Τάσος Χατζητάτσης: Ὁ Μακέλης


Τά­σος Χα­τζη­τά­τσης


Ὁ Μα­κέ­λης


 ΜΑΚΕΛΗΣ που­λοῦ­σε σά­μα­λι στὴν ὁ­δὸ Σχο­λεί­ων, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ γυ­μνά­σιο. Τὰ βρά­δια μᾶς μά­ζευ­ε στὴν κά­μα­ρη ποὺ εἶ­χε γιὰ ἀ­πο­θή­κη, κά­τω ἀ­πὸ τὶς σκά­λες τοῦ Ἀ­η-Γιά­ννη. Πη­γαί­να­με πέν­τε-ἕ­ξι μα­ζὶ καὶ δὲ φο­βό­μα­σταν. Μᾶς μοί­ρα­ζε ἀ­σπρό­μαυ­ρες φω­το­γρα­φί­ες, φθαρ­μέ­νες στὶς γω­νι­ές, μὲ γυ­ναῖ­κες γυ­μνὲς καὶ μᾶς παί­δευ­ε μὲ τὰ σκλη­ρά του χέ­ρια ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια, μέ­χρι ποὺ ἕ­να βρά­δυ ὁ Γι­ῶρ­γος, σπαρ­τα­ρών­τας ψά­ρι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, τοῦ μού­σκε­ψε τὸ χέ­ρι. Ὁ Ἄγ­γε­λος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­φερ­νε καὶ γυ­ναῖ­κες ζων­τα­νὲς γιὰ τοὺς με­γά­λους, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὴ Σο­φί­α εἶ­χε πεῖ ὅ­τι πή­γα­νε γιὰ μπά­νιο στὴν Πε­ραί­α. Οὔ­τε ποὺ τὸν ἤ­ξε­ρε, τὴν εἶ­χαν κι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στε­νά, μό­νο πέν­τε λε­πτὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κὰ στὴν Κο­ρομη­λᾶ. Τοὺς χει­μῶ­νες σκο­τεί­νια­ζε ἀ­πὸ τὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν κρα­τοῦ­σες στὶς γω­νι­ὲς καὶ τὸ χέ­ρι τυ­φλὸς λα­γὸς νὰ τρέ­χει στὶς φτέ­ρες τοῦ κορ­μιοῦ ὣς τὴ γω­νιὰ ποὺ εἶ­χαν βά­λει τὰ συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα στὶς δι­α­δη­λώ­σεις γιὰ τὴν Κύ­προ. Μᾶς εἶ­χαν σχο­λά­σει νω­ρίς, ἐ­μεῖς χα­ρὲς καὶ οἱ τσάν­τες ἀ­ε­ρο­πλά­να. Στὸ σπί­τι τοὺς εἴ­χα­με πε­ρὶ πολ­λοῦ τοὺς Ἐγ­γλέ­ζους, ἦ­ταν καὶ τὸ παλ­τὸ τοῦ πα­τέ­ρα, ἀ­θά­να­το ἐγ­γλέ­ζι­κο ὕ­φα­σμα κά­θε Σε­πτέμ­βρη πιὸ λαμ­πε­ρὸ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴ να­φθα­λί­νη καὶ σὺ ἕ­νας σβῶ­λος ἀ­πὸ ψί­χα ψω­μιοῦ νὰ τὸν μα­λά­ζεις μέ­σα στὰ δά­χτυ­λα, κρυ­φὰ κά­τω ἀ­πὸ τὸ τρα­πέ­ζι. Ἤ­θε­λε ἀ­κό­μα ἕ­ξι χρό­νια γιὰ τὸ 15 τοῖς ἑ­κα­τό, τό­τε θὰ βγαί­να­με γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸν δρό­μο. Εἶ­χαν ἔρ­θει οἱ φοι­τη­τὲς νὰ μᾶς πά­ρουν, οἱ κα­θη­γη­ταὶ νὰ τοὺς δι­ώ­χνουν, δὲν μπή­κα­με στὴν αὐ­λή, τρα­βή­ξα­με γιὰ τὴν πα­ρα­λί­α, ὁ­λό­κλη­ρη τά­ξη, καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα μᾶς ἀ­πέ­βα­λαν. Ὁ πα­τέ­ρας δὲν ἤ­θε­λε νὰ ’ρ­θε­ῖ στὸν γυ­μνα­σιά­ρχη, ἄλ­λη φο­ρὰ θὰ μοῦ ἔ­κο­βε τὰ πό­δια ἂν πή­γαι­να μὲ τοὺς ἐ­λα­σί­τες καὶ τὴν ἄλ­λη φο­ρὰ μπή­κα­με στὴν αὐ­λή, μό­νο λί­γοι μεῖναν ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ φώ­να­ζαν μὲ τοὺς φοι­τη­τές, οἱ στά­σι­μοι κι οἱ ἄ­τα­κτοι. Ὁ γυ­μνα­σιά­ρχης κλεί­δω­σε τὶς πόρ­τες κι ἡ χο­ρω­δί­α νὰ ψέλ­νει τὴν προ­σευ­χὴ γιὰ νὰ μὴν ἀ­κοῦ­με. Κι ὁ Μα­κέ­λης ἐ­λα­σί­τες τοὺς ἔ­λε­γε, ὅταν τὸν ἔ­πνι­γε ὁ βή­χας, πά­λι ὁ ἐ­λα­σί­της μὲ θυ­μή­θη­κε, ἔ­λε­γε κι ἄρ­χι­ζε τὴν ἴ­δια πάν­τα ἱ­στο­ρί­α φθαρ­μέ­νη στὶς γω­νί­ες ὅ­πως οἱ φω­το­γρα­φί­ες του. Ἔ­φευ­γαν οἱ Γερ­μα­νοί, ἔμ­παι­νε ὁ Μάρ­κος, ἡ πό­λη στὰ χέ­ρια τους, ὁ Μπα­κιρ­τζῆς στὸ Γ’ Σῶ­μα. Τὸν στα­μά­τη­σαν στὴν ἀρ­χὴ τῆς Σχο­λεί­ων, ἦ­ταν δυ­ὸ ἐλα­σί­τες, θέ­λαν νὰ τὸν πά­ρουν μα­ζί. Ἔ­πε­σε κά­τω μὲ σπα­σμούς, ἄ­σπροι ἀ­φροὶ στὸ στό­μα, οἱ ἄλ­λοι φο­βή­θη­καν. Ὁ ἕ­νας πῆ­γε νὰ φέ­ρει κα­ρό­τσι νὰ τὸν με­τα­φέ­ρουν, ὁ ἄλ­λος τοῦ κρα­τοῦ­σε τὸ κε­φά­λι νὰ μὴν τὸ κτυ­πᾶ στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Παι­δί, εἶ­χε χνού­δι γιὰ γέ­νια, σὰν τὸν Ἅ­γιο Ὀ­νού­φριο, ἔ­λε­γε ὁ Μα­κέ­λης, κι ὅ­ταν με­ῖ­ναν μό­νοι, μὲ τὴ λά­μα ποὺ χώ­ρι­ζε τὰ κομ­μά­τια τοῦ σά­μα­λι πά­νω στὴν τά­βλα, τὸν ἄ­νοι­ξε στὰ δύ­ο σὰν σφα­χτά­ρι. Τὸν κύ­λη­σε στὴν εἴ­σο­δο τοῦ σπι­τιοῦ, ἐ­κεῖ δε­ξιὰ ποὺ φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων καὶ τὸ ’βα­λε στὰ πό­δια γιὰ τὴ ΧΑΝ, ὅπου εἶ­χαν ἀμ­πα­ρω­θεῖ οἱ δι­κοί του. Ὕ­στε­ρα τὰ πού­λη­σε, τὴν τά­βλα καὶ τὸ στέ­κι, σ’ ἕ­ναν ἐ­λα­φρὺ ἀ­πὸ τὰ Δι­α­βα­τά, καὶ μό­νο τὰ με­ση­μέ­ρια κα­τέ­βαι­νε στὴ Σχο­λεί­ων. Μᾶς μά­ζευ­ε ὅσα λε­φτὰ εἴ­χα­με καὶ μᾶς πή­γαι­νε στὸ ἰ­σό­γει­ό τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως. Μᾶς ἄ­νοι­γε μιὰ γριὰ ξε­ρα­κια­νή, μᾶς περ­νοῦ­σε στὸ σα­λό­νι κι ἔ­βγαι­νε ἡ ἄλ­λη μὲ τὶς νυ­χτι­κι­ές, κα­θό­ταν στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ Μα­κέ­λη, χά­δια καὶ φι­λιὰ κι αὐ­τὸς ἀ­νά­λο­γα μὲ τὰ λε­φτὰ ποὺ μᾶς εἶ­χε μα­ζέ­ψει, δραχ­μὲς γιὰ κου­λού­ρια, τε­τρά­δια ἢ καὶ κλεμ­μέ­νες ἀ­πὸ τὶς τσέ­πες τοῦ πα­τέ­ρα, τῆς σή­κω­νε τὴ νυ­χτι­κιὰ καὶ μᾶς ἄ­φη­νε νὰ βλέ­που­με τὰ γυ­μνά της πό­δια καὶ τὸ χέ­ρι του νὰ τρυ­πώ­νει ἀ­νά­με­σα. Κι ὅταν τοῦ μα­ζέ­ψα­με ἕ­να πε­νην­τά­ρι, ἦ­ταν ὁ ἔ­ρα­νος τοῦ Ἐ­ρυ­θροῦ Σταυ­ρο­ῦ, τῆς σή­κω­σε τὴ νυ­χτι­κιὰ μέ­χρι τοὺς γο­φοὺς καὶ μᾶς ἔ­δει­ξε καὶ τὸ ἕ­να της τὸ στῆ­θος ἐ­λεύ­θε­ρο νὰ πε­τά, νὰ φεύ­γει, νὰ φέρ­νει γύ­ρους καὶ μὲ τὸ σφύ­ριγ­μα νὰ ἔρ­χε­ται στὴν πα­λά­μη του λευ­κὸ μὲ τὸ ράμ­φος τῆς θη­λῆς μαῦ­ρο. Φεύ­γον­τας, ὁ Γι­ῶρ­γος, κόκ­κι­νος μέ­χρι τὰ αὐ­τιά, πό­σα θὲς γιὰ ἕ­να βρά­δυ; τὸν ρώ­τη­σε, κι ὁ Μα­κέ­λης: «γιὰ σέ­να ἑ­κα­τὸ ἢ τί­πο­τα», καὶ τὸν ἀγ­κά­λια­σε ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε στὸ αὐ­τὶ τὸ τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ στα­μά­τη­σαν οἱ ἐ­πι­σκέ­ψεις στὸ ἰ­σό­γει­ο καὶ σι­γὰ-σι­γὰ ξέ­κο­ψαν ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α, ὁ Γι­ῶρ­γος πρῶ­τα, ὁ Νί­κος ὕ­στε­ρα κι ὁ Ἄγ­γε­λος, ποὺ ὅλοι τὸν εἴ­χα­με γιὰ ὀρ­φα­νό, πρό­σε­χε τὸν Μα­κέ­λη, μοῦ λέ­ει, τὸν θυ­μοῦν­ται ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τοῦ «Παύ­λου Με­λᾶ». Τό­τε εἴ­χα­με ἀρ­χί­σει νὰ ξε­θαρ­ρεύ­ου­με, πή­γα­με καὶ στὸν Πα­παν­δρέ­ου, μι­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ «Ὀ­λύμ­πιον», ὁ κό­σμος δὲν ἔ­φτα­νε ὣς τὴ θά­λασ­σα, ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α στὰ στε­νά τῆς Καλα­πο­θά­κη καὶ τῆς Ἡ­ρο­δό­του. Μὲ τὸν Μα­κέ­λη μό­νον τυ­χαῖ­α βρι­σκό­μα­σταν πιά, εἶ­χε αὐ­το­κί­νη­το τώ­ρα, χα­νό­ταν κι οἱ ἄλ­λοι μό­νι­μα δί­πλα, μα­ζί του, ὅλα γι’ αὐ­τοὺς τὰ ξό­δευ­ε, ἔ­λε­γαν. Τοὺς συ­ναν­τή­σα­με μιὰ φο­ρὰ στὴν «Ἀ­στόρια», στὰ μπι­λιά­ρδα, ἔπι­α­σε ὁ βή­χας τὸν Μα­κέ­λη, ὁ ἐ­λα­σί­της, τὸν πεί­ρα­ξε ὁ Γι­ῶρ­γος, ἔ­κα­νε τὸν κου­φό, προ­ο­δευ­τι­κὸς δή­λω­νε τώ­ρα κι οἱ ἄλ­λοι στὴ νε­ο­λαί­α καὶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα στὴν Πο­λω­νί­ας μὲ τοὺς ἐκο­φίτες. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θαν χρό­νια ποὺ τοὺς ἀ­πο­φεύ­γα­με κι ἄλ­λα χρό­νια ποὺ γύ­ρι­ζαν τὸ κε­φά­λι μή­πως καὶ τοὺς ἀ­να­γνω­ρί­σου­με καὶ τώ­ρα τε­λευ­ταῖα πά­λι χαι­ρε­τι­ό­μα­στε. Χά­θη­κε καὶ τὸ ὑ­πό­γει­ο τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως, ἔ­γι­νε πο­λυ­κα­τοι­κί­α ὅ­λο ἰ­α­τρεῖ­α, ἄλ­λα­ξαν οἱ πιά­τσες καὶ ἡ Σχο­λεί­ων ἔ­γι­νε πε­ζό­δρο­μος μὲ τρα­πε­ζά­κια, πρά­σι­νο καὶ φοι­νι­κι­ές. Κι ἕ­να βρά­δυ, κα­λο­καί­ρι, τὸ πρό­τει­νε ἡ Ἑ­λέ­νη, ὑ­στέ­ρα ἀ­πὸ σι­νε­μά, κα­θί­σα­με γιὰ ἕ­να πο­τὸ ἐ­κεῖ ποὺ φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων, παι­διὰ πο­λύ­χρω­μα καὶ μου­σι­κές. Ἤ­μα­σταν πα­ρέ­α ὁ Γι­ῶρ­γος, ὁ Ἄγ­γε­λος κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας. Εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἀ­πὸ δι­α­κο­πές, πή­γαι­ναν σὲ ξε­νο­δο­χεῖ­α μὲ πι­σί­να, δὲν τὴν μπο­ροῦ­σε τὴν ἄμ­μο ὁ Ἄγ­γε­λος, τὸν ἐ­νο­χλοῦ­σε στὰ πό­δια, στὶς οὖ­λες, ἀ­πὸ δυ­στύ­χη­μα ἔ­λε­γε ὅ­ταν τὸν ρω­τοῦ­σαν. Εἶ­χαν συ­ναν­τή­σει τὴ Σο­φί­α φέ­τος, στὸ ἴ­διο ξε­νο­δο­χεῖ­ο, δὲν τὸν χαι­ρέ­τη­σε. Ὁ ἄν­τρας της μὲ τὴν ΒΜW νὰ κυ­νη­γά­ει του­ρί­στρι­ες κι αὐ­τὴ μὲ τὰ παι­διά, μα­ρα­μέ­νη, γυ­μνό­στη­θη στὸν ἥ­λιο. Μό­νο τὰ μά­τια της μέ­να­νε κι οἱ χα­ρα­κι­ὲς δί­πλα στὸ χα­μό­γε­λο, γυ­μνὲς πα­ρεν­θέ­σεις. Ὁ Γι­ῶρ­γος πα­ράγ­γει­λε ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ πο­τὰ καὶ ψι­θύ­ρι­ζε μα­ζὶ μὲ τὰ ἠ­χεῖ­α τὸ No milk today. Θυ­μό­ταν τὴν ἐκ­δρο­μὴ στὴν πα­ρα­λί­α τῆς Κα­τε­ρί­νης. Τὸ κί­τρι­νο λε­ω­φο­ρεῖ­ο βου­λι­αγ­μέ­νο μέ­χρι τὰ ὕ­φα­λα στὴν ἄμ­μο. Σβή­σα­με τὴν γκα­ζό­λαμ­πα. Τὸ σκο­τά­δι πυ­κνό, δὲν ἔ­κρυ­βε τί­πο­τα. Δι­και­ο­σύ­νη γιὰ κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Οἱ γυ­ναῖ­κες μας ἐ­πέ­με­ναν ὅ­τι δὲν χά­νε­ται ἔ­τσι ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Ἔ­φται­γε κι ἡ ἴ­δια, ποὺ ἔ­με­νε γαν­τζω­μέ­νη στὸν ἄν­τρα της, νὰ ἀ­να­λώ­νε­ται στὸ νοι­κο­κυ­ριὸ καὶ στὰ παι­διά. Ἄρ­χι­σε τὰ ἀ­νέκ­δο­τα ὁ Ἄγ­γε­λος κι ἡ βρα­διὰ τέ­λει­ω­νε ὄ­μορ­φα. Ἐ­μεῖς κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας καὶ τὰ παι­διὰ νὰ κοι­μοῦν­ται ἥ­συ­χα στὸ σπί­τι. Μό­νον ὅ­ταν ἦ­ταν νὰ φύ­γου­με κι ὄρ­θιοι πε­ρι­μέ­να­με τὰ ρέ­στα ἀ­πὸ τὸν λο­γα­ρια­σμό, εἶ­πε ὁ Γι­ῶρ­γος γιὰ τὸ χέ­ρι τοῦ Μα­κέ­λη. Πό­σο ἄ­δι­κα τὸ ἔ­φα­γε τὸ ἀ­μού­στα­κο παι­δί, ἐ­κεῖ ποὺ στε­κό­μα­σταν στὴ γω­νιά, ὅ­πως φαρ­δαί­νει ἡ Σχο­λεί­ων. «Γιὰ σέ­να ἑ­κα­τὸ ἤ τί­πο­τα», τὸν πεί­ρα­ξε ὁ Ἄγ­γε­λος. «Καὶ βέ­βαι­α τί­πο­τα», πε­ρη­φα­νεύ­τη­κε ὁ Γι­ῶρ­γος καὶ γε­λού­σα­με, ἄ­νε­με­λοι γιὰ τὸ αἷ­μα τοῦ ἐλα­σί­τη, ξέ­νο αἷ­μα, ξε­χα­σμέ­νο κά­τω ἀ­πὸ τὶς πλά­κες τοῦ πε­ζό­δρο­μου· ἐ­κεῖ ποὺ στε­κό­μα­σταν ἐ­μεῖς κι οἱ γυ­ναῖ­κες μας καὶ τὰ παι­διὰ νὰ κοι­μοῦν­ται ἥ­συ­χα στὸ σπί­τι.

(Προ­δί­δει ἡ γρα­φή, Ἄγ­γε­λε, ὅ­πως ἡ Σο­φί­α σὲ κεί­νη τὴν ἐκ­δρο­μή. Ἐ­σὺ ὅ­μως ξέ­ρεις, κά­θε μέ­ρα περ­νᾶς ἀ­πὸ τὴ Σχο­λείων, οὔ­τε φαρ­δαί­νει οὔ­τε πε­ζό­δρο­μος ἔ­γι­νε. Μὴ φο­βᾶ­σαι λοι­πόν, ἄ­σε με νὰ φτιά­χνω ἱ­στο­ρί­ες.)



Πη­γή: Ἕν­τε­κα Σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (πεζά, ἐκδ. Ἐν­τευ­κτηρίου, Θεσσαλονίκη, 1997).

Τά­σος Χατ­ζη­τά­τσης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945-2008). Σπού­δα­σε Ὀ­δον­τι­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Χάρ­τηςἘν­τευ­κτή­ριοΠα­ρα­φυά­δα καὶ Ὑ­πό­στε­γο. Τὸ 1998 ἐ­ξέ­δω­σε τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἕν­τε­κα σι­κε­λι­κοὶ ἑ­σπε­ρι­νοί (βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου πε­ζο­γρά­φου τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω).


 

Βά­σω Σι­νο­πού­λου: Ἡ στρο­φή



Βά­σω Σι­νο­πού­λου

 

Ἡ στρο­φή


ΤΗΣ ΕΔΙΝΑΝ ἰ­σχυ­ρὰ παυ­σί­πο­να καὶ τό­τε βυ­θι­ζό­ταν σὲ λή­θαρ­γο καί τὸ μυα­λό της γέ­μι­ζε εἰ­κό­νες. Ὡ­ραῖ­ες χρω­μα­τι­στὲς εἰ­κό­νες ἀ­σύν­δε­τες με­τα­ξύ τους σὰν κὰρτ πο­στάλ. Ἕ­να γε­φύ­ρι μιὰ πλα­τεί­α τὸ γέ­λιο ἑ­νὸς μω­ροῦ μιὰ λε­ω­φό­ρος τὸ κα­φε­νεῖ­ο ἑ­νὸς χω­ριοῦ μιὰ γά­τα στὸν ἥ­λιο. Κα­θὼς ἡ ἐ­πί­δρα­ση τῶν φαρ­μά­κων περ­νοῦ­σε προ­σπα­θοῦ­σε νὰ τὰ συ­ναρ­μο­λο­γή­σει ὅ­λα αὐ­τὰ καὶ νὰ τὰ ἐν­τά­ξει στὴ ζω­ή της ποὺ τέ­λει­ω­νε. Θυ­μό­ταν τό­πους καὶ χρό­νους καὶ πρό­σω­πα καὶ οἱ εἰ­κό­νες ἔ­βρι­σκαν τὸ πλαί­σιο ποὺ ἀ­νῆ­καν πρὶν βυ­θι­στεῖ ξα­νὰ στὸν λή­θαρ­γο. Ὑ­πῆρ­χε ­ὅ­μως μιὰ εἰ­κό­να ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν το­πο­θε­τή­σει που­θε­νά. Ἕ­νας δρό­μος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πό­λη ποὺ χα­νό­ταν σὲ μιὰ στρο­φή. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν δέν­τρα καὶ ἀμ­πέ­λια ἦ­ταν ἕ­να το­πί­ο ξε­ρὸ σὰν κα­τα­με­σή­με­ρο κα­λο­και­ριοῦ. Προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ τοὺς δρό­μους καὶ τοὺς χω­μα­τό­δρο­μους ποὺ εἶ­χε χα­θεῖ­ και πε­ρι­πλα­νη­θεῖ σὲ τα­ξί­δια καὶ ἐκ­δρο­μές. Τί­πο­τε. Ἡ εἰ­κό­να ἔ­με­νε ἀ­κί­νη­τη δὲν ἔμ­παι­νε που­θε­νά. Νὰ μπο­ροῦ­σε του­λά­χι­στον νὰ βρεῖ ποῦ ἔ­βγα­ζε ἐ­κεί­νη ἡ στρο­φή. Ἡ προ­σπά­θεια νὰ θυ­μη­θεῖ ἔ­δι­ω­ξε ὅ­λες τὶς ἄλ­λες εἰ­κό­νες καὶ σι­γὰ-σι­γὰ τὸ το­πί­ο ξε­κα­θά­ρι­σε. Φά­νη­καν οἱ πέ­τρες τὰ σκί­να καὶ τὰ ἀγ­κά­θια στὴν ἄ­κρη του δρό­μου, ἡ ­στρο­φὴ δι­α­γρά­φη­κε κα­θα­ρὰ λί­γο ἀ­κό­μη καὶ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ ποῦ ἔ­βγα­ζε, προ­σπά­θη­σε καὶ τῆς κό­πη­κε ἡ ἀ­νά­σα. Ἡ πομ­πὴ μὲ τὴ νε­κρο­φό­ρα πή­γαι­νε ἀρ­γὰ στὸ δρό­μο. Κα­τα­με­σή­με­ρο κα­λο­και­ριοῦ δὲν ὑ­πῆρ­χε σκιὰ που­θε­νὰ μό­νο σκί­να καὶ ἀγ­κά­θια φύ­τρω­ναν ἀ­νά­με­σα στὶς πέ­τρες. Ἀ­κο­λού­θη­σαν τὴ στρο­φὴ τοῦ δρό­μου καὶ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο φά­νη­κε γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μι­κρὸ ἐ­ξω­κλή­σι. Η καμ­πά­να χτυ­ποῦ­σε πέν­θι­μα.



Πρώτη δημοσίευση.

Βά­σω Σι­νο­πού­λου. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά.

Εἰκόνα: Van Gogh, Το­πίο μὲ μο­νο­πά­τι καὶ κλα­δε­μέ­να δέν­τρα (1888, ἰ­δι­ω­τι­κὴ συλ­λο­γή).



		

	

Νατάσα Στεφάνου: Ἡ Βόλτα



Να­τά­σα Στε­φά­νου


Ἡ Βόλ­τα


ΠΕΡΠΑΤΟΥΣΕ στὸ μο­νο­πά­τι. Ἦ­ταν γε­μά­το κλα­διὰ καὶ σκου­πί­δια. Κλώ­τση­σε δυ­να­τὰ μιὰ πέ­τρα. Πε­τά­χτη­καν πολ­λὰ μα­μού­νια ἀ­πὸ κά­τω. Τὰ πά­τη­σε. Σή­κω­σε τὸ πό­δι γιὰ νὰ δεῖ τὴν σό­λα τοῦ πα­που­τσιοῦ. Ἦ­ταν γε­μά­τη ὑ­γρά, δι­α­λυ­μέ­να πό­δια καὶ κε­ραῖ­ες. Συ­νέ­χι­σε νὰ περ­πα­τά­ει καὶ νὰ κλω­τσά­ει. Ἤ­θε­λε νὰ ἀλ­λά­ξει πα­ρα­στά­σεις. Αὐ­τὸ εἶ­πε τὸ πρω­ὶ καὶ ἔ­φυ­γε. Δύ­ο μῆ­νες μέ­σα. Συ­νο­δὸς στὸν γιό της. Ὀ­ξεί­α λευ­χαι­μί­α τῆς εἶ­παν. Χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες πολ­λές. Ἡ μό­νη λύ­ση, με­τα­μό­σχευ­ση μυ­ε­λοῦ τῶν ὀ­στῶν. Ὁ συμ­βα­τὸς δό­της δὲν ἔ­χει βρε­θεῖ ἀ­κό­μα. Τε­λευ­ταί­α ἐλ­πί­δα ἡ Ἀ­με­ρι­κή.

       Ἄρ­χι­σε νὰ τρέ­χει μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σε στοὺς πρό­πο­δες τοῦ βου­νοῦ. Ξε­κι­νοῦ­σε ἕ­να μο­νο­πά­τι καὶ τὸ πῆ­ρε. Βρέ­θη­κε σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ φύλ­λα ξε­ρά. Ἄρ­χι­σε νὰ χο­ρο­πη­δά­ει γιὰ νὰ ἀ­κού­σει πῶς ἀ­κού­γον­ται τὰ φύλ­λα ὅ­ταν δι­α­λύ­ον­ται, λί­γο πρὶν γί­νουν χῶ­μα. Ἦ­ταν ἕ­νας χο­ρός. Μὲ μου­σι­κὰ ὄρ­γα­να τὰ φύλ­λα. Κον­το­στά­θη­κε χω­ρὶς νὰ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­σά­νει. Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ ἦ­ταν ὅ­ταν τοῦ τέ­λει­ω­νε ἡ φιά­λη τοῦ ὀ­ξυ­γό­νου καὶ ἔ­τρε­χαν οἱ νο­σο­κό­μες νὰ τὴν ἀν­τι­κα­τα­στή­σουν. Τὰ φύλ­λα ἔ­φε­ραν τὸ ἴ­διο ἀ­πο­τέ­λε­σμα τώ­ρα. Ξέ­μει­νε ἀ­πὸ ὀ­ξυ­γό­νο μέ­σα στὰ δέν­τρα. Κά­θι­σε κά­τω στὸ χῶ­μα. Ἦ­ταν νο­τι­σμέ­νο. Ἔ­βρε­χε ὅ­ταν ἔ­φυ­γε. Μύ­ρι­σε τὴν μυ­ρω­διὰ τῶν βρεγ­μέ­νων δέν­τρων. Κοί­τα­ξε πρὸς τὰ πά­νω. Δέν­τρα ψη­λά. Δὲν ἤ­ξε­ρε τὸ ὄ­νο­μά τους. Ἔ­κρυ­βαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο. Ἡ­συ­χί­α. Ἀ­κου­γό­ταν ὁ κα­πνὸς τοῦ τσι­γά­ρου. Τὸ ἔ­χω­σε στὴν τρύ­πα ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε ἐ­κεῖ ποὺ ἀ­κουμ­ποῦ­σε γιὰ νὰ στη­ρι­χτεῖ. Συ­νέ­χι­σε τὴν δι­α­δρο­μή. Δέν­τρα ψη­λὰ καὶ θά­μνοι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Να­τά­σα Στε­φά­νου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1965). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ ΑΠΘ καὶ ἔ­χει Master στὴ Δι­οί­κη­ση Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων (MBA) ἀ­πὸ τὸ University of Birmingham τῆς Ἀγ­γλί­ας. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ με­γά­λη ξέ­νη τρά­πε­ζα γιὰ πά­νω ἀ­πὸ 20 χρό­νια, ἔ­χον­τας κα­τα­λά­βει δι­ευ­θυν­τι­κὲς θέ­σεις στὸν το­μέ­α χρη­μα­το­δο­τή­σε­ων με­γά­λων ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς.



		

	

Φωτεινὴ Τέντη: Ὁ Βάθρακας



Φωτεινὴ Τέντη


Ὁ Βά­θρα­κας


Η ΜΠΑΛΑ προ­σγει­ώ­θη­κε πά­νω στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες. Ὁ πε­ρι­πτε­ρὰς φω­νά­ζει ἔ­ξαλ­λος. Μα­ζὶ μὲ τὴν «Ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ» καὶ τὰ «Νέ­α», τὸ πε­ζο­δρό­μιο γε­μί­ζει μὲ κου­τά­κια κα­ρα­μέ­λες, τσί­χλες καὶ γλει­φι­τζού­ρια σὲ σχῆ­μα κό­κο­ρα. «Ἦ­ταν γκόλ», φω­νά­ζω στὸ Θα­νά­ση καὶ με­τὰ πλα­κω­νό­μα­στε στὸ ξύ­λο. «Πέ­ρα­σε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ τοῦ­βλο», ὁ Θα­νά­σης ἴ­σα ποὺ ἀ­κού­γε­ται, τοῦ σφίγ­γω τὸ σα­γό­νι. Μὲ κλω­τσά­ει στὸ κα­λά­μι, λύ­νον­ται τὰ χέ­ρια μου, πέ­φτου­με κά­τω καὶ κυ­λι­ό­μα­στε στὴν ἄ­σφαλ­το. Ἡ Χαλ­κί­δος καί­ει, εἶ­ναι κα­τα­κα­λό­και­ρο, ἀλ­λὰ ἐ­μεῖς δὲν κα­τα­λα­βαί­νου­με. Μᾶς χω­ρί­ζουν οἱ ἄλ­λοι ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α, «Ρὲ σεῖς, πρέ­πει νὰ πά­ρου­με τὴν μπά­λα, θὰ τὸν σκο­τώ­σει ὁ πα­τέ­ρας του τὸ Σω­τή­ρη, ἂν τὴν χά­σει». Κοι­τα­ζό­μα­στε, κοι­τα­ζό­μα­στε καὶ μὲ τὸ Θα­νά­ση, ποι­ός θὰ πά­ει στὸ πε­ρί­πτε­ρο; «Εἶ­ναι ἡ σει­ρά σου» λέ­ει ὁ Σω­τή­ρης. Τὸ σκέ­φτο­μαι καὶ λέ­ω «Ἐν­τά­ξει, πᾶ­με». Τὸ πε­ρί­πτε­ρο ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τὸ ἔ­χει ὁ «Βά­θρα­κας», ἔ­τσι τὸν ξέ­ρα­με, για­τὶ τὸ σου­λού­πι του ἦ­ταν σὰν βα­τρά­χου καὶ τὸ κα­νο­νι­κό του ὄ­νο­μα τὸ εἴ­χα­με ξε­χά­σει. Στη­νό­μα­στε ὅ­λοι μα­ζὶ μπρο­στά του, ἐ­γὼ στὴ μέ­ση καὶ οἱ ἄλ­λοι ἕ­ξι πί­σω καὶ γύ­ρω μου, σὰν σω­μα­το­φύ­λα­κες ἕ­να πράγ­μα. Ὁ Βά­θρα­κας κρα­τά­ει τὴν μπά­λα καὶ πε­ρι­μέ­νει. Κα­τε­βά­ζω μέ­χρι τὰ γό­να­τα τὸ σορ­τσά­κι τῆς Μάν­τσε­στερ ποὺ φο­ρά­ω. Μα­ζὶ καὶ τὸ σώ­βρα­κο. Οἱ ἄλ­λοι μὲ κα­λύ­πτουν νὰ μὴν φαί­νο­μαι στὴ Χαλ­κί­δος. Ὁ Βά­θρα­κας καρ­φώ­νει τὸ ἀ­η­δι­α­στι­κὸ βλέμ­μα του, τὰ μά­τια του πε­τά­γον­ται σὰν τοῦ βα­τρά­χου, μπο­ρεῖ καὶ γι’ αὐ­τὸ νὰ τοῦ κόλ­λη­σαν τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Στὸ λε­πτὸ ἀ­πά­νω, ση­κώ­νω τὸ σορ­τσά­κι κι ἐ­κεῖ­νος μοῦ πε­τά­ει τὴν μπά­λα. Τὴν ἁρ­πά­ζου­με μα­ζὶ καὶ μιὰ χού­φτα κα­ρα­μέ­λες καὶ τρέ­χου­με στὸ αὐ­το­σχέ­διο τέρ­μα ποὺ ἔ­χου­με φτιά­ξει μὲς στὴ μέ­ση του δρό­μου. Πρέ­πει νὰ προ­πο­νη­θοῦ­με για­τὶ αὔ­ριο ἔ­χου­με μὰτς μὲ τὴν πα­ρέ­α τῆς πά­νω γει­το­νιᾶς.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Φωτεινὴ Τέντη. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρά­στρια. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ δι­α­δι­κτυα­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ καὶ Fractal, ὅ­πως καὶ στὶς ἱ­στο­σε­λί­δες Bookpress, Eyelands καὶ 25η ὥ­ρα. Δι­ή­γη­μά της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν ἔν­τυ­πη συλ­λο­γὴ τῶν δι­α­κρι­θέν­των τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ δι­η­γή­μα­τος ποὺ δι­ορ­γά­νω­σαν τὸ 2015 οἱ ἐκ­δό­σεις «Μω­ρα­ΐ­τη» καὶ «Ἐν­τύ­ποις».



		

	

Ἑλένη Λιντζαροπούλου: Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό



Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου


Ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό


ΣΗΚΩΘΗΚΕ ΑΡΓΑ ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα τοῦ γρα­φεί­ου της καὶ πῆ­γε νὰ τοῦ γε­μί­σει τὸ πο­τή­ρι μὲ νε­ρό, ὅ­πως τῆς εἶ­χε ζη­τή­σει.

       Πρώ­τη φο­ρὰ τὴν εἶ­χαν προ­κα­λέ­σει τό­σο ἁ­πλά, μὲ μί­α κί­νη­ση πρό­τα­ξης ἑ­νὸς ἄ­δει­ου πο­τη­ριοῦ.

       — Δι­ψῶ, θὰ ἔρ­θεις νὰ μοῦ βά­λεις νε­ρό;

       Εἶ­χε ἁ­πλώ­σει τὸ χέ­ρι του μὲ τὸ ἄ­δει­ο πο­τή­ρι καὶ τὴν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν —γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως; δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­ο— σὲ ἀ­νά­λο­γη πε­ρί­πτω­ση θὰ ἔ­γρα­φαν: τὴν κοί­τα­ξε βα­θειὰ στὰ μά­τια.

       Ναί, ἦ­ταν βα­θύ τὸ κοί­ταγ­μα. Βα­θὺ μὲ τὴν ἔν­νοι­α ὅ­τι τὴν εἶ­χε δι­α­βά­σει. Εἶ­χε ἀ­να­γνώ­σει ὅ­τι ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή.

       Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν κου­ζί­να. Οἱ συγ­γρα­φεῖς ἐ­ρω­τι­κῶν ἱ­στο­ρι­ῶν θὰ ἔ­γρα­φαν: τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν δύ­νη τοῦ ἔ­ρω­τα ἢ τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε στὰ μο­νο­πά­τια τῆς ἡ­δο­νῆς.

       Ἀ­στεῖ­α πράγ­μα­τα.

       Στὴν κου­ζί­να τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε κι ἔ­κα­ναν ἔ­ρω­τα στὸ πά­τω­μα ἀ­χόρ­τα­γα ὡς τὸ πρω­ί.

       Ἀρ­γό­τε­ρα, πί­νον­τας τὴν πρώ­τη γου­λιὰ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ χθε­σι­νὸ νε­ρό, ἐ­παί­νε­σε τὶς ὀ­σμὲς καὶ τὶς γεύ­σεις της μὲ μιὰ ξε­δι­αν­τρο­πιὰ ποὺ τὴν σκαν­δά­λι­σε.

       Δὲν γνώ­ρι­ζε, κι ἄς τὴν εἶ­χαν πά­ρει τὰ χρό­νια, τί ἀ­ξί­α εἶ­χε ἐ­κεῖ­νος ὁ ἔ­παι­νος, τί ἀ­πό­λυ­τη οἰ­κει­ό­τη­τα πε­ρι­εῖ­χαν ἐ­κεῖ­νες οἱ λέ­ξεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἑ­λέ­νη Λιν­τζα­ρο­πού­λου (Πει­ραι­ᾶς, 1962). Πε­ζο­γρα­φί­α, κρι­τι­κή, δο­κί­μιο. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γία, Θε­α­τρι­κὴ Ἐμ­ψύ­χω­ση, Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις καὶ Δι­οί­κη­ση στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο, ἐ­νῶ συ­νε­χί­ζει μὲ με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ὀρ­θό­δο­ξη Θε­ο­λο­γί­α. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Ἡ ἐ­πο­χὴ τῶν λέ­ξε­ων (ποί­η­ση, Ἐκ­δό­σεις τῶν Φί­λων, 2015).



		

	

Σῶτος Ντανᾶς: [Εἶμαι στὸν ἕβδομο 7ο καὶ θὰ πηδήσω…]


Σῶτος Ντανᾶς


[Εἶμαι στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω…]

 

ΙΜΑΙ στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω.

Πε­τά­ω σή­με­ρα πε­τά­ω­ω­ω.

Ὅ­λα ἀ­στρά­φτουν!!!

Γυ­ρί­ζουν… ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­ζουν ὅ­λα.

Ἄγ­γε­λοι στὸν οὐ­ρα­νὸ χο­ρεύ­ουν… τοὺς βλέ­πω!!!

Μου­σι­κὲς οὐ­ρά­νι­ες, φω­νὲς γλυ­κὲς …τὶς ἀ­κού­ω!!!

Ἀγ­κα­λι­ὲς πε­λώ­ρι­ες… μὲ κα­λοῦν!!!

Τὸ μυα­λὸ βου­ΐ­ζει… ἡ καρ­διὰ θὰ σπά­σει.

Τρέλ­λα σοῦ λέ­ω… τρέλ­λα θεί­α!!!

Τρα­γου­δά­ω… χο­ρεύ­ω… ἀ­κρο­βα­τῶ!!!

Γε­ρὴ καὶ ἡ δό­ση ποὺ πῆ­ρα ἀ­π’ αὐ­τή.

Ἔ­στη­σα καὶ τὴν κά­με­ρα στὸ κάγ­κελο, καὶ σελ­φά­ρω…

Κλεί­νω τὰ μά­τια, ὁρ­μά­ω… Καὶ πη­δά­α­α­ω­ω­ω!!!

Μα­τά­κιδες!

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Σῶ­τος Ντα­νᾶς. (Καρίτσα, 1950). Σπούδασε ἰταλικὴ φιλολογία. Ζεῖ στὸ Βόλο.


Ἀχιλλέας Κυριακίδης: Credo


Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης


Credo


Ι ΕΤΣΙ —ἀ­φοῦ συ­ναρ­μο­λό­γη­σε μὲς στὸ μυα­λὸ του τὶς μέ­ρες καὶ τὶς νύ­χτες ποὺ πέ­ρα­σαν ἀ­πὸ πά­νω του, τὶς βρο­χὲς ποὺ ρά­βδω­σαν ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρὲς τὸ πα­ρα­θυ­ρά­κι τοῦ κε­λιοῦ του, τὸν ἥ­λιο ποὺ ἄ­φη­νε τὴν Ἀ­βι­νιὸν γύ­ρω στὸ ἀ­πό­γευ­μα κι ἐρ­χό­ταν νὰ τὰ ποῦν γιὰ λί­γο οἱ δυ­ό τους, τὴν εὐ­λο­γί­α τοῦ Θε­οῦ ποὺ τὴν ἔ­νι­ω­θε πά­νω στὸ σῶ­μα του κά­θε φο­ρὰ ποὺ πο­νοῦ­σε — , μιὰ νύ­χτα τοῦ 1253, σ’ ἕ­να μο­να­στή­ρι τῆς Προ­βηγ­κί­ας, ὁ μο­να­χὸς Τε­ρέν­τιος ἔ­νι­ω­σε ὅ­τι ἐ­πι­τέ­λους, με­τὰ ἀ­πὸ 79 χρό­νια, εἶ­χε ἔρ­θει ἡ στιγ­μὴ νὰ ξα­να­βρεῖ τὸν Κύ­ριο, ἔ­γει­ρε πά­νω στὴν πέ­τρι­νη κλί­νη του γιὰ νὰ πε­θά­νει, ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια καί, κα­θὼς ἡ ἀ­να­πνο­ὴ του φύ­ραι­νε, ζή­τη­σε συγ­χώ­ρε­ση.

        Τὸ Φῶς, ὅ­πως πάν­τα, τὸν εἰ­δο­ποί­η­σε ὅ­τι θ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε καὶ ἡ Φω­νή. Ἀ­να­ση­κώ­θη­κε μὲ κό­πο καὶ κοί­τα­ξε ἐ­κεῖ ποὺ δὲν ἔ­βλε­πε. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ εἰ­σέλ­θεις στὴ Βα­σι­λεί­α τῶν Οὐ­ρα­νῶν, εἶ­πε ἡ Φω­νή, για­τί δὲν μπο­ρεῖς νὰ συγ­χω­ρε­θεῖς. Καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ συγ­χω­ρε­θεῖς, για­τί δὲν ἔ­χεις κά­νει στὴ ζω­ή σου οὔ­τε μί­α ἁ­μαρ­τί­α.

        Τὸ πρῶ­το ποὺ σκέ­φτη­κε ὁ Τε­ρέν­τιος ἦ­ταν: Σί­γου­ρα ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι. Τὸ δεύ­τε­ρο: Εἶ­ναι δυ­να­τὸν ἡ Φω­νὴ νὰ μι­λά­ει μὲ σο­φί­σμα­τα; Τὸ τρί­το συ­νο­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ μιὰ ἀ­πί­στευ­τη κό­πω­ση: Μή­πως, τε­λι­κά, ὁ Θε­ός μου εἶ­ναι σο­φι­στής; Μή­πως ἔ­τσι ἐ­ξη­γεῖ­ται καὶ ὁ κό­σμος;

        Ἐν­τά­ξει, ἔ­στω καὶ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μή, εἶ­πε ἡ Φω­νή. Καὶ τὸ Φῶς ἔ­σβη­σε.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸ βι­βλίο Μου­σι­κή (μι­κρὰ πε­ζά, ἔκδ. Ὕ­ψι­λον, 1995). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Τὸ Δέν­τρο, ἀρ. 81, Νο­έμ­βρι­ος ’93-Ἰ­α­νου­ά­ρι­ος ’94.

Ἀ­χιλ­λέ­ας Κυ­ρι­α­κί­δης (Κά­ι­ρο, 1946). Πε­ζο­γρα­φί­α, με­τά­φρα­ση, δο­κί­μιο, κι­νη­μα­το­γρά­φος. Σπούδασε οἰκονομικά. Πρῶτο του βιβλίο Διαφάνεια (ἐκδ. Δωδώνη, 1973). Ἔχει γρά­ψει σε­νά­ρια γιὰ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὲς ται­νί­ες με­γά­λου μή­κους, καὶ ἔ­χει σκη­νο­θε­τή­σει ται­νί­ες μι­κροῦ μή­κους. Τὸ 2004 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Δι­η­γή­μα­τος. Μεταφράζει ἀπὸ τὰ ισπανικά καὶ τὰ γαλλικά.