Ἑλένη Γούλα: Ὀμορφιά…

.

 11

.

Ἑ­λέ­νη Γού­λα

 

Ὀ­μορ­φιά…

 

03-Epsilon­χει τὰ φου­στά­νια της ση­κω­μέ­να στὴ μέ­ση. Ἀ­να­σκουμ­πω­μέ­να. Τὰ πό­δια ἀ­νοι­χτά. Κά­τι στρα­βὰ κα­κο­χυ­μέ­να πό­δια. Φαί­νον­ται τὰ γό­να­τα καὶ ἡ ἄ­σπρη, πο­λὺ ἄ­σπρη ἐ­πι­δερ­μί­δα. Δὲν τὰ βλέ­πει ὁ ἥ­λιος – σκε­πα­σμέ­να μὲ τὴ μα­κριὰ φού­στα – o­ύ­τε χά­δι ἀ­πὸ ἄν­τρα κα­νέ­να.

            Στέ­κε­ται ἔ­τσι στὴ μέ­ση τοῦ πο­τα­μιοῦ.

            Τὸ νε­ρὸ ὁρ­μη­τι­κὸ τρέ­χει μὲ δύ­να­μη. Κά­νει κύ­κλους τρι­γύ­ρω της. Σπρώ­χνει τὸ δέρ­μα, φου­σκώ­νει τὶς κόκ­κι­νες φλέ­βες, γλύ­φει τὶς πλη­γὲς καὶ τοὺς μώ­λω­πες, πα­γώ­νει τὰ δά­χτυ­λα τὰ ξυ­πό­λυ­τα. Τὰ κό­κα­λα ὅ­μως, τὰ στρα­βο­κολ­λη­μέ­να κό­κα­λα, τὰ πλα­κου­τσά… τὰ κρυμ­μέ­να στὸ κρέ­ας,… αὐ­τὰ δὲν τὰ κλο­νί­ζει. Ἔ­χουν μιὰ δι­κιὰ τους ὁρ­μὴ αὐ­τά, ποὺ τὰ στή­νει μὲ τρό­πο θαυ­μα­στό, ἀ­κού­νη­τα… κόν­τρα στὴ δύ­να­μη τοῦ νε­ροῦ.

            Στὰ χέ­ρια της, δυ­να­τά, κρα­τά­ει τὰ σπάρ­τα. Τὰ ση­κώ­νει ψη­λὰ καὶ τὰ βου­τά­ει πά­λι στὸ νε­ρὸ νὰ μου­λιά­σουν. Ἔ­χει μ’ αὐ­τὰ νὰ ὑ­φά­νει πα­νί, πρέ­πει νὰ ντύ­σει τὰ ὀρ­φα­νά.

            Τό­σα ὀρ­φα­νά, θε­έ μου…

            Τὰ πό­δια της, τὰ ἄ­σχη­μα, τὰ στρα­βά, τὰ κον­τό­χον­τρα μὲ τὶς φου­σκω­μέ­νες φλέ­βες καὶ τοὺς μώ­λω­πες, ἔ­τσι ὅ­πως τὴ στη­ρί­ζου­νε ὄρ­θια στὸ πο­τά­μι, ὅ­πως τὴν κρα­τᾶ­νε ἀ­κλό­νη­τη στὴν ὁρ­μὴ τοῦ νε­ροῦ… με­τα­μορ­φώ­νον­ται τώ­ρα καὶ λάμ­που­νε. Ὄ­μορ­φα…

            Τί εἶ­ναι ἡ ὀ­μορ­φιὰ ἂν δὲν εἶ­ναι ἡ δύ­να­μη ποὺ μά­χε­ται τὴν ἀ­δυ­να­μί­α;

            Ἂν δὲν εἶ­ναι τὸ πεῖ­σμα νὰ στα­θεῖ κα­νεὶς ὄρ­θιος στὴ μέ­ση του νε­ροῦ, ποὺ αἰ­ώ­νια μά­χε­ται τὴ δύ­να­μη τοῦ βρά­χου…

            Ἕ­νας βρά­χος κι αὐ­τὴ ὀ­μορ­φιᾶς γιὰ τοὺς και­ροὺς τοὺς ἀ­μεί­λι­κτους, ποὺ ὁρ­μᾶ­νε τώ­ρα κα­τὰ πά­νω μας, ἀ­δυ­σώ­πη­τοι.

  Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Ἑ­λέ­νη Γού­λα (Βα­σι­λί­τσι Μεσ­ση­νί­ας, 1960), ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευση. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σιευ­τεῖ σὲ πε­ριο­δι­κά, στὴν ἀν­θο­λο­γί­α Τρεῖς μα­τιές τ’ ἀλ­λά­ζουν ὅ­λα, Μία Ἀν­θο­λο­γί­α Δι­η­γη­μά­των ἀ­πό τὴν Ἀ­θη­να­ϊ­κή Λέσχη Ἐπι­στη­μο­νι­κῆς Φα­ντα­σί­ας, Ἐκ­δό­σεις Φα­ντα­στι­κὸς Κό­σμος, 2007, ἐνώ ἀπὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Σο­κο­λάτα καὶ ἄλ­λες ἁ­μαρ­τί­ες (2011).

 

 

Advertisements

Ἰάκωβος Ἀνυφαντάκης: Ὁ ἄσωτος ἀδελφὸς

 

 

Ἰ­ά­κω­βος Ἀ­νυ­φαν­τά­κης

 

Ὁ ἄ­σω­τος ἀ­δελ­φὸς

 

 ΛΙΑ οὔ­τε ποὺ τὸν πρό­σε­ξε μπαί­νον­τας. Κά­τι γύ­ρι­σε νὰ πεῖ στὸν Τά­κη καὶ τό­τε εἶ­δε τὸν Τζέ­νι ποὺ ἦ­ταν ἀ­κό­μη κά­τω. Κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι της καὶ ἔ­φυ­γε. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο γύ­ρι­σε ὁ Τά­κης μὲ τὸ τσαν­τά­κι του στὸ χέ­ρι. Ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα εἴ­κο­σι, σα­ράν­τα εὐ­ρώ. «Γιὰ νὰ μὴ μὲ πρή­ζεις.» Ὁ Τζέ­νι ἔ­τρι­ψε τὸ ση­μά­δι ποὺ τοῦ εἶ­χε μεί­νει ἀ­πὸ τὸ σχῆ­μα τοῦ πλα­κα­κιοῦ. Ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ρας φαι­νό­ταν ἡ Λί­α ποὺ ἔ­βγα­ζε τὰ ροῦ­χα της. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μπου­νιὰ καὶ τὸ πο­τή­ρι μὲ τὸν φρα­πὲ ἔ­γι­νε θρύ­ψα­λα στὸν τοῖ­χο. Στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­κού­στη­κε ἕ­να ἐ­λα­φρὺ μουρ­μου­ρη­τό.

       Εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ μι­λή­σει πά­λι στὸν Τά­κη γιὰ τὰ λε­φτά. Τὸ δι­κό του με­ρί­διο ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο. Ἢ νὰ τὸ ἔ­παιρ­νε ὁ Τά­κης ἢ νὰ τὸ που­λοῦ­σε ἀλ­λοῦ. Θὰ ἔ­φτια­χνε ἕ­να δι­κό του μα­γα­ζί. Ροῦ­χα, κυ­ρι­λὲ καὶ κά­ζου­αλ. Ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν ἕ­τοι­μος, τὸν πε­ρί­με­νε. Ὁ Τά­κης οὔ­τε νὰ τὸν ἀ­κού­σει. «Δὲν ξέ­ρεις νὰ σκου­πί­σεις τὸν κῶ­λο σου καὶ θ’ ἀ­νοί­ξεις μα­γα­ζί;» Ἀ­π’ ὅ­ταν πέ­θα­νε ὁ πα­τέ­ρας τους δού­λευ­αν αὐ­τοὶ τὸ πε­ρί­πτε­ρο. Οἱ δυ­ό τους καὶ ἡ μά­να τους. Τὶς ἀ­πο­φά­σεις τὶς ἔ­παιρ­νε ὁ Τά­κης. Αὐ­τὸς ἔ­παι­ζε τὸν ρό­λο τοῦ μα­λά­κα ποὺ συμ­φω­νοῦ­σε. Σή­με­ρα πῆ­γε μὲ μιὰ μπλό­φα γιὰ νὰ τὸν ἀ­ναγ­κά­σει νὰ τὸ συ­ζη­τή­σει. Ὅ­τι εἶ­χε βρεῖ κά­ποι­ον νὰ πά­ρει τὸ δι­κό του μι­σό. Ἀ­φοῦ δὲ δε­χό­ταν ὁ Τά­κης θὰ τὸ ἔ­δι­νε ἀλ­λοῦ. Τὸν ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὸν λαι­μὸ καὶ τὸν κόλ­λη­σε στὸν τοῖ­χο. Θὰ τὸν σκό­τω­νε, ἅ­μα τὸ ξα­νά­λε­γε. Μό­λις πῆ­γε νὰ μι­λή­σει τὸν ἔ­ρι­ξε κά­τω καὶ τὸν ἄρ­χι­σε στὰ χα­στού­κια.

        Ἅρ­πα­ξε τὸ τσαν­τά­κι τοῦ Τά­κη καὶ τὸ ἔ­τρι­ψε πά­νω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη τοῦ κα­φέ. Με­τὰ τὸ ξα­να­σκέ­φτη­κε. Ἔ­ψα­ξε τὶς θῆ­κες. Πορ­το­φό­λι, κι­νη­τό, κλει­διά. Στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο τὸ ζευ­γα­ρά­κι γα­μι­ό­ταν μὲ θό­ρυ­βο. Μέ­τρη­σε τὰ λε­φτά. Τρά­βη­ξε ἕ­να ἀ­π’ τὰ τρί­α πε­νην­τά­ρι­κα ποὺ ἦ­ταν μέ­σα καὶ δυ­ὸ δε­κά­ρι­κα. Ἄ­φη­σε τὰ ὑ­πό­λοι­πα ὅ­πως ἦ­ταν. Κοί­τα­ξε τὴν κλει­στὴ πόρ­τα, ἔ­πι­πλα σέρ­νον­ταν στὸ πά­τω­μα. Ἔ­πια­σε τὸ κι­νη­τό. Στὴν ὀ­θό­νη, ἡ Λί­α, χα­μο­γε­λοῦ­σε. Τρά­βη­ξε τὴν κάρ­τα μνή­μης καὶ ἔ­φυ­γε στὸ δω­μά­τιό του.

