Λίλυ Ἐξαρχοπούλου: Ἀποχρώσεις


Λί­λυ Ἐ­ξαρ­χο­πού­λου


Ἀ­πο­χρώ­σεις

 

ΙΜΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΘΟ σὲ δι­α­κο­πές. Τὸ ἐ­στι­α­τό­ρει­ο ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ καὶ φί­σκα. Ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να ζευ­γά­ρι μὲ δυ­ὸ παι­διά. Τοὺς το­πο­θε­τοῦν σὲ κρα­τη­μέ­νο τρα­πέ­ζι, δυ­ὸ τρί­α τρα­πέ­ζια πιὸ κά­τω. Στὸ ἡ­μί­φως μέ­σα στὸ πλῆ­θος πα­ρα­τη­ρῶ τὸν μι­κρό· χα­ρι­τω­μέ­νος, πε­ρὶ τὰ ὀ­κτὼ μὲ δέ­κα. Ἀρ­κε­τὰ σκοῦ­ρος, σκέ­φτο­μαι. Τὸ μυα­λό μου πη­γαί­νει αὐ­το­μά­τως σὲ δι­ά­φο­ρα μι­κτὰ ζευ­γά­ρια μὲ παι­διὰ ποὺ ἔ­χω συ­ναν­τή­σει σὲ δι­α­κο­πές, συ­νή­θως ἕ­να μι­γὰ κι ἕ­να λευ­κό, πε­ρί­ερ­γο τό­σο ποὺ χρό­νια τώ­ρα λέ­ω ὅ­τι με­τὰ τὸ τέ­λος τῶν δι­α­κο­πῶν θὰ ρω­τή­σω κά­ποι­ο βι­ο­λό­γο ἐ­ὰν ὑ­πε­ρι­σχύ­ει ἡ λευ­κὴ φυ­λή. Ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ δε­κα­πεν­τά­ρης ἔ­φη­βος μὲ τὸ μο­δά­το μαλ­λὶ εἶ­ναι κι αὐ­τὸς σκοῦ­ρος, ἴ­σως ἐ­λα­φρό­τα­τα ἀ­νοι­χτό­τε­ρος. Ἡ μη­τέ­ρα πά­λι ξαν­θὴ καὶ γα­λα­νο­μά­τα. Τὸν πα­τέ­ρα δὲν τὸν βλέ­πω κα­λὰ ἀλ­λὰ σκοῦ­ρος μοῦ φαί­νε­ται κι αὐ­τός. Τὸ μυα­λό μου συ­νε­χί­σει ἀ­πρό­σκο­πτα τὶς ὑ­πο­θέ­σεις: Σί­γου­ρα Ἀγ­γλί­δα ἡ μη­τέ­ρα, ἰν­δο­πρε­πὴς ὁ πα­τέ­ρας. Ἔρ­χον­ται τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τοὺς ξε­χνῶ, μιὰ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τοῦ νη­σιοῦ καὶ τὴν ἐ­πι­κεί­με­νη ἐκ­δρο­μὴ στὴν Κά­σο. Φεύ­γουν πρὶν ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­κο­λου­θού­με­νοι ἀ­πὸ τὰ δύ­ο παι­διά.

        Δυ­ὸ μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἴ­δια τα­βέρ­να πρὶν φι­σκά­ρει. Δὲν βλέ­πω Ἕλ­λη­νες, εἶ­χα πεῖ τὴν προ­η­γού­με­νη φο­ρὰ στὸ εὐ­γε­νέ­στα­το γκαρ­σό­νι. «Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, πε­ρὶ τὶς ὀ­κτώ το βρά­δυ, ἔρ­χον­ται μό­νον οἱ ξέ­νοι. Οἱ Ἕλ­λη­νες, τὸ ξέ­ρε­τε, ἔρ­χον­ται κα­τὰ τὶς ἐν­νι­ά­μι­ση μὲ δέ­κα.» Τὸ ἤ­ξε­ρα, τὸ ἴ­διο ἐ­ξάλ­λου κά­νω κι ἐ­γώ, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πές, ποὺ συ­νή­θως μὲ βο­λεύ­ει τὸ φα­γη­τὸ με­τὰ τὸ μπά­νιο. Ξέ­νη, λοι­πόν, ὡς πρὸς τὴ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ κουλ­τού­ρα, ἀ­νά­με­σά σε ξέ­νους.

        Μπαί­νει ἡ προ­χτε­σι­νὴ κομ­πα­νί­α, ἡ Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα καὶ οἱ τρεῖς σκου­ρό­χρω­μοι. Κά­θον­ται σὲ πα­ρα­δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοὺς πα­ρα­τη­ρῶ ἀ­πὸ πιὸ κον­τά. Μὰ πὼς τὴν πά­τη­σα ἔ­τσι, κι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης γιὸς κι ὄ­χι σύ­ζυ­γος. Ξα­να­κοι­τά­ζω τὴ γυ­ναί­κα, προ­σέ­χω τὶς ρυ­τί­δες καὶ τοὺς κω­θόρ­νους. Μὰ ναί, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σα­ραν­τα­πεν­τά­ρα ἢ καὶ πε­νην­τά­ρα καὶ ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἄν­τρας πε­ρὶ τὰ εἴ­κο­σι μὲ εἰ­κο­σι­δύ­ο, σί­γου­ρα ὁ με­γά­λος γιός, χρῶ­μα σκοῦ­ρο, ἀ­ρα­βι­κό. Κι αὐ­τὸς μο­δά­το μαλ­λὶ ὅ­πως ὁ ἔ­φη­βος, σκου­λα­ρί­κι καὶ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό. Μὰ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό, σχο­λιά­ζω, αὐ­τὸ θὰ πό­νε­σε πο­λύ, ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ σύν­τρο­φος. Οἱ δυ­ὸ με­γα­λύ­τε­ροι μοιά­ζουν ἀρ­κε­τὰ με­τα­ξύ τους, ὁ πι­τσι­ρι­κὰς εἶ­ναι πιὸ στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος σὰν τὴ μη­τέ­ρα του. Ἔ­χει μιὰ δι­ά­θε­ση σκαν­τα­λιᾶς, κά­τι τοῦ λέ­ει ὁ στριφ­νὸς με­γά­λος ποὺ κά­θε­ται δί­πλα του καὶ σο­βα­ρεύ­ε­ται, ἡ μη­τέ­ρα παρ­λά­ρει ἀ­δι­άλ­λει­πτα μὲ τὸν δι­πλα­νό της με­σαῖ­ο γιό. Θὰ εἶ­ναι μου­σουλ­μά­νοι, μοῦ ἔρ­χε­ται αὐ­θόρ­μη­τα. Μὰ δὲν πο­λυ­μοιά­ζουν μὲ Ἄ­ρα­βες, θὰ εἶ­ναι Πα­κι­στα­νοί.

