Ἔ­ϊ­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender): Τέρμα



­ϊ­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender)


Τέρ­μα

(End of the Line)


ΑΝΤΡΑΣ πῆ­γε στὸ κα­τά­στη­μα κα­τοι­κί­δι­ων ζώ­ων νὰ ἀ­γο­ρά­σει γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ἕ­ναν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ τοῦ κρα­τᾶ συν­τρο­φιά. Τὸ κα­τά­στη­μα ἦ­ταν γε­μά­το πι­τσι­λω­τοὺς σκύ­λους καὶ συ­νε­σταλ­μέ­νες γά­τες ποὺ ἔ­κα­ναν νά­ζια καὶ οἱ προ­ση­νεῖς ἀ­γό­ρα­ζαν σκύ­λους καὶ οἱ ἀ­νε­ξάρ­τη­τοι ἀ­γό­ρα­ζαν γά­τες καὶ ὁ ἄν­τρας αὐ­τὸς χά­ζευ­ε ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ κεῖ ὥ­σπου στὸ βά­θος τοῦ κα­τα­στή­μα­τος βρῆ­κε ἕ­να κλου­βὶ ποὺ εἶ­χε μέ­σα ἕ­ναν κα­να­πὲ-μι­νι­α­τού­ρα καὶ μιὰ μι­κρο­σκο­πι­κὴ τη­λε­ό­ρα­ση κι ἕ­ναν μι­κρὸ γο­η­τευ­τι­κὸ κα­στα­νὸ ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος φο­ροῦ­σε κο­στού­μι ἀ­πὸ του­ίντ. Κοί­τα­ξε τὸ καρ­τε­λά­κι μὲ τὴν τι­μή. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν ἀ­κρι­βὸς ἀλ­λὰ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας εἶ­χε στα­θε­ρὴ δου­λειὰ ὑ­ψη­λοῦ κύ­ρους καὶ θε­ώ­ρη­σε πὼς ἡ ἀ­γο­ρὰ αὐ­τὴ ἀ­ξί­ζει τὰ χρή­μα­τά της.

       Ἔ­φε­ρε τὸ κλου­βὶ στὸν μπρο­στι­νὸ χῶ­ρο τοῦ κα­τα­στή­μα­τος, πλή­ρω­σε μὲ τὴν πι­στω­τι­κή του κάρ­τα καὶ κέρ­δι­σε πόν­τους γιὰ δω­ρε­ὰν ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὰ εἰ­σι­τή­ρια.

       Μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ κλου­βὶ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα ἦ­ταν δε­μέ­νο μὲ τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας καὶ ἀ­να­πη­δοῦ­σε ἐ­λα­φρῶς στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας τα­κτο­ποί­η­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό του, ἐ­πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο, καὶ ἄ­νοι­ξε τὸ κλου­βί. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα του μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀ­νοι­γό­κλει­σε τὰ βλέ­φα­ρα, πράγ­μα ποὺ ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ τὸ δεῖ κα­νείς, κι ἔ­πει­τα μὲ τσι­ρι­χτὴ φω­νὴ ζή­τη­σε κά­τι νὰ φά­ει. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­φε­ρε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μιὰ στα­γό­να οὐ­ί­σκι σερ­βι­ρι­σμέ­νη μέ­σα στὸ σπεί­ρω­μα μιᾶς βί­δας κι ἕ­να κομ­μά­τι κο­τό­που­λο ρο­λὸ μὲ τὴν πέ­τσα του. Δὲν εἶ­χε μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, κι ἔ­τσι εἶ­πε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ φά­ει ἐ­λεύ­θε­ρα μὲ τὰ χέ­ρια του, πράγ­μα ποὺ νευ­ρί­α­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­ξή­γη­σε πὼς προ­τοῦ τὸν πιά­σουν ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας πο­λὺ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος καὶ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νος σύμ­βου­λος τε­χνο­λο­γί­ας ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τα­ξι­δέ­ψει πολ­λὲς φο­ρὲς στὸ Πα­ρί­σι καὶ στὸ Μι­λά­νο καὶ πὼς τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ τρώ­ει μὲ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να κι εὐ­χα­ρι­στεῖ πά­ρα πο­λύ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας λύ­θη­κε στὰ γέ­λια, ἔ­βρι­σκε τὸν μι­κρὸ αὐ­τὸ ἄν­τρα τὸν ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε ἀ­γο­ρά­σει πο­λὺ ἀ­στεῖ­ο. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τοῦ εἶ­πε μὲ φω­νὴ καμ­πά­να ὅ­τι τὰ κα­τα­στή­μα­τα ποὺ δι­α­θέ­τουν κου­κλό­σπι­τα εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὰ τὰ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα καὶ ὅ­τι χρει­ά­ζε­ται ἕ­να κρε­βά­τι, πα­ρα­κα­λεῖ, μ’ ἕ­να κα­νο­νι­κὸ μα­ξι­λά­ρι, πα­ρα­κα­λεῖ, κι ἕ­να φω­τι­στι­κὸ καὶ με­ρι­κὰ βι­βλί­α μὲ πραγ­μα­τι­κὲς σε­λί­δες, ἂν εἶ­ναι εὔ­κο­λο, φυ­σι­κά. Πα­ρα­κα­λεῖ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κάγ­χα­σε λί­γο ἀ­κό­μη καὶ ἔ­γνε­ψε κα­τα­φα­τι­κά.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν κα­θι­σμέ­νος στὸν κα­να­πέ του. Ἔ­μει­νε ξύ­πνιος μέ­χρι ἀρ­γὰ τὴν πρώ­τη ἐ­κεί­νη νύ­χτα, γε­λών­τας τσι­ρι­χτὰ μὲ τὶς βρα­δι­νὲς τη­λε­ο­πτι­κὲς ἐκ­πομ­πές, πράγ­μα ποὺ ἐ­νό­χλη­σε ὣς ἐ­κεῖ ποὺ δὲν πά­ει τὸν με­γά­λο ἄν­τρα. Προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κοι­μη­θεῖ καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλεί­σει μά­τι. Στὶς τέσ­σε­ρις τὰ χα­ρά­μα­τα, ἐ­ξαν­τλη­μέ­νος, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε λί­γο ἀν­τι­ϊ­στα­μι­νι­κὸ μέ­σα στὸ σω­λη­νά­ριο μὲ τὸ νε­ρὸ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα, καὶ κά­πως ἔ­τσι τε­λι­κὰ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα τὸν ἔ­πι­α­σε ὑ­πνη­λί­α. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε κα­τὰ λά­θος πά­ρα πο­λύ, δι­ό­τι, ἂν κά­ποι­ος πε­τύ­χαι­νε τὴ σω­στὴ ἀ­να­λο­γί­α, θὰ ἐ­πρό­κει­το πε­ρὶ ἄ­θλου, ἀ­κό­μη κι ἂν ὁ συγ­κε­κρι­μέ­νος εἶ­χε κλί­ση στὰ μα­θη­μα­τι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α οὕ­τως ἢ ἄλ­λως δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸ δυ­να­τὸ ση­μεῖ­ο τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα, καὶ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τρεῖς μέ­ρες τρέ­κλι­ζε, χου­ζου­ρεύ­ον­τας πό­τε ἐ­δῶ καὶ πό­τε ἐ­κεῖ στὸ κλου­βί του, ἐ­νῶ τὰ σά­λια του ἄ­φη­ναν μι­κρο­σκο­πι­κοὺς λε­κέ­δες στὸν κα­να­πέ. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας πῆ­γε στὴ δου­λειὰ καὶ δὲν στα­μά­τη­σε ὅ­λη μέ­ρα νὰ σκέ­φτε­ται μὲ λα­χτά­ρα τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα, καὶ στὶς πέν­τε ἔ­τρε­ξε πί­σω στὸ σπί­τι, τό­σο ἐν­θου­σι­α­σμέ­νος ἦ­ταν ποὺ θὰ ξα­νά­βλε­πε τὸν μι­κρό του ἄν­τρα, ὅ­μως βρῆ­κε πά­λι τὸν φι­λα­ρά­κο σκο­τει­νι­α­σμέ­νο. Ὅ­ταν ἡ ἐ­πί­δρα­ση τοῦ ἀν­τι­ϊ­στα­μι­νι­κοῦ πα­ρῆλ­θε, ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ξύ­πνη­σε μὲ τὰ ἰγ­μό­ρεια πεν­τα­κά­θα­ρα, καὶ βρι­σκό­ταν τώ­ρα πιὰ σ’ ἕ­να πλή­ρως ἐ­πι­πλω­μέ­νο δω­μά­τιο, μὲ ὅ­λες τὶς ἀ­νέ­σεις, μὲ πο­λυ­έ­λαι­ο καὶ μὲ ἀρ­κε­τά, πο­λὺ μι­κρὰ βι­βλί­α, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ἦ­ταν καὶ ἡ Στα­χτο­πού­τα στὰ ἱ­σπα­νι­κά, καὶ τὸ ὁ­λο­δι­κό του κα­τοι­κί­διο μυρ­μήγ­κι μέ­σα σὲ κλου­βί.

       Οἱ δυ­ὸ ἄν­τρες τὰ πῆ­γαν κα­λὰ γιὰ πε­ρί­που δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὸς μὲ τοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ βο­η­θοῦ­σε τὸν με­γά­λο ἄν­τρα μὲ τὶς τρα­πε­ζι­κές του συ­ναλ­λα­γές. Ἀ­νά­με­σα στοὺς λο­γα­ρια­σμούς, ὅ­μως, τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λᾶ γιὰ τὴ ζω­ή του πί­σω στὸ σπί­τι του καὶ γιὰ τὸ πῶς τὸν εἶ­χαν συλ­λά­βει οἱ κυ­νη­γοὶ κε­φα­λῶν μι­κρῶν ἀν­τρῶν μέ­σα σ’ ἕ­ναν φοῦρ­νο, ἀ­π’ ὅ­λα τὰ μέ­ρη ἐ­κεῖ – ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, καὶ γιὰ τὸ πό­σο πο­λὺ τοῦ ἔ­λει­παν ἡ γυ­ναί­κα του καὶ τὰ παι­διά του. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν εἶ­χε οὔ­τε γυ­ναί­κα οὔ­τε παι­διὰ καὶ δὲν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­ει τὸ κομ­μά­τι αὐ­τό. «Εἶ­σαι δι­κός μου τώ­ρα», εἶ­πε στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. «Πλή­ρω­σα τρε­λὰ λε­φτὰ γιὰ πάρ­τη σου.»

       «Μὰ ἔ­χω εὐ­θύ­νες», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας στὸν ἰ­δι­ο­κτή­τη του, καὶ τὸ βλέμ­μα του, στὸ φῶς, ἔ­μοια­ζε ὑ­γρό.

       «Εἶ­πες ὅ­τι θὰ μὲ πᾶς πί­σω», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας.

       «Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα τέ­τοι­ο», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε καὶ νὰ θυ­μη­θεῖ ἂν ὄν­τως τὸ εἶ­χε πεῖ ἢ ὄ­χι. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ ἰ­δι­αί­τε­ρα κα­λὸς στὸ νὰ συγ­κρα­τεῖ ὀ­νό­μα­τα οὔ­τε στὸ νὰ ἀ­να­κα­λεῖ, γε­νι­κῶς, τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε στὴ μνή­μη του.

       Ἀ­φοῦ πε­ρά­σα­νε τρεῖς πε­ρί­που ἑ­βδο­μά­δες, ἀ­φοῦ ἐ­νη­με­ρώ­θη­κε γιὰ τὶς προ­σω­πι­κό­τη­τες τῶν παι­δι­ῶν καὶ τῶν παπ­πού­δων καὶ τῶν θεί­ων τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα, ἀ­φοῦ ἄ­κου­σε γιὰ τὸ δέ­κα­το γεῦ­μα στὸ Πα­ρί­σι καὶ γιὰ τὸν σερ­βι­τό­ρο ποὺ εἶ­πε ὅ­τι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε πά­ρα πο­λὺ κα­λὴ προ­φο­ρά, ἀ­φοῦ πρῶ­τα ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας τοῦ ἀ­φη­γή­θη­κε τὴ δι­α­δρο­μὴ ἐ­κεί­νη μὲ τὸ τρέ­νο γιὰ Το­σκά­νη, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τρα­γου­δοῦ­σε ἄ­ρι­ες γιὰ τε­νό­ρους συ­νο­δεία μαν­το­λί­νου, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἐ­πι­δό­θη­κε στὸ νὰ βα­σα­νί­σει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­στα­ξε στὸ νε­ρό του στὰ μου­λω­χτὰ μιὰ στα­γο­νί­τσα οἰ­κια­κοῦ κα­θα­ρι­στι­κοῦ, λε­πτὴ σὰν τὴ μύ­τη τῆς βε­λό­νας, καὶ πα­ρα­κο­λού­θη­σε μιὰ ὁ­λό­κλη­ρη νύ­χτα τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ βλέ­πει πα­ραι­σθή­σεις, νὰ τι­νά­ζε­ται καὶ νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ, ν’ ἀ­να­γου­λιά­ζει καὶ ν’ ἀ­μο­λά­ει μι­κρὰ ρὸζ βου­να­λά­κια στὶς γω­νί­ες τοῦ κλου­βιοῦ. Τὸ μι­κρὸ σῶ­μα του ἦ­ταν τό­σο μι­κρό, ὥ­στε ἦ­ταν δύ­σκο­λο νὰ φαν­τα­στεῖ κα­νεὶς πὼς πο­νοῦ­σε τό­σο πο­λύ. Πό­σος πο­λὺς πό­νος μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει αἰ­σθη­τὸς σ’ ἕ­ναν χῶ­ρο μι­κρο­σκο­πι­κὸ σὰν κι αὐ­τόν; Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κοι­μή­θη­κε βα­ριά, βέ­βαι­ος πὼς τὸ κα­τοι­κί­διό του ὑ­πε­ρέ­βαλ­λε ἁ­πλῶς γιὰ νὰ κά­νει ἐ­φέ.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἄρ­χι­σε νὰ παίρ­νει τὴν ἀ­ναρ­ρω­τι­κή του ἄ­δεια καὶ νὰ μέ­νει στὸ σπί­τι.

       Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὸ νὰ πε­τά­ει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα στὸν ἀ­έ­ρα καὶ νὰ τὸν ξα­να­πιά­νει. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε μὲ δι­ά­φο­ρους τρό­πους. Ἀρ­χι­κὰ εἶ­πε μὲ στι­βα­ρή, πα­τρι­κὴ φω­νὴ ὅ­τι δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό, ὕ­στε­ρα οὔρ­λια­ξε κι ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. Ὁ ἄν­τρας δὲν ἀν­τέ­δρα­σε κι ἔ­τσι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­πι­στρά­τευ­σε τὴ λο­γι­κή, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πέ­δω­σε γιὰ λί­γο, λέ­γον­τας: «κοί­τα, κι ἐ­γὼ ἄν­τρας εἶ­μαι, εἶ­μαι ἁ­πλῶς μι­κρὸς ἄν­τρας. Εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­πί­πο­νο αὐ­τὸ γιὰ μέ­να», εἶ­πε. «Ἀ­κό­μη κι ἂν δὲν μὲ συμ­πα­θεῖς», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, «πο­νά­ει καὶ πά­λι». Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας στά­θη­κε ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο καὶ ἄ­κου­σε, εἶ­χε ὅ­μως φτά­σει νὰ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ τι­νά­ζει στὸν ἀ­έ­ρα τὸν μι­κρό του ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν μι­λοῦ­σε πιὰ καὶ τό­σο γιὰ τὴν τέ­χνη τῆς μπαγ­κέ­τας καὶ ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, ἐμ­φα­νί­ζον­τας με­λα­νι­ὲς καὶ οὐ­λὲς στὸ κορ­μί του, κα­τέ­λη­ξε νὰ στα­μα­τή­σει ἐν­τε­λῶς νὰ μι­λᾶ. Τὸν πο­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ δὲν εἶ­χε πιὰ κα­μιὰ ἐμ­πι­στο­σύ­νη στὸ νε­ρό.

       Τοῦ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ μυα­λὸ νὰ δρα­πε­τεύ­σει. Μὰ πῶς; Τὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας εἶ­ναι τὸ Ἐμ­πά­ιρ Στέ­ιτ Μπίλ­ντινγκ. Ἡ πί­σω αὐ­λὴ εἶ­ναι ἀ­φρι­κα­νι­κὸ βο­σκο­τό­πι.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας κά­θι­σε καὶ εἶ­δε τη­λε­ό­ρα­ση μα­ζὶ μὲ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Ὅ­ση ὥ­ρα κρά­τη­σε ἡ ἐκ­πομ­πὴ μὲ τὶς σέ­ξι γυ­ναῖ­κες, ἔ­ρι­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μέ­σα στὸ παν­τε­λό­νι του καὶ τὸν ἄ­φη­σε ἁ­πλῶς ἐ­κεῖ. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σκούν­τη­ξε τὸ πέ­ος τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα τὸ ὁ­ποῖ­ο με­γά­λω­νε στὸ πλά­ι του λὲς κι ἦ­ταν ἡ φα­σο­λιὰ τοῦ Τζὰκ αὐ­το­προ­σώ­πως, ἀ­πο­πνέ­ον­τας μιὰ γή­ι­νη μυ­ρω­διὰ κλει­σού­ρας, τέ­τοι­α ποὺ ἔ­κα­νε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ νι­ώ­θει ἀ­μη­χα­νί­α γιὰ τὸ δι­κό του μι­κρὸ πέ­ος τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν κα­τα­χω­νι­α­σμέ­νο στὸ παν­τε­λό­νι τοῦ συμ­βού­λου τὸ ὁ­ποῖ­ο φο­ροῦ­σε. Ἕ­σφι­ξε τὴ γρο­θιὰ του κα­τὰ πά­νω της καὶ ἡ φα­σο­λιὰ ψή­λω­σε κι ἄλ­λο καὶ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, ἐ­νο­χλη­μέ­νος, βού­τη­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μέ­σ’ ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι του καὶ τὸν ἐκ­σφεν­δό­νι­σε στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας χτύ­πη­σε στὸ πό­δι τοῦ τρα­πε­ζιοῦ. Ξύ­πνη­σε μέ­σα στὸ κλου­βί του, τὸ κε­φά­λι του βού­ι­ζε. Δὲν τὸν εἶ­χε πτο­ή­σει καὶ τό­σο τὸ ὅ­τι βρέ­θη­κε μέ­σα στὸ ἐ­σώ­ρου­χο ἑ­νὸς με­γά­λου ἄν­τρα, δι­ό­τι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν ἔπι­α­σαν, ποὺ ἔ­νι­ω­σε τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀ­να­λαμ­πὴ ἰ­σχύ­ος.

       «Μὴν τὸ ξα­να­κά­νεις αὐ­τό», προ­ει­δο­ποί­η­σε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας, μὲ τὸ κε­φά­λι του νὰ κα­τα­λαμ­βά­νει ὁ­λό­κλη­ρό το βό­ρει­ο τοί­χω­μα τοῦ κλου­βιοῦ.

       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ», εἶ­πε ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας, τοῦ ὁ­ποί­ου τὸ βλέμ­μα δὲν ἦ­ταν πλέ­ον ὑ­γρὸ ἀλ­λὰ ἀ­πλα­νές. «Κύ­ρι­ε. Λυ­πη­θεῖ­τε με.»

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας τύ­λι­ξε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα μὲ κολ­λη­τι­κὴ ται­νί­α, ὅ­λο του τὸ κορ­μί, κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κλο­τσή­σει καὶ ὑ­πῆρ­χαν μό­νο μι­κρὲς τρύ­πες γιὰ τὸ στό­μα του καὶ γιὰ τὰ μά­τια του. Ἔ­πει­τα, τὸν ἔ­βα­λε στὸ ψυ­γεῖ­ο γιὰ μί­α ὥ­ρα. Μό­λις ἐ­πέ­στρε­ψε, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας βρῆ­κε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα λι­πό­θυ­μο καὶ τὸν ἔ­ρι­ξε στὸ φουρ­νά­κι, σὲ πο­λύ, πο­λὺ χα­μη­λὴ θερ­μο­κρα­σί­α, ἄλ­λα δέ­κα λε­πτά. Τὸ εἶ­χε προ­θερ­μά­νει. Ὁ ἄν­τρας ξα­να­ζων­τά­νε­ψε ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες.

       «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ», εἶ­πε στὸν με­γά­λο ἄν­τρα, μὲ σπα­σμέ­νη φω­νή.

       Τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ λέ­ξη πα­ρα­κα­λῶ. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ εὐ­γέ­νεια καὶ δὲν τοῦ ἄ­ρε­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι. Ἦ­ταν πλη­κτι­κὰ στὴ δου­λειὰ καὶ κα­νεὶς δὲν πρό­σε­ξε τὸ και­νού­ριο του παλ­τό. Ἀ­γό­ρα­σε στὸν ἑ­αυ­τό του ἕ­να εἰ­σι­τή­ριο γιὰ Πα­ρί­σι μὲ ὅ­λους τους πόν­τους ποὺ εἶ­χε μα­ζέ­ψει στὴν πι­στω­τι­κὴ κάρ­τα του, δὲν ἄρ­γη­σε ὅ­μως νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι δὲν γνώ­ρι­ζε οὔ­τε λέ­ξη ἀ­πὸ τὴ γλώσ­σα καὶ φο­βό­ταν πο­λὺ ὅ­τι μπο­ρεῖ κα­τὰ λά­θος νὰ πα­ραγ­γεί­λει νὰ φά­ει ἀρ­νί­σια μυα­λά. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ζη­τή­σει ἀ­πὸ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ τοῦ με­τα­φρά­σει, δι­ό­τι δὲν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­κού­σει τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα νὰ μι­λᾶ μὲ προ­φο­ρά. Ἡ σκέ­ψη καὶ μό­νο τὸν ἐ­ξόρ­γι­ζε. Ἡ προ­θε­σμί­α γιὰ τὴ χρή­ση τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου ἔ­λη­ξε, χω­ρὶς ἀν­τί­κρι­σμα. Στὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα ἁ­πλώ­θη­κε στὸ κά­θι­σμά της καὶ κοι­μή­θη­κε, ἐ­φό­σον δὲν ἐμ­φα­νί­στη­κε κα­νεὶς στὸ δι­πλα­νὸ κά­θι­σμα. Στὴ δου­λειά, πρό­τει­νε σὲ μιὰ γο­η­τευ­τι­κὴ συ­νά­δελ­φο ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε πολ­λὰ χρό­νια νὰ βγοῦν κι ἐ­κεί­νη τὸν πα­ρα­μέ­ρι­σε καὶ ἔ­τρε­ξε νὰ τὸ πεῖ ἀ­μέ­σως στοὺς συ­να­δέλ­φους της. Δὲν εἶ­πε κὰν ὄ­χι· τῆς φά­νη­κε τό­σο προ­φα­νές, ποὺ δὲν χρει­ά­στη­κε κὰν νὰ τὸ πεῖ.

       «Βγά­λε τὰ ροῦ­χα σου», εἶ­πε τὸ ἴ­διο ἀ­πό­γευ­μα στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας μα­ζεύ­τη­κε καὶ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ὕ­ψω­σε ἕ­να μπου­κά­λι ποὺ πε­ρι­εῖ­χε κα­θα­ρι­στι­κὸ μπά­νιου ἀ­πει­λών­τας τον. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας γδύ­θη­κε ἀρ­γά, δί­πλω­σε τὰ ροῦ­χα του καὶ στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τι στὸν με­γά­λο ἄν­τρα, τὸ δέρ­μα του ἦ­ταν χλω­μό, τὸ στῆ­θος του μιὰ πυ­κνή, τρι­χω­τὴ χλό­η, τὸ πέ­ος του κρυμ­μέ­νο, τὰ χεί­λη του ἔ­τρε­μαν ἀ­νε­παί­σθη­τα, ἔ­πρε­πε νὰ κοι­τά­ξει κα­νεὶς πα­ρὰ πο­λὺ προ­σε­χτι­κὰ γιὰ νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρή­σει.

       «Κά­νε κά­τι», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κά­θι­σε στὸν κα­να­πέ. «Τί;», εἶ­πε.

       «Γί­νε ντοῦ­ρος», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας. «Δεῖ­ξε μου πῶς μοιά­ζεις.»

