Πιὲρ Μπεντεκούρ (Pierre Bettencourt): Ἡ ὥρα στὴν ἔρημο


Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt)


Ἡ ὥ­ρα στὴν ἔ­ρη­μο


ΤΗΝ ΕΡΗΜΟ δὲν ξέ­ρουν πιὰ τί ὥ­ρα εἶ­ναι· τοὺς παίρ­νει ὁ ὕ­πνος, λοι­πόν, καὶ συ­ναν­τοῦν κά­ποι­ον ποὺ βγά­ζει τὸ ρο­λό­ι του καὶ τοὺς λέ­ει τὴν ὥ­ρα μὲ ἀ­πό­λυ­τη σχε­δὸν ἀ­κρί­βεια. Ὅτ­αν ξυ­πνοῦν, τὴν ἔ­χουν ξε­χά­σει.

            Δὲν πει­ρά­ζει ὅ­μως· ἔ­μα­θαν τὴν ὥ­ρα.



Πη­γή: Τὰ πλοῖ­α βγῆ­καν σερ­γιά­νι, μτφ. Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (ἐκδ. Στιγ­μή, 2001).

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt) (Νορ­μαν­δί­α, Γαλ­λί­α, Saint-Maurice d’Etelan, 1917 – Stigny, Γαλ­λί­α, 2006). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, ζω­γρά­φος καὶ ἐκ­δό­της-τυ­πο­γρά­φος. Ἀ­πὸ τὸ 1963 ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Stigny (δι­α­μέ­ρι­σμα Yonne) τῆς Βουρ­γουν­δί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα, μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, δι­η­γή­μα­τα, μύ­θους καὶ ἀ­φη­γή­σεις φαν­τα­στι­κῶν τα­ξι­δι­ῶν. Ἐ­πι­σκέ­φθη­κε δύ­ο φο­ρὲς τὴν Ἑλ­λά­δα, τὸ 1939 καὶ τὸ 1962, καὶ συν­δέ­θη­κε μὲ τὸν Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶ. Πέ­θα­νε στὶς 13 Ἀ­πρι­λί­ου τοῦ 2006, σὲ η­λι­κί­α 89 ἐ­τῶν, στὸ Stigny.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶ­ς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­τη­ς (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρε­ς (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.


			

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt): Πυγολαμπίδες

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt)


Πυγολαμπίδες


ΙΑ ΦΩΤΙΣΜΟ χρη­σι­μο­ποι­ῶ μό­νο πυ­γο­λαμ­πί­δες. Ἔ­χω εἰ­δι­κευ­μέ­νους ὑ­πη­ρέ­τες ποὺ τὶς μα­ζεύ­ουν, μό­λις νυ­χτώ­σει, καὶ στρῶ­νουν μ’ αὐ­τὲς τοὺς τοί­χους τοῦ σπι­τιοῦ μου.

            Φῶς ἁ­πα­λό, ἐ­λα­φρὰ πρα­σι­νω­πό, λί­γο τρε­μου­λια­στό, ποὺ μπο­ρῶ στὴ λάμ­ψη του νὰ ξα­να­δι­α­βά­σω —μαν­τεύ­ον­τάς τα— τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να μου βι­βλί­α καὶ νὰ σφί­ξω στὴν ἀγ­κα­λιά μου αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα, ποὺ δὲν θὰ γί­νει δι­κή μου πο­τέ.



Πηγή: Τὰ πλοῖα βγῆκαν σεργιάνι, μτφ. Ἐ. Χ. Γονατᾶς (ἐκδ. Στιγμή, 2001).

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt) (Νορμανδία, Γαλλία, Saint-Maurice d’Etelan, 1917 – Stigny, Γαλλία, 2006). Ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος καὶ ἐκδότης-τυπογράφος. Ἀπὸ τὸ 1963 ἐγκα­τα­στάθηκε στὸ Stigny (διαμέρισμα Yonne) τῆς Βουργουνδίας. Δημο­σίευσε πεζὰ ποιήματα, μικρὲς ἱστορίες, διηγήματα, μύθους καὶ ἀφηγήσεις φα­νταστικῶν ταξιδιῶν. Ἐπισκέφθηκε δύο φορὲς τὴν Ἑλλάδα, τὸ 1939 καὶ τὸ 1962, καὶ συνδέθηκε μὲ τὸν Ἐ. Χ. Γονατᾶ. Πέθανε στὶς 13 Ἀπριλίου τοῦ 2006, σὲ ηλικία 89 ἐτῶν, στὸ Stigny.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.

Εἰκόνα: Pierre Bettencourt (1917-2006) La Source de Dante, ἀκρυλικό, σχι­στό­λι­θος, 122 Χ 157 Χ 6,5 ἑκ.


Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (;) (Ernest Hemingway [?]): Πρὸς πώ­λη­ση: βρεφικὰ παπούτσια ἐντελῶς ἀφόρετα



Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (;) (Ernest Hemingway [?][Ἀφιέρωμα 1/6]


Πρὸς πώ­λη­ση: βρεφικὰ παπούτσια ἐντελῶς ἀφόρετα

(Fore sale: baby shoes never worn)


Πρὸς πώ­λη­ση: βρεφικὰ παπούτσια ἐντελῶς ἀφόρετα.



Πη­γή: Wiki: For sale: baby shoes, never worn:

https://en.wikipedia.org/wiki/For_sale:_baby_shoes,_never_worn

Ἔρνεστ Χέμινγουαίη (Ernest Hemingway, 1899-1961): Ὁ Ἔρνεστ Χέ­μινγου­αίη ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους πε­ζο­γρά­φους τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, βρα­βευ­μέ­νος μέ τό βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ (1954). Τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σε καί συ­νε­χί­ζει νά ἐ­πη­ρε­ά­ζει ἀ­να­ρίθ­μη­τους συγ­γρα­φεῖς τό­σο στή γε­νέ­τει­ρά του, τίς ΗΠΑ, ὅ­σο καί στόν ὑ­πό­λοι­πο κό­σμο. Ὁ­ρι­σμέ­να ἀ­πό τά γνω­στό­τε­ρα μυ­θι­στο­ρή­μα­τά του εἶ­ναι Ὁ Γέ­ρος καί ἡ θά­λασ­σα (The old man and the sea, 1951), Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός στά ὅ­πλα (A farewell to arms, 1929), Γιά ποιόν χτυ­πᾶ ἡ καμ­πά­να (For whom the bell tolls, 1940), Ὁ ἥ­λιος ἀ­να­τέλ­λει ξα­νά (The sun also rises, 1926) κ.ἄ. Με­γά­λο μέ­ρος τοῦ ἔρ­γου του ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ στά ἑλ­λη­νι­κά.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πό τά ἀγ­γλι­κά:

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καί Ἀγ­γλι­κή Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μέ τήν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταί­α της βι­βλί­α: Ἐ­ξό­ρι­στες φω­νές. Στο­χα­σμοί καί ἱ­στο­ρί­ες 2006-2012, Ἐ­ρωτή­ματα σέ ἀ­νάλγη­τους και­ρούς (Πα­ρα­σκή­νιο, 2018) καί IVA. Ἔ­σο­πτρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης (Ἁρ­μός, 2017).

Εἰ­κό­να 2: Ὁ Χέ­μιν­γουα­ίη τό 1923. Φω­το­γρα­φί­α δι­α­βα­τη­ρί­ου.

Δραματοποιήσεις:

For Sale Baby Shoes Never Worn

Συγγραφὴ καὶ Διεύθυνση:

Alonso J. Henrique

<Oniros Film Award-winner for Best Short Drama under 5 minutes.>

[Μπορεῖτε νὰ τὸ παρακολουθήσετε στὸ YouTube]

ἄλλες δραματοποιήσεις:

 

https://vimeo.com/76692817

https://www.youtube.com/watch?v=LAbz2ql0Ly8

https://www.youtube.com/watch?v=xiwFWlUNfGg

https://www.youtube.com/watch?v=r_4CO7t_6y8

https://vimeo.com/261269209

https://www.youtube.com/watch?v=mDTzAIGN1Kg

Σταυρούλα Τσούπρου: Οἱ φιγοῦρες τοῦ Minotaure


Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου


Οἱ φι­γοῦ­ρες τοῦ Minotaure


ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΓΩΝΙΑΚΗ βι­τρί­να, Ρή­νου καὶ Γορ­γο­πο­τά­μου, τί­πο­τε δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη ἀλ­λά­ξει. Ὁ ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμός του πα­ρέ­με­νε πει­σμα­τι­κὰ ὁ ἴ­διος ποὺ ἦ­ταν ἐ­δῶ καὶ κα­μιὰ τρι­αν­τα­ριὰ χρό­νια. Κα­θρε­φτι­ζό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ πορ­σε­λά­νι­να σερ­βί­τσια, τὶς ἀν­τι­κολ­λη­τι­κὲς κα­τσα­ρό­λες τε­λευ­ταί­ας τε­χνο­λο­γί­ας καὶ τὰ ἀ­ε­ρο­δυ­να­μι­κοῦ σχή­μα­τος πο­λυ­τη­γά­νια κοι­τά­ζον­τας τὸν, μο­νί­μως τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες, σκυ­θρω­πὸ ἑ­αυ­τό του μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, ἴ­σως καὶ μὲ σι­χα­σιά. Ἡ νε­α­ρὴ ὑ­πάλ­λη­λος, συ­νη­θι­σμέ­νη νὰ τὸν βλέ­πει κά­θε πρω­ῒ αὐ­τὴν τὴν ὥ­ρα, δέ­κα λε­πτὰ με­τὰ τὸ ἄ­νοιγ­μα, καρ­φω­μέ­νον στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ση­μεῖ­ο, δὲν ἔ­δι­νε πλέ­ον κα­μί­α ση­μα­σί­α· ἄλ­λος ἕ­νας σφυ­ριγ­μέ­νος, ποὺ κά­νει τὴν ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κὴ πε­ραν­τζά­δα του. Ἂν καί, μάλ­λον, ἡ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη καὶ ντυ­μέ­νη στὸ καν­τί­νι δε­σποι­νι­δού­λα δὲν θὰ χα­ρα­κτή­ρι­ζε τό­σο ἤ­πια τὴν ἐν λό­γῳ ἐμ­μο­νι­κὴ πα­ρου­σί­α.

        Στὴν δεύ­τε­ρη, Χα­λε­πᾶ καὶ Ταύ­ρου, δὲν μπό­ρε­σε νὰ κοι­τά­ξει μὲ τὴν ἄ­νε­σή της. Τὸ γνω­στὸ συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­τυ­χη­σα­σῶν καὶ ἀ­τυ­χη­σάν­των ἀλ­λο­δα­πῶν πτυ­χι­ού­χων τῆς προ­σφά­τως ἐ­πα­νευ­ρι­σκο­μέ­νης ἐν πο­λέ­μω πα­τρί­δας, κα­θά­ρι­ζε πυ­ρε­τω­δῶς τὰ τζά­μια τοῦ δεύ­τε­ρου μα­γα­ζιοῦ τῆς ἡ­μέ­ρας· θὰ  ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν πολ­λὰ ἀ­κό­μη μέ­χρι τὸ ἀ­πό­γευ­μα γιὰ νὰ βγεῖ τὸ με­ρο­κά­μα­το γιὰ τρί­α ἄ­το­μα. Με­σο­λα­βοῦ­σαν, ὅ­μως, δύ­ο οἰ­κο­δο­μι­κὰ τε­τρά­γω­να χω­ρὶς μα­γα­ζιὰ καὶ τό­σο πο­λὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Προ­σπά­θη­σε νὰ ἀρ­κε­στεῖ σὲ ἕ­να μο­νό­φυλ­λο στε­νὸ τζά­μι ποὺ μό­λις εἶ­χε στε­γνώ­σει, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ ποὺ ἀν­τί­κρι­σε αὔ­ξη­σε ἀν­τὶ νὰ μει­ώ­σει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της: τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ ἀ­φτὶ της εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μί­α μυ­τε­ρὴ ἄ­νω ἀ­πό­λη­ξη, καὶ μά­λι­στα τρι­χω­τή. Πλη­σι­ά­ζον­τας καὶ ἀ­πο­μα­κρυ­νό­με­νη ἐ­ναλ­λάξ, ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, δι­α­πί­στω­σε ἐν τέ­λει ὅ­τι τὸ εἴ­δω­λό της δε­χό­ταν ποι­κί­λες πα­ρεμ­βά­σεις ἀ­πὸ τὰ χνου­δω­τὰ ζω­ό­μορ­φα κου­κλά­κια τῆς WWF, ποὺ βρί­σκον­ταν πα­ρα­τε­ταγ­μέ­να στὸ πά­νω ρά­φι τοῦ παι­χνι­δά­δι­κου. Συ­νέ­χι­σε τὸν δρό­μο της κα­θη­συ­χα­σμέ­νη, με­τρί­ως.

        Τὸ κα­τά­στη­μα μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας εἶ­χε τὶς κα­λύ­τε­ρες σχε­τι­κὲς προ­δι­α­γρα­φές. Τὰ ψη­λὰ καὶ φαρ­διὰ τζά­μια του κα­θρέ­φτι­ζαν μὲ ἀ­κρί­βεια, ἀ­πὸ πολ­λὲς καὶ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς θέ­σεις, τὸ εἴ­δω­λό του, χά­ρη στὸ, οὐ­σι­α­στι­κά, ἄ­δει­ο ἐ­σω­τε­ρι­κό, ἐ­φό­σον οἱ ἐ­πι­δει­κνυ­ό­με­νες πρὸς πώ­λη­σιν πόρ­τες, ἀ­φ’ ἑ­νός, βρί­σκον­ταν βα­θύ­τε­ρα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ μα­γα­ζιοῦ καί, ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου, ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν ἕ­να ἰ­δα­νι­κὸ σκοῦ­ρο φόν­το. Ἐ­κεῖ καὶ τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἀν­τε­λή­φθη τὶς ἄλ­λες φι­γοῦ­ρες.

        Δη­λα­δή, ἀν­τε­λή­φθη ὅ­τι ὅ­ποι­ες καὶ ὅ­ποι­οι περ­νοῦ­σαν ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς γω­νια­κὲς βι­τρί­νες καὶ κοι­τοῦ­σαν ἔ­στω καὶ ἀ­συ­νεί­δη­τα, γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου, μέ­σα στὸ τζά­μι, ἀ­πο­κτοῦ­σαν (στὰ μά­τια της μό­νον, ἄ­ρα­γε;) κε­φά­λι καὶ οὐ­ρὰ μι­νώ­ταυ­ρου ἢ ρι­νό­κε­ρου ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἀλ­λό­κο­το, ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, γιὰ ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα. Ἢ μή­πως δὲν ἦ­ταν, τε­λι­κά, τό­σο ἀλ­λό­κο­το;

        Δι­ό­τι καὶ ἡ ἴ­δια δι­α­πί­στω­σε ὅ­τι, κοι­τών­τας τὸν ἑ­αυ­τό του μέ­σα στὸ τζά­μι τοῦ κα­τα­στή­μα­τος μὲ τὶς πόρ­τες ἀ­σφα­λεί­ας, ἔ­βλε­πε μὲν τὸ κο­στού­μι (του) καὶ τὶς γό­βες (της) ἀλ­λὰ στὴ θέ­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ ἔ­βλε­πε τὸ ρύγ­χος ἑ­νὸς ζώ­ου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ ὀ­σμι­στεῖ τὸ πα­ρά­ξε­νο εἴ­δω­λό του, σκουν­τών­τας μὲ τὸ κού­τε­λο στὸν πρό­χει­ρο κα­θρέ­φτη. Τὸ ζω­ό­μορ­φο κε­φά­λι ἦ­ταν δι­κό της, δὲν ὑ­πῆρ­χε ἀμ­φι­βο­λί­α πε­ρὶ τού­του, για­τί κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­βλε­πε τὸ εἴ­δω­λο νὰ πιά­νει μὲ τὸ χέ­ρι του τὸ ρύγ­χος, τὰ ἀ­φτιά, τὰ μά­γου­λα, αἰ­σθα­νό­ταν αὐ­τὸ τὸ χέ­ρι, τὸ δι­κό της χέ­ρι, ἀ­ρι­στε­ρὸ ἢ δε­ξί, μὲ τὰ δα­χτυ­λί­δια του καὶ τοὺς ξε­πα­γι­α­σμέ­νους κόμ­πους, νὰ ἀ­κουμ­πᾶ πά­νω στὴ μύ­τη-ρύγ­χος, πά­νω στὰ ἀ­φτιά, πά­νω στὰ μά­γου­λα. Τὸν κυ­ρί­ευ­σε με­γά­λη, πο­λὺ με­γά­λη τα­ρα­χή, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες πού, συ­χνά, ἀ­κο­λου­θοῦν­ταν ἀ­πὸ λι­πο­θυ­μί­α. Ἀλ­λὰ ἐ­τού­τη τὴ φο­ρὰ δὲν λι­πο­θύ­μη­σε, ἴ­σως πα­ρὰ τὴ θέ­λη­σή του (ὅ­πο­τε λι­πο­θυ­μοῦ­σε, ὅ­ταν ἔ­πει­τα συ­νερ­χό­ταν ὅ­λα ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σαν νὰ εἶ­ναι ὅ­πως καὶ πρίν).

        Ἄρ­χι­σε τό­τε, σι­γὰ-σι­γά, νὰ συ­νει­δη­το­ποι­εῖ τὴν γέν­νη­ση ἑ­νὸς συ­ναι­σθή­μα­τος, ἢ καὶ αἰ­σθή­μα­τος, ἀ­πο­λύ­τρω­σης· ἐ­πι­τέ­λους, εἶ­χε συν­τε­λε­στεῖ. Μῆ­νες καὶ χρό­νια κοι­τα­ζό­ταν σὲ ὅ­λους τοὺς κα­θρέ­φτες καὶ ψευ­δο­κα­θρέ­φτες, φο­βού­με­νη καί, ταυ­τό­χρο­να, προ­σμέ­νον­τας μί­α με­τα­μόρ­φω­ση, πα­ρα­μόρ­φω­ση, ἀ­πο­μόρ­φω­ση, ὁ­τι­δή­πο­τε θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν ἀ­παλ­λά­ξει ἀ­πὸ τὸ φρι­κτὸ πρό­σω­πό του, τὸ ὁ­ποῖ­ο, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, κα­τέ­λη­γε νὰ μὴν ται­ριά­ζει πιὰ μὲ ὅ­σα σκε­φτό­ταν καὶ ἔ­νι­ω­θε. Δὲν τὸ πα­ρα­δε­χό­ταν πὼς ἡ λο­γι­κὴ θὰ συγ­χω­ροῦ­σε ὅ­λα ὅ­σα λυσ­σο­μα­νοῦ­σαν, κά­πο­τε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτα, μέ­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λο ἢ στὴν ψυ­χή της, ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς αὐ­τὰ ἀ­πο­κα­λοῦν­ται. Καὶ ὄ­χι μό­νον στὴν δι­κή του ψυ­χή–εγ­κε­φα­λο, ἀλ­λὰ σὲ ὅ­λων. Ὅ­λες οἱ ψυ­χές–εγ­κέ­φα­λοι, πί­στευ­ε, εἶ­χαν ψε­γά­δια στὴν κα­τα­σκευ­ή τους, λί­γα, πολ­λὰ ἢ πά­ρα πολ­λά. Κα­μιὰ – κα­νέ­νας δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε ἐ­ξαί­ρε­ση. Καὶ τώ­ρα ἡ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­κά­λυ­ψης εἶ­χε ξε­κι­νή­σει.

        Ἔ­κα­νε ἕ­ναν κύ­κλο στὸ τε­τρά­γω­νο τοῦ προι­κι­σμέ­νου κα­τα­στή­μα­τος καὶ στά­θη­κε μπρο­στὰ στὴν κεν­τρι­κὴ βι­τρί­να. Τώ­ρα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ δι­κό της ζω­ο­πρό­σω­πο εἴ­δω­λο ἔ­βλε­πε τὴν φα­νε­ρω­μέ­νη ἀ­πο­κτή­νω­ση πά­νω σὲ ὅ­λους τοὺς ἀν­θρώ­πι­νους κορ­μούς, εἴ­τε κοί­τα­ζε τὸ ἀν­τι­κα­θρέ­φτι­σμά τους εἴ­τε τοὺς ἴ­διους. Εἶ­χε γί­νει καὶ τὸ ἑ­πό­με­νο βῆ­μα. Ἄ­ρα­γε τὰ πράγ­μα­τα θὰ πή­γαι­ναν μέ­χρι τέ­λους ὅ­πως τὰ εἶ­χε ἀ­πὸ και­ρὸ φαν­τα­στεῖ; Ὅ­πως τὰ εἶ­χαν φαν­τα­στεῖ ὅ­λες οἱ ὅ­μοι­ες καὶ ὅ­λοι οἱ ὅ­μοι­οί τους; Ἐ­κεῖ­νες καὶ ἐ­κεῖ­νοι τῶν ὁ­ποί­ων ἡ σκέ­ψη ἁ­πλω­νό­ταν ἔ­ξω καὶ πρὶν ἀ­πὸ τὸ χθές, ἔ­ξω καὶ με­τὰ τὸ αὔ­ριο;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σταυ­ρού­λα Τσού­πρου (Ἀ­θή­να) Εἶ­ναι δρ. Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ, ἔ­χει δι­πλώ­μα­τα στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, ἰ­τα­λι­κά, γερ­μα­νι­κά καὶ ἰ­σπα­νι­κά. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ συ­στη­μα­τι­κά μὲ τὴν Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­λέ­τες γιὰ πα­λαι­ό­τε­ρους καὶ σύγ­χρο­νους πε­ζο­γρά­φους καὶ ποι­η­τές. Συ­νερ­γά­ζε­ται τα­κτι­κὰ μὲ τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κό τύ­πο. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ τρεῖς συλ­λο­γές δο­κι­μί­ων της: Τά­σος Α­θα­να­σιά­δης: «Μὲ τὰ μά­τια τῆς γε­νιᾶς μας»Οἱ «παι­δι­ά­στι­κες» ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Κο­σμᾶ Πο­λί­τη καὶ Δο­κι­μές ἀ­νά­γνω­σης. Πρῶ­το βι­βλί­ο της: Σὲ κοι­τοῦν (ἐκδ. Γρη­γό­ρη 2013, δι­η­γή­μα­τα).

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt): Ἡ κατάλπη

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt)


Ἡ κατάλπη


ΔΩ, ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ πη­γαί­νουν στὶς κη­δεῖ­ες. Κυ­κλο­φο­ροῦν τὴ νύ­χτα, ὅ­ταν ὅ­λοι κοι­μοῦν­ται, προ­χω­ρών­τας λί­γο-λί­γο, τὸ ἕ­να πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄλ­λο, στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου, ἢ περ­νών­τας μέ­σ’ ἀ­πὸ τὰ χω­ρά­φια. Καὶ στὴν πλα­τεί­α τῆς ἐκ­κλη­σί­ας, τὸ πρω­ΐ, βρί­σκουν κα­μιὰ φο­ρὰ μιὰ βε­λα­νί­δια καὶ πέν­τε-ἕ­ξι ἐ­λά­τια, ποὺ ἔ­χουν ἔρ­θει ἐ­κεῖ πο­λὺ πρὶν ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα τῆς νε­κρώ­σι­μης ἀ­κο­λου­θί­ας.

        Γιὰ τὴν κη­δεί­α ἑ­νὸς μι­κροῦ κο­ρι­τσιοῦ εἶ­χαν με­τα­κι­νη­θεῖ του­λά­χι­στον τριά­ντα λεῦ­κες, μιὰ κλαί­ου­σα ἰ­τιὰ καὶ μιὰ ἀν­θι­σμέ­νη κα­τάλ­πη, ποὺ πρέ­πει νὰ ἦρ­θε ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­φοῦ τέ­τοι­α δέν­τρα δὲν ὑ­πάρ­χουν στὴν πε­ρι­ο­χή.

        Μοῦ εἶ­παν πὼς τὴ στιγ­μὴ ποὺ ἔ­φτα­σε τὸ φέ­ρε­τρο τοῦ μι­κροῦ κο­ρι­τσιοῦ, ἡ κα­τάλ­πη ἔ­ρι­ξε κά­τω ὅ­λα τὰ λου­λού­δια της, καὶ ἡ νε­κρι­κὴ συ­νο­δεί­α περ­πα­τοῦ­σε πά­νω τους, ὅ­πως σ’ ἕ­να χα­λὶ ποὺ ἀ­νά­δι­νε μυ­ρω­διὰ κου­φέ­του.

        Στὴν κη­δεί­α τοῦ παπ­ποῦ μου ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας κέ­δρος τοῦ Λι­βά­νου, ποὺ τὸν εἶ­χε φέ­ρει ὅ­ταν ἦ­ταν νέ­ος ἀ­πὸ ἕ­να τα­ξί­δι του στὴν Ἀ­να­το­λὴ καὶ τὸν εἶ­χε φυ­τέ­ψει στὸν κῆ­πο του. Εἶ­χε στη­θεῖ τό­σο κον­τὰ στὴ με­σαί­α πύ­λη τοῦ να­οῦ, ὥ­στε χρει­ά­στη­κε νὰ μπά­σουν τὸ φέ­ρε­τρο ἀ­πὸ μιὰ πλα­ϊ­νὴ πόρ­τα.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη νύ­χτα τὰ δέν­τρα ξα­να­γυ­ρί­ζουν ἐ­κεῖ ἀ­π’ ὅ­που ἦρ­θαν ὅ­μως πολ­λὰ ἀ­πὸ αὐ­τά, ἔ­χον­τας ἀ­να­κα­λύ­ψει ἕ­ναν ἑλ­κυ­στι­κὸ τό­πο ἢ φι­λό­ξε­νους συν­τρό­φους συγ­κεν­τρω­μέ­νους κά­που, μπαί­νουν στὴν ὁ­μά­δα τους καὶ στε­ρι­ώ­νουν ἐ­κε­ῖ, ἄ­γνω­στο γιὰ πό­σον και­ρό.

        Ὁ κέ­δρος ὅ­μως τοῦ παπ­ποῦ μου δὲν ξα­να­φά­νη­κε πο­τὲ στὸν κῆ­πο. Εἶ­παν πὼς εἶ­χε πνι­γεῖ, μὰ κά­ποι­οι τὸν εἶ­χαν δεῖ νὰ ἐ­πι­πλέ­ει στὸν ἀμ­μου­δε­ρὸ κόλ­πο καὶ νὰ τα­ξι­δεύ­ει πρὸς τὸ ἀ­νοι­χτὸ πέ­λα­γος.



Πηγή: Τὰ πλοῖα βγῆκαν σεργιάνι, μτφ. Ἐ. Χ. Γονατᾶς (ἐκδ. Στιγμή, 2001).

Πι­ὲρ Μπεν­τε­κούρ (Pierre Bettencourt) (Νορμανδία, Γαλλία, Saint-Maurice d’Etelan, 1917 – Stigny, Γαλλία, 2006). Ποιητής, πεζογράφος, ζωγράφος καὶ ἐκδότης-τυπογράφος. Ἀπὸ τὸ 1963 ἐγκα­τα­στάθηκε στὸ Stigny (διαμέρισμα Yonne) τῆς Βουργουνδίας. Δημο­σίευσε πεζὰ ποιήματα, μικρὲς ἱστορίες, διηγήματα, μύθους καὶ ἀφηγήσεις φα­νταστικῶν ταξιδιῶν. Ἐπισκέφθηκε δύο φορὲς τὴν Ἑλλάδα, τὸ 1939 καὶ τὸ 1962, καὶ συνδέθηκε μὲ τὸν Ἐ. Χ. Γονατᾶ. Πέθανε στὶς 13 Ἀπριλίου τοῦ 2006, σὲ ηλικία 89 ἐτῶν, στὸ Stigny.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γαλλικά:

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.

Εἰκόνα: Κατάλπη, ἔργο τῆς Tina Oršolić Dalessio.

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Κὰρτ πο­στάλ


.

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  [Ἀφιέρωμα, 2/11]

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­tyi­ne Sto­ri­es of God)]

Κὰρτ πο­στάλ 

(Postcard)


ΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ποὺ λά­τρευ­ε τὴ μη­τέ­ρα της καὶ γιὰ χρό­νια πεν­θοῦ­σε κα­θη­με­ρι­νὰ τὸν θά­να­τό της ἔ­πε­σε τυ­χαῖ­α πά­νω σὲ κά­τι κὰρτ πο­στὰλ σ’ ἕ­να μα­γα­ζὶ ποὺ που­λοῦ­σε ἀν­τί­κες καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα μι­κρο­πράγ­μα­τα. Οἱ κὰρτ πο­στὰλ ἀ­πει­κό­νι­ζαν σκη­νὲς ἐν­τε­λῶς συ­νη­θι­σμέ­νες, ὡ­στό­σο κά­τι τὴν τρά­βη­ξε κι ἀ­γό­ρα­σε ὁ­ρι­σμέ­νες ποὺ ἀ­πει­κό­νι­ζαν παρ­θέ­νες πα­ρα­λί­ες καὶ δα­σι­κοὺς δρό­μους. Μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ σπί­τι, ἔ­νι­ω­σε νὰ τὴν κα­τα­κυ­ρι­εύ­ει ἡ ἀ­νάγ­κη νὰ στεί­λει μιὰ κάρ­τα στὴ μη­τέ­ρα της.

       Αὐ­τὰ ποὺ τῆς ἔ­γρα­ψε δὲν ἦ­ταν σπου­δαῖ­α. Σπου­δαί­α ἦ­ταν ἡ ἀ­νάγ­κη.

       Ἔ­βα­λε τὴν κάρ­τα μέ­σα σ’ ἕ­ναν φά­κε­λο καὶ τὴν τα­χυ­δρό­μη­σε στὴν τε­λευ­ταί­α δι­εύ­θυν­ση τῆς μη­τέ­ρας της στὴ γῆ, ἕ­να φτω­χι­κὸ ἀ­γρο­τό­σπι­το ποὺ πο­λὺ και­ρὸ πρὶν εἶ­χε που­λη­θεῖ καὶ ξα­να­που­λη­θεῖ.

       Μιὰ βδο­μά­δα ἀρ­γό­τε­ρα ἔ­λα­βε ἕ­να γράμ­μα· ὁ γρα­φι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας στὸν φά­κε­λο ἦ­ταν ἀ­ναμ­φί­βο­λα ὁ γρα­φι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας τῆς μη­τέ­ρας της. Ἀ­κό­μη καὶ τὸ πρά­σι­νο με­λά­νι ποὺ προ­τι­μοῦ­σε ἡ μη­τέ­ρα τῆς ἦ­ταν ἴ­διο.

       Ἡ γυ­ναί­κα δὲν ἄ­νοι­ξε τὸ γράμ­μα πο­τὲ οὔ­τε ἔ­στει­λε ἄλ­λες κὰρτ πο­στὰλ στὴ δι­εύ­θυν­ση αὐ­τή.

       Τὸ γράμ­μα, μὲ τὸν και­ρό, μο­λο­νό­τι φη­μο­λο­γεῖ­ται καὶ μό­νον ἡ ὕ­παρ­ξή του, προ­ξέ­νη­σε στὰ παι­διά της, μο­λο­νό­τι εἶ­ναι με­γά­λα πιά, ἔν­το­νη ἀ­νη­συ­χί­α.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Ἄνχελ Θαπάτα (Ángel Zapata): Ἰσόπεδη διάβαση


Ἄν­χελ Θα­πά­τα (Ángel Zapata)


Ἰ­σό­πε­δη δι­ά­βα­ση

(Paso a nivel)


ΟΝΟ γιὰ τοὺς ἄλ­λους θὰ εἶ­μαι νε­κρὸς κά­ποι­α μέ­ρα, ὄ­χι γιὰ μέ­να. Γιὰ μέ­να δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, θὰ ὑ­πάρ­χουν μυρ­μήγ­κια ἢ κά­ποι­ου ἄλ­λου εἴ­δους ἐ­χθρι­κὰ ὄν­τα. Τώ­ρα ἀ­να­ζη­τῶ τὴ φρά­ση ποὺ νὰ λέ­ει πλημ­μυ­ρι­σμέ­νος ὁ δι­ά­δρο­μος, τὸ νε­ρὸ ὅ­που πλέ­ουν μυρ­μήγ­κια, ἀλ­λὰ δὲν μοῦ ‘ρ­χε­ται. Ἀντ’ αὐ­τῆς βρί­σκω καρ­φιά, καρ­φιὰ κα­λὰ κρυμ­μέ­να στὴ σάρ­κα, καρ­φιὰ ποὺ σχί­ζουν τὴ σάρ­κα. Βρί­σκω μιὰ ἀ­πέ­ραν­τη ἔ­ρη­μη ἔ­κτα­ση, μή­τε σκο­τει­νὴ μή­τε πραγ­μα­τι­κὰ φω­τει­νή, ποὺ μοιά­ζει μὲ πο­λι­κὴ νύ­χτα.



Πη­γή: Luz de tormenta, Ἐκ­δό­σεις Páginas de Espuma (2018)

Ἄν­χελ Θα­πά­τα (Ángel Zapata) (Μα­δρί­τη, 1961). Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὴν Es­cuela de Es­cri­to­res τῆς Μα­δρί­της. Γρά­φει μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα μὲ ἔν­το­νο ὑ­περ­ρε­α­λι­στι­κὸ χα­ρα­κτῆ­ρα. Τί­τλοι ἔρ­γων του Las bu­enas in­ten­cio­nes y o­tros cu­en­tos (2001),  La vi­da au­sen­te (2006), Luz de tor­menta (2018).

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Γιάννης Παγώνης: Ἡ Γριά


Γιά­ννης Πα­γώ­νης


Ἡ Γριά


ΕΦΤΟΝΤΑΣ μὲ τὴν τα­χύ­τη­τα τῶν ἑ­κα­τὸ χι­λι­ο­μέ­τρων πά­νω στὸν κορ­μὸ τῆς ἀρ­χαί­ας ἐ­λιᾶς, του­λά­χι­στον ἀ­πὸ με­ριά μου δὲν ἔ­νοι­ω­σα τὸ πα­ρα­μι­κρό, χω­ρὶς νὰ μπο­ρῶ νὰ δι­α­βε­βαι­ώ­σω τὸ ἴ­διο καὶ ἐκ μέ­ρους τῆς γυ­ναι­κός μου.

        Μιὰ φω­νὴ σὰν ἀ­πὸ χί­λια με­γά­φω­να, δι­έ­τα­ξε ἀ­ρει­μά­νια:

        «Ἐ­σὺ ὁ ὁ­δη­γός, γραμ­μὴ γιὰ τὸ Γρα­φεῖ­ο!», καὶ με­τὰ ἀ­πὸ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα, «καὶ σὺ γύ­ναι ἡ συ­νε­πι­βά­της, τα­χιὰ στὸ Μα­γει­ρεῖ­ο!».

        Ἔ­τσι ξαφ­νι­κὰ βρέ­θη­κα μό­νος σ΄αὐ­τὸ τὸ φω­τει­νό­τα­το δω­μά­τιο. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ζε­στὸ ἐν­δι­αί­τη­μα δέ­κα πε­ρί­που τε­τρα­γω­νι­κῶν, μὲ βι­βλι­ο­θῆ­κες ὣς τὸ τα­βά­νι, ἕ­να γρα­φεῖ­ο πα­λιὸ δρύ­ϊ­νο, μιὰ κα­ρέ­κλα ἀ­να­παυ­τι­κὴ μὲ μα­ξι­λα­ρά­κι καὶ ἄ­φθο­νη γρα­φι­κὴ ὕ­λη ποὺ ἀ­πὸ τὴν πρώ­τη κι­ό­λας στιγ­μὴ τέ­θη­κε στὴ δι­ά­θε­σή μου.

        Τὸ πα­ρά­θυ­ρο ποὺ βρί­σκε­ται στὰ δε­ξιά μου τυ­φλό. Πόρ­τα, δὲν ὑ­πάρ­χει.

        Πό­σο και­ρὸ βρί­σκο­μαι σ΄αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο δὲν μπο­ρῶ ν΄ἀ­παν­τή­σω. Ἴ­σως λί­γα λε­πτά τῆς ὥ­ρας, ἴ­σως μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα. Τὸ μό­νο ποὺ ἔ­χει ση­μα­σί­α εἶ­ναι ὅ­τι βρί­σκο­μαι σὲ ἕ­να χῶ­ρο κα­τα­δι­κό μου ἐν ἀ­πο­λύ­τῳ ἡ­συ­χί­ᾳ, ἔ­τσι ὥ­στε τὸ πα­λιό μου ὄ­νει­ρο νὰ γρά­ψω ἀ­πε­ρί­σπα­στος κά­ποι­α στιγ­μὴ βρί­σκει ἐ­πι­τέ­λους μιὰ σχε­τι­κὴ δι­καί­ω­ση.

        Γιὰ ὅ­λα αἰ­τί­α εἶ­ναι ἐ­κεί­νη ἡ πα­λι­ό­γρια, ἡ κα­τα­ρα­μέ­νη μαυ­ρο­φο­ροῦ­σα ποὺ πα­ρου­σι­ά­στη­κε νὰ βα­δί­ζει στὴν ἄ­κρη τοῦ ἐ­παρ­χια­κοῦ δρό­μου σὰν ἀ­ε­ρι­κό, λί­γο πρὶν τὴ στρο­φὴ τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου.

        Τὴν εἶ­χα ξα­να­συ­ναν­τή­σει τὸ 1998 σὲ μιὰ κα­λο­και­ρι­νὴ ἐκ­δρο­μὴ στὸ ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς ση­μεῖ­ο. Ὁ­δη­γοῦ­σα τὸ ἴ­διο αὐ­το­κί­νη­το, ἕ­να «Το­γι­ό­τα Κο­ρό­λα», δί­πλα μου συ­νο­δη­γὸς ἦ­ταν πά­λι ἡ γυ­ναί­κα μου, μό­νο ποὺ στὰ πί­σω κα­θί­σμα­τα τὰ δυ­ό μου ἀ­γό­ρια γκρί­νια­ζαν γιὰ τὸ μά­κρος τῆς δι­α­δρο­μῆς ἔ­χον­τας σπά­σει μὲ τὰ βα­βί­σμα­τά τους κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὰ νεῦ­ρα μου.

        Τό­τε εἶ­χα κό­ψει λί­γο τα­χύ­τη­τα μὴν τὴν χτυ­πή­σω καὶ βρῶ κα­νὰ μπε­λά. Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα της μοῦ ἔ­κα­νε νό­η­μα νὰ φρε­νά­ρω. Πλη­σί­α­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το μὲ γορ­γὸ γιὰ τὴν ἡ­λι­κί­α της βη­μα­τι­σμὸ καὶ βγά­ζον­τας ἀ­πὸ τὸν κόρ­φο της δυ­ὸ ρό­δια θε­ό­ρα­τα τὰ ἔ­τει­νε ἀ­πὸ τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ συ­νο­δη­γοῦ, στὰ κού­τσι­κα.

        Ἅ­πλω­σαν ἐ­κεῖ­να τὰ χε­ρά­κια τους, καὶ πῆ­ραν τοὺς καρ­ποὺς μὲ μιὰ σο­βα­ρό­τη­τα ἐμ­πο­τι­σμέ­νη πλέ­ρια εὐ­γνω­μο­σύ­νη, ποὺ μοῦ ἔ­κα­νε θυ­μᾶ­μαι ἐν­τύ­πω­ση.

       Τῆς μί­λη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου ἐν­τε­λῶς αὐ­θόρ­μη­τα:

       «Χρω­στᾶ­με κά­τι;,», θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ἡ γριὰ θὰ ἦ­ταν κά­ποι­α φτω­χή, ποὺ προ­σπα­θοῦ­σε μ΄αὐ­τὸν τὸν ἀ­νοί­κειο τρό­πο νὰ που­λή­σει τὴν πρα­μά­τεια της.

       Τό­τε αὐ­τὴ τῆς ἀ­πο­κρί­θη­κε μ΄ ἕ­να λυ­πη­μέ­νο βλέμ­μα ποὺ δὲν ἐ­πι­δε­χό­ταν τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀν­τίρ­ρη­ση:

       «Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα κυ­ρά μου!», καὶ στρε­φό­με­νη ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ τὴν πο­ρεί­α μας, χά­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς κα­θρέ­φτες μου.

       Εἰ­κο­σι­δύ­ο χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, ἔ­τυ­χε νὰ κά­νω τὴν ἴ­δια δι­α­δρο­μή. Μό­νο ποὺ αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ τὰ ἀ­γό­ρια βρί­σκον­ταν στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ γιὰ σπου­δές, καὶ ἔ­τσι μὲ μο­να­δι­κὴ συν­τρο­φιὰ τὴ γυ­ναί­κα μου ἀ­να­πο­λοῦ­σα ἀ­μί­λη­τος τὴν προ­η­γού­με­νη χρυ­σὴ ζω­ή μας, τὴν κα­λο­και­ρι­νή, μὲ μιὰ δό­ση νο­σταλ­γί­ας.

       Βρέ­θη­κα στὴ στρο­φὴ πρὶν ἀ­πὸ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο.

       Μιὰ γριὰ προ­χω­ροῦ­σε μπρο­στά, κρα­τών­τας σὲ μιὰ ἄ­σπρη πε­τσέ­τα τυ­λι­μέ­νο ἕ­να πιά­το μᾶλ­λον μὲ κό­λυ­βα. Θὰ τὰ πή­γαι­νει σκέ­φτη­κα στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο γιὰ δι­ά­βα­σμα. Περ­νών­τας ἀ­πὸ δί­πλα της ἡ γριὰ γύ­ρι­σε καὶ μᾶς κοί­τα­ξε. Εἶ­χε ἐ­κεῖ­νο τὸ γνω­στὸ πε­ρί­λυ­πο βλέμ­μα ποὺ γνώ­ρι­σα κά­πο­τε. Ἄρ­χι­σα νὰ τρέ­μω σύγ­κορ­μα.

       Γύ­ρι­σα τὸ κε­φά­λι πρὸς τὴ με­ριὰ τῆς γυ­ναί­κας μου. Ἦ­ταν τὸ ἴ­διο κα­τά­πλη­κτη μὲ μέ­να. Ψέ­λι­σε:

       «Εἶ­ναι ἡ γριά, ὅ­πως τό­τε μὲ τὰ παι­διά.»

       «Δὲν εἶ­ναι δυ­να­τόν», τῆς ἀ­γρι­ο­μί­λη­σα. «Ἔ­χουν πε­ρά­σει δὰ τό­σα χρό­νια. Ἡ γριὰ μᾶλ­λον θὰ βρί­σκε­ται πε­θα­μέ­νη ἐ­δῶ καὶ και­ρό.»

        Ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή, ἔ­χα­σα τὸ τι­μό­νι.

        Τὰ ὑ­πό­λοι­πα τὰ γνω­ρί­ζε­τε.

       Κά­θο­μαι τὸ λοι­πὸν στὸ Γρα­φεῖ­ο, καὶ συν­τάσ­σω κά­θε μέ­ρα τὴν ἴ­δια ἱ­στο­ρί­α, προ­σπα­θών­τας νὰ βρῶ ἕ­να κά­ποι­ο νό­η­μα ποὺ μέ­χρις ὥ­ρας μοῦ δι­α­φεύ­γει. Ἀλ­λὰ εὐ­τυ­χῶς! Ἔ­χω μιὰ αἰ­ω­νι­ό­τη­τα μπροστά μου…


* * *


Προ­χώ­ρη­σε ὣς τὴ σι­δε­ρέ­νια καγ­κε­λό­πορ­τα τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, πέ­ρα­σε ἀ­πέ­ναν­τι τὸν δρό­μο καὶ χά­θη­κε μὲς στὰ χω­ρά­φια μὲ τὶς αἰ­ω­νό­βι­ες ἐ­λι­ές.

        Κά­που στὸ λόγ­γο, ἔ­στε­κε μο­να­χὸ ἕ­να σπι­τά­κι. Ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα καὶ μπῆ­κε.

        «Κα­λῶς τὴν ἀ­δελ­φή μας τὴν ψυ­χο­πο­νιά­ρα!» ἔ­συ­ρε μιὰ γριὰ φα­φού­τα ποὺ ἔ­πλε­κε μ΄ἕ­να βε­λο­νά­κι.

        «Τὰ κα­νό­νι­σες ὅ­πως πρέ­πει;», ρώ­τη­ξε μιὰ δεύ­τε­ρη, ποὺ συμ­πλή­ρω­νε ἕ­να δελ­τί­ο λότ­το κα­θι­σμέ­νη σ΄ἕ­ναν σο­φὰ κον­τὰ στὸ πα­ρα­θύ­ρι γιὰ νὰ βλέ­πει.

       «Ὅ­λα, ἀ­δελ­φές μου ἀ­γα­πη­μέ­νες, γί­ναν κα­τὰ πὼς ται­ριά­ζει. Του­λά­χι­στον, γλυ­τώ­σα­νε τὰ παι­διά…»



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Τὸ ράγισμα



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Τὸ ρά­γι­σμα


ΗΜΕΡΑ ΤΟ ΠΡΩΙ, σκύ­βον­τας χα­μη­λὰ στὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα γιὰ νὰ δῶ ἕ­να ρά­γι­σμα στὸ τζά­μι (ἀ­νε­παί­σθη­το ἀ­πὸ τὸ ὕ­ψος τοῦ 1.95 μου ἀλ­λὰ αἰ­σθη­τό, καὶ μά­λι­στα πο­λύ, ἀ­πὸ κον­τά) πα­ρα­τή­ρη­σα ξαφ­νι­κά, μὲ με­γά­λη ἔκ­πλη­ξη, ὅ­τι ἀ­πὸ τὸ μπαλ­κό­νι μου φαί­νε­ται ἡ θά­λασ­σα. Στὴ στιγ­μὴ ξέ­χα­σα τὸ ρά­γι­σμα (καὶ τὸ ἄγ­χος μου νὰ ψά­χνω στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να γιὰ τζα­μὰ) καί, γο­να­τι­στός, ἄρ­χι­σα νὰ πα­ρα­τη­ρῶ, σὰν μέ­σα σὲ ὄ­νει­ρο, τὴ βρα­χώ­δη ἀ­κτὴ ποὺ ἀ­χνο­φαι­νό­ταν στὸ βά­θος, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς ἀ­πέ­ναν­τι πο­λυ­κα­τοι­κί­ες.

       Ἡ ἔκ­πλη­ξή μου ἔ­γι­νε ἀ­κό­μα με­γα­λύ­τε­ρη ὅ­ταν μὲ εἶ­δα (ἀ­πὸ ἀ­πό­στα­ση, ἀλ­λὰ πεν­τα­κά­θα­ρα) νὰ κα­τα­φτά­νω στὴν προ­α­να­φερ­θεῖ­σα ἀ­κτὴ μέ­σα σ’ ἕ­να φου­σκω­τὸ τα­χύ­πλο­ο μὲ πέν­τε βα­ριὰ ὁ­πλι­σμέ­νους κα­τα­δρο­μεῖς κι ἕ­να σκύ­λο. Ἀ­πο­βι­βα­σθή­κα­με καὶ οἱ ἑ­πτά, πα­ρὰ τὶς ἄ­σχη­μες και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες καὶ τὰ τε­ρά­στια κύ­μα­τα, καί, ἀ­φοῦ σκαρ­φα­λώ­σα­με (μὲ σχε­τι­κὴ ἄ­νε­ση) τὰ βρά­χια, κα­τευ­θυν­θή­κα­με μὲ ὕ­φος ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ πρὸς τὴν πό­λη.

       Ση­κώ­θη­κα ὅ­ταν μὲ εἶ­δα νὰ δεί­χνω στοὺς πέν­τε κα­τα­δρο­μεῖς (καὶ στὸ σκύ­λο) τὴ βε­ράν­τα τοῦ σπι­τιοῦ μου.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ μι­κρο­κει­μέ­νων Πλα­σμέ­νοι [Ἀ­φορ­μές], Ἐκ­δό­σεις Πο­τα­μός, 2021.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Γιώτα Ἀναγνώστου: Μὴ μένεις ἀπὸ τσιγάρα μετὰ τὶς δέκα


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου

 

Μὴ μέ­νεις ἀ­πὸ τσι­γά­ρα με­τὰ τὶς δέ­κα


Ν ΣΟΥ ΤΥΧΕΙ βά­λε δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κή. Δι­ά­λε­ξε ὅ,τι θές, δὲν θὰ σοῦ ὑ­πο­δεί­ξω. Μὰ νά ‘ναι δυ­να­τά. Με­τὰ τὶς δέ­κα θὰ γί­νει πά­λι φα­σα­ρί­α ἀ­πὸ πά­νω καὶ ξέ­ρεις πὼς σοῦ ‘χει ζη­τή­σει νὰ μὴν κα­λέ­σεις τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Ξέ­ρει, εἶ­πε, αὐ­τὴ τί θὰ κά­νει. Θὰ τὸ λύ­σει, εἶ­πε, μό­νη της τὸ πρό­βλη­μα καὶ νὰ τῆς δώ­σεις λί­γο χρό­νο.  Στὸ ἀ­σαν­σέρ. Τὸ ξέ­χα­σες; Φο­ροῦ­σε μά­σκα καὶ τὰ μαῦ­ρα της γυα­λιά, μὰ ἐ­σὺ τὰ ἔ­βλε­πες ὅ­σα ἤ­θε­λε νὰ κρύ­ψει. Ἂν ξα­να­γί­νει θὰ κα­λέ­σω τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α, εἶ­πες. Ὄ­χι, εἶ­πε αὐ­τή, καὶ σοῦ ‘σφί­ξε τὸ μπρά­τσο. Ξέ­ρει, εἶ­πε αὐ­τή.

        Βά­λε μο­νά­χα δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κὴ καὶ μὴν τὸ σκέ­φτε­σαι πὼς ἔ­μει­νες ἀ­πὸ τσι­γά­ρα καὶ πὼς ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται νὰ βγεῖς. Συμ­βαί­νει. Δὲν εἶ­ναι καὶ πρὸς θά­να­το. Θὰ ξη­με­ρώ­σει ποῦ θὰ πά­ει;

        Θά­να­το εἶ­πα; Ἄ­κου τώ­ρα. Ἤ­τα­νε μιὰ φο­ρὰ ἕ­νας ἄν­τρας. Εἶ­χε ἕ­να ὄ­νο­μα δύ­σκο­λο, νὰ δεῖς… Ἄ, ναὶ Ἀ­βι­μέ­λεχ. Υἱ­ὸς Ἱ­ε­ρο­βά­αλ. Καὶ ἤ­θε­λε ποὺ λὲς αὐ­τὸς ὁ ἄν­τρας νὰ γί­νει βα­σι­λιάς. Ὡς ἄν­δρας ποὺ θέ­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιὰς ἔ­πρε­πε καὶ τὰ χέ­ρια νὰ λε­ρώ­σει. Δὲν ἀ­πο­κτᾶς βα­σι­λι­κὴ ἐ­ξου­σί­α μὲ χέ­ρια κα­θα­ρά, ἔ­τσι πά­ει. Γι’ αὐ­τὸ καὶ τοῦ­τος δι­ό­λου δὲν δί­στα­σε καὶ «ἀ­πέ­κτει­νε τοὺς ἀ­δελ­φοὺς αὐ­τοῦ υἱ­οὺς Ἱ­ε­ρο­βά­αλ, ἑ­βδο­μή­κον­τα ἄν­δρας ἐ­πὶ λί­θον ἕ­να». Κι ἔ­γι­νε βα­σι­λιὰς γιὰ τρί­α χρό­νια καὶ τὴν πό­λη Ἀ­ρη­μὰ κα­τέ­λα­βε καὶ τοὺς κα­τοί­κους φό­νευ­σε καὶ τὴν πό­λη κα­τε­δά­φι­σε καὶ τὴν ἔ­σπει­ρε ἁ­λά­τι. Γιὰ τέ­τοι­ο βα­σι­λιὰ μι­λᾶ­με. Κι ἔ­κα­ψε χί­λιους ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες στοὺς πύρ­γους τῆς Συ­χὲμ καὶ πο­λι­όρ­κη­σε με­τὰ τὴν Θή­βη καὶ τὴν κα­τέ­λα­βε. Καὶ θέ­λη­σε νὰ ξα­να­κά­ψει ὅ­σους στοὺς πύρ­γους τρέ­ξαν νὰ κλει­στοῦν γιὰ νὰ σω­θοῦν. Καὶ ἐ­κεῖ, ἐ­κεῖ ἀ­κρι­βῶς, ἔ­γι­νε αὐ­τὸ ποὺ δὲν πε­ρί­με­νε ὁ ἄν­δρας ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιάς. «Καὶ ἔρ­ρι­ψε γυ­νὴ μί­α κλά­σμα ἐ­πι­μύ­λιον ἐ­πὶ κε­φα­λὴν Ἀ­βι­μέ­λεχ» καὶ ὁ ἄν­δρας ποὺ ἤ­θε­λε νὰ γί­νει βα­σι­λιὰς εἶ­δε τὸν θά­να­τό του ποὺ πλη­σί­α­ζε καὶ δι­έ­τα­ξε τὸν βα­στά­ζο του, αὐ­τὸς νὰ τὸν ἀ­πο­τε­λει­ώ­σει «μὴ πό­τε εἴ­πω­σι γυ­νὴ ἀ­πέ­κτει­νεν αὐ­τόν».

        Βλέ­πεις αὐ­τὸς δὲν ἦ­ταν ἄν­τρας σὰν τοὺς ἄλ­λους, αὐ­τὸς ἤ­τα­νε ἕ­νας βα­σι­λιάς, δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε αὐ­τὸς ἀ­πὸ γυ­ναί­κας χέ­ρι νὰ βρε­θεῖ στὸν ἄλ­λο κό­σμο.

        «Ἐ­γὼ εἶ­χα δυ­να­τὰ τὴ μου­σι­κή. Εἶ­χα ξε­μεί­νει ἀ­πὸ τσι­γά­ρα κι ἔ­τσι δὲν βγῆ­κα στὸ μπαλ­κό­νι. Δι­ά­βα­ζα μά­λι­στα μιὰ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἀρ­γύ­ρη Χι­ό­νη. Κά­που ἐ­δῶ τὸ ἔ­χω τὸ βι­βλί­ο.  Ἔ­λε­γε κά­τι γιὰ τὸ αἴ­νιγ­μα τοῦ Ἰ­ω­α­θάμ, γιὰ μιὰ ἀγ­κα­θιὰ ποὺ ἤ­θε­λε, λέ­ει, νὰ ἐ­ξου­σιά­ζει τ’ ἄλ­λα δέν­τρα. Δὲν κα­λο­θυ­μᾶ­μαι κι­ό­λας»

        Οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ κα­τέ­λη­ξαν πὼς μᾶλ­λον γλί­στρη­σε, κα­θὼς ἔ­σκυ­βε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κάγ­κε­λο φω­νά­ζον­τας γιὰ νὰ ἀ­κού­σει ἡ ἔ­νοι­κος τοῦ κά­τω ὀ­ρό­φου καὶ νὰ χα­μη­λώ­σει τὴ μου­σι­κή. Ἐ­κεῖ ἀ­πέ­δω­σαν τὴν πτώ­ση ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι. Γλί­στρη­σε. Εἶ­χε μιὰ ἀ­νη­συ­χί­α, εἶ­παν, μιὰ νευ­ρι­κό­τη­τα για­τί ἦ­ταν πε­ρα­σμέ­νες δέ­κα κι εἶ­χε ξε­μεί­νει ἀ­πὸ τσι­γά­ρα. Πή­ρα­νε μά­λι­στα τὸ ἄ­δει­ο του πα­κέ­το King size.

        Ἔ­μει­ναν μο­να­χὰ ὅ­λες οἱ γό­πες στὸ τα­σά­κι κι εἴ­χα­νε ὅ­λες ἴ­χνη ἀ­πὸ κρα­γιόν. Τὶς πῆ­ρα καὶ τὶς φύ­τε­ψα στὴ γλά­στρα καὶ βγή­κα­νε κυ­κλά­μι­να στὸ χρῶ­μα τῶν χει­λι­ῶν της.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.