Γιῶργος Μύσταξ: Δυὸ πόδια φέρνουν τὴν ἄνοιξη


Γι­ῶρ­γος Μύ­σταξ

Δυ­ὸ πό­δια φέρ­νουν τὴν ἄ­νοι­ξη


ΤΕΚΟΤΑΝ ΚΑΤΩ ΑΠΟ τὸ στέ­γα­στρο γιὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γει τὸ ψι­λό­βρο­χο. Εἶ­χε τρέ­ξει ἄ­δι­κα νὰ τὸ προ­λά­βει καὶ τώ­ρα ἔ­πρε­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ὁ φω­τει­νὸς πί­να­κας ποὺ σὲ ἐ­νη­με­ρώ­νει πό­τε ἔρ­χε­ται τὸ ἑ­πό­με­νο δὲν λει­τουρ­γοῦ­σε. Θὰ ἀρ­γοῦ­σε; Ἐ­κεῖ­νο τὸ κρύ­ο κυ­ρι­α­κά­τι­κο πρω­ι­νό τοῦ Γε­νά­ρη δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε ψυ­χὴ στὸ δρό­μο. Βρῆ­κε λοι­πὸν εὐ­και­ρί­α, μέ­χρι νὰ ἔρ­θει τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, νὰ φτιά­ξει τὸ μαῦ­ρο της καλ­σὸν ποὺ ‘­χε κά­νει ζά­ρες λί­γο πιὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το, ἐ­κεῖ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ ψη­λὲς μαῦ­ρες μπό­τες. Τὸ ἔ­στρω­σε τρα­βών­τας το  ψη­λὰ στοὺς μη­ρούς, ἀ­να­ση­κώ­νον­τας στὴν προ­σπά­θειά της τὴ μαύ­ρη δερ­μά­τι­νη φου­στί­τσα κι ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας δυ­ὸ πα­νέ­μορ­φα πό­δια. Ἐ­γώ, πά­λι, ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της γιὰ νὰ σκε­φτῶ ὅ­τι ἡ πο­λύ­χρω­μη ἄ­νοι­ξη φτά­νει ἐ­νί­ο­τε πρό­ω­ρα, μέ­σα σὲ μαῦ­ρο πε­ρι­τύ­λιγ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Μύ­σταξ. (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1967) Σπούδασε φιλολογία καὶ ἐργάζεται στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Εἶ­ναι με­τα­πτυ­χια­κὸς φοι­τη­τὴς τοῦ ΠΜΣ «Με­τά­φρα­ση, ἐ­πι­κοι­νω­νί­α καὶ ἐκ­δο­τι­κὸς χῶ­ρος» τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­τα­λι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ ΑΠΘ.


Advertisements

Χριστίνα Μπότσου: Μὴν καπνίζεις στὸ κρεββάτι


Χρι­στί­να Μπό­τσου


Μὴν κα­πνί­ζεις στὸ κρεβ­βά­τι


ΑΝΤΑ ΜΕ ΤΡΟΜΑΖΑΝ οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ φο­ροῦν δυ­να­τὰ ἀ­ρώ­μα­τα. Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ μιὰ ὕ­πο­πτη μα­ται­ο­δο­ξί­α, εἶ­ναι σὰν νὰ θέ­λουν νὰ κα­λύ­ψουν κά­ποι­α βα­ριὰ πα­ρα­φω­νί­α τῆς φύ­σης τους. Σὰν τὸ ἄ­ρω­μα αὐ­τὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει μὲ κά­ποι­ο τρό­πο τὴν ὕ­παρ­ξη τους σ’ ­ἕ­να κομ­μά­τι ποὺ μέ­νει γιὰ κεί­νους ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το, λει­ψό. Οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν κι ἐ­κεῖ­νοι τὴ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή τους μυ­ρω­διά, ὅ­μως τὴν ἀ­πο­κτοῦν μὲ τρό­πο πιὸ τί­μιο, μέ­σα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀγ­γί­ζουν, καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἡ μυ­ρω­διὰ αὐ­τὴ χα­ράσ­σε­ται κά­που πο­λὺ πιὸ βα­θιὰ ἀ­π’ τὸ δέρ­μα. Ὁ πα­τέ­ρας μου θυ­μᾶ­μαι, εἶ­χε κι ἐ­κεῖ­νος τὴν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή του μυ­ρω­διά, νὰ ἀ­ναγ­γέ­λει τὸν ἐρ­χο­μὸ του δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ φα­νεῖ, μιὰ ἀ­ξε­δι­ά­λυ­τη μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ ταμ­πά­κο καὶ ἁ­γι­ό­κλη­μα, μὲ μι­κρὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες ἀ­πὸ κά­τι ποὺ θύ­μι­ζε μπα­χα­ρι­κό. Ἤ­μουν πε­ρή­φα­νη γιὰ αὐ­τή του τὴ μι­κρὴ ἐ­πα­νά­στα­ση, δί­πλα στοὺς ἄλ­λους πα­τε­ρά­δες ποὺ μυ­ρί­ζαν φτη­νὸ ἀ­φτερ­σέ­ιβ καὶ ἀλ­κο­όλ. Ἡ μυ­ρω­διά του αὐ­τὴ ἦ­ταν ἀ­πο­τέ­λε­σμα μιᾶς ἀ­πεί­θαρ­χης ζω­ῆς κι ὅ­πως συμ­πε­ραί­νω με­γα­λώ­νον­τας πιά, μιᾶς γε­νι­κό­τε­ρης δυ­σθυ­μί­ας ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε­τι τὸ συμ­βα­τι­κό, μιᾶς ὁ­λι­κῆς ἄρ­νη­σης νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὸν κό­σμο τῶν με­γά­λων.

         Συ­νή­θι­ζε νὰ κα­πνί­ζει στὸ κρεβ­βά­τι, μιὰ βρώ­μι­κη συ­νή­θεια ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει στὸ στρα­τὸ καὶ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι σὰν παι­δὶ μὲ ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ἡ μά­να μου τὸν πα­ρα­κα­λοῦ­σε νὰ βγεῖ στὸ μπαλ­κό­νι, ὅ­μως ἦ­ταν τό­σο δο­σμέ­νος σὲ αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ ἡ­δο­νὴ ποὺ σύν­το­μα ἐγ­κα­τα­λεί­ψα­με τὴν προ­σπά­θεια νὰ τοῦ ἀλ­λά­ξου­με γνώ­μη. Ὅ­σο γιὰ τὸ ἁ­γι­ό­κλη­μα, τὸ πιὸ κα­θο­ρι­στι­κὸ ἴ­σως συ­στα­τι­κό τῆς μυ­ρω­διᾶς του, ἦ­ταν ἕ­να ἄ­γριο ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὸ κά­που στὸ ὕ­ψος του, ποὺ φύ­τρω­νε στὸν κῆ­πο ἀ­π’ τὸ πα­τρι­κό του στὸ χω­ριό. Κά­θε κα­λο­καί­ρι, ἔ­κο­βε τὰ ξε­ρα­μέ­να κλα­διὰ μὲ τὰ χέ­ρια του «γιὰ νὰ πε­τά­ξουν και­νού­ρι­ες φύ­τρες». Ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ πα­τέ­ρα μου συμ­πλη­ρω­νό­ταν ἀ­πὸ τὶς βα­ρι­ὲς με­ταλ­λι­κὲς νό­τες τοῦ ἱ­δρώ­τα πά­νω στὴ μάλ­λι­νη μπλού­ζα, τὸν ἀ­φρὸ ξυ­ρί­σμα­τος ὂλντ σπά­ις καὶ τὶς φλοῦ­δες ἀ­πὸ μαν­τα­ρί­νι. Ἄ­ρω­μα δὲν κα­τα­δέ­χτη­κε νὰ φο­ρέ­σει πο­τέ.

         Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ χρό­νια, ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μά­να μου καὶ τὰ ἀ­δέρ­φια μου σκόρ­πι­σαν τὸ κα­θέ­να σ’ ἄλ­λη πό­λη, ἐ­κεῖ­νος μά­ζε­ψε δυ­ὸ ροῦ­χα καὶ γύ­ρι­σε στὸ χω­ριό. Ἀ­πὸ τό­τε δὲ φά­νη­κε. Τὰ σκε­πά­σμα­τά του δὲ στα­μά­τη­σαν πο­τὲ νὰ μυ­ρί­ζουν ἁ­γι­ό­κλη­μα καὶ κα­πνό.

 

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρι­στί­να Μπό­τσου. (Ἀ­θή­να, 1995). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λή.




		

	

Γιάννης Φαρσάρης: Χίλια εὐρὼ τὸ μήνα


Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης


Χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να

 

 ΑΓΓΕΛΙΑ ΣΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ἦ­ταν πο­λὺ συγ­κε­κρι­μέ­νη: «Ζη­τεῖ­ται γυ­ναί­κα 30-40 ἐ­τῶν, ἀ­πο­κλει­στι­κὰ γιὰ συν­τρο­φιὰ ὕ­πνου. Ὀ­κτά­ω­ρη νυ­χτε­ρι­νὴ ἀ­πα­σχό­λη­ση, μι­σθὸς χί­λια εὐ­ρώ.» Ἕ­ξι γυ­ναῖ­κες πῆ­ραν τη­λέ­φω­νο καὶ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ ὅ­λες γιὰ τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες δι­ευ­κρι­νί­σεις: Ὄ­χι σέξ, μό­νο ἀγ­κα­λιὰ ὕ­πνου, ὡ­ρά­ριο ἐρ­γα­σί­ας δώ­δε­κα τὰ με­σά­νυ­χτα ἕ­ως ὀ­κτώ τὸ πρω­ὶ (πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καὶ ἡ προ­ε­τοι­μα­σί­α πρω­ϊ­νοῦ), ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὴ με­τα­ξω­τὴ νυ­χτι­κιὰ καὶ ὄ­χι πι­τζά­μα, μπά­νιο μὲ συγ­κε­κρι­μέ­νο ἀ­φρό­λου­τρο πρὶν ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο.

        Εἶ­μαι τριά­ντα ὀ­κτὼ χρο­νῶν, πε­τυ­χη­μέ­νος ἀ­σφα­λι­στής, χω­ρι­σμέ­νος, μὲ μιὰ κό­ρη στὰ ἐν­νιά. Δου­λεύ­ω σχε­δὸν ὅ­λη μέ­ρα, κά­θε βρά­δυ βγαί­νω μὲ φί­λους, γυ­ναῖ­κες ἀλ­λά­ζω συ­χνά, ὅ­μως ἔ­χω ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ μὴν παν­τρευ­τῶ πο­τὲ ξα­νὰ με­τὰ τὸν ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νο γά­μο. Μό­νο ποὺ τὶς νύ­χτες δὲν μπο­ρῶ νὰ κοι­μη­θῶ μο­νά­χος —στρι­φο­γυρ­νά­ω γιὰ χρό­νια ἄυ­πνος στὸ κρε­βά­τι— κι αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ μο­να­δι­κὲς ὀ­κτὼ ὧ­ρες πού μοῦ χα­λοῦν τὴν εὐ­τυ­χί­α. Κι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ βρῶ μιὰ λύ­ση γι’ αὐ­τό. Τὸ νὰ κοι­μᾶ­μαι ἀγ­κα­λιὰ μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀλ­λά­ζω συ­χνά, τὸ δο­κί­μα­σα καὶ μοῦ προ­κα­λεῖ χει­ρό­τε­ρους ἐ­φιά­λτες.

        Ἡ Μά­ριον εἶ­ναι τριά­ντα ἕ­ξι ἐ­τῶν. Τὴν ἀ­πέ­λυ­σαν ἀ­π’ τὴ δου­λειά της ὡς πω­λή­τρια καλ­λυν­τι­κῶν τρεῖς μῆ­νες πρὶν καὶ ἔ­κτο­τε εἶ­ναι ἄ­νερ­γη. Ἔ­χει μιὰ μη­τέ­ρα νὰ φρον­τί­σει στὸ σπί­τι, ἕ­να στε­γα­στι­κὸ δά­νει­ο στ’ ὄ­νο­μά της κι ἕ­ναν σύ­ζυ­γο ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νο. Ὅ­ταν ἔ­λε­γε κά­θε βρά­δυ στὴ μη­τέ­ρα της: «Πρέ­πει νὰ βρῶ μιὰ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε δου­λειά», δὲν φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι θὰ γνω­ρί­σει ἐ­μέ­να ὡς ὑ­πο­ψή­φιο ἐρ­γο­δό­τη.

        Συ­ζή­τη­σα ἐ­ξαν­τλη­τι­κὰ μα­ζί της, τῆς ἐ­ξή­γη­σα τὸ πρό­βλη­μά μου καὶ τὶς ἀ­παι­τή­σεις μου κι ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ δο­κι­μά­σου­με γιὰ με­ρι­κὲς μέ­ρες. Στὶς δώ­δε­κα ἀ­κρι­βῶς κά­θε βρά­δυ μοῦ χτυ­ποῦ­σε τὸ κου­δού­νι, περ­νά­γα­με κά­να μι­σά­ω­ρο στὸν κα­να­πὲ λέ­γον­τας τὰ νέ­α τῆς ἡ­μέ­ρας, με­τὰ ἔ­κα­νε ἕ­να μπά­νιο μὲ τὸ ἀ­φρό­λου­τρο ποὺ εἶ­χα δι­α­λέ­ξει, φο­ροῦ­σε τὴ με­τα­ξω­τὴ νυ­χτι­κιὰ ποὺ τῆς εἶ­χα ἀ­γο­ρά­σει καὶ ξά­πλω­νε γιὰ νὰ μοῦ δι­α­θέ­σει τὸν ὦ­μο της. Σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ δέ­κα λε­πτὰ εἶ­χα ἠ­ρε­μή­σει καὶ κοι­μό­μουν ἥ­συ­χα ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ κου­ρα­στι­κὴ μέ­ρα.

