Ἕλλη Κούσουλα: Γύρνα πίσω στὸ καινούργιο


Ἕλ­λη Κού­σου­λα


Γύρ­να πί­σω στὸ Και­νούρ­γιο


ΕΜΠΤΗ, 6 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2003. Κη­φι­σιὰ-Πει­ραι­ᾶς. Κα­θὼς γλι­στρά­ω ἀ­νά­με­σα ἀ­π’ τὶς πόρ­τες ποὺ κλεί­νουν, ἡ μα­τιά μου πέ­φτει σὲ μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη θέ­ση δί­πλα στὸ δε­ξὶ πα­ρά­θυ­ρο. Κα­μιὰ φο­ρὰ τὸ σύμ­παν σὰν νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πὼς κρέ­με­σαι ἀ­πὸ μιὰ ἐ­λεύ­θε­ρη θέ­ση δί­πλα στὸ δε­ξὶ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ στὴ δί­νει, πα­ρό­λο ποὺ εἶ­ναι ἐν­νιὰ καὶ τὰ μα­γα­ζιὰ σχο­λά­σα­νε καὶ θὰ ἔ­πρε­πε γιὰ τὸ ἑ­πό­με­νο μι­σά­ω­ρο νὰ ἰ­σορ­ρο­πεῖς κόν­τρα στὰ τραν­τάγ­μα­τα τοῦ βα­γο­νιοῦ, τὰ μο­να­χι­κὰ σπρω­ξί­μα­τα καὶ τὸ μού­δια­σμα μιᾶς ἀ­νε­λέ­η­της μέ­ρας.

        Ἀ­πέ­ναν­τί μου, τσα­λα­κω­μέ­νος σα­ραν­τά­ρης κρα­τᾶ δί­λι­τρο μπου­κά­λι κό­κα-κό­λας, ἀ­νοι­χτό. Κά­θε λί­γο πί­νει μι­κρὲς γου­λι­ές. Ρεύ­ε­ται δυ­να­τά. Μὲ κοι­τά­ει στὰ μά­τια χα­μο­γε­λών­τας, θέ­λει νὰ προ­κα­λέ­σει, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­πο­στρο­φή, ὁ­τι­δή­πο­τε, ἀρ­κεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει. Τοῦ ἀν­τα­πο­δί­δω μό­νο μι­σὸ χα­μό­γε­λο. Τὸν λυ­πᾶ­μαι, ἀλ­λὰ εἶ­μαι ἄ­δεια.

        Στὸ Μα­ρού­σι ἀ­νε­βαί­νει ἐμ­φα­νῶς εὐ­κα­τά­στα­τη κυ­ρί­α, ἑ­ξην­τά­ρα, στὴν τρί­χα. Κά­θε­ται δί­πλα του.

        — Δῶσ’ μου ἕ­να εὐ­ρὼ νὰ φά­ω κά­τι.

        Ἐ­νάν­τια στὶς προσ­δο­κί­ες μου —ἤ­μουν σί­γου­ρη πὼς θὰ μουρ­μού­ρα­γε κά­τι μὲ δυ­σφο­ρί­α γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γει— ἀ­νοί­γει τὴν τσάν­τα χω­ρὶς δι­σταγ­μὸ καὶ ψά­χνει γιὰ τὸ εὐ­ρώ. Ὁ ἐ­παί­της μοῦ γε­λᾶ μα­νια­κά, καὶ μό­λις παίρ­νει τὸ κέρ­μα ἀρ­χί­ζει νὰ τρα­γου­δᾶ δυ­να­τά, κα­θα­ρά, λα­ϊ­κὸ τρα­γού­δι ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ. Μό­λις τε­λει­ώ­νει καὶ τὸ δεύ­τε­ρο ρε­φρέν, ἀν­τι­μέ­τω­πος μὲ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ κοι­νοῦ, ἀ­πευ­θύ­νε­ται ξα­νὰ στὴν ἔκ­πλη­ξη.

        —  Ἡ κό­κα-κό­λα κά­νει δύ­ο εὐ­ρώ.

        —  Δὲν κά­νει νὰ πί­νεις τό­ση κό­κα-κό­λα.

        — Λὲς γι’ αὐ­τὸ νὰ μὴν κοι­μᾶ­μαι;

        — Ἡ κό­κα-κό­λα ἔ­χει κα­φε­ΐ­νη, γι’ αὐ­τὸ ξα­γρυ­πνᾶς. Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι;

        — Ἀ­π’ τὸ Και­νούρ­γιο. Ἔ­ξω ἀ­π’ τ’ Ἀ­γρί­νιο.

        — Καὶ τί κά­νεις ἐ­δῶ; Ἡ Ἀ­θή­να δὲν κά­νει, στὴν Ἀ­θή­να χά­νε­σαι, γύρ­να στὸ χω­ριό σου, ἀ­π’ τὸν Μάρ­τιο θά ‘ναι ὡ­ραῖ­α στὸ χω­ριό.

        — Ρω­τᾶς ἂν μὲ θέ­λουν;

        — Ποι­ὸς γο­νιὸς δὲν θέ­λει τὸ παι­δί του; Κι ἂν ποῦ­με μιὰ κου­βέν­τα πα­ρα­πά­νω ἐ­μεῖς οἱ γο­νεῖς τί ἔ­γι­νε; Κα­νεὶς δὲν νοι­ά­ζε­ται πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ τὸ γο­νιό.

        — Λέ­ει πὼς γυ­ρί­ζω στὰ μα­γα­ζιὰ ὅ­λη μέ­ρα.

        Ση­κώ­νε­ται ἀ­πό­το­μα ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν στὰ Πε­τρά­λω­να. Περ­νών­τας ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ δε­ξί μου πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­λευ­θε­ρώ­νει ἕ­να δά­κρυ. Μου­τζου­ρώ­νει τὸ βαμ­μέ­νο βλέμ­μα τῆς μαν­τάμ. Τὸ ἀ­να­ζη­τῶ, θέ­λω νὰ πεῖ κά­τι.

        — Τό­σο θά ’­ταν κι ὁ γιός μου, ψι­θυ­ρί­ζει. Ἄ­τι­μο πρά­μα.

        Φτά­νου­με Ταῦ­ρο. Θὰ πε­ρά­σουν μέ­ρες γιὰ νὰ δρα­πε­τεύ­σω ἀ­πὸ τὸν σκο­πὸ τοῦ τρα­γου­διοῦ ποὺ ἀ­κό­μα δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ.

        Αὐ­τὴ ἡ δι­α­δρο­μὴ κο­στί­ζει ἀ­κρι­βά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἕλ­λη Κού­σου­λα (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο, ναυ­τι­λια­κὰ καὶ με­τα­φο­ρὲς στὸ ΤΕΙ Πει­ραι­ά, καθὼς καὶ ἀγ­γλι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ ΕΑΠ.


		
Advertisements

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Τὸ προξενιό



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Τὸ προξενιό


ΘΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ἦ­ταν τριά­ντα χρο­νῶν κι ἀ­κό­μα δί­χως ἄν­τρα. Στὸ πα­ρελ­θόν, τῆς εἶ­χαν ἔρ­θει κάμ­πο­σα προ­ξε­νιά, μὰ ὁ παπ­ποὺς τὰ εἶ­χε ἀ­πορ­ρί­ψει ὅ­λα. Πλέ­ον δὲν χω­ρά­γα­νε ἀ­να­βο­λές, ἤ­δη στὸ χω­ριὸ γε­ρον­το­κό­ρη τὴν ἀ­νε­βά­ζα­νε, κα­κο­ρί­ζι­κη τὴν κα­τε­βά­ζα­νε. Τὸ πρῶ­το Σάβ­βα­το τοῦ Ἰ­ού­λη, ἡ θεί­α κι ὁ παπ­ποὺς ἦρ­θαν σπί­τι μας, τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ’ρ­χό­ταν κι ὁ ὑ­πο­ψή­φιος γαμ­πρός, κα­θό­τι ἔ­με­νε κον­τὰ στὰ μέ­ρη τὰ δι­κά μας.

       Οἱ με­γά­λοι μοῦ ’­χαν ρη­τῶς ἀ­πα­γο­ρέ­ψει νὰ πα­ρί­στα­μαι στὴ γνω­ρι­μί­α, τί δου­λειὰ ἔ­χουν τὰ πι­τσι­ρί­κια νὰ μπλέ­κον­ται σὲ τέ­τοι­ες δου­λει­ές, ἔ­λε­γε ὁ παπ­πούς. Ἡ ἀ­παί­τη­ση αὐ­τὴ μό­νο τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­ξά­ψει, τί ἤ­θε­λαν νὰ μοῦ κρύ­ψουν, τί φο­βοῦν­ταν; Ἐ­ρά­στρια τῶν Πέν­τε Φί­λων καὶ τῶν Μυ­στι­κῶν Ἑ­φτά, κρυ­φο­κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴ χα­ρα­μά­δα, κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις. Τὰ πρῶ­τα εὑ­ρή­μα­τα τῆς ἔ­ρευ­νας ἦ­ταν συ­ναρ­πα­στι­κά. Ὁ μέλ­λον­τας γαμ­πρὸς ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ βα­ριᾶς μορ­φῆς μυ­ω­πί­α. Ὁ φα­κὸς τῶν γυ­α­λιῶν του ἦ­ταν τό­σο πα­χὺς ποὺ τὰ μά­τια του φαί­νον­ταν πολ­λά­κις με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ κα­νο­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που. Ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ γυα­λιὰ-κιά­λια κι ἔ­τσι ἂν ὁ γαμ­πρὸς ἀ­γνάν­τευ­ε τὴ Ρού­με­λη ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι μας, νά ’­βλε­πε ἀν­θρώ­πους ν’ ἀ­γναν­τεύ­ου­νε τ’ αὐ­λά­κι. Ἢ γιὰ γυα­λιὰ-με­γε­θυν­τι­κοὺς φα­κούς, ποὺ τὸν βό­η­θα­γαν νὰ ξε­ψει­ρί­ζει κε­φά­λια μὲ εὐ­κο­λί­α ἢ νὰ ἐν­το­πί­ζει δα­κτυ­λι­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα σὲ πα­λιὰ σερ­βί­τσια τοῦ κα­φὲ κι ἐ­πι­δερ­μί­δες χρό­νια ἀ­νέγ­γι­χτες.

       Ἡ πιὸ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτη, ὡ­στό­σο, πα­ρα­τή­ρη­ση ἀ­φο­ροῦ­σε τὶς πα­λά­μες τῶν μελ­λό­νυμ­φων. Ἡ θεί­α εἶ­χε τρα­χιὰ χέ­ρια γε­μά­τα ρό­ζους καὶ νύ­χια φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ χω­ρα­φιοῦ. Ὁ κύ­ριος Βησ­σα­ρί­ων εἶ­χε δά­χτυ­λα τρυ­φε­ρὰ καὶ λε­πτε­πί­λε­πτα ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σαν ἐ­κτε­τα­μέ­νη πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση, ἐν­δε­χο­μέ­νως καὶ πι­α­νο­παι­ξί­α.

       Ὁ παπ­ποὺς ἀ­πέρ­ρι­ψε κι αὐ­τὸ τὸ προ­ξε­νιό, δὲ θὰ δώ­σω ἐ­γὼ τὴν κό­ρη μου σ’ αὐ­τὸν τὸν γκα­βού­λια­κα, εἶ­πε πρὶν κα­λὰ-κα­λὰ πε­ρά­σει ὁ πα­ρο­λί­γον θεῖ­ος μου τὴν ἔ­ξω πόρ­τα. Εὐ­τυ­χῶς ὅ­ταν φό­ρε­σα ἐ­γὼ γυα­λιά, ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.


Ἀνδρέας Σεραφείμ: Πιγκουίκουλα


Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ


Πιγ­κου­ί­κου­λα

 

ΑΡΙΑ ἡ ἀτμόσφαιρα. Τέρ­μα τ’ ἀ­στεῖ­α, τὰ πει­ράγ­μα­τα, τὰ γέ­λια τους. Ἀ­πρό­σμε­νη σο­βα­ρό­τη­τα. Ξαφ­νι­κὴ βου­βα­μά­ρα. Τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο δι­α­βαί­νει ἀγ­κο­μα­χών­τας μέ­σα ἀ­πὸ δι­α­φι­λο­νι­κού­με­νους λα­λέ­δες, μὲ τὶς κα­λὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες δι­πλω­μα­τι­κῆς πιγ­κου­ί­κου­λας. Βλα­σταί­νει, ἄ­κου­σαν, αὐ­τὴ μό­νο εἰς τὴν Κύ­προν καὶ τὴν νό­τιον Τουρ­κί­αν, αὐ­τὴν ποὺ κά­πο­τε τὴ λέ­γαν Κι­λι­κί­αν, Λυ­κί­αν καὶ Πι­σι­δί­αν, σή­με­ρα ἀλ­λι­ώ­τι­κα. Ὄ­μορ­φη θω­ριά. Γι­ο­μά­τη ἀν­θο­βο­λι­ές. Μυ­ρω­μέ­να μαν­τά­τα στὴν ὄ­σφρη­ση. Μα­λά­μα­τα σκέ­τα στὴν ἁ­φή. Ἀλ­λὰ δὲν τοὺς ξε­γε­λά­ει. Μᾶλ­λον ξέ­ρουν. Σί­γου­ρα. Καὶ μό­νο τὴ μνή­μη νὰ χα­ρα­κώ­σει μπο­ρεῖ πιά. Μό­νο τὶς συ­νει­δή­σεις νὰ αὐ­λα­κώ­σει καὶ νὰ σκου­πί­σει τὶς χα­μο­γε­λι­ὲς ἀ­πὸ τὰ πρό­σω­πα. Κεν­τρί­ζει καὶ προ­κα­λεῖ ἀ­νε­λέ­η­τα τὸ συ­ναί­σθη­μα εὐ­θύ­νης καὶ τῶν δε­κα­ε­φτὰ χρό­νων. Ἀγ­γί­ζει μὲ δέ­ος τὴ νε­α­νι­κὴ καρ­διά, λα­βώ­νει, κτυ­πᾶ δυ­να­τὰ καὶ συν­θέ­με­λα τὸν ἔκ­πλη­κτο, τὸν θο­ρυ­βη­μέ­νο νε­α­νι­κὸ νοῦ. Ἄλ­λο νὰ τ’ ἀ­κοῦς. Ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, προ­βλη­μα­τι­σμός, ὀρ­γή, ἀ­γα­νά­κτη­ση. Σκιά­ζουν τὸ βλέμ­μα, συν­νε­φιά­ζουν τὴν ὄ­ψη. Δι­και­ώ­μα­τα. Καὶ μιὰ μα­τω­μέ­νη ἁ­φή, ψυ­χι­κὴ καὶ σω­μα­τι­κή. Τὴν ἀγ­γί­ζουν. Πιγ­κου­ί­κου­λα μου­λω­χτή. Γερ­μέ­νη ἐ­κεῖ, ἀ­νά­με­σα στὶς πλα­τυ­φυλ­λι­ὲς καὶ τὰ ἁ­γι­ο­κλή­μα­τα. Στὰ πό­δια τοῦ βου­νοῦ. Θά­να­τος καὶ ζω­ή, λές, μα­ζί. Ἕ­τοι­μη νὰ σὲ δαγ­κά­σει. Καὶ νὰ σοῦ κό­ψει κομ­μά­τι. Ὅ­πως καὶ τό­τε. Σαράντα τρία χρό­νια πρίν. Ποὺ μᾶς ἔ­κο­ψε τὴ μι­σή. Καὶ μεί­να­με μο­νά­χοι. Ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νοι. Μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο ἀ­πέ­ναν­τι. Τέ­λος πάν­τως. Ψη­λα­φοῦν κι’ ἀ­γναν­τεύ­ουν, ὀ­νει­ρο­πό­λα καὶ φαν­τα­στι­κά, αὐ­τὰ πού ‘­χαν καὶ δὲν ἔ­ζη­σαν, αὐ­τὰ ποὺ μὲ πά­θος λά­τρε­ψαν στὰ λό­για καὶ τὶς νο­σταλ­γι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις, τὰ να­νου­ρί­σμα­τα καί τα ξορ­κί­σμα­τα. Ἀ­πο­μυ­θο­ποι­η­μέ­να καὶ αὐ­τὰ ἀ­πὸ τὸν πό­θο καὶ τὸ καρ­τέ­ρι καὶ τὸ ἀ­γνάν­τε­μα καὶ τὴ μα­τιὰ ἐ­κεί­νη ποὺ δὲν ἔ­σβη­σε καὶ δὲν ξε­φτί­ζει. Αὐ­τὰ ποὺ ἀ­πὸ λά­θη, μί­ση, πά­θη, κι’ ἐ­γω­ι­σμοὺς δὲν κρα­τή­σα­με. Καὶ πα­ρα­δώ­σα­με. Για­τί; Δὲν ρώ­τη­σαν. Μπο­ρεῖ καὶ νά ‘­ξε­ραν. Ἢ μᾶλ­λον ἤ­ξε­ραν. Δὲν μί­λη­σαν. Τί νὰ ποῦν; Σώ­πα­σαν. Μιὰ βου­βὴ σι­ω­πὴ ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σε πολ­λά. Μί­α σφιγ­μέ­νη γρο­θιά. Καὶ ἕ­να κρά­τη­μα. Μὴν πέ­σεις τώ­ρα. Κρά­τα. Ἕ­να χε­λι­δό­νι αὐ­θόρ­μη­τα, μέ­σα ἀ­πὸ τὰ σου­φρω­μέ­να φρύ­δια, τὰ μου­σκε­μέ­να μα­το­τσί­νο­ρα, πέ­τα­ξε μή­νυ­μα μέ­σῳ τῆς ἐκ­προ­σώ­που. Ἐ­μεῖς, βλα­στα­ρού­δια ἀ­πέ­τα­γα ἀ­κό­μα, σή­με­ρα, 16 τοῦ Μάρ­τη τοῦ 2000, καὶ κά­θε μέ­ρα πρὶν καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο με­τά, αὐ­τὴ ζη­τοῦ­με. Στὸν ὕ­πνο καὶ τὸ ξύ­πνιο μας αὐ­τὴ ψά­χου­με. Αὐ­τὴ γυ­ρεύ­ου­με. Αὐ­τὴν καρ­τε­ροῦ­με. Στη­μέ­νοι στὰ πό­δια τοῦ βου­νοῦ. Κλεί­σα­με τὴ μι­κρὴ ζω­ὴ μας σ’ ἕ­να φά­κε­λο, σ’ ἕ­να μή­νυ­μα, σὲ μί­α φω­το­γρα­φί­α. Πιγ­κου­ί­κου­λα. Ἅ­γιος Ἰ­λα­ρί­ω­νας. Κύ­προς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ. Ἔκανε Κλα­σι­κές Σπου­δές καὶ Φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­νε­πι­στήμιο Κύ­πρου (2008), με­τα­πτυ­χια­κὸ στὸ University of Texas at Austin (ΜΑ 2010) καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ University College London (PhD 2013). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ βι­βλί­α σὲ δι­ε­θνεῖς ἐκ­δο­τι­κοὺς οἴ­κους, Attic Oratory and Performance (Routledge 2017) καὶ Τhe Theatre of Justice (Brill 2017). Ἔ­χει, ἐ­πί­σης, ἐκ­δώ­σει ἀρ­κε­τὰ ἄρ­θρα σὲ δι­ε­θνῆ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Ἀντώνης Παπαβασιλείου: Τὸ ξυπνητήρι


Ἀν­τώ­νης N. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου


Τὸ ξυ­πνη­τή­ρι


ΗΣ ΕΙΧΑΝ ΠΛΗΓΙΑΣΕΙ τὰ δά­κτυ­λα. Τὸ νε­ρό, πα­γω­μέ­νο, ἔ­κα­με χω­ρά­φι στὰ χέ­ρια της. Ξη­μέ­ρω­νε Πρω­το­χρο­νιά, ἑ­τοί­μα­σε τὰ φύλ­λα τῆς πί­τας. Ἀ­λευ­ρω­μέ­νος ὁ κλώστης, τὴν κοίταγε μὲ ὑ­πο­μο­νή. Πι­στός.

         Με­τά, κα­λαμ­πό­κι στὶς κό­τες, ξύ­λα γιὰ τὴ φω­τιά. Ν’ ἀλ­λά­ξει μπο­τί­λια στὸ γκά­ζι.

         Θυ­μή­θη­κε, ἀ­νά­βον­τας τὸ φυ­τί­λι τῆς Πα­να­γιᾶς, τὴν ἀ­δελ­φή της. Χα­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ ‘47. Μνήσθη­τι Κύ­ρι­ε. Κά­τω ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι νὰ χα­θοῦν οἱ κα­κί­ες μας.

         Τὰ τσίγ­κια στὸ κα­τώ­γι πά­λι στά­ζαν. Ποι­ὸς νὰ τ’ ἀλ­λά­ξει; Ἔ­σφι­ξε τὴν μαν­τή­λα κι ἄρ­χι­σε νὰ φου­καλ­νάει. Τὸ δα­δὶ τυ­λιγ­μέ­νο σὲ «Ἑλ­λη­νι­κὸ Βορ­ρᾶ». Εἶ­χε τὴ σει­ρά της, τὰ ἤ­θε­λε ὅ­λα στὴν ἀ­ρά­δα.

         Στὴν κά­μα­ρα κοι­μό­ταν ὁ ἐγ­γο­νός. Τὴν εἶ­χε βά­λει νὰ κλει­δώ­σει τὸ ρο­λό­ι μέ­σα στὰ σα­ΐσμα­τα, στὴν με­σάν­τρα. «Τ’ ἄ­τι­μο τὸ ξυ­πνη­τή­ρι» ἔ­λε­γε γε­λα­στός.

         Νὰ μπό­ρα­γε ἔ­τσι νὰ κλεί­δω­νε τὸν χρό­νο, νὰ τὸν κου­κού­λω­νε γιὰ τὰ κα­λά, νὰ τὸν σώ­παι­νε.



Πη­γή: Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας, φ. 709, 30-12-2016.

Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου (Γρε­βε­νά, 1969). Ζεῖ στὰ Γρε­βε­νά. Συ­νερ­γά­ζε­ται στὴν ἔκ­δο­ση τῆς Ἑ­βδο­μα­δια­ίας Ἐ­φη­με­ρί­δας Χρονικὰ Δυτικῆς Μακεδο­νίας καὶ δι­δά­σκει ἀγ­γλι­κά. Τυ­πώ­νει τὸ ἑ­ξα­μη­νια­ῖο μο­νό­φυλ­λο ΤΥΡΒΗ.


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Ὀνομάτων ἐπίσκεψις



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

Ὀνομάτων ἐπίσκεψις


ΤΕΣ ἀ­κό­μα οἱ σύλ­λο­γοι ἔ­κο­βαν βα­σι­λό­πι­τες καὶ με­τὰ ὁ Ἅ­γιος Βα­λεν­τί­νος, ἡ Τσι­κνο­πέμ­πτη καὶ τὸ ἐ­πο­χια­κὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὶς μπά­λες γιὰ τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο, μὲ τὰ δέν­τρα τὰ πρά­σι­να καὶ τὰ ἀ­ση­μιὰ καὶ τὰ φω­τά­κια, ἄλ­λα­ξε ἤ­δη πρό­σω­πο. Στο­λὲς καὶ μά­σκες τώ­ρα καὶ γιρ­λάν­τες καὶ μου­σι­κὲς λά­τιν. Τοῦ Τε­λώ­νου, τοῦ Ἀ­σώ­του, πρῶ­το Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Ἀ­πο­κριά, Τυ­ρι­νή, δεύ­τε­ρο Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Κα­θα­ρὰ Δευ­τέ­ρα, τρί­το Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Χαι­ρε­τι­σμοί, Πά­σχα.

       Εἶ­χε κά­νει κόλ­λυ­βα γιὰ τὶς ψυ­χὲς καὶ τὰ πῆ­γε ἀρ­γο­πο­ρών­τας – τέ­λει­ω­νε ἀρ­γὰ σή­με­ρα ἡ ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­φτα­σε κα­τὰ τὸ τέ­λος ποὺ κοι­νω­νοῦ­σαν με­ρι­κοὶ καὶ με­τὰ ὁ πα­πὰς πῆ­ρε θέ­ση μπρὸς στὴν ὡ­ραί­α Πύ­λη μὲ τὰ χαρ­τιὰ στὸ χέ­ρι κι ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­παγ­γέλ­λει τὰ ὀ­νό­μα­τα γιὰ τὸ μνη­μό­συ­νο, χαρ­τά­κι-χαρ­τά­κι, μα­σών­τας τὶς συλ­λα­βές, παίρ­νον­τας σβάρ­να τὶς κα­τα­λή­ξεις, τὰ κα­τε­βα­τὰ τῶν ὀ­νο­μά­των, ἕ­να κα­ται­γι­στι­κὸ ντό­μι­νο χω­ρὶς τέ­λος. Μιὰ Ἀρ­γυ­ρή, μιὰ Θελ­ξι­ό­πη —βάλ­θη­κε νὰ προ­σέ­χει τὴ μου­σι­κό­τη­τα τῶν πιὸ σπά­νι­ων ὀ­νο­μά­των— δυ­ὸ τρεῖς Κω­σταν­τι­νι­ές, μιὰ Πα­ρέ­σα, πέ­ρα­σαν τρέ­χον­τας κα­κο­πα­θη­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ στό­μα τοῦ πά­πα-Γρη­γό­ρη. Τὸ πρῶ­το ὄ­νο­μα σὲ κά­θε χαρ­τὶ με­τροῦ­σε, ἡ δε­σπό­ζου­σα, καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἔ­τρε­χαν ἀ­πὸ πί­σω λί­γο-πο­λὺ σι­γα­νὰ καὶ στρα­βο­πα­τη­μέ­να. Κά­πο­τε στα­μα­τοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος, σώ­παι­νε προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σει συλ­λα­βι­στὰ ἕ­να κα­κο­γραμ­μέ­νο ὄ­νο­μα, καὶ πά­λι με­τὰ νε­ρά­κι, κα­ταρ­ρά­κτης οἱ Δο­μνί­κες, οἱ Ἰ­φι­γέ­νει­ες, κά­ποι­ες μο­να­χὲς ποὺ συγ­χω­ρέ­θη­καν καὶ κά­ποι­ες Μελ­πο­μέ­νες, κα­τά­λο­γοι πο­λε­μι­στῶν στὸ ἰ­λι­α­δια­κὸ ἔ­πος.

       Ὁ κό­σμος —οἱ γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως— κά­θον­ταν συγ­κεν­τρω­μέ­νες , στή­νον­τας τὸ ἀ­φτὶ ν’ ἀ­κού­σουν τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν νε­κρῶν τους, μέ­χρι ποὺ ξε­χνι­οῦν­ταν, ἀ­φαι­ροῦν­ταν νὰ κοι­τά­ζουν τὶς φω­τί­τσες τῶν κε­ρι­ῶν στὶς γυ­ά­λι­νες πι­α­τέ­λες μὲ τὰ κόλ­λυ­βα ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­θέ­σει ἐ­κεῖ, στο­λι­σμέ­να μὲ σπυ­ριὰ ἀ­πὸ ρό­δι οἱ πιὸ μα­στό­ρισ­σες, ἀ­λεύ­ρι σω­τα­ρι­σμέ­νο καὶ σου­σά­μι, χώ­ρια οἱ στα­φί­δες καὶ τὰ κα­ρύ­δια γιὰ νὰ χα­ρα­χτεῖ ὁ σταυ­ρὸς πά­νω στὴν ἄ­χνη, ἐ­κεῖ, σὲ τρί­α τέσ­σε­ρα τρα­πέ­ζια πά­νω, φί­σκα οἱ πι­α­τέ­λες – ἡ ἐ­νο­ρί­α ἦ­ταν με­γά­λη κι οἱ καν­τη­λα­νά­φτες πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν πέ­ρα-δῶ­θε μὲ πρό­σφο­ρα καὶ κόλ­λυ­βα νέ­α ποὺ κα­τέ­φθα­ναν καὶ τὰ ἐ­να­πό­θε­ταν κι ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες, ξα­νὰ καὶ ξα­νά, χω­ρὶς τε­λει­ω­μό. Ὁ ἕ­νας πα­πὰς βρα­χνι­α­σμέ­νος κι­ό­λας ἀ­πὸ τὴν πλημ­μυ­ρί­δα τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας εἶ­χε δώ­σει ἤ­δη τὴ σκυ­τά­λη σὲ ἕ­ναν νε­ό­τε­ρο ψη­λὸ γε­μά­το δύ­να­μη ἀ­κό­μα. Χα­μο­γε­λά­ει στὴ σκέ­ψη τῆς μά­νας της: δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξέ­ρουν οἱ κό­ρες της ἀ­πὸ κόλ­λυ­βα καὶ τὰ πα­ρό­μοι­α ἔ­θι­μα.

       Τώ­ρα ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες συγ­χρό­νως πλη­σιά­ζουν νὰ πά­ρουν τὴν ἁ­γι­α­σμέ­νη τους πι­α­τέ­λα. Φι­λὶ κι ἀν­τί­δω­ρο, ἔ­ξο­δος καὶ στὸ σπί­τι γιὰ τὸν κα­φὲ τῆς συγ­χώ­ρε­σης.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.

 

Πάνος Μαυρομμάτης: Ἡ χαμένη γραμμὴ τοῦ ορίζοντα


Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της


Ἡ χα­μέ­νη γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα


ΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ποὺ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ κον­τά του τὴν πέ­ρα­σε ἀ­νώ­δυ­να. Μὲ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μᾶλ­λον ποὺ δὲν τὸν δι­α­σποῦ­σε, δὲν τὸν ἐ­κνεύ­ρι­ζε. Χαι­ρό­ταν τὴ μο­να­ξιά του κι ἔ­νι­ω­θε ἀ­να­κού­φι­ση ποὺ κα­τά­φε­ρε νὰ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­θεῖ. Εἶ­χαν κλά­ψει τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα μα­ζί, ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι εἶ­χαν κά­νει ἕ­ναν ἀ­πελ­πι­σμέ­νο ἔ­ρω­τα ποὺ τοὺς ἐ­λά­φρυ­νε τὴν ἀ­γω­νί­α τοῦ χω­ρι­σμοῦ. Με­τὰ σὰν μι­κρὰ παι­διὰ στὸ  ἀ­ε­ρο­δρό­μιο δὲν ἄ­φη­νε ὁ ἕ­νας τὸ χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου, μέ­χρι ποὺ σὲ μιὰ στιγ­μὴ τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ στὴ ρά­χη, αὐ­τὴ πι­σω­γύ­ρι­σε, φι­λή­θη­καν βι­α­στι­κά, ἐ­κεί­νη μὲ δι­στα­κτι­κὸ βῆ­μα πα­ρα­σύρ­θη­κε μέ­σα στὸ πλῆ­θος ποὺ προ­χω­ροῦ­σε γιὰ τὸν ἔ­λεγ­χο εἰ­σι­τη­ρί­ων. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν ξα­να­δεῖ τεν­τώ­νον­τας τὸ κε­φά­λι του ὅ­σο μπο­ροῦ­σε πιὸ ψη­λά, στὶς μύ­τες τῶν πο­δι­ῶν, με­τὰ ἐ­πι­χεί­ρη­σε μέ­σα ἀ­πὸ κά­ποι­α χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας, στὸ τέ­λος ἀ­νέ­βη­κε στὴν τα­ρά­τσα. Εἶ­χε νυ­χτώ­σει γιὰ τὰ κα­λά. Ἔ­κα­νε ψύ­χρα. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο κα­θυ­στε­ροῦ­σε. Εἶ­πε νὰ φύ­γει, τί νό­η­μα εἶ­χε νὰ πε­ρι­μέ­νει, ἔ­φυ­γε ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε τὸ σκά­φος ποὺ ἀ­νέ­βαι­νε στὸ σκο­τά­δι.

            Ὅ­λοι τὸν ἔ­βρι­σκαν σα­φῶς κα­λύ­τε­ρο. Φαι­νό­ταν νὰ ἔ­χει ξε­πε­ρά­σει τὶς δυ­σκο­λί­ες του. Ἦ­ταν πιὸ δυ­να­μι­κός, πιὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κός, ἄν­τε­χε τὴ μο­να­ξιά του μὲ πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­ξι­ο­πρέ­πεια. Μέ­σα σὲ πε­νήν­τα μέ­ρες εἶ­χε κλά­ψει μό­νο δυ­ὸ φο­ρές, πο­νοῦ­σε λι­γό­τε­ρο. Μπό­ρε­σε νὰ κά­νει με­ρι­κὰ πραγ­μα­τά­κια, νὰ ὀρ­γα­νώ­σει λί­γο το χῶ­ρο του, νὰ ψω­νί­σει με­ρι­κὰ ἀ­ναγ­καῖα. Τε­λι­κά, ναί, μπο­ροῦ­σε νὰ αὐ­το­συν­τη­ρη­θεῖ, ἔ­στω καὶ ἔ­τσι, μό­νος.

            Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα, κα­θὼς ὅ­λη τὴν ἡ­μέ­ρα τα­λα­νί­στη­κε ἀ­νά­με­σα σὲ ἄ­γνω­στους καὶ ἀ­δι­ά­φο­ρους ἀν­θρώ­πους, ἔ­χει ξα­πλώ­σει στὸ ψυ­χρὸ δω­μά­τιο καὶ ὁ ὕ­πνος ἀρ­γεῖ νὰ τὸν πά­ρει. Μι­σο­κοι­μᾶ­ται, τυ­λιγ­μέ­νος μὲ λί­γη θλί­ψη, μὲ κά­ποι­α ἐλ­πί­δα, μὲ μιὰ αἴ­σθη­ση ἐγ­κα­τά­λει­ψης, μὲ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ σκο­τει­νὸ χρό­νο, ἀ­φή­νον­τας τὰ μέ­λη του σ’ ἕ­να χῶ­ρο κρύ­ο μὰ ἀ­σφα­λῆ, μέ­σα στὶς βρώ­μι­κες ἐρ­γέ­νι­κες κου­βέρ­τες. Χω­ρὶς νὰ κα­τα­λά­βει πῶς, ἦρ­θε ἀ­νε­παί­σθη­τα μιὰ εἰ­κό­να ἀ­πὸ τὸ πε­ρα­σμέ­νο κα­λο­καί­ρι. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά, θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἑ­νω­μέ­να. Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Χα­μέ­νο τὸ πρό­σω­πό της, ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς. Ἀ­να­λο­γί­στη­κε ἂν τολ­μᾶ νὰ φέ­ρει ἀ­πὸ μέ­σα κρυμ­μέ­νη τὴ μορ­φή της καὶ αὐ­τὴ ἦρ­θε ἥ­συ­χα μπρο­στά του, θαμ­πή, μα­ζὶ μὲ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α καὶ τὴ μι­ζέ­ρια τὴν ἀν­θρώ­πι­νη. Ἐ­κεῖ­νος μό­νος καὶ ἡ καρ­διά του νὰ χτυ­πᾶ πιὸ δυ­να­τά. Ἡ πα­ρου­σί­α της, ἡ ὀ­μορ­φιά, ἡ γλυ­κύ­τη­τα τοῦ προ­σώ­που της, ἔ­κα­ναν πιὸ σπα­ρα­κτι­κὴ τὴ μο­να­ξιά του. Ἔ­σπρω­ξε πέ­ρα τὴν ὀ­πτα­σί­α για­τὶ τοῦ ἔ­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα, τοῦ ἔσφιγ­γε τὸ λαι­μό. Ἔ­βα­λε ἄλ­λες εἰ­κό­νες στὴν ὀ­θό­νη τοῦ μαρ­τυ­ρί­ου του, ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸν ὕ­πνο, ἄλ­λων πά­λαι πο­τὲ ἀ­γα­πη­μέ­νων γυ­ναι­κῶν γιὰ πάν­τα τώ­ρα χα­μέ­νων. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ ζεῖ μο­νά­χος σ’ αὐ­τὴν τὴν ὀ­δύ­νη τῆς ἐ­ρη­μιᾶς, σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­σκη­ση τοῦ θα­νά­του. Δὲν πο­νοῦ­σαν πιὰ αὐ­τὰ τὰ ἄλ­λο­τε καυ­τὰ ὁ­ρά­μα­τα ἀ­γα­πη­μέ­νων ἀν­θρώ­πων. Μπο­ροῦ­σε νὰ ζεῖ χω­ρὶς αὐ­τούς, ὅ­πως μπό­ρε­σε νὰ ζή­σει με­τὰ τὸν πρῶ­το θά­να­το, με­τὰ τὴν πρώ­τη ἀ­πώ­λεια.

            Αὐ­τὴ ὅ­μως ἡ τε­λει­ω­μέ­νη πλέ­ον σχέ­ση, ἴ­σως για­τί ἦ­ταν πρό­σφα­τη, ἴ­σως ἡ ἄ­κρα ἀμ­φι­θυ­μί­α, οἱ προσ­δο­κί­ες ποὺ ἔ­μει­ναν χω­ρὶς ἐλ­πί­δα πιά, τὸν πο­νοῦ­σε καὶ τὸν τά­ρα­ζε. Πλάν­τα­ζε τὴν καρ­διά, ἔ­πνι­γε τὰ πνευ­μό­νια. Θέ­λη­σε σι­γά, πο­λὺ σι­γά, νὰ τὴν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, μὲ τὴν εἰ­κό­να της ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­χνὴ νὰ δο­κι­μά­σει πά­λι καὶ πά­λι πό­νε­σε, γέ­μι­σε πα­ρά­πο­νο καὶ βά­ρυ­νε φέρ­νον­τας τὸ ἄλ­γος τῆς ὁ­λι­κῆς ἀ­πώ­λειας, τὸ θρῆ­νο τοῦ θα­νά­του μέ­σα του.

            «Ἂς εἶ­ναι κα­λὰ μο­νά­χα», σκε­φτό­τα­νε, «καὶ τί­πο­τα ἄλ­λο, ἂς εἶ­ναι εὐ­λο­γη­μέ­νη πάν­τα ἡ κα­λὴ μου.»

            Σί­γου­ρα τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Καὶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη κά­τι μέ­νει ζων­τα­νό. Ἴ­σως ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς οἱ εὐ­χές σου μπο­ρεῖ καὶ νὰ πιά­νουν. Ἔ­τσι ἤ­θε­λε νὰ πι­στεύ­ει. Αὐ­τα­πά­τη;

 

Κι αὐ­τὴ δὲν ἄν­τε­χε τὴν μο­να­ξιά. Ὅ­σο τὸν εἶ­χε κον­τά της, τὴ σκέ­πα­ζε ἡ πα­ρου­σί­α του. Ὅ­ταν αἰ­σθάν­θη­κε κεῖ­νο τὸ σπρώ­ξι­μο στὴ ρά­χη, ἔ­νι­ω­σε σὰν νὰ προ­σπα­θοῦν νὰ κό­ψουν βί­αι­α τοὺς δε­σμούς της. Νὰ τὴν πα­ρα­βιά­ζουν. Νὰ τὴν πε­τοῦν σὲ βα­θὺ ὠ­κε­α­νὸ χω­ρὶς σω­σί­βιο.

            Στὴν ἀ­πο­γεί­ω­ση τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φαι­νό­ταν νὰ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι. Μέ­σα στὴν καμ­πί­να ὅ­μως ὀρ­γί­α­ζε τὸ φῶς. Μπο­ροῦ­σες νὰ βλέ­πεις κα­θα­ρὰ πρό­σω­πα καὶ πράγ­μα­τα. Ἤ­δη ζοῦ­σε σὲ μιὰ ἄλ­λη δι­ά­στα­ση. Εὐ­γε­νι­κές, πρό­θυ­μες, χα­ρι­τω­μέ­νες ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοὶ ἕ­τοι­μες νὰ τὴν ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σουν. Ἔ­σκυ­βαν πρὸς τὸ μέ­ρος της ὅ­πως σὲ πο­λὺ ση­μαν­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἔρ­χον­ταν πρὸς ἐ­κεί­νη. Τῆς ἀ­νέ­βα­ζαν τὴν αὐ­το­ε­κτί­μη­ση. Σὰν νὰ μὴν ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ κά­ποι­ος τὴν ἔ­σπρω­ξε ἁ­πα­λὰ νὰ φύ­γει λί­γο πρίν.

            Ὁ με­σή­λι­κας ἐ­πι­βά­της δί­πλα της γρή­γο­ρα ἔ­σπα­σε τὴ σι­ω­πή. Δὲν ἔ­κρυ­ψε τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον του γιὰ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Ὁ­μι­λη­τι­κός, εὐ­γε­νής, σα­γη­νευ­τι­κός. Ἡ κου­βέν­τα ἁ­πά­λυ­νε τὴν θλί­ψη τοῦ πρό­σφα­του ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ. Ἦ­ταν εὐ­χῆς ἔρ­γο ποὺ βρέ­θη­κε δί­πλα της αὐ­τὸς ὁ ἐν­δι­α­φέ­ρων ἄν­θρω­πος.

            Σί­γου­ρα θὰ περ­νοῦ­σε τὸ τα­ξί­δι μὲ λι­γό­τε­ρο ἄγ­χος. Ἡ πα­ρου­σί­α του τὴ γέ­μι­ζε αὐ­το­πε­ποί­θη­ση. Ἔ­νι­ω­θε τὴν ἴ­δια ἀ­σφά­λεια ποὺ εἰ­σέ­πρατ­τε κο­ρι­τσά­κι κον­τὰ στὸν πα­τέ­ρα της.

            Ἦρ­θαν τὰ φα­γη­τά. Τῆς δό­θη­κε καὶ πά­λι ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μα­ζὶ μὲ τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τὴν ἄ­ψο­γη πε­ρι­ποί­η­ση τῶν ἀ­ε­ρο­συ­νο­δῶν ἀλ­λὰ καὶ τοῦ συμ­πα­θοῦς ὥ­ρι­μου συ­νε­πι­βά­τη. Ἡ κο­λα­κευ­τι­κή του συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­χε μέ­τρο. Οὔ­τε κραυ­γα­λέ­α κο­λα­κεί­α οὔ­τε ὑ­πο­κρι­τι­κὸ δού­λε­μα. Ἔ­νι­ω­σε οἰ­κεί­α. Χα­λά­ρω­σε. Βρῆ­κε ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα πράγ­μα­τα νὰ συ­ζη­τή­σει μα­ζί του. Στὸ τέ­λος, μὲ τὸ πο­τό, τὴν κου­βέν­τα, πέ­ρα­σε ἡ ὥ­ρα, βά­ρυ­ναν τὰ βλέ­φα­ρά της. Χα­σμου­ρή­θη­κε δι­α­κρι­τι­κά, ζή­τη­σε συ­γνώ­μη κι ἔ­κλει­σε γιὰ λί­γο τὰ μά­τια.

            Δὲν κα­τά­λα­βε ἂν κοι­μή­θη­κε καὶ πό­σο. Βί­ω­σε ὅ­μως μιὰ πρω­τό­γνω­ρη ἐμ­πει­ρί­α. Κά­τω ἀ­πὸ τὸ πέ­πλο τῶν πυ­κνῶν βλε­φα­ρί­δων της δὲν ἦλ­θε τὸ σκο­τά­δι ἀλ­λὰ ἕ­να ρό­δι­νο φῶς. Μα­ζὶ μ’ ἕ­να ἄ­ρω­μα πεύ­κων καὶ θα­λασ­σι­νοῦ ἀ­έ­ρα. Ἡ ψυ­χή της, ποὺ λί­γες ὧ­ρες πρὶν ἦ­ταν στε­νό­χω­ρη καὶ ἀ­βέ­βαι­η, τώ­ρα ἄ­νοι­γε ὅ­πως τὰ φτε­ρὰ τῆς πε­τα­λού­δας ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κου­κού­λι της. Ἁ­πλω­νό­ταν ἴ­δια μὲ προ­ζύ­μι ποὺ ξε­χει­λί­ζει στὸ τα­ψί. Ὅ­λα τὰ μέ­σα φράγ­μα­τα φό­βων καὶ προ­κα­τα­λή­ψε­ων δι­α­λύ­ον­ταν. Ἀγ­κά­λια­ζε τὸν κό­σμο γύ­ρω της. Τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ κου­τὶ γι’ αὐ­τὴν ποὺ δὲν τὴ χώ­ρα­γε. Ἐ­πε­κτει­νό­ταν ἔ­ξω στὴ νύ­χτα, στὸ δι­ά­στη­μα, τ’ ἀ­στέ­ρια, τὸ φεγ­γά­ρι. Γι­νό­ταν ἕ­να μὲ ὅ­λα. Τὸ σύμ­παν καὶ τὸ ἄ­πει­ρο. Ὑ­πέρ­τα­το συ­ναί­σθη­μα. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­γά­πη καὶ τὴν ἀ­πο­δο­χή. Ἦ­ταν συγ­κλο­νι­στι­κό, μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν τρο­μά­ξει. Ὅ­μως ἔ­νι­ω­θε μιὰ ὀ­λύμ­πια γα­λή­νη. Ἑ­νω­νό­ταν μὲ τὸν κό­σμο. Αὐ­τὸς εἶ­χε δι­α­χυ­θεῖ μέ­σα της κι ἐ­κεί­νη ἐν­τός του. Αὐ­τὴ γεν­νοῦ­σε τὸν μέ­γα κό­σμο καὶ ταυ­τό­χρο­να ὁ μέ­γας κό­σμος τὴ γεν­νοῦ­σε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν ὁ­ρι­ο­θε­τή­σεις χώ­ρου, χρό­νου, τα­χύ­τη­τας, βα­ρύ­τη­τας. Οὔ­τε ἐ­σω­τε­ρι­κοὶ τοῖ­χοι ἀ­γω­νί­ας, πό­νου, θλί­ψης, πα­ρα­νό­η­σης. Τοῦ­το τὸ ἀ­κα­ρια­ῖο τα­ξί­δι στὸν μέ­σα καὶ στὸν ἔ­ξω κό­σμο ταυ­τό­χρο­να εἶ­χε τὸ στοι­χεῖ­ο μιᾶς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας. Ἦ­ταν ἐκ­στα­σι­α­σμέ­νη. Ἂν ὑ­πῆρ­χε βί­ω­ση εὐ­τυ­χί­ας θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι αὐ­τή· σὰν εὐ­λο­γί­α ποὺ προ­κα­λεῖ βα­θιὰ αἰ­σθή­μα­τα εὐ­γνω­μο­σύ­νης.

            Μιὰ ἀλ­λα­γὴ συν­τε­λέ­στη­κε στὴν ποι­ό­τη­τα τοῦ μέ­γι­στου ὅ­ταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα θέ­λη­σε νὰ ζή­σει γιὰ πάν­τα μέ­σα σὲ αὐ­τό. Νὰ τὸ κρα­τή­σει δι­κό της. Ἀ­μέ­σως κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἡ βού­λη­σή της δὲν τὸ ἔ­λεγ­χε. Τὸ με­γα­λεῖ­ο ὑ­πῆρ­χε μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­δο­λα χα­νό­ταν μέ­σα του. Ἀ­νε­παί­σθη­τα, ὅ­πως ἐμ­φα­νί­στη­κε αὐ­τὸ τὸ φαι­νό­με­νο, πῆ­ρε νὰ συρ­ρι­κνώ­νε­ται, νὰ βα­ραί­νει, νὰ σβή­νει. Ὅ­πως χά­νε­ται ἡ μέ­ρα μέ­σα στὴ νύ­χτα. Ὅ­πως γλι­στρά­ει τὸ νε­ρὸ μέ­σα ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά μας. Ἄρ­χι­σε νὰ ξα­να­ϋ­φαί­νε­ται ὁ ἱ­στὸς ποὺ τὴν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σε ἀ­πὸ τὸν κό­σμο. Προ­σπά­θη­σε αὐ­τὸ τὸ μο­να­δι­κὸ συ­ναί­σθη­μα ἐ­νό­τη­τας νὰ τὸ συγ­κρα­τή­σει, νὰ μὴν τὸ χά­σει. Ὅ­μως εἶ­χε γί­νει κά­τι ξε­χω­ρι­στὸ ἀ­πὸ αὐ­τὴν καὶ ἤ­δη ἔ­φευ­γε. Εἶ­χε ἀ­πο­κολ­λη­θεῖ καὶ χα­νό­ταν. Συρ­ρι­κνω­νό­ταν. Τὸ κρα­τοῦ­σε δυ­να­τὰ μέ­σα στὰ χέ­ρια της, τό­σο μι­κρὸ πλέ­ον, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα τό­σο ὡ­ραῖ­ο. Μέ­σα στὴ χού­φτα της κρα­τοῦ­σε τὴ γεύ­ση του, τὸ ἄ­ρω­μά του σὰν τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­μνη­ση αὐ­τοῦ τοῦ ἀ­πέ­ραν­του ἑ­νω­τι­κοῦ βι­ώ­μα­τος. Θέ­λη­σε νὰ τὸ βά­λει στὸ στό­μα της νὰ τὸ γευ­τεῖ κα­λά, νὰ τὸ κα­τα­πι­εῖ, νὰ τὸ χω­νέ­ψει, νὰ τὸ κά­νει ἕ­να πά­λι μα­ζί της. Τὸ ρου­φοῦ­σε μὲ ἀρ­γές, βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες. Τὸ συγ­κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μα λί­γο, ἀ­κό­μα λί­γο, μὰ ὅ­λο χα­νό­ταν. Ἄ­νοι­ξε μὲ λα­χτά­ρα τὰ μά­τια νὰ προ­λά­βει νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­νι­ω­θε μέ­σα καὶ γύ­ρω της, πρὶν τὸ χά­σει γιὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της. Λι­γώ­θη­κε. Ἔσφι­ξε τὰ δά­χτυ­λα νὰ συγ­κρα­τή­σει τὸ ἄ­πια­στο, τὸ φευ­γα­λέ­ο. Ἄ­νοι­ξε τὶς πα­λά­μες νὰ δεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­σφιγ­γε μὲ δύ­να­μη. Ἀ­πρό­σμε­να ἀ­πο­κα­λύ­φθη­καν μέ­σα στὰ χέ­ρια της τὰ δά­χτυ­λα τοῦ δι­πλα­νοῦ της, ποὺ τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σε μὲ τρυ­φε­ρό­τη­τα. Χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει εἶ­χε γεί­ρει τὸ κε­φά­λι της στὸν ὦ­μο του καὶ κρα­τοῦ­σε σφι­χτὰ στὴ χού­φτα της τὸν ἀν­τί­χει­ρά του.

 

Εἶ­χαν πε­ρά­σει δυ­ὸ μῆ­νες. Κα­θι­σμέ­νη σταυ­ρο­πό­δι στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της ξε­φύλ­λι­ζε τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ὁ συ­νο­μι­λη­τής της ἀ­πὸ τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο φο­ροῦ­σε τὸ μπουρ­νού­ζι της. Τὸ βλέμ­μα τους ἔ­πε­σε σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α. Πρω­ι­νὴ κα­τα­χνιά. Θά­λασ­σα καὶ οὐ­ρα­νὸς ἕ­να.  Σβη­σμέ­νη ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα. Τὸ προ­φὶλ της ὄ­μορ­φο στὸ πρω­ι­νὸ φῶς.

            — Πρέ­πει νὰ σ’ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ νὰ πό­νε­σε ποὺ σ’ ἔ­χα­σε, σχο­λί­α­σε ὁ ἄν­τρας.

            — Μᾶλ­λον. Μοῦ εὐ­χή­θη­κε φεύ­γον­τας νὰ εἶ­μαι πάν­τα κα­λὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­νη.

            — Σί­γου­ρα. Λέ­νε ὅ­ταν ἀ­γα­πᾶς καὶ πο­νᾶς οἱ εὐ­χές σου πιά­νουν.

            — Τὸ πι­στεύ­εις;



Πη­γή: Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της, Ἐν­νέ­α μύ­θοι καὶ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι (Ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 2015).

Πά­νος Ι. Μαυ­ρομ­μά­της (Ἀ­θή­να, 1945). Εἶ­ναι νευ­ρο­λό­γος-ψυ­χί­α­τρος μὲ ἐ­ξει­δί­κευ­ση στὴν παι­δο­νευ­ρο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε τριά­ντα χρό­νια στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Παί­δων Ἀ­θη­νῶν Π. & Ἀ. Κυ­ρια­κοῦ. Ἔ­χει γρά­ψει δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των του Ἐν­νέ­α μύ­θοι κι ἕ­να πα­ρα­μύ­θι, (ἐκδ. Ἐ­ρι­φύ­λη, 2007) καὶ Ἀ­ναρ­χι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ἐ­πὶ ἠ­μι­κλά­στων κόλ­λων, (Ἀ­θή­να, 2015). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πα­ρου­σι­ά­στη­καν στὸ ρα­δι­ό­φω­νο.



		

	

Νότα Σεφερλῆ: Friend-ship



Νό­τα Σε­φερ­λῆ

Friend-ship


Α ΒΡΑΔΙΑ τὸ λι­μά­νι θυ­μί­ζει ται­νί­α τε­χνι­κο­λόρ. Στὸ βά­θος τὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ὅ­λο καὶ σκο­τει­νιά­ζει ἀλ­λὰ πο­τὲ ἐν­τε­λῶς. Σὲ πρῶ­το πλά­νο τὰ φω­τα­γω­γη­μέ­να πλοῖ­α ἐν πα­ρα­τά­ξει, ἕ­τοι­μα πρὸς ἀ­να­χώ­ρη­ση. Πρῶ­το σαλ­πά­ρει τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα τὸ Λα­τώ, μιὰ ἀρ­χόν­τισ­σα στὰ λευ­κὰ μὲ γε­ρὸ σκα­ρὶ πα­ρ’ ὅ­λα τὰ χρο­νά­κια της καὶ τὶς συ­χνὲς ἐ­πεμ­βά­σεις στὰ χέ­ρια τῶν εἰ­δι­κῶν.

       Ἐ­δῶ καὶ τό­σα βρά­δια ἡ ἴ­δια ται­νί­α. Τὸ σα­ρα­βα­λά­κι περ­νᾶ τὴν πύ­λη Ε2 τοῦ λι­μα­νιοῦ, πάν­τα τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, λί­γο πρὶν τὶς ἐν­νιά. Ὁ ὁ­δη­γός του, μιὰ σκο­τει­νὴ ἀ­ξύ­ρι­στη φι­γού­ρα, παρ­κά­ρει τὸ αὐ­το­κι­νη­τά­κι στὴν ἄ­κρη τοῦ μό­λου, ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὸν φα­νὸ τῆς εἰ­σό­δου. Δὲ βγαί­νει πο­τὲ ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο ἀ­κού­γε­ται πά­λι ἡ ἴ­δια κα­σέ­τα· o κα­η­μὸς μιᾶς κρη­τι­κῆς λύ­ρας καὶ ἡ ἔν­ρι­νη φω­νὴ τοῦ τρα­γου­δι­στῆ. Ὁ ὁ­δη­γός, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νος στὸ τι­μό­νι, πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴ νη­ο­πομ­πή. Πρῶ­το ἀ­να­χω­ρεῖ τὸ Κνω­σός, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ γρή­γο­ρο τῆς Blue Star Ferries καὶ λί­γα λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα Λα­τώ. Καὶ μό­νο ὅ­ταν ἐ­κεί­νη βγεῖ ἀ­πὸ τὸ λι­μά­νι, ὁ ὁ­δη­γὸς βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει, κά­νει ἐ­πὶ τό­που στρο­φή, περ­νᾶ ξα­νὰ τὴν πύ­λη Ε2 καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται στὸ πλη­σι­έ­στε­ρο κα­φε­νεῖ­ο. Πα­ραγ­γέλ­νει ρα­κὶ ποὺ τὸ πί­νει ἀ­μί­λη­τος. Ἀ­μί­λη­τος βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ πε­ρί­που μιὰ ὥ­ρα με­τά. Μπαί­νει στὸ σα­ρα­βα­λά­κι, βά­ζει μπρὸς τὴ μη­χα­νή, μαρ­σά­ρει καὶ χά­νε­ται στὸ σκο­τά­δι.

       Ἕ­να χει­μω­νι­ά­τι­κο βρά­δυ τὸ σε­νά­ριο τρο­πο­ποι­ή­θη­κε. Ἡ ἀρ­χόν­τισ­σα ἔ­λει­πε – βρι­σκό­ταν, εἶ­παν, πα­ρο­πλι­σμέ­νη στὸ λι­μά­νι τῆς Σού­δας. Πολ­λὰ ἀ­κού­στη­καν: ὅ­τι ἀλ­λά­ζει γραμ­μή, ὅ­τι πά­ει γιὰ νέ­α ἐ­πι­σκευ­ή, μπο­ρεῖ καὶ γιὰ σκρὰπ – δὲ γλι­τώ­νει, εἶ­παν, τὸ δι­α­λυ­τή­ριο. Μό­νο ἐ­κεῖ­νος δὲ μί­λη­σε. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το, ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο κι ἄρ­χι­σε νὰ κό­βει βόλ­τες ἐ­κεῖ ποὺ ἄλ­λο­τε ἔ­δε­ναν καὶ ξέ­δε­ναν τὴν ἀρ­χόν­τισ­σα. Ἂν κά­ποι­ος πλη­σί­α­ζε θὰ τὸν ἄ­κου­γε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ναυ­τι­κὰ πα­ραγ­γέλ­μα­τα.

       «Πρό­σω δε­ξιά. Ἀ­ρι­στε­ρὰ μι­σὴ πλώ­ρη. Πα­ρα­πά­νω πλώ­ρη. Κρά­τει πλώ­ρη. Κρά­τει πρύ­μη. Μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριὸ – μὴ βι­ρά­ρεις τὸ πλω­ριό…»


       Ἦ­ταν, βλέ­πεις, δύ­σκο­λη στὶς μα­νοῦ­βρες. Μο­νο­τί­μο­νη μὲ μπα­τα­ρι­στὲς μη­χα­νές, ὅ­ταν ἔ­βγα­ζε και­ρό, ζο­ρι­ζό­ταν νὰ πιά­σει ντό­κο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νό­τα Σε­φερ­λῆ (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α καὶ δι­δά­σκει στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση.