Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh): Ἀν­του­ὰν ντὲ Σὲντ Ἐ­ξι­πε­ρί



Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh)


Ἀν­του­ὰν ντὲ Σὲντ Ἐ­ξι­πε­ρί

(Antoine de Saint-Exupery)


ΗΡΑΜΕ τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ κρε­μά­σου­με τὸν Ἄλ­φρεντ. Ἡ Βὶβ πῆ­γε νὰ φέ­ρει σκοι­νί. Ὁ Τὸμ πῆ­γε νὰ φέ­ρει κα­ρέ­κλα. Ἐ­γὼ κά­θι­σα καὶ πε­ρί­με­να καὶ κου­βέν­τια­ζα μὲ τὸν Ἄλ­φρεντ. Κου­βεν­τι­ά­σα­με γιὰ δι­α­στη­μό­πλοι­α καὶ δι­α­στη­μαν­θρώ­πους. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γος νὰ μά­θει ἐ­ὰν οἱ δι­α­στη­μάν­θρω­ποι ρω­τᾶ­νε: «Κον­τεύ­ου­με; Φτά­νου­με;». Ὁ Ἄλ­φρεντ πάν­το­τε ρω­τοῦ­σε: «Κον­τεύ­ου­με; Φτά­νου­με;». Ὁ Τὸμ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ μιὰ κα­ρέ­κλα. Ἦ­ταν μιὰ πα­λιὰ βι­κτω­ρια­νὴ κα­ρέ­κλα. Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρὸ ἀ­νῆ­κε στὸν προ­πάπ­που τοῦ Τόμ. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἔ­κα­νε δο­κι­μὲς μὲ τὴν κα­ρέ­κλα. Χο­ρο­πη­δοῦ­σε πά­νω κά­τω στὴν κα­ρέ­κλα. Ἡ κα­ρέ­κλα ἦ­ταν γε­ρή. Ἡ Βὶβ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ ἕ­να κομ­μά­τι μάλ­λι­νο νῆ­μα, δὲν μπό­ρε­σε νὰ βρεῖ κα­θό­λου σκοι­νί. Ὁ Ἄλ­φρεντ δο­κί­μα­σε τὸ νῆ­μα. Αὐ­τὸ κό­πη­κε. Ὁ Τὸμ ξε­στό­μι­σε στὴ Βὶβ μιὰ βρι­σιά. Ἡ Βὶβ ἀ­πεί­λη­σε ὅ­τι θὰ βά­λει τὰ κλά­μα­τα. Προ­τοῦ ἐ­κεί­νη κα­τορ­θώ­σει νὰ γε­μί­σει τὸ δω­μά­τιο μὲ λυγ­μούς, ὁ Ἄλ­φρεντ εἶ­πε ὅ­τι ξέ­ρει ποῦ ἔ­χει σκοι­νί. Ἡ Βὶβ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ πῆ­ρε τὸν Ἄλ­φρεντ ἀγ­κα­λιά. Ἡ Βὶβ ἦ­ταν πο­λὺ χα­ρού­με­νη. Ὁ Ἄλ­φρεντ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο. «Χρει­α­ζό­μα­στε μιὰ Βί­βλο», εἶ­πε ἡ Βίβ. Οἱ γο­νεῖς τοῦ Ἔ­λιοτ καὶ τῆς Βὶβ ἦ­ταν ἄ­θε­οι κι ὡς ἐκ τού­του δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρι­θώ­ριο γιὰ κα­μιὰ Βί­βλο στὸ σπί­τι. «Κά­τι ἔ­χω στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά μου», εἶ­πε ἡ Βίβ. Τῆς εἴ­πα­με νὰ πά­ει. Ἡ Βὶβ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα. Χα­ρή­κα­με πο­λὺ μὲ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα. Εἶ­πα νὰ δι­ά­βα­ζα κά­τι ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Ἄλ­φρεντ θὰ ἔ­σπρω­χνε μὲ τὸ πό­δι μα­κριὰ τὴν κα­ρέ­κλα. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἐ­πέ­στρε­ψε. Βα­στοῦ­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ μπό­λι­κο γε­ρὸ σκοι­νί. Ὁ Ἔ­λιοτ –ξέ­ρον­τας κα­λὰ ἀ­πὸ κόμ­πους– ἔ­φτια­ξε μιὰ θη­λιά. Το­πο­θέ­τη­σε τὴ θη­λιὰ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τοῦ Ἄλ­φρεντ. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή. Ὁ Ἄλ­φρεντ ρύθ­μι­σε ἐκ νέ­ου τὴ θη­λιά· ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ σχο­λα­στι­κός. Ὁ Τὸμ βο­ή­θη­σε τὸν Ἄλ­φρεντ νὰ ἀ­νε­βεῖ πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα. Ὁ Ἄλ­φρεντ πέ­τα­ξε τὴν ἄ­κρη τοῦ σκοι­νιοῦ πά­νω ἀ­πὸ τὸν πο­λυ­έ­λαι­ο. Ὁ Τὸμ ἔ­πια­σε τὸ σκοι­νὶ καὶ ἔ­δε­σε τὸ σκοι­νὶ στὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας. Ὁ Ἄλ­φρεντ τρά­βη­ξε τὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει τὸ σκοι­νί, ἦ­ταν γε­ρό, θὰ κρά­τα­γε. Ἡ Βὶβ ἄγ­γι­ξε τὸν Ἄλ­φρεντ στὸ γό­να­το, στορ­γι­κά. Ἐ­κεῖ­νος χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα καὶ χα­μο­γέ­λα­σε. Ξε­κί­νη­σα νὰ δι­α­βά­ζω ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα.



Πη­γή: http://flashfiction.net/2016/04/05/flash-reprint-paul-kavanaghs-antoine-de-saint-exupery/  (Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Nano Fiction Volume 6 Number 2.)

Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh) (Ἀγ­γλί­α, 1971). Ζεῖ στὸ Σάρ­λοτ τῆς Βό­ρειας Κα­­ρο­λί­νας τῶν ΗΠΑ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ποι­ή­μα­τα καὶ μι­κρὰ πε­ζὰ σὲ πλῆ­θος πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἐ­νῶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει καὶ τὶς νου­βέ­λες The killing of a Bank Manager (2011) καὶ Iceberg (2012).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


		
Διαφημίσεις

Βάνα Σύρμου: Ζεϊμπέκικο


Βά­νια Σύρ­μου


Ζεϊμπέκικο

 

 ΛΙΤΣΑ! Ἡ Λί­τσα νὰ τὸ χο­ρέ­ψει!». Ἡ πα­ρέ­α τῶν νέ­ων στὸ πλά­ι τῆς πί­στας, φω­νά­ζει ρυθ­μι­κά, ἀ­παι­τών­τας τὸ χο­ρὸ τῆς Λί­τσας, μό­λις ἀ­κού­γον­ται οἱ πρῶ­τες νό­τες ἀ­πὸ τὸ «Ζε­ϊμ­πέ­κι­κό τῆς Εὐ­δο­κί­ας». Ἀ­π’ τὸ μι­κρό­φω­νο ἀ­κού­γε­ται ἡ φω­νὴ τῆς τρα­γου­δί­στριας: «Γιὰ τὴν Λί­τσα!».

Ἡ πί­στα ἀ­δειά­ζει. Ἡ Λί­τσα «κα­τ’ ἀ­παί­τη­ση τοῦ κοι­νοῦ» στέ­κε­ται στὸ κέν­τρο τῆς πί­στας μὲ τὸν συ­νο­δό της. «Μό­νη μου θέ­λω» τοῦ λέ­ει. Σκύ­βει τὸ κε­φά­λι καὶ κλεί­νει τὰ μά­τια. Τὰ τέ­λια τοῦ μπου­ζου­κιοῦ τῆς δί­νουν τὸ ρυθ­μό. Ἀρ­χί­ζει νὰ χο­ρεύ­ει. Ἡ πα­ρέ­α τὴν συ­νο­δεύ­ει χτυ­πών­τας πα­λα­μά­κια. Τὰ λαμ­πι­ό­νια πά­νω ἀ­πὸ τὴν αὐ­το­σχέ­δια πί­στα στὴν ἄ­κρη τοῦ κή­που, συμ­πλη­ρώ­νουν τὸ λα­ϊ­κὸ σκη­νι­κό. Μὲ κι­νή­σεις κο­φτές, ἀ­παν­τᾶ στὶς πε­νι­ὲς τοῦ μπου­ζου­κιοῦ. Ἡ ἄ­πνοι­α τῆς κα­λο­και­ρι­νῆς βρα­διᾶς βα­ραί­νει τὴν ἀ­νά­σα. Ἀ­νοί­γει τὰ μά­τια μὲ βλέμ­μα ποὺ κοι­τά­ζει πρὸς τὰ μέ­σα. Τώ­ρα λι­κνί­ζε­ται ἀρ­γά, βα­ριά, ὅ­πως ται­ριά­ζει τοῦ ζε­ϊμ­πέ­κι­κου. Τὰ χέ­ρια σπρώ­χνουν μὲ δύ­να­μη δί­νον­τας φό­ρα σὲ κά­θε στρο­φή. Ξε­δι­πλώ­νον­τάς τα νι­ώ­θει νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται στὸ κέν­τρο τῆς πί­στας. Ἡ μί­α στρο­φὴ με­τὰ τὴν ἄλ­λη. Πα­ρα­δο­μέ­νη στὸν κα­η­μὸ τῆς με­λω­δί­ας στρο­βι­λί­ζε­ται στὰ πλα­κά­κια τῆς ὑ­παί­θριας πί­στας, ὅ­λο καὶ πιὸ γρή­γο­ρα. «Μπρά­βο Λί­τσα!», ἡ πα­ρέ­α χει­ρο­κρο­τεῖ. Δα­νεί­ζε­ται τὴ σι­γου­ριὰ τῆς μου­σι­κῆς καὶ γέρ­νει ἀ­πό­το­μα τὸ κορ­μί της πρὸς τὰ πί­σω ἀ­νοί­γον­τας δι­ά­πλα­τα τὰ χέ­ρια. Ἀ­να­με­τρι­έ­ται μὲ τὸ ζε­ϊμ­πέ­κι­κο.

        Στὴ θέ­α τῆς πε­ρι­στρε­φό­με­νης στὸν ἀ­έ­ρα ρό­δας τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου της, ἡ ἀ­νά­σα τῆς κα­λο­και­ρι­νῆς βρα­διᾶς σκα­λώ­νει σ’ ἓ­ν’ ἄ­ξαφ­νο «Ἄχ!», ποὺ πνί­γει τὸν ἦ­χο τοῦ μπου­ζου­κιοῦ. Ἡ Λί­τσα ἀ­να­πο­δο­γυ­ρι­σμέ­νη στὴν πί­στα. Προ­στα­τευ­μέ­νη ἀ­πὸ τοὺς ἱ­μάν­τες ποὺ κρα­τοῦν γε­ρὰ δε­μέ­να τὰ πό­δια της στὴ βά­ση τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου, ἀ­να­ση­κώ­νει μό­νο τὸ κε­φά­λι, με­τα­τρέ­πον­τας μιὰ ἐ­λα­φριὰ σύ­σπα­ση πό­νου σὲ χα­μό­γε­λο. «Δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Μιὰ δύ­σκο­λη φι­γού­ρα!» λέ­ει στὸν συ­νο­δό της ποὺ τρέ­χει νὰ τὴ ση­κώ­σει. Στὴν ἀ­μή­χα­να πυ­κνὴ σι­ω­πὴ ποὺ ἀ­κο­λου­θεῖ, ἀ­παν­τᾶ στα­θε­ρὴ ἡ φω­νὴ τῆς Λί­τσας: «Εἶ­μαι κα­λά. Θὰ συ­νε­χί­σω.» Κά­νει νό­η­μα στὴν ὀρ­χή­στρα.

        Τὸ ζε­ϊμ­πέ­κι­κο τὴ σι­γον­τά­ρει ὑ­πά­κου­α. Ἕ­νας-ἕ­νας οἱ φί­λοι της μπαί­νουν στὴν πί­στα μα­ζί της. Χο­ρεύ­ουν μὲ κι­νή­σεις κο­φτὲς τὶς ρό­δες τους, μέ­χρι τὸ τέ­λος τῆς «πα­ραγ­γε­λιᾶς». Τὰ μά­τια της χα­μο­γε­λα­στὰ ἀ­πο­κρί­νον­ται στὸ χει­ρο­κρό­τη­μα. Ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν πί­στα μὲ τὴ λε­βεν­τιὰ τοῦ ζε­ϊμ­πέ­κι­κου στὰ ἀ­νοι­χτά της χέ­ρια.

        Δὲν ἐ­πι­στρέ­φει στὸ τρα­πέ­ζι της. Τὴ βλέ­πω νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται σ’ ἕ­να ἀ­φώ­τι­στο ση­μεῖ­ο, στὸ πί­σω μέ­ρος τῆς αὐ­λῆς. Ἀ­πὸ κεῖ μπο­ρεῖ νὰ πά­ρει ἀ­πό­στα­ση ἀ­πὸ «τὰ δρώ­με­να τῆς σκη­νῆς». Εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ὁ θε­α­τὴς στὸ ἐ­τή­σιο γλέν­τι τοῦ φι­λαν­θρω­πι­κοῦ σω­μα­τεί­ου. Ὁ ἦ­χος τῆς μου­σι­κῆς, οἱ εὐ­χὲς στὰ μι­κρό­φω­να γιὰ ὑ­γεί­α καὶ μα­κρο­η­μέ­ρευ­ση, τὰ συγ­κρα­τη­μέ­να χα­μό­γε­λα, τὸ κέ­φι τῶν συ­νο­δῶν, ἦ­ταν ὅ­λα ἀ­να­κου­φι­στι­κὰ μα­κριά της. Γέρ­νει τὸ κε­φά­λι μπρο­στὰ καὶ ἀ­φή­νει τὰ χέ­ρια της νὰ πέ­σουν ἄ­νευ­ρα ἀ­πὸ τὰ μπρά­τσα τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου. Ξέ­ρει πὼς ἴ­σως εἶ­ναι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ κα­τά­φε­ρε νὰ τὰ χο­ρέ­ψει. Πα­ρα­δί­νε­ται στὴν προ­στα­σί­α τοῦ σκο­τα­διοῦ.

        Σὰν ἀ­πρό­σκλη­τος ἐ­πι­σκέ­πτης στέ­κο­μαι δί­πλα της ἐ­ξα­σφα­λί­ζον­τας καὶ γιὰ μέ­να μιὰ θέ­ση στὸ θέ­α­μα. Δὲν ἀρ­γεῖ νὰ μὲ κα­τα­λά­βει στρέ­φον­τας τὸ κε­φά­λι της πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Μὲ κοι­τά­ζει κα­τά­μα­τα γιὰ μιὰ στιγ­μὴ χω­ρὶς νὰ μοῦ μι­λή­σει κι ὕ­στε­ρα πά­λι ἀ­φή­νε­ται. Ἡ πα­ρου­σί­α μου δὲ φαί­νε­ται νὰ τὴν ἐ­νο­χλεῖ. «Ὑ­πέ­ρο­χο τὸ ζε­ϊμ­πέ­κι­κο στὴν πί­στα!» τολ­μῶ νὰ σπά­σω τὴ σι­ω­πή. «Τοῦ χρό­νου μπο­ρεῖ νὰ μὴν μπο­ρῶ νὰ τὸ χο­ρέ­ψω» μοῦ ἀ­παν­τᾶ χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τά­ζει.

      «Τὰ χέ­ρια σου ξύ­πνη­σαν θύ­μη­σες καὶ στὰ δι­κά μου. Χό­ρε­ψες γιὰ ὅ­λους μας ἀ­πό­ψε Λί­τσα καὶ ἡ μνή­μη ξέ­ρει νὰ κρα­τᾶ ὅ­σα τὸ σῶ­μα ξε­χνᾶ.» «Μπά! Μοῦ ‘γι­νες καὶ ποι­η­τὴς τώ­ρα;» λέ­ει κρυ­φο­γε­λών­τας.

        Μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κό­μα σκυ­φτό, ση­κώ­νει ἀρ­γὰ τὸ δε­ξί της χέ­ρι καὶ τὸ ἀ­κουμ­πᾶ πά­νω στὸ δι­κό μου, ποὺ ἀ­να­παύ­ε­ται χρό­νια τώ­ρα βου­βὸ πά­νω στὸ μπρά­τσο τοῦ ἁ­μα­ξι­δί­ου μου. Τὴν ἀγ­γί­ζω κι ἐ­γὼ μὲ τὸ βλέμ­μα. Ἡ μνή­μη σκιρ­τᾶ ψι­θυ­ρί­ζον­τας τὰ λό­για τῆς ἁ­φῆς. Ἡ καρ­διά μου χτυ­πᾶ ξα­νὰ δυ­να­τά.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζαν­έ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΦρέ­αρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Ξύπνημα

 



