Ξένια Ψαρροῦ: Ὁ φρουρός


Ξένια Ψαρροῦ


Ὁ φρουρός


ΑΠΟΙΟ ΧΕΡΙ μοῦ ἄ­φη­νε φα­γη­τό, κά­θε μέ­ρα, ἀ­πὸ ἕ­να μι­κρὸ πορ­τά­κι τοῦ κά­στρου. Ἐ­κεῖ ἤ­μουν φρου­ρός, εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἀ­κοί­μη­τος, φρου­ροῦ­σα τὴν κεν­τρι­κὴ πόρ­τα. Μὲ ἥ­λιο, μὲ φεγ­γά­ρι, μὲ βρο­χὴ καὶ μὲ χι­ό­νι. Ὅ­μως, κα­νέ­νας ἄν­θρω­πος δὲν ἔμ­παι­νε στὸ κά­στρο. Λί­γο μὲ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε αὐ­τό: ἡ δου­λειά μου ἦ­ταν νὰ φυ­λά­ω, ἡ­ρω­ι­κά, τὴν πόρ­τα. Ἐ­ξάλ­λου, ἀ­πὸ μέ­σα ἀ­κού­γον­ταν ὅ­λοι οἱ ἦ­χοι ἑ­νὸς ζων­τα­νοῦ βα­σι­λεί­ου: φω­νὲς ἀν­θρώ­πων, ἀ­λό­γων, μου­σι­κὲς γλυ­κές, ἐ­νῶ ἄλ­λες φο­ρὲς ἄ­κου­γα δο­ξο­λο­γί­ες, γά­μους ἢ κη­δεῖ­ες, τρα­γού­δια γιὰ τὸν ἔ­ρω­τα καὶ τὴν ἀ­γά­πη, φω­νὲς παι­δι­ῶν.

        Ἦ­ταν κτι­σμέ­νο στὴν ἄ­κρη ἑ­νὸς γκρε­μοῦ. Ἀ­πέ­ναν­τί μου, ἕ­να δύ­σβα­το δά­σος. Μό­νο μιὰ φο­ρὰ πῆ­γα μέ­χρι τὴν ἀρ­χή του καὶ ξα­να­γύ­ρι­σα στὴ θέ­ση μου, για­τί ἦ­ταν πο­λὺ ση­μαν­τι­κή, ὅ­πως μοῦ εἶ­χε πεῖ μιὰ φο­ρὰ ἡ πυρ­γο­δέ­σποι­να, μιᾶς καὶ τὸ ἑ­τοί­μα­ζε γιὰ τὸν πρίγ­κη­πά της… Μά­λι­στα, εἶ­χα καὶ ἕ­να μι­κρὸ φυ­λά­κιο ὅ­που κοι­μό­μουν ὄρ­θιος, βέ­βαι­α, ὅ­λ’ αὐ­τὰ τὰ χρό­νια. Μοῦ ἔ­φερ­νε φα­γη­τό, ὅ­μως ἀ­δυ­νά­τι­ζα καὶ μὲ κό­πο σή­κω­να τὴ βα­ριὰ πα­νο­πλί­α καὶ τὰ ὅ­πλα. Τὰ που­λιὰ τοῦ δά­σους μὲ λυ­ποῦν­ταν καὶ μοῦ ἔ­φερ­ναν ψι­χου­λά­κια, πράγ­μα ποὺ πα­ρα­δό­ξως μὲ δυ­νά­μω­νε.

        Ὥ­σπου μιὰ μέ­ρα, στα­μά­τη­σαν οἱ ἦ­χοι τοῦ κά­στρου. Κι ἡ ἑ­πό­με­νη πέ­ρα­σε σιω­πη­λή. Τὴν τρί­τη μέ­ρα ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ μπῶ μέ­σα. Ἄ­νοι­ξα τὴ βα­ριὰ πόρ­τα. Ψυ­χὴ ζῶ­σα γύ­ρω, ἐ­ρη­μιά. Στὸ κέν­τρο τῆς πλα­τεί­ας μιὰ γυ­ναί­κα νε­κρή, ἡ πυρ­γο­δέ­σποι­να, καὶ γύ­ρω της πε­τα­μέ­νες κα­σέ­τες κι ἕ­να κα­σε­τό­φω­νο. Ἔ­σκυ­ψα καὶ πῆ­ρα μιὰ ποὺ ἔ­γρα­φε: τοῦ γά­μου, ἄλ­λη ἔ­γρα­φε: τῆς κη­δεί­ας, ἄλ­λη: τρα­γού­δια ἀ­γά­πης, ἦ­χοι ἀν­θρώ­πων, ἦ­χοι ζώ­ων… Εἶ­χε κα­σέ­τες γιὰ κά­θε μέ­ρα τοῦ χρό­νου… Πλη­σί­α­σα τὸ νε­κρὸ σῶ­μα. Δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­σα τὸ πρό­σω­πό της, για­τί ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κό, ὄ­μορ­φο. Μό­νο τὸ χέ­ρι ποὺ μὲ ἔ­τρε­φε εἶ­δα καὶ κα­τά­λα­βα πὼς ἦ­ταν αὐ­τή. Σ’ αὐ­τὸ τὸ ἴ­διο χέ­ρι κρα­τοῦ­σε μιὰ μά­σκα, ἴ­δια μὲ τὸ πρό­σω­πο ποὺ ἤ­ξε­ρα. Στὸ ἄλ­λο μιὰ κα­σέ­τα ποὺ ἔ­γρα­φε: φω­νὲς παι­δι­ῶν. Για­τί ἔ­κρυ­βε αὐ­τὴν τὴν ὀ­μορ­φιά;

        Ξάφ­νου, κα­τά­λα­βα πὼς φρου­ροῦ­σα λά­θος κά­στρο τό­σα χρό­νια… Ἔ­μει­να ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος, ἐ­νῶ ἕ­νας δυ­να­τὸς ἄ­νε­μος πα­ρέ­συ­ρε τὶς κα­σέ­τες μέ­χρι ποὺ κά­λυ­ψαν τὸ σῶ­μα της. Μιὰ ἀ­πό­κο­σμη σι­ω­πὴ ἁ­πλώ­θη­κε, κα­θὼς ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ τὴν θά­ψω. Μὲ δυ­ὸ ξύ­λα ἔ­φτια­ξα ἕ­ναν σταυ­ρό. Ὄ­νο­μα; Δὲν ἤ­ξε­ρα, ἀλ­λὰ ἔ­βα­λα με­ρι­κὲς μαρ­γα­ρί­τες καὶ τὴν κα­σέ­τα μὲ τὰ παι­διά. Ἕ­να ἀ­η­δό­νι ἀ­κού­στη­κε ἀ­π’ τὸ δά­σος. Μὲ κα­λοῦ­σε… Τὰ δά­κρυ­ά μου ἦ­ταν καυ­τὰ ὅ­ταν γύ­ρι­σα τὴν πλά­τη καὶ βγῆ­κα ἀ­πὸ τὴν βα­ριὰ πόρ­τα. Μπρο­στά μου τὸ δά­σος, μὲ τὸ ἐ­πί­μο­νο ἀ­η­δό­νι νὰ μὲ ὁ­δη­γεῖ. Ἕ­να μο­νο­πά­τι ἀ­νά­με­σα στὰ δέν­δρα εἶ­δα, γιὰ πρώ­τη φο­ρά, καὶ πῆ­γα πρὸς τὰ ἐ­κεῖ. Πί­σω μου ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ἐκ­κω­φαν­τι­κὸς θό­ρυ­βος. Τὸ κά­στρο εἶ­χε χα­θεῖ στὸν γκρε­μό!