       Ἡ φω­νὴ τῆς Λί­ας περ­νοῦ­σε ξέ­πνο­η ἀ­πὸ τὴν με­σο­τοι­χί­α τῶν δύο δω­μα­τί­ων. Στὸ βίν­τε­ο ποὺ ἔ­βλε­πε μπρο­στά του τσιμ­πού­κω­νε γο­να­τι­στὴ τὸν Τά­κη. Δὲν εἶ­χε ἦ­χο. Ἔ­πει­τα ἡ γκό­με­να ση­κώ­θη­κε ξα­ναμ­μέ­νη, στή­θη­κε στὰ τέσ­σε­ρα καὶ ὁ Τά­κης τὴν κα­βά­λη­σε ἀ­πὸ πί­σω. Εἶ­χε ἕ­να ση­μά­δι ψη­λὰ στὸ γο­φό, σὰν μι­κρὸ κα­κο­σχη­μα­τι­σμέ­νο νη­σί. Τε­λει­ώ­νον­τας, ὁ γα­μιὰς ἄ­δεια­σε ὅ­λο τὸ σπέρ­μα πά­νω του καὶ τὸ ἔ­σβη­σε. Τὸ βίν­τε­ο ἔ­κλει­νε μὲ τὸν Τά­κη νὰ ἑ­στιά­ζει στὸ ξυ­ρι­σμέ­νο μου­νί της. Τε­λει­ώ­νον­τας τὴν ἀν­τι­γρα­φὴ ὁ Τζέ­νι γύ­ρι­σε γρή­γο­ρα τὴν κάρ­τα μνή­μης στὸ κι­νη­τό. Ἀ­πὸ τὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­κου­γό­ταν ἕ­νας μο­νό­το­νος γδοῦ­πος.

       Μὲ ἕ­να κομ­μά­τι βρεγ­μέ­νο χαρ­τὶ σκού­πι­σε τὸ τσαν­τά­κι καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε ἐ­κεῖ ποὺ τὸ εἶ­χε βρεῖ. Πέ­τα­ξε τὰ σπα­σμέ­να γυα­λιὰ στὰ σκου­πί­δια. Μὲ τὸ σφουγ­γά­ρι κα­θά­ρι­σε τὸν κα­φὲ ἀ­πὸ τὸν τοῖ­χο καὶ τὸ τρα­πέ­ζι. Δὲν ἔ­μει­νε τί­πο­τα. Συ­νέ­χι­σε νὰ τρί­βει. Ἡ φα­σα­ρί­α εἶ­χε στα­μα­τή­σει. Ἡ ὄ­ξι­νη μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­φὲ τὸν χτυ­ποῦ­σε στὴ μύ­τη. Πῆ­γε στὸ δω­μά­τιό του, ντύ­θη­κε καὶ ἑ­τοι­μά­στη­κε νὰ φύ­γει. Κά­θι­σε μιὰ στιγ­μὴ στὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ ὅ­μως με­τὰ ἄλ­λα­ξε γνώ­μη καὶ τὸν ἔ­κλει­σε. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὴν δί­πλα πόρ­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε ἡ Λί­α. Φο­ροῦ­σε ἕ­να μπλου­ζά­κι τοῦ Τά­κη, τὰ πό­δια της ἦ­ταν ἄ­σπρα καὶ λε­πτά. Κα­λο­φτι­αγ­μέ­να. Κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι της νὰ τὸν ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σει. Τὸ ση­μά­δι δὲ φαι­νό­ταν ἀλ­λὰ ὁ Τζέ­νι ἤ­ξε­ρε ἀ­κρι­βῶς ποὺ ἦ­ταν.

 

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση. Ἀ­πὸ ὅ­σα προ­κρί­θη­καν γιὰ τὸ τεῦ­χος ἑλ­λη­νι­κοῦ μπον­ζά­ι τοῦ περ. Πλα­νό­διον. Βλ. ἐ­δῶ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος», ἐγ­γρα­φή 01-08-2010.

 

Ἰ­ά­κω­βος Ἀ­νυ­φαν­τά­κης (Ἡρά­κλειο Κρή­της 1983). Σπού­δα­σε Κοι­νω­νικὴ Θε­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στη­μί­ο Ἀθηνῶν καὶ ἔκα­νε με­τα­πτυ­χιακὸ στὴν Σύγ­χρο­­νη Ἱστο­ρί­α στὸ Πά­ντειο Πα­νε­πι­στή­μιο. Δι­η­γή­μα­τά του ἔχουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸ πε­ριο­δι­κό Ἐντευ­κτή­ριο καὶ στὸν συλ­λο­γικὸ τό­μο Εἴμα­στε ὅλοι με­τα­νά­­στες (ἐκδ. Πα­τά­κης).

 

 

 

Ἐμὶλ Ζολά (Émile Zola): Τί ὀνειρεύονται οἱ φτωχὲς κοπέλες

 

 

Ἐμὶλ Ζολά (ÉmileZola)

 

Τί ὀνει­ρεύ­ονται οἱ φτωχὲς κο­πέ­λες

(À quoi rêvent les pauvres filles)

 

Ρ­ΓΑ­ΣΤΗ­ΚΕ ΔΩ­ΔΕ­ΚΑ Ο­ΛΟ­ΚΛΗ­ΡΕΣ Ω­ΡΕΣ γιὰ νὰ βγά­λει δε­κα­πέ­ντε λε­πτά. Τὸ βρά­δυ ἐπι­στρέ­φει στὴν τρώ­γλη της, ἀκο­λου­θώ­ντας τ’ ἄσπρα ἀπὸ τὸν πά­γο πε­ζο­δρό­μια, τουρ­του­ρί­ζο­ντας τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὸ λε­πτὸ μαῦρο σά­λι της, ἀδύ­να­τη καὶ βιαστι­κή, μ’ ἐκεί­νη τὴ φο­βι­σμέ­νη βια­σύ­νη τῶν κα­κό­μοι­ρων ἀδέ­σποτων ζώ­ων.

       Κι ἐπειδὴ τὸ στο­μά­χι της δια­μαρ­τύ­ρε­ται λι­μα­σμέ­νο, ἀγο­ρά­ζει τὸ ὑπό­λειμ­μα ἑνὸς φτη­νοῦ ἀλλα­ντι­κοῦ, ποὺ τὸ παίρ­νει μαζί της τυ­λιγ­μέ­νο σ’ ἕνα σκι­σμέ­νο φύλ­λο ἐφη­με­ρί­δας.

       Κι ἔπει­τα ἀνε­βαί­νει ξε­πνο­η­μέ­νη τοὺς ἕξι ὀρό­φους της.

       Ἐκεῖ ψη­λά, ἡ σο­φίτα της εἶναι πα­ντέ­ρη­μη. Ἕνα κομ­μά­τι κερὶ φω­τί­ζει αὐτὴν τὴν ἐξα­θλί­ω­ση. Φω­τιὰ δὲν ὑπάρ­χει. Ὁ ἄνε­μος περ­νά­ει κά­τω ἀπ’ τὴν πόρ­τα μὲ τέ­τοια ὁρμὴ ποὺ κά­νει τὴ φλό­γα τοῦ κε­ριοῦ νὰ τρε­μο­παί­ζει. Ἕνα κρε­βά­τι, ἕνα τρα­πέ­ζι, μί­α κα­ρέ­κλα. Κά­νει τό­σο κρύ­ο ποὺ τὸ νερὸ στὸ κου­μά­ρι ἔχει πα­γώ­σει.

       Βιά­ζε­ται· ἴσως ζε­στα­θεῖ λι­γά­κι στὸ κρε­βάτι της, κά­τω ἀπὸ τὸν μπό­γο τῶν ρού­χων της ποὺ στοι­βά­ζει κά­θε βρά­δυ στὰ πό­δια της. Κά­θι­σε ζω­ηρὰ στὸ μι­κρὸ τρα­πέ­ζι της, πῆρε ἕνα κομ­μά­τι ψωμὶ ἀπὸ ἕνα ντου­λά­πι καὶ τρώ­ει τὸ ἀλλα­ντι­κό της μὲ τὸν λαί­μαρ­γο κι ἀδιά­φο­ρο τρό­πο τῶν λι­μασμέ­νων. Ὅταν τὴν πιά­νει δί­ψα, ἀνα­γκά­ζε­ται νὰ σπά­σει τὸν πάγο στὸ κου­μά­ρι.

       Εἶναι ἕνα κο­ρί­τσι τὸ πολὺ δε­κα­ο­κτὼ χρονῶν. Γιὰ νὰ κρυώ­νει λι­γό­τε­ρο, δὲν ἔβγα­λε τὸ σά­λι της οὔτε τὸν σκοῦφο της. Τρώ­ει στὸ σπί­τι της ντυ­μέ­νη ὅπως γιὰ τὸν δρό­μο καὶ κρύ­βει πό­τε πό­τε τὰ μπλάβα ἀπὸ τὸ κρύ­ο χέ­ρια της. Ἂν μπο­ροῦσε νὰ χα­μο­γε­λά­σει, θὰ γι­νό­ταν γοη­τευ­τι­κή· τὰ λε­πτε­πί­λε­πτα χεί­λη της, τ’ ἁπα­λοῦ γκρί­ζου χρώ­μα­τος μά­τια της θὰ εἶχαν ὑπέ­ρο­χη γλυ­κύ­τη­τα. Ὅμως τὰ βά­σα­να τὴν ἔχουν κά­νει νὰ σφίγ­γει τὰ χεί­λη της κι ἔχουν σκιά­σει καὶ σκλη­ρύ­νει τὸ βλέμ­μα της. Φο­ρά­ει τὸ ἄκα­μπτο κι ἀπει­λη­τικὸ προ­σω­πεῖο τῶν ἐξα­θλιω­μέ­νων.

       Κοι­τά­ζει ἀπλανῶς μπρο­στά της, μὲ τὸ μυα­λό της κε­νό, τρώ­γοντας σὰν ζῶο ποὺ βιά­ζε­ται. Ὕστε­ρα τὸ βλέμ­μα της πέ­φτει στὸ λι­γδια­σμέ­νο φύλ­λο τῆς ἐφη­με­ρί­δας ποὺ τῆς χρη­σι­μεύ­ει γιὰ πιά­το. Ἀρχί­ζει νὰ δια­βά­ζει καὶ ξε­χνά­ει νὰ τε­λειώ­σει τὴν μπου­κιά της.

       Δό­θη­κε χο­ρο­ε­σπε­ρί­δα στὰ ἀνά­κτο­ρα τοῦ Κε­ρα­μει­κοῦ καὶ κα­τα­να­λώ­θη­κε, ὅπως πλη­ρο­φο­ρεῖται, τερά­στια πο­σό­τη­τα οἴ­νου κι ἐδε­σμά­των: ἐννέ­α χι­λιά­δες μπου­κά­λες κα­μπα­νί­τη, τρεῖς χι­λιά­δες γλυ­κί­σμα­τα, ἑξα­κό­σια κιλὰ κρέ­ας καὶ τὰ ρέ­στα. Χα­μο­γε­λά­ει πα­ρά­ξε­να καὶ σκέ­φτε­ται πὼς οἱ ἄνθρω­ποι αὐτοὶ θὰ πρέ­πει νὰ εἶναι τε­τρά­πα­χοι.

       Ὅμως, ἐπειδὴ εἶναι γυ­ναίκα, χα­σο­με­ρά­ει πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πε­ρι­γρα­φὲς τῶν βραδι­νῶν φο­ρε­μά­των. Δια­βά­ζει λοι­πόν:

       «Ἡ κυ­ρί­α Ντὲ Μετ­τερ­νίκ: λευκὴ ἐσθή­τα, μὲ σκού­ρα μὸβ ζώ­νη. Ἕνα ἀδα­μα­ντο­ποί­κιλ­το πε­ρι­δέ­ραιο στή­ρι­ζε ἕνα χα­ρι­τω­μέ­νο σύμ­φυρ­μα ἀπὸ μαρ­γα­ρι­τάρια καὶ δια­μά­ντια.»