        —Για­τί δὲν τρῶς;

        Τὸ φα­γη­τὸ μας ἔ­χει φτά­σει καὶ δὲν τὸ ἔ­χω πά­ρει χαμ­πά­ρι.

        Πο­λὺ φα­γη­τό, πά­λι πα­ραγ­γεί­λα­με μί­α με­ρί­δα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη, Ἕλ­λη­νες, μπά, μᾶλ­λον Ἑλ­λη­νά­ρες. Ἀ­πορ­ρί­πτε­ται κι ἡ ἰ­δέ­α μου νὰ πά­ρου­με σὲ ἀ­λου­μι­νέ­νιο χαρ­τὶ τὰ κε­φτε­δά­κια γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη, οκ, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν θὰ τὰ ἀγ­γί­ξω, λέ­ω σὰν πει­σμω­μέ­νο παι­δί, μὲ τὸ μυα­λὸ σὲ ἀ­στέ­γους καὶ πρό­σφυ­γες. Τὸ ἀ­πέ­ναν­τι παι­δὶ τρώ­ει ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὴ σα­λά­τα τους, οἱ ὑ­πό­λοι­ποι δεί­χνουν νὰ ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει. Ὁ δευ­τε­ρό­το­κος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ τὴ συ­ζή­τη­ση μὲ τὴν Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα, ὁ με­γά­λος —ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­δα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου νὰ μι­λά­ει ἔν­το­να γιὰ κά­τι— εἶ­ναι σι­ω­πη­λός. Τὸ βλέμ­μα του βα­θύ, δι­α­πε­ρα­στι­κὸ καὶ με­λαγ­χο­λι­κό, τὸ εἶ­χα προ­σέ­ξει καὶ προ­η­γου­μέ­νως, ἔ­χει κα­τά­θλι­ψη συλ­λο­γί­ζο­μαι. Χω­ρὶς νὰ τὴν κα­τα­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­ϋ­παν­τή­σω, σὰν τὶς ρι­πὲς ἀ­νέ­μου στὸ νη­σί, ἡ ἑ­πό­με­νη σκέ­ψη: Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος γιὰ βομ­βι­στὴς αὐ­το­κτο­νί­ας, τό­σο πό­νο καὶ κρυμ­μέ­νο θυ­μὸ ἐκ­φρά­ζει τὸ βλέμ­μα του.

        Εἶ­χα σκε­φτεῖ ἀ­πὸ και­ρὸ νὰ βά­λω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸ πα­τά­ρι. Μὰ τὸ Θε­ό, μὰ τὸν Ἀλ­λάχ, ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα της.


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λυ Ἐξαρ­χο­πού­λου Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει σπου­δά­σει ἱ­στο­ρί­α καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Ἀ­θη­νῶν, Newcastle Upon Tyne καὶ East Anglia. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ἕ­να βι­βλί­ο ποί­η­σης. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κὸ τύ­πο. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὰ τουρ­κι­κά.


 

Advertisements

Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη: Ἐ­πί­γνω­ση



Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη


Ἐ­πί­γνω­ση


ΑΕΡΑΣ ἦ­ταν ἀ­νυ­πό­φο­ρος. Τῆς ἀ­να­κά­τευ­ε τὰ μαλ­λιά, τὰ ἔ­χω­νε στὰ μά­τια καὶ τὸ στό­μα της, μα­ζὶ μὲ κόκ­κους ἀ­πὸ τὸ χω­μά­τι­νο λο­φά­κι δί­πλα ἀ­πὸ τὴν τρύ­πα στὸ ἔ­δα­φος ποὺ ἔ­χα­σκε ἀ­νοι­χτή. Εἶ­χε κό­σμο ἀρ­κε­τό, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κλαι­γαν, κά­ποι­οι δαγ­κώ­νον­ταν, κά­ποι­οι ἄλ­λοι ὅ­μως δὲν εἶ­χαν ἔρ­θει καὶ ἂς ὑ­πῆρ­χε συγ­γέ­νεια πρώ­του βαθ­μοῦ: εἶ­χαν προ­η­γη­θεῖ πα­ρε­ξη­γή­σεις καὶ κα­βγά­δες ποὺ δὲν τοὺς ἐ­πέ­τρε­παν νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σουν χω­ρὶς ἐκ­πτώ­σεις σὲ ἐ­γω­ι­σμό. Κά­ποι­οι βλα­στη­μοῦ­σαν. Ὁ πα­πὰς κόν­τευ­ε νὰ κά­νει κι αὐ­τὸς τὸ ἴ­διο, ἔ­τσι ποὺ τοῦ ἔ­παιρ­νε ὁ ἀ­έ­ρας τὰ ρά­σα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Γιὰ κε­ρὶ ἀ­ναμ­μέ­νο οὔ­τε λό­γος.

       Τό­σο μα­νι­α­σμέ­να φυ­σοῦ­σε ὁ ἀ­έ­ρας ποὺ ἤ­θε­λε, θαρ­ρεῖς, νὰ ξη­λώ­σει ὅ­λο το νε­κρο­τα­φεῖ­ο, νὰ ξη­λώ­σει ὅ­λους ὅ­σους βρέ­θη­καν ἐ­κεῖ ἀ­πὸ κοι­νω­νι­κὴ ὑ­πο­χρέ­ω­ση ἢ ἀ­κό­μα καὶ αὐ­τοὺς ποὺ πεν­θοῦ­σαν γνή­σια, ἐ­πει­δὴ τὴν εἶ­χαν ἀ­γα­πή­σει. Πό­σοι ἦ­ταν αὐ­τοὶ ἀ­λή­θεια καὶ μὲ ποι­ά κρι­τή­ρια ἦ­ταν βέ­βαι­ο ὅ­τι τὴν ἀ­γά­πη­σαν; Μὲ βά­ση τὸν πρό­τε­ρο βί­ο μα­ζί της ἢ μή­πως αὐ­τὸν ποὺ ἀ­νοι­γό­ταν πλέ­ον σὰν δυ­να­τό­τη­τα μπρο­στά τους; Σύμ­φω­να μὲ τὸ κα­θῆ­κον ποὺ τοὺς εἶ­χε ὑ­πα­γο­ρεύ­σει νὰ στα­θοῦν δί­πλα της μέ­χρι τέ­λους ἢ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση πὼς ὅ­λα πιὰ τε­λεί­ω­σαν καὶ οἱ ἴ­διοι εἶ­χαν ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ;

