Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας



Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας

(The Story of an Hour)


ΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ὅ­τι ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε καρ­δια­κὸ πρό­βλη­μα, δό­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­σο­χὴ στὸ πῶς θὰ τῆς ἀ­να­κοί­νω­ναν τὴν εἴ­δη­ση τοῦ θα­νά­του τοῦ συ­ζύ­γου της μὲ τὸν πλέ­ον ἀ­νώ­δυ­νο τρό­πο.

       Αὐ­τὴ ποὺ τῆς τὸ εἶ­πε μὲ μι­σό­λο­γα ἦ­ταν ἡ ἀ­δελ­φή της ἡ Ζό­ζε­φιν· κα­λυμ­μέ­να ὑ­πο­νο­ού­με­να ποὺ ἀ­πο­κά­λυ­πταν τὴ μι­σὴ ἀ­λή­θεια. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης ἐ­κεῖ, κον­τά της, ὁ φί­λος τοῦ συ­ζύ­γου της ὁ Ρί­τσαρ­ντς. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ γρα­φεῖ­α τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ τρα­γι­κοῦ σι­δη­ρο­δρο­μι­κοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος, μὲ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ νὰ εἶ­ναι πρῶ­το στὸν κα­τά­λο­γο τῶν «σκο­τω­μέ­νων». Χρει­ά­στη­κε μό­νο τὸν χρό­νο γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἀ­λή­θεια μ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο τη­λε­γρά­φη­μα καὶ ἔ­σπευ­σε ὡς προ­σε­κτι­κὸς καὶ τρυ­φε­ρὸς φί­λος νὰ με­τα­φέ­ρει τὸ θλι­βε­ρὸ μή­νυ­μα.

       Ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ δὲν ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α ὅ­πως πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες κά­νουν, πα­ρα­λύ­ον­τας ἀ­πὸ τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δε­χτοῦν τὴ ση­μα­σί­α της. Ἔ­κλα­ψε ἀ­μέ­σως καὶ πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἔ­ξαλ­λη στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς ἀ­δελ­φῆς της. Ὅ­ταν ἡ θύ­ελ­λα τῆς θλί­ψης κα­τα­λά­για­σε ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὸ δω­μά­τιό της μό­νη. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει κα­νείς.

       Ἐ­κεῖ, ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο βρι­σκό­ταν μιὰ ἄ­νε­τη, εὐ­ρύ­χω­ρη πο­λυ­θρό­να μὲς στὴν ὁ­ποί­α βού­λια­ξε, συν­τε­τριμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κὴ ἐ­ξάν­τλη­ση ποὺ στοί­χει­ω­νε τὸ σῶ­μα της καὶ σχε­δὸν ἄγ­γι­ζε τὴν ψυ­χή της.

       Στὴν ἀ­νοι­χτὴ πλα­τεί­α μπρο­στὰ στὸ σπί­τι της ἔ­βλε­πε τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων ποὺ τρε­μό­παι­ζαν γε­μά­τες ἀ­πὸ τὴν και­νούρ­για ζω­ὴ ποὺ ἔ­φερ­νε ἡ ἄ­νοι­ξη. Ὁ ἀ­έ­ρας μο­σχο­βο­λοῦ­σε βρο­χή. Κά­τω στὸν δρό­μο ἕ­νας γυ­ρο­λό­γος δι­α­λα­λοῦ­σε τὴν πρα­μά­τεια του. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­μυ­δρὰ οἱ νό­τες ἑ­νὸς τρα­γου­διοῦ ποὺ κά­ποι­ος τρα­γου­δοῦ­σε μα­κριὰ κι ἀ­μέ­τρη­τα σπουρ­γί­τια τι­τί­βι­ζαν στὶς μαρ­κί­ζες.

       Ἔ­βλε­πες κομ­μά­τια γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­χαν σω­ρευ­τεῖ τὸ ἕ­να πά­νω στὸ ἄλ­λο πρὸς τὴ δύ­ση ἀ­πέ­ναν­τι ἀπ’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της.

       Κά­θι­σε μὲ τὸ κε­φά­λι της ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ μα­ξι­λά­ρι τῆς κα­ρέ­κλας, σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἀ­νέ­βη­κε ἕ­νας κόμ­πος στὸν λαι­μὸ καὶ τὴν τά­ρα­ξε, ὅ­πως τὰ παι­διὰ ποὺ ἐ­νῶ ἔ­χουν κλά­ψει γιὰ νὰ κοι­μη­θοῦν συ­νε­χί­ζουν νὰ κλαῖ­νε μ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ στὰ ὄ­νει­ρά τους.

       Ἦ­ταν νέ­α, μὲ φω­τει­νό, ἤ­ρε­μο πρό­σω­πο τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ γραμ­μὲς μαρ­τυ­ροῦ­σαν αὐ­το­συγ­κρά­τη­ση καὶ ἴ­σως κά­ποι­α δύ­να­μη. Ἀλ­λὰ τώ­ρα δι­έ­κρι­νες τὴ μουν­τὴ ἐ­πί­μο­νη μα­τιά της, ἐ­νῶ τὸ βλέμ­μα της ἦ­ταν καρ­φω­μέ­νο μα­κριὰ σ’ ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ κομ­μά­τια τοῦ γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Δὲν ἔ­δει­χνε στο­χα­σμό, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον σὰν νὰ αἰ­ω­ρεῖ­το μέ­σα του κά­ποι­α εὐ­φυ­ὴς σκέ­ψη.

       Ἐρ­χό­ταν κά­τι κι αὐ­τὴ τὸ πε­ρί­με­νε ἔν­τρο­μη. Τί νὰ ἦ­ταν; Δὲν ἤ­ξε­ρε· ἦ­ταν τό­σο δυσ­δι­ά­κρι­το καὶ ἀ­κα­θό­ρι­στο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ κα­το­νο­μά­σει. Ἀλ­λὰ τὸ ἔ­νι­ω­θε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ τὴν προ­σεγ­γί­ζει μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, τὶς μυ­ρω­δι­ές, τὰ χρώ­μα­τα ποὺ γέ­μι­ζαν τὸν ἀ­έ­ρα.

       Τώ­ρα τὸ στῆ­θος της ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα. Ἄρ­χι­ζε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει αὐ­τὸ τὸ κά­τι ποὺ πλη­σί­α­ζε γιὰ νὰ τὴν κυ­ρι­εύ­σει κι αὐ­τὴ ἀ­γω­νι­ζό­ταν νὰ τὸ ἀν­τι­κρού­σει μὲ τὴ θέ­λη­σή της – τὸ ἴ­διο ἀ­νί­σχυ­ρη μὲ τὰ δυ­ὸ λευ­κὰ λε­πτά της χέ­ρια.

       Ὅ­ταν τοῦ πα­ρα­δό­θη­κε ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὰ μό­λις ἀ­νοιγ­μέ­να χεί­λη της μιὰ μι­κρὴ λέ­ξη εἰ­πω­μέ­νη ψι­θυ­ρι­στά. Ἀ­κού­στη­κε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ ἐ­νῶ ἀ­νά­σαι­νε: «ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη!» Τὸ κε­νὸ βλέμ­μα καὶ ἡ ὄ­ψη τοῦ τρό­μου ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν ἀ­πὸ τὰ μά­τια της, ἐ­νῶ αὐ­τὰ πα­ρέ­μει­ναν ἔν­το­να καὶ λαμ­πε­ρά. Οἱ παλ­μοί της χτυ­ποῦ­σαν γρή­γο­ρα καὶ τὸ αἷ­μα ποὺ ἔρ­ρε­ε ζέ­σται­νε καὶ χα­λά­ρω­νε κά­θε σπι­θα­μὴ τοῦ σώ­μα­τός της.

       Δὲν στα­μά­τη­σε γιὰ νὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ ἐ­ὰν ἡ χα­ρὰ ποὺ τὴν κυ­ρί­ευ­ε ἦ­ταν ἢ ὄ­χι τε­ρα­τώ­δης. Μιὰ σα­φὴς καὶ ἀ­νώ­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἔ­δω­σε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξει αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α ὡς ρη­χή.

       Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κλαι­γε ξα­νὰ ὅ­ταν θὰ ἔ­βλε­πε τὰ εὐ­γε­νι­κά, τρυ­φε­ρὰ χέ­ρια δι­πλω­μέ­να στὸ σχῆ­μα τοῦ σταυ­ροῦ· τὸ πρό­σω­πο ποὺ δὲν τὴν εἶ­χε πο­τὲ κοι­τά­ξει δί­χως ἀ­γά­πη ἀ­κί­νη­το καὶ γκρί­ζο καὶ νε­κρό. Ἀλ­λὰ πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πι­κρὴ στιγ­μὴ εἶ­δε τὴ μα­κρὰ σει­ρὰ τῶν ἐ­τῶν ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν καὶ θὰ ἀ­νῆ­καν σ’ αὐ­τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Καὶ ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια της γιὰ νὰ τὰ κα­λω­σο­ρί­σει.

       Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς νὰ ζεῖ γι’ αὐ­τὴν κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῶν ἑ­πό­με­νων ἐ­τῶν· θὰ ζοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­μιὰ ἰ­σχυ­ρὴ θέ­λη­ση ἱ­κα­νὴ νὰ κάμ­ψει τὴ δι­κή της μὲ τυ­φλὴ ἐ­πι­μο­νὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἔ­χουν δι­καί­ω­μα νὰ ἐ­πι­βάλ­λουν τὴ θέ­λη­σή τους στὸν σύν­τρο­φό τους. Ἡ πρό­θε­σή της αὐ­τή, εὐ­γε­νὴς ἢ ἀ­πάν­θρω­πη, ἔ­κα­νε τὴν πρά­ξη νὰ μοιά­ζει ἐγ­κλη­μα­τι­κὴ κα­θὼς τὴ σκε­φτό­ταν αὐ­τὴ τὴ σύν­το­μη στιγ­μὴ τῆς φώ­τι­σης.

       Κι ὅ­μως τὸν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει – κά­ποι­ες φο­ρές. Καὶ ἄλ­λες πά­λι ὄ­χι. Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε! Τί ἀ­ξί­α θὰ εἶ­χε ἡ ἀ­γά­πη, αὐ­τὸ τὸ ἄ­λυ­το μυ­στή­ριο, ἐν συγ­κρί­σει μὲ τὴν ἐ­πι­βο­λὴ ποὺ τὴν εἶ­χε κα­τα­λά­βει τὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε αἴφ­νης ὡς τὴν ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη πα­ρόρ­μη­ση τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       «Ἐ­λεύ­θε­ρη! Ψυ­χὴ καὶ σῶ­μα ἐ­λεύ­θε­ρα!» συ­νέ­χι­ζε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει.

       Ἡ Ζό­ζε­φιν ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στὰ στὴν κλει­στὴ πόρ­τα μὲ τὰ χεί­λη της στὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, ἐ­κλι­πα­ρών­τας νὰ μπεῖ. « Λου­ίζ, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα! Σὲ ἱ­κε­τεύ­ω· ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα – θὰ ἀρ­ρω­στή­σεις. Τί κά­νεις, Λου­ίζ; Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα.»

       «Φύ­γε. Δὲν θ’ ἀρ­ρω­στή­σω». Ὄ­χι· ἔ­πι­νε τὸ ἴ­διο τὸ ἐ­λι­ξή­ριο τῆς ζω­ῆς μέ­σα ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Ἡ φαν­τα­σί­α της ὀρ­γί­α­ζε, ἐ­νῶ ἡ σκέ­ψη τῆς ἔ­τρε­χε στὶς μέ­ρες ποὺ θ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες μέ­ρες, καὶ κα­λο­και­ρι­νὲς μέ­ρες, καὶ ὅ­λες οἱ μέ­ρες ποὺ θὰ ἦ­ταν δι­κές της. Μα­κά­ρι ἡ ζω­ὴ νὰ δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Μό­λις χτὲς ἦ­ταν ποὺ σκε­φτό­ταν μὲ ρί­γος γιὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς.

       Ἐν τέ­λει ση­κώ­θη­κε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα στὴ φορ­τι­κὴ ἀ­δελ­φή της. Δι­έ­κρι­νες κά­τι σὰν θρι­αμ­βευ­τι­κὸ πυ­ρε­τὸ στὰ μά­τια της ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­συ­ναί­σθη­τα σὰν θε­ὰ τῆς Νί­κης. Ἅρ­πα­ξε τὴν ἀ­δελ­φή της ἀ­πὸ τὴ μέ­ση, καὶ μα­ζὶ κα­τέ­βη­καν τὶς σκά­λες. Ὁ Ρί­τσαρ­ντς τὶς πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο.

       Κά­ποι­ος ἄ­νοι­γε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα μὲ τὸ κλει­δὶ τοῦ σύρ­τη. Ἦ­ταν ὁ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ αὐ­τὸς ποὺ μπῆ­κε, λι­γά­κι τα­λαι­πω­ρη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι, κρα­τών­τας ἀ­τά­ρα­χα τὸν τα­ξι­δι­ω­τι­κό του σά­κο καὶ τὴν ὀμ­πρέ­λα. Ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ σκη­νὴ τοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος καὶ οὔ­τε κὰν ἤ­ξε­ρε γι’ αὐ­τό. Ἔ­μει­νε ἔκ­θαμ­βος μπρο­στὰ στὴ δι­α­πε­ρα­στι­κὴ κραυ­γὴ τῆς Ζό­ζε­φιν· μπρο­στὰ στὴ γρή­γο­ρη κί­νη­ση τοῦ Ρί­τσαρ­ντς νὰ τὸν κρύ­ψει ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα του.

