Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Οἱ γρα­φιά­δες


03-buzzati-oigrafiades-mtf-apotaitalikap-fournarisl1151-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Οἱ γρα­φιά­δες

(Gli scrivani)


09-Mi-589px-M_LeMannequinΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΑΙΘΟΥΣΑ βρί­σκον­ται στοι­χι­σμέ­να τὸ ἕ­να πί­σω ἀπ΄τὸ ἄλ­λο, ἑ­κα­τον­τά­δες, χι­λιά­δες τρα­πέ­ζια. Πά­νω σὲ κά­θε τρα­πέ­ζι μιὰ γρα­φο­μη­χα­νή. Σὲ κά­θε τρα­πέ­ζι κά­θε­ται ἕ­νας ἄν­θρω­πος.

       Κα­τὰ ἑ­κα­τον­τά­δες, κα­τὰ χι­λιά­δες, γρά­φου­με ἀ­να­φο­ρές, ἱ­στο­ρί­ες καὶ μύ­θους γιὰ τὸν Κύ­ριο καὶ Ἀ­φέν­τη Μας. Εἴ­μα­στε οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Βα­σι­λιᾶ. Κά­θε τό­σο περ­νᾶ ἕ­νας ὑ­πη­ρέ­της γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει τὶς γραμ­μέ­νες σε­λί­δες. Αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Κύ­ριός μας τὶς δι­α­βά­ζει ὅ­λες. Ἀν­τι­θέ­τως, με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ μᾶς συ­νε­χί­ζουν νὰ γρά­φουν μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ὴ χω­ρὶς ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της μας νὰ ἔ­χει δι­α­βά­σει ἀπ΄ αὐ­τὰ οὔ­τε μιὰ ἀ­ρά­δα.

       Εἴ­μα­στε οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Βα­σι­λιᾶ. Κι ἐ­γὼ βρί­σκο­μαι ἐ­δῶ, γιὰ νὰ γρά­φω, πολ­λὰ χρό­νια. Μπρο­στά μου, ἔ­χον­τας γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη του, δου­λεύ­ει ὁ Ἀν­τώ­νιο Σκοκ­κιά­ρι, κοι­νω­νι­ο­λό­γος, ἐ­πι­φορ­τι­σμέ­νος νὰ γρά­φει τὶς ὁ­μι­λί­ες τῶν κυ­ρί­ων ὑ­πουρ­γῶν· ἀ­ρι­στε­ρά, ὁ Γκέλ­μο Βά­ι­σχορν, εἰ­ση­γη­τής, ψυ­χρὸς κι ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός· δε­ξιά, ὁ Κα­θη­γη­τὴς Μί­ρο Κα­στε­νέν­το­λο, ἱ­στο­ρι­κός· πί­σω μου, ὁ Ἀ­σκά­νιο Ἰν­τε­λι­κά­το, ποι­η­τὴς – ὁ θε­ὸς νὰ τὸν ἔ­χει κα­λά.

       Ξαφ­νι­κά, κλάκ, ἡ γρα­φο­μη­χα­νή μου ἔ­κα­νε ἕ­ναν δυ­να­τὸ κρό­το, μιὰ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα ἄ­να­ψε πά­νω ἀ­πὸ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο κι ὅ­λοι γύ­ρι­σαν νὰ μὲ κοι­τά­ξουν.

       Γύ­ρι­σαν ὅ­λοι νὰ μὲ κοι­τά­ξουν, για­τί αὐ­τὸς ὁ κρό­τος καὶ αὐ­τὴ ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα σή­μαι­ναν τὴν κα­τα­δί­κη μου. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ στιγ­μή, λό­γῳ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στης βου­λῆς τοῦ Ἀ­φέν­τη Μας, ἐ­γὼ ἔ­πρε­πε νὰ συ­νε­χί­σω νὰ γρά­φω ἀ­στα­μά­τη­τα, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὶς πο­λὺ σύν­το­μες παύ­σεις ποὺ ἀ­παι­τοῦν­ται γιὰ τὶς σω­μα­τι­κὲς ἀ­νάγ­κες. Ἂν στα­μα­τοῦ­σα, θὰ ἐρ­χό­ταν ὁ θά­να­τος.

       Ἄ­ρα­γε, μὲ ποιόν τρό­πο μὲ εἶ­χαν κοι­τά­ξει οἱ σύν­τρο­φοί μου; Μὲ λύ­πη ἢ μὲ φθό­νο; Ἤ­μουν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κα­τα­δι­κα­σμέ­νος ἢ ἐ­πι­λεγ­μέ­νος;

       Στὴ γλώσ­σα μας ἡ «κλή­ση» εἶ­ναι ἕ­νας βα­ρυ­σή­μαν­τος τί­τλος. Συμ­βαί­νει σπά­νια. Ἐ­δῶ καὶ ἐν­νιὰ χρό­νια, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, κα­νεὶς δὲν ἔ­χει πά­ρει αὐ­τὸν τὸν τί­τλο στὴν αἴ­θου­σά μας· καὶ κα­νεὶς δὲν τὸν ἔ­χει δι­α­τη­ρή­σει πά­νω ἀ­πὸ πέν­τε χρό­νια.

       Ἡ «κλή­ση» ἀ­φο­ρᾶ, σχε­δὸν πάν­τα, γρα­φιά­δες κά­ποι­ας ἡ­λι­κί­ας. Σπα­νί­ζει στοὺς νέ­ους. Ἀ­κρι­βῶς γι΄ αὐ­τὸ τὸ λό­γο πολ­λοὶ θε­ω­ροῦν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ τι­μω­ρί­α, ἀλ­λὰ γιὰ ὑ­ψη­λὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­πὸ μέ­ρους τοῦ Κυ­ρί­ου Μας πού, ἔ­χον­τας μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­γά­πη γιὰ τὸ ἔρ­γο ἑ­νὸς συγ­κε­κρι­μέ­νου γρα­φιά, ἀ­πὸ φό­βο μὴν ζη­τή­σει σύν­τα­ξη καὶ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ δου­λειά, τὸν κρα­τά­ει μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ θα­νά­του.

       Ἄλ­λοι, ἀν­τί­θε­τα, πι­στεύ­ουν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ θε­τι­κὴ ἀ­πο­τί­μη­ση, ἀλ­λὰ ἁ­πλῶς γιὰ κά­ποι­ο ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ κα­πρί­τσια πού, κα­μιὰ φο­ρά, ἀ­ρέ­σουν στοὺς ἰ­σχυ­ρούς. Πραγ­μα­τι­κά, ὑ­πάρ­χουν πα­λι­ὲς πε­ρι­πτώ­σεις γρα­φιά­δων ποὺ «κλή­θη­καν», ἂν καὶ δὲν εἶ­χαν πα­ρὰ μέ­τρια προ­σόν­τα.

       Ἀν­τι­κρου­ό­με­νες ὡ­στό­σο εἶ­ναι οἱ ἀ­πό­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ «κλή­ση». Ἄλ­λοι πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἡ ἀ­πει­λὴ τοῦ θα­νά­του —ποὺ ἔρ­χε­ται στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ στα­μα­τή­σεις νὰ ἐρ­γά­ζε­σαι— θο­λώ­νει τὸ νοῦ καὶ μει­ώ­νει τὴ ζω­τι­κό­τη­τα, ὥ­στε με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο και­ρὸ ὁ ἄν­θρω­πος νὰ σπά­ει, νὰ στα­μα­τά­ει νὰ γρά­φει καὶ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται στὴ μοί­ρα του. Ἄλ­λοι, ἀν­τί­θε­τα, ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ἡ μοι­ραί­α ἀλ­λα­γὴ ἐ­ρε­θί­ζει καὶ πολ­λα­πλα­σιά­ζει τὶς προ­σπά­θει­ες, φέρ­νον­τας μιὰ και­νούρ­για νι­ό­τη· ἔ­τσι ὁ δι­α­λεγ­μέ­νος ἀν­τέ­χει γιὰ μιὰ μα­κρὰ πε­ρί­ο­δο γρά­φον­τας ἀ­να­φο­ρές, ἱ­στο­ρί­ες καὶ μύ­θους μὲ ὁ­λο­έ­να με­γα­λύ­τε­ρη ἀρ­τι­ό­τη­τα.

       Μά, ἂν ὁ γρα­φιὰς στα­μα­τή­σει, πῶς ἔρ­χε­ται ὁ θά­να­τος; Ὅ­ταν οἱ δυ­νά­μεις μου λι­γο­στέ­ψουν, μὲ ποι­όν τρό­πο θὰ πε­θά­νω; Τὸ πράγ­μα εἶ­ναι ἀ­βέ­βαι­ο. Συ­νή­θως ἀ­πο­κλεί­ε­ται ἡ ἐ­πέμ­βα­ση τοῦ δή­μιου τῆς αὐ­λῆς. Κα­νέ­νας βί­αι­ος θά­να­τος. Μᾶλ­λον φαν­τά­ζε­ται κα­νεὶς ἕ­να θλι­βε­ρὸ τέ­λος ἀ­πὸ ἀ­σι­τία, ἀ­φοῦ ὁ δυ­στυ­χὴς δὲν θὰ ἔ­χει πιὰ τὴν εὔ­νοι­α τοῦ Κύ­ριου καὶ Ἀ­φέν­τη, δη­λα­δὴ τὸ μο­να­δι­κὸ λό­γο ὕ­παρ­ξής του.

       Ὑ­πάρ­χει, ἐ­πί­σης, καὶ μιὰ ἄλ­λη θε­ω­ρί­α. Ἴ­σως ὁ θά­να­τος νὰ μὴν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ πλα­τω­νι­κὴ ἀ­πει­λή. Ἴ­σως ὁ γρα­φιὰς νὰ στα­μα­τά­ει νὰ δου­λεύ­ει, ὁ Ἄρ­χον­τας νὰ τὸν συγ­χω­ρεῖ, καί, ἐν ἀ­γνοί­ᾳ ὅ­λων νὰ τοῦ ἀ­πο­νέ­μει ἀ­κό­μη κι ἕ­να ἔ­πα­θλο. Ἀ­φε­λεῖς οὐ­το­πί­ες.

       Ἡ γρα­φο­μη­χα­νή μου ἔ­κα­νε ἕ­να κρό­το, ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα ἄ­να­ψε. Ὅ­λοι γύ­ρι­σαν νὰ μὲ κοι­τά­ξουν.

       Μό­νο ἐ­γώ, μὲς στὴν τε­ρά­στια αἴ­θου­σα, «κλή­θη­κα». Ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ σχο­λά­σου­με ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι θὰ φύ­γουν· ἐ­γὼ θὰ συ­νε­χί­σω νὰ γρά­φω, νὰ γρά­φω ὣς τὴν πιὸ βα­θιὰ νύ­χτα. Καὶ τὴν αὐ­γή, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να σύν­το­μο ὕ­πνο πά­νω σε ἕ­να αὐ­το­σχέ­διο κρε­βά­τι, φτι­αγ­μέ­νο σὲ μιὰ γω­νιὰ ἀ­πὸ τὸν φύ­λα­κα, θὰ ξα­ναρ­χί­σω τὴ δου­λειά. Πο­τέ ξα­νὰ μιὰ μέ­ρα ἀ­νά­παυ­σης, πο­τέ ξα­νὰ δι­α­κο­πές. Κι ἂν μιὰ μέ­ρα δὲν τὰ κα­τα­φέ­ρω νὰ συ­νε­χί­σω, καὶ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω ὁ­ρι­στι­κὰ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν τὸ τέ­λος.

       Ὁ κα­θη­γη­τὴς Κα­στε­νέν­το­λο, ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς ποὺ δου­λεύ­ει δί­πλα μου, εἶ­ναι πιὰ γέ­ρος καὶ μὲ ἀ­γα­πά­ει.

       «Μὴν τὸ βά­ζεις κά­τω», λέ­ει. «Ἀ­φοῦ σὲ φώ­να­ξε ὁ Ἀ­φέν­της Μας, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι σοῦ ἔ­χει με­γά­λη ἐ­κτί­μη­ση.»

       «Μά, δὲν μπο­ρῶ νὰ φύ­γω πιὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις; Ἐ­σεῖς σὲ λί­γο θὰ γυ­ρί­σε­τε σπί­τι σας, θὰ ξα­να­δεῖ­τε τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους σας, μπο­ρεῖ­τε νὰ ξε­σκά­σε­τε, νὰ γε­λά­σε­τε, νὰ δι­α­σκε­δά­σε­τε, νὰ τρι­γυρ­νᾶ­τε στὰ δά­ση καὶ στὰ λι­βά­δια. Ἐ­γώ, ὅ­μως, ὄ­χι. Ἐ­γὼ μό­νο θὰ γρά­φω, θὰ γρά­φω. Μέ­χρι πό­τε θὰ ἀν­τέ­ξω;»

       «Ποι­ός ξέ­ρει; Ἴ­σως ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της Μας, ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ γρά­φεις, νὰ κα­τέ­βει ἐ­δῶ νὰ σὲ βρεῖ καὶ νὰ σὲ προ­σκα­λέ­σει σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ θρυ­λι­κά του γλέν­τια. Γιὰ κά­ποι­ο λό­γο δι­α­φέ­ρεις ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ἀλ­λι­ῶς δὲ θὰ σὲ “κα­λοῦ­σε”. Γιὰ σκέ­ψου καὶ μέ­να. Εἶ­μαι ἱ­στο­ρι­κός, γέ­ρος καὶ κου­ρα­σμέ­νος, σή­με­ρα ἔ­βα­λα τε­λεί­α στὴν πραγ­μα­τεί­α μου πά­νω στὶς δυ­αρ­χί­ες τοῦ ὕ­στε­ρου Με­σαί­ω­να, ποὺ θὰ εἶ­ναι καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α μου δου­λειά, ἀ­φοῦ αὔ­ριο, ὅ­πως ξέ­ρεις, βγαί­νω στὴ σύν­τα­ξη. Παρ΄ ὅ­λα αὐ­τά σε ζη­λεύ­ω. Ἀ­πο­χω­ρῶ ἀ­πὸ τὴ δου­λειὰ ἄ­ση­μος κι ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νος, γνω­ρί­ζω κα­λὰ ὅ­τι ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της ἀ­γα­πᾶ δι­η­γή­μα­τα σὰν τὰ δι­κά σου καὶ δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ ἱ­στο­ρί­α.» (Πράγ­μα ποὺ δὲν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια· ἀν­τι­θέ­τως μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια εἶ­ναι πα­θι­α­σμέ­νος μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ δὲ δι­α­βά­ζει σχε­δὸν τί­πο­τε ἄλ­λο.)

       Σύν­το­μες κου­βέν­τες. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ χα­λα­ρώ­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ση­μα­σί­α ἔ­χει νὰ γρά­φεις, νὰ γρά­φεις: αὐ­τὸς ἱ­στο­ρί­α, ἐ­γὼ ἄ­χρη­στα πα­ρα­μύ­θια. Ἀλ­λὰ σὲ λί­γο αὐ­τός, ὁ Κα­στε­νέν­το­λο, θὰ φύ­γει, ἐ­νῶ ἐ­γὼ θὰ συ­νε­χί­σω νὰ δου­λεύ­ω.

       Τὸ φῶς τοῦ πρω­ι­νοῦ λι­γο­στεύ­ει σι­γὰ- σι­γὰ κα­θὼς βρα­διά­ζει. Ντάν! τὸ καμ­πα­νά­κι ση­μαί­νει τὸ τέ­λος τοῦ ὡ­ρα­ρί­ου.

       Ἑ­κα­τό, χί­λιοι συ­νά­δελ­φοι γρα­φιά­δες ποὺ βρί­σκον­ται γύ­ρω μου στα­μα­τοῦν νὰ χτυ­πᾶ­νε τὰ πλῆ­κτρα ταυ­τό­χρο­να, ση­κώ­νον­ται, βά­ζουν τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα στὴν μη­χα­νή τους καὶ προ­χω­ροῦν πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο σὰν με­λαγ­χο­λι­κοὶ μέρ­μηγ­κες, ρί­χνον­τάς μου κλε­φτὲς μα­τι­ές· ἐ­γώ, ἀν­τί­θε­τα, μέ­νω.

       Ἀ­κό­μη κι ὁ κα­θη­γη­τὴς Κα­στε­νέν­το­λο ἔ­χει ση­κω­θεῖ· μὲ κοι­τᾶ καὶ χα­μο­γε­λᾶ ὅ­λο κα­λο­σύ­νη:

       «Σὲ χαι­ρε­τῶ, ἀ­γα­πη­τέ μου φί­λε, αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο βρά­δυ ποὺ εἴ­μα­στε μα­ζί. Μὴ φο­βᾶ­σαι. Ἐ­σὺ εἶ­σαι ὁ ἐ­κλε­κτός, ὁ ξε­χω­ρι­στός. Ἐ­γὼ φεύ­γω στὸ σκο­τά­δι, τώ­ρα πιὰ τὸ μό­νο ποὺ χρει­ά­ζο­μαι εἶ­ναι ξε­κού­ρα­ση.»

       Βγά­ζει ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα, τὸ ἁ­πλώ­νει, τὸ τεν­τώ­νει γιὰ νὰ τοῦ δώ­σει τὸ σχῆ­μα τοῦ θό­λου καὶ νὰ σκε­πά­σει τὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τοῦ συ­νο­μο­λο­γού­με­νου μό­χθου.

       Κλάκ, κλάκ, δυ­ὸ φο­ρὲς ἕ­νας ξε­ρὸς καὶ μο­χθη­ρὸς χτύ­πος βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ μη­χα­νὴ τοῦ Κα­στε­νέν­το­λο. Καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο ἀ­νά­βει ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα. «Κλη­θείς» κι αὐ­τός, ἀ­κρι­βῶς τὴν ὕ­στα­τη στιγ­μὴ τῆς κα­ρι­έ­ρας του.

       Μέ­νει ἐ­κεῖ, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος. Ἔ­χει γί­νει ἄ­σπρος σὰν τὸ κε­ρί. Ἀλ­λά, κα­τε­βά­ζει ἀρ­γὰ τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα, τὸ ἁ­πλώ­νει μὲ προ­σο­χὴ πά­νω στὴ μη­χα­νὴ καὶ ἰ­σι­ώ­νει τὴν τσά­κι­ση.

       Μὲ κοι­τά­ει ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρά.

       «Δὲν γί­νε­ται, ὄ­χι. Γειά σου. Δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο. Ὅ,τι θέ­λει ἂς γί­νει.»

       Βγῆ­κε ἀπ΄τὴν αἴ­θου­σα τε­λευ­ταῖ­ος, βα­δί­ζον­τας πρὸς τὸ πε­πρω­μέ­νο του.

       Ἔ­μει­να μό­νος μέ­σα στὴ βα­θιὰ σι­ω­πή. Ἄ­να­ψα τὴ λάμ­πα. Καὶ στὸ ἀ­μυ­δρὸ φῶς, πε­ρι­κυ­κλω­μέ­νος ἀπ΄τὸ σκο­τά­δι, γρά­φω, γρά­φω.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


		
Advertisements

Εὐγένιος Μάϊζελ (Евгений Майзель): Ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίνου


Maizel,Eygenios-OThanatosTouKonstantinou-Eikona-01


Εὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель)

 

Ὁ θά­να­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου

(Смерть Константина)


06-Epsilon-423px-T2JB188_-_Jungle_Book_capital_BΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μου, περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Κόρ­κι­νο.

Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σα κά­ποι­ον νὰ φω­νά­ζει πί­σω μου : Κώ­στα! Κώ­στα!

       Ἐφ΄ὅ­σον δὲν ἔ­νι­ω­θα ἀρ­κε­τὰ Κώ­στας, σκέ­φθη­κα, ὅ­τι θὰ ἦ­ταν φρό­νι­μο νὰ μὴ ἀ­παν­τή­σω.

       Συ­νέ­χι­σα νὰ περ­πα­τά­ω. Ὄ­μορ­φη βρα­διά, ἥ­συ­χη, ψυ­χὴ ζῶ­σα τρι­γύ­ρω. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­στη­κε κά­τι σὰν ρι­πὲς αὐ­το­μά­του, ὅ­πως στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ παι­χνί­δια. Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι: στὴν πόρ­τα τῆς μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νης κα­λύ­βας στε­κό­ταν ἕ­να κο­ρι­τσά­κι καὶ μὲ πυ­ρο­βο­λοῦ­σε στὰ σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ ἕ­να παι­δι­κὸ του­φέ­κι μὲ τη­λε­στό­χα­στρο.

       Ἔ­πε­σα μὲ τὰ μοῦ­τρα κά­τω, στὸ χαν­τά­κι, ὅ­σο πιὸ φυ­σι­κὰ μπο­ροῦ­σα καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὸ ἕ­να μά­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα: τί θὰ κά­νει ἄ­ρα­γε; Κι ἐ­κεῖ­νο μὲ κοί­τα­ξε ἀ­η­δι­α­σμέ­νο, σὰν νὰ πά­τη­σε σκου­λή­κι, κα­τέ­βα­σε τὸ του­φέ­κι καὶ μπῆ­κε στὴν κα­λύ­βα του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρί­με­να εὐ­γε­νι­κὰ λί­γη ὥ­ρα, ση­κώ­θη­κα, τί­να­ξα τὰ ροῦ­χα καὶ συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο μου.

       Κά­τι σὰν νὰ κό­πη­κε, ὁ Κών­στα­ντῖ­νος πέ­θα­νε μέ­σα μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἔ­φτα­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σὲ μαῦ­ρο χά­λι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. (Πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να. Προ­σπά­θεια Ἀν­θο­λό­γη­σης, Μό­σχα, Ἔκδ. ΝΛΟ, 2000).

Eugeni MaizelΕὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель) (γεν. 1973). Ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ πα­νε­πισ­τη­μί­ου τῆς Ἁ­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, συμ­με­τεῖ­χε ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ σει­ρὰ ἀ­πὸ δι­α­δι­κτυα­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα. Τακτικὴ συνεργάτιδα τοῦ ἱστολογίου Ἱστορίες Μπονζάι.



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα


05-CristinaPeriRossi-IFysiTouErota-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα

(La naturaleza del amor)


E-Epsilon-SomataΝΑΣ ΑΝΔΡΑΣ ἀ­γα­πά­ει μιὰ γυ­ναί­κα για­τὶ τὴν θε­ω­ρεῖ ἀ­νώ­τε­ρη. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τοῦ του ἄν­δρα θε­με­λι­ώ­νε­ται στὴν συ­νει­δη­τό­τη­τα τῆς ἀ­νω­τε­ρό­τη­τας τῆς γυ­ναί­κας, ἀ­φοῦ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­γα­πᾶ ἕ­να πλά­σμα κα­τώ­τε­ρο, οὔ­τε κὰν ἕ­να ἰ­σό­τι­μο. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη τὸν ἀ­γα­πᾶ καὶ ἂν καὶ αὐ­τὸ τὸ συ­ναί­σθη­μα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ καὶ πλη­ροῖ ὅ­λες τὶς φι­λο­δο­ξί­ες του, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ μιὰ με­γά­λη ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Πραγ­μα­τι­κά. Ἂν ἐ­κεί­νη εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­π’ αὐ­τόν, δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ, για­τί αὐ­τὸς εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος. Κα­τὰ συ­νέ­πεια, ἢ ψεύ­δε­ται ὅ­ταν βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι τὸν ἀ­γα­πᾶ ἢ δὲν εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀπ΄αὐ­τόν, πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ δι­κή του ἀ­γά­πη πρὸς τὸ πρό­σω­πό της δὲν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται πα­ρὰ μο­νάχα ὡς ἕ­να ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ λά­θος.

       Αὐ­τὴ ἡ ἀμ­βι­φο­λί­α τὸν κα­θι­στᾶ κα­χύ­πο­πτο καὶ τὸν ἀ­να­στα­τώ­νει. Σκέ­φτε­ται μὲ δυ­σπι­στί­α τὶς πρῶ­τες του ἐν­τυ­πώ­σεις (σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ὀ­μορ­φιά, τὴν ἠ­θι­κὴ εὐ­θύ­τη­τα καὶ τὴν ἐ­ξυ­πνά­δα τῆς γυ­ναί­κας) καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς κα­τηγο­ρεῖ τὴν φαν­τα­σί­α του ποὺ ἐ­πι­νό­η­σε ἕ­να πλά­σμα ἀ­νύ­παρ­κτο. Δὲν ἔ­κα­νε λά­θος, ὡ­στό­σο. Ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, σο­φὴ καὶ ἀ­νε­κτι­κή, ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον. Δὲν μπο­ρεῖ, λοι­πόν, νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ. Ἡ ἀ­γά­πη της εἶ­ναι ἕ­να ψέ­μα. Τό­τε λοι­πόν, ἂν πρό­κει­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γιὰ μιὰ ψεύ­τρα, γιὰ μιὰ ὑ­πο­κρί­τρια, δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον, ἕ­ναν ἄν­δρα κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν εἰ­λι­κρι­νῆ. Ἔ­χον­τας ἀ­πο­δεί­ξει μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τὴν κα­τω­τε­ρό­τη­τά της, δὲν τῆς ἀν­τι­στοι­χεῖ ἡ ἀ­γά­πη του, κι ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος, ὁ ἄν­δρας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ χω­ρί­σει τὴ γυ­ναί­κα γιὰ κά­ποι­ο ἀ­ό­ρι­στο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Ὀ­φεί­λει νὰ ξε­κα­θα­ρί­σει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του. Ἡ γυ­ναί­κα δέ­χε­ται τὴν ἀ­πό­φα­σή του μὲ φαι­νο­με­νι­κὴ φυ­σι­κό­τη­τα, πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸν βυ­θί­ζει ἐκ νέ­ου στὴν ἀμ­φι­βο­λί­α. Ἢ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο ὂν ποὺ κα­τα­νό­η­σε σι­ω­πη­λὰ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τά του καὶ στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ ὁ ἔ­ρω­τας του εἶ­ναι δι­και­ο­λο­γη­μέ­νος καὶ πρέ­πει νὰ τρέ­ξει δί­πλα της καὶ νὰ τὴν κά­νει νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σει, ἢ δὲν τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ γι’ αὐ­τὸ δέ­χε­ται μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τὸν χω­ρι­σμό τους κι ἐ­κεῖ­νος δὲν πρέ­πει νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.


       Στὸ χω­ριὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­σύρ­θη­κε, ὁ ἄν­δρας περ­νά­ει τὶς μέ­ρες του παί­ζον­τας σκά­κι μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ἢ μὲ τὴν πλα­στι­κὴ κού­κλα φυ­σι­κοῦ με­γέ­θους ποὺ ἀ­γό­ρα­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Cuentos reunidos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2007.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Τάσος Ψάρρης: Ἡ προειδοποίηση


Psarris,Tasos-IProeidopoiisi-Eikona-01


Τά­σος Ψάρ­ρης


Ἡ προ­ει­δο­ποί­η­ση


11-Mi-800px-Letter_M_from_the_Fantastic_Alphabet-02 ΠΗΚΕ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ἀ­λα­φι­α­σμέ­νος. Τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν κα­τα­κόκ­κι­νο ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή. Εἶ­πε κα­λη­μέ­ρα χω­ρὶς πολ­λὴ δι­ά­θε­ση καὶ κά­θι­σε στὸ γρα­φεῖ­ο του.

       «Ἔ­κα­να μι­σὴ ὥ­ρα νὰ βρῶ πάρ­κινγκ. Μὴ μοῦ μι­λή­σει κα­νεὶς για­τί τὸν σκό­τω­σα.»

       Ἄ­νοι­ξε τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ δου­λεύ­ει.

       Οἱ συ­νά­δελ­φοι τοῦ ἔ­ρι­ξαν μιὰ γρή­γο­ρη μα­τιὰ καὶ συ­νέ­χι­σαν νὰ κά­νουν τὴ δου­λειά τους. Ἦ­ταν μιὰ ἥ­συ­χη μέ­ρα στὸ γρα­φεῖ­ο, τὸ μό­νο ποὺ ἀ­κου­γό­ταν ἦ­ταν πλη­κτρο­λό­για ποὺ δού­λευ­αν στὸ φοὺλ καὶ μί­α ἡ δύ­ο τη­λε­φω­νι­κὲς συ­νο­μι­λί­ες.

       «Φί­λιπ­πε, σοῦ ἔ­χω στεί­λει ἕ­να email» τοῦ εἶ­πε σὲ κά­ποι­α στιγ­μὴ ἕ­νας συ­νά­δελ­φος ποὺ κα­θό­ταν ἀ­κρι­βῶς ἀ­πέ­ναν­τί του. «Ὅ­πο­τε μπο­ρεῖς ρι­ξ’ του μιὰ μα­τιά.»

       Ἐ­κεῖ­νος πε­τά­χτη­κε ἀ­πὸ τὴ θέ­ση του, πῆ­ρε ἕ­ναν βα­ρὺ σι­δε­ρέ­νιο δι­α­κο­ρευ­τὴ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε γιὰ νὰ κά­νει τρύ­πες στὰ χαρ­τιὰ καὶ χί­μη­ξε κα­τα­πά­νω του. Ἄρ­χι­σε νὰ τὸν χτυ­πά­ει μὲ λύσ­σα στὸ κε­φά­λι. Τὸ αἷ­μα ἔ­τρε­χε πο­τά­μι. Ὁ συ­νά­δελ­φος σω­ρι­ά­στη­κε κα­τα­γῆς μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­νοιγ­μέ­νο στὰ δύ­ο.

       Στὸ βά­θος, κά­ποι­οι ὑ­πάλ­λη­λοι εἶ­χαν δι­α­κό­ψει τὴν ἐρ­γα­σί­α τους καὶ συ­ζη­τοῦ­σαν με­τα­ξύ τους. Δυ­ὸ συ­νά­δελ­φοι τοῦ Φί­λιπ­που ἀ­πὸ τὰ κον­τι­νὰ γρα­φεῖ­α εἶ­χαν ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις τους ἀ­να­στα­τω­μέ­νοι.

       «Ρὲ Φί­λιπ­πε, πά­λι τὰ ἴ­δια;»

       Ἐ­κεῖ­νος πέ­τα­ξε τὸν δι­α­κο­ρευ­τὴ σὲ μιὰ ἄ­κρη, σκού­πι­σε τὰ χέ­ρια στὸ παν­τε­λό­νι του καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὴ θέ­ση του. Ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς κά­λε­σε δυ­ὸ ὑ­παλ­λή­λους ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα γε­νι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν γιὰ νὰ πά­ρουν τὸ πτῶ­μα καὶ τὴν κα­θα­ρί­στρια γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὴ μο­κέ­τα.

       «Τὸν εἶ­χα προ­ει­δο­ποι­ή­σει, τὸν βλά­κα» εἶ­πε ὁ Φί­λιπ­πος περ­νών­τας στὸ σύ­στη­μα τὰ στοι­χεῖ­α τῶν πω­λή­σε­ων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τά­σος Ψάρ­ρης (Ἀ­θή­να, 1975). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Κέν­τρο Με­τά­φρα­σης, ὅ­που πα­ρα­κο­λού­θη­σε καὶ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Τὸ 2004 συμ­με­τεῖ­χε καὶ βρα­βεύ­τη­κε στὴν Ὀ­λυμ­πιά­δα Γραμ­μά­των. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἄρ­θρα του σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς με­τα­φρα­στής. Γιὰ τὸ Ἱ­στο­λό­γιο «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ πε­ζο­γρά­φο Χου­ὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.



		

	

Π. Ἔνιγουεϊ: Ἐγὼ καὶ… ὁ ἑαυτός μου


Anyway,P.(Theodorakis,Panagiotis)-EgoKai...OEaytosMou-Eikona-01


Π. Ἔ­νι­γου­ε­ϊ


Ἐ­γὼ καί… ὁ ἑ­αυ­τός μου

 

10-Taph-Chronica_Polonorum_TΟΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΑ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ (καὶ ἐλ­πί­ζω γιὰ τε­λευ­ταῖ­α) φο­ρὰ ἀ­πό­γευ­μα γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, τὸν πε­ρα­σμέ­νο μή­να. Κα­θό­ταν στὸ γρα­φεῖ­ο κι ἔ­γρα­φε κά­τι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή μου (ἀ­παν­τοῦ­σε στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μη­νύ­μα­τα τῶν φί­λων μου). Ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα καὶ κον­το­στά­θη­κα. Μὲ χαι­ρέ­τη­σε καὶ ξα­να­γύ­ρι­σε πρὸς τὴν ὀ­θό­νη.

       «Τί θέ­λεις;» τὸν ρώ­τη­σα καὶ ἄ­να­ψα τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα» ἀ­πάν­τη­σε καὶ ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο.

       Πῆ­γα γε­μά­τος νεῦ­ρα στὴν κου­ζί­να. Ἄ­νοι­ξα μη­χα­νι­κά τὸ ψυ­γεῖ­ο.

       «Στὸ φοῦρ­νο ἔ­χει μπρι­ζό­λες. Πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μη ζε­στὲς» τὸν ἄ­κου­σα ἀ­πὸ μέ­σα.

       Ἔ­φτια­ξα μιὰ σα­λά­τα καὶ δο­κί­μα­σα μί­α ἀ­πὸ τὶς μπρι­ζό­λες του ἀρ­γὰ ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά. Φο­βό­μουν μὴ μὲ δη­λη­τη­ριά­σει. Σκε­φτό­μουν πό­σο και­ρὸ θὰ μεί­νει μα­ζί μας. Καὶ βέ­βαι­α τί ἀν­τί­δρα­ση θὰ ἔ­χει ἡ Στέλ­λα, ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­λις τὸν δεῖ.

       Ἔ­κα­να μπά­νιο, ξυ­ρί­στη­κα καὶ πῆ­γα στὸ σα­λό­νι.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ ἄλ­λη φο­ρὰ νὰ μα­ζεύ­εις τὶς τρί­χες ἀ­πὸ τὴν μπα­νι­έ­ρα, ὅ­ταν τε­λει­ώ­νεις», τὸν ἐ­πέ­πλη­ξα, ἀλ­λὰ αὐ­τὸς ἔ­κα­νε πὼς δὲν ἄ­κου­σε. «Καὶ ἐ­πί­σης θέ­λω νὰ δῶ τὰ email μου…»

       «Δὲν μπο­ρεῖς. Ἄλ­λα­ξα τοὺς κω­δι­κούς. Στὸ ἑ­ξῆς θὰ τὰ βλέ­πω μό­νο ἐ­γώ.»

       Ἤ­μουν ἕ­τοι­μος νὰ τοῦ πε­τά­ξω τὸ βά­ζο μὲ τὰ μπαμ­ποὺ ποὺ ἦ­ταν στὸ τρα­πε­ζά­κι δί­πλα στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα. Ἦ­ταν ἡ Στέλ­λα.

       «Κα­λη­σπέ­ρα. Τί κά­νουν τὰ ἀ­γό­ρια; Πῶς ἦ­ταν ἡ μέ­ρα σας;», καὶ ἄ­να­ψε τὸ θερ­μο­σί­φω­να.

       «Ἔ­χει ζε­στὸ νε­ρό. Πρὶν λί­γο πλύ­θη­κα», ἀ­πάν­τη­σα, καὶ ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο.

       Ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα ἡ Στέλ­λα ἦ­ταν φι­λι­κὴ μα­ζί του, σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε χρό­νια. Ἐ­γὼ εἶ­χα ἀ­πο­μο­νω­θεῖ στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό μου ἦ­ταν στὸ σα­λό­νι. Βλέ­πα­νε κά­ποι­α ται­νί­α πί­νον­τας μπί­ρες καὶ τσιμ­πο­λο­γών­τας πα­τα­τά­κια.

       «Μω­ρό μου, δὲ θὲς νὰ δεῖς τὴν ται­νί­α; Πε­ρι­πέ­τεια εἶ­ναι, θὰ σ’ ἀ­ρέ­σει… Ἔ­λα, κά­τσε μα­ζί μας, ἔ­στω γιὰ τὴν πα­ρέ­α…»

       Τοὺς κα­λη­νύ­χτι­σα, βούρ­τσι­σα τὰ δόν­τια καὶ ξά­πλω­σα στὸ κρε­βά­τι. Ἤ­μουν τό­σο­  ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νος ποὺ ἄρ­γη­σα νὰ ἀ­πο­κοι­μη­θῶ. Στρι­φο­γύ­ρι­ζα στὸ κρε­βά­τι πολ­λὴ ὥ­ρα.

       Ξύ­πνη­σα λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ κά­τι φω­νές. Πη­δοῦ­σε τὴ γυ­ναί­κα μου, ὁ ἀ­λή­της, καὶ μά­λι­στα ἀ­κρι­βῶς δί­πλα μου! Γύ­ρι­σα πλευ­ρὸ νὰ μὴν τοὺς βλέ­πω. Λέ­γα­νε καὶ βρο­μό­λο­γα ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο! Σκέ­τη ἀ­η­δί­α! Ἡ Στέλ­λα πρώ­τη φο­ρὰ φώ­να­ζε τό­σο δυ­να­τά! Μοῦ πή­ρα­νε τ’ αὐ­τιά, ὅ­ταν τε­λει­ώ­σα­νε…

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ση­κώ­θη­κα. Πῆ­γα στὴν κου­ζί­να νὰ πι­ῶ νε­ρό. Ἔ­κα­νε τρο­με­ρὴ ζέ­στη. Ἦ­ταν κι ὁ ἐ­κνευ­ρι­σμὸς μὲ ὅ­σα γι­νόν­του­σαν μέ­σα στὸ ἴ­διο μου τὸ σπί­τι ποὺ μὲ εἶ­χε ἀ­φυ­δα­τώ­σει. Τὰ «πι­τσου­νά­κια» κοι­μόν­του­σαν στὸ κρε­βά­τι μου ἀγ­κα­λι­α­σμέ­να. Ἔ­πρε­πε νὰ βά­λω ἕ­να τέ­λος. Δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Ἦ­ταν ἡ χει­ρό­τε­ρη μέ­ρα τῆς ζω­ῆς μου.

       Ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι μὲ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἅρ­πα­ξα τὸ πιὸ κο­φτε­ρὸ μα­χαί­ρι, αὐ­τὸ γιὰ τὰ κρέ­α­τα, καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ ξεμ­περ­δέ­ψω μὲ αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α τὸ τα­χύ­τε­ρο. Ἡ Στέλ­λα εἶ­χε ση­κω­θεῖ γιὰ νὰ κά­νει ἕ­να ντούς.

       «Μή! Τί πᾶς νὰ κά­νεις;» φώ­να­ξε.

       «Φύ­γε Στέλ­λα! Κρα­τά­ω μα­χαί­ρι…!», τὴν προ­ει­δο­ποί­η­σα καὶ ὅρ­μη­σα κα­τὰ πά­νω του. Κοι­μό­ταν σὲ «ἐμ­βρυα­κὴ θέ­ση». Τοῦ τὸ κάρ­φω­σα στὸ πλευ­ρό. Ἡ Στέλ­λα ἄρ­χι­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει. Με­τὰ λι­πο­θύ­μη­σε.

       Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια, ὅ­λα ἦ­ταν θο­λὰ καὶ σκο­τει­νά. Μὲ εἶ­χαν κα­λω­δι­ω­μέ­νο στὴν ἐν­τα­τι­κὴ κά­ποι­ου νο­σο­κο­μεί­ου. Δυ­σκο­λευ­ό­μουν ν’ ἀ­να­πνεύ­σω. Ἡ Στέλ­λα κα­θό­ταν δί­πλα μου καὶ μοῦ ἔ­τρι­βε τὸ χέ­ρι.

       Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἄ­κου­σα γορ­γὰ βή­μα­τα νὰ μὲ πλη­σιά­ζουν.

       «Πῶς νι­ώ­θε­τε;», ρώ­τη­σε ἕ­νας για­τρὸς ὅ­λο ἀ­γω­νί­α στὸ αὐ­τί μου.

       «Για­τρέ… Για­τρέ… Πο­νά­ω στὰ πλευ­ρά… Σὰν κά­ποι­ος νὰ μὲ μα­χαί­ρω­σε…»

       Γύ­ρι­σα ἀρ­γὰ πρὸς τὴ Στέλ­λα. Ἔ­κλαι­γε.


 Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Π. Ἔνιγουεϊ ἔ­χει γρά­ψει μί­α ἀνέκδοτη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των μὲ τί­τλο «Δὲν θὰ ξα­να­γρά­ψω πο­τὲ πιὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα».



		

	

Μάρκος Χιρὰλτ Τορέντε (Marcos Giralt Torrente): Ἡ με­τα­κό­μι­ση

.

Torrente,MarcosGiralt-IMetakomisi-Eikona-01

.

Μάρ­κος Χι­ρὰλτ Το­ρέν­τε (Marcos Giralt Torrente)  

 .

με­τα­κό­μι­ση

(La Mudanza)

. 

14-Omikron-Olav_den_helliges_saga_-_initial_-_G__MuntheΤΑΝ ΞΥΠΝΗΣΕ στὸ και­νού­ριο του σπί­τι χα­μο­γέ­λα­σε εὐ­τυ­χι­σμέ­νος μό­νο γιὰ μιὰ στιγ­μὴ καὶ ὕ­στε­ρα ἔ­νοι­ω­σε τὸ ἴ­διο, γνω­στὸ πιά, αἴ­σθη­μα ἀ­σφυ­ξί­ας, λὲς καὶ δὲν εἶ­χε κοι­μη­θεῖ μό­νος ἀλ­λὰ μ’ ἕ­να πλῆ­θος. Τὸ ση­μεί­ω­μα βρι­σκό­ταν στὸ μπά­νιο, κολ­λη­μέ­νο μὲ σα­πού­νι στὸν κα­θρέ­φτη. Με­τα­κο­μί­σα­με μα­ζί σου, ἔ­λε­γε.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

. 

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

 

Μάρ­κος Χι­ρὰλτ Το­ρέν­τε (Marcos Giralt Torrente) (Μα­δρί­τη, 1968). Ξε­κί­νη­σε τὴ λο­γο­τε­χνι­κή του κα­ρι­έ­ρα μὲ τὸ βι­βλί­ο δι­η­γη­μά­των Entiéndame. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας ἐ­πί­σης, τῆς νου­βέ­λας Nada sucede solo κα­θὼς καὶ τῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των París καὶ Los seres felices. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El País. Εἶ­ναι ἐγ­γο­νὸς τοῦ σπου­δαί­ου πε­ζο­γρά­φου Γκον­θά­λο Το­ρέν­τε Μπα­γε­στέρ. To «La mudanza» πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴ συλ­λο­γὴ Cue­ntos vagos, Βαρ­κε­λώ­νη, Cuadernos Alfabia, 2010.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Ἀρμάντο Κιντέρο (Armando Quintero): Τὸ κοριτσάκι τοῦ δάσους

.

Quintero,Armando-ToKoritsakiTouDasous-Eikona-01

.

Ἀρ­μάν­το Κιν­τέ­ρο (Armando Quintero)

 .

Τὸ κοριτσάκι τοῦ δάσους

(Muchachita del bosque)

 .

A-Alpha-SomataΚΟΥ —εἶ­πε ὁ Με­γά­λος Λύ­κος στὸ Μι­κρὸ Λύ­κο— καὶ δῶ­σε με­γά­λη προ­σο­χή. Ἂν ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μο­νο­πά­τι πε­ρά­σει μιὰ μι­κρὴ μ’ ἕ­να κα­λά­θι κι ἕ­να σκοῦ­φο σ’ αὐ­τὸ τὸ χρῶ­μα —τοῦ ἔ­δει­ξε κά­τι ἀ­γρι­ο­κέ­ρα­σα— μὴν τυ­χὸν καὶ τῆς μι­λή­σεις. Εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­νο πλά­σμα! Αὐ­τὸ τὸ κο­ρι­τσά­κι ἔ­χει με­γά­λη σχέ­ση μὲ τὸ θλι­βε­ρὸ τέ­λος τοῦ προ­προ­πάπ­που σου.»

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἀρ­μάν­το Κιν­τέ­ρο (Armando Quintero) (Οὐ­ρου­γουά­η, 1944). Δι­α­μέ­νει στὴ Βε­νε­ζου­έ­λα ἀ­πὸ τὸ 1978. Εἶ­ναι ἀ­φη­γη­τὴς πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ συγ­γρα­φέ­ας. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο του ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­πα­ρα­μυ­θι­ῶν Un lugar en el bosque (Σε­βίλ­λη, Kalandraka, 2004) στὴν ὁ­ποί­α πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Mu­cha­chi­ta del bosque».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου.Τὸ ἱστο­λό­γιό μας τοῦ ἔκα­νε ἀφιέ­ρω­μα, μὲ τὴν συ­νερ­γα­σί­α τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγγελῆ, καὶ τοῦ πῆρε σχετικὴ συ­νέ­ντευ­ξη. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐδῶ.

.