Rafael Barret: Πτῶ­μα ἕ­τοι­μο γιὰ τα­φή



Ραφαὲλ Μπάρρετ (Rafael Barret)


Πτῶ­μα ἕ­τοι­μο γιὰ τα­φή

(De cuerpo presente)


ΑΝΩ ΣΤΟ ΒΡΩΜΙΚΟ κρεβ­βά­τι βρι­σκό­ταν τὸ σῶ­μα τῆς δό­να Φραν­θί­σκα, θύ­μα­τος σα­ράν­τα χρό­νια κα­τσα­ρο­λι­ῶν καὶ σκού­πας. Στὸ μι­κρὸ δω­μά­τιο μπαι­νό­βγαι­ναν κλα­μέ­νες οἱ κό­ρες. Παι­δά­κια κά­θε ἡ­λι­κί­ας, σχε­δὸν κου­ρε­λι­ά­ρι­κα καὶ ξε­χτέ­νι­στα, ἔ­τρε­χαν πα­ρα­σύ­ρον­τας τὸ ἕ­να τὸ ἄλ­λο, μιὰ κου­λου­ρι­α­σμέ­νη γριὰ κρα­τοῦ­σε ἕ­να κομ­πο­σκοί­νι ἀ­νά­με­σα στὰ ξυ­λώ­δη δά­χτυ­λά της. Ὁ θό­ρυ­βος τῆς πό­λης κα­τέ­φτα­νε σὰν τὸ συγ­κε­χυ­μέ­νο βου­η­τὸ ποὺ ἀ­νε­βαί­νει ἀ­πὸ κά­ποι­α ἄ­βυσ­σο καὶ τὸ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο φῶς, σκορ­πι­σμέ­νο ἑ­κα­τὸ φο­ρὲς πά­νω σὲ μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νους τοί­χους, γλί­στρα­γε νω­θρὰ στὰ χι­λι­ο­χτυ­πη­μέ­να ἔ­πι­πλα.

       Ἀ­κο­λου­θών­τας τὴν κλί­ση τοῦ σπα­σμέ­νου πα­τώ­μα­τος, κυ­λοῦ­σαν ἀμ­φι­βό­λου σύ­στα­σης ὑ­γρά, νε­ρὰ βρώ­μι­κα. Ἕ­να τρα­πέ­ζι χω­ρὶς τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο, ὅ­που ὑ­πῆρ­χαν μπου­κα­λά­κια ἀ­πὸ φάρ­μα­κα ἀ­να­κα­τε­μέ­να μὲ λι­γδι­α­σμέ­να πιά­τα, τα­ρα­κου­νι­ό­ταν στὸ διά­βα τῶν ἀν­θρώ­πων καὶ ἔ­δει­χνε νὰ τρί­ζει καὶ νὰ βογ­κά­ει. Ὅ­λα ἦ­ταν ἀ­τα­ξί­α καὶ μι­ζέ­ρια. Ἡ δό­να Φραν­θί­σκα, ἡτ­τη­μέ­νη, κει­τό­ταν ἀ­κί­νη­τη.

       Εἶ­χε ὑ­πάρ­ξει δυ­να­τὴ καὶ θαρ­ρα­λέ­α. Εἶ­χε τρα­γου­δή­σει στὸν ἥ­λιο, πλέ­νον­τας κάλ­τσες καὶ που­κά­μι­σα. Εἶ­χε πλύ­νει πλά­κες, πι­ρού­νια, κου­τά­λια καὶ μα­χαί­ρια δη­μι­ουρ­γών­τας μιὰ ἀ­πο­λαυ­στι­κὴ σπι­τι­κιὰ φα­σα­ρί­α. Εἶ­χε σκου­πί­σει νι­κη­φό­ρα. Εἶ­χε θρι­αμ­βεύ­σει στὴν κου­ζί­να, μπρο­στά σε σει­ό­με­να τη­γά­νια, δί­νον­τας ξυ­λι­ὲς στὰ λαί­μαρ­γα παι­διά. Εἶ­χε γεν­νή­σει καὶ με­γα­λώ­σει γυ­ναῖ­κες σὰν αὐ­τή, πει­σμα­τά­ρες καὶ χα­ρού­με­νες. Εἶ­χε στὸ τέ­λος ὑ­πο­κύ­ψει, για­τί οἱ ἀν­θρώ­πι­νες δυ­νά­μεις εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νες μπρο­στὰ στὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη φύ­ση.

       Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια τῆς ζω­ῆς της ἡ δό­να Φραν­θί­σκα πά­χυ­νε καὶ πέ­τα­ξε μου­στά­κι. Ἕ­να μου­στα­κά­κι μαῦ­ρο καὶ στιλ­πνό, ποὺ προ­σέ­δι­δε στὸ γέ­λιο τῆς κα­λῆς γυ­ναί­κας κά­τι τὸ ψευ­το­τρο­μα­κτι­κὸ καὶ χα­ρι­τω­μέ­να πο­λε­μι­κό. Τὰ κόκ­κι­να καὶ κον­τό­χον­τρα χέ­ρια της, γε­ρὰ καὶ ἡ­λι­ο­κα­μέ­να, ἔ­γι­ναν πιὸ τρα­χιά. Ἡ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ νο­η­μο­σύ­νη της ἀμ­βλύν­θη­κε καὶ ἔ­γι­νε ἐ­πί­μο­νη. Καὶ μιὰ νύ­χτα ἔ­πε­σε ἀ­πὸ ἕ­να ἐγ­κε­φα­λι­κὸ ἐ­πει­σό­διο, ὅ­πως πέ­φτει ἕ­να βό­δι χτυ­πη­μέ­νο ἀ­πὸ ρό­πα­λο.

       Κα­θὼς κυ­λοῦ­σαν οἱ ἀ­τέ­λει­ω­τες μέ­ρες ποὺ ἀρ­γο­πέ­θαι­νε, τὸ ρά­ψι­μο ἐγ­κα­τα­λεί­φτη­κε, οἱ κό­ρες τρο­μαγ­μέ­νες δὲν ἀ­σχο­λοῦν­ταν πιὰ πα­ρὰ μό­νο μὲ τὸ νὰ πα­ρα­τη­ροῦν τὴν ὄ­ψη τῆς ἑ­τοι­μο­θά­να­της καὶ νὰ κα­τα­σκο­πεύ­ουν τὰ βή­μα­τα τοῦ θα­νά­του. Οἱ σκο­τει­νὲς ἐ­χθρι­κὲς δυ­νά­μεις τοῦ φτω­χοῦ, αὐ­τὲς οἱ κα­κό­βου­λες ποὺ κη­λι­δώ­νουν, ἀ­πο­δο­μοῦν καὶ προ­κα­λοῦν σή­ψη, αὐ­τὲς οἱ φορ­τι­κὲς καὶ ἐ­λε­ει­νές, κα­τέ­λα­βαν τὸ σπι­τι­κὸ καὶ ἀ­πο­λάμ­βα­ναν τὸ πτῶ­μα τῆς δό­να Φραν­θί­σκα.

       Οἱ ὧ­ρες, οἱ μο­νό­το­νες ὧ­ρες, ἀ­δι­ά­φο­ρες, ἴ­δι­ες, ἔ­φτα­ναν δι­α­δο­χι­κὰ καὶ περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ μί­ζε­ρο δω­μα­τιά­κι, περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ πτῶ­μα τῆς δό­νια Φραν­θί­σκα καὶ ἐ­πέ­τρε­παν νὰ κυ­λή­σουν πά­νω σε ἐ­κεί­νη τὴ με­λαγ­χο­λί­α, ἡ με­λαγ­χο­λί­α τοῦ σού­ρου­που καὶ τὸ κου­βά­ρι ἀ­πὸ σκι­ὲς ποὺ δέ­νει τὸν ὕ­πνο μὲ τὴ λή­θη. Τὰ παι­δά­κια, χορ­τα­σμέ­να ἀ­πὸ παι­χνί­δι, σι­γὰ σι­γὰ κοι­μή­θη­καν. Οἱ γυ­ναῖ­κες, κα­θι­σμέ­νες στὶς γω­νι­ές, μᾶλ­λον προ­σεύ­χον­ταν. Ἡ γριά, πάν­τα κου­λου­ρι­α­σμέ­νη, ἦ­ταν στὸ σκο­τά­δι σὰν ἄλ­λο πτῶ­μα ποὺ εἶ­χε ἀ­νοι­χτά τα μά­τια.

       Μιὰ ἀ­πὸ τὶς γυ­ναῖ­κες ση­κώ­θη­κε σὲ λί­γο καὶ ἄ­να­ψε ἕ­να κε­ρί. Με­τὰ γύ­ρι­σε πρὸς τὴ νε­κρὴ καὶ κοκ­κά­λω­σε. Κά­τω ἀ­πὸ τὴν πλα­κου­τσω­τὴ μύ­τη τῆς δό­να Φραν­θί­σκα ἡ γραμ­μὴ τοῦ μου­στα­κιοῦ γι­νό­ταν ἐν­το­νό­τε­ρη. Τὸ μῆ­κος τῆς κά­θε τρί­χας εἶ­χε δι­πλα­σια­στεῖ καὶ με­ρι­κὲς ἄγ­γι­ζαν πιὰ τὰ πρα­σι­νω­πὰ μά­γου­λα τῆς γεν­ναι­ό­ψυ­χης μά­νας.

       — Στοὺς ἄν­δρες συ­νή­θως με­γα­λώ­νουν τὰ γέ­νια – μουρ­μού­ρι­σε ἡ γριά.

       Ἡ σι­ω­πὴ σκέ­πα­σε ξα­νὰ σὰν ἕ­να σά­βα­νο τὴ θλι­βε­ρὴ σκη­νή. Ἡ φλό­γα τοῦ κε­ριοῦ τρε­μό­παι­ζε ἀλ­λό­κο­τα κά­νον­τας συν­θέ­σεις ἀ­πὸ σκι­ὲς νὰ χο­ρεύ­ουν στοὺς τοί­χους τῆς κά­μα­ρας. Κου­βα­ρι­α­σμέ­νες καὶ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νες οἱ γυ­ναῖ­κες κοι­μόν­ταν, βυ­θί­ζον­τας τὰ μα­ρα­μέ­να μέ­τω­πά τους στὰ κύ­μα­τα τῆς νύ­χτας. Οἱ ὧ­ρες πέρ­να­γαν καὶ τὸ μου­στά­κι τῆς δό­να Φραν­θί­σκα συ­νέ­χι­ζε νὰ με­γα­λώ­νει.