        Οὔ­τε μί­α νύ­χτα δὲν πέ­ρα­σε ἴ­χνος πο­νη­ρῆς σκέ­ψης ἀ­π’ τὸ μυα­λό μου, ἡ Μά­ριον δὲν ἦ­ταν ὁ τύ­πος μου ἄλ­λω­στε καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ δια­ρκῶς ἄλ­λα­ζα ἦ­ταν σα­φῶς ὀ­μορ­φό­τε­ρες. Τὴ συν­τρο­φι­κό­τη­τα ἤ­θε­λα, τὴ ζε­στα­σιὰ στὸ κρε­βά­τι μου ἀ­πο­ζη­τοῦ­σα, αὐ­τό μοῦ ἔ­λει­πε μό­νο ἀ­π’ τὴ ζω­ή μου καὶ αὐ­τὸ ἀ­γό­ρα­ζα μὲ χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σω νὰ κοι­μη­θῶ. Ἀ­κρι­βὸ ἢ φθη­νὸ δὲν ξέ­ρω, ἐ­μέ­να αὐ­τὸ μοῦ ’­λει­πε, ὄ­χι τὰ χρή­μα­τα. Πο­λὺ γρή­γο­ρα κα­τά­λα­βε κι ἐ­κεί­νη πὼς ἦ­ταν ἡ πιὸ εὔ­κο­λη δου­λειὰ ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ: χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να γιὰ νὰ κοι­μᾶ­ται ἁ­πλῶς δί­πλα σ’ ἕ­ναν ἀ­να­σφα­λῆ, χω­ρι­σμέ­νο, κου­ρα­σμέ­νο ἐρ­γέ­νη.

        Κι ὁ ὕ­πνος μου ἔ­γι­νε ἤ­ρε­μος κι ἐ­γὼ ἀ­μέ­σως ἄρ­χι­σα νὰ νι­ώ­θω κα­λύ­τε­ρα. Καὶ στὴ δου­λειά μου ἔ­γι­να ἀ­πο­δο­τι­κό­τε­ρος καὶ μὲ τοὺς φί­λους μου πιὸ εὐ­δι­ά­θε­τος καὶ στὶς γυ­ναῖ­κες πιὸ πε­ρι­ζή­τη­τος. Καὶ σὰν πα­τέ­ρας ἔ­γι­να κα­λύ­τε­ρος, τὶς ὧ­ρες ποὺ περ­νοῦ­σα μὲ τὴ μι­κρή μου. Ἡ ἰ­δέ­α νὰ προσ­λά­βω γυ­ναί­κα γιὰ συν­τρο­φιὰ ὕ­πνου ἀ­πέ­δι­δε ἐ­ξαι­ρε­τι­κά. Ἤ­μουν πάν­τα κα­λὸς στὴ δι­α­χεί­ρι­ση τῶν προ­βλη­μά­των.

        Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ, πε­ρί­που δύ­ο μῆ­νες με­τά, δὲν χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας στὶς δώ­δε­κα καὶ ἡ Μά­ριον δὲν φά­νη­κε. Τὴν πῆ­ρα στὸ κι­νη­τό της, ὅ­μως τό ’­χε κλει­στό. Ἀ­νη­σύ­χη­σα καὶ δὲν κοι­μή­θη­κα κα­θό­λου ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Ἀλ­λὰ δὲν ἦρ­θε οὔ­τε τὸ ἑ­πό­με­νο, οὔ­τε κα­νέ­να ἄλ­λο βρά­δυ καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό της ἦ­ταν μο­νί­μως κλει­στὸ κι ἐ­γὼ ἔ­πα­ψα νὰ κοι­μᾶ­μαι τὰ βρά­δια χω­ρὶς τὴν ἀγ­κα­λιά της.

        Καὶ ἀ­φοῦ ἀ­πο­γο­η­τεύ­τη­κα, ἔ­βα­λα ξα­νὰ τὴν ἴ­δια ἀγ­γε­λί­α καὶ συ­ναν­τή­θη­κα μὲ και­νούρ­γι­ες κο­πέ­λες γιὰ δι­ε­ρευ­νη­τι­κὲς συ­ζη­τή­σεις. Δο­κί­μα­σα νὰ κοι­μη­θῶ μὲ δύ­ο ἀ­πὸ αὐ­τές, ἀλ­λὰ δὲν προ­σέ­λα­βα κα­μί­α, για­τὶ δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε κα­θό­λου ἡ ἀγ­κα­λιά τους καὶ τὸ ἀ­φρό­λου­τρο δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ κρύ­ψει τὴ μυ­ρω­διά τους – ἡ μί­α μά­λι­στα ἀ­νά­σαι­νε ἐ­κνευ­ρι­στι­κὰ βα­ριά. Καὶ τώ­ρα ἔ­χω πά­λι μέ­ρες νὰ κοι­μη­θῶ σὰν ἄν­θρω­πος κι εἶ­ναι νὰ σπά­σει τὸ κε­φά­λι μου καὶ κα­πνί­ζω ὅ­λες τὶς νύ­χτες νευ­ρι­κὰ βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση.

        Σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ στὶς ὀ­κτὼ ἀ­κρι­βῶς χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι κι ἕ­νας πι­τσι­ρι­κὰς ἀ­πὸ κού­ριερ μοῦ πα­ρέ­δω­σε ἕ­ναν φά­κε­λο. Τὸν ἄ­νοι­ξα καὶ βρῆ­κα μέ­σα ἕ­να ση­μεί­ω­μα: «Δὲν κά­νουν χί­λια εὐ­ρὼ τὸν μή­να οἱ ἀ­λη­θι­νὲς ἀγ­κα­λι­ές. Δω­ρε­ὰν εἶ­ναι.» Μα­ζὶ εἶ­χε σὲ μιὰ δε­σμί­δα ὅ­λα τὰ λε­φτὰ ποὺ τῆς εἶ­χα δώ­σει. Ἔ­χει κλει­στὸ πά­λι τὸ κι­νη­τό, καὶ τώ­ρα ἦρ­θα ἐ­δῶ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα, ἀλ­λὰ ζο­ρί­ζο­μαι, για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ γρά­ψω στὴν ἀγ­γε­λί­α αὐ­τὸ ποὺ θέ­λω νὰ τῆς πῶ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ Φό­βος Κα­νέ­νας. 29 Μικροδιηγήματα (Openbook, 2015).