       Ὁ Ρί­τσαρ­ντς ὅ­μως ἄρ­γη­σε.

       Ὅ­ταν ἦρ­θαν οἱ για­τροὶ εἶ­παν πὼς εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­πὸ τὴν καρ­διά της – ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ ποὺ σκο­τώ­νει.


(1894)


Πηγή: Ἀ­­πὸ τὴν ἱ­­στο­­σε­­λί­­δα τῆς Δι­­ε­θνοῦς Ἑ­­ται­­ρεί­­ας Κέ­ιτ Σο­­πέν: https://www.ka­te­cho­pin.org/the-story-of-an-hour/#online Ἡ Κέ­ιτ Σο­πὲν ἔ­γρα­ψε τὸ πε­ζὸ «Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας», τὸ δι­α­ση­μό­τε­ρο ἴσως ἔρ­γο τῆς συγ­γρα­φέ­ως, στὶς 19 Ἀ­πρι­λί­ου 1894. Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ Vogue (στὸ ἴ­διο ἔν­τυ­πο ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ καὶ σή­με­ρα) στὶς 6 Δε­κεμ­βρί­ου 1894, μὲ τί­τλο «Τὸ Ὄ­νει­ρο τῆς μιᾶς ὥ­ρας». Ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ St. Louis Life στὶς 5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1895 μὲ δύο ἀλ­λα­γές. Τὴν τε­λευ­ταία αὐ­τὴ ἔκ­δο­ση ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ πα­ρού­σα πη­γὴ καὶ με­τά­φρα­ση.

Κέ­ιτ Σο­πέν (Kate Chopin), (1850-1904) Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ka­the­ri­ne O’ Fla­her­ty. Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας γαλ­λο­κα­να­δι­κῆς καὶ ἰρ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ ἐ­νη­λί­κους. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα της θε­ω­ροῦν­ται οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της Bayou Folk (1894) καὶ A night in A­ca­die (1897) κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The A­wa­ke­ning (1899) – με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ους πρό­δρο­μος τῶν φε­μι­νι­στριῶν συγ­γρα­φέ­ων τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γε­νι­κό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο της δί­νει ἔμ­φα­ση στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ στὸν δια­ρκῆ ἀ­γώ­να τους νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν τὴ δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Νό­του τῶν ΗΠΑ στὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

Εἰκόνα: Περι­μέ­νοντας πλάι στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔργο τοῦ Δανοῦ ζωγράφου
Carl Ho­lsøe (1863-1935).

Φω­το­γρα­φία τῆς σε­λί­δας τῆς πρώ­της δη­μοσί­ευ­σης τοῦ ἔργου στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Vogue.


		
Advertisements

Γιῶργος Ἀποσκίτης: Ὀ­λυμ­πια­κὸς-Ἄ­γι­αξ: 1-0



Γιῶργος Ἀποσκίτης


Ὀ­λυμ­πια­κὸς-Ἄ­γι­αξ: 1-0


ΤΟ ΤΕΡΜΑ τοῦ ὑ­πο­φω­τι­σμέ­νου λι­μα­νιοῦ, προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ ὥ­ρα, ἡ Εὐ­τέρ­πη σερ­βί­ρει τὰ τε­λευ­ταῖ­α γι’ ἀ­πό­ψε γλυ­κὰ καὶ χα­ρί­ζει ἁ­πλό­χε­ρα χα­μό­γε­λα. Ὁ Πέ­τρος τῆς ρί­χνει λο­ξὲς μα­τι­ὲς καὶ σκέ­φτε­ται τί ἱ­στο­ρί­α νὰ τῆς πεῖ γιὰ νὰ τὴν πεί­σει νὰ ξα­να­βρε­θοῦν στὴν Ἀ­θή­να τὸ Φθι­νό­πω­ρο. Στὸ βά­θος τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα ἀ­χνο­φαί­νε­ται ὁ «Δι­α­γό­ρας», τὸ κα­ρά­βι ποὺ μοιά­ζουν νὰ πε­ρι­μέ­νουν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἀ­π’ τοὺς λι­γο­στοὺς ἐ­να­πο­μεί­ναν­τες θα­μῶ­νες τῶν με­τρη­μέ­νων στὰ δά­χτυ­λα μα­γα­ζι­ῶν. «Ἐ­δῶ πού ’­χε­τε ἔρ­θει εἶ­ναι τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου», ἀ­να­φω­νεῖ μει­δι­ών­τας ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ψα­ρὰς πά­νω ἀ­π’ τὴ βάρ­κα του τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­ται νὰ ξα­νοι­χτεῖ γιὰ νὰ ρί­ξει πα­ρα­γά­δι. Κι ἐ­νῶ ἡ κόρ­να τοῦ πλοί­ου ἠ­χεῖ, «γκό­ο­ολ!» φω­νά­ζει ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἕ­νας ἡ­λι­ο­καμ­μέ­νος πι­τσι­ρι­κὰς βα­στών­τας μιὰ ἀ­ε­ρόμ­πα­λα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τρέ­χον­τας πρὸς τοὺς ἐμ­φα­νῶς γλα­ρω­μέ­νους γο­νεῖς του ποὺ εἶ­ναι κα­θι­σμέ­νοι —μὲ τὰ μπαγ­κά­ζια τους ἕ­τοι­μα, μα­ζε­μέ­να— στὸ ἀ­κρια­νὸ τρα­πέ­ζι τοῦ κα­φε­νεί­ου τῆς Εὐ­τέρ­πης, αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι πιὸ κον­τὰ στὴν προ­βλή­τα. «Τὸ παι­δὶ αὐ­τὸ ποὺ παί­ζα­με μπά­λα εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν Ὀλ­λαν­δί­α καὶ παί­ζει στὶς ἀ­κα­δη­μί­ες τοῦ Ἅ­γι­αξ.» «Ἔ­λα, Πά­νο, με­γά­λω­σες πιά, ἄ­σε τὶς βλα­κεῖ­ες, πᾶ­με… φύ­γα­με, τὸ πλοῖ­ο δὲν θὰ μᾶς πε­ρι­μέ­νει!»



