ­σπου ἔ­φτα­σαν στ’ αὐ­τιὰ τῆς μά­νας της τὰ κα­μώ­μα­τά της. Ἀ­φοῦ τὴν πά­τη­σε ἕ­να γε­ρὸ ξύ­λο, ἔ­στει­λε τὸν ἄν­τρα της ποὺ πα­ρα­φύ­λα­ξε τὸν νοι­κά­ρη μας καὶ μό­λις ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε, σκυ­φτός, ὅρ­μη­σε καὶ τοῦ ΄ρι­ξε δυ­ὸ χα­στού­κια, μι­λιὰ δὲν ἔ­βγα­λε μό­νο σούρ­θη­κε, ὡς τὴν κα­μα­ρού­λα του, ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ κλει­σμέ­νος μέ­ρες, ἡ μά­να μου τὸν λυ­πή­θη­κε, τοῦ πῆ­γε ἕ­να πιά­το φα­γὶ μιὰ κα­νά­τα νε­ρό, τ’ ἄ­φη­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα του. Με­τὰ ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ πη­γαί­νει στὴ δου­λειὰ του ἀλ­λὰ ἐ­μεῖς δὲν εἴ­χα­με σπό­ρια νὰ τρῶ­με.

            Ἔ­τυ­χε νὰ πε­θά­νει κά­ποι­α συγ­γέ­νισ­σά μας κι ἡ μά­να μου ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει στὸ ξε­νύ­χτι. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ κοι­μη­θῶ στῆς νου­νᾶς μου, εἶ­χε ὅ­λο ἀ­γό­ρια ἐ­κεί­νη, κα­τὰ σύμ­πτω­ση ὁ νοι­κά­ρης μας ἦ­ταν στὴν κα­μα­ρού­λα του, ἡ μά­να μου κοί­τα­ξε κα­χύ­πο­πτα τὴν πόρ­τα του καὶ φώ­να­ξε ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὰ ὥ­στε νὰ τὴν ἀ­κού­σει: τὸ νοῦ σου μὴ σὲ πλη­σιά­σει ὁ χτι­κιά­ρης, μὴ σὲ ξε­μο­να­χιά­σει ὁ σι­χα­μέ­νος, μα­κριά του, ἔ­τσι καὶ σὲ σι­μώ­σει θὰ σᾶς πνί­ξω καὶ τοὺς δυ­ὸ μὲ τ’ ἄν­τε­ρά σας. Ἀ­κοῦς; Ἤ­ξε­ρα πὼς τὸ ἀ­κοῦς, τὸ ‘λέ­γε σ’ αὐ­τὸν κι ὄ­χι σὲ μέ­να. Ἔ­δε­σε τὸ μαν­τί­λι στὸ κε­φά­λι της καὶ βγῆ­κε στὸ δρό­μο.

            Σου­ρού­πω­νε ὅ­ταν ἔ­φυ­γε κι ἡ γει­το­νιὰ μα­ζώ­χτη­κε στὰ σπί­τια της. Ἄ­να­ψα τὸ φῶς κι ἅ­πλω­σα τὰ τε­τρά­διά μου στὸ τρα­πέ­ζι νὰ γρά­ψω τὰ μα­θή­μα­τά μου. Δὲν πρό­λα­βα νὰ πιά­σω τὸ μο­λύ­βι ὅ­ταν ἄ­κου­σα τὰ ἄ­η­χα βή­μα­τά του νὰ πλη­σιά­ζουν. Ἔ­τρι­ξε ἡ πόρ­τα του κα­θὼς ἄ­νοι­ξε κι ἔ­κλει­σε, τὸ σῶ­μα μου μα­ζεύ­τη­κε ἐ­νῶ τ’ αὐ­τιά μου τεν­τώ­θη­καν. Τί­πο­τα, ἡ­συ­χί­α.

