Ἑλένη Γούλα: Προσωπικὴ γνώμη


Ἑ­λέ­νη Γού­λα


Προ­σω­πι­κὴ γνώ­μη


ΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΜΗ γιὰ τὴν Καλ­λι­ό­πη δὲν εἶ­χα μέ­χρι χτὲς τὸ πρω­ῒ ποὺ δὲ μὲ χω­ροῦ­σε τὸ σπί­τι καὶ πῆ­ρα τοὺς δρό­μους, νὰ ξε­λαμ­πι­κά­ρει τὸ μυα­λό μου, νὰ ἀ­να­πνεύ­σω τὴ δρο­σιὰ τοῦ βου­νοῦ, νὰ μυ­ρί­σω τὸ χῶ­μα καὶ τὶς πέ­τρες.

Τὸ σπί­τι της εἶ­ναι σὲ ψη­λὸ ση­μεῖ­ο μὲ τε­τρά­γω­νη αὐ­λή, ὡ­ραῖα λου­λού­δια, κα­θα­ροὺς τοί­χους ἄ­σπρους. Δὲν ἔ­χει ἀ­να­και­νι­στεῖ, εἶ­ναι ὅ­πως τὰ φτι­ά­χνα­νε πα­λιὰ τὰ σπί­τια μὲ σκε­πα­στὸ χα­γιά­τι καὶ μιὰ πέ­τρι­νη σκά­λα ἐ­ξω­τε­ρι­κή. Ἐ­κεῖ ἔ­χει πλέ­ξει ἡ κλη­μα­τα­ριὰ μὲ τὰ κί­τρι­να τώ­ρα φύλ­λα της ἕ­τοι­μα νὰ πέ­σουν.

        Κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα εἶ­χαν βγεῖ θεί­α κι ἀ­νι­ψιὰ καὶ τὶς εἶ­δα. Κα­θι­σμέ­νη στὴν ἀ­να­πη­ρι­κὴ κα­ρέ­κλα ἡ θεί­α, ὄρ­θια μὲ τὸ κου­τά­λι καὶ τὸ βα­θὺ πιά­το ἡ ἀ­νι­ψιά.

        Γειά σας! Ἂν δὲ χαι­ρε­τή­σεις ἐ­δῶ σὲ θε­ω­ροῦν ἀ­κα­τά­δε­χτο, τί ψυ­χὴ ἔ­χει μιὰ κα­λη­μέ­ρα; Τί κά­νε­τε; Κα­λη­μέ­ρα! Ἡ κυ­ρί­α Τάδε, ἔ­σκυ­ψε ἡ νε­ό­τε­ρη στὴν ἄλ­λη ποὺ κα­θό­τα­νε στὸ κα­ρό­τσι καὶ δὲν κου­νοῦ­σε οὔ­τε χέ­ρια οὔ­τε πό­δια οὔ­τε κε­φά­λι μό­νο τὰ μά­τια της!

        Στα­μά­τη­σα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βλέμ­μα μὲ κάρ­φω­σε ἐ­πὶ τό­που, μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὰ κι­τρι­νι­σμέ­να φύλ­λα, κι ἄρ­χι­σα ἐ­γώ, ποὺ ἤ­μουν δι­στα­κτι­κὴ στὶς κου­βέν­τες (τὸ ἀν­τί­θε­το μοῦ συμ­βαί­νει μὲ τὶς λέ­ξεις στὸ χαρ­τί), νὰ μι­λά­ω γιὰ τὸν ἄρ­ρω­στο πα­τέ­ρα, γιὰ τὸν κῆ­πο, γιὰ τὶς κο­λο­κυ­θι­ές, τὴν κο­λο­κυ­θό­πι­τα, τὸ τυ­ρί, τὸν του­ρι­σμὸ καὶ οὔ­τε θυ­μᾶ­μαι πιὰ γιὰ τί ἄλ­λο. Μὲ ὁ­δη­γοῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ μά­τια, ρου­φοῦ­σαν ὅ­λες τὶς κου­βέν­τες, ὅ­λες τὶς κι­νή­σεις, καὶ τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τὶς ὁ­ποῖ­ες πε­ρι­έ­γρα­φα, τοὺς ἀ­νε­παί­σθη­τους ἀ­κό­μη ἤ­χους ποὺ κά­να­με ἡ ἀ­νι­ψιά της κι ἐ­γώ. Ἀγ­γί­ζα­νε τὰ μά­τια τὶς ἐ­πι­φά­νει­ες ἀ­πὸ τὰ σώ­μα­τά μας, ὅ,τι φαι­νό­τα­νε ἀ­πέ­ξω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­κεῖ­να ποὺ τὰ εἴ­χα­με κλεί­σει προ­σε­κτι­κὰ στὰ μα­νί­κια, στὰ φερ­μου­άρ, στὰ κουμ­πιά, στὶς πα­ρα­μά­νες, στὶς φό­δρες, στὶς κό­πι­τσες.

        Δὲν πρό­κει­ται νὰ πε­θά­νει πο­τέ! τρό­μα­ξα ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους κα­τά­φε­ρα νὰ ξε­γαν­τζω­θῶ. Περ­πα­τοῦ­σα πα­ρα­πα­τών­τας στὸν δρό­μο τὸν ἀ­νη­φο­ρι­κό, ἔ­στρι­βα νὰ ἀ­γναν­τέ­ψω τὴ θά­λασ­σα, τὸ βου­νό, ἀ­κουμ­ποῦ­σα τὰ μι­κρὰ φυ­τὰ ποὺ πρα­σι­νί­ζα­νε στὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ μέ­σα μου, πά­νω μου καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὰ ροῦ­χα μου ἀ­κό­μη, εἶ­χε τρυ­πώ­σει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­χόρ­τα­γο, ἄ­πλη­στο βλέμ­μα. Δὲν ἦ­ταν τό­σο ἡ λα­χτά­ρα γιὰ ζω­ὴ καὶ ὁ φό­βος τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας, ἀλ­λὰ μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ποὺ μὲ τά­ρα­ζε πα­ρό­λο ποὺ ἤ­μου­να πιὰ μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λους. Ὁ ἀ­έ­ρας, τὰ δέν­τρα, οἱ ἦ­χοι τῶν που­λι­ῶν, ἡ ἐκ­πλη­κτι­κὴ φυ­σι­κὴ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ τό­που δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω μου —εἶ­χε κολ­λή­σει σὰν στάμ­πα καὶ ἁ­πλω­νό­τα­νε παν­τοῦ— τὸ μί­σος ποὺ ἔ­κρυ­βε τὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο βλέμ­μα: Κα­νεὶς νὰ μὴ χα­ρεῖ τί­πο­τα, ἀ­φοῦ δὲ μπο­ρῶ ἐ­γώ, νὰ χα­ρῶ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γία Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, (Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007), ἐνῶ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).


Διαφημίσεις

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου: Ἡ νυ­χτε­ρί­δα



Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου


Ἡ νυ­χτε­ρί­δα


ΦΤΑΣΕ μὲ τὸ πλοῖ­ο τῆς ἄ­γο­νης γραμ­μῆς ἕ­να πα­ρά­ω­ρα ζε­στὸ πρω­ῒ τοῦ Σε­πτέμ­βρη καὶ ἀ­νέ­βη­κε σέρ­νον­τας μιὰ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κη βα­λί­τσα πρὸς τὴ Χώ­ρα ὅ­που ἤ­θε­λε νὰ μπεῖ ἄ­γνω­στος καὶ ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος. Μὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Οἱ κά­τοι­κοι πε­ρι­μέ­να­νε μὲ ἀ­γω­νί­α νὰ ἔρ­θει δά­σκα­λος στὸ νη­σί. Στὴν ἀρ­χὴ χά­ρη­καν, μὰ γρή­γο­ρα ἐ­νο­χλή­θη­καν ἀ­πὸ τὸ ψυ­χρό του ὕ­φος ποὺ τοὺς ἔ­κα­νε νὰ φο­βη­θοῦν πὼς σύν­το­μα θὰ ἔ­φευ­γε κι αὐ­τὸς μὲ ἀ­πό­σπα­ση. Ἀ­να­ζη­τών­τας μὲ ἄγ­χος τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο κα­τά­λυ­μα, μή­πως καὶ τὸν κα­λο­πιά­σουν, τὸ βρῆ­καν ἀ­μέ­σως στὸ δι­ώ­ρο­φο ἀρ­χον­τι­κὸ τῆς κυ­ρί­ας Θε­α­νῶς. Εἶ­δαν κι ἔ­πα­θαν νὰ τὴν πεί­σουν νὰ δώ­σει τὸν ἄ­δει­ο κά­τω ὄ­ρο­φο, ἦ­ταν κά­πως ἰ­δι­ό­τρο­πη καὶ δὲν νοί­κια­ζε πο­τὲ σὲ δη­μό­σιους ὑ­παλ­λή­λους. Μὰ αὐ­τὸν τὸν συμ­πά­θη­σε ἀ­νε­ξή­γη­τα.

       Εὐ­ρύ­χω­ρο καὶ ἄ­νε­το, μὲ ἕ­να με­γά­λο πε­ρι­φραγ­μέ­νο κῆ­πο, τὸ σπί­τι τοῦ φά­νη­κε πε­ρι­ποι­η­μέ­νο καὶ εὐ­χά­ρι­στο, μὲ γοῦ­στο στο­λι­σμέ­νο. Ἕ­να πα­χὺ χα­λὶ στὸ σα­λό­νι, γιὰ νὰ κρύ­βει τὸ φθαρ­μέ­νο πά­τω­μα, σκέ­φτη­κε κα­χύ­πο­πτα. Ἡ σκό­νη κά­τω ἀ­πὸ τὰ βα­ριὰ ἔ­πι­πλα εὐ­τυ­χῶς δὲν φαι­νό­ταν. Νά καὶ τὸ τζά­κι ποὺ τὸν ἔ­κα­νε ἀ­μέ­σως νὰ φαν­τά­ζε­ται σκη­νὲς τοῦ χει­μώ­να, τὶς φλό­γες νὰ στέλ­λουν λαμ­πρὲς ἀν­ταύ­γει­ες καὶ ν’ ἀν­τα­να­κλοῦν στὰ καμ­πυ­λω­τὰ πό­δια τοῦ τρα­πε­ζιοῦ, νὰ τρε­μο­παί­ζουν πά­νω στὸ μπρού­τζι­νο χε­ρού­λι τῆς πόρ­τας, νὰ φω­τί­ζουν τὸ μάρ­μα­ρο καὶ τὸ κά­τω μέ­ρος τῆς κα­μι­νά­δας. Στὴ μιὰ πλευ­ρὰ τοῦ τζα­κιοῦ μιὰ φαρ­διὰ πο­λυ­θρό­να ἦ­ταν ἤ­δη κα­λυμ­μέ­νη μὲ φλο­κά­τη, ἐ­νῶ πά­νω στὸν μπου­φὲ ἕ­να σερ­βί­τσιο τοῦ τσα­γιοῦ καὶ δυ­ὸ φω­το­γρα­φί­ες προ­πο­λε­μι­κὲς χρω­μά­τι­ζαν τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα.