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Ξύπνημα


ΦΤΑΜΙΣΙ τὸ πρω­ί. Οἱ δυ­να­τὲς φω­νὲς τοῦ Γρη­γο­ρά­κη, ἀ­συ­νάρ­τη­τες, πε­τι­οῦν­ται δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρὰ τραυ­μα­τί­ζον­τας τὴ λευ­κὴ καὶ γα­λα­νὴ ὀ­θό­νη τῆς σι­ω­πῆς, βί­αι­α ξε­γεν­νών­τας τὴ μέ­ρα. Κά­θε μέ­ρα στὶς ἐ­φτά­μι­σι. Κά­ποι­οι γυρ­νοῦν ἀ­πὸ τὸ ἄλ­λο πλευ­ρὸ καὶ ἄλ­λοι κλεί­νουν τὸ ξυ­πνη­τή­ρι καὶ ση­κώ­νον­ται νὰ ἑ­τοι­μά­σουν πρω­ι­νό. Περ­νά­ει ὁ Γρη­γο­ρά­κης μὲ τὴ μη­τέ­ρα του νὰ στα­θεῖ στὸ σταυ­ρο­δρό­μι νὰ πά­ρει τὸ σχο­λι­κό, καὶ εἶ­ναι ὁ τρό­πος του αὐ­τὸς νὰ κου­βεν­τιά­ζει μα­ζί της περ­πα­τών­τας ἀρ­γά, τὰ χέ­ρια πί­σω κι οἱ δύo. Θὰ ξα­να­κου­στεῖ ἡ μι­κρὴ πομ­πὴ ὀ­χτὼ ὧ­ρες με­τά, στὴν καρ­διὰ τοῦ με­ση­με­ριοῦ, ὅ­ταν τὸ Σχο­λι­κὸ Εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς θὰ τὸν ἔ­χει φέ­ρει πί­σω, κι ἡ μη­τέ­ρα του θὰ ἔρ­θει νὰ τὸν πά­ρει γιὰ τὸ σπί­τι. Ψη­λός, βα­ρύς, μὲ φα­λά­κρα, εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος καὶ χα­ρού­με­νος ποὺ γύ­ρι­σε ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.



		

	

Δη­μή­τριος Δη­μη­τρα­κά­κης: Ξυρίσματα



Δη­μή­τριος Δη­μη­τρα­κά­κης


Ξυ­ρί­σμα­τα


ΤΑΝ ΗΡΘΕ ὁ Κα­πο­δί­στριας, ἀ­πο­φά­σι­σε κι’ ὁ γέ­ρο-Πα­νου­ριᾶς, ὁ Κλε­φταρ­μα­τω­λὸς τῶν Σα­λώ­νων, νὰ κα­τε­βῇ ἀ­πὸ τοῦ Παρ­να­σοῦ τὰ κάρ­κα­ρα καὶ νὰ πάῃ νὰ πα­ρου­σια­στῇ στὸν Κυ­βερ­νή­τη. Ἔ­φτα­σε λοι­πὸν στὴν Αἴ­γι­να, μὰ μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ποὔρ­ρι­ξε γύ­ρω του, δὲν τοῦ χα­μα­ρέ­σα­νε τὰ πρά­μα­τα. Εἶ­δε κον­τὰ στὸν Κυ­βερ­νή­τη κά­τι φραγ­κον­τυ­μέ­νους, ποῦ δὲν τοὺς φτά­να­νε τὰ φράγ­κι­κα φο­ρέ­μα­τα, μὰ εἴ­χα­νε ξου­ρί­σει καὶ γέ­νεια καὶ μου­στά­κια, καὶ ἦ­ταν ἔ­τσι σὰν ξε­ρο­κο­λό­κυ­θα γυ­α­λι­στε­ρὰ τὰ μοῦ­τρα τους:

       — Τί μ’­σοῦ­δες (μοῦ­ρες) εἶ­ν’ αὐ­τές; εἶ­πε στὸ γέ­ρο-Δυ­ο­βου­νι­ώ­τη, ποῦ εἶ­χε ἔρ­θει κι’ αὐ­τὸς συν­τρο­φιά του στὴν Αἴ­γι­να.

       — Δὲν τοὺς βλέ­πεις; Τσ’ ἤ­φε­ρε οὑ Κυ­βερνή­τ’ς νὰ μᾶς φου­τί­σουν.

       — Γι’ αὐ­τὸ εἶ­ν’ ἔ­τσ’ τὰ μοῦ­τρα τ’ς; Γέ­νουντ’ ἔ­τσ’ πλει­ὸ δι­α­βα­σμέ­νοι, μα­θές; Τό­τε θέ­λω κ’ ἐ­γὼ νὰ τὰ ξου­ρί­σω νὰ γί­νου σου­φὸς κ’ ἐ­γώ…

       — Καὶ δὲν τὰ ξου­ρί­ζεις; Ἐ­δῶ πα­ρα­κά­τ’ εἶ­ν’ οὑ χαμ­ζᾶς (κου­ρέ­ας). Μὰ δὲν κουτᾷς. Πῶς θὰ γυ­ρί’ης, μαῦ­ρε, στοὺ χου­ριό;

       — Πλε­ρώ­νεις ἐ­σὺ τὰ ξου­ρι­στ’­κά;

       — Πλε­ρώ­νου… μὰ δὲ θ’ ἀ­πο­κου­τί’ῃς τέ­τοι­ου πρᾶ­μα..

       — Βά­ν’ς καὶ τὰ βι­ου­λιὰ μα­ζί;

       — Τί τὰ θέ­λ’ς τὰ βι­ου­λιά;

       — Ἔ­τσ’, θέ­λου νὰ γί­νῃ τοῦ πρά­μα πα­νη­γύ­ρ’.

       — Ἂς εἶ­ναι κ’ ἔ­τσ’.

       Ὁ Δυ­ο­βου­νι­ώ­της ἀ­κό­μα δὲν εἶ­χε κα­τα­λά­βει κα­λὰ τί λο­γῆς ξύ­ρι­σμα ἤ­θε­λε ὁ γέ­ρο-σύν­τρο­φός του. Ξέ­χα­νε τὰ πα­λιά του τὰ κα­μώ­μα­τα· Ἄν­θρω­πος τοῦ δρυ­μοῦ, κλα­ρί­της, ἤ­ξε­ρε νὰ λέ­ῃ τὰ πρά­μα­τα καὶ νὰ τὰ κά­νῃ πέ­ρα καὶ πέ­ρα ξέ­σκε­πα.

       Μπαί­νου­νε στὸν κου­ρέ­α, καὶ νά, ἔρ­χον­ται τὰ βι­ο­λιά, κι’ ἀρ­χί­ζουν τὸ παι­γνί­δι, κ’ ἑ­τοι­μά­ζει ὁ κου­ρέ­ας τὰ ξου­ρά­φια του. Κά­νει ὅ­μως νὰ βά­λῃ χέ­ρι στοῦ γέ­ρο-στρα­τη­γοῦ τὰ μοῦ­τρα, κι’ αὐ­τός,

       — Τρά­βα τοὺ χέ­ρ’ σ’ ἀ­ποὺ κεῖ! τοῦ λέ­ει.