            Εἶ­χα τε­λει­ώ­σει τὰ γρα­ψί­μα­τά μου, νύ­στα­ζα, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σα νὰ χα­λα­ρώ­σω, ἤ­μουν σφιγ­μέ­νη. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί φο­βό­μουν ἀ­π’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ φο­βό­μουν. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἄ­κου­σα ἕ­να χαρ­χά­λε­μα στὴν πόρ­τα, δὲ σκέ­φτη­κα τὴ μά­να μου, αὐ­τό­να σκέ­φτη­κα. Ζού­φω­ξα στὴ γω­νιά μου, μά­ζω­ξα τὰ πό­δια ὣς τὴν κοι­λιά, κα­τέ­βα­σα τὸ φό­ρε­μά μου ὣς τοὺς ἀ­στρα­γά­λους. Ἄ­κου­σα τὰ βή­μα­τά του νὰ γυ­ρί­ζουν πί­σω. Ἡ καρ­διά μου ταμ­ποῦρ­λο. Πέ­ρα­σε ὥ­ρα, μι­σο­ζα­λι­σμέ­νη ἀ­π’ τὴ νύ­στα, εἶ­δα τὴν πόρ­τα ν’ ἀ­νοί­γει κι αὐ­τὸν νὰ πλη­σιά­ζει πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Ἡ γλώσ­σα μου κολ­λη­μέ­νη, τὸ λα­ρύγ­γι στε­γνό. Ἄ­φη­σε πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι ἕ­να πιά­το κι ἔ­φυ­γε πά­λι ἥ­συ­χα νυ­χο­πα­τών­τας. Ἀ­φοῦ ἦρ­θε ἡ ψυ­χή μου στὸν τό­πο της, ἅ­πλω­σα τὸ χέ­ρι στὸ πιά­το. Βρα­σμέ­να ζε­στὰ κά­στα­να, φι­στί­κια κι ἕ­να μαν­τα­ρί­νι τὸ γέ­μι­ζαν. Ἔ­φα­γα τὰ ζε­στὰ κά­στα­να ἀρ­γὰ ἀρ­γά, ξε­φλού­δι­σα μὲ τὰ δόν­τια τ’ ἁλ­μυ­ρὰ κι­κι­ρί­κια, ἀ­φή­νον­τας καὶ γιὰ τὴ μά­να, ξε­δί­ψα­σα μὲ τὸ μι­σὸ μαν­τα­ρί­νι μὲ τ’ αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να.

            Νύ­στα­ξα, κοι­μή­θη­κα. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου τὸ δω­μά­τιο ἦ­ταν πλημ­μυ­ρι­σμέ­νο στὸ φῶς, αὐ­τὸς ὄρ­θιος ἀ­πὸ πά­νω μου. Τὰ μά­τια του πρώ­τη φο­ρὰ μὲ κοί­τα­ζαν καὶ τὰ ἔ­βλε­πα. Εἶ­χαν ἕ­να γλυ­κὸ κα­στα­νὸ χρῶ­μα, ἄ­χνι­ζαν ἀ­πὸ ζε­στα­σιὰ σὰν τὰ κά­στα­να πού μοῦ ‘φε­ρε ψὲς βρά­δυ. Τοῦ χα­μο­γέ­λα­σα.

            Σή­κω νὰ πᾶς σκο­λιό, μοῦ εἶ­πε καὶ μοῦ ‘δειξε δυ­ὸ φραν­τζο­λά­κια μὲ σα­λά­μι πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι. Ἔ­φυ­γε πη­γαί­νον­τας πί­σω-πί­σω, μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε.

            Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γα, πῆ­ρα τὴν πά­νι­νη τσάν­τα μου ἀλ­λὰ πρὶν φύ­γω ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα καὶ μπῆ­κα στὸ δω­μά­τιό του. Ἦ­ταν συμ­μα­ζε­μέ­νο, ὄ­χι κα­θα­ρό, ἁ­πλῶς τα­κτο­ποι­η­μέ­νο, πρώ­τη φο­ρὰ ἔμ­παι­να μέ­σα, τὸ κρε­βά­τι του μὲ τὸ λε­ρω­μέ­νο πά­πλω­μα, χά­μω σε μιὰ γω­νιὰ ἕ­να κα­λά­θι μ’ ἕ­να μπου­κά­λι λά­δι, ζυ­μα­ρι­κά, μιὰ κρε­μά­στρα μὲ δυ­ὸ που­κά­μι­σα κι ἕ­να παν­τε­λό­νι πε­ρα­σμέ­να στὸ χε­ρού­λι τοῦ πα­ρα­θυ­ριοῦ, στὸ τρα­πέ­ζι δυ­ὸ πιά­τα, ἕ­νας τέν­τζε­ρης, ἡ κορ­νι­ζα­ρι­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α ἑ­νὸς κο­ρι­τσιοῦ ἐν­νιὰ-δέ­κα χρο­νῶν μὲ τὰ ἴ­δια κα­στα­νὰ μά­τια αὐ­του­νοῦ. Ἕ­να καν­τη­λά­κι ἔ­και­γε πλά­ι της.

            Κα­θὼς μὲ εἶ­δε νὰ τὴν κοι­τά­ζω, ἡ κό­ρη μου, εἶ­πε. Σκο­τώ­θη­κε πρὶν ἕ­να χρό­νο μα­ζὶ μὲ τὴ μά­να της. Ἔ­πε­σε βόμ­βα στὸ σπί­τι, ἀ­να­τι­νά­χτη­καν. Τὸ χε­ρά­κι της κό­πη­κε ἀ­π’ τὸν ὦ­μο καὶ πε­τά­χτη­κε σὲ μί­αν αὐ­λή. Τὸ βρῆ­καν τὸ μπρα­τσά­κι της καὶ μοῦ τὸ φέ­ραν με­τὰ μιὰ ὥ­ρα. Τὸ πε­ρά­σα­με μέ­σα ἀ­π’ τὸ μα­νι­κά­κι της γιὰ νὰ τὴ θά­ψου­με. Ἔ­κλαι­γε, κι ἔ­κλαι­γα κι ἐ­γώ. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἄ­νοι­ξ’ ἡ πόρ­τα κι ὅρ­μη­σε ἡ μά­να μου ἔ­ξαλ­λη. Ἀ­φοῦ μὲ τράν­τα­ξε γιὰ τὰ κα­λά, τὸ στό­μα μου μύ­ρι­ζε σα­λά­μι, αὐ­τός σὲ τά­ι­σε οὔρ­λια­ξε κι ὅρ­μη­σε πά­νω του, τὸν ἔ­σου­ρε ἀ­π’ τὰ μαλ­λιά, μά­ται­α τσί­ρι­ζα ἐ­γὼ πὼς δὲν μὲ πεί­ρα­ξε πὼς ἤ­τα­νε κα­λὸς καὶ λυ­πη­μέ­νος, ἐ­κεί­νη τὸν ἔ­σου­ρε μὲ τὴ γει­το­νιὰ ξω­πί­σω της, τὸν ξε­μάλ­λια­σαν, τοῦ σκί­σα­νε τὰ ροῦ­χα καὶ τὸ πρό­σω­πο. Ταυ­τό­χρο­να ἡ νου­νά μου μὲ μιὰ γει­τό­νισ­σα μ’ ἅρ­πα­ξαν καὶ μὲ ξά­πλω­σαν στὸ κρε­βά­τι. Νὰ μὲ πα­ρη­γο­ρή­σουν νό­μι­ζα. Μὰ ἐ­κεῖ­νες μοῦ σή­κω­σαν τὸ φου­στά­νι μ’ ἄ­νοι­ξαν τὰ πό­δια, μοῦ κα­τέ­βα­σαν τὸ ἐ­σώ­ρου­χο. Ἐν­τά­ξει εἶ­ναι, δὲν τὴν πεί­ρα­ξε φώ­να­ξαν τῆς μά­νας μου κα­θὼς μὲ εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἤ­δη μπρού­μυ­τα. Δὲν κα­τα­λά­βαι­να, αἰ­σθα­νό­μου­να. Δὲν ἦ­ταν ἀν­θρώ­πι­να δά­χτυ­λα αὐ­τά, ἦ­ταν νύ­χια ἁρ­πα­χτι­κῶν ποὺ σκά­λι­ζαν ὄ­χι τὸ σῶ­μα, τὴν ψυ­χή μου, κι ἀ­κό­μα πιὸ πο­λὺ αἰ­σθα­νό­μουν τὶς δι­κές τους ψυ­χὲς νὰ ἔ­χουν βγεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα τους καὶ νὰ ἔχουν με­τα­φερ­θεῖ πά­νω σ’ αὐ­τὰ τὰ γαμ­ψὰ νύ­χια Κι αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θα ἤ­τα­νε τό­σο ἀ­πε­χθές, τό­σο βάρ­βα­ρο, τό­σο σκο­τει­νό, σὰ νὰ μὲ εἶ­χαν πα­ρα­χώ­σει σ΄ ἕ­να βό­θρο καὶ μοῦ ‘ρι­χναν τό­νους ἀ­κα­θαρ­σί­ες πά­νω μου καὶ δὲ μπο­ροῦ­σα ν’ ἀ­να­σά­νω. Τὸ μό­νο ποὺ κα­τά­φε­ρα εἶ­ναι μό­λις μ’ ἄ­φη­σαν ἀ­π’ τὰ χέ­ρια τους νὰ τοὺς δώ­σω δυ­ὸ δυ­να­τὲς κλω­τσι­ὲς στὰ μοῦ­τρα. Ἡ μύ­τη τῆς νου­νᾶς μου μά­τω­σε, δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

            Ἔ­φυ­γε χω­ρὶς νὰ πά­ρει τὰ πράγ­μα­τά του, σὰ δαρ­μέ­νος σκύ­λος. Ὅρ­μη­σα στὴ μά­να μου, τὴ δάγ­κω­να, δὲ μπο­ροῦ­σαν νὰ μὲ ξε­κολ­λή­σουν ἀ­πὸ πά­νω της.

            Κά­πο­τε βρῆ­κα τὸ κου­ρά­γιο καὶ τοῦ ἔ­πλυ­να τὸ πά­πλω­μα. Μπρο­στά της. Πῆ­γε νὰ μὲ βο­η­θή­σει, τῆς τ΄ ἅρ­πα­ξα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια. Δὲ μί­λη­σε. Μα­ζὶ μὲ τὴ Βά­σω τοῦ τὸ πή­γα­με ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε τὸ κα­ρό­τσι του. Πῆ­ρε τὸ πά­πλω­μα, τὸ μύ­ρι­σε, μᾶς κοί­τα­ξε γλυ­κὰ καὶ γλί­στρη­σε τὸ χέ­ρι του στὸ μπρά­τσο τῆς Βά­σως κα­θυ­στε­ρών­τας ἀρ­κε­τὰ στὰ δι­κά μου μαλ­λιά.


Ὄ­χι, πο­τὲ δὲν κα­τέ­βα­σα τὴ μα­σιὰ πά­νω στὴ μά­να μου. Ἤ­θε­λα νὰ τὸ κά­νω. Τὸ φαν­τα­ζό­μου­να. Τὸ σχε­δί­α­ζα κά­θε βρά­δυ καὶ ἔ­σπα­ζε ὁ θυ­μός μου πά­νω στὴν κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ μου. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε ἡ μα­σιὰ καὶ τσί­ρω­νε τὸ πρό­σω­πό της, μα­ζεύ­ον­ταν ζα­ρω­μέ­νο τὸ δέρ­μα της, μά­ζευ­ε κι ὁ θυ­μός μου, γί­νον­ταν ἕ­να μόρ­φω­μα ἐ­κτρω­μα­τι­κό, στα­μα­τη­μέ­νο μό­νι­μα ἐ­κεῖ, στὸ δι­ά­φραγ­μά μου. Ἡ ἀ­να­πνο­ή μου ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νη νὰ σκα­λώ­νει πά­νω του, νὰ δι­α­σχί­ζει αὐ­τὴ τὴ σκο­τει­νὴ οὐ­λή, ὣς νὰ βγεῖ ξε­γδαρ­μέ­νη, μο­λυ­σμέ­νη, ποῦ;

            Γιὰ χρό­νια τῆς μι­λοῦ­σα ἐ­λά­χι­στα. Ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι της νὰ μ’ ἀγ­γί­ξει κι ἐ­γὼ τρα­βι­ό­μου­να. Ἔ­βλε­πα τὸ ἀ­ό­ρα­το ση­μά­δι τῆς μα­σιᾶς πά­νω στὸ πρό­σω­πό της καὶ τὸ πε­ρί­ερ­γο εἶ­ναι πὼς τό ‘βλε­πε καὶ κεί­νη, για­τί κά­θε τό­σο σή­κω­νε τὸ χέ­ρι κι ἄγ­γι­ζε τὴν πλη­γή.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (ἔκδ. Κα­στα­νι­ώ­τη, 2009). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Πα­ρέμ­βα­ση, τεῦ­χος 140, Ἰ­ούν.-Αὔγ. 2007.

Μα­ρί­α Κου­γι­ουμ­τζῆ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Ἐν­τευ­κτή­ριοἩ λέ­ξηΠαν­δώ­ραΠά­ρο­δοςΠα­ρέμ­βα­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ἄ­γριο βε­λοῦ­δο (Κα­στα­νι­ώ­της, 2009) καὶ Για­τί κά­νει τό­σο κρύ­ο στὸ δω­μά­τιό σου; (Κα­στα­νι­ώ­της, 2011)


Σπύρος Ν. Παππᾶς: Κουνέλι στιφάδο


Σπύ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Κου­νέ­λι Στι­φά­δο


ΠΕΙΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΟΝ και­ρό, εἶ­χε ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ μὲ γνω­ρί­σει ἐ­πι­τέ­λους στὴ μη­τέ­ρα της. Ἴ­σως ἔ­τσι θὰ ἡ­σύ­χα­ζε. Καὶ ἐ­κεί­νη, καὶ ἡ μη­τέ­ρα της. Στὸ τρα­πέ­ζι ὑ­πῆρ­χε σερ­βι­ρι­σμέ­νο κου­νέ­λι στι­φά­δο. Στὸ πιά­το μου, ἀ­νά­με­σα στὸ κρέ­ας καὶ τὰ κρεμ­μύ­δια, δι­έ­κρι­να τὸ ἀ­η­δι­α­στι­κὸ μά­τι τοῦ κου­νε­λιοῦ. Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να, ἐξ ἀρ­χῆς μὲ κοι­τοῦ­σε δι­ε­ρευ­νη­τι­κά. Ἄν­τε τώ­ρα νὰ ἐ­ξη­γεῖς ὅ­τι δὲν τρῶς κου­νέ­λι, καὶ ὅ­τι ἐ­κεῖ­νο τὸ κου­νε­λά­κι πού σοῦ εἴ­χα­νε χα­ρί­σει γιὰ κα­τοι­κί­διο, ὅ­ταν πα­ρα­με­γά­λω­σε, τὸ δώ­σα­νε στὸν θεῖ­ο Δη­μή­τρη γιὰ νὰ τὸ ξε­πα­στρέ­ψει. Καὶ ὅ­τι τὴν ἴ­δια μέ­ρα, γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο, μο­σχο­βο­λοῦ­σε τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὸ κρεμ­μύ­δι, τὰ δαφ­νό­φυλ­λα καὶ τὴ ντο­μά­τα, ποὺ μα­γεί­ρευ­αν τὸ κα­τα­ρα­μέ­νο στι­φά­δο ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν θὰ ἔ­τρω­γες. Ἔ­πι­α­σα μιὰ γεν­ναί­α πι­ρου­νιὰ καὶ τὴν ἔ­βα­λα γρή­γο­ρα στὸ στό­μα μου, ἀ­φοῦ πα­ρα­μέ­ρι­σα τὸ μά­τι. Ὡς γνω­στόν, ὁ ἔ­ρω­τας περ­νά­ει ἀ­π’ τὸ στο­μά­χι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.


Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος: Η Μίνα



Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος


Ἡ Μί­να


ΕΝΝΗΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΠΡΩΤΗ δε­κα­ε­τί­α τοῦ εἰ­κο­στοῦ αἰ­ώ­να, ἡ Μί­να δὲν εἶ­χε χρό­νο, οὔ­τε νὰ γνω­ρί­σει σχο­λεῖ­ο οὔ­τε νὰ βι­ώ­σει κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ με­γά­λα ἱ­στο­ρι­κὰ γε­γο­νό­τα ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν.

     Παι­δού­λα ἀ­κό­μη, πρὶν τὴ Μι­κρα­σί­α, ἐ­πι­χεί­ρη­σαν νὰ τὴν δώ­σουν γιὰ δου­λά­κι σὲ μιὰ μι­κρο­α­στι­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια τοῦ Πει­ραι­ᾶ, ὅ­πως ἦ­ταν τὸ συ­νή­θει­ο γιὰ τὶς πο­λυ­με­λεῖς φτω­χὲς οἰ­κο­γέ­νει­ες τῶν νη­σι­ῶν μὲ πολ­λὲς θυ­γα­τέ­ρες.

     Τὴν ἔ­φε­ρε μὲ ἕ­να κα­ΐ­κι ὁ με­γά­λος καὶ μο­να­δι­κὸς ἀ­δελ­φός της ἀ­πὸ τὶς Σπέ­τσες, ἀ­φη­γοῦν­ταν ἀρ­γό­τε­ρα, καὶ τὴν πα­ρά­δω­σε στὴν Πει­ραι­ώ­τι­κη οἰ­κο­γέ­νεια.

     Μό­λις τὴν πα­ρά­τη­σε ἐ­κεῖ ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος, ξέ­νη ἀ­νά­με­σα σὲ ξέ­νους, ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει σπα­ρα­κτι­κά, ποῦ εἶ­σαι μά­να νὰ φω­νά­ζει, καὶ δὲν στα­μά­τη­σε τὸ κλά­μα ὁ­λό­κλη­ρα με­ρό­νυ­χτα. Στὴν ἀρ­χή, τὴν ἔ­πι­α­σαν μὲ τὸ κα­λό, τῆς εἶ­παν θὰ περ­νά­ει κα­λύ­τε­ρα ἐ­δῶ ἀ­πὸ τὸ νη­σί της, θὰ τρώ­ει κα­νο­νι­κά, θὰ ντύ­νε­ται κι ὅ­ταν θὰ με­γά­λω­νε, θὰ τῆς ἔ­βρι­σκαν ἕ­να κα­λὸ παλ­λη­κά­ρι νὰ παν­τρευ­τεῖ. Με­τὰ τὴν φο­βέ­ρι­σαν, τῆς εἶ­παν θὰ τὴν πε­τά­ξουν στὸ δρό­μο μό­νη κι ἔ­ρη­μη, λί­γο ἀ­κό­μη καὶ θ’ ἄρ­χι­ζαν νὰ τὴν ξυ­λο­φορ­τώ­νουν. Τί­πο­τε αὐ­τή. Νὰ κλαί­ει ὑ­στε­ρι­κά. Εἶ­δαν κι ἀ­πο­εῖ­δαν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἔ­στει­λαν μή­νυ­μα στὶς Σπέ­τσες, νὰ ἔλ­θουν νὰ τὴν πά­ρουν πί­σω.

     Στα­μά­τη­σε νὰ κλαί­ει μό­νο ὅ­ταν ξα­να­εῖ­δε τὸν ἀ­δελ­φό της, ἕ­να μή­να με­τά, νὰ χτυ­πά­ει τὸ ρό­πτρο τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ νὰ τὴν παίρ­νει μα­ζὶ μὲ τὸ μπο­γα­λά­κι της. Πί­σω στὶς Σπέ­τσες!

     Ἔ­γι­νε ἡ Μι­κρα­σί­α, με­τα­νά­στευ­σε ὁ ἀ­δελ­φὸς στὴν Ἀ­με­ρι­κή, νὰ τὰ φέ­ρει βόλ­τα ἡ οἰ­κο­γέ­νεια, νὰ προι­κι­στοῦν οἱ πέν­τε ἀ­δελ­φὲς ποὺ τοῦ ἔ­λα­χαν καί, τὸ κυ­ρι­ό­τε­ρο, νὰ βρεῖ γαμ­προὺς νὰ τὶς παν­τρέ­ψει.

     Βρῆ­κε καὶ γιὰ τὴ Μί­να τὸν Μι­χά­λη. Λυ­γε­ρό­κορ­μο πα­λι­κά­ρι, νη­σι­ώ­της, ἀ­πὸ τὴ Σύ­μη, ναυ­τι­κὸς στὰ βα­πό­ρια, παν­τρεύ­τη­καν καὶ με­τα­κό­μι­σαν σὲ μιὰ κά­μα­ρα στὸν Πει­ραι­ά. Σὲ λί­γες μέ­ρες ὁ Μι­χά­λης μπαρ­κά­ρει, ἀ­φή­νον­τας ἔγ­κυ­ο τὴ Μί­να.

     Λί­γο πρίν, λί­γο με­τὰ τὴ γέν­να, τῆς ἦλ­θε μή­νυ­μα, ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ Μι­χά­λης στὸ βα­πό­ρι καὶ πέ­θα­νε, τὸν ἔ­θα­ψαν στὴν Ἀ­με­ρι­κή. Πό­σα βρά­δια εἶ­χαν κοι­μη­θεῖ μα­ζί; Τέσ­σε­ρα; Πέν­τε; Οὔ­τε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του δὲν ἔ­χει συγ­κρα­τή­σει κα­λὰ-κα­λά. Γεν­νι­έ­ται τὸ παι­δί, κο­ρί­τσι, καὶ σὲ λί­γες μέ­ρες πε­θαί­νει κι αὐ­τό. Χω­ρὶς ὄ­νο­μα.

     Ἔ­κτο­τε ἡ Μί­να πα­ρα­δέ­χτη­κε τὸ ἀ­με­τά­κλη­το τῶν γε­γο­νό­των. Μιὰ ζω­ὴ πέν­θος. Του­λά­χι­στον, ἀ­φοῦ παν­τρεύ­τη­καν ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ἀ­δελ­φὲς κι ἔ­κα­ναν με­γά­λες οἰ­κο­γέ­νει­ες, ὑ­πῆρ­χε πάν­τα ὁ ἀ­δελ­φὸς ποὺ ἔ­μει­νε γε­ρον­το­πα­λί­κα­ρο ἐ­ξαι­τί­ας της, γιὰ νὰ τὴν φρον­τί­ζει, νὰ τὴν προ­στα­τεύ­ει καὶ νὰ τῆς ἐ­ξα­σφα­λί­σει ἕ­να σπί­τι γιὰ νὰ μέ­νουν.

     Ἐ­κεῖ ξα­να­βρῆ­κε ἀρ­γό­τε­ρα τὴ φω­νή της. Μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ τρα­γου­δά­ει μό­νη μὲ τὴ γάρ­γα­ρη φω­νὴ της τὸν «Κα­πε­τὰν-Ἀν­τρέ­α Ζέ­πο» καὶ τὴν «Μπρα­τσέ­ρα», κα­θα­ρί­ζον­τας ὅ­λη τὴν ὥ­ρα καὶ με­τὰ μα­νί­ας τὸ σπι­τι­κὸ καὶ τὰ μου­τζού­ρι­κα ροῦ­χα τῆς δου­λειᾶς τοῦ ἀ­δελ­φοῦ. Τὶς ὧ­ρες τῆς σχό­λης, κα­θι­σμέ­νη στὴν αὐ­λὴ τοῦ Πει­ραι­ώ­τι­κου σπι­τιοῦ, στὴ σκιὰ τῆς πε­λώ­ριας λε­μο­νιᾶς ποὺ κά­λυ­πτε μέ­χρι καὶ τὰ κε­ρα­μί­δια, ἔ­βα­ζε νὰ τὶς δι­α­βά­ζουν τὶς κοι­νω­νι­κὲς εἰ­δή­σεις ἀ­πὸ τὸ νη­σί της σὲ το­πι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποὺ λά­βαι­νε ἀ­νελ­λι­πῶς, νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει ἐ­κεῖ μέ­σα πα­λι­ὲς φω­το­γρα­φί­ες συμ­πα­τρι­ω­τῶν καὶ συ­νοι­κι­ῶν τοῦ τό­που της, νὰ δι­η­γεῖ­ται ἱ­στο­ρί­ες γιὰ τὶς νε­ρά­ι­δες τῶν πη­γα­δι­ῶν τοῦ νη­σιοῦ ποὺ πα­ρα­φυ­λᾶ­νε νὰ ξε­λο­γιά­σουν τοὺς ἄν­τρες, ὅ­ταν ξε­μέ­νουν ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ τὰ βρά­δια, νὰ δι­α­βά­ζει τὰ ἄ­στρα καὶ τοὺς και­ρούς, νὰ ὑ­πο­λο­γί­ζει τοὺς μῆ­νες καὶ τὰ δί­σε­κτα χρό­νια, νὰ ἱ­στο­ρεῖ τὸν Τά­σο καὶ τὴν Πα­γώ­να σὲ κεν­τή­μα­τα καὶ σὲ κουρ­τι­νά­κια πα­ρα­θύ­ρων.

     Μὲ τὸν και­ρό, ἡ Μί­να ἀ­πο­δέ­χτη­κε τὴν ὁ­ρι­στι­κὴ ἀ­πώ­λεια τοῦ ἄν­τρα-συ­ζύ­γου καὶ τὸν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε μὲ τὸν ἄν­τρα-ἀ­δελ­φό, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ζή­σα­νε μα­ζὶ μέ­χρι θα­νά­του. Εὐ­νου­χι­σμέ­νοι καὶ οἱ δύ­ο, γκρι­νι­ά­ζον­τας συ­νε­χῶς με­τα­ξύ τους γιὰ τὸ πα­ρα­μι­κρό, ὡς σύ­ζυ­γοι σὲ χω­ρι­στὰ κρε­βά­τια. Ἐ­κεί­νη στὴν κα­μα­ρού­λα της, δί­πλα στὴν κου­ζί­να, μιὰ πα­ραγ­κού­λα στὴν αὐ­λὴ κι ἐ­κεῖ­νος στὸ δω­μά­τιό του. Τὰ ὑ­πό­λοι­πα δω­μά­τια, γιὰ νοί­κια­σμα, γιὰ ἕ­να πε­νι­χρὸ πρό­σθε­το εἰ­σό­δη­μα στὶς πε­νι­χρὲς ἀ­πο­λα­βὲς τοῦ μα­ου­νι­έ­ρη ἀ­δελ­φοῦ, καὶ κα­νέ­νας νοι­κά­ρης νὰ μὴν στε­ρι­ώ­νει. Μιὰ ζω­ὴ ὅ­μως μα­ζί, σχε­δὸν ἕ­νας αἰ­ώ­νας, μέ­χρι καὶ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80.


(Πει­ραι­ᾶς, 1985)


Πη­γή: Σπε­τσι­ώ­τι­κη Ἠ­χώ, πε­ρι­ο­δι­κὸ τῆς Ἕ­νω­σης Σπε­τσι­ω­τῶν, τχ. 139, Ἰ­αν.-Μάρτ. 2017, σελ. 15.

Παῦ­λος Δ. Πέ­ζα­ρος (Πει­ραι­ᾶς, 1949). Σπούδασε στὸ Οἰ­κο­νο­μι­κὸ Πα­νε­πι­στήμιο Ἀ­θηνῶν, ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Lancaster (UK) καὶ στὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Πε­ρι­φε­ρεια­κῆς Ἀ­νά­πτυ­ξης τοῦ Παν­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ποι­ή­μα­τα, ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρου­σιά­σεις καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔχουν δημοσιευθεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα στὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ ἐξωτερικὸ. Ὑ­πῆρ­ξε ἰ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τῆς ἐκ­δο­τι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Διαβάζω καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς (1976-1983). Ἔχει έκδόσει τέσσερις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ με­τά­φρα­ση τῆς πρώ­της ἐξ αὐ­τῶν στὴν Ἀρ­γεν­τι­νή.