Μὰτ Μπελ (Matt Bell): Ὁ Ἀχόρταγος


Μὰτ Μπέλ (Matt Bell)


Ὁ ἀ­χόρ­τα­γος

(The Hungerer)


ΠΕΙΔΗ ὁ με­γά­λος δὲν ἤ­ξε­ρε ἄλ­λον τρό­πο γιὰ νὰ προ­στα­τεύ­σει τὴ μι­κρὴ —σί­γου­ρα ὄ­χι μὲ τὸ πλα­δα­ρὸ καὶ πα­χου­λὸ κορ­μί του, τὴν πρώ­τη καὶ δια­ρκῆ πη­γὴ ντρο­πῆς γι’ αὐ­τόν— πα­γί­δε­ψε τὴν ἀ­δερ­φὴ του μέ­σα στὸν φοῦρ­νο τοῦ ἀ­γρο­τό­σπι­του κρα­τών­τας κλει­στὴ τὴν πόρ­τα, ἐ­νῶ ἐ­κεί­νη πά­λευ­ε νὰ βγεῖ, καὶ δι­α­βά­ζον­τάς της τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη της Πλὰθ γιὰ νὰ τὴν να­νου­ρί­σει. Ἀ­φοῦ πρῶ­τα τὴν ζέ­στα­νε ὁ­μοι­ό­μορ­φα καὶ τὴν ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε, τὴν ἔ­ρι­ξε μέ­σα του μὲ πι­ρού­νι καὶ μα­χαί­ρι, κα­τα­βρο­χθί­ζον­τας τὸ νο­στι­μό­τα­το κρέ­ας της, μα­σου­λών­τας καὶ τὸ πα­ρα­μι­κρὸ ὄρ­γα­νό της, σπά­ζον­τας τὰ κό­κα­λα καὶ γλεί­φον­τας τοὺς χόν­δρους καὶ τὴν κρι­τσα­νι­στὴ πέ­τσα ὥ­σπου νὰ ἀ­δειά­σει τὸ πιά­το του. Ὕ­στε­ρα ἡ κοι­λιὰ τοῦ με­γά­λου πό­νε­σε τό­σο πο­λὺ ποὺ νό­μι­σε πὼς ἴ­σως καὶ νὰ πέ­θαι­νε ἐ­κεῖ στὸ τρα­πέ­ζι, ἀλ­λὰ δὲν πέ­θα­νε. Ἡ ζω­ή του τρά­βη­ξε σὲ μά­κρος, ἐ­πώ­δυ­να θλι­βε­ρὴ δί­χως τὴ ζων­τα­νὴ συν­τρο­φιὰ τῆς μι­κρῆς, καὶ πα­ρὰ τὴν ἀ­στεί­ρευ­τή του ὄ­ρε­ξη —τρώ­ω γιὰ δύ­ο, φώ­να­ζε συ­χνὰ κα­θι­σμέ­νος στὸ τρα­πέ­ζι πού ’χε στρώ­σει γιὰ ἕ­ναν, κι ὅ­λοι οἱ κά­τοι­κοι τῆς πό­λης τὸν ἔ­παιρ­ναν γιὰ ἠ­λί­θιο ὀλ­κῆς— ὁ με­γά­λος δὲν γεύ­τη­κε πο­τὲ ξα­νὰ τό­σο νό­στι­μο γεῦ­μα ἕ­ως ὅ­του ἔ­φτα­σε σὲ προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, καὶ τό­τε ἔ­φε­ρε ἐ­πι­τέ­λους τὸ μα­χαί­ρι του στὴν πα­ρα­φου­σκω­μέ­νη μέ­χρι κι ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα κοι­λιά του, πι­στεύ­ον­τας πὼς ἡ ἀ­δερ­φή του —ποὺ τὴν εἶ­χε κα­τα­πι­εῖ—, γκρι­ζο­μάλ­λα ἐ­πι­τέ­λους κι ἀ­σφα­λὴς ὅ­πως κι ὁ ἴ­διος, ἀρ­κούν­τως ἀ­πω­θη­τι­κὴ ἐ­πι­τέ­λους ὥ­στε νὰ ἀ­φε­θεῖ ἐ­λεύ­θε­ρη, θὰ πά­ρει τὴ θέ­ση της στὸ τρα­πέ­ζι τῆς ζω­ῆς. Κι ἀ­πὸ τὴν πλη­γὴ τὴν ὁ­ποί­α ἄ­νοι­ξε στὸν ἑ­αυ­τό του, ξε­χύ­θη­κε ὄν­τως ἡ ζων­τα­νὴ ἀ­δερ­φή του – μό­λις ὅ­μως ἡ μι­κρὴ ξε­πρό­βα­λε βου­τηγ­μέ­νη στὸ αἷ­μα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ της, ὁ με­γά­λος εἶ­δε μιὰ κο­πέ­λα ποὺ δὲν εἶ­χε με­γα­λώ­σει κα­θό­λου, ἀν­τι­θέ­τως ἦ­ταν τό­σο νέ­α ὅ­σο καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὴν εἶ­χε δεῖ: μιὰ παρ­θέ­να γε­μά­τη αἷ­μα, ἕ­τοι­μη νὰ μπεῖ ἐ­πι­τέ­λους σὲ μιὰ ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀρ­γο­πο­ρη­μέ­νη ἐ­φη­βεί­α, ἔκ­πα­γλη ὡ­ραι­ό­τη­τα γεν­νη­μέ­νη δυ­ὸ φο­ρὲς σ’ ἕ­ναν κό­σμο ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο ὁ —ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος τώ­ρα πιὰ— με­γά­λος, ὅ,τι κι ἂν ἔ­κα­νε, δὲν θὰ κα­τά­φερ­νε νὰ τὴν προ­φυ­λά­ξει



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα Wigleaf (23.03.2018) [ἐ­πι­λέ­χθη­κε γιὰ τὴ δι­ε­θνῆ ἀν­θο­λο­γία Best Microfiction Anthology 2019]:

http://wigleaf.com/201803hungerer.htm

Μὰτ Μπέλ (Matt Bell). Γεν­νή­θη­κε στὸ Μί­σιγ­καν. Συγ­γρα­φέ­ας τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των In the Hou­se Upon the Dirt Be­tween the Lake and the Woods (2013) καὶ Scrap­per (2015), κα­θὼς καὶ ἀρ­κε­τῶν ἀ­κό­μα βι­βλί­ων. Ἡ πιὸ πρό­σφα­τη δου­λειά του εἶ­ναι ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των A Tree or a Person or a Wall (2016). Δι­δά­σκει στὸ πρό­γραμ­μα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς τοῦ Ari­zona State Uni­ver­sity.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ. Τακτικὸς συνεργάτης, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱστολογίου μας Ἱστορίες Μπον­ζάι. Πρῶ­το του βι­βλίο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


			

Τίνα Κάτσαρη: Survivor


Κά­τσα­ρη Τί­να


Survivor


ΧΕΙ ΑΡΧΗΓΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ σ’ αὐ­τὸ τὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ παι­χνί­δι. Κά­ποι­οι λέ­νε πὼς δὲν σκου­πί­ζει πο­τὲ τὴν κα­λύ­βα. Οὔ­τε κό­βει κλα­διὰ γιὰ τὴ φω­τιά. Οὔ­τε ση­κώ­νει τὰ στρώ­μα­τα γιὰ σκορ­πιούς, φί­δια ἢ πον­τί­κια. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ τὸν στό­χο οὔ­τε κο­λυμ­πᾶ γρή­γο­ρα. Ἤ­πι­ε νε­ρὸ καὶ τὸν ἔ­βγα­λαν ση­κω­τό. Κά­θε­ται μ’ ἕ­ναν συμ­παί­κτη πα­ρά­με­ρα στὴν πα­ρα­λί­α.

            Τί λέ­νε, κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει. Μι­λᾶ πα­ρά­ξε­να. Καὶ στὸν ὕ­πνο μι­λᾶ. Κι ἔ­χει καὶ βι­βλί­α μα­ζί του, κά­τι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Πα­ρό­λη τὴ ζέ­στη κυ­κλο­φο­ρεῖ ντυ­μέ­νος μ’ αὐ­τὲς τὶς ἀ­στεῖ­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες ἀ­πὸ μέ­ταλ­λο καὶ δέρ­μα καὶ τὰ νού­με­ρα τῆς τη­λε­θέ­α­σης χτυ­πᾶ­νε κόκ­κι­νο.  Στὰ παι­χνί­δια γνώ­σε­ων κερ­δί­ζει πάν­τα τοὺς ἀν­τι­πά­λους σὲ κά­ποι­ες ρο­μαν­τι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες, ὅ­πως ὅ­τι μιὰ λι­βε­λού­λα ζεῖ γιὰ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις ὧ­ρες μό­νο. Ξέ­ρει ὅ­τι εἶ­ναι πιὸ πι­θα­νὸ νὰ σκο­τω­θεῖ κα­νεὶς ἀ­πὸ ἄ­νοιγ­μα φελ­λοῦ, πα­ρὰ ἀ­πὸ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη ἀ­ρά­χνη. Στὴ θά­λασ­σα δὲν μπαί­νει για­τί κι ὁ Λου­δο­βί­κος ὁ δέ­κα­τος τέ­ταρ­τος τῆς Γαλ­λί­ας ἔ­κα­νε μπά­νιο μό­νο μί­α φο­ρὰ τὸν χρό­νο.

            Δὲν πα­ρα­πο­νι­έ­ται οὔ­τε γιὰ τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ βρο­χὴ οὔ­τε γιὰ τὸ κρύ­ο καὶ τὴν ὑ­γρα­σί­α. Ἡ κά­με­ρα τὸν ἔ­χει κα­τα­γρά­ψει νὰ πιά­νει ἕ­να δαυ­λὸ με­τὰ τὰ συμ­βού­λια τοῦ νη­σιοῦ καὶ νὰ τὸν προ­τάσ­σει σὰν ξί­φος μπρο­στὰ στὰ το­τέμ. Τὸ βα­σι­κό­τε­ρο πρό­βλη­μα μὲ τοὺς συμ­παῖ­κτες εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Μᾶλ­λον δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πει­ράγ­μα­τά τους. Ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται καὶ πο­τέ, μὰ πο­τέ, δὲν ἀν­τα­πο­δί­δει. Δὲν εἶ­ναι τό­σο γρή­γο­ρος οὔ­τε καὶ σω­μα­τώ­δης, ἀλ­λὰ κερ­δί­ζει τοὺς πάν­τες στὴν εὐ­γέ­νεια. Ὅ­ταν νι­κοῦν, οἱ ἄλ­λοι βγά­ζουν πο­λε­μι­κὲς κραυ­γές, ὅ­ταν νι­κᾶ αὐ­τὸς δὲν μι­λά­ει. Κά­ποι­οι τὸν λέ­νε ψώ­νιο, ἄλ­λοι μι­λοῦν γιὰ στρα­τη­γι­κή. Κά­ποι­οι λέ­νε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ γρα­φι­κὸς δὲν θ’ ἀν­τέ­ξει μέ­χρι τὸ τέ­λος, θὰ εἶ­ναι ὁ ἑ­πό­με­νος ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ ἀ­πο­χώ­ρη­ση.

            Ἂν κά­τι τοῦ ἀ­να­γνω­ρί­ζουν, εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ κέρ­δι­σε τὸ ἔ­πα­θλο φα­γη­τοῦ. Ἡ αὐ­τοῦ ἐ­ξο­χό­της του τὸ μοί­ρα­σε στοὺς συμ­παῖ­κτες. Ἀ­κρι­βο­δί­και­α, ἔ­τσι κά­νει ἕ­νας ἱπ­πό­της. Ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε για­τί ἦρ­θε στὸ παι­χνί­δι, εἶ­πε για­τὶ μό­νο ἕ­νας ἱπ­πό­της μπο­ρεῖ νὰ κον­τα­ρο­χτυ­πη­θεῖ μὲ τὴν πεί­να. Δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρουν τὰ σχό­λια στὰ κοι­νω­νι­κὰ μέ­σα δι­κτύ­ω­σης, ἕ­νας ἱπ­πό­της δὲν ἀ­να­κα­τεύ­ε­ται μ’ αὐ­τά. Γι’ αὐ­τὸ οὔ­τε τὸ ἔ­πα­θλο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει. Ἐ­ξάλ­λου, ὁ μό­νος ποὺ τὸν κα­τα­λα­βαί­νει εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ συμ­παί­κτης μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κά­θε­ται πα­ρά­με­ρα κά­ποι­ες φο­ρὲς στὴν πα­ρα­λί­α.