       Τὸ κε­φά­λι τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα δὲν εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ πο­νά­ει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸ χτύ­πη­σε στὸ τρα­πέ­ζι· τὸ μυα­λό του τὸ ἔ­νι­ω­θε νὰ εἶ­ναι θο­λω­μέ­νο καὶ σὲ πλή­ρη σύγ­χυ­ση ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ πέ­ρα­σε μιὰ ὥ­ρα στὸ ψυ­γεῖ­ο κι ὕ­στε­ρα λί­γο χρό­νο στὸ φουρ­νά­κι. Ἔ­βα­λε τὸ πέ­ος του στὴ χού­φτα του κι ἔ­νι­ω­σε μιὰ βα­ριά, θλι­βε­ρὴ ἀ­να­λαμ­πὴ ἡ­δο­νῆς καί, στὸ φόν­το τῆς ἀ­πό­λυ­της βρα­δύ­νοι­ας, τὸ κορ­μί του ξα­να­βρῆ­κε τὴ σει­ρά του.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν στα­μά­τη­σε νὰ γε­λᾶ μὲ τὴ στύ­ση τοῦ μι­κροῦ του ἄν­τρα ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν μιὰ χα­ρὰ ἀ­λη­θι­νὴ ἀλ­λὰ μι­κρο­σκο­πι­κή! Τί ἀ­στεῖ­ο νὰ βλέ­πεις αὐ­τὸν τὸν ἄν­τρα σὰν ἄν­τρα. Ἔ­δει­χνε μὲ τὸ δά­χτυ­λο καὶ γε­λοῦ­σε. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἔ­μει­νε στὸν κα­να­πὲ καὶ σκέ­φτη­κε τὴ γυ­ναί­κα του, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­βγαι­νε ἔ­ξω στὸν κό­σμο καὶ μά­ζευ­ε τὰ κα­πά­κια ἀ­πὸ τὰ μπου­κά­λια τὰ ὁ­ποῖ­α πε­τοῦ­σαν κά­τω οἱ με­γά­λοι ἄν­θρω­ποι καὶ τὰ ἔ­κα­νε δί­σκους σερ­βι­ρί­σμα­τος· τῆς ἔ­παιρ­νε ὧ­ρες νὰ λειά­νει τὶς αἰχ­μη­ρὲς ἄ­κρες τους κι ὕ­στε­ρα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε με­ταλ­λι­κὸ χρῶ­μα γιὰ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ καὶ τὰ ζή­λευ­αν ὅ­λοι οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι ἐ­κεῖ γύ­ρω, τό­σο ὄ­μορ­φα ἦ­ταν καὶ μὲ τό­σο με­ρά­κι φτι­αγ­μέ­να. Κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν δι­έ­θε­τε τὴν ὑ­πο­μο­νὴ νὰ κάμ­ψει τὶς αἰχ­μη­ρὲς αὐ­τὲς γω­νί­ες. Ἐ­νί­ο­τε που­λοῦ­σε καὶ κα­νέ­ναν κι ἔ­βγα­ζε γε­ρὸ χαρ­τζι­λί­κι. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας σκέ­φτη­κε τοὺς δί­σκους αὐ­τούς, δί­σκους πά­νω σε δί­σκους, κόκ­κι­νους, μπλὲ καὶ κί­τρι­νους, ὥ­σπου στὸ τέ­λος κά­τι λί­γο ἀ­νά­βλυ­σε, ὁ ὀρ­γα­σμὸς ἦ­ταν δί­χως ἡ­δο­νὴ ἀλ­λὰ γε­μά­τος νο­σταλ­γί­α.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας στα­μά­τη­σε νὰ γε­λᾶ.

       «Τί σκέ­φτε­σαι;», εἶ­πε.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δὲν εἶ­πε τί­πο­τα.

       «Πῶς εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα σου;», εἶ­πε.

       Τί­πο­τα.

       «Πή­γαι­νε με νὰ τὴ δῶ», εἶ­πε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κά­θι­σε, γυ­μνός, στὸ πά­τω­μα τοῦ κλου­βιοῦ του. Εἶ­χε ἀλ­λά­ξει τώ­ρα πιά. Εἶ­χε ἀ­πο­κο­πεῖ. Θὰ ἔ­πρε­πε νὰ γυ­ρί­σει πί­σω, πο­λὺς ὁ δρό­μος γιὰ πί­σω. Εἶ­χε φύ­γει.

       «Νὰ δεῖς ποι­ά;», ρώ­τη­σε.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας γέ­λα­σε πο­νη­ρά.

       «Τὴ γυ­ναί­κα σου», εἶ­πε.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι. Κοί­τα­ξε ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος τὸν με­γά­λο ἄν­τρα. «Γιὰ σέ­να ἡ δι­α­δρο­μὴ φτά­νει στὸ τέρ­μα της μ’ ἐ­μέ­να», εἶ­πε.

       Ἦ­ταν ἡ με­γα­λύ­τε­ρη πρό­τα­ση ποὺ εἶ­χε ἀρ­θρώ­σει τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἑ­βδο­μά­δες. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­ρι­ξε κά­τω το κλου­βὶ κι ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας χτύ­πη­σε στὸν κα­να­πέ.

       «Ναί!» , οὔρ­λια­ξε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας. «Καὶ τὰ παι­διά σου θέ­λω νὰ δῶ. Πῶς τὰ λα­τρεύ­ω τὰ παι­διά!»

       Ἄ­νοι­ξε τὸ κλου­βὶ καὶ στή­ρι­ξε στὴν πα­λά­μη του τὸν μι­κρὸ λου­λου­δά­το κα­να­πέ. Τὸ πρό­σω­πο τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα ἦ­ταν ἀ­νέκ­φρα­στο καὶ ψυ­χρό.

       «Ὄ­χι», εἶ­πε, μὲ κλει­στὰ μά­τια.

       «Θὰ σὲ βα­σα­νί­σω», φώ­να­ξε ὁ με­γά­λος ἄν­τρας.

       Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἔ­γει­ρε σ’ ἕ­να μα­ξι­λά­ρι καὶ ἕ­νω­σε τὰ χέ­ρια του κά­τω ἀ­πὸ τὸ μά­γου­λό του. Ὁ πό­νος δὲν ἀ­πο­τε­λοῦ­σε πιὰ μυ­στή­ριο γι’ αὐ­τόν, καὶ ὅ­ποι­ος ἔ­χει ἐ­ξοι­κει­ω­θεῖ μὲ τὸν πό­νο, ἔ­χει εἰ­σέλ­θει σ’ ἕ­να νέ­ο εἶ­δος ἐ­λευ­θε­ρί­ας.

       «Ὄ­χι», ψι­θύ­ρι­σε μέ­σα στὶς ἀρ­θρώ­σεις του.

       Κα­θὼς ἡ ἀ­νά­σα του σχη­μά­τι­ζε ζε­στὰ σύν­νε­φα ποὺ σκέ­πα­ζαν τὰ χέ­ρια του, ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας πε­ρί­με­νε, μι­σο­ζα­λι­σμέ­νος, νὰ θα­να­τω­θεῖ. Αἰ­σθα­νό­ταν τὸν θά­να­τό του σὰν κά­τι τρο­με­ρὰ ἀ­σή­μαν­το καὶ σὰν βρα­χὺ σῆ­μα κι ὅ­μως δὲν βι­α­ζό­ταν νὰ πε­θά­νει κι ἔ­στελ­νε κύ­μα­τα ἀ­γά­πης στὴ γυ­ναί­κα του καὶ στὰ παι­διά του, στοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κός, σὲ αὐ­τοὺς ποὺ δι­αι­σθά­νον­ταν τὸ βρα­χὺ σῆ­μα.

       Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἔ­παι­ζε μὲ τὰ πό­δια τῆς μι­κρῆς πο­λυ­θρό­νας. Ἀ­φαί­ρε­σε τὸ μα­ξι­λά­ρι καὶ στὶς σχι­σμὲς μέ­σα βρῆ­κε με­ρι­κὰ κέρ­μα­τα, κέρ­μα­τα τό­σο μι­κρὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε κὰν νὰ τὰ πιά­σει καὶ νὰ τὰ ση­κώ­σει.

       Ἔ­φε­ρε τὸ κε­φά­λι του κον­τὰ στὸ κλου­βὶ τοῦ μι­κροῦ ἄν­τρα.

       «Σύμ­φω­νοι», εἶ­πε.

       Τέσ­σε­ρις μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα, ἄ­φη­σε τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα ἐ­λεύ­θε­ρο. Τοῦ συμ­πε­ρι­φέρ­θη­κε κα­λὰ τὶς τέσ­σε­ρις αὐ­τὲς μέ­ρες, τοῦ ἔ­δω­σε νὰ φά­ει κα­λά, νὰ κά­νει μπά­νιο ἀ­κό­μη, νὰ πι­εῖ ἀ­σπι­ρί­νη, τοῦ ἔ­δω­σε καὶ και­νού­ριο μα­ξι­λά­ρι. Θέ­λη­σε νὰ τοῦ μεί­νουν θε­τι­κὲς ἀ­να­μνή­σεις καὶ μιὰ κα­λὴ γε­νι­κὴ εἰ­κό­να. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις μέ­ρες, πῆ­ρε τὸ κλου­βὶ πα­ρα­μά­σχα­λα, ἄ­νοι­ξε τὴν μπρο­στι­νὴ πόρ­τα καὶ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Ξε­κλεί­δω­σε τὴν πόρ­τα τοῦ κλου­βιοῦ. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας κοι­μό­ταν ἀ­στα­μά­τη­τα ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς μέ­ρες, λί­γες μό­νο στιγ­μὲς ἦ­ταν δια­υγὴς καὶ τό­τε κοι­τοῦ­σε τὸν με­γά­λο ἄν­τρα στὰ γι­γαν­τια­ῖα του μά­τια, ὅ­μως οἱ ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου τὸν ἔ­λου­σαν στὴ στιγ­μή, κι ἔ­τσι ξύ­πνη­σε. Βγῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ κλου­βί. Πε­ρί­με­νε νὰ πε­τά­ξει χα­μη­λὰ κά­ποι­ο που­λὶ καὶ νὰ τὸν φά­ει. Δὲν εἶ­ναι κι ὁ χει­ρό­τε­ρος θά­να­τος, σκέ­φτη­κε. Οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν κα­τὰ κα­νό­να ἕ­να λά­δι τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πω­θοῦ­σε τὰ που­λιὰ καὶ ἄλ­λα ζῶ­α, ὅ­λο αὐ­τὸ ὅ­μως εἶ­χε ξε­πλυ­θεῖ μὲ τὸν και­ρὸ ἀ­πὸ πά­νω του. Μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­κρί­νει στὰ δε­ξιά του τὴν μπα­τά­λι­κη φι­γού­ρα τοῦ με­γά­λου ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­θό­ταν ὀ­κλα­δόν. Ὁ με­γά­λος ἄν­τρας ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος, ἡ θλί­ψη δὲν ἦ­ταν ὅ­μως πο­λὺ με­γά­λη. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας εἶ­χε κα­ταν­τή­σει βα­ρε­τός. Τώ­ρα ποὺ κά­πως ἔ­μοια­ζε μὲ ἄν­θρω­πο, ἦ­ταν εὐ­κο­λό­τε­ρο νὰ τὸν συ­να­να­στρα­φεῖς καὶ δυ­σκο­λο­τε­ρο νὰ τὸν ἔ­χεις γιὰ παι­χνί­δι. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας δι­έ­σχι­σε τὸ πε­ζο­δρό­μιο πα­ρα­παί­ον­τας, τὰ χέ­ρια του προ­ε­ξεῖ­χαν μὲ τρό­πο ἀ­συ­νή­θι­στο, λὲς καὶ ἦ­ταν βρεγ­μέ­να ἢ βου­τηγ­μέ­να σὲ μπο­γιά. Ἔ­μοια­ζε νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὸ ἴ­διο του τὸ σῶ­μα.

       Κά­θι­σε κά­τω, στὸ κρά­σπε­δο. Ἕ­να μι­κρὸ μπλὲ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἀ­νέ­βη­κε τὸν δρό­μο, τό­σο μι­κρό, ποὺ ὁ με­γά­λος ἄν­τρας δὲν θὰ τὸ εἶ­χε προ­σέ­ξει, ἂν δὲν κοι­τοῦ­σε ἀ­πὸ πρὶν στὸ ὕ­ψος τῶν πο­δι­ῶν. Ὁ μι­κρὸς ἄν­τρας ἐ­πι­βι­βά­στη­κε. Δὲν εἶ­χε κα­θό­λου χρή­μα­τα, τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ὅ­μως μάρ­σα­ρε πρὸς στιγ­μὴν κι ὕ­στε­ρα συ­νέ­χι­σε τὴν πο­ρεί­α του με­τα­φέ­ρον­τας καὶ τὸν μι­κρὸ ἄν­τρα. Κά­θι­σε πί­σω καὶ κοί­τα­ξε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο ἔ­ξω στὸν δρό­μο. Ὅ­λοι οἱ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι γύ­ρω του εἶ­χαν τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ὀ­σμι­στοῦν τί εἶ­χε συμ­βεῖ. Ζοῦ­σαν μ’ αὐ­τὸν τὸν φό­βο κα­θη­με­ρι­νά. Οἱ ἐ­φη­με­ρί­δες τοὺς κρα­τοῦ­σαν ἐ­νή­με­ρους καὶ τοὺς πλη­ρο­φο­ροῦ­σαν γιὰ κά­θε νέ­ο πε­ρι­στα­τι­κό. Ἕ­νας γη­ραι­ό­τε­ρος ἄν­τρας μὲ πε­ρι­ποι­η­μέ­νη λευ­κὴ γε­νειά­δα δι­έ­σχι­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο γιὰ νὰ κα­θί­σει δί­πλα στὸν μι­κρὸ ἄν­τρα καὶ ἅ­πλω­σε ἁ­πα­λὰ τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο του. Πα­ρα­κο­λού­θη­σαν πα­ρέ­α τὰ γκρί­ζα κρά­σπε­δα νὰ μέ­νουν πί­σω.