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου: ΚΛΜ



Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου


ΚΛΜ


Ε ΕΙΧΕ ΠΙΑΣΕΙ ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Μοῦ τὰ ἕ­σφιγ­γε τό­σο δυ­να­τὰ στὶς χοῦ­φτες του, ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι θὰ μοῦ τὰ ξε­ρί­ζω­νε. Ἀ­κό­μη καὶ ἀ­φοῦ ξε­ψύ­χη­σε, δὲν ἔ­λε­γε νὰ μοῦ τὰ ἀ­φή­σει. Μπαί­νον­τας δὲν πα­ρα­τή­ρη­σε. Τὸ τσε­κού­ρι. Τὸ εἶ­χα βά­λει ἀ­νά­με­σα στὶς πε­τσέ­τες, ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ πε­τσέ­τες ἄ­σπρες καὶ κί­τρι­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα του καὶ τὰ κλό­τση­σε στὴν ἄ­κρη. Ἔ­ζε­χνε. Τὸ σῶ­μα του κόκ­κι­νο κα­μέ­νο. Ἡ οὐ­λὴ στὸ δε­ξί του γό­να­το. Τὸ ση­μά­δι κά­τω ἀ­π’ τὸ λαι­μό. Ἴ­διος. Κι ἐ­γώ. Τὸν κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Αἰ­σθάν­θη­κα τὸ χρό­νο νὰ μὲ ἐ­πι­στρέ­φει. Δέ­κα χρό­νια πί­σω, ἐ­κεῖ ποὺ εἴ­χα­με μεί­νει. Καὶ οἱ δύ­ο. Μί­α στιγ­μὴ πρίν· μί­α στιγ­μὴ με­τά. Τί­πο­τ’ ἄλ­λο. Μπῆ­κε στὸ νε­ρὸ μέ­χρι τὴ μέ­ση. Μὲ κοι­τοῦ­σε χω­ρὶς νὰ μι­λά­ει. Ἐ­γὼ ὁ­λο­έ­να τὸν πλη­σί­α­ζα, μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σα ἀ­πὸ πά­νω του. Γδύ­θη­κα. Τὰ μά­τια του μὲ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ὅ­σο ἔμ­παι­να. Τὸ νε­ρὸ ἔ­και­γε. Ἔ­σκυ­ψα ἀ­πὸ πά­νω του. Μοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ γό­να­τα κι ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­νε­βαί­νει. Νό­μι­σα πὼς θὰ μὲ πο­νοῦ­σε. Στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου μὲ δά­χτυ­λα ἀ­κί­νη­τα, ποὺ πο­λὺ εὔ­κο­λα ἔμ­παι­ναν, ἂν ἤ­θε­λε, μέ­σα μου, πο­λὺ εὔ­κο­λά τὰ γλί­στρα­γε, ἂν ἤ­θε­λε, πρὸς τὴν κοι­λιά μου. Ἀ­πο­φά­σι­σε τὸ δεύ­τε­ρο. Ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη ἄρ­χι­σα. Νὰ τοῦ τρί­βω τὸ στῆ­θος καὶ τοὺς ὤ­μους. Ἔ­ψα­χνε τὰ μά­τια μου. Τοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κα. Φί­λη­σα τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ του κι ἐ­κεῖ­νος πέ­ρα­σε τὰ δά­χτυ­λά του στὸ λαι­μό μου. Τὰ κύ­κλω­σε, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­σκη­σε πί­ε­ση. Μὲ ἄ­φη­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θῶ. Ἔ­τρι­ψα τὰ μπρά­τσα του. Εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ ὅ­ταν ἅ­πλω­σα τὸ δί­χτυ. Μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Βυ­θί­στη­κε μέ­χρι τὸ λαι­μό. Προ­ε­ξεῖ­χαν μό­νο τὰ χέ­ρια του νὰ χου­φτώ­νουν ἄ­γαρ­μπα τὰ στή­θη μου λὲς κι ἤ­μουν ἀ­γε­λά­δα καὶ μὲ ἄρ­με­γε. Μὲ πό­νε­σε. Ἔ­κα­να νὰ τὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νω, αὐ­τὸς ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε, σφίγ­γον­τάς τα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πα­λά­μες του. Ἔ­τρε­μα. Εἶ­χε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ ἀ­π’ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κοι­μη­θή­κα­με μα­ζί. Μὲ ζού­λη­ξε τό­σο πο­λὺ ποὺ ἔ­βα­λα τὶς φω­νές. Σώ­πα­σα μό­νο ἀ­φοῦ μὲ χτύ­πη­σε. Ἔ­πει­τα μὲ συ­νή­θι­σε. Δὲν τὰ ἔ­βλε­πα τὰ μά­τια του. Μοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κε.


Ὅ­ταν ἄ­φη­σα τὸ τσε­κού­ρι, τὸν ἔ­σπρω­ξα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ αἵ­μα­τος. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τοῦ τραβ­ή­ξω τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ μὲ ἀ­φή­σει. Ρί­χτη­κα στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου ἐ­πὶ τό­που, γυ­μνὸς κι ἐ­κεῖ­νος, καὶ ἐ­νω­θή­κα­με. Κοί­τα­ξα τὸ στέρ­νο μου. Εἶ­δα δέ­κα δά­χτυ­λα μαῦ­ρα πά­νω στὰ κόκ­κι­να πρη­σμέ­να στή­θη μου. Καὶ πά­νω τους ἄλ­λα δέ­κα, ἄ­σπρα, νὰ στραγ­γί­ζουν ὅ­σο γά­λα εἶ­χε μεί­νει.


Ἰ­ού­νιος/Ὀ­κτώ­βριος ’15


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου. Σπούδασε στὴν Royal Academy of Dramatic Art στὸ τµ­ή­µ­α κλα­σι­κῶν σπου­δῶν τοῦ King’s College London (ὑ­πο­τρο­φί­α Ἱ­δρύ­µ­α­τος Σκυ­λί­τση). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σκη­νο­θέ­της, βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­της καὶ ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ πα­ρα­στά­σεις θε­ά­τρου (κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο ρε­περ­τό­ριο, παι­δι­κό, ὄ­πε­ρα, docudrama, devised κ.ἄ.), ἀλ­λὰ καὶ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, σὲ Ἑλ­λά­δα καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει, ἐ­πι­µ­ε­λεῖ­ται καὶ µ­ε­τα­φρά­ζει.



		

	

Βάνια Σύρμου: Camera Obscura


Βά­νια Σύρ­μου


Camera Obscura


ΙΑ ΩΡΑ τὸ βλέμ­μα του μέ­νει ἀ­κί­νη­το, ὑ­πνω­τι­σμέ­νο πά­νω της . Ἔ­χει ἔρ­θει ἀ­πὸ μα­κριὰ μό­νο γιὰ ἐ­κεί­νη. Ἡ πο­λυ­κο­σμί­α ὅ­μως δὲν τὸν ἀ­φή­νει νὰ τὴ δεῖ ἀ­πὸ κον­τά. Προ­τι­μᾶ ἔ­τσι νὰ τὴν πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πὸ μα­κριά, προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ τὴν πλη­σιά­σει.