       Κά­που-κά­που ἀ­να­ση­κω­νό­ταν κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς κό­ρες καὶ ἐ­ξέ­τα­ζε προ­σε­κτι­κά τὸ πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο πρό­σω­πο τῆς μη­τέ­ρας της ὅ­πως ἐ­ξε­τά­ζον­ται προ­σε­κτι­κά τὰ στοι­χειὰ ἑ­νὸς ἐ­φιά­λτη. Τὰ μι­κρά, μὲ φτε­ρου­γί­σμα­τα που­λι­ῶν ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται, τραν­τά­ζον­ταν ἀ­κα­τά­στα­τα. Τὸ κε­ρὶ ἐ­ξαν­τλοῦν­ταν. Στὴν πρη­σμέ­νη καὶ ἀ­πο­κρου­στι­κὴ δό­να Φραν­θί­σκα, συ­νέ­χι­ζε νὰ με­γα­λώ­νει ἐ­κεῖ­νο τὸ φο­βε­ρὸ μου­στά­κι ποὺ με­τὰ τὸ θά­να­τό της τῆς ἄλ­λα­ζε τὸ φύ­λο.

       Ὅ­ταν ἡ χλω­μὴ καὶ πα­γω­μέ­νη αὐ­γὴ γλί­στρη­σε στὸ φτω­χι­κὸ δω­μά­τιο καὶ οἱ δυ­στυ­χι­σμέ­νοι ξύ­πνη­σαν ξυ­λι­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο, ἀν­τίκρυ­σαν πά­νω στὴν ἀ­πο­συν­θε­μέ­νη σάρ­κα τῆς δό­νας Φραν­θί­σκα κά­τι τε­ρά­στια γου­ρου­νί­σια καὶ μα­ρα­μέ­να μου­στά­κια ποὺ τῆς ἔ­δι­ναν μιὰ ὄ­ψη ἀ­πο­κε­φα­λι­σμέ­νου σὲ κέ­ρι­νο ὁ­μοί­ω­μα.

       Τό­τε τὸ μι­κρό­τε­ρο ἀ­πὸ τὰ δι­α­βο­λά­κια ἔ­σκα­σε στὸ γέ­λιο, ἕ­να γέ­λιο τρε­λὸ ποὺ ξε­πή­δη­σε σὲ πί­δα­κα σὰν ἀ­πὸ μιὰ ἄ­γρια πη­γή· ἡ γριὰ ἀποκαλύφθηκε σὰν ἕ­να πλη­για­σ­μέ­νο ἀγρίμι καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν ἄν­τε­ξαν ἄλ­λο καὶ γέ­λα­σαν σὰν κά­ποι­ος ποὺ οὐρ­λιά­ζει καὶ ἐ­κεῖ­να τὰ ἀ­νε­ξάν­τλη­τα γέ­λια, ἀν­τη­χών­τας στὰ σω­θι­κὰ τοῦ πάμ­φτω­χου σπι­τι­κοῦ, προ­κα­λοῦ­σαν χα­μό­γε­λα σὲ αὐ­τοὺς ποὺ περ­νοῦ­σαν ἀ­πὸ τὸ δρό­μο.



Πηγή: Cuentos breves, 1911:

https://ciudadseva.com/autor/rafael-barrett/cuentos/

Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret). Γεν­νή­θη­κε στὴν Τορ­ρε­λα­βέγ­κα τῆς Καν­τά­βρια (Ἱ­σπα­νί­α) τὸ 1876 καὶ πέ­θα­νε στὴν Ἀρ­κα­σὸν (Γαλ­λί­α) τὸ 1910. Ὑ­πῆρ­ξε μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου πα­ρή­χθη στὴν Πα­ρα­γουά­η, για­υτὸ καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δι­α­κε­κρι­μέ­νη φι­γού­ρα τῆς πα­ρα­γουα­νῆς λο­γο­τε­χνί­ας τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του καὶ τὰ δο­κί­μιά του, βα­θέ­ως φι­λο­σο­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς βι­τα­λι­σμοῦ ποὺ ἦ­ταν κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο πρό­δρο­μος τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ. Γνω­στὲς εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ φι­λο­σο­φι­κὸ-πο­λι­τι­κές του θέ­σεις ὑ­πὲρ τοῦ ἀ­ναρ­χι­σμοῦ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.


			

Σάιμον Βαν Μπόυ (Simon Van Booy): Γαλλίδα εἰκαστικὸς ἀπὸ τὸν Κυριακάτικο σεισμό


Σά­ι­μον Βὰν Μπό­υ (Simon Van Booy)


Γαλ­λί­δα εἰ­κα­στι­κὸς

νε­κρὴ ἀ­π’ τὸν Κυ­ρι­α­κά­τι­κο σει­σμὸ

(French Artist Killed in Sunday’s Earthquake)


Ι ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ στιγμὲς τῆς ζω­ῆς της. Ἡ Μα­ρὶ-Φραν­σου­ὰζ κα­τα­πλα­κω­μέ­νη ἀ­πὸ τό­νους μπά­ζα.

Τὸ ψά­ρι ποὺ ἔ­τρω­γε εἶ­ναι ἀ­κό­μα στὸ στό­μα της.

 Τὰ μά­τια της εἶ­ναι κλει­στά.

        Νι­ώ­θει τὸ σκο­τά­δι ποὺ τὴν πε­ρι­έ­χει. Δὲν αἰ­σθά­νε­ται τὸ σῶ­μα της, λὲς κι ἡ ψυ­χὴ της ξε­γλί­στρη­σε κα­τὰ τὴν πτώ­ση καὶ πε­ρι­μέ­νει τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ τὸ σκά­σει ἀ­π’ τὸν κό­σμο.

        Ὕ­στε­ρα ἡ ζω­ή της σὰν σύν­νε­φο ἀ­νοί­γει στὴ μέ­ση κι ἐ­κεί­νη, κα­θη­λω­μέ­νη, δέ­χε­ται μιὰ βρο­χὴ ἀ­πὸ στιγ­μές.

        Ἡ πρά­σι­νη συ­σκευ­ὴ τη­λε­φώ­νου στὴν κου­ζί­να τοῦ παπ­ποῦ καὶ τῆς για­γιᾶς, πλά­ι στὴ γλά­στρα.

        Ἡ δρο­σιὰ ἀ­πὸ τὸ πλα­στι­κὸ ἀ­κου­στι­κό, ἡ αἴ­σθη­ση νὰ τὸ κρα­τᾶ δί­πλα στ’ αὐ­τί. Στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς γραμ­μῆς ἀ­κού­γε­ται μιὰ φω­νὴ γνώ­ρι­μη – ἡ δι­κή της φω­νή.

        Τὸ βά­ρος ἀ­π’ τὰ πα­πού­τσια τῆς μη­τέ­ρας της κα­θὼς τὰ με­τα­φέ­ρει στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο.

        Ἡ σκέ­ψη ὅ­τι κά­πο­τε θὰ με­γα­λώ­σει καὶ θὰ ἔ­χει πα­ρό­μοι­α.

        Ἡ τυ­χαί­α συ­νάν­τη­ση μὲ μιὰ φί­λη.

        Ὅ­λα αὐ­τὰ εἶ­ναι πί­σω της.

       Κι ὕ­στε­ρα ἡ βρο­χὴ τῆς ζω­ῆς της δι­α­κό­πτε­ται, κι ἐ­κεί­νη μέ­νει στὸ σκο­τά­δι, μὲ τὴν καρ­διά της νὰ πι­έ­ζει σι­γα­νά τὰ πλευ­ρά. Θό­ρυ­βοι ὑ­πό­κω­φοι, λὲς κι εἶ­ναι βυ­θι­σμέ­νη σὲ νε­ρό.

        Σὲ λί­γο ἡ βρο­χὴ τῶν στιγ­μῶν ξα­ναρ­χί­ζει, γιὰ νὰ τὴ δι­α­πο­τί­σει μὲ τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κό­τη­τα με­μο­νω­μέ­νων λε­πτο­με­ρει­ῶν.

        Τὸ πρω­ι­νὸ φῶς πί­σω ἀ­π’ τὴν κουρ­τί­να.

        Ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς σχο­λι­κῆς αἴ­θου­σας.

        Ἕ­να πο­τή­ρι γά­λα.

        Ἡ εὐ­χὴ γιὰ ἕ­ναν πα­τέ­ρα, ἡ φαν­τα­σί­ω­ση τῶν χε­ρι­ῶν του ποὺ τὴν ἀγ­κα­λιά­ζουν.

        Τὸ κε­φά­λι της ποὺ γέρ­νει στὴ δρο­σε­ρὴ πλά­τη τοῦ και­νούρ­γιου της φί­λου κά­ποι­ο πρω­ι­νό.

        Τό ‘χει κά­νει δύ­ο φο­ρές. Ἡ ση­μα­σί­α τῆς στιγ­μῆς, ἐ­φά­μιλ­λη τῆς γέν­νη­σης.

       Ξα­νὰ ὁ παπ­ποὺς μὲ τὴ για­γιά, μὰ τώ­ρα ὡς χα­ρα­κτῆ­ρες στὶς δι­κὲς τους ἱ­στο­ρί­ες – περ­πα­τοῦν ξυ­πό­λη­τοι στὸ λα­σπω­μέ­νο χι­ό­νι καὶ πα­τοῦν ἕ­να θαμ­μέ­νο χέ­ρι.

        Τὸ τέ­λος τοῦ πο­λέ­μου.

        Ἕ­να σπι­τά­κι στὴ Γαλ­λί­α.

        Μιὰ κό­ρη.

        Μιὰ ἐγ­γο­νή.

        Οἱ ἀγ­κῶ­νες τῆς μη­τέ­ρας της, κα­θὼς ὁ­δη­γεῖ τὸ πα­λιὸ κα­φε­τὶ Ρε­νώ.

        Ἡ Μα­ρὶ-Φραν­σου­ὰζ δὲν αἰ­σθά­νε­ται τὸ σῶ­μα της κι εἶ­ναι ἀ­νήμ­πο­ρη νὰ φω­νά­ξει.

        Τί­πο­τα δὲν ἀ­κού­γε­ται, τί­πο­τα δὲν σα­λεύ­ει, μο­νά­χα οἱ βου­βὲς ται­νί­ες ποὺ προ­βάλ­λον­ται στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ κρα­νί­ου της.

        Ἔ­χει συ­ναί­σθη­ση ὄ­χι τό­σο τοῦ ὅ­τι πε­θαί­νει, ὅ­σο τοῦ ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­κό­μα ζων­τα­νή. Ἂν ὑ­πῆρ­χε κι ἄλ­λος χρό­νος, ἴ­σως καὶ νὰ ἔ­τρε­φε μιὰ κά­ποι­α ἐλ­πί­δα σω­τη­ρί­ας. Ἀντ’ αὐ­τοῦ, τὴν πλημ­μυ­ρί­ζουν οἱ ἀ­να­μνή­σεις.

        Κε­ρά­κια ποὺ τὰ φυ­σᾶς μὰ δὲν σβή­νουν – δὲν ἔ­χουν ση­μα­σί­α τὰ χρό­νια, μό­νο ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἀ­μυ­δρὰ φυ­σή­μα­τα συν­δρά­μουν στὸ σβή­σι­μο μι­κρῶν ἑ­στι­ῶν φω­τιᾶς.

        Ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ βή­μα­τα στὸ χόλ, ὕ­στε­ρα τὰ γυ­μνά της πό­δια ποὺ βη­μα­τί­ζουν ἀ­θό­ρυ­βα κι ἐ­κεῖ, στὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας, ὁ παπ­ποὺς νε­κρός· τὸ ψυ­γεῖ­ο ὀρ­θά­νοι­χτο.

        Ἕ­να ἀ­βγὸ ἄ­θι­κτο στὸ πά­τω­μα.

        Οἱ τσι­ρί­δες τῆς για­γιᾶς.

        Ἡ ἀ­νά­μνη­ση τώ­ρα δὲν φέρ­νει πό­νο. Ἡ ζω­ή της εἶ­ναι πα­ρά­θυ­ρο ἀ­νοι­χτὸ κι ἐ­κεί­νη μιὰ πε­τα­λού­δα.

        Ἐ­ὰν δὲν ἐ­πέ­στρε­φε κά­θε τό­σο στὸ σκο­τά­δι —αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ ζή­σει— θὰ ‘ταν σὰν σὲ δι­α­κο­πές, μιὰ κα­τά­δυ­ση σὲ δρο­σε­ρὸ νε­ρό, κά­θε κί­νη­ση τῶν χε­ρι­ῶν ὁ­λό­κλη­ρη φι­λο­σο­φί­α.

        Κι ἔ­πει­τα ἡ μυ­ρω­διὰ ἀ­πὸ τὸ παλ­τὸ τῆς για­γιᾶς, ὅ­πως κρέ­με­ται μὲ ἀ­φο­σί­ω­ση πί­σω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας μα­ζὶ μὲ τὴ σκού­πα καὶ τὴν τσάν­τα μὲ τὶς σα­κοῦ­λες.

        Ἀ­να­ρω­τι­έ­ται μή­πως ἔ­ζη­σε μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ὴ κά­τω ἀ­π’ τὰ συν­τρίμ­μια. Μή­πως τὴ ζω­ή της τὴ φαν­τά­στη­κε ἕ­νας ἐ­αυ­τὸς ποὺ πο­τὲ δὲν γνώ­ρι­σε πραγ­μα­τι­κά.

        Κι ὕ­στε­ρα με­μιᾶς, μὲ τὴν ἰ­δι­ο­τέ­λεια ποὺ νι­ώ­θουν οἱ ἑ­τοι­μο­θά­να­τοι, ἐ­ρω­τεύ­ε­ται τὸ σκο­τά­δι καὶ τὰ ὀ­κτὼ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ τῆς ἀ­πο­μέ­νουν – κά­θε δευ­τε­ρό­λε­πτο καὶ μιὰ μπου­κιὰ σὲ πει­να­σμέ­νο.



Πη­γή: Simon Van Booy, The Se­cret Li­ves of Peo­ple in Lo­ve, New York, Harper Pe­ren­nial, 2010.

Σά­ι­μον Βν Μπό­υ (Simon Van Booy) (Λον­δί­νο, 1975). Βρε­τα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Με­γά­λω­σε στὴν ὕ­παι­θρο τῆς Οὐ­α­λί­ας καὶ ζεῖ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Ἔ­χει γρά­ψει τὰ βι­βλί­α The Secret Lives of People in Love, Love Begins in Winter (δι­ε­θνὲς βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος Φρὰνκ Ὁ’Κόνορ), Everything Beautiful Began After (Ὅ­λα τὰ ὡ­ραῖ­α ἄρ­χι­σαν με­τά, Πα­τά­κης 2016), The Illusion of Separateness (Ἡ ψευ­δαί­σθη­ση τῆς μο­να­ξιᾶς, Πα­τά­κης 2019), Tales of Accidental Genius, Fathers Day, The Sadness of Beautiful Things καὶ Night Came with Many Stars. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τρί­α βι­βλί­α φι­λο­σο­φί­ας (Why We Fight, Why We Need Love καὶ Why Our Decisions Don’t Matter). Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες The New York Times, The Telegraph καὶ The Guardian.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Χρι­στί­να Γ. Πα­πα­δο­πού­λου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1981). Σπού­δα­σε ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, design στὸ Λον­δί­νο καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὶς γρα­φι­κὲς τέ­χνες. Ἐρ­γά­στη­κε γιὰ μί­α δε­κα­ε­τί­α ὡς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια κει­μέ­νων.


Ἱωάννα Γαλανάκη: ὅ,τι κι ἄν ἔπαθες


Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη


ὅ,τι κιν ἔ­πα­θες


ΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΜΠΑΛΟΥΚΛΙ βα­ρὺ ἕ­να αὐ­γου­στι­ά­τι­κο ἀ­πο­με­σή­με­ρο. Προ­σκυ­νή­σα­με, ἤ­πια­με ἁ­γί­α­σμα ἀ­πὸ τὴν πη­γή. Κά­θι­σα ἔ­πει­τα πα­ρά­με­ρα σὲ μιὰ δρο­σιὰ κι ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ τρα­βᾶ φω­το­γρα­φί­ες. Φω­το­γρά­φι­σε τὴν δε­ξα­με­νὴ μὲ τὰ μι­σο­τη­γα­νι­σμέ­να ψά­ρια, τὸ τέμ­πλο τοῦ να­οῦ, τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν Πα­τρια­ρχῶν κι ἄλ­λων ἐ­πι­φα­νῶν, τὸν με­γά­λο πλά­τα­νο, τὰ παγ­κά­κια μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Zeytinburnu», τὶς στρω­μέ­νες στὴν μπρο­στι­νὴ αὐ­λὴ τα­φό­πλα­κες μὲ λα­ξευ­μέ­να πά­νω τους ἕ­να-ἕ­να ὅ­λα τὰ σύ­νερ­γα τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος τῶν νε­κρῶν ποὺ κά­πο­τε προ­στά­τευ­αν, τὸ φτε­ρω­τὸ ἄ­γαλ­μα ποὺ στό­λι­ζε τὸν τά­φο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ κο­ρι­τσιοῦ ποὺ εἶ­χε ἄ­δι­κα χα­θεῖ, τὰ δυ­ὸ πα­πα­γα­λά­κια στὰ κρε­μα­σμέ­να κλου­βιὰ στὸν τοῖ­χο δί­πλα ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να τοῦ μο­να­στη­ριοῦ.

        Πά­νω ποὺ νό­μι­σα πὼς ἡ μα­νί­α της ἐ­κεί­νη ποὺ ὧ­ρες-ὧ­ρες μὲ πε­ρί­ζω­νε ἀ­κό­μη πιὸ πο­λὺ κι ἀ­πὸ τὴν πνι­γε­ρὴ ὑ­γρα­σί­α τῆς πο­λί­τι­κης ζέ­στης εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους χορ­τά­σει, τὴν εἶ­δα νὰ γυρ­νά­ει πρὸς τὰ πί­σω. Λὲς καὶ θυ­μή­θη­κε ἀ­πό­το­μα πὼς κά­που εἶ­χε ξε­χά­σει κά­τι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­τι­μο. Ἴ­σως τὸ κι­νη­τό της. Στὴν πί­σω αὐ­λὴ ἕ­να σχοι­νὶ πε­ρα­σμέ­νο σὲ με­ταλ­λι­κὸ κρί­κο ἔ­φρα­ζε ἐμ­πο­δί­ζον­τας τὴν δι­έ­λευ­ση τῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν πρὸς μιὰ μαρ­μά­ρι­νη σκά­λα. Ἀ­πὸ μα­κριὰ τὴν εἶ­δα νὰ ἀ­φαι­ρεῖ τὴν θη­λιὰ τοῦ σχοι­νιοῦ ἀ­πὸ τὸν κρί­κο. Ὁ φύ­λα­κας τῆς φώ­να­ξε αὐ­στη­ρὰ «ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ κεῖ καὶ πά­νω». «Και για­τί;» ἀν­τέ­τει­νε ἐ­κεί­νη ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νη. «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται! Ἀ­πὸ κεῖ εἶ­ν’ τὰ κε­λιά!»

        Δι­ά­βα­σα τὸ θυ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια της ποὺ ἔ­σμι­ξαν ἀ­στρα­πια­ῖα τὶς ρη­χὲς ρυ­τί­δες τους, γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στό­μα της ποὺ βί­αι­α συγ­κρά­τη­σε τὰ λό­για ποὺ τό­σο ἤ­θε­λε νὰ τοῦ ἐ­κτο­ξεύ­σει. Προ­σποι­ή­θη­κε τὴν ἀ­δι­ά­φο­ρη. Κι ὅ­ταν λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ φύ­λα­κας ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε σὲ μιὰ κου­βέν­τα του μὲ τὸν πα­πὰ ἐ­κεί­νη ἐκ­δι­κη­τι­κὰ τοῦ ξε­γλί­στρη­σε. Κι ἀ­νέ­βη­κε τὴν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη σκά­λα.

        Εἶ­χε ξε­κρε­μά­σει τὸ λου­ρὶ τῆς Nikon ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της καὶ εἶ­χε σκύ­ψει πά­νω σὲ κά­τι γλά­στρες μὲ τρι­αν­τά­φυλ­λα νὰ τὰ φω­το­γρα­φί­σει ἀ­πὸ κον­τά. Τὸ λου­ρὶ πι­ά­στη­κε στὰ ἀγ­κά­θια μιᾶς τρι­αν­τα­φυλ­λιᾶς, καὶ μό­λις πῆ­γε νὰ ἀ­να­ση­κω­θεῖ ἡ μη­χα­νὴ τρα­βή­χτη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια της καὶ ἔ­πε­σε στὶς πλά­κες κά­τω ἀ­πὸ τὴν σκά­λα. Χω­ρί­στη­κε στὰ δυ­ό, τὸ ἕ­να κομ­μά­τι ἔ­κα­νε γκὲλ καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε μὲς στὸν κου­βὰ μὲ τὸ νε­ρὸ ποὺ εἶ­χαν ἀ­φή­σει γιὰ τὸ πό­τι­σμα. Τὸ μπλοὺμ ἀ­πὸ τὸ βά­πτι­σμα τῆς μη­χα­νῆς ἀ­κού­στη­κε δυ­να­τά, τρέ­ξα­με ὅ­λοι καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε κα­βγὰς τρι­κού­βερ­τος.

        Τὸ βρά­δυ μοῦ ’­πε παν­τε­λῶς ἀ­πελ­πι­σμέ­νη: «καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς τό ’­ξε­ρα, τὸ ’­ξε­ρα πὼς δὲν θά ’­χε τί­πο­τα νὰ δεῖς ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω… Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο τὸ σκοι­νὶ ποὺ ἔ­φρα­ζε τὴ σκά­λα τὸ ἔ­νοι­ω­σα σὰ νὰ τυ­λί­γε­ται τρι­γύ­ρω ἀ­π’ τὸ λαι­μό μου κι ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ πά­σῃ θυ­σίᾳ.» Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει γιὰ ὅ­λες τὶς χα­μέ­νες πιὰ φω­το­γρα­φί­ες τοῦ τα­ξι­διοῦ, γιὰ τὴν κα­τε­στραμ­μέ­νη μη­χα­νή, γιὰ τὶς προ­σβο­λὲς ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ὑ­πο­στεῖ σι­ω­πη­λά, γιὰ ὅ­σα θλι­βε­ρὰ τῆς εἶ­χαν συμ­βεῖ ὣς τώ­ρα στὴ ζω­ή της ποὺ ὅ­που κι ἂν τα­ξί­δευ­ε τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Καὶ δὲν τῆς ἄ­φη­ναν χα­ρά.

        Γιὰ νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σω σκέ­φτη­κα νὰ τῆς πῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χα ἠ­χο­γρα­φή­σει ἀ­πὸ ἕ­να γη­ραι­ὸ Πο­λί­τη στὸ προ­η­γού­με­νο τα­ξί­δι μου στὴν Ἴ­σταν­μπουλ:

        «Πο­λύ πα­λιά, στὸν τό­πο ποὺ τώ­ρα λέ­νε Μπα­λου­κλὶ βρέ­θη­κε λέ­νε κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε χά­σει τὴν ὅ­ρα­σή του. Ξέ­πλυ­νε τὰ μά­τια του στὸ νε­ρὸ τῆς πη­γῆς καὶ λί­γο με­τὰ γι­α­τρεύ­τη­κε. Αὐ­τὸ τὸ ἄ­κου­σε ὁ βα­σι­λιὰς Ἰ­ου­στι­νια­νὸς καὶ πί­στε­ψε πὼς ἦ­ταν θαῦ­μα ἐ­νῶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἂν καὶ μι­λοῦ­σαν μὲ εὐ­λά­βεια θε­ω­ροῦ­σαν αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α ἕ­ναν ἀ­κό­μη πα­λιὸ θρύ­λο. Ἔ­τσι ἐ­πει­δὴ πί­στε­ψε στὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ τό­που ὁ βα­σι­λιὰς ὅ,τι ὑ­λι­κὰ πε­ρίσ­σε­ψαν ἀ­πὸ τὸ χτί­σι­μο τῆς Ἁ­γιὰ Σο­φιᾶς δι­έ­τα­ξε νὰ τὰ με­τα­φέ­ρουν ὅ­λα ἐ­κεῖ, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ στε­ρε­ὰ τεί­χη τῆς Πό­λης, στὸ κα­τά­φυ­το ἐ­κεῖ­νο μέ­ρος μὲ τὶς πη­γές, τὰ ψη­λὰ κυ­πα­ρίσ­σια, τὰ συμ­με­τρι­κὰ πλα­τά­νια, τὰ ἄν­θη καὶ τὸν κα­λὸ ἀ­έ­ρα ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς ἀν­θρώ­πους τό­σο πο­λὺ νὰ ξε­χνοῦν τὶς φρον­τί­δες τους ὥ­σπου στὸ τέ­λος θε­ρα­πεύ­ον­ταν ἀ­π’ τὸ κά­θε τί ποὺ τοὺς βα­σά­νι­ζε. Κά­πο­τε ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες. Ἐ­κεῖ ὁ Ἰ­ου­στι­νια­νὸς ἔ­φτια­ξε ἐκ­κλη­σί­α καὶ κα­θώς μοῦ ’­λε­γε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νος Πο­λί­της μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν βέ­βαι­α ὁ βα­σι­λιὰς πε­ρή­φα­νος γιὰ τὴν Ἁ­γιὰ Σο­φιὰ μὰ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τὸν τὸν μι­κρὸ να­ὸ τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς. Ἐ­κεῖ λέ­ει ἔ­νοι­ω­θε ἐ­λευ­θε­ρω­μέ­νος ἀ­π’ τὶς ἔ­γνοι­ες του, ἐ­κεῖ ἔ­νοι­ω­θε σὰν νὰ ἦ­ταν πά­λι παι­δὶ καὶ ὄ­χι ὁ βα­σι­λιάς. Τὰ βα­σί­λεια ἄλ­λω­στε στὰ παι­διὰ ἀ­νή­κουν, κα­τέ­λη­ξε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νος Πο­λί­της. Κι ἦ­ταν ἀ­κλό­νη­τος στὴν πε­ποί­θη­σή του πὼς ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν Πό­λη δὲν ὑ­πάρ­χουν καὶ πολ­λὲς ἀ­λή­θει­ες γι’ αὐ­τὸ κι ἀ­ξί­ζει νὰ θυ­μό­μα­στε τὸ κά­θε της κομ­μά­τι.»


Κι ἀ­φοῦ τῆς τέ­λει­ω­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς εἶ­πα: Νὰ ξέ­ρεις κα­λύ­τε­ρα ποὺ δὲν ἄ­φη­σες ἐ­κεῖ­νο τὸ σχοι­νὶ νὰ σὲ στα­μα­τή­σει. Ἄ­ξι­ζε ὅ,τι κι ἂν ἔ­πα­θες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη (Χα­νιά). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α καὶ Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Durham (Ἀγ­γλί­α). Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Leiden (Ὀλ­λαν­δί­α). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, ἐ­πί­σης κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Monumenta, στὸ μπλὸγκ Σταυ­ρο­δρό­μι καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Ἀ­ρα­δή­ν (ποί­η­ση, Publibook 2010).

Ἡρὼ Νικοπούλου: Πρόβα


Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου


Πρό­βα

 

ΑΤΑΛΑΒΑ, εἶ­πε τὸ παι­δὶ ξε­καρ­δι­σμέ­νο στὰ γέ­λια καὶ ση­κώ­θη­κε μὲ δύ­να­μη ἀ­π’ τὸν μι­κρό του νε­ρό­λακ­κο τινάζοντας ὅπως μποροῦσε ἀπό πάνω του τὴν ὑγρὴ ἄμμο. Πλη­σί­α­ζε με­ση­μέ­ρι κι ὁ ἥ­λιος ἔ­και­γε ἀ­νε­λέ­η­τα.

          Πῆ­ρε τὸ πλα­στι­κὸ κόκ­κι­νο φτυ­α­ρά­κι του κι ἄρ­χι­σε νὰ θά­βει ἀρ­γά, με­θο­δι­κὰ τὸν πα­τέ­ρα του στὴν ἄμ­μο.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νι­κο­πού­λου, Ἡ­ρώ. (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέντε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τέσσερις συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡρώ Νικολοπούλου καὶ ἄλλες συνταχνιακές ἱστορίες (διη­γήματα, Γα­βρι­η­λί­δης, 2020). Συν­δι­ευ­θύ­νει μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζί του τὶς ἀν­θο­λο­γί­ες μι­κροῦ δι­η­γή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’14Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’15 καὶ Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ’16 (Γα­βρι­η­λί­δης). Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λογοτεχνικὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὸν ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο καὶ ἔχουν μεταφραστεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλλικά, ιταλικά, ρω­σι­κά, ἱσπανικά, βουλγαρικά, τουρ­κι­κὰ καὶ σέρ­βι­κα.

Στά Ἰσπανικὰ κυκλοφορεῖ ἡ ἀνθολογία ποιημάτων της μέ τὸν τίτλο Aceptiones de la Miranda σὲ μετάφραση Jose Antonio Moreno Jurado (2019, El Arbol de la Luz, Sevilla). Εἶ­ναι μέ­λος τοῦ Εἰ­κα­στι­κοῦ Ἐ­πι­με­λη­τη­ρί­ου Ἑλ­λά­δας, τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τοῦ Κύ­κλου Ποι­η­τῶν. Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα:

www.ironikopoulou.gr



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ: στὴ χώρα αὐτή


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


στὴ χώ­ρα αὐ­τή


ΤΗ ΧΩΡΑ ΑΥΤΗ οἱ ἄν­θρω­ποι με­τὰ βί­ας σκέ­φτον­ται τὸ θά­να­το. Δὲν κα­τα­λαμ­βά­νει αὐ­τὸς τὶς κα­θη­με­ρι­νὲς σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τή, οὔ­τε καν τὶς βρα­δι­νές. Οἱ σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ εἶ­ναι μα­κρὰν πο­λὺ πε­ρί­πλο­κες γι’ αὐ­τόν, δι­α­δέ­χον­ται ἡ μιὰ τὴν ἄλ­λη μὲ ρυθ­μὸ ἐ­ξον­τω­τι­κό. Τό­σο γρή­γο­ρα τρέ­χουν οἱ σκέ­ψεις τῶν ἀν­θρώ­πων στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ ποὺ ξε­περ­νοῦν σὲ τα­χύ­τη­τα ἀ­κό­μα καὶ τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ συρ­μό, τὰ σύν­νε­φα ἢ τὰ ἀ­πο­δη­μη­τι­κὰ που­λιά. Μέ­σα σ’ αὐ­τὸ τὸ θυ­ελ­λῶ­δες κου­βά­ρι εὔ­κο­λα ξε­χνᾶ κα­νεὶς τί ἔ­φα­γε χτές, ποι­όν συ­νάν­τη­σε τυ­χαῖ­α προ­χτὲς ἢ τί ψή­φι­σαν οἱ συμ­πα­τρι­ῶ­τες του στὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γές. Οἱ τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γὲς πᾶ­νε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἔ­γι­ναν καὶ εἶ­ναι κά­πως φυ­σι­κὸ νὰ μὴ θυ­μᾶ­ται κα­νείς. Ὑ­πάρ­χουν βέ­βαι­α κι αὐ­τοὶ ποὺ δὲ θέ­λουν νὰ θυ­μοῦν­ται, ὅ­μως τὸ γε­γο­νὸς πα­ρα­μέ­νει: Μό­νο ἄ­το­μα τρί­της ἡ­λι­κί­ας καὶ ὅ­σοι ἀ­π’ αὐ­τοὺς δὲν πά­σχουν ἀ­π’ τὴ νό­σο τοῦ Ἀλ­τσχά­ι­μερ εἶ­ναι σὲ θέ­ση νὰ ἀ­να­πο­λή­σουν τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­θνι­κὲς ἐ­κλο­γές. Ἀ­να­πό­λη­ση ἴ­σον εὐ­χά­ρι­στο δι­ά­λειμ­μα ποὺ γί­νε­ται σπο­ρα­δι­κὰ κι ἀ­πρό­ο­πτα καὶ πα­γώ­νει τὴν ἀ­κα­τά­σχε­τη τα­χύ­τη­τα τῶν κα­θη­με­ρι­νῶν σκέ­ψε­ων. Ἀλ­λά, ἡ τα­χύ­τη­τα χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὰ πάν­τα. Στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ τὰ τε­χνι­κὰ μέ­σα (ἰ­α­τρι­κά, τε­χνο­λο­γι­κά, με­τα­φο­ρι­κὰ καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς) κρα­τοῦν τοὺς ἀν­θρώ­πους σὲ ἀ­έ­να­η ἐ­γρή­γορ­ση. Ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ θα­νά­του στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ εἶ­ναι ὁ­λο­έ­να καὶ πιὸ μα­κρι­νή, λι­γό­τε­ρο ἀ­πει­λη­τι­κή. Οἱ κα­πνοὶ καὶ τὰ σκο­τά­δια τῆς κά­πο­τε τρο­μα­κτι­κῆς του πα­ρου­σί­ας ἔ­χουν ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ λευ­κὰ δω­μά­τια. Στὴ δι­α­κό­σμη­ση βα­σι­λεύ­ει ἄλ­λω­στε ὁ μι­νι­μα­λι­σμός.

        Στὴ χώ­ρα αὐ­τή, οἱ ἄν­θρω­ποι μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κύ­ριοι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ τους ἢ τοῦ πε­πρω­μέ­νου τους, ἔ­χουν ὅ­μως τε­λει­ο­ποι­ή­σει σὲ με­γά­λο βαθ­μὸ τὴν τέ­χνη τῆς ψευ­δαί­σθη­σης, κι αὐ­τὸ τοὺς ἀρ­κεῖ. Δὲν στα­μα­τοῦν οἱ ἔν­νοι­ες ―ὁ ρυθ­μός τους εἶ­ναι τὸ λι­γό­τε­ρο ἰ­λιγ­γι­ώ­δης― τὰ μα­σὰζ ὅ­μως εἶ­ναι οἰ­κο­νο­μι­κά, ἡ ρε­φλε­ξο­λο­γί­α κερ­δί­ζει ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­δα­φος, ὅ­πως καὶ ἡ γι­όγ­κα, ἡ δί­αι­τα Ἄτ­κινς ἢ τό­σες ἄλ­λες πρα­κτι­κές.

        Πα­ρὰ τὴν πλη­θώ­ρα ἀ­ναλ­γη­τι­κῶν παν­τὸς τύ­που καὶ γού­στου, θὰ ἦ­ταν ἄ­δι­κο νὰ πεῖ κα­νεὶς πὼς οἱ ἄν­θρω­ποι στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ δὲν ὑ­πο­φέ­ρουν. Ὑ­πο­φέ­ρουν, ἁ­πλῶς ἔ­χουν μά­θει νὰ ἀ­γνο­οῦν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα τὸν πό­νο ἢ τὸν φό­βο ἢ μπο­ρεῖ ὁ πό­νος ἢ ὁ φό­βος νὰ ἔ­χουν κα­τὰ κά­ποι­α ἔν­νοι­α με­τα­το­πι­στεῖ σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο στρα­τό­πε­δο. Ἢ νὰ ἔ­χουν με­ταμ­φι­ε­στεῖ. Ἢ νὰ ἔ­χουν πέ­σει θύ­μα­τα κά­ποι­ου ἔ­ξυ­πνου δι­α­φη­μι­στι­κοῦ κόλ­που. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ στὴ χώ­ρα αὐ­τή! Ἡ δυ­σκο­λί­α ἐ­ξεύ­ρε­σης συν­τρό­φου, ὁ μα­ρα­θώ­νιος των ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῶν ἀ­ξι­ώ­σε­ων, οἱ ὑ­πέ­ρογ­κοι φό­ροι, οἱ ἀ­παι­τή­σεις τῶν στε­γα­στι­κῶν δα­νεί­ων, τῆς μη­τρό­τη­τας καὶ τῆς πα­τρό­τη­τας, σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν μεί­ω­ση τῶν συν­τά­ξε­ων, τὴν ἀ­νε­πάρ­κεια τῶν μι­σθῶν, τὰ προ­βλή­μα­τα σε­ξου­α­λι­κῆς φύ­σε­ως καὶ τὴν οἰ­κο­λο­γι­κὴ κα­τα­στρο­φὴ κρα­τοῦν τοὺς ἀν­θρώ­πους στὴ χώ­ρα αὐ­τὴ ἀρ­κε­τὰ ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νους ὥ­στε νὰ μὴν σκέ­φτον­ται τὸ θά­να­το. Κι ἄλ­λω­στε, ὁ θά­να­τος ἔ­χει πρὸ πολ­λοῦ με­τα­να­στεύ­σει σ’ ἄλ­λους τό­πους, δὲν τὸν βλέ­πει πιὰ κα­νεὶς πα­ρὰ μο­νά­χα στὸ βρα­δι­νὸ δελ­τί­ο εἰ­δή­σε­ων ἢ ἔ­χει με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη τη­λε­ο­πτι­κὴ σει­ρὰ συν­δρο­μη­τι­κῆς τη­λε­ό­ρα­σης. Τὸ ἐ­ρώ­τη­μα λοι­πὸν δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ρη­το­ρι­κό: Ποι­ὸς σκέ­φτε­ται τὸ θά­να­το τὴ σή­με­ρον ἡ­μέ­ρα; Στὴ χώ­ρα αὐ­τή, τὴ ζω­ὴ τρέ­μουν ὅ­λοι!



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

 http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Βασίλης Καραβίτης: Γεροντικὸς ἔρωτας: Μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­ο­πτι­κὴ γιὰ ὅ­λους μας



Βασίλης Καραβίτης


Γε­ρον­τι­κὸς ἔ­ρω­τας:

Μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­ο­πτι­κὴ γιὰ ὅ­λους μας


ΠΑΥΛΟΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ τε­ρά­στιο μω­ρὸ καὶ μὲ πολ­λὲς δυ­σκο­λί­ες στὴ γέν­να. Ἡ μά­να του κιν­δύ­νε­ψε ἀ­παί­σια στὴν ἐπι­χεί­ρη­ση το­κε­τός, ἔ­τσι ποὺ ὁ πα­τέ­ρας του τὰ χρει­ά­στη­κε γιὰ κα­λά. Ἀ­π’ τὴ δεύ­τε­ρη ὅ­μως μέ­ρα τὰ ξέ­χα­σε ὅ­λα καὶ κα­μά­ρω­νε σὰν γύ­φτι­κο σκε­πάρ­νι γιὰ τὸν παί­δα­ρο ποὺ ἔ­φε­ρε στὸν κό­σμο (ἀ­κό­μα δι­η­γεῖ­ται τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ γιοῦ του, ποὺ βρέ­φος βυ­ζα­νι­ά­ρι­κο ζη­τοῦ­σε —τά­χα— ἐ­πί­μο­να καὶ εἰδι­κὰ πε­πό­νι στὸ τρα­πέ­ζι). Με­τὰ τοὺς γνω­στοὺς ἐν­θου­σια­σμοὺς ἐγ­κα­τέλει­ψε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση τὸν Παῦ­λο στὶς φρον­τί­δες τῆς σκλη­ρο­τρά­χη­λης μά­νας του. Τὸ παι­δὶ πέ­ρα­σε ὁ­μα­λὰ ὅ­λες τὶς παι­δι­κὲς ἀρ­ρώ­στι­ες, ἐπέζη­σε στὴν Κα­το­χὴ καὶ μπῆ­κε στὴν ἐφη­βεία χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Ἔ­γι­νε ἕ­νας πα­νύ­ψη­λος, πα­χὺς κι ἀ­δέ­ξιος νε­α­ρὸς καὶ φα­νε­ρὰ μο­νό­χνο­τος τύ­πος. Ὑπάκουος καὶ ὑ­πο­κρι­τὴς στὸ σπί­τι ἀ­π’ τὸ φό­βο τῆς δε­σπο­τι­κῆς μη­τέ­ρας του, ἔ­μα­θε σι­γὰ-σι­γὰ νὰ ξε­σπά­ει στοὺς ἄλ­λους: μι­κρὸς ἀκό­μα, στοὺς βο­λι­κοὺς κι ἀ­δύ­να­τους συμ­μα­θη­τές του· καὶ ὅ­ταν με­γά­λω­σε καὶ βγῆ­κε στὴν πιά­τσα, στοὺς τα­λαί­πω­ρους ὑ­παλ­λή­λους του. Για­τί, πα­ρὰ τὰ κου­σούρια του, κα­τόρ­θω­σε νὰ πε­τύ­χει ἐπαγ­γελ­μα­τι­κὰ (μιὰ ἀ­κό­μη ἀ­πό­δει­ξη πὼς τί­πο­τα δὲν ἐμ­πο­δί­ζει τὸν ἄν­θρω­πο νὰ κά­νει λε­φτά). Στὴν πε­ρί­πτω­σή του, αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­τυ­χία σί­γου­ρα εἶ­ναι ἀ­τύ­χη­μα, πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ φί­λος μου ὁ Κο­σμᾶς, ἀφοῦ μὴν ἔ­χον­τας τώ­ρα νὰ ἀναλω­θεῖ σὲ κά­ποι­ο εἶ­δος βι­ο­πά­λης, πρέ­πει ν’ ἀν­τέ­χει κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν ἄ­θλιο ἑ­αυ­τό του: κά­τι σὰν ἀν­θρω­πό­μορ­φο χρυ­σό­ψα­ρο μέ­σα στὴ γυά­λα τῆς οἰ­κο­νο­μι­κῆς εὐ­μά­ρειας. Μ’ ὅ­λες τὶς πε­ρίσ­σι­ες ἀνέσεις του ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὶς ἴ­δι­ες καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες δυ­σκο­λί­ες προ­σαρ­μο­γῆς στὸν γύ­ρω του ἐ­χθρικὸ κό­σμο (χω­ρὶς νὰ λά­βου­με ὑπό­ψη τὴν ὕ­που­λη αἴ­σθη­ση τοῦ δια­βρωτι­κοῦ χρό­νου καὶ τῆς πα­ρο­δι­κό­τη­τας τῆς ὕ­παρ­ξής μας στὴ ζω­ή). Ἀ­πὸ φύ­ση μα­ζο­χι­στής, ἔ­βρι­σκε πάν­το­τε ἡ­δο­νὴ στὶς ἀ­νι­κα­νο­ποίη­τες γυ­ναῖ­κες, αὐ­τὲς ποὺ φάν­τα­ζαν μ’ ἔν­το­νη προ­σω­πι­κό­τη­τα – συ­νή­θως ἕ­να δι­ά­φα­νο προ­πέ­τα­σμα τῆς ἀ­ξε­πέ­ρα­στης, στὶς πιὸ πολ­λές, μο­να­ξιᾶς τους. Γνώ­ρι­σε ἔ­τσι πρό­ω­ρα κάμ­πο­σες ἐ­ρω­τι­κὲς ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις μὲ τὰ συ­να­κό­λου­θα ψυ­χι­κὰ τραύ­μα­τα, ποὺ ἡ χρό­νια ἀ­νώ­ρι­μη ψυ­χο­σύν­θε­σή του δὲν θέ­λη­σε νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ, οὔ­τε μπό­ρε­σε φυ­σι­κὰ νὰ ξε­πε­ρά­σει. Κά­πο­τε παν­τρεύ­τη­κε μιὰ ξε­βγαλ­μέ­νη μὲ ἐκ­δη­λω­μέ­να δύ­στρο­πο χα­ρα­κτή­ρα, ποὺ συμ­φω­νοῦ­σε, φαί­νε­ται, ἀό­ρι­στα μέ­σα του μὲ τὸ ἀν­δρι­κὸ ἀρ­χέ­τυ­πο τῆς μά­νας του. Ἴ­σως πά­λι ν’ ἀ­να­ζη­τοῦ­σε στὰ τυ­φλὰ κά­ποι­ο αἴ­σθη­μα ἀ­σφά­λειας ποὺ χα­ρί­ζει σὲ τέ­τοι­ους τύ­πους τὸ νό­μι­μο πλαί­σιο τοῦ ζευ­γα­ρώ­μα­τος. Ξέχα­σε ὅ­μως τὴ δι­α­φά­νεια τοῦ ἀν­τι­φα­τι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα του καὶ πό­σο εὔ­κο­λα μπο­ρεῖ κι ἡ πιὸ ἠ­λί­θια σύ­ζυ­γος νὰ δι­α­κρί­νει τὶς εὐά­λω­τες πλευ­ρὲς τοῦ συμ­βί­ου της, μιὰ καὶ τὸν ἔ­χει κά­θε μέ­ρα στὸ χέ­ρι. Ἀπὸ ὑ­ποταγ­μέ­νος γιὸς ἔ­γι­νε ὑ­πο­ταγ­μέ­νος σύ­ζυ­γος κι αὐ­τὴ ἡ με­τά­θε­ση συν­τε­λέ­σθη­κε ἀ­νε­παί­σθ­η­τα καὶ σὰν μοι­ραί­α ψυ­χο­λο­γι­κὴ πο­ρεί­α τῆς σφρα­γι­σμέ­νης, μι­σε­ρῆς φύ­σης του. Ζών­τας τώ­ρα μό­νι­μα τὴν ἀ­να­σφά­λεια σὰν φυ­σι­κὴ κα­τά­στα­ση, βι­ά­ζε­ται νὰ γυ­ρί­σει νω­ρὶς στὸ σπί­τι, πρέ­πει νὰ ξέ­ρει ποὺ βρί­σκε­ται κά­θε στιγ­μὴ ἡ γυ­ναί­κα του καὶ δὲν ἀ­νέ­χε­ται νὰ μέ­νει μό­νη μὲ τὶς φι­λε­νά­δες της. Θέ­λει νὰ νι­ώ­θει πὼς τῆς εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τος, για­τὶ ἕ­να τέ­τοι­ο συ­ναί­σθη­μα τοῦ καλ­λι­ερ­γεῖ μιὰ ὑ­πο­δό­ρεια αἴ­σθη­ση προ­ο­ρι­σμοῦ ποὺ τὸν ἡ­συ­χά­ζει. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα εἶ­ναι πὼς ἡ ἄλ­λη, σί­γου­ρη γιὰ τὴν ἄρ­ρω­στη ἐ­ξάρ­τη­σή του, δι­α­μαρ­τύ­ρε­ται ἀ­νοι­χτὰ πὼς ἡ τό­ση ἀγά­πη καὶ φρον­τί­δα του τὴ σκο­τώ­νει. Σὲ λί­γο, πι­στεύ­ει ὁ φί­λος μου ὁ Κο­σμᾶς, θὰ ξε­σπά­σουν ἀ­π’ τὴν τέ­τοι­α κα­τα­πί­ε­ση οἱ γνω­στές, γε­λοῖ­ες τά­σεις ἀν­ταρ­σίας ποὺ ἀ­να­κα­λύ­πτουν μέ­σα τους, γύ­ρω στὴν κλι­μα­κτή­ριο, οἱ βο­λε­μέ­νες ἔγ­γα­μες. Καὶ τό­τε θ’ ἀρ­χί­σει ἕ­να ἄλ­λο ἑλ­λη­νι­κὸ σή­ριαλ μ’ ἐ­λε­ει­νὸ θύ­μα καὶ πρω­τα­γω­νι­στὴ τὸν κω­μι­κο­τρα­γι­κὰ πα­νι­κό­βλη­το φί­λο μας. Μιὰ ἐ­ξέ­λι­ξη ποὺ οὔ­τε θέ­λω νὰ τὴ σκέ­φτο­μαι.