       Στὸ γκα­ζόν, ὁ με­γά­λος ἄν­τρας βρῆ­κε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ξε­καρ­δι­στι­κὸ καὶ περ­πά­τη­σε δί­πλα του μέ­χρι τὸ ἑ­πό­με­νο τε­τρά­γω­νο. Ὣς καὶ τὰ ἐ­λα­στι­κὰ καὶ οἱ τρο­χοὶ πε­ρι­στρέ­φον­ταν στὴν ἐν­τέ­λεια. Σκέ­φτη­κε πώς, ἐ­φό­σον τὸ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, μπο­ροῦ­σε νὰ πα­τή­σει πά­νω στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο αὐ­τὸ καὶ νὰ τὸ συν­τρί­ψει. Δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ἦ­ταν ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο μὲ καρ­φιὰ τό­σο αἰχ­μη­ρά, ποὺ θὰ τρυ­ποῦ­σαν εὔ­κο­λα τὴ λα­στι­χέ­νια σό­λα καὶ θὰ ἔ­φτα­ναν μέ­σα στὴ σάρ­κα τοῦ πο­διοῦ. Γιὰ κά­ποι­α τε­τρά­γω­να κρα­τοῦ­σε τὸ πό­δι του πά­νω ἀ­πὸ τὸ ὄ­χη­μα, πα­ρα­τη­ρών­τας νὰ ξε­προ­βάλ­λουν στά­σεις λε­ω­φο­ρεί­ου, πι­να­κί­δες μι­κρὲς σὰν ὀ­δον­το­γλυ­φί­δες, κά­ποι­α στιγ­μὴ ὅ­μως αἰ­σθάν­θη­κε κό­πω­ση καὶ πῆ­γε στὴ γω­νί­α καὶ ἄ­φη­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο νὰ στρί­ψει καὶ κά­θι­σε κά­τω στὸ με­γά­λο πλα­στι­κὸ μπλὲ παγ­κά­κι, στὴ γω­νί­α ποὺ ἦ­ταν γιὰ τοὺς με­γά­λους ἀν­θρώ­πους.

       Μό­λις ἔ­φτα­σε τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο του, τὸ πῆ­ρε. Ἦ­ταν Σάβ­βα­το. Τὸ πῆ­ρε μέ­χρι τὸ τέρ­μα. Ἐ­δῶ, οἱ δρό­μοι ἦ­ταν γε­μά­τοι σκου­πί­δια καὶ τὴν ἀ­πό­στα­ση τὴν ὁ­ρι­ο­θε­τοῦ­σαν με­νε­ξε­διὰ βου­νά. Ὅ­λα ἔ­μοια­ζαν νὰ ἔρ­χον­ται πο­λὺ κον­τὰ κι ἀ­κό­μα καὶ οἱ ἐ­πι­γρα­φὲς τῶν κα­τα­στη­μά­των φάν­τα­ζαν ὑ­περ­βο­λι­κὰ φω­τει­νὲς καὶ ἐ­πι­βλη­τι­κές. Ἐ­ξαρ­χῆς δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε, αὐ­τὸς ὁ τό­πος στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν εἶ­χε ξα­να­βρε­θεῖ πο­τὲ πρὶν κι ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε ἀλ­λι­ώ­τι­κη μυ­ρω­διά, μύ­ρι­ζε εὐ­ω­δια­στὸ λου­λού­δι καὶ χω­ρι­ά­τι­κο ψω­μί. Ἐ­πὶ μί­α ὥ­ρα δὲν πέ­ρα­σε κα­νέ­να λε­ω­φο­ρεῖ­ο κι ἔ­τσι ξε­κί­νη­σε νὰ περ­πα­τᾶ μὲ στα­θε­ρὸ βῆ­μα πρὸς τὸ σπί­τι του, μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

       Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ ἁ­πλῶς ποῦ ἔ­με­ναν. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ τὰ μι­κρὰ σπί­τια τους καὶ τὰ κα­τοι­κί­διά τους καὶ τὰ σχο­λεῖ­α τους. Ἤ­θε­λε νὰ δεῖ ἂν εἶ­χαν ἁ­μά­ξια ἢ ἂν τὰ λε­ω­φο­ρεῖ­α ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸ βα­σι­κὸ με­τα­φο­ρι­κὸ μέ­σο. Εὐ­ελ­πι­στοῦ­σε νὰ ἐν­το­πί­σει κά­ποι­ο μι­κρο­σκο­πι­κὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο.

       «Δὲν θέ­λω νὰ σᾶς βλά­ψω!», εἶ­πε φω­να­χτά. «Θέ­λω ἁ­πλῶς νὰ γί­νω κομ­μά­τι τῆς κοι­νω­νί­ας σας.»

       Τὸ βλέμ­μα του δι­έ­τρε­χε τε­τρά­γω­να ὁ­λό­κλη­ρα μὲ γκα­ζὸν καὶ πε­ζο­δρό­μια. Ἀ­νέ­κα­θεν δι­έ­θε­τε ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ὅ­ρα­ση.

       «Ἂν μὲ ἀ­φή­σε­τε νὰ δῶ τὸ χω­ριό σας», εἶ­πε φω­να­χτά, «σὰν ἀν­τάλ­λαγ­μα, θὰ σᾶς προ­στα­τεύ­σω ἀ­πὸ ἐ­μᾶς. Θὰ φυ­λά­ω τὶς ἐ­ξώ­πορ­τές σας σὰν κέρ­βε­ρος!». Τὸ φώ­να­ζε στὶς ἀγ­κα­θω­τὲς σκι­ὲς ποὺ ἔ­ρι­χναν οἱ φυ­το­φρά­χτες, κά­τω στὸ ρεῖ­θρο, μέ­σα στὶς νω­πὲς κε­φα­λὲς τῶν ψε­κα­στή­ρων.

       Τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­κε ἦ­ταν ἕ­να μι­κρο­σκο­πι­κὸ κί­τρι­νο κα­πέ­λο μὲ μιὰ κορ­δέ­λα, στε­ρε­ω­μέ­νο ἔ­ξο­χα πά­νω στὸ κί­τρι­νο πέ­τα­λο ἑ­νὸς ρό­δου. Τὸ κρά­τη­σε στὸ χέ­ρι του γιὰ δέ­κα ὁ­λό­κλη­ρα λε­πτά, θαυ­μά­ζον­τας τὴ λε­πτο­δου­λειὰ τοῦ χει­ρο­τε­χνή­μα­τος. Ἦ­ταν κεν­τη­μέ­νο ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη. Τὸ γεῖ­σο τοῦ κα­πέ­λου ἦ­ταν ἴ­σο μὲ τὴ βά­ση τοῦ ἀν­τί­χει­ρά του. Ὅ,τι εἶ­χε νὰ κά­νει μὲ τὸν ἴ­διο τοῦ φά­νη­κε ἀ­η­δι­α­στι­κὸ καὶ τε­ρά­στιο. Ποῦ νὰ εἶ­ναι οἱ ψη­λοὶ ἄν­θρω­ποι, οἱ πιὸ χον­τροὶ ἄν­θρω­ποι, σκέ­φτη­κε. Ποῦ εἶ­ναι οἱ θε­ϊ­κῶν δι­α­στά­σε­ων ἐ­ξω­γή­ι­νοι;

       Τε­λι­κά, κά­θι­σε κά­τω στὸ πε­ζο­δρό­μιο.

       «Βρῆ­κα ἕ­να κα­πέ­λο!», φώ­να­ξε. «Σᾶς πα­ρα­κα­λῶ! Βγεῖ­τε ἔ­ξω! Ὑ­πό­σχο­μαι νὰ τὸ δώ­σω στὸν νό­μι­μο ἰ­δι­ο­κτή­τη του.»

       Φω­λι­α­σμέ­νοι μέ­σα σ’­ἕ­να βρα­χῶ­δες μόρ­φω­μα, ὀ­χτὼ μι­κροὶ ἄν­θρω­ποι, μιὰ ὁ­μά­δα, κρα­τοῦ­σαν ὁ ἕ­νας τὸ χέ­ρι τοῦ ἄλ­λου. Εἶ­χαν ξε­κι­νή­σει νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να πάρ­τι γε­νε­θλί­ων. Τὸ ἕ­να κορ­μὶ με­τέ­δι­δε στὸ ἄλ­λο κα­τα­πλη­κτι­κὴ ζε­στα­σιά. Θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ πα­ρα­μεί­νουν ἐ­κεῖ γιὰ πάν­τα, ἂν ἦ­ταν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νουν. Ἦ­ταν συ­νη­θι­σμέ­νοι σ’ αὐ­τό. Τὰ γε­νέ­θλια ἔρ­χον­ταν καὶ πα­ρέρ­χον­ταν. Τὰ κί­τρι­να κα­πέ­λα μπο­ροῦ­σαν νὰ τὰ ξα­να­ρά­ψουν. Δὲν ἦ­ταν δι­κή τους δου­λειὰ νὰ φρον­τί­σουν τὸν κό­σμο ὅ­λο, ψι­θύ­ρι­σε ἡ μη­τέ­ρα στὴν κό­ρη, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ κί­τρι­νο φό­ρε­μα ἦ­ταν ἀ­πα­ρά­μιλ­λο, τῆς ὁ­ποί­ας τὸ χέ­ρι ἔ­παι­ζε ἱ­δρω­μέ­νο, ἡ ὁ­ποί­α πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸν γί­γαν­τα ἀ­π’ ἔ­ξω νὰ το­πο­θε­τεῖ τὸ κα­πέ­λο της στὸ πε­λώ­ριο κε­φά­λι του καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ἐν­νο­ή­σει τὴν τό­ση εὐ­σπλα­χνί­α ποὺ λυ­νό­ταν καὶ ξα­να­λυ­νό­ταν μὲς στὴν καρ­διά της.


Δραματοποίηση:

Shatterbox

Σκηνοθεσία: Jessica Sanders

Simon Helber ὡς Ὁ μικρὸς ἄντρας

Brett Gelman ὡς Ὁ μεγάλος ἄντρας

shatterbox: Μιὰ συσκευὴ γιὰ τὴ μηχανικὴ κονιοποίηση ἑνὸς δείγματος ὑλικοῦ, ποὺ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ἀπὸ ἐπιστήμονες.


Πη­γή: Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Luvina.

(https://luvina.com.mx/foros/index.php?option=com_content&task=view&id=486&Itemid=46)

Ἔι­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender) (1969). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των W­i­l­l­f­ul Crea­tu­res καὶ T­he G­i­rl in t­he F­l­a­m­m­a­b­le S­k­i­rt, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το βι­βλί­ο τῶν Τά­ιμς τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς χρο­νιᾶς τῶν Τά­ιμς τοῦ Λὸς Ἄν­τζε­λες, ὅ­πως καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, I­n­v­i­s­i­b­le S­i­gn of My O­wn. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ G­r­a­n­ta, Har­per­’s, P­a­r­is R­e­v­i­ew, GQ, F­e­n­ce, M­c­S­w­e­e­n­e­y­’s καὶ ἔ­χουν με­τα­δο­θεῖ σὲ ἐ­θνι­κὸ δί­κτυ­ο στὴ ρα­δι­ο­φω­νι­κὴ ἐκ­πομ­πή, T­h­is A­m­e­r­i­c­an L­i­fe. Κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­σκαρτ τὸ 2002. Στὴν ἱστο­σε­λίδα μας δη­μο­σιεύτη­κε τὸ διήγη­μά της «Μνη­μο­νι­κό».

Ἱ­στο­σε­λί­δα: http://aimeebender.com/

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


			

Τζέ­νι­φερ Φλίς (Jennifer Fliss): Οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή



Τζέ­νι­φερ Φλίς (Jennifer Fliss)


Οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή

(Domestic Appliance)


Α ΠΡΟΑΣΤΙΑ, σὲ μιὰ προ­σφά­τως ἀ­να­και­νι­σμέ­νη μο­νο­κα­τοι­κί­α, σὲ μιὰ κου­ζί­να μὲ γρα­νι­τέ­νιο πάγ­κο, μέ­σα σ’ ἕ­να ψυ­γεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι ζοῦ­σε μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα. Δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λέ­σει στὴ μνή­μη της πῶς βρέ­θη­κε νὰ ζεῖ μέ­σα στὸ ψυ­γεῖ­ο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λέ­σει στὴ μνή­μη της ἄλ­λη ζω­ή, ποὺ νὰ μὴν εἶ­ναι μέ­σα σ’ αὐ­τό. Ξύ­πνη­σε μιὰ μέ­ρα ξα­πλω­μέ­νη πά­νω σε μιὰ ρά­βδο βού­τυ­ρο· τὸ βού­τυ­ρο εἶ­χε μα­λα­κώ­σει ἐ­κεῖ ὅ­που ἀ­να­παυ­ό­ταν τὸ σῶ­μα της, θη­λυ­κὲς ἐ­σο­χὲς εἶ­χαν σχη­μα­τι­στεῖ, στὸ σχῆ­μα τῶν γο­φῶν καὶ τῆς μέ­σης. Τὰ πό­δια τῆς γυ­ναί­κας ἔ­φτα­ναν ἴ­σα­με τὴν ἄ­κρη σχε­δὸν τῆς ρά­βδου. Ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος μὲ δι­α­στά­σεις ἑ­φτὰ κου­τα­λι­ὲς τῆς σού­πας.