       Πε­τά­ει πέ­ρα τὴ φου­στα­νέλ­λα καὶ μέ­νει ὅ­πως τὸν ἔ­κα­με ἡ μαν­νού­λα του ἀ­πὸ τὴ μέ­ση καὶ κά­του…

       Κι’ ἀρ­χί­ζει ὁ κου­ρέ­ας, θέ­λον­τας μὴ θέ­λον­τας, καὶ τοῦ τὰ ξου­ρί­ζει… Καὶ παί­ζουν τὰ βι­ο­λιά… Κι ὁ κό­σμος ὅ­λο καὶ μα­ζεύ­ε­ται…

       — Αἴ, τώ­ρα μοι­ά­ζ’­νε μὲ μοῦ­τρα φράγ­κι­κα! εἶ­πε ὁ γέ­ρος ἀ­φοῦ τε­λεί­ω­σε τὸ ξύ­ρι­σμα.

       Κι’ ὅ­λα αὐ­τὰ τἄ­κα­με, γιὰ νὰ σα­τυ­ρί­σῃ τὰ ξου­ρι­σμέ­να μοῦ­τρα καὶ μου­στά­κια, ποῦ εἴ­χα­νε κο­πιά­σει ἀ­π’ τὴ Φραγ­κιὰ νὰ φέ­ρου­νε και­νούρ­για φῶ­τα στὸ Ρω­μαίϊ­κο.


Λαϊκὸ ἐπιχρωματισμένο ξυλόγλυπτο.
Ἀπὸ τὸν Καρναβαλικὸ Πολιτιστικὸ Σύλλογο Ἀγιάσου «Ὁ Σάτυρος».
Φωτογραφία: Ἡρὼ Νικόπουλου, 1η Αὐγούστου 2003.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α, Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Α. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως, Ἀ­θῆ­ναι, 1927 [Ἀ­πὸ Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη Ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα].

Δη­μη­τρα­κά­κης, Δη­μή­τριος. Γεν­νή­θη­κε στὸ Κα­στρὶ τέ­ως Δή­μου Κα­στο­ρεί­ου τῆς Λα­κε­δαί­μο­νος τὸ 1823, πέ­θα­νε ἄ­γα­μος στὶς 23 Αὐ­γού­στου τοῦ 1888 καὶ τά­φη­κε στὸ Βυ­ζαν­τι­νὸ Να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Γε­ωρ­γί­ου στὸ Κα­στρί. Ἦ­ταν γιὸς τοῦ ὁ­πλαρ­χη­γοῦ τῆς ἐ­πα­νά­στα­σης τοῦ 1821 Γε­ωρ­γί­ου Δη­μη­τρα­κά­κη καὶ ἐγ­γο­νὸς τοῦ ἐ­θνο­μάρ­τυ­ρα τῆς ἡ­ρω­ϊ­κῆς ἐ­πα­νά­στα­σης «τοῦ Ὀρ­λὼφ» Γι­αν­νά­κη Δη­μη­τρα­κά­κη. Ἔ­βγα­λε τὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Σχο­λεῖ­ο στὸ Μι­στρᾶ, τὸ Γυ­μνά­σιο στὸ Ναύ­πλιο, καὶ τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­α­κρί­θη­κε ὡς δη­μό­σιος ἄν­δρας καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ ση­μαν­τι­κὲς δι­οι­κη­τι­κὲς θέ­σεις μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α. Τὰ χρό­νια της Κω­λετ­τι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης (1845-1847) ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρος γραμ­μα­τέ­ας τοῦ Σπαρ­τιά­τη πο­λι­τι­κοῦ Νι­κο­λά­ου Κορ­φι­ω­τά­κη ποὺ δο­λο­φο­νή­θη­κε ὅ­ταν ἦ­ταν ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν ἀ­πὸ το­πι­κοὺς ἀν­τι­πά­λους του τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1850. Με­τὰ τὴ δο­λο­φο­νί­α τοῦ Κορ­φι­ω­τά­κη ὁ Δ. Δη­μη­τρα­κά­κης ἐ­κτέ­θη­κε στὶς ἐ­κλο­γὲς τὸ 1859 καὶ ἐ­κλέ­χτη­κε βου­λευ­τὴς Λα­κε­δαί­μο­νος. Ἐ­πα­νε­κλέ­χτη­κε τὸ 1868, τὸ 1879, τὸ 1880-1882 καὶ τὸ 1885. Ση­μαν­τι­κὴ προ­σφο­ρά του ἀ­πο­τε­λοῦν τὰ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τά του ποὺ ὄ­χι μό­νο φω­τί­ζουν πολ­λὲς σκο­τει­νὲς σε­λί­δες τῆς Ἱ­στο­ρί­ας μας ἀλ­λὰ καὶ σκι­α­γρα­φοῦν μιὰν ὁ­λό­κλη­ρη ἐ­πο­χή. Πη­γή: http://www.elladatv.gr/

Εἰ­κό­να: Πανουργιᾶς (Δημήτριος Ξηρός, 1767-1834, ὁπλαρ­χηγὸς ἐπαρ­χίας Ἀμ­φίσ­σης).



		

	

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips): Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α



Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips)


Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α

(The Impossible Angle)