       Ἡ πρώ­τη μέ­ρα ἔ­σβη­νε μα­ζὶ μὲ τὰ φῶ­τα κι αὐ­τὸς ἄϋ­πνος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ ξα­πλώ­σει νω­ρὶς στὰ σεν­τό­νια ποὺ μύ­ρι­ζαν λε­βάν­τα. Μὰ πρὶν προ­λά­βει νὰ χα­ρεῖ τὴν ἀ­νά­παυ­ση καὶ νὰ σκε­φτεῖ ὁτι­δή­πο­τε, ἕ­να φτε­ρο­κό­πη­μα τὸν ἔ­κα­νε νὰ πε­τα­χτεῖ ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι γιὰ ν’ ἀ­νά­ψει πά­λι τὸ φῶς. Αὐ­τὸ ποὺ πε­τοῦ­σε δὲν ἦ­ταν ἔν­το­μο ξε­χα­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ Κα­λο­καί­ρι μή­τε που­λὶ πα­γι­δευ­μέ­νο. Ἦ­ταν μιὰ νυ­χτε­ρί­δα. Ψά­χνον­τας γιὰ τὴ σκού­πα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν πῶς καὶ πό­τε νὰ εἶ­χε μπεῖ. Ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα ἢ τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­δύ­να­το. Ἀ­πὸ τὴν κα­μι­νά­δα μᾶλ­λον, ποὺ θὰ τὴν πέ­ρα­σε γιὰ σπή­λαι­ο καὶ ἐ­κεῖ ἐγ­κλω­βί­στη­κε. Πῆ­ρε τὴν σκού­πα κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴν κυ­νη­γᾶ μὰ οἱ πτή­σεις τοῦ ἱ­πτά­με­νου θη­λα­στι­κοῦ ἦ­ταν τό­σο ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὲς στὸν ψη­λο­τά­βα­νο κλει­στὸ χῶ­ρο ποὺ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν πε­τύ­χει τρέ­χον­τας προ­σε­κτι­κά, μὴν ἐ­νο­χλή­σει νυ­χτι­ά­τι­κα τὴν σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ὁ­μο­λό­γη­σε τὴν ἥτ­τα του κι ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὴν ἐλ­πί­δα πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα θὰ πε­τά­ξει πρὸς τὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῆς νύ­χτας, πρὸς τὴ φύ­ση ποὺ τὴν κα­λοῦ­σε. Καὶ νά ποὺ ὁ ἀ­πρό­σμε­νος ἐ­πι­σκέ­πτης χά­θη­κε. Θὰ ἔ­φυ­γε, σκέ­φτη­κε μὲ ἀ­να­κού­φι­ση καὶ ἔ­πε­σε γιὰ ὕ­πνο.

       Ση­κώ­θη­κε χα­ρά­μα­τα. Μὰ μό­λις ἄ­να­ψε τὸ φῶς καὶ μπῆ­κε στὸ μπά­νιο, ἕ­να γνώ­ρι­μο φτε­ρο­κό­πη­μα φα­νέ­ρω­σε πὼς ἡ νυ­χτε­ρί­δα ἦ­ταν ἀ­κό­μη μὲς στὸ σπί­τι. Εἶ­χε κά­νει ὅ­μως τὸ μοι­ραῖ­ο λά­θος. Σὲ τό­σο στε­νὸ χῶ­ρο τὰ πε­ρι­θώ­ρια ἑ­λιγ­μῶν της ἦ­ταν ἐ­λά­χι­στα. Ἡ σκού­πα αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὴν κα­τέρ­ρι­ψε στὴν μπα­νι­έ­ρα. Κι ἐ­κεῖ γρά­φτη­κε τὸ τέ­λος της.

       Τὸ τέ­λος της; Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Ὁ δά­σκα­λος ποὺ γνώ­ρι­ζε γιὰ τὴν τύ­χη ποὺ φέρ­νουν τὰ ὀ­στὰ τῆς νυ­χτε­ρί­δας, ἔ­κο­ψε μὲ τὴν ψα­λί­δα τοῦ κή­που τὰ χει­ρό­πτε­ρά της καὶ τὰ ἔ­βα­λε σὲ ἕ­να ἄ­δει­ο γυ­ά­λι­νο βα­ζά­κι. Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε στὴν ἀρ­τά­να γιὰ νὰ θά­ψει τὸ ὑ­πό­λοι­πο λει­ψὸ σῶ­μα, προ­σέ­χον­τας μὴν τὸν δεῖ κα­νεὶς καὶ ἀ­πο­ρή­σει τί κά­νει ἀ­ξη­μέ­ρω­τα στὸν κῆ­πο. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε τὴ μα­κά­βρια αὐ­τὴ τα­φὴ καὶ γύ­ρι­σε στὴν κά­μα­ρά του, σκέ­φτη­κε, κοι­τά­ζον­τας τὸ φο­νι­κὸ γού­ρι, τὰ κομ­μέ­να χει­ρό­πτε­ρα, πὼς δὲν ἄρ­χι­ζε ἄ­σχη­μα αὐ­τὸ τὸ φθι­νό­πω­ρο σὲ τοῦ­το τὸ νη­σί. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Χα­τζη­αν­τω­νί­ου (Ρό­δος, 1965). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Δη­μό­σια Δι­οί­κη­ση. Δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ πε­ζο­γρά­φος, ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ ἔγ­κρι­τες πε­ρι­ο­δι­κὲς καὶ ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­κὲς ἐκ­δό­σεις. Σή­με­ρα δι­ευ­θύ­νει τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κο­ράλ­λι. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ τῆς Δι­οι­κοῦ­σας Ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Κω­στῆ Πα­λα­μᾶ. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο δο­κι­μί­ου τοῦ PENClub καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Φω­τέα γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ἐ­ναν­τί­ον τοῦ χρό­νου Τὸ 2011 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τῆς Εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς Ἕ­νω­σης (European Union Prize for Literature) γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Ἀγ­κρι­τζέν­το, τὸ ὁ­ποῖ­ο με­τα­φρά­στη­κε στὰ ἰ­τα­λι­κά, τὰ πο­λω­νι­κά, τὰ σερ­βι­κά, τὰ κρο­α­τι­κὰ καὶ τὰ ἀλ­βα­νι­κά. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ κύ­κλος τοῦ χώ­μα­τος (Κα­στα­νι­ώ­της, 2017).

Μι­σὲλ Ρός (Michelle Ross): Ἡ ἄμ­μος καὶ ἡ θά­λασ­σα



Μι­σὲλ Ρός (Michelle Ross)


Ἡ ἄμ­μος καὶ ἡ θά­λασ­σα

(The sand and the sea)


ΥΡΙΖΟΝΤΑΣ ΣΠΙΤΙ ἀ­π’ τὴν πα­ρα­λί­α, ἡ μη­τέ­ρα μου παρ­κά­ρει τὸ αὐ­το­κί­νη­το στὸ χα­λι­κό­στρω­το πάρ­κινγκ ἑ­νὸς πα­γω­τα­τζί­δι­κου. Ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φει κρα­τών­τας τρί­α χω­νά­κια χρώ­μα­τος χαν­ζα­πλὰστ μὲ πα­γω­τὸ μέν­τα-σο­κο­λά­τα, ἡ ἀ­δελ­φή μου κρέ­με­ται ἡ μι­σὴ ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της γιὰ νὰ κρυ­φαρ­πά­ξει τὴ λι­χου­διά της. Ἀ­πο­δέ­χο­μαι ἕ­να ἀ­πὸ τὰ χω­νά­κια, ἀλ­λὰ δὲν εὐ­χα­ρι­στῶ τὴ μη­τέ­ρα μου, καὶ δὲν ἀ­παι­τεῖ νὰ τὸ κά­νω. Τρῶ­με τὸ πα­γω­τὸ στὸ αὐ­το­κί­νη­το, μὲ τὸ δέρ­μα μου νὰ τσού­ζει ἐ­κεῖ ὅ­που δε­κά­δες πλο­κά­μια με­δου­σῶν χά­ι­δε­ψαν τὰ ἄ­κρα μου κα­θὼς κο­λυμ­ποῦ­σα πί­σω στὴν ἀ­κτή, μιὰ ἀ­πό­στα­ση ποὺ μοῦ φά­νη­κε πά­νω ἀ­πὸ χι­λι­ό­με­τρο. Τὸ ρεῦ­μα μὲ πα­ρέ­συ­ρε πά­νω στὸ μι­κρὸ πρά­σι­νο σὰν ἀ­ρα­κὰ φου­σκω­τὸ ποὺ κέρ­δι­σα σὲ ἕ­ναν παι­δι­κὸ δι­α­γω­νι­σμὸ ζω­γρα­φι­κῆς. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ πα­ρα­τή­σω τὸ ἔ­πα­θλό μου γιὰ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ ἀ­πὸ τὴ δύ­να­μη τοῦ ρεύ­μα­τος. Ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν ζη­τά­ει συγ­γνώ­μη ποὺ πα­ρα­λί­γο νὰ πα­ρα­συρ­θῶ στὰ ἀ­νοι­χτά. Δὲν ζη­τά­ει συγ­γνώ­μη ποὺ δὲν μὲ πρό­σε­χε. Οὔ­τε λέ­ει ὅ­τι ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα νὰ μά­θει κο­λύμ­πι. Λέ­ει, «Κα­λὴ ἀ­να­λο­γί­α σο­κο­λά­τας-μέν­τας ἔ­χει».


*


Ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πι­στρέ­φει ἀ­πὸ τὸ σοῦ­περ μάρ­κετ, τὰ παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς αἰ­ω­ροῦν­ται σὰν γλά­ροι κα­θὼς τὴ βο­η­θᾶ­με νὰ ξε­φορ­τώ­σει τὶς βα­ρι­ὲς χαρ­το­σα­κοῦ­λες. Ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὰ ψώνια της σὰν τα­ξι­δι­ώ­της ποὺ γυρ­νών­τας δεί­χνει τὰ ἐν­θύ­μιά του. «Αὐ­τὰ ἦ­ταν σὲ προ­σφο­ρά.» «Αὐ­τὸ δὲν τό ‘χω ξα­να­δεῖ, ἀλ­λὰ ἡ τα­μί­ας εἶ­πε ὅ­τι εἶ­ναι μούρ­λια.» Ὅ­ταν ἀ­δειά­ζει τὰ πλα­στι­κὰ σα­κου­λά­κια μὲ τὰ σο­κο­λα­τά­κια στὸ ἀ­ση­μέ­νιο μπόλ, ἡ ἀ­δελ­φή μου τὰ περ­νά­ει ἀ­πὸ τὰ δά­χτυ­λά της, ὅ­πως τὰ κο­χύ­λια στὸν κόκ­κι­νο κου­βὰ ποὺ φέρ­νει σπί­τι κά­θε φο­ρὰ ποὺ πᾶ­με πα­ρα­λί­α. Τὰ παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς κοι­τά­ζουν ἐ­πί­μο­να τὸ μπόλ. Ὅ­ταν ἡ μη­τέ­ρα μου λέ­ει «Πάρ­τε», πα­ρα­κο­λου­θῶ ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα κα­θὼς βου­τᾶ­νε.