       Γιὰ ψυ­γεῖ­ο, ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο. Φρέ­σκα φροῦ­τα καὶ λα­χα­νι­κά, πε­ρι­στρε­φό­με­να μπου­κά­λια λευ­κὸ κρα­σὶ καὶ ἑ­ξά­δες μπί­ρες, κου­τά­κι μὲ κι­νέ­ζι­κο γιὰ τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὸ βρά­δυ, μο­σχα­ρί­σιο κρέ­ας σὲ μα­ρι­νά­δα, μιὰ ἀ­νοιγ­μέ­νη μα­γει­ρι­κὴ σό­δα. Σπά­νια συ­νέ­βαι­νε νὰ λή­ξει κά­τι.

       Μό­λις τὸ ψυ­γεῖ­ο ἄ­νοι­γε, ἡ γυ­ναί­κα κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὸ γά­λα, ἔ­σκυ­βε καὶ χω­νό­ταν σὲ μιὰ χάρ­τι­νη αὐ­γο­θή­κη ἢ περ­πα­τοῦ­σε δι­στα­κτι­κὰ πρὸς τὸ βά­ζο μὲ τὶς πί­κλες. Λί­γες πί­κλες, κόκ­κοι πι­πέ­ρι καὶ λε­πτὲς φέ­τες κρεμ­μυ­διοῦ κο­λυμ­ποῦ­σαν στὴν ἅλ­μη, χο­ρεύ­ον­τας ὑ­πὸ τοὺς ἤ­χους μιᾶς μου­σι­κῆς τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἦ­ταν σὲ θέ­ση ν’ ἀ­κού­σει. Κοι­τοῦ­σε μέ­σα στὸ βά­ζο ὧ­ρες πολ­λές. Τὸ φῶς μέ­σα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἦ­ταν μουν­τὸ καὶ γκρί­ζο, δὲν ἦ­ταν πίσ­σα σκο­τά­δι. Ὅ­σο γιὰ τὴν τρο­φή της, πό­τε-πό­τε τσιμ­πo­λο­γοῦ­σε λί­γο τυ­ρί, σὰν τὰ πον­τί­κια. Κά­ποι­ες ἄλ­λες φο­ρές, ἄ­νοι­γε ἕ­να γι­α­ούρ­τι στὴν ἄ­κρη καὶ ρου­φοῦ­σε λι­χού­δι­κα τὴν κρέ­μα φρά­ου­λα. Ἀ­πέ­φευ­γε γε­νι­κῶς τὰ κα­ρυ­κεύ­μα­τα, τὸ ταμ­πά­σκο, τὴ σάλ­τσα χό­ι­σιν καὶ τὴν κά­πα­ρη, ποὺ ἦ­ταν τρα­γα­νι­στή, μό­λις τὴν ἄ­νοι­γες. Τρο­φὲς ποὺ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως δύ­σκο­λα θὰ τὶς ἔ­τρω­γε κα­νεὶς σκέ­τες.

       Ἡ γυ­ναί­κα κρύ­ω­νε συ­νέ­χεια.

       Κα­θη­με­ρι­νά, λε­πτὰ δά­χτυ­λα μὲ γυ­α­λι­στε­ρὰ νύ­χια το­πο­θε­τοῦ­σαν στὸ ψυ­γεῖ­ο τσάν­τες ποὺ πε­ρι­εῖ­χαν κο­λα­τσιὸ καὶ πά­νω τους ἦ­ταν γραμ­μέ­νο «Ἔι­μος» μὲ μαῦ­ρο μαρ­κα­δό­ρο, ἐ­νί­ο­τε καὶ μὲ κη­ρομ­πο­γιά, μὲ τὸ τρα­χὺ ἀ­πο­τύ­πω­μα τὸ ὁ­ποῖο ἀ­φή­νουν τὰ παι­διά. Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο κοι­τοῦ­σε πάν­το­τε μέ­σα στὶς χαρ­το­σα­κοῦ­λες. Συ­νή­θως ἦ­ταν κά­ποι­ο σάν­του­ιτς, συ­χνὰ ἦ­ταν σάν­του­ιτς μὲ τό­νο, κα­μιὰ φο­ρὰ ἦ­ταν ψω­μὶ μὲ φι­στι­κο­βού­τυ­ρο καὶ μαρ­με­λά­δα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μι­κρὴ γυ­ναί­κα ἔ­βρι­σκε φο­βε­ρὰ ἑλ­κυ­στι­κό. Ἐ­νί­ο­τε ἔ­βρι­σκε ἀ­πο­μει­νά­ρια γεύ­μα­τος μέ­σα σὲ πλα­στι­κὰ τά­περ. Τυ­ρά­κια μέ­σα σὲ κόκ­κι­νο γυ­α­λι­στε­ρὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα, πλα­στι­κὰ σα­κου­λά­κια μὲ πα­τα­τά­κια, σο­κο­λά­τες. Καὶ ὅ­λες τὶς φο­ρές, ἕ­να ση­μεί­ω­μα σὲ δι­πλω­μέ­νο χαρ­τά­κι. Σὲ σε­λί­δες σκι­σμέ­νες ἀ­πὸ κά­ποι­ο ση­μει­ω­μα­τά­ριο ἦ­ταν προ­χει­ρο­γραμ­μέ­νο, μὲ τὸν ἴ­διο χον­τρὸ μαρ­κα­δό­ρο ποὺ εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ καὶ γιὰ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό της τσάν­τας, κά­τι σὰν σύν­το­μο ἐ­ρω­τι­κὸ γράμ­μα.

       Σ’ ἀ­γα­πῶ! Νὰ τὸ θυ­μᾶ­σαι!, Εἶ­σαι ὁ κα­λύ­τε­ρος!, Κύ­κλω­σε τὸ σω­στό: Μὲ ἀ­γα­πᾶς; Ναὶ / Ὄ­χι. Θύ­μι­ζαν ὅ­λα γυ­μνά­σιο, ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν δι­πλω­μέ­να σὲ μι­κρὰ χάρ­τι­να μπα­λά­κια, μὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὰ ἔ­κα­νε νὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­ξι­α­γά­πη­τα. Τὸ σκλη­ρὸ μα­νι­κιοὺρ στὰ νύ­χια ἔ­κρυ­βε κα­τὰ βά­θος μιὰ γλυ­κιὰ καρ­δού­λα.

       Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς νὰ ἔ­μοια­ζε ὁ Ἔι­μος. Πέ­ρα­σαν μῆ­νες καὶ ξε­θάρ­ρε­ψε πα­ρα­κο­λου­θών­τας τὸν Ἔι­μος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται. Ἡ γυ­ναί­κα του, κα­τὰ τὰ φαι­νό­με­να, ἦ­ταν σπα­νι­ό­τε­ρα τρι­γύ­ρω. Ἐν μέ­σῳ βά­λε-βγά­λε μι­σο­φα­γω­μέ­νης πί­τσας καὶ ἀλ­λαν­τι­κῶν, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἐ­ρω­τεύ­τη­κε. Μαῦ­ρα κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους καὶ στὰ χέ­ρια τοῦ Ἔι­μος. Πρά­σι­να μά­τια σὰν φέ­τες μο­σχο­λέ­μο­νο στὸ πρό­σω­πό του. Πυ­κνὰ φρύ­δια, τὸ ἕ­να πάν­τα ση­κω­μέ­νο. Ἦ­ταν πάν­τα μὲ τὸ χα­μό­γε­λο ὅ­ταν ἐ­πι­θε­ω­ροῦ­σε τὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα γού­στα­ρε ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ δὲν ἤ­θε­λε πο­λὺ γιὰ νὰ χα­ρεῖ.

       Κά­ποι­ο πρω­ι­νὸ ἐ­πά­νω στὴν ὀ­νει­ρο­πό­λη­ση, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο δὲν πή­δη­ξε γιὰ νὰ κρυ­φτεῖ μό­λις ὁ Ἔι­μος ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ ψυ­γεί­ου. Ἔ­πι­α­σε ἀ­φη­ρη­μέ­νος τὴν κέ­τσαπ καὶ ξαφ­νι­ά­στη­κε βλέ­πον­τας την. Τό­τε ἔ­σκυ­ψε καὶ εἶ­δε τὸ σῶ­μα τῆς μι­κρῆς γυ­ναί­κας, ἡ ὁ­ποί­α στη­ρι­ζό­ταν σ’ ἕ­να μπου­κά­λι σάλ­τσα σρι­ρά­τσα, συλ­λέ­γον­τας στα­γό­νες μὲ τὰ δά­χτυ­λά της καὶ γλεί­φον­τας τες, σου­φρώ­νον­τας τὰ λι­λι­πού­τεια χεί­λη της ἀ­πὸ τὸ κά­ψι­μο.

       «Γειά σου», εἶ­πε ὁ Ἔι­μος. Πά­ρα πο­λὺ δυ­να­τά, γι’ αὐ­τὸ ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα ἔ­πε­σε πί­σω, γρή­γο­ρα ὅ­μως ξα­να­στά­θη­κε στὰ πό­δια-ὀ­δον­το­γλυ­φί­δες της.

       «Γειά», ἔ­κα­νε τὰ μαλ­λιά της πέ­ρα καὶ φά­νη­κε τὸ πρό­σω­πό της.

       «Τί κά­νεις ἐ­δῶ μέ­σα;», ρώ­τη­σε ὁ Ἔι­μος.

       «Μὲ προ­σέ­λα­βε τὸ ὑ­γει­ο­νο­μι­κό. Ἔ­χουν ἀρ­χί­σει καὶ χα­λᾶ­νε δι­ά­φο­ρα. Τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γι­α­ούρ­τι μὲ μύρ­τι­λο ἔ­χει λή­ξει ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ μῆ­νες;»

       «Τὸ ξέ­ρω, ναί», εἶ­πε. Συ­νο­φρυ­ω­μέ­νος. Ἔ­πι­α­σε τὸ γι­α­ούρ­τι καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε στὰ σκου­πί­δια ποὺ ἦ­ταν πί­σω του. «Πά­ει αὐ­τό. Τί ἄλ­λο;»

       «Αὐ­τὴ ἡ σάλ­τσα μή­λου. Δὲν ἔ­χει λή­ξει ἀ­κό­μη, ἔ­χει ὅ­μως πιά­σει μού­χλα πά­νω-πά­νω», εἶ­πε, δεί­χνον­τας τὸ βά­ζο. Τὸ ἔ­πι­α­σε, τὸ ἔ­ρι­ξε πί­σω του.

       «Ὡ­ραῖ­α, τί ἄλ­λο ἔ­χου­με;» Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ τοῦ δώ­σει ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο κρέ­ας τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το, ὅ­ταν ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Ἔι­μος ἦρ­θε πί­σω του.

       «Κλεῖ­σε τὴν πόρ­τα», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Προ­σπα­θῶ ν’­ἀ­πο­φα­σί­σω τί θὰ φά­ω», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Ἔι­μος, δί­χως νὰ πά­ρει τὸ βλέμ­μα του μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ γυ­ναί­κα στὸ ρά­φι.

       «Τὸ ψυ­γεῖ­ο βγά­ζει κρύ­ο», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Ἔ­χει ἤ­δη πολ­λὴ ψύ­χρα ἐ­δῶ ἔ­ξω», εἶ­πε ὁ Ἔι­μος. Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο μει­δί­α­σε καί, πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τοῦ Ἔι­μος, ἕ­να χλω­μὸ χέ­ρι ἔ­κα­νε τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὴν πόρ­τα καὶ τὴν ἔ­κλει­σε μὲ δύ­να­μη. Ἡ μι­κρὴ γυ­ναί­κα ἔ­μει­νε στὸ ρά­φι, πα­ρέ­α μὲ τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο ἠ­λε­κτρι­κὸ βου­η­τὸ τοῦ ψυ­γεί­ου καὶ τὸ μουν­τό, γκρί­ζο ψύ­χος.

