Ἐ. Χ. Γονατᾶς: Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς λίμνης


Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς


Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς λίμνης


ΙΤΡΙΝΟ βρο­χε­ρὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὄρ­θιοι στὰ σκα­λο­πά­τια τῆς μαρ­μα­ρέ­νιας ἀ­πο­βά­θρας, κοι­τά­ζου­με τὸ βα­θύ, τα­ραγ­μέ­νο νε­ρὸ τῆς λί­μνης.

        Ἕ­νας με­γά­λος ἀ­στα­κὸς περ­νά­ει μπρο­στά μας· τό­σο κον­τὰ καὶ τό­σο ἀρ­γὰ κο­λυμ­πά­ει, ποὺ μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση γί­νε­ται ἀ­μέ­σως με­τα­ξύ μας: «Νὰ τὸν πι­ά­σου­με ἀ­π’ τ’ αὐ­τιά!».

        Ἁρ­πά­ζω κι ἐ­γὼ ἕ­ν΄ αὐ­τὶ κι ἀρ­χί­ζου­με νὰ τὸν τρα­βᾶ­με. Τὸ αὐ­τὶ του εἶ­ναι με­γά­λο, μα­λα­κὸ καὶ κα­φτό. Κα­θὼς τὸν ἀ­νε­βά­ζου­με σι­γὰ-σι­γὰ καὶ μὲ κό­πο ἀ­π’ τὸ θο­λὸ νε­ρό, για­τί εἶ­ναι πο­λὺ βα­ρύς, βλέ­πω πό­σο γε­λα­στή­κα­με. Δὲν ἀ­να­σύ­ρα­με, ὅ­πως νο­μί­ζα­με, τὸν ἀ­στα­κό, ἄλ­λα ἕ­ναν με­γα­λό­σω­μο οὐ­ραγ­κο­τάγ­κο μι­σο­πνιγμέ­νο, ποὺ χτυ­πι­ό­ταν γυ­ρεύ­ον­τας νὰ μᾶς ξε­φύ­γει.

        Με­τα­νι­ώ­νω ποὺ ἀ­να­κα­τεύ­τη­κα.

        Ὁ οὐραγ­κο­τάγ­κος δὲν ἔ­χει δύ­να­μη ν΄ ἀν­τι­στα­θεῖ καὶ σὲ λί­γο ὑ­πο­ταγ­μέ­νος ὁ­λό­τε­λα στὴν τύ­χη του, ἀ­φή­νει νὰ τοῦ δέ­σου­με τὰ σα­γό­νια μὲ τὸ σκοι­νί. Στὰ με­γά­λα μά­τια του, ὅ­πως μὲ κοι­τά­ζουν, δὲ δι­α­κρί­νω θυ­μὸ ἀλ­λὰ ἀ­πέ­ραν­τη θλί­ψη.

        Στὴ στιγ­μὴ ὅ­λα ξε­κα­θα­ρί­ζουν μέ­σα μου. Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς μπλέ­χτη­κα σ’ ἕ­να ἀ­παί­σιο ἔγ­κλη­μα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ βρε­μέ­νος οὐραγ­κο­τάγ­κος, ποὺ τουρ­του­ρί­ζει κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὰ πό­δια μας, εἶ­ναι ἕ­να μο­να­δι­κὸ ζῶ­ο μὲ σπά­νια πνευ­μα­τι­κὰ προ­σόν­τα, ποὺ ὅ­μοι­ό του δὲ θὰ ξα­να­βρε­θεῖ· γνω­ρί­ζει ἄ­πται­στα τὴ γλώσ­σα ποὺ μι­λᾶ­με κι ἄλ­λες ἀ­κό­μα πολ­λές.

        Μιὰ κοι­τά­ζω τὰ χέ­ρια μου ποὺ ἔ­χει μεί­νει στὴν πα­λά­μη τους ἡ ζέ­στα τοῦ βε­λου­δέ­νιου του αὐ­τιοῦ, καὶ μιὰ τοῦ ρί­χνω ἔ­νο­χες μα­τι­ές, σὰν νὰ τὸν πα­ρα­κα­λῶ νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σει.

        Τὸ σο­φὸ ζῶ­ο μέ­νει βου­βό.

        Ἀ­πο­τρα­βι­έ­μαι πα­ρά­με­ρα κι ἀ­να­λύ­ο­μαι σὲ πο­τα­μοὺς δα­κρύ­ων.



Πηγή: Τὸ βάραθρο (διηγήματα, ἐκδ. Στιγμή, 1984).

 

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.


Advertisements

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της: Ἡ Τε­λευ­ταί­α Νύ­χτα



Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Ἡ Τε­λευ­ταί­α Νύ­χτα


ΠΑΡΧΟΥΝ νύ­χτες ἀ­τε­λεί­ω­τες, κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν συμ­βαί­νει ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, καὶ ἄλ­λες, ὅ­ταν τὰ πάν­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν.»

       Αὐ­τὸ μό­νο πρό­λα­βε κι ἔ­γρα­ψε στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της ἡ Μό­να πρὶν ἕ­να ξαφ­νι­κό, ἀ­δι­ό­ρα­το φῶς, ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀπ΄ἔ­ξω καὶ ὁ­λο­έ­να δυ­νά­μω­νε, ἀρ­χί­σει νὰ τυ­λί­γει τὰ βι­βλί­α καὶ τοὺς πί­να­κές της —τὰ «πα­ρά­θυ­ρά» της, ὅ­πως ἔ­λε­γε πάν­τα— στὸ πα­ρα­φορ­τω­μέ­νο ὑ­πνο­δω­μά­τιο.

       — Ὤ, ὄ­χι… ὄ­χι ἀ­κό­μα, ψέλ­λι­σε ἡ Μό­να.

       Τό­τε μό­νο ἀ­κού­στη­κε σο­βα­ρὴ ἡ Φω­νή:

       — Ἂν δὲν θέ­λεις ἀ­κό­μα, μὴν δι­α­μαρ­τύ­ρε­σαι γιὰ τὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες νύ­χτες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος,1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.


Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Κα­λὴ αὐ­ρια­νή



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Κα­λὴ αὐ­ρια­νή


Στὴν Πα­να­γι­ώ­τα Μαρ­κα­να­στα­σά­κη

ΧΑΡΑΓΑ ση­κώ­θη­κε ὁ ἐ­πί­τρο­πος ἀ­νή­με­ρα τῶν Φώ­των. Ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει ὅ­λα τα χρει­α­ζού­με­να ἀ­π’ τὸν Ἁ­γι­ώρ­γη, τὸν πο­λι­οῦ­χο τοῦ χω­ριοῦ, καὶ νὰ τὰ πά­ει μέ­χρι τ’ ἀ­πά­νου χω­ριὸ στὸν Ἁ­γιά­ννη. Ἐ­κεῖ γι­ορ­τά­ζα­νε κά­θε χρο­νιὰ τὰ Φῶ­τα.