            Ὁ πα­ρά­ξε­νος ἱπ­πό­της χαι­ρε­τᾶ τὸν ἀν­τί­πα­λο μὲ μιὰ ὑ­πό­κλι­ση, λέ­γον­τας: «vamos;»  Ὅ­λο ρω­τά­ει ἂν θὰ δι­α­γω­νι­στεῖ καὶ στὴν ἱπ­πα­σί­α, ὅ­λο ὑ­πο­σχέ­σεις εἶ­ναι ἡ πα­ρα­γω­γή.

            Ἀ­πὸ ποῦ τὸν ξε­θά­ψα­νε αὐ­τὸν τὸν πα­λι­ο­μο­δί­τη; λέ­νε κά­ποι­οι. Στὴν ὁ­μά­δα τῶν δι­α­σή­μων, κά­ποι­ος ἀ­π’ τὰ πε­ρα­σμέ­να.

            Μιὰ μέ­ρα κα­βα­λᾶ ἕ­ναν κορ­μὸ καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα στὸν ὁ­ρί­ζον­τα φω­νά­ζει: ἐ­πί­θε­ση! Αὐ­τὸς ὁ ρο­μαν­τι­κὸς τρε­λὸς ποὺ κα­βα­λᾶ τὸν κορ­μὸ καὶ τὸν φω­νά­ζει Ρο­σι­νάν­τε, θὰ βγεῖ γρή­γο­ρα ἀ­π’ τὸ παι­χνί­δι. Θὰ ξε­χα­στεῖ. Δὲν εἶ­ναι γιὰ ρο­μαν­τι­κοὺς αὐ­τὲς οἱ ἐ­πο­χές, λέ­νε κά­ποι­οι.

            Ὁ Δὸν Κι­χώ­της ὅ­μως, ἕ­νας ἀ­λη­θι­νὸς survivor, δὲν εἶ­ναι πε­ρα­στι­κός.  Γι’ αὐ­τὸν μι­λᾶ­με ἤ­δη τε­τρα­κό­σια χρό­νια.



Τί­να Κά­τσα­ρη (Αθήνα, 1978). Σπούδασε φιλολογία. Εἶναι φοιτήτρια στὸ Μεταπτυχιακὸ Πρόγραμμα Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας. Διηγήματά της ἔχουν δημοσιευτεί στὴ συλλογική ἔκ­δοση Ὁδὸς Δημιουργικῆς Γραφῆς 2 (ἐκδ. Ὀσελότος, Ἀθήνα 2013).

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Σωτήρης Παστάκας: Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Θόδωρος ὁ ἰδεολόγος


 ΘΟΔΩΡΟΣ ἦταν ὄ­μορ­φο παι­δί, προι­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὴ φύ­ση κι εἶ­χε εὐ­γε­νι­κοὺς τρό­πους, μιὰ ἔμ­φυ­τη εὐ­γέ­νεια ποὺ προ­έρ­χε­ται πάν­τα καὶ μό­νο ἀ­πὸ κα­λὰ παι­δι­κὰ χρό­νια καὶ σω­στὴ ἀ­να­τρο­φή. Κα­τέ­φτα­σε στὸ Δαφ­νὶ πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἅ­λω ἐ­πα­να­στά­τη καὶ μπο­ὲμ χα­ρα­κτή­ρα, ἀ­φοῦ γρή­γο­ρα μά­θα­με πὼς ἐγ­κα­τέ­λει­ψε τὴν οἰ­κο­γε­νεια­κὴ Ψυ­χι­α­τρι­κὴ Κλι­νι­κὴ σὲ κά­ποι­α πό­λη τῆς Θεσ­σα­λί­ας, γιὰ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σει ὡς ἐ­πι­με­λη­τὴς βή­τα στὸ νε­ο­σύ­στα­το Ἐ­θνι­κὸ Σύ­στη­μα Ὑ­γεί­ας. Ἡ ἀ­πόρ­ρι­ψη τοῦ ρό­λου τοῦ Κλι­νι­κάρ­χη, ποὺ τοῦ εἶ­χαν προ­ε­τοι­μά­σει οἱ γο­νεῖς του ὡς ἰ­δι­ο­κτῆ­τες με­γά­λης Ψυ­χι­α­τρι­κῆς Κλι­νι­κῆς, φάν­τα­ζε στὰ μά­τια μας ὡς ἔμ­πρα­κτη ἀ­πό­δει­ξη τῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας τοῦ Θοδωρῆ. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χή, θὰ μοῦ πεῖ­τε, καὶ θὰ συμ­φω­νή­σω μα­ζί σας, «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» καὶ ὁ Θό­δω­ρος δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ ἔ­κα­νε τὴ με­γα­λο­πρε­πῆ χει­ρο­νο­μί­α του ἀ­πὸ μι­μη­τι­σμὸ καὶ μό­νο.

        Ἀ­πὸ «μι­μη­τι­σμὸ» μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη γε­νιὰ Ἑλ­λή­νων τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ, ὅ­πως κι ἐ­γώ, ἐ­πι­στρέ­ψα­με νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σου­με τὴν «πα­τρί­δα» πρὸς τὸ τέ­λος τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’70, ὑ­πα­κού­ον­τας στὸ γε­νι­κὸ σύν­θη­μα τῆς ἐ­πο­χῆς νὰ δώ­σου­με ὅ­λες μας τὶς δυ­νά­μεις στὴν ἀ­να­συγ­κρό­τη­ση τῆς Ἑλ­λά­δας, με­τὰ τὴ χούν­τα τῶν συν­ταγ­μα­ταρ­χῶν. Ἡ δι­κή μου ἑρ­μη­νεί­α ἦ­ταν πὼς μᾶς κα­θό­ρι­σε, πέ­ρα ἀ­πὸ κομ­μα­τι­κὲς ἐ­πι­τα­γές, ὁ Θί­α­σος τοῦ Θό­δω­ρου Ἀγ­γε­λό­που­λου: μᾶς ἔπι­α­σε κά­τι σὰν φαρ­μα­κε­ρὴ νο­σταλ­γί­α γιὰ τὸν τό­πο μας, ἀρ­χέ­γο­νες μνῆ­μες ξύ­πνη­σε αὐ­τὸ τὸ φίλμ, τὸ μό­νο ἑλ­λη­νι­κὸ φὶλμ ποὺ εἶ­χαν παί­ξει τό­τε οἱ κι­νη­μα­το­γρά­φοι τῆς Εὐ­ρώ­πης σὲ πρώ­τη προ­βο­λή, κι ὄ­χι οἱ κα­κο­α­ε­ρι­σμέ­νες γε­μά­τες κα­πνὸ σά­λες τῶν σι­νε­κλάμπ.

        Ὁ Θό­δω­ρος, ἐ­κεί­νη τὴν «ἐ­πα­να­στα­τι­κὴ» ἐ­πο­χή, δὲν ἔ­νι­ω­θε μό­νος. Εἶ­χε πα­ρέ­α τὸν Ἄ­ρη, ποὺ εἶ­χε ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ θέ­ση του καὶ τὴν κα­ρι­έ­ρα σὲ χρη­μα­τι­στη­ρια­κὸ κο­λοσ­σὸ μὲ ἕ­δρα τὴ Γε­νεύ­η γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει τὸ ὄ­νει­ρό του νὰ γί­νει ψυ­χί­α­τρος. Με­τὰ τὸ πτυ­χί­ο του μὲ ἄ­ρι­στα στὴν Ἰ­α­τρι­κή, ἀ­κο­λού­θη­σε τὶς συμ­βου­λὲς τοῦ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­ού­χου πε­θε­ροῦ του καὶ δι­έ­πρε­ψε στὰ οἰ­κο­νο­μι­κά. Στὰ σα­ράν­τα του χρό­νια, ὡς ἐ­πα­κό­λου­θό τῆς κρί­σης συ­νει­δή­σε­ως ποὺ συ­νο­δεύ­ει τὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη ἡ­λι­κί­α, τὰ ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὅ­λα: ἐ­πι­χει­ρή­σεις, γυ­ναί­κα, ἕ­ναν γιὸ καὶ τὶς ἐλ­βε­τί­ες, ξέ­θα­ψε ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι του τὸ πτυ­χί­ο τῆς Ἰ­α­τρι­κῆς καὶ ἦρ­θε ὡς ἁ­πλὸς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος στὸ Δαφ­νί. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὸν Θό­δω­ρο καὶ τὸν Ἄ­ρη, ἄλ­λοι ἔ­φευ­γαν ἀ­πὸ τὸ Δαφ­νὶ καὶ τὴν Ἀ­θή­να γιὰ νὰ στε­λε­χώ­σουν μο­νά­δες τοῦ ΕΣΥ κα­θ’ ἅ­πα­σα τὴν ἐ­πι­κρά­τεια. Μέ­σα σὲ μιὰ ἐ­πο­χὴ γε­μά­τη ἀ­πὸ ἰ­δε­ο­λο­γι­κὲς ζυ­μώ­σεις κι ἀ­να­ζη­τή­σεις, δὲν πή­ρα­με ἀ­μέ­σως χαμ­πά­ρι τὴν ψυ­χο­πα­θο­λο­γί­α τοῦ Θοδωρῆ. Ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­βά­σου­με σὲ κά­ποι­α ἐ­φη­με­ρί­α τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ εἰ­σα­γω­γῆς ποὺ ἔ­γρα­φε γιὰ νὰ ὑ­πο­ψι­α­στοῦ­με πὼς κά­τι δὲν πή­γαι­νε κα­λὰ μα­ζί του. Τὸ θυ­μᾶ­μαι πο­λὺ κα­λὰ για­τί ἦ­ταν με­γά­λο μά­θη­μα γιὰ μέ­να, ὡς εἰ­δι­κευ­ό­με­νος τό­τε, πὼς μπο­ροῦ­με νὰ κάνουμε δι­ά­γνω­ση γιὰ κά­ποι­ον ἁ­πλῶς ἀ­πὸ τὸν τρό­πο ποὺ γρά­φει: τὰ ἱ­στο­ρι­κὰ τοῦ Θοδωρῆ ἦ­ταν γε­μά­τα μου­τζοῦ­ρες, λου­λου­δά­κια, ἀ­στρά­κια καὶ ἀ­να­δεί­κνυ­αν τὴ χά­λα­ση τῶν εἱρ­μῶν καὶ τῶν σκέ­ψε­ών του. Τὸν ἀγ­κα­λι­ά­σα­με ἐ­κεῖ στὸ ἐ­φη­με­ρεῖ­ο καὶ τε­λι­κὰ κά­ποι­ος συ­νά­δελ­φος τὸν ἔ­πει­σε νὰ ἀ­κο­λου­θή­σει φαρ­μα­κευ­τι­κὴ ἀ­γω­γή. Ἦ­ταν εἴ­πα­με ἡ ἐ­πο­χὴ ἐ­πα­να­στα­τι­κή, ὅ­λοι οἱ συ­νά­δελ­φοι ἤ­μα­σταν μιὰ ἀγ­κα­λιά.

        Ὅ­ταν πλη­ρο­φο­ρη­θή­κα­με λί­γα χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα τὴν αὐ­το­κτο­νί­α τοῦ Θοδωρῆ ­σὲ κά­ποι­α φθη­νὴ παν­σιὸν στὴν Πλά­κα, ὅ­που δι­έ­με­νε ἐ­ξαρ­χῆς, ἀ­νί­κα­νος ὅ­πως ἦ­ταν νὰ κρα­τή­σει σπί­τι ἀ­πὸ μό­νος του, τὸ θε­ω­ρή­σα­με φυ­σι­κὸ ἐ­πα­κό­λου­θο μιᾶς ὁ­λό­κλη­ρης γε­νιᾶς. Ἡ αὐ­το­κτο­νί­α του σή­μα­νε τὴ δι­α­χω­ρι­στι­κὴ γραμ­μὴ ἀ­νά­με­σά σὲ μιὰ πα­λιὰ ἐ­πο­χὴ καὶ τὴν και­νούρ­για τῶν γιά­πις καὶ τῆς ἐ­κρη­κτι­κῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς ἀ­νό­δου. Ἔ­τρε­χαν πλέ­ον τὰ πρῶ­τα προ­γράμ­μα­τα τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης στὸ Δαφ­νί. Ὅ­σοι τὰ εἶ­χαν πά­ρει δὲν μι­λοῦ­σαν στοὺς ὑ­πό­λοι­πους καὶ τούμ­πα­λιν. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­ες ἀ­πὸ γι­ορ­τὴ καὶ τό­πο συ­νάν­τη­σης ὅ­λων κα­τάν­τη­σαν ἁ­πλὴ ὑ­πο­χρέ­ω­ση ποὺ ἔ­βγα­ζε ὁ κα­θέ­νας μό­νος του, σὲ πλή­ρη ἐ­ρή­μω­ση. Τὰ φράγ­κα ἦ­ταν πολ­λὰ κι ὁ Θοδωρῆς μιὰ φευ­γα­λέ­α θύ­μη­ση: ἄλ­λος ἕ­νας ἰ­δε­ο­λό­γος ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ ὑ­περ­βεῖ τὴν ἐ­πο­χή του καὶ πέ­θα­νε μα­ζί της.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015).

