Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς: Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε



Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς


Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε


ΠΑΝΟΥΚΛΑ τρώ­ει τὸν φτω­χό, βρί­σκει καὶ τὸν πλού­σιο. Ἄν σοῦ τύ­χει ἡ Μαύ­ρη, δι­ά­κρι­ση δὲν κά­νει. Βγαί­νουν οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴ φά­κα τοῦ σπι­τιοῦ τους, τουμ­πα­νιά­ζουν στὶς ἄ­κρες καὶ στὶς μέ­σες των δρό­μων, ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος σπρώ­χνει μὲ τὸ ἱ­ε­ρὸ στυ­λιά­ρι ψό­ψια γα­τιὰ καὶ σκύ­λους, μω­ρὰ νε­κρὰ τῆς κού­νιας γιὰ νὰ ἀ­δειά­σουν τὰ σκα­λο­πά­τια τοῦ να­οῦ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­σω­μά­των, νὰ κα­θα­ρί­σει ὁ τό­πος, νὰ μπο­ροῦν κου­τσὰ-στρα­βὰ νὰ ἀ­νε­βαί­νουν οἱ ἄρ­ρω­στοι πρὸς προ­σκύ­νη­ση τῶν ἱ­ε­ρῶν εἰ­κό­νων, ὄ­χι πρὸς για­τρειὰ τοῦ σώ­μα­τος, ἀλ­λὰ πρὸς σω­τη­ρί­α τῆς ψυ­χῆς, ποὺ βγαί­νει ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μή. Δὲν φο­βᾶ­ται ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος μή­πως κο­λ­λή­σει τὸ θα­να­τι­κό, ἕ­τοι­μος πάν­τα εἶ­ναι πρὸς ἀ­να­χώ­ρη­ση γιὰ τὸν Πα­ρά­δει­σο, ἡ πύ­λη εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὴ γιὰ τὴν ὑ­πο­δο­χή του. Ἀ­φή­νει τὸν καν­τη­λα­νά­φτη, κου­τσό, τυ­φλὸ καὶ γέ­ρον­τα νὰ ἔ­χει τὸ νοῦ του στὴν εὐ­δο­κί­μη­ση τοῦ παγ­κα­ριοῦ καί, μὲ μιὰ πε­τσέ­τα βου­τηγ­μέ­νη στὸν ἁ­για­σμὸ νὰ κα­λύ­πτει τὸ πρό­σω­πό του, μὲ βῆ­μα ἀρ­γὸ στρί­βει στὴ γω­νί­α, στέ­κε­ται στὴν πόρ­τα τοῦ πι­τό­ρου Πλα­κω­τοῦ καὶ φω­νά­ζει: «Γε­ρά­σι­με, σὲ θέ­λω.»

       «Γε­ρά­σι­με», τοῦ λέ­ει, «τὸ σπί­τι σου ἐρ­γα­στή­ριο ὅ­που ζω­γρα­φί­ζεις τὸν οὐ­ρα­νό, τὴ θά­λασ­σα, τὰ μά­τια τῶν Ἁ­γί­ων, τῶν Τρο­παι­φό­ρων, τῶν Ὁ­σί­ων καὶ τῶν Μα­κα­ρι­σμέ­νων. Τὰ παι­διά σου ἑ­τοι­μο­θά­να­τα, θὰ προ­λά­βεις νὰ τὰ θά­ψεις, ὥ­σπου νὰ ἔρ­θει ἡ πα­νού­κλα νὰ σὲ πιά­σει. Σκέ­φτε­σαι, ὥ­σπου νὰ σὲ χτυ­πή­σει τὸ κα­κό, για­τί μπῆ­κε στὸ σπί­τι σου καὶ σκο­τώ­νει τὰ παι­διά σου; Τό­σα μά­τια ζω­γρα­φι­σμέ­να, τό­σα γέ­νεια μα­ζε­μέ­να, τό­σα πρό­σω­πα ἱ­ε­ρά, τό­σες ζω­γρα­φι­ὲς ποὺ δὲν ἔ­φε­ρες στὴν ἐκ­κλη­σί­α νὰ εὐ­λο­γη­θοῦν, νὰ γί­νουν προ­στά­τες τοῦ λα­οῦ καὶ τῆς οἰ­κο­γέ­νειάς σου, ζη­τοῦ­σες πλη­ρω­μὴ γιὰ νὰ ἔ­χεις νὰ φᾶς, νὰ ἀ­γο­ρά­ζεις χρώ­μα­τα, νὰ πά­ρεις ἕ­ναν ντε­νε­κὲ νὰ ἀ­να­κα­τεύ­εις τὸ κά­του­ρό σου μὲ τὶς μπο­γι­ὲς νὰ βγαί­νει χρῶ­μα ἀ­στρα­φτε­ρό, Γε­ρά­σι­με ἁ­μάρ­τη­σες, ἔ­χεις πά­ρει τὸν κό­σμο στὸ λαι­μό σου, ποὺ πη­γαί­νει ἀ­λει­τούρ­γη­τος, ἀ­σα­βά­νω­τος, ἄ­κλαυ­τος. Νὰ κά­ψου­με λοι­πὸν αὐ­τὰ τὰ ὄρ­για, γο­νά­τι­σε, προ­σκύ­νη­σε, δῶ­σε τὴν ἔγ­κρι­σή σου».

       «Νὰ κα­ῶ ἐ­γώ», εἶ­πε ὁ Γε­ρά­σι­μος Πλα­κω­τός, ὁ γνω­στὸς πι­τό­ρος. «Νὰ κα­ῶ ποὺ δὲν ζή­τη­σα τὴν ἄ­δεια τῆς Ἁ­γι­ο­σύ­νης νὰ τὴν ζω­γρα­φί­σω, νὰ κα­ῶ γιὰ νὰ μὴν τὸ ξα­να­κά­νω. Νὰ κα­ῶ μὲ τὴν εὐ­χή σου, Ἅ­γι­ε Πα­τέ­ρα, γιὰ νὰ ζή­σουν τὰ παι­διά μου μὲ συμ­βό­λαι­ο πὼς δὲν θὰ πιά­σουν πο­τὲ πι­νέ­λο καὶ χρώ­μα­τα νὰ ζω­γρα­φί­σουν τοῦ Ὕ­ψι­στου τοὺς ἐ­κλε­κτοὺς ἐ­πὶ τῆς Γῆς». «Τὰ λό­για σὲ ἔ­χουν κά­ψει κι­ό­λας», ἀ­πάν­τη­σε ὁ πα­πα-Δο­μέ­νι­κος, «δὲν ἔ­χω τό­σα ξύ­λα ποὺ θὰ κά­ψουν ἄν­θρω­πο, φτά­νουν τὰ λί­γα ποὺ βρί­σκον­ται γιὰ νὰ κα­οῦν οἱ ζω­γρα­φι­ές. Νὰ κα­οῦν στὸν Με­γά­λο Δρό­μο, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ ναὸ τῶν Ἁ­γί­ων Ἀ­σω­μά­των γιὰ νὰ μὴν φτά­σει ὣς ἐ­κεῖ ἡ μο­λυ­σμέ­νη στά­χτη».