       Τὸ πρό­σω­πό της σκλή­ρυ­νε κι ἄλλο. Για­τί οἱ ἄλλες νὰ ἔχουν διαμα­ντέ­νια πε­ρι­δέ­ραια τὴ στιγ­μὴ ποὺ αὐτὴ δὲν ἔχει κὰν ἕνα ζε­στὸ φό­ρε­μα νὰ βά­λει; Ὅμως συ­νε­χί­ζει:

       «Ἡ αὐτο­κρά­τει­ρα μὲ ἐσθή­τα ἁπα­λοῦ πρά­σι­νου χρώ­μα­τος, κα­λυμ­μέ­νη ἀπὸ τὴ μέ­ση καὶ κάτω ἀπὸ λευκὸ φου­σκωτὸ τού­λι, ἀργυ­ροΰφα­ντο, γαρ­νι­ρι­σμέ­νη στὸν πο­δό­γυ­ρο καὶ στὸ μποῦστο μὲ γού­να ζι­μπε­λί­νας. Στὰ μαλ­λιά της λευκὰ ἄνθη ἀγρά­μπε­λης κι ἕνα ἁπλὸ δια­μα­ντένιο διά­δη­μα. Γύ­ρω ἀπὸ τὸ λαι­μό, μαύ­ρη βε­λού­δι­νη κορ­δέ­λα, δια­κο­σμη­μέ­νη μὲ μαι­άν­δρους ἀ­πὸ ὑπέ­ρο­χα δια­μά­ντια.»

 

       Πα­ντοῦ δια­μά­ντια, καὶ μά­λι­στα στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ δια­μά­ντια γιὰ νὰ πλου­τί­σουν ἑκατὸ οἰκο­γέ­νειες. Ἡ κο­πέ­λα ἔπα­ψε νὰ δια­βά­ζει. Ἔχει γεί­ρει πρὸς τὰ πί­σω στὴν κα­ρέ­κλα της καὶ συλλο­γί­ζε­ται.

       Σκέ­ψεις κακὲς περ­νοῦν ἀπὸ τὰ γκρί­ζα μά­τια της. Δὲν αἰσθά­νε­ται πιὰ τὸ κρύ­ο, εἶναι ὁλό­τελα δο­σμέ­νη στὸν πει­ρα­σμὸ τοῦ κα­κοῦ.

       Κι ὅταν συ­νέρ­χε­ται ἀπ’ τὴν ὀνει­ρο­πό­λη­σή της, ἕνα δυ­νατὸ ρί­γος τὴ δια­περνᾶ· καὶ φέρ­νο­ντας ἕνα γύ­ρο τὴν τρώ­γλη της μὲ τὸ βλέμ­μα της, ψι­θυ­ρί­ζει:

       «Πρὸς τί λοι­πόν…; Πρὸς τί νὰ δου­λεύ­ω; Θέ­λω νά ‘χω δια­μά­ντια.»

       Αὔριο θὰ τά ‘χει.

 

  

Πηγή: Contes et nouvelles 1(1864-1874), prés. par François-Marie Mourad, GF Flam­ma­rion, Paris 2008, σσ. 180-182.

 

Ἐμίλ Ζολὰ (Émile Zola) (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας. Ἡγε­τικὴ μορ­φὴ τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ, ἐπι­δί­ω­κε νὰ ἐφαρ­μό­ζει τὴν ἐπι­στη­μο­νικὴ μέ­θο­δο στὴν πε­ρι­γραφὴ τῆς συ­μπε­ρι­φορᾶς καὶ γε­νι­κό­τε­ρα τῆς κοι­νω­νί­ας. Συ­νέ­θε­σε ἕναν με­γά­λο κύ­κλο μυ­θι­στο­ρη­μά­των γύ­ρω ἀπὸ τοὺς Rougon- Macquart, πε­ριγρά­φο­ντας ἔτσι τὴ φυ­σικὴ καὶ κοι­νω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας τὴν ἐποχὴ τῆς Β΄ Αὐτο­κρα­το­ρί­ας (1852-1870). Ἦρθε σὲ ἐπαφὴ μὲ τὶς ἰδέ­ες τοῦ σο­σια­λι­σμοῦ καὶ κα­τό­πιν ἀνέ­πτυ­ξε ἕνα μεσ­σια­νικὸ ὅρα­μα γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ ἀνθρώ­που Τὰ τέσ­σε­ρα Εὐαγ­γέλια, 1899-1903. Ἐξάλ­λου ἔγραψε κρι­τικὲς με­λέ­τες γιὰ θέ­μα­τα τῆς τέ­χνης καὶ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Φοῖ­βος Ι. Πι­ομ­πῖ­νος (Ἀ­θή­να, 1945). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κά.

 

Εἰκόνα: Jean Auguste Dominique Ingres: Πορτραῖτο τῆς Jose­phi­ne El­le­o­no­re Ma­rie Pau­li­ne de Ga­lard de Bras­sa (λεπτομέρεια).

 

Βασίλης Τσιαμπούσης: Ἡ Δευτέρα

 

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης

 

Ἡ Δευ­τέ­ρα

 

ΟΝ ΞΕΝΤΥΣΕ μὲ προ­σο­χή. Τὸ νε­ρὸ στὸ κα­ζά­νι μι­σο­έ­βρα­ζε. Τοῦ σα­πού­νι­σε τὰ μαλ­λιά, τὶς μα­σχά­λες, τὰ πό­δια… Τὸν ξέ­βγα­λε καὶ τὸν τύ­λι­ξε σ’ ἕ­να τριμ­μέ­νο μπουρ­νού­ζι. Πέ­ρα­σαν τὴν αὐ­λὴ κι ἀ­νέ­βη­καν στὸ σπί­τι. Ἡ ζώ­νη σερ­νό­ταν κα­τα­γῆς καὶ μιὰ στιγ­μὴ τοῦ ‘­φυ­γε ἡ παν­τό­φλα. Τοῦ ‘­βα­λε γιορ­τι­νὰ ροῦ­χα καὶ λί­γη φτη­νὴ κο­λώ­νια. Τοῦ ‘­δω­σε δυ­ὸ κα­το­στά­ρι­κα. Τὸν φί­λη­σε στὸ μέ­τω­πο καὶ τὸν συ­νό­δε­ψε ὣς τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

         Πα­ρό­λη τὴ βι­α­σύ­νη του ἔ­φτα­σε με­τὰ ἀ­πὸ μί­α ὥ­ρα. Εἶ­χε πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια καὶ τὰ πό­δια καὶ πή­γαι­νε σὰν τὴ χε­λώ­να. Ἀ­νέ­βη­κε τὴ σκά­λα καὶ μπῆ­κε στὸ μι­κρὸ σα­λό­νι. Ἦ­ταν μό­νος. Κά­θι­σε σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα καὶ πε­ρί­με­νε.

        Βγῆ­κε ἀπ’ τὸ δω­μά­τιο της φο­ρών­τας μιὰ κόκ­κι­νη νυ­χτι­κιά. «Μό­νο ἐ­σὺ ἔ­λει­πες…», εἶ­πε. «Δὲν μπο­ρῶ σή­με­ρα, νά ‘ρ­θεις τὴν ἄλ­λη Δευ­τέ­ρα.» Μπῆ­κε στὴν του­α­λέ­τα. Ἀ­κού­στη­κε τὸ κα­ζα­νά­κι. Ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα κι ἁ­πλώ­θη­κε μιὰ ἄ­σκη­μη μυ­ρω­διά. «Ἀ­κό­μα ἐ­δῶ εἶ­σαι; Για­τί δὲν πᾶς καὶ σὲ κα­μιὰν ἄλ­λη, μέ­λι ἔ­χει τὸ δι­κό μου; Τό­σα χρό­νια κά­ναν ἄν­τρα πι­στὸ δὲ βρή­κα­με, ἐ­σὺ μᾶς ἔ­τυ­χες…». Τί τῆς ἔ­φται­γε τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ σα­ρά­βα­λο καὶ ξε­σποῦ­σε πά­νω του… Σή­κω­σε τὴ νυ­χτι­κιὰ μέ­χρι τοὺς ὤ­μους. «Ἔ­λα, πα­νά­θε­μά σε, μὴ λὲς ὅ­τι σ’ ἀ­φή­σα­με νη­στι­κό…». Φά­νη­κε τὸ στῆ­θος, ἡ κοι­λιά της καὶ μιὰ τε­ρά­στια μαύ­ρη κυ­λό­τα πα­ρα­γε­μι­σμέ­νη μὲ πα­νιά. «Ἄν­τε, ἂν θὲς πιά­σε καὶ λί­γο…».

        Τὸν ἔ­πια­σε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ντρο­πὴ καὶ χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα. Ἄ­φη­σε τό ‘­να κα­το­στά­ρι­κο πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι, καὶ βγῆ­κε. Πῆ­ρε τὸ δρό­μο πού ‘­βγά­ζε στὸ δη­μο­τι­κὸ κῆ­πο. Ἀ­γό­ρα­σε ἕ­να σάν­του­ιτς κι ἔ­κα­τσε σ’ ἕ­να ἀ­πό­με­ρο παγ­κά­κι. Μὲς στὸ σκο­τά­δι ἔ­δω­σε τὴ μά­χη του, ἀλ­λὰ δὲ λυ­τρώ­θη­κε. Τὰ χέ­ρια καὶ τὸ παν­τε­λό­νι του γέ­μι­σαν μου­στάρ­δα. Κουμ­πώ­θη­κε. Δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ κου­νη­θεῖ οὔ­τε βῆ­μα.

        Ἄ­δο­ξα πέ­ρα­σε αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα. Κι ἀ­π’ αὔ­ριο ξα­ναρ­χί­ζει ἡ βι­ο­πά­λη, ὁ ἀ­γώ­νας κι ἡ ἀ­γω­νί­α γιὰ τὸ πῶς θὰ που­λή­σει τὰ λα­χεῖ­α. Ἕ­ξι μέ­ρες πε­ρα­σι­ὲς ἀ­πὸ γρα­φεῖ­α, κα­φε­νεῖ­α, τα­βέρ­νες… κι ὅ­λες οἱ στρά­τες ἀ­νη­φο­ρι­κὲς γι’ αὐ­τόν. Καὶ μό­νο τὸ βρά­δυ τῆς ἄλ­λης Δευ­τέ­ρας —κά­θε Δευ­τέ­ρα με­τὰ τὴν κλή­ρω­ση— θά ‘­χει πά­λι τρεῖς ὧ­ρες δι­κές του, οἰ­κο­γε­νεια­κές, αὐ­τός, ἡ μά­να κι ἡ ἀ­γα­πη­τι­κιά του.

        Ἀ­πό­ψε ὅ­μως πῆ­γε ἄ­χρη­στο τὸ μπά­νιο —«Ἡ σκε­πὴ τοῦ πλυ­στα­ριοῦ θέ­λει δι­όρ­θω­μα», εἶ­πε ἡ μά­να— ἄ­χρη­στες κι οἱ δυὸ ὧ­ρες δρό­μος ὣς τὸ σπί­τι της, ἀ­φοῦ λεῖ­ψαν ἐ­κεῖ­να τὰ πέν­τε κα­θο­ρι­στι­κὰ λε­πτά της ἀ­πο­λύ­τρω­σής του.

        Ἀ­πό­ψε πῆ­γε ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ δου­λειὰ τῆς ἑ­βδο­μά­δας. «Ἄ­χρη­στη ὅ­λη ἡ ζω­ή μας, μά­να, αὐ­τὴ ἡ Δευ­τέ­ρα κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν ξη­μέ­ρω­νε πο­τέ.»

        Ξε­κί­νη­σε ἀρ­γὰ γιὰ τὸ σπί­τι. Ἦ­ταν πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Βγῆ­κε τὸ φεγ­γά­ρι καὶ τοῦ ‘­φέγ­γε τὸ δρό­μο. Ἕ­να πει­να­σμέ­νο σκυ­λὶ πλη­σί­α­σε στὸ παγ­κά­κι κι ἔ­φα­γε λαί­μαρ­γα τ’ ἀ­πο­μει­νά­ρια ἀ­π’ τὸ σάν­του­ιτς.

 

 

 Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990).

 

Βα­σί­λης Τσι­αμ­πού­σης (Δρά­μα, 1953). Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὸς Μη­χα­νι­κὸς στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Δρά­μα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἡ βέ­σπα καὶ ἄλ­λα ἐ­παρ­χια­κὰ δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1990). Τε­λευ­ταῖ­ο: Νὰ σ’ ἀ­γα­πά­ει ἡ ζω­ὴ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη, Ἀ­θή­να, 2004).

 

Φω­το­γρα­φία: Holger Möhle

 

Σωτήρης Δημητρίου: Ἄντρας ἀπὸ τὴ Βουλγαρία

 

 

Σωτήρης Δημητρίου

 

Ἄντρας ἀπὸ τὴ Βουλγαρία

 

ΥΤΗ Η ΠΟΥΤΑΝΑ ΦΤΑΙΕΙ. Αὐ­τή, αὐ­τή. Νὰ ξέ­ρα­τε τί λέ­ει, πί­σω ἀπ’ τὴν πλά­τη σας. Εἶ­ναι κα­κιὰ κι ἔ­χει τὸ δι­ά­ο­λο μέ­σα της. Γειά σου μω­ρή, γειά σου. Σὲ κλεί­νω για­τί ἔρ­χε­ται.»

       «Πά­λι στὸ τη­λέ­φω­νο, βρὲ Ρι­τά­κι; Ποῦ τη­λε­φω­νοῦ­σες πά­λι;»

      «Σκά­σε, μω­ρή. Στὸν γκό­με­νό μου, ὅ­που θέ­λω. Νὰ μὴν τη­λε­φω­νή­σω; Αὐ­τὶ ἔ­χω, στό­μα ἔ­χω. Νὰ μὴ γα­μη­θῶ; Μου­νὶ ἔ­χω. Ἄι στὸ δι­ά­ο­λο, γριὰ που­τά­να. Ἂς μὴ μὲ γέν­να­γες.»

      Ἦ­ταν ἕ­να κα­τα­κόκ­κι­νο κο­ρί­τσι, γύ­ρω στὰ 18, χον­τρὸ ὅ­λο ξύγ­κι. Δί­πλω­νε ἡ κοι­λιὰ καὶ ὁ λαι­μὸς ἀ­π’ τὸ πά­χος.

      Τὰ μά­τια, δυ­ὸ μι­κρὲς ἀ­στρα­φτε­ρὲς τρυ­πί­τσες, χα­μέ­νες μέ­σα στὸ πρη­σμέ­νο, ὑ­πο­τυ­πω­δῶς δι­α­γραμ­μέ­νο πρό­σω­πο καὶ ἡ φω­νὴ τσι­ρι­χτή, δι­α­πε­ρα­στι­κή. Ὅ­λη μέ­ρα ἔ­τρω­γε καὶ τὶς νύ­χτες, ση­κω­νό­ταν κά­θε λί­γο καὶ μὲ κλει­στὰ μά­τια ἄ­νοι­γε τὸ ψυ­γεῖ­ο, τὴν ντου­λά­πα καὶ ψα­χού­λευ­ε. Ὅ,τι νά ’βρι­σκε. Ἀρ­κεῖ νὰ μα­σι­ό­ταν.

      Θὰ τὴν ἔ­βα­ζε σὲ ἵ­δρυ­μα, ἀλ­λὰ ἀ­π’ τὴ μιὰ με­ριὰ τὴν πό­να­γε —αἷ­μα της ἦ­ταν— κι ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη, κύ­ριος οἵδε τί θά ‘­κανε ἐ­κεῖ μέ­σα. Ἦ­ταν θη­ρί­ο. Ἀ­π’ τὸ θή­λα­σμα ἀ­κό­μα, τῆς τρά­βα­γε καὶ τῆς δάγ­κα­νε τὰ βυ­ζιά. Ἤ­πιο βλέμ­μα δὲν τῆς ἔ­ρι­ξε πο­τέ. Κά­πο­τε ποὺ πή­γαι­νε νὰ τὴν ἀγ­κα­λιά­σει, μὲ ἐ­πί­τη­δες ἀ­στεῖ­ο κι ἀ­ναγ­κα­στι­κὸ τρό­πο, τὴ βά­ρα­γε μὲ μπου­νι­ὲς στὴν κοι­λιὰ καὶ χα­μη­λό­τε­ρα καὶ μό­λις ἄρ­χι­σαν νὰ φου­σκώ­νουν τὰ βυ­ζιά της, ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς ἀ­φορ­μή, τῆς φώ­να­ζε τοῦ κό­σμου τὰ βρο­μό­λο­γα.

      Ποῦ τὰ ‘­μα­θε; Ἀ­φοῦ ἀ­π’ τὸ σπί­τι σπά­νια ἔ­βγαι­ναν μα­ζί. Με­γα­λώ­νον­τας, ἔ­βρι­σκε πιὸ φί­νους τρό­πους νὰ τὴ βα­σα­νί­ζει. Δὲ φό­ρα­γε ταμ­πὸν στὴν πε­ρί­ο­δο γιὰ νὰ πο­τι­στεῖ ἡ κυ­λότ­τα, τά ‘­κα­νε πά­νω της καὶ τὴν ἔ­βα­ζε νὰ τὴν πλέ­νει, λέ­γον­τας σι­γα­νὰ μὲ λύσ­σα:

      «Μοῦ ‘­φυ­γαν. Σά­μα τό ‘­θε­λα; Ἂς μὴ μ’ ἔ­κα­νες, γριὰ που­τά­να. Ἂς μὴ σή­κω­νες τὰ μπού­τια σου γιὰ τὴν ψω­λὴ ἐ­κεί­νου τοῦ ἀ­λή­τη. Δέ σοῦ ‘­βα­ζε κα­λύ­τε­ρα ὀ­χιὰ στὴν τρύ­πα σου; Δὲ θὰ τὸν πε­τύ­χω κά­πο­τε; Θὰ τοῦ τὴν κό­ψω μὲ τὰ δόν­τια, πέ­ρα πέ­ρα.

      »Ἁ­μαρ­τί­αι γο­νέ­ων παι­δεύ­ου­σι τέ­κνα. Νο­μί­ζεις δὲν τὰ ξέ­ρω;»

      Ὅ­ταν πή­γαι­ναν ἐ­πί­σκε­ψη στὴ γει­το­νιά, ἀγ­κά­λια­ζε σφι­χτά, μὲ γέ­λια κι ἀ­να­στε­ναγ­μοὺς τοὺς ἄν­τρες, τοὺς φί­λα­γε ρου­φη­χτὰ στὰ μά­γου­λα κι ἔ­ψα­χνε, μπεμ­πε­κίζον­τας τά­χα, γιὰ τὰ χεί­λη.

      Ἄρ­χι­σε νὰ βγαί­νει μό­νη της, σὲ μι­κρὴ ἀ­χτί­να ἀ­π’ τὸ σπί­τι καὶ νὰ δεί­χνει τὰ βυ­ζιὰ καὶ τὸ ὄρ­γα­νό της στοὺς ἀρ­σε­νι­κούς.

      Μιὰ Κυ­ρια­κὴ με­τὰ τὴ λει­τουρ­γί­α, κλει­δώ­θη­κε στὸ δω­μά­τιό της κι ἄρ­χι­σε νὰ κραυ­γά­ζει:

      «Σκί­σε με, καύ­λα μου. Σκί­σε με. Ἄι! Πώ! Πώ!

      Πώ! Τί που­τσά­ρα εἶ­ναι αὐ­τή, μω­ρό μου!»

      Τρό­μα­ξε ἡ μά­να της, για­τὶ τὴν εἶ­χαν πά­ρει χαμ­πά­ρι δι­ά­φο­ροι λι­γού­ρη­δες καὶ γυ­ρό­φερ­ναν τὸ σπί­τι.

      «Ἔ­χει γοῦ­στο νά ‘­μπα­σε κα­νέ­ναν», σκέ­φτη­κε.

      Τὴν πα­ρα­κά­λα­γε νὰ τῆς ἀ­νοί­ξει. Ἐν­τέ­λει βγαί­νει ξε­βρά­κω­τη καὶ πε­τά­ει στὰ μοῦ­τρα τῆς μά­νας της μιὰ μα­τω­μέ­νη χον­τρὴ λαμ­πά­δα.

      «Νά, μω­ρή, ὁ πρῶ­τος μου γα­μιάς. Βά­λ’ τον καὶ σὺ στὸ μου­νί σου. Ἀλ­λὰ τί ἀ­νάγ­κη ἔ­χεις; Γα­μι­έ­σαι σὰν σκύ­λα ὅ­ταν βγαί­νεις. Ποῦ πᾶς, μω­ρή, μό­νο γιὰ ψώ­νια;»

      Τὴν πῆ­ραν τὰ κλά­μα­τα τὴ μά­να της καὶ λύσ­σα­ξε.

      «Ἄ­χνα. Βού­λω­σ’ τό. Ἄ­χνα σοῦ λέ­ω. Σὲ πῆ­ρε τώ­ρα ὁ πό­νος; Σκά­σε μὴ σὲ πλα­κώ­σω στὸ ξύ­λο.»

      Κεί­νη τὴν ἐ­πο­χὴ ἄρ­χι­σε τὴ φάμ­πρι­κα μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο. Τοὺς ἔ­παιρ­νε ὅ­λους ὅ­σους ξέ­ρα­νε κι ἔ­λε­γε γιὰ τὴ μά­να της χί­λια δυό. Ἔ­πε­σε στὸ λαι­μὸ τῶν ἀν­θρώ­πων. Συ­νε­χῶς μὲ τ’ ἀ­κου­στι­κὸ στὸ χέ­ρι.

      Οἱ για­τροὶ τὸ ἴ­διο τρο­πά­ρι. Νὰ τὴν ἔ­χει ἀ­πὸ κον­τά, νὰ τῆς δεί­χνει ἀ­γά­πη, νὰ τὴ βγά­ζει βόλ­τες κι ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, νὰ τὴν πη­γαί­νει τα­ξι­δά­κια. Θὰ ὠ­φε­λη­θεῖ.

      Στὴν ἀρ­χὴ δὲν ἤ­θε­λε, ἀλ­λὰ ὅ­ταν τῆς εἶ­πε μιὰ θειά της, «ἔ­λα, βρὲ Ρί­τα. Θὰ γνω­ρί­σεις καὶ γαμ­πρό. Στὰ τα­ξί­δια εἶ­ναι πιὸ εὔ­κο­λο».

      Ἀ­πὸ κεῖ καὶ πέ­ρα ἡ ζω­ὴ της ἦ­ταν τα­ξί­δια καὶ γαμ­πρός.

      Κα­τὰ κά­ποι­ο τρό­πο, στὴν προσ­δο­κί­α γαμ­προῦ ἄλ­λα­ξε καὶ συμ­πε­ρι­φο­ρά. Ψευ­το­σκού­πι­ζε, ἔ­πλε­νε καὶ κά­να πιά­το. Ἔ­τσι κι ἡ μά­να της ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη, κυ­ρί­ως ψυ­χο­λο­γι­κά, ἔ­βγα­ζε κι ἀ­π’ τὴ μύ­γα ξύγ­κι καὶ τα­ξί­δευ­αν τα­χτι­κά. Ξέ­δι­νε κι αὐ­τὴ κά­πως.

      Στὴν ἀρ­χὴ πή­γαι­ναν κον­τι­νά. Αἴ­γι­να, Λου­τρά­κι, Εὔ­βοι­α. Με­τὰ μὲ γκρούπ, πιὸ ἔ­ξω. Ἐ­κεῖ ποὺ γύ­ρι­ζαν, ὅ­ποι­ος τῆς γυ­ά­λι­ζε πή­γαι­νε κον­τά του, τὸν ἔ­δει­χνε μὲ τὸ δά­χτυ­λο καὶ τῆς φώ­να­ζε, «Νά, μω­ρή, αὐ­τόν».

      Στὴν ἀρ­χὴ τὴ γέ­λα­γε λέ­γον­τάς της: «Τί ὅ­που ὅ­που; Νὰ γυ­ρί­σου­με, νὰ δοῦ­με.

      »Νὰ πᾶ­με καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἐ­κεῖ οἱ ἄν­τρες δὲν εἶ­ναι πο­νη­ροὶ ὅ­πως ἐ­δῶ».

      Πέρ­να­γε ὁ και­ρὸς κι ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­δη­μο­νεῖ καὶ ν’ ἀ­γρι­εύ­ει.

      Τὶς νύ­χτες ἔ­τρι­βε τὰ ὄρ­γα­νά της, μουγ­γα­νί­ζον­τας ρυθ­μι­κά γιὰ πολ­λὴ ὥ­ρα, ὄ­χι ἀ­πὸ εὐ­χα­ρί­στη­ση, ἀλ­λὰ γιὰ νὰ νευ­ριά­σει τὴ μά­να της.

      Ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μή, χί­μη­ξε νὰ τὴν ἁρ­πά­ξει ἀ­π’ τὸ λαι­μό.

      «Πό­τε θὰ μοῦ βρεῖς γαμ­πρό, μω­ρὴ ἔ­νο­χη; Μὲ γε­λᾶς μοῦ φαί­νε­ται, ἔ;»

      «Κο­ρού­λα μου, Κο­ρού­λα μου. Μή. Στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, Θὰ πᾶ­με στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Στὴ Βουλ­γα­ρί­α.»

      «Στὴ Βουλ­γα­ρί­α; Τῆς χτύ­πη­σε ἀ­λη­θι­νὸ καὶ ὅ­μορ­φο. Τό ‘­δε­σε κόμ­πο πὼς ἐ­κεῖ τὴν πε­ρι­μέ­νει ἡ ἀ­γά­πη της. Ὅ­λη τὴ μέ­ρα τρα­γού­δα­γε στὸ ρυθ­μὸ μο­τί­βων λα­ϊ­κῶν τρα­γου­δι­ῶν, “Βουρ­γά­ρε μου, Βουρ­γά­ρε μου».»

      Στὸ τη­λέ­φω­νο πλέ­ον, στὴ γει­το­νιὰ καὶ στοὺς πε­ρα­στι­κούς, ἄλ­λο δὲν εἶ­χε στὸ στό­μα ἀ­π’ τὸ «Βουρ­γά­ρε μου».

      Ἦρ­θε ἡ πο­λυ­πό­θη­τη ὥ­ρα. Ἡ μά­να της στὸ τα­ξί­δι ἔ­τρε­με ὁ­λό­κορ­μη. Δὲν τὴ βα­στοῦ­σε πλέ­ον.

      Μὲ τὸ ποὺ πά­τη­σαν πό­δι, ἄρ­χι­σε νὰ δεί­χνει ξε­φω­νί­ζον­τας. «Αὐ­τόν, Αὐ­τόν.»

      Προ­σπά­θη­σε νὰ ξε­φύ­γει λέ­γον­τάς της πὼς «ἐ­δῶ δὲν γί­νε­ται ἀ­μέ­σως, εἶ­ναι ἄλ­λο σύ­στη­μα, πρέ­πει νὰ πᾶ­με στὸ κρά­τος νὰ συμ­φω­νή­σου­με».

      Μὲ τὸ ζό­ρι τὴν ἔ­φε­ρε πί­σω, μὲ τὴν ὑ­πό­σχε­ση πὼς μί­λη­σε αὐ­τὴ γιὰ κά­ποι­ον ποὺ τῆς ἄ­ρε­σε, τὰ συμ­φώ­νη­σαν καὶ μό­λις βγεῖ τὸ δι­α­βα­τή­ριό του θά ‘ρ­θει στὴν Ἑλ­λά­δα.

      Πά­λι τὸ ἴ­διο βι­ο­λί. Πα­ρά­φρα­ζε συ­νέ­χεια λα­ϊ­κὰ τρα­γού­δια:

Ἱ­στο­ρί­α μου, ἁ­μαρ­τί­α μου

Βουρ­γα­ρι­κὴ λα­τρεί­α μου

σὲ βλέ­πω στ’ ὄ­νει­ρό μου

καὶ κλά­νω ἀ­π’ τὸν κα­η­μό μου.

      Ἔ­πλε­νε ἄ­τσα­λα τὸ σπί­τι νά ‘­ναι εὐ­πα­ρου­σί­α­στο, ἀ­γό­ρα­σε καλ­λυν­τι­κὰ καὶ παι­δευ­ό­ταν στὸν κα­θρέ­φτη.

      Πέρ­να­γε ὁ και­ρὸς καὶ σι­γὰ σι­γὰ ἀ­φέ­θη­κε. Οὔ­τε μί­λα­γε, οὔ­τε κου­νιό­ταν ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι. Γέ­μι­σε ἡ μά­να της γλυ­κὲς προσ­δο­κί­ες, «Θε­έ μου, νά ΄με­νε πάν­τα ἔ­τσι».

      Ὥ­σπου ἕ­να βρά­δυ μπαί­νει ὁ­λό­γυ­μνη στὸ δω­μά­τιό της, μὲ τὰ χέ­ρια πά­νω στὸ μου­νί.

      «Ποῦ ‘­ν’ τος, μω­ρὴ που­τά­να, ὁ Βούρ­γα­ρος; Τί νὰ τὸ κά­νω ἐ­γὼ ἐ­τοῦ­το;»

      Ἀ­λα­φι­ά­στη­κε, τρό­μα­ξε, τῆς ἀ­νέ­βη­κε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι.

      «Ποι­όν γαμ­πρὸ πε­ρι­μέ­νεις, δαί­μο­να; Ποι­όν, σα­τα­νά; Τί νὰ τὸν κά­νεις τὸ γαμ­πρό; Νὰ σὲ λού­ζει; Νὰ σὲ τα­ΐζει; Γιὰ νὰ σοῦ φο­ρά­ει τὸ βρα­κί; Οἱ ἄν­τρες τὸ κα­τε­βά­ζουν τὸ βρα­κί, τέ­ρας, δὲν τὸ ἀ­νε­βά­ζουν πο­τέ. Ὅ­πως ἐ­κεῖ­νο τὸ χτῆ­νος ποὺ σ’ ἔ­σπει­ρε καὶ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, μω­ρ’, κα­λὰ ἔ­κα­νε ἔ­κτρω­μα, κα­λὰ ἔ­κα­νε, ποὺ νὰ τὸν βροῦν, Πα­να­γί­α μου, μὲ τὴ γλώσ­σα δαγ­κα­μέ­νη, νὰ τοῦ γι­ο­μί­σει τὸ στό­μα σκου­λή­κια στὰ ζῶν­τα. Μοῦ μαύ­ρι­σες τὴ ζω­ή. Ἀ­νά­σα, μω­ρή. Μιὰ ἀ­νά­σα κι ἄς πε­θά­νω. Πῶς εἶ­ναι ἡ ἀ­νά­σα, μω­ρή; Εἶ­σαι ἄρ­ρω­στη. Ἄ­λω­τη.»

      Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μι­λή­σει πλέ­ον, ἔ­πα­θε σπα­σμοὺς κι ἔ­βγα­ζε κά­τι ἤ­χους σὰν χλί­ου χλί­ου.

      «Ἀ­νά­πη­λο, χλί­ου χλί­ου. Λε­λο­κο­μεῖ­ο, χλί­ου χλί­ου.»

      «Ἄ, ὥ­στε μέ­σα στὸ μυ­α­λου­δά­κι σου τὸν ἔ­χεις. Θὰ σοῦ δεί­ξω ἐ­γώ», τῆς κά­νει μὲ ζα­χα­ρω­μέ­νη φω­νού­λα.

      Βγῆ­κε καὶ γύ­ρι­σε κρα­τών­τας ἕ­να χον­τρὸ μπου­κά­λι γε­μά­το λά­δι κι ἄρ­χι­σε νὰ τὴ χτυ­πά­ει στὸ κε­φά­λι. Τὸ μπου­κά­λι ἔ­σπα­σε, μὰ συ­νέ­χι­ζε νὰ τὴ λι­α­νί­ζει πολ­λὴ ὥ­ρα μὲ τὸ ὑ­πό­λοι­πο κομ­μά­τι, μέ­χρι ποὺ τῆς ἔ­κα­νε τὸ πρό­σω­πο ἄ­μορ­φο.

      Τῆς σκέ­πα­σε κα­τό­πιν τὰ πό­δια νὰ μὴν κρυ­ώ­νει, ἔ­κα­τσε δί­πλα της, ἔ­χω­σε τὰ λι­γδι­α­σμέ­να δά­χτυ­λα στὰ πολ­τοποι­η­μέ­να μέ­ρη τοῦ κρα­νί­ου κι ἔ­ψα­χνε στὸ μυα­λό. Ὅ­ταν ἔ­βρι­σκε κα­νέ­να κομ­μά­τι τοῦ Βούλ­γα­ρου τὸ μα­σοῦ­σε, μούν­τζω­νε τὴ μά­να της καὶ τὴν ἔ­λε­γε που­τά­να καὶ ψεύ­τρα.

 

  

Πηγή : Ἕνα παιδὶ ἀπ’ τὴ Θεσσαλονίκη, διηγήματα, Ἐκδ. Κέδρος, Ἀθήνα, 1989.

 

Σωτήρης Δημητρίου (Πόβλα Θεσπρωτίας, 1955) Πεζογράφος. Πρῶτο του βιβλίο Ψηλαφίσεις, ποιήματα (1985), τελευταῖο του βιβλίο Σὰν τὸ λίγο τὸ νερό, μυθιστόρημα (2010).

 

Émile Zola: Τὰ ζαχαρωτὰ τῆς μικρῆς ζητιάνας

 

 

Ἐ­μὶλ Ζο­λὰ (Émile Zola)

 

Τὰ ζα­χα­ρω­τὰ τῆς μι­κρῆς ζη­τιά­νας (1)

(Les étrennes de la mendiante)

 

ΡΙΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ὁ Ἰ­α­νουά­ριος, θὰ σᾶς θυ­μί­σω ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἔ­θι­μο τῆς πα­ρι­σι­νῆς Πρω­το­χρο­νιᾶς.

Τὴν 1η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, στὶς τρῶ­γλες τοῦ Πα­ρι­σιοῦ οἱ ἄν­θρω­ποι πε­ρι­ποι­οῦν­ται μὲ φρον­τί­δα τὸν ἑ­αυ­τό τους. Οἱ ζη­τιά­νοι φο­ροῦν τὰ πιὸ ὄ­μορ­φα ρά­κη τους, στο­λί­ζον­ται μὲ τὰ κου­ρέ­λια τους καὶ πη­γαί­νουν νὰ εὐ­χη­θοῦν στοὺς πε­ρα­στι­κοὺς καὶ νὰ τοὺς ποῦ­νε τὰ βά­σα­νά τους καὶ νὰ ζη­τή­σουν τὸ μπο­να­μά τους, μὲ τὸ χέ­ρι ἁ­πλω­μέ­νο, τὸ πρό­σω­πο ἀ­νή­συ­χο κι ὅ­λο ἔ­γνοι­α.

        Ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα ἡ ἐ­παι­τεί­α εἶ­ναι ἀ­νε­κτή· ἐ­ξα­σκεῖ­ται μέ­ρα με­ση­μέ­ρι χω­ρὶς νὰ με­ταμ­φι­έ­ζε­ται στὰ χί­λια πρό­σω­πα ποὺ μη­χα­νεύ­ε­ται ἡ βι­ο­μη­χα­νί­α τοῦ δρό­μου. Ὁ ὀρ­γα­νο­παί­κτης ἀ­φή­νει στὸ σπί­τι του τὴ με­γά­λη θή­κη ποὺ κου­βα­λοῦ­σε γιὰ δώ­δε­κα ἀ­τέ­λει­ω­τους μῆ­νες· οἱ ἔμ­πο­ροι σπίρ­των, δαν­τελ­λῶν, τρα­γου­διῶν δὲν χρει­ά­ζε­ται ν’ ἀ­να­νε­ώ­σουν τὴν πρα­μά­τια τους. Ὁ δη­μό­σιος δρό­μος εἶ­ναι ἐ­λεύ­θε­ρος· οἱ ἀ­στυ­φύ­λα­κες κά­νουν τὰ στρα­βὰ μά­τια· μὲ εἰ­λι­κρί­νεια ἁ­πλώ­νον­ται τὰ χέ­ρια, αὐ­τὰ ποὺ δί­νουν κι αὐ­τὰ ποὺ παίρ­νουν.

        Σ’ ἕ­να ψη­λὸ καὶ μαῦ­ρο σπί­τι, στὸ ἕ­κτο πά­τω­μα(2), στὸ βά­θος ἐ­νὸς πα­τα­ριοῦ, ποὺ χρη­σι­μεύ­ει γιὰ ἀ­πο­θή­κη, ζεῖ μιὰ πάμ­φτω­χη οἰ­κο­γέ­νεια, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα κι ἕ­να ὀ­χτά­χρο­νο κο­ρι­τσά­κι.

        Ὁ πα­τέ­ρας, ἕ­νας με­γα­λό­σω­μος ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἄν­δρας στε­γνὸς κι ὅ­λο γω­νί­ες, τὰ γέ­νια του καὶ τὰ μαλ­λιά του μα­κριὰ καὶ μπερ­δε­μέ­να, ἄ­σπρα, ἕ­να ἄ­σπρο βρώ­μι­κο. Ἀ­να­πο­λεῖ ἀ­να­στε­νά­ζον­τας τὶς ὡ­ραῖ­ες μέ­ρες τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, ὅ­ταν οἱ δρό­μοι ἀ­νῆ­καν στοὺς φτω­χούς, κι εἶ­χαν δι­κό τους ὅ­λο τὸν ἥ­λιο τοῦ κα­λοῦ Θε­οῦ καὶ ὅ­λη τὴ συμ­πό­νια τῶν ἀν­θρώ­πων.(3)

        Ἡ μη­τέ­ρα δὲν σκέ­φτε­ται πλέ­ον. Εἶ­ναι λὲς καὶ ζεῖ ἀ­πὸ συ­νή­θεια καὶ μοιά­ζει ἀ­ναί­σθη­τη στὴ χα­ρὰ καὶ τὸν πό­νο. Τὸ κρύ­ο καὶ ἡ πεί­να σκό­τω­σαν τὴν σκέ­ψη καὶ τὶς αἰ­σθή­σεις της.

        Τὸ κο­ρι­τσά­κι εἶ­ναι τὸ φῶς σ’ αὐ­τὸ τὸ σκο­τει­νὸ ντά­μι. Μέ­σα σ’ αὐ­τὴν τὴν ὑ­γρὴ σκο­τει­νιά, τὸ χλω­μό, ξαν­θὸ κε­φα­λά­κι της ξε­χω­ρί­ζει πά­νω στὸ μαυ­ρι­σμέ­νο τοῖ­χο, τὸ χα­μό­γε­λό της λάμ­πει σὰν ἡ­λι­α­χτί­δα· τὰ γα­λα­νὰ μά­τια της, ὅ­που ἡ ξε­γνοια­σιὰ ἀ­φή­νει ξαφ­νι­κὲς ἀ­να­λαμ­πὲς χα­ρᾶς, φω­τί­ζουν τὶς γω­νι­ὲς τοῦ φτω­χό­σπι­του. Δὲν κλαί­ει πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ βλέ­πει νὰ κλαῖ­νε. Τὴν πρω­το­χρο­νιὰ οἱ γο­νεῖς καὶ τὸ κο­ρι­τσά­κι ση­κώ­θη­καν στὶς πέν­τε. Τοὺς πῆ­ρε ὥ­ρα καὶ κό­πο πο­λὺ γιὰ νὰ ἑ­τοι­μα­στοῦν. Ἔ­πει­τα ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μη­τέ­ρα κά­θι­σαν ἀ­κί­νη­τοι νὰ πε­ρι­μέ­νουν τὸ ξη­μέ­ρω­μα, ἐ­νῶ ἡ μι­κρού­λα, πε­ρισ­σό­τε­ρο κο­κέ­τα, προ­σπα­θοῦ­σε, μά­ταια­, γιὰ ὥ­ρα, νὰ κρύ­ψει μιὰ με­γά­λη τρύ­πα ποὺ ἔ­πια­νε ὁ­λό­κλη­ρη τὴ μιὰ με­ριὰ τῆς φού­στας της.

        Ἡ παι­δού­λα ἦ­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη. Θὰ ἔ­παιρ­νε τοὺς μπο­να­μά­δες της. Τὴν προ­η­γού­με­νη ὁ πα­τέ­ρας τῆς εἶ­πε: «Αὔ­ριο θὰ γί­νεις ὄ­μορ­φη καὶ θὰ βγοῦ­με στοὺς δρό­μους νὰ εὐ­χη­θοῦ­με ὑ­γεί­α καὶ πλού­τη στοὺς εὐ­τυ­χι­σμέ­νους αὐ­τοῦ τοῦ κό­σμου. Οἱ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι κα­λοί, καὶ θέ­λουν μιὰ φο­ρὰ τὸ χρό­νο νὰ μπο­ροῦ­με μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α νὰ κά­νου­με ἔκ­κλη­ση στὴν φι­λαν­θρω­πί­α τῶν εὐ­αί­σθη­των ψυ­χῶν. Αὔ­ριο οἱ ὄ­μορ­φες δε­σποι­νι­δοῦ­λες ποὺ ἔ­χουν πολ­λοὺς φί­λους θὰ πά­ρουν δῶ­ρα, με­γά­λες κοῦ­κλες καὶ κα­λα­θά­κια μὲ κα­ρα­μέ­λες. Οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λουν, λοι­πόν, καὶ τὰ φτω­χὰ παι­διὰ σὰν ἐ­σέ­να, ποὺ δὲν ἔ­χουν τὴ χα­ρὰ νὰ ἔ­χουν φί­λους, νὰ μὴ μεί­νουν ὡ­στό­σο μὲ ἄ­δεια τὰ χέ­ρια καὶ τοὺς ἔ­δω­σαν γιὰ φί­λους ὅ­λους αὐ­τοὺς τοὺς πε­ρα­στι­κούς, ἐ­πι­τρέ­πον­τάς τους νὰ ἁ­πλώ­νουν τὸ χέ­ρι σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο. Τὰ νο­μί­σμα­τα τῆς ἐ­λε­η­μο­σύ­νης τους θὰ γί­νουν τὰ ζα­χα­ρω­τὰ καὶ τὰ παι­χνί­δια σου.»

        Ἡ μι­κρού­λα εἶ­ναι στὸ δρό­μο. Βα­δί­ζει χα­ρού­με­να, μὲ ξαφ­νι­κὲς ντρο­πές, στα­μα­τών­τας στὰ σταυ­ρο­δρό­μια, στοὺς πρό­να­ους τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν, στὶς γέ­φυ­ρες, παν­τοὺ ὅ­που ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι. Ὁ πα­τέ­ρας της καὶ ἡ μη­τέ­ρα της τὴν ἀ­κο­λου­θοῦν, σο­βα­ροί, χω­ρὶς νὰ ἐ­κλι­πα­ροῦν οἱ ἴ­διοι τὴν δη­μό­σια συμ­πό­νια· μοιά­ζουν σὰν νὰ πη­γαί­νουν ἐ­πί­σκε­ψη στὸ πλῆ­θος καὶ τοῦ συ­στή­νουν τὴν κό­ρη τους.

        Τὸ κο­ρι­τσά­κι στα­μα­τᾶ νέ­ους καὶ γέ­ρους· προ­τι­μᾶ νὰ ἀ­πευ­θύ­νε­ται σ’ αὐ­τοὺς ποὺ κου­βα­λοῦν πα­κέ­τα καὶ τὰ γα­λά­ζια μά­τια της τοὺς λέ­νε χα­ϊ­δευ­τι­κὰ «ἐ­σεῖς ποὺ μό­λις ξο­δέ­ψα­τε ἕ­να λου­δο­βί­κειο(4) γιὰ νὰ προ­σφέ­ρε­τε χα­ρὰ σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἀ­δερ­φές σας, δὲν θὰ μοῦ δώ­σε­τε ἕ­να τό­σο δὰ νο­μι­σμα­τά­κι γιὰ νὰ πά­ρω λί­γα ζα­χα­ρω­τά;»

        Πῶς νὰ μὴν ἀ­κού­σεις τὴ σι­ω­πη­λὴ προ­σευ­χὴ τοῦ χα­μό­γε­λού της. Χάλ­κι­να νο­μί­σμα­τα πέ­φτουν κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὸ χέ­ρι της. Μα­ζεύ­ει σολ­δὶ τὸ σολ­δὶ τὰ ζα­χα­ρω­τά της, ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, καὶ γεύ­ε­ται ἔ­τσι μέ­χρι τὸ βρά­δυ τὶς χα­ρὲς τῆς μέ­ρας ποὺ μοιά­ζει νὰ μὴν τε­λει­ώ­νει γι’ αὐ­τήν.

        Τὸ βρά­δυ οἱ φτω­χοὶ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν φω­τιὰ καὶ ψω­μί. Ἡ μι­κρή, πε­ρή­φα­νη, με­τρᾶ τοὺς θη­σαυ­ρούς της καὶ μπο­ρεῖ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ νὰ πι­στέ­ψει πὼς ὅ­λη ἡ πό­λη τὴν ἀ­γα­πᾶ.

        Ναί, τὴν 1η Ἰ­α­νου­α­ρί­ου εἴ­μα­στε ἐ­μεῖς, οἱ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ποὺ γι­νό­μα­στε οἱ νο­νοί, οἱ φί­λοι τῶν μι­κρῶν ζη­τιά­νων. Εἶ­ναι κα­θῆ­κον μας νὰ τοὺς κά­νου­με νὰ ξε­χά­σου­νε τὴ φτώ­χια τους, νὰ τοὺς δώ­σου­με τὴ συμ­πό­νια μας καὶ τὴν ἀ­να­κού­φι­ση.

        Ἀ­κοῦ­στε με, τὴν ἑ­πό­με­νη χρο­νιά, γε­μί­στε τὶς τσέ­πες σας μὲ με­γά­λα νο­μί­σμα­τα… Πη­γαί­νε­τε στὴν πό­λη καὶ μοι­ρά­στε ζα­χα­ρω­τὰ στοὺς φτω­χούς.

        Θὰ γυ­ρί­σε­τε στὰ σπί­τια σας πλού­σιοι ἀ­πὸ τὰ χα­ρού­με­να βλέμ­μα­τα, τὰ κα­λὰ λό­για. Θὰ αἰ­σθαν­θεῖ­τε μέ­σα σας ὅ­λη τὴ χα­ρὰ αὐ­τῶν τῶν χλω­μῶν παι­δι­ῶν ποὺ τὰ κά­να­τε νὰ χα­μο­γε­λά­σουν καί, μὲ τὴ σει­ρά σας, θὰ φι­λή­σε­τε τρυ­φε­ρό­τε­ρα τὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­να παι­διὰ ποὺ ἁ­πλώ­νουν κι αὐ­τὰ ἐ­πί­σης τὰ χέ­ρια, ἀλ­λὰ χω­ρὶς νὰ ντρέ­πον­ται, γιὰ νὰ πά­ρουν τὰ παι­χνί­δια τῶν εἴ­κο­σι πέν­τε φράγ­κων!

 

 

     (1) Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τῆς γαλ­λι­κῆς ἔκ­δο­σης: Αὐ­τὴ ἡ συγ­κι­νη­τι­κὴ σκι­α­γρά­φη­ση τῆς φτώ­χιας μέ­σα στὴν πό­λη, ποὺ προ­ε­τοι­μά­ζει γιὰ τὶς με­γά­λες συν­θέ­σεις, ὅ­πως τὸ L’ Assommoir καὶ τὰ κα­το­πι­νό­τε­ρα με­γά­λα μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐμ­φα­νί­στηκε μὲ τὸν ἁ­πλὸ τίτ­λο «Χρο­νι­κό» στὴν Le Petit Journal, στὶς 26 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1865. Εἶ­ναι ἡ πρώ­τη συμ­βο­λὴ τοῦ Ζο­λᾶ σ’ αὐ­τὴ τὴ λα­ϊ­κὴ καὶ ἀ­πο­λί­τι­κη ἐ­φη­με­ρί­δα με­γά­λης κυ­κλο­φο­ρί­ας, στὴν ὁ­ποί­α θὰ δώ­σει συ­νο­λι­κὰ ἐν­νέ­α κεί­με­να.

    (2) Ση­μεί­ω­ση τῆς με­τα­φρά­στριας: Τὸ ἕ­κτο πά­τω­μα τῶν πα­ρι­σι­νῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν ἀ­πο­τε­λεῖ­το συ­νή­θως ἀ­πὸ μι­κρὰ δω­μα­τιά­κια, ποὺ ἦ­ταν τὰ δω­μά­τια τῶν ὑ­πη­ρε­τρι­ῶν. Ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἔ­μει­νε καὶ μέ­χρι σή­με­ρα, ποὺ νοι­κι­ά­ζον­ται ὡς φοι­τη­τι­κὴ στέ­γη ἢ σὲ φτω­χοὺς με­τα­νά­στες, ἡ ἔκ­φρα­ση: «Μέ­νω σὲ chamber de bonne», ποὺ ση­μαί­νει κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ «μέ­νω στὸν 6ο ὄ­ρο­φο» (χω­ρὶς ἀ­σαν­σέρ) σὲ σο­φί­τα ἢ σὲ μι­κρὸ δω­μά­τιο καὶ συ­νή­θως μὲ κοι­νὴ του­α­λέ­τα.

    (3) Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τῆς γαλ­λι­κῆς ἔκ­δο­σης: Τὰ με­γά­λα ἔρ­γα ποὺ ἔ­κα­νε τὸ 1852 στὴν πό­λη ὁ νο­μάρ­χης Ὀ­σμάν, ἄλ­λα­ξαν ρι­ζι­κὰ τὴν ὄ­ψη τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Ὁ ἀ­στι­κὸς ἱ­στὸς ὑ­πέ­στη ἀ­να­κα­τα­τά­ξεις, τὰ ἐ­νοί­κια αὐ­ξή­θη­καν καὶ τὰ φτω­χό­τε­ρα στρώ­μα­τα ὑ­πο­χρε­ώ­θη­καν νὰ με­τοι­κή­σουν στὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῆς πρω­τεύ­ου­σας καὶ συγ­κεν­τρώ­θη­καν στὰ ἐ­να­πο­μεί­ναν­τα νη­σά­κια.

    (4) Ση­μεί­ω­ση τῆς με­τα­φρά­στριας: Τὰ λου­δο­βί­κεια (louis) ὅ­πως καὶ τά σοὺ (sous) ποὺ γρά­φει πα­ρα­κά­τω ἦ­ταν πα­λι­ό­τε­ρα γαλ­λι­κὰ νο­μί­σμα­τα ποὺ ἀν­τι­κα­τα­στά­θη­καν στα­δια­κὰ ἀ­πὸ τὸ φράγ­κο (franc).

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο Δι­η­γή­μα­τα καὶ νου­βέ­λες, 1864-1874 (Contes et nou­vel­les, 1864-1874), ἐ­πι­λο­γὴ κει­μέ­νων, πα­ρου­σί­α­ση, ση­μει­ώ­σεις, βι­ο­γρα­φί­α τοῦ Ζο­λᾶ, χρο­νο­λό­γιο τῶν δι­η­γη­μά­των καὶ νου­βε­λῶν καὶ βι­βλι­ο­γρα­φί­α: Fr. -Mar. Mourad, ἔκδ. Gallimard, Flammarion, Πα­ρί­σι, 2008) * Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐφ. Le Petit Journal, 26 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1865.

 

Émile Zola (Πα­ρί­σι 1840-1902). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας, θε­ω­ρεῖται ὁ πα­τέ­ρας τοῦ να­του­ρα­λι­σμοῦ. Με­ταξὺ ἄλλων συ­νέ­γρα­ψε καὶ μιὰ σειρὰ ἀπὸ εἴκο­σι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ὑπὸ τὸν τί­τλο Les Rougon-Macquart. Histoires naturelles et so­ciale d’ une famille sous le Second Empire (Ρου­γκὸν–Μακάρ. Φυ­σικὴ καὶ κοινω­νικὴ ἱστο­ρί­α μιᾶς οἰκο­γέ­νειας ὑπὸ τὴν Β’ Αὐτο­κρα­το­ρί­α).

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀ­θή­να, 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμ­μα­τεί­ας.

 

Φίλιππος Φιλίππου: Ἡ κάψα

 

 

Φί­λιπ­πος Φι­λίπ­που

 

Ἡ κά­ψα

 

Ο ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ἦ­ταν ἕ­να μι­κρὸ δυά­ρι. Τὸ μπαλ­κό­νι ἔ­βλε­πε στὸν δρό­μο ἀ­π’ ὅ­που περ­νοῦ­σαν συ­νε­χῶς αὐ­το­κί­νη­τα καὶ μη­χα­νά­κια. Ἡ τέν­τα ἦ­ταν κα­τε­βα­σμέ­νη μέ­χρι τὰ κιγ­κλι­δώ­μα­τα. Ὁ ἥ­λιος ἔ­και­γε, ἂν καὶ σου­ρού­πω­νε. Ἡ μπαλ­κο­νό­πορ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτή. Στὰ ἀ­πέ­ναν­τι μπαλ­κό­νια λό­γω τῆς ἰ­ου­λι­ά­τι­κης κά­ψας οἱ ἔ­νοι­κοι ἀ­πο­λάμ­βα­ναν τὴ δρο­σιά, κα­θι­σμέ­νοι σὲ ἄ­σπρες πλα­στι­κὲς κα­ρέ­κλες. Οἱ ἄν­δρες ἔ­πι­ναν κα­φέ­δες καὶ μπί­ρες. Ἄλ­λοι συ­ζη­τοῦ­σαν γιὰ πο­δό­σφαι­ρο κι ἄλ­λοι παί­ζα­νε τά­βλι. Φο­ροῦ­σαν σορ­τσά­κια καὶ ἀ­θλη­τι­κὰ φα­νε­λά­κια καὶ σκού­πι­ζαν μ’ ἕ­να μαν­τή­λι τὸν ἱ­δρώ­τα ποὺ ἔ­τρε­χε στὸ μέ­τω­πό τους. Ἀ­πὸ και­ρὸ σὲ και­ρὸ ἀ­να­στέ­να­ζαν καὶ ξε­φυ­σοῦ­σαν, ἐ­νῶ κά­ποι­οι βλα­στη­μοῦ­σαν τὴ ζέ­στη. Οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν κου­βα­λών­τας πο­τή­ρια καὶ μπου­κά­λια μὲ ἀ­να­ψυ­κτι­κὰ ἦ­ταν ἐ­πί­σης ἱ­δρω­μέ­νες.

       «Θὰ βγεῖς ἀ­πό­ψε;» ρώ­τη­σε ὁ ἄν­τρας.

       Ἡ κο­πέ­λα τὸν κοί­τα­ξε.

      «Καὶ ποῦ νὰ πά­ω;»

      «Ἐ­μέ­να ρω­τᾶς; Νὰ πᾶς νὰ βρεῖς τὴν πα­ρέ­α σου, ὅ­πως ὅ­λος ὁ κό­σμος.»

      «Δὲν ἔ­χω δι­ά­θε­ση.»

      «Κι ὁ λό­γος;»

      «Δὲν ὑ­πάρ­χει εἰ­δι­κὸς λό­γος. Ἁ­πλῶς δὲν ἔ­χω ὄ­ρε­ξη γιὰ ἔ­ξο­δο.»

      Ὁ ἄν­τρας κρα­τοῦ­σε μιὰ μαύ­ρη κάλ­τσα στὰ χέ­ρια του κι ἀ­να­ζη­τοῦ­σε βε­λό­νι στὸ συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου. Ἡ κο­πέ­λα τὸν κοί­τα­ξε ἐ­πι­τι­μη­τι­κά.

      «Ἄ­σε, θὰ τὴν μπα­λώ­σω ἐ­γώ».

      «Δὲν χρει­ά­ζε­ται,» τῆς εἶ­πε, «στὴ φυ­λα­κὴ ἔ­μα­θα νὰ κά­νω ἕ­να σω­ρὸ δου­λει­ές.»

      «Ναί, ἀλ­λὰ ὁ­ρι­σμέ­νες δου­λει­ὲς τὶς κά­νου­με κα­λύ­τε­ρα ἐ­μεῖς οἱ γυ­ναῖ­κες.»

      Τὸ ὕ­φος της ἦ­ταν τό­σο ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ ποὺ τὴν ἄ­φη­σε νὰ τοῦ πά­ρει τὴν ξη­λω­μέ­νη κάλ­τσα ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Ἐ­κεί­νη μπά­λω­νε κι αὐ­τὸς ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­δειά­ζει τὴ βα­λί­τσα του καὶ νὰ τα­κτο­ποι­εῖ τὰ προ­σω­πι­κά του ἀν­τι­κεί­με­να στὰ συρ­τά­ρια τοῦ σύν­θε­του μὲ τὰ πο­τή­ρια καὶ τὰ πο­τά. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε, ξά­πλω­σε στὸν κα­να­πὲ στὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ κοι­μό­ταν τὸ βρά­δυ, ἔ­βα­λε ἕ­να μα­ξι­λά­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι του κι ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια. Εἶ­χε ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἠ­ρε­μία, ἔ­πρε­πε νὰ δεῖ τί θά ’­κα­νε ἀ­πὸ δῶ καὶ πέ­ρα. Πέ­ρα­σαν κάμ­πο­σα λε­πτὰ κι ὕ­στε­ρα ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια του. Ἡ κο­πέ­λα στε­κό­ταν ὄρ­θια, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὸ ἔ­πι­πλο, καὶ τὸν πα­ρα­τη­ροῦ­σε ἐ­ξε­τα­στι­κά. Ἦ­ταν ξυ­πό­λη­τη καὶ φο­ροῦ­σε μό­νο ἕ­να ἄ­σπρο σου­τι­ὲν κι ἕ­να ἄ­σπρο κι­λο­τά­κι.

      «Τί κά­νεις ἐ­κεῖ;» τὴ ρώ­τη­σε.

      «Σὲ κοι­τά­ζω.»

      «Ἐν­νο­ῶ για­τὶ φο­ρᾶς αὐ­τὰ τὰ πράγ­μα­τα.»

      «Τί νὰ φο­ρέ­σω, δη­λα­δή;»

      «Νὰ πᾶς νὰ ντυ­θεῖς», τῆς εἶ­πε αὐ­στη­ρά.

      «Για­τί; Στὸ σπί­τι μου εἶ­μαι.»

      «Σοῦ εἶ­πα νὰ ντυ­θεῖς.»

      «Δὲν θέ­λω νὰ ντυ­θῶ. Κά­νει ζέ­στη.»

      «Ἄν­τε ντύ­σου, εἶ­πα.»

      «Ἄ­σε με ἥ­συ­χη.»

      «Μὴ μὲ ἀ­ναγ­κά­ζεις νὰ ση­κω­θῶ.»

      «Τί θὰ μοῦ κά­νεις;» ἔ­κα­νε ἡ κο­πέ­λα ἀ­πό­το­μα, σχε­δὸν προ­κλη­τι­κά, καὶ προ­χώ­ρη­σε πρὸς τὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα.

      «Θὰ σὲ δεί­ρω ἄ­σχη­μα.»

      Ὁ ἄν­τρας ξα­νά­κλει­σε τὰ μά­τια καὶ τα­κτο­ποί­η­σε τὰ πό­δια του στὸν κα­να­πέ. Ἡ ἄ­πνοι­α δη­μι­ουρ­γοῦ­σε μιὰ πνι­γη­ρὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα στὸ δω­μά­τιο ποὺ δὲν ἦ­ταν ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο μὲ συ­σκευ­ὴ κλι­μα­τι­σμοῦ. Τὸ παν­τε­λό­νι τὸν στέ­νευ­ε καὶ ἡ ναυ­τι­κὴ φα­νέ­λα του εἶ­χε ἐ­λα­φρῶς μου­σκέ­ψει ἀ­πὸ τὸν ἱ­δρώ­τα. Ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε πά­λι τὰ μά­τια του, ἡ κο­πέ­λα στε­κό­ταν κον­τὰ στὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα μὲ τὸ βλέμ­μα στραμ­μέ­νο ἔ­ξω. Φαι­νό­ταν ἀ­φη­ρη­μέ­νη. Τὸ χρῶ­μα τῆς ἐ­πι­δερ­μί­δας της σὲ ὅ­λο τὸ μῆ­κος τῆς πλά­της κα­θὼς καὶ στοὺς γλου­τοὺς ἦ­ταν ἡ­λι­ο­ψη­μέ­νο. Εἶ­χε ἁρ­μο­νι­κὸ κορ­μί, μὲ σω­στὲς ἀ­να­λο­γί­ες, τὰ ἄ­σπρα ἐ­σώ­ρου­χα τό­νι­ζαν τὶς γραμ­μές της. Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτὸ γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε:

      «Κα­λὰ εἴ­μα­στε ἐ­δῶ», εἶ­πε ἡ κο­πέ­λα.

      «Σκέ­τη πλή­ξη εἶ­ναι», εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

      Τὴν πα­ρα­τη­ροῦ­σε στο­χα­στι­κά, τὸ βλέμ­μα του δι­έ­τρε­ξε ξα­νὰ ὅ­λο της τὸ κορ­μί.

      «Δὲν σοῦ εἶ­πα νὰ ντυ­θεῖς;» τὴ ρώ­τη­σε μα­λα­κά, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο.

      «Ζε­σταί­νο­μαι», τοῦ ἀ­πάν­τη­σε να­ζι­ά­ρι­κα.

      «Πό­σο θὰ μεί­νεις ἔ­τσι;»

      «Ὅ­λη τὴ νύ­χτα. Μέ­χρι νὰ ὑ­πο­χω­ρή­σει αὐ­τὴ ἡ κά­ψα.»

      Κοι­τά­ζον­ταν στὰ μά­τια, ἀ­να­με­τρι­όν­ταν βου­βοί. Πρώ­τη ἡ κο­πέ­λα κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος του. Ἐ­κεῖ­νος πε­ρί­με­νε, σχε­δὸν ἀ­πα­θής. Ὕ­στε­ρα ἀ­να­σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι, τέν­τω­σε τὸ κορ­μί του καὶ στή­ρι­ξε τὰ γυ­μνά του πό­δια στὸ πά­τω­μα. Ὅ­ταν στά­θη­κε ὄρ­θιος, ἐ­κεί­νη εἶ­χε πλη­σιά­σει πο­λύ. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι της καὶ ἄγ­γι­ξε δι­στα­κτι­κὰ τὸ στῆ­θος του, τὸ δι­κό του τι­νά­χτη­κε πρὸς τὸ πρό­σω­πό της, τῆς ἄ­στρα­ψε ἕ­να χα­στού­κι στὸ δε­ξὶ μά­γου­λο κι ἕ­να στὸ ἀ­ρι­στε­ρό. Ἔ­πει­τα κι ἄλ­λο κι ἄλ­λο κι ἄλ­λο. Τὴ χτύ­πα­γε μὲ λύσ­σα, μὲ ὁρ­μή, μὲ σπα­ραγ­μό, θά ’­λε­γε κα­νείς. Ὅ­ση ὥ­ρα τὰ χα­στού­κια δι­α­δέ­χον­ταν τὸ ἕ­να τὸ ἄλ­λο δὲν ἀν­τάλ­λα­ξαν λέ­ξη. Με­τά, ἐ­κεί­νη πα­ρα­πά­τη­σε καὶ σω­ρι­ά­στη­κε στὸ πά­τω­μα. Με­ρι­κὲς στα­γό­νες αἷ­μα κύ­λι­σαν ἀ­πὸ τὴ μύ­τη πρὸς τὸ μι­σά­νοι­χτο στό­μα της.

      Ὁ ἄν­τρας πῆ­γε στὸ μπά­νιο καὶ γύ­ρι­σε μὲ μιὰ βρεγ­μέ­νη πε­τσέ­τα. Σκού­πι­σε τὸ πρό­σω­πο τῆς κο­πέ­λας ἀ­πὸ τὰ αἵ­μα­τα καὶ με­τὰ τὴν δί­πλω­σε καὶ τὴν ἀ­κούμ­πη­σε στὸ μέ­τω­πό της.

      «Νι­ώ­θεις κα­λύ­τε­ρα;» τὴ ρώ­τη­σε.

      «Εἶ­μαι μιὰ χα­ρά.»

      «Σοῦ τό ’­πα πὼς θὰ σὲ δεί­ρω», τῆς εἶ­πε.

      Πέ­ρα­σαν με­ρι­κὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα σι­ω­πῆς. Ἀ­κού­γον­ταν οἱ ἀ­να­πνο­ές τους.

      «Ἡ μά­να θὰ ἔρ­θει σὲ κα­μιὰ ὥ­ρα», τοῦ εἶ­πε.

      «Ποῦ εἶ­ναι;»

      «Στὴ θεί­α. Θὰ τη­λε­φω­νή­σει, μό­λις ξε­κι­νή­σει».

 

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Φιλίππου Φίλιππος (Κέρκυρα, 1948). Πεζογράφος, συγγραφέας ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ἀρθρογράφος. Πρῶτο του βιβλίο: Οἱ Κνίτες, τέκνα τῆς ἀνάγκης ἢ ὥριμα τέκνα τῆς ὀργῆς;, (Μαρτυρία), Πυξίδα, Aθήνα, 1983.