       Σὰν ξε­κλεί­δω­σε τὴν ἐκ­κλη­σὰ κι ἔ­κα­νε νά ’μ­πει μέ­σα, ἕ­νας κρύ­ος βο­ριὰς τοῦ ’ρ­θε κα­τά­μου­τρα καὶ σὰ νὰ τὸν τύ­λι­ξε νιὰ μυ­ρου­διὰ ἀ­πὸ κρί­νους. «Ποιός ἀ­συλ­λό­ι­στος νὰ ξέ­χα­σε τὸ βο­ρι­νὸ πα­ρά­θε­ρο ἀ­νοι­χτό;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε κι ἔ­κα­νε τὸ σταυ­ρό του. Ἔ­σκυ­ψε στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι, ἀλ­λὰ προ­τοῦ προ­λά­βει νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι του, τὴν εἶ­δε μὲ τὸ λο­ξο­δρο­μι­σμέ­νο του βλέμ­μα. Μέ­σα στὸ πρω­ι­νὸ μι­σο­σκό­τα­δο στὴ μέ­ση τῆς ἐκ­κλη­σᾶς νιὰ κά­σα καὶ γύ­ρω-γύ­ρω κρί­νοι. «Σου­βή μου. Θὰ ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι» σκέ­φτη­κε. «Πῶς φύ­τρω­σαν στὴν ἐκ­κλη­σὰ κά­σα καὶ κρί­νοι;» Κι ἀ­νοι­γό­κλει­σε μὲ τρό­μο τὰ μά­τια του. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, τὰ ἔ­κλει­σε μὲ με­γά­λη εὐ­κο­λί­α, ἀλ­λὰ δὲν κό­τα­γε νὰ τὰ ξα­να­νοί­ξει. Οὔ­τε κι ὅ­ταν ἄ­κου­σε τὸν πε­θα­μέ­νο ν’ ἀ­να­στε­νά­ζει καὶ τὴν κά­σα νὰ τρί­ζει. Ἔ­κα­νε νὰ βγεῖ μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει βῆ­μα. Τὸ αἷ­μα του πά­γω­σε. Ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας τὸν πλη­σί­α­ζε. Φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ πε­θα­μέ­νος κα­τόρ­θω­σε νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴν κά­σα. Ἔ­κα­νε νὰ φω­νά­ξει βο­ή­θεια, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Δὲν τολ­μοῦ­σε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του. Ἔ­κα­νε νά ’­βγει στὰ τυ­φλὰ ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σά. Πεν­τέ­ξι βή­μα­τα θά ’­ταν ὅ­λα κι ὅ­λα. Κι ὕ­στε­ρα θά ’­ταν ὄ­ξω. Μὰ ὁ πε­θα­μέ­νος τό­νε κρά­τα­γε γε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι καὶ δὲν ἔ­λε­γε νὰ τὸν ἀ­φή­σει. Μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια ἄρ­χι­σε νὰ τὸν πα­ρα­κα­λεῖ. «Ἄ­σε με, ἄ­σε μὲ καὶ δὲ θὰ εἰ­πῶ τί­πο­τα σὲ κα­νέ­να. Κι ἂν ξα­ναμ­πεῖς στὴν κά­σα θὰ σοῦ ἀ­νά­βω τὸ καν­τή­λι ἀ­νελ­λι­πῶς.» Ὅ­σο κι ἂν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του, τὰ βλέ­φα­ρά του ἤ­τα­νε κολ­λη­μέ­να. Κρύ­ος ἵ­δρω­τας τὸν ἔ­κο­ψε. Εἶ­πε ἀ­πὸ μέ­σα του ἕ­να πα­τε­ρη­μὸ καὶ μ’ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη ὅρ­μη­ξε κα­τὰ ὄ­ξω. Ὁ Ἁ­γι­ώρ­γης τό­νε λυ­πή­θη­κε καὶ ἡ ἔ­ξο­δος ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πι­τυ­χής, μὲ μό­νη ἀ­πώ­λεια τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του μα­νί­κι. Αὐ­τό, ποὺ εἶ­χε πια­στεῖ στὸ χε­ρού­λι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ τό­ση ὥ­ρα δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ κά­νει ρού­πι.

       Ἄ­φη­σε τὰ κλει­διὰ στὴν πόρ­τα, ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα ἀ­νοι­χτὴ κι πῆ­ρε τρέ­χον­τας τὴν κα­τη­φό­ρα νὰ τὰ ἱ­στο­ρή­σει οὗ­λα στὴ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἦ­ταν σί­γου­ρος πὼς θὰ τὸν κο­ρό­ι­δευ­ε. Γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ δὲ θὰ τὸν πί­στευ­ε, πα­ρὰ θὰ τοῦ ’­λε­γε ὅ­τι τὰ βγά­ζει ὅ­λα ἀ­π’ τὸ μυα­λό του κι ἀ­π’ τὴ σκιά­χτρα του.

       Ἀ­πὸ τὶς σκέ­ψεις του τὸν ἔ­βγα­λε μιὰ σκυ­φτὴ φι­γού­ρα, ποὺ ἀ­νη­φό­ρι­ζε κα­τὰ τὴν ἐκ­κλη­σά.

      Ἦ­ταν ὁ Θα­νά­σης π’ ἄ­νοι­γε τὶς γοῦ­βες. «Ἄ­σχη­μα νέ­α, μπο­νό­ρα-μπο­νό­ρα» τοῦ ’­πε. «Χτὲς ἀρ­γὰ φέ­ρα­νε τὸ Φώ­τη ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να καὶ οἱ ξε­χα­σμέ­νοι οἱ δι­κοί του δὲ βρί­σκα­νε τὰ κλει­διὰ τοῦ σπι­τιοῦ καὶ τό­νε πή­γα­νε στὴν ἐκ­κλη­σά. Πά­ω τώ­ρα νὰ χτυ­πή­σω τὶς καμ­πά­νες λυ­πη­τε­ρά, μέ­ρα πού ’­ναι, καὶ με­τὰ ν’ ἀ­νοί­ξω τὴ γού­βα. Ποι­ός νὰ τὸ ’­λε­γε; Νὰ μπεῖ στὸ χῶ­μα ἀ­νή­με­ρα τῆς γι­ορ­τῆς του! Πῶς μᾶς μπῆ­κε ἡ χρο­νιὰ φέ­τος! Ἔμ, τί νὰ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς ποὺ κά­να­με Πρω­το­χρο­νιά, Θε­ού­λη μου, μὲ δυ­ὸ κη­δεῖ­ες, ὄ­ξω ἀ­πὸ κον­τά μας. Πά­ει ὁ Βα­σί­λης τῆς Ἀ­λέ­ξαι­νας κι ὁ Βά­σι­λας τοῦ Ντού­μου. Το­λά­χι­στο δὲν τὸν ἄ­φη­νε τὸ μα­κα­ρί­τη μέ­χρι αὔ­ριο νὰ κά­νει τὴ γι­ορ­τή του;»

        Ὁ ἐ­πί­τρο­πος ἔ­φτυ­σε τρεῖς φο­ρὲς στὸν κόρ­φο του. «Πρέ­πει νὰ φύ­γω» εἶ­πε ἔν­τρο­μος. «Μὲ πε­ρι­μέ­νει ἡ Γι­άν­ναι­να.»

       «Ἀ­λί­μο­νος. Νὰ πᾶς καὶ μὴ χα­σο­με­ρᾶς κα­θό­λου. Νὰ τὴ βο­η­θή­σεις. Τό­σες ἑ­τοι­μα­σί­ες θά ’­χει νὰ κά­νει γιὰ τὴ γι­ορ­τή σου αὔ­ριο. Νὰ τῆς δώ­κεις πολ­λὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Ἄιν­τε καὶ κα­λὴ αὐ­ρια­νή.»

        «Εὐ­χα­ρι­στῶ, Θα­νά­ση, μὰ δὲ γι­ορ­τά­ζω αὔ­ριο.»

        «Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το! Ἀ­φοῦ οὖ­λοι οἱ Γι­άν­νη­δες σὰν αὔ­ριο γι­ορ­τά­ζουν στὸ χω­ριό μας.»

        «Ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι ἀ­πὸ δῶ. Μ’ ἔ­χου­νε πά­ρει ἀ­πὸ κά­τι κα­τσι­βέ­λους.»

        «Πά­ει τὰ ’­χα­σε ὁ Γιά­ννης» ἐ­σκέ­φτη ὁ Θα­νά­σης, μὰ εἶ­πε μό­νο «Ἒμ κα­νέμ, κα­λὴ ση­με­ρι­νή. Γεια καὶ χα­ρά σου.»

       «Οὔφ, τὸ Θά­νο τὸν ξε­γέ­λα­σα! Νὰ δῶ ὡς αὔ­ριο τί θὰ κά­νω μὲ τὸ Χά­ρο» εἶ­πε ὁ Γιά­ννης καὶ σκα­πέ­τη­σε στὴν κα­τη­φό­ρα. Ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ βρεῖ μὲ τὴ γυ­ναί­κα του ὣς αὔ­ριο μιὰ λύ­ση.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Δωμάτια



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Δω­μά­τια

(Stanze)


ΥΤΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ μοῦ εἶ­ναι γνώ­ρι­μος. Μοῦ θυ­μί­ζει πο­λὺ κά­ποι­ον, ὡ­στό­σο δὲν κα­τα­φέρ­νω νὰ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­σω. Μι­λᾶ­με γιὰ μου­σι­κή, ζω­γρα­φι­κή, βι­βλί­α. Συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται σὰν νὰ τὸ θε­ω­ρεῖ δε­δο­μέ­νο ὅ­τι γνω­ρι­ζό­μα­στε κα­λά. Μιὰ τέ­τοι­α συμ­πε­ρι­φο­ρὰ μὲ σα­στί­ζει, ἀλ­λὰ μὲ εὐ­χα­ρι­στεῖ κι­ό­λας. Δὲν ξέ­ρω πῶς κα­τα­λή­ξα­με νὰ συ­ζη­τᾶ­με αὐ­τὰ τὰ θέ­μα­τα, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ μοῦ λέ­ει κά­τι ποὺ μὲ ἐν­τυ­πω­σιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λα. Κα­τὰ τὴ γνώ­μη του μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ μά­θει νὰ δρα­στη­ρι­ο­ποι­εῖ­ται στὰ νυ­χτε­ρι­νὰ ὄ­νει­ρα, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς στὴν πραγ­μα­τι­κὴ ζω­ή, καὶ νὰ παίρ­νει, συ­νει­δη­τά, ἀ­πο­φά­σεις γιὰ τὶς ἴ­δι­ες του τὶς πρά­ξεις, χω­ρὶς ὅ­μως σω­μα­τι­κοὺς πε­ρι­ο­ρι­σμούς. Δεί­χνω μὲ δι­α­κρι­τι­κὸ τρό­πο κά­ποι­α ἐ­πι­φυ­λα­κτι­κό­τη­τα. Δὲν πα­ρε­ξη­γεῖ­ται.

       — Ἔ­χεις δεῖ πο­τὲ δια­υγὲς ὄ­νει­ρο; μὲ ρω­τά­ει.

       — Τί ἐν­νο­εῖς «δια­υγὲς ὄ­νει­ρο»;

       — Ἕ­να ὄ­νει­ρο ποὺ νὰ εἶ­χες ἐ­πί­γνω­ση πὼς τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­σουν.

       — Ἔ, ναί. Μοῦ συ­νέ­βη με­ρι­κὲς φο­ρές.

       — Καὶ σὲ αὐ­τὰ τὰ ὄ­νει­ρα μπο­ροῦ­σες νὰ ἀ­πο­φα­σί­σεις τί νὰ κά­νεις;

       — Ναί, πράγ­μα­τι – ἀ­παν­τῶ ἀ­φοῦ σκέ­φτο­μαι πρῶ­τα καὶ θυ­μᾶ­μαι με­ρι­κὰ σπά­νια ὄ­νει­ρα ὅ­που, ὅ­πως φαί­νε­ται, εἶ­χα τὸν ἔ­λεγ­χο ὅ­λων ὅ­σων συ­νέ­βαι­ναν.

       — Ὡ­ραῖ­α. Πραγ­μα­τι­κά, συμ­βαί­νει σὲ ὅ­λους κά­ποι­α στιγ­μή. Μᾶλ­λον τυ­χαῖ­α. Ὡ­στό­σο, μα­θαί­νει κα­νεὶς νὰ τὸ κά­νει.

       — Δη­λα­δή;

       — Στὰ ὄ­νει­ρα γί­νον­ται, κα­τὰ πα­ραγ­γε­λί­α, ἀ­πί­στευ­τα πράγ­μα­τα. Πράγ­μα­τα ποὺ πάν­τα ἐ­πι­θυ­μεῖς, ἀλ­λὰ στὸν πραγ­μα­τι­κὸ κό­σμο εἶ­ναι ἀ­πί­θα­να. Νὰ πε­τᾶς, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα. Νὰ κο­λυμ­πᾶς σὰν ψά­ρι κά­τω ἀπ΄ τὸ νε­ρό. Νὰ συ­ναν­τᾶς ἀ­γα­πη­μέ­να πρό­σω­πα ποὺ ἔ­χουν χα­θεῖ.

       Συ­νή­θως, ὅ­ταν κα­νείς σοῦ πιά­νει κου­βέν­τα γιὰ τέ­τοι­α θέ­μα­τα, σκέ­φτε­σαι ὅ­τι εἶ­ναι τρε­λὸς καὶ τοῦ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι ἀ­νά­λο­γα. Αὐ­τὸς ὡ­στό­σο φαί­νε­ται νὰ ξέ­ρει γιὰ τί πράγ­μα μι­λά­ει καί, κον­το­λο­γίς, δὲν μοῦ πά­ει νὰ τοῦ συμ­πε­ρι­φερ­θῶ σὰν νὰ εἶ­ναι τρε­λός.

       — Καὶ πῶς τὸ κα­τα­φέρ­νει κα­νεὶς αὐ­τό; τὸν ρω­τῶ.

       — Πά­νω ἀπ΄ ὅ­λα πρέ­πει νὰ γνω­ρί­ζεις ἂν εἶ­σαι ξύ­πνιος ἢ ἂν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι.

       — Στὴν πρά­ξη;

       — Στὴν πρά­ξη πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κτή­σεις τὴν συ­νή­θεια νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἂν εἶ­σαι ξύ­πνιος ἢ ἂν ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι. Ἂν τὸ δο­κι­μά­σεις ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, ἂν δη­λα­δή σοῦ γί­νει συ­νή­θεια, κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ κα­τα­λά­βεις ὅ­τι ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι κα­θὼς ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι. Ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ἡ στιγ­μη —ἂν τὸ κα­τορ­θώ­σεις νὰ μὴν ξυ­πνή­σεις— ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι θέ­λεις.

       — Πρέ­πει μό­νο νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι ἢ ἂν εἶ­μαι ξύ­πνιος;

       — Ὄ­χι ἀ­κρι­βῶς. Πρέ­πει νὰ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νεις κά­θε φο­ρὰ ἕ­να εἶ­δος δο­κι­μα­στι­κοῦ ἐ­λέγ­χου. Ὅ­πως νὰ με­τρᾶς τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν σου γιὰ νὰ βλέ­πεις ἂν εἶ­ναι δέ­κα, ὁ­πό­τε ἐν­δε­χο­μέ­νως εἶ­σαι ξύ­πνιος, ἢ ἂν εἶ­ναι ἕν­τε­κα ἢ δώ­δε­κα, ὁ­πό­τε ἐν­δε­χο­μέ­νως ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι.. Ἢ νὰ δο­κι­μά­σεις νὰ πε­ρά­σεις τὸ δά­χτυ­λο ἑ­νὸς χε­ριοῦ μέ­σα ἀ­πὸ τὴν πα­λά­μη τοῦ ἄλ­λου. Αὐ­τὸ στὰ ὄ­νει­ρα γί­νε­ται, ἀλ­λὰ στὸν ξύ­πνιο εἶ­ναι λί­γο δύ­σκο­λο.

       — Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι κα­τά­λα­βα.

       — Ἔ­χεις δί­κιο, δὲν ἦ­ταν ξε­κά­θα­ρο. Ἂς δο­κι­μά­σου­με στὴν πρά­ξη μὲ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα. Σή­κω­σε τὸ χέ­ρι σου.

       Ση­κώ­νω τὸ χέ­ρι μου.

       — Λοι­πόν;

       — Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη κί­νη­ση ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ­ταν εἶ­σαι ξύ­πνιος. Τώ­ρα χο­ρο­πή­δα.

       Χο­ρο­πη­δῶ μὲ τὰ πό­δια μου ἑ­νω­μέ­να καὶ —ὁ­μο­λο­γῶ— χαί­ρο­μαι μὲ τὴν εὐ­κι­νη­σί­α καὶ τὴν ἐ­λα­φρά­δα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου. Ἔ­χει πε­ρά­σει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ κα­τά­φερ­να νὰ χο­ρο­πη­δῶ μὲ τό­ση εὐ­κο­λί­α.

       — Θὰ μοῦ πεῖς: κι αὐ­τὸ μπο­ρεῖ νὰ τὸ κά­νει κα­νεὶς ὅ­ταν εἶ­ναι ξύ­πνιος. Σί­γου­ρα. Μὰ ὑ­πάρ­χει κά­τι ποὺ ὅ­ταν εἶ­σαι ξύ­πνιος δὲν μπο­ρεῖς νὰ τὸ κά­νεις.

       — Τί;

       — Αὐ­τὸ ποὺ κά­νεις.

       — Δη­λα­δή; – μὰ ἐ­νῶ τοῦ ἀ­πευ­θύ­νω τὴν ἐ­ρώ­τη­ση τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ. Κι ἀ­κρι­βῶς τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τὸν ἀ­να­γνω­ρί­ζω.

       — Πα­τέ­ρα, ἐ­σὺ εἶ­σαι; τοῦ λέ­ω.

       Μοῦ χα­μο­γε­λά­ει. Ἔ­χει πά­νω-κά­τω τὴν ἡ­λι­κί­α μου, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι καὶ λί­γο πιὸ νέ­ος. Ἴ­σως αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ λό­γος ποὺ δὲν τὸν ἀ­να­γνώ­ρι­σα ἀ­μέ­σως. Ἴ­σως.

       — Κα­τά­λα­βες; μὲ ρω­τά­ει.

       Ναί, κα­τά­λα­βα.

       Εἶ­χα χο­ρο­πη­δή­σει καὶ δὲν εἶ­χα ξα­να­πέ­σει στὴ γῆ.

       — Χαί­ρο­μαι ποὺ σὲ βλέ­πω. Ἔ­χω χί­λια-δυ­ὸ πράγ­μα­τα νὰ σοῦ δι­η­γη­θῶ – τοῦ λέ­ω κα­θὼς αἰ­ω­ροῦ­μαι δε­κά­δες ἑ­κα­το­στὰ πά­νω ἀπ΄ τὸ ἔ­δα­φος.

       — Κι ἐ­γώ, – ἀ­παν­τᾶ χα­μο­γε­λών­τας.

       — Πῶς ἦ­ταν ἐ­κεί­νη ἡ φρά­ση; Βο­ή­θα με νὰ τὴ θυ­μη­θῶ.

       — Ὁ θά­να­τος δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα. Πῆ­γα μό­νο στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Νάγια Κουτρουμάνη: Ἡ κρουαζιέρα


Νά­για Κου­τρου­μά­νη


Ἡ κρουαζιέρα


 ΗΛΙΟΣ ΕΔΥΕ καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι εἶ­χε πε­ρά­σει πολ­λὲς ὧ­ρες κοι­τά­ζον­τας τὸν ἴ­διο οὐ­ρα­νό. Τὰ σύν­νε­φα δὲν κου­νι­όν­του­σαν κα­θό­λου. Εἶ­χαν μεί­νει κολ­λη­μέ­να στὸ τα­βά­νι, ἄλ­λα στρογ­γυ­λά, ἄλ­λα τε­τρά­γω­να, ἀ­πὸ τὸ πρω­ί. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα ποὺ ἔ­κλει­ναν οἱ ἑ­ται­ρεῖ­ες καὶ κο­πά­δια κου­στου­μι­ῶν κα­τέ­βαι­ναν τὴν ὄ­χθη, σὰν μιὰ πο­λι­τι­κὴ συγ­κέν­τρω­ση πιγ­κου­ί­νων. Μπλὲ καὶ γκρὶ κου­στού­μια μὲ πο­λύ­χρω­μες γρα­βά­τες γύ­ρω ἀ­πὸ ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νους λαι­μοὺς ποὺ λα­χτα­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­πιοῦν δρο­σε­ρὲς γου­λι­ὲς μπύ­ρας ἀ­πὸ τὰ πὰμπ τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Εἶ­χε κρύ­ο ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα καὶ οἱ ἀ­νά­σες τους ἔ­βγαι­ναν σὰν ξε­φυ­σή­μα­τα μι­κρῶν δρά­κων, ἑ­νώ­νον­ταν κά­που κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι τους καὶ πέ­φτα­νε βα­ρι­ὲς πά­νω στὸν πά­γο ποὺ εἶ­χε μα­ζευ­τεῖ στὰ κιγ­κλι­δώ­μα­τα τῆς ὄ­χθης.

          Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­νῶ ἔ­πλε­ε ἀ­νά­σκε­λα πά­νω στὸ νε­ρό, τὸ ἕ­να χέ­ρι της μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο καὶ χο­ρευ­τι­κὸ σὰ φτε­ρού­γα κύ­κνου, τὸ ἄλ­λο πι­α­σμέ­νο μέ­σα στὴ χον­τρή, μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα, φυ­λα­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ βρεγ­μέ­νο μαλ­λί, ἄ­βου­λο νὰ προ­βά­λει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀν­τί­στα­ση. Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα ξε­κά­θα­ρα, για­τί τὰ μά­τια της ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτα στὸ φῶς καὶ στὴν κί­νη­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τά­με­ση. Ἀλ­λὰ πα­ρ’ ὅ­λες τὶς εἰ­κό­νες καὶ τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ κά­νει τὶς δου­λει­ὲς τῆς Κυ­ρια­κῆς. Δὲν εἶ­χε βά­λει μπου­γά­δα, δὲν εἶ­χε τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ντου­λά­πια τῆς κου­ζί­νας, δὲν εἶ­χε τι­νά­ξει τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πέ, δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας οὔ­τε εἶ­χε σφουγ­γα­ρί­σει τὸ πά­τω­μα. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ὅ­μως ἦ­ταν ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε μα­γει­ρέ­ψει. Δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὶς πα­τά­τες, δὲν τὶς εἶ­χε βά­λει προ­σε­κτι­κὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μπού­τι τοῦ ἀρ­νιοῦ, ὅ­πως τὸ ἤ­θε­λε ἐ­κεῖ­νος, δὲν εἶ­χε ρί­ξει ἁ­λά­τι οὔ­τε ρί­γα­νη οὔ­τε εἶ­χε στύ­ψει λε­μό­νι πά­νω ἀ­πὸ τὴ γυ­α­λι­στε­ρὴ ἐ­πι­φά­νεια μὲ τὸ λί­πος καὶ τὸ λά­δι. Ὁ φοῦρ­νος ἦ­ταν σβη­στός. Καὶ τό­σο κρύ­ος ὅ­σο τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό.

          Τὸ πο­τά­μι τὴν με­τέ­φε­ρε ἁ­πα­λὰ πρὸς τὰ δε­ξιά. Ἕ­να ζευ­γά­ρι του­ρι­στῶν ποὺ κοί­τα­ζαν τὰ νε­ρά, τὴν εἶ­δε. Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε μιὰ κραυ­γὴ καὶ ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὰ κου­στού­μια, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἄλ­λοι χω­ρίς, ἔ­στρε­ψαν τὰ πρό­σω­πά τους κα­τα­πά­νω της. Εὐ­χή­θη­κε νὰ μὴν τῆς εἶ­χε φύ­γει τὸ μέ­ι­καπ ποὺ κά­λυ­πτε τὴ χλω­μή της ὄ­ψη καὶ τῆς ἔ­δι­νε λί­γο χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα.

          Τὸ πλῆ­θος ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει καὶ νὰ τὴν δεί­χνει μὲ ἀ­πρέ­πεια. Τῆς θύ­μι­σε πῶς οὔρ­λια­ζε κι ἐ­κεῖ­νος τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ, πε­ρισ­σό­τε­ρο σὰν γαύ­γι­σμα λυσ­σα­σμέ­νου σκύ­λου, ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε ρά­ψει τὴν τρύ­πα στὴν κάλ­τσα του. Εἶ­χε δί­κιο νὰ ἐ­κνευ­ρι­στεῖ. Τῆς τὸ εἶ­χε πεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη, μὲ τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της, τὸ ξέ­χα­σε. Τοῦ ἔ­βα­λε ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, για­τί κα­τά­λα­βε ἀ­πὸ τὴ φω­νή του, ὅ­τι τὸ λα­ρύγ­γι του εἶ­χε στε­γνώ­σει. Τὸ ἅρ­πα­ξε καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε πά­νω της. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κό, μὲ τὴ θερ­μο­κρα­σί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Ἄρ­χι­σε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ τὰ ντου­λά­πια πί­σω της, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἠ­ρε­μοῦ­σε, θὰ κα­θό­ταν στὸν κα­να­πέ, θὰ ἔ­βλε­πε τη­λε­ό­ρα­ση καὶ θὰ ἀ­πο­κοι­μι­ό­ταν ὅ­πως ἔ­κα­νε τό­σες φο­ρές. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι δὲν τῆς πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λό, ὅ­τι θὰ ἄ­νοι­γε τὸ συρ­τά­ρι ποὺ φύ­λα­γε τὰ μα­χαί­ρια, θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ πιὸ κο­φτε­ρό, ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸ θε­ω­ρεῖ δι­κό της, τὸ μα­χαί­ρι ποὺ παίρ­νει μα­ζί της ἀ­κό­μη καὶ στὶς δι­α­κο­πὲς καὶ θὰ τὴν ἔ­σκι­ζε παν­τοῦ, μὲ τέ­τοι­α ἀ­κρί­βεια, ποὺ τῆς θύ­μι­σε τὶς χα­ρα­κι­ὲς ποὺ ἔ­κα­νε στὸ χοι­ρι­νὸ μπού­τι γιὰ νὰ βά­λει μέ­σα το ἀ­ρω­μα­τι­κό της βού­τυ­ρο μὲ δεν­τρο­λί­βα­νο καὶ θυ­μά­ρι.

          Αἰ­σθάν­θη­κε ἀ­δι­κη­μέ­νη, για­τὶ τὸν φρόν­τι­ζε τρί­α χρό­νια τώ­ρα μὲ ὅ­λη της τὴν ἀ­γά­πη. Τὸν φι­λοῦ­σε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ ἀ­ραί­ω­ναν τὰ μαλ­λιά του, τοῦ ἔ­φτια­χνε τὸν για­κά, τὸν χά­ι­δευ­ε ὅ­πο­τε κα­θό­ταν δί­πλα της. Συ­νή­θως ἐ­κεῖ πά­νω στὸν κα­να­πέ, βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση.

          Καὶ τώ­ρα, νὰ ποὺ πλέ­ει πά­νω στὸ κρύ­ο νε­ρό, σὰν νὰ βρί­σκε­ται στὴν κρου­α­ζι­έ­ρα ποὺ τῆς εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ. Ἐ­νο­χλεῖ­ται ποὺ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὴ γκρί­ζα ζα­κέ­τα ποὺ πο­τὲ δὲν φο­ρά­ει ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ καὶ ποὺ ἕ­να σω­ρὸ ἄ­γνω­στοι τὴ δεί­χνουν καὶ φω­νά­ζουν. Κά­νει τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει. Κα­μώ­νε­ται πὼς δὲν τοὺς βλέ­πει καὶ κοι­τά­ζει τὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­ναι κολ­λη­μέ­να καὶ ἀ­κού­νη­τα. Κα­θὼς ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει νὰ τὰ βά­φει ρὸζ καὶ βι­ο­λε­τιά, τῆς φαί­νε­ται ὅ­τι ὅ­λα ἡ­συ­χά­ζουν. Ὅ­τι ὁ μό­νος ἦ­χος ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι ὁ πα­φλα­σμὸς πά­νω στὸ σῶ­μα της. Ἕ­νας ρυθ­μὸς ἐ­πα­να­λη­πτι­κὸς καὶ σί­γου­ρος, ποὺ τὴν ἀ­να­κου­φί­ζει, κα­θὼς σι­γὰ-σι­γὰ τὸ πο­τά­μι τὴ σπρώ­χνει πρὸς τὴν ξη­ρά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Νά­για Κου­τρου­μά­νη
 (Ἀ­θή­να, 1963). Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α καὶ δι­α­φή­μι­ση στὸ Λον­δί­νο, καὶ ἀ­πὸ τὸ ’­91 δου­λεύ­ει στὴ δι­α­φή­μι­ση, στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ τμῆ­μα. Σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Δι­ευ­θύν­τρια στὴν ἑ­ται­ρεί­α J­NL+. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δύ­ο χρό­νια σπου­δά­ζει, μέ­σῳ I­n­t­e­r­n­et, στὸ O­p­en U­n­i­v­e­r­s­i­ty τῆς Ἀγ­γλί­ας, γιὰ τὴν ἀ­πό­κτη­ση δι­πλώ­μα­τος B­a­c­h­e­l­or στὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Πλα­νό­διον καὶ τὸ Books Journal καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Πλανόδιον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ‘14 καὶ Hotel Χά­ο­ς, ( Πα­τά­κη).



		

	

Φω­τει­νὴ Βα­σι­λο­πού­λου: Στὴν πυ­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα


basilopouloufoteini-stinpyratouerota-eikona-04


Φω­τει­νὴ Βα­σι­λο­πού­λου

Στὴν πυ­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα


E-Epsilon-SomataΙΧΑ ΣΚΟΠΙΜΑ δι­α­λέ­ξει τὸ μέ­ρος. Νά ’­χει θέ­α. Ἂν ἔ­βλε­πα νὰ περ­νά­ει κά­τι πιὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, κά­τι πιὸ ἀρ­σε­νι­κὸ καὶ πιὸ με­γά­λο, θὰ τὸν πα­ρα­τοῦ­σα σύ­ξυ­λο. Κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ σύ­ξυ­λο, για­τὶ πά­νω σὲ μιὰ στοί­βα μὲ ξύ­λα τὸ κά­να­με. Ἦ­ταν ἕ­να παι­χνί­δι ρό­λων στὸν τό­πο καὶ στὸν χρό­νο γιὰ νὰ το­νώ­σου­με τὴν ἐ­ρω­τι­κή μας ζω­ή. Πυ­ρά. Κυ­νή­γι μα­γισ­σῶν. Ρου­έν. Με­σαί­ω­νας.

       Ὁ καυ­τὸς ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κος ἥ­λιος μὲ εἶ­χε βα­ρέ­σει κα­τα­κού­τε­λα μα­ζὶ καὶ οἱ ἑ­φτὰ μαρ­γα­ρί­τες ποὺ εἶ­χα κα­τε­βά­σει, ἀλ­λὰ πῶς θέ­λε­τε νὰ φτια­χτῶ; Μὲ ἀ­λό­η βέ­ρα;

       Ὁ δι­κός μου εἶ­χες ἄ­γρι­ες ὀ­ρέ­ξεις. Ἔλ­πι­ζα νὰ μὴν τὸ πα­ρα­κά­νει μὲ τὸ ψη­στή­ρι καὶ γί­νω πα­ρα­νά­λω­μα τοῦ πυ­ρὸς σὰν πραγ­μα­τι­κὴ μά­γισ­σα, για­τὶ σὺν τοῖς ἄλ­λοις εἶ­μαι ὑ­πέρ­μα­χος τῆς ὠ­μο­φα­γί­ας. Καὶ ὄ­χι μό­νο. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔ­χω ἐ­γὼ τὸ πά­νω χέ­ρι. Γι’ αὐ­τὸ ἤ­μουν σκυμ­μέ­νη στὰ τέσ­σε­ρα καὶ μὲ τὰ δυ­ό μου χέ­ρια κρα­τοῦ­σα κλει­σμέ­να τὰ μά­τια του. Τοῦ τὰ ’­σφιγ­γα τό­σο πο­λύ —τὰ μά­τια πάν­τα— ποὺ τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα τοῦ φαί­νον­ταν αἰ­ῶ­νες. Οἱ πιὸ σκο­τει­νοὶ αἰ­ῶ­νες ποὺ εἶ­χε ζή­σει ἢ θὰ ζοῦ­σε πο­τέ. Για­τί δὲν νο­εῖ­ται Με­σαί­ω­νας χω­ρὶς ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι καὶ Σκο­τει­νοὺς Αἰ­ῶ­νες.

       Ἀλ­λὰ κι ἐ­γὼ εἶ­χα πιὸ ἄ­γρι­ες δι­α­θέ­σεις. Θὰ σὲ φά­ω, θὰ σὲ κα­τα­βρο­χθί­σω, τοῦ εἶ­πα ξε­κι­νών­τας τὰ προ­κα­ταρ­κτι­κά. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ ξε­κι­νῶ ἀ­πὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ κε­ραί­ας καὶ με­τὰ νὰ κα­τε­βαί­νω χα­μη­λά. Πο­λὺ χα­μη­λά. Ἡ πτώ­ση καὶ ὁ ἐ­ξευ­τε­λι­σμὸς μὲ φτιά­χνουν, μ’ ἀ­νε­βά­ζουν ψη­λά, πο­λὺ ψη­λά. Μέ­χρι κε­ραί­ας ξα­νά, τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χα ἐ­ξα­φα­νί­σει ἀ­πὸ ὥ­ρα. Για­τί ἐ­γώ, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὶς ἄλ­λες, ποὺ ἄλ­λα ὑ­πό­σχον­ται καὶ ἄλ­λα κά­νουν, κρα­τῶ τὸν λό­γο μου. Σὲ λί­γο, πα­ρὰ τὶς ἔν­το­μες δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες του, κα­τα­βρό­χθι­σα καὶ τὸν ὑ­πό­λοι­πο. Τὸ κε­φά­λι, τὰ φτε­ρά, τὸν θώ­ρα­κα, τὴν κοι­λιά. Ὅ­λα ἐ­κτὸς ἀπ’ τὸ κεν­τρί του. Μό­νο τὸ κεν­τρὶ του ἀ­πό­με­νε νὰ κου­νι­έ­ται μέ­σα μου.

       Μὴν κου­νι­έ­σαι μω­ρό μου, —κεν­τρί μου ἤ­θε­λα νὰ πῶ— τε­λει­ώ­νω. Ναί, ὅ­που νά ’­ναι τε­λει­ώ­νω. Μὴν κου­νι­έ­σαι! Δὲν πρό­κει­ται νὰ μοῦ ξε­φύ­γεις. Ἐ­ξάλ­λου, ἐ­σὺ ξε­κί­νη­σες τὴν κου­βέν­τα γιὰ ἀ­πο­γό­νους. Καὶ τό ’­ξε­ρες ὅ­τι γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη γε­νιὰ χρει­ά­ζο­μαι πρω­τε­ΐ­νες, μπό­λι­κες πρω­τε­ΐ­νες. Τί νὰ κά­νου­με; Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μοί­ρα τοῦ εἴ­δους μας. Δὲ φταί­ω ἐ­γὼ ποὺ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὠ­μο­φά­γος εἶ­μαι καὶ ὁ­μο­φά­γος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Τὸ πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ἡ για­γιά


08-buzzati-igiagia-mtf-apotaitalikap-fournarisl565-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ἡ για­γιά

«La nonna»


h-itta-somataΜΟΥΝ τριά­ντα τεσ­σά­ρων χρο­νῶν, ὅ­ταν ὁ φί­λος μου, Σορ­ντί­νο Ἐ­σκε­νά­ζυ, μὲ προ­σκά­λε­σε νὰ πε­ρά­σω τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο στὴ ἐ­ξο­χι­κή του κα­τοι­κί­α, στὴ λί­μνη Ὄρ­τα. Ἦ­ταν μιὰ με­γά­λη, πα­λαι­ϊ­κὴ βί­λα, ὅ­που το κα­λο­καί­ρι συγ­κεν­τρω­νό­ταν ὅ­λη ἡ με­γά­λη οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Ἐ­σκε­νά­ζυ.

       Μό­λις ἔ­φτα­σα ὁ φί­λος μου, ὁ Σορ­ντί­νο, μὲ συ­νό­δε­ψε στὸ δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ φρε­σκα­ρι­στῶ, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται νὰ λέ­γε­ται. Με­τὰ δέ­κα λέ­πτα βγῆ­κα γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σω τὴν πα­ρέ­α ἀ­πὸ κά­τω.

       Στὸ μα­κρὺ δι­ά­δρο­μο, ποὺ φω­τι­ζό­ταν ἀ­μυ­δρὰ —ἀ­φοῦ ἡ πυ­κνὴ βλά­στη­ση ἀ­πὸ τὰ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὰ φυ­τὰ ἔ­κρυ­βε τὰ πα­ρά­θυ­ρα—, ἐρ­χό­ταν πρὸς ἐ­μέ­να μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ κρα­τοῦ­σε στὸ χέ­ρι της ἕ­να στρογ­γυ­λὸ πα­κέ­το τυ­λιγ­μέ­νο μὲ μιὰ γα­λά­ζια κορ­δέ­λα. Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς πρά­σι­νης πο­διᾶς της τὴν πέ­ρα­σα στὴν ἀρ­χὴ γιὰ κα­μα­ρι­έ­ρα. Με­τὰ ὑ­πέ­θε­σα ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ φο­ρε­σιὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν συ­χνὰ στὴ ἐ­ξο­χὴ οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ ζοῦν στὴν κοι­λά­δα.

       Ἦ­ταν μιὰ με­λα­χρι­νὴ ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς. Θὰ χα­ρα­ζό­ταν βα­θιὰ στὴ μνή­μη μου τὸ αἰ­σθη­σια­κό της στό­μα μὲ τὸ πά­νω χεῖ­λος ἐ­λα­φριὰ ἀ­να­ση­κω­μέ­νο, ὅ­πως σὲ με­ρι­κὰ μω­ρὰ ἀ­πὸ τὸ τέν­τω­μα τοῦ νε­α­νι­κοῦ δέρ­μα­τος.

       Δὲν στα­μά­τη­σε ὅ­ταν συ­ναν­τη­θή­κα­με, ἀλ­λὰ βρά­δυ­νε τὸ βῆ­μα της καὶ μοῦ ἔ­ρι­ξε—μό­νο γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα—, ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ ὀ­λέ­θρια βλέ­μα­τα ποὺ σοῦ καῖ­νε τὰ σω­θι­κά.

       Ντρο­πα­λὸς ἀ­πὸ τὴ φύ­ση μου δὲν μπό­ρε­σα πα­ρὰ νὰ μουρ­μου­ρί­σω μιὰ «κα­λη­μέ­ρα». «Κα­λη­μέ­ρα», ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη χα­μο­γε­λών­τας, καὶ μὲ προ­σπέ­ρα­σε μό­λις ἀγ­γί­ζον­τάς με, δι­α­τη­ρών­τας πάν­τα ἐ­κεῖ­νο τὸ τρο­με­ρὸ βλέμ­μα.

       Κα­τέ­βη­κα στὸν κῆ­πο μὲ ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο προ­αί­σθη­μα ὅ­τι σὲ λί­γο, μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ τὸν ἄλ­λον τρό­πο, θὰ γνώ­ρι­ζα τὸ γο­η­τευ­τι­κὸ πλά­σμα· ἴ­σως ἄλ­λα­ζε ἡ ζω­ή μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νη στὸν κῆ­πο. Μὲ σύ­στη­σαν ἀ­μέ­σως στὴν οἰ­κο­δέ­σποι­να, τὴν για­γιὰ τοῦ Σορ­ντί­νο, μιὰ κυ­ρί­α πο­λὺ κομ­ψὴ πα­ρὰ τὴν προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α της. Μοῦ ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση τὸ στό­μα της, μα­ρα­μέ­νο πιὰ ἀ­πὸ ἀ­χτι­δω­τὲς ρυ­τί­δες, ἀλ­λὰ μὲ τὰ ση­μά­δια μιᾶς πα­λιᾶς ὀ­μορ­φιᾶς. Τὸ πά­νω χεῖ­λος εἶ­χε μιὰ ἀ­να­ση­κω­μέ­νη ἐ­λα­φριὰ πτυ­χή, σὰν νὰ ἀ­πο­κά­λυ­πτε ἕ­να χα­μό­γε­λο.

       «Μὰ γνω­ρι­ζό­μα­στε ἤ­δη!», ἦ­ταν τὰ πρῶ­τα λό­για της σ΄ ἕ­να ξέ­σπα­σμα χα­ρᾶς.

       Εἶ­πα ἀ­μή­χα­νος: «Δὲν θυ­μᾶ­μαι, κυ­ρί­α…»

       «Ἐ­γὼ θυ­μᾶ­μαι. Ναί, σὰν νὰ ἦ­ταν χθές… Τί νὰ σᾶς πῶ; Εἶ­στε θαῦ­μα! Θαῦ­μα! Που­λή­σα­τε τὴν ψυ­χή σας στὸ δι­ά­βο­λο, πα­ρα­δε­χτεῖ­τε το… Ὄ­χι, ὄ­χι, ἀ­στει­εύ­ο­μαι. Ἔ­χε­τε δί­κιο ποὺ μὲ κοι­τᾶ­τε ἔ­τσι. Φαν­τα­στεῖ­τε, πέ­ρα­σαν σχε­δὸν πε­νήν­τα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε… Δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ ἤ­σα­στε ἐ­σεῖς. Ἐ­σεῖς δὲν εἴ­χα­τε κὰν γεν­νη­θεῖ. Μὰ ἦ­ταν κά­ποι­ος σὰν ἐ­σᾶς, ὁ­λό­ι­διος, σᾶς τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι. Σκέ­φτο­μαι: δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας σας ἢ ἴ­σως ὁ παπ­πούς σας;»

       «Δὲν γνω­ρί­ζω, κυ­ρί­α. Τὸν πα­τέ­ρα μου τὸν ἔ­χα­σα ὅ­ταν ἤ­μουν ἀ­κό­μη μω­ρό… Κι ἔ­πει­τα ἐ­μεῖς ζού­σα­με στὴν Ὀλ­λαν­δί­α…»

       Ἐ­κεί­νη, σὰν νὰ μὴν εἶ­χε ἀ­κού­σει: «Καὶ θέ­λε­τε νὰ μά­θε­τε τὸ πιὸ ὡ­ραῖ­ο; Ἦ­ταν γιὰ μέ­να κά­τι σὰν κε­ραυ­νο­βό­λος ἔ­ρω­τας, ὅ­πως λέ­γα­νε τό­τε… Ποιός ξέ­ρει, ἂν δὲν εἶ­χε φύ­γει τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα… Θε­έ μου, πό­σο γο­η­τευ­τι­κὸς ἦ­ταν… Φυ­σι­κὰ δὲν τοῦ ἔ­δω­σα νὰ κα­τα­λά­βει τί­πο­τα. Φαν­τα­στεῖ­τε. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια. Μο­να­χὰ ἕ­να πράγ­μα: τὸ βρά­δυ, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρει, χω­ρὶς νὰ τοῦ πῶ λέ­ξη, τοῦ ἄ­φη­σα στὸ δω­μά­τιο ἕ­να γλυ­κό, μιὰ πορ­το­κα­λό­πι­τα. Φτι­αγ­μέ­νη εἰ­δι­κὰ γιὰ αὐ­τόν. Ἦ­ταν ἡ σπε­σι­α­λι­τέ μου…»

       Ἡ κου­βέν­τα κα­τέ­λη­ξε σὲ γε­νι­κὴ εὐ­θυ­μί­α. Ὡ­στό­σο μοῦ ἔ­μει­νε μιὰ πα­ρά­ξε­νη αἴ­σθη­ση, κά­τι σὰν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, κίν­δυ­νος, ἀ­να­στά­τω­ση. Καὶ δὲν τόλ­μη­σα νὰ ρω­τή­σω ποι­ά ἦ­ταν ἡ πα­νέ­μορ­φη νε­α­ρού­λα ποὺ εἶ­χα συ­ναν­τή­σει στὸ δι­ά­δρο­μο (για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά). Κι ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­νέ­βη­κα ξα­νὰ στὸ δω­μά­τιό μου, δὲν τόλ­μη­σα κὰν νὰ ἀ­νοί­ξω τὸ πα­κέ­το, τὸ τυ­λιγ­μέ­νο μὲ μιὰ γα­λά­ζια κορ­δέ­λα, ποὺ βρι­σκό­ταν πά­νω στὴ σι­φο­νι­έ­ρα (για­τί ἤ­ξε­ρα πὼς ἦ­ταν ἡ πορ­το­κα­λό­πι­τα, φτι­αγ­μέ­νη πε­νήν­τα χρό­νια πρίν).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.