*


«Τὰ παι­δι­κά μου χρό­νια ἦ­ταν ἀ­παί­σια. Δὲν φαν­τά­ζε­σαι πό­σο ἀ­παί­σια», λέ­ει ἡ μη­τέ­ρα μου. Ἂν καὶ ξέ­ρω ἀ­π’ τὸν πα­τέ­ρα μου πὼς ἡ μη­τέ­ρα μου ἔ­χει τέσ­σε­ρα ἀ­δέλ­φια καὶ ὅ­τι οἱ γο­νεῖς της εἶ­ναι ἀ­κό­μα παν­τρε­μέ­νοι καὶ ζοῦ­νε στὸ ἴ­διο σπί­τι ὅ­που με­γά­λω­σε, πάν­τα φαν­τά­ζο­μαι μό­νο τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ τὴ μη­τέ­ρα της, κα­νέ­ναν ἄλ­λον. Ζοῦ­νε δί­πλα στὴ θά­λασ­σα σὲ ἕ­να σπί­τι φτιαγ­μέ­νο ἀ­πὸ ζα­χα­ρω­τὰ ποὺ ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ φά­ει. Ἡ μη­τέ­ρα της προ­ει­δο­ποι­εῖ ὅ­τι τὸ νὰ ἀ­φαι­ρέ­σει μί­α μό­νο μέν­τα ἢ ἕ­να ζε­λε­δά­κι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει τὸ σπί­τι νὰ κα­ταρ­ρεύ­σει, καὶ πὼς ἂν τὸ σπί­τι πέ­σει, θὰ τὶς ρη­μά­ξει ἡ θά­λασ­σα.


*


Τὸ πρω­ϊ­νὸ ποὺ πα­ρα­λί­γο νὰ πα­ρα­συρ­θῶ στ’ ἀ­νοι­χτά, μιὰ γυ­ναί­κα σέρ­νει ἕ­να συρ­μά­τι­νο κλου­βὶ μὲ κα­βού­ρια ἀ­π’ τὸν ὠ­κε­α­νό, λί­γα λε­πτὰ ἀ­φοῦ ξε­βρα­στῶ στὴν ἀ­κτή. Τὰ κα­βού­ρια δὲν κι­νοῦν­ται μέ­σα στὸ συρ­μά­τι­νο κου­τὶ πί­σω της, σὰν νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­να ποὺ πι­ά­στη­καν, ἢ ἤ­δη νε­κρά, ἂν καὶ ξέ­ρω πὼς δὲν εἶ­ναι. Πάν­τα ἡ μη­τέ­ρα μου τὰ ρί­χνει στὸ βρα­στὸ νε­ρὸ ζων­τα­νά.


*


Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια, ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πι­στρέ­φει τὴ γα­λά­ζια καρ­τού­λα ἀ­πάν­τη­σης, λέ­γον­τας πὼς δὲν θὰ μπο­ρέ­σει νὰ πα­ρευ­ρε­θεῖ στὸν γά­μο μου. Συ­νο­δεύ­ε­ται ἀ­πὸ ἕ­να βα­ρὺ δέ­μα, σὰν ἐ­κεῖ­να ποὺ μοῦ ἔ­στελ­νε ὅ­ταν ἤ­μουν στὸ πα­νε­πι­στή­μιο, πα­ρό­λο ποὺ τῆς εἶ­χα ἐ­ξη­γή­σει πολ­λὲς φο­ρὲς πὼς ἡ ἀ­πό­στα­ση με­τα­ξὺ τοῦ τα­χυ­δρο­μεί­ου καὶ τῆς ἑ­στί­ας ἦ­ταν κον­τὰ δυ­ὸ χι­λι­ό­με­τρα, καὶ πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κου­βα­λή­σω ἐ­κεῖ­να τὰ δέ­μα­τα μὲ τὰ πό­δια. Ἀν­τὶ γιὰ τὸν μπα­κλα­βὰ καὶ τὰ τσίγ­κι­να κου­τιὰ μὲ τὰ κρι­τσί­νια σο­κο­λά­τας τῶν δε­μά­των τοῦ πα­νε­πι­στή­μιου, αὐ­τὸ πε­ρι­έ­χει ἕ­να σὲτ ἀ­πὸ σα­λα­τι­έ­ρες ζω­γρα­φι­σμέ­νες μὲ κα­φὲ καὶ μπλὲ ναυ­τί­λους.


*


Περ­νῶ τὴ νύ­χτα σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α στὸ Μπό­λι­βαρ μὲ μιὰ φί­λη καὶ δυ­ὸ ἀ­γό­ρια ποὺ γνω­ρί­σα­με στὴ λε­ω­φό­ρο Γκάλ­βε­στον Στράντ. Ὅ­ταν μπαί­νω ἀ­π’ τὴν πί­σω πόρ­τα τὸ πρω­ΐ, μὲ τὴν ἄμ­μο νὰ κολ­λά­ει στὰ πό­δια μου, ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι στὴν κου­ζί­να, ἀλ­λὰ δὲν μὲ κοι­τά­ζει, δὲν ρω­τά­ει ποὺ ἤ­μου­να. Με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια λέ­ει στὸν ἄν­τρα μου, τὴ μο­να­δι­κὴ φο­ρὰ ποὺ τὸν γνω­ρί­ζει, «Ἦ­ταν πάν­τα ἀ­νε­ξάρ­τη­το παι­δί. Δὲν μὲ χρει­ά­στη­κε πο­τέ.»


*


Ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὰ κα­βού­ρια στα­μα­τά­ει καὶ κοι­τά­ζει ἐ­μέ­να καὶ με­τὰ τὴ μη­τέ­ρα μου μὲ τὸ τζὶν σορ­τσά­κι της καὶ τὸ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νο κόκ­κι­νο κον­το­μά­νι­κο. Ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν δι­α­θέ­τει μα­γιό. Ἡ γυ­ναί­κα λέ­ει «Αὐ­τὴ δὲν εἶ­ναι πα­ρα­λί­α γιὰ παι­διὰ μὲ μιὰ μη­τέ­ρα ποὺ δὲν ξέ­ρει νὰ κο­λυμ­πά­ει. Νὰ πᾶς τα κο­ρί­τσια κά­τω στὶς πα­ρα­λί­ες ποὺ ἔ­χουν ναυ­α­γο­σῶ­στες». Μέ­σα ἀ­π’ τὸ μπλὲ πα­ρε­ὸ τῆς γυ­ναί­κας φαί­νε­ται ἡ ἁ­πα­λό­τη­τα τοῦ στή­θους καὶ τῆς κοι­λιᾶς καὶ τῶν μη­ρῶν της.


*


Πο­τὲ δὲν ἔ­χω δεῖ τὴ μη­τέ­ρα μου γυ­μνή. Αὐ­τό μου φαί­νε­ται πε­ρί­ερ­γο τώ­ρα ποὺ εἶ­μαι μη­τέ­ρα. Τὸ παι­δί μου μὲ βλέ­πει γυ­μνὴ συ­νέ­χεια. Βουρ­τσί­ζει τὰ δόν­τια της στὴν του­α­λέ­τα μου. Μὲ ἱ­κε­τεύ­ει νὰ κά­νου­με μπά­νιο μα­ζί. Τὰ χέ­ρια της σκαρ­φα­λώ­νουν κά­τω ἀ­π’ τὰ μα­νί­κια μου γιὰ νὰ τρί­ψουν τὰ δι­κά μου, λὲς καὶ μὲ ἀρ­κε­τὴ προ­σπά­θεια, ἕ­να τζί­νι θὰ ἀ­να­δυ­θεῖ ἀ­πὸ τὶς ἄ­κρες των δα­χτύ­λων μου.


*


Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι: ἂν μπο­ροῦ­σα νὰ τα­ξι­δέ­ψω πί­σω στὸ χρό­νο καὶ νὰ με­γα­λώ­σω τὴ μη­τέ­ρα μου, θὰ εἶ­χαν ἐ­ξε­λι­χθεῖ ὅ­λα ἀλ­λι­ῶς; Ἂν κά­ποι­ος τὴν εἶ­χε ἀγ­κα­λιά­σει καὶ τῆς εἶ­χε βουρ­τσί­σει τρυ­φε­ρὰ τὰ μαλ­λιὰ καὶ τῆς εἶ­χε πεῖ «Θὰ κο­λυμ­ποῦ­σα ὣς τὴν ἄ­κρη τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ γιὰ σέ­να», ἴ­σως νὰ μὴν μοῦ ἔ­λε­γε τώ­ρα «Πο­τὲ δὲν θὰ κα­τα­λά­βεις πό­σο σ’ ἀ­γα­πῶ».


*


Ὅ­ταν ἀ­να­δύ­ο­μαι ἀ­πὸ τὸν ὠ­κε­α­νὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ΐ, μέ­νω ξα­πλω­μέ­νη στὴν ἄμ­μο σὰν ξε­βρα­σμέ­νη φά­λαι­να. Ὅ­ταν κοι­τῶ πά­νω ἀ­πὸ τὰ ἄ­σπρα σπορ­τὲξ καὶ τὶς χνου­δω­τὲς κον­τὲς ρο­δα­κι­νὶ κάλ­τσες τῆς μη­τέ­ρας μου, βλέ­πω πὼς εἶ­ναι φο­βι­σμέ­νη. Αὐ­τὸ ποὺ λέ­ει, εἶ­ναι «Θὰ σοῦ ρί­ξω θα­λασ­σι­νὸ νε­ρὸ γιὰ νὰ φύ­γει λί­γο ἀ­π’ τὸ τσού­ξι­μο». Δα­νεί­ζε­ται τὸν κόκ­κι­νο κου­βὰ τῆς ἀ­δελ­φῆς μου καὶ τρέ­χει πέ­ρα-δῶ­θε ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­μέ­να καὶ τὴ θά­λασ­σα. Σὰν παι­δὶ ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο νὰ γε­μί­σει μιὰ τά­φρο γύ­ρω ἀ­πὸ ἕ­ναν πύρ­γο στὴν ἄμ­μο, μό­νο γιὰ νὰ δεῖ μὲ κά­θε νέ­α ἐ­πι­στρο­φὴ πὼς ἡ ὄ­ρε­ξη τῆς ἀμ­μου­διᾶς εἶ­ναι με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο φαν­τα­ζό­ταν.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα SmokeLong Quarterly, 1 Ὀ­κτω­βρί­ου 2018

 http://www.smokelong.com/the-sand-and-the-sea/

Μι­σὲλ Ρὸς (Michelle Ross). Συγ­γρα­φέ­ας τῆς συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των There’s So Much They Haven’t Told You (2017), ποὺ τῆς χά­ρι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο μι­κρῆς φόρ­μας Moon City Press. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν πρό­σφα­τα δη­μο­σι­ευ­θεῖ ἢ πρό­κει­ται σύν­το­μα νὰ δη­μο­σι­ευ­θοῦν στὰ SmokeLong Quar­ter­ly, Colo­rado Re­view, Craft Li­te­ra­ry, Nash­ville Re­view, E­le­ctric Li­te­ra­ture’s Re­com­mended Rea­ding, Ta­ho­ma Li­te­rary Re­view.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἕλ­λη Κού­σου­λα (Ἀ­θή­να, 1979). Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Βρε­τα­νι­κὸ Συμ­βού­λιο καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ ἀγ­γλι­κὰ ἕ­να πα­ρα­μύ­θι γιὰ με­γά­λους (The Boy Who Swallowed a Whale, Nikos Roussos, 2015). Πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὸ ΜΠΣ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ ΕΑΠ.

 

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα

(Die Magd)


ΙΑ ΠΛΟΥΣΙΑ ΚΥΡΑ εἶ­χε μιὰν ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζει τὸ παι­δί. Τὸ παι­δά­κι ἤ­τα­νε τρυ­φε­ρὸ σὰν τοῦ φεγ­γα­ριοῦ τὶς ἀ­χτί­δες, ἁ­γνὸ σὰν τὸ φρέ­σκο τὸ χι­ό­νι, ἀ­γα­πη­μέ­νο σὰν τὸν ἥ­λιο. Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα τ’ ἀ­γα­ποῦ­σε σὰν φεγ­γά­ρι, σὰν ἥ­λιο, σχε­δὸν σὰν τὸν ἴ­διο τὸν Θε­ό της τὸν λα­τρε­μέ­νο. Κι ὅ­μως, κά­ποι­α στιγ­μὴ χά­θη­κε τὸ παι­δά­κι, κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε πῶς, κι ἡ ὑ­πη­ρέ­τρα πῆ­γε νὰ τὸ ψά­ξει· τό ’­ψα­χνε σ’ ὅ­λον τὸν κό­σμο, σ’ ὅ­λες τὶς πό­λεις καὶ τὶς χῶ­ρες, ἀ­κό­μα καὶ στὴν Περ­σί­α. Κεῖ πέ­ρα, στὴν Περ­σί­α, ἔ­φτα­σε μιὰ νύ­χτα ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα μπρο­στὰ σ’ ἕ­να­νε σκο­τει­νό, ψη­λὸ πύρ­γο, ποὺ στε­κό­τα­νε πλά­ι σ’ ἕ­να πλα­τύ, σκο­τει­νὸ πο­τά­μι. Ἐ­κεῖ ψη­λά, ὅ­μως, στὸν πύρ­γο ἔ­και­γε ἕ­να κόκ­κι­νο φῶς, καὶ τοῦ­το τὸ φῶς τὸ ρώ­τη­σε ἡ δού­λα ἡ πι­στή: Δὲ μοῦ λές, ποῦ ’­ναι τὸ παι­δί; ἐ­χά­θη­κε καὶ πά­ει, τὸ ψά­χνω κι­ό­λα δέ­κα χρό­νια! —Ἐ, λοι­πὸν ψά­ξ’ το ἀ­κό­μα ἄλ­λα δέ­κα! ἀ­πάν­τη­σε τὸ φῶς κι ἔ­σβη­σε. Ἔ­ψα­χνε λοι­πὸν ἡ ὑ­πη­ρέ­τρα κι ἄλ­λα δέ­κα χρό­νια γιὰ τὸ παι­δί, σ’ ὅ­λους τους δρό­μους καὶ τοὺς πα­ρα­δρό­μους της γῆς, ἀ­κό­μα καὶ στὴ Γαλ­λία. Στὴ Γαλ­λί­α, σὲ μιὰ με­γά­λη, ἐ­πι­βλη­τι­κὴ πό­λη ποὺ λέ­γε­ται Πα­ρί­σι: ἐ­κεῖ βρέ­θη­κε καὶ στά­θη­κε ἕ­να βρά­δυ, μπρὸς σ’ ἕ­ναν ὡ­ραῖ­ο κῆ­πο, ἔ­κλα­ψε ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸ παι­δὶ κι ἔ­βγα­λε τὸ κόκ­κι­νο μαν­τή­λι της, τὰ μά­τια νὰ σκου­πί­σει. Τό­τε ὁ κῆ­πος ἄ­νοι­ξε ξαφ­νι­κὰ στὰ δυ­ό, καὶ βγῆ­κε ἀ­πὸ μέ­σα τὸ παι­δί. Τό ’­δε κι ἀ­μέ­σως πέ­θα­νε ἀ­π’ τὴ χα­ρά. Για­τί πέ­θα­νε; Τί ὄ­φε­λος νὰ ’­χε αὐ­τό; Ἀλ­λὰ ἤ­τα­νε ἤ­δη με­γά­λη καὶ δὲν τὸ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀν­τέ­ξει ὅ­λα αὐ­τά. Τὸ παι­δὶ εἶ­ναι τώ­ρα μιὰ με­γά­λη, ὄ­μορ­φη κυ­ρά. Ἅ­μα τὴ συ­ναν­τή­σεις, δῶ­σ’ της τοὺς χαι­ρε­τι­σμούς μου.



Πη­γή: «Ἡ ὑ­πη­ρε­τρι­ού­λα» («Die Magd»): Robert Walser, Das Gesamtwerk, Suhrkamp, Zurich, Frankfurt am Main, 1978, I, S. 365.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878-1956). Γερ­μα­νό­φω­νος Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ σπου­δαί­ους λο­γο­τέ­χνες ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὴ σύν­το­μη πρό­ζα κα­τὰ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, μο­λο­νό­τι τὸ ἔρ­γο του δὲν εἶ­ναι ἐ­παρ­κῶς γνω­στὸ στὴ χώ­ρα μας. Ἔ­γρα­ψε καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ συν­το­μό­τε­ρα πε­ζά, ἐ­νί­ο­τε ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ταν ὡς «μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα», «μι­κρὰ πε­ζά», «πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα» κτλ. Αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς ὁ Βάλ­ζερ, ἀ­γα­πή­θη­καν πο­λὺ κα­τὰ τὶς πρῶ­τες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, καὶ μά­λι­στα ἀ­πὸ σπου­δαί­ους συγ­γρα­φεῖς. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα δέ­χτη­κε σα­φεῖς ἐ­πιρ­ρο­ές. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Βάλ­ζερ στα­δια­κὰ ξε­χά­στη­κε: ἔ­τσι καὶ ἀλ­λι­ῶς, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν ἀ­πὸ νω­ρὶς νὰ βι­ο­πο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες μι­κρο­δου­λει­ές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἡ ψυ­χι­κή του ἀ­στά­θεια τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ πε­ρά­σει με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του σὲ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα. Πάν­τως, τὰ κεί­με­νά του ἀ­να­κα­λύ­φτη­καν ἐκ νέ­ου πρὸς τὰ τέ­λη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πη­ρέ­α­σαν ση­μαν­τι­κοὺς νε­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ B. Γκ. Ζέμ­παλντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Γερ­μα­νι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­κε ἡ συλ­λο­γὴ τοῦ Peter Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017), μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe. Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.

Πηγὴ Κούτση: Ἡ ρουτίνα


Πη­γὴ Κού­τση


Ἡ ρου­τί­να


ΙΧΕ ΦΤΑΣΕΙ ἀ­πό­γευ­μα καὶ ὁ Μπὲν ἀ­σχο­λοῦν­ταν μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ρου­τί­να. Φρόν­τι­σε τὴν Ἁ­γί­α Τρά­πε­ζα γιὰ τὴ βρα­δι­νὴ λει­τουρ­γί­α, φό­ρε­σε τὰ φρε­σκο­πλυ­μέ­να του ἄμ­φια, ἔ­λεγ­ξε τὸν χῶ­ρο ποὺ θὰ ὑ­πο­δε­χό­ταν σὲ λί­γο τὸ ποί­μνιο γιὰ τὸ ἐκ­κλη­σί­α­σμα. Τὸν ἀ­έ­ρι­σε λί­γο γιὰ νὰ τὸν ἐ­ξα­γνί­σει ὁ κρύ­ος ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τῶν προ­η­γού­με­νων θρη­σκευ­ό­με­νων.

       Δὲν ἔ­νι­ω­θε πο­λὺ κα­λὰ σή­με­ρα. Ἕ­νας πο­νο­κέ­φα­λος ἀ­πὸ χθὲς τὸν τα­λαι­πω­ροῦ­σε καὶ τοῦ στε­ροῦ­σε τὴ δύ­να­μη τοῦ λό­γου του, ὅ­ταν μι­λοῦ­σε στοὺς πι­στούς. Ἴ­σως νὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τοῦ χα­λοῦ­σε τὴ δι­ά­θε­ση ἢ οἱ σκέ­ψεις ποὺ ἔ­χει τε­λευ­ταῖα γιὰ τὸ λει­τούρ­γη­μά του.

        Τὰ χέ­ρια του δὲν συ­νερ­γά­ζον­ταν ὅ­πως πα­λιὰ στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῆς Θεί­ας Κοι­νω­νί­ας. Στα­μά­τη­σε καὶ στά­θη­κε λί­γο σα­στι­σμέ­νος. Τὰ κοί­τα­ξε καὶ τὰ κού­νη­σε γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει ὅ­τι δὲν ἔ­πα­θαν κά­τι. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τί­πο­τα. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι χά­νει τὴν πί­στη του. Καὶ ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἔλ­λει­ψη πί­στης ἄρ­χι­ζε νὰ φαί­νε­ται ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια του. Κα­τά­λα­βε μιὰ φλέ­βα στὸ κε­φά­λι του νὰ φου­σκώ­νει ἀ­πὸ τὴν ἔν­τα­ση τῆς ἐ­νο­χῆς, ὁ πο­νο­κέ­φα­λος νὰ με­γα­λώ­νει, ἡ ἀ­να­πνο­ή του νὰ δυ­σκο­λεύ­ει. Στὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα λο­γι­κῆς ποὺ τοῦ ἔ­μει­ναν ἔ­τρε­ξε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν Ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο.

        Κοί­τα­ξε τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χρι­στοῦ, ποὺ γιὰ αὐ­τὸν ἀ­πὸ μι­κρὸ παι­δὶ ἦ­ταν ἡ ἐν­σάρ­κω­ση τῆς ἀ­πό­λυ­της στή­ρι­ξης καὶ τῆς Ἀ­γά­πης. Ὀρ­φα­νὸς κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πο­τέ­λε­σε γιὰ αὐ­τὸν τὸν Ἰ­δα­νι­κὸ Πα­τέ­ρα καὶ Μη­τέ­ρα μα­ζί. Τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­θη­κε ὅ­ταν ὁ πό­νος τῆς ἄ­θλιας ζω­ῆς του δὲν ἀν­τε­χό­ταν καὶ ἡ πα­γω­νιὰ τῆς ψυ­χῆς του ἔ­ψα­χνε θαλ­πω­ρή.

        Γο­νά­τι­σε. Ἡ μύ­τη του ἄ­νοι­ξε καὶ ζε­στὸ αἷ­μα ἄρ­χι­σε νὰ στά­ζει στὴ βά­ση τοῦ Σταυ­ροῦ. Τὰ δά­κρυ­α ἀ­κο­λού­θη­σαν σὲ λί­γο τὴ δι­α­δρο­μὴ τοῦ αἵ­μα­τος καὶ αὐ­τὸ τὸ ἀ­νορ­θό­δο­ξο μεῖγ­μα ζη­τοῦ­σε συγ­χώ­ρε­ση γιὰ τὴν ἔλ­λει­ψη πί­στης.

        Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ συλ­λά­βει ὅ­τι πιὰ δὲν πί­στευ­ε ὅ­πως πα­λιά. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ δε­χτεῖ. Τί συ­νέ­βη; Πῶς μπο­ροῦ­σε νὰ προ­δώ­σει τὸν Πα­τέ­ρα του; Τὸ στο­μά­χι του σφί­χτη­κε, ἔ­γι­νε ἕ­νας δυ­να­τὸς κόμ­πος. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­να­σά­νει. Σκέ­φτη­κε νὰ φω­νά­ξει γιὰ βο­ή­θεια. Τὴν ἀρ­νή­θη­κε μέ­σα του τὴν ἴ­δια στιγ­μή. Ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πο­φέ­ρει, τὸ ἄ­ξι­ζε. Ἄρ­χι­σε βου­βὰ νὰ προ­σεύ­χε­ται. Νὰ ζη­τά­ει συγ­χώ­ρε­ση γιὰ τὸν ξε­πε­σμό του, νὰ Τὸν κα­λεῖ νὰ ἔρ­θει γιὰ νὰ ἀ­πο­λο­γη­θεῖ γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τω­λὲς σκέ­ψεις του. Ἡ προ­σευ­χή του ἄρ­χι­σε νὰ γί­νε­ται πιὸ ἐ­πι­τα­κτι­κή. Τὸν ἤ­θε­λε μπρο­στά του ἐ­δῶ καὶ τώ­ρα. Ὁ Χρι­στὸς ὅ­μως δὲν ἐρ­χό­ταν. Δὲν τὸν κα­τα­δε­χό­ταν. Ξά­πλω­σε στὸ πα­γω­μέ­νο πά­τω­μα καὶ σπαρ­τα­ροῦ­σε ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ τὴ συν­τρι­βή. Δὲν ἦ­ταν ἄ­ξιος νὰ ἀ­γα­πη­θεῖ.

        Σι­ω­πή. Σκο­τά­δι. Ἕ­να σάρ­κι­νο σα­κὶ χω­ρὶς ψυ­χή. Ὁ σταυ­ρὸς στὸν λαι­μὸ του εἶ­χε σπά­σει. Τὸν κοί­τα­ξε καὶ κα­τά­λα­βε ὅ­τι ἦ­ταν μό­νος. Ὁ Μπὲν δὲν θὰ ἀ­σχο­λού­ταν πιὰ μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη τοu ρου­τί­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Ἡ κομμένη φωτογραφία


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Ἡ κομ­μέ­νη φω­το­γρα­φί­α


Ο ΞΥΛΙΝΟ ΚΟΥΤΑΚΙ μὲ τὶς ἀ­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες στὸν μι­σαν­τρὰ τοῦ χω­ριοῦ ἀ­πο­τε­λοῦ­σε εὐ­και­ρια­κὴ προ­σφυ­γή του, ἀ­κό­μη κι ὅ­ταν εἶ­χαν πιὰ με­τα­δη­μο­τεύ­σει, κα­θὼς ὁ θά­να­τος εἶ­χε ἀ­φή­σει πολ­λὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὰ γύ­ρω του. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πει­κό­νι­ζαν τὸν ἐ­κλι­πόν­τα θεῖ­ο σὲ νε­α­νι­κὴ (πῶς ἀλ­λι­ῶς) ἡ­λι­κί­α ἢ τὸν πα­τέ­ρα στὴν ἐ­πο­χὴ τῆς στρα­τι­ω­τι­κῆς θη­τεί­ας, ἐ­λά­χι­στες ἀ­κό­μη συγ­γε­νεῖς ἢ φί­λους. Τοῦ κι­νοῦ­σε πάν­το­τε τὴν πε­ρι­έρ­γεια μιὰ ἐν­τε­λῶς ἀ­ταί­ρια­στη, γιὰ δύ­ο λό­γους. Ὁ πρῶ­τος για­τί ἀ­πει­κό­νι­ζε τὴ για­γιὰ Λέ­νω, ἀ­συ­νή­θι­στα νέ­α, ντυ­μέ­νη (στὰ μαῦ­ρα βέ­βαι­α) κά­πως πιὸ ἐ­πί­ση­μα, καὶ τὸν πα­τέ­ρα του δί­πλα, μὲ ροῦ­χα τῆς πό­λης καὶ τι­ράν­τες, νέ­ο κι ἀ­γέ­ρω­χο. Ὁ δεύ­τε­ρος για­τί ἦ­ταν κομ­μέ­νη καὶ τῆς ἔ­λει­πε τὸ πά­νω δε­ξὶ μέ­ρος δί­πλα στὸν πα­τέ­ρα. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ὑ­πῆρ­χε πε­ρι­ο­ρι­σμὸς στὶς ἐ­ρω­τή­σεις ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ τε­θοῦν, χω­ρὶς πάν­τως ρη­τὴ ἀ­πα­γό­ρευ­ση. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν οἱ ἀ­πει­κο­νι­ζό­με­νοι εἶ­χαν ἀ­πο­βι­ώ­σει καὶ ὁ κό­σμος καὶ οἱ οἰ­κο­γε­νεια­κοὶ ρό­λοι εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει, πῆ­ρε τὴν ἀ­πάν­τη­ση ἀ­πὸ τὴ μά­να του, ὅ­σα τέ­λος πάν­των ἤ­ξε­ρε κι ἐ­κεί­νη. Ὅ­ταν λοι­πὸν ὁ Μ. ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ναυ­τι­κό, τὸ δύ­σκο­λο ἔ­τος 1948 τοῦ ἐμ­φυ­λί­ου, τὸ ὀ­ρει­νὸ χω­ριὸ τῆς Ἠ­πεί­ρου εἶ­χε ἐκ­κε­νω­θεῖ μὲ κυ­βερ­νη­τι­κὴ ἐν­το­λὴ καὶ οἱ κά­τοι­κοι ἐ­κτο­πί­στη­καν εἴ­τε σὲ μιὰ γει­το­νι­κὴ κω­μό­πο­λη εἴ­τε στὴν πρω­τεύ­ου­σα τοῦ νο­μοῦ. Ὄν­τας ἀ­πα­γο­ρευ­τι­κὴ ἡ ἐ­πι­στρο­φή, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ μεί­νει στὴν Ἀ­θή­να κά­νον­τας εὐ­και­ρια­κὲς δου­λει­ές. Τό­τε ἦ­ταν πού, ὅ­πως συ­νη­θι­ζό­ταν, ἰ­δι­ο­ποι­ή­θη­κε ἕ­να οἰ­κό­πε­δο στὸ Πέ­ρα­μα. Στὴν ἴ­δια πε­ρι­ο­χὴ φαί­νε­ται πὼς γνώ­ρι­σε τὴν ἀ­πο­κε­κομ­μέ­νη τῆς φω­το­γρα­φί­ας. Τε­λει­ώ­νον­τας ὁ ἐμ­φύ­λιος, μὲ τὸν ἐ­πα­να­πα­τρι­σμὸ τέ­λει­ω­σε καὶ ἡ ὑ­πο­μο­νὴ τῆς Λέ­νως. Μο­λο­νό­τι ζοῦ­σε ἀ­κό­μη ὁ ἄν­τρας της, πῆ­ρε ἡ ἴ­δια τὸν δρό­μο γιὰ τὴν πρω­τεύ­ου­σα. Μὲ τί ἑλ­λη­νι­κά, τί χρή­μα­τα, τί γε­ω­γρα­φι­κὲς γνώ­σεις, κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὸ Πέ­ρα­μα καὶ μὲ τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ στὸ χέ­ρι ἔ­φτα­σε στὸν προ­ο­ρι­σμό της. Ἀ­να­φώ­νη­σε, λέ­ει, τὴ φρά­ση «τὸ δι­κό μου τὸ παι­δί», κι ὡς ἐ­κεῖ ξέ­ρου­με. Ὁ Μ. πάν­τως ἐ­πέ­στρε­ψε μα­ζί της στὸ χω­ριό. Δὲν δό­θη­κε πο­τὲ κά­ποι­α ἐ­ξή­γη­ση, πῶς βρέ­θη­καν στὴν ἴ­δια φω­το­γρα­φί­α μά­να, γιὸς καὶ ἀ­πο­κομ­μέ­νη. Οὔ­τε ἂν ἡ τε­λευ­ταί­α ἦ­ταν τὸ ἴ­διο πρό­σω­πο μὲ μιὰ ὄ­μορ­φη πο­δη­λά­τισ­σα σὲ ἡ­μι­α­στι­κὸ το­πί­ο, ἄλ­λης φω­το­γρα­φί­ας στὸ ἴ­διο ξύ­λι­νο κου­τί.



Πηγή: Ἀπὸ τὴ σειρὰ πεζῶν Θραύσματα τοῦ 20οῦ αἰώνα. Πρώτη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati): Ὁ δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε



Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati)


Ὁ δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε

(Il disco si posò)


ΤΑΝ ΒΡΑΔΥ καὶ ἡ ἐ­ξο­χὴ ἤ­δη μι­σο­κοι­μό­ταν. Ἀ­πὸ τὶς κοι­λά­δες ση­κω­νό­ταν τὸ χνού­δι τῆς ὁ­μί­χλης καὶ ἀ­κου­γό­ταν τὸ κά­λε­σμα τοῦ μο­να­χι­κοῦ βα­τρά­χου ποὺ ὅ­μως σύν­το­μα σι­ω­ποῦ­σε (τὴν ὥ­ρα ποὺ νι­κι­οῦν­ται ἀ­κό­μα καὶ οἱ καρ­δι­ὲς ἀ­πὸ πά­γο, μὲ τὸν κα­θά­ριο οὐ­ρα­νό, τὴν ἀ­νε­ξή­γη­τη γα­λή­νη τοῦ κό­σμου, τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­πνοῦ, τὶς νυ­χτε­ρί­δες καὶ τὰ κρυ­φὰ βή­μα­τα τῶν πνευ­μά­των στὰ πα­λιὰ σπί­τια), ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα, νά­ ’­τος, ὁ ἱ­πτά­με­νος δί­σκος προ­σγει­ώ­θη­κε στὴν ὀ­ρο­φὴ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας τῆς ἐ­νο­ρί­ας ποὺ δε­σπό­ζει στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ χω­ριοῦ.

       Χω­ρὶς νὰ τὸν ἀν­τι­λη­φθοῦν οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ μό­λις εἶ­χαν μπεῖ στὰ σπί­τια τους, ὁ μη­χα­νι­σμὸς κα­τέ­βη­κε κά­θε­τα ἀ­πὸ τὸ δι­ά­στη­μα, δί­στα­σε με­ρι­κὲς στιγ­μὲς βγά­ζον­τας ἕ­να εἶ­δος βου­η­τοῦ, καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἄγ­γι­ξε τὴ σκε­πὴ χω­ρὶς θό­ρυ­βο, ὅ­πως ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἦ­ταν με­γά­λος, φω­τει­νός, συμ­πα­γής, ὅ­μοι­ος μὲ μί­α τε­ρά­στια φα­κή. Ἀ­πὸ κά­ποι­α ἀ­νοίγ­μα­τα συ­νέ­χι­σε νὰ βγαί­νει σφυ­ρί­ζον­τας ἕ­να ἀ­ε­ρά­κι. Στὴ συ­νέ­χεια σι­ώ­πη­σε καὶ ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τος, σὰν νε­κρός.

       Ἀ­πὸ κά­τω, στὸ δω­μά­τιο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­κρι­βῶς κά­τω ἀ­πὸ τὴν ὀ­ρο­φὴ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας, ὁ ἐ­φη­μέ­ριος, ὁ δὸν Πι­έ­τρο, δι­ά­βα­ζε μὲ τὸ ποῦ­ρο το­σκά­νο στὸ στό­μα. Ἀ­κού­γον­τας τὸν ἀ­συ­νή­θι­στο θό­ρυ­βο, ση­κώ­θη­κε ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­θρό­να καὶ πῆ­γε στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ δεῖ τί συμ­βαί­νει. Εἶ­δε λοι­πὸν αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο ἀν­τι­κεί­με­νο, ποὺ εἶ­χε γα­λά­ζιο ἀ­νοι­χτὸ χρῶ­μα καὶ δι­ά­με­τρο πε­ρί­που δέ­κα μέ­τρα.

       Δὲν φο­βή­θη­κε, οὔ­τε φώ­να­ξε, οὔ­τε ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος. Ἔ­χει ἄ­ρα­γε ἐν­τυ­πω­σια­στεῖ πο­τὲ ἀ­πὸ κά­τι ὁ ὑ­πε­ρο­πτι­κὸς καὶ ἀ­πτό­η­τος δὸν Πι­έ­τρο; Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ, μὲ τὸ ποῦ­ρο στὸ στό­μα, νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρεῖ. Καὶ ὅ­ταν εἶ­δε νὰ ἀ­νοί­γει ἡ πορ­τού­λα, ἁ­πλὰ τέν­τω­σε τὸ χέ­ρι του: πέ­ρα, στὸν τοῖ­χο ἦ­ταν κρε­μα­σμέ­νο τὸ δί­καν­νο.

       Τώ­ρα, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τῶν δύ­ο πα­ρά­ξε­νων πλα­σμά­των ποὺ βγῆ­καν ἀ­πὸ τὸ δί­σκο δὲν ὑ­πάρ­χει κα­μί­α σι­γου­ριά. Προ­κα­λεῖ με­γά­λη σύγ­χυ­ση ὁ δὸν Πι­έ­τρο. Ἀ­κό­μα καὶ στὶς με­τα­γε­νέ­στε­ρες ἀ­φη­γή­σεις του συ­νε­χί­ζει νὰ ἀν­τι­φά­σκει. Σί­γου­ρα γνω­ρί­ζου­με μό­νο αὐ­τό: ἦ­ταν λε­πτοὶ καὶ κον­τοί, ἕ­να μέ­τρο, ἕ­να καὶ δέ­κα. Αὐ­τὸς ὅ­μως λέ­ει ὅ­τι μά­κραι­ναν ἢ κόν­ται­ναν σὰν νὰ ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ ἐ­λα­στι­κό. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τὴν μορ­φή, δὲν κα­τά­λα­βε πολ­λά: «ἔ­μοια­ζαν μὲ πί­δα­κες σιν­τρι­βα­νιοῦ, πιὸ φαρ­διοὶ στὴν κο­ρυ­φὴ καὶ πιὸ στε­νοὶ χα­μη­λό­τε­ρα» ἔ­λε­γε ὁ δὸν Πι­έ­τρο, «ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο κα­λι­κάν­τζα­ρους, ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο ἔν­το­μα, ἔ­μοια­ζαν μὲ σκου­πί­τσες, ἔ­μοια­ζαν μὲ δύ­ο με­γά­λα σπίρ­τα». «Καὶ εἶ­χαν δύ­ο μά­τια ὅ­πως ἐ­μεῖς»; «Βέ­βαι­α, ἕ­να σὲ κά­θε με­ριά, ἀλ­λὰ μι­κρά». Καὶ τὸ στό­μα; Καὶ τὰ χέ­ρια; Καὶ τὰ πό­δια; Ὁ δὸν Πι­έ­τρο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει: «Κά­ποι­ες στιγ­μὲς ἔ­βλε­πα δύ­ο πο­δα­ρά­κια καὶ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο με­τὰ δὲν τὰ ἔ­βλε­πα πιά…ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ποῦ νὰ ξέ­ρω ἐ­γώ; Ἀ­φῆ­στε με ἐ­πι­τέ­λους στὴν ἡ­συ­χί­α μου!».

       Σι­ω­πη­λός, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας τοὺς ἄ­φη­σε νὰ πει­ρα­μα­τί­ζον­ται μὲ τὸν δί­σκο. Μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους χα­μη­λό­φω­να, ἕ­νας δι­ά­λο­γος ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ τρί­ξι­μο. Με­τά, σκαρ­φά­λω­σαν στὴν ὀ­ρο­φὴ ποὺ ἔ­χει μί­α ἐ­λα­φριὰ κλή­ση πρὸς τὰ κά­τω, κι ἔ­φτα­σαν στὸ σταυ­ρό, αὐ­τὸν ποὺ ἦ­ταν στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς πρό­σο­ψης. Γύ­ρι­σαν γύ­ρω του, τὸν ἄγ­γι­ξαν, ἔ­μοια­ζαν νὰ τὸν με­τρᾶ­νε. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τοὺς ἄ­φη­σε νὰ τὸν πε­ρι­ερ­γα­στοῦν, πάν­τα ἀγ­κα­λι­ά­ζον­τας τὸ δί­καν­νο. Μὰ ξαφ­νι­κὰ ἄλ­λα­ξε γνώ­μη.

       «Ἔ­ϊ» τοὺς φώ­να­ξε μὲ τὴν στεν­τό­ρεια φω­νή του. «Ἐ­σεῖς, ἐ­κεῖ πά­νω, οἱ νε­α­ροί. Ποι­οί εἶ­στε;»

       Καὶ οἱ δύ­ο γύ­ρι­σαν καὶ τὸν κοί­τα­ξαν καὶ φά­νη­καν πο­λὺ λί­γο τα­ραγ­μέ­νοι. Πα­ρό­λα αὐ­τὰ κα­τέ­βη­καν ἀ­μέ­σως καὶ πλη­σί­α­σαν στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ἱ­ε­ρέ­α. Με­τά, ὁ πιὸ ψη­λὸς ἄρ­χι­σε νὰ μι­λᾶ.

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο —κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ ἴ­διος πα­ρα­δέ­χτη­κε— τα­ρά­χτη­κε: ὁ ἀ­ρεια­νὸς (για­τὶ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη στιγ­μή, ποι­ός ξέ­ρει για­τί, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος πὼς ὁ ἱ­πτά­με­νος δί­σκος ἦρ­θε ἀ­πὸ τὸν Ἄ­ρη κι οὔ­τε σκέ­φτη­κε πο­τὲ νὰ ἀλ­λά­ξει αὐ­τή του τὴν πε­ποί­θη­ση), ὁ ἀ­ρεια­νὸς μι­λοῦ­σε μιὰ ἄ­γνω­στη γλώσ­σα. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν μιὰ πραγ­μα­τι­κὴ γλώσ­σα; Κά­τι ἦ­χοι ἦ­ταν, τὴν ἀ­λή­θεια ὄ­χι δυ­σά­ρε­στοι, ὅ­λοι στὴ σει­ρὰ χω­ρὶς κα­μί­α παύ­ση. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας κα­τά­λα­βε τὰ πάν­τα ἀ­μέ­σως σὰν νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὴν ἴ­δια του τὴν δι­ά­λε­κτο. Με­τα­φο­ρὰ σκέ­ψης; Ἢ μή­πως ἕ­να εἶ­δος παγ­κό­σμιας γλώσ­σας αὐ­τό­μα­τα κα­τα­νο­η­τῆς;

       «Ἠ­ρέ­μη­σε, ἠ­ρέ­μη­σε», εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος, «σὲ λί­γο θὰ φύ­γου­με. Ξέ­ρεις, ἐ­δῶ καὶ πο­λὺ και­ρὸ γυ­ρί­ζου­με τὸν κό­σμο, σᾶς πα­ρα­τη­ροῦ­με, ἀ­κοῦ­με τὰ ρα­δι­ό­φω­νά σας, ἔ­χου­με μά­θει σχε­δὸν τὰ πάν­τα. Ὅ­ταν μι­λᾶς ἐ­σύ, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἐ­γὼ σὲ κα­τα­λα­βαί­νω. Μό­νο ἕ­να πράγ­μα δὲν ἔ­χου­με ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σει. Τί εἶ­ναι αὐ­τὲς οἱ κε­ραῖ­ες; (καὶ ἔ­δει­ξε τὸν σταυ­ρό). Τὶς ἔ­χε­τε παν­τοῦ, σὲ πύρ­γους καὶ σὲ καμ­πα­να­ριά, στὶς κο­ρυ­φὲς τῶν βου­νῶν, καὶ με­τὰ ἔ­χε­τε στρα­τι­ὲς ἀ­πὸ αὐ­τὲς ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, κλει­σμέ­νες σὲ τεί­χη σὰν νὰ ἦ­ταν σὲ φυ­τώ­ρια. Πές μου λοι­πόν, ἄν­θρω­πε, σὲ τί χρη­σι­μεύ­ουν;»

       «Μὰ εἶ­ναι σταυ­ροί!» φώ­να­ξε ὁ δὸν Πι­έ­τρο. Καὶ τό­τε πρό­σε­ξε ὅ­τι αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο ἔ­φε­ραν στὸ κε­φά­λι τους ἕ­να λο­φί­ο, σὰν μα­λα­κὴ βούρ­τσα, ψη­λὴ μέ­χρι εἴ­κο­σι ἑ­κα­το­στά. Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν μαλ­λιά, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἔ­μοια­ζαν μὲ λε­πτοὺς μί­σχους φυ­τῶν ποὺ τρε­μό­παι­ζαν, ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ζω­η­ροί, ποὺ ἔ­τρε­μαν συ­νέ­χεια. Ἢ μή­πως ἦ­ταν μι­κρὲς ἀ­κτί­νες ἢ ἕ­να στέμ­μα ἀ­πὸ ἠ­λε­κτρι­κὴ ἀ­κτι­νο­βο­λί­α;

       «Σταυ­ροί» ἐ­πα­νά­λα­βε συλ­λα­βί­ζον­τας ὁ ξέ­νος. «Καὶ σὲ τί χρη­σι­μεύ­ουν;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο ἀ­κούμ­πη­σε τὸ δί­καν­νο στὸ πά­τω­μα σὲ ἀ­πό­στα­ση ὅ­μως ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ πιά­σει. Ξε­δί­πλω­σε τὸ ἀ­νά­στη­μά του καὶ προ­σπά­θη­σε νὰ εἶ­ναι ἐ­πί­ση­μος:

       «Εἶ­ναι χρή­σι­μοι γιὰ τὶς ψυ­χές μας» ἀ­πάν­τη­σε. «Εἶ­ναι τὸ σύμ­βο­λο τοῦ Κυ­ρί­ου ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, τοῦ υἱ­οῦ τοῦ Θε­οῦ ποὺ πέ­θα­νε γιὰ μᾶς πά­νω στὸ σταυ­ρό.»

       Ξαφ­νι­κά, στὸ κε­φά­λι τῶν ἀ­ρεια­νῶν, οἱ ἀ­χνὲς τοῦ­φες ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν. Ἦ­ταν ἕ­να ση­μά­δι ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος ἢ συγ­κί­νη­σης; Ἢ ἦ­ταν αὐ­τὸς ὁ τρό­πος τους νὰ γε­λοῦν;

       «Καὶ ποῦ; ποῦ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­χει συμ­βεῖ αὐ­τό;» ρώ­τη­σε καὶ πά­λι ὁ πιὸ ψη­λὸς μὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τρί­ξι­μο ποὺ θύ­μι­ζε σή­μα­τα Μὸρς καὶ μὲ μιὰ φευ­γα­λέ­α ἀ­πό­χρω­ση εἰ­ρω­νεί­ας. «Θέ­λεις νὰ πεῖς ὅ­τι ὁ Θε­ὸς ἦρ­θε ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σα σὲ ἐ­σάς;»

       «Ἐ­δῶ, στὴν Γῆ. Στὴν Πα­λαι­στί­νη.»

       Ὁ τό­νος ἀμ­φι­σβή­τη­σης ἐ­νό­χλη­σε τὸν δὸν Πέ­τρο.

       «Θὰ ἦ­ταν μιὰ με­γά­λη ἱ­στο­ρί­α», εἶ­πε, «ἴ­σως πο­λὺ με­γά­λη γιὰ σο­φοὺς ὅ­πως ἐ­σεῖς».

       Στὸ κε­φά­λι τοῦ ξέ­νου τὸ χα­ρι­τω­μέ­νο ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο στέμ­μα τρε­μό­παι­ξε δύ­ο ἢ τρεῖς φο­ρές. Ἔ­μοια­ζε νὰ τὸ κι­νεῖ ὁ ἄ­νε­μος.

       «Ὤ, θὰ εἶ­ναι σί­γου­ρα μί­α ὑ­πέ­ρο­χη ἱ­στο­ρί­α» εἶ­πε μὲ συγ­κα­τά­βα­ση. «Ἄν­θρω­πε, θὰ ἤ­θε­λα πραγ­μα­τι­κὰ νὰ τὴν ἀ­κού­σω».

       Τὴν καρ­διὰ τοῦ δὸν Πι­έ­τρο φώ­τι­σε ἡ ἐλ­πί­δα νὰ προ­ση­λυ­τί­σει ἕ­ναν κά­τοι­κο ἄλ­λου πλα­νή­τη. Θὰ ἦ­ταν ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ γε­γο­νὸς καὶ ὁ ἴ­διος θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε αἰ­ώ­νια δό­ξα.

       «Ἐ­ὰν θέ­λε­τε μό­νο αὐ­τό…» εἶ­πε κου­ρα­σμέ­νος. «Ἀλ­λὰ ἐ­λᾶ­τε κον­τά, ἐ­λᾶ­τε ἐ­δῶ, μέ­σα στὸ δω­μά­τιό μου.»

       Ἦ­ταν σί­γου­ρα μιὰ πα­ρά­ξε­νη σκη­νή, στὸ δω­μά­τιο τοῦ ἐ­φη­μέ­ριου, ἐ­κεῖ­νος κα­θι­σμέ­νος στὸ γρα­φεῖ­ο του κά­τω ἀ­πὸ τὸ φῶς μιᾶς πα­λιᾶς λάμ­πας, μὲ τὴν Βί­βλο στὰ χέ­ρια του καὶ οἱ δύ­ο ἀ­ρεια­νοὶ ὄρ­θιοι πά­νω στὸ κρε­βά­τι, για­τὶ ὁ δὸν Πι­έ­τρο τοὺς κά­λε­σε νὰ βο­λευ­τοῦν, νὰ κά­τσουν στὸ στρῶ­μα, καὶ ἐ­πέ­με­νε, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νοι δὲν κα­τά­φε­ραν νὰ κα­θί­σουν καὶ βλέ­πον­τας ὅ­τι δὲν μπο­ροῦ­σαν, γιὰ νὰ μὴν ἀρ­νη­θοῦν, στὸ τέ­λος ἀ­νέ­βη­καν πά­νω στὸ κρε­βά­τι, στά­θη­καν ὄρ­θιοι, μὲ τὸ λο­φί­ο στη­τὸ καὶ τρε­μά­με­νο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πο­τέ.

       «Ἀ­κοῦ­στε μι­κρές μου σκου­πί­τσες!» εἶ­πε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας καὶ ἀ­πό­το­μα, ἀ­νοί­γον­τας τὸ βι­βλί­ο δι­ά­βα­σε: «ὁ Αἰ­ώ­νιος Θε­ὸς πῆ­ρε τό­τε τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ἔ­βα­λε στὸν κῆ­πο τῆς Ἐ­δέμ…καὶ τοῦ ἔ­δω­σε αὐ­τὴ τὴν ἐν­το­λή: μπο­ρεῖ­τε νὰ φᾶ­τε ἐ­λεύ­θε­ρα καρποὺς ἀ­πὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε δέν­τρο τοῦ κή­που, ἀλ­λὰ τὸν καρπὸ τοῦ δέν­τρου τῆς γνώ­σης τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ δὲν θὰ τὸν φᾶ­τε: για­τὶ τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ θὰ φᾶ­τε ἀ­πὸ αὐ­τό, σί­γου­ρα θὰ εἶ­ναι ἡ μέ­ρα τοῦ θα­νά­του σας. Με­τά, ὁ Αἰ­ώ­νιος Θε­ός….».

       Σή­κω­σε τὰ μά­τια ἀ­πὸ τὴν σε­λί­δα καὶ εἶ­δε τὸ λο­φί­ο νὰ τρε­μο­παί­ζει πο­λὺ ἔν­το­να. «Ὑ­πάρ­χει κά­τι ποὺ δὲν κα­τα­λα­βαί­νε­τε;»

       Ὁ ἀ­ρεια­νὸς ρώ­τη­σε: «καὶ πές μου, τὸ φά­γα­τε πα­ρό­λα αὐ­τά; Δὲν ξέ­ρα­τε πῶς νὰ ἀν­τι­στα­θεῖ­τε; Ἔ­τσι δὲν ἔ­γι­νε;»

       «Ἀ­κρι­βῶς. Τὸ ἔ­φα­γαν» πα­ρα­δέ­χτη­κε ὁ ἱ­ε­ρέ­ας καὶ ἡ φω­νή του γέ­μι­σε θυ­μό. «Θὰ ἤ­θε­λα νὰ δῶ κι ἐ­σᾶς. Μή­πως ὑ­πῆρ­χε καὶ στὸν πλα­νή­τη σας τὸ δέν­τρο τοῦ κα­λοῦ καὶ τοῦ κα­κοῦ;»

       «Φυ­σι­κά. Ὑ­πῆρ­χε καὶ στὸν πλα­νή­τη μας. Ἑ­κα­τομ­μύ­ρια χρό­νια πρίν. Εἶ­ναι ἀ­κό­μα πρά­σι­νο.»

       «Κι ἐ­σεῖς; θέ­λω νὰ πῶ, τοὺς καρπούς, δὲν τοὺς δο­κι­μά­σα­τε;»

       «Πο­τέ» εἶ­πε ὁ ἄ­γνω­στος. «Τὸ ἀ­πα­γο­ρεύ­ει ὁ νό­μος.»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο ἀ­να­στέ­να­ξε τα­πει­νω­μέ­νος. Αὐ­τοὶ οἱ δύ­ο λοι­πὸν ἦ­ταν ἁ­γνοί, ὅ­μοι­οι μὲ τοὺς ἀγ­γέ­λους στὸν οὐ­ρα­νό, δὲν γνώ­ρι­ζαν τὴν ἁ­μαρ­τί­α, δὲν ἤ­ξε­ραν τί θὰ πεῖ κα­κί­α, μί­σος, ψέ­μα; Κοί­τα­ξε γύ­ρω του σὰν νὰ ἔ­ψα­χνε γιὰ βο­ή­θεια μέ­χρι ποὺ εἶ­δε μέ­σα στὸ ἀ­χνὸ φῶς, πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, τὸν μαῦ­ρο ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο.

       Ἀ­να­θάρ­ρη­σε: «ναί, γι’ αὐ­τὸν τὸν καρπὸ κα­τα­στρα­φή­κα­με… ἀλ­λὰ ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ» φώ­να­ξε κι ἔ­νι­ω­σε ἕ­ναν κόμ­πο στὸ λαι­μὸ «ὁ υἱ­ὸς τοῦ Θε­οῦ ἔ­γι­νε ἄν­θρω­πος. Καὶ κα­τέ­βη­κε ἐ­δῶ, ἀ­νά­με­σά μας!». Ὁ ἄλ­λος πα­ρέ­μει­νε ἀ­πα­θής. Μό­νο τὸ λο­φί­ο πή­γαι­νε ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη στὴν ἄλ­λη ὅ­μοι­ο μὲ μιὰ σκω­πτι­κὴ φλό­γα.

       «Λὲς ὅ­τι ἦρ­θε ἐ­δῶ, στὴ Γῆ; Κι ἐ­σεῖς; Τί κά­να­τε; Τὸν ἀ­να­κη­ρύ­ξα­τε βα­σι­λιά σας; Ἂν δὲν κά­νω λά­θος εἶ­πες πρὶν ὅ­τι πέ­θα­νε στὸν σταυ­ρό… τὸν σκο­τώ­σα­τε ἑ­πο­μέ­νως;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο πά­λευ­ε σκλη­ρά: «ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χουν πε­ρά­σει σχε­δὸν δύ­ο χι­λιά­δες χρό­νια! Ἀ­κρι­βῶς γιὰ ἐ­μᾶς πέ­θα­νε, γιὰ τὴν δι­κή μας αἰ­ώ­νια ζω­ή!».

       Σι­ώ­πη­σε, δὲν ἤ­ξε­ρε τί ἄλ­λο νὰ πεῖ. Καὶ στὴν σκο­τει­νὴ γω­νί­α τὰ δύ­ο μυ­στη­ρι­ώ­δη λο­φί­α καί­γον­ταν, πραγ­μα­τι­κὰ καί­γον­ταν ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­ξε­νο φῶς. Ἐ­πι­κρά­τη­σε σι­ω­πὴ καὶ ἀ­πέ­ξω ἀ­κού­στη­κε τὸ τρα­γού­δι τῶν γρύλ­λων.

       «Καὶ ὅ­λο αὐ­τό» ρώ­τη­σε ξα­νὰ ὁ ἀ­ρεια­νὸς μὲ ὑ­πο­μο­νὴ δα­σκά­λου «ὅ­λο αὐ­τὸ χρη­σί­μευ­σε κά­που;»

       Ὁ δὸν Πι­έ­τρο δὲν μί­λη­σε. Πε­ρι­ο­ρί­στη­κε νὰ κά­νει μιὰ κί­νη­ση μὲ τὸ δε­ξί του χέ­ρι, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος σὰν νὰ ἔ­λε­γε: τί θέ­λε­τε; ἔ­τσι πλα­στή­κα­με, εἴ­μα­στε ἁ­μαρ­τω­λοί, φτω­χὰ ἁ­μαρ­τω­λὰ σκου­λή­κια ποὺ ἔ­χουν ἀ­νάγ­κη τὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ. Καὶ ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα κα­λύ­πτον­τας τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ χέ­ρια του.

       Πό­ση ὥ­ρα πέ­ρα­σε; Ὧ­ρες, λε­πτά; Ἡ φω­νὴ τῶν φι­λο­ξε­νού­με­νων ἐ­πα­νέ­φε­ρε τὸν δὸν Πι­έ­τρο. Σή­κω­σε τὰ μά­τια καὶ τοὺς εἶ­δε ἤ­δη στὸ περ­βά­ζι νὰ ἑ­τοι­μά­ζον­ται, θὰ ἔ­λε­γε κα­νείς, νὰ φύ­γουν. Μὲ φόν­το τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ οὐ­ρα­νὸ τὰ δύ­ο λο­φί­α τρε­μό­παι­ζαν μὲ γο­η­τευ­τι­κὴ χά­ρη.

       «Ἄν­θρω­πε» ρώ­τη­σε ὁ συ­νή­θης ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο. «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ;»

       «Τί κά­νω; Προ­σεύ­χο­μαι!…ἐ­σεῖς ὄ­χι; Ἐ­σεῖς δὲν προ­σεύ­χε­στε;»

       «Νὰ προ­σευ­χό­μα­στε; Ἐ­μεῖς; Για­τί νὰ προ­σευ­χό­μα­στε;»

       «Δη­λα­δὴ τὸν Θε­ὸ δὲν τὸν πα­ρα­κα­λεῖ­τε πο­τέ;»

       «Μὰ ὄ­χι!» εἶ­πε τὸ πα­ρά­ξε­νο πλά­σμα καί, ποι­ός ξέ­ρει πῶς, τὸ ζω­η­ρὸ στέμ­μα του, στα­μά­τη­σε ἀ­πό­το­μα νὰ τρέ­μει, καὶ ἔ­γι­νε πλα­δα­ρὸ καὶ ἄ­χρω­μο.

       «Ὤ, κα­η­με­νού­λη­δες» μουρ­μού­ρι­σε ὁ δὸν Πι­έ­τρο, ἀλ­λὰ μὲ τρό­πο ποὺ οἱ δύ­ο ξέ­νοι δὲν τὸν ἄ­κου­σαν, ὅ­πως κά­νει κα­νεὶς μὲ τοὺς σο­βα­ρὰ ἀ­σθε­νεῖς. Ση­κώ­θη­κε στὰ πό­δια του, τὸ αἷ­μα ξα­νάρ­χι­σε νὰ τρέ­χει μὲ δύ­να­μη πά­νω-κά­τω στὶς φλέ­βες του. Πρὶν λί­γο αἰ­σθα­νό­ταν σὰν κάμ­πια. Μὰ τώ­ρα ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος. «Χέ,χέ» γε­λοῦ­σε μέ­σα του, «ἐ­σεῖς δὲν ἔ­χε­τε τὸ προ­πα­το­ρι­κὸ ἁ­μάρ­τη­μα μὲ ὅ­λες του τὶς συ­νέ­πει­ες. Εὐ­γε­νεῖς, σο­φοί, ἄ­κρι­τοι. Δὲν συ­ναν­τή­σα­τε πο­τὲ τὸ δαι­μό­νιο. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔρ­χε­ται τὸ βρά­δυ, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ξέ­ρω πῶς αἰ­σθά­νε­στε! Ἀ­πί­στευ­τα μό­νοι, ὑ­πο­θέ­τω, νε­κροὶ ἀ­πὸ τὴν ἀ­χρη­στί­α καὶ τὴν πλή­ξη» (οἱ δύ­ο ξέ­νοι εἶ­χαν ἤ­δη πε­ρά­σει τὴν πορ­τού­λα τοῦ δί­σκου, τὴν εἶ­χαν κλεί­σει καὶ ὁ κι­νη­τή­ρας εἶ­χε ἤ­δη ξε­κι­νή­σει μὲ ἕ­ναν βου­βὸ καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἁρ­μο­νι­κὸ θό­ρυ­βο. Σι­γὰ-σι­γά, σχε­δὸν ἀ­πὸ θαῦ­μα, ὁ δί­σκος ἀ­πο­κολ­λή­θη­κε καὶ ἀ­νυ­ψώ­θη­κε σὰν νὰ ἦ­ταν μπα­λό­νι: με­τά, ἀ­φοῦ γύ­ρι­σε λί­γο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό του, ἔ­φυ­γε ψη­λὰ μὲ ἀ­πί­στευ­τη τα­χύ­τη­τα, ψη­λά, κα­τευ­θυ­νό­με­νος πρὸς τὸν ἀ­στε­ρι­σμὸ τῶν Δι­δύ­μων.). «Ὤ» συ­νέ­χι­σε νὰ μουρ­μου­ρί­ζει ὁ ἱ­ε­ρέ­ας «ὁ Θε­ὸς προ­τι­μᾶ σί­γου­ρα ἐ­μᾶς! Κα­λύ­τε­ρα με­ρι­κὰ γου­ρού­νια σὰν ἐ­μᾶς, ὁ­πωσ­δή­πο­τε ἄ­πλη­στοι, ἀ­νή­θι­κοι, ψεῦ­τες, ἀ­πὸ αὐ­τοὺς τοὺς πρω­το­κλα­σά­τους ποὺ πο­τὲ δὲν τοῦ ἀ­πευ­θύ­νουν τὸ λό­γο. Τί ἱ­κα­νο­ποί­η­ση μπο­ρεῖ νὰ πά­ρει ὁ Θε­ὸς ἀ­πὸ τέ­τοι­α ὄν­τα; Καὶ τί ση­μα­σί­α ἔ­χει ἡ ζω­ὴ ἂν δὲν ὑ­πάρ­χει τὸ κα­κό, ἡ με­τά­νοι­α, τὸ κλά­μα;»

       Ἀ­πὸ τὴ χα­ρά του, ἅρ­πα­ξε τὸ ὅ­πλο, κοί­τα­ξε τὸν ἱ­πτά­με­νο δί­σκο ποὺ τώ­ρα πιὰ ἦ­ταν μί­α ἀ­χνὴ κη­λί­δα στὸ μέ­σο τοῦ οὐ­ρά­νιου θό­λου καὶ ἔ­ρι­ξε μία βο­λή. Κι ἀ­πὸ τοὺς μα­κρι­νοὺς λό­φους ἀ­πάν­τη­σε τὸ οὐρ­λια­χτὸ τῶν σκυ­λι­ῶν.


Δεῖτε καὶ ἀκοῦστε τὴν εἰκονογραφημένη ἀφήγηση

τοῦ Ginο Caiafa (δημ. 13.02.2018).


Ντί­νο Μπου­τζά­τι (Dino Buzzati) (San Pellegrino di Belluno, 1906 – Milano, 1972). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ξε­κί­νη­σε τὴν δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα δου­λεύ­ον­τας στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα Corriere della Serra, τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε ὣς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης ζω­γρά­φος, σκη­νο­γρά­φος καὶ μου­σι­κός. Γνώ­στης τῆς κεν­τρο­ευ­ρω­πα­ϊ­κῆς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ τῆς σκαν­δι­να­βι­κῆς μυ­θο­λο­γί­ας ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε πο­λὺ ἀ­πὸ τὸν Κάφ­κα. Με­τὰ τὴν ἐμ­πει­ρί­α του στὴν Αἰ­θι­ο­πί­α ἔ­γρα­ψε τὸ πιὸ δι­ά­ση­μο βι­βλί­ο του ­ρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων τὸ ὁ­ποῖ­ο με­τα­φρά­στη­κε σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες. Στὰ δι­η­γή­μα­τά του ξε­χω­ρί­ζει ὁ ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κὸς μύ­θος τοῦ σύγ­χρο­νου ἀν­θρώ­που ποὺ πε­ρι­στοι­χί­ζε­ται ἀ­πὸ προ­βλή­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ λύ­ση. Ἀ­πὸ μιὰ ἄ­πο­ψη, εἶ­ναι ἕ­νας συγ­γρα­φέ­ας πο­λὺ ρε­α­λι­στι­κὸς μὲ δι­εισ­δυ­τι­κὴ μα­τιὰ στὴν ἀν­θρώ­πι­νη μο­να­ξιὰ καὶ ἀ­γω­νί­α. Πραγ­μα­τεύ­ε­ται θέ­μα­τα καὶ συ­ναι­σθή­μα­τα ὅ­πως ὁ φό­βος τοῦ θα­νά­του, ἡ μα­γεί­α, τὸ μυ­στή­ριο, ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τοῦ ἀ­πό­λυ­του καὶ τοῦ με­τα­βλη­τοῦ καὶ τὸ ἀ­να­πό­φευ­κτο τῆς μοί­ρας. Ἡ τε­λευ­ταί­α εἶ­ναι συ­χνὰ ἡ πρω­τα­γω­νί­στρια τῶν δι­η­γη­μά­των του, αἰ­νιγ­μα­τι­κὴ καὶ παν­το­δύ­να­μη καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς σαρ­κα­στι­κή. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς λί­γους στὴν Ἰ­τα­λί­α ποὺ προ­ή­γα­γε τὴν φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο δι­ή­γη­μα, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τὸ φαν­τα­στι­κὸ γιὰ νὰ κα­τα­δυ­θεῖ στοὺς με­γα­λύ­τε­ρους φό­βους καὶ ἐ­φιά­λτες τῆς ἀν­θρώ­πι­νης ψυ­χῆς ποὺ τα­λα­νί­ζε­ται ἀ­πὸ τὶς ἴ­δι­ες της τὶς ἀν­τι­θέ­σεις. Δεῖ­τε καὶ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας στὸν συγ­γρα­φέ­α.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά:

Μα­ρί­α Χα­τζη­κυ­ρι­α­κί­δου (Πει­ραι­ᾶς, 1980). Ἀ­πό­φοι­τη τοῦ τμή­μα­τος Ἰ­α­τρι­κῶν Ἐρ­γα­στη­ρι­ῶν ΣΕΥΠ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης. Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ Ἱ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸ στὸ ΕΑΠ. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Εἰ­δι­κὸ Ἀν­τι­καρ­κι­νι­κὸ Νο­σο­κο­μεῖ­ο Πει­ραι­ᾶ «Με­τα­ξᾶ». Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἰ­τα­λι­κά, ἐ­νῶ ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ ἔρ­γο τῆς ἑλ­λη­νο-ἰ­τα­λί­δας ποι­ή­τριας καὶ πε­ζο­γρά­φου Angelica Palli-Bartolomei (1798-1875).