Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξαι ­πὲρ ­μοῦ, πά­τερ


ΔΙΗΓΗΣΑΤΟ τις τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῖν ἐν Θε­ου­πό­λει, λέ­γων, ὅ­τι.

       Ἀ­νήλ­θο­μεν ἐν μιᾷ εἰς τὸ ὄ­ρος τὸ Ἀ­μα­νόν, διά τι­να χρεί­αν, καὶ εὗ­ρον σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θὼν εὑ­ρί­σκω ἀ­να­χω­ρη­τὴν κλί­ναν­τα μὲν τὰ γό­να­τα αὐ­τοῦ, τὰς δὲ χεῖ­ρας ἐ­κτε­τα­μέ­νας ἔ­χον­τα εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, ἔ­χον­τα δὲ καὶ τὰς τρί­χας τῆς κε­φα­λῆς ἕ­ως ἐ­δά­φους. Ἐ­γὼ δὲ νο­μί­σας αὐ­τὸν ζῇν, ἔ­βα­λον αὐ­τῷ με­τά­νοι­αν, λέ­γων.

       «Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ.»

       Ὡς οὖν οὐ­δὲν ἀ­πε­κρί­θη μοι, ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θον πλη­σί­ον αὐ­τοῦ ἀ­σπά­ζε­σθαι αὐ­τὸν καὶ κρα­τή­σας αὐ­τὸν εὗ­ρον αὐ­τὸν νε­κρὸν καὶ ἐ­ά­σας ἐ­ξῆλ­θον. Ἀ­πελ­θὼν ὀ­λί­γον, θε­ω­ρῶ ἄλ­λο σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θών, εὗ­ρον γέ­ρον­τα. Ὁ δὲ λέ­γει μοι.

       «Κα­λῶς ἦλ­θες, ἀ­δελ­φέ· εἰ­σῆλ­θες εἰς τὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ον τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Ἐ­γὼ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πον αὐ­τῷ.

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ λέ­γει μοι.

       «Μή τι ἐ­κεῖ­θεν ἔ­λα­βες;»

       Καὶ εἶ­πον.

       «Οὔ.»

       Τό­τε λέ­γει μοι.

       «Φύ­σει, ἀ­δελ­φέ, ἔ­χει ὁ γέ­ρων τε­λει­ω­θεὶς ἔ­τη δε­κα­πέν­τε.»

       Οὕ­τω δὲ ἦν ὡς πρὸ μιᾶς ὥ­ρας κοι­μη­θεὶς καὶ ποι­ή­σαν­τός μοι τοῦ γέ­ρον­τος εὐ­χήν, ἀ­νε­χώ­ρη­σα δο­ξά­ζων τὸν Θε­όν.


Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ

ΚΑΠΟΙΟΣ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες στὴν Θε­ού­πο­λη μᾶς δι­η­γή­θη­κε λέ­γον­τάς μας τὰ ἑ­ξῆς:

       Ἀ­νε­βή­κα­με μιὰ φο­ρὰ στὸ Ἀ­μια­νὸ ὄ­ρος γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, καὶ βρῆ­κα ἕ­να σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βρί­σκω ἕ­ναν ἀ­να­χω­ρη­τὴ νὰ ἔ­χει πέ­σει στὰ γό­να­τα, νἄ­χει ἁ­πλώ­σει τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς του νὰ φτά­νουν μέ­χρι τὸ ἔ­δα­φος. Κι ἐ­γὼ ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι ζεῖ τοῦ βά­ζω με­τά­νοι­α καὶ τοῦ λέ­ω:

       «Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ.»

       Κα­θὼς λοι­πὸν δὲν μοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τί­πο­τα, ση­κώ­θη­κα πῆ­γα κον­τά του νὰ τὸν ἀ­σπα­στῶ κι ὅ­πως τὸν ἔ­πια­σα τὸν βρῆ­κα νε­κρὸ καὶ τὸν ἄ­φη­σα κι ἔ­φυ­γα. Κι ἀ­φοῦ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα λί­γο, βλέ­πω ἄλ­λο σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βλέ­πω ἄλ­λον γέ­ρον­τα. Καὶ μοῦ λέ­ει:

        «Κα­λῶς ἦρ­θες, ἀ­δελ­φέ. Μπῆ­κες στὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ο, τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Κι ἐ­γὼ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κα καὶ τοῦ εἶ­πα:

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ μοῦ λέ­ει:

       «Μή­πως πῆ­ρες τί­πο­τα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ;»

       Καὶ εἶ­πα:

       «Ὄ­χι.»

       Τό­τε μοῦ λέ­ει:

       «Ἀ­δελ­φέ, ὁ γέ­ρων φύ­σει ἔ­χει τε­λευ­τή­σει ἐ­δῶ καὶ δε­κα­πέν­τε χρό­νια.»

       Κι ἦ­ταν ἔ­τσι σὰ νὰ ἐ­κοι­μή­θη πρὶν ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, κι ἀ­φοῦ μοὔ­δω­σε ὁ γέ­ρον­τας εὐ­χὴ ἔ­φυ­γα δο­ξά­ζον­τας τὸν Θε­ό.

[Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 172-173.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans): Τὸ βλαμ­μέ­νο



Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)


Τὸ βλαμ­μέ­νο

(Stupid)


ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ τῆς Βαλ­τι­μό­ρης, ἡ πρέ­ζα ἔ­δι­νε κι ἔ­παιρ­νε στὶς ἀρ­χὲς τοῦ 2000. Τό­τε ποὺ με­γά­λω­νε κι ὁ Ρού­φους, ὁ δω­δε­κά­χρο­νος Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νὸς μὲ τὴν ἀ­φά­να στὸ κε­φά­λι. Ντί­σκο τὸν φώ­να­ζαν οἱ φί­λοι του, πα­ρα­τσού­κλι ποὺ τοῦ εἶ­χε βγά­λει ὁ ἀ­δερ­φὸς του ὁ Μά­ϊκ, κο­ρο­ϊ­δεύ­ον­τάς τον γιὰ τὸ μαλ­λὶ ποὺ ἀρ­νοῦν­ταν νὰ κου­ρέ­ψει, ἀλ­λὰ καὶ πι­κά­ρον­τάς τον γιὰ τὴ χὶπ-χὸπ ποὺ ἄ­κου­γε ὁ ἴ­διος. Γε­νι­κῶς, τὸν πεί­ρα­ζε τὸν μι­κρὸ ἀ­δερ­φό. Τοῦ ‘λέ­γε γιὰ τὸ που­λί του, τοῦ ‘τρι­βε στὴ μού­ρη τὰ κο­ρί­τσια ποὺ ἔρ­χον­ταν στὸ δω­μά­τιό του, τὸν ἔ­στελ­νε νὰ τοῦ πά­ρει τσι­γά­ρα. Μά, ὁ Ντί­σκο γού­στα­ρε τὸν Μά­ϊκ. Τὸ πεί­ραγ­μα τὸ ἔ­βλε­πε σὰν ἕ­να εἶ­δος ἀ­γά­πης ποὺ τοῦ ἔ­λει­πε κι­ό­λας. «Πή­γαι­νε, βλαμ­μέ­νο», ἦ­ταν ἡ ἀ­γα­πη­μέ­νη του φρά­ση, ὅ­ταν τὸν ἄ­φη­νε τὸ πρω­ῒ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ ἁ­μά­ξι. «Καὶ μὴν τὸ σκά­σεις. Θὰ σὲ σκο­τώ­σω.» Ὁ ἴ­διος ἔ­φευ­γε γιὰ τὸ σι­δε­ρά­δι­κο τοῦ Τζί­μι καὶ με­τὰ στὸ νυ­χτε­ρι­νὸ γιὰ νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ λύ­κει­ο καὶ νὰ πά­ει κο­λέ­γιο νὰ γί­νει μη­χα­νι­κός. Ὁ Ντί­σκο τὸν πε­ρί­με­νε τὸ βρά­δυ, κά­νον­τας πὼς κοι­μᾶ­ται μέ­σα στὰ σκε­πά­σμα­τα μέ­χρι νὰ τὸν κοι­τά­ξει ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα τῆς πόρ­τας. Τό­τε μό­νο κοι­μό­ταν.

       Τὸ νὰ λεί­πει παι­δὶ ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ Ρού­φους ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νο. Καὶ ὅ­ταν λέ­με νὰ λεί­πει, ἐν­νο­οῦ­με μέ­ρες ἢ καὶ βδο­μά­δες. Οἱ κα­θη­γη­τὲς ἔ­κρυ­βαν τὸ ἀ­νή­συ­χο βλέμ­μα πί­σω ἀ­πὸ βι­βλί­α, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ἐρ­χό­ταν στὴν τά­ξη νὰ τοὺς ἀ­να­κοι­νώ­σει ὅ­τι ὁ Μάρ­κους, ἡ Τζόν­τι, ἡ Κέν­τρα ἢ ὁ Μπὲρντ (ὅ­λοι εἶ­χαν ξε­χά­σει τὸ ὄ­νο­μά του), δὲν θὰ ξα­ναρ­χό­ταν σχο­λεῖ­ο. Βα­σι­κά, δὲν θὰ τοὺς ξα­νά­βλε­παν που­θε­νά, ἀ­φοῦ ἡ πρέ­ζα τοὺς εἶ­χε πά­ρει κον­τά της. Ἢ τὸ ἀ­να­μορ­φω­τή­ριο. Ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Καὶ τό­τε τοὺς ἔ­βα­ζαν νὰ κα­θί­σουν ἕ­να θρα­νί­ο μπρο­στά, γιὰ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν κε­νὰ ἀ­νά­με­σά τους. Τὸ ἔ­κα­ναν ὑ­πά­κου­α, μὰ τὸ κε­νὸ μέ­σα τους ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να θρα­νί­ο ἀ­πό­στα­ση. Γι’ αὐ­τὸ καὶ ὁ Ντί­σκο κά­θε βρά­δυ πε­ρί­με­νε τὸν Μά­ϊκ νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι. Φο­βό­ταν. Ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ὅ­τι κρα­τοῦ­σε τὸν Μά­ϊκ ἀγ­κα­λιὰ κι ἔ­κλαι­γε στὸν δρό­μο. Ξυ­πνοῦ­σε ἱ­δρω­μέ­νος κι ἔ­τρε­χε στὸ δω­μά­τιό του καὶ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὴ χα­ρα­μά­δα. Μιὰ φο­ρὰ μά­λι­στα τὸν εἶ­χε πιά­σει μὲ τὴν τό­τε κο­πέ­λα του νὰ κά­νουν σέξ. «Φύ­γε, βλαμ­μέ­νο», τοῦ εἶ­χε πε­τά­ξει ἕ­να πα­πού­τσι στὰ μοῦ­τρα ὁ Μά­ικ, οὐρ­λι­ά­ζον­τας.

       Πρό­σφα­τα, ἔ­βλε­πε τὸν ἑ­αυ­τό του στὸν ὕ­πνο του. Ὁ Μά­ϊκ τὸν φώ­να­ζε «βλαμ­μέ­νο», μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν γυρ­νοῦ­σε. Τό­τε τὸν ἅρ­πα­ζε καὶ γυρ­νών­τας τον στὸ πλά­ι, αἷ­μα ἔ­τρε­χε στὴ δε­ξιὰ με­ριά του ἀ­πὸ μιὰ τρύ­πα ἀ­πὸ σφαί­ρα. Τυ­χαῖ­α εἶ­χε βρε­θεῖ ἀ­νά­με­σα σὲ πυ­ρὰ ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ πρε­ζεμ­πό­ρων στὸν δρό­μο γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ὄ­νει­ρο, μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Ρού­φους ξυ­πνοῦ­σε κά­θε βρά­δυ τρο­μαγ­μέ­νος τε­λευ­ταῖ­α. Πή­γαι­νε τρέ­χον­τας, ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του καὶ ξά­πλω­νε στὸ κρε­βά­τι μα­ζί του. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­νο­χλοῦν­ταν καὶ τοῦ ἔ­κα­νε χῶ­ρο. Ὁ Ρού­φους ἀ­πο­ροῦ­σε ποὺ δὲν τὸν ἔ­λε­γε πιὰ «βλαμ­μέ­νο», ἀλ­λὰ ἀ­πο­λάμ­βα­νε κι­ό­λας τὴ στιγ­μὴ καὶ δὲν μι­λοῦ­σε μὴν τὴ χα­λά­σει.

       Καὶ στὸ κο­λέ­γιο ποὺ σπού­δα­ζε μη­χα­νι­κὸς τε­λι­κὰ ὁ Μά­ϊκ, ὁ Ρού­φους ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα τοῦ δω­μα­τί­ου του στὴν ἑ­στί­α καὶ ξά­πλω­νε μα­ζί του, ἐλ­πί­ζον­τας νὰ ἀ­κού­σει νὰ τὸν λέ­ει «βλαμ­μέ­νο» μιὰ ἀ­κό­μη φο­ρᾶ. Ὁ Μά­ϊκ, ὅ­μως, δὲν τοῦ ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Μό­νο κα­μιὰ φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε νὰ πά­ρει με­τρη­τὰ ἀ­πὸ τὸ πορ­το­φό­λι του, ἔ­βλε­πε τὴν ἀ­φά­να τοῦ Ντί­σκο νὰ ξε­προ­βάλ­λει στὴ φω­το­γρα­φί­α ἀ­πὸ πί­σω καὶ μο­νο­λο­γοῦ­σε, «Ἄ, ρὲ βλαμ­μέ­νο. Για­τί;»


 

Πηγή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ρόμ­περτ Μὰνς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Τὸ ὕψος τῆς Ἀρετῆς



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Τὸ ὕψος τῆς Ἀρετῆς


ΥΟ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ, πα­ρε­κά­λε­σαν τὸν Θε­ὸν ἵ­να πλη­ρο­φο­ρή­σῃ αὐ­τούς, εἰς ποῖ­ον ἔ­φθα­σαν μέ­τρον*· καὶ ἦλ­θεν αὐ­τοῖς φω­νὴ λέ­γου­σα· εἰς τήν δε τὴν κώ­μην τῆς Αἰ­γύ­πτου, ἐ­στί τις κο­σμι­κὸς Εὐ­χά­ρι­στος ὀ­νό­μα­τι, καὶ ἡ γυ­νὴ αὐ­τοῦ κα­λεῖ­ται Μα­ρί­α· οὔ­πω ἤλ­θε­τε ὑ­μεῖς εἰς τὰ μέ­τρα αὐ­τῶν· καὶ ἀ­να­στάν­τες οἱ δύ­ο γέ­ρον­τες, ἦλ­θον εἰς τὴν κώ­μην· καὶ ἐ­ρω­τή­σαν­τες, εὗ­ρον τὸ κελ­λί­ον αὐ­τοῦ καὶ τὴν γυ­ναῖ­κα αὐ­τοῦ καὶ λέ­γου­σιν αὐ­τῇ· ποῦ ἐ­στιν ὁ ἀ­νήρ σου; ἡ δὲ εἶ­πεν· ποι­μήν ἐ­στι καὶ βό­σκει τὰ πρό­βα­τα· καὶ εἰ­σή­γα­γεν αὐ­τοὺς εἰς τὸ κελ­λί­ον αὐ­τοῦ· ὡς δὲ ὀ­ψί­α* ἐ­γέ­νε­το, ἦλ­θεν ὁ Εὐ­χά­ρι­στος με­τὰ τῶν προ­βά­των· καὶ ἰ­δὼν τοὺς γέ­ρον­τας, ἡ­τοί­μα­σεν αὐ­τοῖς τρά­πε­ζαν, καὶ ἤ­νεγ­κεν ὕ­δωρ νί­ψαι τοὺς πό­δας αὐ­τῶν· καὶ λέ­γου­σιν αὐ­τῷ οἱ γέ­ρον­τες· οὐ μὴ γευ­σώ­με­θά τι­νος, ἐ­ὰν μὴ ἀ­ναγ­γεί­λῃς ἡ­μῖν τὴν ἐρ­γα­σί­αν σου· ὁ δὲ Εὐ­χά­ρι­στος με­τὰ τα­πει­νο­φρο­σύ­νης εἶ­πεν· ἐ­γὼ ποι­μήν εἰ­μι καὶ αὕ­τη ἐ­στὶν ἡ γυ­νή μου· οἱ δὲ γέ­ρον­τες ἐ­πέ­μει­ναν πα­ρα­κα­λοῦν­τες αὐ­τὸν καὶ οὐκ ἠ­θέ­λη­σεν εἰ­πεῖν· καὶ εἶ­πον αὐ­τῷ· ὁ Θε­ὸς ἔ­πεμ­ψεν ἡ­μᾶς πρὸς σέ· ὡς δὲ ἤ­κου­σε τὸν λό­γον τοῦ­τον ἐ­φο­βή­θη καὶ εἶ­πεν αὐ­τοῖς· ἰ­δοὺ τὰ πρό­βα­τα ταῦ­τα ἔ­χο­μεν ἀ­πὸ τῶν γο­νέ­ων ἡ­μῶν· καὶ εἴ τι δ’ ἂν εὐ­ο­δώ­σῃ ὁ Κύ­ριος εἰ­σο­διά­σαι ἐξ αὐ­τῶν, ποι­οῦ­μεν εἰς τρί­α μέ­ρη· μέ­ρος ἓν τοῖς πτω­χοῖς, καὶ μέ­ρος ἓν εἰς τὴν φι­λο­ξε­νί­αν, καὶ τὸ τρί­τον μέ­ρος εἰς τὴν χρεί­αν ἡ­μῶν· ἀ­φ’ οὗ δὲ ἔ­λα­βον τὴν γυ­ναῖ­κά μου, οὐκ ἐ­μιά­νθην οὔ­τε ἐ­γὼ οὔ­τε αὐ­τή, ἀλ­λὰ παρ­θέ­νος ἐ­στί· καὶ ἕ­κα­στος ἡ­μῶν κα­θ’ ἑ­αυ­τὸν κα­θεύ­δει τὴν δὲ νύ­κτα φο­ροῦ­μεν σάκ­κους καὶ τὴν ἡ­μέ­ραν τὰ ἱ­μά­τια ἡ­μῶν· ἕ­ως ἄρ­τι, ἀν­θρώ­πων οὐ­δεὶς ταῦ­τα ἔ­γνω­κεν· καὶ ἀ­κού­σαν­τες ἐ­θαύ­μα­σαν καὶ ἀ­νε­χώ­ρη­σαν δο­ξά­ζον­τες τὸν Θε­όν.


εἰς ποῖ­ον ἔ­φθα­σαν μέ­τρον: πό­σο ψη­λὰ ἔ­χουν φτά­­σει στὴν ἀ­ρε­τή.
ὀ­ψί­α: βρά­δυ, δει­λι­νό.
εἰ­σο­διά­σαι: νὰ ἔ­χου­με εἰ­σό­δη­μα.


Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 32.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Ὅταν ἐμφανίστηκε ἐκεῖνος ὁ πόνος στὸ γόνατο


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το


ΤΑΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ξαφ­νι­κὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το μιὰ κα­λὴ ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας, ἄρ­χι­σα νὰ ρω­τά­ω πε­ρὶ τοῦ θέ­μα­τος γνω­στοὺς καὶ φί­λους καὶ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο . Τε­λι­κὰ ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι κα­λὴ αἰ­τί­α γιὰ νὰ κοι­νω­νι­κο­ποι­η­θεῖς καὶ πά­λι, νὰ ἐν­τα­χτεῖς σὲ ὁ­μά­δες, νὰ ἐν­δυ­νά­μω­σεις τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ «ἀ­νή­κειν», ὅ­ταν κα­τε­στραμ­μέ­νες ἀρ­θρώ­σεις καὶ ἀρ­θρο­πλα­στι­κὲς καὶ ἐμ­φυ­τεύ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­τσά­λι, εἶ­ναι ἔν­νοι­ες ποὺ ἀ­να­τέλ­λουν στὴ ζω­ή σου. Εἶ­χα κοι­νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ μὲ τό­σους ἄλ­λους θὰ μοι­ρα­ζό­μουν μα­ζί τους ἀ­ξί­ες καὶ στά­σεις καὶ θὰ προ­σορ­μι­ζό­μουν ἀ­σφα­λὴς στὴν θερ­μό­τη­τα τῆς ἀ­πο­δο­χῆς τους, μὲ τὴ φι­λί­α καὶ τὴν ἀλ­λη­λεγ­γύ­η τους θὰ πο­ρευ­ό­μουν.

        Προ­τι­μοῦ­σα βέ­βαι­α συ­νειρ­μοὺς ποὺ ἔ­χουν σχέ­ση μὲ «Τὸ γό­να­το τῆς Κλαί­ρης», τοῦ Ρο­μὲρ , ἀ­νά­λα­φρου δη­μι­ουρ­γοῦ τοῦ γαλ­λι­κοῦ νέ­ου κύ­μα­τος καὶ τὴν σχε­τι­κὴ ἔ­ξα­ψη φαν­τα­σι­ώ­σε­ων ποὺ πα­ρα­πέμ­πουν στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες τῆς ἀν­τρι­κῆς σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας, συ­νειρ­μοὺς ἐν­θαρ­ρυν­τι­κοὺς ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως μᾶλ­λον ἀ­νε­πί­και­ρους γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή μου.

        Ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἐ­πέ­λα­ση γη­ρα­τει­ῶν – πα­ρω­δί­α καὶ σφα­γὴ καὶ ἀρ­τη­ρι­ο­σκλή­ρω­ση κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ καὶ με­τα­φο­ρι­κά; Ἄς προ­τι­μή­σω κα­λύ­τε­ρα νὰ μπῶ σὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ὁ­μά­δα στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α νὰ με­λε­τή­σω ἄρ­θρα γιὰ τὸ «Γό­να­το τῆς Κλαί­ρης» καὶ τὴν πο­λυ­λο­γί­α ποὺ εἰ­σή­γα­γε στὸ σι­νε­μὰ ὁ Ἐ­ρὶκ Ρο­μέρ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τελευταῖο της βιβλίο: Κινητὴ γιορτή (διηγήματα, Νη­σί­δες, 2018).



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι

 

ΛΕΓΟΝ πε­ρὶ τοῦ Ἀβ­βᾶ Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Κο­λο­βοῦ, ὅ­τι εἶ­πέ πο­τε τῷ ἀ­δελ­φῷ αὐ­τοῦ τῷ μει­ζο­τέ­ρῳ*· ἤ­θε­λον ἀ­μέ­ρι­μνος εἶ­ναι, ὡς οἱ ἄγ­γε­λοι ἀ­μέ­ρι­μνοί εἰ­σι, μη­δὲν ἐρ­γα­ζό­με­νοι, ἀλ­λ’ ἀ­δι­α­λεί­πτως λα­τρεύ­ον­τες τῷ Θε­ῷ· καὶ ἀ­πο­δυ­σά­με­νος τὸ ἱ­μά­τιον, ἐ­ξῆλ­θεν εἰς τὴν ἔ­ρη­μον· καὶ ποι­ή­σας ἑ­βδο­μά­δα μί­αν, ἀ­νέ­καμ­ψε πρὸς τὸν ἀ­δελ­φὸν αὐ­τοῦ· καὶ ὡς ἔ­κρου­σε τὴν θύ­ραν, ὑ­πή­κου­σεν αὐ­τῷ* πρὶν ἀ­νοί­ξει, λέ­γων· σύ τίς εἶ; ὁ δὲ εἶ­πεν ἐ­γώ εἰ­μι Ἰ­ω­άν­νης ὁ ἀ­δελ­φός σου· καὶ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πεν αὐ­τῷ· Ἰ­ω­άν­νης γέ­γο­νεν ἄγ­γε­λος, καὶ οὐκ ἔ­τι ἐν ἀν­θρώ­ποις ἐ­στίν· ὁ δὲ πα­ρε­κά­λει, λέ­γων· ἐ­γώ εἰ­μι· καὶ οὐκ ἤ­νοι­ξεν αὐ­τῷ, ἀλ­λ’ ἀ­φῆ­κεν αὐ­τὸν ἕ­ως πρω­ῒ θλί­βε­σθαι· ὕ­στε­ρον δὲ ἀ­νοί­ξας αὐ­τῷ· λέ­γει· ἄν­θρω­πος εἶ, χρεί­αν ἔ­χεις πά­λιν ἐρ­γά­ζε­σθαι ἵ­να τρα­φῇς· καὶ ἔ­βα­λε με­τά­νοι­αν, λέ­γων· συγ­χώ­ρη­σόν μοι.


μει­ζο­τέ­ρῳ: μεγαλύτερο (σὲ ἡλικία).
ὑ­πή­κου­σεν αὐ­τῷ: τὸν ἄκουσε.


Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου: Ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς



Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου


Ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς


ΤΑΝ Σάβ­βα­το με­ση­μέ­ρι. Εἶ­χε κά­νει μιὰ βολ­τί­τσα στὴ λα­ϊ­κή, δὲν πῆ­ρε πολ­λά, λί­γες σα­λά­τες μό­νο κι ἕ­ναν ἀ­να­νὰ ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε. Δὲν τὸν πεί­ρα­ζε νὰ μα­γει­ρεύ­ει γιὰ ἕ­ναν, ἔ­λε­γε πάν­τα πὼς δὲ θὰ τὸ βά­λει κά­τω· θὰ μα­γεί­ρευ­ε πει­σμα­τι­κὰ μέ­χρι τό­τε ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ στέ­κε­ται ὄρ­θιος. Ἔ­ρι­ξε λί­γο νε­ρά­κι στὶς γλά­στρες στὸ μπαλ­κό­νι καὶ ἄ­φη­σε τὸ βλέμ­μα του νὰ χυ­θεῖ στὸ δρό­μο, σὰν σκυ­λὶ ποὺ βγῆ­κε γιὰ σερ­γιά­νι. Τὸν εἶ­χε ἐ­νο­χλή­σει πο­λὺ ἐ­κεί­νη ἡ εὐ­γε­νι­κὴ κί­νη­ση ποὺ ἔ­κα­νε ἡ κο­πέ­λα στὸ τραῖ­νο, νὰ ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ κα­θί­σει ὁ ἴ­διος. Δὲν ἔ­βγα­ζε κα­λύ­τε­ρα ἕ­να πε­ρί­στρο­φο νὰ τὸν ἐ­κτε­λέ­σει; «Κα­θί­στε» τοῦ εἶ­πε χα­μη­λό­φω­να καὶ μει­δί­α­σε μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ὕ­φος ποὺ παίρ­νουν τὰ κα­λὰ παι­διὰ ὅ­ταν κά­νουν τὸ σω­στὸ καὶ τὸ πρέ­πον. Μὰ ἦ­ταν πρέ­πον; Στὸν ἴ­διο εἶ­χε μι­λή­σει; Κοί­τα­ξε ὁ­λό­γυ­ρά του, ἄλ­λος με­γά­λος ὄρ­θιος κα­νείς. Μιὰ πα­ρέ­α ἀ­πὸ κά­τι μπαρ­μπά­δες κα­θι­σμέ­νους δί­πλα τὸν ἄρ­χι­σαν στὴν κα­ζού­ρα. «Ἔ­λα, ἡ πρώ­τη φο­ρὰ εἶ­ναι δύ­σκο­λη», εἶ­παν κα­τα­πί­νον­τας τὰ γέ­λια τους λαί­μαρ­γα γιὰ νὰ τοῦ ποῦν κι ἄλ­λα. «Κα­λῶς ἦρ­θες κα­η­μέ­νε!» κα­κά­ρι­σαν κι ἄρ­χι­σαν νὰ συ­ζη­τοῦν τὸ συμ­βὰν δυ­να­τὰ ἔ­τσι ποὺ νὰ τὸ μά­θουν ὅ­λοι πὼς μιὰ νε­α­ρὴ ση­κώ­θη­κε γιὰ νὰ κα­θί­σει ἐ­τοῦ­τος ἐ­δῶ ποὺ νο­μί­ζει ἀ­κό­μα πὼς εἶ­ναι ἀ­ε­τό­που­λο. Σπρώ­χτη­κε ὣς τὴν πόρ­τα δῆ­θεν ἀ­γέ­ρω­χα, ἂν καὶ μέ­σα του ὁ κε­ραυ­νὸς κα­τά­και­γε τὸν τό­πο. Τό­σο με­γά­λος ἔ­δει­χνε δη­λα­δή; Μέ­χρι προ­χθὲς θὰ κορ­τά­ρι­ζε μιὰ κο­πέ­λα —ἄν­τε, λί­γο σι­τε­μέ­νη— ξέ­ρεις, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ βλέμ­μα­τα ποὺ ἀ­φη­ρη­μέ­να ἀγ­γί­ζον­ται μέ­σα στὸ τραῖ­νο ἢ στὸ ἀ­σαν­σέρ. Θὰ ἄ­νοι­γε τὴν πόρ­τα γιὰ νὰ δώ­σει προ­τε­ραι­ό­τη­τα σὲ κά­ποι­ο θη­λυ­κό, θὰ ἔ­πι­νε τὸν κα­φέ του γρα­βα­τω­μέ­νος στὴν πλα­τεί­α. Τό­ση κα­κί­α, οἱ πα­λι­ό­γε­ροι, ἔ­λα κά­θι­σε τοῦ φώ­να­ζαν, μὴν ντρέ­πε­σαι, τώ­ρα εἶ­σαι ἕ­νας ἀ­πὸ μᾶς.

       Εἶ­χε βρεῖ στὴ λα­ϊ­κὴ πι­νέ­λο καὶ κου­πά­κι ποὺ ἀ­να­κα­τεύ­ουν τὶς βα­φές, ὄ­χι πὼς τὸ ἔ­ψα­ξε, ἔ­πε­σε πά­νω τὸ μά­τι του τυ­χαῖ­α. «Φέ­ρε ἕ­να γιὰ τὴν κυ­ρὰ νὰ μὴν γκρι­νιά­ζει!» ἔ­γνε­ψε στὸ γύ­φτο ποὺ ἔ­στρω­νε τὴν πρα­μά­τεια ἀ­δι­ά­φο­ρα. Τό ’­χω­σε στὴ σα­κού­λα μὲ τὰ μα­ρού­λια καὶ τώ­ρα τὸ εἶ­χε μπρο­στά του στὸ μπά­νιο ἑ­τοι­μο­πό­λε­μο δι­α­βά­ζον­τας προ­σε­χτι­κὰ τὶς ὁ­δη­γί­ες τῆς βα­φῆς. Προ­σπά­θη­σε νὰ χω­ρί­σει τὶς τοῦ­φες μί­α-μί­α καὶ πο­λὺ προ­σε­χτι­κὰ μὲ μιὰ ἐ­βέ­νι­νη γλυ­ψιὰ τοῦ πι­νέ­λου ἔ­φτια­ξε ἕ­ναν μαῦ­ρο δι­ά­δρο­μο στὴν γκρί­ζα κοι­λά­δα τοῦ κε­φα­λιοῦ. Καὶ με­τὰ κι ἄλ­λη, κι ἄλ­λη. Καὶ σὰν πῆ­ρε φό­ρα τὸ πι­νέ­λο, πῆ­γε κι ἦρ­θε πολ­λὲς φο­ρὲς στὸ κε­φά­λι, ἀ­στα­μά­τη­τα – σὰν νε­οσ­σὸς ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸ πρῶ­το του πέ­ταγ­μα· χά­ρα­ξε χω­ρί­στρες χαρ­το­γρα­φών­τας ὅ­λη τὴν ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τη πε­ρι­ο­χὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, βού­τη­ξε ὑ­πό­κω­φα μέ­χρι τὰ ἄ­δυ­τα τῆς ἀρ­σε­νι­κῆς καρ­διᾶς ποὺ ἐ­κλι­πα­ροῦ­σε γιὰ λί­γη νι­ό­τη ἀ­κό­μα καὶ ποὺ ζη­τοῦ­σε νὰ πα­λέ­ψει μὲ τὴν ἀ­ρά­χνη ἐ­κεί­νη ποὺ πε­ρί­με­νε τὸ θύ­μα μὲ τὰ γκρι­ζα­ρι­σμέ­να μαλ­λιὰ νὰ θρη­νή­σει εὐ­λα­βι­κὰ τὸν ἀν­δρι­σμό του πέ­φτον­τας νο­μο­τε­λεια­κὰ στὸν ἱ­στὸ τοῦ γή­ρα­τος. Κι ἀ­φοῦ ἡ βα­φὴ ἁ­πλώ­θη­κε ἡ­ρω­ι­κὰ καὶ ὁ νι­πτή­ρας μοι­ραῖ­α πα­σα­λεί­φθη­κε σὰν πε­δί­ο μά­χης, κοί­τα­ξε τὸ εἴ­δω­λό του στὸν κα­θρέ­φτη καὶ τὸ ἠ­θι­κό του ἀ­να­πτε­ρώ­θη­κε γιὰ δυ­ὸ στιγ­μές. Ναί, ἡ νι­ό­τη μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε φύ­γει, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει καὶ τὸ φθι­νό­πω­ρο πρὶν τὸ χει­μώ­να, ἀ­γα­πη­τοί. Ἔ­μει­νε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη ὅ­λη τὴν ὥ­ρα τῆς ἀ­να­γρα­φό­με­νης στὸ κου­τὶ ἀ­να­μο­νῆς, νὰ δι­ορ­θώ­νει μὲ τὴ χτέ­να σχο­λα­στι­κὰ τὶς τοῦ­φες στὶς μι­κρὲς χα­ρά­δρες τοῦ κε­φα­λιοῦ ποὺ ὀ­λί­σθαι­ναν στὰ γκρέ­μια τῶν κρο­τά­φων καὶ κοί­τα­ζε ἐ­πί­μο­να τ’ αὐ­λά­κια στὸ πρό­σω­πο ποὺ ἔ­δει­χναν σκαμ­μέ­να ἀ­πὸ ὁρ­μη­τι­κοὺς χεί­μαρ­ρους. Δὲν πει­ρά­ζει σκέ­φτη­κε οἱ ρυ­τί­δες εἶ­ναι γο­η­τεί­α κι ἔ­πει­τα ἔ­παι­ξε ἁ­πα­λὰ τὸ δι­πλο­σά­γο­νο σὰν νὰ δο­κί­μα­ζε χορ­δὴ ἀ­πὸ κον­τραμ­πά­σο.

       Κα­λὸ ἦ­ταν τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, σκοῦ­ρο καὶ γυ­α­λι­στε­ρό, ἐ­λα­φρῶς με­λι­τζα­νὶ καὶ μὲ ἐ­ξαί­ρε­ση τὴ γραμ­μὴ ποὺ θύ­μι­ζε κρά­νος στὸ μέ­τω­πο, ἔ­δει­χνε σχε­τι­κὰ φυ­σι­κὸ καὶ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε τὸ ἀρ­χι­κὸ ζη­τού­με­νο: ἔ­κο­βε χρό­νια. Χρό­νια ποὺ δὲν τὰ λυ­πή­θη­κε νὰ τὰ θυ­σιά­σει μο­νο­μιᾶς στὸν αἰ­μο­δι­ψῆ βω­μὸ τῆς νι­ό­της, δι­κά του χρό­νια καὶ κα­νε­νὸς ἄλ­λου, στιγ­μὲς καὶ ἀ­να­μνή­σεις ποὺ συ­νέ­θε­ταν τὴ ζω­ή του· δὲν πει­ρά­ζει εἶ­πε δυ­να­τὰ στὸν κα­θρέ­φτη σὰν νὰ λο­γο­δο­τοῦ­σε, στὸ συρ­τά­ρι ἂς μποῦ­νε γιὰ λί­γο κι ἔ­πει­τα θὰ τὶς ξε­θά­ψω πά­λι. Σὲ ἕ­να δεύ­τε­ρο γύ­ρο ἡ ἀ­νε­λέ­η­τη μπο­γιὰ πέ­ρα­σε πά­νω ἀ­πὸ τὸ μου­στά­κι καὶ τὰ φρύ­δια ἐ­ξα­φα­νί­ζον­τας κά­θε γκρί­ζο ἴ­χνος κι ἔ­μει­νε τώ­ρα σί­γου­ρα μιὰ δε­κα­ε­τί­α ξα­να­νι­ω­μέ­νος νὰ ψα­λι­δί­ζει τὶς τρί­χες ἀ­πὸ τὴ μύ­τη καὶ τὰ αὐ­τιά, ἕ­τοι­μος νὰ ξα­να­βγεῖ στὸν κό­σμο, τώ­ρα ποὺ ὁ ἥ­λιος ἔ­δυ­ε, ἔ­χον­τας νι­κή­σει τὴν ντρο­πὴ καὶ κα­τα­τρο­πώ­σει τὸ γῆ­ρας. Κι ἔ­τσι πε­ρή­φα­νος, μὲ τὴ γρα­βά­τα του σφι­χτο­δε­μέ­νη στὰ ὑ­ψί­πε­δα ἑ­νὸς χα­λα­ρω­μέ­νου λαι­μοῦ ποὺ ἔ­τρε­με χυ­λω­μέ­νος σὲ κά­θε ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ βῆ­μα, βγῆ­κε τὴ σαβ­βα­τι­ά­τι­κη βόλ­τα, περ­νών­τας ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς τα­βέρ­νες καὶ τὰ κα­φε­νεῖ­α τῆς πλα­τεί­ας μὲ τὸ μαῦ­ρο ση­μά­δι σύ­ρι­ζα στὸ μέ­τω­πο σὰν λα­βω­μα­τιὰ σκλη­ροῦ πο­λέ­μου, περ­πα­τοῦ­σε δί­πλα στὰ τρα­πέ­ζια τῶν μα­γα­ζι­ῶν κορ­δω­μέ­νος κι ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος γιὰ τοὺς ψι­θύ­ρους ποὺ τι­τί­βι­ζαν πνι­χτὰ χά­χα­να γιὰ νὰ πε­ρά­σουν τὴν ὥ­ρα τους, «ὁ βα­ψο­μαλ­λιᾶς».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ξέ­νια Πα­πα­δη­μη­τρί­ου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συν­τή­ρη­ση ἔρ­γων τέ­χνης καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κὴ φω­το­γρα­φί­α. Κυ­κλο­φό­ρη­σε πρό­σφα­τα ἡ νου­βέ­λα της Ὁ ἄν­θρω­πος σκύ­λος (ἐκ­δ. Πη­γή). Ζεῖ μὲ τὸ σύ­ζυ­γο καὶ τὴν κό­ρη τους στὰ Χα­νιά.

https://www.pigi.gr/?product=anthrwpos-skylos

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ Paul McCartney τὸ 2016.



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρὶ ἐκ­πε­σού­σης παρ­θέ­νου



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρὶ ἐκ­πε­σού­σης παρ­θέ­νου


ΑΡΘΕΝΟΝ πά­λιν ἔ­γνων ἐν Ἱ­ε­ρο­σο­λύ­μοις σακ­κο­φο­ροῦ­σαν ἐ­πὶ ἑ­ξα­ε­τί­αν καὶ ἐγ­κε­κλει­σμέ­νην, μη­δε­νὸς τῶν εἰς ἡ­δο­νὴν συν­τει­νόν­των λαμ­βά­νου­σαν· ἥ­τις ἐς ὕ­στε­ρον ἐγ­κα­τα­λει­φθεῖ­σα ὑ­περ­βο­λῇ ὑ­πε­ρη­φα­νί­ας πε­ρι­έ­πε­σε πτώ­σει. Καὶ ἀ­νοί­ξα­σα τὴν θυ­ρί­δα εἰ­σε­δέ­ξα­το τὸν ὑ­πη­ρε­τού­με­νον καὶ αὐ­τῷ συ­νε­φή­ρη ἐν τῷ μὴ κα­τὰ θε­ϊ­κὴν πρό­θε­σιν καὶ ἀ­γά­πην θε­οῦ ἐ­σχη­κέ­ναι τὴν ἄ­σκη­σιν, ἀλ­λὰ κα­τὰ σκη­νὴν ἀν­θρω­πί­νην, ὅ ἐ­στι κε­νο­δο­ξί­ας καὶ σα­θρᾶς προ­αι­ρέ­σε­ως. Τῶν γὰρ λο­γι­σμῶν αυ­τῆς ἀ­πα­σχο­λη­θέν­των εἰς τὸ κα­τα­γι­νώ­σκειν τῶν ἄλ­λων, οὐκ ἦν ὁ φύ­λαξ τῆς σω­φρο­σύ­νης.


Γιὰ μιὰ παρ­θέ­να ποὺ ξέ­πε­σε

Ἐ­πί­σης γνώ­ρι­σα μιὰ παρ­θέ­να ποὺ φο­ροῦ­σε σάκ­κο κι ἦ­ταν κλει­σμέ­νη στὸ κελ­λί της γιὰ ἕ­ξι χρό­νια, καὶ τί­πο­τα δὲν ἐ­λάμ­βα­νε ποὺ νὰ τῆς δώ­σει κά­ποι­α ἡ­δο­νή. Αὐ­τὴ λοι­πὸν ἀ­φέ­θη­κε σὲ ὑ­περ­βο­λὴ ὑ­πε­ρη­φά­νιας καὶ πε­ρι­έ­πε­σε σὲ πτώ­ση. Κι ἄ­νοι­ξε τὴ θυ­ρί­δα καὶ δέ­χτη­κε αὐ­τὸν ποὺ τὴν ὑ­πη­ρε­τοῦ­σε μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ον καὶ συ­νευ­ρέ­θη­κε, για­τὶ δὲν ἔ­κα­νε τὴν ἄ­σκη­ση σύμ­φω­να μὲ τὸ θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ κι ἀ­πὸ ἀ­γά­πη Θε­οῦ, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ φα­νεῖ στὰ μά­τια τῶν ἀν­θρώ­πων, πρᾶγ­μα ποὺ εἶ­ναι ἀ­πο­τέ­λε­σμα κε­νο­δο­ξί­ας καὶ σα­θρᾶς προ­αι­ρέ­σε­ως. Κι ἀ­φοῦ οἱ λο­γι­σμοί της ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νοι στὸ νὰ κα­τη­γο­ρεῖ τοὺς ἄλ­λους, δὲν ὑ­πῆρ­χε ὁ φύ­λα­κας τῆς σω­φρο­σύ­νης. [Μτφ.: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος]



Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 162-163.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]