        Περ­πα­τοῦ­σα κι ἔ­κλαι­γα. Τὰ δά­κρυ­α ἕ­λι­ω­ναν τὴν πα­νο­πλί­α μου. Ἄ­φη­σα πί­σω μου τὸ δό­ρυ, τὴν πε­ρι­κε­φα­λαί­α, τὸν σι­δε­ρέ­νιο θώ­ρα­κα… Τό­τε εἶ­δα ἕ­να ξέ­φω­το. Στά­θη­κα κά­τω ἀ­πὸ τὸν λαμ­πε­ρὸ ἥ­λιο καὶ ξάφ­νου κα­τά­λα­βα πὼς ἤ­μουν μιὰ γυ­ναί­κα, γυ­μνὴ στὸ ξέ­φω­το τοῦ δά­σους.

        Ξά­πλω­σα στὸ χῶ­μα. Ἔ­κλαι­γα, γε­λοῦ­σα, ἔ­κλαι­γα, γε­λοῦ­σα, γε­λοῦ­σα… Ὕ­στε­ρα, ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου καὶ θυ­μή­θη­κα τὸ δι­κό μου κά­στρο: τό ’­χα ἀ­φή­σει μι­σό. Εἴ­κο­σι χρό­νια μὲ πε­ρί­με­νε.

        Στά­θη­κα στὰ πό­δια μου κι ἄρ­χι­σα νὰ περ­πα­τῶ…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ (Κρή­τη, 1961). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ Ἀ­γω­γὴ στὸ Βου­κου­ρέ­στι καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια σὲ σχο­λεῖ­ο. Γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ποι­ή­μα­τα. Ποιήματά της ἔ­χουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Τελευταῖο της βιβλίο: Τὸ παι­δί (ποί­η­ση, 2018, ἐκ­δ. Πα­να­γό­που­λος Νε­κτά­ριος).


Διαφημίσεις

Βασίλης Μανουσάκης: Τὸ πιάνο


Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης


Τὸ πιά­νο


ΠΟ ΜΙΚΡΗ τῆς ἄ­ρε­σε νὰ παί­ζει πιά­νο. Κα­θό­ταν μὲ τὶς ὧ­ρες στὸ δω­μά­τιό της, κρυμ­μέ­νη κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι της, ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της μα­ξι­λά­ρι καὶ πά­νω του τὰ λε­πτά της δά­χτυ­λα ἔ­παι­ζαν ὅ­λες τὶς συμ­φω­νί­ες τοῦ κό­σμου. Οἱ νό­τες χο­ρο­πη­δοῦ­σαν στὸ ἀ­φρο­λὲξ καὶ τὰ δά­χτυ­λά της πλη­γώ­νον­ταν ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­ω­ρη ἐ­ξά­σκη­ση. Ὥ­σπου τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σε ἡ μά­να της γιὰ νὰ φά­ει καὶ μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ ξύ­λου ἔ­βγαι­νε τρέ­χον­τας, ἀ­φή­νον­τας τὸ πιά­νο της ἐ­κεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ ὄ­νει­ρά της. Ἤ­θε­λε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὶς τέ­χνες, μὰ πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λε νὰ φτιά­χνει τοὺς δι­κούς της κό­σμους μὲ τὸ πιά­νο της, τὴ ζω­γρα­φι­κή της, τὰ κρυ­φὰ ποι­ή­μα­τά της. Σὲ αὐ­τὰ κα­τα­κτοῦ­σε τὸν κό­σμο καὶ φαν­τα­ζό­ταν τὰ κα­λο­χτε­νι­σμέ­να ξαν­θά της μαλ­λιὰ σὲ μιὰ συ­ναυ­λί­α νὰ πέ­φτουν πλού­σια πά­νω ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο της φό­ρε­μα τὴν ὥ­ρα ποὺ θὰ ἔ­κα­νε τὴν τε­λευ­ταί­α ὑ­πό­κλι­ση τῆς βρα­διᾶς, ἐ­νῶ τὸ κοι­νὸ πα­ρα­λη­ροῦ­σε γιὰ τὴν ἑρ­μη­νεί­α της.

        Ἡ μά­να της δύ­σκο­λη, μὰ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε. Κα­θά­ρι­ζε σχο­λεῖα ἀ­πὸ τὴ ριγ­μέ­νη γνώ­ση, τὰ μι­σο­φα­γω­μέ­να γράμ­μα­τα καὶ τὰ ἀ­πο­μει­νά­ρια τοῦ παι­χνι­διοῦ στὸ δι­ά­λειμ­μα. Μιὰ μέ­ρα τὴν πῆ­ρε μα­ζί. Ὅ­σο ἡ μά­να της κα­θά­ρι­ζε, ἐ­κεί­νη βα­ρι­ό­ταν ποὺ δὲν εἶ­χε μέ­ρος νὰ χτί­σει κό­σμους καὶ πε­ρι­φε­ρό­ταν ἄ­σκο­πα στὶς αὐ­λὲς καὶ στὶς τά­ξεις στὰ ὑ­πό­γεια. Σ’ ἕ­να ὑ­πό­γει­ο στὸ βά­θος, ἡ πόρ­τα ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νη μὲ λου­κέ­το, κα­θὼς ἔ­λει­πε ἡ κλει­δα­ριά της. Ἀ­μέ­σως, ἡ μι­κρὴ Ζω­ὴ φαν­τά­στη­κε ὅ­τι κά­ποι­ο ἑ­πτα­σφρά­γι­στο μυ­στι­κὸ φυ­λοῦ­σαν οἱ δά­σκα­λοι ἐ­κεῖ μέ­σα. Τὸ μυα­λό της κάλ­πα­ζε σὰν ἄ­λο­γο ὅ­σο πλη­σί­α­ζε. Μὲ λί­γο φό­βο, μὰ πιὸ πο­λὺ μὲ τὴν πε­ρι­έρ­γεια ποὺ πάν­τα δι­έ­θε­τε μπό­λι­κη, τρά­βη­ξε τὴν πόρ­τα καὶ ἐ­κεί­νη μι­σά­νοι­ξε ὣς τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ἐ­πέ­τρε­πε τὸ λου­κέ­το. Ἡ Ζω­ὴ κοί­τα­ξε μέ­σα ἀ­πὸ τὸ κε­νὸ ποὺ σχη­μα­τί­στη­κε καὶ τό­τε τὸ εἶ­δε.

        Κα­τα­με­σῆς τοῦ δω­μα­τί­ου, κα­τά­μαυ­ρο καὶ σο­βα­ρό, στε­κό­ταν ἀ­γέ­ρω­χο ἕ­να πιά­νο. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ πα­λιὰ μὲ τὴν οὐ­ρά, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ποὺ φαν­τα­ζό­ταν ὅ­τι παί­ζει. Μα­γεύ­τη­κε μο­νο­μιᾶς! Γιὰ λί­γες στιγ­μές, μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὸ κοι­νὸ ἀ­πὸ κά­τω, τὰ φῶ­τα καὶ τὴ ζά­λη τῶν δα­χτύ­λων της πά­νω στὰ πλῆ­κτρα. Δὲν κου­νή­θη­κε, ὅ­μως, ἀ­μέ­σως. Σὲ λί­γο, τρά­βη­ξε κι ἄλ­λο τὴν πόρ­τα, μὰ δὲν τῆς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη. Ψη­λό­λι­γνη, ὅ­μως, κα­θὼς ἦ­ταν, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς στέ­κες, ποὺ λέ­γα­με πα­λιά, δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ ἀ­φή­σει μιὰ πόρ­τα νὰ τὴ χω­ρί­σει ἀ­πὸ τὴν ἐκ­πλή­ρω­ση τῆς εὐ­χῆς της. Τὴν τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη ὅ­σο πή­γαι­νε καὶ χώ­θη­κε στὸ κε­νό. Τὰ χέ­ρια της μά­τω­σαν ἀ­πὸ τὰ γρέ­ζια τῆς πόρ­τας, μὰ ἡ Ζω­ὴ σφί­χτη­κε κι ἄλ­λο καὶ πέ­ρα­σε τε­λι­κά. Πλη­σί­α­σε ἀρ­γὰ τὸ βου­βὸ πιά­νο καὶ ἀ­φοῦ τὸ χά­ϊ­δε­ψε σὲ ὅ­λη του τὴν ἐ­πι­φά­νεια, κά­θι­σε στὸ φα­γω­μέ­νο σκα­μνὶ μὲ τὸ σχῆ­μα τοῦ πι­σι­νοῦ τῆς μου­σι­κοῦ τοῦ σχο­λεί­ου. Κρα­τοῦ­σε τὴν ἀ­νά­σα της. Ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια της καὶ ἀ­κούμ­πη­σε τὰ δά­χτυ­λά της στὰ πλῆ­κτρα. Πρῶ­τα στὰ με­γά­λα λευ­κὰ καὶ με­τὰ στὰ μι­κρὰ μαῦ­ρα. Καὶ ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὶς συμ­φω­νί­ες ποὺ ἔ­γρα­φε τό­σο και­ρὸ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι της. Τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, τὰ πλῆ­κτρα ὑ­πο­κλί­νον­ταν στὴ μα­ε­στρί­α της, ζη­τών­τας ἐ­πα­νά­λη­ψη καὶ χά­δι ἀ­πὸ τὰ ὁ­λό­λευ­κά της χέ­ρια. Κι ἐ­κεί­νη τοὺς ἔ­κα­νε τὴ χά­ρη.

        Ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο της κυ­νη­γη­τό, ὅ­που μιὰ γά­τα μὲ νύ­χια σὰν τὰ δά­χτυ­λα τῆς Ζω­ῆς κυ­νη­γοῦ­σε τὰ μαῦ­ρα πον­τί­κια πά­νω στὸ χι­ό­νι. Γλι­στροῦ­σε ἡ γά­τα στὸν πά­γο, πα­νη­γύ­ρι­ζαν τὰ πον­τί­κια μὲ ἔν­τα­ση. Μιὰ μά­χη ἐ­ξε­λισ­σό­ταν πά­νω στὸ μουν­τὸ πιά­νο. Φα­νε­ρά τὰ ση­μά­δια της, κα­θὼς τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὰ κομ­μέ­να στὴν πόρ­τα χέ­ρια τῆς Ζω­ῆς ἄρ­χι­σε νὰ κοκ­κι­νί­ζει τὰ λευ­κὰ πλῆ­κτρα. Πάν­τα νι­κοῦ­σαν τὰ πον­τί­κια στὸ τέ­λος. Ἡ γά­τα πέ­θαι­νε μὲ ἕ­να δυ­να­τὸ ντὸ καὶ τὰ πον­τί­κια ἔ­στη­ναν τε­λε­τουρ­γι­κὸ χο­ρὸ γιὰ νὰ γι­ορ­τά­σουν. Ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἡ πι­α­νί­στρια ἀ­πὸ τὴ σφο­δρὴ μά­χη, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ κε­φά­λι της στὸ ἀ­να­λό­γιο νὰ ξα­πο­στά­σει. Εἶ­χε πά­ρει ζω­ὴ τώ­ρα. Εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους δεῖ ἕ­να πιά­νο ἀ­πὸ κον­τά. Ἤ­ξε­ρε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει πλέ­ον.

        «Ἄ­τι­μα πον­τί­κια. Κι ἐ­δῶ ἔ­φτα­σαν;» ἀ­κού­στη­κε ἡ μά­να νὰ λέ­ει. «Νό­μι­ζα πὼς εἶ­χαν σφρα­γί­σει τὴν αἴ­θου­σα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι πῆ­ρε τὴ ζω­ή του πά­νω στὸ πιά­νο» εἶ­πε καὶ τρά­βη­ξε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα ἐ­νώ­νον­τας τὰ δύ­ο φύλ­λα.

        Ἐ­κεῖ­νο τὸ κο­ρί­τσι ἦ­ταν ἡ κό­ρη της, μὰ τώ­ρα πιὰ ἡ γριὰ κα­θα­ρί­στρια δὲν ἤ­θε­λε νὰ θυ­μᾶ­ται τὶς πέν­θι­μες νό­τες ποὺ τῆς πῆ­ραν τὴ Ζω­ή της.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.


Ζιζὲλ Πράσινος (Gisèle Prassinos): Ρεκλάμα



Ζιζὲλ Πράσινος (Gisèle Prassinos)


Ρεκλάμα

(Réclame)


ΝΑΣ ΚΥΡΙΟΣ ποὺ κα­τέ­βαι­νε νὰ πά­ρει τὸ με­τρὸ κρα­τοῦ­σε ὑ­πὸ μά­λης ἕ­να πο­λὺ με­γά­λο δέ­μα ἀ­π’ ὅ­που ἐ­ξεῖ­χε ἕ­να κομ­μά­τι πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα. Κα­θὼς ὅ­λος ὁ κό­σμος τὸν κοι­τοῦ­σε, ὁ κύ­ριος —λύ­νον­τας τὰ κορ­δό­νια τοῦ πα­που­τσιοῦ του— εἶ­πε: «Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­τε τὸ με­λά­νι Γου­ό­τερ­μαν!» Ὕ­στε­ρα κα­τέ­βη­κε χω­λαί­νον­τας τὰ σκα­λο­πά­τια τῆς σκά­λας.

       Μό­λις ἔ­φτα­σε κά­τω, κά­θι­σε ὀ­κλα­δὸν σ’ ἕ­να παγ­κά­κι. Κι ἐ­κεῖ, ἄρ­χι­σε νὰ ξε­τυ­λί­γει τὸ δέ­μα του. Δὲν ἔ­βγα­λε ὅ­μως τί­πο­τε μέ­σα ἀ­π’ αὐ­τό, οὔ­τε κὰν ἕ­να κομ­μά­τι πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα.

       Μό­λις τὸ τρέ­νο ἔ­φτα­σε στὸ σταθ­μό, ἐ­κεῖ­νος ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας μὲ τὸ δέ­μα του πα­ρα­μά­σχα­λα. Μὰ δὲν ὑ­πῆρ­χε πιὰ κα­νέ­να πρά­σι­νο ὕ­φα­σμα. Μο­να­χὰ ἕ­να λει­ρὶ κό­τας κρε­μό­ταν. Τὸ τρέ­νο σφύ­ρι­ξε.

       Μιὰ τρα­χιὰ φω­νὴ ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μα­κριά: «Εἶ­ναι πο­λὺ κα­λὴ μάρ­κα.»

       Πο­λὺ κον­τὰ σὲ μέ­να, ἕ­νας κύ­ριος ἔ­γι­νε πρά­σι­νος.



Πηγή: Gisèle Prassinos, Trouver sans chercher (1934 – 1944), εἰσαγ. Michel Dé­cau­din, σειρά: «L’age d’Or» (ἐπιμ. Henri Parisot), Παρίσι, Flammarion, 1976.

Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (Gisèle Prassinos) (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1920 – Πα­ρί­σι, 2015). Γαλ­λί­δα συγ­γρα­φέ­ας ἑλ­λη­νι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Στὰ δε­κα­τέσ­σε­ρά της δη­μο­σί­ευ­σε τὰ πρῶ­τα της κεί­με­να στὸ γνω­στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Minotaure τῶν Γάλ­λων ὑ­περ­ρε­α­λι­στῶν, ἐ­νῶ μέ­χρι τὰ δε­κα­εν­νιά της πρό­λα­βε νὰ ἐκ­δώ­σει δέ­κα βι­βλί­α, τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὰ στὶς ἐμ­βλη­μα­τι­κὲς ἐκ­δό­σεις G.L.M. Τὰ κεί­με­νά της ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α ἐκ­φρά­στη­καν μὲ τὸν πλέ­ον ἐγ­κω­μι­α­στι­κὸ τρό­πο οἱ ἐ­πι­φα­νέ­στε­ροι Γάλ­λοι ὑ­περ­ρε­α­λι­στές, ἀ­κο­λου­θή­θη­καν ἀ­πὸ εἰ­κο­σα­ε­τῆ σι­ω­πή. Τὸ 1958 δη­μο­σί­ευ­σε τὸ αὐ­το­βι­ο­γρα­φι­κό της μυ­θι­στό­ρη­μα Μὰ ὁ χρό­νος δὲν ὑ­πάρ­χει χρη­σι­μο­ποι­ών­τας νέ­α ἐκ­φρα­στι­κὰ μέ­σα, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν καὶ τὸ με­τέ­πει­τα ἔρ­γο της.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Εἰκόνα: «Le petit garçon». Ἔργο τῆς Ζι­ζὲλ Πρά­σι­νος (περίπου 1975).



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ ἀρχηγός



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ ἀρχηγός


ΑΛΗΘΕΙΑ εἶ­ναι ὅ­τι χρει­ά­στη­κε νὰ ξυ­πνή­σω. Οἱ κα­τα­ρα­μέ­νες μπί­ρες ποὺ εἶ­χα πι­εῖ τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ προ­κά­λε­σαν τὴν ἐ­πεί­γου­σα ἀ­νάγ­κη…

       Τὰ περ­νά­γα­με ἀ­πί­θα­να σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­ξί­δι στὴν Κού­βα. Ἐ­γὼ ἤ­μουν ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ γκρούπ. Τοὺς πή­γαι­να παν­τοῦ. Γνώ­ρι­ζα κά­θε γω­νιὰ τοῦ νη­σιοῦ. Ἡ ὁ­μά­δα εἶ­χε δέ­σει.

       Χρει­ά­στη­κε ὅ­μως νὰ ξυ­πνή­σω καί, ὕ­στε­ρα, δὲν μπό­ρε­σα νὰ ξα­να­κοι­μη­θῶ.

       Τώ­ρα ἐ­γὼ εἶ­μαι ἐ­δῶ, στὸ κρε­βά­τι μου, καὶ τὸ γκροὺπ ἐ­κεῖ, σὲ ἐ­κεί­νη τὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὰ τυρ­κου­ὰζ νε­ρὰ ποὺ μό­νο ἐ­γὼ γνω­ρί­ζω.

       Ἄ­σχη­μα τὰ πράγ­μα­τα.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Οἱ γρα­φιά­δες


03-buzzati-oigrafiades-mtf-apotaitalikap-fournarisl1151-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Οἱ γρα­φιά­δες

(Gli scrivani)


09-Mi-589px-M_LeMannequinΕΣ ΣΤΗΝ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΑΙΘΟΥΣΑ βρί­σκον­ται στοι­χι­σμέ­να τὸ ἕ­να πί­σω ἀπ΄τὸ ἄλ­λο, ἑ­κα­τον­τά­δες, χι­λιά­δες τρα­πέ­ζια. Πά­νω σὲ κά­θε τρα­πέ­ζι μιὰ γρα­φο­μη­χα­νή. Σὲ κά­θε τρα­πέ­ζι κά­θε­ται ἕ­νας ἄν­θρω­πος.

       Κα­τὰ ἑ­κα­τον­τά­δες, κα­τὰ χι­λιά­δες, γρά­φου­με ἀ­να­φο­ρές, ἱ­στο­ρί­ες καὶ μύ­θους γιὰ τὸν Κύ­ριο καὶ Ἀ­φέν­τη Μας. Εἴ­μα­στε οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Βα­σι­λιᾶ. Κά­θε τό­σο περ­νᾶ ἕ­νας ὑ­πη­ρέ­της γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει τὶς γραμ­μέ­νες σε­λί­δες. Αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει ὅ­τι ὁ Κύ­ριός μας τὶς δι­α­βά­ζει ὅ­λες. Ἀν­τι­θέ­τως, με­ρι­κοὶ ἀ­πὸ μᾶς συ­νε­χί­ζουν νὰ γρά­φουν μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη ζω­ὴ χω­ρὶς ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της μας νὰ ἔ­χει δι­α­βά­σει ἀπ΄ αὐ­τὰ οὔ­τε μιὰ ἀ­ρά­δα.

       Εἴ­μα­στε οἱ γρα­φιά­δες τοῦ Βα­σι­λιᾶ. Κι ἐ­γὼ βρί­σκο­μαι ἐ­δῶ, γιὰ νὰ γρά­φω, πολ­λὰ χρό­νια. Μπρο­στά μου, ἔ­χον­τας γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη του, δου­λεύ­ει ὁ Ἀν­τώ­νιο Σκοκ­κιά­ρι, κοι­νω­νι­ο­λό­γος, ἐ­πι­φορ­τι­σμέ­νος νὰ γρά­φει τὶς ὁ­μι­λί­ες τῶν κυ­ρί­ων ὑ­πουρ­γῶν· ἀ­ρι­στε­ρά, ὁ Γκέλ­μο Βά­ι­σχορν, εἰ­ση­γη­τής, ψυ­χρὸς κι ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κός· δε­ξιά, ὁ Κα­θη­γη­τὴς Μί­ρο Κα­στε­νέν­το­λο, ἱ­στο­ρι­κός· πί­σω μου, ὁ Ἀ­σκά­νιο Ἰν­τε­λι­κά­το, ποι­η­τὴς – ὁ θε­ὸς νὰ τὸν ἔ­χει κα­λά.

       Ξαφ­νι­κά, κλάκ, ἡ γρα­φο­μη­χα­νή μου ἔ­κα­νε ἕ­ναν δυ­να­τὸ κρό­το, μιὰ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα ἄ­να­ψε πά­νω ἀ­πὸ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο κι ὅ­λοι γύ­ρι­σαν νὰ μὲ κοι­τά­ξουν.

       Γύ­ρι­σαν ὅ­λοι νὰ μὲ κοι­τά­ξουν, για­τί αὐ­τὸς ὁ κρό­τος καὶ αὐ­τὴ ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα σή­μαι­ναν τὴν κα­τα­δί­κη μου. Ἀ­πὸ κεί­νη τὴ στιγ­μή, λό­γῳ ἀ­νε­ξι­χνί­α­στης βου­λῆς τοῦ Ἀ­φέν­τη Μας, ἐ­γὼ ἔ­πρε­πε νὰ συ­νε­χί­σω νὰ γρά­φω ἀ­στα­μά­τη­τα, ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὶς πο­λὺ σύν­το­μες παύ­σεις ποὺ ἀ­παι­τοῦν­ται γιὰ τὶς σω­μα­τι­κὲς ἀ­νάγ­κες. Ἂν στα­μα­τοῦ­σα, θὰ ἐρ­χό­ταν ὁ θά­να­τος.

       Ἄ­ρα­γε, μὲ ποιόν τρό­πο μὲ εἶ­χαν κοι­τά­ξει οἱ σύν­τρο­φοί μου; Μὲ λύ­πη ἢ μὲ φθό­νο; Ἤ­μουν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα κα­τα­δι­κα­σμέ­νος ἢ ἐ­πι­λεγ­μέ­νος;

       Στὴ γλώσ­σα μας ἡ «κλή­ση» εἶ­ναι ἕ­νας βα­ρυ­σή­μαν­τος τί­τλος. Συμ­βαί­νει σπά­νια. Ἐ­δῶ καὶ ἐν­νιὰ χρό­νια, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, κα­νεὶς δὲν ἔ­χει πά­ρει αὐ­τὸν τὸν τί­τλο στὴν αἴ­θου­σά μας· καὶ κα­νεὶς δὲν τὸν ἔ­χει δι­α­τη­ρή­σει πά­νω ἀ­πὸ πέν­τε χρό­νια.

       Ἡ «κλή­ση» ἀ­φο­ρᾶ, σχε­δὸν πάν­τα, γρα­φιά­δες κά­ποι­ας ἡ­λι­κί­ας. Σπα­νί­ζει στοὺς νέ­ους. Ἀ­κρι­βῶς γι΄ αὐ­τὸ τὸ λό­γο πολ­λοὶ θε­ω­ροῦν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ τι­μω­ρί­α, ἀλ­λὰ γιὰ ὑ­ψη­λὴ δι­ά­κρι­ση ἀ­πὸ μέ­ρους τοῦ Κυ­ρί­ου Μας πού, ἔ­χον­τας μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη ἀ­γά­πη γιὰ τὸ ἔρ­γο ἑ­νὸς συγ­κε­κρι­μέ­νου γρα­φιά, ἀ­πὸ φό­βο μὴν ζη­τή­σει σύν­τα­ξη καὶ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ δου­λειά, τὸν κρα­τά­ει μὲ τὴν ἀ­πει­λὴ τοῦ θα­νά­του.

       Ἄλ­λοι, ἀν­τί­θε­τα, πι­στεύ­ουν ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται γιὰ θε­τι­κὴ ἀ­πο­τί­μη­ση, ἀλ­λὰ ἁ­πλῶς γιὰ κά­ποι­ο ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ κα­πρί­τσια πού, κα­μιὰ φο­ρά, ἀ­ρέ­σουν στοὺς ἰ­σχυ­ρούς. Πραγ­μα­τι­κά, ὑ­πάρ­χουν πα­λι­ὲς πε­ρι­πτώ­σεις γρα­φιά­δων ποὺ «κλή­θη­καν», ἂν καὶ δὲν εἶ­χαν πα­ρὰ μέ­τρια προ­σόν­τα.

       Ἀν­τι­κρου­ό­με­νες ὡ­στό­σο εἶ­ναι οἱ ἀ­πό­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὶς συ­νέ­πει­ες ποὺ προ­κα­λεῖ ἡ «κλή­ση». Ἄλ­λοι πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἡ ἀ­πει­λὴ τοῦ θα­νά­του —ποὺ ἔρ­χε­ται στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ στα­μα­τή­σεις νὰ ἐρ­γά­ζε­σαι— θο­λώ­νει τὸ νοῦ καὶ μει­ώ­νει τὴ ζω­τι­κό­τη­τα, ὥ­στε με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο και­ρὸ ὁ ἄν­θρω­πος νὰ σπά­ει, νὰ στα­μα­τά­ει νὰ γρά­φει καὶ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πε­ται στὴ μοί­ρα του. Ἄλ­λοι, ἀν­τί­θε­τα, ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ἡ μοι­ραί­α ἀλ­λα­γὴ ἐ­ρε­θί­ζει καὶ πολ­λα­πλα­σιά­ζει τὶς προ­σπά­θει­ες, φέρ­νον­τας μιὰ και­νούρ­για νι­ό­τη· ἔ­τσι ὁ δι­α­λεγ­μέ­νος ἀν­τέ­χει γιὰ μιὰ μα­κρὰ πε­ρί­ο­δο γρά­φον­τας ἀ­να­φο­ρές, ἱ­στο­ρί­ες καὶ μύ­θους μὲ ὁ­λο­έ­να με­γα­λύ­τε­ρη ἀρ­τι­ό­τη­τα.

       Μά, ἂν ὁ γρα­φιὰς στα­μα­τή­σει, πῶς ἔρ­χε­ται ὁ θά­να­τος; Ὅ­ταν οἱ δυ­νά­μεις μου λι­γο­στέ­ψουν, μὲ ποι­όν τρό­πο θὰ πε­θά­νω; Τὸ πράγ­μα εἶ­ναι ἀ­βέ­βαι­ο. Συ­νή­θως ἀ­πο­κλεί­ε­ται ἡ ἐ­πέμ­βα­ση τοῦ δή­μιου τῆς αὐ­λῆς. Κα­νέ­νας βί­αι­ος θά­να­τος. Μᾶλ­λον φαν­τά­ζε­ται κα­νεὶς ἕ­να θλι­βε­ρὸ τέ­λος ἀ­πὸ ἀ­σι­τία, ἀ­φοῦ ὁ δυ­στυ­χὴς δὲν θὰ ἔ­χει πιὰ τὴν εὔ­νοι­α τοῦ Κύ­ριου καὶ Ἀ­φέν­τη, δη­λα­δὴ τὸ μο­να­δι­κὸ λό­γο ὕ­παρ­ξής του.

       Ὑ­πάρ­χει, ἐ­πί­σης, καὶ μιὰ ἄλ­λη θε­ω­ρί­α. Ἴ­σως ὁ θά­να­τος νὰ μὴν εἶ­ναι πα­ρὰ μιὰ πλα­τω­νι­κὴ ἀ­πει­λή. Ἴ­σως ὁ γρα­φιὰς νὰ στα­μα­τά­ει νὰ δου­λεύ­ει, ὁ Ἄρ­χον­τας νὰ τὸν συγ­χω­ρεῖ, καί, ἐν ἀ­γνοί­ᾳ ὅ­λων νὰ τοῦ ἀ­πο­νέ­μει ἀ­κό­μη κι ἕ­να ἔ­πα­θλο. Ἀ­φε­λεῖς οὐ­το­πί­ες.

       Ἡ γρα­φο­μη­χα­νή μου ἔ­κα­νε ἕ­να κρό­το, ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα ἄ­να­ψε. Ὅ­λοι γύ­ρι­σαν νὰ μὲ κοι­τά­ξουν.

       Μό­νο ἐ­γώ, μὲς στὴν τε­ρά­στια αἴ­θου­σα, «κλή­θη­κα». Ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ σχο­λά­σου­με ἀ­πὸ τὴ δου­λειά, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι θὰ φύ­γουν· ἐ­γὼ θὰ συ­νε­χί­σω νὰ γρά­φω, νὰ γρά­φω ὣς τὴν πιὸ βα­θιὰ νύ­χτα. Καὶ τὴν αὐ­γή, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἕ­να σύν­το­μο ὕ­πνο πά­νω σε ἕ­να αὐ­το­σχέ­διο κρε­βά­τι, φτι­αγ­μέ­νο σὲ μιὰ γω­νιὰ ἀ­πὸ τὸν φύ­λα­κα, θὰ ξα­ναρ­χί­σω τὴ δου­λειά. Πο­τέ ξα­νὰ μιὰ μέ­ρα ἀ­νά­παυ­σης, πο­τέ ξα­νὰ δι­α­κο­πές. Κι ἂν μιὰ μέ­ρα δὲν τὰ κα­τα­φέ­ρω νὰ συ­νε­χί­σω, καὶ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω ὁ­ρι­στι­κὰ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν τὸ τέ­λος.

       Ὁ κα­θη­γη­τὴς Κα­στε­νέν­το­λο, ὁ ἱ­στο­ρι­κὸς ποὺ δου­λεύ­ει δί­πλα μου, εἶ­ναι πιὰ γέ­ρος καὶ μὲ ἀ­γα­πά­ει.

       «Μὴν τὸ βά­ζεις κά­τω», λέ­ει. «Ἀ­φοῦ σὲ φώ­να­ξε ὁ Ἀ­φέν­της Μας, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι σοῦ ἔ­χει με­γά­λη ἐ­κτί­μη­ση.»

       «Μά, δὲν μπο­ρῶ νὰ φύ­γω πιὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις; Ἐ­σεῖς σὲ λί­γο θὰ γυ­ρί­σε­τε σπί­τι σας, θὰ ξα­να­δεῖ­τε τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους σας, μπο­ρεῖ­τε νὰ ξε­σκά­σε­τε, νὰ γε­λά­σε­τε, νὰ δι­α­σκε­δά­σε­τε, νὰ τρι­γυρ­νᾶ­τε στὰ δά­ση καὶ στὰ λι­βά­δια. Ἐ­γώ, ὅ­μως, ὄ­χι. Ἐ­γὼ μό­νο θὰ γρά­φω, θὰ γρά­φω. Μέ­χρι πό­τε θὰ ἀν­τέ­ξω;»

       «Ποι­ός ξέ­ρει; Ἴ­σως ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της Μας, ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἀ­πὸ αὐ­τὰ ποὺ γρά­φεις, νὰ κα­τέ­βει ἐ­δῶ νὰ σὲ βρεῖ καὶ νὰ σὲ προ­σκα­λέ­σει σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ θρυ­λι­κά του γλέν­τια. Γιὰ κά­ποι­ο λό­γο δι­α­φέ­ρεις ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ἀλ­λι­ῶς δὲ θὰ σὲ “κα­λοῦ­σε”. Γιὰ σκέ­ψου καὶ μέ­να. Εἶ­μαι ἱ­στο­ρι­κός, γέ­ρος καὶ κου­ρα­σμέ­νος, σή­με­ρα ἔ­βα­λα τε­λεί­α στὴν πραγ­μα­τεί­α μου πά­νω στὶς δυ­αρ­χί­ες τοῦ ὕ­στε­ρου Με­σαί­ω­να, ποὺ θὰ εἶ­ναι καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α μου δου­λειά, ἀ­φοῦ αὔ­ριο, ὅ­πως ξέ­ρεις, βγαί­νω στὴ σύν­τα­ξη. Παρ΄ ὅ­λα αὐ­τά σε ζη­λεύ­ω. Ἀ­πο­χω­ρῶ ἀ­πὸ τὴ δου­λειὰ ἄ­ση­μος κι ἐγ­κα­τα­λε­λειμ­μέ­νος, γνω­ρί­ζω κα­λὰ ὅ­τι ὁ Κύ­ριος καὶ Ἀ­φέν­της ἀ­γα­πᾶ δι­η­γή­μα­τα σὰν τὰ δι­κά σου καὶ δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ ἱ­στο­ρί­α.» (Πράγ­μα ποὺ δὲν εἶ­ναι ἀ­λή­θεια· ἀν­τι­θέ­τως μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια εἶ­ναι πα­θι­α­σμέ­νος μὲ τὴν ἱ­στο­ρί­α σὲ τέ­τοι­ο βαθ­μὸ ποὺ δὲ δι­α­βά­ζει σχε­δὸν τί­πο­τε ἄλ­λο.)

       Σύν­το­μες κου­βέν­τες. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ χα­λα­ρώ­σου­με πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ση­μα­σί­α ἔ­χει νὰ γρά­φεις, νὰ γρά­φεις: αὐ­τὸς ἱ­στο­ρί­α, ἐ­γὼ ἄ­χρη­στα πα­ρα­μύ­θια. Ἀλ­λὰ σὲ λί­γο αὐ­τός, ὁ Κα­στε­νέν­το­λο, θὰ φύ­γει, ἐ­νῶ ἐ­γὼ θὰ συ­νε­χί­σω νὰ δου­λεύ­ω.

       Τὸ φῶς τοῦ πρω­ι­νοῦ λι­γο­στεύ­ει σι­γὰ- σι­γὰ κα­θὼς βρα­διά­ζει. Ντάν! τὸ καμ­πα­νά­κι ση­μαί­νει τὸ τέ­λος τοῦ ὡ­ρα­ρί­ου.

       Ἑ­κα­τό, χί­λιοι συ­νά­δελ­φοι γρα­φιά­δες ποὺ βρί­σκον­ται γύ­ρω μου στα­μα­τοῦν νὰ χτυ­πᾶ­νε τὰ πλῆ­κτρα ταυ­τό­χρο­να, ση­κώ­νον­ται, βά­ζουν τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα στὴν μη­χα­νή τους καὶ προ­χω­ροῦν πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο σὰν με­λαγ­χο­λι­κοὶ μέρ­μηγ­κες, ρί­χνον­τάς μου κλε­φτὲς μα­τι­ές· ἐ­γώ, ἀν­τί­θε­τα, μέ­νω.

       Ἀ­κό­μη κι ὁ κα­θη­γη­τὴς Κα­στε­νέν­το­λο ἔ­χει ση­κω­θεῖ· μὲ κοι­τᾶ καὶ χα­μο­γε­λᾶ ὅ­λο κα­λο­σύ­νη:

       «Σὲ χαι­ρε­τῶ, ἀ­γα­πη­τέ μου φί­λε, αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο βρά­δυ ποὺ εἴ­μα­στε μα­ζί. Μὴ φο­βᾶ­σαι. Ἐ­σὺ εἶ­σαι ὁ ἐ­κλε­κτός, ὁ ξε­χω­ρι­στός. Ἐ­γὼ φεύ­γω στὸ σκο­τά­δι, τώ­ρα πιὰ τὸ μό­νο ποὺ χρει­ά­ζο­μαι εἶ­ναι ξε­κού­ρα­ση.»

       Βγά­ζει ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα, τὸ ἁ­πλώ­νει, τὸ τεν­τώ­νει γιὰ νὰ τοῦ δώ­σει τὸ σχῆ­μα τοῦ θό­λου καὶ νὰ σκε­πά­σει τὸ ἐρ­γα­λεῖ­ο τοῦ συ­νο­μο­λο­γού­με­νου μό­χθου.

       Κλάκ, κλάκ, δυ­ὸ φο­ρὲς ἕ­νας ξε­ρὸς καὶ μο­χθη­ρὸς χτύ­πος βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ μη­χα­νὴ τοῦ Κα­στε­νέν­το­λο. Καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὸ πλη­κτρο­λό­γιο ἀ­νά­βει ἡ κόκ­κι­νη λαμ­πί­τσα. «Κλη­θείς» κι αὐ­τός, ἀ­κρι­βῶς τὴν ὕ­στα­τη στιγ­μὴ τῆς κα­ρι­έ­ρας του.

       Μέ­νει ἐ­κεῖ, ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος. Ἔ­χει γί­νει ἄ­σπρος σὰν τὸ κε­ρί. Ἀλ­λά, κα­τε­βά­ζει ἀρ­γὰ τὸ πλα­στι­κὸ κά­λυμ­μα, τὸ ἁ­πλώ­νει μὲ προ­σο­χὴ πά­νω στὴ μη­χα­νὴ καὶ ἰ­σι­ώ­νει τὴν τσά­κι­ση.

       Μὲ κοι­τά­ει ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρά.

       «Δὲν γί­νε­ται, ὄ­χι. Γειά σου. Δὲν ἀν­τέ­χω ἄλ­λο. Ὅ,τι θέ­λει ἂς γί­νει.»

       Βγῆ­κε ἀπ΄τὴν αἴ­θου­σα τε­λευ­ταῖ­ος, βα­δί­ζον­τας πρὸς τὸ πε­πρω­μέ­νο του.

       Ἔ­μει­να μό­νος μέ­σα στὴ βα­θιὰ σι­ω­πή. Ἄ­να­ψα τὴ λάμ­πα. Καὶ στὸ ἀ­μυ­δρὸ φῶς, πε­ρι­κυ­κλω­μέ­νος ἀπ΄τὸ σκο­τά­δι, γρά­φω, γρά­φω.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Εὐγένιος Μάϊζελ (Евгений Майзель): Ὁ θάνατος τοῦ Κωνσταντίνου


Maizel,Eygenios-OThanatosTouKonstantinou-Eikona-01


Εὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель)

 

Ὁ θά­να­τος τοῦ Κων­σταν­τί­νου

(Смерть Константина)


06-Epsilon-423px-T2JB188_-_Jungle_Book_capital_BΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ ἀ­πὸ τοὺς γο­νεῖς μου, περ­νοῦ­σα ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ Κόρ­κι­νο.

Ξαφ­νι­κὰ ἄ­κου­σα κά­ποι­ον νὰ φω­νά­ζει πί­σω μου : Κώ­στα! Κώ­στα!

       Ἐφ΄ὅ­σον δὲν ἔ­νι­ω­θα ἀρ­κε­τὰ Κώ­στας, σκέ­φθη­κα, ὅ­τι θὰ ἦ­ταν φρό­νι­μο νὰ μὴ ἀ­παν­τή­σω.

       Συ­νέ­χι­σα νὰ περ­πα­τά­ω. Ὄ­μορ­φη βρα­διά, ἥ­συ­χη, ψυ­χὴ ζῶ­σα τρι­γύ­ρω. Ξαφ­νι­κὰ ἀ­κού­στη­κε κά­τι σὰν ρι­πὲς αὐ­το­μά­του, ὅ­πως στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ παι­χνί­δια. Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι: στὴν πόρ­τα τῆς μι­σογ­κρε­μι­σμέ­νης κα­λύ­βας στε­κό­ταν ἕ­να κο­ρι­τσά­κι καὶ μὲ πυ­ρο­βο­λοῦ­σε στὰ σο­βα­ρὰ ἀ­πὸ ἕ­να παι­δι­κὸ του­φέ­κι μὲ τη­λε­στό­χα­στρο.

       Ἔ­πε­σα μὲ τὰ μοῦ­τρα κά­τω, στὸ χαν­τά­κι, ὅ­σο πιὸ φυ­σι­κὰ μπο­ροῦ­σα καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα μὲ τὸ ἕ­να μά­τι μέ­σα ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα: τί θὰ κά­νει ἄ­ρα­γε; Κι ἐ­κεῖ­νο μὲ κοί­τα­ξε ἀ­η­δι­α­σμέ­νο, σὰν νὰ πά­τη­σε σκου­λή­κι, κα­τέ­βα­σε τὸ του­φέ­κι καὶ μπῆ­κε στὴν κα­λύ­βα του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρί­με­να εὐ­γε­νι­κὰ λί­γη ὥ­ρα, ση­κώ­θη­κα, τί­να­ξα τὰ ροῦ­χα καὶ συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο μου.

       Κά­τι σὰν νὰ κό­πη­κε, ὁ Κών­στα­ντῖ­νος πέ­θα­νε μέ­σα μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἔ­φτα­σα στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο σὲ μαῦ­ρο χά­λι.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γή О­ч­е­нь к­о­р­о­т­к­ие т­е­к­с­ты: В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. – М.: Н­ЛО, 2000. (Πο­λὺ σύν­το­μα κεί­με­να. Προ­σπά­θεια Ἀν­θο­λό­γη­σης, Μό­σχα, Ἔκδ. ΝΛΟ, 2000).

Eugeni MaizelΕὐ­γέ­νιος Μά­ϊ­ζελ (Евгений Майзель) (γεν. 1973). Ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­λο­γι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ πα­νε­πισ­τη­μί­ου τῆς Ἁ­γί­ας Πε­τρού­πο­λης, συμ­με­τεῖ­χε ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ σει­ρὰ ἀ­πὸ δι­α­δι­κτυα­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ρωσικά:

Εὐγε­νί­α Κρι­τσέ­φτσκα­για (Μό­σχα, 1958). Φι­λό­λο­γος, με­τα­φρά­στρια, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Κλα­σικὴ Φι­λο­λο­γί­α καὶ Νέ­α Ἑλλη­νικὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Λο­μο­νόσοφ τῆς Μό­σχας. Ἀπὸ τὸ 1983 ζεῖ καὶ ἐργά­ζε­ται στὴν Ἑλ­λά­δα. Τακτικὴ συνεργάτιδα τοῦ ἱστολογίου Ἱστορίες Μπονζάι.



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα


05-CristinaPeriRossi-IFysiTouErota-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα

(La naturaleza del amor)


E-Epsilon-SomataΝΑΣ ΑΝΔΡΑΣ ἀ­γα­πά­ει μιὰ γυ­ναί­κα για­τὶ τὴν θε­ω­ρεῖ ἀ­νώ­τε­ρη. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τοῦ του ἄν­δρα θε­με­λι­ώ­νε­ται στὴν συ­νει­δη­τό­τη­τα τῆς ἀ­νω­τε­ρό­τη­τας τῆς γυ­ναί­κας, ἀ­φοῦ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­γα­πᾶ ἕ­να πλά­σμα κα­τώ­τε­ρο, οὔ­τε κὰν ἕ­να ἰ­σό­τι­μο. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη τὸν ἀ­γα­πᾶ καὶ ἂν καὶ αὐ­τὸ τὸ συ­ναί­σθη­μα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ καὶ πλη­ροῖ ὅ­λες τὶς φι­λο­δο­ξί­ες του, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ μιὰ με­γά­λη ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Πραγ­μα­τι­κά. Ἂν ἐ­κεί­νη εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­π’ αὐ­τόν, δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ, για­τί αὐ­τὸς εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος. Κα­τὰ συ­νέ­πεια, ἢ ψεύ­δε­ται ὅ­ταν βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι τὸν ἀ­γα­πᾶ ἢ δὲν εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀπ΄αὐ­τόν, πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ δι­κή του ἀ­γά­πη πρὸς τὸ πρό­σω­πό της δὲν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται πα­ρὰ μο­νάχα ὡς ἕ­να ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ λά­θος.

       Αὐ­τὴ ἡ ἀμ­βι­φο­λί­α τὸν κα­θι­στᾶ κα­χύ­πο­πτο καὶ τὸν ἀ­να­στα­τώ­νει. Σκέ­φτε­ται μὲ δυ­σπι­στί­α τὶς πρῶ­τες του ἐν­τυ­πώ­σεις (σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ὀ­μορ­φιά, τὴν ἠ­θι­κὴ εὐ­θύ­τη­τα καὶ τὴν ἐ­ξυ­πνά­δα τῆς γυ­ναί­κας) καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς κα­τηγο­ρεῖ τὴν φαν­τα­σί­α του ποὺ ἐ­πι­νό­η­σε ἕ­να πλά­σμα ἀ­νύ­παρ­κτο. Δὲν ἔ­κα­νε λά­θος, ὡ­στό­σο. Ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, σο­φὴ καὶ ἀ­νε­κτι­κή, ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον. Δὲν μπο­ρεῖ, λοι­πόν, νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ. Ἡ ἀ­γά­πη της εἶ­ναι ἕ­να ψέ­μα. Τό­τε λοι­πόν, ἂν πρό­κει­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γιὰ μιὰ ψεύ­τρα, γιὰ μιὰ ὑ­πο­κρί­τρια, δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον, ἕ­ναν ἄν­δρα κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν εἰ­λι­κρι­νῆ. Ἔ­χον­τας ἀ­πο­δεί­ξει μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τὴν κα­τω­τε­ρό­τη­τά της, δὲν τῆς ἀν­τι­στοι­χεῖ ἡ ἀ­γά­πη του, κι ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος, ὁ ἄν­δρας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ χω­ρί­σει τὴ γυ­ναί­κα γιὰ κά­ποι­ο ἀ­ό­ρι­στο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Ὀ­φεί­λει νὰ ξε­κα­θα­ρί­σει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του. Ἡ γυ­ναί­κα δέ­χε­ται τὴν ἀ­πό­φα­σή του μὲ φαι­νο­με­νι­κὴ φυ­σι­κό­τη­τα, πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸν βυ­θί­ζει ἐκ νέ­ου στὴν ἀμ­φι­βο­λί­α. Ἢ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο ὂν ποὺ κα­τα­νό­η­σε σι­ω­πη­λὰ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τά του καὶ στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ ὁ ἔ­ρω­τας του εἶ­ναι δι­και­ο­λο­γη­μέ­νος καὶ πρέ­πει νὰ τρέ­ξει δί­πλα της καὶ νὰ τὴν κά­νει νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σει, ἢ δὲν τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ γι’ αὐ­τὸ δέ­χε­ται μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τὸν χω­ρι­σμό τους κι ἐ­κεῖ­νος δὲν πρέ­πει νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.


       Στὸ χω­ριὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­σύρ­θη­κε, ὁ ἄν­δρας περ­νά­ει τὶς μέ­ρες του παί­ζον­τας σκά­κι μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ἢ μὲ τὴν πλα­στι­κὴ κού­κλα φυ­σι­κοῦ με­γέ­θους ποὺ ἀ­γό­ρα­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Cuentos reunidos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2007.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.