       Μα­ζεύ­τη­καν κου­τσοί, στρα­βοί, πολ­λοὶ βα­σα­νι­σμέ­νοι, κό­σμος, λα­ός, σα­ρά­βα­λα καὶ ἄρ­χον­τες σπου­δαῖ­οι, δή­μιος βαρ­βά­τος ἔ­ρι­ξε στου­πιὰ νὰ βγοῦν οἱ φλό­γες, τρεῖς μέ­ρες ρί­χναν στὴ φω­τιά, τρεῖς μέ­ρες δὲν και­γόν­ταν, τρεῖς μέ­ρες ἐ­βα­ρέ­θη­καν καὶ φῦ­γαν χορ­τα­σμέ­νοι, «ὁ Σα­τα­νᾶς δὲν καί­γε­ται», εἶ­παν οἱ μορ­φω­μέ­νοι, «νὰ πέ­σει μέ­σα στὴ φω­τιὰ ὁ ἴ­διος ὁ πι­τό­ρος, τὸν πε­ρι­μέ­νει ὁ Δι­ά­ο­λος στὴν Κό­λα­ση νὰ πᾶ­νε».

       Δὲν ξέ­ρω τί ἀ­πό­γι­νε, δὲν γρά­φουν τὰ βι­βλί­α, ξέ­ρω πὼς ὁ Γε­ρά­σι­μος Πλα­κω­τὸς ἔ­θα­ψε τὰ παι­διά του καὶ πῆ­ρε δρό­μο καὶ στρα­τί, στρα­τὶ καὶ μο­νο­πά­τι, ἀ­π’ ὅ­που κι ἂν ἐ­παίρ­να­γε λά­κι­ζε ἡ πα­νού­κλα, κα­θὼς μὲ ἕ­να πι­νέ­λο στὸ χέ­ρι ζω­γρά­φι­ζε τὸν ἀ­έ­ρα. Ἕ­ναν πί­να­κα ἀ­έ­ρα ἔ­χω στὸ δι­κό μου σπί­τι. Προ­σκυ­νῶ, πι­τό­ρε, τ’ ὄ­νο­μά σου.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Φί­λιπ­πος Δ. Δρα­κον­τα­ει­δῆς (Χαλ­κί­δα, 1940). Βαρ­βά­κει­ος Σχο­λὴ (1958). Licence des Lettres στὴ Σορ­βόν­νη (1968). Με­τα­πτυ­χια­κὰ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μον­πελ­λι­έ (1995-1997). Ἰ­δι­ω­τι­κὸς ὑ­πάλ­λη­λος (1961-1985). Σύμ­βου­λος ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων (1985-). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1962 καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τὸ δο­κι­μια­κὸ ἔρ­γο του ἀ­να­φέ­ρε­ται σὲ σύγ­χρο­να προ­βλή­μα­τα, ὅ­πως ἡ πο­λι­τι­κὴ τοῦ τρό­μου στὸν 20ὸ αἰ­ώ­να (Ὁ Φε­βρουά­ριος αἰ­ών), ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη τῆς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὴν Ἀ­να­γέν­νη­ση ὣς τὶς μέ­ρες μας (Πα­ρα­μύ­θι τῆς λο­γο­τε­χνί­ας), οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ κο­μί­ζει ἡ τε­χνο­λο­γί­α στὴν ἀν­τί­λη­ψη τῆς προ­σω­πι­κῆς καὶ συλ­λο­γι­κῆς μνή­μης (Μνή­μη καὶ μνή­μη), ἡ ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τοῦ ἐ­ρω­τή­μα­τος τί; ὡς ὑ­πο­χρέ­ω­σης τοῦ σκέ­πτε­σθαι (Λό­γος ἐ­ρει­πί­ων). Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἐ­κτὸς πλαι­σί­ου (Ἐκ­κρε­μές, 2018).

Εἰκόνα: Μωϋσῆς, ἔργο (1727-1728) τοῦ Ἱερώνυμου ἢ Γεράσιμου Πλακωτοῦ (περ. 1670-1728).


		
Διαφημίσεις

Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης: Βραδιάζει



Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης


Βρα­διά­ζει


Κα­θέ­νας εἶ­ναι μό­νος στὴν καρ­διὰ τῆς γῆς
δι­α­πε­ρα­σμέ­νος ἀ­πὸ μιὰ ἀ­χτί­δα τοῦ ἥ­λιου
κι ἔ­χει κι­ό­λας βρα­διά­σει.
S. Quasimodo

ΑΝΘΡΩΠΟΣ προ­χω­ρᾶ στὴν πα­ρα­λί­α, κά­θε τό­σο ρί­χνει μιὰ μα­τιὰ στὸ δρό­μο, με­τὰ ξα­νὰ τὸ βλέμ­μα γυ­ρί­ζει στὴ θά­λασ­σα ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται ἀ­κί­νη­τη, καὶ ἔ­τσι ὅ­πως τὸν τυ­λί­γει τὸ φῶς τῆς μέ­ρας ποὺ φεύ­γει, στὸ μυα­λό του ἔρ­χον­ται μι­σὲς κου­βέν­τες, εἰ­κό­νες τρυ­φε­ρές, ἐ­ρω­τι­κές, ἕ­νας ὦ­μος, μιὰ μέ­ση, ἕ­να στῆ­θος, ἕ­νας γλου­τός, γυ­ναι­κεῖ­α βλέμ­μα­τα ποὺ τρα­βά­ει ὅ­πως βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ θά­λασ­σα ἕ­να ἐ­νε­νήν­τα κα­λο­φτι­αγ­μέ­νος, ἡ ἀμ­μου­διὰ ποὺ βου­ΐ­ζει ἀ­πὸ ὑ­πο­σχέ­σεις. Πέ­ρα­σε τὸ Κα­λο­καί­ρι ἄ­δεια­σαν οἱ ἀμ­μου­δι­ές, χά­θη­καν εὐ­και­ρί­ες κι ἐ­κεῖ­νος νοι­ώ­θει τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἐ­ρω­τευ­θεῖ νὰ τὸν πο­θή­σουν.

       Ἡ μα­τιὰ του πιά­νει μιὰ λυ­γε­ρὴ σι­λου­έ­τα ποὺ πλη­σιά­ζει, ἀ­πο­φα­σί­ζει ἐ­πὶ τό­που, εἶ­ναι ἡ εὐ­και­ρί­α του. Ἡ γυ­ναί­κα στα­μα­τά­ει, χαι­ρε­τά­ει, ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι στὸ μπρά­τσο του, ἡ εὐ­και­ρί­α του, τὴν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ πα­λιά, ἴ­σως νὰ ὑ­πῆρ­χε καὶ κά­ποι­ο αἴ­σθη­μα με­τα­ξύ τους, ἀ­πο­φα­σί­ζει ἐ­πὶ τό­που, ὅ­σο πιὸ ἐ­πί­ση­μα γί­νε­ται, «θέ­λω νὰ σὲ παν­τρευ­τῶ». Ἡ γυ­ναί­κα ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι μι­λά­ει σο­βα­ρά, τοῦ λέ­ει, «δί­πλα εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα σου, ἔ­χεις παι­διὰ κι ἐγ­γό­νια καὶ τέ­λος πάν­των τί τοὺς θέ­λεις τοὺς γά­μους, πα­τη­μέ­να τὰ ὀ­γδόν­τα».

       Ὁ ἄν­θρω­πος ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται, περ­νά­ει δι­α­δρό­μους, σκά­λες, ὑ­πό­γεια, ψά­χνει κομ­μά­τια ζω­ῆς ποὺ τοῦ δι­α­φεύ­γουν, ἡ μα­τιά του ξα­να­γυρ­νά­ει στὴν θά­λασ­σα, βάρ­κες πη­γαι­νο­έρ­χον­ται, γλι­στροῦν ἥ­συ­χα πά­νω στὸ νε­ρὸ κι ἡ ἀ­νάγ­κη του νὰ ἐ­ρω­τευ­θεῖ εἶ­ναι ἐ­κεῖ, ἐ­πι­μέ­νει, δὲν ἔ­χει με­τα­κι­νη­θεῖ βῆ­μα, ἂς εἶ­ναι γιὰ λί­γο ὅ­σο κρα­τά­ει ἡ μπου­νά­τσα.



Ἠ­λί­ας Ζα­χα­ριά­δης γεν­νή­θη­κε στὴν Ἰ­κα­ρί­α. Εἶ­ναι ψυ­χί­α­τρος καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να.


Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Φω­κί­ω­νος



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Φω­κί­ω­νος


ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ κα­θι­σμέ­νος στὸ ἴ­διο παγ­κά­κι κά­θε σού­ρου­πο καὶ χα­ζεύ­ει τοὺς δι­α­βά­τες, τὰ παι­δά­κια ποὺ παί­ζουν, τὰ κα­ρό­τσια μὲ τὰ ψώ­νια, τοὺς μα­γα­ζά­το­ρες νὰ μα­ζεύ­ουν τὴν πρα­μά­τεια τους. Οἱ πιὸ πολ­λοὶ ἀ­π’ τοὺς φί­λους του εἶ­ναι ἀ­πὸ και­ρὸ πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ποὺ ζοῦν σπά­νια βγαί­νουν ἀ­π’ τὰ σπί­τια τους ἢ ἀ­π’ τὸ ἵ­δρυ­μα ὅ­που μέ­νουν, ἀ­δέρ­φια δὲν ἔ­χει καὶ τὰ ἴ­χνη ἐ­κεί­νης τῆς κα­λο­συ­νά­της με­σό­κο­πης γυ­ναί­κας ποὺ τὸν ἐ­πι­σκε­πτό­ταν σὲ τα­κτὰ χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά του ἔ­χουν ἀ­νε­ξή­γη­τα χα­θεῖ. Κα­πνί­ζει τὸ τσι­γά­ρο του πα­ρὰ τὴν προ­χω­ρη­μέ­νη του ἡ­λι­κί­α —τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ λέ­ει ψέ­μα­τα πὼς τά­χα δὲν κα­τε­βά­ζει τὸν κα­πνὸ— καὶ συ­χνὰ πυ­κνὰ βγά­ζει τὸ μπλο­κά­κι του ὄ­χι γιὰ νὰ γρά­ψει —πά­ει και­ρὸς ποὺ πιὰ δὲν γρά­φει ποι­ή­μα­τα— μὰ γιὰ νὰ σκι­τσά­ρει πρό­χει­ρα μὲ τὸ μο­λυ­βά­κι κά­τι ποὺ τοῦ τρά­βη­ξε φευ­γα­λέ­α τὸ βλέμ­μα. Οἱ πε­ρα­στι­κοὶ ἐ­πι­τα­χύ­νουν τὸ βῆ­μα τους ἀρ­κε­τὰ μέ­τρα προ­τοῦ τὸν πλη­σιά­σουν —ἴ­σως ἡ ὄ­ψη του ἔ­χει γί­νει ἀλ­λό­κο­τη μὲ τὰ χρό­νια—, μο­νά­χα ὁ­ρι­σμέ­να παι­διά, ἂν στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τύ­χει καὶ βρε­θοῦν κον­τά του, τοῦ χα­μο­γε­λοῦν κι ἐ­κεῖ­νος ἀ­νοί­γει τὸ τε­τρα­διά­κι του, σκί­ζει μιὰ σε­λί­δα στὴν τύ­χη καὶ τοὺς χα­ρί­ζει —ἀν­τα­πο­δί­δον­τας τὸ χα­μό­γε­λο— κά­ποι­ο ἀ­πὸ τὰ τε­λευ­ταῖ­α σκα­ρι­φή­μα­τά του. Μὲ τὸ ποὺ πέ­σει ἡ νύ­χτα, σμῆ­νος που­λιὰ πε­τᾶ­νε πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι του ὥ­ρα πολ­λή, θαρ­ρεῖς πὼς εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια αὐ­τὴ ἡ συν­τρο­φιά του· κά­ποι­ο μά­λι­στα ἀ­π’ ὅ­λα —τὸ ἴ­διο κά­θε φο­ρά, αὐ­τὸ τὸ λα­βω­μέ­νο— χα­μη­λώ­νει τὰ σπα­σμέ­να του φτε­ρὰ καὶ μὲ τὸ ράμ­φος του τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὴ φα­λά­κρα, ὕ­στε­ρα κά­θε­ται στὸν ὦ­μο του κι ἐ­κεῖ­νος γυρ­νᾶ πρὸς τὸ μέ­ρος του, τοῦ γνέ­φει μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση στὸ πρό­σω­πο ὅ­λο νό­η­μα καὶ γλυ­κὰ ἀ­πο­κοι­μι­έ­ται.