        Στέ­κε­ται ὄρ­θια μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ φῶς νὰ λού­ζει τὸ πρό­σω­πο καὶ τὰ μαλ­λιά της. Μὲ τὰ μά­τια χα­μη­λω­μέ­να καὶ τὸ κε­φά­λι σκυ­φτό, δια­βά­ζει μὲ προ­σο­χὴ ἕ­να γράμ­μα ποὺ κρα­τᾶ στὰ χέ­ρια της. Ἡ μορ­φὴ της κα­θρε­φτί­ζε­ται στὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου, ἐ­πι­τρέ­πον­τας στὸ εἴ­δω­λο νὰ συμ­πλη­ρώ­σει τὴν εἰ­κό­να της . Ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν κα­θη­λώ­νει εἶ­ναι ὁ λευ­κός της λαι­μός. Τὰ δε­μέ­να σὲ κό­τσο ξαν­θά της μαλ­λιὰ ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­γρά­φε­ται τὸ πε­ρί­γραμ­μα τοῦ αὐ­χέ­να της, ποὺ κα­τα­λή­γει ἤ­ρε­μα στοὺς λε­πτούς της ὤ­μους. Μιὰ λευ­κὴ ὀρ­γάν­τζα τοὺς ἀγ­κα­λιά­ζει προ­στα­τευ­τι­κά, φτά­νον­τας ὡς τὸ νε­α­νι­κό της μποῦ­στο. Τὸ βλέμ­μα του δι­α­νύ­ει ξα­νὰ τὴν ἁ­πα­λὴ αὐ­τὴ δι­α­δρο­μὴ , ἀρ­γο­πο­ρών­τας ἐ­κεῖ ποὺ τὸ φῶς παί­ζει μὲ τὶς μποῦ­κλες τῶν μαλ­λι­ῶν της, ὅ­ταν πέ­φτουν ἐ­λεύ­θε­ρες στὸ πλά­ι τοῦ λαι­μοῦ της. Κα­θὼς τὴν κοι­τᾶ, εὔ­χε­ται νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­θε­ται δί­πλα της, σ’ ἐ­κεί­νη τὴν κα­ρέ­κλα κά­τω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο , γε­μά­τος πε­ρι­έρ­γεια, ἴ­σως καὶ ζή­λεια γιὰ τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ γράμ­μα­τος καὶ νὰ θαυ­μά­ζει τὸ ρο­δα­λὸ χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα καὶ τὰ χεί­λη της. Ἴ­σως πά­λι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀπ΄ τὴν κουρ­τί­να τοῦ σε­πα­ρέ της, νὰ μπο­ροῦ­σε ἀ­νε­νό­χλη­τος νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­π’ τὸ κα­θρέ­φτι­σμα τοῦ πα­ρα­θύ­ρου τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της, ἐ­νῶ δι­α­βά­ζει ἐ­κεῖ­νο τὸ γράμ­μα.

        Προ­σπα­θεῖ νὰ στρι­μω­χτεῖ ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος δι­εκ­δι­κών­τας κι αὐ­τὸς μιὰ θέ­ση κον­τά της. Τοὺς βλέ­πει νὰ τὴν φω­το­γρα­φί­ζουν ἀ­στα­μά­τη­τα μὲ τὶς ψη­φια­κές τους μη­χα­νὲς καὶ τὰ κι­νη­τά. Τὴν φαν­τά­ζε­ται νὰ πο­ζά­ρει μό­νο γιὰ χά­ρη του, προ­στα­τευ­μέ­νη ἀ­π’ τὰ ἀ­δι­ά­κρι­τα βλέμ­μα­τα, κι ἐ­κεῖ­νος πί­σω ἀ­π’ τὴν camera obscura, συλ­λαμ­βά­νον­τας τὸ φῶς της, νὰ αἰχ­μα­λω­τί­ζει γιὰ πάν­τα τὴν αὔ­ρα της καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἀ­πο­κλει­στι­κά το τέ­λει­ο ἀ­πεί­κα­σμα τῆς φι­γού­ρας της ἀ­νε­στραμ­μέ­νο πά­νω στὸ καμ­βά του.

        Ὅ­ταν κα­τα­φέρ­νει ἐ­πι­τέ­λους νὰ τὴν πλη­σιά­σει, ὁ φύ­λα­κας εἰ­δο­ποι­εῖ τοὺς ἐ­πι­σκέ­πτες πὼς πρέ­πει σύν­το­μα νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σουν ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα Βερ­μέερ, για­τί ἡ πι­να­κο­θή­κη πρό­κει­ται νὰ κλεί­σει στὰ δέ­κα ἑ­πό­με­να λε­πτά. Κοι­τά­ζον­τας τὸν πί­να­κα ἀ­πὸ κον­τά, ἡ μα­τιά του σκα­λώ­νει στὶς στι­κτὲς πι­νε­λι­ὲς ἀ­νοι­χτοῦ χρώ­μα­τος ποὺ φω­τί­ζουν τὸ μποῦ­στο της. Ζη­λεύ­ει τὸ βλέμ­μα τοῦ ζω­γρά­φου. Τὴν ἀ­πο­χαι­ρε­τᾶ μὲ μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ ποὺ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ σι­λου­έ­τα της. Δὲν τὴν εἶ­δε ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε. Τὸν πα­ρη­γο­ρεῖ ὡ­στό­σο ἡ σκέ­ψη πὼς ἐ­πι­στρέ­φον­τας ἀ­π’ τὴν Δρέσ­δη, τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὸ γράμ­μα μπρο­στὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο θὰ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ φω­τί­ζει τὴ μο­να­ξιά του μέ­σα ἀ­π’ τὴ μι­κρὴ ρε­προν­του­ξιόν, ποὺ κρέ­με­ται στὸν τοῖ­χο τῆς σκο­τει­νῆς του κά­μα­ρης χρό­νια τώ­ρα, ἀ­γο­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ πλα­νό­διο καλ­λι­τέ­χνη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βά­νια Σύρ­μου (Ρί­ο ντὲ Τζαν­έ­ι­ρο, 1967). Σπού­δα­σε κλασ­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὸ πρό­γραμ­μα «Φύ­λο καὶ νέ­α Ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ καὶ Ἐρ­γα­σια­κὰ Πε­ρι­βάλ­λον­τα στὴν Κοι­νω­νί­α τῆς Πλη­ρο­φο­ρί­ας» στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο τοῦ Αἰ­γαί­ου. Οἱ με­τα­φρά­σεις της ἀ­πὸ τὴν ἀγ­γλό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α κυ­κλο­φο­ροῦν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Μπι­λι­έ­το. Ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ δι­η­γή­μα­τά της στὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἱ­στο­λό­για Fractal, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, Φρέ­αρ κα­θὼς καὶ στὴν «Ἀν­θο­λο­γί­α μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος γιὰ τὴ νύ­χτα» ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «κύ­μα».

Εἰκόνα: Τὸ κορίτσι μὲ τὸ γράμμα (1657) τοῦ Γιοχάννες Βερμέερ (1632-1675).

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley): Δι­και­ο­σύ­νη – μιὰ ἀρ­χή



Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley)


Δι­και­ο­σύ­νη μιὰ ἀρ­χή

(Justice – a beginning)


ΙΑ ΜΕΡΑ, πε­ρι­μέ­νον­τας τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, σὲ μιὰ γω­νί­α στὸ Κά­τω Μαν­χάτ­ταν, κά­που κον­τὰ στὸ Κα­νά­λι· ἔ­χον­τας ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὸ κα­θῆ­κον τῆς ἐ­νόρ­κου στὸ ὁρ­κω­τὸ δι­κα­στή­ριο, ἔ­χον­τας γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια κρί­νει ἕ­να ἄλ­λο ἀν­θρώ­πι­νο ὂν καὶ ἔ­χον­τας κα­τα­δι­κά­σει τὸ ὂν αὐ­τό, σκε­φτό­ταν γιὰ τὴ δι­και­ο­σύ­νη, αὐ­τὴ τὴ βα­ριὰ λέ­ξη. Ὡς μέ­λος τῆς Παγ­κό­σμιας Ἕ­νω­σης Μη­τέ­ρων, εἶ­χε δεῖ καὶ τὴ μη­τέ­ρα τοῦ ἄν­τρα. Εἶ­χε γεί­ρει στὸ στα­σί­δι τοῦ μάρ­τυ­ρα, τὸ πρό­σω­πό της ἦ­ταν σὰν ἕ­να λου­λού­δι ποὺ πέ­θαι­νε στὸ τέ­λος τῆς ἐ­πο­χῆς του, ψι­λό­λι­γνο φύλ­λω­μα ἀ­πὸ κί­τρι­νες ἴ­νες ποὺ τὶς πή­γαι­ναν πέ­ρα-δῶ­θε τὰ ἀ­ε­ρά­κια καὶ τὰ μπου­ρί­νια τῆς δι­και­ο­σύ­νης. Σὰν ἕ­νας ἡ­λί­αν­θος στὰ μι­σὰ τοῦ φθι­νο­πώ­ρου πού ‘χει χά­σει τὸν ἥ­λιο, σκέ­φτη­κε ἡ Φέ­ιθ, ἀ­φή­νον­τας τὸν ἀ­έ­ρα καὶ τὸν και­ρὸ νὰ κου­νοῦν τὸ βα­ρύ του κε­φά­λι.

       Πα­ρό­λ’ αὐ­τὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ ἄν­τρας εἶ­χε στρέ­ψει ἕ­να πραγ­μα­τι­κὸ ὅ­πλο στὸ κε­φά­λι τοῦ γέ­ρου μπα­κά­λη καὶ τοῦ εἶ­χε πά­ρει τὸ μι­σό του με­ρο­κά­μα­το, πε­ρί­που εἴ­κο­σι ἑ­φτὰ δολ­λά­ρια. Ἀ­μέ­σως, ἡ Φέ­ιθ σκέ­φτη­κε —ὅ­πως συ­χνὰ ἔ­κα­νε— τὸ πε­λώ­ριο ὅ­πλο ποὺ στρε­φό­ταν στὸ κε­φά­λι τοῦ πλα­νή­τη μας καὶ τὰ μι­κρό­τε­ρα φτη­νὰ ὅ­πλα ποὺ στό­χευ­αν ὅ­λα τὰ μι­κρὰ ἔ­θνη ποὺ μό­λις σή­κω­ναν τὸ κε­φά­λι τους. Πι­θα­νό­τα­τα εἶ­πε Σκα­τὰ ἢ ἀ­κό­μα Γα­μῶ­το. Πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι, με­ρι­κοὶ φί­λοι της, πραγ­μα­τι­κὰ μι­σοῦ­σαν τὸ πῶς πη­δοῦ­σε ἀ­πὸ ἕ­να κα­θη­με­ρι­νὸ γε­γο­νὸς σὲ μιὰ πλα­νη­τι­κὴ με­τα­φο­ρά. Ἄλ­λοι σκέ­φτον­ταν ὅ­τι εἶ­χε ἀ­πό­λυ­το δί­κιο.

       Ἔ­γει­ρε πά­νω σ’ ἕ­να ἀ­μά­ξι, κοί­τα­ξε τρι­γύ­ρω καὶ εἶ­δε τὸν ψη­λὸ τοῖ­χο ἑ­νὸς ἑ­ξα­ώ­ρο­φου κτι­ρί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ πα­λιὰ ὄ­ψη εἶ­χε κα­τε­δα­φι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὸ δι­πλα­νό του κτί­σμα, ἀ­φή­νον­τας ἕ­να ὠ­χρὸ πρά­σι­νο νε­ο­ϋρ­κέ­ζι­κο ἀ­πο­τύ­πω­μα ἀ­πὸ πα­λι­ὲς σκά­λες, πλα­τύ­σκα­λα, μυ­στη­ρι­ώ­δη κά­θε­τα κι ὁ­ρι­ζόν­τια δο­κά­ρια. Δὲν τὸ ἀν­τι­με­τώ­πι­σε κο­σμι­κὰ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, ἀλ­λὰ μὲ θαυ­μα­σμὸ γιὰ τὶς κα­λο­φτι­αγ­μέ­νες καὶ πε­ρί­ερ­γες δι­α­κο­σμή­σεις ποὺ ἔ­φε­ρε ὁ και­ρὸς καὶ ἡ πα­ρακ­μή. Ἕ­νας πε­ρα­στι­κός στα­μά­τη­σε, τὴν εἶ­δε ποὺ κοί­τα­ζε καὶ ξε­φυ­σοῦ­σε. Λοι­πόν, εἶ­πε, τί σκέ­φτε­στε κυ­ρί­α μου; Εἶ­ναι σὰν ὅ­λους ἐ­μᾶς. Θὰ κα­ταρ­ρεύ­σει ἐν­τε­λῶς ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

       Στὸ σπί­τι ἐ­ξε­πλά­γη ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ Ἄν­το­νι. Ἦ­ταν ἡ μέ­ση τῆς βδο­μά­δας. Ἀ­πὸ δῶ ἡ Τζούν­τι, εἶ­πε. Τὴ θυ­μᾶ­σαι; Βε­βαί­ως, εἶ­πε ἐ­κεί­νη. Τό­τε τοῦ ‘πε ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι κι ἐ­κεί­νη θὰ κα­ταρ­ρεύ­σει ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή, πι­θα­νό­τα­τα ἕ­νε­κα τῆς δι­και­ο­σύ­νης καὶ τοῦ ψυ­χροῦ της προ­σώ­που.

       Ἀλ­λὰ, Μα­μά, τῆς εἶ­πε, τὸ πρό­σω­πό σου δὲν εἶ­ναι ψυ­χρό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ,τι ἦ­ταν τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα. Σω­στά, εἶ­πε ἡ Τζούν­τι, Τί τέ­λη Ὀ­κτώ­βρη τί ἀρ­χὲς Νο­έμ­βρη, τί λές, Ἄν­το­νι; Ἐ­κεῖ­νος χα­μο­γέ­λα­σε γιὰ νὰ τῆς δώ­σει θάρ­ρος. Ἦ­ταν ντρο­πα­λή, ἀλ­λὰ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔ­κα­νε ὡ­ραῖ­ες προ­τά­σεις. Ὁ Ἄν­το­νι στρι­φο­γυρ­νοῦ­σε τὰ μά­τια του γύ­ρω-γύ­ρω. Ὅ­ταν στα­μά­τη­σαν, εἶ­πε, Εἰ­λι­κρι­νά, παι­διά, αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κά­ποι­ο σχό­λιο, ἦ­ταν ἁ­πλὰ γιόγ­κα.

       Κα­λά, κα­λά, εἶ­πε ἡ Φέ­ιθ, ἔ­χει κά­τι νό­στι­μα πράγ­μα­τα στὸ ψυ­γεῖ­ο. Θέ­λη­σε νὰ πά­ει στὸ δω­μά­τιό της καὶ νὰ κα­θί­σει στὴν ὡ­ραί­α κα­ρέ­κλα ποὺ εἶ­χε πρό­σφα­τα ἀ­γο­ρά­σει γιὰ νὰ νι­ώ­θει ἄ­νε­τα ὅ­ταν κά­θε­ται νὰ ση­μει­ώ­σει ἢ νὰ γρά­ψει τί­πο­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ σκε­φτεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο σχε­τι­κὰ μὲ τὸ σύ­στη­μα τῶν ἐ­νόρ­κων, ἰ­δι­αί­τα­τα γιὰ τοὺς συ­νερ­γά­τες της στὴν ἔ­νορ­κη δι­α­δι­κα­σί­α. Ἐ­πί­σης ὁ κα­πι­τα­λι­σμὸς ἐ­πρό­κει­το νὰ ἐ­ξε­λι­χθεῖ σὲ σο­βα­ρὸ πο­νο­κέ­φα­λο γιὰ τὸν πλα­νή­τη. Σκε­φτό­ταν νὰ δο­κι­μά­σει νὰ συν­θέ­σει ἕ­να ποί­η­μα ἐ­νάν­τια στὸν κα­πι­τα­λι­σμὸ ξε­κι­νών­τας ἀ­π’ αὐ­τὴν ἀ­κρι­βῶς τὴν ἀ­φε­τη­ρί­α.

       Με­τὰ ἀ­πὸ κα­μιὰ ὥ­ρα ὁ Ἄν­το­νι χτύ­πη­σε τὴν πόρ­τα. Μα­μά, ὅ­ταν στα­μα­τή­σεις νὰ θὲς νὰ εἶ­σαι μό­νη, ἔ­λα νὰ πι­εῖς λί­γο τσά­ι μα­ζί μας. Ἔ­χου­με πο­λὺ κα­κὰ νέ­α γιὰ σέ­να. Αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ ἂν ἐ­κεῖ­νος εἶ­χε πεῖ, Ἔ­λα νὰ φᾶ­με λί­γο γλυ­κό, κι ἔ­χου­με με­ρι­κά ὑ­πέ­ρο­χα νέ­α γιὰ σέ­να, δὲ θά ‘βγαι­νε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιό της.

       Ἐν­τά­ξει, εἶ­πε ἐ­κεί­νη, ἐ­νῶ ἐρ­χό­ταν στὴν πόρ­τα. Εἶ­μαι ἕ­τοι­μη, νο­μί­ζω. Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ, πές μου.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Δι­και­ο­σύ­νη – μιὰ ἀρ­χὴ» («Justice – a beginning») προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ The Massachusetts Review 49, 4 (Χει­μώ­νας 2008) 423-424.

Γκρέ­ις Πέ­ι­λι (Grace Paley) (1922-2007). Συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποι­ή­τρια καὶ ἀ­κτι­βί­στρια. Σπού­δα­σε με­τα­ξὺ ἄλ­λων κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες πλά­ι στὸν Γ. Χ. Ὦν­τεν, ἴ­χνη τοῦ ὁ­ποί­ου ἐν­το­πί­ζον­ται στὰ πρώ­ι­μα ἔρ­γα της, ἰ­δι­αί­τε­ρα στὰ ποι­η­τι­κά. Δί­δα­ξε σὲ πολ­λὰ σχο­λεῖ­α, πα­νε­πι­στή­μια καὶ κολ­λέ­για τῶν ΗΠΑ. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μη ὑ­πο­στη­ρί­κτρια τοῦ πα­σι­φι­σμοῦ, ἐ­ναν­τι­ώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο τοῦ Βι­ετ­νὰμ καὶ ἀ­φι­έ­ρω­σε με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς της στὸν ἀ­γώ­να γιὰ τὴν ἀ­πο­πυ­ρη­νι­κο­ποί­η­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πολ­λὰ βι­βλί­α μὲ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες καὶ ποι­ή­μα­τα, ἐ­νῶ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου της κυ­κλο­φο­ρεῖ πλέ­ον σὲ συγ­κεν­τρω­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις.

 

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἰ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α καὶ εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.

Εἰ­κό­να: Ἡ Γκρέ­ις Πέ­ι­λι σὲ δι­α­δή­λω­ση ἐ­ναν­τί­ον τῶν βια­σμῶν γυ­ναι­κῶν καὶ τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἐ­πέμ­βα­σης στὸ Ἒλ Σαλ­βα­δόρ.



		

	

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Ἡ βάρκα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Ἡ βάρ­κα

(Der Nachen)


ΙΣΤΕΥΩ πὼς ἔ­χω ἤ­δη γρά­ψει αὐ­τὴ τὴ σκη­νή, θέ­λω ὅ­μως νὰ τὴ γρά­ψω ἄλ­λη μιὰ φο­ρά. Σὲ μιὰ βάρ­κα, στὸ μέ­σο μιᾶς λί­μνης, κά­θον­ται ἕ­νας ἄν­τρας καὶ μιὰ γυ­ναί­κα. Πά­νω ψη­λὰ στὸν σκο­τει­νὸ οὐ­ρα­νὸ βρί­σκε­ται τὸ φεγ­γά­ρι. Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι ἥ­συ­χη καὶ ζε­στή, ὁ­λό­τε­λα ται­ρια­στὴ μὲ τὴν ὀ­νει­ρι­κὴ ἐ­ρω­τι­κὴ πε­ρι­πέ­τεια. Ἄ­ρα­γε ὁ ἄν­τρας στὴ βάρ­κα ἔ­χει κλέ­ψει τὴ γυ­ναί­κα; Εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα τὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νο, μα­γε­μέ­νο θύ­μα τῆς ἀ­πα­γω­γῆς; Αὐ­τὸ δὲν τὸ γνω­ρί­ζου­με· βλέ­που­με μό­νο πὼς κι οἱ δυ­ὸ δί­νουν φι­λιὰ ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον. Τὸ σκο­τει­νὸ βου­νὸ στέ­κει σὰν γί­γαν­τας στὸ νε­ρὸ ποὺ λαμ­πυ­ρί­ζει. Στὴν ὄ­χθη βρί­σκε­ται κά­ποι­ο κά­στρο ἢ κά­ποι­α ἀ­γροι­κί­α μ’ ἕ­να φω­τι­σμέ­νο πα­ρά­θυ­ρο. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος, κα­νέ­νας ἦ­χος. Τὰ πάν­τα εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­να σὲ μιὰ μαύ­ρη, γλυ­κιὰ σι­ω­πή. Τὰ ἀ­στέ­ρια τρε­μο­παί­ζουν πά­νω ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, ὅ­πως ἐ­πί­σης κι ἀ­πὸ κά­τω πρὸς τὰ πά­νω μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ἀ­πύθ­με­νο βυ­θὸ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ποὺ σχη­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸ στὰ νε­ρὰ τῆς λί­μνης. Τὸ νε­ρὸ εἶ­ναι τὸ ταί­ρι τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, τὸ ἔ­χει φέ­ρει ἐ­δῶ κά­τω στὰ μέ­τρα του, καὶ νά ποὺ τώ­ρα φι­λι­οῦν­ται τὸ νε­ρὸ καὶ τὸ φεγ­γά­ρι σὰν ἐ­ρω­τι­κὸ ζευ­γά­ρι. Τὸ ὄ­μορ­φο φεγ­γά­ρι ἔ­χει βυ­θι­στεῖ στὸ νε­ρὸ ὅ­πως κά­ποι­ος νε­α­ρὸς ρι­ψο­κίν­δυ­νος πρίγ­κη­πας σὲ πλημ­μυ­ρί­δα ἀ­πει­λῆς. Κα­θρε­φτί­ζε­ται στὸ νε­ρό, μὲ τὸν τρό­πο ἐ­κεῖ­νο ποὺ μιὰ ὄ­μορ­φη γε­μά­τη ἔ­ρω­τα καρ­διὰ ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζε­ται σὲ μιὰν ἄλ­λη δι­ψα­σμέ­νη γιὰ ἔ­ρω­τα καρ­διά. Εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χο τὸ πῶς τὸ φεγ­γά­ρι μοιά­ζει μὲ τὸν ἐ­ρω­τευ­μέ­νο, τὸν πνιγ­μέ­νο στὶς ἀ­πο­λαύ­σεις καὶ τὸ πῶς τὸ νε­ρὸ μοιά­ζει μὲ τὴν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ἀ­γα­πη­μέ­νη, ἔ­τσι ὅ­πως ἀγ­κα­λιά­ζει καὶ σφίγ­γει τὸν πριγ­κι­πι­κὸ ἔ­ρω­τά της. Ὁ ἄν­τρας καὶ ἡ γυ­ναί­κα στὴ βάρ­κα εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα γα­λή­νιοι. Ἕ­να με­γά­λο φι­λὶ τοὺς ἔ­χει αἰχ­μα­λω­τί­σει. Τὰ κου­πιὰ εἶ­ναι ἀ­φη­μέ­να στὸ νε­ρό. Ἄ­ρα­γε εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ἄ­ρα­γε θὰ εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι οἱ δυ­ὸ αὐ­τοὶ ποὺ βρί­σκον­ται ἐ­δῶ μέ­σα στὴ βάρ­κα, οἱ δυ­ὸ ποὺ φι­λι­οῦν­ται, οἱ δυ­ὸ ποὺ τοὺς λού­ζει τὸ φεγ­γα­ρό­φω­το, οἱ δυ­ὸ ποὺ ἀ­γα­πι­οῦν­ται;



Πηγή: Robert Walser, Kleine Wanderung. Ge­schi­chten, Phi­lipp Re­clam jun. Stut­tgart, 2004 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Ro­bert Wal­ser, Kleine Dichtungen, Lei­pzig, Kurt Wolff Ver­lag, 1914].

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878, Μπί­ελ – 1956 Χε­ρι­σά­ου). Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε στὰ γερ­μα­νι­κά, κυ­ρί­ως νου­βέ­λες, δο­κί­μια καὶ μι­κρὰ πε­ζά, ἀλ­λὰ καὶ ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ μορ­φὴ θε­α­τρι­κοῦ. Ἡ Σού­ζαν Σόν­ταγκ τὸν ἔ­χει ἀ­πο­κα­λέ­σει μι­νι­α­του­ρί­στα τοῦ ἀν­τι­η­ρω­ι­κοῦ, τοῦ τα­πει­νοῦ, τῆς μι­κρῆς κλί­μα­κας, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος κά­που ἔ­χει γρά­ψει πὼς τὰ σύν­το­μα πε­ζά του δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο πα­ρὰ κομ­μά­τια τῆς ἴ­διας μα­κρο­σκε­λοῦς, δί­χως πλο­κή, ρε­α­λι­στι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Μά­να καὶ γιός



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Μά­να καὶ γιός


ΓΟΡΙ ἢ ἄν­δρας περ­πα­τά­ει στὸν δρό­μο. Ψά­χνει τὴ μά­να του ἢ τὴν σκέ­φτε­ται. Ἡ μά­να ἔρ­χε­ται ἀ­πὸ ἀ­πέ­ναν­τι. Δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται σι­ω­πη­λά, περ­νά­ει ἀ­πὸ μέ­σα του, δὲν τὴν γνω­ρί­ζει. Ἐ­κεί­νη τὸν νι­ώ­θει καὶ τὸν φι­λᾶ. Κά­τι ἁ­πα­λὸ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ μνή­μη, αὔ­ρα δρο­σί­ζει τὸ μνῆ­μα.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).