       Ὅ­μως ἀ­φέ­θη­κα στὰ προ­βλή­μα­τα τοῦ Παύ­λου, λὲς κι εἶ­ναι ὁ μό­νος ποὺ βα­σα­νί­ζε­ται ἀ­π’ τοὺς πα­λιούς μας φί­λους. Ἴ­σως ὅ­μως καὶ νὰ προ­βά­λω πά­νω του προ­σω­πι­κά μου πλέγ­μα­τα ἢ ἐ­νο­χὲς καὶ συγ­γε­νι­κὲς κα­τα­στά­σεις ἄλ­λων φί­λων, ποὺ μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ πι­στεύ­ω πὼς δὲν μὲ ἀ­φο­ροῦν κα­θό­λου. Ὅ­πως καὶ νά ’­χει τὸ πράγ­μα, τὸ σί­γου­ρο εἶ­ναι πὼς πι­ά­σα­με ὅ­λοι τὰ σα­ράν­τα πέν­τε (ἐ­δῶ κά­τι κλέ­βω) κι ὅ­λο τὸ μι­κρὸ κε­φά­λαι­ο τῶν ἐ­πα­φῶν μας μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες μοιά­ζει κι­ό­λας μα­κρι­νὸ κι ἐ­ξαν­τλη­μέ­νο. Μπαί­νου­με τώ­ρα κα­νο­νι­κὰ στὴ θέ­ση τοῦ ἀ­μέτο­χου θε­α­τῆ στὸ ἐρω­τικὸ παι­χνί­δι τῶν ἄλ­λων μ’ ὅ­λες τὶς κρύ­ες φο­βί­ες τοῦ με­σή­λι­κα. Ψυ­χο­λο­γι­κὰ ἀ­νέ­τοι­μοι στὸ γύ­ρι­σμα τῆς ζω­ῆς καὶ μὲ τὸ φάν­τα­σμα τῆς γε­ρον­τι­κῆς κα­τά­πτω­σης μπρο­στά μας. Ἔ­λε­γα πὼς μό­νο ἐγὼ αἰ­σθά­νο­μαι ἔ­τσι κι ἄρ­χι­σα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴν ξε­κάρ­φω­τη σὲ πολ­λὲς πλευ­ρὲς εὐ­αι­σθη­σία μου. Ὅ­μως βλέ­πω πα­ρό­μοι­ες τά­σεις καὶ σ’ ἄλ­λους γνω­στούς, μὲ στέ­ρε­ο —ὣς τὰ τώ­ρα— μυα­λό. Συ­χνὰ μὲ στρι­μώ­χνουν τὰ με­ση­μέ­ρια στὰ οὐ­ζά­δι­κα κι ἐ­κεῖ ζῶ τὰ πιὸ θλι­βε­ρὰ δι­α­λείμ­μα­τα ἀ­νά­με­σα στὴ δου­λειὰ καὶ τὸν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ ὕ­πνο. Βρι­σκό­μα­στε μα­ζὶ γιὰ νὰ ἐ­κτο­νω­θοῦ­με —τά­χα— ἀ­πὸ πι­ε­στι­κά, τρε­χού­με­να προ­βλή­μα­τα. Ὅ­μως αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, ἴ­σως κι ἀ­π’ τὴν ἐπί­δρα­ση τοῦ πο­τοῦ, τὸ ναρ­κω­μέ­νο μας θυ­μι­κὸ γυ­ρί­ζει μό­νι­μα σὲ πα­λι­ὲς γκο­με­νο­δου­λει­ές. Ἰ­δί­ως ὅ­ταν βρί­σκον­ται στὸ μα­γα­ζὶ τί­πο­τα ὀ­ρε­κτι­κὰ μα­νούλια μὲ τ’ ἀ­γό­ρια τους.

       Ἱδρώνω τό­τε πραγ­μα­τι­κὰ νὰ στα­μα­τή­σω τὴ λο­γόρ­ροι­ά τους γύ­ρω ἀ­πὸ μπα­γι­ά­τι­κες ἐρω­τι­κές ἱ­στο­ρί­ες ποὺ τὶς ξέ­ρω ἀ­π’ ἔ­ξω κι ἀνα­κα­τω­τὰ σ’ ὅ­λες τὶς ὁ­μα­λὲς καὶ δι­ά­στρο­φες ἐκ­δο­χές τους. «Δὲν τὸ κό­βε­τε τώ­ρα», τοὺς μα­λώ­νω. «Ἐν­τά­ξει, κύ­ριοι, ὡ­ραῖ­ο πράγ­μα ὁ ἔ­ρω­τας. Φτά­νει νὰ εἶ­ναι στὴν ὥ­ρα του. Ἀλ­λι­ῶς μοιά­ζει μὲ ξα­να­ζε­στα­μέ­νο τσά­ι.» Κου­βέν­τες ἄ­σχε­τες, ποὺ κα­νέ­νας δὲν δεί­χνει ν’ ἀ­κού­ει, ἐνῶ ταυ­τό­χρο­να πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ συμ­με­τέ­χει κα­νο­νι­κὰ στὶς ἄρ­ρω­στες ἀ­να­δρο­μές τους. Φεύ­γου­με ζα­λι­σμέ­νοι καὶ ἀλ­λό­κο­τα ἄ­δει­οι μὲ ὑ­πο­σχέσεις δι­ά­φο­ρες νὰ μὴ χα­θοῦ­με πά­λι.

       Τί μᾶς μέ­νει, λοι­πόν, ἐ­δῶ ποὺ φτά­σα­με, μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μας σχε­δὸν μου­δι­α­σμέ­νες καὶ βα­θιὰ ἀνήσυ­χοι γιὰ ὅ­σα κρυ­φὰ ρη­μά­ζουν τὸν μέ­σα μας κό­σμο; Ὁ Κο­σμᾶς πι­στεύ­ει πὼς σὲ κά­θε ἄν­τρα ἐ­πι­ζε­ῖ μέ­χρι θα­νά­του ἕ­να ἀ­νε­ξάν­τλη­το ὑπό­λειμ­μα ἐρω­τι­κῆς φύ­σης ποὺ ἀ­δι­άκο­πα ἀν­τι­δρᾶ στὸ σκο­τει­νὸ μέλ­λον τῆς φθο­ρᾶς του. Ἂν εἶ­ναι ἔ­τσι τὸ φύ­λο μας, ὑπάρ­χει ἀ­κό­μη ἐλ­πί­δα σ’ ἕ­ναν τε­λευ­ταῖ­ο γε­ρον­τι­κὸ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἀν­θε­κτι­κὸς στὸ μο­χθη­ρό μας πε­ρι­βάλ­λον θὰ κρα­τή­σει ἀνοι­χτὴ τὴν ὑπό­σχε­ση τῆς σπά­νιας ἐ­πα- φῆς ποὺ ἡ ἐ­ρω­τι­κὴ δι­ά­θε­ση χα­ρί­ζει. Κά­τι τέ­τοι­ο χρει­α­ζό­μα­στε γιὰ νὰ ἀν­τέξου­με τὰ πι­κρὰ χρό­νια ποὺ μᾶς πε­ρι­μέ­νουν. Κι ὄ­χι νὰ πα­ρι­στά­νου­με τώ­ρα τὸ σκλη­ρὸ πε­πό­νι στὴν κα­κό­τυ­χη γυ­ναί­κα μας, ποὺ κά­πο­τε τρο­μαγ­μέ­νη ἤ κου­ρα­σμέ­νη ἀπ’ τὸ ἐρω­τι­κὸ παι­χνί­δι ἀφέ­θη­κε καὶ ἄ­ρα­ξε σὲ κά­ποι­ον δει­λὸ κι ἀ­νεκ­δή­λω­το ξε­μω­ρα­μέ­νο, ὅ­πως οἱ πιὸ πολ­λοὶ ἀ­πὸ μᾶς.