       Ὁ Ἔι­μος ἄρ­χι­σε ν’­ἀ­φή­νει μι­κρο­πραγ­μα­τά­κια γιὰ τὴ γυ­ναί­κα, τρό­φι­μα χω­ρὶς πολ­λὰ ὑ­γρὰ – το­στά­κια, μπι­σκό­τα γε­μι­στά, δη­μη­τρια­κὰ σὲ σχῆ­μα δα­χτυ­λι­διοῦ, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἡ γυ­ναί­κα ἔ­φτια­ξε ἕ­να βρα­χι­ό­λι. Μα­σου­λοῦ­σε τὸ σού­ρου­πο, ὥ­σπου ἔ­φτα­νε ἡ ὥ­ρα τῶν νυ­χτε­ρι­νῶν ἐ­πι­σκέ­ψε­ων τοῦ Ἔι­μος. Με­τα­με­σο­νύ­χτι­ες λι­γοῦ­ρες, ἔ­τσι τὸ ἔ­λε­γε, καὶ φώ­να­ζε δι­και­ο­λο­γί­ες στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ ἦ­ταν στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο. Ἐ­κεί­νη τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε φω­νά­ζον­τας ὅ­τι θὰ χον­τρύ­νει… καὶ ποι­ός θὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ τό­τε;

       Ἦ­ταν ἐν γνώ­σει τους. Ἦ­ταν, ὅ­μως, ἐν­τε­λῶς πα­ρά­λο­γο. Δι­ό­λου πρα­κτι­κό. Δὲν εἶ­χε λο­γι­κὴ τὸ νὰ ἔ­χει σχέ­ση ἕ­νας ἄν­τρας πλή­ρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­νος μὲ μιὰ ἐ­νή­λι­κη τῆς ὁ­ποί­ας οἱ δι­α­στά­σεις ἦ­ταν 7 κου­τα­λι­ὲς τῆς σού­πας.

       Ἡ γυ­ναί­κα, ἀ­πελ­πι­σμέ­νη μὲ τὰ ψί­χου­λα στὰ ρά­φια τοῦ ψυ­γεί­ου φώ­να­ξε τὸν Ἔι­μος νὰ ἔρ­θει. Ποι­ός πε­ρι­μέ­νεις νὰ τὰ κα­θα­ρί­σει αὐ­τά;! Τό­σος θυ­μὸς γιὰ ἕ­να πταῖ­σμα. Ἔ­πα­ψε νὰ παίρ­νει μα­ζί του τὶς τσάν­τες μὲ τὸ κο­λα­τσιὸ στὴ δου­λειά. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ γυ­ναί­κα στα­μά­τη­σε νὰ τοῦ ἀ­φή­νει ση­μει­ώ­μα­τα στὶς τσάν­τες τοῦ κο­λα­τσιοῦ. Ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σε ἐν­τε­λῶς νὰ τοῦ ἑ­τοι­μά­ζει κο­λα­τσιό.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο και­ρό, τὸ ψυ­γεῖ­ο τὸ ἄ­νοι­γε μό­νο ἡ γυ­ναί­κα. Ὁ Ἔι­μος ἔ­λει­ψε γιὰ μιὰ μέ­ρα, γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα, ὕ­στε­ρα γιὰ ἕ­ναν μή­να.

       Θλιμ­μέ­νη ὅ­πως ἦ­ταν, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἔ­πι­νε μπί­ρα ἤ­δη σερ­βι­ρι­σμέ­νη καὶ  ξε­θυ­μα­σμέ­νο κα­φέ, ποὺ τὰ εἶ­χε πα­ρα­τή­σει ἐ­κεῖ ἡ γυ­ναί­κα. Τὸ μα­ρού­λι μα­ραι­νό­ταν, ἔ­πει­τα γι­νό­ταν κολ­λῶ­δες, ἔ­πει­τα μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη ὑ­γρὴ μαυ­ρί­λα στὸ βά­θος τοῦ ψυ­γεί­ου· τὸ δι­ά­φα­νο πλα­στι­κὸ κου­τὶ τε­ρά­στιο γιὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πει­ρά­μα­τα. Ἔ­τρω­γε ἀ­να­πο­φλοί­ω­το ρύ­ζι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε πε­τρώ­σει, ἀ­πὸ σχε­δὸν ἀ­νέγ­γι­χτο φα­γη­τὸ σὲ πα­κέ­το. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κι οἱ δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες τὸ ἔ­τρω­γαν. Μοι­ρά­ζον­ταν ἀ­πὸ κοι­νοῦ τα ἄ­θλια ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ ψυ­γεί­ου ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι – ἀ­π’ αὐ­τὰ πού σου δί­νουν πά­γο καὶ φιλ­τρα­ρι­σμέ­νο νε­ρό, ἐ­φό­σον τὸ ζη­τή­σεις.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­νοι­ξε τὸ ψυ­γεῖ­ο, κοί­τα­ξε μέ­σα, ἔ­κλει­σε τὸ ψυ­γεῖ­ο, χω­ρὶς νὰ πά­ρει τί­πο­τα. Ἡ γυ­ναί­κα στά­θη­κε στὴν πα­γω­νιὰ τοῦ ψυ­γεί­ου μὲ κα­τα­κόκ­κι­να μά­τια. Ἡ γυ­ναί­κα ἤ­πι­ε τὸ ζου­μὶ ἀ­πὸ τὸ δί­χως πί­κλες βά­ζο μὲ τὶς πί­κλες· τὸ ἔ­βα­λε πί­σω στὴ θέ­ση του. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­τρι­ψε τὸ συρ­τά­ρι γιὰ τὰ λα­χα­νι­κὰ καὶ τὰ φροῦ­τα. Ἡ γυ­ναί­κα πέ­τα­ξε στὰ σκου­πί­δια τὰ κα­ρυ­κεύ­μα­τα.

       Δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴν πα­ρου­σί­α τῆς γυ­ναί­κας στὸ ψυ­γεῖ­ο, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­χε πλέ­ον καὶ πολ­λὰ μέ­ρη γιὰ νὰ κρυ­φτεῖ. Μιὰ μέ­ρα, ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα τοῦ ψυ­γεί­ου ἀ­νοι­χτή. Λι­γά­κι μό­νο. Τὸ ψύ­χος ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα σή­κω­σε καὶ χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα στὰ ξύ­λι­να πα­τώ­μα­τα, ἔ­ξω καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ ψυ­γεῖ­ο. Τὸ φῶς σὰν σκό­νη ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν ἥ­λιο, ἦ­ταν ὅ­μως ἑλ­κυ­στι­κό. Σκέ­φτη­κε νὰ πη­δή­ξει. Σκέ­φτη­κε νὰ γί­νει κα­πνός. Τό­τε, ὅ­μως, ἡ γυ­ναί­κα πρό­σε­ξε τὸ λά­θος της, ἔ­κλει­σε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα, πι­ά­νον­τας σχε­δὸν τὰ μαλ­λιὰ τῆς μι­κρο­σκο­πι­κῆς γυ­ναί­κας. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα ἔ­πε­σε πί­σω καὶ γιὰ μέ­ρες δὲν ξα­να­εμ­φα­νί­στη­κε κα­νείς.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­ρι­ξε μί­α στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπου­κά­λι μπί­ρα ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει. Μὲ τὴν πλά­τη κόν­τρα στὸ γυα­λί, γυα­λὶ κρὺo καὶ μὲ στα­γο­νί­δια, ἔ­νι­ω­σε πί­ε­ση στὰ μά­τια, οἱ φλέ­βες στὸν λαι­μό της πε­τά­χτη­καν ἔ­ξω. Στὴν ἐ­τι­κέ­τα, ἕ­νας δρά­κος κα­θό­ταν σὲ μιὰ κού­νια. Ἐ­πι­κίν­δυ­νος, με­λαγ­χο­λι­κὸς ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Τὸν συ­ναι­σθα­νό­ταν. Ἔ­δω­σε ἄλ­λη μί­α στὸ μπου­κά­λι κι αὐ­τὸ ἔ­πε­σε μ’ ἕ­ναν με­ταλ­λι­κὸ κρό­το. Ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ βγά­λει τὸ κα­πά­κι. Ἦ­ταν πε­ρι­στρε­φό­με­νο. Μὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κορ­μί της γυρ­νοῦ­σε γύ­ρω-γύ­ρω. Καὶ τό­τε: μιὰ στα­γό­να μπί­ρα. Γκλούπ, γκλούπ, γκλοὺπ βγῆ­κε τὸ κε­χριμ­πα­ρέ­νιο ὑ­γρό. Ἡ γυ­ναί­κα γλί­στρη­σε στὸ ἀ­πο­κά­τω ρά­φι. Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα της γιὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μη νὰ τὸ ὑ­πο­δε­χτεῖ· ὁ κα­τα­κλυ­σμὸς μπί­ρας τὴν ἔ­πνι­ξε. Ἦ­ταν πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ ὅ,τι τὸ μι­κρό της σῶ­μα ἦ­ταν σὲ θέ­ση ν’ ἀν­τέ­ξει. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βά­λει φρέ­νο. Πά­λευ­ε καὶ ν’ ἀ­να­σά­νει ἀ­κό­μη. Πνι­γό­ταν. Ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα κι ὕ­στε­ρα σω­ρι­ά­στη­κε κά­τω. Τὸ ρά­φι στὴν πλά­τη της ἦ­ταν κρύ­ο.

       Ὁ Ἔι­μος ἐ­πέ­στρε­ψε. Δὲν θὰ ξα­να­γί­νει, συμ­βαί­νουν αὐ­τά, ὅ­πως εἶ­πε στοὺς φί­λους του. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε σὲξ μὲ τὴ μέλ­λου­σα πρώ­ην του, ὁ Ἔι­μος σύρ­θη­κε καὶ ἄ­φη­σε πί­σω το ρο­χα­λη­τό της καὶ τὸ κου­λου­ρι­α­σμέ­νο της κορ­μὶ καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να. Εἶ­χε σχε­δὸν ξη­με­ρώ­σει κι ἕ­να ἁ­πα­λὸ φῶς ἔμ­παι­νε λί­γο-λί­γο μέ­σα ἀ­πὸ βρό­μι­κα πα­ρά­θυ­ρα. Πῆ­γε στὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ μη­χα­νὴ γιὰ πά­γο ἔ­βγα­λε τὰ ὁ­μοι­ό­μορ­φα πα­γά­κια της. Δα­χτυ­λι­ὲς λέ­ρω­σαν τὴν πόρ­τα ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι.

       Τὴ βρῆ­κε μέ­σα, τὸ λι­λι­πού­τει­ο στό­μα της ἀ­νοι­χτό, τὰ μπρά­τσα της δυ­ὸ εὔ­θραυ­στες μα­κρό­στε­νες μά­ζες. Τὸ ἀλ­κο­ὸλ κολ­λοῦ­σε καὶ σκέ­πα­ζε τὸ κορ­μί της καὶ τὰ πα­ρα­δι­πλα­νὰ ρά­φια. Τσίμ­πη­σε τὸ μι­κρὸ κορ­μί της μὲ τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του καὶ το­πο­θέ­τη­σε μ’ αὐ­τὰ τὸ κε­φά­λι της στὴν ἄ­κρη τοῦ δεί­χτη του. Μὲ τὸ ποὺ τὴν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν νε­ρο­χύ­τη, εἶ­δε στὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι τὴ θαμ­πὴ ἀν­τα­νά­κλα­ση ἀ­πὸ τὶς ξαν­θι­ές της μποῦ­κλες. Ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. Μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη ν’ ἀ­κού­σει τὸ ρο­χα­λη­τὸ τῆς ὄ­χι-γυ­ναί­κας του ἀ­πὸ τὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­στα­ση ἀ­κου­γό­ταν ἀρ­κε­τὰ πνι­χτό, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι πάν­τως ἦ­ταν θο­ρυ­βῶ­δες. Πί­ε­σε τὸ στῆ­θος τῆς μι­κρῆς γυ­ναί­κας μὲ τὸ δά­χτυ­λό του. Πί­ε­σε. Φύ­ση­ξε λί­γο ἄ­ε­ρα μέ­σα στὸ στό­μα της, ὅ­πως θὰ φυ­σοῦ­σε μιὰ βλε­φα­ρί­δα στὸ δά­χτυ­λό του γιὰ νὰ φύ­γει. Σπρῶ­ξε. Φύ­ση­ξε. Σπρῶ­ξε. Φύ­ση­ξε. Οἱ βλε­φα­ρί­δες της τρε­μό­παι­ξαν. Τὰ χεί­λη της συ­σπά­στη­καν. Ἔ­βη­ξε. Κε­χριμ­πα­ρέ­νιο ὑ­γρὸ ξε­πή­δη­σε σὰν πί­δα­κας ἀ­πὸ μέ­σα της, ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ γε­μί­σει μιὰ δα­χτυ­λή­θρα. Ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της καὶ σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι της. Ἀ­να­γνώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως τὰ μα­κριά, ἄ­γρια, κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ στοὺς ὤ­μους κι ὕ­στε­ρα κα­τέ­βα­σε πά­λι τὸ κε­φά­λι. Ὁ Ἔι­μος τὴν το­πο­θέ­τη­σε σὲ μιὰ πιά­στρα κου­ζί­νας, τῆς εἶ­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἕ­να λε­πτό.

       Πῆ­ρε ἕ­να πα­νὶ κου­ζί­νας γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα. Σκού­πι­σε καὶ τὸν πάγ­κο. Ἐ­ξέ­τα­σε ἐ­πι­στα­μέ­νως καὶ τὸ φουρ­νά­κι καὶ τὰ μι­κρο­κύ­μα­τα. Δὲν εἶ­χε μι­κρο­σκο­πι­κὲς γυ­ναῖ­κες ἐ­κεῖ. Ἄ­ρα­γε ὑ­πῆρ­χαν ἀ­νέ­κα­θεν γυ­ναῖ­κες στὶς γω­νί­ες καὶ στὶς ρωγ­μὲς τοῦ κό­σμου καὶ κα­τεύ­θυ­ναν τὴ ζω­ή; Ἦ­ταν σκό­πι­μο νὰ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­φα­νεῖς; Μὰ αὐ­τὸς τὴν εἶ­χε προ­σέ­ξει. Ἄ­ρα­γε αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε καὶ σὲ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους; Μὲ μιὰ πε­τσέ­τα γιὰ τὰ πιά­τα καὶ μ’ ἕ­να κα­θα­ρὸ σφουγ­γά­ρι ἔ­φτια­ξε ἕ­να κρε­βά­τι γιὰ τὴ μι­κρὴ γυ­ναί­κα μέ­σα σ’ ἕ­να πλα­στι­κὸ δο­χεῖ­ο ἀ­πο­θή­κευ­σης. Κα­θά­ρι­σε ἀ­πὸ τὶς δα­χτυ­λι­ὲς τὸ ψυ­γεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι στὴν κου­ζί­να μὲ τὸν γρα­νι­τέ­νιο πάγ­κο στὴν προ­σφά­τως ἀ­να­και­νι­σμέ­νη μο­νο­κα­τοι­κί­α στὰ προ­ά­στια.



Πη­γή: Ἰ­στο­σε­λί­δα Bartleby Snopes

http://www.bartlebysnopes.com/stories/domestic-appliance.html?fbclid=IwAR2w49ilS7ouhLgx4yTEMXqVhDZ6LP3sYwPaiI-q9NKaUfaQUsQCW7FHuOI

Τζέ­νι­φερ Φλὶς (Jennifer Fliss) γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δο­κί­μιο καὶ ἔ­χει γιὰ βά­ση της τὸ Σιά­τλ. Δου­λειά της ἔ­χει πα­ρου­σια­στεῖ στὰ PANKThe RumpusThe Citron ReviewNecessary FictionMonkeybicycle καὶ ἀλ­λοῦ. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὴ βρεῖ στὸ Twitter, στὸ @JFlissCreative ἀλ­λὰ καὶ στὸν προ­σω­πι­κό της ἱ­στό­το­πο:

 www.jenniferflisscreative.com.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξαι ­πὲρ ­μοῦ, πά­τερ


ΔΙΗΓΗΣΑΤΟ τις τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῖν ἐν Θε­ου­πό­λει, λέ­γων, ὅ­τι.

       Ἀ­νήλ­θο­μεν ἐν μιᾷ εἰς τὸ ὄ­ρος τὸ Ἀ­μα­νόν, διά τι­να χρεί­αν, καὶ εὗ­ρον σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θὼν εὑ­ρί­σκω ἀ­να­χω­ρη­τὴν κλί­ναν­τα μὲν τὰ γό­να­τα αὐ­τοῦ, τὰς δὲ χεῖ­ρας ἐ­κτε­τα­μέ­νας ἔ­χον­τα εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, ἔ­χον­τα δὲ καὶ τὰς τρί­χας τῆς κε­φα­λῆς ἕ­ως ἐ­δά­φους. Ἐ­γὼ δὲ νο­μί­σας αὐ­τὸν ζῇν, ἔ­βα­λον αὐ­τῷ με­τά­νοι­αν, λέ­γων.

       «Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ.»

       Ὡς οὖν οὐ­δὲν ἀ­πε­κρί­θη μοι, ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θον πλη­σί­ον αὐ­τοῦ ἀ­σπά­ζε­σθαι αὐ­τὸν καὶ κρα­τή­σας αὐ­τὸν εὗ­ρον αὐ­τὸν νε­κρὸν καὶ ἐ­ά­σας ἐ­ξῆλ­θον. Ἀ­πελ­θὼν ὀ­λί­γον, θε­ω­ρῶ ἄλ­λο σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θών, εὗ­ρον γέ­ρον­τα. Ὁ δὲ λέ­γει μοι.

       «Κα­λῶς ἦλ­θες, ἀ­δελ­φέ· εἰ­σῆλ­θες εἰς τὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ον τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Ἐ­γὼ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πον αὐ­τῷ.

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ λέ­γει μοι.

       «Μή τι ἐ­κεῖ­θεν ἔ­λα­βες;»

       Καὶ εἶ­πον.

       «Οὔ.»

       Τό­τε λέ­γει μοι.

       «Φύ­σει, ἀ­δελ­φέ, ἔ­χει ὁ γέ­ρων τε­λει­ω­θεὶς ἔ­τη δε­κα­πέν­τε.»

       Οὕ­τω δὲ ἦν ὡς πρὸ μιᾶς ὥ­ρας κοι­μη­θεὶς καὶ ποι­ή­σαν­τός μοι τοῦ γέ­ρον­τος εὐ­χήν, ἀ­νε­χώ­ρη­σα δο­ξά­ζων τὸν Θε­όν.


Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ

ΚΑΠΟΙΟΣ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες στὴν Θε­ού­πο­λη μᾶς δι­η­γή­θη­κε λέ­γον­τάς μας τὰ ἑ­ξῆς:

       Ἀ­νε­βή­κα­με μιὰ φο­ρὰ στὸ Ἀ­μια­νὸ ὄ­ρος γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, καὶ βρῆ­κα ἕ­να σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βρί­σκω ἕ­ναν ἀ­να­χω­ρη­τὴ νὰ ἔ­χει πέ­σει στὰ γό­να­τα, νἄ­χει ἁ­πλώ­σει τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς του νὰ φτά­νουν μέ­χρι τὸ ἔ­δα­φος. Κι ἐ­γὼ ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι ζεῖ τοῦ βά­ζω με­τά­νοι­α καὶ τοῦ λέ­ω:

       «Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ.»

       Κα­θὼς λοι­πὸν δὲν μοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τί­πο­τα, ση­κώ­θη­κα πῆ­γα κον­τά του νὰ τὸν ἀ­σπα­στῶ κι ὅ­πως τὸν ἔ­πια­σα τὸν βρῆ­κα νε­κρὸ καὶ τὸν ἄ­φη­σα κι ἔ­φυ­γα. Κι ἀ­φοῦ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα λί­γο, βλέ­πω ἄλ­λο σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βλέ­πω ἄλ­λον γέ­ρον­τα. Καὶ μοῦ λέ­ει:

        «Κα­λῶς ἦρ­θες, ἀ­δελ­φέ. Μπῆ­κες στὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ο, τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Κι ἐ­γὼ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κα καὶ τοῦ εἶ­πα:

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ μοῦ λέ­ει:

       «Μή­πως πῆ­ρες τί­πο­τα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ;»

       Καὶ εἶ­πα:

       «Ὄ­χι.»

       Τό­τε μοῦ λέ­ει:

       «Ἀ­δελ­φέ, ὁ γέ­ρων φύ­σει ἔ­χει τε­λευ­τή­σει ἐ­δῶ καὶ δε­κα­πέν­τε χρό­νια.»

       Κι ἦ­ταν ἔ­τσι σὰ νὰ ἐ­κοι­μή­θη πρὶν ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, κι ἀ­φοῦ μοὔ­δω­σε ὁ γέ­ρον­τας εὐ­χὴ ἔ­φυ­γα δο­ξά­ζον­τας τὸν Θε­ό.

[Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 172-173.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Ἀ­νέ­γνων καὶ δι­ορ­θω­σά­μην!



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Ἀ­νέ­γνων καὶ δι­ορ­θω­σά­μην!


ΙΗΓΗΣΑΤΟ ἡ­μῖν καὶ τοῦ­το ὁ ἀβ­βᾶς Μη­νᾶς, ὁ κοι­νο­βιά­ρχης τοῦ αὐ­τοῦ κοι­νο­βί­ου, ὅ­τι ἀ­κη­κό­ει τοῦ αὐ­τοῦ ἀβ­βᾶ Εὐ­λο­γί­ου πά­πα Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, λέ­γον­τος, ὅ­τι:

       «Ἀ­νελ­θὼν ἐν Κων­σταν­τι­νου­πό­λει τῷ ἀρ­χι­δι­α­κό­νῳ Ρώ­μης τῷ κυ­ρῷ Γρη­γο­ρί­ῳ ἀν­δρὶ ἐ­να­ρέ­τῳ, δι­η­γή­σα­τό μοι πε­ρὶ τοῦ ἁ­γι­ω­τά­του καὶ μα­κα­ρι­ω­τά­του Λέ­ον­τος τοῦ πά­πα Ρώ­μης, ὅ­τι ἐμ­φέ­ρε­ται ἐν τῇ Ἐκ­κλη­σί­ᾳ Ρώ­μης ἐγ­γρά­φως. Γρά­ψας τὴν ἐ­πι­στο­λὴν πρὸς τὸν ἐν ἁ­γί­οις Φλα­βια­νὸν τὸν πα­τριά­ρχην Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, κα­τὰ Εὐ­τυ­χέ­ως καὶ Νε­στο­ρί­ου τῶν δυ­σω­νύ­μων, τέ­θη­κεν αὐ­τὴν ἐν τῷ τά­φῳ τοῦ κο­ρυ­φαί­ου τῶν ἀ­πο­στό­λων Πέ­τρου καὶ δε­ή­σε­σι καὶ νη­στεί­αις καὶ χα­μευ­νί­αις σχο­λά­σας ἐ­δέ­ε­το τοῦ πρω­το­στά­του τῶν μα­θη­τῶν, λέ­γων:

      »“Ὅ,τι ὡς ἄν­θρω­πος πα­ρέ­λει­ψα, αὐ­τὸς ὡς πε­πι­στευ­μέ­νος τὴν Ἐκ­κλη­σί­αν καὶ τὸν θρό­νον πα­ρὰ τοῦ Κυ­ρί­ου καὶ Θε­οῦ καὶ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στοῦ, δι­όρ­θω­σαι.”

       »Με­τὰ τεσ­σα­ρά­κον­τα ἡ­μέ­ρας ὤ­φθη αὐ­τῷ ὁ ἀ­πό­στο­λος εὐ­χο­μέ­νῳ καὶ λέ­γει αὐ­τῷ:

       “Ἀ­νέ­γνων καὶ δι­ορ­θω­σά­μην.”

       »Καὶ ὡς λα­βὼν τὴν ἐ­πι­στο­λὴν ἐκ τοῦ τά­φου τοῦ ἁ­γί­ου Πέ­τρου, ἀ­νέ­πτυ­ξε καὶ εὗ­ρε χει­ρὶ τοῦ ἀ­πο­στό­λου δι­ορ­θω­θεῖ­σαν.»


Τὸ δι­ά­βα­σα καὶ τὸ δι­όρ­θω­σα!

Ὁ ἀβ­βᾶς Μη­νᾶς, ὁ κοι­νο­βιά­ρχης τοῦ ἴ­διου κοι­νο­βί­ου, μᾶς δι­η­γή­θη­κε καὶ τοῦ­το, πὼς δη­λα­δὴ εἶ­χε ἀ­κού­σει ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο τὸν ἀβ­βᾶ Εὐ­λό­γιο, τὸν ἐ­πί­σκο­πο Ἀ­λε­ξαν­δρεί­ας, ποὺ ἔ­λε­γε:

       «Πῆ­γα στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη στὸν ἀρ­χι­δι­ά­κο­νο τῆς Ρώ­μης τὸν κυ­ρὸ Γρη­γό­ριο, ἄν­δρα ἐ­νά­ρε­το, καὶ μᾶς δι­η­γή­θη­κε γιὰ τὸν ἁ­γι­ό­τα­το καὶ μα­κα­ρι­ό­τα­το Λέ­ον­τα, τὸν πά­πα τῆς Ρώ­μης, ποὺ ἀ­να­φέ­ρε­ται γρα­πτῶς σ’ ἐ­πι­στο­λὴ τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας τῆς Ρώ­μης. Ὅ­ταν ἔ­γρα­ψε τὴν ἐ­πι­στο­λὴ πρὸς τὸν Φλα­βια­νὸ τὸν πα­τριά­ρχη Κων­σταν­τι­νου­πό­λε­ως, ἐ­ναν­τί­ον τῶν κα­κω­νύ­μων Εὐ­τυ­χέ­ως καὶ Νε­στο­ρί­ου, ἔ­βα­λε αὐ­τὸ τὸ γράμ­μα στὸν τά­φο τοῦ κο­ρυ­φαί­ου τῶν ἀ­πο­στό­λων Πέ­τρου καὶ μὲ δε­ή­σεις καὶ νη­στεῖ­ες καὶ ὕ­πνους κα­τα­γῆς πα­ρα­κα­λοῦ­σε τὸν πρω­το­στά­τη τῶν μα­θη­τῶν, λέ­γον­τας:

       “Σὰν ἄν­θρω­πος πα­ρέ­λει­ψα, ἐ­σὺ ὅ­μως ποὺ σοῦ ἔ­χει ἐμ­πι­στευ­θεῖ ὁ Κύ­ριος καὶ Θε­ὸς καὶ Σω­τή­ρας μας Ἰ­η­σοῦς Χρι­στὸς τὴν Ἐκ­κλη­σί­α καὶ τὸν θρό­νο, δι­όρ­θω­σέ το.”