       Ἡ μι­κρὴ Σο­φί­α, μὲ τὰ μαλ­λιὰ καὶ τοὺς κόκ­κους χώ­μα­τος στὸ στό­μα καὶ τὰ μά­τια, δὲν κα­τα­λά­βαι­νε τί­πο­τε ἀ­πὸ ὅ­λα αὐ­τὰ μὲ τὰ ἑ­πτά της χρό­νια. Εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα της στὸ φέ­ρε­τρο τὴ μιὰ στιγ­μὴ ποὺ τὸ ἄ­νοι­ξαν, γιὰ νὰ τὸ κλεί­σουν τὴν ἑ­πό­με­νη βι­α­στι­κὰ – λὲς καὶ φο­βή­θη­καν μὴν πά­ρει τὴ σο­ρὸ ὁ ἀ­έ­ρας. Ἤ­ξε­ρε μό­νο ὅ­τι ὅ­λο αὐ­τὸ ἦ­ταν λά­θος. Δὲν ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκε­ται ἐ­κεῖ, οὔ­τε ἡ μα­μά της ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ξα­πλω­μέ­νη σὲ κεῖ­νο τὸ κου­τί, ἂν αὐ­τὴ ἡ κέ­ρι­νη γυ­ναί­κα ἐ­κεῖ μέ­σα ἦ­ταν ὄν­τως ἡ μα­μά της. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι κά­που ἀλ­λοῦ, μα­ζί, καὶ νὰ χα­μο­γε­λοῦν ἡ μί­α στὴν ἄλ­λη καὶ νὰ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται καὶ νὰ γε­μί­ζουν φι­λιὰ τὰ πρό­σω­πά τους, ὅ­πως ἔ­κα­ναν πα­λιά.

       Πα­λιὰ ναί, για­τί ἡ μα­μά της μπαι­νό­βγαι­νε στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α πά­νω ἀ­πὸ ἕ­ναν χρό­νο. Τό­σο εἶ­χε νὰ τὴ δεῖ. Πρὶν δυ­ὸ βδο­μά­δες, ὅ­μως, εἶ­χε πά­ει στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ οἱ θεῖ­ες της εἶ­παν ψέ­μα­τα στὴν εἴ­σο­δο γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α της —εὐ­τυ­χῶς ἦ­ταν ψη­λή— καὶ ὁ φύ­λα­κας, δι­αι­σθα­νό­με­νος ἴ­σως τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς ἐ­πί­σκε­ψης, τῆς ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ μπεῖ κι ἂς μὴν εἶ­χε ξε­γε­λα­στεῖ.

       Στὸν θά­λα­μο μὲ τὸ λι­γο­στὸ φῶς καὶ τὰ μι­σό­κλει­στα πα­ρά­θυ­ρα, εἶ­δε τὴ μη­τέ­ρα της ὅ­πως δὲν τὴν εἶ­χε ξα­να­δεῖ πο­τέ, πρη­σμέ­νη, μὲ φρι­κτοὺς κύ­κλους κά­τω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, ἀ­γέ­λα­στη. Ἡ πρώ­τη της κου­βέν­τα ἦ­ταν μιὰ ἐ­πί­θε­ση: «για­τί ἀρ­γή­σα­τε ποὺ σᾶς πε­ρι­μέ­νω τό­ση ὥ­ρα νὰ μὲ δεῖ­τε ὄρ­θια;» Δὲν ἦ­ταν ἡ μά­να της ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα. Ἡ μά­να της πάν­τα χα­μο­γε­λοῦ­σε καὶ μύ­ρι­ζε ὄ­μορ­φα, ἐ­νῶ αὐ­τὴ ἡ γυ­ναί­κα ἀ­πέ­ναν­τί της ἦ­ταν σκυ­θρω­πὴ καὶ σκο­τει­νι­α­σμέ­νη καὶ τὸ σῶ­μα τῆς ἀ­νέ­δι­δε μιὰ πα­ρά­ξε­νη δυ­σο­σμί­α. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ δι­κό τους, ξε­κούρ­δι­στο, τε­λευ­ταῖ­ο ἀν­τί­ο.

       Με­τὰ τὴν κη­δεί­α, προ­σφέρ­θη­κε κα­φές. Τὰ ξα­δέρ­φια τῆς Σο­φί­ας καὶ κά­ποι­α ἄλ­λα παι­διὰ τὴν τρά­βη­ξαν νὰ παί­ξουν. Σὲ λί­γο ὅ­λα εἶ­χαν ξε­χα­στεῖ: τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο, τὸ φέ­ρε­τρο, ἡ μα­μά. Ὅ­λα εἶ­χαν πά­ρει τὸ σχῆ­μα τῆς μπά­λας μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­παι­ζαν μῆ­λα. Μό­νο νά, ἐ­κεῖ ποὺ γε­λοῦ­σε κα­θὼς ἀ­πέ­φευ­γε τὰ γκέλ, τὴν πλημ­μύ­ρι­σε κά­τι ἀ­πὸ βα­θιὰ μέ­σα της καὶ τῆς γέ­μι­σε δά­κρυ­α τὰ μά­τια. Σο­βά­ρε­ψε ξαφ­νι­κὰ καὶ ἔ­κα­νε στὴν ἄ­κρη. Τί τρέ­χει, τὴ ρώ­τη­σαν τὰ ἄλ­λα παι­διὰ ἀ­νή­συ­χα. Πέ­θα­νε ἡ μα­μά μου, τοὺς εἶ­πε, καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἦ­ταν ἡ ὀρ­φά­νια ποὺ κοί­τα­ζε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μά­τια τῆς Σο­φί­ας.



Χρι­στί­να Λι­ναρ­δά­κη. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρί­α βι­βλί­α μὲ με­τα­φρά­σεις δι­η­γη­μά­των καὶ ποί­η­σης καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει μὲ δο­κί­μιά της σὲ δύ­ο συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, ἕ­ναν γιὰ τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α Ἐ­λύ­τη (Ἀ­θή­να: ἐκδ. Πη­νει­ὸς) καὶ ἕ­ναν γιὰ τὸν John Berger (London: ZED Publications, 2016). Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα στὸν ἀ­θη­να­ϊ­κὸ καὶ τὸν ἐ­παρ­χια­κὸ τύ­πο, κα­θὼς καὶ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Θεοδόσης Κοντάκης: Τὰ καραβάκια


Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης


Τὰ κα­ρα­βά­κια


Ε ΘΥΜΑΜΑΙ ἂν τού­τη τὴν ἱ­στο­ρί­α τὴν δι­ά­βα­σα κά­που. Καὶ πά­λι, νά ’­ναι ἄ­ρα­γε ἀ­λη­θι­νή, ἢ κά­ποι­α μυ­θι­κὴ ἀ­φή­γη­ση; Κομ­μά­τι ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἀρ­χαῖ­ο ἔ­πος μή­πως, κά­ποι­ο μυ­θι­στό­ρη­μα; Καὶ ποιό νη­σὶ ἄ­ρα­γε εἶ­ναι κεῖ­νο ποὺ πά­νω του —γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια γύ­ρω του— συ­νέ­βη­σαν τὰ θλι­βε­ρὰ αὐ­τὰ γε­γο­νό­τα; Πάν­τως, ὅ­σο κι ἂν ἔ­χω ψά­ξει, δὲν τὴν ἔ­χω βρεῖ σὲ κα­νέ­να βι­βλί­ο. Κι ἄν μου τὴ δι­η­γή­θη­κε κά­ποι­ος νη­σι­ώ­της; Ἢ πά­λι, τὴν εἶ­δα σὲ ὄ­νει­ρο – ἤ μοῦ πε­ρι­έ­γρα­ψε κά­ποι­ος τὸ ὄ­νει­ρό του; Πάν­τως, πα­ρὰ τὴν ἀ­κα­θό­ρι­στη προ­έ­λευ­σή της, ἢ ἴ­σως ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τό, ξυ­πνᾶ μέ­σα μου συ­χνὰ καὶ ἐ­πί­μο­να, σὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φὲς καὶ πα­ραλ­λα­γές. Καί, πράγ­μα­τι, δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ἂν ἡ ἀρ­χι­κὴ ἱ­στο­ρί­α ἦ­ταν αὐ­τή, ἢ ἂν τὴν ἔ­πλα­σα λί­γο-λί­γο τό­σο ποὺ νὰ εἶ­ναι πιά: ἡ δι­κή μου ἱ­στο­ρί­α.


Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ κα­τοι­κοῦ­σαν τὸ νη­σὶ ἦ­ταν φτω­χοὶ κι ἡ θά­λασ­σα πο­τέ της δὲν ἡ­σύ­χα­ζε, πα­ρὰ σπά­νια καὶ γιὰ λί­γο μο­νά­χα. Ὅ­λες οἱ δε­ή­σεις τοὺς εἶ­χαν φα­νεῖ μά­ται­ες: ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν κου­φή – ὅ­πως ἔ­λε­γαν, μα­νι­α­σμέ­νη καὶ θο­ρυ­βώ­δης κα­θὼς ἦ­ταν δὲν τοὺς ἄ­κου­γε, ἔ­στω κι ἂν μα­ζευ­όν­του­σαν κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ κραύ­γα­ζαν μπρο­στά της, ἄλ­λο­τε ἱ­κε­τευ­τι­κὰ κι ἄλ­λο­τε ὀρ­γι­σμέ­να, ὅ­λοι μα­ζί – γυ­ναῖ­κες, ἄν­τρες, παι­διά.

        Θ’ ἄ­κου­γες τό­τε, μιὰ νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ουν κα­τά­ρες σὰ μα­στι­γι­ὲς στὸ κύ­μα, μιὰ νὰ κοι­τοῦν ψη­λὰ καί, σὰ νὰ βλέ­παν ὅ­λοι κά­τι μὲς στὰ σύν­νε­φα, θά ’­λε­γαν: «Σὺ ποὺ μᾶς σκόρ­πι­σες ἐ­δῶ σὰν τὴ βρο­χή, δέ μᾶς ἀ­κοῦς; Για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι πά­λι νὰ μᾶς ἀγ­κα­λιά­σεις, μό­νο μᾶς ἀ­φή­νεις νὰ σπέρ­νου­με τ’ ἀ­γό­ρια μας σὰν τὸ σπό­ρο μὲς στὸ κύ­μα;» Καὶ συ­νό­δευ­αν τὰ αἰ­νιγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὰ λό­για μὲ ἤ­χους καὶ κι­νή­σεις μι­μι­κές: πρῶ­τα ἕ­να μα­κρό­συρ­το «σσσς», ἔ­πει­τα ἁ­πλώ­να­νε τὰ δυ­ὸ χέ­ρια σὰν ἀγ­κα­λιὰ κι ἔ­πει­τα κά­ναν ὅ­λοι μα­ζὶ ὅ­τι ρί­χνουν σπό­ρους· τέ­λος, μὲ τὴν πα­λά­μη κά­θε­τα στὸ μέ­τω­πο πά­νω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, κλαί­γον­τας, κοι­τοῦ­σαν πέ­ρα στὸν ὁ­ρί­ζον­τα.

        Ποι­ά χα­μέ­νη ἀ­λή­θεια νὰ ἔ­ψα­χναν; Πῶς τά­χα εἶ­χαν ἔρ­θει ἐ­δῶ; Καὶ για­τί ἤ­τα­νε τό­σο βέ­βαι­οι πὼς κά­ποι­ος τοὺς εἶ­χε βο­η­θή­σει; Ἴ­σως τοὺς πα­ρέ­συ­ρε κα­νεὶς ὣς ἐ­κεῖ· μὰ μὲ ποιά ὑ­πό­σχε­ση ἢ ἀ­πει­λή; Πάν­τως, ἀ­πὸ κά­που προ­έρ­χον­ταν κι αὐ­τοί. Για­τὶ ἀλ­λι­ῶς, πῶς θὰ εἴ­χα­νε φυ­τρώ­σει ἐ­κεῖ πά­νω;

        Ὅ­πως καὶ νά ’­ναι, τὸ μα­κά­ριο πα­ρελ­θὸν ἦ­ταν μο­νά­χα ἕ­νας ἀν­τί­λα­λος: ἐ­δῶ ὅ­λη τους ἡ ζω­ὴ περ­νοῦ­σε μὲς στὸ φό­βο, πὼς μιὰ μέ­ρα θὰ τοὺς κα­τα­πι­εῖ τὸ κύ­μα, ἢ πὼς θὰ χα­θοῦν ἀ­πὸ τὴν πεί­να· μὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χουν μιὰ ἐλ­πί­δα πὼς θὰ ἐ­πι­ζή­σουν: Ὅ­ταν ἔ­πε­φτε ξη­ρα­σί­α, μα­ρά­ζω­ναν τὰ λι­γο­στὰ δέν­τρα, τὰ ζῶ­α ψο­φοῦ­σαν, στέ­ρευ­αν σι­γὰ-σι­γὰ τὰ πη­γά­δια.

        Τό­τε λοι­πὸν ἤ­τα­νε νὰ δεῖ κα­νεὶς κά­τι ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ γι­ορ­τή: ὅ­λος ὁ πλη­θυ­σμὸς συγ­κεν­τρω­νό­ταν στὴν ἀ­κτή. Ἀ­κού­γον­ταν ζω­η­ρὲς κου­βέν­τες, προ­σευ­χές, λυγ­μοί, μου­σι­κές, τύμ­πα­να. Για­τὶ ἡ θά­λασ­σα εἶ­χε γα­λη­νέ­ψει: ἴ­σως νὰ προ­λα­βαί­να­νε.

        Οἱ γέ­ρον­τες, συγ­κι­νη­μέ­νοι, ἐ­πα­να­λάμ­βα­ναν μυ­στη­ρι­ώ­δεις εὐ­λο­γί­ες καὶ κά­τι σχε­δί­α­ζαν μὲ τὰ δά­χτυ­λα στὰ μέ­τω­πα τῶν παι­δι­ῶν τους. Τὰ μι­κρὰ ἀ­δελ­φά­κια σφούγ­γι­ζαν τὰ μά­τια τους κρυ­φά – ἔ­πρε­πε νὰ φαί­νον­ται καὶ κεῖ­να κά­πως γεν­ναῖ­α. Για­τὶ σή­με­ρα ἦ­ταν ἡ μέ­ρα τῆς Φυ­γῆς.

        Ὅ­λα, μὰ ὅ­λα, τὰ νέ­α ἀ­γό­ρια τοῦ νη­σιοῦ ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γουν γιὰ τ’ ἄ­γνω­στο, κα­θέ­νας μό­νος μ’ ἕ­να κα­ρα­βά­κι, ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­πάγ­κιο λι­μά­νι: μιὰ νέ­α, πλού­σια πα­τρί­δα. Καί, ὅ­σοι φτά­να­νε, θὰ μέ­να­νε κεῖ γιὰ πάν­τα. Κα­νεὶς δὲ θὰ τοὺς ξα­νά­βλε­πε.


Κα­θὼς τώ­ρα κεῖ­να τὰ κα­ρυ­δό­τσου­φλα ξε­μά­κραι­ναν ἀ­π’ τὴν ἀ­κτή, θά ’βλε­πες ν’ ἀ­νε­μί­ζουν δε­κά­δες μαν­τή­λια πο­λύ­χρω­μα στὰ ξε­ρὰ κλα­διὰ τῶν δέν­τρων, κα­θὼς τὰ κου­νοῦ­σαν ἀ­πὸ κά­τω ὅ­λοι μα­ζὶ οἱ ἀ­νήμ­πο­ροι κά­τοι­κοι ποὺ ἀ­πο­μεί­να­νε, τρα­γου­δών­τας – αὐ­τὰ θὰ ἦ­ταν τὰ λό­για: «Ἔ­χε­τε γειά! Μὴν ξε­χά­σε­τε τὴ φύ­τρα σας. Καὶ σύ, Θά­λασ­σα, λυ­πή­σου τους.»

       Κι ὅ­μως, αὐ­τὸ κα­θό­λου δὲν ἐμ­πό­δι­ζε τὴ θά­λασ­σα νὰ ξα­να­φο­ρέ­σει τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο της σκο­τει­νὸ πέ­πλο, καὶ μά­λι­στα πο­λὺ σύν­το­μα: κα­θὼς ἴ­σως ἀ­κό­μα κου­νοῦ­σαν ρυθ­μι­κὰ τὰ ἰ­σχνὰ δέν­τρα, μὲ τὰ μά­τια του κα­θέ­νας στυ­λω­μέ­να στὸ δι­κό του πα­νὶ ποὺ χα­νό­ταν πέ­ρα στὸ σκο­τει­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα· κα­θώς, λέ­ω, συ­νέ­βαι­ναν αὐ­τά – σὰν σὲ ὄ­νει­ρο, ἀ­πό­μα­κρα, ἔ­βλε­παν τώ­ρα τὰ κα­ρα­βά­κια νὰ χο­ρο­πη­δᾶ­νε, νὰ χτυ­πᾶ­νε με­τα­ξύ τους, μιὰ νὰ κρύ­βον­ται στὸ νε­ρὸ καὶ μιὰ νὰ ξα­να­προ­βάλ­λουν. Ἦ­ταν σχε­δὸν χα­ρι­τω­μέ­νο νὰ τὰ κοι­τᾶς: ὣς ἐ­δῶ δὲν ἔ­φτα­ναν τὰ οὐρ­λια­χτά, τὸ τρί­ξι­μο κι ὁ πά­τα­γος τῶν ξύ­λων ποὺ σχί­ζον­ταν, οἱ ἱ­κε­σί­ες καὶ τὰ χέ­ρια ποὺ ἀ­κό­μα ἐ­ξεῖ­χαν ἀ­π’ τὸ νε­ρό.

        Καὶ κα­νέ­να μά­τι, ὅ­σο προ­ση­λω­μέ­νο καὶ ἂν ἦ­ταν στὸ κύ­μα, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ μὲ σι­γου­ριὰ ἂν τὸ δι­κό του, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του κα­ρα­βά­κι εἶ­χε πε­ρά­σει – ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς κα­ται­γί­δας.


 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης (Ἀ­θή­να, 1968, μὲ κα­τα­γω­γὴ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρά­πε­τρα Κρή­της καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἔ­χει ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Τε­λευ­ταί­α ἐ­πο­χή (Θρά­κα, 2016). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δο­θεῖ καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ πε­ζὰ κεί­με­νά του (νου­βέ­λες καὶ δι­η­γή­μα­τα): Ἑ­πτὰ σπί­τια, ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2016. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας, Κου­κού­τσι κ.ἀ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη τὰ βι­βλί­α: Ὁ να­ὸς τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τοῦ Simon Goldhill, Ἡ ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη τῆς Bettany Hughes (μα­ζὶ μὲ τὸν Μά­νο Κον­τά­κη) καὶ Τρεῖς μέ­ρες στὴν Ἀ­βά­να τοῦ Robert A. McCabe. Ἐ­πί­σης, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ γερ­μα­νι­κή, τὴν ἰ­τα­λι­κὴ καὶ τὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα.

Εἰκόνα: Τὸ ναυάγιο τοῦ Ἔμιλυ. Ἔργο τοῦ Louis Isabey (1803-1886).

Ἕλενα Πέγκα: Ἅγιος


Ἕ­λε­να Πέγ­κα


Ἅ­γιος


ΝΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΘΑΣΟ πή­γα­με στὸ μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­να. Ἕ­να μι­κρὸ μο­να­στή­ρι, γυ­ναι­κεῖ­ο. Ρω­τά­ω τὴν ἡ­γου­μέ­νη ποιός ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος; Ξε­ρο­κα­τά­πι­ε. Δυ­σα­ρε­στή­θη­κε ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζα.

       Ἦ­ταν ἕ­νας νε­α­ρὸς για­τρός, μοῦ λέ­ει, ἀ­πὸ τὴ Νι­κο­μή­δεια τῆς Ρω­σί­ας. Ἡ μη­τέ­ρα του ἦ­ταν χρι­στια­νή. Ὁ πα­τέ­ρας του ὄ­χι. Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν πλού­σιος καὶ εἰ­δω­λο­λά­τρης. Εἶ­χε χι­λιά­δες δού­λους. Σὲ μου­σεῖ­ο κα­τοι­κοῦ­σε. Πρὶν πε­θά­νει ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου εἶ­δε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ θαύ­μα­τα τοῦ γιοῦ του. Εἶ­δε τὸν γιό του νὰ θε­ρα­πεύ­ει ἕ­ναν ἄν­τρα ἐκ γε­νε­τῆς τυ­φλό. «Τί ἔ­βλε­πα τό­σα χρό­νια;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ὁ πα­τέ­ρας. «Τί ἄ­κου­γα; Τί μοῦ μί­λα­γε τό­σα χρό­νια; Τί­πο­τα. Τί­πο­τα.» Καὶ οὐρ­λι­ά­ζον­τας ἀ­να­στα­τω­μέ­νος, χύ­μη­ξε μέ­σα στὸ μου­σεῖ­ο του ποὺ ἦ­ταν ἡ ἔ­παυ­λή του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά. Νὰ σπά­ει πράγ­μα­τα. «Τί ἔ­κα­να γιὰ τὴ γυ­ναί­κα μου τό­σα χρό­νια; Τί γιὰ τὸν γιό μου; Τί­πο­τα. Τί­πο­τα. Καὶ ὅ­ταν ἀ­κό­μη ὑ­πέ­φε­ρε ἡ γυ­ναί­κα μου, τί ἔ­κα­να γιὰ νὰ τῆς ἐ­λα­φρύ­νω τὸν πό­νο; Τί ἔ­κα­να;» Καὶ ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου χτύ­πα­γε καὶ ἔ­σπα­γε τὴν πε­ρι­ου­σί­α του. Ἔ­τσι πέ­θα­νε πι­στός.

        «Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­στε ἐ­σεῖς;» ρω­τῶ τὴν ἡ­γου­μέ­νη. «Ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­κεῖ θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω. Πά­ρε τώ­ρα ἕ­να λου­κού­μι. Πά­ρε λου­κού­μι.»



Πη­γή: Σφι­χτὲς ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα, 2011).

Ἕλε­να Πέγ­κα (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Θέ­α­τρο, Πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ φι­λο­σο­φί­α στὸ Πανεπιστήμιο Wesleyan τοῦ Κό­νε­τικατ τῶν ΗΠΑ. Κεί­με­νά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, σου­η­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει γρά­ψει τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α τοῦ Λά­κη Πα­πα­στά­θη Τὸ μό­νο τῆς ζω­ῆς του τα­ξί­διον. Δι­δά­σκει γρα­φὴ θε­α­τρι­κοῦ ἔρ­γου στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Αὐ­τὴ θε­ρι­νή (ἔκδ. Ἄ­γρα, 1986).



		

	

Γιῶργος Δελιόπουλος: Ἐκείνη


Γι­ῶρ­γος Δε­λι­ό­που­λος


Ἐ­κεί­νη

 

Α ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ κά­θε βρά­δυ ὁ ἴ­διος ἐ­φιά­λτης, ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Εἶ­ναι λέ­ει ἐ­κεί­νη, μιὰ ἄλ­λη, μιὰ ξέ­νη, κλει­δω­μέ­νη στὸ ἐ­φή­με­ρο πάν­τα τῆς ἴ­διας εἰ­κό­νας, σ’ ἕ­να μαῦ­ρο —δὲ φαί­νε­ται τί— καρ­φω­μέ­νο στὸν ἀ­πέ­ναν­τι τοῖ­χο.

Ἐ­κεί­νη τρο­μά­ζει, βρί­σκει παν­τοῦ πα­λιὰ ξε­χα­σμέ­να μο­τί­βα, πο­λύ­χρω­μα γλέν­τια, πα­ρέ­ες, χέ­ρια ποὺ ἁ­πλώ­να­νε ὅ­λοι μα­ζί τὰ λευ­κὰ ὄ­νει­ρά τους στὸ γα­λά­ζιο τῆς μέ­ρας κι ἕ­ναν λαμ­πρὸ κα­τα­κί­τρι­νο ἥ­λιο. Ποῦ πῆ­γαν αὐ­τά; Ποιός πά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ τὸν δι­α­κό­πτη κι ἔ­σβη­σαν;

        Ἐ­κεί­νη θυ­μᾶ­ται μιὰ γκρί­ζα γραμ­μὴ τη­λε­φώ­νου, μιὰ γκρί­ζα φω­νὴ στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ νὰ τῆς λέ­ει: «Σᾶς πε­ρι­μέ­νω αὔ­ριο στὴν κλι­νι­κή. Τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα εἶ­ναι ἕ­τοι­μα». Κλεί­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο, κά­τι φο­βή­θη­κε, κά­τι σφη­νώ­θη­κε στὸ μυα­λό της, μιὰ μαύ­ρη κη­λί­δα, μιὰ σκλη­ρὴ ὑ­πο­ψί­α.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ για­τροῦ. Τὴν ἄ­φη­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει καὶ μπῆ­κε στὸ ἐρ­γα­στή­ριο. Μι­λοῦ­σε μὲ ἄλ­λους γιὰ λί­γα λε­πτὰ ἢ γιὰ λί­γους αἰ­ῶ­νες. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ πεῖ πό­σο κρά­τη­σε ἡ ἀ­να­μο­νή. Εἶ­χε κολ­λή­σει τ’ αὐ­τί της στὸν τοῖ­χο νὰ πιά­σει ψι­θύ­ρους, κά­ποι­α σκόρ­πια λέ­ξη, μιὰ φρά­ση ποὺ θὰ τὴ λύ­τρω­νε. Ὁ για­τρὸς ἀρ­γοῦ­σε, τὰ χέ­ρια της ἵ­δρω­ναν, εἶ­χε μου­διά­σει ὁ­λό­κλη­ρη. Εὐ­χό­ταν νὰ ἔρ­θει κά­ποι­ος νὰ τῆς πεῖ κά­τι, ὁ­τι­δή­πο­τε. Ὄ­χι ἄλ­λο σι­ω­πή.

        Ἐ­πι­τέ­λους, ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα καὶ μπῆ­κε ὁ για­τρός. Φαι­νό­ταν ψύ­χραι­μος καὶ γλυ­κός, μὰ τό­σο ἀλ­λό­κο­τος. Τῆς εἶ­πε, «κα­θί­στε» κι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ προ­στα­γὴ ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ κα­τα­δί­κη. Τῆς εἶ­πε τὴ φρά­ση ποὺ ἐ­κεί­νη φο­βό­ταν, «Εἶ­στε φο­ρέ­ας» κι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ οἱ λέ­ξεις τὴν τρυ­ποῦ­σαν τό­σο βα­θιά.

        Ἐ­κεί­νη θυ­μᾶ­ται πὼς ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ δρό­μο, ἔ­μοια­ζε σὰν χα­μέ­νη. Κά­που ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει, νὰ κρυ­φτεῖ, νὰ χα­θεῖ ἀλ­λὰ ποῦ; Ποῦ βρι­σκό­ταν; Μπρο­στά της ἡ πό­λη, ποὺ τὴν εἶ­χε χι­λιά­δες φο­ρὲς περ­πα­τή­σει, τῆς ἤ­τα­νε ξέ­νη. Δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε τί­πο­τα. Ὁ φό­βος λοι­πὸν πα­ρα­λύ­ει τὴ μνή­μη.

        Ἐ­κεί­νη φο­βό­ταν. Φο­βό­ταν νὰ πά­ει σπί­τι, νὰ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια τοὺς γο­νεῖς, νὰ δεῖ τὸ εἴ­δω­λό της στὰ μά­τια τους, νὰ τοὺς πεῖ τί; πῶς σὲ μιὰ στιγ­μὴ ξό­δε­ψε ὅ­λο της τὸ χρῶ­μα ἢ πῶς τὸ οὐ­ρά­νιο τό­ξο της χά­θη­κε; Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν πιὸ μό­νη ἀ­πὸ πο­τὲ κι ὅ­λο τὸ σύμ­παν της ἦ­ταν τὸ ἄρ­ρω­στο κορ­μί της. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν μιὰ κόκ­κι­νη γραμ­μὴ κά­που στὸ τί­πο­τα, μιὰ κόκ­κι­νη γραμ­μὴ ποὺ δι­ώ­χνει καὶ σκο­τώ­νει ὅ,τι βρί­σκε­ται κον­τά της. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν μπο­ροῦ­σε οὔ­τε νὰ συγ­χω­ρέ­σει οὔ­τε νὰ συγ­χω­ρε­θεῖ, οὔ­τε νὰ ὑ­πο­κρι­θεῖ οὔ­τε νὰ προ­σευ­χη­θεῖ.

        Τὸ βρά­δυ κου­ρα­σμέ­νη ἀ­π’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ τί­πο­τα, μπῆ­κε σ’ ἕ­να τα­ξὶ καὶ γύ­ρι­σε σπί­τι. Κά­πως ἔ­πρε­πε νὰ συ­νέλ­θει, νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­σο γι­νό­ταν αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε εἰ­σβά­λει τό­σο βί­αι­α στὸν ὁ­ρί­ζον­τά της. Ἔ­βα­λε τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα καὶ ἄ­νοι­ξε. Κα­νεὶς δὲ ρώ­τη­σε. Ὁ πα­τέ­ρας κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μη τὸ ἀ­κου­στι­κό, οὔ­τε μι­λοῦ­σε οὔ­τε ἄ­κου­γε, προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει. Ἤ­ξε­ρε, τὰ εἶ­χε μά­θει ὅ­λα, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει. Για­τί; Ὅ­μως, κα­νεὶς δὲ ρώ­τη­σε για­τί καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη εἶ­χε βρεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνε, τὴν ἀγ­κα­λιὰ ποὺ κα­ταρ­γεῖ τὸν πό­νο καὶ τὸν χρό­νο.

        Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ξύ­πνη­σε πο­λὺ πρω­ί. Μα­ζί της ξύ­πνη­σε κι ἡ μνή­μη. «Εἶ­μαι φο­ρέ­ας», εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό της. «Θε­έ μου! ἄς ἦ­ταν ὅ­λα ἕ­να κα­κὸ ὄ­νει­ρο. Ἄς μὴν ἤ­μουν ἐ­γώ.» Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο. Τὰ ὄ­νει­ρα κά­πο­τε τε­λει­ώ­νουν. Ἐ­κεῖ­νο δὲ θὰ τε­λεί­ω­νε πο­τέ. Κοί­τα­ξε τὸν ἑ­αυ­τό της στὸν κα­θρέ­φτη, ἄγ­γι­ξε τὸ σῶ­μα της, βε­βαι­ώ­θη­κε πὼς ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χει. Τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα, τὶς ὑ­πό­λοι­πες μέ­ρες θὰ πά­λευ­ε συ­νε­χῶς νὰ συμ­πε­ρι­φερ­θεῖ κα­νο­νι­κά, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πεί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν ὅ­πως πρίν.

        Ἐ­κεί­νη ἤ­ξε­ρε πὼς τί­πο­τα δὲ θά ’­ταν ἴ­διο.  Ὅ­λα ἀλ­λά­ζουν γύ­ρω της, κα­θὼς ἀλ­λά­ζει κι ἐ­κεί­νη. Φί­λοι, ἐ­χθροὶ, ἐ­ρα­στὲς ἔρ­χον­ται φεύ­γουν, δει­λιά­ζουν φο­βοῦν­ται. Ὅ­πως ὅ­λοι μας, ἔ­τσι κι ἐ­κεί­νη ζη­τᾶ ἕ­να ση­μεῖ­ο στα­θε­ρὸ νὰ πια­στεῖ. Τὸ πρω­ὶ πῆ­γε στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί πή­γαι­νε. Γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θεῖ; Γιὰ νὰ μὴν σκέ­φτε­ται; Γιὰ νὰ ξε­φύ­γει;  Ἕ­να ἄλ­λο πρω­ὶ βγῆ­κε βόλ­τα στὸ πάρ­κο μὲ τὴ μη­τέ­ρα της. Ἦ­ταν δί­πλα της πάν­τα, ἕ­να μ’ ἐ­κεί­νη. Μι’ ἄλ­λη φο­ρὰ πῆ­γε γιὰ κα­φὲ μὲ τὴ φί­λη της. Τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες ἔπια­σε ξα­νὰ πι­νέ­λο καὶ γύ­ρι­σε στὴ σχο­λή. Ἄλ­λες φο­ρὲς κά­θε­ται ἀ­κί­νη­τη στὸν κα­να­πέ, σπρώ­χνον­τας ἁ­πλῶς τὴν ὥ­ρα κά­τω ἀ­πὸ μιὰ κου­βέρ­τα, τὸ κε­φά­λι μέ­σα κι ἐ­κεῖ δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ δι­κό της ἄ­συ­λο.

        Ἐ­κεί­νη, λοι­πόν, φο­βᾶ­ται πο­νά­ει σω­ρι­ά­ζε­ται κά­τω. Ἐ­κεί­νη ἐλ­πί­ζει ση­κώ­νε­ται πά­νω καὶ τρέ­χει, ἐ­κεί­νη, λὲς κι αὐ­τὸς ὁ ἐ­φιά­λτης δὲν εἶ­ναι δι­κός μου. Καὶ τὸ ἀ­πέ­ναν­τι μαῦ­ρο τε­λι­κὰ τί νὰ εἶ­ναι; Ἕ­νας τοῖ­χος νὰ κλεί­σω τὴ μοί­ρα μου ἢ τὸ μαῦ­ρο κρυμ­μέ­νο πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ φύ­γω;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Δε­λι­ό­που­λος (Ἀ­λε­ξάν­δρεια Ἠ­μα­θί­ας). Σπού­δα­σε Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το του βι­βλί­ο, Ὁ Μι­κρὸς Ὀ­δυσ­σέ­ας (ποί­η­ση, Ἰ­ωλ­κός, 2009). Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν βρα­βευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς, καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

Τὸμ Φόρντ (Tom Ford): Vox populi



Τὸμ Φόρντ (Tom Ford)


Vox populi


«ΓΕΙΑ ΣΑΣ. Πή­ρα­τε τὸ 891-4207 τῆς οἰ­κεί­ας Τζόν­σον.

       »Ἡ Μαί­ρη καὶ ὁ Τζὶμ δὲν ζοῦν ἐ­δῶ ὅ­σο δια­ρκεῖ ἡ δι­κα­στι­κὴ δι­α­μά­χη γιὰ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν παι­δι­ῶν. Ἂν εἶ­στε πι­στω­τής, πα­ρα­κα­λῶ κα­λέ­στε τὸ Πτω­χευ­τι­κὸ Δι­κα­στή­ριο τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν.

       »Ὁ Ψυ­χα­να­λυ­τὴς τῆς Μαί­ρης —ὅ­ταν γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πές— πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὴν κα­λέ­σει στὸ σπί­τι τῆς μη­τέ­ρας της.

       »Γιὰ νὰ μι­λή­σε­τε στὴν Ἔι­μι καὶ τὴν Μπέ­κι πι­έ­στε τὸν ἀ­στε­ρί­σκο.

       »Νὰ ἔ­χε­τε μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη μέ­ρα.»



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Τὸμ Φόρντ (Tom Ford). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Γιῶργος Λυκοτραφίτης: Μιὰ νίκη σὲ διαγωνισμὸ ζωγραφικῆς


Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Μιὰ νί­κη σὲ δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς


ΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΙΝΟΥ 1964, προ­κει­μέ­νου νὰ ἑ­ορ­τα­σθοῦν τὰ τε­τρα­κό­σια χρό­νια ἀ­πὸ τὴν γέν­νη­ση τοῦ Σαίξ­πηρ, τὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο τῆς Ἀ­θή­νας προ­κή­ρυ­ξε δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς, στὸν ὁ­ποῖ­ο μπο­ροῦ­σαν νὰ συμ­με­τέ­χουν οἱ μα­θη­τὲς τῆς δευ­τε­ρο­βαθ­μί­ου ἀ­πὸ σύμ­πα­σα τὴν Ἐ­πι­κρά­τεια. Τὰ ἔρ­γα ποὺ θὰ ὑ­πε­βάλ­λον­το, ἐ­λευ­θέ­ρας τε­χνι­κῆς ἀλ­λὰ ὄ­χι με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ τριά­ντα ἐ­πὶ πε­νήν­τα ἑ­κα­το­στά, θὰ ἔ­πρε­πε ἀ­πα­ραι­τή­τως νὰ εἶ­ναι ἐμ­πνευ­σμέ­να ἀ­πὸ τὸ ἐ­ξαί­σιο δρά­μα Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα τοῦ κο­ρυ­φαί­ου Ἄγ­γλου δρα­μα­τουρ­γοῦ.

          Ἔ­σπα­σα τὸ κε­φά­λι μου γιὰ νὰ βρῶ κά­ποι­ο πρω­τό­τυ­πο θέ­μα συμ­με­το­χῆς. Ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή, ἡ φι­λό­λο­γος, κυ­ρί­α Μα­ρί­α Ἀ­λε­ξο­πού­λου, εἶ­χε κα­τα­στή­σει σα­φὲς ὅ­τι ὁ συ­να­γω­νι­σμὸς θὰ ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα σκλη­ρός, λό­γῳ τοῦ με­γά­λου ἀ­ριθ­μοῦ συμ­με­τε­χόν­των καί, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, μιᾶς «πλη­ρέ­στε­ρης προ­ε­τοι­μα­σί­ας, θε­ω­ρη­τι­κῆς καὶ τε­χνι­κῆς, τῶν συμ­μα­θη­τῶν μας τῆς πρω­τεύ­ου­σας».

          Μέ­ρες δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ, θε­ω­ρών­τας ὅ­τι στὴν πρω­το­τυ­πί­α τοῦ θέ­μα­τος κρυ­βό­ταν τὸ κλει­δὶ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας.

         Με­τὰ ἀ­πὸ δέ­κα ἡ­μέ­ρες, σχε­δόν, δύ­σκο­λων νυ­χτῶν (καὶ ἀ­κό­μη δυ­σκο­λο­τέ­ρων ἡ­με­ρῶν), πά­νω σε ἕ­να δη­μι­ουρ­γι­κὸ πα­ρο­ξυ­σμό, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ζω­γρα­φί­σω τὴ συμ­μα­θή­τριά μου Κα­ρυ­στι­νά­κη, ποὺ κα­θό­ταν πάν­τα στὸ πρῶ­το θρα­νί­ο καὶ ἦ­ταν ἡ κα­λύ­τε­ρη μα­θή­τρια στὴν τά­ξη, ντυ­μέ­νη Ἰ­ου­λι­έ­τα.

         Τὴν ζω­γρά­φι­σα «ὁ­λόρ­θη καὶ ἀ­γέ­ρω­χη μέ­σ’ στὴ νύ­χτα, ἐ­πά­νω στὸν πύρ­γο της, μὲ φόν­το τὸν οὐ­ρα­νό, μὲ τὸ φου­στά­νι της ποὺ κυ­μά­τι­ζε ἐ­λα­φριὰ στὸ φύ­ση­μα τοῦ ζε­φύ­ρου, μὲ πά­νω της κά­τι τὸ ἐ­ξω­τι­κό».

         Τὸ τρί­μη­νο τοῦ κα­λο­και­ριοῦ, ποὺ με­σο­λά­βη­σε μέ­χρι τὴν ἀ­να­κοί­νω­ση τῶν ἀ­πο­τε­λε­σμά­των, τὴν ἔ­βλε­πα ποὺ καὶ ποὺ ἀ­πὸ μα­κριά, στὴν πα­ρα­λί­α. Ἤ­θε­λα νὰ κερ­δί­σω πιὸ πο­λὺ γιὰ ἐ­κεί­νη, γιὰ νὰ δεί­ξω σὲ ὅ­λον τὸν κό­σμο πό­σο ὄ­μορ­φη ἦ­ταν.


         Το ἐρ­γά­κι μου τε­λι­κὰ δὲν προ­κρί­θη­κε.

         Ὅ­μως λί­γο πρὶν τὰ Χρι­στού­γεν­να, μπό­ρε­σα νὰ δῶ στὸ Φι­λο­λο­γι­κὸ Σύλ­λο­γο Παρ­νασ­σό, ὅ­που ἐ­κτέ­θη­καν τὰ δι­α­κρι­θέν­τα ἔρ­γα, τὸν ἑ­αυ­τό μου ντυ­μέ­νο Ρω­μαῖ­ο, στὸ βρα­βευ­μέ­νο ἔρ­γο τῆς συμ­μα­θή­τριάς μου. Στὴ γω­νί­α, κά­τω δε­ξιά, εἶ­χε γρά­ψει «Ἄν­δρος» (τὸ νη­σί της) καὶ δί­πλα ἀ­κρι­βῶς εἶ­χε βά­λει τὴν ὑ­πο­γρα­φή της: Νί­κη Κ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος, 1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.