Σωτήρης Παστάκας: (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει!

[τοῦ Λάζαρου Κουντουριώτη]


«ΗΤΟΝ κα­τὰ τὸ 1826, ὅ­τε ἡ Ἑλ­λὰς ἐ­θρή­νει τὴν πτῶ­σιν τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου· ἡ Πε­λο­πόν­νη­σος, ἐ­κτὸς ὀ­λί­γων τι­νῶν φρου­ρί­ων, ἔ­βλε­πε παν­τα­χοῦ πε­ρι­φε­ρο­μέ­νας τὰς φά­λαγ­γας τοῦ Ἰμ­βρα­ΐ­μου, καὶ ἡ εἰς Ὕ­δραν ἀ­πό­βα­σις ἐ­με­λε­τᾶ­το καὶ πα­ρε­σκευ­ά­ζε­το με­τὰ κρό­του. Τό­τε δὲν ἦ­σαν μό­νοι οἱ εὔ­πο­ροι οἱ θέ­λον­τες νὰ σω­θῶ­σι διὰ τῆς φυ­γῆς· ὁ φό­βος δι­ε­δό­θη εἰς τὸν λα­όν, ὠρ­γα­νί­σθη ἐν ἀ­κα­ρεὶ παμ­πλη­θὴς συ­νέ­λευ­σις εἰς τὴν θέ­σιν τὴν λε­γο­μέ­νην Σπι­τά­λια, καὶ ὅ­λοι οἱ παν­τα­χό­θεν συρ­ρέ­ον­τες ἤρ­χον­το μὲ σκο­πὸν νὰ συ­ζη­τή­σω­σιν ὄ­χι πε­ρὶ τοῦ ἂν πρέ­πει νὰ μεί­νω­σιν ἢ φύ­γω­σιν, ἀλ­λὰ πε­ρὶ τοῦ τρό­που καὶ τῶν μέ­σων τῆς φυ­γῆς. Τὴν σκη­νὴν ταύ­την γνω­ρί­ζο­μεν ἐκ μάρ­τυ­ρος αὐ­τό­πτου.

       »Προ­σε­κλή­θη εἰς τὴν συ­νέ­λευ­σιν καὶ ὁ ἀ­οί­δι­μος Λά­ζα­ρος Κουν­του­ρι­ώ­της, καὶ ἐλ­θόν­τα τὸν ὑ­πε­δέ­χθη­σαν με­τὰ τῆς συ­νή­θους εὐ­λα­βεί­ας. Ἐ­δό­θη εἰς αὐ­τὸν πρῶ­τον ὁ λό­γος, ἀλ­λὰ δὲν ἠ­θέ­λη­σε νὰ λα­λή­σῃ, καὶ ἔ­μει­νε σι­ω­πῶν με­χρι­σό­του πολ­λὰ ἐρ­ρέ­θη­σαν, καὶ ἡ φυ­γὴ ἀ­πε­φα­σί­σθη. Τό­τε μό­νον, λα­βὼν τὸν λό­γον,

       — »Κα­τευ­ό­διον, εἶ­πεν, ἀ­δελ­φοί, εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χή­σε­τε εἰς τὴν ξέ­νην γῆν, καὶ κα­λὴν ἀν­τά­μω­σιν εἰς τοῦ­τον ἢ εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον. Ἐ­γώ, ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μου, οἱ συγ­γε­νεῖς μου, οἱ πλοί­αρ­χοί μου καὶ αἱ οἰ­κο­γέ­νειαι τῶν πλοιά­ρχων μου δὲν ἔ­χο­μεν σκο­πὸν νὰ με­τα­το­πί­σω­μεν.

       »Οἱ λό­γοι οὗ­τοι ἠ­λέ­κτρι­σαν διὰ μιᾶς τὰ πλή­θη· αἱ φω­ναί:

       — Καὶ ὅ­λοι ἡ­μεῖς δὲν φεύ­γο­μεν· κα­νεὶς δὲν φεύ­γει! ἀν­τή­χη­σαν εἰς τὸν ἀ­έ­ρα.

       »Καὶ τῷ ὄν­τι, κα­νεὶς δὲν ἔ­φυ­γε, καὶ ἡ Ὕ­δρα ἐ­σώ­θη, καὶ ἐ­σώ­θη ὁ­λό­κλη­ρος ἡ Ἑλ­λὰς διὰ τῆς ἀ­πο­φά­σε­ως ἐ­κεί­νης.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Πα­νελ­λή­νιον» 21 Σε­πτ. 1854 (λό­γος Ε. Σί­μου στὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ Λαζ. Κουν­του­ρι­ώ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 287 [Τίτλος: «611.— Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Διονύσιος Τσόκος (1814/1820-1862), Λάζαρος Κου­ντου­ριώ­της (1859). Ἐ­λαι­ο­γρα­φία. Ἑ­θνι­κὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Μου­σεῖο.



		

	

Ρόμπερτ Μάνς (Robert Mans): Χορεύοντας στὶς λέξεις


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)

 

Χο­ρεύ­ον­τας στὶς λέ­ξεις

(Dancing on the words)


Α ΠΑΩ τρεῖς μέρες στοὺς γο­νεῖς μου», τοῦ εἶ­πε μιὰ μέ­ρα στὸ με­ση­με­ρια­νὸ ἡ Κά­θριν. «Λέ­ω τὸ ἄλ­λο σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο.»

        Τὴν κοί­τα­ξε ἀ­φη­ρη­μέ­νος, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να μᾶλ­λον ἤ­δη σκε­φτό­ταν τί θὰ ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νος. Μᾶλ­λον θὰ δι­όρ­θω­νε γρα­πτά, ὅ­πως ἦ­ταν ἡ ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­παί­τη­ση σὲ αὐ­τὸ τὸ κω­λο­πα­νε­πι­στή­μιο ποὺ δί­δα­σκε. Ἐ­κεί­νη στὴν ἐ­ξο­χὴ κι αὐ­τὸς στὴν ἐ­νο­χή. Ὡ­ραῖ­ος τρό­πος νὰ ζεῖς. Γά­μα το, σκέ­φτη­κε καὶ τὴ ρώ­τη­σε ἂν εἶ­χε ἑ­τοι­μα­σί­ες, ἂν ἤ­θε­λε νὰ κά­νουν κά­τι πρὶν τὸ τα­ξί­δι της καὶ τέ­λος ἂν ὄν­τως θὰ ἄ­νοι­γαν ἐ­κεῖ­νο τὸ κρα­σὶ ποὺ τοὺς ἔ­φε­ραν τὰ Χρι­στού­γεν­να οἱ γεί­το­νες γιὰ νὰ δοῦν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πει­σό­διο τῆς σει­ρᾶς ποὺ εἶ­χαν ἀρ­χί­σει. Στὰ δύ­ο πρῶ­τα, ἡ Κά­θριν εἶ­πε ὄ­χι, στὰ ἄλ­λα δύ­ο ναί. Ἰ­σο­πα­λί­α 0-0. Σὰν τὸν γά­μο του ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε πὼς ἡ Πι­λὰρ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου σὲ κω­μα­τώ­δη κα­τά­στα­ση. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πή­γαι­νε καὶ τῆς μι­λοῦ­σε στὸ προ­σκέ­φα­λό της. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­δε μή­πως στῆς Ντο­λό­ρες;

        Τί νό­η­μα ἔ­χει, σκέ­φτη­κε. Νὰ τί θὰ κά­νω. Θὰ πε­ρά­σω ὅ­λο τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο κον­τά της. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­συ­ναί­σθη­τα.

        Ἔ­φτα­σε, λοι­πόν, ἡ ὥ­ρα καὶ ἡ Κά­θριν ἔ­φυ­γε τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὸ πρωΐ. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα τὸν πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο. Θὰ ξέ­χα­σε κά­τι, σκέ­φτη­κε ὁ Ρέ­ι. Καὶ τὸ σή­κω­σε κά­πως βα­ρι­ε­στη­μέ­να. «Ἔ­λα.» «Ἐ­γώ…» «Ξέ­χα­σες κά­τι; Γυρ­νᾶς;» «Ὄ­χι, ἤ­θε­λα νὰ σοῦ πῶ.» «Ἄ, τί;» «Στὴν εἴ­σο­δο κά­τω ἀ­πὸ τὰ κλει­διά σου ἔ­χει κά­τι.» «Ἄ, τί;» «Ἕ­να γράμ­μα» «Ἄ, τί…» «Ὄ­χι, ἀ­πὸ μέ­να. Δὲν σὲ χω­ρί­ζω, ἠ­λί­θι­ε» «Ἀ, τί!» «Ἀ­πὸ τὴν Πι­λάρ…» «Ἄ­α…»

        Στὸ Πὶ εἶ­χε ἤ­δη πά­ει στὰ κλει­διά του καὶ κρα­τοῦ­σε τὸ γράμ­μα στὰ χέ­ρια του. «Πό­τε; Πῶς;» «Ἦρ­θε πρὶν και­ρό. Πρὶν χρό­νια. Δέν…» «Για­τί;» «Δὲν ξέ­ρω. Δι­ά­βα­σέ το. Σοῦ ἀ­νή­κει. Γειά.» «Γειά.»

 

        Μὶ κε­ρί­δο,

        Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ εἰ­σα­γω­γές, ὁ­πό­τε θὰ σοῦ πῶ ἀ­πευ­θεί­ας μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τό­τε ποὺ γνω­ρι­στή­κα­με. Στῆς Ντο­λό­ρες. Θυ­μᾶ­σαι; Πῶς νὰ μὴ θυ­μᾶ­σαι; Κά­θε βρά­δυ σὲ πε­ρί­με­να. Κά­θε βρά­δυ σοῦ ἔ­κο­βα τὸ “σ’ ἀ­γα­πῶ” στὰ χεί­λη μὲ μιὰ κο­φτὴ κί­νη­ση στὸ ταν­γκό μας γιὰ νὰ μὴν τὸ πεῖς. Ἐ­γὼ ὅ­μως σοῦ τὸ ἔ­λε­γα. Θυ­μᾶ­σαι τὸ γλί­στρη­μα τοῦ πο­διοῦ πρὸς τὰ πί­σω; Ἐ­κεῖ­νο ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρες πο­τὲ νὰ κά­νεις χω­ρὶς νὰ χά­σεις λί­γο τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α σου; Ἐ­γὼ, ἐ­πί­τη­δες τὸ ἔ­κα­να. Ἤ­μουν ἕ­τοι­μη νὰ φτά­σω μέ­χρι κά­τω γιὰ νὰ σοῦ πῶ πό­σο ἀ­γω­νι­ῶ νὰ ἔρ­θεις καὶ πό­σο πε­τά­ω μέ­σα μου στὸ ἀ­δέ­ξιο κρά­τη­μά σου.

        Κι ὅ­ταν κά­η­κε τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, κά­η­καν μα­ζὶ καὶ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ εἶ­χα νὰ ἔρ­χε­σαι καὶ νὰ χο­ρεύ­ου­με καὶ νὰ τα­ξι­δέ­ψου­με μα­ζί. Ἐ­κεῖ μέ­σα καὶ ἀλ­λοῦ. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι μα­ζί σου, Ρέ­ι. Μό­νο μα­ζί σου. Πῶς ξέ­ρω τὸ ὄ­νο­μά σου; Σί­γου­ρα θὰ τὸ σκέ­φτε­σαι. Σκέ­ψου. Θὰ τὸ βρεῖς.

        Ἔ­μα­θα ὅ­τι παν­τρεύ­τη­κες. Ἔ­μα­θα ὅ­τι πᾶς στὸ Ἐ­σπε­ράν­τζα. Εἶ­δα ὅ­τι μὲ σκέ­φτε­σαι. Τὸ εἶ­δα στὰ μά­τια σου τὴν ὥ­ρα ποὺ κα­τέ­βα­ζες τὴ Ρούμ­πια μπί­ρα. Ἐ­μέ­να σκε­φτό­σουν, Ρέ­ι; Τὸ ταν­γκό; Τὸν Μά­ικ ποὺ φλυ­α­ροῦ­σε στὸ πιά­νο; Τί εἶ­δες στὴν του­α­λέ­τα, Ρέ­ι; Φάν­τα­σμα; Δὲν εἶ­μαι φάν­τα­σμα. Εἶ­μαι ἡ Πι­λάρ. Ἐ­σὺ πάν­τα ἤ­ξε­ρες τὸ ὄ­νο­μά μου. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρες ἦ­ταν ἡ ζωή μου. Οὔ­τε τώ­ρα τὴν ξέ­ρεις. Οὔ­τε ἔ­μα­θες ἂν ἀ­γά­πη­σα πο­τέ, ἂν ἔ­κα­να παι­δί, ἂν ἤ­μουν μὲ κά­ποι­ον, ἂν χό­ρε­ψα ξα­νά. Ὅ­μως, ἐ­γώ, Ρέ­ι, ἔ­ζη­σα νὰ ξέ­ρεις. Ὄ­χι μα­ζί σου. Ἔ­ζη­σα. Μ’ ἐ­μέ­να. Ἀ­γά­πη­σα ἐ­μέ­να κι ἕ­ναν ζω­γρά­φο. Φαμ­πιὰν τὸν λέ­γα­νε. Σί­γου­ρα θὰ ἔ­χεις ἕ­ναν πί­να­κά του στὸ σα­λό­νι σου. Ὅ­λοι στὸ Μαν­χά­ταν ἔ­χε­τε. Σᾶς που­λά­ει φαν­τα­σί­ω­ση. Ὅ­πως μοῦ πού­λη­σε κι ἐ­μέ­να. Χό­ρευ­α κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Σὲ σκε­φτό­μουν κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ἔ­φυ­γα κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ποι­ὰ Πι­λὰρ σὲ κοι­τά­ζει αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, ἀ­λή­θεια; Ἡ ξαν­θιὰ ποὺ πε­ρι­μέ­νει κά­τι; Ἢ ἡ ἄλ­λη στὸ μπὰρ ποὺ φαί­νε­ται μό­νο ἡ πλά­τη της; Ἢ αὐ­τὴ στὸ κρε­βά­τι; Ὅ­λες ἐ­γώ. Ὅ­λοι ἐ­σύ.

        Σὲ ἤ­θε­λα, Ρέ­ι. Ὅ­μως, πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι κα­λὰ ἐ­γώ. Θὰ μὲ ἔ­κα­νες κα­λά, Ρέ­ι; Δὲν ξέ­ρω πιά. Εἶ­πα, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, νὰ σοῦ γρά­ψω τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω. Κά­τι στὸν τρό­πο ποὺ μὲ κοι­τοῦ­σες, μὲ ἔ­κα­νε νὰ θέ­λω νὰ χο­ρέ­ψω πιὸ πα­θι­α­σμέ­να, Ρέ­ι. Δὲν μ’ ἔ­νοια­ζε ποὺ ἐ­σὺ δὲν τὰ κα­τά­φερ­νες. Οὔ­τε μ’ ἔ­νοια­ξε ποὺ γι­όρ­τα­σες τὴν ἐ­πέ­τει­ό σου στὸ μα­γα­ζί μας. Κι ἄς ἦ­ταν ἄλ­λο. Κι ἄς ἤ­μουν ἄλ­λη. Κι ἄς ἤ­σουν ἄλ­λος πιά.

        Ἀ­κό­μα μὲ κά­νεις νὰ χο­ρεύ­ω. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ πε­θά­νω ἐ­γώ. Θὰ πέ­σω ὅ­ταν τὰ κό­κα­λά μου δὲν μὲ κρα­τᾶ­νε πιὰ στὸ γλί­στρη­μα πού σοῦ λέ­ω “σ’ ἀ­γα­πῶ”. Φαν­τά­ζε­σαι; Κι ἐ­σὺ θὰ ἔρ­χε­σαι στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ μὲ δεῖς. Θὰ ἔρ­θεις, Ρέ­ι; Θὰ εἶ­σαι τό­τε μα­ζί μου;

        Ἐ­γὼ θὰ εἶ­μαι, Ρέ­ι.

        Τὲ κι­έ­ρο, μὶ ἀ­μόρ!

        Πι­λάρ, λὰ ρούμ­πια.


        Τὰ μά­τια τοῦ Ρέ­ι ὑ­ψώ­θη­καν ἀ­πὸ τὸ γράμ­μα καὶ κοί­τα­ξαν τὸν πί­να­κα τοῦ σα­λο­νιοῦ. Πάν­τα τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τὸς ὁ πί­να­κας. Τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε θαλ­πω­ρή. Ἔ­νι­ω­θε ἥ­συ­χος κοι­τά­ζον­τας τὴν ξαν­θιὰ κο­πέ­λα ποὺ κά­τι πε­ρί­με­νε. Πε­ρί­με­νε μα­ζί της.

        Δί­πλω­σε ἤ­ρε­μα τὸ γράμ­μα, τὸ ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη τοῦ μπου­φὰν καὶ πῆ­γε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σει.



Πη­γή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ὁ Ρόμ­περτ Μανς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Ρόμπερτ Μὰνς (Robert Mans): Σούρουπο στὴ σχολὴ χοροῦ


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)

 

Σού­ρου­πο στὴ Σχο­λὴ Χο­ροῦ

(Dawn at Dance School)


ΟΣΟ ΚΑΙΡΟ ΕΧΕΙΣ νὰ χο­ρέ­ψεις ταν­γκό;» ρώ­τη­σε ὁ Ρέ­ι τὴν Πι­λὰρ στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ἐ­πί­σκε­ψη στὸν θά­λα­μο ὅ­που νο­ση­λευ­ό­ταν. Κά­θε μέ­ρα, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε μὲ μιὰ συμ­παν­τι­κὴ σύμ­πτω­ση πὼς ἐ­κεί­νη εἶ­χε εἰ­σα­χθεῖ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο πρὶν τρεῖς μῆ­νες, ἐ­κεῖ­νος περ­νοῦ­σε πρὶν ἢ με­τὰ τὴ δου­λειὰ καὶ κα­θό­ταν κά­να μι­σά­ω­ρο νὰ τῆς κά­νει πα­ρέ­α. Τὸ ἤ­θε­λε, τὸ θε­ω­ροῦ­σε χρέ­ος του ἀ­κό­μα, κα­θὼς ἐ­κεί­νη τοῦ εἶ­χε δώ­σει τό­σα πολ­λὰ κι ἄς μὴ βρέ­θη­καν μα­ζὶ πο­τέ. Ἡ Κά­θριν δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τὸ μά­θει. Θὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­νε χω­ρὶς λό­γο, ἔ­λε­γε στὸν ἑ­αυ­τό του. Εἶ­χαν ζή­σει μιὰ ζω­ὴ μα­ζὶ καὶ τώ­ρα πιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν εἶ­χαν νό­η­μα, δὲν θὰ ἄλ­λα­ζαν τί­πο­τα. Ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο νό­η­μα ἀ­πέ­με­νε στὸ νὰ εἶ­ναι στὸ πλευ­ρὸ τῆς Πι­λάρ, ἔ­τσι ξα­πλω­μέ­νη καὶ σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη ποὺ ἦ­ταν στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου. Ἐ­κεί­νη ἄλ­λω­στε δὲν εἶ­χε κα­νέ­ναν. Εἶ­χε ρω­τή­σει ὁ Ρέ­ι, ἀλ­λὰ τοῦ εἶ­παν οἱ νο­σο­κό­μες πὼς δὲν εἶ­χε φα­νεῖ πο­τὲ κα­νείς. Ἔ­τσι, ἦ­ταν ὁ μό­νος.

        «Πό­τε στα­μά­τη­σες νὰ χο­ρεύ­εις ταν­γκό; Σί­γου­ρα, γι’ αὐ­τὸ εἶ­σαι ἐ­δῶ. Θὰ χό­ρευ­ες μέ­χρι πρὶν τρεῖς μῆ­νες καὶ θὰ ἔ­πε­σες μα­θαί­νον­τας σὲ κά­ποι­ον ἀ­νε­πί­δε­κτο Ρέ­ι τὰ μυ­στι­κά σου.» Ἐ­κεί­νη δὲν ἀ­πάν­τη­σε καὶ δὲν ἄ­νοι­ξε κὰν τὰ μά­τια της, ὁ Ρέ­ι ὅ­μως δὲν πτο­ή­θη­κε. «Κα­λά, ξε­κου­ρά­σου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ μοῦ πεῖς τὴν ἱ­στο­ρί­α σου καὶ θὰ σοῦ πῶ κι ἐ­γὼ τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω ἀ­κόμ… Ποι­ὸς μὲ παίρ­νει τώ­ρα, ρὲ γα­μῶ­το; Πα­ρα­κα­λῶ; Ναί, Κά­θριν, εἶ­μαι στὴ δου­λειά, ἔ­γι­νε κά­τι; Ἄ, ναί, θυ­μᾶ­μαι. Στὶς ἑπτά, ναί; Ἐν­τά­ξει, ἔ­γι­νε, σὲ κλεί­νω τώ­ρα για­τί ἔ­χω μιὰ συ­νάν­τη­ση.» Κλεί­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο σι­γου­ρεύ­τη­κε πὼς δὲν εἶ­χε μεί­νει ἀ­νοι­χτὸ κι ἔ­πει­τα γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὴν Πι­λάρ, ἔ­τσι γα­λή­νια ποὺ ἦ­ταν μὲ κλει­στὰ τὰ ὄ­μορ­φά της μά­τια. Κά­θι­σε πά­λι στὴν κα­ρέ­κλα, κα­θὼς τὸ μι­σά­ω­ρό του δὲν εἶ­χε τε­λει­ώ­σει ἀ­κό­μα καὶ ἔ­ψα­ξε στὸ τη­λέ­φω­νό του ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε κρύ­ψει τὴ φω­το­γρα­φί­α της ποὺ εἶ­χε βρεῖ σὲ μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Χό­ρευ­ε ταν­γκὸ μὲ κά­ποι­ον ἄλ­λο καὶ ὁ Ρέ­ι τὴν εἶ­χε ἀ­πο­θη­κεύ­σει καὶ τῆς εἶ­χε βά­λει κω­δι­κό, προ­στα­τεύ­ον­τάς τὴν ἀ­πὸ τὰ μά­τια ποὺ δὲν θὰ κα­τα­λά­βαι­ναν πο­τέ.

        Τε­λει­ώ­νον­τας τὸ ὀ­νει­ρο­πό­λο τα­ξί­δι του στὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες ὅ­που τὴν εἶ­χε πρω­το­δεῖ κι ἀρ­γό­τε­ρα στὸ πιά­νο μπὰρ «Ἐ­σπε­ράν­τζα», ὅ­που τὴν εἶ­χε μᾶλ­λον προ­βάλ­λει τὸ μυα­λό του τό­σο ζων­τα­νὰ ποὺ ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­νι­ω­σε, ὁ Ρέ­ι ση­κώ­θη­κε καὶ βγῆ­κε ἔ­ξω στὸν δι­ά­δρο­μο. Κον­το­στά­θη­κε στὴν πόρ­τα καὶ τῆς ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιά. «Δὲν θὰ μοῦ πεῖς πο­τὲ για­τί ἐ­μέ­να, ἔ­τσι;» μουρ­μού­ρι­σε καὶ ἔ­φυ­γε γιὰ τὸ σπί­τι καὶ τὴν ὑ­πο­χρέ­ω­ση στὶς ἑπτά, ὅ­πως τοῦ εἶ­χε πεῖ ἡ Κά­θριν.

        Κοι­τών­τας προ­σε­κτι­κά, γιὰ νὰ σι­γου­ρευ­τεῖ ὅ­τι ὁ Ρέ­ι εἶ­χε πιὰ φύ­γει, ἡ Ντέ­στι­νι, ἡ νο­σο­κό­μα τῆς βάρ­διας, μπῆ­κε στὸν θά­λα­μο τῆς Πι­λὰρ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της. Νὰ τὴν ἀλ­λά­ζει, νὰ τὴν κα­θα­ρί­ζει, ἀ­κό­μα καὶ νὰ τὴ χτε­νί­ζει, ὅ­πως τῆς ἄ­ρε­σε νὰ κά­νει. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι για­τί ἔρ­χε­ται, ἀ­φοῦ ἐ­κεί­νη δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­κού­σει, σκέ­φτη­κε ἡ Ντέ­στι­νι καὶ κοί­τα­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ δεῖ τὸν Ρέ­ι μὲ καρ­φω­μέ­να τὰ μά­τια ἐ­κεῖ ποὺ βρι­σκό­ταν ἡ ἴ­δια, ὅ­πως ἔ­κα­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­φευ­γε ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ λί­γα λε­πτά. Κι ἔ­πει­τα, ἀ­πο­φεύ­γον­τας τὸν πυ­ρο­σβε­στι­κὸ κρου­νὸ μὲ μιὰ χο­ρευ­τι­κὴ κί­νη­ση, χά­θη­κε μέ­σα στὰ αὐ­το­κί­νη­τα.

        Ἡ Ντέ­στι­νι κοί­τα­ξε τὴν Πι­λὰρ κι ἔ­πει­τα ξα­νὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Σου­ρού­πω­νε. Ἡ φω­τει­νὴ πι­να­κί­δα τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου Ὅ­ρος Σι­νᾶ στὸ Μαν­­χά­ταν ἄ­να­βε. Ἡ ταμ­πέ­λα τῆς σχο­λῆς χο­ροῦ δι­α­γώ­νια ἀ­πέ­ναν­τι ἄ­να­βε κι αὐ­τή.



Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες!

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα καὶ τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη]


Ο ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ, τα­ξει­δεύ­ον­τας μὲ τὸ πα­πό­ρι κά­πο­τε, δι­η­γή­θη­κε στὴ σάλ­λα αὐ­τὸ τ’ ἀ­νέκ­δο­το. (Ὁ Ὄ­θω­νας εἶ­χε φύ­γει πιὰ ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα).

       «Ὅ­ταν ὁ Βα­σι­λέ­ας μὲ τὴ Βα­σί­λισ­σα καὶ τὴν ἄλ­λη συ­νο­διά, ἔ­κα­ναν τὴν πρώ­τη πε­ρι­ο­δεί­α τους στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο, φτά­νον­τας στ’ Ἀ­νά­πλι μὲ κά­λε­σε καὶ μοῦ εἶ­πε ὁ Βα­σι­λέ­ας:

       — »Πρέ­πει νὰ ἐ­πι­σκε­φθῶ­μεν καὶ τὰς Μυ­κή­νας, κύ­ρι­ε Κο­λο­κο­τρώ­νη. Σεῖς ποὺ γνω­ρί­ζε­τε τὸν τό­πον, πα­ρα­κα­λῶ νὰ φρον­τί­σε­τε. Αὔ­ριον θὰ γί­νῃ ἡ ἐκ­δρο­μή. Γνω­ρί­ζε­τε τὸ μέ­ρος;

       — »Μυ­κή­νας, εἴ­πα­τε, Με­γα­λει­ό­τα­τε… μά­λι­στα, θὰ φρον­τί­σω!

       »Κα­τέ­βη­κα στὸ πα­ζά­ρι κ’ ἔ­φερ­να γύ­ρα ρω­τῶν­τας ὅ­σους Ἀ­να­πλι­ῶ­τες ἀ­παν­τοῦ­σα νὰ μοῦ ποῦν ποῦ βρί­σκον­ται αὐ­ταὶ αἱ “Μυ­κῆ­ναι”. Κα­νεὶς ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ μὲ φω­τί­σῃ.

       — »Πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­κοῦ­με αὐ­τὸ τ’ ὄ­νο­μα! Τί τό­πος εἶ­ν’ αὐ­τός;

       »Ἀ­πελ­πι­σμέ­νος κι­νά­ω νύ­χτα γιὰ τὸ πει­ὸ κον­τι­νὸ χω­ριό. Στὸ δρό­μο ἀ­πάν­τη­σα κά­τι τσο­πά­νη­δες.

       — »Ἐ­λᾶ­τε ‘­δῶ, μω­ρὲ παι­διά: Πέ­στε μου, σὲ ποι­ὸ μέ­ρος ἐ­δῶ τρι­γύ­ρω συ­νη­θᾶ­νε οἱ Λόρ­δοι καὶ πη­γαί­νου­νε νὰ δοῦν τί­πο­τε πα­λιὰ χα­λά­σμα­τα;

       — »Ἐ­γὼ ξέ­ρω! λέ­ει ἕ­νας τσο­πά­νης, στὸ Χαρ­βά­τι τὸ χω­ριό, κον­τὰ στὰ Φί­χτια, πᾶ­νε συ­χνὰ οἱ Λόρ­δοι μὲ βι­βλί­α κι’ ὅ­λο ψά­χνουν κά­τι πα­λι­ό­πε­τρες ποὺ βρί­σκον­ται ἀ­πό­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριό.

       »Τό­τε θυ­μή­θη­κα κ’ ἐ­γὼ πὼς ἤ­ξε­ρα τὸ μέ­ρος, εἶ­χα μά­λι­στα κά­νει ἕ­να γε­ρὸν πό­λε­μο μὲ τοὺς Τούρ­κους ἐ­κεῖ.

       »Κι­νή­σα­με τὸ πρωΐ, κ’ ἐ­γὼ μπρο­στὰ μὲ τ’ ἄ­λο­γο κα­μα­ρω­τὸς ἔ­φε­ρα τὴ βα­σι­λι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α στὸ Χαρ­βά­τι, σή­κω­σα τὸ χέ­ρι ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ κ’ ἔ­δει­ξα τὴς πα­λι­ό­πε­τρες.

       — »Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες! εἶ­πα.

       »Οἱ συ­νά­δελ­φοί μου ἔ­μει­ναν μὲ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα, πα­ρά­ξε­νοι γιὰ τὴ σο­φί­α μου. Ἀλ­λὰ καὶ ὁ Βα­σι­λέ­ας εὐ­χα­ρι­στή­θη­κε ὄ­χι λί­γο.

       — »Ὁ κύ­ριος Κο­λο­κο­τρώ­νης εἶ­ναι ἐξ ὅ­λων μας ὁ λο­γι­ώ­τε­ρος καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρον κά­το­χος ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κῶν γνώ­σε­ων…»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Χ. Π. Κο­ρύλ­λου ἰα­τροῦ «Πε­ζο­πο­ρί­α ἀ­πὸ Πα­τρῶν εἰς Σπάρ­την κλπ.», 1889, σ. 4.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 301 [Τίτλος: «641.— Σο­φὸς ἀρ­χαι­ο­λό­γος.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ πύλη τῶν λε­όν­των στὶς Μυ­κῆ­νες. Ἀπὸ τὴν ἔκ­δοση Schweiger Ler­chen­feld, A­mand, (Frei­herr von). Grie­chen­land in Wort und Bild, Eine Schil­de­rung des hel­leni­schen Koni­grei­ches, Λειψία, Hein­rich Schmidt & Carl Gün­ther, 1887 / Ket­twig, Phai­don, 1992.



		

	

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Ψιλὴ ἄμμος


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Ψι­λὴ ἄμ­μος


Ο ΞΗΜΕΡΩΜΑ φτά­νουν στὸν πα­ρά­δει­σο, στὸ προ­στα­τευ­μέ­νο βα­σί­λει­ο τῆς ἄμ­μου. Ἔ­χουν ἀρ­κε­τὲς ὧ­ρες μέ­χρι νὰ κα­τα­φθά­σουν οἱ κυ­νη­γοὶ τῆς ψυ­χα­γω­γί­ας, οἱ πο­λύ­χρω­μες ρα­κέ­τες, τὰ δι­α­στη­μι­κὰ φου­σκω­τά, τὰ ἀ­στρα­φτε­ρὰ ἀν­τί­σκη­να. Με­λα­χρι­νή, πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, ἔ­χει με­ρι­κὲς ὧ­ρες πα­ρέ­α μὲ τὰ κο­πά­δια ποὺ βολ­τά­ρουν ἀ­μέ­ρι­μνα. Σὲ λί­γο θὰ σφα­για­σθοῦν καὶ θὰ σερ­βι­ρι­σθο­ῦν μὲ ὡρα­ῖ­α μα­κα­ρό­νια.

       Ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα. Πρὶν εἰ­σβά­λει μα­ζι­κὰ ὁ ξαν­θὸς κό­σμος ὑ­πῆρ­χε πολ­λὴ ὥ­ρα, ἀ­πί­στευ­τα πολ­λὴ ὥ­ρα. Ἡ μέ­ρα ἔ­μοια­ζε ἀ­τε­λεί­ω­τη για­τί βά­ραι­ναν πά­νω της οἱ αἰ­ῶ­νες, αὐτοὶ οἱ μυ­στή­ριοι αἰ­ῶ­νες ποὺ ἐ­πι­μέ­νουν νὰ κά­νουν αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τους ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ποὺ πλημ­μύ­ρι­σαν τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὸ πα­ρόν, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα ποὺ ἔ­φε­ρε σὲ τοῦ­τα ἐ­δῶ τὰ μέ­ρη ὁ ξαν­θὸς κό­σμος. Κά­πο­τε ὑ­πῆρ­χε ἐ­λά­χι­στο πα­ρόν, ὅ­σο ἀ­κρι­βῶς χρει­α­ζό­ταν ὥ­στε νὰ μὴν ξε­χνι­έ­ται ἡ μέ­ρα, νὰ μὴ λυ­γί­ζει κά­τω ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῶν αἰ­ώ­νων. Τό­τε ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κό τὸ πα­ρόν, ἦ­ταν ντρο­πα­λό, ἄ­κου­γε τοὺς με­γα­λυ­τέ­ρους του, πε­ρί­με­νε τὴ σει­ρά του, δὲν ἔ­βγα­ζε γλώσ­σα, δὲν κρα­τοῦ­σε κα­κί­α, ἔ­λε­γε τὸν πό­νο του. Τό­τε ἦ­ταν τρυ­φε­ρὸ τὸ πα­ρὸν για­τί εἶ­χε κα­εῖ ἡ γού­να του ἀπὸ τὸν ἔ­ρω­τα. Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ εἶ­ναι εὐγε­νι­κό, νὰ στέ­κε­ται στὴν ἄ­κρη καὶ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ, νὰ μὴν προ­δί­δει ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὰ βά­σα­νά του, νὰ μὴ δι­εκ­δι­κεῖ ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὰ δι­και­ώ­μα­τά του, νὰ μὴν χτυ­πά­ει τὸ πο­δα­ρά­κι του στὸ πά­τω­μα, νὰ μὴ μου­τρώ­νει, νὰ μὴν κα­κο­λο­γεῖ, νὰ μὴν γκρι­νιά­ζει. Ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κό τὸ πα­ρὸν ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­στε­κε ἀ­μή­χα­νο, ἔ­τσι ὅ­πως περ­νοῦ­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­το, ἔ­τσι ὅ­πως προ­σευ­χό­ταν κά­θε τό­σο στὸν ἄ­γνω­στο Θε­ό του. Τὸ με­γά­λω­ναν ὅ­πως μπο­ροῦ­σαν οἱ αἰ­ῶ­νες, κα­μιὰ φο­ρὰ τοῦ ἔ­δι­ναν ἀ­πὸ τὸ ὑ­στέ­ρη­μά τους, τοὺς ἔ­λε­γε κα­νέ­να εὐ­χα­ρι­στῶ, αἰ­σθα­νό­ταν πραγ­μα­τι­κὴ εὐ­γνω­μο­σύ­νη, δὲν τοὺς γύ­ρι­ζε ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὴν πλά­τη. Ζοῦ­σε μα­ζί τους στὴν ἴ­δια γει­το­νιά, πή­γαι­νε στὸ ἴ­διο σχο­λεῖ­ο, ψώ­νι­ζε ἀ­πό τὰ ἴ­δια μα­γα­ζιά, σύ­χνα­ζε στὰ ἴ­δια στέ­κια, ἐ­ρω­τευ­ό­ταν τὶς ἴ­δι­ες γυ­ναῖ­κες, εἶ­χε κα­εῖ μά­λι­στα ἡ γού­να του ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα. Τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1965 ἡ γού­να τοῦ πα­ρόν­τος κά­η­κε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα καὶ οἱ αἰ­ῶ­νες ἀνη­σύ­χη­σαν σο­βα­ρά, μέ­χρι τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1965 ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νο τὸ πα­ρὸν κι αὐτὸ τὸ ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι στὴ γει­το­νιά, τὸ ἔ­λε­γαν στὰ μα­γα­ζιά, τὸ ψι­θύ­ρι­ζαν στὰ σχο­λεῖ­α.

        Τρι­αν­τα­δύ­ο χρό­νων, πο­λι­τι­κὲς ἔ­πι­στη­μες, ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα μέ­χρι νὰ κα­τα­λη­φθεῖ ἀ­πὸ τὰ ἀ­σκέ­ρια τῶν δι­α­κο­πῶν ἡ πα­ρα­λί­α, κά­τι θυ­μᾶ­ται ἀ­πὸ τὴν ἐπο­χὴ ποὺ τὸ πα­ρὸν με­γά­λω­νε ὅ­πως-ὅ­πως μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν τα­πει­νῶν αἰ­ώ­νων. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε ὁ ξαν­θὸς κό­σμος καὶ τὸ ξε­σή­κω­σε, τοῦ σφύ­ρι­ξε στὸ αὐτί, τὸ χτύ­πη­σε στὴν πλά­τη, τὸ ἔ­πει­σε ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μό­νο αὐ­τό, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι τὸ προ­ε­τοί­μα­ζαν, τὸ ἐμ­πό­δι­ζαν, δὲν τὸ ἄ­φη­ναν νὰ τρα­βή­ξει τὸ δρό­μο του, τὸ στε­νο­χω­ροῦ­σαν, τοῦ ἔ­στη­ναν πα­γί­δες, τὸ εἶ­χαν φυ­λα­κί­σει σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­θλια γει­το­νιά, τὸ κρα­τοῦ­σαν αἰχ­μά­λω­το, τοῦ πέ­τα­γαν ψί­χου­λα ἐ­νῶ ἦ­ταν ὅ­λα δι­κά του, ἔ­πρε­πε νὰ τὰ δι­εκ­δι­κή­σει, νὰ ση­κω­θεῖ νὰ τὰ πά­ρει. Ἔ­πρε­πε νὰ σπά­σει τὰ δε­σμά, ν’ ἀ­γο­ρά­σει μη­χα­νή­μα­τα, νὰ μα­σου­λά­ει κά­τι ὅ­λη μέ­ρα, νὰ ντύ­νε­ται στὰ κα­λύ­τε­ρα μα­γα­ζιά, νὰ δι­εκ­δι­κεῖ τὰ δι­και­ώ­μα­τά του, νὰ φω­νά­ζει παν­τοῦ τὸ δί­κιο του, νὰ συν­δι­κα­λί­ζε­ται, νὰ κα­τα­στρέ­φει ὅ,τι ἔ­βρι­σκε μπρο­στά του, νὰ χαί­ρε­ται, ν’ ἀ­πο­λαμ­βά­νει, νὰ ἔ­χει ἄγ­χος, νὰ μὴν ἔ­χει κα­θό­λου χρό­νο, οὔ­τε γιὰ δεῖγ­μα. Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1965 τὸ πα­ρὸν στά­θη­κε στὰ πό­δια του κι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ κα­τα­πι­εῖ τὰ πάν­τα, σι­γὰ σι­γὰ τὰ κα­τά­φε­ρε κι ἔ­τσι ἔ­χα­σε τε­λεί­ως τὸ χρό­νο του, ἀ­γό­ρα­σε μη­χα­νή­μα­τα, ἤ­πι­ε τὰ πιὸ ἀκρι­βὰ πο­τά, γκρί­νια­ξε, γά­μη­σε, ἔ­δει­ρε, τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα μὲ τὴν εὐ­λο­γί­α τοῦ ξαν­θοῦ κό­σμου. Ἀπὸ τὸν Αὔγου­στο τοῦ 1965 καὶ με­τὰ τὸ πα­ρὸν προ­ό­δευ­σε ση­μαν­τι­κά, κά­λυ­ψε τὰ πάν­τα καὶ δὲν ἄ­φη­σε τί­πο­τα ὄρ­θιο, ἀνέ­τρε­ψε τὰ πάν­τα, ἄλ­λα­ξε γνώ­μη τρι­αν­τα­o­χτὼ χι­λιά­δες φο­ρές, ἔ­κα­νε τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σή του γιὰ νὰ ἔ­χει ἀ­να­μνή­σεις στὴ συν­τή­ρη­σή του, ἐγ­κα­θίδρυ­σε παν­τοῦ τὴν κα­χυ­πο­ψί­α, ἔ­φα­γε χι­λιά­δες μπρι­ζό­λες, σπού­δα­σε πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, κα­τέ­λα­βε τὰ μέ­σα μα­ζι­κῆς ἐ­νη­μέ­ρω­σης καὶ δὲν τὰ ἄ­φη­σε νὰ πά­ρουν ἀνά­σα, τὰ ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ λει­τουρ­γοῦν ἀ­στα­μά­τη­τα καὶ νὰ πλη­ρο­φο­ροῦν τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα ὅ­τι οἱ αἰ­ῶ­νες ὑ­πῆρ­ξαν πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας της. Ἔτσι συ­νέ­βαι­νε πάν­τα, ὑ­πῆρ­χε μό­νο πα­ρὸν καὶ μᾶς τὸ ἔ­κρυ­βαν, ὁ ξαν­θὸς κό­σμος μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σε, οἱ ρα­κέ­τες μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν, τὰ δι­α­στη­μι­κὰ φου­σκω­τὰ μᾶς ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν συ­νε­χῶς, οἱ αἰ­ῶ­νες βά­ραι­ναν ἐ­πι­κίν­δυ­να πά­νω μας καὶ δὲν μᾶς ἄ­φη­ναν ν’ ἀ­πο­λαύσου­με, ὅ­λα ἦ­ταν βα­ρε­τὰ καὶ ὑ­πῆρ­χε ἀ­πίστευ­τα πολ­λὴ ὥ­ρα. Ὑ­πῆρ­χε μό­νο πα­ρὸν καὶ δὲν μᾶς τὸ ἔ­λε­γαν, θυ­μόν­του­σαν πα­λι­ὲς ἀ­νύ­παρ­κτες ἱ­στο­ρί­ες, πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας τους. Μᾶς εἶ­χαν φυ­λα­κί­σει στὴ φαν­τα­σί­α μας, νο­μί­ζα­με ὅ­τι οἱ γει­το­νι­ές μας εἶ­χαν τὸ ἀ­να­φαί­ρε­το δι­καί­ω­μα νὰ δι­αρ­κέ­σουν χί­λια χρό­νια. Οἱ πο­λύ­χρω­μες ρα­κέ­τες μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν, τὰ μπα­λά­κια ποὺ ἔρ­χον­ται μὲ φου­σκω­τὰ σὲ λί­γη ὥ­ρα τὰ ξαν­θὰ μαυ­ρισμέ­να κορ­μιά, ὁ στρα­τὸς τοῦ πα­ρόν­τος, ὁ ἐ­ξο­λο­θρευ­τὴς τῶν τα­πει­νῶν αἰ­ώ­νων ποὺ νο­μί­σα­με ὅ­τι μᾶς με­γά­λω­σαν ὅ­πως-ὅ­πως. Κά­πο­τε τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κὸ κι ἀρ­γό­τε­ρα κα­τά­λα­βε τὸ λά­θος του, στά­θη­κε στὸ ὕ­ψος του καὶ κυ­ρί­ευ­σε τὴν οἰκου­μέ­νη.

        Τρι­αν­τα­δύ­ο χρό­νων, συ­νο­μή­λι­κη τοῦ πα­ρόν­τος. Σπού­δα­σε πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, γνώ­ρι­σε τὸν Γιά­ννη στὴ Βε­νε­τί­α, ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ ζή­σουν ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν κα­λύ­τε­ρα στὸ πα­ρόν, μὲ λί­γα λο­γι­κὰ σχέ­δια γιὰ τὸ μέλ­λον. Ἡ Ἔρση ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, παν­τρεύ­τη­κε ἕ­ναν δη­μο­σι­ο­γρά­φο. Ἡ Βά­να ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, ἡ Μί­να ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, δη­μι­ουρ­γοῦν τὸ πα­ρόν τους καὶ δὲν ἔ­χουν κα­θό­λου χρό­νο, κυ­νη­γᾶ­νε τὸ πα­ρὸν καὶ σκέ­φτον­ται τί θὰ γί­νει με­τά, ἕ­να τε­ρά­στιο με­τὰ τοὺς ἐμ­πο­δί­ζει νὰ ζή­σουν στὸ πα­ρὸν ὅ­πως ἔ­χουν ἀ­πο­φα­σί­σει μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες, μὲ τὶς ρα­κέ­τες τοῦ ξαν­θοῦ κό­σμου. Ὑ­πάρ­χει συ­νε­χῶς ἕ­να με­τὰ ἀπὸ τό­τε ποὺ ἀ­πο­σύρ­θη­καν οἱ τα­πει­νοὶ αἰ­ῶ­νες, προ­βάλ­λει ἀόρι­στο καὶ ἀ­πει­λη­τι­κό, δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος γιὰ τί­πο­τα, ὑ­πάρ­χει ἕ­να ἀ­δη­φά­γο με­τά, στέ­κε­ται ἀ­δυ­σώ­πη­το, ἀ­γέ­ρω­χο, ἀ­πει­λη­τι­κό. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ τὸ μέλ­λον, ἐ­κεῖ­νο ἀ­πο­τε­λοῦ­σε προ­ϊ­ὸν τῆς φαν­τα­σί­ας τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας ἐ­ξί­σου μὲ τοὺς αἰ­ῶ­νες, βά­ραι­νε μὲ τὴν ἴ­δια τα­πει­νό­τη­τα στὸν αἰώ­να τὸν ἅ­παν­τα, συγ­χω­νευ­ό­ταν κά­θε τό­σο μὲ τὸ πα­ρελ­θόν, ἦ­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νο κι ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ μέ­ση. Πρό­κει­ται γιὰ τὸ με­τά, αὐτὸ τὸ με­τὰ ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ τὸ μο­να­δι­κὸ ὑ­παρ­κτὸ πα­ρόν, τὸ εἰ­ρω­νι­κὸ με­τὰ ποὺ κά­νει τὸν Γιά­ννη ἀ­νύ­παρ­κτο, τὴν Ἔρση ἀ­νύ­παρκτη, τὴ Βά­να ἀ­νύ­παρ­κτη, τὴ Μί­να ἀνύ­παρ­κτη, τὶς πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες ἐν­τε­λῶς ἀνυ­πόλη­πτες, τὸν ξαν­θὸ κό­σμο νευ­ρι­κό, μὲ ἄγ­χος, χω­ρὶς κα­θό­λου χρό­νο. Τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν τρυ­φε­ρό, εὐ­αί­σθη­το, ἀπρο­στάτευ­το, μπο­ροῦ­σες νὰ τοῦ δώ­σεις μιὰ καὶ νὰ τὸ λι­ώ­σεις σὰν ζω­ΰ­φιο καὶ τώ­ρα στέ­κει πά­νο­πλο, θω­ρα­κι­σμέ­νο, ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο, μπου­κω­μέ­νο ἀπὸ πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, σι­δη­ρο­δέ­σμιο στὸ ὑ­πό­γει­ο ἑ­νὸς με­τὰ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο τοῦ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον ν’ ἁ­παλ­λα­γεῖ ἀπὸ τό­τε ποὺ ἔ­κα­νε πέ­ρα τοὺς τα­πει­νοὺς αἰ­ῶ­νες. Ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα, μπο­ρεῖ νὰ ξα­πλώ­σει στὴν ἄμ­μο, σὲ λί­γο θὰ κα­τα­φθά­σουν τὰ φου­σκω­τά, θὰ κα­τέ­βουν σὲ πλή­ρη ἐ­ξάρ­τυ­ση καὶ θὰ ἐ­φαρμό­σουν τὸ πρό­γραμ­μα, θὰ προ­σπα­θή­σουν νὰ δι­α­σκε­δά­σουν σω­στά, νὰ μὴν χά­σουν πο­λύ­τι­μο χρό­νο. Θὰ τοὺς δεῖ νὰ ἔρ­χον­ται θρι­αμ­βευ­τὲς ἀπὸ τὴ θά­λασ­σα, θὰ πλη­σιά­σουν σχη­μα­τί­ζον­τας ἕ­να τε­ρά­στιο με­τά, τί θὰ φᾶ­νε με­τά, θὰ σφά­ξου­νε κα­νέ­να ζῶ­ο. Τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν ἄ­μη­χα­νο, ἀ­προ­στά­τευ­το, τρυ­φε­ρὸ καὶ τώ­ρα ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τί πρό­κει­ται νὰ τοῦ συμ­βεῖ, τώ­ρα ποὺ ἔ­στει­λε στὸν ἀγύ­ρι­στο τοὺς αἰ­ῶ­νες.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004)

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπεστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντὶ καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωνης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.



		

	

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Παραμύθι


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πα­ρα­μύ­θι


ΑΛΙΑ ΥΠΗΡΧΑΝ τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο· ἡ Κυ­ψέ­λη, ἡ Ἑλ­λά­δα καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ. Τώ­ρα βγαί­νουν καὶ λέ­νε ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, ὅ­μως λέ­νε ψέ­μα­τα κι αὐ­τὸ φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Αὐ­τοὶ τὰ ἔ­χουν μπερ­δέ­ψει ἐ­νῶ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη καὶ τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο πράγ­μα στὸν κό­σμο ἦ­ταν νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη ὅ­πως συ­νέ­βαι­νε μὲ τὴν Ἔρση. Ἂν ἤ­σου­να ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Ἑλ­λά­δα, κιν­δύ­νευ­ες νὰ σὲ κά­νουν μὶς Ὑ­φή­λιο καὶ νὰ σὲ παν­τρέ­ψουν μ’ ἕ­να χον­τρὸ μὲ πολ­λὰ λε­φτὰ ἀ­πὸ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ἦ­ταν πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ἐ­κεῖ σὲ ἔ­βλε­παν κά­θε μέ­ρα στὸ δρό­μο, δὲν σὲ ψή­φι­ζαν βαμ­μέ­νη, μὲ μου­σι­κὴ ἀ­πὸ πί­σω, οὔ­τε σὲ γνώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, σὲ εἶ­χαν ἀ­γα­πή­σει χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Σὲ ἔ­βλε­παν γε­λα­στή, βι­α­στι­κή, τσα­κω­μέ­νη μὲ τὴ μά­να σου, ἱδρω­μέ­νη, σκο­νι­σμέ­νη. Ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι ἡ ὡραι­ότε­ρη στὴν Κυ­ψέ­λη, για­τὶ ὑ­πῆρ­χε μιὰ μό­νι­μη ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ψή­φι­ζε ὅ­λο τὸ χρό­νο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ποὺ κά­τι τοὺς ἔ­πι­α­νε καὶ τὶς ἔ­βγα­ζαν ὅ­λες πρῶ­τες, κά­τι πά­θαι­νε ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ ἐν­θου­σι­α­ζό­ταν μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ νο­μί­ζουν ὅ­λοι ὅ­τι ἔ­χουν φω­το­γέ­νεια καὶ μά­λι­στα νὰ αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ἐκ­πέμ­πουν λάμ­ψεις. Ἔ­τσι, τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης ἡ Ἔρση ἦ­ταν λί­γο στε­νο­χω­ρη­μέ­νη, ἀλ­λὰ με­τὰ τῆς περ­νοῦ­σε για­τί εἶ­χε μα­γει­ρί­τσα καὶ δὲν σκε­φτό­ταν πιὰ τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ποὺ ξε­χνοῦ­σε νὰ κά­νει τὴ δου­λειά της κα­θὼς τὶς φί­λα­γε ὅ­λες σταυ­ρω­τὰ μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα.

        Ἦ­ταν πά­ρα πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­τσι πολ­λοὶ ἤ­θε­λαν νὰ γί­νουν κά­τι στὴν Ἑλ­λά­δα ποὺ φαί­νε­ται ὅ­τι ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο ἐ­νῶ με­ρι­κοὶ κα­τά­λα­βαν τὸ κόλ­πο κι ἄρ­χι­σαν νὰ λέ­νε ὅ­τι αὐ­τοὶ δὲν ἀ­ξί­ζουν γιὰ τὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­ξί­ζουν μό­νο γιὰ τὸν πλα­νή­τη Γῆ. Ὁ πλα­νή­της Γῆ ἔ­κα­νε προ­πα­γάν­δα στὴν Ἑλ­λά­δα, τῆς ἔ­βα­ζε συ­νε­χῶς τὴν ἰ­δέ­α ὅτι αὐ­τὸς εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ μὲ τὴ σει­ρά της ἡ Ἑλ­λά­δα πί­ε­ζε τὴν Κυ­ψέ­λη νὰ τῆς ἀ­να­γνω­ρί­σει τὰ πρω­τεῖ­α. Ὅ­μως ἡ Κυ­ψέ­λη δὲν εἶ­χε κα­νὲναν νὰ πι­έ­σει κι ἔ­τσι, μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρό, ἡ Κυ­ψέ­λη ὑπο­χρέ­ω­νε τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο μέ­ρος στὸν κό­σμο καὶ ἡ Ἔρση ἦ­ταν ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ εἶ­ναι ἡ ὡραι­ότερη χω­ρὶς νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὴ φω­το­γέ­νεια. Ἀρ­γό­τε­ρα ὅμως ποὺ ὅλοι οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­γι­ναν φω­το­γρα­φί­ες καὶ ὁ πλα­νή­της Γῆ πῆ­ρε τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τη­λε­ό­ρα­ση ἡ Κυ­ψέ­λη ἐ­ξα­φα­νί­σθη­κε ἀ­πὸ προ­σώ­που γῆς καὶ ἡ Ἔρση πῆ­γε νὰ μεί­νει στὰ βό­ρεια προ­ά­στια καὶ τὸ κα­λο­καί­ρι ἀ­γό­ρα­σαν σπί­τι μὲ τὸν ἄν­τρα της τὸν δη­μο­σι­ο­γρά­φο στὴ Σαν­το­ρί­νη καὶ μαύ­ρι­ζαν.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ κι ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­λύ­θη­κε ἐ­πει­δὴ ὁ πλα­νή­της Γῆ ἀ­πέ­δει­ξε στὴν Ἑλ­λά­δα μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑλι­κὸ ὅ­τι ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τὰ βά­θος στρογ­γυ­λός. Ἦρ­θαν πολ­λοὶ ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα στὴν Κυ­ψέ­λη κι ἔ­λε­γαν στὴν ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ ὅ­τι ἀπο­κα­λύ­φθη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἡ ἀ­λή­θεια, ζοῦ­με ὅ­λοι σ’ ἕ­να παγ­κό­σμιο χω­ριό. Τί νὰ κά­νει ἡ ἐ­πι­τρο­πή; Κα­θὼς δὲν συ­νε­δρί­α­ζε πο­τὲ ἐ­πει­δὴ τὰ μέ­λη της ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­να νὰ ζοῦν ἄλ­λος ἐ­δῶ κι ἄλ­λος ἐ­κεῖ καὶ νὰ συ­ναν­τι­οῦν­ται μό­νο στὴν Ἀ­νά­στα­ση ὅ­που ἔ­χα­ναν τ’ αὐ­γὰ καὶ τὰ πα­σχά­λια, στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πὲς πὲς πές, ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸ λά­θος της ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δι­α­λύ­θη­κε. Σι­γὰ-σι­γὰ ἔ­γι­ναν ὅ­λοι παγ­κό­σμιοι χω­ριά­τες. Τοὺς εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ βέ­βαι­α ἡ ἀ­λή­θεια, ἀλ­λὰ τὸ πρό­βλη­μα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἀ­μέ­σως με­τὰ για­τί ἄρ­χι­σαν νὰ γυρ­νᾶ­νε σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­χε γί­νει γνω­στὴ ὅ­λοι νό­μι­ζαν ὅ­τι ἄ­κου­γαν μό­νο ψέ­μα­τα. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν μό­νο τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο, ὅ­μως τώ­ρα ὑ­πῆρ­χε μό­νο τὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ ποὺ ἔ­λε­γε συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα στὸν ἑ­αυ­τό του, φαι­νό­ταν στὰ μά­τια του ὅ­τι ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα. Ἦ­ταν υπο­χρε­ω­μέ­νο νὰ λέ­ει συ­νε­χῶς ψέ­μα­τα για­τὶ ἂν ἔ­λε­γε τὴν ἀ­λή­θεια ἔ­στω καὶ μί­α στιγ­μή, ἂν λύ­γι­ζε καὶ πα­ρα­δε­χό­ταν τὴν ἀ­λή­θεια, τό­τε ἡ ὡ­ραι­ό­τε­ρη τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν θὰ ἦ­ταν μιὰ φω­το­γρα­φί­α, θὰ ἦ­ταν μί­α γυ­ναί­κα κι ἄν­τε βρὲς τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη γυ­ναί­κα μέ­σα στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριό, τώ­ρα μά­λι­στα ποὺ δι­α­λύ­θη­κε ἡ ἀ­ό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ δὲν μα­ζευ­ό­ταν πιὰ οὔ­τε στὴν Ἀ­νά­στα­ση. Ἔ­βα­λαν νε­ρὸ στὸ κρα­σί τους κι ἔ­λε­γαν ψέ­μα­τα συ­νε­χῶς στὸν ἑ­αυ­τό τους ὅ­τι ἡ ὡραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα τοῦ παγ­κό­σμιου χω­ριοῦ δὲν ἦ­ταν γυ­ναί­κα, ἀλ­λὰ φω­το­γραφί­α. Ἔ­τσι ἡ ἀ­λή­θεια ὁ­δή­γη­σε στὸ ψέ­μα καὶ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ χα­ροῦν στὴν Ἀ­νά­στα­ση καὶ τα­ξί­δευ­αν ὅ­λοι μα­κριὰ ὥ­στε νὰ κά­νουν μό­νοι τους Πά­σχα, νὰ μὴν τοὺς πά­ρει κα­νέ­να μά­τι καὶ κα­τα­λά­βει ὅ­τι εἶ­χαν με­γά­λο ἄγ­χος στὸ παγ­κό­σμιο χω­ριὸ τώ­ρα ποὺ ἡ ἀ­λή­θεια τοὺς εἶ­χε ὁ­δη­γή­σει μὲ ἀ­τράν­τα­χτα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα καὶ ἄ­φθο­νο φω­το­γρα­φι­κὸ ὑ­λι­κὸ στὴ λα­τρεί­α τοῦ ψέ­μα­τος.

        Ὑ­πῆρ­χε μί­α ἀό­ρα­τη ἐ­πι­τρο­πὴ καὶ κά­πο­τε τὰ μά­ζε­ψε. Γυ­ρί­ζουν σὰν τὶς ἄ­δι­κες κα­τά­ρες, ψά­χνουν τὴν Ἀ­νά­στα­ση σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα. Λέ­νε πολ­λὰ ψέ­μα­τα, φαί­νε­ται στὰ μά­τια τους. Ὅ­σοι δὲν τὰ κα­τά­φε­ραν νὰ γί­νουν φω­το­γρα­φί­ες με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἄν­θρω­πους ἄλ­λων ἐ­πο­χῶν, πε­ρα­σμέ­νων καὶ μελ­λον­τι­κῶν. Ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα ἀό­ρα­τα ἑλ­λη­νι­κὰ νη­σιὰ ποὺ τοὺς ὑ­πο­δέ­χον­ται ἀ­να­κα­τε­μέ­νους μὲ τοὺς παγ­κό­σμιους χω­ριά­τες, προ­σπα­θοῦν νὰ τοὺς πα­ρη­γο­ρή­σουν. Ὑ­πῆρ­χε ἡ ὡ­ραι­ότε­ρη γυ­ναί­κα καὶ τώ­ρα προ­σπα­θεῖ νὰ γί­νει φω­το­γρα­φί­α στὴ Σαν­το­ρί­νη, εἶ­ναι κα­τά­μαυ­ρη. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­κό­μα πιὸ δύ­σκο­λο καὶ ἀ­πὸ τὸ νὰ γυρ­νᾶς σὰν τὴν ἄ­δι­κη κα­τά­ρα, ἀπὸ τὸ νὰ ἔ­χεις ἄγ­χος. Ἦ­ταν πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ εἶ­σαι κά­τι στὴν Κυ­ψέ­λη, σὲ ἤ­ξε­ραν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ ἀ­να­κα­τω­τά, σὲ ἀ­γα­ποῦ­σαν ἐπει­δὴ ἤ­σου­να ἀ­δύ­να­μη, σὲ γού­στα­ραν χω­ρὶς φω­το­γέ­νεια. Τώ­ρα αὐτὸ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον για­τί ὁ κό­σμος εἶ­ναι ἕ­νας, κα­τά­φε­ρε νὰ γί­νει ἕ­νας χά­ρη στὴ φω­το­γέ­νεια. Πα­λιὰ ὑ­πῆρ­χαν τρί­α μέ­ρη στὸν κό­σμο, μί­α συ­νοι­κί­α, μί­α χώ­ρα κι ἕ­νας πλα­νή­της. Πή­γαι­ναν στὴν Ἀ­νά­στα­ση, εἶ­χαν ὅ­λοι φω­το­γέ­νεια, ἔ­βγα­ζαν κά­τι λάμ­ψεις, φί­λα­γαν σταυ­ρω­τὰ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον μέ­σα στὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα. Με­τὰ ἀ­πο­κα­λύ­φθη­κε ἡ ἄ­λη­θεια καὶ τὰ ψέ­μα­τα ἀ­πέ­κτη­σαν φω­το­γέ­νεια σὲ δι­ά­φο­ρα θέ­ρε­τρα.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004).

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπεστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντὶ καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωνης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.



		

	

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Πάγκος


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πάγ­κος


ΑΘΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ἀ­να­πνο­ῆς ἀ­πὸ ἕ­ναν σχε­δὸν κου­φὸ συ­νο­μή­λι­κό της ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ βά­ζει μου­σι­κή, ὅ­ση πε­ρισ­σό­τε­ρη μου­σι­κὴ μπο­ρεῖ πρὶν ἀ­πὸ τὶς δώ­δε­κα. Τώ­ρα ἔ­βα­λε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, βγά­ζει τὰ ἀ­κου­στι­κὰ καὶ τῆς χα­μο­γε­λά­ει ἀ­μή­χα­να, τὴν κερ­νά­ει ἕ­να πο­τό, πῶς τῆς φά­νη­κε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, δὲν ἦ­ταν κα­λό; Ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅτι ἦ­ταν φαν­τα­στι­κό, ἀλ­λὰ τώ­ρα ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, τὸ ἔ­χει ξε­χά­σει ἤ­δη, ἔ­χει κου­ρα­στεῖ ν’ ἀ­κού­ει κομ­μά­τια ποὺ τρι­γυρ­νᾶ­νε γύ­ρω ἀπὸ τὸ πτῶ­μα τῆς μου­σι­κῆς. Ἂν ἦ­ταν 1977, καὶ οἱ δύ­ο θὰ ἤ­ξε­ραν ὅ­τι στὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς ἔ­πρε­πε ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ νὰ πᾶ­νε σπί­τι του ἢ σπί­τι της, νὰ πι­οῦ­νε κά­τι, νὰ συ­ζη­τή­σουν ἀπὸ πέν­τε μέ­χρι εἴ­κο­σι λε­πτά, νὰ πά­ει στὸ μπά­νιο γιὰ νὰ ἄλ­λα­ξει τὸ ρυθ­μό, αὐ­τὸς νὰ κα­πνί­ζει, νὰ γυ­ρί­σει καὶ νὰ κα­θί­σει κά­πως πιὸ κον­τά του, ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τοῦ λέ­ει μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ κά­ποι­ον πα­λιό, νὰ τῆς χα­ϊ­δέ­ψει τὰ μαλ­λιά, νὰ γυ­ρί­σει πρὸς τὸ μέ­ρος του, νὰ τὸν κοι­τά­ξει στὰ μά­τια, νὰ σκύ­ψει καὶ νὰ τὴν φι­λή­σει. Ἂν ἦ­ταν 1969, ὅλα αὐτὰ θὰ γι­νόν­του­σαν μέ­σα σὲ δε­κα­πέν­τε μέ­ρες. Ἂν ἦ­ταν 1979, λί­γο πιὸ σύν­το­μα, ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι χω­ρὶς πο­τό, συ­ζή­τη­ση, τσι­γά­ρο, ἐ­πί­σκε­ψη στὸ μπά­νιο, ἐ­πι­στρο­φὴ δί­πλα του στὸν κα­να­πέ, μι­κρὴ συ­ζή­τη­ση, χά­ϊ­δε­μα μαλ­λι­ῶν, στρο­φὴ πρὸς τὸ μέ­ρος του, βύ­θι­σμα στὰ μά­τια του, φι­λί. Θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι, θὰ φι­λι­όν­του­σαν λί­γο, θὰ γδύ­νον­ταν ξε­χω­ρι­στὰ κι ὑ­στέ­ρα θὰ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ συν­το­νισθοῦν, θὰ δο­κί­μα­ζαν δύο ἢ τρεῖς στά­σεις, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις. Θὰ τε­λεί­ω­ναν μα­ζὶ ἢ χω­ρι­στά, θὰ ἔ­με­ναν τρί­α λε­πτὰ ἀγ­κα­λι­α­σμένοι, ἀ­μί­λη­τοι. Θὰ τὴν ρώ­τα­γε ἂν θέ­λει νε­ρό, θὰ ἔ­λε­γε ναί, θὰ πή­γαι­νε νὰ τῆς φέ­ρει, θὰ ἄ­να­βε τσι­γά­ρο πε­ρι­μέ­νον­τάς τον, θὰ ἐ­πέ­στρε­φε, θὰ ἔ­πι­ναν ὁ κα­θέ­νας τρεῖς, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις γου­λι­ὲς νε­ρό, θὰ τὴν χά­ι­δευ­ε λί­γο, λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε, θὰ τὸ ἔ­κα­ναν δεύ­τε­ρη φο­ρά, θὰ ἄ­να­βαν τσι­γά­ρο, θὰ ἔ­πι­ναν τὸ ὑ­πό­λοι­πο νε­ρό, αὐ­τὸς θὰ ἔ­σβη­νε κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ φῶς. Θὰ κοι­μόν­του­σαν λί­γο ἄ­βο­λα πα­ρα­κο­λου­θών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ὕ­πνο τοῦ ἄλ­λου, θὰ ξύ­πνα­γαν κι ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ πι­εῖ κα­φὲ για­τὶ ἔ­χει μιὰ δου­λειὰ στὶς δέ­κα καὶ μι­σή. Κι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά, θὰ ντύ­νον­ταν βι­α­στι­κά, θὰ κα­τέ­βαι­ναν στὸ δρό­μο, θὰ περ­πα­τοῦ­σαν λί­γο μα­ζὶ κι ὕ­στε­ρα θὰ χώ­ρι­ζαν.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα καὶ θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν ἀ­κό­μα ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, ἂν ἦ­ταν 1985, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα γιὰ νὰ μὴν ἄ­ναγ­κα­σθοῦν νὰ ποῦν τὸ πρω­ὶ ὅ­τι ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, θὰ εἶ­χαν χω­ρί­σει μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ἢ θὰ εἶ­χαν πέ­σει ἀ­ναί­σθη­τοι ἀ­πὸ τὸ πο­τὸ ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ κοι­μη­θοῦν μα­ζί, θὰ εἶ­χαν βα­ρε­θεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ἄγ­γιγ­μα. Ἂν ἦ­ταν 1956, θὰ εἶ­χαν παν­τρευ­τεῖ, ἂν ἦ­ταν 1965, θὰ εἶ­χαν πά­ει σι­νε­μά, θὰ πέρ­να­γε τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο της, θὰ τὴν ἔ­σφιγ­γε λί­γο, θὰ τῆς χά­ϊ­δευ­ε τὸ λαι­μό, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να φι­λί, θὰ τὸν ἀ­πω­θοῦ­σε χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­πω­θεῖ στ’ ἀ­λή­θεια, θὰ δε­χό­ταν νὰ τὴν φι­λή­σει πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας, τὸ 1969 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τή, μέ­χρι τὸ 1973 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τὴ κι ἀ­πὸ τ­ὸ 1975 καὶ με­τὰ δὲν θὰ πή­γαι­ναν κα­θό­λου σι­νε­μά, θὰ ἔ­κα­ναν μιὰ σο­βα­ρὴ συ­ζή­τη­ση. Θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ κό­σμου, γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ ἦ­ταν ἔ­τσι ὅ­πως σοῦ λέ­ω, τὸ δι­ά­βα­σα. Μέ­χρι τὸ 1979 θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὴν πο­ρεί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, στὸ βαθ­μὸ πού, στὸ μέ­τρο πού, σὲ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ βα­σι­κὴ ἀν­τί­θε­ση, τί πρέ­πει νὰ κά­νου­με. Τὸ πρω­ὶ θὰ εἶ­χαν μιὰ δου­λειά.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι πρέ­πει νὰ πά­ει σπί­τι της, θὰ τὸν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο, μή­πως εἶ­χε δου­λειά; Τί δου­λειὰ νὰ ἔ­χει, τρε­λά­θη­κες ποὺ ἔ­χω δου­λειά, θὰ τὴν συ­νό­δευ­ε μέ­χρι τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο φι­λί, θὰ τὴν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο στὸ ἴ­διο μέ­ρος. Θὰ ἔμ­παι­νε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα βγά­ζον­τας τὰ πα­πού­τσια της, θὰ ξά­πλω­νε μὲ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι, θὰ κά­πνι­ζε μέ­σα στὸ σκο­τά­δι ἀ­κούγον­τας τὴ φω­νὴ ἑ­νὸς ἠ­θο­ποι­ού τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου νὰ δι­α­βά­ζει κά­τω ἀπὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι τὴν Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰ­ζαμ­πώ, θὰ ἔ­ψα­χνε στὴ φω­νὴ κά­τι ποὺ ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται εἰ­δι­κὰ σ’ αὐτὴν καὶ θὰ τὸ ἔ­βρι­σκε, θὰ κοι­μό­ταν μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰζαμ­πώ γρά­φτη­κε ἐ­πει­δὴ κά­ποι­α στιγ­μὴ βγῆ­κε μὲ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ θὰ τὸν ἔ­βλε­πε πά­λι αὔ­ριο. Στὴ μέ­ση τῆς νύ­χτας θὰ ξύ­πνα­γε ἀπὸ κά­ποι­ο κορ­νά­ρι­σμα, θὰ ἄ­νοι­γε τὰ μά­τια κι ἔ­κει­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ τὰ φῶ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἀ­πὸ τὸ δρό­μο θὰ τα­ξί­δευ­αν φευ­γα­λέ­α στὸ τα­βά­νι. Θὰ εἶ­χε ξε­χά­σει ἀ­νοι­χτὸ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι μιὰ φω­νὴ θὰ πα­ρου­σί­α­ζε ἀρ­χαῖ­ες μου­σι­κές, φυ­λαγ­μέ­νες στὶς κα­τα­κόμ­βες τῆς κρα­τι­κῆς ρα­δι­ο­φω­νί­ας. Θὰ ση­κω­νό­ταν χω­ρὶς νὰ κά­νει θό­ρυ­βο καὶ θὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι, θὰ ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἄ­να­σα, θὰ μύ­ρι­ζε τὴν Ἀ­θή­να, θὰ σκε­φτό­ταν δι­ά­φο­ρα σα­χλὰ πράγ­μα­τα, θὰ ἔ­λε­γε μέ­σα της ἕ­ναν ἀ­νό­η­το μο­νό­λο­γο, θὰ γύ­ρι­ζε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς νὰ δι­α­κό­ψει τὴν ἐλα­φρὰ ξε­λι­γω­μέ­νη φω­νὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι. Ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ εἶ­χε ἀ­νέ­βει μα­ζί της χω­ρὶς νὰ τὴν ρω­τή­σει κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­ναν ὅ­πως-ὅ­πως θὰ γύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, θὰ προ­λά­βαι­νε καὶ θὰ γύ­ρι­ζε πρώ­τη ἀπὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ εἶ­χαν γυ­ρι­σμέ­νες τὶς πλά­τες καὶ μό­νο τὸ πρω­ὶ θὰ γύ­ρι­ζαν πέν­τε λε­πτὰ πρὶν ση­κω­θοῦν, θὰ τὴν ἀγ­κά­λια­ζε καὶ με­τὰ θὰ τῆς ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια κα­τά­φε­ραν νὰ γυ­ρί­ζουν πο­λὺ ἄ­νε­τα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πιὸ με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἄν­θρω­πο­τη­τας, οἱ ἐ­λεύ­θε­ρες σχέ­σεις, ὁ σε­βα­σμὸς τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας, ἢ ἰ­σό­τη­τας τῶν δύ­ο φύ­λων, τὸ ἔ­λε­γαν ὅ­λα τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, τὸ βρον­το­φώ­να­ζαν οἱ πα­νε­πι­στη­μια­κὲς ἀ­να­λύ­σεις, τὸ ὑ­πο­στή­ρι­ζαν οἱ δι­α­δη­λω­τὲς στοὺς δρό­μους, τὸ πρό­τει­ναν τὰ τρα­γού­δια, τὸ ἔ­βλε­παν στὶς ται­νί­ες, τὸ ἔ­γρα­φαν στὰ βι­βλί­α, νὰ τοῦ γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, νὰ τῆς γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, τὸ πρωῒ νὰ ἔ­χε­τε μιὰ δου­λειά.

        Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια ὅ­λοι βρέ­θη­καν ξαφ­νι­κὰ νὰ ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, στὶς δέ­κα καὶ μι­σή ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκον­ται κά­που. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια εἶ­σαι ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δο­κι­μά­σεις ὅ,τι βρεῖς μπρο­στά σου, εἶ­σαι ἔ­λευ­θε­ρη νὰ δε­χτεῖς ὅ­λες τὶς δο­κι­μα­σί­ες νο­μί­ζον­τας ὅ­τι εἶ­ναι ξαφ­νι­κὲς εὐ­λο­γί­ες πού ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά, σταλ­μέ­νες ἀπὸ τὴν τυ­χαί­α πλο­κή, κλη­ρο­δο­τη­μέ­νες ἀπὸ τὸ τί­πο­τα. Με­λα­χρι­νή, συμ­πα­θη­τι­κή, ξέ­ρει νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ κά­ποι­ον χω­ρὶς νὰ τὸν γου­στά­ρει, τὸ ἔ­χει μά­θει πο­λὺ κα­λὰ καὶ τὸ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ, ἂς ἐ­πι­μέ­νουν τὰ δι­α­φη­μι­στι­κά. Ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, πί­νει μιὰ γου­λιά, ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὸ αὐ­τὸ τὸ κομ­μά­τι καὶ τώ­ρα μέ­νει στὴ σι­ω­πή, πί­νει μιὰ γου­λιά, αἰ­σθά­νε­ται μιὰ κά­ποι­α συμ­πά­θεια γι’ αὐ­τὸν τὸν σχε­δὸν κου­φὸ ἄν­θρω­πο ποὺ πα­λεύ­ει ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψει λί­γη μου­σι­κὴ μέ­σα στὸ χά­ος, εἴ­κο­σι χρό­νια, με­τά. Δὲν θὰ τοῦ γυ­ρί­σει τὴν πλά­τη, δὲν θὰ κοι­μη­θεῖ μα­ζί του, θὰ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει ἀπὸ μα­κριά.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004)

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπὲστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντί καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωσης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.


Εἰκόνα: Ἀφίσα τοῦ Θεμιστοκλῆ Οὐρανοπολίτη.