Τάσος Ψάρρης: Ἡ προειδοποίηση


Psarris,Tasos-IProeidopoiisi-Eikona-01


Τά­σος Ψάρ­ρης


Ἡ προ­ει­δο­ποί­η­ση


11-Mi-800px-Letter_M_from_the_Fantastic_Alphabet-02 ΠΗΚΕ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ἀ­λα­φι­α­σμέ­νος. Τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν κα­τα­κόκ­κι­νο ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή. Εἶ­πε κα­λη­μέ­ρα χω­ρὶς πολ­λὴ δι­ά­θε­ση καὶ κά­θι­σε στὸ γρα­φεῖ­ο του.

       «Ἔ­κα­να μι­σὴ ὥ­ρα νὰ βρῶ πάρ­κινγκ. Μὴ μοῦ μι­λή­σει κα­νεὶς για­τί τὸν σκό­τω­σα.»

       Ἄ­νοι­ξε τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δου­λεύ­ει.

       Οἱ συ­νά­δελ­φοι τοῦ ἔ­ρι­ξαν μιὰ γρή­γο­ρη μα­τιὰ καὶ συ­νέ­χι­σαν νὰ κά­νουν τὴ δου­λειά τους. Ἦ­ταν μιὰ ἥ­συ­χη μέ­ρα στὸ γρα­φεῖ­ο, τὸ μό­νο ποὺ ἀ­κου­γό­ταν ἦ­ταν πλη­κτρο­λό­για ποὺ δού­λευ­αν στὸ φοὺλ καὶ μί­α ἡ δύ­ο τη­λε­φω­νι­κὲς συ­νο­μι­λί­ες.

       «Φί­λιπ­πε, σοῦ ἔ­χω στεί­λει ἕ­να email» τοῦ εἶ­πε σὲ κά­ποι­α στιγ­μὴ ἕ­νας συ­νά­δελ­φος ποὺ κα­θό­ταν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ναν­τί του. «Ὅ­πο­τε μπο­ρεῖς ρι­ξ’ του μιὰ μα­τιά.»

       Ἐ­κεῖ­νος πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, πῆ­ρε ἕ­ναν βα­ρὺ σι­δε­ρέ­νιο δι­α­κο­ρευ­τὴ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ νὰ κά­νει τρύ­πες στὰ χαρ­τιὰ καὶ χί­μη­ξε κα­τα­πά­νω του. Ἄρ­χι­σε νὰ τὸν χτυ­πά­ει μὲ λύσ­σα στὸ κε­φά­λι. Τὸ αἷ­μα ἔ­τρε­χε πο­τά­μι. Ὁ συ­νά­δελ­φος σω­ρι­ά­στη­κε κα­τα­γῆς μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­νοιγ­μέ­νο στὰ δύ­ο.

       Στὸ βά­θος, κά­ποι­οι ὑ­πάλ­λη­λοι εἶ­χαν δι­α­κό­ψει τὴν ἐρ­γα­σί­α τους καὶ συ­ζη­τοῦ­σαν με­τα­ξύ τους. Δυ­ὸ συ­νά­δελ­φοι τοῦ Φί­λιπ­που ἀ­πὸ τὰ κον­τι­νὰ γρα­φεῖ­α εἶ­χαν ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις τους ἀ­να­στα­τω­μέ­νοι.

       «Ρὲ Φί­λιπ­πε, πά­λι τὰ ἴ­δια;»

       Ἐ­κεῖ­νος πέ­τα­ξε τὸν δι­α­κο­ρευ­τὴ σὲ μιὰ ἄ­κρη, σκού­πι­σε τὰ χέ­ρια στὸ παν­τε­λό­νι του καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ θέ­ση του. Ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς κά­λε­σε δυ­ὸ ὑ­παλ­λή­λους ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα γε­νι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν γιὰ νὰ πά­ρουν τὸ πτῶ­μα καὶ τὴν κα­θα­ρί­στρια γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὴ μο­κέ­τα.

       «Τὸν εἶ­χα προ­ει­δο­ποι­ή­σει, τὸν βλά­κα» εἶ­πε ὁ Φί­λιπ­πος περ­νών­τας στὸ σύ­στη­μα τὰ στοι­χεῖ­α τῶν πω­λή­σε­ων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Γιὰ τὸ Ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ πε­ζο­γρά­φο Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.


			

Π. Ἔνιγουεϊ: Ἐγὼ καὶ… ὁ ἑαυτός μου


Anyway,P.(Theodorakis,Panagiotis)-EgoKai...OEaytosMou-Eikona-01


Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ


Ἐ­γὼ καί… ὁ ἑ­αυ­τός μου

 

10-Taph-Chronica_Polonorum_TΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ (καὶ ἐλ­πί­ζω γιὰ τε­λευ­ταῖ­α) φο­ρὰ ἀ­πό­γευ­μα γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, τὸν πε­ρα­σμέ­νο μή­να. Κα­θό­ταν στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἔ­γρα­φε κά­τι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή μου (ἀ­παν­τοῦ­σε στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μη­νύ­μα­τα τῶν φί­λων μου). Ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κα. Μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ ξα­να­γύ­ρι­σε πρὸς τὴν ὀ­θό­νη.

       «Τί θέ­λεις;» τὸν ρώ­τη­σα καὶ ἄ­να­ψα τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα» ἀ­πάν­τη­σε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

       Πῆ­γα γε­μά­τος νεῦ­ρα στὴν κου­ζί­να. Ἄ­νοι­ξα μη­χα­νι­κά τὸ ψυ­γεῖ­ο.

       «Στὸ φοῦρ­νο ἔ­χει μπρι­ζό­λες. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μη ζε­στὲς» τὸν ἄ­κου­σα ἀ­πὸ μέ­σα.

       Ἔ­φτια­ξα μιὰ σα­λά­τα καὶ δο­κί­μα­σα μί­α ἀ­πὸ τὶς μπρι­ζό­λες του ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά. Φο­βό­μουν μὴ μὲ δη­λη­τη­ριά­σει. Σκε­φτό­μουν πό­σο και­ρὸ θὰ μεί­νει μα­ζί μας. Καὶ βέ­βαι­α τί ἀν­τί­δρα­ση θὰ ἔ­χει ἡ Στέλ­λα, ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­λις τὸν δεῖ.

       Ἔ­κα­να μπά­νιο, ξυ­ρί­στη­κα καὶ πῆ­γα στὸ σα­λό­νι.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ ἄλ­λη φο­ρὰ νὰ μα­ζεύ­εις τὶς τρί­χες ἀ­πὸ τὴν μπα­νι­έ­ρα, ὅ­ταν τε­λει­ώ­νεις», τὸν ἐ­πέ­πλη­ξα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἔ­κα­νε πὼς δὲν ἄ­κου­σε. «Καὶ ἐ­πί­σης θέ­λω νὰ δῶ τὰ email μου…»

       «Δὲν μπο­ρεῖς. Ἄλ­λα­ξα τοὺς κω­δι­κούς. Στὸ ἑ­ξῆς θὰ τὰ βλέ­πω μό­νο ἐ­γώ.»

       Ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νὰ τοῦ πε­τά­ξω τὸ βά­ζο μὲ τὰ μπαμ­ποὺ ποὺ ἦ­ταν στὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα. Ἦ­ταν ἡ Στέλ­λα.

       «Κα­λη­σπέ­ρα. Τί κά­νουν τὰ ἀ­γό­ρια; Πῶς ἦ­ταν ἡ μέ­ρα σας;», καὶ ἄ­να­ψε τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα», ἀ­πάν­τη­σα, καὶ ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο.

       Ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα ἡ Στέλ­λα ἦ­ταν φι­λι­κὴ μα­ζί του, σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε χρό­νια. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­πο­μο­νω­θεῖ στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό μου ἦ­ταν στὸ σα­λό­νι. Βλέ­πα­νε κά­ποι­α ται­νί­α πί­νον­τας μπί­ρες καὶ τσιμ­πο­λο­γών­τας πα­τα­τά­κια.

       «Μω­ρό μου, δὲ θὲς νὰ δεῖς τὴν ται­νί­α; Πε­ρι­πέ­τεια εἶ­ναι, θὰ σ’ ἀ­ρέ­σει… Ἔ­λα, κά­τσε μα­ζί μας, ἔ­στω γιὰ τὴν πα­ρέ­α…»

       Τοὺς κα­λη­νύ­χτι­σα, βούρ­τσι­σα τὰ δόν­τια καὶ ξά­πλω­σα στὸ κρε­βά­τι. Ἤ­μουν τό­σο­  ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος ποὺ ἄρ­γη­σα νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θῶ. Στρι­φο­γύ­ρι­ζα στὸ κρε­βά­τι πολ­λὴ ὥ­ρα.

       Ξύ­πνη­σα λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ κά­τι φω­νές. Πη­δοῦ­σε τὴ γυ­ναί­κα μου, ὁ ἀ­λή­της, καὶ μά­λι­στα ἀ­κρι­βῶς δί­πλα μου! Γύ­ρι­σα πλευ­ρὸ νὰ μὴν τοὺς βλέ­πω. Λέ­γα­νε καὶ βρο­μό­λο­γα ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο! Σκέ­τη ἀ­η­δί­α! Ἡ Στέλ­λα πρώ­τη φο­ρὰ φώ­να­ζε τό­σο δυ­να­τά! Μοῦ πή­ρα­νε τ’ αὐ­τιά, ὅ­ταν τε­λει­ώ­σα­νε…

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ση­κώ­θη­κα. Πῆ­γα στὴν κου­ζί­να νὰ πι­ῶ νε­ρό. Ἔ­κα­νε τρο­με­ρὴ ζέ­στη. Ἦ­ταν κι ὁ ἐ­κνευ­ρι­σμὸς μὲ ὅ­σα γι­νόν­του­σαν μέ­σα στὸ ἴ­διο μου τὸ σπί­τι ποὺ μὲ εἶ­χε ἀ­φυ­δα­τώ­σει. Τὰ «πι­τσου­νά­κια» κοι­μόν­του­σαν στὸ κρε­βά­τι μου ἀγ­κα­λι­α­σμέ­να. Ἔ­πρε­πε νὰ βά­λω ἕ­να τέ­λος. Δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Ἦ­ταν ἡ χει­ρό­τε­ρη μέ­ρα τῆς ζω­ῆς μου.

       Ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι μὲ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἅρ­πα­ξα τὸ πιὸ κο­φτε­ρὸ μα­χαί­ρι, αὐ­τὸ γιὰ τὰ κρέ­α­τα, καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ ξεμ­περ­δέ­ψω μὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α τὸ τα­χύ­τε­ρο. Ἡ Στέλ­λα εἶ­χε ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ κά­νει ἕ­να ντούς.

       «Μή! Τί πᾶς νὰ κά­νεις;» φώ­να­ξε.

       «Φύ­γε Στέλ­λα! Κρα­τά­ω μα­χαί­ρι…!», τὴν προ­ει­δο­ποί­η­σα καὶ ὅρ­μη­σα κα­τὰ πά­νω του. Κοι­μό­ταν σὲ «ἐμ­βρυα­κὴ θέ­ση». Τοῦ τὸ κάρ­φω­σα στὸ πλευ­ρό. Ἡ Στέλ­λα ἄρ­χι­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει. Με­τὰ λι­πο­θύ­μη­σε.

       Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια, ὅ­λα ἦ­ταν θο­λὰ καὶ σκο­τει­νά. Μὲ εἶ­χαν κα­λω­δι­ω­μέ­νο στὴν ἐν­τα­τι­κὴ κά­ποι­ου νο­σο­κο­μεί­ου. Δυ­σκο­λευ­ό­μουν ν’ ἀ­να­πνεύ­σω. Ἡ Στέλ­λα κα­θό­ταν δί­πλα μου καὶ μοῦ ἔ­τρι­βε τὸ χέ­ρι.

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἄ­κου­σα γορ­γὰ βή­μα­τα νὰ μὲ πλη­σιά­ζουν.

       «Πῶς νι­ώ­θε­τε;», ρώ­τη­σε ἕ­νας για­τρὸς ὅ­λο ἀ­γω­νί­α στὸ αὐ­τί μου.

       «Για­τρέ… Για­τρέ… Πο­νά­ω στὰ πλευ­ρά… Σὰν κά­ποι­ος νὰ μὲ μα­χαί­ρω­σε…»

       Γύ­ρι­σα ἀρ­γὰ πρὸς τὴ Στέλ­λα. Ἔ­κλαι­γε.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔνιγουεϊ ἔ­χει γρά­ψει μί­α ἀνέκδοτη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο «Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα».


Μάρκος Χιρὰλτ Τορέντε (Marcos Giralt Torrente): Ἡ με­τα­κό­μι­ση

.

Torrente,MarcosGiralt-IMetakomisi-Eikona-01

.

Μάρ­κος Χι­ρὰλτ Το­ρέν­τε (Marcos Giralt Torrente)  

 .

με­τα­κό­μι­ση

(La Mudanza)

. 

14-Omikron-Olav_den_helliges_saga_-_initial_-_G__MuntheΤΑΝ ΞΥΠΝΗΣΕ στὸ και­νού­ριο του σπί­τι χα­μο­γέ­λα­σε εὐ­τυ­χι­σμέ­νος μό­νο γιὰ μιὰ στιγ­μὴ καὶ ὕ­στε­ρα ἔ­νοι­ω­σε τὸ ἴ­διο, γνω­στὸ πιά, αἴ­σθη­μα ἀ­σφυ­ξί­ας, λὲς καὶ δὲν εἶ­χε κοι­μη­θεῖ μό­νος ἀλ­λὰ μ’ ἕ­να πλῆ­θος. Τὸ ση­μεί­ω­μα βρι­σκό­ταν στὸ μπά­νιο, κολ­λη­μέ­νο μὲ σα­πού­νι στὸν κα­θρέ­φτη. Με­τα­κο­μί­σα­με μα­ζί σου, ἔ­λε­γε.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

. 

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

 

Μάρ­κος Χι­ρὰλτ Το­ρέν­τε (Marcos Giralt Torrente) (Μα­δρί­τη, 1968). Ξε­κί­νη­σε τὴ λο­γο­τε­χνι­κή του κα­ρι­έ­ρα μὲ τὸ βι­βλί­ο δι­η­γη­μά­των Entiéndame. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πί­σης, τῆς νου­βέ­λας Nada sucede solo κα­θὼς καὶ τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των París καὶ Los seres felices. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El País. Εἶ­ναι ἐγ­γο­νὸς τοῦ σπου­δαί­ου πε­ζο­γρά­φου Γκον­θά­λο Το­ρέν­τε Μπα­γε­στέρ. To «La mudanza» πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ Cue­ntos vagos, Βαρ­κε­λώ­νη, Cuadernos Alfabia, 2010.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Ἀρμάντο Κιντέρο (Armando Quintero): Τὸ κοριτσάκι τοῦ δάσους

.

Quintero,Armando-ToKoritsakiTouDasous-Eikona-01

.

Ἀρ­μάν­το Κιν­τέ­ρο (Armando Quintero)

 .

Τὸ κοριτσάκι τοῦ δάσους

(Muchachita del bosque)

 .

A-Alpha-SomataΚΟΥ —εἶ­πε ὁ Με­γά­λος Λύ­κος στὸ Μι­κρὸ Λύ­κο— καὶ δῶ­σε με­γά­λη προ­σο­χή. Ἂν ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μο­νο­πά­τι πε­ρά­σει μιὰ μι­κρὴ μ’ ἕ­να κα­λά­θι κι ἕ­να σκοῦ­φο σ’ αὐ­τὸ τὸ χρῶ­μα —τοῦ ἔ­δει­ξε κά­τι ἀ­γρι­ο­κέ­ρα­σα— μὴν τυ­χὸν καὶ τῆς μι­λή­σεις. Εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο πλά­σμα! Αὐ­τὸ τὸ κο­ρι­τσά­κι ἔ­χει με­γά­λη σχέ­ση μὲ τὸ θλι­βε­ρὸ τέ­λος τοῦ προ­προ­πάπ­που σου.»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἀρ­μάν­το Κιν­τέ­ρο (Armando Quintero) (Οὐ­ρου­γουά­η, 1944). Δι­α­μέ­νει στὴ Βε­νε­ζου­έ­λα ἀ­πὸ τὸ 1978. Εἶ­ναι ἀ­φη­γη­τὴς πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ συγ­γρα­φέ­ας. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­πα­ρα­μυ­θι­ῶν Un lugar en el bosque (Σε­βίλ­λη, Kalandraka, 2004) στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Mu­cha­chi­ta del bosque».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.Τὸ ἱστο­λό­γιό μας τοῦ ἔκα­νε ἀφιέ­ρω­μα, μὲ τὴν συ­νερ­γα­σί­α τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγγελῆ, καὶ τοῦ πῆρε σχετικὴ συ­νέ­ντευ­ξη. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐδῶ.

.

Ἀντρὲς Νέουμαν (Andrés Neuman): Μυθιστόρημα τρόμου

.

Neuman,Andrés-Mythistorima-Tromou-Eikona-022

.

Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν (Andrés Neuman)

.

Μυθιστόρημα τρόμου

(Novela de terror)

 .

Ξύ­πνη­σα φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν (Andrés Neuman) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες τῆς Ἀργεντινῆς, 1977). Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 ζεῖ στὴ Γρα­νά­δα τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα El viajero del siglo (2009). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ ἡ συλ­λο­γὴ χα­ϊ­κοὺ Μαῦ­ρες στα­γό­νες (μτφ. Νάν­τια Γι­αν­νού­λια, Δῶ­ρα Δη­μη­τρί­ου, Θε­ώ­νη Κάμ­πρα, Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο, τεῦ­χος 159-160). Τὸ «Novela de terror» πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ Alumbramiento, Μα­δρί­τη, Páginas de Espuma, 2009.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ  ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

 .

Λίνα Βαλετοπούλου: Ἀσπρόμαυρο ριγέ

.

CF86CE~1

.

Λίνα Βαλετοπούλου

.

Ἀσπρόμαυρο ριγέ

.

10-Taph-Chronica_Polonorum_T

ΟΥΣ ΒΡΗΚΑ ΣΤΟ ΠΙΣΩ ΔΩΜΑΤΙΟ μα­ζὶ μὲ τὴ μη­τέ­ρα. Ὁ πα­τέ­ρας φο­ροῦ­σε μιὰ μπλού­ζα μέ­χρι τὰ γό­να­τα, ἄ­σπρη μὲ μαῦ­ρες ρί­γες. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ἡ μη­τέ­ρα μου τῆς κάρ­φω­νε τὰ μα­νί­κια. Στὸ τρα­πέ­ζι πα­ρα­δί­πλα ἦ­ταν ριγ­μέ­νο καὶ τὸ παν­τε­λό­νι ἀ­π’ τὸ ἴ­διο ὕ­φα­σμα. Γύ­ρι­σαν ταυ­τό­χρο­να καὶ μὲ εἶ­δαν στὸ ἄ­νοιγ­μα τῆς πόρ­τας. «Ὁ μπαμ­πὰς ἑ­τοι­μά­ζε­ται. Ὅ­που νὰ ’­ναι θὰ μπεῖ στὴ φυ­λα­κή!» ἀ­να­κοί­νω­σε σο­βα­ρὴ ἡ μη­τέ­ρα.

       Ἔ­τσι μπό­ρε­σα νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­σα γί­νον­ταν ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ δι­ά­στη­μα. Ἡ μη­τέ­ρα μου μά­ζευ­ε ροῦ­χα, ἀλ­λα­ξι­ές, κάλ­τσες καὶ πα­πού­τσια, μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λὴ ποὺ τὴν ἔ­ρα­βε μό­νη της. Ὅ­πως δή­λω­σε ἀρ­γό­τε­ρα ἦ­ταν τὸ δῶ­ρο της στὸν πα­τέ­ρα μου ποὺ πῆ­ρε αὐ­τὴν τὴν τό­σο τι­μη­τι­κὴ ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Εἶ­χε βά­λει στό­χο νὰ εἶ­ναι ὁ πιὸ κα­λον­τυ­μέ­νος καὶ φρον­τι­σμέ­νος φυ­λα­κι­σμέ­νος ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν.

       Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὁ πα­τέ­ρας μου ζοῦ­σε μέ­σα στὴν ἀ­δη­μο­νί­α κά­νον­τας πα­ράλ­λη­λα τὶς ἀ­πα­ραί­τη­τες ἐ­νέρ­γει­ες. Ἄ­φη­σε ἀ­πλή­ρω­τη στὴν ἐ­φο­ρί­α ὀ­φει­λὴ 10.000 εὐ­ρὼ καὶ τὶς ἕ­ξι τε­λευ­ταῖ­ες δό­σεις τοῦ στε­γα­στι­κοῦ. Ἔ­κα­νε δη­λα­δὴ ὅ­τι μπο­ροῦ­σε γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σει τὶς ἀρ­χές, νὰ τὸν ἐν­το­πί­σουν καὶ νὰ τὸν συλ­λά­βουν. Καὶ δὲν ἐν­νο­ῶ βα­ριὰ ποι­νι­κὰ ἀ­δι­κή­μα­τα ἀλ­λὰ ἐ­νέρ­γει­ες ποὺ σὲ κά­θε κρά­τος εὐ­νο­μού­με­νο κι­νη­το­ποι­οῦν τὸ δι­κα­στι­κὸ μη­χα­νι­σμό.

       Ὁ λό­γος ποὺ πῆ­ρε αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­φα­ση ἦ­ταν ἕ­νας: κοι­νω­νι­κὴ κα­τα­ξί­ω­ση. Ἐ­κεῖ­νο τὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα στὶς φυ­λα­κὲς βρί­σκον­ταν ἄν­θρω­ποι τῆς πο­λι­τι­κῆς, τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, πρώ­ην ὑ­πουρ­γοί, οἱ σύμ­βου­λοί τους, δή­μαρ­χοι ἀλ­λὰ καὶ ἄ­το­μα ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῆς σό­ου μπὶζ καὶ τῆς μό­δας. Οἱ φυ­λα­κὲς εἶ­χαν γί­νει τό­πος κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης. Τὰ κε­λιὰ με­τα­τρά­πη­καν σὲ γρα­φεῖ­α καὶ σ’ αὐ­τὰ σύν­δε­σαν φὰξ κι ὑ­πο­λο­γι­στές. Μέ­χρι καὶ στα­θε­ρὴ γραμ­μὴ τη­λε­φώ­νου εἶ­χαν οἱ κρα­τού­με­νοι νὰ κά­νουν τὴ δου­λειά τους. Ἑ­πό­με­νο ἦ­ταν νὰ ἐ­πι­δι­ώ­κουν ὅ­λοι μιὰ θέ­ση καὶ πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὁ πα­τέ­ρας μου ποὺ ἦ­ταν πάν­τα μέ­σα στὰ πράγ­μα­τα.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι ποὺ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο, δι­α­πί­στω­σα ὅ­τι λεί­πει ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο ἡ μπὲζ καμ­παρ­ντί­να τοῦ πα­τέ­ρα. Πέ­τα­ξα πέ­ρα τὴν τσάν­τα κι ἔ­τρε­ξα στὸ πί­σω δω­μά­τιο. Ἔ­λει­πε καὶ ἡ ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λή. «Ἐ­πι­τέ­λους θὰ ἔ­χου­με ἕ­ναν ἄν­θρω­πο δι­κό μας σὲ ἀ­ξι­ό­λο­γη θέ­ση» τό­νι­σε ἡ μη­τέ­ρα καὶ τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­ψαν. Ὅ­σο κι ἂν ἔ­ψα­ξα στὰ κα­νά­λια δὲν μπό­ρε­σα ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψω στιγ­μι­ό­τυ­πα τῆς σύλ­λη­ψης. Ἀ­πο­γο­η­τεύ­θη­κα. Ἔ­φτια­χνα μό­νος μου εἰ­κό­νες μὲ τὸν πα­τέ­ρα σο­βα­ρὸ νὰ ὑ­πο­βα­στά­ζε­ται ἀ­πὸ τοὺς εἰ­δι­κοὺς φρου­ροὺς καὶ νὰ ἔ­χει μπρο­στὰ του κρε­μα­σμέ­νη τὴν μπὲζ καμ­παρ­ντί­να. Ἄν­θρω­ποι νὰ τρέ­χουν δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά, κα­νά­λια κι ἀν­τα­πο­κρί­σεις, μὲ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μα τὴν ἄ­νο­δό του στὸ γκρὶ μπλὲ ποῦλ­μαν τῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας καὶ τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του γιὰ τὸν τό­πο κρά­τη­σης.

       – Ἀ­λή­θεια, σὲ ποι­ὲς φυ­λα­κὲς εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς;

       – Δὲν ξέ­ρου­με ἀ­κό­μα. Ἐλ­πί­ζω στὶς κα­λύ­τε­ρες, στὶς φυ­λα­κὲς Κο­ρυ­δαλ­λοῦ! ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου.

       Οἱ ἑ­πό­με­νες μέ­ρες πέ­ρα­σαν ἀρ­γὰ καὶ κά­πως κα­τα­θλι­πτι­κά. Τὴν χα­ρὰ γιὰ τὴ σύλ­λη­ψη δι­α­δέ­χτη­καν ἡ ἀ­γω­νί­α κι ὁ προ­βλη­μα­τι­σμὸς γιὰ τὴν τύ­χη τοῦ πα­τέ­ρα. Δὲν εἴ­χα­με νέ­α του. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει ἤ­δη τα­κτο­ποι­η­θεῖ στὸ κε­λὶ μὲ τὰ τη­λέ­φω­να καὶ τὰ φὰξ καὶ νὰ ἔ­χει ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μα­ζί μας. Ὅ­σους κι ἂν ἐ­νό­χλη­σε ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ μά­θει ποὺ βρί­σκε­ται. Καὶ σὰν νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τό, κα­θη­με­ρι­νὰ χτυ­ποῦ­σαν τὴν πόρ­τα κύ­ριοι μὲ κου­στού­μια καὶ χαρ­το­φύ­λα­κες καὶ ζη­τοῦ­σαν νὰ πλη­ρω­θοῦν τὰ χρέ­η, ἀλ­λι­ῶς μᾶς ἀ­πει­λοῦ­σαν μ’ ἔ­ξω­ση ἀ­πὸ τὸ σπί­τι.

       Ὅ­σα κι ἂν συ­νέ­βαι­ναν δὲν ἔ­χα­να τὴν πί­στη μου στὶς ἱ­κα­νό­τη­τες τοῦ πα­τέ­ρα. Σί­γου­ρα ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει ἀ­πὸ ’­κει ποὺ βρι­σκό­ταν. Ἦ­ταν θέ­μα χρό­νου. Ἡ μη­τέ­ρα πά­λι στα­μά­τη­σε νὰ κά­νει ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὰ καὶ νὰ κερ­νά­ει κα­φὲ τὶς φί­λες της γιὰ τὸ χαρ­μό­συ­νο γε­γο­νός. Κά­θε μέ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε ἦ­ταν καὶ πιὸ σκε­πτι­κὴ ὥ­σπου ἕ­να με­ση­μέ­ρι τὴν βρῆ­κα νὰ πα­κε­τά­ρει τὰ πράγ­μα­τά μας καὶ νὰ στοι­βά­ζει τὶς βα­λί­τσες καὶ τὶς κοῦ­τες σ’ ἕ­να φορ­τη­γό. Τὴν ἀ­κο­λού­θη­σα ἀ­μί­λη­τος.

       Λί­γες μέ­ρες με­τὰ τὴν με­τα­κό­μι­ση στὸ νέ­ο μας μι­κρό, πο­λὺ μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, τὴν ἄ­κου­σα νὰ μι­λά­ει στὸ τη­λέ­φω­νο. Ἦ­ταν προ­σποι­η­τὰ χα­ρού­με­νη καὶ τὰ χεί­λη της σχη­μά­τι­ζαν μιὰ πα­γω­μέ­νη γραμ­μὴ ἐν εἴ­δῃ χα­μό­γε­λου. Ὁ πα­τέ­ρας τῆς ἀ­να­κοί­νω­νε τὰ νέ­α. Ἔ­φευ­γε γιὰ τὶς ἀ­γρο­τι­κὲς φυ­λα­κὲς κά­που στὴ Θεσ­σα­λί­α. Ὁ Κο­ρυ­δαλ­λὸς ἦ­ταν γε­μά­τος, δὲν εἶ­χε οὔ­τε ράν­τζο πε­ρισ­σευ­ού­με­νο. Τέ­λος, τῆς εἶ­πε, νὰ μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ γιὰ ἐ­κεῖ­νον καὶ νὰ τοῦ ἔ­χει ἐμ­πι­στο­σύ­νη ὅ­τι θὰ κά­νει τὸ κα­λύ­τε­ρο γιὰ τὸ παι­δί, δη­λα­δὴ ἐ­μέ­να.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ ἀ­συ­νή­θι­στη ἡ­συ­χί­α ἔ­πε­σε στὴν αἴ­θου­σα. Ὅ­λοι οἱ συμ­μα­θη­τές μου ἔ­ρι­χναν κλε­φτὲς μα­τι­ές. Τὸ ἴ­διο καὶ ἡ δα­σκά­λα Δὲν ἔ­δω­σα ση­μα­σί­α, ἀ­γου­ρο­ξυ­πνη­μέ­νος κα­θὼς ἤ­μουν, κι ἄ­νοι­ξα τὰ τε­τρά­δια καὶ τὰ βι­βλί­α δι­ά­πλα­τα πά­νω στὸ θρα­νί­ο. Ἡ πόρ­τα χτύ­πη­σε. Μὲ κά­λε­σαν στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ. Ἔ­πρε­πε νὰ μα­ζέ­ψω τὰ πράγ­μα­τά μου καὶ νὰ φύ­γω γιὰ τὸ σπί­τι. Ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν ζοῦ­σε πιά. Ἀ­να­κο­πή. Μα­ζὶ μὲ τὴ σω­ρό μᾶς ἔ­φε­ραν καὶ τὴν ἀ­σπρό­μαυ­ρη ρι­γὲ στο­λὴ καὶ τὴν βά­λα­με κα­λο­δι­πλω­μέ­νη στὰ πό­δια του.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Λίνα Βαλετοπούλου (Βόλος, 1968). Ζεῖ στὴ Λάρισα. Σπούδασε κλασικὴ φιλολογία καὶ εἶναι διπλωματοῦχος πιάνου. Ἐργάστηκε πάνω ἀπὸ εἰκοσαετία στὴν ἐκπαίδευση ὡς μουσικός. Τώρα φοιτᾶ στὸ Μεταπτυχιακὸ Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας στὴ Φλώρινα. Δημοσίευσε δέκα διηγήματά της στὴ συλλογικὴ ἔκδοση «Ὁδὸς Δημιουργικῆς Γραφῆς 2» (ἔκδ.Ὀσελότος, Ἀθήνα 2013).

Πίνακας: Φλώρα Καραβία

 

Διονύσης Μαρίνος: Ἡ βιβλιοθήκη τῆς Χοσεφίνας

.

Marinos,Dionysis-IBibliothikiTisChosefinas-Eikona-02

.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος

.

Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Χο­σε­φί­νας

 .

03-EpsilonΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ, λί­γο πο­λὺ ἀ­πὸ εὔ­θραυ­στο ὑ­λι­κὸ φτι­αγ­μέ­νος, ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του καὶ βρί­σκε­ται σὲ ἕ­να χω­ρά­φι σπαρ­μέ­νο μὲ τα­ξι­αν­θί­ες ρει­κι­ῶν σὲ σχῆ­μα κλει­στῆς πα­λά­μης. Φαν­τά­ζει πὼς φταί­ει τὸ ξη­ρο­θερ­μι­κὸ κα­λο­καί­ρι τῆς πό­λης ποὺ με­τα­τρέ­πει στα­δια­κὰ τοὺς δρό­μους σὲ φρυ­γα­νώ­δεις θά­μνους.

       Νὰ μιὰ χει­ρο­πια­στὴ ἐ­ξή­γη­ση γιὰ πά­σα νό­σο.

       Στὸ ἑ­πό­με­νο στε­νὸ συ­ναν­τά­ει τὸν πα­λιό του φί­λο, Χου­ὰν Ροῦλ­φο.

      «Τί κά­νεις, Χου­άν;»

      «Πάν­τα τὰ ἴ­δια, κα­λέ μου φί­λε. Πάν­τα τὰ ἴ­δια.»

      Ἀ­να­ση­κώ­νουν τὰ κα­πέ­λα τους, γέρ­νον­τας ἐ­λα­φρὰ τὰ κε­φά­λια τους πρὸς τὰ μπρο­στά, ἀλ­λὰ ὁ ἄν­τρας μ’ ἕ­ναν σβέλ­το ἐ­λιγ­μὸ ἔ­χει βρε­θεῖ ἤ­δη στὴν γα­λα­ρί­α ἑνὸς λε­ω­φο­ρεί­ου, ἀ­φή­νον­τας τὸν συ­νο­μι­λη­τὴ του πνιγ­μέ­νο σὲ μιὰ στή­λη ἅ­λα­τος.

      Μα­θαί­νει πὼς τὸ τέρ­μα τῆς γραμ­μῆς εἶ­ναι τὸ λι­μά­νι καὶ τό­τε ἀ­πο­φα­σί­ζει πὼς εἶ­ναι ἰ­δα­νι­κὸς ὁ και­ρὸς γιὰ ἕ­να τα­ξι­δά­κι στὰ νη­σιά. Μπαί­νει στὸ πρῶ­το πλοί­ο ποὺ βρί­σκει ἀ­ραγ­μέ­νο μπρο­στά του, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μὴν πλη­ρώ­σει εἰ­σι­τή­ριο, ἀλ­λὰ νὰ προ­σποι­η­θεῖ τὸν λα­θρε­πι­βά­τη ποὺ τὸν πιά­νει ὁ κα­πε­τά­νιος τοῦ πλοί­ου, ὀ­νό­μα­τι Τό­μας Ἐ­λό­ι Μαρ­τί­νες καὶ τὸν κλεί­νει στὸ μη­χα­νο­στά­σιο.

      Τὴν δέ­κα­τη ἡ­μέ­ρα καὶ ἀ­φοῦ ἔ­χουν πε­ρά­σει μιὰ μα­νι­α­σμέ­νη θα­λασ­σο­τα­ρα­χὴ στὴ θά­λασ­σα τῶν Σαρ­γασ­σῶν, ἡ ἰ­δι­ό­τυ­πη φυ­λα­κὴ του χά­νει κά­θε ἐ­πα­φὴ μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο μέ­ταλ­λο τοῦ κα­ρα­βιοῦ, ἀ­πο­κολ­λᾶ­ται δί­χως τριγ­μοὺς καὶ πα­ρα­δέρ­νε­ται μό­νη καὶ ἔ­ρη­μη στὴ μέ­ση τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ. Ὁ ἄν­τρας συ­νη­θί­ζει τὸ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό, ἔ­χει πά­ψει νὰ τοῦ γδέρ­νει τὸν οὐ­ρα­νί­σκο, τρώ­ει ὠ­μὰ ψά­ρια καὶ τὶς ὦ­ρες τῆς σχό­λης δι­α­βά­ζει τὴ δι­α­θή­κη κά­ποι­ου κυ­ρί­ου Ἀ­δόλ­φο Μπι­ό­υ Κα­σά­ρες, ποὺ βρῆ­κε κλει­σμέ­νη σὲ ἕ­να μπου­κά­λι.

     Ὤ, τί ὄ­μορ­φη γεύ­ση ποὺ ἔ­χει ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α, σκέ­φτε­ται ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν κα­λο­βλέ­πει καὶ τὸ δέρ­μα του ἔ­χει γί­νει σκλη­ρὸ σὰν τὰ στρεί­δια τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ. Ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τῆς ἀ­γαλ­λί­α­σης ἡ ξαν­θο­μάλ­λα φοι­τή­τρια φι­λο­λο­γί­ας, Χο­σε­φί­να Φράν­κο, ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ φτιά­ξει ξα­νὰ τὰ ρά­φια τῆς βι­βλι­ο­θή­κης της. Πάρ­τον κά­τω τὸν Κορ­τά­σαρ, δῶ­σε μιὰ στὸν Φου­έν­τες, λί­γο πιό ΄κεῖ κύ­ρι­ε Λι­ό­σα. Κι ἐ­σεῖς ἀ­ξι­ό­τι­με κύ­ρι­ε Χ.Λ. Μπόρ­χες, στα­μα­τῆ­στε ἐ­πι­τέ­λους νὰ πί­νε­τε θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό, νὰ τρῶ­τε ὠ­μὰ ψά­ρια καὶ νὰ δι­α­βά­ζε­τε τὴν δι­α­θή­κη τοῦ Κα­σά­ρες.

       Τί θὰ πεῖ ἡ μη­τέ­ρα της, ποὺ ἀ­πὸ ὥ­ρα σὲ ὥ­ρα ἀ­να­μέ­νε­ται νὰ φτά­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα καὶ νὰ ἐ­πι­θε­ω­ρή­σει τὴ νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νη τῆς μο­νά­κρι­βης κό­ρης της;

      Ἡ Χο­σε­φί­να, σκυμ­μέ­νη ἀ­πὸ πά­νω τους καὶ μὲ τοὺς κόμ­πους τοῦ ἱ­δρώ­τα νὰ γυ­α­λί­ζουν τὰ μά­γου­λά της, τοὺς κοι­τά­ζει πα­ρα­κλη­τι­κά.

       Λί­γη τά­ξη, κύ­ριοι, λί­γη τά­ξη δὲν ἔ­βλα­ψε κα­νέ­ναν. Μὴν πα­ρα­πο­νι­έ­στε λοι­πόν.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀθήνα, 1971). Ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος καὶ ἔχει ἐκδώσει δύο μυθιστορήματα: Χαμένα κορμιά (ἐκδ. Τετράγωνο) καὶ Τελευ­ταί­α πόλη (ἐκδ. Γαβριηλίδης).

 .

Γιάννης Νικολούδης: Δὲν ξέρω

.

Nikoloudis,Giannis-DenKsero-Eikona-03b

.

Γιά­ννης Νι­κο­λού­δης

 

Δὲν ξέ­ρω

 

02-PiΕΡΥΣΙ ἔ­φτα­σα ἐ­δῶ. Τὸ λέ­ω συ­χνὰ στὸν ἑ­αυ­τό μου γιὰ νὰ τὸ θυ­μᾶ­μαι. Για­τί εὔ­κο­λα ξε­χνᾶς ἐ­δῶ. Ξε­χνᾶς τί θὲς νὰ κά­νεις. Ξε­χνᾶς ἂν ἔ­χεις κά­τι νὰ κά­νεις. Ξε­χνᾶς ὅ­τι ξε­χνᾶς.

       Μιὰ πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νη ἔ­κτα­ση μὲ πευ­κό­δεν­τρα καὶ εὐ­κα­λύ­πτους ἁ­πλώ­νε­ται πά­νω ἀ­π’ τὸ πα­λιὸ γερ­μα­νι­κὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο στὴν ἀ­να­το­λι­κὴ πα­ρυ­φὴ τῆς κω­μό­πο­λης. Τὸ ἔ­φτια­ξαν λέ­ει οἱ να­ζῆ­δες με­τὰ τὴ μά­χη τῆς Κρή­της. Σκο­ποὶ κοι­μοῦν­ται στὰ καί­ρια ση­μεῖ­α του, σὲ ἀ­πο­θῆ­κες ὁ­πλι­σμοῦ, σὲ νη­σί­δες πρα­τη­ρί­ων καυ­σί­μων. Τὶς αἴ­θρι­ες μέ­ρες ἀ­πο­γει­ώ­νον­ται καὶ προ­σγει­ώ­νον­ται μα­χη­τι­κά. Σκιρ­τά­ει ἡ ρα­θυ­μί­α τοῦ τό­που. Μπε­κρῆ­δες βγαί­νουν ἀ­π’ τὰ κα­φε­νεῖ­α καὶ ἀ­τε­νί­ζουν τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να στὸ φόν­το ἑ­νὸς ἄ­χρω­μου οὐ­ρα­νοῦ.

      «Θὰ πέ­σουν λο­κατ­ζῆ­δες, πέ­ρα στὴ Κα­λύ­βα τοῦ λα­οῦ», λέ­ει.

      «Ἄ­σκη­ση;»

      «Ναί. Κά­θε χρό­νο αὐ­τὸ γί­νε­ται.»

      «Μὲ ἔ­στει­λε νὰ μοῦ δώ­σε­τε τὸ τι­μο­λό­γιο.»

      «Ποι­ό τι­μο­λό­γιο;»

      Πα­ρα­πα­τά­ει. Κορ­δό­νια σά­λιου μου­σκεύ­ουν τὸ που­λό­βερ του. Ἕ­να μά­τσο λο­γα­ρια­σμοὶ αἰ­ω­ροῦν­ται σὰν φρε­νι­α­σμέ­να λε­πι­δό­πτε­ρα στὸν ἀ­έ­ρα ποὺ ση­κώ­νει ἕ­να ἀ­ε­ρό­θερ­μο. «Ποι­ό τι­μο­λό­γιο;», ξα­να­λέ­ει.

      «Θὰ ξα­να­πε­ρά­σω», τοῦ κά­νω.

      Μιὰ γά­τα ἁ­πλώ­νε­ται σὰν χαλ­κο­μα­νί­α στὴν ἐ­παρ­χι­ώ­τι­κη ἄ­σφαλ­το. Κά­ποι­ος ἔ­χει πα­ρα­γε­μί­σει τὸ ἀ­νοι­χτό της στό­μα μὲ ἕ­να μι­κρὸ ντο­μα­τά­κι. Τὰ σω­θι­κά της ξε­πλέ­νον­ται ἀ­πὸ μιὰ ἥ­συ­χη βρο­χή. Ὅ­ταν ζοῦ­σε τὴν ἔ­λε­γα Ζα­χα­ρέ­νια. Νι­α­ού­ρι­ζε σὰν κα­το­λί­σθη­ση ζά­χα­ρης. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­τε τὴν πά­τη­σαν.

      «Στὸ ἔ­δω­σε;», μοῦ λέ­ει ὅ­ταν μπῶ μέ­σα.

      «Ἔ, ὄ­χι.»

      «Για­τί;»

      «Δὲν ξέ­ρω.»

      «Τί ἦ­ταν νὰ σοῦ δώ­σει;»

      «Δὲν θυ­μᾶ­μαι.»

      «Καὶ για­τί δὲν σοῦ τὸ ἔ­δω­σε;»

      «Ἔ…»

      Βλα­στη­μά­ει. Κο­πα­νά­ει τὰ χέ­ρια του στὸ γρα­φεῖ­ο. «Νὰ πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος μιὰ δου­λειὰ δὲν εἶ­σαι ἱ­κα­νὸς νὰ κά­νεις.» Βρί­ζει θε­οὺς καὶ δαί­μο­νες. Πί­νει κα­φὲ καὶ ξα­να­βρί­ζει. Καὶ ἔ­πει­τα: «Τί ἦ­ταν νὰ σοῦ δώ­σει;»

      «Νὰ τὸν πά­ρω τη­λέ­φω­νο νὰ τὸν ρω­τή­σω;»

      «Ναί, πά­ρε τον».

      Δὲν θυ­μᾶ­μαι τὸ νού­με­ρό του. Καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό μας εἶ­ναι κομ­μέ­νο. Τοῦ τὸ λέ­ω.

      «Δὲν πει­ρά­ζει», λέ­ει.

      Τὸ μού­χρω­μα σκο­τει­νιά­ζει τὴν πε­ρι­ο­χὴ καὶ ἡ ἐ­πι­χεί­ρη­ση γί­νε­ται μιὰ κουμ­πό­τρυ­πα κά­τω ἀ­π’ τὸ κόκ­κι­νο.

      «Ἀ­φεν­τι­κό, θὰ τὰ ποῦ­με αὔ­ριο», τοῦ λέ­ω.

      «Γειά σου.»

      Μᾶλ­λον ἀ­πό­ψε θὰ ση­κω­θῶ καὶ θὰ φύ­γω. Ἅ­παξ καὶ θυ­μη­θῶ ἀ­πὸ ποῦ ἦρ­θα, θὰ εἶ­ναι τὸ πρῶ­το πρά­μα ποὺ θὰ κά­νω.

 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γιά­ννης Νι­κο­λού­δης (Κρή­τη, 1989). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Φωτογραφία: Κωστῆς Μπακόπουλος (βλ. καὶ http://bakopoulos.com/)

 

Γιάννης Παπαγιάννης: Ὁ Ἄχρονος ἄνθρωπος

 

 

Papagiannis,Giannis-OAchronosAnthropos-Eikona-02

 

Γιά­ννης Πα­πα­γιά­ννης

 

Ὁ ἄχρονος ἄνθρωπος

 

03-Omikron GEORG KANTOR, πα­τέ­ρας τῆς θε­ω­ρί­ας τῶν συ­νό­λων, ἦ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος (λέ­νε) ποὺ ἀ­να­κά­λυ­ψε τὸ μο­να­δι­κὸ το­μέ­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δρα­στη­ρι­ό­τη­τας ὅ­που ὁ χρό­νος δὲν ὑ­πάρ­χει. Πα­ρα­τή­ρη­σε, λοι­πόν, αὐ­τὸς ὁ μέ­γας μα­θη­μα­τι­κὸς ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­θέ­λη­τα κα­τέ­λη­ξε ἔγ­κλει­στος σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή, ὅ­τι στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ ὅ,τι εἶ­ναι ἀ­λη­θές, δὲν εἶ­ναι ἀ­λη­θὲς παν­τοῦ, ἐ­νῶ, ἀν­τί­θε­τα, ὅ,τι εἶ­ναι ἀ­λη­θές, εἶ­ναι πάν­τα ἀ­λη­θές, ἑ­πο­μέ­νως, στὰ μα­θη­μα­τι­κὰ δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος. Καί, ὁρ­μώ­με­νος ἀ­πὸ τὴν ἀ­λή­θεια του αὐ­τήν, σκέ­φτη­κε, μή­πως, ἐ­φ’ ὅ­σον ὑ­πάρ­χει ἔ­στω ἕ­νας το­μέ­ας δρα­στη­ρι­ό­τη­τας ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος, ὁ χρό­νος δὲν ὑ­πάρ­χει καὶ σὲ ἄλ­λες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες, ἀλ­λὰ εἶ­ναι, ἁ­πλῶς, μιὰ ψευ­δαί­σθη­ση καί, μή­πως, ἐ­ὰν πι­στέ­ψει ὅ­τι ὁ και­ρὸς δὲν περ­νά­ει, στα­μα­τή­σει πράγ­μα­τι ὁ χρό­νος καὶ αὐ­τός, ὁ G­e­o­rg K­a­n­t­or, γί­νει ὁ πρῶ­τος ἄν­θρω­πος ποὺ θὰ κερ­δί­σει μιὰ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­θα­να­σί­α.

 

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Γιά­ννης Πα­πα­γιά­ννης (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν κι ἔ­κα­νε m­a­s­t­er στὴν Πλη­ρο­φο­ρι­κή. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Πέν­τε ­ρες (μυ­θι­στό­ρη­μα, 1989), τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο ­σθέ­νεια τῆς πε­τα­λού­δας (ἐκδ. Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).

 

Εἰ­κό­να: Γε­λοι­ο­γρα­φί­α ποὺ συ­νό­δευ­ε τὸ ἄρ­θρο τοῦ Pierre Thuillier, «Dieu, Cantor et l’Infini» (περ. La Recherche, December, 1977), τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­πι­α­νό­ταν μὲ τὸν C­a­n­t­or, τὶς θρη­σκευ­τι­κές του πε­ποι­θή­σεις, τὴν ψυ­χα­σθέ­νειά του καὶ τὴν θε­ω­ρί­α του τῶν ὑ­πε­ρα­ριθ­μή­σι­μων συ­νό­λων.

 

Στέφανος Σταμάτης: Διάλεξη

 

 

 

Στέ­φα­νος Στα­μά­της

 

Δι­ά­λε­ξη

 

ΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΙ, θὰ σᾶς μι­λή­σω ἀ­πό­ψε γιὰ τὸ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Πα­ρα­ξε­νευ­τή­κα­τε, ἕν’ ἄ­γνω­στο ὄ­νο­μα ἔ­ρι­ξ’ ἀ­νά­με­σά σας καὶ γιὰ λί­γο αὐ­τὸ τὸ ξάφ­νια­σμά σας θά ‘­ναι ἡ νί­κη μου. Καὶ κά­τι ἀ­κό­μα: ὅ­λοι θ’ ἀ­να­κα­τέ­ψε­τε τὴ θύ­μη­σή σας, μή­πως τὸ βρεῖ­τε κά­που θαμ­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ χρό­νια, λη­σμο­νη­μέ­νο. Καὶ κα­θέ­νας ἀ­νά­λο­γα μὲ τὶς ἰ­δι­αί­τε­ρες ἀ­σχο­λί­ες του, καὶ μὲ τὸν «πνευ­μα­τι­κόν του ὁ­ρί­ζον­τα» ποὺ λέ­νε, ἄλ­λος μὲ τὴν πυ­ρη­νι­κὴ φυ­σι­κή, ἄλ­λος μὲ τὴν οἰ­κο­νο­μο­λο­γί­α, ἄλ­λοι μὲ τὴ χη­μεί­α, τὶς τέ­χνες ἢ τὸ ἐμ­πό­ριο, θ’ ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται μή­πως συ­νάν­τη­σαν κά­που αὐ­τὸ τὸ βα­ρύ­η­χο ὄ­νο­μα. Ὅ­σο θὰ κρα­τά­ει τὸ ψά­ξι­μο, τὸ ξέ­ρω, ἐ­γὼ ποὺ βρί­σκου­μαι ψη­λό­τε­ρ’ ἀ­πὸ σᾶς, σὲ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο ἀ­πὸ σᾶς, θά ‘­μαι ὁ πρῶ­τος, ὁ ἄρ­χον­τας τῆς πο­ρεί­ας, θὰ τρα­βά­ω τὶς σκέ­ψεις καὶ τὰ μά­τια σας. Μὰ τὸ ψά­ξι­μο δὲ γί­νε­ται νὰ κρα­τή­σει πο­λύ. Γρή­γο­ρα θὰ ἐ­ξαν­τλη­θοῦν οἱ ἐλ­πί­δες σας νὰ βρεῖ­τε, ἂν συ­ναν­τή­σα­τε πο­τὲ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Αὐ­τὸ ὅ­μως, μὴν ἀ­νη­συ­χεῖ­τε, δὲ ση­μαί­νει πὼς μπο­ρῶ νὰ σᾶς κα­τη­γο­ρή­σω γιὰ ἔλ­λει­ψη γνώ­σε­ων, ἂς ποῦ­με γιὰ κα­κὴ «ἐγ­κυ­κλο­παι­δι­κὴ κα­τάρ­τι­ση». Για­τί, τὸ ξέ­ρω, εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ τὸν συ­ναν­τή­σα­τε. Δὲν ἦ­ταν μή­τε πυ­ρη­νι­κὸς φυ­σι­κός, μή­τε οἰ­κο­νο­μο­λό­γος, μή­τε «δι­ε­κρί­θη» στὸ ἐμ­πό­ριο ἢ στὶς τέ­χνες. Ἦ­ταν βέ­βαι­α κά­τι, ὅ­λοι μας κά­τι εἴ­μα­στε, δὲ μπο­ροῦ­σε ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ νὰ ἦ­ταν.­.. τί­πο­τα. Ὄ­χι κά­τι τὸ ξε­χω­ρι­στό, ὅ­λοι μας θὰ ἔ­χου­με ζή­σει πλά­ι σε πρό­σω­πα σὰν κι αὐ­τόν. Μ’ αὐ­τὰ ποὺ σᾶς εἶ­πα, σᾶς φα­νέ­ρω­σα, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, κά­τι, ὅ­μως τὸ σπου­δαι­ό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ,τι ξέ­ρω ἐ­γὼ γιὰ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, τὸ κρα­τά­ω ἀ­κό­μα κρυ­φό. Γιὰ τὴν ὥ­ρα τὸ πο­λὺ πο­λὺ νὰ σᾶς φα­νέ­ρω­σα, τί δὲν ἦ­ταν. Ἀ­πο­μέ­νει νὰ μά­θε­τε ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἦ­ταν. Αὐ­τὸ ὅ­μως μπο­ρεῖ καὶ νὰ μὴ σᾶς τὸ πῶ. Ὅ­σο γιὰ νά ‘­τυ­χε νὰ τὸν ξέ­ρε­τε, νὰ τὸν ἔ­χε­τε κά­που στὴ θύ­μη­σή σας, πο­λὺ δύ­σκο­λο, τὸ λέ­ω πά­λι. Θὰ πρέ­πει, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ν’ ἀ­νοί­ξα­τε ἕ­να κα­λο­και­ρι­ά­τι­κο με­ση­μέ­ρι, στὰ χρό­νια τῆς πρώ­της νι­ό­της σας, ἕ­να χον­τρὸ βι­βλί­ο ζη­τών­τας κά­τι σ’ αὐ­τό.­.. Τί; Ἐ­κεῖ­να τὰ πολ­λὰ καὶ θο­λὰ ποὺ γυ­ρί­ζουν μέ­σα μας, τὸν και­ρὸ ποὺ σπαρ­τα­ρά­ει ἀ­πὸ τὴ βι­α­σύ­νη της νὰ χορ­τά­σει τὸν κό­σμο ποὺ ἁ­πλώ­νε­ται γύ­ρω μας, ἡ ψυ­χή μας. Ἐ­κεῖ­να ποὺ πρό­στα­ζαν οἱ φω­νὲς τῆς νι­ό­της καὶ τοῦ κα­λο­και­ριοῦ. Τό­τε θὰ μεί­νει μέ­σα μας ὅ,τι βρε­θεῖ μπρο­στά μας, ἀ­κό­μα κι ἕ­νας κά­ποι­ος με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Βλέ­πω, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, κε­φά­λια ποὺ ἀ­στρά­φτουν ἀ­πὸ πε­ρι­ποί­η­ση, νὰ σκύ­βουν τὸ ἕ­να στ’ ἄλ­λο, βλέ­πω κρα­νί­α ὁ­λό­γυ­μνα σὰν κορ­μιὰ κο­λα­σμέ­νων νὰ χα­μη­λώ­νουν καὶ ν’ ἀ­να­ζη­τᾶ­νε στὸν ὦ­μο ἢ στὸ στῆ­θος ἕ­να στή­ριγ­μα γι’ ἀ­νά­παυ­ση.­.. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲν ἀλ­λά­ζω γνώ­μη, δὲ θὰ στα­μα­τή­σω. Θὰ πῶ ὅ,τι ἀ­πο­φά­σι­σα πρὶν πα­ρου­σια­στῶ μπρο­στά σας, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὅ,τι κρί­νω ἄ­ξιο νὰ μνη­μο­νέ­ψω σὲ σᾶς ἀ­πὸ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Μπο­ρεῖ πιὰ λί­γοι ἀ­πὸ σᾶς, μπο­ρεῖ καὶ κα­νέ­νας νὰ μὴ γυ­ρί­ζει σὲ μέ­να. Για­τί, τὸ ξέ­ρω αὐ­τὸ κα­λά, ἔ­τσι γί­νε­ται κι ἄλ­λες φο­ρὲς ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν ὁ λό­γος δὲν εἶ­ναι μο­νά­χα γιὰ κά­ποι­ον με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Ὅ­μως ὅ­ποι­ος ἀ­νε­βαί­νει στὸ ψη­λό­τε­ρο καὶ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο, ἔ­χει μέ­σα του μιὰ μι­κρὴ φλό­γα κι αὐ­τὴ προ­σπα­θεῖ νὰ σκορ­πί­σει κά­τω, στὴ μι­σο­σκό­τει­νη σά­λα. Νὰ τὴν κά­νει ν’ ἀγ­γί­ξει πολ­λοὺς ἢ λί­γους ἢ ἀ­κό­μα κι ἕ­ναν μο­νά­χα. Ἂν βέ­βαι­α βρί­σκε­ται ἀ­νά­με­σα σ’ ἐ­κεί­νους ποὺ τὸν ἀ­κοῦ­νε κι αὐ­τὸς ὁ ἕ­νας.­.. Καὶ γι’ αὐ­τὸν τὸν ἕ­ναν, ἂν ὑ­πάρ­χει, ἔ­χω ὑ­πο­χρέ­ω­ση νὰ ξε­χά­σω τὰ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να κε­φά­λια, ποὺ σα­λεύ­ουν, τὰ κόκ­κι­να χεί­λια ποὺ ἀ­να­ζη­τᾶ­νε τὸ δι­πλα­νὸ αὐ­τὶ γιὰ νὰ ξε­φύ­γουν, τὰ γυ­μνὰ κρα­νί­α ποὺ ἔ­γει­ραν κι ἀ­να­παύ­ουν­ται λα­φριὰ κι εὐ­τυ­χι­σμέ­να. Πρέ­πει, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, νὰ τὰ ξε­χά­σω ὅ­λ’ αὐ­τὰ καὶ μὲ τὴν κα­λύ­τε­ρη φω­νή μου, τὶς κομ­ψό­τε­ρες χει­ρο­νο­μί­ες μου, νὰ φέρ­νω συ­νέ­χεια σὲ τού­τη τὴ σά­λα κά­τι ἀ­πὸ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ.­.. Μὰ εἶ­ναι πιὰ ὥ­ρα νὰ μι­λή­σω ἀ­λη­θι­νὰ γι’ αὐ­τόν. Κι ἀρ­χί­ζον­τας σᾶς λέ­ω πὼς ἦ­ταν ἀ­πὸ κεί­νους ποὺ πρό­σε­ξαν πο­λὺ τὸν ἑ­αυ­τό τους, τὸν κοί­τα­ξε μέ­σα σὲ κα­θρέ­φτη-φα­κό, σὲ φα­κὸ ποὺ με­γα­λώ­νει καὶ τὴ ζω­ὴ γύ­ρω του σ’ ἄλ­λον κα­θρέ­φτη-φα­κό, ἀ­πὸ κεί­νους ποὺ μι­κραί­νουν ὅ,τι στέ­κε­ται ἀν­τί­κρυ τους. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νέ­νας νὰ πεῖ, ὅ­λοι μας τὸ κά­νου­με, ἂς μὴν κρυ­βό­μα­στε. Λο­γα­ρι­ά­ζου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο τ’ ἄγ­γιγ­μα μιᾶς καρ­φί­τσας στὸ κορ­μί μας, ἀ­πὸ μιὰ λε­πί­δα ποὺ μπαί­νει βα­θιὰ στὴ σάρ­κα τοῦ δι­πλα­νοῦ. Ὅ­μως μὴ βι­α­στεῖ­τε, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, νὰ πεῖ­τε πὼς ἔ­τσι ἔ­νι­ω­θε κι ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ. Δὲ λο­γά­ρια­σε, αὐ­τὸς ποὺ κρά­τη­σε σπα­θιὰ στὰ χέ­ρια του, τὶς λε­πί­δες, δὲν κρύ­φτη­κε ἀ­πὸ φό­βο μὴ σκί­σει κα­μιὰ τὸ κορ­μί του. Ναί, ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ κρά­τη­σε ἄ­φο­βος τὸ σπα­θί, πρό­στα­ξε κα­νό­νια νὰ βρον­τή­σουν κι ἄ­γριους πο­λε­μι­στὲς νὰ χι­μή­ξουν γιὰ σφα­γὴ καὶ χα­λα­σμό.­.. Μὴ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ­τε, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μὴ φω­νά­ξε­τε. Μὴν πεῖ­τε πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χε λό­γος νὰ τρα­βή­ξω ἀ­πὸ τὰ «ψι­λὰ» τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς μυ­ριά­δες πα­λιοὺς πο­λε­μι­στὲς θέ­λον­τας ἴ­σως νὰ σᾶς δι­η­γη­θῶ κά­ποι­α ρο­μαν­τι­κὴ πε­ρι­πέ­τειά του ἢ κά­ποι­ο πο­λε­μι­κό του κα­τόρ­θω­μα. Δὲ θά ‘­κα­να πο­τὲ τέ­τοι­ο πρά­μα, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μπρο­στὰ σὲ τό­σο φω­τι­σμέ­νο ἀ­κρο­α­τή­ριο, ὅ­σο κι ἂν τὰ φῶ­τα τῆς σά­λας εἶ­ναι ὅ­λα σβη­στά.­.. Δὲν ἀ­νέ­βη­κα ἐ­δῶ γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Θὰ σᾶς πῶ τὸ σκο­πό μου τε­λει­ώ­νον­τας. Μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ μὴν τὰ κα­τα­φέ­ρω, μπο­ρεῖ νὰ μὴν τὸν ξε­κα­θα­ρί­σω ὁ­λό­τε­λα, ὄ­χι γιὰ νὰ μὴ μά­θε­τε κι ἐ­σεῖς, ὄ­χι γιὰ νὰ σᾶς παι­δέ­ψω, μο­νά­χα ἀ­πὸ ἀ­δυ­να­μί­α μου. Αὐ­τό, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, σᾶς πα­ρα­κα­λῶ ἀ­πὸ τώ­ρα νὰ μοῦ τὸ συγ­χω­ρή­σε­τε. Εἶ­πα λοι­πὸν πὼς ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ κοί­τα­ξε πο­λὺ τὸν ἑ­αυ­τό του. Δὲ μί­λη­σα μ’ ἀ­κρί­βεια, τώ­ρα κα­τά­λα­βα τί ἔ­πρε­πε νὰ πῶ: ἔ­δω­σε πο­λὺ ση­μα­σία στὸν ἑ­αυ­τό του, βρῆ­κε κά­ποι­α στιγ­μὴ τῆς ζω­ῆς του πὼς ἔ­πρε­πε κά­θε πρά­ξη του νὰ ἐ­ξη­γή­σει, νὰ δι­και­ο­λο­γή­σει. Δὲ μπό­ρε­σε νὰ βα­στά­ξει ἕ­να βά­ρος ποὺ κα­τὰ τὴ γνώ­μη του ἄ­δι­κα τοῦ φόρ­τω­σαν, θαρ­ρών­τας πὼς ὅ­λοι τὸν ἔ­βλε­παν μ’ αὐ­τὸ τὸ βά­ρος στοὺς ὤ­μους καὶ γε­λοῦ­σαν μα­ζί του ἢ τὸν κα­κο­λο­γοῦ­σαν. Καὶ σί­γου­ρα κά­ποι­α στιγ­μὴ θά ‘­γι­νε ἡ ἔ­κρη­ξη, θὰ ση­κώ­θη­κε νὰ φω­νά­ξει γύ­ρω του, νὰ φω­νά­ξει σ’ ὅ­λη τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα, ἂν μπο­ροῦ­σε, πὼς ἄ­δι­κα τὸν φόρ­τω­σαν, δὲν ἔ­φται­γε σὲ τί­πο­τε, ἂς γύ­ρι­ζαν ν’ ἀ­κού­σουν τὴ φω­νή του καὶ θὰ μά­θαι­ναν τὴν ἀ­λή­θεια.­.. Δύ­στυ­χε με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ! Δύ­στυ­χοι ἀ­μέ­τρη­τοι ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι, ποὺ πι­στεύ­ε­τε πὼς οἱ φω­νές σας μπο­ροῦν νὰ νι­κή­σουν τὸ βου­η­τὸ ἀ­πὸ τὶς ἄ­πει­ρες τρι­βὲς τῆς ζω­ῆς.­.. Ποι­ός δαί­μο­νας, ποι­ό τε­λώ­νιο, ποὺ θέ­λει νὰ πε­ρι­παί­ξει τὴν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­δυ­να­μί­α, πη­γαί­νει καὶ τοὺς ψι­θυ­ρί­ζει στ’ αὐ­τὶ νὰ φω­νά­ξουν καὶ στή­νει μπρο­στά τους ἕ­να σκο­πὸ πο­λὺ ψη­λό­τε­ρον ἀ­πὸ τὸ μπό­ι τους; Καὶ τοὺς κά­νει, προ­σέξ­τε το αὐ­τό, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, νὰ ξε­χνᾶ­νε τὸ φό­ρο κοι­νῆς συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς ποὺ εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὸς σὲ κά­θε ἀν­θρώ­πι­νο πλά­σμα; Θά ‘­στε ἕ­τοι­μοι νὰ συμ­φω­νή­σε­τε μα­ζί μου, πὼς οἱ ἄν­θρω­ποι αὐ­τοί, γί­νουν­ται πιὰ ἄ­χρη­στοι γιὰ τὸ σύ­νο­λο, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἐ­πι­ζή­μιοι, γιὰ νὰ μὴν πῶ ἐμ­πό­δια στὸ ρεῦ­μα ἀ­πὸ τ’ ἀ­μέ­τρη­τα κοι­νὰ ζη­τή­μα­τα, ποὺ σκορ­πά­ει ἀ­νε­ρώ­τη­τα ἀ­νά­με­σα μας ἡ ζω­ή. Κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, κα­τα­λα­βαί­νε­τε, ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νὲ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τούς. Σὲ κά­τι τέ­τοι­ους, κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου σ’ αὐ­τοὺς μο­νά­χα, θὰ ταί­ρια­ζε κεῖ­νο ποὺ εἶ­παν γε­νι­κὰ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο οἱ ὁ­μό­ε­θνοί του: ἕ­να «μά­ται­ο πά­θος». Μά, ποι­ός λί­γο, ποιός πο­λύ, δὲν εἶ­ναι κά­τι τέ­τοι­ο.­.. Ὅ­λοι – μὲ κά­τι μι­κρὸ ἢ με­γά­λο μέ­σα μας, σω­στὸ ἢ λα­θε­μέ­νο ἂν γί­νε­ται νὰ ζυ­γι­στοῦν εὔ­κο­λα ὅ­λ’ αὐ­τά.­.. Μή­πως, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὅ­ποι­ος ἀ­νε­βαί­νει στὸ ψη­λό­τε­ρο καὶ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο, πά­νω ἀ­πὸ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να μαλ­λιὰ ἢ γυ­μνὰ κρα­νί­α —συ­γνώ­μην, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὅ­λα ἔ­χουν πολ­λὴ λάμ­ψη— δὲ φλέ­γε­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ο πά­θος, ἕ­να μά­ται­ο στ’ ἀ­λή­θεια πά­θος ποὺ λι­ώ­νει καὶ χά­νε­ται ἀ­πὸ τοὺς ἐ­ξα­ε­ρι­στῆ­ρες μα­ζὶ μὲ τὶς κου­ρα­σμέ­νες ἢ ἀ­νυ­πό­μο­νες ἀ­νά­σες ἐ­κεί­νων ποὺ τὸν ἀ­κοῦν ἢ ποὺ ἦρ­θαν γι’ αὐ­τὸ μὰ δὲν μπο­ροῦν νὰ τὸ κά­νουν; Ἂς εἶ­ναι λοι­πόν, μιὰ κι ὅ­λοι μας γυ­ρί­ζου­με σὰ μά­ται­α πά­θη, ἂς γέρ­νου­με κα­μιὰ φο­ρὰ καὶ σὲ κα­νέ­να με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, για­τί ὅ­λοι μας στὴ θέ­ση του μπο­ρεῖ ν’ ἀ­κού­γα­με μιὰ φω­νὴ νὰ μᾶς προ­στά­ζει νὰ μὴν ἀ­φή­σου­με πά­νω μας μιὰν ἄ­δι­κη ντρο­πή. Νὰ μὴν πε­θά­νου­με «σὰν τὰ σκυ­λιά», ὅ­πως ὁ ἥ­ρω­ας ἑ­νὸς μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ και­ροῦ μας ποὺ ὅ­λοι θὰ ξέ­ρε­τε, ἔ­γι­νε καὶ ται­νί­α καὶ παί­ζε­ται τοῦ­τες τὶς μέ­ρες στὴν πό­λη μας, νὰ μὴν ἀ­φή­σου­με τὴν ντρο­πὴ νὰ ζή­σει πί­σω μας. Καὶ πό­σο ὄ­μορ­φο ἀ­λή­θεια θά ‘­ναι γιὰ μᾶς αὐ­τὸ τὸ πά­θος ὕ­στε­ρ’ ἀ­πὸ χρό­νια, αὐ­τὸς ὁ ἀ­γώ­νας μας γιὰ τὸ ξέ­πλυ­μα μιᾶς ἄ­δι­κης ντρο­πῆς, νὰ βγεῖ ἀ­πὸ ἕ­να βι­βλί­ο καὶ νὰ πη­δή­σει σὲ μιὰ φλε­γό­με­νη νε­α­νι­κὴ ψυ­χή.­.. Ἂς σκύ­ψου­με λοι­πὸν μὲ κα­τα­νό­η­ση στὸ πά­θος καὶ στὶς φω­νὲς τοῦ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, ὅ­σο κι ἂν μᾶς φαί­νε­ται λί­γο ἀ­στεῖ­ο, ἂς τὸν φέ­ρου­με στὸ νοῦ μας μὲ συμ­πό­νια, μιὰ καὶ βρε­θή­κα­με ὅ­λοι ἐ­δῶ ἀ­πό­ψε, ἐ­σεῖς στὸ μι­σο­σκό­τα­δο κι ἐ­γὼ στὸ ψη­λό­τε­ρο καὶ φω­τει­νό­τε­ρο ση­μεῖ­ο.­.. Δυ­ὸ λε­φτά, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μὴ ση­κώ­νε­στε ἀ­κό­μα, μὴν ἀρ­χί­ζε­τε νὰ μι­λᾶ­τε, λί­γη ὑ­πο­μο­νὴ σᾶς ζη­τά­ω.­.. Δυ­ὸ λε­φτὰ καὶ δυ­ὸ λό­για ἀ­κό­μα καὶ πιὰ θὰ σω­πά­σω, συγ­χω­ρεῖ­στε με, συγ­χω­ρεῖ­στε καὶ τὸ σε­βα­στὸ Ἵ­δρυ­μα ποὺ εἶ­χε τὴν κα­κή, ὅ­πως φαί­νε­ται, ἰ­δέ­α ν’ ἀ­νε­βά­σει ἐ­μέ­να ἀ­πό­ψε δῶ πά­νω, δυ­ὸ λε­φτὰ νὰ σᾶς πῶ, για­τί μί­λη­σα, γιὰ τὸν με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ.­.. Νά, προ­χτὲς ἄ­νοι­ξα ἕ­να βι­βλί­ο πα­ρό­μοι­ο μ’ ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸν εἶ­χα βρεῖ κά­ποι­ο κα­λο­καί­ρι τῆς νι­ό­της μου, πα­ρό­μοι­ο μὰ και­νού­ριο. Καὶ πιὰ δὲν τὸν βρῆ­κα, τὸν προ­σπέ­ρα­σε ὁ και­ρός, τὸν ἔ­ρι­ξε σὲ βα­θιὰ σκο­τά­δια, τὸν ξέ­χα­σε – καὶ μα­ζὶ σὰν νὰ προ­σπέ­ρα­σε καὶ μέ­να, νὰ προ­σπέ­ρα­σε τὴ νι­ό­τη μου.­.. Χά­θη­κε πιά, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, ὁ με­σι­ὲ Λαμ­πουρ­ντο­νέ, χά­θη­κε γιὰ πάν­τα κι ἤ­μουν, κυ­ρί­ες καὶ κύ­ριοι, μάρ­τυ­ρας στὸ χα­μό του ἐ­γὼ ποὺ ἔ­νι­ω­σα τὸ πά­θος του ἕ­να κα­λο­καί­ρι τῆς νι­ό­της μου, αὐ­τὸ μο­νά­χα εἶ­χα νὰ σᾶς πῶ, αὐ­τὸ μο­νά­χα μπο­ρεῖ νά ‘­πρε­πε νὰ σᾶς πῶ, πρὶν ἀρ­χί­σε­τε νὰ ση­κώ­νε­στε, νὰ φωνάζετε καὶ νὰ ζητᾶτε ἐξηγήσεις, πρὶν πάψετε νὰ μπορεῖτε νὰ μὲ ἀκοῦτε, ἀξιότιμες κυρίες, ἀξιότιμοι κύριοι…

 

 

Πηγή: με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’67, Τό­μος Ζ΄, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Νυχτερινὴ ἐπαφή (Ἀ­θή­να, 1964).

 

Στέ­φα­νος Στα­μά­της (Φι­λιπ­πιά­δα, 1932-2007). Δι­ή­γη­μα, νου­βέ­λα, μυ­θι­στό­ρη­μα. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, Ναυ­τι­λια­κά καὶ Μου­σι­κή. Κα­πε­τά­νιος τοῦ ἐμ­πο­ρι­κοῦ ναυ­τι­κοῦ, ἱ­δρυ­τὴς ἀ­πὸ τὸ 1985 ναυ­τι­λια­κῆς ἑ­ται­ρεί­ας καὶ ἀ­πὸ τὸ 1993 γρα­φεί­ου ἐ­νοι­κι­ά­σε­ων σκα­φῶν στὴν Πρέ­βε­ζα. Πα­ρου­σι­ά­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα τὸ 1958 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Νέ­α Ἑ­στί­α μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕ­να δει­λι­νό» ὑ­πὸ τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Θέ­μος Δε­λή­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ὁ κάμ­πος μὲ τὰ ὄ­νει­ρα (Δί­φρος, Ἀ­θή­να, 1960). Τὴν χρο­νιὰ τοῦ θα­νά­του του κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ βι­βλί­ο του Ἡ στρο­φὴ τῆς Κλε­ο­πά­τρας (Δι­η­γή­μα­τα, Αἰ­γό­κε­ρως, Ἀ­θή­να, 2007).