Γιά­ννης Φαρ­σά­ρης (Ἱ­ε­ρά­πε­τρα, 1973). Σπού­δα­σε Ἐ­πι­στή­μη Ὑ­πο­λο­γι­στῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κρή­της, Ἐκ­παί­δευ­ση Ἐ­νη­λί­κων στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Πλη­ρο­φο­ρι­κῆς. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὴν ἀ­νοι­κτὴ βι­βλι­ο­θή­κη OPENBOOK καὶ συμ­με­τέ­χει στὴν ὁ­μά­δα ἔκ­δο­σης τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Fractal. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Φό­βος Κα­νέ­νας (Openbook, 2015). Ζεῖ στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της καὶ δι­α­δι­κτυα­κὰ στὸ www.open-sesame.me



		

	

Τζέην Ὄρβις (Jane Orvis): Τὸ παράθυρο



Τζέ­ην Ὄρ­βις (Jane Orvis)


Τὸ πα­ρά­θυ­ρο

(The window)


ΕΤΑ τὴν εἰ­δε­χθῆ δο­λο­φο­νί­α τῆς Ρί­τας του, ὁ Κάρ­τερ κά­θε­ται στὸ πα­ρά­θυ­ρο.

Χω­ρὶς τη­λε­ό­ρα­ση, δι­ά­βα­σμα, ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α. Ἡ ζω­ή του εἶ­ναι ὅ,τι περ­νά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς κουρ­τί­νες.

       Δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει νὰ ἀ­φή­σει τὸ δω­μά­τιο, νὰ ξέ­ρει ποιός τοῦ προ­μη­θεύ­ει τὰ γεύ­μα­τα ἢ ποι­ός πλη­ρώ­νει ­τοὺς λο­γα­ρια­σμούς. Ὁ κό­σμος του εἶ­ναι οἱ δρο­μεῖς, οἱ ἀλ­λα­γὲς τῶν ἐ­πο­χῶν, τὰ ἁ­μά­ξια ποὺ περ­νοῦν, τὸ φάν­τα­σμα τῆς Ρί­τας.

       Ὁ Κάρ­τερ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι τὰ κε­λιὰ μὲ τὴν μα­λα­κὴ ἐ­πέν­δυ­ση στοὺς τοί­χους δὲν ἔ­χουν πα­ρά­θυ­ρα.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Τζέ­ην Ὄρ­βις (Jane Orvis). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Λίλυ Ἐξαρχοπούλου: Ἀποχρώσεις


Λί­λυ Ἐ­ξαρ­χο­πού­λου


Ἀ­πο­χρώ­σεις

 

ΙΜΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΘΟ σὲ δι­α­κο­πές. Τὸ ἐ­στι­α­τό­ρει­ο ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ καὶ φί­σκα. Ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να ζευ­γά­ρι μὲ δυ­ὸ παι­διά. Τοὺς το­πο­θε­τοῦν σὲ κρα­τη­μέ­νο τρα­πέ­ζι, δυ­ὸ τρί­α τρα­πέ­ζια πιὸ κά­τω. Στὸ ἡ­μί­φως μέ­σα στὸ πλῆ­θος πα­ρα­τη­ρῶ τὸν μι­κρό· χα­ρι­τω­μέ­νος, πε­ρὶ τὰ ὀ­κτὼ μὲ δέ­κα. Ἀρ­κε­τὰ σκοῦ­ρος, σκέ­φτο­μαι. Τὸ μυα­λό μου πη­γαί­νει αὐ­το­μά­τως σὲ δι­ά­φο­ρα μι­κτὰ ζευ­γά­ρια μὲ παι­διὰ ποὺ ἔ­χω συ­ναν­τή­σει σὲ δι­α­κο­πές, συ­νή­θως ἕ­να μι­γὰ κι ἕ­να λευ­κό, πε­ρί­ερ­γο τό­σο ποὺ χρό­νια τώ­ρα λέ­ω ὅ­τι με­τὰ τὸ τέ­λος τῶν δι­α­κο­πῶν θὰ ρω­τή­σω κά­ποι­ο βι­ο­λό­γο ἐ­ὰν ὑ­πε­ρι­σχύ­ει ἡ λευ­κὴ φυ­λή. Ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ δε­κα­πεν­τά­ρης ἔ­φη­βος μὲ τὸ μο­δά­το μαλ­λὶ εἶ­ναι κι αὐ­τὸς σκοῦ­ρος, ἴ­σως ἐ­λα­φρό­τα­τα ἀ­νοι­χτό­τε­ρος. Ἡ μη­τέ­ρα πά­λι ξαν­θὴ καὶ γα­λα­νο­μά­τα. Τὸν πα­τέ­ρα δὲν τὸν βλέ­πω κα­λὰ ἀλ­λὰ σκοῦ­ρος μοῦ φαί­νε­ται κι αὐ­τός. Τὸ μυα­λό μου συ­νε­χί­σει ἀ­πρό­σκο­πτα τὶς ὑ­πο­θέ­σεις: Σί­γου­ρα Ἀγ­γλί­δα ἡ μη­τέ­ρα, ἰν­δο­πρε­πὴς ὁ πα­τέ­ρας. Ἔρ­χον­ται τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τοὺς ξε­χνῶ, μιὰ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τοῦ νη­σιοῦ καὶ τὴν ἐ­πι­κεί­με­νη ἐκ­δρο­μὴ στὴν Κά­σο. Φεύ­γουν πρὶν ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­κο­λου­θού­με­νοι ἀ­πὸ τὰ δύ­ο παι­διά.

        Δυ­ὸ μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἴ­δια τα­βέρ­να πρὶν φι­σκά­ρει. Δὲν βλέ­πω Ἕλ­λη­νες, εἶ­χα πεῖ τὴν προ­η­γού­με­νη φο­ρὰ στὸ εὐ­γε­νέ­στα­το γκαρ­σό­νι. «Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, πε­ρὶ τὶς ὀ­κτώ το βρά­δυ, ἔρ­χον­ται μό­νον οἱ ξέ­νοι. Οἱ Ἕλ­λη­νες, τὸ ξέ­ρε­τε, ἔρ­χον­ται κα­τὰ τὶς ἐν­νι­ά­μι­ση μὲ δέ­κα.» Τὸ ἤ­ξε­ρα, τὸ ἴ­διο ἐ­ξάλ­λου κά­νω κι ἐ­γώ, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πές, ποὺ συ­νή­θως μὲ βο­λεύ­ει τὸ φα­γη­τὸ με­τὰ τὸ μπά­νιο. Ξέ­νη, λοι­πόν, ὡς πρὸς τὴ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ κουλ­τού­ρα, ἀ­νά­με­σά σε ξέ­νους.

        Μπαί­νει ἡ προ­χτε­σι­νὴ κομ­πα­νί­α, ἡ Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα καὶ οἱ τρεῖς σκου­ρό­χρω­μοι. Κά­θον­ται σὲ πα­ρα­δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοὺς πα­ρα­τη­ρῶ ἀ­πὸ πιὸ κον­τά. Μὰ πὼς τὴν πά­τη­σα ἔ­τσι, κι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης γιὸς κι ὄ­χι σύ­ζυ­γος. Ξα­να­κοι­τά­ζω τὴ γυ­ναί­κα, προ­σέ­χω τὶς ρυ­τί­δες καὶ τοὺς κω­θόρ­νους. Μὰ ναί, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σα­ραν­τα­πεν­τά­ρα ἢ καὶ πε­νην­τά­ρα καὶ ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἄν­τρας πε­ρὶ τὰ εἴ­κο­σι μὲ εἰ­κο­σι­δύ­ο, σί­γου­ρα ὁ με­γά­λος γιός, χρῶ­μα σκοῦ­ρο, ἀ­ρα­βι­κό. Κι αὐ­τὸς μο­δά­το μαλ­λὶ ὅ­πως ὁ ἔ­φη­βος, σκου­λα­ρί­κι καὶ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό. Μὰ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό, σχο­λιά­ζω, αὐ­τὸ θὰ πό­νε­σε πο­λύ, ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ σύν­τρο­φος. Οἱ δυ­ὸ με­γα­λύ­τε­ροι μοιά­ζουν ἀρ­κε­τὰ με­τα­ξύ τους, ὁ πι­τσι­ρι­κὰς εἶ­ναι πιὸ στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος σὰν τὴ μη­τέ­ρα του. Ἔ­χει μιὰ δι­ά­θε­ση σκαν­τα­λιᾶς, κά­τι τοῦ λέ­ει ὁ στριφ­νὸς με­γά­λος ποὺ κά­θε­ται δί­πλα του καὶ σο­βα­ρεύ­ε­ται, ἡ μη­τέ­ρα παρ­λά­ρει ἀ­δι­άλ­λει­πτα μὲ τὸν δι­πλα­νό της με­σαῖ­ο γιό. Θὰ εἶ­ναι μου­σουλ­μά­νοι, μοῦ ἔρ­χε­ται αὐ­θόρ­μη­τα. Μὰ δὲν πο­λυ­μοιά­ζουν μὲ Ἄ­ρα­βες, θὰ εἶ­ναι Πα­κι­στα­νοί.

        —Για­τί δὲν τρῶς;

        Τὸ φα­γη­τὸ μας ἔ­χει φτά­σει καὶ δὲν τὸ ἔ­χω πά­ρει χαμ­πά­ρι.

        Πο­λὺ φα­γη­τό, πά­λι πα­ραγ­γεί­λα­με μί­α με­ρί­δα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη, Ἕλ­λη­νες, μπά, μᾶλ­λον Ἑλ­λη­νά­ρες. Ἀ­πορ­ρί­πτε­ται κι ἡ ἰ­δέ­α μου νὰ πά­ρου­με σὲ ἀ­λου­μι­νέ­νιο χαρ­τὶ τὰ κε­φτε­δά­κια γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη, οκ, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν θὰ τὰ ἀγ­γί­ξω, λέ­ω σὰν πει­σμω­μέ­νο παι­δί, μὲ τὸ μυα­λὸ σὲ ἀ­στέ­γους καὶ πρό­σφυ­γες. Τὸ ἀ­πέ­ναν­τι παι­δὶ τρώ­ει ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὴ σα­λά­τα τους, οἱ ὑ­πό­λοι­ποι δεί­χνουν νὰ ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει. Ὁ δευ­τε­ρό­το­κος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ τὴ συ­ζή­τη­ση μὲ τὴν Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα, ὁ με­γά­λος —ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­δα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου νὰ μι­λά­ει ἔν­το­να γιὰ κά­τι— εἶ­ναι σι­ω­πη­λός. Τὸ βλέμ­μα του βα­θύ, δι­α­πε­ρα­στι­κὸ καὶ με­λαγ­χο­λι­κό, τὸ εἶ­χα προ­σέ­ξει καὶ προ­η­γου­μέ­νως, ἔ­χει κα­τά­θλι­ψη συλ­λο­γί­ζο­μαι. Χω­ρὶς νὰ τὴν κα­τα­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­ϋ­παν­τή­σω, σὰν τὶς ρι­πὲς ἀ­νέ­μου στὸ νη­σί, ἡ ἑ­πό­με­νη σκέ­ψη: Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος γιὰ βομ­βι­στὴς αὐ­το­κτο­νί­ας, τό­σο πό­νο καὶ κρυμ­μέ­νο θυ­μὸ ἐκ­φρά­ζει τὸ βλέμ­μα του.

        Εἶ­χα σκε­φτεῖ ἀ­πὸ και­ρὸ νὰ βά­λω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸ πα­τά­ρι. Μὰ τὸ Θε­ό, μὰ τὸν Ἀλ­λάχ, ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα της.


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λυ Ἐξαρ­χο­πού­λου Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει σπου­δά­σει ἱ­στο­ρί­α καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Ἀ­θη­νῶν, Newcastle Upon Tyne καὶ East Anglia. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ἕ­να βι­βλί­ο ποί­η­σης. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κὸ τύ­πο. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὰ τουρ­κι­κά.


 

Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη: Ἐ­πί­γνω­ση



Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη


Ἐ­πί­γνω­ση


ΑΕΡΑΣ ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρος. Τῆς ἀ­να­κά­τευ­ε τὰ μαλ­λιά, τὰ ἔ­χω­νε στὰ μά­τια καὶ τὸ στό­μα της, μα­ζὶ μὲ κόκ­κους ἀ­πὸ τὸ χω­μά­τι­νο λο­φά­κι δί­πλα ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα στὸ ἔ­δα­φος ποὺ ἔ­χα­σκε ἀ­νοι­χτή. Εἶ­χε κό­σμο ἀρ­κε­τό, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κλαι­γαν, κά­ποι­οι δαγ­κώ­νον­ταν, κά­ποι­οι ἄλ­λοι ὅ­μως δὲν εἶ­χαν ἔρ­θει καὶ ἂς ὑ­πῆρ­χε συγ­γέ­νεια πρώ­του βαθ­μοῦ: εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ πα­ρε­ξη­γή­σεις καὶ κα­βγά­δες ποὺ δὲν τοὺς ἐ­πέ­τρε­παν νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σουν χω­ρὶς ἐκ­πτώ­σεις σὲ ἐ­γω­ι­σμό. Κά­ποι­οι βλα­στη­μοῦ­σαν. Ὁ πα­πὰς κόν­τευ­ε νὰ κά­νει κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο, ἔ­τσι ποὺ τοῦ ἔ­παιρ­νε ὁ ἀ­έ­ρας τὰ ρά­σα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Γιὰ κε­ρὶ ἀ­ναμ­μέ­νο οὔ­τε λό­γος.

       Τό­σο μα­νι­α­σμέ­να φυ­σοῦ­σε ὁ ἀ­έ­ρας ποὺ ἤ­θε­λε, θαρ­ρεῖς, νὰ ξη­λώ­σει ὅ­λο το νε­κρο­τα­φεῖ­ο, νὰ ξη­λώ­σει ὅ­λους ὅ­σους βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ ἀ­πὸ κοι­νω­νι­κὴ ὑ­πο­χρέ­ω­ση ἢ ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τοὺς ποὺ πεν­θοῦ­σαν γνή­σια, ἐ­πει­δὴ τὴν εἶ­χαν ἀ­γα­πή­σει. Πό­σοι ἦ­ταν αὐ­τοὶ ἀ­λή­θεια καὶ μὲ ποι­ά κρι­τή­ρια ἦ­ταν βέ­βαι­ο ὅ­τι τὴν ἀ­γά­πη­σαν; Μὲ βά­ση τὸν πρό­τε­ρο βί­ο μα­ζί της ἢ μή­πως αὐ­τὸν ποὺ ἀ­νοι­γό­ταν πλέ­ον σὰν δυ­να­τό­τη­τα μπρο­στά τους; Σύμ­φω­να μὲ τὸ κα­θῆ­κον ποὺ τοὺς εἶ­χε ὑ­πα­γο­ρεύ­σει νὰ στα­θοῦν δί­πλα της μέ­χρι τέ­λους ἢ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση πὼς ὅ­λα πιὰ τε­λεί­ω­σαν καὶ οἱ ἴ­διοι εἶ­χαν ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ;

       Ἡ μι­κρὴ Σο­φί­α, μὲ τὰ μαλ­λιὰ καὶ τοὺς κόκ­κους χώ­μα­τος στὸ στό­μα καὶ τὰ μά­τια, δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ τὰ ἑ­πτά της χρό­νια. Εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα της στὸ φέ­ρε­τρο τὴ μιὰ στιγ­μὴ ποὺ τὸ ἄ­νοι­ξαν, γιὰ νὰ τὸ κλεί­σουν τὴν ἑ­πό­με­νη βι­α­στι­κὰ – λὲς καὶ φο­βή­θη­καν μὴν πά­ρει τὴ σο­ρὸ ὁ ἀ­έ­ρας. Ἤ­ξε­ρε μό­νο ὅ­τι ὅ­λο αὐ­τὸ ἦ­ταν λά­θος. Δὲν ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ, οὔ­τε ἡ μα­μά της ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νη σὲ κεῖ­νο τὸ κου­τί, ἂν αὐ­τὴ ἡ κέ­ρι­νη γυ­ναί­κα ἐ­κεῖ μέ­σα ἦ­ταν ὄν­τως ἡ μα­μά της. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι κά­που ἀλ­λοῦ, μα­ζί, καὶ νὰ χα­μο­γε­λοῦν ἡ μί­α στὴν ἄλ­λη καὶ νὰ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται καὶ νὰ γε­μί­ζουν φι­λιὰ τὰ πρό­σω­πά τους, ὅ­πως ἔ­κα­ναν πα­λιά.

       Πα­λιὰ ναί, για­τί ἡ μα­μά της μπαι­νό­βγαι­νε στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν χρό­νο. Τό­σο εἶ­χε νὰ τὴ δεῖ. Πρὶν δυ­ὸ βδο­μά­δες, ὅ­μως, εἶ­χε πά­ει στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ οἱ θεῖ­ες της εἶ­παν ψέ­μα­τα στὴν εἴ­σο­δο γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α της —εὐ­τυ­χῶς ἦ­ταν ψη­λή— καὶ ὁ φύ­λα­κας, δι­αι­σθα­νό­με­νος ἴ­σως τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς ἐ­πί­σκε­ψης, τῆς ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ μπεῖ κι ἂς μὴν εἶ­χε ξε­γε­λα­στεῖ.

       Στὸν θά­λα­μο μὲ τὸ λι­γο­στὸ φῶς καὶ τὰ μι­σό­κλει­στα πα­ρά­θυ­ρα, εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­πως δὲν τὴν εἶ­χε ξα­να­δεῖ πο­τέ, πρη­σμέ­νη, μὲ φρι­κτοὺς κύ­κλους κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, ἀ­γέ­λα­στη. Ἡ πρώ­τη της κου­βέν­τα ἦ­ταν μιὰ ἐ­πί­θε­ση: «για­τί ἀρ­γή­σα­τε ποὺ σᾶς πε­ρι­μέ­νω τό­ση ὥ­ρα νὰ μὲ δεῖ­τε ὄρ­θια;» Δὲν ἦ­ταν ἡ μά­να της ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα. Ἡ μά­να της πάν­τα χα­μο­γε­λοῦ­σε καὶ μύ­ρι­ζε ὄ­μορ­φα, ἐ­νῶ αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα ἀ­πέ­ναν­τί της ἦ­ταν σκυ­θρω­πὴ καὶ σκο­τει­νι­α­σμέ­νη καὶ τὸ σῶ­μα τῆς ἀ­νέ­δι­δε μιὰ πα­ρά­ξε­νη δυ­σο­σμί­α. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ δι­κό τους, ξε­κούρ­δι­στο, τε­λευ­ταῖ­ο ἀν­τί­ο.

       Με­τὰ τὴν κη­δεί­α, προ­σφέρ­θη­κε κα­φές. Τὰ ξα­δέρ­φια τῆς Σο­φί­ας καὶ κά­ποι­α ἄλ­λα παι­διὰ τὴν τρά­βη­ξαν νὰ παί­ξουν. Σὲ λί­γο ὅ­λα εἶ­χαν ξε­χα­στεῖ: τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, τὸ φέ­ρε­τρο, ἡ μα­μά. Ὅ­λα εἶ­χαν πά­ρει τὸ σχῆ­μα τῆς μπά­λας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­παι­ζαν μῆ­λα. Μό­νο νά, ἐ­κεῖ ποὺ γε­λοῦ­σε κα­θὼς ἀ­πέ­φευ­γε τὰ γκέλ, τὴν πλημ­μύ­ρι­σε κά­τι ἀ­πὸ βα­θιὰ μέ­σα της καὶ τῆς γέ­μι­σε δά­κρυ­α τὰ μά­τια. Σο­βά­ρε­ψε ξαφ­νι­κὰ καὶ ἔ­κα­νε στὴν ἄ­κρη. Τί τρέ­χει, τὴ ρώ­τη­σαν τὰ ἄλ­λα παι­διὰ ἀ­νή­συ­χα. Πέ­θα­νε ἡ μα­μά μου, τοὺς εἶ­πε, καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἦ­ταν ἡ ὀρ­φά­νια ποὺ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς Σο­φί­ας.



Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρί­α βι­βλί­α μὲ με­τα­φρά­σεις δι­η­γη­μά­των καὶ ποί­η­σης καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει μὲ δο­κί­μιά της σὲ δύ­ο συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, ἕ­ναν γιὰ τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α Ἐ­λύ­τη (Ἀ­θή­να: ἐκδ. Πη­νει­ὸς) καὶ ἕ­ναν γιὰ τὸν John Berger (London: ZED Publications, 2016). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα στὸν ἀ­θη­να­ϊ­κὸ καὶ τὸν ἐ­παρ­χια­κὸ τύ­πο, κα­θὼς καὶ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Θεοδόσης Κοντάκης: Τὰ καραβάκια


Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης


Τὰ κα­ρα­βά­κια


Ε ΘΥΜΑΜΑΙ ἂν τού­τη τὴν ἱ­στο­ρί­α τὴν δι­ά­βα­σα κά­που. Καὶ πά­λι, νά ’­ναι ἄ­ρα­γε ἀ­λη­θι­νή, ἢ κά­ποι­α μυ­θι­κὴ ἀ­φή­γη­ση; Κομ­μά­τι ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἀρ­χαῖ­ο ἔ­πος μή­πως, κά­ποι­ο μυ­θι­στό­ρη­μα; Καὶ ποιό νη­σὶ ἄ­ρα­γε εἶ­ναι κεῖ­νο ποὺ πά­νω του —γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια γύ­ρω του— συ­νέ­βη­σαν τὰ θλι­βε­ρὰ αὐ­τὰ γε­γο­νό­τα; Πάν­τως, ὅ­σο κι ἂν ἔ­χω ψά­ξει, δὲν τὴν ἔ­χω βρεῖ σὲ κα­νέ­να βι­βλί­ο. Κι ἄν μου τὴ δι­η­γή­θη­κε κά­ποι­ος νη­σι­ώ­της; Ἢ πά­λι, τὴν εἶ­δα σὲ ὄ­νει­ρο – ἤ μοῦ πε­ρι­έ­γρα­ψε κά­ποι­ος τὸ ὄ­νει­ρό του; Πάν­τως, πα­ρὰ τὴν ἀ­κα­θό­ρι­στη προ­έ­λευ­σή της, ἢ ἴ­σως ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τό, ξυ­πνᾶ μέ­σα μου συ­χνὰ καὶ ἐ­πί­μο­να, σὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φὲς καὶ πα­ραλ­λα­γές. Καί, πράγ­μα­τι, δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ἂν ἡ ἀρ­χι­κὴ ἱ­στο­ρί­α ἦ­ταν αὐ­τή, ἢ ἂν τὴν ἔ­πλα­σα λί­γο-λί­γο τό­σο ποὺ νὰ εἶ­ναι πιά: ἡ δι­κή μου ἱ­στο­ρί­α.


Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ κα­τοι­κοῦ­σαν τὸ νη­σὶ ἦ­ταν φτω­χοὶ κι ἡ θά­λασ­σα πο­τέ της δὲν ἡ­σύ­χα­ζε, πα­ρὰ σπά­νια καὶ γιὰ λί­γο μο­νά­χα. Ὅ­λες οἱ δε­ή­σεις τοὺς εἶ­χαν φα­νεῖ μά­ται­ες: ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν κου­φή – ὅ­πως ἔ­λε­γαν, μα­νι­α­σμέ­νη καὶ θο­ρυ­βώ­δης κα­θὼς ἦ­ταν δὲν τοὺς ἄ­κου­γε, ἔ­στω κι ἂν μα­ζευ­όν­του­σαν κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ κραύ­γα­ζαν μπρο­στά της, ἄλ­λο­τε ἱ­κε­τευ­τι­κὰ κι ἄλ­λο­τε ὀρ­γι­σμέ­να, ὅ­λοι μα­ζί – γυ­ναῖ­κες, ἄν­τρες, παι­διά.

        Θ’ ἄ­κου­γες τό­τε, μιὰ νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ουν κα­τά­ρες σὰ μα­στι­γι­ὲς στὸ κύ­μα, μιὰ νὰ κοι­τοῦν ψη­λὰ καί, σὰ νὰ βλέ­παν ὅ­λοι κά­τι μὲς στὰ σύν­νε­φα, θά ’­λε­γαν: «Σὺ ποὺ μᾶς σκόρ­πι­σες ἐ­δῶ σὰν τὴ βρο­χή, δέ μᾶς ἀ­κοῦς; Για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι πά­λι νὰ μᾶς ἀγ­κα­λιά­σεις, μό­νο μᾶς ἀ­φή­νεις νὰ σπέρ­νου­με τ’ ἀ­γό­ρια μας σὰν τὸ σπό­ρο μὲς στὸ κύ­μα;» Καὶ συ­νό­δευ­αν τὰ αἰ­νιγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὰ λό­για μὲ ἤ­χους καὶ κι­νή­σεις μι­μι­κές: πρῶ­τα ἕ­να μα­κρό­συρ­το «σσσς», ἔ­πει­τα ἁ­πλώ­να­νε τὰ δυ­ὸ χέ­ρια σὰν ἀγ­κα­λιὰ κι ἔ­πει­τα κά­ναν ὅ­λοι μα­ζὶ ὅ­τι ρί­χνουν σπό­ρους· τέ­λος, μὲ τὴν πα­λά­μη κά­θε­τα στὸ μέ­τω­πο πά­νω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, κλαί­γον­τας, κοι­τοῦ­σαν πέ­ρα στὸν ὁ­ρί­ζον­τα.

        Ποι­ά χα­μέ­νη ἀ­λή­θεια νὰ ἔ­ψα­χναν; Πῶς τά­χα εἶ­χαν ἔρ­θει ἐ­δῶ; Καὶ για­τί ἤ­τα­νε τό­σο βέ­βαι­οι πὼς κά­ποι­ος τοὺς εἶ­χε βο­η­θή­σει; Ἴ­σως τοὺς πα­ρέ­συ­ρε κα­νεὶς ὣς ἐ­κεῖ· μὰ μὲ ποιά ὑ­πό­σχε­ση ἢ ἀ­πει­λή; Πάν­τως, ἀ­πὸ κά­που προ­έρ­χον­ταν κι αὐ­τοί. Για­τὶ ἀλ­λι­ῶς, πῶς θὰ εἴ­χα­νε φυ­τρώ­σει ἐ­κεῖ πά­νω;

        Ὅ­πως καὶ νά ’­ναι, τὸ μα­κά­ριο πα­ρελ­θὸν ἦ­ταν μο­νά­χα ἕ­νας ἀν­τί­λα­λος: ἐ­δῶ ὅ­λη τους ἡ ζω­ὴ περ­νοῦ­σε μὲς στὸ φό­βο, πὼς μιὰ μέ­ρα θὰ τοὺς κα­τα­πι­εῖ τὸ κύ­μα, ἢ πὼς θὰ χα­θοῦν ἀ­πὸ τὴν πεί­να· μὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χουν μιὰ ἐλ­πί­δα πὼς θὰ ἐ­πι­ζή­σουν: Ὅ­ταν ἔ­πε­φτε ξη­ρα­σί­α, μα­ρά­ζω­ναν τὰ λι­γο­στὰ δέν­τρα, τὰ ζῶ­α ψο­φοῦ­σαν, στέ­ρευ­αν σι­γὰ-σι­γὰ τὰ πη­γά­δια.

        Τό­τε λοι­πὸν ἤ­τα­νε νὰ δεῖ κα­νεὶς κά­τι ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ γι­ορ­τή: ὅ­λος ὁ πλη­θυ­σμὸς συγ­κεν­τρω­νό­ταν στὴν ἀ­κτή. Ἀ­κού­γον­ταν ζω­η­ρὲς κου­βέν­τες, προ­σευ­χές, λυγ­μοί, μου­σι­κές, τύμ­πα­να. Για­τὶ ἡ θά­λασ­σα εἶ­χε γα­λη­νέ­ψει: ἴ­σως νὰ προ­λα­βαί­να­νε.

        Οἱ γέ­ρον­τες, συγ­κι­νη­μέ­νοι, ἐ­πα­να­λάμ­βα­ναν μυ­στη­ρι­ώ­δεις εὐ­λο­γί­ες καὶ κά­τι σχε­δί­α­ζαν μὲ τὰ δά­χτυ­λα στὰ μέ­τω­πα τῶν παι­δι­ῶν τους. Τὰ μι­κρὰ ἀ­δελ­φά­κια σφούγ­γι­ζαν τὰ μά­τια τους κρυ­φά – ἔ­πρε­πε νὰ φαί­νον­ται καὶ κεῖ­να κά­πως γεν­ναῖ­α. Για­τὶ σή­με­ρα ἦ­ταν ἡ μέ­ρα τῆς Φυ­γῆς.

        Ὅ­λα, μὰ ὅ­λα, τὰ νέ­α ἀ­γό­ρια τοῦ νη­σιοῦ ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γουν γιὰ τ’ ἄ­γνω­στο, κα­θέ­νας μό­νος μ’ ἕ­να κα­ρα­βά­κι, ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­πάγ­κιο λι­μά­νι: μιὰ νέ­α, πλού­σια πα­τρί­δα. Καί, ὅ­σοι φτά­να­νε, θὰ μέ­να­νε κεῖ γιὰ πάν­τα. Κα­νεὶς δὲ θὰ τοὺς ξα­νά­βλε­πε.


Κα­θὼς τώ­ρα κεῖ­να τὰ κα­ρυ­δό­τσου­φλα ξε­μά­κραι­ναν ἀ­π’ τὴν ἀ­κτή, θά ’βλε­πες ν’ ἀ­νε­μί­ζουν δε­κά­δες μαν­τή­λια πο­λύ­χρω­μα στὰ ξε­ρὰ κλα­διὰ τῶν δέν­τρων, κα­θὼς τὰ κου­νοῦ­σαν ἀ­πὸ κά­τω ὅ­λοι μα­ζὶ οἱ ἀ­νήμ­πο­ροι κά­τοι­κοι ποὺ ἀ­πο­μεί­να­νε, τρα­γου­δών­τας – αὐ­τὰ θὰ ἦ­ταν τὰ λό­για: «Ἔ­χε­τε γειά! Μὴν ξε­χά­σε­τε τὴ φύ­τρα σας. Καὶ σύ, Θά­λασ­σα, λυ­πή­σου τους.»

       Κι ὅ­μως, αὐ­τὸ κα­θό­λου δὲν ἐμ­πό­δι­ζε τὴ θά­λασ­σα νὰ ξα­να­φο­ρέ­σει τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο της σκο­τει­νὸ πέ­πλο, καὶ μά­λι­στα πο­λὺ σύν­το­μα: κα­θὼς ἴ­σως ἀ­κό­μα κου­νοῦ­σαν ρυθ­μι­κὰ τὰ ἰ­σχνὰ δέν­τρα, μὲ τὰ μά­τια του κα­θέ­νας στυ­λω­μέ­να στὸ δι­κό του πα­νὶ ποὺ χα­νό­ταν πέ­ρα στὸ σκο­τει­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα· κα­θώς, λέ­ω, συ­νέ­βαι­ναν αὐ­τά – σὰν σὲ ὄ­νει­ρο, ἀ­πό­μα­κρα, ἔ­βλε­παν τώ­ρα τὰ κα­ρα­βά­κια νὰ χο­ρο­πη­δᾶ­νε, νὰ χτυ­πᾶ­νε με­τα­ξύ τους, μιὰ νὰ κρύ­βον­ται στὸ νε­ρὸ καὶ μιὰ νὰ ξα­να­προ­βάλ­λουν. Ἦ­ταν σχε­δὸν χα­ρι­τω­μέ­νο νὰ τὰ κοι­τᾶς: ὣς ἐ­δῶ δὲν ἔ­φτα­ναν τὰ οὐρ­λια­χτά, τὸ τρί­ξι­μο κι ὁ πά­τα­γος τῶν ξύ­λων ποὺ σχί­ζον­ταν, οἱ ἱ­κε­σί­ες καὶ τὰ χέ­ρια ποὺ ἀ­κό­μα ἐ­ξεῖ­χαν ἀ­π’ τὸ νε­ρό.

        Καὶ κα­νέ­να μά­τι, ὅ­σο προ­ση­λω­μέ­νο καὶ ἂν ἦ­ταν στὸ κύ­μα, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ μὲ σι­γου­ριὰ ἂν τὸ δι­κό του, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του κα­ρα­βά­κι εἶ­χε πε­ρά­σει – ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς κα­ται­γί­δας.


 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης (Ἀ­θή­να, 1968, μὲ κα­τα­γω­γὴ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρά­πε­τρα Κρή­της καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἔ­χει ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Τε­λευ­ταί­α ἐ­πο­χή (Θρά­κα, 2016). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δο­θεῖ καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ πε­ζὰ κεί­με­νά του (νου­βέ­λες καὶ δι­η­γή­μα­τα): Ἑ­πτὰ σπί­τια, ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2016. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας, Κου­κού­τσι κ.ἀ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη τὰ βι­βλί­α: Ὁ να­ὸς τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τοῦ Simon Goldhill, Ἡ ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη τῆς Bettany Hughes (μα­ζὶ μὲ τὸν Μά­νο Κον­τά­κη) καὶ Τρεῖς μέ­ρες στὴν Ἀ­βά­να τοῦ Robert A. McCabe. Ἐ­πί­σης, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ γερ­μα­νι­κή, τὴν ἰ­τα­λι­κὴ καὶ τὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα.

Εἰκόνα: Τὸ ναυάγιο τοῦ Ἔμιλυ. Ἔργο τοῦ Louis Isabey (1803-1886).