Πηγή: Ὀκνηρίας ἐγκώμιον ἤ γιατί μᾶς κλαῖνε κι οἱ ρέγγες (Στιγμή, 1985).

Βασίλης Καραβίτης (Νέα Ορεστιάδα, 1934-2016). Μεγάλωσε στὸν Πειραιᾶ καὶ ἀνδρώθηκε στὴν Αθήνα τῆς δεκαετίας τοῦ ’50, ὅπου σπούδασε νομικὰ καὶ δικη­γοροῦσε γιὰ ἀρκετὰ χρόνια. Ἐξέδωσε ἐννέα ποιητικὲς συλλογές, δύο πεζο­γρα­φή­μα­τα και εἶχε μεταφράσει ξένη μεταπολεμικὴ ποίηση (Χέρμπετ, Μιλότς, Ρουζέ­βιτς, Σιμπόρσκα, κ.ἄ.). Ὑπῆρξε ἀπὸ τὰ ἱδρυτικά μέλη τῆς Ἑταιρείας Συγγραφέων καὶ τακτικὸς συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ Διαγώνιος στὴ Θεσσαλονίκη. Πρῶτο του βιβλίο Τὸ παιχνίδι τῆς ἐπαφῆς (ποιήματα, Διαγώνιος, 1973).



		

	

Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez): Τὸ ἐ­κτε­λε­στι­κὸ ἀ­πό­σπα­σμα τὸν πα­ρέ­λα­βε ἀ­πὸ τὸ κε­λί…



Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez)


Τὰ πέν­τε πιὸ ὡ­ραῖ­α μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ κό­σμου (5/5)

(Los cinco cuentos cortos más bellos del mundo)


[V. Τὸ ἐ­κτε­λε­στι­κὸ ἀ­πό­σπα­σμα τὸν πα­ρέ­λα­βε ἀ­πὸ τὸ κε­λί…]

[V. El pelotón de fusilamiento lo sacó de su celda…]


Ο ΕΚΤΕΛΕΣΤΙΚΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ τὸν πα­ρέ­λα­βε ἀ­πὸ τὸ κε­λὶ ἕ­να πα­γω­μέ­νο ξη­μέ­ρω­μα καὶ ὅ­λοι μα­ζὶ ἔ­πρε­πε νὰ δι­α­σχί­σουν μιὰ χι­ο­νι­σμέ­νη πε­ρι­ο­χὴ γιὰ νὰ φτά­σουν στὸ ση­μεῖ­ο τῆς ἐ­κτέ­λε­σης. Οἱ χω­ρο­φύ­λα­κες ἦ­ταν κα­λὰ προ­στα­τευ­μέ­νοι ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο μὲ πα­νω­φό­ρια, γάν­τια καὶ τρί­κο­χα, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ ἔ­τσι τουρ­τού­ρι­ζαν ἐν μέ­σῳ τῆς πα­γω­μέ­νης ἐ­ρη­μιᾶς. Ὁ κα­η­μέ­νος ὁ φυ­λα­κι­σμέ­νος, ποὺ φό­ρα­γε μό­νο μιὰ ζα­κέ­τα ἀ­πὸ ξε­φτι­σμέ­νο μαλ­λί, δὲν ἔ­κα­νε τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸ νὰ τρί­βει τὸ σχε­δὸν κοκ­κα­λω­μέ­νο σῶ­μα, ἐ­νῶ πα­ρα­πο­νι­ό­ταν δυ­να­τὰ γιὰ τὸ φο­νι­κὸ ψύ­χος. Κά­ποι­α στιγ­μή, ὁ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τοῦ ἐ­κτε­λε­στι­κοῦ ἀ­πο­σπά­σμα­τος, ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος μὲ τὰ πα­ρά­πο­να, τοῦ φώ­να­ξε:

       — Δι­ά­ο­λε, πά­ψε νὰ κά­νεις τὸν μάρ­τυ­ρα μὲ τὸ σκα­το­κρύ­ο. Σκέ­ψου καὶ ἐ­μᾶς, ποὺ ἔ­χου­με καὶ νὰ γυ­ρί­σου­με.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Ciudad Seva, Casa digital del escritor Luis López Nieves:

Cuentos de Gabriel García Márquez – Ciudad Seva – Luis López Nieves

Γκαμπριὲλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez) (Κο­λομ­βί­α 1927-Με­ξι­κὸ 2014). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης λό­γους, ρε­πορ­τάζ, κρι­τι­κὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα. Ὑ­πῆρ­ξε γνω­στὸς σὰν Γκάμ­πο καὶ οἱ φί­λοι του τὸν φώ­να­ζαν Γκαμ­πί­το. Τὸ 1982 ἔ­λα­βε τὸ Νόμ­πελ τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας «γιὰ τὶς νου­βέ­λες του καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ μπλέ­κον­ται σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἀ­πὸ φαν­τα­σί­α, ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τὴν ζω­ὴ καὶ τὶς συγ­κρού­σεις μιᾶς ἠ­πεί­ρου». Συν­δέ­ε­ται ἄρ­ρη­κτα μὲ τὸν «μα­γι­κὸ ρε­α­λι­σμὸ» καὶ τὸ πιὸ γνω­στό του ἔρ­γο, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἑ­κα­τὸ χρό­νια μο­να­ξιᾶς, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ αὐ­τοῦ του λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος. Ἐ­πι­πλέ­ον, θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι λό­γῳ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας τοῦ ἔρ­γου, αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἄν­θι­σε στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘60 στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ 2007 ἡ Βα­σι­λι­κὴ Ἱ­σπα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α καὶ ἡ Ἑ­ται­ρί­α Ἀ­κα­δη­μι­ῶν τῆς Ἱ­σπα­νι­κῆς Γλώσ­σας δη­μο­σί­ευ­σαν μιὰ ἀ­να­μνη­στι­κὴ ἔκ­δο­ση αὐ­τοῦ του ἔρ­γου, θε­ω­ρών­τας το μέ­ρος τῶν με­γά­λων ἱ­σπα­νό­φω­νων κλασ­σι­κῶν ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν. Ὁ Μάρ­κες ὑ­πῆρ­ξε δι­ά­ση­μος τό­σο γιὰ τo τα­λέν­το του ὅ­σο καὶ γιὰ τὴν πο­λι­τι­κή του στά­ση. Ἡ φι­λί­α του μὲ τὸν κου­βα­νὸ ἡ­γέ­τη Φιν­τὲλ Κά­στρο εἶ­ναι πα­σί­γνω­στη στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ κό­σμο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez): Δυ­ὸ ἐ­ξε­ρευ­νη­τὲς κα­τά­φε­ραν νὰ βροῦν κα­τα­φύ­γιο…



Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez)


Τὰ πέν­τε πιὸ ὡ­ραῖ­α μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ κό­σμου (4/5)

(Los cinco cuentos cortos más bellos del mundo)


[IV. Δυ­ὸ ἐ­ξε­ρευ­νη­τὲς κα­τά­φε­ραν νὰ βροῦν κα­τα­φύ­γιο…]

[IV. Dos exploradores lograron refugiarse…]


ΥΟ ΕΞΕΡΕΥΝΗΤΕΣ κα­τά­φε­ραν νὰ βροῦν κα­τα­φύ­γιο σὲ ἕ­να ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νο ἀ­γρο­τό­σπι­το ἀ­φοῦ εἶ­χαν πε­ρά­σει τρεῖς μέ­ρες ἀ­γω­νί­ας χα­μέ­νοι στὰ χι­ό­νια. Με­τὰ ἀ­πὸ ἄλ­λες τρεῖς μέ­ρες, ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο πέ­θα­νε. Ὁ ἐ­πι­ζή­σας ἔ­σκα­ψε ἕ­να λάκ­κο στὸ χι­ό­νι, σὲ καμ­μιὰ ἑ­κα­το­στὴ μέ­τρα ἀ­πὸ τὸ σπι­τά­κι καὶ ἔ­θα­ψε τὸ πτῶ­μα. Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ὅ­μως, ξυ­πνών­τας ἀ­πὸ τὸν πρῶ­το του ἤ­ρε­μο ὕ­πνο, τὸν βρῆ­κε ξα­νὰ μέ­σα στὸ σπί­τι, νε­κρὸ καὶ κοκ­κα­λω­μέ­νο ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο, ἀλ­λὰ κα­θι­στὸ ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρεβ­βά­τι του σὰν ἕ­ναν κα­νο­νι­κὸ ἐ­πι­σκέ­πτη. Τὸν ἔ­θα­ψε ἐκ νέ­ου σὲ ἕ­ναν τά­φο πιὸ μα­κριά, ἀλ­λὰ ξυ­πνών­τας τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα τὸν ξα­να­βρῆ­κε κα­θι­σμέ­νο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρεβ­βά­τι του. Τό­τε ἔ­χα­σε τὰ λο­γι­κά του. Ἀ­πὸ τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο ποὺ εἶ­χε γρά­ψει μέ­χρι τό­τε μπό­ρε­σε νὰ γί­νει γνω­στὸ τὸ ἀ­λη­θὲς τῆς ἱ­στο­ρί­ας του. Ἀ­νά­με­σα στὶς πολ­λὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες ποὺ προ­σπά­θη­σαν νὰ δώ­σουν στὸ αἴ­νιγ­μα, μί­α ἔ­δει­χνε νὰ εἶ­ναι ἡ πιὸ ἀ­λη­θο­φα­νής: ὁ ἐ­πι­ζῶν εἶ­χε πλη­γεῖ τό­σο ἀ­πὸ τὴν μο­να­ξιά του ποὺ αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος ξέ­θα­βε κοι­μι­σμέ­νος τὸ πτῶ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­θα­βε ξύ­πνιος.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Ciudad Seva, Casa digital del escritor Luis López Nieves:

Cuentos de Gabriel García Márquez – Ciudad Seva – Luis López Nieves

Γκαμπριὲλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez) (Κο­λομ­βί­α 1927-Με­ξι­κὸ 2014). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης λό­γους, ρε­πορ­τάζ, κρι­τι­κὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα. Ὑ­πῆρ­ξε γνω­στὸς σὰν Γκάμ­πο καὶ οἱ φί­λοι του τὸν φώ­να­ζαν Γκαμ­πί­το. Τὸ 1982 ἔ­λα­βε τὸ Νόμ­πελ τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας «γιὰ τὶς νου­βέ­λες του καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ μπλέ­κον­ται σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἀ­πὸ φαν­τα­σί­α, ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τὴν ζω­ὴ καὶ τὶς συγ­κρού­σεις μιᾶς ἠ­πεί­ρου». Συν­δέ­ε­ται ἄρ­ρη­κτα μὲ τὸν «μα­γι­κὸ ρε­α­λι­σμὸ» καὶ τὸ πιὸ γνω­στό του ἔρ­γο, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἑ­κα­τὸ χρό­νια μο­να­ξιᾶς, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ αὐ­τοῦ του λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος. Ἐ­πι­πλέ­ον, θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι λό­γῳ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας τοῦ ἔρ­γου, αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἄν­θι­σε στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘60 στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ 2007 ἡ Βα­σι­λι­κὴ Ἱ­σπα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α καὶ ἡ Ἑ­ται­ρί­α Ἀ­κα­δη­μι­ῶν τῆς Ἱ­σπα­νι­κῆς Γλώσ­σας δη­μο­σί­ευ­σαν μιὰ ἀ­να­μνη­στι­κὴ ἔκ­δο­ση αὐ­τοῦ του ἔρ­γου, θε­ω­ρών­τας το μέ­ρος τῶν με­γά­λων ἱ­σπα­νό­φω­νων κλασ­σι­κῶν ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν. Ὁ Μάρ­κες ὑ­πῆρ­ξε δι­ά­ση­μος τό­σο γιὰ τo τα­λέν­το του ὅ­σο καὶ γιὰ τὴν πο­λι­τι­κή του στά­ση. Ἡ φι­λί­α του μὲ τὸν κου­βα­νὸ ἡ­γέ­τη Φιν­τὲλ Κά­στρο εἶ­ναι πα­σί­γνω­στη στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ κό­σμο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez): Εἶ­ναι τὸ δρά­μα τοῦ ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νου…


 

Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez)


Τὰ πέν­τε πιὸ ὡ­ραῖ­α μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ κό­σμου (3/5)

(Los cinco cuentos cortos más bellos del mundo)


[IΙI. Εἶ­ναι τὸ δρά­μα τοῦ ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νου…]

[IΙI. Es el drama del desencantado…]


ΙΝΑΙ ΤΟ ΔΡΑΜΑ τοῦ ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νου ποὺ πή­δη­ξε στὸ δρό­μο ἀ­πὸ ἕ­να κά­ποι­ο δέ­κα­το ὄ­ρο­φο καὶ κα­θὼς ἔ­πε­φτε ἔ­βλε­πε μέ­σα ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα τὴν προ­σω­πι­κὴ ζω­ὴ τῶν γει­τό­νων του, τὶς μι­κρὲς οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, τὶς φευ­γα­λέ­ες ἀ­γά­πες, τὶς μι­κρὲς στιγ­μὲς εὐ­τυ­χί­ας, αὐ­τοὺς τῶν ὁ­ποί­ων τὰ νέ­α δὲν εἶ­χαν φτά­σει πο­τὲ μέ­χρι τὸ κοι­νὸ κλι­μα­κο­στά­σιο, ἔ­τσι ὥ­στε τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἔ­σκα­γε στὸ πε­ζο­δρό­μιο τοῦ δρό­μου εἶ­χε ἀλ­λά­ξει τε­λεί­ως τὴν κο­σμο­θε­ω­ρί­α του καὶ εἶ­χε φτά­σει στὸ συμ­πέ­ρα­σμα ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴν ζω­ὴ ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­πε γιὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὴν λά­θος πόρ­τα ἄ­ξι­ζε τὸν κό­πο νὰ τὴν ζή­σει.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Ciudad Seva, Casa digital del escritor Luis López Nieves:

Cuentos de Gabriel García Márquez – Ciudad Seva – Luis López Nieves

Γκαμπριὲλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez) (Κο­λομ­βί­α 1927-Με­ξι­κὸ 2014). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης λό­γους, ρε­πορ­τάζ, κρι­τι­κὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα. Ὑ­πῆρ­ξε γνω­στὸς σὰν Γκάμ­πο καὶ οἱ φί­λοι του τὸν φώ­να­ζαν Γκαμ­πί­το. Τὸ 1982 ἔ­λα­βε τὸ Νόμ­πελ τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας «γιὰ τὶς νου­βέ­λες του καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ μπλέ­κον­ται σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἀ­πὸ φαν­τα­σί­α, ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τὴν ζω­ὴ καὶ τὶς συγ­κρού­σεις μιᾶς ἠ­πεί­ρου». Συν­δέ­ε­ται ἄρ­ρη­κτα μὲ τὸν «μα­γι­κὸ ρε­α­λι­σμὸ» καὶ τὸ πιὸ γνω­στό του ἔρ­γο, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἑ­κα­τὸ χρό­νια μο­να­ξιᾶς, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ αὐ­τοῦ του λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος. Ἐ­πι­πλέ­ον, θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι λό­γῳ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας τοῦ ἔρ­γου, αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἄν­θι­σε στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘60 στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ 2007 ἡ Βα­σι­λι­κὴ Ἱ­σπα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α καὶ ἡ Ἑ­ται­ρί­α Ἀ­κα­δη­μι­ῶν τῆς Ἱ­σπα­νι­κῆς Γλώσ­σας δη­μο­σί­ευ­σαν μιὰ ἀ­να­μνη­στι­κὴ ἔκ­δο­ση αὐ­τοῦ του ἔρ­γου, θε­ω­ρών­τας το μέ­ρος τῶν με­γά­λων ἱ­σπα­νό­φω­νων κλασ­σι­κῶν ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν. Ὁ Μάρ­κες ὑ­πῆρ­ξε δι­ά­ση­μος τό­σο γιὰ τo τα­λέν­το του ὅ­σο καὶ γιὰ τὴν πο­λι­τι­κή του στά­ση. Ἡ φι­λί­α του μὲ τὸν κου­βα­νὸ ἡ­γέ­τη Φιν­τὲλ Κά­στρο εἶ­ναι πα­σί­γνω­στη στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ κό­σμο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez): Ἡ Μαί­ρη Τζό, ἡ­λι­κί­ας δύ­ο ἐ­τῶν…



Γκαμπριὲλ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel García Márquez)


Τὰ πέν­τε πιὸ ὡ­ραῖ­α μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ κό­σμου (2/5)

(Los cinco cuentos cortos más bellos del mundo)


[IΙ. Ἡ Μαί­ρη Τζό, ἡ­λι­κί­ας δύ­ο ἐ­τῶν…]

[IΙ. Mary Jo, de dos años de edad…]


ΜΑΙΡΗ ΤΖΟ, ἡ­λι­κί­ας δύ­ο ἐ­τῶν, μα­θαί­νει νὰ παί­ζει στὸ σκο­τά­δι, ἀ­πὸ τό­τε ποὺ οἱ γο­νεῖς της, ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α Μέ­ι, ὑ­πο­χρε­ώ­θη­καν νὰ ἐ­πι­λέ­ξουν ἀ­νά­με­σα στὴν ζω­ὴ τῆς μι­κρού­λας καὶ στὸ νὰ μεί­νει τυ­φλὴ γιὰ τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς της. Τῆς μι­κρῆς Μαί­ρης τῆς ἔ­βγα­λαν καὶ τὰ δύ­ο μά­τια, ἀ­φό­του ἕ­ξι δι­α­πρε­πεῖς εἰ­δι­κοὶ δι­έ­γνω­σαν: ρε­τι­νο­βλά­στω­μα. Με­τὰ ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μέ­ρες χει­ρουρ­γη­μέ­νη, ἡ μι­κρὴ εἶ­πε: «μα­μά, δὲν μπο­ρῶ νὰ ξυ­πνή­σω…Δὲν μπο­ρῶ νὰ ξυ­πνή­σω…»



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Ciudad Seva, Casa digital del escritor Luis López Nieves:

Cuentos de Gabriel García Márquez – Ciudad Seva – Luis López Nieves

Γκαμπριὲλ Χοσέ Γκαρσία Μάρκες (Gabriel José García Márquez) (Κο­λομ­βί­α 1927-Με­ξι­κὸ 2014). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος γνω­στὸς κυ­ρί­ως γιὰ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ τὰ δι­η­γή­μα­τά του. Ἔ­γρα­ψε ἐ­πί­σης λό­γους, ρε­πορ­τάζ, κρι­τι­κὲς κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα. Ὑ­πῆρ­ξε γνω­στὸς σὰν Γκάμ­πο καὶ οἱ φί­λοι του τὸν φώ­να­ζαν Γκαμ­πί­το. Τὸ 1982 ἔ­λα­βε τὸ Νόμ­πελ τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας «γιὰ τὶς νου­βέ­λες του καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α τὸ φαν­τα­στι­κὸ καὶ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ μπλέ­κον­ται σὲ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ κα­τα­σκευ­ά­ζε­ται πλου­σι­ο­πά­ρο­χα ἀ­πὸ φαν­τα­σί­α, ἀ­πὸ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ τὴν ζω­ὴ καὶ τὶς συγ­κρού­σεις μιᾶς ἠ­πεί­ρου». Συν­δέ­ε­ται ἄρ­ρη­κτα μὲ τὸν «μα­γι­κὸ ρε­α­λι­σμὸ» καὶ τὸ πιὸ γνω­στό του ἔρ­γο, τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἑ­κα­τὸ χρό­νια μο­να­ξιᾶς, θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­να ἀ­πὸ τὰ πιὸ ἀν­τι­προ­σω­πευ­τι­κὰ αὐ­τοῦ του λο­γο­τε­χνι­κοῦ ρεύ­μα­τος. Ἐ­πι­πλέ­ον, θε­ω­ρεῖ­ται ὅ­τι λό­γῳ τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας τοῦ ἔρ­γου, αὐ­τὸς ὁ ὅ­ρος ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν λο­γο­τε­χνί­α ποὺ ἄν­θι­σε στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ‘60 στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κή. Τὸ 2007 ἡ Βα­σι­λι­κὴ Ἱ­σπα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α καὶ ἡ Ἑ­ται­ρί­α Ἀ­κα­δη­μι­ῶν τῆς Ἱ­σπα­νι­κῆς Γλώσ­σας δη­μο­σί­ευ­σαν μιὰ ἀ­να­μνη­στι­κὴ ἔκ­δο­ση αὐ­τοῦ του ἔρ­γου, θε­ω­ρών­τας το μέ­ρος τῶν με­γά­λων ἱ­σπα­νό­φω­νων κλασ­σι­κῶν ὅ­λων των ἐ­πο­χῶν. Ὁ Μάρ­κες ὑ­πῆρ­ξε δι­ά­ση­μος τό­σο γιὰ τo τα­λέν­το του ὅ­σο καὶ γιὰ τὴν πο­λι­τι­κή του στά­ση. Ἡ φι­λί­α του μὲ τὸν κου­βα­νὸ ἡ­γέ­τη Φιν­τὲλ Κά­στρο εἶ­ναι πα­σί­γνω­στη στὸν λο­γο­τε­χνι­κὸ καὶ πο­λι­τι­κὸ κό­σμο.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.