Νάγια Κουτρουμάνη: Ἡ κρουαζιέρα


Νά­για Κου­τρου­μά­νη


Ἡ κρουαζιέρα


 ΗΛΙΟΣ ΕΔΥΕ καὶ σκέ­φτη­κε ὅ­τι εἶ­χε πε­ρά­σει πολ­λὲς ὧ­ρες κοι­τά­ζον­τας τὸν ἴ­διο οὐ­ρα­νό. Τὰ σύν­νε­φα δὲν κου­νι­όν­του­σαν κα­θό­λου. Εἶ­χαν μεί­νει κολ­λη­μέ­να στὸ τα­βά­νι, ἄλ­λα στρογ­γυ­λά, ἄλ­λα τε­τρά­γω­να, ἀ­πὸ τὸ πρω­ί. Ἦ­ταν ἡ ὥ­ρα ποὺ ἔ­κλει­ναν οἱ ἑ­ται­ρεῖ­ες καὶ κο­πά­δια κου­στου­μι­ῶν κα­τέ­βαι­ναν τὴν ὄ­χθη, σὰν μιὰ πο­λι­τι­κὴ συγ­κέν­τρω­ση πιγ­κου­ί­νων. Μπλὲ καὶ γκρὶ κου­στού­μια μὲ πο­λύ­χρω­μες γρα­βά­τες γύ­ρω ἀ­πὸ ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νους λαι­μοὺς ποὺ λα­χτα­ροῦ­σαν νὰ κα­τα­πιοῦν δρο­σε­ρὲς γου­λι­ὲς μπύ­ρας ἀ­πὸ τὰ πὰμπ τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Εἶ­χε κρύ­ο ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα καὶ οἱ ἀ­νά­σες τους ἔ­βγαι­ναν σὰν ξε­φυ­σή­μα­τα μι­κρῶν δρά­κων, ἑ­νώ­νον­ταν κά­που κά­τω ἀ­πὸ τὸ πη­γού­νι τους καὶ πέ­φτα­νε βα­ρι­ὲς πά­νω στὸν πά­γο ποὺ εἶ­χε μα­ζευ­τεῖ στὰ κιγ­κλι­δώ­μα­τα τῆς ὄ­χθης.

          Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα αὐ­τὰ ἐ­νῶ ἔ­πλε­ε ἀ­νά­σκε­λα πά­νω στὸ νε­ρό, τὸ ἕ­να χέ­ρι της μι­σο­βυ­θι­σμέ­νο καὶ χο­ρευ­τι­κὸ σὰ φτε­ρού­γα κύ­κνου, τὸ ἄλ­λο πι­α­σμέ­νο μέ­σα στὴ χον­τρή, μάλ­λι­νη ζα­κέ­τα, φυ­λα­κι­σμέ­νο ἀ­πὸ τὸ βρεγ­μέ­νο μαλ­λί, ἄ­βου­λο νὰ προ­βά­λει ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀν­τί­στα­ση. Τὰ ἔ­βλε­πε ὅ­λα ξε­κά­θα­ρα, για­τί τὰ μά­τια της ἦ­ταν ὁ­λά­νοι­χτα στὸ φῶς καὶ στὴν κί­νη­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν Τά­με­ση. Ἀλ­λὰ πα­ρ’ ὅ­λες τὶς εἰ­κό­νες καὶ τὰ χρώ­μα­τα, ἐ­κεί­νη σκε­φτό­ταν ὅ­τι δὲν εἶ­χε προ­λά­βει νὰ κά­νει τὶς δου­λει­ὲς τῆς Κυ­ρια­κῆς. Δὲν εἶ­χε βά­λει μπου­γά­δα, δὲν εἶ­χε τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ντου­λά­πια τῆς κου­ζί­νας, δὲν εἶ­χε τι­νά­ξει τὰ μα­ξι­λά­ρια τοῦ κα­να­πέ, δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὴ λε­κά­νη τῆς του­α­λέ­τας οὔ­τε εἶ­χε σφουγ­γα­ρί­σει τὸ πά­τω­μα. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ὅ­μως ἦ­ταν ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε μα­γει­ρέ­ψει. Δὲν εἶ­χε κα­θα­ρί­σει τὶς πα­τά­τες, δὲν τὶς εἶ­χε βά­λει προ­σε­κτι­κὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ μπού­τι τοῦ ἀρ­νιοῦ, ὅ­πως τὸ ἤ­θε­λε ἐ­κεῖ­νος, δὲν εἶ­χε ρί­ξει ἁ­λά­τι οὔ­τε ρί­γα­νη οὔ­τε εἶ­χε στύ­ψει λε­μό­νι πά­νω ἀ­πὸ τὴ γυ­α­λι­στε­ρὴ ἐ­πι­φά­νεια μὲ τὸ λί­πος καὶ τὸ λά­δι. Ὁ φοῦρ­νος ἦ­ταν σβη­στός. Καὶ τό­σο κρύ­ος ὅ­σο τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα πά­νω ἀ­πὸ τὸ νε­ρό.

          Τὸ πο­τά­μι τὴν με­τέ­φε­ρε ἁ­πα­λὰ πρὸς τὰ δε­ξιά. Ἕ­να ζευ­γά­ρι του­ρι­στῶν ποὺ κοί­τα­ζαν τὰ νε­ρά, τὴν εἶ­δε. Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε μιὰ κραυ­γὴ καὶ ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι οἱ ἄν­θρω­ποι μὲ τὰ κου­στού­μια, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μη καὶ οἱ ἄλ­λοι χω­ρίς, ἔ­στρε­ψαν τὰ πρό­σω­πά τους κα­τα­πά­νω της. Εὐ­χή­θη­κε νὰ μὴν τῆς εἶ­χε φύ­γει τὸ μέ­ι­καπ ποὺ κά­λυ­πτε τὴ χλω­μή της ὄ­ψη καὶ τῆς ἔ­δι­νε λί­γο χρῶ­μα στὰ μά­γου­λα.

          Τὸ πλῆ­θος ἐ­ξα­κο­λού­θη­σε νὰ οὐρ­λιά­ζει καὶ νὰ τὴν δεί­χνει μὲ ἀ­πρέ­πεια. Τῆς θύ­μι­σε πῶς οὔρ­λια­ζε κι ἐ­κεῖ­νος τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ, πε­ρισ­σό­τε­ρο σὰν γαύ­γι­σμα λυσ­σα­σμέ­νου σκύ­λου, ὅ­ταν εἶ­δε ὅ­τι δὲν τοῦ εἶ­χε ρά­ψει τὴν τρύ­πα στὴν κάλ­τσα του. Εἶ­χε δί­κιο νὰ ἐ­κνευ­ρι­στεῖ. Τῆς τὸ εἶ­χε πεῖ ἀ­πὸ τὴν προ­η­γού­με­νη ἑ­βδο­μά­δα, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη, μὲ τὴν ἀ­φη­ρη­μά­δα της, τὸ ξέ­χα­σε. Τοῦ ἔ­βα­λε ἕ­να πο­τή­ρι νε­ρό, για­τί κα­τά­λα­βε ἀ­πὸ τὴ φω­νή του, ὅ­τι τὸ λα­ρύγ­γι του εἶ­χε στε­γνώ­σει. Τὸ ἅρ­πα­ξε καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε πά­νω της. Σκέ­φτη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κό, μὲ τὴ θερ­μο­κρα­σί­α ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Ἄρ­χι­σε νὰ τα­κτο­ποι­εῖ τὰ ντου­λά­πια πί­σω της, μὲ τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι θὰ ἠ­ρε­μοῦ­σε, θὰ κα­θό­ταν στὸν κα­να­πέ, θὰ ἔ­βλε­πε τη­λε­ό­ρα­ση καὶ θὰ ἀ­πο­κοι­μι­ό­ταν ὅ­πως ἔ­κα­νε τό­σες φο­ρές. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι δὲν τῆς πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λό, ὅ­τι θὰ ἄ­νοι­γε τὸ συρ­τά­ρι ποὺ φύ­λα­γε τὰ μα­χαί­ρια, θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ πιὸ κο­φτε­ρό, ἐ­κεῖ­νο ποὺ τὸ θε­ω­ρεῖ δι­κό της, τὸ μα­χαί­ρι ποὺ παίρ­νει μα­ζί της ἀ­κό­μη καὶ στὶς δι­α­κο­πὲς καὶ θὰ τὴν ἔ­σκι­ζε παν­τοῦ, μὲ τέ­τοι­α ἀ­κρί­βεια, ποὺ τῆς θύ­μι­σε τὶς χα­ρα­κι­ὲς ποὺ ἔ­κα­νε στὸ χοι­ρι­νὸ μπού­τι γιὰ νὰ βά­λει μέ­σα το ἀ­ρω­μα­τι­κό της βού­τυ­ρο μὲ δεν­τρο­λί­βα­νο καὶ θυ­μά­ρι.

          Αἰ­σθάν­θη­κε ἀ­δι­κη­μέ­νη, για­τὶ τὸν φρόν­τι­ζε τρί­α χρό­νια τώ­ρα μὲ ὅ­λη της τὴν ἀ­γά­πη. Τὸν φι­λοῦ­σε στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ, ἐ­κεῖ ποὺ ἀ­ραί­ω­ναν τὰ μαλ­λιά του, τοῦ ἔ­φτια­χνε τὸν για­κά, τὸν χά­ι­δευ­ε ὅ­πο­τε κα­θό­ταν δί­πλα της. Συ­νή­θως ἐ­κεῖ πά­νω στὸν κα­να­πέ, βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση.

          Καὶ τώ­ρα, νὰ ποὺ πλέ­ει πά­νω στὸ κρύ­ο νε­ρό, σὰν νὰ βρί­σκε­ται στὴν κρου­α­ζι­έ­ρα ποὺ τῆς εἶ­χε ὑ­πο­σχε­θεῖ. Ἐ­νο­χλεῖ­ται ποὺ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη μὲ τὴ γκρί­ζα ζα­κέ­τα ποὺ πο­τὲ δὲν φο­ρά­ει ἐ­κτὸς σπι­τιοῦ καὶ ποὺ ἕ­να σω­ρὸ ἄ­γνω­στοι τὴ δεί­χνουν καὶ φω­νά­ζουν. Κά­νει τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ κά­νει. Κα­μώ­νε­ται πὼς δὲν τοὺς βλέ­πει καὶ κοι­τά­ζει τὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­ναι κολ­λη­μέ­να καὶ ἀ­κού­νη­τα. Κα­θὼς ὁ ἥ­λιος ἀρ­χί­ζει νὰ τὰ βά­φει ρὸζ καὶ βι­ο­λε­τιά, τῆς φαί­νε­ται ὅ­τι ὅ­λα ἡ­συ­χά­ζουν. Ὅ­τι ὁ μό­νος ἦ­χος ποὺ ἀ­κού­γε­ται εἶ­ναι ὁ πα­φλα­σμὸς πά­νω στὸ σῶ­μα της. Ἕ­νας ρυθ­μὸς ἐ­πα­να­λη­πτι­κὸς καὶ σί­γου­ρος, ποὺ τὴν ἀ­να­κου­φί­ζει, κα­θὼς σι­γὰ-σι­γὰ τὸ πο­τά­μι τὴ σπρώ­χνει πρὸς τὴν ξη­ρά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Νά­για Κου­τρου­μά­νη
 (Ἀ­θή­να, 1963). Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α καὶ δι­α­φή­μι­ση στὸ Λον­δί­νο, καὶ ἀ­πὸ τὸ ’­91 δου­λεύ­ει στὴ δι­α­φή­μι­ση, στὸ δη­μι­ουρ­γι­κὸ τμῆ­μα. Σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Δι­ευ­θύν­τρια στὴν ἑ­ται­ρεί­α J­NL+. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δύ­ο χρό­νια σπου­δά­ζει, μέ­σῳ I­n­t­e­r­n­et, στὸ O­p­en U­n­i­v­e­r­s­i­ty τῆς Ἀγ­γλί­ας, γιὰ τὴν ἀ­πό­κτη­ση δι­πλώ­μα­τος B­a­c­h­e­l­or στὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ Πλα­νό­διον καὶ τὸ Books Journal καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Πλανόδιον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι ‘14 καὶ Hotel Χά­ο­ς, ( Πα­τά­κη).



		

	

Φω­τει­νὴ Βα­σι­λο­πού­λου: Στὴν πυ­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα


basilopouloufoteini-stinpyratouerota-eikona-04


Φω­τει­νὴ Βα­σι­λο­πού­λου

Στὴν πυ­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα


E-Epsilon-SomataΙΧΑ ΣΚΟΠΙΜΑ δι­α­λέ­ξει τὸ μέ­ρος. Νά ’­χει θέ­α. Ἂν ἔ­βλε­πα νὰ περ­νά­ει κά­τι πιὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, κά­τι πιὸ ἀρ­σε­νι­κὸ καὶ πιὸ με­γά­λο, θὰ τὸν πα­ρα­τοῦ­σα σύ­ξυ­λο. Κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ σύ­ξυ­λο, για­τὶ πά­νω σὲ μιὰ στοί­βα μὲ ξύ­λα τὸ κά­να­με. Ἦ­ταν ἕ­να παι­χνί­δι ρό­λων στὸν τό­πο καὶ στὸν χρό­νο γιὰ νὰ το­νώ­σου­με τὴν ἐ­ρω­τι­κή μας ζω­ή. Πυ­ρά. Κυ­νή­γι μα­γισ­σῶν. Ρου­έν. Με­σαί­ω­νας.

       Ὁ καυ­τὸς ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κος ἥ­λιος μὲ εἶ­χε βα­ρέ­σει κα­τα­κού­τε­λα μα­ζὶ καὶ οἱ ἑ­φτὰ μαρ­γα­ρί­τες ποὺ εἶ­χα κα­τε­βά­σει, ἀλ­λὰ πῶς θέ­λε­τε νὰ φτια­χτῶ; Μὲ ἀ­λό­η βέ­ρα;

       Ὁ δι­κός μου εἶ­χες ἄ­γρι­ες ὀ­ρέ­ξεις. Ἔλ­πι­ζα νὰ μὴν τὸ πα­ρα­κά­νει μὲ τὸ ψη­στή­ρι καὶ γί­νω πα­ρα­νά­λω­μα τοῦ πυ­ρὸς σὰν πραγ­μα­τι­κὴ μά­γισ­σα, για­τὶ σὺν τοῖς ἄλ­λοις εἶ­μαι ὑ­πέρ­μα­χος τῆς ὠ­μο­φα­γί­ας. Καὶ ὄ­χι μό­νο. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔ­χω ἐ­γὼ τὸ πά­νω χέ­ρι. Γι’ αὐ­τὸ ἤ­μουν σκυμ­μέ­νη στὰ τέσ­σε­ρα καὶ μὲ τὰ δυ­ό μου χέ­ρια κρα­τοῦ­σα κλει­σμέ­να τὰ μά­τια του. Τοῦ τὰ ’­σφιγ­γα τό­σο πο­λύ —τὰ μά­τια πάν­τα— ποὺ τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα τοῦ φαί­νον­ταν αἰ­ῶ­νες. Οἱ πιὸ σκο­τει­νοὶ αἰ­ῶ­νες ποὺ εἶ­χε ζή­σει ἢ θὰ ζοῦ­σε πο­τέ. Για­τί δὲν νο­εῖ­ται Με­σαί­ω­νας χω­ρὶς ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι καὶ Σκο­τει­νοὺς Αἰ­ῶ­νες.

       Ἀλ­λὰ κι ἐ­γὼ εἶ­χα πιὸ ἄ­γρι­ες δι­α­θέ­σεις. Θὰ σὲ φά­ω, θὰ σὲ κα­τα­βρο­χθί­σω, τοῦ εἶ­πα ξε­κι­νών­τας τὰ προ­κα­ταρ­κτι­κά. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ ξε­κι­νῶ ἀ­πὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ κε­ραί­ας καὶ με­τὰ νὰ κα­τε­βαί­νω χα­μη­λά. Πο­λὺ χα­μη­λά. Ἡ πτώ­ση καὶ ὁ ἐ­ξευ­τε­λι­σμὸς μὲ φτιά­χνουν, μ’ ἀ­νε­βά­ζουν ψη­λά, πο­λὺ ψη­λά. Μέ­χρι κε­ραί­ας ξα­νά, τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χα ἐ­ξα­φα­νί­σει ἀ­πὸ ὥ­ρα. Για­τί ἐ­γώ, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὶς ἄλ­λες, ποὺ ἄλ­λα ὑ­πό­σχον­ται καὶ ἄλ­λα κά­νουν, κρα­τῶ τὸν λό­γο μου. Σὲ λί­γο, πα­ρὰ τὶς ἔν­το­μες δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες του, κα­τα­βρό­χθι­σα καὶ τὸν ὑ­πό­λοι­πο. Τὸ κε­φά­λι, τὰ φτε­ρά, τὸν θώ­ρα­κα, τὴν κοι­λιά. Ὅ­λα ἐ­κτὸς ἀπ’ τὸ κεν­τρί του. Μό­νο τὸ κεν­τρὶ του ἀ­πό­με­νε νὰ κου­νι­έ­ται μέ­σα μου.

       Μὴν κου­νι­έ­σαι μω­ρό μου, —κεν­τρί μου ἤ­θε­λα νὰ πῶ— τε­λει­ώ­νω. Ναί, ὅ­που νά ’­ναι τε­λει­ώ­νω. Μὴν κου­νι­έ­σαι! Δὲν πρό­κει­ται νὰ μοῦ ξε­φύ­γεις. Ἐ­ξάλ­λου, ἐ­σὺ ξε­κί­νη­σες τὴν κου­βέν­τα γιὰ ἀ­πο­γό­νους. Καὶ τό ’­ξε­ρες ὅ­τι γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη γε­νιὰ χρει­ά­ζο­μαι πρω­τε­ΐ­νες, μπό­λι­κες πρω­τε­ΐ­νες. Τί νὰ κά­νου­με; Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μοί­ρα τοῦ εἴ­δους μας. Δὲ φταί­ω ἐ­γὼ ποὺ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὠ­μο­φά­γος εἶ­μαι καὶ ὁ­μο­φά­γος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Τὸ πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Ἡ για­γιά


08-buzzati-igiagia-mtf-apotaitalikap-fournarisl565-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Ἡ για­γιά

«La nonna»


h-itta-somataΜΟΥΝ τριά­ντα τεσ­σά­ρων χρο­νῶν, ὅ­ταν ὁ φί­λος μου, Σορ­ντί­νο Ἐ­σκε­νά­ζυ, μὲ προ­σκά­λε­σε νὰ πε­ρά­σω τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο στὴ ἐ­ξο­χι­κή του κα­τοι­κί­α, στὴ λί­μνη Ὄρ­τα. Ἦ­ταν μιὰ με­γά­λη, πα­λαι­ϊ­κὴ βί­λα, ὅ­που το κα­λο­καί­ρι συγ­κεν­τρω­νό­ταν ὅ­λη ἡ με­γά­λη οἰ­κο­γέ­νεια τῶν Ἐ­σκε­νά­ζυ.

       Μό­λις ἔ­φτα­σα ὁ φί­λος μου, ὁ Σορ­ντί­νο, μὲ συ­νό­δε­ψε στὸ δω­μά­τιό μου γιὰ νὰ φρε­σκα­ρι­στῶ, ὅ­πως συ­νη­θί­ζε­ται νὰ λέ­γε­ται. Με­τὰ δέ­κα λέ­πτα βγῆ­κα γιὰ νὰ συ­ναν­τή­σω τὴν πα­ρέ­α ἀ­πὸ κά­τω.

       Στὸ μα­κρὺ δι­ά­δρο­μο, ποὺ φω­τι­ζό­ταν ἀ­μυ­δρὰ —ἀ­φοῦ ἡ πυ­κνὴ βλά­στη­ση ἀ­πὸ τὰ ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κὰ φυ­τὰ ἔ­κρυ­βε τὰ πα­ρά­θυ­ρα—, ἐρ­χό­ταν πρὸς ἐ­μέ­να μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ποὺ κρα­τοῦ­σε στὸ χέ­ρι της ἕ­να στρογ­γυ­λὸ πα­κέ­το τυ­λιγ­μέ­νο μὲ μιὰ γα­λά­ζια κορ­δέ­λα. Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς πρά­σι­νης πο­διᾶς της τὴν πέ­ρα­σα στὴν ἀρ­χὴ γιὰ κα­μα­ρι­έ­ρα. Με­τὰ ὑ­πέ­θε­σα ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ φο­ρε­σιὰ ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν συ­χνὰ στὴ ἐ­ξο­χὴ οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ ζοῦν στὴν κοι­λά­δα.

       Ἦ­ταν μιὰ με­λα­χρι­νὴ ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς ὀ­μορ­φιᾶς. Θὰ χα­ρα­ζό­ταν βα­θιὰ στὴ μνή­μη μου τὸ αἰ­σθη­σια­κό της στό­μα μὲ τὸ πά­νω χεῖ­λος ἐ­λα­φριὰ ἀ­να­ση­κω­μέ­νο, ὅ­πως σὲ με­ρι­κὰ μω­ρὰ ἀ­πὸ τὸ τέν­τω­μα τοῦ νε­α­νι­κοῦ δέρ­μα­τος.

       Δὲν στα­μά­τη­σε ὅ­ταν συ­ναν­τη­θή­κα­με, ἀλ­λὰ βρά­δυ­νε τὸ βῆ­μα της καὶ μοῦ ἔ­ρι­ξε—μό­νο γιὰ λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα—, ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ ὀ­λέ­θρια βλέ­μα­τα ποὺ σοῦ καῖ­νε τὰ σω­θι­κά.

       Ντρο­πα­λὸς ἀ­πὸ τὴ φύ­ση μου δὲν μπό­ρε­σα πα­ρὰ νὰ μουρ­μου­ρί­σω μιὰ «κα­λη­μέ­ρα». «Κα­λη­μέ­ρα», ἔ­κα­νε ἐ­κεί­νη χα­μο­γε­λών­τας, καὶ μὲ προ­σπέ­ρα­σε μό­λις ἀγ­γί­ζον­τάς με, δι­α­τη­ρών­τας πάν­τα ἐ­κεῖ­νο τὸ τρο­με­ρὸ βλέμ­μα.

       Κα­τέ­βη­κα στὸν κῆ­πο μὲ ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο προ­αί­σθη­μα ὅ­τι σὲ λί­γο, μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ τὸν ἄλ­λον τρό­πο, θὰ γνώ­ρι­ζα τὸ γο­η­τευ­τι­κὸ πλά­σμα· ἴ­σως ἄλ­λα­ζε ἡ ζω­ή μου ὁ­ρι­στι­κά.

       Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια ἦ­ταν μα­ζε­μέ­νη στὸν κῆ­πο. Μὲ σύ­στη­σαν ἀ­μέ­σως στὴν οἰ­κο­δέ­σποι­να, τὴν για­γιὰ τοῦ Σορ­ντί­νο, μιὰ κυ­ρί­α πο­λὺ κομ­ψὴ πα­ρὰ τὴν προ­χω­ρη­μέ­νη ἡ­λι­κί­α της. Μοῦ ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση τὸ στό­μα της, μα­ρα­μέ­νο πιὰ ἀ­πὸ ἀ­χτι­δω­τὲς ρυ­τί­δες, ἀλ­λὰ μὲ τὰ ση­μά­δια μιᾶς πα­λιᾶς ὀ­μορ­φιᾶς. Τὸ πά­νω χεῖ­λος εἶ­χε μιὰ ἀ­να­ση­κω­μέ­νη ἐ­λα­φριὰ πτυ­χή, σὰν νὰ ἀ­πο­κά­λυ­πτε ἕ­να χα­μό­γε­λο.

       «Μὰ γνω­ρι­ζό­μα­στε ἤ­δη!», ἦ­ταν τὰ πρῶ­τα λό­για της σ΄ ἕ­να ξέ­σπα­σμα χα­ρᾶς.

       Εἶ­πα ἀ­μή­χα­νος: «Δὲν θυ­μᾶ­μαι, κυ­ρί­α…»

       «Ἐ­γὼ θυ­μᾶ­μαι. Ναί, σὰν νὰ ἦ­ταν χθές… Τί νὰ σᾶς πῶ; Εἶ­στε θαῦ­μα! Θαῦ­μα! Που­λή­σα­τε τὴν ψυ­χή σας στὸ δι­ά­βο­λο, πα­ρα­δε­χτεῖ­τε το… Ὄ­χι, ὄ­χι, ἀ­στει­εύ­ο­μαι. Ἔ­χε­τε δί­κιο ποὺ μὲ κοι­τᾶ­τε ἔ­τσι. Φαν­τα­στεῖ­τε, πέ­ρα­σαν σχε­δὸν πε­νήν­τα χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε… Δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ ἤ­σα­στε ἐ­σεῖς. Ἐ­σεῖς δὲν εἴ­χα­τε κὰν γεν­νη­θεῖ. Μὰ ἦ­ταν κά­ποι­ος σὰν ἐ­σᾶς, ὁ­λό­ι­διος, σᾶς τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι. Σκέ­φτο­μαι: δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας σας ἢ ἴ­σως ὁ παπ­πούς σας;»

       «Δὲν γνω­ρί­ζω, κυ­ρί­α. Τὸν πα­τέ­ρα μου τὸν ἔ­χα­σα ὅ­ταν ἤ­μουν ἀ­κό­μη μω­ρό… Κι ἔ­πει­τα ἐ­μεῖς ζού­σα­με στὴν Ὀλ­λαν­δί­α…»

       Ἐ­κεί­νη, σὰν νὰ μὴν εἶ­χε ἀ­κού­σει: «Καὶ θέ­λε­τε νὰ μά­θε­τε τὸ πιὸ ὡ­ραῖ­ο; Ἦ­ταν γιὰ μέ­να κά­τι σὰν κε­ραυ­νο­βό­λος ἔ­ρω­τας, ὅ­πως λέ­γα­νε τό­τε… Ποιός ξέ­ρει, ἂν δὲν εἶ­χε φύ­γει τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα… Θε­έ μου, πό­σο γο­η­τευ­τι­κὸς ἦ­ταν… Φυ­σι­κὰ δὲν τοῦ ἔ­δω­σα νὰ κα­τα­λά­βει τί­πο­τα. Φαν­τα­στεῖ­τε. Ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια. Μο­να­χὰ ἕ­να πράγ­μα: τὸ βρά­δυ, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρει, χω­ρὶς νὰ τοῦ πῶ λέ­ξη, τοῦ ἄ­φη­σα στὸ δω­μά­τιο ἕ­να γλυ­κό, μιὰ πορ­το­κα­λό­πι­τα. Φτι­αγ­μέ­νη εἰ­δι­κὰ γιὰ αὐ­τόν. Ἦ­ταν ἡ σπε­σι­α­λι­τέ μου…»

       Ἡ κου­βέν­τα κα­τέ­λη­ξε σὲ γε­νι­κὴ εὐ­θυ­μί­α. Ὡ­στό­σο μοῦ ἔ­μει­νε μιὰ πα­ρά­ξε­νη αἴ­σθη­ση, κά­τι σὰν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, κίν­δυ­νος, ἀ­να­στά­τω­ση. Καὶ δὲν τόλ­μη­σα νὰ ρω­τή­σω ποι­ά ἦ­ταν ἡ πα­νέ­μορ­φη νε­α­ρού­λα ποὺ εἶ­χα συ­ναν­τή­σει στὸ δι­ά­δρο­μο (για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε πιά). Κι ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­νέ­βη­κα ξα­νὰ στὸ δω­μά­τιό μου, δὲν τόλ­μη­σα κὰν νὰ ἀ­νοί­ξω τὸ πα­κέ­το, τὸ τυ­λιγ­μέ­νο μὲ μιὰ γα­λά­ζια κορ­δέ­λα, ποὺ βρι­σκό­ταν πά­νω στὴ σι­φο­νι­έ­ρα (για­τί ἤ­ξε­ρα πὼς ἦ­ταν ἡ πορ­το­κα­λό­πι­τα, φτι­αγ­μέ­νη πε­νήν­τα χρό­νια πρίν).


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος: Τσά­ι ἢ κά­τι ἄλ­λο


marinosdionysis-tsaiikatiallo-eikona-02b


Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος


Τσά­ι ἢ κά­τι ἄλ­λο


05-OmikronΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ 8ης τά­ξε­ως Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ δὲν ἄρ­γη­σε νὰ φτά­σει στὴν ἥτ­τα του· κα­νεὶς δὲν ἀρ­γεῖ. Ἐ­πὶ τριά­ντα συ­να­πτὰ ἔ­τη ἐ­ξύ­φαι­νε τὶς ἐ­πι­θυ­μί­ες του στὴ σκό­νη νο­μαρ­χια­κῶν χαρ­τι­ῶν, ὑ­πη­ρε­σια­κῶν δελ­τα­ρί­ων, πρω­το­κολ­λη­μέ­νων ἐγ­γρά­φων, δι­οι­κη­τι­κῶν πρά­ξε­ων καὶ πει­θαρ­χι­κῶν ἀ­πο­φά­σε­ων τοῦ δι­οι­κη­τι­κοῦ συμ­βου­λί­ου·  τὶς νύ­χτες ξή­λω­νε τὰ πάν­τα. Ἡ αἴ­σθη­ση τῆς κου­ρα­σμέ­νης ὑ­πο­τα­γῆς ποὺ στρο­βι­λι­ζό­ταν στὶς συ­ζη­τή­σεις του στὸ γρα­φεῖ­ο, μὲ συ­να­δέλ­φους πα­ρα­ζα­λι­σμέ­νους καὶ ἀ­κραιφ­νῶς εὐ­πει­θεῖς, στὴ φει­δω­λὴ γο­η­τεί­α τοῦ κα­φὲ «Μα­γι­κὸ Λυ­χνά­ρι» γι­νό­ταν μιὰ φορ­τι­σμέ­νη στιγ­μὴ ἐγ­γύ­τη­τας μὲ ἀν­θρώ­πους ἄλ­λης ὑ­φῆς. Πο­τέ του δὲν ἔ­γρα­ψε κά­τι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ δι­οι­κη­τι­κὲς πα­ραγ­γε­λί­ες καὶ γνω­μο­δο­τή­σεις τοῦ ἀ­νώ­τα­του γρα­φεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­νας γρα­φιὰς δί­χως νὰ γρά­φει. Τὸ χέ­ρι του κυ­λοῦ­σε πά­νω στὶς στε­γνὲς λέ­ξεις τῆς ὑ­παλ­λη­λι­κῆς δι­α­λέ­κτου μὲ τρό­πο ἀ­νί­σκιο καὶ πι­κρό. Πί­νον­τας κο­νιὰκ καὶ κά­ποι­ες φο­ρὲς βότ­κα σὲ ψη­λὸ πο­τή­ρι, ξε­κο­κά­λι­ζε τὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ «Ξυ­πνη­τή­ρι», «Θε­α­τής», «Μό­σχα» καὶ «Θραύ­σμα­τα» ποὺ μό­νο στὸ «Μα­γι­κὸ Λυ­χνά­ρι» μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ κα­νεὶς ἐ­κεῖ­νες τὶς ἡ­μέ­ρες. Ζοῦ­σε διὰ τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Μὲ τὸν και­ρὸ ἔ­γι­νε ἄ­ξιος καρ­πω­τὴς ἱ­στο­ρι­ῶν ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζε πὼς συ­νέ­βαι­ναν στὴν πό­λη του. Πό­λη βα­ριὰ κι ἀ­ναμ­μέ­νη σὰν μαγ­κά­λι. Τὸ πρω­ὶ κα­θό­ταν πά­λι στὸ γρα­φεῖ­ο του καὶ βου­τοῦ­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα τὴν κρα­τι­κὴ σφρα­γί­δα στὸ με­λά­νι·  τὴν ἔ­πνι­γε.

       Τί­πο­τα δὲν θὰ ἄλ­λα­ζε τὴ γε­ω­με­τρί­α τῆς ζω­ῆς του, ἂν ἐ­κεῖ­νο τὸ χει­μώ­να τοῦ 1897 δὲν τύ­χαι­νε νὰ γνω­ρί­σει τὸν Ἄν­τον Τσέ­χωφ γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο τό­σα πολ­λὰ εἶ­χε ἀ­κού­σει καὶ δι­α­βά­σει. Τὸ πυ­κνὸ μού­σι, τὰ θο­λὰ μα­το­γυά­λια, τὸ τσίμ­πη­μα θλί­ψης στὰ μά­τια, ἐ­κεῖ­νος ὁ λε­πτο­φυ­ὴς κόμ­πος τοῦ πα­πι­γιόν·  ὅ­λα, ὅ­λα πά­νω σε αὐ­τὸν τὸν ἄν­δρα ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να γιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση. Τὰ δα­χτυ­λί­δια τῶν μαλ­λι­ῶν του στὸ μέ­τω­πο ποὺ κα­τά­φερ­ναν νὰ ξε­φεύ­γουν δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­να ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν φο­ροῦ­σε τὸ κα­πέ­λο του, τὸ κο­λά­ρο τοῦ που­κα­μί­σου πάν­το­τε κα­θα­ρὸ καὶ στη­τὸ σὰν ὁ­δό­φραγ­μα ἀ­να­πνο­ῆς. Ὁ λε­πτὸς καὶ εὐ­γε­νὴς τρό­πος τῆς ὁ­μι­λί­ας του. «Λοι­πόν, για­τρὲ ἐ­σεῖς τί λέ­τε;», «Μά, κα­λέ μου Πε­τρού­σκα οἱ ἄν­θρω­ποι δὲν προ­σέ­χουν ἂν εἶ­ναι χει­μώ­νας ἢ κα­λο­καί­ρι, ὅ­ταν εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι». Ή, ἄλ­λες φο­ρές, ἔ­γερ­νε πρὸς τὸ συ­νο­μι­λη­τή του καὶ μ’ ἕ­να ρί­γος πί­στης ἀ­πο­φαι­νό­ταν: «Δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τε και­νούρ­γιο στὴν τέ­χνη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὸ τα­λέν­το».

       Πο­τὲ ἄλ­λο­τε τὸ φορ­τί­ο τοῦ γρα­φεί­ου δὲν φά­νη­κε στὸν Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ τό­σο ἐν­θαρ­ρυν­τι­κό. Βρι­σκό­ταν μο­νί­μως σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­γρή­γορ­σης. Ἕ­να ἡ­λι­ο­τρό­πιο σὲ ἄν­θη­ση.

       Μά, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ – ἄχ, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ. Τί­πο­τα δὲν ἦ­ταν ὅ­πως τὶς ἄλ­λες φο­ρές. Τὸ σῶ­μα τοῦ Τσέ­χωφ εἶ­χε κά­τι τὸ ἀ­πο­πεμ­πτι­κό – μιὰ κλί­ση τοῦ κε­φα­λιοῦ του πρὸς τὰ δε­ξιὰ ἔ­δι­νε στὰ μά­τια καὶ τὸ στό­μα τοῦ μιὰ αἴ­σθη­ση ἐ­πεί­γον­τος. Λὲς καὶ κά­τι βα­θιὰ δι­α­νο­η­τι­κὸ τὸν βα­σά­νι­ζε καὶ τὸν μα­δοῦ­σε. Τὰ χέ­ρια τρί­φτη­καν πά­νω στὸ λε­πτὸ ὕ­φα­σμα τοῦ παν­τε­λο­νιοῦ. Ἡ ἀ­νά­σα του σκαρ­φά­λω­νε στὸ γι­λέ­κο μὲ δυ­σκο­λί­α. Σχε­δὸν πνι­γό­ταν. Καὶ τό­τε κοι­τών­τας τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ «Μα­γι­κοῦ Λυ­χνα­ριοῦ» μὲ τὶς τρα­βηγ­μέ­νες μὸβ κουρ­τί­νες γύ­ρι­σε πρὸς τὸν δύ­στυ­χο Ἐ­φραίμ, πρώ­τη φο­ρὰ τὸ ἔ­κα­νε αὐ­τό, καὶ τοῦ εἶ­πε συ­νω­μο­τι­κά: «Τί ὑ­πέ­ρο­χος και­ρὸς σή­με­ρα! Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­πο­φα­σί­σω: νὰ φτιά­            ξω τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στῶ;».

       Στὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς γιὰ τὸ σπί­τι ὁ Ἐ­φραὶμ Γκριγ­κό­ρι­ε­βιτς Φε­ζέν­κοφ ἔ­νι­ω­θε τὸ φορ­τί­ο τῆς σάρ­κας του νὰ βα­ραί­νει κά­θε του βῆ­μα. Οἱ φτε­λι­ὲς ἔ­στελ­ναν ἀ­ρώ­μα­τα ἄ­νοι­ξης, τὸ φεγ­γά­ρι μουρ­μού­ρι­ζε, οἱ σκι­ὲς ἔ­πε­φταν σὰν βρεγ­μέ­να φύλ­λα·  ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πέ­ρο­χος και­ρός. Πό­σο ἀ­λη­θι­νὰ ὑ­πέ­ρο­χος. Μά, καὶ πό­σο κομ­ψὸ εἶ­ναι νὰ τυ­ραν­νι­έ­ται κα­νεὶς ἀ­πὸ τέ­τοι­α δι­λήμ­μα­τα. Ἐ­κεῖ­νο ἢ τὸ ἄλ­λο; Μπρὸς ἢ πί­σω; Ἐ­λεύ­θε­ρος ἢ μή­πως…

       Ὁ Ἐ­φραὶμ δὲν εἶ­χε πο­τέ του δι­λήμ­μα­τα. Οὔ­τε καὶ τώ­ρα. Ὁ δι­κός του δρό­μος ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­νος χω­ρὶς ἐ­πι­στρο­φή. Κον­το­στά­θη­κε κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν φα­νο­στά­τη, σκού­πι­σε τὸν ἱ­δρω­μέ­νο αὐ­χέ­να του μὲ τὸ μαν­τί­λι του καὶ αἴφ­νης συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πὼς πο­τὲ στὴ ζω­ή του δὲν εἶ­χε πι­εῖ γου­λιὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ μαυ­ρο­ζού­μι ποὺ οἱ ἄλ­λοι μὲ χά­ρη πε­ρί­με­ναν νὰ βρά­σει στὸ σα­μο­βά­ρι. Τὸ λοι­πόν: νὰ φτιά­ξει τσά­ι ἢ νὰ κρε­μα­στεῖ; Πό­σο εὔ­κο­λο ἦ­ταν νὰ ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­ταν ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ σπι­τιοῦ του, πέ­τα­ξε τὸ σα­κά­κι του στὸ πά­τω­μα καὶ ἔ­λυ­σε τὸν κόμ­πο τοῦ πα­πι­γιόν του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δι­ο­νύ­σης Μα­ρί­νος (Ἀθήνα, 1971). Ἐργάζεται ὡς δημοσιογράφος καὶ ἔχει ἐκδώσει δύο μυθιστορήματα: Χαμένα κορμιά (ἐκδ. Τετράγωνο) καὶ Τελευ­ταί­α πόλη (ἐκδ. Γα­βρι­ηλίδης).



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Κυ­πα­ρίσ­σια


04-buzzati-kyparissia-mtf-apotaitalikap-fournarisl319-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Κυ­πα­ρίσ­σια

(Cipressi)


08-Epsilon-603px-Barcley_custom_corsetsE_svgΧΩ ΤΗΝ ΤΥΧΗ νὰ εἶ­μαι ἰ­δι­ο­κτή­της ἑ­νὸς ὑ­πέ­ρο­χου κή­που μὲ δέν­δρα σὲ στὺλ 18ου αἰ­ώ­να —ὄ­χι με­γά­λου, ἀλ­λὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κῆς ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς—, ποὺ μοιά­ζει μὲ τὸν κῆ­πο τοῦ Νεγ­κράρ, πά­νω ἀ­πὸ τὴν Βε­ρό­να. Δυ­ὸ μο­νο­πά­τια τοῦ κή­που εἶ­ναι χα­ραγ­μέ­να πά­νω σε ἀ­πό­το­μη ἀ­νη­φο­ριὰ μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ ἡ τε­λευ­ταί­α γραμ­μὴ τοῦ λι­βα­διοῦ ται­ριά­ζει ἀ­κρι­βῶς μὲ τὸν μα­κρι­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα τοῦ φρά­χτη τοῦ Λε­ο­πάρ­ντι. Τὰ μο­νο­πά­τια πλαι­σι­ώ­νον­ται, κι ἀπ΄ τὶς δυ­ὸ πλευ­ρές, ἀ­πὸ πα­ρά­ξε­να κυ­πα­ρίσ­σια ποὺ ὁ κη­που­ρός, προ­φα­νῶς ἀ­πὸ μό­νος του, τὰ ὀ­νό­μα­σε «τε­ρα­τό­μορ­φα». Ἀν­τὶ νὰ ὀρ­θώ­νον­ται στη­τὰ καὶ συμ­πα­γῆ σὰν λαμ­πά­δες, ἀ­πὸ ἕ­να ση­μεῖ­ο καὶ με­τὰ βγά­ζουν πα­ρά­ξε­νες δι­α­κλα­δώ­σεις ποὺ τοὺς δί­νουν ἐκ­πλη­κτι­κὰ πε­ρι­γράμ­μα­τα: ἀν­θρώ­πι­νες μορ­φές, κου­κου­βά­γι­ες, ἱπ­πό­καμ­ποι, ἄγ­γε­λοι, δρά­κοι, φαν­τά­σμα­τα. Λοι­πόν, ἕ­να βρά­δυ πρὶν ἀ­πὸ ἑ­πτὰ χρό­νια, κα­θὼς περ­νοῦ­σα μο­να­χός μου ἀ­πὸ ἕ­να ἀπ΄ τὰ μο­νο­πά­τια, σή­κω­σα τὰ μά­τια μου κι ἀ­να­τρί­χια­σα κα­θὼς ἀ­να­γνώ­ρι­σα, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν κυ­πα­ρισ­σι­ῶν ποὺ φω­τι­ζό­ταν ἀπ΄ τὸ στερ­νὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου, τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ ἑ­νὸς ἀ­πὸ τοὺς ἀ­γα­πη­μέ­νους μου φί­λους ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει πρό­σφα­τα. Ὀ­πτι­κὴ ἀ­πά­τη; Αὐ­θυ­πο­βο­λὴ ποὺ προ­κα­λεῖ­ται, ἕ­νας θε­ὸς ξέ­ρει, ἀ­πὸ ποι­ό ἐ­ρέ­θι­σμα τοῦ ἀ­συ­νει­δή­του; Γιὰ νὰ δι­α­ψεύ­σω τὴν πρώ­τη ἐν­τύ­πω­ση, κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ χα­ρού­με­νη, με­τα­κι­νή­θη­κα με­ρι­κὰ μέ­τρα καὶ ξα­να­κοί­τα­ξα τὸ κυ­πα­ρίσ­σι. Ἀλ­λὰ ἡ τα­ρα­χή μου πα­ρέ­μει­νε ἴ­δια. Τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ φί­λο μου, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔ­τσι, ἔ­βλε­πα τὴν πλά­τη καὶ τὸ σβέρ­κο, ἀ­πὸ κά­τω πρὸς τὰ πά­νω· καὶ ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­τη.

       Μή­πως γερ­νά­ω; Μὲ τὸν και­ρὸ κι ἄλ­λα πρά­σι­να, ἀν­θρώ­πι­να ὁ­μοι­ώ­μα­τα σχη­μα­τί­στη­καν στὶς κορ­φὲς τῶν κυ­πα­ρισ­σι­ῶν· κα­θέ­να πῆ­ρε τὸ σχῆ­μα, τὴν ἔκ­φρα­ση, μέ­χρι καὶ τὴ μορ­φὴ φί­λων ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ χα­θῆ­καν. Ἤ­δη ἀ­να­γνω­ρί­ζω ὀ­χτώ. Τώ­ρα πιὰ δὲ μὲ φο­βί­ζουν· κά­θε ἄλ­λο: τὴ νύ­χτα, ὅ­ταν κοι­μᾶ­μαι στὴν κον­τι­νὴ βί­λα, ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι μὲ φυ­λᾶ­νε σὰν πι­στοὶ φύ­λα­κες. Τὶς μέ­ρες ποὺ φυ­σά­ει τοὺς κοι­τά­ζω πολ­λὴ ὥ­ρα: λι­κνί­ζον­ται, ὅ­λοι μα­ζί, καρ­τε­ρι­κά, σὲ κά­θε ρι­πὴ τοῦ ἀ­νέ­μου. Καὶ γέρ­νον­τας τὸ κε­φά­λι ἀ­πὸ τὴ μιὰ με­ριά, ὅ­λοι μα­ζί, μοιά­ζει νὰ θέ­λουν νὰ μοῦ ποῦν: «Ἐμ­πρός, κου­ρά­γιο, για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι κι ἐ­σύ;»


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Δήμητρα Παναγιωτοπούλου: Ὁ κύριος και ἡ κυρία Δοτική

panagiotopouloudimitra-okyrioskaiikyriadotiki-eikona-01 


Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου


Ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α Δο­τι­κὴ


01-thitaΑ ΗΤΑΝ ἕ­να ὄ­μορ­φο ζευ­γά­ρι σί­γου­ρα, ὁ κύ­ριος καὶ ἡ κυ­ρί­α Δο­τι­κή. Θὰ ζοῦ­σαν σ’ ἕ­ναν πα­ρα­μυ­θέ­νιο πύρ­γο στὴ βό­ρεια Εὐ­ρώ­πη. Θ’ ἀ­σφά­λι­ζαν μὲ σι­δε­ρέ­νιο κλει­δὶ τὴ μυ­στι­κὴ πορ­τού­λα ποὺ θὰ ἕ­νω­νε τὰ δω­μά­τιά τους. Στὸ χώ­ρι­σμα ἐ­κεί­νη θὰ στοί­βα­ζε ὅ­λα τα βι­βλί­α ποὺ δι­ά­βα­σε τὰ ἑ­κα­τὸ χρό­νια ποὺ ζοῦ­σαν μα­ζί. Ἐ­κεῖ­νος θὰ στρί­μω­χνε ἀ­π’ τὴ με­ριά του στὸ πέ­ρα­σμα τῆς μυ­στι­κῆς τους ἕ­νω­σης ὅ­λες τὶς γλά­στρες του μὲ ἀ­ρω­μα­τι­κὰ φυ­τά. Θὰ ἀ­γα­ποῦ­σαν κι δυ­ὸ τοὺς μο­να­χι­κοὺς πε­ρι­πά­τους σὲ ἄλ­ση μὲ λεῦ­κες, τὶς πτώ­σεις μὲ ἀ­λε­ξί­πτω­το στὰ πα­γω­μέ­να νε­ρὰ τῆς Βαλ­τι­κῆς καὶ τὶς ἄλ­λες πτώ­σεις, ὅ­ταν τὸ οὐ­σι­α­στι­κὸ κα­τρα­κυ­λᾶ μέ­χρι ποὺ γί­νε­ται ἀν­τί­λα­λος σ’ ἕ­να βα­θὺ πη­γά­δι· τό­τε ποὺ σὲ τρο­μά­ζει ἡ φω­νή σου ὅ­ταν μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη μέ­ρα τοῦ χει­μώ­να σκύ­βεις γιὰ λί­γο νὰ κα­θρε­φτι­στεῖς στὰ σκο­τει­νὰ νε­ρά του. Θὰ τοῦ ‘στέλ­νε αὐ­τὴ τὸ πιὸ χον­τρό, τὸ πιὸ κα­λο­ψη­μέ­νο στρα­γά­λι νὰ τὸν ξυ­πνᾶ στὸν ὕ­πνο του τὰ βρά­δια. Θὰ τῆς ἔ­βρι­σκε ἐ­κεῖ­νος τὰ πιὸ ἀ­πί­θα­να ὀ­νό­μα­τα νὰ τὴ φω­νά­ζει, Που­έ­λα καὶ Ἀ­μά­τα, ὅ­λα σὲ πλά­για πτώ­ση, ἀ­πὸ ἀ­φαι­ρε­τι­κὴ καὶ κά­τω. Θὰ εἶ­χαν πέν­τε γά­τες, ἀ­πὸ δύ­ο ὁ κα­θέ­νας, ἡ πέμ­πτη θὰ ἦ­ταν κα­νε­λὶ καὶ  θὰ τό ’­χε σκά­σει ἀ­πὸ τὴ στέ­γη τους τὴ νύ­χτα ποὺ θὰ γι­όρ­τα­ζαν τὰ δι­α­κο­σι­ο­στὰ γε­νέ­θλιά τους. Κά­θε πρω­ὶ ἐ­κεῖ­νος θὰ τῆς ἔ­στελ­νε τὸν Τρο­φαν­τό του νὰ τὴν ξυ­πνή­σει στοὺς μέλ­λον­τες τῶν πιὸ ἀρ­χαί­ων γλωσ­σῶν μὲ ἰ­δε­ο­γράμ­μα­τα κι ἐ­κεί­νη θὰ τοῦ ἀ­φι­έ­ρω­νε ἀ­πὸ τὸ ρα­διό­φω­νο τὰ πιὸ ὀ­νει­ρο­πό­λα φάν­τος. Ὅ­μως ἡ βε­λο­νιὰ τσίμ­πη­σε ἀλ­λοῦ στὴν ἐ­τα­μὶν κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­παιρ­νε κά­θε πρω­ὶ τὸ κί­τρι­νο λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ Κη­φι­σιά, ἔ­παι­ζε τζό­κερ πάν­τα τοὺς ἴ­διους ἀ­ριθ­μούς, ἔ­τρι­βε τὸ μέ­τω­πο ὅ­ταν οἱ ἄλ­λοι τοῦ ἀ­πηύ­θυ­ναν ἐ­ρω­τή­σεις καὶ ὅ­ταν πή­γαι­νε τὸ κα­λο­καί­ρι στὴ Σκο­τί­να φο­ροῦ­σε ἐμ­πρι­μὲ βερ­μοῦ­δες κι ἔ­λυ­νε σουν­τό­κου, ἐ­νῶ οἱ γιοὶ του ψά­ρευ­αν στὰ ἀ­βα­θῆ μὲ πε­το­νιὰ σα­κοῦ­λες καὶ κομ­μέ­νες σα­γι­ο­νά­ρες. Ἐ­κεί­νη πά­λι ἔ­σερ­νε τὶς μπουρ­νου­ζὲ παν­τοῦ­φλες της στὰ πλα­κά­κια τοῦ μπά­νιου καὶ τρα­γου­δοῦ­σε αὐ­το­σχέ­δι­ες ἄ­ρι­ες ποὺ τὶς τε­λεί­ω­νε μὲ κά­τι ἀλ­λό­κο­τους λα­ρυγ­γι­σμούς, δι­ά­βα­ζε μὲ μα­νί­α ἀ­στυ­νο­μι­κὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἔπια­νε πά­νω τὰ μαλ­λιὰ μ’ ἕ­να μαῦ­ρο μο­λύ­βι ὅ­ταν ἔ­κα­νε φα­σί­να καὶ κα­τέ­βαι­νε κά­θε πρω­το­χρο­νιὰ στῆς θεί­ας της στὰ Πε­τρά­λω­να γιὰ νὰ φᾶ­νε ψη­μέ­να γου­ρου­νό­που­λα ποὺ ἔ­μοια­ζαν μὲ ρὸζ μω­ρά.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δή­μη­τρα Πα­να­γι­ω­το­πού­λου (Κο­μο­τη­νή, 1968). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νό της ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ The Book’s Journal τχ. 61, καὶ ἕ­να δι­ή­γη­μά της ἔ­χει δι­α­κρι­θεῖ στὸ δι­α­γω­νι­σμὸ Hotel XXX ἄ­σε­μνες ἱ­στο­ρί­ες.

Τίνα Κάτσαρη: Τὸ κλειδὶ

Katsari,Tina-ToKleidi-Eikona-02


Τί­να Κά­τσα­ρη


Tὸ κλει­δί


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initial ΠΑΤΕΡΑΣ ΕΡΙΞΕ τὴν μπα­τα­νί­α στὴν κα­ρέ­κλα, ἔ­βγα­λε τὴν τρα­γιά­σκα, τὶς ἀρ­βύ­λες καὶ τί­να­ξε τὰ βά­τα. Χού­φτω­σε μι­σὸ καρ­βέ­λι ψω­μί, ἤ­πι­ε μο­νο­κο­πα­νιὰ μιὰ ρα­κὴ κι ἔ­πε­σε στὸ σο­φὰ δί­πλα στὸ τζά­κι. Ἔ­γει­ρε τὸ μπρά­τσο στὸ πά­τω­μα κι εἶ­δα πὼς κου­βα­λοῦ­σε μιὰ κα­δέ­να μὲ κλει­δὶ στὸν ὕ­πνο. Ἔ­βα­λε τ’ ἄλ­λα κλει­διὰ σὲ μιὰ πρό­κα στρα­βή, μὰ τό ’­να τὸ  σι­γού­ρε­ψε στὴν κα­δέ­να. Δὲν ἦ­ταν οὔ­τε με­γα­λύ­τε­ρο οὔ­τε μι­κρό­τε­ρο, δὲν εἶ­χε σκά­λι­σμα πε­ρί­ερ­γο. Κου­κου­λώ­θη­κα μιὰ κου­βέρ­τα στὸ σο­φὰ δί­πλα του κι ἔ­κα­να πὼς δι­ά­βα­ζα, μὰ τὸ ρο­χα­λη­τὸ μοῦ ’­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα. Σὰν ξύ­πνη­σε, μπῆ­κε στὴν κά­μα­ρη κι ἐ­γὼ πα­ρα­φύ­λα­ξα μὴ μὲ δεῖ. Ἔ­βγα­λα τὶς παν­τό­φλες, τέν­τω­σα τὸ λαι­μὸ μπὰς καὶ δῶ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς πόρ­τας ν’ ἀ­νοί­γει μὲ τὸ κλει­δὶ κά­τι στὴν κά­μα­ρη.

        Μὲ τὸν πα­τέ­ρα δὲν παί­ζα­με, οὔ­τε μ’ ἔ­βα­ζε νὰ ὁ­δη­γῶ τὸ τρα­κτέρ, οὔ­τε πο­τὲ κα­βά­λη­σα μιὰ μη­χα­νὴ πού ’­χε ἀ­φη­μέ­νη στὴν αὐ­λὴ ἀ­π’ ὅ­ταν φύ­γα­νε οἱ Γερ­μα­νοὶ οὔ­τε μὲ μά­θαι­νε στὰ κτή­μα­τα. Ὁ πα­τέ­ρας δὲν μὲ χά­ι­δευε οὔ­τε μοῦ ’­λε­γε ἱ­στο­ρί­ες, τὸν πό­λε­μο δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν θυ­μᾶ­ται. Δὲν εἶ­χε κομ­πο­λό­ι, δα­χτυ­λί­δι χον­τρὸ στὸ μι­κρὸ δά­χτυ­λο. Μιὰ μέ­ρα ὁ πα­τέ­ρας ἀρ­ρώ­στη­σε καὶ πέ­θα­νε. Σ’ ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τί, στὴν τσέ­πη τοῦ γι­λέ­κου, ἔ­λε­γε: «Γι­έ μου, τὸ κλει­δὶ τό ’­χε κά­πο­τε ἕ­νας λο­χί­ας Γερ­μα­νός. Σὰν ξε­ψύ­χα­γε μοῦ τό ’­δω­σε. Ἔ­σπα­σα τὸ κε­φά­λι μου για­τί, μὰ ἀ­πάν­τη­ση δὲν πῆ­ρα. Στὸ ἑ­ξῆς φύ­λα­γέ το ἐ­σύ».

        Ἔ­βα­λα τὸ κλει­δὶ στὴν κλει­δω­νιὰ στὰ συρ­τά­ρια τῆς κά­μα­ρης, στὸ μπα­οῦ­λο δί­πλα στὸ σο­φὰ καὶ στὸ τε­νε­κε­δέ­νιο κου­τὶ στὴν πα­ράγ­κα, στὸ κτῆ­μα. Τό­σος σα­μα­τὰς γιὰ ἕ­να κλει­δί, ποὺ δὲν κλεί­δω­νε τί­πο­τα, εἶ­πα. Μό­νο με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια φό­ρε­σα κι ἐ­γὼ τὸ κλει­δί.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Τί­να Κά­τσα­ρη (Αθήνα, 1978). Σπούδασε φιλολογία. Εἶναι φοιτήτρια στὸ Μεταπτυχιακὸ Πρόγραμμα Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας. Διηγήματά της ἔχουν δημοσιευτεί στὴ συλλογική ἔκ­δοση Ὁδὸς Δημιουργικῆς Γραφῆς 2 (ἐκδ. Ὀσελότος, Ἀθήνα 2013).