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός: «Ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρεί­α…»



π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός


«Ἑ­νὸς δέ ἐ­στι χρεί­α…»


ΟΥ ΤΟ ΕΙΧΑΝ ΠΕΙ: «Πρέ­πει πα­ρὰ τὸν πό­νο νὰ τρῶ­τε. Ἀ­κό­μα κ’ ἂν δὲν τὸ ἀν­τέ­χε­τε κα­θό­λου, κάν­τε μιὰ προ­σπά­θεια. Δὲν γί­νε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κά. Ἀ­πὸ δῶ καὶ στὸ ἑ­ξῆς ἔ­τσι θἆ­ναι τὰ πράγ­μα­τα…»

       Κ’ ἔ­τσι ἦ­ταν. Πράγ­μα­τι, πρῶ­τα-πρῶ­τα εἶ­ν’ ἡ ἀ­νάγ­κη. Θέ­λεις νὰ φᾷς, δὲν γί­νε­ται κ’ ἀλ­λι­ῶς – θὰ πέ­σῃς κά­τω! Βέ­βαι­α, ἡ ζέ­στη δὲν ἐ­πι­τρέ­πει τὰ βα­ριὰ κ’ ἑλ­κυ­στι­κὰ πιά­τα τῆς κα­τὰ τ’ ἄλ­λα ὠ­φέ­λι­μης με­σο­γεια­κοῦ τύ­που κτη­νω­δί­ας, ἀ­νοί­γει ὡ­στό­σο —ἂν στὸ κά­δρο μέ­σα ὑ­πάρ­χῃ καὶ λί­γη θά­λασ­σα— τὴν ὄ­ρε­ξι, προ­κα­λών­τας ἕ­να γα­στρι­μαρ­γι­κό, ὀρ­γι­α­στι­κὸ αἰ­σθη­τή­ριο, συ­νο­δευ­μέ­νο πάν­το­τε ἀ­πὸ τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το πα­γω­μέ­νο λευ­κὸ κρα­σί. (Ὧ­ρες-ὧ­ρες δί­δε­ται ἡ ἐν­τύ­πω­σι ὅ­τι τὸ φα­γη­τὸ εἶ­ναι μιὰ φτη­νὴ πρό­φα­σι γιὰ νὰ πί­νῃ κα­νεὶς ἀ­νε­νό­χλη­τα ἀλ­κο­όλ, ἂν καὶ τὰ ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κὰ εὑ­ρή­μα­τα καὶ ἡ μι­κρὴ προ­σω­πι­κὴ πεῖ­ρα τοῦ κα­θε­νὸς ἀ­πο­δει­κνύ­ουν ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο πι­θα­νό­τα­τα δὲν ἰ­σχύ­ῃ).

       Ἡ ἀ­νάγ­κη, λοι­πόν… Θὰ φᾷς! Για­τὶ ἂν δὲν φᾷς θὰ κα­ταρ­ρεύ­σῃς, γε­γο­νὸς ποὺ στὴν Ἀ­θή­να τοῦ 21ου αἰ­ῶ­να δὲν θὰ τρα­βοῦ­σε τὰ βλέμ­μα­τα – θυ­μή­σου, ἂς ποῦ­με, ἐ­κεῖ­νο τὸ πρε­ζό­νι ποὺ ἔ­πε­σε μπρὸς στὰ πό­δια σου στὴν Σό­λω­νος, ἐ­νῶ ἐ­σὺ συ­νέ­χι­ζες νὰ περ­πα­τᾷς περ­νών­τας σχε­δὸν ἀ­πὸ πά­νω του, ἐ­πι­στρα­τεύ­ον­τας πλη­θώ­ρα φτη­νῶν δι­και­ο­λο­γι­ῶν γι’ αὐ­τή σου τὴν κα­τὰ τ’ ἄλ­λα αὐ­τό­μα­τη, ἀν­τα­να­κλα­στι­κὴ ἐ­νέρ­γεια, τὴν τό­σο πε­ρι­φρο­νη­τι­κὴ κ’ ὅ­μως τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τό­σο —στὸ μυα­λό σου πάν­το­τε— δί­και­η. Στὴν Ἀ­θή­να, λέ­ω, δὲν θὰ ἔ­κα­νε σὲ κα­νέ­ναν ἐν­τύ­πω­σι, ὅ­μως στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ἐ­παρ­χί­α θὰ πυ­ρο­δο­τοῦ­σε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ ἁ­λυ­σι­δω­τὲς ἀν­τι­δρά­σεις κ’ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες ἐ­κρή­ξεις εἰ­κα­σι­ῶν καὶ ὑ­πο­θέ­σε­ων, ποὺ θὰ ξε­περ­νοῦ­σαν κά­θε προσ­δο­κί­α χα­λι­να­γώ­γη­σης τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου Πη­γά­σου! Πρέ­πει νὰ φᾷς, ἑ­πο­μέ­νως… Εἰ­δάλ­λως, ἐ­πέρ­χε­ται ἡ κα­τάρ­ρευ­σι!

       Καὶ τρῷς, καὶ τρῷς, καὶ τρῷς, κ’ ἔ­πει­τα στέ­κεις, ἀ­να­σαί­νεις κ’ ἀ­να­μέ­νεις τὸ μοι­ραῖ­ο. Τὸν ἐγ­κέ­λα­δο ἐ­κεῖ­νον ποὺ σοῦ συ­στρέ­φει τὰ ὄρ­γα­να, σὰν φί­δια ποὺ μό­λις ἔ­χουν βγῇ ἀ­π’ τὴν κοι­λιὰ τῆς μά­νας τους (μιᾶς καὶ δὲν γεν­νοῦν ὅ­λα τὰ φί­δια ἀ­βγά· ὡ­ρι­σμέ­να εἴ­δη προ­σφέ­ρουν τὸ δω­ρο­μαρ­τύ­ριο τῆς ζω­ῆς σὲ ἀ­πευ­θεί­ας με­τά­δο­σι, ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρους ζυ­γω­τὰ καὶ λοι­πὰ προ­πα­ρα­σκευ­α­στι­κὰ στά­δια). Στω­ϊ­κὰ πε­ρι­μέ­νεις τὴ σει­σμι­κὴ δό­νη­σι ποὺ ξαφ­νι­κὰ θὰ σκί­σῃ τὰ σπλά­χνα σου, ὅ­πως τὸ σκε­πάρ­νι τὰ φρε­σκο­ψη­μέ­να πυ­ρό­του­βλα, ὅ­πως τὸ κυρ­τὸ ράμ­φος τοῦ γυ­πα­ε­τοῦ ποὺ βυ­θί­ζε­ται κα­θ’ ἡ­μέ­ραν κ’ ἑ­σπέ­ραν στὸ προ­μη­θε­ϊ­κὸ ἧ­παρ. Με­γά­λο μυ­στή­ριο τὸ ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα, σκέ­φτε­σαι, ἐ­νῶ ἀ­να­μέ­νεις καρ­τε­ρι­κὰ τὴν ἀ­πο­δρο­μὴ τοῦ πό­νου ἀ­π’ τὸ κορ­μί σου. Μιὰ ἀ­πο­δρο­μὴ ποὺ ἀ­φή­νει ρωγ­μές, συν­τρίμ­μια, χα­λά­σμα­τα, ξέ­φτια ἀ­πὸ σο­φά­δες καὶ φλοῦ­δες ὑ­γρα­σί­ας ποὺ πέ­φτουν σὰν νυ­φι­κὰ πέ­πλα ἀ­π’ τὰ φου­σκω­μέ­να τα­βά­νια, ἐ­νῶ τὸ ἑ­πό­με­νο γεῦ­μα κα­ρα­δο­κεῖ, ἐ­κεῖ πέ­ρα, κρυμ­μέ­νο μέ­σα στὴ χα­μη­λὴ βλά­στη­σι, πε­ρι­μέ­νον­τας μὲ τὴ σει­ρά του κι αὐ­τό, τὸ γέ­ρι­κο πα­ρα­δο­μέ­νο ζῷ­ο τοῦ κορ­μιοῦ σου ποὺ μέ­νει πί­σω ἀ­π’ τὴν ὑ­πό­λοι­πη εὔ­ρω­στη ἀ­γέ­λη, ὥ­στε μὲ γρή­γο­ρα σάλ­τα νὰ τοῦ κα­τα­φέ­ρῃ τὸ ἀ­πο­φα­σι­στι­κό, τὸ μοι­ραῖ­ο πλῆγ­μα.

       Κ’ οἱ μέ­ρες περ­νοῦν, δι­α­δέ­χον­ται ἡ μί­α τὴν ἄλ­λη, δὲν ἔ­χουν τε­λει­ω­μό. Κ’ ἡ ἀ­νάγ­κη αὐ­τὴ δὲν παύ­ει, μέ­νει μό­νη-πρώ­τη ἐ­κεῖ, καρ­φι­τσω­μέ­νη στὴν ἡ­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξι ἑ­νὸς ἀ­τέ­λει­ω­του πό­νου ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ κοι­νω­νη­θῇ μὲ τί­πο­τα. Στὸ λέ­νε καὶ στὸ ξα­να­λέ­νε: «Πρέ­πει νὰ τρῶ­τε, πά­τερ, κ’ ἂς πο­νᾶ­τε. Λί­γο, κά­τι ἐ­λά­χι­στο. Πῶς θὰ γί­νῃ δη­λα­δή; Θὰ πε­θά­νε­τε ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α;» Κι ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ φω­νὲς κλω­θο­γυ­ρί­ζουν στὸ μυα­λό σου, σαρ­κο­φά­γες σὰν ἐ­κεῖ­να τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια τῆς Αὐ­στρα­λί­ας ποὺ τό­σο σ’ ἐν­τυ­πω­σί­α­ζαν στὸ πα­ρελ­θόν, ὅ­ταν τὰ πάν­τα σ’ ἐν­δι­έ­φε­ραν ἐ­ξί­σου.

       Μὰ φυ­σι­κά, θὰ ξα­να­φᾷς – εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο. Τὸ ξέ­ρεις κ’ ἐ­σὺ πὼς θὰ κυ­λή­σῃς, δὲν γί­νε­ται κ’ ἀλ­λι­ώ­τι­κα. Σή­με­ρα εἶ­ναι καὶ τῆς Πα­να­γί­ας κ’ εἶ­σαι κα­λε­σμέ­νος σὲ τρα­πέ­ζι. «Μὰ πῶς θὰ γί­νῃ δη­λα­δή; Θὰ πε­θά­νε­τε ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α;».



Πηγή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ τὴν ὑ­πὸ ἔκ­δο­ση συλ­λο­γὴ ἀ­φη­γη­μά­των: Ἱ­στο­ρί­ες ἑ­νὸς ἐ­λά­χι­στου βί­ου.

π. Ἀμ­βρό­σιος Κυα­νός (1982): Γεν­νή­θη­κε στὸ  Ὡ­ραι­ό­κα­στρο Θες/νί­κης καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Θε­ο­λο­γί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια τῶν Ἀ­θη­νῶν καὶ τοῦ Tübingen. Ἐ­κά­ρη μο­να­χὸς τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2015, ἐκ­κι­νών­τας ἔ­κτο­τε ἱ­ε­ρα­πο­στο­λι­κὸ ἔρ­γο στὶς χῶ­ρες τῆς Κεν­τρι­κῆς Ἀ­σί­ας. Ἄρ­θρα, κρι­τι­κὲς πα­ρεμ­βά­σεις καὶ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ξέ­να ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κι ἐ­φη­με­ρί­δες. Πλέ­ον ζεῖ μό­νι­μα στὴν Τα­σκέν­δη τοῦ Οὐζ­μπε­κι­στὰν φρον­τί­ζον­τας τὴν ἐ­να­πο­μεί­να­σα ἑλ­λη­νι­κὴ πα­ροι­κί­α.



		

	

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου: Μά­θη­μα ἀ­νά­γνω­σης



Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου


Μά­θη­μα ἀ­νά­γνω­σης


ΤΑΝ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ τοῦ 1948, σὲ μιὰ ἐ­παρ­χια­κὴ πό­λη τῆς Ἑλ­λά­δας, ὅ­ταν ἕ­να μι­κρὸ ἀ­γό­ρι πρω­το­πῆ­γε σχο­λεῖ­ο μὲ πλά­κα καὶ κον­τύ­λι. Κά­θε με­ση­μέ­ρι, γυρ­νών­τας σπί­τι, περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν κα­φε­τζῆ νὰ τοῦ δί­νει τὴν ἄ­χρη­στη ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πε­ρα­σμέ­νης μέ­ρας, «γιὰ νὰ ἐ­ξα­σκεῖ­ται τὸ παι­δὶ στὴν ἀ­νά­γνω­ση».

       Ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ ποὺ ὁ πα­τέ­ρας εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ στὴ φυ­λα­κή, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ σπί­τι ποὺ νὰ γνω­ρί­ζει γράμ­μα­τα. Μὰ τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι, χά­ρη στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πε­ρα­σμέ­νης μέ­ρας, ἔ­μα­θε μέ­χρι τὰ Χρι­στού­γεν­να νὰ δι­α­βά­ζει νε­ρά­κι.

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς μη­τέ­ρας του, πρώ­τη δου­λειὰ μό­λις ἔ­φτα­νε σπί­τι, ἦ­ταν νὰ τὴν ἀ­νοί­ξει στὴ δεύ­τε­ρη σε­λί­δα καὶ νὰ δι­α­βά­σει με­γα­λό­φω­να τὸν κα­τά­λο­γο μὲ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ἐ­κτε­λε­σμέ­νων. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε, ἡ μη­τέ­ρα καὶ ἡ για­γιὰ ἔ­κα­ναν τὸν σταυ­ρό τους. Τὰ μι­κρὰ ἀ­δέρ­φια του συ­νέ­χι­ζαν νὰ παί­ζουν.

       Στὸ τέ­λος τῆς σχο­λι­κῆς χρο­νιᾶς, ὁ ἔ­λεγ­χός του στὸ μά­θη­μα τῆς ἀ­νά­γνω­σης ἔ­γρα­φε δέ­κα μὲ τό­νο. Στὴ γι­ορ­τὴ ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε, ἀ­νέ­βη­κε σ’ ἕ­να σα­νι­δέ­νιο βῆ­μα καὶ ἀ­πήγ­γει­λε φαρ­σὶ τὸ ποί­η­μα «Τί εἶ­ν’ ἡ πα­τρί­δα μας…»

       Οἱ κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς περ­νοῦ­σαν μὲ σφεν­τό­νες, πε­τρο­πό­λε­μο καὶ κα­θη­με­ρι­νὴ ἀ­νά­γνω­ση τῆς δεύ­τε­ρης σε­λί­δας. Τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα τοῦ Αὐ­γού­στου χτύ­πη­σε ἡ ἐ­ξώ­θυ­ρα. Μιὰ γει­τό­νισ­σα, ποὺ εἶ­χε ρα­δι­ό­φω­νο, ἦρ­θε τρέ­χον­τας νὰ τοὺς φέ­ρει τὰ κα­λὰ μαν­τά­τα : «Τε­λεί­ω­σε ὁ πό­λε­μος! Στα­μα­τοῦν οἱ ἐ­κτε­λέ­σεις! Τὸ εἶ­πε τὸ ρά­διο!»

       Ἡ μη­τέ­ρα ἀγ­κά­λια­σε σφι­χτά τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι κι ἔ­πει­τα χώ­ρε­σε στὴν ἀγ­κα­λιά της ὅ­λα της τὰ παι­διά. Ἡ για­γιὰ ἔ­βα­λε τὴ χύ­τρα στὴ φου­φού, γιὰ νὰ ἑ­τοι­μά­σει χαλ­βα­δο­κου­τα­λι­ές, νὰ κε­ρά­σει τὶς γει­τό­νισ­σες.

       Τὸ ἄλ­λο με­ση­μέ­ρι τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι πέ­ρα­σε ὅ­πως πάν­τα ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο. Οἱ τί­τλοι τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ἐ­πι­βε­βαί­ω­ναν τὶς ρα­δι­ο­φω­νι­κὲς εἰ­δή­σεις. Ὁ ἐμ­φύ­λιος εἶ­χε τε­λει­ώ­σει.

       Ἀ­πὸ συ­νή­θεια τὸ παι­δὶ γύ­ρι­σε σε­λί­δα κι ἀν­τί­κρι­σε τὸν κα­τά­λο­γο μὲ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­κτε­λέ­σεις. Ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει ἄ­νε­τα, κα­θα­ρά, μὲ ἄ­ρι­στη ἄρ­θρω­ση, ὥ­σπου ἔ­φτα­σε στὸ δι­κό του ἐ­πί­θε­το.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Σὲ ἡ­λι­κί­α εἴ­κο­σι ἐ­τῶν με­τοί­κη­σε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ ζεῖ μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ 1966 πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἐ­πο­χέ­ς τοῦ Ἄγ­γέ­λου Τερ­ζά­κη μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕντεκα γράμ­μα­τα κι ἕ­να ὑ­στε­ρό­γρα­φο». Ξε­κί­νη­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ κα­ρι­έ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­κό­πη­κε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς δι­κτα­το­ρί­ας. Στὴ συ­νέ­χεια συ­νί­δρυ­σε τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Ρόμ­βος καὶ τὸ ὁ­μώ­νυ­μο βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο. Τὸ 1972 ἐκ­δό­θη­κε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Ὁ Δρα­πέ­της στὸ Δέν­τρο. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες. Ἐ­πί­σης ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ με­τα­φρά­σεις βι­βλί­ων, κυ­ρί­ως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Οἱ σα­ράν­τα τρεῖς σι­ω­πές (μυ­θι­στό­ρη­μα, Κέ­δρος, 2018).



		

	

Ἀ. Κ. Χρι­στο­δού­λου: Ὁ «Ἀ­να­νάς»



Ἀ. Κ. Χρι­στο­δού­λου


Ὁ «Ἀ­να­νάς»


ΑΠΟΔΕΙΞΗ πὼς ἡ κω­μι­κο­τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἀ­να­νί­α Ἀ­να­νιά­δη ὑ­πῆρ­ξεν ἀ­λη­θι­νή, ὅ­σο ἀ­πί­στευ­τη κι ἂν φαν­τά­ζει, βρί­σκε­ται στὰ χέ­ρια μου. Εἶ­ναι, τί ἄλ­λο, ἕ­να βι­βλί­ο! Ὅ­μως πρὶν τὸ ξε­φυλ­λί­σω γιὰ νὰ πει­στεῖ­τε, θὰ ἀ­φη­γη­θῶ ὅ­σα ἔ­μα­θα ἀ­κού­ον­τας πό­σο γε­λοῖ­ο ὑ­πῆρ­ξε στ ἀ­λή­θεια τὸ εὐ­γε­νές, ὑ­πο­τί­θε­ται, βι­βλι­ο­θη­ρι­κὸ πά­θος τοῦ Ἀ­να­νιά­δη. Θὰ δι­και­ο­λο­γή­σε­τε τό­τε τὰ σπαρ­τα­ρι­στὰ γέ­λια τῆς πλα­τεί­ας στὸ παλ­κο­σέ­νι­κο ποὺ εἶ­χε στή­σει ὁ ξυ­πα­σμέ­νος φρου­τέμ­πο­ρος, πα­ρι­στά­νον­τας τὸ φά­σμα τοῦ βι­βλι­ο­θη­κά­ριου Δη­μη­τρί­ου τοῦ Φα­λη­ρέ­ως, χω­ρὶς νὰ ἀ­κού­ει τὴν μπη­χτὴ ἀ­πὸ τὴν πλέμ­πα πὼς χα­ρά­μι­ζε ὁ ἀ­νί­δε­ος φορ­τί­α ἀ­κρι­βο­πλη­ρω­μέ­νων ἀ­να­νά­δων – ὅ­σα ξε­φόρ­τω­νε στὴ λα­χα­να­γο­ρὰ τοῦ Βό­λου γιὰ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξει ἀ­μέ­σως τὴν πα­χυ­λὴ εἴ­σπρα­ξη μὲ τί­τλους βα­ρύ­γδου­πων βι­βλί­ων. Ναί, ὁ ἀ­νό­η­τος, με­γα­λο­ει­σα­γω­γεὺς ἀ­να­νά­δων ἐξ Ἀ­φρι­κῆς, εἶ­χε τὴν πιὸ ἀ­πί­θα­νη λό­ξα. Ὅ­σα λε­φτά, —καὶ μι­λᾶ­με γιὰ μπά­ζα χον­τρή—, μά­ζευ­ε ἀ­πὸ τοὺς μο­σχο­που­λη­μέ­νους ἀ­να­νά­δες, τὰ ξό­δευ­ε μέ­χρι δε­κά­ρα ἐμ­πλου­τί­ζον­τας μιὰ βι­βλι­ο­θή­κη στη­μέ­νη ὄ­χι μὲ τὶς πλά­τες ἑ­νὸς Πτο­λε­μαί­ου Σω­τῆ­ρος στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια, ἀλ­λὰ μὲ τὶς τσα­κι­σμέ­νες κλεῖ­δες του στὶς Ἁ­λυ­κὲς τοῦ Βό­λου. Δί­πλα σε δυ­ὸ κα­μα­ροῦ­λες, στὰ ρά­φια ἑ­νὸς πε­λώ­ριου ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιου εἶ­χε ἀ­ρα­διά­σει ἀ­θά­να­τες πραγ­μα­τεῖ­ες, τὰ ἄ­φθαρ­τα κρα­νί­α ὅ­λων τῶν σο­φῶν του κό­σμου. Kant, Spinoza, Descartes, Πλά­των, Ἀ­ρι­στο­τέ­λης καὶ βά­λε. Ὅ­λα ἀ­πὸ δυ­ὸ ἀν­τί­τυ­πα μά­λι­στα. Στὴν πε­ρί­πτω­ση, ὡ­στό­σο, αὐ­τοῦ τοῦ εὐ­η­θέ­στα­του ἀ­να­να­δο­πώ­λου τὸ τρα­γε­λα­φι­κὸ δὲν ἦ­ταν ἡ ἀ­ταί­ρια­στη συλ­λε­κτι­κὴ μα­νί­α του, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­γραμ­μα­το­σύ­νη του. Ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­μόρ­φω­τος, ἴ­σα ποὺ συλ­λά­βι­ζε. Ὡ­στό­σο μο­λο­νό­τι δὲν κα­τα­λά­βαι­νε γρὶ ἀ­πὸ τὶς ση­μα­σί­ες τῶν τί­τλων ποὺ ἀ­γό­ρα­ζε, δι­ά­λε­γε (ἄ­γνω­στο ποῦ καὶ πῶς) σπου­δαῖα βι­βλί­α. Σά­στι­ζε κα­νεὶς καὶ με­τὰ ξε­ραι­νό­ταν στὰ γέ­λια.

       Ὅ­μως ὁ αἰχ­μη­ρὸς ὑ­παι­νιγ­μὸς ἑ­νὸς κα­φε­νό­βιου, ποὺ ἔ­τυ­χε κά­πο­τε νὰ εἶ­ναι ἡ πα­ρέ­α μου στὴ θρυ­λι­κὴ «Συ­νάν­τη­ση», γω­νί­α Καρ­τά­λη μὲ Ἀρ­γο­ναυ­τῶν, μοῦ ἔ­κο­ψε τὸ σαρ­κα­στι­κὸ γε­λά­κι. Μὲ τὸ φλι­τζα­νά­κι τοῦ κα­φὲ στὸ στό­μα, ἔ­νι­ω­σα τὸ πάρ­θιον βέ­λος τοῦ κα­κό­γλωσ­σου νὰ μὲ χτυ­πά­ει κα­τα­κού­τε­λα: «Ξέ­ρεις, ὁ Ἀ­να­νὰς τῆς Λα­χα­να­γο­ρᾶς, ἡ Ἥ­με­ρος Ἀ­να­νάσ­σα τοῦ Γεν­να­δί­ου», ἔ­τσι τὸν στό­λι­σε ὁ φαρ­μα­κό­γλωσ­σος, «τὰ βρά­δια κλει­δο­μαν­τα­λώ­νε­ται στὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ ξε­νυ­χτά­ει χτυ­πών­τας ἐ­πί­μο­να κά­τι. Θὰ τρε­λα­θεῖ ἡ κα­κό­μοι­ρη συμ­βί­α στὴν πλα­ϊ­νὴ κα­μα­ρού­λα της ἀ­κού­ον­τας αὐ­τὸ τὸ ἐ­κνευ­ρι­στι­κὸ τὰκ-τάκ». Θὰ εἶ­χε σι­γή­σει μέ­σα μου αὐ­τὸς ὁ χτύ­πος, ἂν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δυ­ὸ χρό­νια, στὸ ἴ­διο κα­φε­νεῖ­ο, δυ­ὸ φί­λοι ποὺ ἔ­παι­ζαν ξε­ρή, κι ἐ­γὼ ἀ­πο­λάμ­βα­να τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό μου κα­φε­δά­κι, δὲ μὲ ξάφ­νια­ζαν μὲ τὴν εἴ­δη­ση πὼς ὁ « Ἀ­να­νὰς» εἶ­χε πε­θά­νει καὶ πὼς ἡ χή­ρα του ξε­που­λοῦ­σε τὰ βι­βλί­α τοῦ Φα­λη­ρέ­ως. Ὁ­μο­λο­γῶ πὼς ἀ­γα­πῶ τὰ βι­βλί­α. Σκέ­φτη­κα λοι­πὸν νὰ ἀ­γο­ρά­σω κι ἐ­γὼ με­ρι­κὰ καὶ ἐπ΄ εὐ­και­ρί­ᾳ νὰ ρω­τή­σω τὴ γυ­ναί­κα καὶ νὰ μά­θω τί ἔ­κα­νε ὁ πα­θι­α­σμέ­νος τύ­πος τὶς νύ­χτες πλαι­σι­ω­μέ­νος ἀ­πὸ μί­αν ὁ­μή­γυ­ρη φι­μω­μέ­νων σε­λί­δων. Ἡ χή­ρα μοῦ ἔ­λυ­σε τὴν ἀ­πο­ρί­α. Ὁ μα­νια­κὸς σύ­ζυ­γος σφρά­γι­ζε μὲ ἀ­πα­νω­τὰ μαῦ­ρα σφρα­γί­σμα­τα μί­α-μί­α, ὁ­λό­κλη­ρες καὶ ὅ­λες τὶς σε­λί­δες τῶν βι­βλί­ων μὲ μί­αν ὀ­κτά­γω­νη σφρα­γί­δα ποὺ ὁ­λό­γυ­ρα ἔ­γρα­φε «EX LIBRIS, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΝΑΝΙΑ ΑΝΑΝΙΑΔΗ» καὶ στὸ κέν­τρο εἶ­χε τὴν ἐμ­βλη­μα­τι­κὴ εἰ­κό­να ἑ­νὸς χον­τροῦ ἀ­να­νά. Ἔ­μει­να ἄ­φω­νος μπρο­στά σε αὐ­τὴν τὴν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη αὐ­το­κα­τα­στρο­φή. Ἡ σφρα­γί­δα τοῦ κομ­πορ­ρή­μο­νος « Ἀ­να­νά» εἶ­χε κα­τα­στρέ­ψει καὶ τὰ δυ­ὸ ἀν­τί­τυ­πα ὅ­λων των βι­βλί­ων, ἀ­χρη­στεύ­ον­τας τὴ συλ­λο­γὴ τῆς ζω­ῆς του. Ζή­τη­σα νὰ δῶ ἕ­να βι­βλί­ο. Ἐ­κεί­νη μοῦ ἔ­βα­λε στὸ χέ­ρι ἕ­να λέ­γον­τας: «Δὲ θέ­λω λε­φτά. Πάρ­το νὰ θυ­μᾶ­σαι τὸν Ἀ­να­νά του.» Τὸ βι­βλί­ο ποὺ ξε­φυλ­λί­ζω μπρο­στά σας, πει­στή­ριο αὐ­τῆς τῆς τρα­γε­λα­φι­κῆς ἀ­λη­θι­νῆς ἱ­στο­ρί­ας, φέ­ρει στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τὰ στοι­χεῖ­α: «ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΒΟΡΕΑ, ΛΟΓΙΚΗ».



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Ἀ. Κ. Χρι­στο­δού­λου (Βό­λος, 1943). Ἵ­δρυ­σε τὶς ἐκ­δό­σεις «Ζώ­διο», ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, τὴν τρί­το­μη με­λέ­τη Ἡ «Στρο­φὴ» τοῦ Σε­φέ­ρη (1981-1984) καὶ δύο τό­μους ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βι­λ Μόμ­πυ-Ντίκ· ἡ Ἡ Φά­λαι­να, σὲ δί­γλωσ­ση μορ­φὴ (ἀ­με­ρι­κά­νι­κο κεί­με­νο καὶ δι­κή του ἑλ­λη­νι­κὴ με­τά­φρα­ση, 1983, 1985). Τὸ 1992 ἀ­νέ­λα­βε τὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς σει­ρᾶς Orbis Literae τῶν ἐκ­δό­σε­ων Gutenberg, ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε σὰν πρῶ­το ἔρ­γο ὁ­λό­κλη­ρη τὴ με­τά­φρα­ση του Μόμ­πι Ντίκ. Τὸ 1997 μα­ζὶ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ Sanford E. Marovitz δι­ορ­γά­νω­σε τὸ πρῶ­το Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο τῆς Melville Society of America στὸ Βό­λο. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ (1997) δη­μο­σί­ευ­σε τὸν πρῶ­το τό­μο μιᾶς νέ­ας δί­γλωσ­σης (πεν­τά­το­μης) ἔκ­δο­σης τοῦ Μόμ­πι-Ντίκ καὶ τὸ 2001 ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζὶ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ Sanford E. Marovitz τὴν ἔκ­δο­ση τῶν πρα­κτι­κῶν τοῦ πρώ­του Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου ποὺ ἔ­γι­νε στὸ Βό­λο. Τὸ 2009 δη­μο­σί­ευ­σε τόμο μὲ ἑ­φτὰ ποι­η­τι­κὲς συν­θέ­σεις μὲ τί­τλο Ποι­ή­μα­τα (Τυ­πω­θή­τω). Τὸ 2013 δη­μο­σί­ευ­σε μί­α ἐ­κτε­τα­μέ­νη με­λέ­τη μὲ τί­τλο Γρα­φέ­ως Κά­το­πτρον, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴν ποί­η­ση τοῦ Γιά­ννη Πα­τί­λη («Ὕ­ψι­λον») καὶ ἐγ­και­νί­α­σε μα­ζὶ μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη μιὰ νέ­α σει­ρὰ βι­βλί­ων στὶς ἐκ­δό­σεις «Πλα­νό­διον» μὲ τί­τλο «Σύρ­τις», ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε τὴ νου­βέ­λα Ἀ­ζὸρ ὁ Σκύ­λο­ς (2013). Στὴν ἴ­δια σει­ρά, τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ (2013) δη­μο­σί­ευ­σε τὸ δο­κί­μιο Ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα Ἀγ­γέ­λου, μιὰ σπου­δὴ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ τῆς Ἡ­ρῶς Νι­κο­πού­λου, σὰν πα­ράρ­τη­μα στὸ λεύ­κω­μα τῆς ζω­γρά­φου μὲ τί­τλο Πύ­κνω­μα Χρό­νου. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἀ­να­γνω­στι­κὸ τῶν «Βί­αι­ων ἐν­τυ­πώ­σε­ων» τοῦ ποι­η­τῆ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου (Gutenberg, 2018).



		

	

Μυρσίνη Μανέτα: Ἡ βάφτιση



Μυρσίνη Μανέτα


Ἡ βά­φτι­ση


ΤΑΝ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποὺ περ­πα­τοῦ­σε καὶ φαί­νον­ταν μό­νο τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της. Ὅ­λα τὰ ὑ­πό­λοι­πα ση­μεῖ­α τοῦ σώ­μα­τός της δὲν ὑ­πῆρ­χαν πα­ρὰ μό­νο σὰν προ­βο­λὲς πά­νω σὲ ἕ­να ἀ­ό­ρα­το ἐ­πί­πε­δο. Κά­θε ση­μεῖ­ο-προ­βο­λὴ συ­νο­δευ­ό­ταν ἀ­πὸ ἕ­να νού­με­ρο, ἔν­δει­ξη τοῦ βά­θους. Ἂν ἕ­νω­νες ὅ­λα τὰ ἰ­σο­βα­θῆ ση­μεῖ­α μὲ καμ­πύ­λες γραμ­μὲς καὶ στὴ συ­νέ­χεια ὁ­μα­δο­ποι­οῦ­σες τὶς ἰ­σο­βα­θεῖς καμ­πύ­λες σὲ σύ­νο­λα, μπο­ροῦ­σες νὰ σχη­μα­τί­σεις τὴ δε­ξιά της γάμ­πα, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ μπρά­τσο, τὶς κλεῖ­δες τοῦ λαι­μοῦ της ἢ τὶς πλευ­ρὲς τῆς κοι­λιᾶς.

         Μπο­ροῦ­σες ἔ­τσι κά­πως νὰ τὴ φαν­τα­στεῖς, ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸ πό­σο κα­λὸς χαρ­το­γρά­φος ἤ­σουν.

Δὲν ἤ­ξε­ρα τὸ ὄ­νο­μά της, μό­νο τὴν εἶ­χα δεῖ νὰ περ­πα­τά­ει, κου­βα­λών­τας μα­ζί της τὰ χω­ρι­κά της ὕ­δα­τα σὲ μορ­φὴ βα­θυ­με­τρι­κοῦ δι­α­γράμ­μα­τος.

         Ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­μα­θα ὅ­τι εἶ­χε ἀ­πὸ χρό­νια ξε­χά­σει νὰ βγεῖ ἀ­πὸ τὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἔ­τσι ὅ­πως τὰ γό­να­τα, τὰ στή­θη καὶ ἡ μύ­τη της ξε­πρό­βα­λαν σὰν μι­κρὲς Ἰ­θά­κες ὅ­ταν τὴν ξα­να­εῖ­δα, δὲν ἔ­με­νε πα­ρὰ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω πῶς θὰ τὴ βα­φτί­σω:

         Πη­νε­λό­πη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μυρ­σί­νη Μα­νέ­τα (Πά­τρα, 1984). Σπού­δα­σε Ἀρ­χι­τε­κτονικὴ στὸ ΕΜΠ καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ τμῆ­μα Γρα­φι­στι­κῆς τοῦ ΤΕΙ Ἀ­θή­νας. Ἐρ­γά­ζεται περιστασιακὰ ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας, σκη­νο­γρά­φος, δα­σκά­λα σχε­δί­ου, σχε­διά­στρια, καὶ στὸ προ­γράμ­μα­τα τοῦ Δή­μου Καλ­λι­θέ­ας, γιὰ τὶς Πα­νε­πι­στη­μια­κὲς Ἐκ­δό­σεις Κρή­της καὶ τὶς Ἐκ­δό­σεις Αἰ­ώ­ρα ὡς εἰ­κο­νο­γρά­φος.

Εἰκόνα: Pierre Bonnard, Τὸ μπάνιο (1925).