Α ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­α. Δὲν γνώ­ρι­ζαν, ὅ­ταν ἡ καρ­διά τους ὅ­μοι­α μὲ σκύ­λου, φού­σκω­σε ἀ­πὸ χα­ρὰ γιὰ τὴν ἀ­γο­ρά τους λί­γα χρό­νια πρίν, πῶς θὰ κα­τέ­λη­γε ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τους. Εἶ­χαν ἁ­πλές, ἀλ­λὰ ἐ­πι­τα­κτι­κὲς ἀ­ναγ­κές: νὰ περ­πα­τή­σουν καί, πε­ρι­στα­σια­κά, νὰ τρέ­ξουν, νὰ πε­ρι­πλα­νη­θοῦν σὲ πε­ζο­δρό­μια πό­λε­ων, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ σὲ ἐ­ξο­χι­κοὺς δρό­μους. Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες ἔ­γι­ναν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, κρέ­μον­ται μὲ δερ­μα­το­ει­δῆ ἀ­θω­ό­τη­τα ἀ­π’ τὰ πό­δια του, δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ες. Τὶς ἀ­πα­σχο­λοῦν κυ­ρί­ως οἱ δί­δυ­μες τρύ­πες τους, μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ δε­ξιοῦ πο­διοῦ καὶ μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ πο­διοῦ. Θυ­μοῦν­ται ἀό­ρι­στα ἐ­κεί­νη τὴν φο­ρὰ ποὺ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα τὶς μαν­τά­ρι­σε, και­ρὸ πρίν. Ἀλ­λὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει μῆ­νες ἀ­πὸ τό­τε, ἂν ὄ­χι χρό­νια. Θυ­μοῦν­ται τὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά της δά­χτυ­λα. Θυ­μοῦν­ται ἐ­πί­σης πὼς κά­πο­τε ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἄ­σπρες, πα­ρὰ κα­φέ. Ὅ­μοι­α μὲ τὰ πα­πού­τσια του, οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Τὸ παν­τε­λό­νι τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τοῦ εἶ­ναι πο­λὺ κον­τὸ καὶ ἔ­τσι ἦ­ταν πάν­τα. Μιὰ φο­ρά, ἕ­να κο­ρί­τσι κο­ρό­ι­δε­ψε τὸν νε­κρὸ ἄν­τρα γιὰ τὸ κον­τό του παν­τε­λό­νι ποὺ δὲν ἔ­φτα­νε νὰ κα­λύ­ψει τοὺς ἀ­στρα­γά­λους του. Ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας ὑ­πε­ρα­σπί­στη­κε τὸ παν­τε­λό­νι του. Εἶ­πε στὸ κο­ρί­τσι ὅ­τι τὸ παν­τε­λό­νι τὸ εἶ­χε ρά­ψει μιὰ κα­λὴ γυ­ναί­κα σ’ ἕ­να κα­λὸ μέ­ρος. Τὸ παν­τε­λό­νι ἀ­γνο­εῖ τὴν ὁ­λο­έ­να αὐ­ξα­νό­με­νη ὑ­πο­ψί­α του ὅ­τι ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας εἶ­ναι ἴ­σως νε­κρός.

       Τὸ ἐ­σώ­ρου­χο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, γε­μά­το τώ­ρα κό­πρα­να καὶ οὖ­ρα, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ που­κά­μι­σο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, μου­σκε­μέ­νο ὣς τὸ κόκ­κα­λο, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ κα­πέ­λο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο, κεί­τε­ται μέ­τρα μα­κριά.

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ χω­νέ­ψω. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἔ­χει σφηνω­θεῖ στὸ μυα­λό μου σὰν ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φία. Ἡ ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ κά­τω ποὺ μοιά­ζει μὲ τὴν ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν ἑ­νὸς ζων­τα­νοῦ ἄν­τρα, ὁ στε­νὸς βρώ­μι­κος δρό­μος, τὰ χα­λί­κια καὶ οἱ τρο­χοὶ τῶν ἐ­λα­στι­κῶν, τὸ παν­τε­λό­νι του, οἱ κάλ­τσες του, τὰ πα­πού­τσια του, ἡ ἀ­καμ­ψί­α τοῦ δε­ξιοῦ του πο­διοῦ, ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α κλί­σης τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ http://newlimestonereview.as.uky.edu/2017/09/01/two-flash-fictions/#more-307

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τέσ­σε­ρα βι­βλί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τῆς τε­λευ­ταί­ας της συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των So­me Pos­sible So­lu­tions ποὺ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο John Gar­dner Fi­ction Book A­ward γιὰ τὸ 2017. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Beau­ti­ful Bu­reau­crat ἦ­ταν μέ­σα στὴ λί­στα τῶν New York Times γιὰ τὰ βι­βλί­α ποὺ ξε­χώ­ρι­σαν τὸ 2015 καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α The Los An­ge­les Ti­mes Book Pri­ze καὶ New York Pu­blic Li­bra­ry’s Young Li­ons A­ward. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ ἐ­πί­σης, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ro­na Jaf­fe Foun­da­tion Wri­ter’s A­ward, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο I­ta­lo Cal­vi­no Pri­ze. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ ἔν­τυ­πα The Atlan­­ticThe New York Ti­mesTin Hou­se καὶ Se­le­cted Shorts. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­πί­κου­ρη κα­θη­γή­τρια στὸ Broo­klyn Col­lege. https://www.helencphillips.com/home/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016),  ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Πῶς ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Πῶς ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο


TAN HMOYN μι­κρός, μέ­να­με μὲ τὴ μά­να σ’ ἕ­να σπί­τι ἐ­ξο­χι­κό. Σή­με­ρα θά ‘λε­γα σ’ ἕ­να σπί­τι πα­λαιϊκό. Ἦ­ταν χτι­σμέ­νο μὲ ξύ­λα, πέ­τρα καὶ κόκ­κι­νη λά­σπη. Τὸ μι­σὸ ἤ­τα­νε ἀ­πο­θή­κη γιὰ τὰ ζων­τα­νά. Τὸ ἄλ­λο μι­σὸ ἕ­να με­γά­λο δω­μά­τιο μὲ τὰ οὗ­λα του. Μέ­χρι κου­νου­πι­έ­ρα εἴ­χα­με στὸ κρε­βά­τι μας. Τὸ σπί­τι βρι­σκό­ταν στὴν ἄ­κρη τῆς πό­λης. Πί­σω του ὁ κῆ­πος καὶ πιὸ πί­σω ὁ ξε­ρο­πό­τα­μος – ἔ­σερ­νε τὴν κοί­τη του δι­α­κό­σια μέ­τρα ἀ­πὸ μᾶς μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ ἡ κοί­τη ἀ­νη­φό­ρι­ζε πα­ρέ­α μὲ κα­να­πί­τσες, κα­λά­μια καὶ ἀ­νά­ρια πλα­τά­νια. Ἡ πυ­κνὴ βλά­στη­ση ἀ­κο­λού­θα­γε τὰ ἴ­χνη τοῦ πο­τα­μοῦ καὶ χα­νό­ταν στὸν αὐ­χέ­να δυ­ὸ λό­φων.

       Πάν­τα ἤ­θε­λα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω ἐ­κεί­νους τοὺς λό­φους, ἀλ­λὰ ἡ μά­να δὲ μ’ ἄ­φη­νε νὰ τὸ κά­νω, μέ­χρι ν’ ἀ­πο­κτή­σω μὲ τὴν ἀ­ξί­α μου τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο. Ἔ­τσι ὀ­νει­ρευ­ό­μουν ὅ­τι δρα­πέ­τευ­α στὴν κοί­τη τοῦ πο­τα­μοῦ, ἀ­νη­φό­ρι­ζα στοὺς λό­φους καὶ τὰ λοι­πά. Ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α αὐ­τή. Κά­πο­τε θὰ στὴ γρά­ψω, μὴ λά­χει καὶ πα­λα­βώ­σω καὶ σβή­σει ἀ­π’ τὸ μυα­λό μου.

       Μπρὸς ἀ­π’ τὸ σπί­τι περ­νοῦ­σε ὁ δη­μό­σιος δρό­μος. Χῶ­μα καὶ σκό­νη τὰ κα­λο­καί­ρια, λά­σπη καὶ μπαν­τί­κι* τὶς βρο­χε­ρὲς μέ­ρες, δη­λα­δὴ σχε­δὸν τὸ χει­μώ­να ὁ­λό­κλη­ρο. Ὅ­ταν τὰ με­ση­μέ­ρια περ­νοῦ­σαν τὰ κά­ρα καὶ τὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α τῆς γραμ­μῆς γιὰ τὰ χω­ριὰ τοῦ κάμ­που, στε­κό­μουν στὴν κλει­δω­μέ­νη αὐ­λό­πορ­τα καὶ τὰ χά­ζευ­α. Ἡ σκό­νη ἢ τὸ πι­τσί­λι­σμα τῶν λα­σπό­νε­ρων, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πο­χή, ἦ­ταν ἀ­πό­λαυ­ση. Κι ἂς ἔ­σκου­ζε ἡ μά­να, θὰ σὲ σα­πί­σω στὸ ξύ­λο, ἔμ­πα στὸ σπί­τι. Ἤ­ξε­ρε πὼς δὲν κιν­δυ­νεύ­ω κι ἔ­με­νε στὶς φω­νές. Κα­μιὰ φο­ρὰ μοῦ τὶς ἔ­βρε­χε στὸν πι­σι­νό, μᾶλ­λον χα­ϊ­δευ­τι­κά, μὲ τὴ σκού­πα ἢ τὸ φα­ρά­σι. Ψι­λὰ πρά­μα­τα. Μὲ ἀ­γά­πα­ε. Τὶς νύ­χτες κοι­μό­μα­σταν ἀγ­κα­λιὰ στὸ κρε­βά­τι μας.

       Σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸν κῆ­πο, μέ­χρι τὸ ἁ­γιά­ρι* ποὺ μᾶς χώ­ρι­ζε ἀ­π’ τὸ ρέ­μα, εἶ­χα στή­σει τὸ παι­δι­κό μου βα­σί­λει­ο. Ἐ­κεῖ πέρ­να­γα τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες καὶ σπού­δα­ζα τὰ ἐ­ξω­σχο­λι­κά μου μα­θή­μα­τα. Συν­τρο­φιά μου ὁ σκύ­λος, κάμ­πο­σες γά­τες θε­ό­μορ­φες —θη­λυ­κὲς ὅ­λες κα­τὰ πε­ρί­ερ­γο τρό­πο— καὶ οἱ κό­τες. Μὲ τὶς κό­τες πά­ρε-δῶ­σε δὲν εἶ­χα. Πιὸ ἀ­τί­θα­σες, μὲ ἀ­πό­φευ­γαν. Πή­γαι­ναν καὶ βό­σκα­νε μα­κριά, τὶς ἔ­χα­να ἀ­π’ τὰ μά­τια μου. Ἐρ­χό­ντα­νε μέ­ρες ποὺ χά­νον­ταν ἐν­τε­λῶς γιὰ βδο­μά­δες, ὥ­σπου ξε­φύ­τρω­ναν ἀ­π’ τὸ ρέ­μα μὲ κα­μιὰ ντου­ζί­να κλω­σό­που­λα ἡ κα­θε­μιὰ συ­νο­δεί­α. Ὁ σκύ­λος κι οἱ γά­τες μὲ εἶ­χαν ἀ­πὸ κον­τά, παί­ζα­με μὲ τὶς ὧ­ρες σὰν πα­λιοὶ κα­λοὶ φί­λοι.

       Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νέ­νας πὼς ἡ παι­δι­κή μου ζω­ὴ ἦ­ταν πα­ρα­δει­σέ­νια. Κι ἔ­τσι θὰ ἦ­ταν, ἂν δὲ βά­λεις στὸ μέ­τρη­μα τὸν κα­η­μό μου νὰ κα­τε­βῶ στὸ ξε­ρό­ρε­μα νὰ ἐ­ξε­ρευ­νή­σω τοὺς λό­φους. Ἡ μά­να μου ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τη, ἔ­χει νάρ­κες ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο στὸ γε­φυ­ρά­κι, θὰ σκο­τω­θεῖς, νὰ μὴν πᾶς που­θε­νά. Εὐ­τυ­χῶς, τὰ πρά­μα­τα ἄλ­λα­ξαν μέ­χρι νὰ κα­βα­τζά­ρω πά­νω-κά­τω τὰ δέ­κα. Ἄ­κου πῶς ἔ­γι­νε:

       Εἶ­πα πὼς εἴ­χα­με κάμ­πο­σες γά­τες. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τοῦ Ἀ­πρί­λη οἱ γά­τες γεν­νο­βο­λοῦ­σαν ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ μέ­σα στὴν ἀ­πο­θή­κη. Σὰν κου­νέ­λες οἱ ἄ­τι­μες. Ἡ μά­να πα­ρα­φύ­λα­γε, τὶς ξε­γέ­λα­γε μὲ κά­να κομ­μά­τι ψω­μὶ βου­τηγ­μέ­νο στὸ γά­λα καὶ μά­ζευ­ε τὰ τυ­φλὰ γα­τό­που­λα σ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Τὴ γλί­τω­ναν μό­νο τα θη­λυ­κὰ κι αὐ­τὰ ὄ­χι ὅ­λα. Ἄ­φη­νε ζων­τα­νὰ ὅ­σα εἴ­χα­νε ὄ­μορ­φα χρώ­μα­τα. Ὕ­στε­ρα μ’ ἔ­πι­α­νε ἀ­π’ τὸ χέ­ρι καὶ μὲ τὸ τσου­βά­λι στὴν πλά­τη μὲ πή­γαι­νε βόλ­τα μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα, ἐ­κεῖ ποὺ κα­τέ­λη­γε ἡ κοί­τη τοῦ ξε­ρο­πό­τα­μου καὶ φύ­τρω­ναν πυ­κνὲς κα­λα­μι­ές. Ὅ­ταν γυ­ρί­ζα­με σπί­τι, τὸ τσου­βά­λι μὲ τὰ γα­τό­που­λα ἤ­τα­νε ἄ­δει­ο.

       Ἔ, λοι­πὸν τί νὰ σοῦ πῶ. Μέ­χρι νὰ βγά­λω τὸ δη­μο­τι­κὸ εἶ­χα γί­νει ἐξ­πὲρ στὸν ἀ­φα­νι­σμό. Δὲν προ­λά­βαι­ναν νὰ γεν­νή­σουν οἱ γά­τες, καὶ τὰ γα­τό­που­λα ἦ­ταν πνιγ­μέ­να στὴ θά­λασ­σα. Μό­νος μου πή­γαι­να. Τί νὰ τὴν κά­νω τὴ μά­να. Ἤ­μουν κα­λὸς μα­θη­τής της. Σὲ πολ­λὰ τὴν ξε­πέ­ρα­σα. Τά ’­πνι­γα χω­ρὶς ν’ ἀ­κου­στεῖ κίχ. Ἔ­τσι ἀ­πό­κτη­σα τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ σερ­γι­α­νά­ω στὴν κοί­τη τοῦ ξε­ρο­πό­τα­μου μέ­χρι τοὺς λό­φους. Ὁ­λο­μό­να­χος πάν­τα, τ’ ἄλ­λα παι­διὰ δὲ μὲ κά­να­νε γοῦ­στο, για­τὶ ὅ­ταν μὲ τσά­τι­ζαν, θύ­μω­να καὶ τὰ πλά­κω­να στὶς μπου­νι­ές. Ὧ­ρες-ὧ­ρες ἤ­θε­λα νὰ τὰ κλεί­σω ζων­τα­νὰ στὸ τσου­βά­λι καὶ νὰ τὰ πνί­ξω στὴ θά­λασ­σα σὰ γα­τιά.

       Τὰ σκέ­φτο­μαι καὶ λι­γώ­νει ἡ ψυ­χή μου ἀ­π’ τὴ λα­χτά­ρα. Για­τὶ γιὰ τὸ ἐ­λεύ­θε­ρο ἔ­κα­μα ὅ,τι ἔ­κα­μα ἀλ­λὰ ἡ δου­λειὰ στρά­βω­σε καὶ μπῆ­κα στὰ κάγ­κε­λα. Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ θὰ στὴ γρά­ψω ἄλ­λη φο­ρά… Μὲ τρώ­ει ἡ ἔ­γνοι­α ἀ­πό­ψε ποι­ός θὰ ξα­λα­φρώ­νει τὴν ἀ­πο­θή­κη ἀ­π’ τὰ γα­τιὰ τώ­ρα ποὺ ἡ μά­να κα­τά­πε­σε.


* μπαντίκι· κόλλημα στὴ λάσπη.
* ἁ­γιά­ρι· μικρὸς γκρεμός, χαντάκι.


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Γιάννης Μυτηλιναῖος: Στιγμή


Γιά­ννης Μυ­τη­λι­ναῖ­ος


Στιγ­μή


ΙΑ ΝΤΟΥΖΙΝΑ ἀ­γό­ρια παί­ζουν στὴν ἀ­λά­να πο­δό­σφαι­ρο. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο εἶ­ναι δώ­δε­κα χρο­νῶν. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἡ μπά­λα ἀ­στο­χεῖ, κυ­λά­ει στὰ πό­δια μιᾶς γυ­ναί­κας. Φο­ρά­ει κον­τὸ μί­νι μὲ μαῦ­ρο, δι­κτυ­ω­τὸ καλ­σὸν καὶ μιὰ ἀ­νοι­χτὴ κόκ­κι­νη μπλού­ζα ποὺ ἀ­φή­νει ἐ­κτε­θει­μέ­νο τὸ μποῦ­στο της. Εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, πο­λὺ ὄ­μορ­φη στ’ ἀ­λή­θεια. Τ’ ἀ­γό­ρια στα­μα­τοῦν τὸ παι­χνί­δι καὶ τὴν κοι­τά­ζουν. Ἐ­κεί­νη τι­νά­ζει πί­σω τὰ μα­κριά της μαλ­λιὰ καὶ τεν­τώ­νει πρὸς τὰ ἔ­ξω τὸ στῆ­θος της. Ὅ­λα τ’ ἀ­γο­ρί­στι­κα βλέμ­μα­τα ἔ­χουν καρ­φω­θεῖ τώ­ρα πά­νω της. Τῆς ἀ­ρέ­σει.

        Πε­ρι­μέ­νει κά­ποι­ο κο­λα­κευ­τι­κὸ σχό­λιο ἢ πεί­ραγ­μα, ὅ­μως εἰς μά­την. Τὰ μά­τια ποὺ τὴν κοι­τοῦν εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἀ­πο­νή­ρευ­τα. Τὸ μό­νο ποὺ θέ­λουν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι νὰ κλω­τσή­σει πρὸς τὸ μέ­ρος τους τὴν μπά­λα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Μυ­τι­λη­ναῖ­ος (1980) Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τός της Νο­μι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης.