Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα


ΝΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ παν­τρε­μέ­νη γυ­ναί­κα καὶ μὴ μπο­ρών­τας νὰ τὴ δε­λε­ά­σει, ἔ­πια­σε ἕ­να μά­γο καὶ τοῦ εἶ­πε: «Κά­νε την νὰ μὲ ἀ­γα­πή­σει ἢ κά­νε κά­τι γιὰ νὰ τὴ δι­ώ­ξει ὁ ἄν­τρας της.» Καὶ ἀ­φοῦ πῆ­ρε ὁ μά­γος τὴν ἀ­μοι­βή, χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὶς μα­γι­κές του μαγ­γα­νεῖ­ες καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται φο­ρά­δα. Ὅ­ταν ἦρ­θε λοι­πὸν ὁ ἄν­τρας της ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ τὴν εἶ­δε, ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος ποὺ στὸ κρε­βά­τι του ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη μιὰ φο­ρά­δα. Κλαί­ει καὶ ὀ­δύ­ρε­ται ὁ ἄν­θρω­πος· μι­λά­ει στὸ ζῶ­ο καὶ ἀ­πάν­τη­ση δὲν παίρ­νει. Πα­ρα­κα­λεῖ τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τοῦ χω­ριοῦ· τοὺς φέρ­νει μέ­σα, τοὺς τὴ δεί­χνει καὶ λύ­ση δὲν βρί­σκει. Ἐ­πὶ τρεῖς μέ­ρες οὔ­τε χόρ­το ἔ­φα­γε ὡς φο­ρά­δα, οὔ­τε ψω­μὶ ὡς ἄν­θρω­πος, στε­ρη­μέ­νη κι ἀ­πὸ τὶς δύ­ο τρο­φές. Τε­λι­κά, γιὰ νὰ δο­ξα­σθεῖ ὁ Θε­ὸς καὶ νὰ φα­νεῖ ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ ἁ­γί­ου Μα­κα­ρί­ου, ἦρ­θε λο­γι­σμὸς στὸν ἄν­τρα της νὰ τὴν πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο· καὶ ἀ­φοῦ τῆς ἔ­βα­λε κα­πί­στρι σὰν ἄ­λο­γο, τὴν πῆ­γε στὴν ἔ­ρη­μο. Κα­θὼς λοι­πὸν πλη­σί­α­ζαν, στά­θη­καν οἱ ἀ­δελ­φοὶ κον­τὰ στὸ κελ­λὶ τοῦ Μα­κα­ρί­ου, ἐ­πι­τι­μών­τας τὸν ἄν­τρα της καὶ λέ­γον­τας: «Τί τὴν ἔ­φε­ρες ἐ­δῶ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά­δα;» Καὶ τοὺς λέ­ει: «Γιὰ νὰ ἐ­λε­η­θεῖ». Τοῦ λέ­νε: «Καὶ τί ἔ­χει;» Τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­τι ἦ­ταν γυ­ναί­κα του καὶ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ ἄ­λο­γο, καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι τρεῖς μέ­ρες ποὺ δὲν ἔ­χει φά­ει τί­πο­τα. Τὸ ἀ­να­φέ­ρουν στὸν Ἅ­γιο ποὺ ἦ­ταν μέ­σα καὶ προ­σευ­χό­ταν· δι­ό­τι τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ καὶ προ­σευ­χό­ταν γι’ αὐ­τήν. Ἀ­πο­κρί­νε­ται λοι­πὸν στοὺς ἀ­δελ­φοὺς ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος καὶ τοὺς λέ­ει: «Ἐ­σεῖς εἶ­στε ἄ­λο­γα, ποὺ ἔ­χε­τε μά­τια ἀ­λό­γων. Δι­ό­τι ἐ­κεί­νη εἶ­ναι γυ­ναί­κα, ποὺ δὲν με­τα­μορ­φώ­θη­κε, πα­ρὰ μό­νο στὰ μά­τια τῶν ἀ­πα­τη­μέ­νων.» Καὶ ἀ­φοῦ εὐ­λό­γη­σε νε­ρὸ καὶ τὴν πε­ρι­έ­λου­σε κα­θὼς ἦ­ταν γυ­μνή, εὐ­χή­θη­κε· καὶ ἀ­μέ­σως τὴν ἔ­κα­νε νὰ φα­νεῖ σὲ ὅ­λους γυ­ναί­κα. Κι ἀ­φοῦ τῆς ἔ­δω­σε τρο­φή, τὴν ἔ­κα­με νὰ φά­ει, καὶ τὴν ἀ­πέ­λυ­σε μὲ τὸν ἄν­τρα της, ἐ­νῶ αὐ­τὴ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὸν Κύ­ριο. Καὶ τὴ συμ­βού­λευ­σε λέ­γον­τας: «Νὰ μὴ λεί­ψεις πο­τὲ ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, οὔ­τε νὰ ἀ­πό­σχεις ἀ­πὸ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α· δι­ό­τι αὐ­τὰ σοῦ συ­νέ­βη­σαν, ἐ­πει­δὴ γιὰ πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες δὲν προ­σῆλ­θες στὰ μυ­στή­ρια.»



Παλ­λα­δί­ου, Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, μτφρ. Μο­να­χοῦ Συ­με­ών, ἔκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ρος 1980, σς 54-55.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик): Χαρ­τί, ψα­λί­δι



Λι­νὸρ Γκο­ρά­λικ (Linor Goralik/Лино́р Гора́лик)


Χαρ­τί, ψα­λί­δι

(Paper, Scissors) 


ΚΕΦΤΟΤΑΝ τί θὰ συ­νέ­βαι­νε ἂν εἶ­χε κα­λέ­σει τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Γιὰ μιὰν ἐ­λά­χι­στη στιγ­μὴ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ μπρο­στά του ἡ εἰ­κό­να τοῦ σπι­τιοῦ του, γε­μά­το ἀ­πὸ προ­σεγ­μέ­νους, κομ­ψευ­ό­με­νους, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες καὶ ἀ­πάν­θρω­πα εὐ­γε­νεῖς ἀν­θρώ­πους. Τὰ που­κά­μι­σά τους θὰ ἦ­ταν γα­μι­στε­ρά, καὶ ἡ γρα­βά­τα ἑ­νὸς ἐξ αὐ­τῶν θά ’­ταν ἀ­νε­κτὴ πλὴν ἐ­λα­φρῶς ἐκ­κεν­τρι­κή, – ἂς ποῦ­με, ἐ­λα­χί­στως που­ὰ μὲ δι­ά­σπαρ­τα, σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τα ἔν­το­να κόκ­κι­να σύμ­βο­λα τοῦ ἀ­πεί­ρου. Ἡ σκέ­ψη αὐ­τὴ τοῦ ἔ­φε­ρε ἀ­να­γού­λα. Ἔ­στρε­ψε γιὰ ἀ­κό­μα μί­α φο­ρὰ τὸ βλέμ­μα του στὸ ση­μεί­ω­μα ποὺ ἀ­να­γρά­φον­ταν τὰ λύ­τρα. Γά­μα τα. Τὸ πο­σὸ ποὺ ζη­τοῦ­σαν ἦ­ταν ἀ­σύλ­λη­πτο. Ἄ­φη­σε κά­τω τὸ ση­μεί­ω­μα, πλά­ι στὸ μα­ξι­λά­ρι του, ἤ­λεγ­ξε καὶ πά­λι τὶς τσέ­πες τοῦ παλ­τοῦ του ἐ­πι­με­λῶς. Δὲ βρῆ­κε τί­πο­τα, πα­ρὰ τὴν ἀ­να­με­νό­με­νη σκό­νη καὶ μιὰ μα­κριὰ λευ­κὴ κλω­στὴ ποὺ κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὶς φτη­νὲς ρα­φές. Κι ἔ­πει­τα ξα­να­δι­ά­βα­σε τὸ ση­μεί­ω­μα. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν ἀ­πί­θα­νο. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι τη­λε­φω­νοῦ­σε στὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα – ἕ­να εὐ­γε­νι­κό, πλού­σιο, ἤ­πιο καὶ συ­ναι­σθη­μα­τι­κὸ ἄ­το­μο, ὁ πλου­σι­ό­τε­ρος ἄν­θρω­πος ποὺ γνώ­ρι­ζε. Μὰ ἀ­κό­μα καὶ γι’ αὐ­τὴν τὸ πο­σὸ θὰ ἦ­ταν ἀ­φάν­τα­στα ὑ­ψη­λό. Θὰ πλάν­τα­ζε στὸ κλά­μα σκε­πτό­με­νη τὴν κα­ϋ­μέ­νη Λώ­ρα κι ἐ­νῶ ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α θὰ τὴν ἀ­νέ­κρι­νε. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, δὲ θὰ λο­γι­ζό­ταν ὕ­πο­πτη: ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα, πρὶν ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μῆ­νες, βρι­σκό­ταν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο γιὰ νὰ γεν­νή­σει τὸν δεύ­τε­ρο γιό της, ἕ­ναν μι­κρο­σκο­πι­κό, δυ­να­τὸ κοκ­κι­νο­μάλ­λη, ποὺ εἶ­χε τὰ στρα­βὰ αὐ­τιὰ καὶ τὴ μι­κρὴ σὰν κουμ­πὶ μύ­τη τοῦ νέ­ου της συ­ζύ­γου. Θυ­μή­θη­κε τὸ ἀ­χόρ­τα­γο συ­ναί­σθη­μα ποὺ βί­ω­σε ὅ­ταν εἶ­δε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τὴ νε­ο­γέν­νη­τη κό­ρη τους πρὶν ἀ­πὸ δε­κα­ε­πτὰ χρό­νια, τὸ πρω­τό­γο­νο πά­θος νὰ ἐν­το­πί­σει τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του στὸ πορ­φυ­ρό, σχε­δὸν ἀ­σχη­μά­τι­στο πρό­σω­πό της. Δὲν ἦ­ταν οὔ­τε κοκ­κι­νο­μάλ­λα οὔ­τε εἶ­χε στρα­βὰ αὐ­τιά· χρει­ά­στη­καν κά­να δυ­ὸ χρό­νια γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι τὰ φρύ­δια τῆς Βε­ρό­νι­κας ἔ­μοια­ζαν μὲ τὰ δι­κά του. Ἔ­βγα­λε τὸ παλ­τό του ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα ἕ­νε­κα τῆς ἀ­πο­φοί­τη­σής της. Ἔ­βα­λε τὰ χέ­ρια του στὶς τσέ­πες καὶ βρῆ­κε τὸ ση­μεί­ω­μα γιὰ τὰ λύ­τρα.  «Κρα­τᾶ­με τὴ γυ­ναί­κα σου», ἔ­λε­γε. Τὸ πο­σὸ ἦ­ταν δι­α­στη­μι­κό. Πρὶν τέσ­σε­ρις μῆ­νες, τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ ἔ­θα­βε τὴν μη­τέ­ρα του, ἑ­κα­τὸ σχε­δὸν ἄ­το­μα τὸν ἄγ­γι­ξαν, τὸν ἀγ­κά­λια­σαν, τὸν ἀ­κούμ­πη­σαν σὲ δι­ά­φο­ρα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός του. Κοί­τα­ξε τὴ γυ­ναί­κα του. Ἡ Λώ­ρα κοι­μό­ταν μὲ τὸ στό­μα ἀ­νοι­χτό, ὡς συ­νή­θως. Ἕ­να ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ ἁ­πα­λὸ φῶς ποὺ ἔ­πε­φτε ἀ­π’ τὶς κα­φὲ κουρ­τί­νες ἔ­κα­νε τὸ πρη­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο πρό­σω­πό της νὰ μοιά­ζει βα­θυ­κόκ­κι­νο. Ἑ­κα­τὸ πε­ρί­που ἄ­το­μα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, ἕ­να πραγ­μα­τι­κὰ με­γά­λο πλῆ­θος, γε­μά­το μὲ τσέ­πες. Δὲ θὰ κα­τά­φερ­νε πο­τὲ νὰ συγ­κεν­τρώ­σει τὸ πο­σό αὐ­τό. Τρά­βη­ξε τὸ ψα­λι­δά­κι γιὰ τὰ νύ­χια ἀ­πὸ τὴ δερ­μά­τι­νή του θή­κη, ἔ­κο­ψε τὸ ση­μεί­ω­μα σὲ με­γά­λα ἀ­κα­νό­νι­στα κομ­μά­τια καὶ τὰ το­πο­θέ­τη­σε πά­νω στὴν γκρι­ζω­πὴ στε­γνὴ γλώσ­σα τῆς Λώ­ρας. Ἔ­λα, σκέ­φτη­κε, ρού­φα τα μέ­σα. Ἄν­τε, ρού­φα τα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν ἑνότητα Κά­ποι­ες πραγ­μα­τι­κὰ σύν­το­μες ­στο­ρί­ες (Some very short stories), ποὺ δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὰ ἀγ­γλι­κά, στὸν ἱ­στό­το­πο τῆς συγ­γρα­φέ­ως (http://linorgoralik.com/eng_shorts.html).

Ἡ Λινὸρ Γκοράλικ (Li­nor Go­ra­lik / Ли­но́р Го­ра́­лик) γεν­νή­θη­κε τὸ 1975 στὸ Ντνι­προ­πε­τρὸφσκ τῆς Οὐ­κρα­νί­ας ἐ­πὶ ΕΣΣΔ· προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ ἑ­βρα­ϊ­κὴ οἰ­κο­γέ­νεια. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ποί­η­σης καὶ δο­κι­μί­ων. Ἔ­ζη­σε γιὰ χρό­νια στὸ Ἰσ­ρα­ὴλ ὅ­που καὶ σπού­δα­σε Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μό­σχα ὡς συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ ἀ­να­λύ­τρια ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Ἔ­χει ἀ­κτι­βι­στι­κὴ δρά­ση στὸν χῶ­ρο τοῦ LGBTQ+ κι­νή­μα­τος.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Πρῶτο του βιβλίο: Τὰ Καναρίνια (ποίηση, Σμίλη, 2019). Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.


 

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης: Ὁ ξε­χω­ρι­στός



Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Ὁ ξε­χω­ρι­στός


Ι ΠΙΟ ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΜΟΡΦΕΣ τῆς πα­ρέ­ας τοῦ κομ­μω­τη­ρί­ου ἦ­ταν ἡ με­σό­κο­πη νέ­γρα λε­σβί­α, ὁ τε­τρα­πλη­γι­κὸς χε­βυ­με­τα­λᾶς, ἡ ἐ­νε­νην­τά­χρο­νη κα­πνί­στρια καὶ ἡ ἀ­ναι­μι­κὴ φοι­τή­τρια μὲ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ κα­θυ­στέ­ρη­ση. Ἐ­πί­σης ἡ ἴ­δια ἡ κομ­μώ­τρια, ποὺ μᾶλ­λον τά ‘χε μὲ τὴ νέ­γρα : ἀ­φρά­τη, μὲ παι­δι­κὸ προ­σω­πά­κι, γυα­λιὰ πρε­σβυ­ω­πί­ας καὶ γκρί­ζα μαλ­λιὰ σὲ κο­τσι­δά­κια. Στὸ κομ­μω­τή­ριό της ὅ­λα ἦ­ταν πα­ρά­ξε­να, ἀ­π’ τὸν πο­λύ­χρω­μο πάγ­κο μὲ τοὺς στρα­βοὺς κα­θρέ­φτες μέ­χρι τὶς ρε­τρὸ κρε­μά­στρες γιὰ τὰ μπου­φὰν καὶ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κη­που­ρι­κῆς γιὰ τὴν ἀ­να­μο­νή. Ἐ­κεῖ­νος, πα­ρό­λο ποὺ ἔ­με­νε στὴν πα­ρα­δι­πλα­νὴ γει­το­νιά, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ ἀ­να­κά­λυ­ψε σὲ κά­ποι­α ἄ­σκο­πη βόλ­τα του χω­μέ­νο σ’ ἕ­να στε­νό, δι­έ­νυ­ε εὐ­χα­ρί­στως ὅ­λη τὴν πα­ρα­πά­νω ἀ­πό­στα­ση γιὰ νὰ κου­ρεύ­ε­ται ἐ­κεῖ. Τὸν πεί­ρα­ζε ὡ­στό­σο ποὺ τοῦ φέ­ρον­ταν δι­στα­χτι­κά, συγ­κρα­τη­μέ­να, ἂν καὶ εὐ­γε­νι­κὰ καὶ μὲ λε­πτό­τη­τα, σὰ νὰ τοὺς δι­α­τά­ρασ­σε ἀ­π’ τὴ μιὰ τὴ συ­νω­μο­τι­κή τους ἡ­συ­χί­α καὶ σὰ νὰ φο­βοῦν­ταν ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη μὴν τὸν δυ­σα­ρε­στή­σουν γιὰ κά­ποι­ο λό­γο. Ἐ­πέ­με­νε ὅ­μως νὰ πη­γαί­νει καὶ νὰ πα­σχί­ζει νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει, ὥ­σπου ἄρ­χι­σαν νὰ σχη­μα­τί­ζον­ται εἰ­λι­κρι­νῆ χα­μό­γε­λα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα καὶ οἱ κου­βέν­τες νὰ μὴν στα­μα­τοῦν. Ἡ νέ­γρα τώ­ρα θὰ τοῦ μι­λοῦ­σε μὲ ἄ­νε­ση γιὰ τὴν πα­τρί­δα της, ἡ φοι­τή­τρια μὲ τὴν κα­θυ­στέ­ρη­ση θὰ τὸν γλυ­κο­κοί­τα­ζε καὶ ἡ κομ­μώ­τρια θὰ στε­νο­χω­ρι­ό­ταν ποὺ ἡ θε­ρα­πεί­α γιὰ τὴν τρι­χό­πτω­ση ποὺ τοῦ ‘χε προ­τεί­νει δὲν ἔ­πι­α­νε. Δὲν δι­έ­φε­ρε πιὰ ἀ­π’ τοὺς ἄλ­λους ἐ­κεῖ μέ­σα. Τό­τε ἦ­ταν πού, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος, ἐ­πέ­λε­ξε τε­λι­κὰ ἕ­να ἄλ­λο, ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νο κομ­μω­τή­ριο, πο­λὺ κον­τὰ στὸ σπί­τι του, ὅ­που ὑ­πέ­θε­σε πὼς θὰ τὸν κού­ρευ­αν ὅ­πως καὶ παν­τοῦ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕ­να λη­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε μο­να­χός



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕ­να λη­στὴ ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­γι­νε μο­να­χός


ΛΕΓΕ ὁ ἀβ­βᾶς Σαβ­βά­τιος: «Ὅ­ταν ἡ­σύ­χα­ζα στὴ λαύ­ρα τοῦ ἀβ­βᾶ Φιρ­μί­νου, ἦρ­θε κά­ποι­ος λη­στὴς στὸν ἀβ­βᾶ Ζώ­σι­μο τὸν Κί­λι­κα καὶ πα­ρα­κα­λοῦ­σε τὸ γέ­ρον­τα κι ἔ­λε­γε: “Κά­νε ἀ­γά­πη, γιὰ τὸ Θε­ό, για­τὶ εἶ­μαι ὑ­πεύ­θυ­νος πολ­λῶν φό­νων. Κά­νε με μο­να­χό, γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω στὸ ἑ­ξῆς ἀ­πὸ τὰ κα­κά μου”. Ὁ γέ­ρον­τας τό­τε τὸν νου­θέ­τη­σε καὶ τὸν ἔ­κα­νε μο­να­χὸ δί­νον­τάς του καὶ τὸ ἅ­γιο σχῆ­μα. Με­τὰ λί­γες μέ­ρες ὅ­μως τοῦ λέ­ει ὁ γέ­ρον­τας: “Πί­στε­ψέ με, παι­δί μου, δὲν μπο­ρεῖς νὰ μεί­νεις ἐ­δῶ, για­τὶ, ἂν τὸ ἀ­κού­σει ὁ ἄρ­χον­τας, θὰ σὲ πιά­σει. Τὸ ἴ­διο κι οἱ ἐ­χθροί σου θὰ ἔρ­θουν καὶ θὰ σὲ σκο­τώ­σουν. Ὅ­μως ἄ­κου­σέ με καὶ σὲ στέλ­νω σὲ κοι­νό­βιο μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ.” Καὶ τὸν ἔ­φε­ρε στὸ κοι­νό­βιο τοῦ ἀβ­βᾶ Δω­ρο­θέ­ου κον­τὰ στὴ Γά­ζα καὶ στὸ Μα­ϊ­ου­μᾶ. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ ἐν­νιὰ χρό­νια κι ἔ­μα­θε τὸ Ψαλ­τή­ρι κι ὅ­λη τὴ μο­να­χι­κὴ πο­λι­τεί­α, ἀ­νε­βαί­νει ξα­νὰ στὴ λαύ­ρα τοῦ Φιρ­μί­νου πρὸς τὸν γέ­ρον­τα καὶ τοῦ λέ­ει: “Κύ­ρι­ε ἀβ­βᾶ, κά­νε ἔ­λε­ος σὲ μέ­να, δῶ­σ’ μου τὰ ροῦ­χα μου τὰ κο­σμι­κὰ καὶ πά­ρε τὰ μο­να­χι­κά”. Ὁ γέ­ρον­τας τό­τε λέ­ει λυ­πη­μέ­νος πρὸς αὐ­τόν: “Για­τί παι­δί μου;” Ἀ­πο­κρί­θη­κε καὶ εἶ­πε: “Νά, ὅ­πως ξέ­ρεις, πά­τερ, ἔ­χω ἐν­νιὰ χρό­νια στὸ κοι­νό­βιο καὶ νή­στε­ψα κι ἐγ­κρα­τεύ­τη­κα ὅ­σο μπο­ροῦ­σα καὶ ἔ­ζη­σα μὲ πολ­λὴ ἡ­συ­χί­α καὶ φό­βο Θε­οῦ ‘ἐν ὑ­πο­τα­γῇ’ καὶ γνω­ρί­ζω κα­λὰ ὅ­τι ἡ ἀ­γα­θό­τη­τά Του μοῦ συγ­χώ­ρη­σε τὰ πολ­λά μου κα­κά, ἀλ­λὰ βλέ­πω κά­θε τό­σο ἕ­να παι­δὶ νὰ μοῦ λέ­ει: ‘Για­τί μὲ σκό­τω­σες;’ Αὐ­τὸ βλέ­πω στὸν ὕ­πνο καὶ στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ στὴν τρά­πε­ζα νὰ μοῦ λέ­ει αὐ­τὰ καὶ δὲν μ’ ἀ­φή­νει οὔ­τε ὥ­ρα. Γι’ αὐ­τὸ λοι­πόν, πά­τερ, θέ­λω νὰ φύ­γω, γιὰ νὰ πε­θά­νω ὑ­πὲρ τοῦ παι­διοῦ, για­τὶ σκό­τω­σα τὸ παι­δὶ χω­ρὶς λό­γο.” Πῆ­ρε λοι­πὸν τὰ ροῦ­χα, τὰ φό­ρε­σε, βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴ λαύ­ρα καὶ πῆ­γε στὴ Δι­ό­σπο­λη, ὅ­που τὴν ἄλ­λη μέ­ρα τὸν ἔ­πια­σαν καὶ τὸν ἀ­πο­κε­φά­λι­σαν.»



Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Λει­μω­νά­ριον, μτφρ. Μο­να­χοῦ Θε­ο­λό­γου Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νοῦ, ἐκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ριος 1986, σς 181-182.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones): Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες



Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones)


Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες

(Small Mercies)


ΤΑΝ ΠΑΙΖΕΙΣ Μονόπολη μὲ τοὺς ἀ­δελ­φούς σου, νὰ τοὺς ἀ­φή­νεις νὰ σὲ νι­κᾶ­νε, λέ­ει. Στὰ ἀ­γό­ρια δὲν ἀ­ρέ­σει νὰ χά­νουν, εἰ­δι­κὰ ἀ­πὸ τὰ κο­ρί­τσια. Βά­ζει στὸ πρό­σω­πό της μιὰ πού­δρα, λὲς καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της θὰ κα­ταρ­ρεύ­σουν ἂν δὲν τὰ πι­έ­σει στὴ θέ­ση τους. Ὅ­ταν εἶ­ναι ἔ­ξω σε κά­ποι­ο χο­ρό, μπαί­νω κρυ­φὰ στὸ δω­μά­τιό της καὶ κά­νω πὼς εἶ­μαι ἐ­κεί­νη, ὄ­μορ­φη, ἐ­πι­δέ­ξια στὸ μα­κι­γι­άζ. Ὅ­ταν ἕ­να ἀ­γό­ρι σοῦ ζη­τᾶ ραν­τε­βοῦ, νὰ λὲς πάν­τα ναί. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α ἂν δὲν εἶ­ναι τὸ πιὸ ὄ­μορ­φο, τὸ πιὸ ἔ­ξυ­πνο ἢ τὸ πιὸ εὐ­χά­ρι­στο. Χρει­ά­ζε­ται πο­λὺ κου­ρά­γιο γιὰ νὰ σοῦ ζη­τή­σει ραν­τε­βοῦ ἕ­να ἀ­γό­ρι, γιὰ αὐ­τὸ νὰ εἶ­σαι εὐ­γνώ­μων, καὶ νὰ λὲς πάν­τα ναί στὰ ἀ­γό­ρια. Παίρ­νω τὸ κρα­γιόν της καὶ σου­φρώ­νω τὰ χεί­λια μου κα­θὼς ἀ­λεί­φω τὸ βα­θὺ κόκ­κι­νο λί­πος πά­νω στὰ πο­λὺ λε­πτὰ χεί­λια μου, σὲ ἕ­να πρό­σω­πο πο­λὺ γε­μά­το ὅ­που τα μά­τια εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­νύ­παρ­χτα. Δὲν πρό­κει­ται νὰ τῆς μοιά­σω πο­τέ, ἀλ­λὰ κά­νω ὅ­,τι μοῦ λέ­νε. Κι ἔ­τσι ἔ­κα­να. Ἔ­λε­γα ναί στὰ ἀ­γό­ρια. Σὲ ὅ­λα τα ἀ­γό­ρια. Τὰ ἄ­σχη­μα, τὰ κον­τά, αὐ­τὰ ποὺ μυ­ρί­ζουν σὰν ὑ­πό­νο­μοι κι αὐ­τὰ ποὺ τὸ ἐ­πεῖ­γον τῆς κα­τά­στα­σής τους εἶ­ναι χαρ­το­γρα­φη­μέ­νο μὲ ἐ­ξαν­θή­μα­τα στὰ κόκ­κι­να πρό­σω­πά τους. Ὅ­ταν τὰ ἀ­δέλ­φια σου ξυ­πνοῦν τὸ πρω­ΐ, νὰ τρα­βᾶς τὶς κουρ­τί­νες, νὰ τοὺς στρώ­νεις τὰ κρε­βά­τια, νὰ εἶ­σαι χρή­σι­μη. Τὸ ἄι-λά­ι­νερ κά­νει πάν­τα τα μά­τια μου νὰ φαί­νον­ται. Ὄ­χι σὰν τὰ δι­κά της μά­τια – τὰ δι­κά μου οὔ­τε βι­ο­λε­τὶ εἶ­ναι, οὔ­τε ἐν­τυ­πω­σια­κά, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον φαί­νον­ται. Ἡ μά­να μου μὲ ἔ­κα­νε εὔ­κο­λη – ἂν καὶ πο­τὲ δὲν ἦ­ταν εὔ­κο­λη μὲ μέ­να. Εἶ­μαι σί­γου­ρη πὼς δὲν εἶ­χε πο­τὲ αὐ­τὴν τὴν πρό­θε­ση, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κά­τι ἄλ­λο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὑ­πά­κου­η. Ἔ­τσι ἔ­λε­γα ναί ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ὥ­σπου τε­λι­κὰ τὴν πά­τη­σα, τε­λι­κὰ συ­νει­δη­το­ποί­η­σα τί εἶ­χα γί­νει. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα τὴν κρέ­μα δέρ­μα­τος γιὰ νὰ σβή­σω τὸ πρό­σω­πο ποὺ εἶ­χα βά­ψει. Ὕ­στε­ρα ἔ­λε­γα ὄ­χι. Ἔ­λε­γα ὄ­χι συ­νε­χῶς. Ἀλ­λὰ τὰ ἀ­γό­ρια μοῦ ἔ­λε­γαν ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χαν ἀ­κού­σει γιὰ μέ­να, ὅ­τι μὲ τὰ ὄ­χι μου ἐν­νο­οῦ­σα ναί, καὶ τε­λι­κὰ ἔ­παιρ­ναν αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λαν. Αὐ­τὸ μὲ πλή­γω­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο, κι ἔ­τσι ξα­νά­γι­να τὸ κο­ρί­τσι ποὺ εἶ­χε φτιά­ξει ἡ μά­να μου, – τὸ κο­ρί­τσι τοῦ ναί, τὸ πρό­ω­ρα γε­ρα­σμέ­νο κο­ρί­τσι, αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν πο­τὲ τό­σο ὄ­μορ­φο ὅ­σο ἡ μά­να του, ἀλ­λὰ ποὺ τὸ ἐ­πέ­λε­γαν για­τί οἱ ζη­τιά­νοι δὲν ἔ­χουν ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Τώ­ρα πα­ρα­πο­νι­έ­ται ποὺ δὲν τῆς ἔ­κα­να ἐγ­γό­νια. Μὰ σοῦ ἔ­κα­να, Ἀ­γα­πη­τὴ Μη­τέ­ρα. Τό­σα μι­σο­σχη­μα­τι­σμέ­να κο­ρί­τσια ποὺ οὔ­τε ἐ­γὼ οὔ­τε ἐ­σὺ κα­τα­φέ­ρα­με νὰ κρα­τή­σου­με ἢ νὰ δι­α­πλάσ­σου­με. Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες, Μη­τέ­ρα. Νὰ εἶ­σαι εὐ­γνώ­μων.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Lost Balloon (13.06.2018):

https://lost-balloon.com/2018/06/13/small-mercies-by-karen-jones/

Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones) εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν Γλα­σκώ­βη. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες ὅ­πως: Disco­vering a Co­met and more micro fiction, The Wonder­ful World of Wor­ders, An Earth­less Mel­ting Pot, City Smells, 10 Red, HISSAC 10th Anni­­ver­sary, Bath Short Story Antho­logy, Ellipses: One, bath Flash Fiction Festival One. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐ­πι­λε­χτεῖ σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς ἱ­στο­ρι­ῶν Μπον­ζά­ι καὶ δι­α­γω­νι­σμοὺς μι­κρῆς φόρ­μας ὅ­πως Mslexia, Flash 500, Writers Bureau, The new Writer, HISSAC καὶ Words with jam. H συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των The UpsideDown Je­sus and other stories εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μη ἀ­πὸ τὸ Amazon.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο.



		

	

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Διώχνω



Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Δι­ώ­χνω


ΤΑΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ στὴ σει­ρὰ γέν­νη­σης με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ξι κο­ρί­τσια. Κα­κο­ρί­ζι­κο πράγ­μα τὰ κο­ρί­τσια στὴν ἐ­πο­χή της, εἰ­δι­κὰ γιὰ οἰ­κο­γέ­νει­ες, ὅ­πως ἡ δι­κή της. Τὶς ὀ­νό­μα­ζαν «βά­σα­να» καί, χα­ϊ­δευ­τι­κά, «βα­σα­νά­κια» γιὰ τὴ νέ­α φτώ­χεια ποὺ ἔ­σερ­ναν μα­ζί τους καὶ τὴν στοί­βα­ζαν πά­νω στὴν πα­λιά.

       Ὕ­στε­ρα κι ἀ­πὸ τὸ τέ­ταρ­το κο­ρί­τσι, οἱ γο­νεῖς ἀ­πελ­πί­στη­καν κι ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ στεί­λουν ἕ­να μή­νυ­μα στὴ μοί­ρα ἢ στὸ Θε­ό, δὲν ἤ­ξε­ραν ἀ­κρι­βῶς ποῦ νὰ ἀ­πο­ταν­θοῦν. Ἔ­τσι τὴν πέμ­πτη κό­ρη τους τὴν βά­φτι­σαν «Ἀ­γο­ρί­τσα», με­τέ­πει­τα «Ἀ­γό­ρω», μή­πως ξε­γε­λα­στεῖ τὸ πνεῦ­μα τῶν ἀ­γο­ρι­ῶν κι ἔρ­θει κον­τά. Τὴν ἕ­κτη, τὴν εἶ­παν ἀ­μέ­σως «Στα­μά­τα», σὰν πα­ρά­κλη­ση ἢ καὶ σὰν προ­στα­γὴ στὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη κο­ρι­τσί­στι­κη μοί­ρα. Αὐ­τή, ἕ­βδο­μη στὴ σει­ρά, ἀ­φοῦ εἶ­χαν χά­σει κά­θε ἐλ­πί­δα κι εἶ­χαν ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τα κο­ρι­τσί­στι­κα ὀ­νό­μα­τα, τὴν βά­φτι­σαν «Δι­ώ­χνω», μή­πως δι­ώ­ξουν μιὰ γιὰ πάν­τα το ἐ­πί­μο­νο πνεῦ­μα τῶν θη­λυ­κῶν. Ὡ­στό­σο, πα­ρ’ ὅ­λα τὰ τε­χνά­σμα­τα ἀ­πελ­πι­σί­ας ποὺ μη­χα­νεύ­τη­καν, τὸ θέ­μα λύ­θη­κε ὁ­ρι­στι­κὰ μό­νο ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μά­να πά­νω στὴ γέν­να μα­ζὶ μὲ τ’ ὄ­γδο­ο κο­ρί­τσι. Ἡ Δι­ώ­χνω ἀ­πό­μει­νε τε­λευ­ταί­α. Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν πὼς αὐ­τὴ εἶ­χε δι­ώ­ξει ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, ὄ­χι μό­νο τὶς ἀ­γέν­νη­τες ἀ­δερ­φές της, ἀλ­λὰ καὶ τὴ μά­να της τὴν ἴ­δια.

       Ἐ­κεί­νη πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ νὰ ἔρ­θει ἡ σει­ρά της νὰ παν­τρευ­τεῖ. Τὰ βρά­δια μὲ ἐ­πι­δέ­ξια χέ­ρια ἔ­φτια­χνε τὴν προί­κα της, κου­βέρ­τες, πε­τσέ­τες, σεν­τό­νια, μα­ξι­λά­ρια, τρα­πε­ζο­μάν­τη­λα. Ὅ­λη νύ­χτα κεν­τοῦ­σε, ἕ­ρα­βε, ἔ­πλε­κε μὲ βε­λό­νες, βε­λο­νά­κι, σταυ­ρο­βε­λο­νιά, κο­φτό, ἀ­ζούρ, γκομ­πλέν.

       «Εἶ­μαι μι­σὸς ἄν­θρω­πος», εἶ­πε αὐ­τός, «Δὲν μὲ πει­ρά­ζει», εἶ­πε αὐ­τή, ποὺ λα­χτα­ροῦ­σε συν­τρο­φιά. Κι ἔ­γι­νε ὁ γά­μος. Τὰ βρά­δια ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ἐ­φιά­λτες. Μιὰ με­γά­λη μη­χα­νὴ τοῦ μα­σοῦ­σε τὰ χέ­ρια, ὕ­στε­ρα τὰ πό­δια, με­τὰ τὸ κορ­μί, ἄ­φη­νε μό­νο το κε­φά­λι. Αὐ­τὴ κοι­μό­ταν δί­πλα του καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα μὲ ἐ­πι­δέ­ξι­ες κι­νή­σεις συ­ναρ­μο­λο­γοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὰ κομ­μά­τια του. Σταυ­ρο­βε­λο­νιά, κο­φτό, ἀ­ζούρ, γκομ­πλέν. Τὸ ξη­μέ­ρω­μα τὸν ἔ­βρι­σκε ὁ­λό­κλη­ρο πά­λι. Ἔ­λει­πε μό­νο τὸ δε­ξί του χέ­ρι, αὐ­τὸ ποὺ γιὰ πάν­τα εἶ­χε χα­θεῖ στὸ μη­χα­νι­κὸ ζυ­μω­τή­ριο, ὅ­ταν δού­λευ­ε στὸ φοῦρ­νο. Τό­τε ξυ­πνοῦ­σε καὶ κα­θό­ταν στὸ κρε­βά­τι. Χτυ­ποῦ­σε τὰ πό­δια στὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα καὶ τῆς φώ­να­ζε: «Κάλ­τσες καὶ πα­πού­τσια!» Με­τὰ ἔ­λε­γε «Νὰ πλύ­νω τὰ δόν­τια μου», με­τὰ «Νὰ ξυ­ρι­στῶ», «Ἄ­να­ψέ μου τσι­γά­ρο!», «Βά­λε μου νε­ρό!», «Τί κοι­τᾶς ὅ­λο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο;», «Ὅ­λο στὸν κα­θρέ­φτη εἶ­σαι, πε­ρι­μέ­νεις κα­νέ­ναν;». Κι ἔ­τσι περ­νοῦ­σε ἡ ζω­ή.

       Ἕ­να βρά­δυ, δὲν ἔ­πι­α­σε τὶς βε­λό­νες καὶ τὶς κλω­στές της. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὸν ἀ­φή­σει κομ­μά­τια. Γύ­ρι­σε πλευ­ρὸ κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε ἥ­συ­χα ἡ Δι­ώ­χνω. Ἡ Δι­ώ­χνω ἐ­νο­χές, πα­λι­ὲς καὶ νέ­ες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα. Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια φι­λό­λο­γος καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος φι­λο­λό­γων στὴν δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Φυγανθρωπία



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Φυ­γαν­θρω­πί­α


ΚΑΘΗΤΟ ΠΟΤΕ ὁ Ἀβ­βᾶς Σι­σώ­ης εἰς τὸ ὄ­ρος τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἀν­τω­νί­ου· καὶ χρο­νί­σαν­τος τοῦ δι­α­κο­νη­τοῦ αὐ­τοῦ ἐλ­θεῖν πρὸς αὐ­τόν, ἕ­ως μη­νῶν δέ­κα οὐκ εἶ­δεν ἄν­θρω­πον· πε­ρι­πα­τῶν δὲ ἐν τῷ ὄ­ρει, εὑ­ρί­σκει Φα­ρα­νί­την ἀ­γρεύ­ον­τα ἄ­γρια ζῶ­α· καὶ λέ­γει αὐ­τῷ ὁ γέ­ρων· πό­θεν ἔρ­χῃ; καὶ πό­σον χρό­νον ἔ­χεις ὧ­δε; ὁ δὲ ἔ­φη· φύ­σει Ἀβ­βᾶ, ἔ­χω ἕν­δε­κα μῆ­νας ἐν τῷ ὄ­ρει τού­τῳ καὶ οὐκ εἶ­δον ἄν­θρω­πον, εἰ μὴ σέ· ἀ­κού­σας δὲ ὁ γέ­ρων ταῦ­τα, εἰ­σελ­θὼν εἰς τὸ κελ­λί­ον, ἔ­τυ­πτεν ἑ­αυ­τόν, λέ­γων· ἰ­δοὺ Σι­σώ­η, ἐ­νό­μι­σας τί­πο­τε πε­ποι­η­κέ­ναι· καὶ οὐ­δὲ ὡς ὁ κο­σμι­κὸς οὗ­τος ἀκ­μὴν πε­ποί­η­κας.

Φυ­γαν­θρω­πί­α

Κα­θό­ταν κά­πο­τε ὁ Ἀβ­βᾶς Σι­σώ­ης στὸ ὄ­ρος τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἀν­τω­νί­ου· καὶ κα­θὼς ὁ ὑ­πο­τα­κτι­κός του κα­θυ­στε­ροῦ­σε πο­λὺ νὰ ἔρ­θει, γιὰ δέ­κα μῆ­νες δὲν εἶ­δε ἄν­θρω­πο. Περ­πα­τών­τας, λοι­πόν, στὸ ὄ­ρος συ­ναν­τᾶ κά­ποιον ἀ­πὸ τὴν Φα­ρὰν νὰ κυ­νη­γᾶ ἄ­γρια ζῶ­α. Καὶ τοῦ λέ­ει ὁ γέ­ρον­τας: ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­σαι; καὶ πό­σον και­ρὸ βρί­σκε­σαι ἐ­δῶ; Πράγ­μα­τι Ἀβ­βᾶ, ἔ­χω ἕν­τε­κα μῆ­νες στὸ βου­νὸ καὶ ἄν­θρω­πο δὲν εἶ­δα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ σέ­να. Ἀ­κού­γον­τάς τα ὁ γέ­ρον­τας μπῆ­κε στὸ κε­λί του καὶ τά ‘βα­λε μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του λέ­γον­τας: νά Σι­σώ­η, νό­μι­σες ὅ­τι κά­τι ἔ­χεις κα­τα­φέ­ρει· καὶ δὲν τά ‘χεις κα­τα­φέ­ρει οὔ­τε ὅ­πως αὐ­τὸς ὁ κο­σμι­κός.

[Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σ. 110.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]