Φούλα Λαμπελέ: Λουστρίνια καὶ σπίρτα


Φού­λα Λαμ­πε­λέ


Λου­στρί­νια καὶ σπίρ­τα


ΟΥΣΤΡΙΝΙΑ», μουρ­μού­ρι­σε μ’ ἕ­να λο­ξὸ χα­μό­γε­λο στὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ Φρὲντ Ἀ­στέρ, ποὺ τὸν ἔ­δει­χνε νὰ χο­ρεύ­ει φο­ρών­τας τὰ πε­ρί­φη­μα λου­στρί­νια του.

        «Σή­με­ρα θὰ φο­ροῦ­σε αὐ­τά», ἔ­λε­γε ἡ λε­ζάν­τα κά­τω ἀ­π’ τὸ πα­πού­τσι ποὺ δι­α­φή­μι­ζε τὸ πε­ρι­ο­δι­κό.

        Τὸ δω­μά­τιο τοῦ ἐγ­γο­νοῦ του ξε­χεί­λι­ζε ἀ­πὸ πε­ρι­ο­δι­κὰ ποὺ δι­α­φή­μι­ζαν μη­χα­νά­κια, αὐ­το­κί­νη­τα, σιν­τί, ντι­βιν­τὶ καὶ πλῆ­θος ἄλ­λα πράγ­μα­τα γνω­στῆς καὶ ἄ­γνω­στης χρή­σης. Συ­νη­θι­σμέ­νο δω­μά­τιο δε­κα­πεν­τά­χρο­νου ἀ­γο­ριοῦ. Ἀ­συ­νή­θι­στο ἦ­ταν μό­νο τὸ με­γά­λο σπιρ­τό­κου­το πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο του, μιὰ ἀν­τί­κα χρυ­σο­βαμμέ­νη καὶ δι­α­κο­σμη­μέ­νη μὲ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα. Σπιρ­τό­κου­το;

        Ξαφ­νι­κά τὸ θυ­μή­θη­κε.

        «Τὸ κέρ­δι­σα στὴ λο­τα­ρί­α», τοὺς εἶ­χε πεῖ ὁ ἑ­φτά­χρο­νος τό­τε ἐγ­γο­νός του, δεί­χνον­τας μὲ πε­ρη­φά­νια τὸ ἄ­δει­ο κου­τί.

        «Ἄ­δει­ο;» «Ὄ­χι. Εἶ­χε μέ­σα σπίρ­τα.»

        «Καὶ τί τὰ ‘­κα­νες;»

        «Τὰ πέ­τα­ξα.»

        «Τρε­λά­θη­κες; ἀ­γα­νά­κτη­σε ἡ μη­τέ­ρα του… Πε­τᾶς τὰ σπίρ­τα καὶ κρα­τᾶς τὸ ἄ­δει­ο κου­τί; Για­τί τὰ πέ­τα­ξες;»

        «Για­τί ἂν δὲν πε­τοῦ­σα τὰ σπίρ­τα, θὰ μοῦ τὸ παίρ­να­τε ἐ­σεῖς τὸ κου­τί.»

        Θὰ τοῦ τό ‘­παιρ­ναν. Τὴ μι­κρὴ ἄ­χρη­στη ἀρ­χον­τιά. Τὴν κρυ­φὴ χα­ρά του.

        Τὰ λου­στρί­νια ποὺ ἐ­κεῖ­νος ἀ­γό­ρα­σε κρυ­φά, γιὰ νὰ τὰ φο­ρέ­σει μιὰ μό­νο φο­ρά, ὅ­ταν ἦ­ταν κι αὐ­τὸς δε­κα­πέν­τε χρο­νῶ, τά ‘­κρυψε κι αὐ­τός.

        Ἔ­ρι­ξε ἄλ­λη μιὰ μα­τιὰ στὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ Φρὲντ Ἀ­στὲρ καὶ βγῆ­κε ἀ­π’ τὸ δω­μά­τιο. Στὸ πρό­σω­πό του εἶ­χε μεί­νει κά­τι ἀ­πὸ τὴ γυ­α­λά­δα μιᾶς μυ­στι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Ἄγγε­λοι εἶναι τί ξέρουν αὐτοί (ἐκδ. Νησίδες).

Φού­λα Λαμ­πε­λέ ([Θεσ­σα­λο­νί­κη]1926-2010). Δι­ή­γη­μα, νου­βέ­λα, μυ­θι­στό­ρη­μα, παι­δι­κό, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε ἰ­α­τρι­κὴ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὴν Ἐλ­βε­τί­α καὶ ἔ­ζη­σε στὴ Ζυ­ρί­χη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς για­τρὸς μέ­χρι τὸ 1996. Ἦ­ταν μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἐλ­βε­τῶν Λο­γο­τε­χνῶν καὶ τὰ πρῶ­τα της δι­η­γή­μα­τα δη­μο­σι­εύ­τη­καν ἀρ­χι­κὰ στὴ γερ­μα­νι­κὴ γλώσ­σα. Στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που ἔ­ζη­σε ἀ­πὸ τὸ 1996 καὶ με­τά, εἶ­χε συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά: Νέ­α Πο­ρεί­αΤο­μέςἘν­τευ­κτή­ριοἩ Λέ­ξηΠά­ρο­δοςΠόρ­φυ­ρας, κ.ἄ.


Advertisements

Θε­ώ­νη Κο­τί­νη: Μπάμιες



Θε­ώ­νη Κο­τί­νη


Μπά­μι­ες


ΗΜΕΡΑ στὸ με­ση­με­ρια­νὸ ἔ­χου­νε μπά­μι­ες. Δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σα­νε πο­τέ. Σκα­λί­ζει τὸ πιά­το ξε­φλου­δί­ζον­τας μὲ τὸ πι­ρού­νι τὴ σάρ­κα, ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὰ σπό­ρια γυ­μνά. Μέ­σα σαρ­δό­νια ὀ­δον­το­στοι­χί­α, σὰν τὴ γκρι­μά­τσα τῆς συ­νά­θροι­σης γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Σκυ­θρω­ποί, μα­λω­μέ­νοι ἢ ἕ­τοι­μοι νὰ μα­λώ­σουν σὲ λί­γο, μά­να πα­τέ­ρας παι­διά.

       Λα­δε­ρὲς μὲ φρέ­σκια ντο­μά­τα, κόκ­κι­νη ὅ­πως ἡ αἱ­μα­το­χυ­σί­α γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στρω­μέ­νο τρα­πέ­ζι. Πράγ­μα­τι, δε­σμοὶ αἵ­μα­τος. Τό­σο ποὺ σοῦ ’ρ­χε­ται νὰ πά­ρεις τὸ μα­χαί­ρι τοῦ ψω­μιοῦ καὶ νὰ δι­αρ­ρή­ξεις ὅ­λα ἐ­τοῦ­τα τὰ δε­σμά, νὰ τὸ βυ­θί­σεις στὴν καρ­διὰ αὐ­τοῦ τοῦ λάκ­κου ποὺ εἶ­ναι γε­μά­τος γεύ­μα­τα κυ­ρι­α­κά­τι­κα καὶ αἰ­τιά­σεις καὶ πα­ρά­πο­να καὶ ξε­χα­σμέ­νες τώ­ρα ἤ­δη ἐκ­δρο­μὲς στὴ θά­λασ­σα.

       Ἡ μά­να του τὶς φτιά­χνει μὲ κο­τό­που­λο. Ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­δον­τι­ά­ρι­κα οὖ­λα τοῦ λα­χα­νι­κοῦ ἡ μυ­ρω­διὰ ἐ­κεί­νη. Σφαγ­μέ­νου ζώ­ου ὅ­πως τῆς μά­νας του τὰ μά­τια, ὅ­ταν γιὰ ὅ­λα με­τα­νι­ώ­νει, σὰν τοῦ πα­τέ­ρα του τὰ μά­τια, ὅ­ταν στρι­μώ­χνε­ται νὰ ἀρ­θρώ­σει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια. Ὅ­πως τὰ μά­τια τὰ δι­κά του, ὅ­ταν ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὸ πιά­το νὰ ἀ­παν­τή­σει για­τί δὲν τοῦ ἀ­ρέ­σει τὸ φα­ΐ, τί δι­ά­βο­λος τὸν πιά­νει κά­θε μέ­ρα καὶ δὲν μι­λά­ει κι ὅ­λο θυ­μώ­νει καὶ κλει­δώ­νε­ται.

       Σκα­λί­ζει ἀ­μί­λη­τος τὶς μπά­μι­ες. Μέ­σα ὄ­χι δόν­τια μὰ σπυ­ριά, πολ­λὰ πολ­λὰ σπυ­ριά, ὅ­πως ἐ­κεῖ­να ποὺ στὰ δώ­δε­κα τοῦ αὐ­λά­κω­ναν τὸ πρό­σω­πο, κι ὅ­πο­τε γύ­ρι­ζε νὰ δεῖ κα­τὰ τὸν κό­σμο, ἄν­θι­ζαν σὰν ντρο­πὴ ποὺ ἀ­δέ­ξιος ὑ­πῆρ­χε. Μπά­μι­ες ὅ­πως ἡ γλί­τσα τῆς στορ­γῆς ποὺ γιὰ νὰ σοῦ δο­θεῖ, πρέ­πει νὰ κα­τα­πι­εῖς ὅ­λο τὸ σά­λιο τῆς ὑ­πο­τα­γῆς, τῆς ἐ­νο­χῆς ποὺ εἶ­σαι ἐ­σὺ καὶ δὲν τοὺς μοιά­ζεις, ποὺ θὲς ἀλ­λοῦ νὰ πᾶς, νὰ εἶ­σαι γυ­μνὸς καὶ νὰ πει­νᾶς δι­κή σου πεί­να. Μπά­μι­ες, κουμ­πω­μέ­νος καρ­πὸς τοῦ θυ­μοῦ ποὺ δὲν ὡ­ρι­μά­ζει μὰ σα­πί­ζει σὲ μα­λα­κὴ γλοι­ώ­δη αὐ­το­λύ­πη­ση.



Θε­ώ­νη Κο­τί­νη (Μυρ­σί­νη Ἠ­λεί­ας, 1967). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ θε­α­τρο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ζεῖ, ὑ­πη­ρε­τών­τας ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μι­κρο­γρα­φί­α (1999), Ἀ­θώ­α τὴ νύ­χτα (2003), καὶ Ἀ­νί­δε­οι πά­λι (2006, βρα­βεῖ­ο ποί­η­σης πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω) – ὅ­λες ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Τε­λευ­ταῖ­α της ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α: Θε­ὸς ἡ Ἀ­γά­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2010) καὶ Ὡ­σεὶ Κῆ­πος (Γα­βρι­η­λί­δης, 2014).


Άγγελος Σ.: Έκθεση Β’ Δημοτικού



Άγ­γε­λος Σ.


Έκ­θε­ση Β΄ Δη­μο­τι­κού

 

Συμ­πλή­ρω­σε το πα­ρα­κά­τω <= υ­πο­γραμ­μι­σμέ­νο> κεί­με­νο, για να φτιά­ξεις μια α­στεί­α ι­στο­ρί­α.


Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα ξε­κί­νη­σε να βρει τη για­γιά της, που έ­με­νε σε έ­να μι­κρό νη­σί. Ό­ταν μπή­κε στη μι­κρή βάρ­κα συ­νάν­τη­σε τον Ά­γιο Βα­σί­λη που ξέ­χα­σε να γυ­ρί­σει στο χω­ριό του.

       Ο Ά­γιος Βα­σί­λης τη ρώ­τη­σε εί­ναι α­πό­κρι­ες και ντύ­θη­κες έ­τσι; Ε­κεί­νη του α­πάν­τη­σε ό­τι πη­γαί­νει στη για­γιά της.

       Ο Ά­γιος Βα­σί­λης πρό­τει­νε να πά­ρει μα­ζί της τον λύ­κο και να πά­νε στο πάρ­τι. Η Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα εί­πε ό­χι.

       Ό­ταν η Κοκ­κι­νο­σκου­φί­τσα έ­φτα­σε στο νη­σά­κι, βγή­κε α­πό τη βάρ­κα πλη­σί­α­σε στο σπί­τι της για­γιάς και ά­κου­σε δυ­να­τή μου­σι­κή και φα­σα­ρί­α. Κοί­τα­ξε α­πό το πα­ρά­θυ­ρο και τι να δει; Η για­γιά φο­ρού­σε το νυ­χτι­κό της και χό­ρευ­ε με τον λύ­κο τσά­μι­κο. Το έ­να α­πό τα τρί­α γου­ρου­νά­κια έ­παι­ζε κλα­ρί­νο, το άλ­λο χτυ­πού­σε πα­λα­μά­κια και σφύ­ρι­ζε, ε­νώ το τρί­το φώ­να­ζε: ώ­πα!



Πη­γή: Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ (14.11.2017)· ἔκ­θε­ση τοῦ ἀ­νι­ψιοῦ του Ἄγ­γε­λου Σ., ὅ­ταν ἦ­ταν στὴν Β’ Δη­μο­τι­κοῦ (2016). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἄγ­γε­λος Σ. Μα­θη­τὴς Δη­μο­τι­κοῦ.

Δι­ο­νύ­σιος Στρά­νης: Δί­πτυ­χο γιὰ ἕ­να ἀ­κό­μα κα­λο­καί­ρι ποὺ φεύ­γει

 



Δι­ο­νύ­σιος Στρά­νης


Δί­πτυ­χο γιὰ ἕ­να ἀ­κό­μα κα­λο­καί­ρι ποὺ φεύ­γει


       I. Οἱ ὀ­φθαλ­μο­μάν­τεις τοῦ θέ­ρους


ΦΘΑΛΜΟΜΑΝΤΕΙΑ ση­μαί­νει προ­φη­τεί­α μέ­σα ἀ­πὸ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ μα­τιοῦ. Νο­μί­ζω πὼς συ­νάν­τη­σα αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ Γυ­μνά­σιο, στὴν Ἰ­λιά­δα τοῦ Ὁ­μή­ρου (ἕ­να κοί­ταγ­μα μέ­σα στὰ μά­τια ἑ­νὸς νε­κροῦ ἀ­λό­γου), ὅ­μως ἴ­σως καὶ ὄ­χι. Ὄ­μορ­φα πτώ­μα­τα τῶν κα­λο­και­ρι­ῶν ποὺ πέ­ρα­σαν ξα­πλώ­νουν πά­νω σε πλα­τιὰ βρά­χια δί­πλα στὴ θά­λασ­σα. Στὶς ρὸζ θη­λές τους, ποὺ δεί­χνουν ψη­λὰ σὰν ἀ­λε­ξι­κέ­ραυ­να, ἡ ἀ­να­πό­λη­σή μας δι­α­λύ­ε­ται μὲ κρό­το. Κοι­τά­ζον­τας μέ­σα στὰ νε­κρά τους μά­τια τὸ πα­ρελ­θὸν ἐμ­φα­νί­ζε­ται σὰν ἕ­νας ἀ­νά­στρο­φος οἰ­ω­νός.


*


Βλέ­που­με στὸ φῶς τοῦ με­ση­με­ριοῦ τὰ ἐ­ρεί­πια ἑ­νὸς ἀρ­χαί­ου να­οῦ Ἰ­ω­νι­κοῦ ρυθ­μοῦ πά­νω ἀ­πὸ μιὰ ἀμ­μου­διά. Κά­ποι­ες κο­λῶ­νες, ποὺ τὰ σγου­ρά τους κι­ο­νό­κρα­να θυ­μί­ζουν τὸ χτέ­νι­σμα τοῦ βα­λὲ τῆς τρά­που­λας, στέ­κον­ται ἀ­κό­μα ὄρ­θι­ες ρί­χνον­τας κά­τω τὸν ἴ­σκιο τῶν ὡ­ρῶν, ἐ­νῶ ἄλ­λες κεί­τον­ται στὸ ἔ­δα­φος μὲ τὴν ὀ­δον­τω­τὴ δι­α­το­μὴ τοῦ κί­ο­νά τους ἐ­κτι­θέ­με­νη σὰν πε­τα­μέ­να γρα­νά­ζια ἢ ἔκ­πτω­τοι ἥ­λιοι τοῦ χθὲς ποὺ μαρ­μά­ρω­σαν. Βλέ­που­με τὶς ὧ­ρες τοῦ ἥ­λιου, κο­ρί­τσια μὲ μα­γιὸ ποὺ παί­ζουν μὲ μιὰ πο­λύ­χρω­μη πλα­στι­κὴ μπά­λα. Κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νες, εὐ­θυ­τε­νεῖς, ἁ­γί­ες καὶ μὲ τὰ πό­δια χω­μέ­να στὴν ἄμ­μο σὰν κε­ρά­κια στὸ μα­νουά­λι ἑ­νὸς πύ­ρι­νου με­ση­με­ριοῦ. Τὰ ἴ­χνη τῶν πο­δι­ῶν τους στὴ μου­σκε­μέ­νη ἀ­κτὴ δια­ρκοῦν γιὰ λί­γο προ­τοῦ τὰ σβή­σει τὸ νε­ρὸ (μπλὲ ὅ­πως ἡ σκλη­ρὴ πλευ­ρὰ μιᾶς γο­μο­λά­στι­χας). Βλέ­που­με τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ λου­ό­με­νου γε­ω­μέ­τρη: νὰ τι­θα­σεύ­σει τὸν χρό­νο, δί­νον­τάς του σχῆ­μα. Γρά­φει στὴν πα­ρα­λί­α μὲ ἕ­να ξύ­λο τὶς τρο­χι­ὲς τῆς μπά­λας ποὺ ρί­χνε­ται στὸν ἀ­έ­ρα ἀ­πὸ τὰ φλο­γο­κέ­φα­λα κο­ρί­τσια (γραμ­μὲς καμ­πύ­λες σὰν τὴν κί­νη­ση τῶν δει­κτῶν τοῦ ρο­λο­γιοῦ), γε­μί­ζει μὲ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρὸ ἕ­να ἀγ­γεῖ­ο γιὰ νὰ τὸ φέ­ρει στὸ σπί­τι ὡς σου­βε­νίρ.


*


Τὸ νε­ρὸ ἔ­γι­νε ἀ­έ­ρας δω­μα­τί­ου. Βάλ­τε τὸ χέ­ρι σας καὶ ρίξ­τε λί­γο ἁ­λά­τι στὸ μέ­τω­πο τοῦ κα­λο­και­ριοῦ.

.

       II. Ἄ­σπρες Γραμ­μές


Ὁ γε­ω­μέ­τρης ξά­πλω­σε στὴν ἄμ­μο. Μέ­σα ἀ­πὸ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου του ἕ­να ἀ­ε­ρο­πλά­νο γρά­φει μιὰ ἄ­σπρη γραμ­μὴ στὸν οὐ­ρα­νό. Ἂν κλεί­σει τὰ μά­τια του ἢ ἂν πά­ψει νὰ τὴν κοι­τά­ζει δὲν θὰ σβη­στεῖ, σκέ­φτε­ται (ὁ δει­λός). Καὶ ὕ­στε­ρα φαν­τά­ζε­ται τὸν πα­τέ­ρα του τὸν δά­σκα­λο νὰ γρά­φει καὶ νὰ σβή­νει στὸν μαυ­ρο­πί­να­κα τῆς τά­ξης του μιὰ γραμ­μὴ ἀ­πὸ λευ­κὴ κι­μω­λί­α (τὸ γεν­ναι­ό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ ὄρ­γα­να γρα­φῆς, ποὺ οἱ γραμ­μές του ἀ­πὸ σκό­νη τό­σο τα­πει­νὰ ἀγ­κα­λιά­ζουν τὴν προ­σω­ρι­νό­τη­τα τῶν πραγ­μά­των κα­θὼς τὸ σφουγ­γά­ρι τοῦ δα­σκά­λου τὶς με­τα­τρέ­πει σὲ ἕ­να ἀ­σπρι­δε­ρὸ σύν­νε­φο), ἀν­τρεῖ­ος σὰν Ἡ­ρα­κλῆς ποὺ κα­τε­βαί­νει στὸν Ἅ­δη καὶ φέρ­νει πά­νω τὸν Κέρ­βε­ρο δε­μέ­νο γιὰ νὰ τὸν δεί­ξει στοὺς μα­θη­τὲς του μέ­σα στὸ δω­μά­τιο μιᾶς σχο­λι­κῆς αἴ­θου­σας.


ἀ­νά­στρο­φος οἰ­ω­νός: Ση­μει­ώ­νου­με πὼς στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἀ­πὸ ἕ­ναν ἀ­νά­στρο­φο οἰ­ω­νὸ (omen) προ­κύ­πτει ἡ λα­τι­νι­κὴ λέ­ξη κα­νέ­νας (nemo). Καὶ ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε στοὺς τα­ξι­δευ­τὲς τοῦ χρό­νου, ποὺ κά­θον­ται καὶ νο­σταλ­γοῦν: Δὲν εἶ­ναι πιὰ κα­νεὶς στῆς μνή­μης τὸ σφα­λι­σμέ­νο δω­μά­τιο (μὲ τὰ παι­δι­κά σας παι­χνί­δια, μὲ τὴν ἁλ­μύ­ρα κα­λο­και­ρι­νῆς ἐ­ρω­τι­κῆς συ­νάν­τη­σης). Μό­νο τὸ πα­λιό σας σχῆ­μα στέ­κει ἐ­κεῖ – νε­κρό, ἀ­δι­ό­ρα­το καὶ γυ­ά­λι­νο σὰν τὸ κέ­λυ­φος ποὺ ἀ­φή­νει στὸν κορ­μὸ τοῦ δέν­τρου ἕ­να τζι­τζί­κι. Ἀ­κο­λου­θῆ­στε, ἀ­όμ­μα­τοι, τὸ ἀ­σχη­μά­τι­στο, φω­τει­νὸ τώ­ρα ποὺ καί­ει τὴ μα­τιά σας, καὶ ἐν­θυ­μού­με­νοι, χα­μο­γε­λᾶ­τε μὲ ὀ­δύ­νη (ἡ ὡ­ραί­α μνή­μη γεν­νᾶ εὐ­τυ­χί­α ποὺ πο­νά­ει), Ὀ­δυσ­σεῖς καὶ Κύ­κλω­πες σὲ ἕ­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Διονύσιος Στράνης (Ἀθήνα, 1984). Κείμενά του ἔχουν δημοσιευθεί στα ηλεκτρονικά περιοδικά Bibilotheque και Φρέαρ.


 

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ χρό­νου



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Τὸ ἄ­ρω­μα τοῦ χρό­νου

(Aria del tempo)


ΓΚΑΙΝΙΑ σὲ μιὰ πι­να­κο­θή­κη. Τὰ ἔρ­γα εἶ­ναι μέ­τρια, ὁ μπου­φὲς ἀ­κό­μα πιὸ μέ­τριος —ζε­στὸ Προ­σέ­κο[1] καὶ πα­γω­μέ­νο φα­γη­τό— ἀλ­λὰ ἡ ὁ­μι­λί­α ποὺ ἐ­πι­λέ­χτη­κε γιὰ νὰ συ­νο­δέ­ψει τὸ πο­λι­τι­στι­κὸ γε­γο­νὸς εἶ­ναι ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ σοῦ μέ­νουν. Ὁ τί­τλος εἶ­ναι «Χρώ­μα­τα κι ἀ­ρώ­μα­τα». Μι­λᾶ μιὰ κυ­ρί­α ποὺ ἐ­παγ­γέλ­λε­ται δη­μι­ουρ­γὸς ἀ­ρω­μά­των. ‘Μύ­τες’ ὀ­νο­μά­ζον­ται στὴν ἀρ­γκὸ ὅ­σοι κά­νουν αὐ­τὸ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα.

       — Ἡ ὀ­σφρη­τι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πί­μο­νη, ἡ πιὸ δυ­να­τὴ ἀπ΄ ὅ­λες. Ἂν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τριά­ντα χρό­νια αἰ­σθαν­θεῖς τώ­ρα τὴν ἴ­δια μυ­ρω­διά, ξα­να­ζεῖς τὶς πε­ρι­στά­σεις ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ὅ­ταν τὴν ἔ­νι­ω­σες —ἢ τὴν ἔ­νι­ω­θες, ἐ­ὰν ἐ­πρό­κει­το γιὰ μιὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη μυ­ρω­διὰ— σὰν νὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει τριά­ντα λε­πτά. Ἡ ὄ­σφρη­ση, ὡ­στό­σο, εἶ­ναι μιὰ ἀν­τι­φα­τι­κὴ αἴ­σθη­ση. Κα­τέ­χει αὐ­τὴν τὴν ὑ­πο­βλη­τι­κὴ δύ­να­μη, μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με γιὰ μιὰ στιγ­μὴ στὶς ἱ­στο­ρί­ες τοῦ μα­κρι­νοῦ πα­ρελ­θόν­τος μας, μά, ἂν προ­σέ­ξε­τε, δὲν ὑ­πάρ­χουν λέ­ξεις ποὺ νὰ κυ­ρι­ο­λε­κτοῦν ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ κα­το­νο­μά­σου­με τὶς μυ­ρω­δι­ές. Γιὰ νὰ τὶς ὀ­νο­μά­σου­με εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με σχή­μα­τα λό­γου ἢ πε­ρι­φρά­σεις: ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κομ­μέ­νου χόρ­του, ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς γῆς πρὶν ἀ­πὸ τὴ βρο­χή, ἡ ἄ­σχη­μη μυ­ρω­διὰ τοῦ χα­λα­σμέ­νου αὐ­γοῦ καὶ πά­ει λέ­γον­τας.

       — Δὲν σκε­φτό­μα­στε τό­σο συ­χνὰ πό­σο σπά­νια εἶ­ναι ἡ ἱ­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­να­κα­λοῦ­με στὴν μνή­μη ἢ νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­μα­στε μιὰ μυ­ρω­διά, δη­λα­δὴ νὰ τὴν αἰ­σθα­νό­μα­στε ἐ­νῶ δὲν εἶ­ναι πα­ροῦ­σα. Προ­παν­τὸς ἂν συγ­κρί­νου­με αὐ­τὴ τὴν δυ­σκο­λί­α μὲ τὴν εὐ­κο­λί­α ποὺ ἐ­πι­κα­λού­μα­στε μιὰ ὀ­πτι­κὴ ἢ ἠ­χη­τι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση. Σχε­δὸν κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ φαν­τα­στεῖ μιὰ μυ­ρω­διά. Ἀ­κό­μα καὶ στὶς λί­γες πε­ρι­πτώ­σεις ποὺ κά­ποι­ος ἰ­σχυ­ρί­ζε­ται ὅ­τι τὸ κα­τορ­θώ­νει, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­πο­κλεί­σου­με τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ συγ­χέ­ει μιὰ ὑ­πο­τι­θέ­με­νη ὀ­σφρη­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α μὲ μιὰ ἀ­νά­μνη­ση ποὺ ἀ­να­πα­ρά­γε­ται ἀ­πὸ ἄλ­λες αἰ­σθή­σεις.

       — Κι ὅ­μως, νὰ ἐ­πι­κα­λού­μα­στε μὲ τὴ μνή­μη μυ­ρω­δι­ὲς εἶ­ναι κά­τι ποὺ μα­θαί­νε­ται. Χρει­ά­ζε­ται, πρω­τί­στως, νὰ ξα­να­πλά­σου­με στὸ μυα­λό μας τὶς συν­θῆ­κες στὶς ὁ­ποῖ­ες τὶς ἀν­τι­λη­φθή­κα­με. Νὰ θυ­μη­θοῦ­με, δι­α­δο­χι­κά, ἀρ­κε­τὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς χω­ρὶς νὰ σκε­φτό­μα­στε, προ­σπα­θών­τας μό­νον νὰ ἀ­να­κα­λέ­σου­με τὶς πε­ρι­στά­σεις καὶ νὰ ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τὰ ὀ­σφρη­τι­κά τους ὅ­ρια.

       Με­τὰ μᾶς ἐ­ξη­γεῖ μὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες πῶς γί­νε­ται – πρέ­πει νὰ ξε­κι­νή­σει κα­νεὶς ἀ­πὸ τὶς δυ­να­τὲς μυ­ρω­δι­ές, ἀ­κό­μα καὶ τὶς δυ­σά­ρε­στες, καὶ νὰ ἀ­φή­νει τὴν εὐ­χά­ρι­στη ἀ­νά­μνη­ση νὰ ἔρ­χε­ται ἀ­βί­α­στα— καὶ μοῦ κι­νεῖ τὴν πε­ρι­έρ­γεια σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ με­τὰ τὰ ἐγ­καί­νια πά­ω στὸ σπί­τι κι ἀ­πο­φα­σί­ζω νὰ δο­κι­μά­σω.

       Κά­θο­μαι στὴν πο­λυ­θρό­να, μι­σο­κλεί­νω τὰ μά­τια κι ἀρ­χί­ζω.

       Χλω­ρί­νη καὶ κα­θα­ρι­ό­τη­τα στὸ σπί­τι τῶν παπ­πού­δων. Τὰ ὄ­χι πο­λὺ κα­θα­ρὰ ροῦ­χα ἑ­νὸς ἀ­γρό­τη ποὺ ἐρ­χό­ταν νὰ μᾶς φέ­ρει αὐ­γὰ στὴν ἐ­ξο­χή. Ἡ κυ­ρί­α Λο­ροῦσ­σο ποὺ ἔ­με­νε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α μας καὶ ἀ­νά­δι­νε στὸ ἀ­σαν­σὲρ μιὰ μυ­ρω­διὰ ζύ­μης καὶ φα­σο­λιῶν. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῶν κα­λο­γρι­ῶν καὶ τῆς τρα­πε­ζα­ρί­ας τοῦ δη­μο­τι­κοῦ σχο­λεί­ου μου. Ἡ ταγ­κὴ ὀ­σμὴ τῆς να­φθα­λί­νης στὸ σπί­τι ἑ­νὸς συμ­μα­θη­τῆ μου. Ἡ ἀ­πο­πνι­χτι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ σκευ­ο­φυ­λα­κί­ου. Τὰ δυ­σώ­δη φι­α­λί­δια ποὺ ρί­χνα­με στὰ μα­γα­ζιὰ κι ὕ­στε­ρα τὸ σκά­γα­με τρέ­χον­τας. Τὰ βρώ­μι­κα τζὴν ἑ­νὸς νε­α­ροῦ ποὺ εἴ­χα­με παί­ξει μπου­νι­ὲς μα­ζὶ στοὺς κή­πους τῆς πλα­τεί­ας Γκα­ριμ­πάλ­ντι καὶ ἡ σι­δη­ροῦ­χος γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος στὸ στό­μα. Τὸ νέ­φτι ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε ὁ πα­τέ­ρας μου γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὰ πι­νέ­λα ἀ­φοῦ εἶ­χε ζω­γρα­φί­σει. Κη­ρομ­πο­γι­ές. Πα­στέλ. Ἀ­λευ­ρό­κολ­λα καὶ Ξυ­λό­κολ­λα. Μαλ­λὶ τῆς γριᾶς, κρου­α­­σὰν καὶ λου­κου­μά­δες. Τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὰ παι­χνί­δια καὶ τὰ ζα­χα­ρω­τά: τὸ πλα­στι­κό, τὸ χαρ­τό­νι, ἡ σκό­νη.

       Οἱ σε­λί­δες τοῦ ἀ­να­γνω­στι­κοῦ τὴν πρώ­τη μέ­ρα τοῦ σχο­λεί­ου.

       Τὸ τσι­γά­ρο καὶ ἡ λο­σιὸν γιὰ με­τὰ τὸ ξύ­ρι­σμα τοῦ θεί­ου μου.

       Αὐ­τὴ τὴν μυ­ρω­διὰ —δύο μὰ στὴν οὐ­σί­α μιά, ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τη— γιὰ με­ρι­κὲς στιγ­μὲς νο­μί­ζω ὅ­τι τὴν αἰ­σθά­νο­μαι. Τὸ γε­γο­νὸς μὲ ἀ­να­στα­τώ­νει καὶ συ­νε­χί­ζω κυ­ρι­ευ­μέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἀ­προσ­δό­κη­τη ἔ­ξαρ­ση καὶ μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἀ­νη­συ­χία.

       Ἡ πού­δρα Felce Azzurra Paglieri. Οἱ κόκ­κοι τοῦ κα­φὲ κι ὁ χει­ρό­μυ­λος τῆς για­γιᾶς. Ὁ πελ­τὲς το­μά­τας. Τὰ ζυ­μα­ρι­κὰ στὸ φοῦρ­νο. Ὁ γρα­φί­της καὶ τὰ ἀν­τί­τυ­πα ἡ­λι­ο­γρα­φί­ας στὸ ἀ­τε­λι­ὲ τοῦ μπαμ­πά.

       Ἡ φο­κά­τσα[2] ἀ­πὸ τὸ ἀρ­το­ποι­εῖ­ο San Rocco. Τὰ φρε­σκο­ψη­μέ­να γλυ­κί­σμα­τα μὲ τὴν ἄ­χνη ζά­χα­ρη στὸ Πα­νη­γύ­ρι τῆς Ἀ­να­το­λῆς.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νοί­γει μιὰ ρωγ­μὴ στὸ χρό­νο κι αἰ­σθά­νο­μαι —πραγ­μα­τι­κὰ αἰ­σθά­νο­μαι, κι ἡ καρ­διά μου σπα­ρά­ζει— τὸ ἄ­ρω­μα τῆς πα­γω­νιᾶς καὶ τοῦ δερ­μά­τι­νου σα­κα­κιοῦ τῆς μά­νας ποὺ μό­λις ἔ­χει ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸ πρό­σω­πό της εἶ­ναι λεῖ­ο καὶ νε­α­νι­κό. Ἔ­χει σκού­ρα μαλ­λιά, εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, σο­βα­ρὴ καὶ λί­γο με­λαγ­χο­λι­κή. Συ­νε­χί­ζω νὰ ἔ­χω τὰ μά­τια κλει­στά, μὰ βλέ­πω κι αἰ­σθά­νο­μαι τὰ πάν­τα. Ἡ αἴ­σθη­ση μέ­σα μου εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρη.

       Γιὰ ἕ­να πο­λὺ σύν­το­μο καὶ συ­νά­μα ἀ­τε­λεί­ω­το χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα ἡ μά­να μου κι ἐ­γὼ εἴ­μα­στε ἐ­κεῖ. Μα­ζί.


[1] Prosecco: ἀ­φρῶ­δες ἰ­τα­λι­κὸ κρα­σὶ ποὺ δι­α­φέ­ρει ἀ­πὸ τὴν σαμ­πά­νια στὸν τρό­πο πα­ρα­σκευ­ῆς του.

[2] Focaccia: Πλα­τύ, ζυ­μω­τὸ ψω­μί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Ὁ κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Ὁ κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός

(Poliziotto buono)


ΙΑ ἀ­πὸ τὶς πιὸ πα­λι­ὲς ἀ­να­κρι­τι­κὲς με­θό­δους —σί­γου­ρα ἡ πιὸ γνω­στή—, εἶ­ναι ἡ μέ­θο­δος τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὶς ἀ­να­κρί­σεις ὑ­πό­πτων ἢ στοὺς ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κοὺς μάρ­τυ­ρες. Μὲ λί­γα λό­για σὲ ἄ­το­μα ἐ­λά­χι­στα δι­α­τε­θει­μέ­να νὰ συ­νερ­γα­στοῦν μὲ τοὺς ἀ­να­κρι­τές. Οἱ ρό­λοι, ἐν­νο­εῖ­ται, ἀ­πο­φα­σί­ζον­ται πρὶν νὰ ξε­κι­νή­σει ἡ δι­α­δι­κα­σί­α.

       Τὸ σχέ­διο πά­νω-κά­τω εἶ­ναι τὸ ἀ­κό­λου­θο.

       Ὁ ἀ­πο­κα­λού­με­νος κα­κὸς ἀ­στυ­νο­μι­κὸς συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μὲ ἐ­πι­θε­τι­κὸ τρό­πο, λε­κτι­κὰ βί­αι­ο, ἀ­πει­λη­τι­κὸ καὶ πε­ρι­φρο­νη­τι­κὸ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα ἐ­χθρό­τη­τας, φό­βου καὶ ἀ­νάγ­κης προ­στα­σί­ας. Ὁ ἀ­πο­κα­λού­με­νος κα­λὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός, ἀν­τι­θέ­τως, συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται μὲ τρό­πο φι­λι­κό, εὐ­γε­νι­κό, ὅ­λος κα­τα­νό­η­ση, σχε­δὸν συμ­πο­νε­τι­κό· προ­στα­τεύ­ει τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἀ­να­κρί­νε­ται ἀ­πὸ τὴν αὐ­θά­δεια καὶ τὶς λε­κτι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις τοῦ κα­κοῦ καὶ δη­μι­ουρ­γεῖ (ἢ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι δη­μι­ουρ­γεῖ) συμ­πά­θεια. Ἡ βα­σι­κὴ ἰ­δέ­α τῆς με­θό­δου εἶ­ναι ὅ­τι, ἀ­φοῦ ἔ­χει ἐ­κτε­θεῖ στὴν κα­τα­χρη­στι­κὴ καὶ πα­ρα­βα­τι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ κα­κοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι τώ­ρα δι­α­θέ­σι­μος νὰ συ­νερ­γα­στεῖ ἐ­ξαι­τί­ας ἑ­νὸς αἰ­σθή­μα­τος εὐ­γνω­μο­σύ­νης πρὸς ἐ­κεῖ­νον —τὸν κα­λὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ— ποὺ στα­μά­τη­σε αὐ­τὴν τὴν κα­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά.

       Εἶ­ναι μιὰ πα­λιὰ μέ­θο­δος ποὺ ἐν τού­τοις, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὴν ὅ­ποι­α ἠ­θι­κή, καὶ ὁ­πωσ­δή­πο­τε, δι­κα­στι­κὴ νο­μι­μό­τη­τα, λει­τουρ­γεῖ πάν­τα. Ἢ μᾶλ­λον, σχε­δὸν πάν­τα, ὅ­πως δεί­χνει αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α ποὺ μοῦ δι­η­γεῖ­ται ἕ­νας πα­λιός μου φί­λος, Ἀ­στυ­νο­μι­κὸς Ἐ­πι­θε­ω­ρη­τής.


       Ὁ Ἐ­πι­θε­ω­ρη­τὴς Κα­ροῦ­ζο καὶ ὁ ἀν­θυ­πα­στυ­νό­μος Μι­νάρ­ντι δου­λεύ­ουν στὴ Δί­ω­ξη Ναρ­κω­τι­κῶν σὲ ἕ­να ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τοῦ βορ­ρά. Ἕ­να πε­ρι­πο­λι­κό τους πῆ­γε ἕ­να νε­α­ρὸ ποὺ βρέ­θη­κε νὰ ἔ­χει πά­νω του δυ­ὸ φα­κε­λά­κια κο­καΐ­νης, προ­φα­νῶς γιὰ προ­σω­πι­κὴ χρή­ση. Ὁ Μι­νάρ­ντι κι ὁ Κα­ροῦ­ζο ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ τὸν ἀ­να­κρί­νουν γιὰ νὰ δο­κι­μά­σουν νὰ βροῦν τὸν δι­α­κι­νη­τή. Ὅ­πως συ­νή­θως ὁ Μι­νάρ­ντι, ἕ­νας τύ­πος ἀ­δύ­να­τος μὲ λε­πτὸ πρό­σω­πο κι ἔκ­φρα­ση ἐ­λά­χι­στα κα­θη­συ­χα­στι­κή, θὰ κά­νει τὸν κα­κό. Ὁ Κα­ροῦ­ζο, ἕ­νας σω­μα­τώ­δης τύ­πος ἑ­κα­τὸ κι­λῶν, σχε­δὸν χω­ρὶς λαι­μό, ποὺ στὸν ἐ­λεύ­θε­ρο χρό­νο του δι­δά­σκει τζοῦν­το σὲ παι­διά, θὰ κά­νει ἀν­τι­θέ­τως, τὸν κα­λό.

       Ξε­κι­νᾶ ὁ Μι­νάρ­ντι —ὁ κα­κός— βα­στών­τας τὰ δυ­ὸ φα­κε­λά­κια μὲ τὸ ναρ­κω­τι­κό.

       — Ποι­ός σοῦ τὰ ἔ­δω­σε αὐ­τά; – τοῦ οὐρ­λιά­ζει κα­τά­μου­τρα.

       — Κά­ποι­ος ποὺ τὸν βρῆ­κα στὴν πλα­τεί­α, μοῦ τὸν εἴ­χα­νε δεί­ξει ἄλ­λοι. Τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει ποῦ μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­γο­ρά­σω πράγ­μα.

       — Πῶς λέ­γε­ται αὐ­τὸς ὁ κά­ποι­ος;

       — Δὲν ξέ­ρω, δὲν τὸν εἶ­χα ξα­να­δεῖ. Μοῦ τὸν εἶ­χαν δεί­ξει ἄλ­λοι, τὸν εἶ­χα ρω­τή­σει ἂν ἤ­ξε­ρε κα­νέ­ναν…

       Ὁ Μι­νάρ­ντι βά­ζει τὰ δά­χτυ­λά του πά­νω στὸ πη­γού­νι του καὶ τοῦ ση­κώ­νει τὸ κε­φά­λι ἀ­πό­το­μα.

       — Κοί­τα με στὰ μά­τια, μα­λά­κα. Μὴ μᾶς μᾶς δου­λεύ­εις, για­τὶ θὰ σὲ κά­νω νὰ με­τα­νι­ώ­σεις ποὺ γεν­νή­θη­κες. Ποιός κα­ρι­ό­λης σοῦ ἔ­δω­σε τὰ ναρ­κω­τι­κά; τοῦ λέ­ει, κοι­τών­τας τον κα­τά­μα­τα, ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τά. Ὁ νε­α­ρός, ὡ­στό­σο, δὲν ἀ­πο­στρέ­φει τὸ βλέμ­μα του, ἔ­τσι ποὺ ὁ Μι­νάρ­ντι ἀ­ναγ­κά­ζε­ται, χω­ρὶς νὰ δυ­σκο­λεύ­ε­ται, νὰ τὸν ἀ­φή­σει.

       — Τὸ ξέ­ρω αὐ­τὸ ποὺ κά­νε­τε: τὸ παι­χνι­δά­κι τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ. Ξέ­ρω πῶς δου­λεύ­ει, τὸ ἔ­χω δεῖ σὲ πολ­λὲς ται­νί­ες. Εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο, πραγ­μα­τι­κὰ δὲν τὸν γνω­ρί­ζω αὐ­τὸν ποὺ τὸ ἀ­γό­ρα­σα.

       Ἡ σκη­νὴ πα­γώ­νει γιὰ με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα. Δὲ λέ­ει κα­νεὶς τί­πο­τα. Οἱ δυ­ὸ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ ἀ­πο­φεύ­γουν νὰ κοι­τα­χτοῦν με­τα­ξύ τους, για­τὶ εἶ­ναι σί­γου­ροι ὅ­τι θὰ γε­λά­γα­νε καὶ δὲν ξέ­ρουν τί νὰ κά­νουν. Ἡ ἰ­δέ­α γιὰ νὰ βγοῦν ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο εἶ­ναι τοῦ Κα­ροῦ­ζο.

       — Μπρά­βο, λοι­πὸν ξέ­ρεις τὰ πάν­τα σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πῶς ἐρ­γα­ζό­μα­στε ἐ­μεῖς οἱ μπά­τσοι. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη σου, λοι­πόν, ὁ συ­νά­δελ­φός μου εἶ­ναι ὁ κα­κὸς κι ἐ­γὼ ὁ κα­λός. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; – ὁ νε­α­ρὸς κου­νᾶ τὸ κε­φά­λι του συμ­φω­νών­τας, λί­γο ἀ­μή­χα­νος. Ὁ Κα­ροῦ­ζο τὸν πλη­σιά­ζει, κά­θε­ται μπρο­στά του κι ἀ­κουμ­πά­ει τὸ τε­ρά­στιο χέ­ρι του στὴν πλά­τη του. Ἡ χει­ρο­νο­μί­α δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου κα­θη­συ­χα­στι­κή.

       — Ὡ­στό­σο, κά­νεις λά­θος. Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ κα­λός, ὁ κα­κὸς εἶ­μαι ἐ­γώ.


       — Καὶ με­τὰ τί κά­να­τε; – ρω­τά­ω τὸν Κα­ροῦ­ζο.

       Τε­λει­ώ­νει τὸν κα­φέ του, κου­νά­ει τοὺς τε­ρά­στιους ὤ­μους του, μι­σο­κλεί­νει τὰ γα­λα­νὰ κι εὐ­γε­νι­κά του μά­τια.

       — Τὸν ἀ­φή­σα­με νὰ φύ­γει, δό­κτο­ρα, ἐν­νο­εῖ­ται. Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση, εἶ­χε νι­κή­σει αὐ­τός.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Ἡ τέ­ταρ­τη ἐ­ξου­σία



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Ἡ τέ­ταρ­τη ἐ­ξου­σί­α

(Quarto potere)


ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ, στὴν ἴ­δια τά­ξη μὲ μέ­να, πή­γαι­νε κά­ποι­ος ποὺ τὸν λέ­γαν Καν­νά­τα. Στὰ δε­κα­τρί­α του ἔ­παι­ζε πό­λο, ζύ­γι­ζε κι­ό­λας ἑ­ξήν­τα κι­λά, καὶ ἦ­ταν μο­χθη­ρός. Χτυ­ποῦ­σε σὰν με­γά­λος —μπου­νι­ές, κλω­τσι­ές, κου­του­λι­ές— χω­ρὶς ἠ­θι­κὲς ἀ­να­στο­λές, ποὺ ὑ­πάρ­χουν ἀ­κό­μα στοὺς νε­α­ροὺς αὐ­τῆς τῆς ἡ­λι­κί­ας. Κα­νείς, σὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σχο­λεῖ­ο, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τσα­κω­θεῖ μα­ζί του.

       Μιὰ μέ­ρα ποὺ ἤ­μα­στε στὸ γυ­μνα­στή­ριο καὶ πε­ρι­μέ­να­με τὸν κα­θη­γη­τὴ φυ­σι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὰ βά­λει μὲ κά­ποι­ον ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει στὴν τά­ξη μας μό­λις αὐ­τὴ τὴν χρο­νιά: τὸν λέ­γαν Γκαμ­πρι­έ­λε, ἦ­ταν στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος —ἔ­μοια­ζε λί­γο μὲ τὸν Τσάρ­λι Μπρά­ουν—, φο­ροῦ­σε γυα­λιά, ἦ­ταν κα­λὸς στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ πάν­τα κοι­τοῦ­σε τὴ δου­λειά του.

       Ὁ Καν­νά­τα τὸν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τοὺς ὤ­μους, τὸν ἔ­ρι­ξε μπρού­μυ­τα καὶ τὸν ἀ­κι­νη­το­ποί­η­σε.

       — Τώ­ρα θὰ σὲ πη­δή­ξω, πα­λιο-ἀ­δελ­φή – εἶ­πε, κι ἀ­φοῦ ἀ­νέ­βη­κε πά­νω του, ἄρ­χι­σε νὰ πα­ρι­στά­νει μιὰ ἐ­ρω­τι­κὴ σύμ­πρα­ξη γε­μά­τη βα­ρι­ὲς ἀ­να­πνο­ὲς καὶ γρυ­λί­σμα­τα. Ἦ­ταν μιὰ πο­λὺ δυ­σά­ρε­στη σκη­νή.

       — Ἐν­τά­ξει, Καν­νά­τα, στα­μά­τα – εἶ­πα, τρα­βών­τας τον ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο. Δὲν φαι­νό­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὴν τὴν δι­α­κο­πή.

       — Κι ἄλ­λη πα­λιο-ἀ­δερ­φή, ἐ­δῶ – εἶ­πε.

       Ση­κώ­θη­κε, μοῦ ἅρ­πα­ξε τὸ αὐ­τὶ καὶ μοῦ τὸ ἔ­στρι­ψε, κά­νον­τάς με νὰ πε­θά­νω ἀπ΄ τὸν πό­νο.

       Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ μπῆ­κε ὁ κα­θη­γη­τὴς —Θὰ τὰ ποῦ­με με­τά, σκα­το­φά­τσα—, μουρ­μού­ρι­σε λί­γο πρὶν ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­με.


       Στὸ τέ­λος τῆς ὥ­ρας τῆς σω­μα­τι­κῆς ἀ­γω­γῆς, κα­θὼς ἀ­νε­βαί­να­με στὴν τά­ξη, μὲ πλη­σί­α­σε ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε.

       — Σ΄ εὐ­χα­ρι­στῶ, εἶ­πε, ἀλ­λὰ τώ­ρα θά ΄χεις πρό­βλη­μα. Ὕ­στε­ρα, πρό­σθε­σε μὲ σο­βα­ρὸ ὕ­φος: — Πᾶ­με στὴν βι­βλι­ο­θή­κη. Θὰ χρει­α­στοῦ­με ἕ­να ὅ­πλο.

       Ὅ­πλο στὴν βι­βλι­ο­θή­κη; Σκέ­φτη­κα ὅ­τι εἶ­ναι τρε­λὸς καὶ —ὅ­πως θὰ ἔ­κα­να πολ­λὲς φο­ρὲς στὰ χρό­νια ποὺ θὰ ἐρ­χόν­του­σαν— ἀ­να­ρω­τή­θη­κα γιὰ ποιό λό­γο δὲν εἶ­χα κοι­τά­ξει τὴ δου­λειά μου.

       Στὴν βι­βλι­ο­θή­κη ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε κι­νοῦν­ταν μὲ τὴν ἄ­νε­ση ἀν­θρώ­που ποὺ γνω­ρί­ζει τέ­λεια τὰ κα­τα­τό­πια, κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν στοί­βα τῶν πα­λι­ῶν ἡ­με­ρή­σι­ων ἐ­φη­με­ρί­δων καὶ πῆ­ρε μιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὲς χω­ρὶς ὁ μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος ἐ­πι­στά­της νὰ τοῦ δώ­σει κα­μιὰ ση­μα­σί­α. Με­τὰ πε­ρά­σα­με στὸ ἀ­να­γνω­στή­ριο ποὺ ἦ­ταν ἄ­δει­ο, ὅ­πως σχε­δὸν κά­θε φο­ρά. Ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε ἅ­πλω­σε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα πά­νω σε ἕ­να τρα­πέ­ζι καὶ τὴν τύ­λι­ξε μὲ σχο­λα­στι­κὴ ἀ­κρί­βεια μέ­χρι νὰ με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ σω­λή­να πού, μὲ τὴν ἴ­δια πάν­τα ἐ­πι­μέ­λεια, δί­πλω­σε στὰ δύ­ο. Ὅ­ταν μοῦ τὴν πρό­σφε­ρε, κα­λών­τας με νὰ δο­κι­μά­σω τὴν ἀν­θε­κτι­κό­τη­τά της, κα­τά­λα­βα ὅ­τι εἶ­χε γί­νει ἕ­να μπα­στού­νι, σκλη­ρὸ σὰν ξύ­λο καὶ εὔ­καμ­πτο σὰν γκλόμπ. Πραγ­μα­τι­κά, ἕ­να ὅ­πλο.

       — Ὁ μα­λά­κας θὰ σὲ πε­ρι­μέ­νει ἔ­ξω, ἀ­κρι­βῶς με­τὰ τὴν σκά­λα τῆς κυ­ρί­ας εἰ­σό­δου. Πάν­τα ἐ­κεῖ πε­ρι­μέ­νει, τὸν ἔ­χω δεῖ κι ἄλ­λες φο­ρὲς ποὺ ἔ­χει χτυ­πή­σει κά­ποι­ον. Δὲν θὰ δώ­σει ση­μα­σί­α σὲ μέ­να. Ἄ­σε τον νὰ σὲ πιά­σει, με­τὰ εἶ­ναι δι­κή μου δου­λειά.

       Εἶ­χε μιὰ ἔκ­φρα­ση ὥ­ρι­μου καὶ ἤ­ρε­μου ἄν­δρα, τὴν ἔκ­φρα­ση ἑ­νὸς ἐ­παγ­γελ­μα­τί­α ποὺ ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ μιὰ δου­λειὰ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­ναι τέ­λεια ἐκ­παι­δευ­μέ­νος. Ἐ­γὼ φο­βό­μουν μέ­χρι θα­νά­του.

       Ὅ­πως εἶ­χε προ­βλέ­ψει ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε, στὸ σχό­λα­σμα ὁ Καν­νά­τα μὲ πε­ρί­με­νε κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκά­λα τῆς εἰ­σό­δου κι ἦρ­θε πρὸς ἐ­μέ­να μὲ ἕ­να χα­μό­γε­λο ἀ­λι­γά­το­ρα.

       Μό­λις μὲ εἶ­χε πιά­σει ἀπ΄ τὸ μπου­φὰν κι ἴ­σως ἔ­λε­γε κά­τι προ­τοῦ ἀρ­χί­σει νὰ μοῦ τὶς βρέ­χει, ὅ­ταν ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε, μὲ μιὰ στιγ­μια­ία κί­νη­ση ἀ­πρό­βλε­πτης τα­χύ­τη­τας, τὸν χτύ­πη­σε μὲ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα-μπα­στού­νι στὸ κέν­τρο τοῦ προ­σώ­που. Ὁ Καν­νά­τα μὲ ἄ­φη­σε, ἀλ­λὰ πρὶν μπο­ρέ­σει νὰ δι­α­λέ­ξει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄ­μυ­να ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε τὸν χτύ­πη­σε πά­λι, δυ­ό, τρεῖς φο­ρές, κο­φτά, λὲς κι ἦ­ταν ἀ­πὸ και­ρὸ ἐκ­παι­δευ­μέ­νος ἀ­κρι­βῶς γιὰ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ καὶ γιὰ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­στα­ση. Ὁ Καν­νά­τα ἄρ­χι­σε νὰ αἱ­μορ­ρα­γεῖ ἀ­πὸ τὴν μύ­τη κι ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα, στη­ρί­χτη­κε στὸν τοῖ­χο γιὰ νὰ μὴν σω­ρια­στεῖ στὸ χῶ­μα. Ὁ Γκαμ­πρι­έ­λε τὸν χτύ­πη­σε ξα­νὰ δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ κε­φά­λι. Μὲ λι­γό­τε­ρη δύ­να­μη, αὐ­τὴ τὴ φο­ρά. Γιὰ νὰ κλεί­σει ἐ­κεῖ ἡ ὑ­πό­θε­ση.

       — Ἂν ξα­να­κά­νεις τὸ μα­λά­κα, θὰ σὲ σκο­τώ­σω – τοῦ εἶ­πε στὸ τέ­λος, χω­ρὶς νὰ ση­κώ­σει τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς του, μὰ ἔ­τσι ὥ­στε νὰ τὸν ἀ­κού­σουν ὅ­λοι ποὺ ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νοι κι εἶ­χαν δεῖ τὴ σκη­νή.

       Δὲν φαι­νό­ταν νὰ εἶ­ναι μιὰ φρά­ση ποὺ τὴν εἶ­πε ἁ­πλὰ γιὰ νὰ τὴν πεῖ.

       Ἔ­βα­λε ξα­νὰ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα στὸ σα­κί­διο, ἤ­ρε­μα, καὶ φύ­γα­με μα­ζί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι