Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης: Δωμάτιο 111



Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης


Δω­μά­τιο 111


ΠΡΟΪΣΤΑΜΕΝΗ τῆς πτέ­ρυ­γας μὲ ἐ­νη­μέ­ρω­σε, ὅ­τι θὰ με­τα­φερ­θῶ. Ρω­τών­τας «για­τί;» ἀ­πάν­τη­σε «ἔ­χου­με δύ­ο εὐ­ά­λω­τους σὲ μι­κρό­βια κι εἶ­στε ὁ μό­νος μὲ νό­ση­μα μὴ με­τα­δι­δό­με­νο».

       Σὲ λί­γο μὲ πῆ­γαν στὸ δω­μά­τιο 111. Το­πο­θε­τή­θη­κα ἀ­νά­με­σα σὲ δύ­ο ἐ­κεῖ εὑ­ρι­σκο­μέ­νους. Μὲ λευ­χαι­μί­α. Δε­ξιά, πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἕ­νας με­σή­λι­κας. Ἔ­δι­νε δια­ρκῶς ὁ­δη­γί­ες στὴ σύ­ζυ­γο, ποὺ πλάν­τα­ζε βου­βά, γιὰ τὴ δι­α­χεί­ρι­ση ἑ­νὸς πα­νω­ση­κώ­μα­τος, στὸ Το­λό, καὶ γιὰ τὸ πῶς θὰ με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἐ­νοι­κι­α­ζό­με­να δω­μά­τια. «Πρό­σε­ξε», τό­νι­ζε, «μὴν ἔ­χει ὁ ἀ­δερ­φός μου τί­πο­τε ἀ­παι­τή­σεις στὸ σπί­τι, θὰ κα­τέ­βω καὶ θὰ τὸν πά­ρει ὁ δι­ά­ο­λος!» Πρὶν τὰ χα­ρά­μα­τα κα­τέ­λη­ξε.

       Ἀ­ρι­στε­ρά μου ἕ­νας ἄν­τρας, γύ­ρω στὰ 50. Σὲ λή­θαρ­γο, λές. Μὲ ὄ­ψη ἄ­σπρη σὰν γλειμ­μέ­νο κό­κα­λο. Τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν δύ­ο γυ­ναῖ­κες. Ἡ μί­α, γε­ρα­σμέ­νη πρό­ω­ρα. Μα­ζὶ μιὰ ἔ­φη­βη. Θυ­γα­τέ­ρα της ἀ­πὸ γά­μο μὲ τὸν ἀ­σθε­νῆ. Τώ­ρα σὲ δι­ά­στα­ση. Ἡ δεύ­τε­ρη, ξαν­θιὰ Οὐ­κρα­νή. Συ­ζοῦ­σε μὲ τὸν δι­πλα­νό.

       Ὅ­ταν ὁ ἐν λό­γῳ ξυ­πνοῦ­σε καὶ ἦ­ταν πα­ροῦ­σα ἡ πρώ­ην, τὸν πα­ρό­τρυ­νε, μὲ σβη­σμέ­νη φω­νή, «πᾶ­με σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, στὴν Τῆ­νο, νὰ βο­η­θή­σει ἡ Πα­να­γί­α!». Ἔ­βα­ζε φι­τι­λι­ὲς γιὰ τὴν και­νούρ­για, «δὲν ἦρ­θε σή­με­ρα, ὅ­πως καὶ προ­χθές, εἶ­δες; Ἐ­νῶ ἐ­γὼ μέ­ρα νύ­χτα ἐ­δῶ μὲ τὸ κο­ρί­τσι μας». Ἐ­κεῖ­νος ὑ­πε­ρα­σπι­ζό­ταν τὴ ξαν­θιά, «ἔ­χει τὸ μα­γα­ζὶ στὴν πα­ρα­λια­κή, μω­ρὴ μα­λά­κω, πῶς νά ‘ρθεῖ;»

       Ὅ­σες νύ­χτες πα­ρέ­μει­νε ζων­τα­νός, κα­τὰ τὶς 4 τὸ πρω­ΐ, τη­λε­φω­νοῦ­σε σὲ κά­ποι­ον. Ρω­τοῦ­σε, ἂν τὰ κο­ρί­τσια εἶ­ναι στὴ γύ­ρα. Παίρ­νον­τας ἀ­πάν­τη­ση μὴ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ οὔρ­λια­ζε, «Σή­κω­σέ τες νὰ πᾶ­νε στὰ τρα­πέ­ζια, γα­μῶ τὸν ἀν­τί­θε­ό μου, νὰ κά­νουν κον­σο­μα­σιόν. Θὰ τὶς ξε­σκί­σω ἅ­μα γυ­ρί­σω. Κι ἐ­σέ­να, μα­λά­κα».

       Τὴ μέ­ρα ποὺ κα­τέ­λη­ξε κι ἐ­κεῖ­νος ἡ πρώ­ην ἀ­νέ­βα­σε ὀ­κτά­βες. Ρί­χτη­κε στὴ γκό­με­να. «Μά­ζε­ψέ τα. Τὸ παι­δί μου ἔ­χει νό­μι­μο δι­καί­ω­μα στὸ μα­γα­ζί. Ἢ χά­σου ἢ μέ­νεις καὶ σ’ ἔ­χω που­τά­να μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες νὰ μοῦ τὰ φέρ­νεις, κα­ρι­ό­λα.»

       Κοί­τα­ξα ἔ­ξω τὸν οὐ­ρα­νό. Πα­νω­ση­κώ­μα­τα, κω­λόμ­πα­ρα, με­τα­δι­δό­με­να καὶ μὴ νο­σή­μα­τα. Ζω­ή…



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Γι­ῶρ­γος Χ. Θε­ο­χά­ρης (Δε­σφί­να Φω­κί­δας, 1951). Ποί­η­ση, Δο­κί­μιο-Κρι­τι­κή. Τε­χνι­κὸς μη­χα­νο­λο­γι­κῆς συν­τή­ρη­σης στὴ χη­μι­κὴ βι­ο­μη­χα­νί­α (Ἀ­λου­μί­νιον τῆς Ἑλ­λά­δος). Ποι­ή­μα­τά του, δο­κι­μια­κὰ κεί­με­να καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς κρι­τι­κὲς δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ποι­ή­μα­τά του με­τα­φρά­στη­καν στὰ ἀλ­βα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κὰ καὶ λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κα. Βι­βλί­α του: Πτω­χὸν με­τάλ­λευ­μα (ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἐμ­βό­λι­μον, Ἄ­σπρα Σπί­τια, 1990), Ἀ­μει­ψι­σπο­ρά (ἔκ­δο­ση τῆς Δη­μό­σιας Κεν­τρι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης Λε­βα­δεί­ας, 1996), Δί­στο­μο 10 Ἰ­ου­νί­ου 1944 – τὸ Ὁ­λο­καύ­τω­μα (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2010· Κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο Χρο­νι­κοῦ-Μαρ­τυ­ρί­ας), Πι­­στο­­ποι­­η­τι­­κὰ θνη­­τό­τη­­τας. Ποι­ήμα­τα 1970-2010 (Σύγ­χρο­νη Ἔκ­φρα­ση, 2014) κ.ἄ.

Ἀθανάσιος Γκράβαλης: Ἡ Βασιλές


Ἀ­θα­νά­σιος Γκρά­βα­λης


Ἡ βα­σι­λές


ΟΥΣΕ ΜΙΑ ΦΟΡΑ στὸ χω­ριό μου ἕ­νας βα­σι­λές. Ἕ­νας βα­σι­λὲς ὅ­μως ἀ­λη­θι­νός, ὄ­χι σὰν αὐ­τοὺς ποὺ φο­ρᾶν στὸ κε­φά­λι τους κο­ρό­νες καὶ βα­στᾶν στὰ χέ­ρια πα­τε­ρί­τσες καὶ ὁ­ρί­ζουν τοὺς λα­οὺς σὰν κο­πά­δια.

        Ζοῦ­σε μιὰ φο­ρὰ στὴν πα­τρί­δα μου ἕ­νας βα­σι­λὲς ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σαν οὗ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι καὶ οὗ­λα τὰ μω­ρά, ποὺ πά­γαι­νε στὸ δρό­μο μο­να­χὸς δί­χως ἀ­κο­λου­θί­ες καὶ τούμ­πα­να. Τοῦ­τος ὁ δι­κός μου «ἡ βα­σι­λὲς» ὅ­ρι­ζε ἕ­να βα­σί­λει­ο με­γά­λο ὅ­σο ἡ σκέ­ψη. Γιὰ σκέ­πα­σμα στὸ θρό­νο του εἶ­χε τὸν ἀ­λη­θι­νὸ οὐ­ρα­νὸ καὶ γιὰ δύ­να­μή του τῶν ἀν­θρώ­πων τὴν ἀ­γά­πη.

        Ὁ Μπάρ­μπα Μα­νώ­λης «ἡ βα­σι­λές». Για­τί τὸν βγά­λα­νε αὐ­τὸ τὸ ὄ­νο­μα δὲν τὸ ξέ­ρω. Ὅ­ποιος τοῦ τὸ ἔ­δω­σε ὅ­μως ἔ­κα­νε πο­λὺ κα­λά, για­τί τοῦ Μπάρ­μπα Μα­νώ­λη τοῦ βα­σι­λὲ ἕ­να τέ­τοι­ο ὄ­νο­μα τοῦ ταί­ρια­ζε μο­νά­χα.

        Ὅ­λη τὴ ζω­ή του «ἡ βα­σι­λὲς» τὴν πέ­ρα­σε ἀ­πά­νου στὴ θά­λασ­σα. Ἀ­νά­με­σα στὰ βρά­χια τῶν γκρέ­μνων ἀ­κρο­γι­α­λι­ῶν ποὺ τὰ δέρ­νει πάν­τα τὸ κύ­μα. Ἀ­νά­με­σα στὰ βρά­χια καὶ στὲς γοῦ­βες τὶς γε­μά­τες ἀ­πὸ κα­λό­γνω­μες καὶ στρεί­δια καὶ μύ­δια καὶ κά­θε εἶ­δος θα­λασ­σι­νά.

        Σπί­τι του καὶ χα­ρὰ του μιὰ βάρ­κα.

        Μέ­σα σ’ αὐτὴ ἔ­ζη­σε ὅ­λη του τὴ ζω­ή. Ἴ­σως καὶ νὰ γεν­νή­θη­κε σ’ αὐ­τή, ἴ­σως καὶ νὰ γεν­νη­θή­κα­νε κι οἱ δυ­ό τους μα­ζί. Δὲν ξέ­ρω.

        Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸν βα­σι­λὲ καὶ τὴ βάρ­κα του δὲν μπό­ρε­σα πο­τὲς νὰ τοὺς ξε­χω­ρί­σω.

        Ἡ βα­σι­λὲς ἦ­ταν βαρ­κά­ρης. Βαρ­κά­ρης ποὺ δὲν δού­λευ­ε γιὰ κα­νέ­ναν ἀλ­λὰ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τὸ του μο­νά­χα.

        Γύ­ρι­ζε ὅ­λη τὴ μέ­ρα στὴ θά­λασ­σα σέρ­νον­τας μα­ζὶ μὲ τὸ γέ­ρι­κο κορ­μί του καὶ τὴ γέ­ρι­κια πιὰ σὰν αὐ­τὸν κού­νια του. Μὲ τὴ βάρ­κα ἡ βα­σι­λὲς περ­πα­τοῦ­σε ἐ­πά­νω στοὺς για­λοὺς καὶ στὸ μπου­ρί­νι καὶ στὴν πα­γω­νιὰ καὶ  στὴ βρο­χὴ καὶ στὸ λι­ο­πύ­ρι.

        Ἔ­φευ­γε ἀπ’ τὴν ἀρα­ξά του πουρ­νὸ-πουρ­νό. Ἔ­φευ­γε καὶ τρα­βοῦ­σε πό­τε μέ­σα στὶς ἀγ­κά­λες, πό­τε κα­τὰ τὸ πέ­λα­γο, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρει για­τί, χω­ρὶς νὰ ζητᾶ τί­πο­τα. Ἀλ­λι­ῶς δὲν ἤ­τα­νε βο­λε­τὸ νὰ κά­νει.

        Ὅ­λα τὰ θο­λά­μια κι ὅ­λες οἱ γοῦ­βες οἱ γε­μά­τες ἀ­πὸ μύ­δια καὶ κα­λο­γρι­ὲς ἤ­τα­νε δι­κές του. Ζοῦ­σε ρου­φών­τας τὴν ἁρ­μύ­ρα κι ἀ­π’ τὸν ἀ­γέ­ρα κι ἀπ’ τὸ για­λό.

        Ἡ βα­σι­λὲς ἦ­ταν λί­γο καμ­πού­ρης. Ἴ­σως καὶ νὰ μὴν ἤ­τα­νε ὅ­μως. Ἴ­σως νὰ τὸν ἔ­παιρ­να ἔ­τσι κα­θὼς τὸν ἔ­βλε­πα πάν­τα σκυ­φτό, πό­τε στὸ κου­πί, πό­τε τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­ψα­χνε στὸν πά­το τῆς θά­λασ­σας καὶ πό­τε σὰν τρα­βοῦ­σε τὰ βρά­δια στὴν πο­λι­τεί­α φορ­τω­μέ­νος στὸν ὦ­μο ἕ­ναν τρο­βά.

        Πα­πού­τσια στὰ πό­δια του οὔ­τε σὰν πέ­θα­νε δὲν τὸν βά­λα­νε. Στὸ κε­φά­λι φο­ροῦ­σε ἕ­να του­νουζ­λί­δι­κο* φέ­σι ξαλ­λή­θω­ρο ἀπ’ τὰ χρό­νια. Τὰ μά­τια του ἤ­τα­νε τρι­γυ­ρι­σμέ­να πάν­τα ἀ­πὸ ἕ­ναν ἄ­λι­κο κύ­κλο ἀ­πὸ αἷ­μα κι ἡ μύ­τη του ἤ­τα­νε με­γά­λη, ἴ­σα­με γρο­θιά.

        Ἡ βα­σι­λὲς νε­ρὸ δὲν ἔ­πι­νε πο­τές. Τρα­βοῦ­σε μό­νο μὲ τὴν τσό­τρα κρα­σί, ποὺ τό ’παιρ­νε κά­θε βράδυ δί­νον­τας γιὰ πλη­ρω­μὴ κο­ρο­χύ­λια καὶ καβούρια καὶ χά­βα­ρα*.

        Ὁ Μα­νώ­λης ἡ βα­σι­λὲς πέ­θα­νε ὅ­πως πε­θαί­νουν ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀ­πα­ράλ­λα­χτα ὅ­πως πε­θαί­νει κά­θε ζων­τα­νό.

        Ἅ­πλω­σε μιὰ νύ­χτα κά­τω ἀ­π’ τὴν ἀ­στρο­φεγ­γιὰ τοῦ χει­μω­νι­ά­τι­κου οὐ­ρα­νοῦ τὰ πο­δά­ρια του, τέν­τω­σε τὰ χέ­ρια του μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­νοι­χτὲς πρὸς ὅ­λο τὸν κό­σμο, ἔσφι­ξε τὰ μά­τια του καὶ κο­κά­λια­σε μὲ μιὰ σπι­θα­μὴ ἀ­νοι­χτό τὸ στό­μα.

        Ἡ βάρ­κα του τὸν κου­νοῦ­σε ἔ­τσι ὅ­λη τὴ νύ­χτα, ἀ­πα­ράλ­λα­χτα ὅ­πως τὸν κου­νοῦ­σε πάν­τα ἔ­τσι καὶ ζων­τα­νό.

        Τὸ πρω­ὶ τὸν βρή­κα­νε κά­τι μω­ρὰ ποὺ πῆ­ραν σβάρ­να τὶς ἀ­κρο­γι­α­λι­ὲς γιὰ νὰ μα­ζέ­ψουν κο­ρο­χύ­λια.

        Ὁ θά­να­τος τοῦ βασιλέ μα­θεύ­τη­κε γρή­γο­ρα στὰ τρι­γύ­ρω ντά­μια*. Ἕ­νας πα­ρα­γιὸς τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, μιὰ καὶ ποὺ πέ­θα­νε ἐ­κε­ῖ πέ­ρα κον­τά, πα­ρά­τη­σε τ’ ἀ­λέ­τρι του ἐ­πά­νω στὴν αὐ­λα­κιά, κα­τέ­βη­κε κα­τὰ τὸ για­λό, τρά­βη­ξε τὴ βάρ­κα μὲ τὸ σκοι­νὶ ποὺ ἦ­ταν δε­μέ­νη κα­τὰ τὴ στε­ριὰ καὶ σκέ­πα­σε τὸν πε­θα­μέ­νον μ’ ἕ­να τσου­βά­λι. Ὕ­στε­ρα πῆ­ρε τὴν τσό­τρα* ποὺ κοί­τουν­ταν ἐ­κεῖ κον­τὰ καὶ ρού­φη­ξε λί­γο κρα­σί, ἔ­σκυ­ψε καὶ κα­τὰ τὸν τρο­βά, πῆ­ρε τὰ κο­ρο­χύ­λια ποὺ ἦ­ταν μέ­σα, τά ’βα­λε στὸ ζου­νά­ρι του, τρά­βη­ξε πά­λι τὸ σχοι­νὶ τῆς βάρ­κας καὶ πή­δη­σε στὴ στε­ριά.

        Ἡ βάρ­κα μὲ τὸν πε­θα­μέ­νο βα­σι­λέ της ἔ­μει­νε ἔ­τσι μο­να­χὴ καὶ ξα­κο­λού­θη­σε νὰ χο­ρεύ­ει ἐ­πά­νω στὰ κύ­μα­τα.

        Τὸν βα­σι­λὲ τὸν θά­ψα­νε κα­τὰ τὸ βρά­δυ.

        Στὸ σού­ρου­πο οἱ πα­ρα­γιοὶ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ, ποὺ δὲν ἔ­κα­νε νὰ χα­σο­με­ρή­σουν τὴ μέ­ρα τὸ ζευ­γά­ρι* των, κα­τε­βή­κα­νε μ’ ἕ­να φτιά­ρι κι ἕ­ναν κα­σμά. Κα­τέ­βη­κε μα­ζί τους κι ὁ γού­με­νος τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ μὲ τὸ πε­τρα­χή­λι στὴν ἀ­μα­σκά­λη καὶ μ’ ἕ­να μι­κρὸ σταυ­ρὸ στὸ χέ­ρι. Θυ­μια­τὸ δὲν φέ­ρα­νε.

        Ὕστερα, σὰν ἦρ­τε ἡ ὥ­ρα νὰ θυ­μιά­σουν, βά­λα­νε δυ­ὸ κάρ­βου­να ἀ­πά­νω σὲ μιὰ κε­ρα­μί­δα κι ἕ­να κου­κού­τσι λι­βά­νι ποὺ τὸ βρῆ­κε στὴν τσέ­πη τοῦ γε­λε­κιοῦ του ὁ γού­με­νος.

        Δὲν φέ­ρα­νε οὔ­τε λά­δι οὔ­τε νε­ρό. Ἀν­τὶς νε­ρὸ ἕ­νας πα­ρα­γιὸς πῆ­ρε μὲ τὸ φτιά­ρι λί­γη θά­λασ­σα καὶ τὴν ἔ­ρι­ξε στὰ μοῦ­τρα τοῦ πε­θα­μέ­νου.

        Τὰ γράμ­μα­τα ὁ γού­με­νος τά ‘­ψα­λε ἀ­πὸ στε­ριά, ἐ­νῶ ὁ νε­κρὸς κοί­τον­ταν ἀ­κό­μα μέ­σα στὴ βάρ­κα ποὺ χό­ρευ­ε ἀ­π’ τὰ κύ­μα­τα. Λί­γο πα­ρα­πέ­ρα, κον­τὰ στὴν ἀμ­μου­διά, δυ­ὸ ἄλ­λοι πα­ρα­γιοὶ σκά­βα­νε τὴν ἴ­δια ὥ­ρα ἕ­να λάκ­κο.

        Σὰν τέ­λει­ω­σαν τὰ γράμ­μα­τα, τρα­βή­ξα­νε τὴ βάρ­κα μὲ τὸ σχοι­νὶ κα­τὰ τὴ στε­ριά, κι ἕ­νας φορ­τώ­θη­κε τὸν πε­θα­μέ­νο βα­σι­λὲ στὸν ὦ­μο. Αἱ πα­λά­μες του ἦ­ταν τεν­τω­μέ­νες πάν­τα πρὸς ὅ­λο τὸν κό­σμο. Τοῦ βά­λα­νε κι ἕ­να κε­ρα­μί­δι ποὺ βρή­κα­νε ἐ­κεῖ κον­τὰ στὸ στό­μα, τὸν κα­τέ­βα­σαν στὸ λάκ­κο του καὶ τὸν σκέ­πα­σαν μὲ χα­λί­κια τῆς ἀ­κρο­για­λιᾶς.

        Σὰν φύ­γα­νε ὅ­λοι, ὁ ἴ­διος ὁ πα­ρα­γιὸς ποὺ πρω­το­κα­τέ­βη­κε ἐ­πή­δη­ξε πά­λι στὴ βάρ­κα, ἤ­πι­ε ὅ­σο κρα­σὶ εἶ­χε μεί­νει στὴν τσό­τρα καὶ τὴν πέ­τα­ξε στὴ θά­λασ­σα. Ὕ­στε­ρα πῆ­ρε καὶ τὸ τσου­βά­λι ποὺ εἶ­χε σκε­πά­σει πε­θα­μέ­νο τὸν βα­σι­λιά, πή­δη­ξε στὴ στε­ριὰ καὶ τρά­βη­ξε κα­τὰ τὸν ἀ­νή­φο­ρο.

        Κι ἡ βάρ­κα χο­ρο­πη­δοῦ­σε ἀ­κό­μα τώ­ρα πιὸ ἀ­λα­φριὰ ἐ­πά­νω στὰ κύ­μα­τα.

        Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ τὸ βα­σι­λὲ πέ­θα­νε κι ἡ βάρ­κα του, ποὺ ἦ­ταν γέ­ρι­κη σὰν κι αὐ­τόν, κι εἶ­χε μεί­νει ἔ­ρη­μη στὴν ἀ­κρο­για­λιὰ σὰν τὸν στε­ρή­θη­κε.

        Ἦρ­ταν οἱ πα­ρα­γιοὶ τοῦ Μο­να­στη­ριοῦ καὶ τὴν κομ­μα­τι­ά­σα­νε μὲ τοὺς μπαλ­τά­δες γιὰ τὸ κα­ζά­νι. Τὴν ὥ­ρα ποὺ κου­βα­λού­σα­νε τὰ ξύ­λα μὲ τὸν ἀ­ραμ­πά, ἕ­να μα­δέ­ρι μὲ κά­τι γι­ω­μέ­νες* καρ­φά­ρες ἔ­πε­σε κα­τὰ γῆς. Ἕ­νας πα­ρα­γιὸς τὸ πῆ­ρε καὶ τὸ κάρ­φω­σε ὄρ­θιο μέ­σα στὰ χα­λί­κια, στὸ ἴ­διο μέ­ρος ποὺ εἴ­χα­νε χώ­σει τὸν Μα­νώ­λη τὸν βα­σι­λέ­α. Τ’ ἀ­φή­σα­νε ἐ­κεῖ πέ­ρα ἔ­τσι, καὶ κα­νέ­να χέ­ρι δὲν τό ‘­βγα­λε, ὣς ποὺ τὸ ἕ­λι­ω­σε σι­γὰ-σι­γὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ κύ­μα καὶ ἡ βρο­χή.

        Ὕ­στε­ρα τὸν τά­φο τοῦ βα­σι­λέ­α δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν δεί­ξει πλειὰ κα­νέ­νας.


Γλωσσάρι:

του­νουζ­λί­δι­κος· ἀπὸ τὸ Τούνεζι (Τυνησία).

χάβαρο· εἶδος ἀχιβάδας.

ντάμι· πρόχειρο ἀγροτικὸ κατάλυμμα.

τσότρα· ξύλινο δοχεῖο.

ζευ­γά­ρι· ζευγάρι βοδιῶν γιὰ τὸ ὄργωμα.

γιωμένος· σκουριασμένος.


Πη­γή: Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης, Τῆς Ματ­ζου­ρά­νε­νας τὸ χά­λα­σμα καὶ ἄλ­λα ἀ­φη­γή­μα­τα, Ἐ­πι­λο­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια: Ἐ.Χ. Γο­να­τᾶς, Ἐκδ. Στιγ­μή, Ἀ­θή­να, 1988. Ἀ­να­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη ἔκ­δο­ση μὲ τίτ­λο Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες (Μυ­τι­λή­νη, 1930). [Ση­μεί­ω­ση τοῦ Ἱ­στο­λο­γί­ου μας: Στὸ εἰ­σα­γω­γι­κό του ση­μεί­ω­μα «Λί­γα λό­για» ποὺ προ­έ­τα­ξε ὁ Γκρά­βα­λης στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ 1930 με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων γρά­φει: «Βι­βλί­ο εἶ­πα πὼς δὲν φα­ντά­ζου­μαι πὼς γρά­φω. Ὅ,τι θαμ­πὸ ἀ­πό­μει­νε ἀ­πὸ τὰ πε­ρα­σμέ­να μιᾶς ζω­ῆς ποὺ ἀ­γα­πῶ, ἀ­γω­νί­ζου­μαι νὰ τὸ κρα­τή­σω ἀ­πά­νω στὸ χαρ­τὶ γιὰ νὰ μὴν χα­θεῖ ὁ­λό­τε­λα. Κι οὔ­τε αὐ­τὸ ἀ­κό­μα δὲν κά­νω κα­λὰ-κα­λά. Παίρ­νω μο­νά­χα κά­τι ἀλ­λι­ώ­τι­κους ἀν­θρώ­πους ποὺ ζή­σα­νε κά­πο­τε ἀ­νά­με­σά μας καὶ ποὺ σή­με­ρα δὲν ζοῦ­νε πλειὰ τέ­τοι­οι, κά­τι ἀν­θρώ­πους ποὺ δὲν μοιά­ζουν οὔ­τε ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἀλ­λον οὔ­τε μὲ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους, ποὺ πό­τε ἔ­χουν κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ τοὺς συ­νη­θι­σμέ­νους ἀν­θρώ­πους καὶ πό­τε κά­τι τὸ λει­ψό.»]

Ἀ­θα­νά­σιος Θ. Γκρά­βα­λης (Ἀ­ϊ­βα­λί, 1890-Μυ­τι­λή­νη, 1974). Δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δά­σκα­λος στὰ Μο­σχο­νή­σια (1912-1914) καὶ ὡς Γραμ­μα­τεὺς τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Δι­οι­κή­σε­ως τῆς Ἁρ­μο­στεί­ας Κυ­δω­νι­ῶν κα­τὰ τὴν πε­ρί­ο­δο τοῦ Μι­κρα­σι­α­τι­κοῦ πο­λέ­μου. Με­τὰ τὴν Μι­κρα­σι­α­τι­κὴ Κα­τα­στρο­φὴ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὴ Μυ­τι­λή­νη ὅ­που ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος­καὶ ἐκ­δό­της ἐ­φη­με­ρί­δων. Μο­να­δι­κὸ λο­γο­τε­χνι­κό του βι­βλί­ο τὸ Σπα­σμέ­νες κο­λῶ­νες, ποὺ ἐκ­δό­θη­κε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸ ζω­η­ρὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ Στρα­τῆ Μυ­ρι­βή­λη στὴ Μυ­τι­λή­νη τὸ 1930. Τὴν ἀ­να­ζω­πύ­ρω­ση τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος γιὰ τὸν Γκρά­βα­λη ὀ­φεί­λου­με στὸν Ἐ­πα­μει­νών­δα Γο­να­τᾶ.


Ἑλένη Γούλα: Ὀμορφιά…

.

 11

.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα

 

Ὀ­μορ­φιά…

 

03-Epsilon­χει τὰ φου­στά­νια της ση­κω­μέ­να στὴ μέ­ση. Ἀ­να­σκουμ­πω­μέ­να. Τὰ πό­δια ἀ­νοι­χτά. Κά­τι στρα­βὰ κα­κο­χυ­μέ­να πό­δια. Φαί­νον­ται τὰ γό­να­τα καὶ ἡ ἄ­σπρη, πο­λὺ ἄ­σπρη ἐ­πι­δερ­μί­δα. Δὲν τὰ βλέ­πει ὁ ἥ­λιος – σκε­πα­σμέ­να μὲ τὴ μα­κριὰ φού­στα – o­ύ­τε χά­δι ἀ­πὸ ἄν­τρα κα­νέ­να.

            Στέ­κε­ται ἔ­τσι στὴ μέ­ση τοῦ πο­τα­μιοῦ.

            Τὸ νε­ρὸ ὁρ­μη­τι­κὸ τρέ­χει μὲ δύ­να­μη. Κά­νει κύ­κλους τρι­γύ­ρω της. Σπρώ­χνει τὸ δέρ­μα, φου­σκώ­νει τὶς κόκ­κι­νες φλέ­βες, γλύ­φει τὶς πλη­γὲς καὶ τοὺς μώ­λω­πες, πα­γώ­νει τὰ δά­χτυ­λα τὰ ξυ­πό­λυ­τα. Τὰ κό­κα­λα ὅ­μως, τὰ στρα­βο­κολ­λη­μέ­να κό­κα­λα, τὰ πλα­κου­τσά… τὰ κρυμ­μέ­να στὸ κρέ­ας,… αὐ­τὰ δὲν τὰ κλο­νί­ζει. Ἔ­χουν μιὰ δι­κιὰ τους ὁρ­μὴ αὐ­τά, ποὺ τὰ στή­νει μὲ τρό­πο θαυ­μα­στό, ἀ­κού­νη­τα… κόν­τρα στὴ δύ­να­μη τοῦ νε­ροῦ.

            Στὰ χέ­ρια της, δυ­να­τά, κρα­τά­ει τὰ σπάρ­τα. Τὰ ση­κώ­νει ψη­λὰ καὶ τὰ βου­τά­ει πά­λι στὸ νε­ρὸ νὰ μου­λιά­σουν. Ἔ­χει μ’ αὐ­τὰ νὰ ὑ­φά­νει πα­νί, πρέ­πει νὰ ντύ­σει τὰ ὀρ­φα­νά.

            Τό­σα ὀρ­φα­νά, θε­έ μου…

            Τὰ πό­δια της, τὰ ἄ­σχη­μα, τὰ στρα­βά, τὰ κον­τό­χον­τρα μὲ τὶς φου­σκω­μέ­νες φλέ­βες καὶ τοὺς μώ­λω­πες, ἔ­τσι ὅ­πως τὴ στη­ρί­ζου­νε ὄρ­θια στὸ πο­τά­μι, ὅ­πως τὴν κρα­τᾶ­νε ἀ­κλό­νη­τη στὴν ὁρ­μὴ τοῦ νε­ροῦ… με­τα­μορ­φώ­νον­ται τώ­ρα καὶ λάμ­που­νε. Ὄ­μορ­φα…

            Τί εἶ­ναι ἡ ὀ­μορ­φιὰ ἂν δὲν εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη ποὺ μά­χε­ται τὴν ἀ­δυ­να­μί­α;

            Ἂν δὲν εἶ­ναι τὸ πεῖ­σμα νὰ στα­θεῖ κα­νεὶς ὄρ­θιος στὴ μέ­ση του νε­ροῦ, ποὺ αἰ­ώ­νια μά­χε­ται τὴ δύ­να­μη τοῦ βρά­χου…

            Ἕ­νας βρά­χος κι αὐ­τὴ ὀ­μορ­φιᾶς γιὰ τοὺς και­ροὺς τοὺς ἀ­μεί­λι­κτους, ποὺ ὁρ­μᾶ­νε τώ­ρα κα­τὰ πά­νω μας, ἀ­δυ­σώ­πη­τοι.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960), ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007, ἐνώ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).

 

 

Ἰάκωβος Ἀνυφαντάκης: Ὁ ἄσωτος ἀδελφὸς

 

 

Ἰ­ά­κω­βος Ἀ­νυ­φαν­τά­κης

 

Ὁ ἄ­σω­τος ἀ­δελ­φὸς

 

 ΛΙΑ οὔ­τε ποὺ τὸν πρό­σε­ξε μπαί­νον­τας. Κά­τι γύ­ρι­σε νὰ πεῖ στὸν Τά­κη καὶ τό­τε εἶ­δε τὸν Τζέ­νι ποὺ ἦ­ταν ἀ­κό­μη κά­τω. Κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι της καὶ ἔ­φυ­γε. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο γύ­ρι­σε ὁ Τά­κης μὲ τὸ τσαν­τά­κι του στὸ χέ­ρι. Ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα εἴ­κο­σι, σα­ράν­τα εὐ­ρώ. «Γιὰ νὰ μὴ μὲ πρή­ζεις.» Ὁ Τζέ­νι ἔ­τρι­ψε τὸ ση­μά­δι ποὺ τοῦ εἶ­χε μεί­νει ἀ­πὸ τὸ σχῆ­μα τοῦ πλα­κα­κιοῦ. Ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας φαι­νό­ταν ἡ Λί­α ποὺ ἔ­βγα­ζε τὰ ροῦ­χα της. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μπου­νιὰ καὶ τὸ πο­τή­ρι μὲ τὸν φρα­πὲ ἔ­γι­νε θρύ­ψα­λα στὸν τοῖ­χο. Στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­κού­στη­κε ἕ­να ἐ­λα­φρὺ μουρ­μου­ρη­τό.

       Εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ μι­λή­σει πά­λι στὸν Τά­κη γιὰ τὰ λε­φτά. Τὸ δι­κό του με­ρί­διο ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο. Ἢ νὰ τὸ ἔ­παιρ­νε ὁ Τά­κης ἢ νὰ τὸ που­λοῦ­σε ἀλ­λοῦ. Θὰ ἔ­φτια­χνε ἕ­να δι­κό του μα­γα­ζί. Ροῦ­χα, κυ­ρι­λὲ καὶ κά­ζου­αλ. Ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν ἕ­τοι­μος, τὸν πε­ρί­με­νε. Ὁ Τά­κης οὔ­τε νὰ τὸν ἀ­κού­σει. «Δὲν ξέ­ρεις νὰ σκου­πί­σεις τὸν κῶ­λο σου καὶ θ’ ἀ­νοί­ξεις μα­γα­ζί;» Ἀ­π’ ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ πα­τέ­ρας τους δού­λευ­αν αὐ­τοὶ τὸ πε­ρί­πτε­ρο. Οἱ δυ­ό τους καὶ ἡ μά­να τους. Τὶς ἀ­πο­φά­σεις τὶς ἔ­παιρ­νε ὁ Τά­κης. Αὐ­τὸς ἔ­παι­ζε τὸν ρό­λο τοῦ μα­λά­κα ποὺ συμ­φω­νοῦ­σε. Σή­με­ρα πῆ­γε μὲ μιὰ μπλό­φα γιὰ νὰ τὸν ἀ­ναγ­κά­σει νὰ τὸ συ­ζη­τή­σει. Ὅ­τι εἶ­χε βρεῖ κά­ποι­ον νὰ πά­ρει τὸ δι­κό του μι­σό. Ἀ­φοῦ δὲ δε­χό­ταν ὁ Τά­κης θὰ τὸ ἔ­δι­νε ἀλ­λοῦ. Τὸν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ καὶ τὸν κόλ­λη­σε στὸν τοῖ­χο. Θὰ τὸν σκό­τω­νε, ἅ­μα τὸ ξα­νά­λε­γε. Μό­λις πῆ­γε νὰ μι­λή­σει τὸν ἔ­ρι­ξε κά­τω καὶ τὸν ἄρ­χι­σε στὰ χα­στού­κια.

        Ἅρ­πα­ξε τὸ τσαν­τά­κι τοῦ Τά­κη καὶ τὸ ἔ­τρι­ψε πά­νω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη τοῦ κα­φέ. Με­τὰ τὸ ξα­να­σκέ­φτη­κε. Ἔ­ψα­ξε τὶς θῆ­κες. Πορ­το­φό­λι, κι­νη­τό, κλει­διά. Στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο τὸ ζευ­γα­ρά­κι γα­μι­ό­ταν μὲ θό­ρυ­βο. Μέ­τρη­σε τὰ λε­φτά. Τρά­βη­ξε ἕ­να ἀ­π’ τὰ τρί­α πε­νην­τά­ρι­κα ποὺ ἦ­ταν μέ­σα καὶ δυ­ὸ δε­κά­ρι­κα. Ἄ­φη­σε τὰ ὑ­πό­λοι­πα ὅ­πως ἦ­ταν. Κοί­τα­ξε τὴν κλει­στὴ πόρ­τα, ἔ­πι­πλα σέρ­νον­ταν στὸ πά­τω­μα. Ἔ­πια­σε τὸ κι­νη­τό. Στὴν ὀ­θό­νη, ἡ Λί­α, χα­μο­γε­λοῦ­σε. Τρά­βη­ξε τὴν κάρ­τα μνή­μης καὶ ἔ­φυ­γε στὸ δω­μά­τιό του.

       Ἡ φω­νὴ τῆς Λί­ας περ­νοῦ­σε ξέ­πνο­η ἀ­πὸ τὴν με­σο­τοι­χί­α τῶν δύο δω­μα­τί­ων. Στὸ βίν­τε­ο ποὺ ἔ­βλε­πε μπρο­στά του τσιμ­πού­κω­νε γο­να­τι­στὴ τὸν Τά­κη. Δὲν εἶ­χε ἦ­χο. Ἔ­πει­τα ἡ γκό­με­να ση­κώ­θη­κε ξα­ναμ­μέ­νη, στή­θη­κε στὰ τέσ­σε­ρα καὶ ὁ Τά­κης τὴν κα­βά­λη­σε ἀ­πὸ πί­σω. Εἶ­χε ἕ­να ση­μά­δι ψη­λὰ στὸ γο­φό, σὰν μι­κρὸ κα­κο­σχη­μα­τι­σμέ­νο νη­σί. Τε­λει­ώ­νον­τας, ὁ γα­μιὰς ἄ­δεια­σε ὅ­λο τὸ σπέρ­μα πά­νω του καὶ τὸ ἔ­σβη­σε. Τὸ βίν­τε­ο ἔ­κλει­νε μὲ τὸν Τά­κη νὰ ἑ­στιά­ζει στὸ ξυ­ρι­σμέ­νο μου­νί της. Τε­λει­ώ­νον­τας τὴν ἀν­τι­γρα­φὴ ὁ Τζέ­νι γύ­ρι­σε γρή­γο­ρα τὴν κάρ­τα μνή­μης στὸ κι­νη­τό. Ἀ­πὸ τὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­ταν ἕ­νας μο­νό­το­νος γδοῦ­πος.

       Μὲ ἕ­να κομ­μά­τι βρεγ­μέ­νο χαρ­τὶ σκού­πι­σε τὸ τσαν­τά­κι καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε ἐ­κεῖ ποὺ τὸ εἶ­χε βρεῖ. Πέ­τα­ξε τὰ σπα­σμέ­να γυα­λιὰ στὰ σκου­πί­δια. Μὲ τὸ σφουγ­γά­ρι κα­θά­ρι­σε τὸν κα­φὲ ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο καὶ τὸ τρα­πέ­ζι. Δὲν ἔ­μει­νε τί­πο­τα. Συ­νέ­χι­σε νὰ τρί­βει. Ἡ φα­σα­ρί­α εἶ­χε στα­μα­τή­σει. Ἡ ὄ­ξι­νη μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­φὲ τὸν χτυ­ποῦ­σε στὴ μύ­τη. Πῆ­γε στὸ δω­μά­τιό του, ντύ­θη­κε καὶ ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ φύ­γει. Κά­θι­σε μιὰ στιγ­μὴ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ὅ­μως με­τὰ ἄλ­λα­ξε γνώ­μη καὶ τὸν ἔ­κλει­σε. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴν δί­πλα πόρ­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε ἡ Λί­α. Φο­ροῦ­σε ἕ­να μπλου­ζά­κι τοῦ Τά­κη, τὰ πό­δια της ἦ­ταν ἄ­σπρα καὶ λε­πτά. Κα­λο­φτι­αγ­μέ­να. Κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι της νὰ τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σει. Τὸ ση­μά­δι δὲ φαι­νό­ταν ἀλ­λὰ ὁ Τζέ­νι ἤ­ξε­ρε ἀ­κρι­βῶς ποὺ ἦ­ταν.

 

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Ἰ­ά­κω­βος Ἀ­νυ­φαν­τά­κης (Ἡρά­κλειο Κρή­της 1983). Σπού­δα­σε Κοι­νω­νικὴ Θε­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο Ἀθηνῶν καὶ ἔκα­νε με­τα­πτυ­χιακὸ στὴν Σύγ­χρο­­νη Ἱστο­ρί­α στὸ Πά­ντειο Πα­νε­πι­στή­μιο. Δι­η­γή­μα­τά του ἔχουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸ πε­ριο­δι­κό Ἐντευ­κτή­ριο καὶ στὸν συλ­λο­γικὸ τό­μο Εἴμα­στε ὅλοι με­τα­νά­­στες (ἐκδ. Πα­τά­κης).

 

 

 

Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola): Τί ὀνειρεύονται οἱ φτωχὲς κοπέλες

 

 

Ἐμὶλ Ζολά (ÉmileZola)

 

Τί ὀνει­ρεύ­ονται οἱ φτωχὲς κο­πέ­λες

(À quoi rêvent les pauvres filles)

 

Ρ­ΓΑ­ΣΤΗ­ΚΕ ΔΩ­ΔΕ­ΚΑ Ο­ΛΟ­ΚΛΗ­ΡΕΣ Ω­ΡΕΣ γιὰ νὰ βγά­λει δε­κα­πέ­ντε λε­πτά. Τὸ βρά­δυ ἐπι­στρέ­φει στὴν τρώ­γλη της, ἀκο­λου­θώ­ντας τ’ ἄσπρα ἀπὸ τὸν πά­γο πε­ζο­δρό­μια, τουρ­του­ρί­ζο­ντας τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὸ λε­πτὸ μαῦρο σά­λι της, ἀδύ­να­τη καὶ βιαστι­κή, μ’ ἐκεί­νη τὴ φο­βι­σμέ­νη βια­σύ­νη τῶν κα­κό­μοι­ρων ἀδέ­σποτων ζώ­ων.

       Κι ἐπειδὴ τὸ στο­μά­χι της δια­μαρ­τύ­ρε­ται λι­μα­σμέ­νο, ἀγο­ρά­ζει τὸ ὑπό­λειμ­μα ἑνὸς φτη­νοῦ ἀλλα­ντι­κοῦ, ποὺ τὸ παίρ­νει μαζί της τυ­λιγ­μέ­νο σ’ ἕνα σκι­σμέ­νο φύλ­λο ἐφη­με­ρί­δας.

       Κι ἔπει­τα ἀνε­βαί­νει ξε­πνο­η­μέ­νη τοὺς ἕξι ὀρό­φους της.

       Ἐκεῖ ψη­λά, ἡ σο­φίτα της εἶναι πα­ντέ­ρη­μη. Ἕνα κομ­μά­τι κερὶ φω­τί­ζει αὐτὴν τὴν ἐξα­θλί­ω­ση. Φω­τιὰ δὲν ὑπάρ­χει. Ὁ ἄνε­μος περ­νά­ει κά­τω ἀπ’ τὴν πόρ­τα μὲ τέ­τοια ὁρμὴ ποὺ κά­νει τὴ φλό­γα τοῦ κε­ριοῦ νὰ τρε­μο­παί­ζει. Ἕνα κρε­βά­τι, ἕνα τρα­πέ­ζι, μί­α κα­ρέ­κλα. Κά­νει τό­σο κρύ­ο ποὺ τὸ νερὸ στὸ κου­μά­ρι ἔχει πα­γώ­σει.

       Βιά­ζε­ται· ἴσως ζε­στα­θεῖ λι­γά­κι στὸ κρε­βάτι της, κά­τω ἀπὸ τὸν μπό­γο τῶν ρού­χων της ποὺ στοι­βά­ζει κά­θε βρά­δυ στὰ πό­δια της. Κά­θι­σε ζω­ηρὰ στὸ μι­κρὸ τρα­πέ­ζι της, πῆρε ἕνα κομ­μά­τι ψωμὶ ἀπὸ ἕνα ντου­λά­πι καὶ τρώ­ει τὸ ἀλλα­ντι­κό της μὲ τὸν λαί­μαρ­γο κι ἀδιά­φο­ρο τρό­πο τῶν λι­μασμέ­νων. Ὅταν τὴν πιά­νει δί­ψα, ἀνα­γκά­ζε­ται νὰ σπά­σει τὸν πάγο στὸ κου­μά­ρι.

       Εἶναι ἕνα κο­ρί­τσι τὸ πολὺ δε­κα­ο­κτὼ χρονῶν. Γιὰ νὰ κρυώ­νει λι­γό­τε­ρο, δὲν ἔβγα­λε τὸ σά­λι της οὔτε τὸν σκοῦφο της. Τρώ­ει στὸ σπί­τι της ντυ­μέ­νη ὅπως γιὰ τὸν δρό­μο καὶ κρύ­βει πό­τε πό­τε τὰ μπλάβα ἀπὸ τὸ κρύ­ο χέ­ρια της. Ἂν μπο­ροῦσε νὰ χα­μο­γε­λά­σει, θὰ γι­νό­ταν γοη­τευ­τι­κή· τὰ λε­πτε­πί­λε­πτα χεί­λη της, τ’ ἁπα­λοῦ γκρί­ζου χρώ­μα­τος μά­τια της θὰ εἶχαν ὑπέ­ρο­χη γλυ­κύ­τη­τα. Ὅμως τὰ βά­σα­να τὴν ἔχουν κά­νει νὰ σφίγ­γει τὰ χεί­λη της κι ἔχουν σκιά­σει καὶ σκλη­ρύ­νει τὸ βλέμ­μα της. Φο­ρά­ει τὸ ἄκα­μπτο κι ἀπει­λη­τικὸ προ­σω­πεῖο τῶν ἐξα­θλιω­μέ­νων.

       Κοι­τά­ζει ἀπλανῶς μπρο­στά της, μὲ τὸ μυα­λό της κε­νό, τρώ­γοντας σὰν ζῶο ποὺ βιά­ζε­ται. Ὕστε­ρα τὸ βλέμ­μα της πέ­φτει στὸ λι­γδια­σμέ­νο φύλ­λο τῆς ἐφη­με­ρί­δας ποὺ τῆς χρη­σι­μεύ­ει γιὰ πιά­το. Ἀρχί­ζει νὰ δια­βά­ζει καὶ ξε­χνά­ει νὰ τε­λειώ­σει τὴν μπου­κιά της.

       Δό­θη­κε χο­ρο­ε­σπε­ρί­δα στὰ ἀνά­κτο­ρα τοῦ Κε­ρα­μει­κοῦ καὶ κα­τα­να­λώ­θη­κε, ὅπως πλη­ρο­φο­ρεῖται, τερά­στια πο­σό­τη­τα οἴ­νου κι ἐδε­σμά­των: ἐννέ­α χι­λιά­δες μπου­κά­λες κα­μπα­νί­τη, τρεῖς χι­λιά­δες γλυ­κί­σμα­τα, ἑξα­κό­σια κιλὰ κρέ­ας καὶ τὰ ρέ­στα. Χα­μο­γε­λά­ει πα­ρά­ξε­να καὶ σκέ­φτε­ται πὼς οἱ ἄνθρω­ποι αὐτοὶ θὰ πρέ­πει νὰ εἶναι τε­τρά­πα­χοι.

       Ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι γυ­ναίκα, χα­σο­με­ρά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πε­ρι­γρα­φὲς τῶν βραδι­νῶν φο­ρε­μά­των. Δια­βά­ζει λοι­πόν:

       «Ἡ κυ­ρί­α Ντὲ Μετ­τερ­νίκ: λευκὴ ἐσθή­τα, μὲ σκού­ρα μὸβ ζώ­νη. Ἕνα ἀδα­μα­ντο­ποί­κιλ­το πε­ρι­δέ­ραιο στή­ρι­ζε ἕνα χα­ρι­τω­μέ­νο σύμ­φυρ­μα ἀπὸ μαρ­γα­ρι­τάρια καὶ δια­μά­ντια.»

       Τὸ πρό­σω­πό της σκλή­ρυ­νε κι ἄλλο. Για­τί οἱ ἄλλες νὰ ἔχουν διαμα­ντέ­νια πε­ρι­δέ­ραια τὴ στιγ­μὴ ποὺ αὐτὴ δὲν ἔχει κὰν ἕνα ζε­στὸ φό­ρε­μα νὰ βά­λει; Ὅμως συ­νε­χί­ζει:

       «Ἡ αὐτο­κρά­τει­ρα μὲ ἐσθή­τα ἁπα­λοῦ πρά­σι­νου χρώ­μα­τος, κα­λυμ­μέ­νη ἀπὸ τὴ μέ­ση καὶ κάτω ἀπὸ λευκὸ φου­σκωτὸ τού­λι, ἀργυ­ροΰφα­ντο, γαρ­νι­ρι­σμέ­νη στὸν πο­δό­γυ­ρο καὶ στὸ μποῦστο μὲ γού­να ζι­μπε­λί­νας. Στὰ μαλ­λιά της λευκὰ ἄνθη ἀγρά­μπε­λης κι ἕνα ἁπλὸ δια­μα­ντένιο διά­δη­μα. Γύ­ρω ἀπὸ τὸ λαι­μό, μαύ­ρη βε­λού­δι­νη κορ­δέ­λα, δια­κο­σμη­μέ­νη μὲ μαι­άν­δρους ἀ­πὸ ὑπέ­ρο­χα δια­μά­ντια.»

 

       Πα­ντοῦ δια­μά­ντια, καὶ μά­λι­στα στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ δια­μά­ντια γιὰ νὰ πλου­τί­σουν ἑκατὸ οἰκο­γέ­νειες. Ἡ κο­πέ­λα ἔπα­ψε νὰ δια­βά­ζει. Ἔχει γεί­ρει πρὸς τὰ πί­σω στὴν κα­ρέ­κλα της καὶ συλλο­γί­ζε­ται.

       Σκέ­ψεις κακὲς περ­νοῦν ἀπὸ τὰ γκρί­ζα μά­τια της. Δὲν αἰσθά­νε­ται πιὰ τὸ κρύ­ο, εἶναι ὁλό­τελα δο­σμέ­νη στὸν πει­ρα­σμὸ τοῦ κα­κοῦ.

       Κι ὅταν συ­νέρ­χε­ται ἀπ’ τὴν ὀνει­ρο­πό­λη­σή της, ἕνα δυ­νατὸ ρί­γος τὴ δια­περνᾶ· καὶ φέρ­νο­ντας ἕνα γύ­ρο τὴν τρώ­γλη της μὲ τὸ βλέμ­μα της, ψι­θυ­ρί­ζει:

       «Πρὸς τί λοι­πόν…; Πρὸς τί νὰ δου­λεύ­ω; Θέ­λω νά ‘χω δια­μά­ντια.»

       Αὔριο θὰ τά ‘χει.

 

  

Πηγή: Contes et nouvelles 1(1864-1874), prés. par François-Marie Mourad, GF Flam­ma­rion, Paris 2008, σσ. 180-182.

 

Ἐμίλ Ζολὰ (Émile Zola) (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας. Ἡγε­τικὴ μορ­φὴ τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ, ἐπι­δί­ω­κε νὰ ἐφαρ­μό­ζει τὴν ἐπι­στη­μο­νικὴ μέ­θο­δο στὴν πε­ρι­γραφὴ τῆς συ­μπε­ρι­φορᾶς καὶ γε­νι­κό­τε­ρα τῆς κοι­νω­νί­ας. Συ­νέ­θε­σε ἕναν με­γά­λο κύ­κλο μυ­θι­στο­ρη­μά­των γύ­ρω ἀπὸ τοὺς Rougon- Macquart, πε­ριγρά­φο­ντας ἔτσι τὴ φυ­σικὴ καὶ κοι­νω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας τὴν ἐποχὴ τῆς Β΄ Αὐτο­κρα­το­ρί­ας (1852-1870). Ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὶς ἰδέ­ες τοῦ σο­σια­λι­σμοῦ καὶ κα­τό­πιν ἀνέ­πτυ­ξε ἕνα μεσ­σια­νικὸ ὅρα­μα γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ ἀνθρώ­που Τὰ τέσ­σε­ρα Εὐαγ­γέλια, 1899-1903. Ἐξάλ­λου ἔγραψε κρι­τικὲς με­λέ­τες γιὰ θέ­μα­τα τῆς τέ­χνης καὶ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Φοῖ­βος Ι. Πι­ομ­πῖ­νος (Ἀ­θή­να, 1945). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κά.

 

Εἰκόνα: Jean Auguste Dominique Ingres: Πορτραῖτο τῆς Jose­phi­ne El­le­o­no­re Ma­rie Pau­li­ne de Ga­lard de Bras­sa (λεπτομέρεια).

 

Βασίλης Τσιαμπούσης: Ἡ Δευτέρα

 

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης

 

Ἡ Δευ­τέ­ρα

 

ΟΝ ΞΕΝΤΥΣΕ μὲ προ­σο­χή. Τὸ νε­ρὸ στὸ κα­ζά­νι μι­σο­έ­βρα­ζε. Τοῦ σα­πού­νι­σε τὰ μαλ­λιά, τὶς μα­σχά­λες, τὰ πό­δια… Τὸν ξέ­βγα­λε καὶ τὸν τύ­λι­ξε σ’ ἕ­να τριμ­μέ­νο μπουρ­νού­ζι. Πέ­ρα­σαν τὴν αὐ­λὴ κι ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι. Ἡ ζώ­νη σερ­νό­ταν κα­τα­γῆς καὶ μιὰ στιγ­μὴ τοῦ ‘­φυ­γε ἡ παν­τό­φλα. Τοῦ ‘­βα­λε γιορ­τι­νὰ ροῦ­χα καὶ λί­γη φτη­νὴ κο­λώ­νια. Τοῦ ‘­δω­σε δυ­ὸ κα­το­στά­ρι­κα. Τὸν φί­λη­σε στὸ μέ­τω­πο καὶ τὸν συ­νό­δε­ψε ὣς τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

         Πα­ρό­λη τὴ βι­α­σύ­νη του ἔ­φτα­σε με­τὰ ἀ­πὸ μί­α ὥ­ρα. Εἶ­χε πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια καὶ πή­γαι­νε σὰν τὴ χε­λώ­να. Ἀ­νέ­βη­κε τὴ σκά­λα καὶ μπῆ­κε στὸ μι­κρὸ σα­λό­νι. Ἦ­ταν μό­νος. Κά­θι­σε σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ πε­ρί­με­νε.

        Βγῆ­κε ἀπ’ τὸ δω­μά­τιο της φο­ρών­τας μιὰ κόκ­κι­νη νυ­χτι­κιά. «Μό­νο ἐ­σὺ ἔ­λει­πες…», εἶ­πε. «Δὲν μπο­ρῶ σή­με­ρα, νά ‘ρ­θεις τὴν ἄλ­λη Δευ­τέ­ρα.» Μπῆ­κε στὴν του­α­λέ­τα. Ἀ­κού­στη­κε τὸ κα­ζα­νά­κι. Ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα κι ἁ­πλώ­θη­κε μιὰ ἄ­σκη­μη μυ­ρω­διά. «Ἀ­κό­μα ἐ­δῶ εἶ­σαι; Για­τί δὲν πᾶς καὶ σὲ κα­μιὰν ἄλ­λη, μέ­λι ἔ­χει τὸ δι­κό μου; Τό­σα χρό­νια κά­ναν ἄν­τρα πι­στὸ δὲ βρή­κα­με, ἐ­σὺ μᾶς ἔ­τυ­χες…». Τί τῆς ἔ­φται­γε τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ σα­ρά­βα­λο καὶ ξε­σποῦ­σε πά­νω του… Σή­κω­σε τὴ νυ­χτι­κιὰ μέ­χρι τοὺς ὤ­μους. «Ἔ­λα, πα­νά­θε­μά σε, μὴ λὲς ὅ­τι σ’ ἀ­φή­σα­με νη­στι­κό…». Φά­νη­κε τὸ στῆ­θος, ἡ κοι­λιά της καὶ μιὰ τε­ρά­στια μαύ­ρη κυ­λό­τα πα­ρα­γε­μι­σμέ­νη μὲ πα­νιά. «Ἄν­τε, ἂν θὲς πιά­σε καὶ λί­γο…».

        Τὸν ἔ­πια­σε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ντρο­πὴ καὶ χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα. Ἄ­φη­σε τό ‘­να κα­το­στά­ρι­κο πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ βγῆ­κε. Πῆ­ρε τὸ δρό­μο πού ‘­βγά­ζε στὸ δη­μο­τι­κὸ κῆ­πο. Ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να σάν­του­ιτς κι ἔ­κα­τσε σ’ ἕ­να ἀ­πό­με­ρο παγ­κά­κι. Μὲς στὸ σκο­τά­δι ἔ­δω­σε τὴ μά­χη του, ἀλ­λὰ δὲ λυ­τρώ­θη­κε. Τὰ χέ­ρια καὶ τὸ παν­τε­λό­νι του γέ­μι­σαν μου­στάρ­δα. Κουμ­πώ­θη­κε. Δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ κου­νη­θεῖ οὔ­τε βῆ­μα.

        Ἄ­δο­ξα πέ­ρα­σε αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα. Κι ἀ­π’ αὔ­ριο ξα­ναρ­χί­ζει ἡ βι­ο­πά­λη, ὁ ἀ­γώ­νας κι ἡ ἀ­γω­νί­α γιὰ τὸ πῶς θὰ που­λή­σει τὰ λα­χεῖ­α. Ἕ­ξι μέ­ρες πε­ρα­σι­ὲς ἀ­πὸ γρα­φεῖ­α, κα­φε­νεῖ­α, τα­βέρ­νες… κι ὅ­λες οἱ στρά­τες ἀ­νη­φο­ρι­κὲς γι’ αὐ­τόν. Καὶ μό­νο τὸ βρά­δυ τῆς ἄλ­λης Δευ­τέ­ρας —κά­θε Δευ­τέ­ρα με­τὰ τὴν κλή­ρω­ση— θά ‘­χει πά­λι τρεῖς ὧ­ρες δι­κές του, οἰ­κο­γε­νεια­κές, αὐ­τός, ἡ μά­να κι ἡ ἀ­γα­πη­τι­κιά του.

        Ἀ­πό­ψε ὅ­μως πῆ­γε ἄ­χρη­στο τὸ μπά­νιο —«Ἡ σκε­πὴ τοῦ πλυ­στα­ριοῦ θέ­λει δι­όρ­θω­μα», εἶ­πε ἡ μά­να— ἄ­χρη­στες κι οἱ δυὸ ὧ­ρες δρό­μος ὣς τὸ σπί­τι της, ἀ­φοῦ λεῖ­ψαν ἐ­κεῖ­να τὰ πέν­τε κα­θο­ρι­στι­κὰ λε­πτά της ἀ­πο­λύ­τρω­σής του.

        Ἀ­πό­ψε πῆ­γε ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ δου­λειὰ τῆς ἑ­βδο­μά­δας. «Ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ ζω­ή μας, μά­να, αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξη­μέ­ρω­νε πο­τέ.»

        Ξε­κί­νη­σε ἀρ­γὰ γιὰ τὸ σπί­τι. Ἦ­ταν πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Βγῆ­κε τὸ φεγ­γά­ρι καὶ τοῦ ‘­φέγ­γε τὸ δρό­μο. Ἕ­να πει­να­σμέ­νο σκυ­λὶ πλη­σί­α­σε στὸ παγ­κά­κι κι ἔ­φα­γε λαί­μαρ­γα τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια ἀ­π’ τὸ σάν­του­ιτς.

 

 

 Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990).

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).

 

Φω­το­γρα­φία: Holger Möhle

 

Σωτήρης Δημητρίου: Ἄντρας ἀπὸ τὴ Βουλγαρία

 

 

Σωτήρης Δημητρίου

 

Ἄντρας ἀπὸ τὴ Βουλγαρία

 

ΥΤΗ Η ΠΟΥΤΑΝΑ ΦΤΑΙΕΙ. Αὐ­τή, αὐ­τή. Νὰ ξέ­ρα­τε τί λέ­ει, πί­σω ἀπ’ τὴν πλά­τη σας. Εἶ­ναι κα­κιὰ κι ἔ­χει τὸ δι­ά­ο­λο μέ­σα της. Γειά σου μω­ρή, γειά σου. Σὲ κλεί­νω για­τί ἔρ­χε­ται.»

       «Πά­λι στὸ τη­λέ­φω­νο, βρὲ Ρι­τά­κι; Ποῦ τη­λε­φω­νοῦ­σες πά­λι;»

      «Σκά­σε, μω­ρή. Στὸν γκό­με­νό μου, ὅ­που θέ­λω. Νὰ μὴν τη­λε­φω­νή­σω; Αὐ­τὶ ἔ­χω, στό­μα ἔ­χω. Νὰ μὴ γα­μη­θῶ; Μου­νὶ ἔ­χω. Ἄι στὸ δι­ά­ο­λο, γριὰ που­τά­να. Ἂς μὴ μὲ γέν­να­γες.»

      Ἦ­ταν ἕ­να κα­τα­κόκ­κι­νο κο­ρί­τσι, γύ­ρω στὰ 18, χον­τρὸ ὅ­λο ξύγ­κι. Δί­πλω­νε ἡ κοι­λιὰ καὶ ὁ λαι­μὸς ἀ­π’ τὸ πά­χος.

      Τὰ μά­τια, δυ­ὸ μι­κρὲς ἀ­στρα­φτε­ρὲς τρυ­πί­τσες, χα­μέ­νες μέ­σα στὸ πρη­σμέ­νο, ὑ­πο­τυ­πω­δῶς δι­α­γραμ­μέ­νο πρό­σω­πο καὶ ἡ φω­νὴ τσι­ρι­χτή, δι­α­πε­ρα­στι­κή. Ὅ­λη μέ­ρα ἔ­τρω­γε καὶ τὶς νύ­χτες, ση­κω­νό­ταν κά­θε λί­γο καὶ μὲ κλει­στὰ μά­τια ἄ­νοι­γε τὸ ψυ­γεῖ­ο, τὴν ντου­λά­πα καὶ ψα­χού­λευ­ε. Ὅ,τι νά ’βρι­σκε. Ἀρ­κεῖ νὰ μα­σι­ό­ταν.

      Θὰ τὴν ἔ­βα­ζε σὲ ἵ­δρυ­μα, ἀλ­λὰ ἀ­π’ τὴ μιὰ με­ριὰ τὴν πό­να­γε —αἷ­μα της ἦ­ταν— κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη, κύ­ριος οἵδε τί θά ‘­κανε ἐ­κεῖ μέ­σα. Ἦ­ταν θη­ρί­ο. Ἀ­π’ τὸ θή­λα­σμα ἀ­κό­μα, τῆς τρά­βα­γε καὶ τῆς δάγ­κα­νε τὰ βυ­ζιά. Ἤ­πιο βλέμ­μα δὲν τῆς ἔ­ρι­ξε πο­τέ. Κά­πο­τε ποὺ πή­γαι­νε νὰ τὴν ἀγ­κα­λιά­σει, μὲ ἐ­πί­τη­δες ἀ­στεῖ­ο κι ἀ­ναγ­κα­στι­κὸ τρό­πο, τὴ βά­ρα­γε μὲ μπου­νι­ὲς στὴν κοι­λιὰ καὶ χα­μη­λό­τε­ρα καὶ μό­λις ἄρ­χι­σαν νὰ φου­σκώ­νουν τὰ βυ­ζιά της, ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς ἀ­φορ­μή, τῆς φώ­να­ζε τοῦ κό­σμου τὰ βρο­μό­λο­γα.

      Ποῦ τὰ ‘­μα­θε; Ἀ­φοῦ ἀ­π’ τὸ σπί­τι σπά­νια ἔ­βγαι­ναν μα­ζί. Με­γα­λώ­νον­τας, ἔ­βρι­σκε πιὸ φί­νους τρό­πους νὰ τὴ βα­σα­νί­ζει. Δὲ φό­ρα­γε ταμ­πὸν στὴν πε­ρί­ο­δο γιὰ νὰ πο­τι­στεῖ ἡ κυ­λότ­τα, τά ‘­κα­νε πά­νω της καὶ τὴν ἔ­βα­ζε νὰ τὴν πλέ­νει, λέ­γον­τας σι­γα­νὰ μὲ λύσ­σα:

      «Μοῦ ‘­φυ­γαν. Σά­μα τό ‘­θε­λα; Ἂς μὴ μ’ ἔ­κα­νες, γριὰ που­τά­να. Ἂς μὴ σή­κω­νες τὰ μπού­τια σου γιὰ τὴν ψω­λὴ ἐ­κεί­νου τοῦ ἀ­λή­τη. Δέ σοῦ ‘­βα­ζε κα­λύ­τε­ρα ὀ­χιὰ στὴν τρύ­πα σου; Δὲ θὰ τὸν πε­τύ­χω κά­πο­τε; Θὰ τοῦ τὴν κό­ψω μὲ τὰ δόν­τια, πέ­ρα πέ­ρα.

      »Ἁ­μαρ­τί­αι γο­νέ­ων παι­δεύ­ου­σι τέ­κνα. Νο­μί­ζεις δὲν τὰ ξέ­ρω;»

      Ὅ­ταν πή­γαι­ναν ἐ­πί­σκε­ψη στὴ γει­το­νιά, ἀγ­κά­λια­ζε σφι­χτά, μὲ γέ­λια κι ἀ­να­στε­ναγ­μοὺς τοὺς ἄν­τρες, τοὺς φί­λα­γε ρου­φη­χτὰ στὰ μά­γου­λα κι ἔ­ψα­χνε, μπεμ­πε­κίζον­τας τά­χα, γιὰ τὰ χεί­λη.

      Ἄρ­χι­σε νὰ βγαί­νει μό­νη της, σὲ μι­κρὴ ἀ­χτί­να ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ νὰ δεί­χνει τὰ βυ­ζιὰ καὶ τὸ ὄρ­γα­νό της στοὺς ἀρ­σε­νι­κούς.

      Μιὰ Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴ λει­τουρ­γί­α, κλει­δώ­θη­κε στὸ δω­μά­τιό της κι ἄρ­χι­σε νὰ κραυ­γά­ζει:

      «Σκί­σε με, καύ­λα μου. Σκί­σε με. Ἄι! Πώ! Πώ!

      Πώ! Τί που­τσά­ρα εἶ­ναι αὐ­τή, μω­ρό μου!»

      Τρό­μα­ξε ἡ μά­να της, για­τὶ τὴν εἶ­χαν πά­ρει χαμ­πά­ρι δι­ά­φο­ροι λι­γού­ρη­δες καὶ γυ­ρό­φερ­ναν τὸ σπί­τι.

      «Ἔ­χει γοῦ­στο νά ‘­μπα­σε κα­νέ­ναν», σκέ­φτη­κε.

      Τὴν πα­ρα­κά­λα­γε νὰ τῆς ἀ­νοί­ξει. Ἐν­τέ­λει βγαί­νει ξε­βρά­κω­τη καὶ πε­τά­ει στὰ μοῦ­τρα τῆς μά­νας της μιὰ μα­τω­μέ­νη χον­τρὴ λαμ­πά­δα.

      «Νά, μω­ρή, ὁ πρῶ­τος μου γα­μιάς. Βά­λ’ τον καὶ σὺ στὸ μου­νί σου. Ἀλ­λὰ τί ἀ­νάγ­κη ἔ­χεις; Γα­μι­έ­σαι σὰν σκύ­λα ὅ­ταν βγαί­νεις. Ποῦ πᾶς, μω­ρή, μό­νο γιὰ ψώ­νια;»

      Τὴν πῆ­ραν τὰ κλά­μα­τα τὴ μά­να της καὶ λύσ­σα­ξε.

      «Ἄ­χνα. Βού­λω­σ’ τό. Ἄ­χνα σοῦ λέ­ω. Σὲ πῆ­ρε τώ­ρα ὁ πό­νος; Σκά­σε μὴ σὲ πλα­κώ­σω στὸ ξύ­λο.»

      Κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἄρ­χι­σε τὴ φάμ­πρι­κα μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο. Τοὺς ἔ­παιρ­νε ὅ­λους ὅ­σους ξέ­ρα­νε κι ἔ­λε­γε γιὰ τὴ μά­να της χί­λια δυό. Ἔ­πε­σε στὸ λαι­μὸ τῶν ἀν­θρώ­πων. Συ­νε­χῶς μὲ τ’ ἀ­κου­στι­κὸ στὸ χέ­ρι.

      Οἱ για­τροὶ τὸ ἴ­διο τρο­πά­ρι. Νὰ τὴν ἔ­χει ἀ­πὸ κον­τά, νὰ τῆς δεί­χνει ἀ­γά­πη, νὰ τὴ βγά­ζει βόλ­τες κι ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, νὰ τὴν πη­γαί­νει τα­ξι­δά­κια. Θὰ ὠ­φε­λη­θεῖ.

      Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἤ­θε­λε, ἀλ­λὰ ὅ­ταν τῆς εἶ­πε μιὰ θειά της, «ἔ­λα, βρὲ Ρί­τα. Θὰ γνω­ρί­σεις καὶ γαμ­πρό. Στὰ τα­ξί­δια εἶ­ναι πιὸ εὔ­κο­λο».

      Ἀ­πὸ κεῖ καὶ πέ­ρα ἡ ζω­ὴ της ἦ­ταν τα­ξί­δια καὶ γαμ­πρός.

      Κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, στὴν προσ­δο­κί­α γαμ­προῦ ἄλ­λα­ξε καὶ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ψευ­το­σκού­πι­ζε, ἔ­πλε­νε καὶ κά­να πιά­το. Ἔ­τσι κι ἡ μά­να της ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη, κυ­ρί­ως ψυ­χο­λο­γι­κά, ἔ­βγα­ζε κι ἀ­π’ τὴ μύ­γα ξύγ­κι καὶ τα­ξί­δευ­αν τα­χτι­κά. Ξέ­δι­νε κι αὐ­τὴ κά­πως.

      Στὴν ἀρ­χὴ πή­γαι­ναν κον­τι­νά. Αἴ­γι­να, Λου­τρά­κι, Εὔ­βοι­α. Με­τὰ μὲ γκρούπ, πιὸ ἔ­ξω. Ἐ­κεῖ ποὺ γύ­ρι­ζαν, ὅ­ποι­ος τῆς γυ­ά­λι­ζε πή­γαι­νε κον­τά του, τὸν ἔ­δει­χνε μὲ τὸ δά­χτυ­λο καὶ τῆς φώ­να­ζε, «Νά, μω­ρή, αὐ­τόν».

      Στὴν ἀρ­χὴ τὴ γέ­λα­γε λέ­γον­τάς της: «Τί ὅ­που ὅ­που; Νὰ γυ­ρί­σου­με, νὰ δοῦ­με.

      »Νὰ πᾶ­με καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἐ­κεῖ οἱ ἄν­τρες δὲν εἶ­ναι πο­νη­ροὶ ὅ­πως ἐ­δῶ».

      Πέρ­να­γε ὁ και­ρὸς κι ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­δη­μο­νεῖ καὶ ν’ ἀ­γρι­εύ­ει.

      Τὶς νύ­χτες ἔ­τρι­βε τὰ ὄρ­γα­νά της, μουγ­γα­νί­ζον­τας ρυθ­μι­κά γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα, ὄ­χι ἀ­πὸ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ νευ­ριά­σει τὴ μά­να της.

      Ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μή, χί­μη­ξε νὰ τὴν ἁρ­πά­ξει ἀ­π’ τὸ λαι­μό.

      «Πό­τε θὰ μοῦ βρεῖς γαμ­πρό, μω­ρὴ ἔ­νο­χη; Μὲ γε­λᾶς μοῦ φαί­νε­ται, ἔ;»

      «Κο­ρού­λα μου, Κο­ρού­λα μου. Μή. Στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, Θὰ πᾶ­με στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Στὴ Βουλ­γα­ρί­α.»

      «Στὴ Βουλ­γα­ρί­α; Τῆς χτύ­πη­σε ἀ­λη­θι­νὸ καὶ ὅ­μορ­φο. Τό ‘­δε­σε κόμ­πο πὼς ἐ­κεῖ τὴν πε­ρι­μέ­νει ἡ ἀ­γά­πη της. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα τρα­γού­δα­γε στὸ ρυθ­μὸ μο­τί­βων λα­ϊ­κῶν τρα­γου­δι­ῶν, “Βουρ­γά­ρε μου, Βουρ­γά­ρε μου».»

      Στὸ τη­λέ­φω­νο πλέ­ον, στὴ γει­το­νιὰ καὶ στοὺς πε­ρα­στι­κούς, ἄλ­λο δὲν εἶ­χε στὸ στό­μα ἀ­π’ τὸ «Βουρ­γά­ρε μου».

      Ἦρ­θε ἡ πο­λυ­πό­θη­τη ὥ­ρα. Ἡ μά­να της στὸ τα­ξί­δι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κορ­μη. Δὲν τὴ βα­στοῦ­σε πλέ­ον.

      Μὲ τὸ ποὺ πά­τη­σαν πό­δι, ἄρ­χι­σε νὰ δεί­χνει ξε­φω­νί­ζον­τας. «Αὐ­τόν, Αὐ­τόν.»

      Προ­σπά­θη­σε νὰ ξε­φύ­γει λέ­γον­τάς της πὼς «ἐ­δῶ δὲν γί­νε­ται ἀ­μέ­σως, εἶ­ναι ἄλ­λο σύ­στη­μα, πρέ­πει νὰ πᾶ­με στὸ κρά­τος νὰ συμ­φω­νή­σου­με».

      Μὲ τὸ ζό­ρι τὴν ἔ­φε­ρε πί­σω, μὲ τὴν ὑ­πό­σχε­ση πὼς μί­λη­σε αὐ­τὴ γιὰ κά­ποι­ον ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε, τὰ συμ­φώ­νη­σαν καὶ μό­λις βγεῖ τὸ δι­α­βα­τή­ριό του θά ‘ρ­θει στὴν Ἑλ­λά­δα.

      Πά­λι τὸ ἴ­διο βι­ο­λί. Πα­ρά­φρα­ζε συ­νέ­χεια λα­ϊ­κὰ τρα­γού­δια:

Ἱ­στο­ρί­α μου, ἁ­μαρ­τί­α μου

Βουρ­γα­ρι­κὴ λα­τρεί­α μου

σὲ βλέ­πω στ’ ὄ­νει­ρό μου

καὶ κλά­νω ἀ­π’ τὸν κα­η­μό μου.

      Ἔ­πλε­νε ἄ­τσα­λα τὸ σπί­τι νά ‘­ναι εὐ­πα­ρου­σί­α­στο, ἀ­γό­ρα­σε καλ­λυν­τι­κὰ καὶ παι­δευ­ό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη.

      Πέρ­να­γε ὁ και­ρὸς καὶ σι­γὰ σι­γὰ ἀ­φέ­θη­κε. Οὔ­τε μί­λα­γε, οὔ­τε κου­νιό­ταν ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Γέ­μι­σε ἡ μά­να της γλυ­κὲς προσ­δο­κί­ες, «Θε­έ μου, νά ΄με­νε πάν­τα ἔ­τσι».

      Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ μπαί­νει ὁ­λό­γυ­μνη στὸ δω­μά­τιό της, μὲ τὰ χέ­ρια πά­νω στὸ μου­νί.

      «Ποῦ ‘­ν’ τος, μω­ρὴ που­τά­να, ὁ Βούρ­γα­ρος; Τί νὰ τὸ κά­νω ἐ­γὼ ἐ­τοῦ­το;»

      Ἀ­λα­φι­ά­στη­κε, τρό­μα­ξε, τῆς ἀ­νέ­βη­κε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι.

      «Ποι­όν γαμ­πρὸ πε­ρι­μέ­νεις, δαί­μο­να; Ποι­όν, σα­τα­νά; Τί νὰ τὸν κά­νεις τὸ γαμ­πρό; Νὰ σὲ λού­ζει; Νὰ σὲ τα­ΐζει; Γιὰ νὰ σοῦ φο­ρά­ει τὸ βρα­κί; Οἱ ἄν­τρες τὸ κα­τε­βά­ζουν τὸ βρα­κί, τέ­ρας, δὲν τὸ ἀ­νε­βά­ζουν πο­τέ. Ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ χτῆ­νος ποὺ σ’ ἔ­σπει­ρε καὶ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, μω­ρ’, κα­λὰ ἔ­κα­νε ἔ­κτρω­μα, κα­λὰ ἔ­κα­νε, ποὺ νὰ τὸν βροῦν, Πα­να­γί­α μου, μὲ τὴ γλώσ­σα δαγ­κα­μέ­νη, νὰ τοῦ γι­ο­μί­σει τὸ στό­μα σκου­λή­κια στὰ ζῶν­τα. Μοῦ μαύ­ρι­σες τὴ ζω­ή. Ἀ­νά­σα, μω­ρή. Μιὰ ἀ­νά­σα κι ἄς πε­θά­νω. Πῶς εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­σα, μω­ρή; Εἶ­σαι ἄρ­ρω­στη. Ἄ­λω­τη.»

      Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μι­λή­σει πλέ­ον, ἔ­πα­θε σπα­σμοὺς κι ἔ­βγα­ζε κά­τι ἤ­χους σὰν χλί­ου χλί­ου.

      «Ἀ­νά­πη­λο, χλί­ου χλί­ου. Λε­λο­κο­μεῖ­ο, χλί­ου χλί­ου.»

      «Ἄ, ὥ­στε μέ­σα στὸ μυ­α­λου­δά­κι σου τὸν ἔ­χεις. Θὰ σοῦ δεί­ξω ἐ­γώ», τῆς κά­νει μὲ ζα­χα­ρω­μέ­νη φω­νού­λα.

      Βγῆ­κε καὶ γύ­ρι­σε κρα­τών­τας ἕ­να χον­τρὸ μπου­κά­λι γε­μά­το λά­δι κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴ χτυ­πά­ει στὸ κε­φά­λι. Τὸ μπου­κά­λι ἔ­σπα­σε, μὰ συ­νέ­χι­ζε νὰ τὴ λι­α­νί­ζει πολ­λὴ ὥ­ρα μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο κομ­μά­τι, μέ­χρι ποὺ τῆς ἔ­κα­νε τὸ πρό­σω­πο ἄ­μορ­φο.

      Τῆς σκέ­πα­σε κα­τό­πιν τὰ πό­δια νὰ μὴν κρυ­ώ­νει, ἔ­κα­τσε δί­πλα της, ἔ­χω­σε τὰ λι­γδι­α­σμέ­να δά­χτυ­λα στὰ πολ­τοποι­η­μέ­να μέ­ρη τοῦ κρα­νί­ου κι ἔ­ψα­χνε στὸ μυα­λό. Ὅ­ταν ἔ­βρι­σκε κα­νέ­να κομ­μά­τι τοῦ Βούλ­γα­ρου τὸ μα­σοῦ­σε, μούν­τζω­νε τὴ μά­να της καὶ τὴν ἔ­λε­γε που­τά­να καὶ ψεύ­τρα.

 

  

Πηγή : Ἕνα παιδὶ ἀπ’ τὴ Θεσσαλονίκη, διηγήματα, Ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα, 1989.

 

Σωτήρης Δημητρίου (Πόβλα Θεσπρωτίας, 1955) Πεζογράφος. Πρῶτο του βιβλίο Ψηλαφίσεις, ποιήματα (1985), τελευταῖο του βιβλίο Σὰν τὸ λίγο τὸ νερό, μυθιστόρημα (2010).