       »Με­τὰ σα­ράν­τα μέ­ρες ἐμ­φα­νί­σθη­κε σ’ αὐ­τὸν ὁ ἀ­πό­στο­λος καὶ τοῦ λέ­ει:

       “Τὸ δι­ά­βα­σα καὶ τὸ δι­όρ­θω­σα.”

       »Πράγ­μα­τι ἀ­φοῦ πῆ­ρε τὴν ἐ­πι­στο­λὴ ἀ­πὸ τὸν τά­φο τοῦ ἁ­γί­ου Πέ­τρου, τὴν ἄ­νοι­ξε καὶ τὴν βρῆ­κε δι­ορ­θω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ ἀ­πο­στό­λου.»



Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 266-267.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Σαρακηνός τις Ἕλλην



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Σαρακηνός τις Ἕλλην


ΔΙΗΓΗΣΑΤΟ Σα­ρα­κη­νός τις Ἕλ­λην εἰς τὸ Κλῖ­σμα τοῖς πο­λι­τευ­ο­μέ­νοις καὶ ἡ­μῖν λέ­γων, ὅ­τι.

       Ἀ­πῆλ­θον ἐ­πὶ τὸ ὄ­ρος τοῦ ἀβ­βᾶ Ἀν­τω­νί­ου, ἵ­να θη­ρεύ­σω. Ὡς οὖν ὑ­πή­γα­γον, θε­ω­ρῶ εἰς ὄ­ρος μο­να­χὸν κα­θή­με­νον, κρα­τοῦν­τα βι­βλί­ον καὶ ἀ­να­γι­νώ­σκον­τα. Ἀ­νῆλ­θον οὖν πρὸς αὐ­τόν, σί­ναι αὐ­τόν, τά­χα δὲ καὶ φο­νεῦ­σαι. Ὡς ἦλ­θον πλη­σί­ον αὐ­τοῦ, ἐ­ξέ­τει­νε τὴν χεῖ­ρα αὐ­τοῦ τὴν δε­ξιὰν πρός με, εἰ­πών.

       «Στῆ­θι.»

       Ἐ­ποί­η­σα δύ­ο νυ­χθή­με­ρα, μὴ δυ­νη­θεὶς ὅ­που κι­νη­θῆ­ναι ἀ­πὸ τοῦ τό­που. Τό­τε λέ­γω αὐ­τῷ.

       «Τὸν Θε­όν, ὃν σέ­βεις, ἀ­πό­λυ­σόν με.»

       Ὁ δὲ λέ­γει μοι.

       «Πο­ρεύ­ου εἰς εἰ­ρή­νην.»

       Καὶ οὕ­τως ἠ­δυ­νή­θην ἀ­να­χω­ρῆ­σαι ἀ­πὸ τοῦ τό­που, οὗ ἦν.


Κά­ποι­ος Σα­ρα­κη­νὸς εἰ­δω­λο­λά­τρης

Κά­ποι­ος Σα­ρα­κη­νὸς εἰ­δω­λο­λά­τρης στὸ Κλί­σμα δι­η­γή­θη­κε σὲ κο­σμι­κοὺς καὶ σὲ μᾶς καὶ μᾶς εἶ­πε:

       Ἀ­νέ­βη­κα στὸ βου­νὸ τοῦ ἀβ­βᾶ Ἀν­τω­νί­ου γιὰ νὰ κυ­νη­γή­σω. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σα ἐ­κεῖ, βλέ­πω πά­νω στὸ βου­νὸ νὰ κά­θε­ται ἕ­νας μο­να­χός, νὰ κρα­τᾶ ἕ­να βι­βλί­ο καὶ νὰ δι­α­βά­ζει. Πλη­σί­α­σα λοι­πὸν πρὸς αὐ­τὸν γιὰ νὰ τὸν πει­ρά­ξω, ἴ­σως καὶ νὰ τὸν σκο­τώ­σω. Μό­λις τὸν πλη­σί­α­σα, ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του τὸ δε­ξὶ πρὸς ἐ­μέ­να καὶ μοῦ εἶ­πε:

       «Στά­σου.»

       Ἔ­με­να δύ­ο ἡ­με­ρό­νυ­χτα μὴ μπο­ρών­τας νὰ κου­νη­θῶ ἀ­πὸ τὸν τό­πο. Τό­τε τοῦ λέ­γω:

       «Στὸ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ποὺ σέ­βε­σαι, ἄ­φη­σέ με νὰ φύ­γω.»

       Καὶ αὐ­τὸς μοῦ λέ­ει:

       «Πή­γαι­νε ἐν εἰ­ρή­νῃ.»

       Ἔ­τσι μπό­ρε­σα νὰ φύ­γω ἀ­πὸ τὸν τό­πο ποὺ ἤ­μουν.


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 262-263.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Οἱ πέντε φυγόκεντρες παρθένες



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Οἱ πέντε φυγόκεντρες παρθένες


ΑΡΕΒΑΛΟΜΕΝ* εἰς τὴν μο­νὴν τῶν Εὐ­νού­χων εἰς τὸν ἅ­γιον Ἰ­ορ­δά­νην, ἐ­γώ τε καὶ ἀ­δελ­φὸς Σω­φρό­νιος καὶ δι­η­γή­σα­το ἡ­μῖν ὁ ἀβ­βᾶς Νι­κό­λα­ος, ὁ πρε­σβύ­τε­ρος τοῦ αὐ­τοῦ μο­να­στη­ρί­ου, λέ­γων, ὅ­τι.

       «Ἐν τῇ χώ­ρᾳ μου (ἦν δὲ Λύ­κιος) μο­να­στή­ριόν ἐ­στι παρ­θέ­νων ὡς ὀ­νο­μά­των τεσ­σα­ρά­κον­τα*. Ἐν τού­τῳ οὖν τῷ μο­να­στη­ρί­ῳ ἐ­βου­λεύ­σαν­το πέν­τε παρ­θέ­νοι φυ­γεῖν νυ­κτὸς ἐκ τοῦ μο­να­στη­ρί­ου καὶ λα­βεῖν ἑ­αυ­ταῖς ἄν­δρας. Ἐν μιᾷ οὖν νυ­κτί, πα­σῶν τῶν μο­να­στρι­ῶν κα­θευ­δου­σῶν, βου­λο­μέ­νων αὐ­τῶν λα­βεῖν τὰ ἱ­μά­τια αὑ­τῶν καὶ φυ­γεῖν, πα­ρα­χρῆ­μα αἱ πέν­τε ἐ­δαι­μο­νί­σθη­σαν. Τού­του γε­νο­μέ­νου οὐκ ἔ­τι ἐ­ξῆλ­θον ἐκ τοῦ μο­να­στη­ρί­ου, ἀλ­λ’ ηὐ­χα­ρί­στουν τῷ Θε­ῷ καὶ ἐ­ξω­μο­λο­γοῦν­το τὰς ἁ­μαρ­τί­ας αὑ­τῶν, λέ­γου­σαι.

       “Εὐ­χα­ρι­στοῦ­μεν τῷ με­γα­λο­δώ­ρῳ Θε­ῷ τῷ ἐ­πά­γον­τι ἡ­μῖν τὴν παι­δεί­αν ταύ­την*, ἵ­να μὴ αἱ ψυ­χαὶ ἡ­μῶν ἀ­πό­λων­ται.”»


πα­ρε­βά­λο­μεν: φτά­σα­με.
ὀ­νο­μά­των τεσ­σα­ρά­κον­τα: σα­ράν­τα προ­σώ­πων.
τῷ ἐ­πά­γον­τι ἡ­μῖν τὴν παι­δεί­αν ταύ­την: ποὺ μᾶς ἔ­δω­σε αὐ­τὴ τὴν τι­μω­ρί­αν.


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 266-267.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Μαρ­τύ­ριον τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­ο­μάρ­τυ­ρος Ἀρ­γυ­ροῦ τοῦ Ἀ­πα­νο­μή­του



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Μαρ­τύ­ριον τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­ο­μάρ­τυ­ρος

Ἀρ­γυ­ροῦ τοῦ Ἀ­πα­νο­μή­του,

Ἀ­θλή­σαν­τος ἐν Θεσ­σα­λο­νί­κῃ, ἐν ἔ­τει 1806. Ἀ­πὸ Χρι­στοῦ.

Οὗ τὴν μνή­μην ἑ­ορ­τά­ζο­μεν τῇ 11 Μα­ΐ­ου.

Με­τα­γρα­φεὶς πα­ρὰ Νι­κη­φό­ρου Ἱ­ε­ρο­μο­νά­χου τοῦ Χί­ου


ΥΤΟΣ ὁ Νέ­ος τοῦ Χρι­στοῦ Ἀ­θλη­τής, ἦ­τον ἀ­πὸ τὴν Ἀ­πα­νο­μήν· τὴν γε­νε­άν του καὶ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν γο­νέ­ων του ἀ­γνο­οῦ­μεν· δι­έ­τρι­βε δὲ εἰς τὴν Θεσ­σα­λο­νί­κην, καὶ ἦ­τον κάλ­φας ἑ­νὸς ῥα­μα­τᾶ. Ἦ­τον ὅ­μως εἷς χα­ρι­τω­μέ­νος νέ­ος κα­θὼς μᾶς τὸν ἱ­στό­ρη­σαν ἀ­ξι­ό­πι­στοι ἄν­θρω­ποι ἀ­πὸ τὴν Θεσ­σα­λο­νί­κην, οἵ­τι­νες τὸν ἐ­γνώ­ρι­σαν· καὶ τοῦ­το εἶ­ναι ἔ­ξω πά­σης ἀμ­φι­βο­λί­ας, ἐ­πει­δὴ δια­τὶ ἦ­τον χα­ρι­τω­μέ­νος, διὰ τοῦ­το καὶ ὁ Θε­ὸς τὸν ἠ­ξί­ω­σε τῆς μαρ­τυ­ρι­κῆς χά­ρι­τος. Τὴν δὲ αἰ­τί­αν τῆς ὑ­πὲρ Χρι­στοῦ Μαρ­τυ­ρί­ας του, καὶ τὸν τρό­πον μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ον ἠ­ξι­ώ­θη τοῦ μα­κα­ρί­ου τέ­λους, θέ­λο­μεν πα­ρα­στή­σει μὲ συν­το­μί­αν, κα­θὼς διὰ γραμ­μά­των μᾶς ἐ­πλη­ρο­φό­ρη­σαν ἄν­θρω­ποι, ὡς εἶ­πον, ἀ­ξι­ό­πι­στοι.

       Εἷς Χρι­στια­νός, λέ­γου­σιν ἀ­πὸ τὸν Σο­χόν, εὑ­ρί­σκε­το εἰς τὴν φυ­λα­κὴν τοῦ Πα­σᾶ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης, διὰ κᾄ­ποι­όν του ἔγ­κλη­μα, καὶ μὴ ἔ­χων νὰ πλη­ρώ­σῃ τὴν πο­σό­τη­τα τῶν χρη­μά­των ὁ­ποῦ τοῦ ἐ­ζή­τει ὁ Πα­σᾶς, τὸν ἐ­φο­βέ­ρι­σεν ἐ­κεῖ­νος νὰ τὸν κρε­μά­σῃ, καὶ αὐ­τὸς ὁ ἄ­φρων φο­βη­θεὶς τὸν θά­να­τον, (ὢ τῆς ἐ­κεί­νου ἀ­θλι­ό­τη­τος!) εἶ­πε πῶς τουρ­κεύ­ει. Λοι­πὸν μὲ αὐ­τὴν τὴν ὑ­πό­σχε­σιν τὸν εὔ­γα­λαν ἀ­πὸ τὴν φυ­λα­κήν, καὶ ὕ­στε­ρον ἀ­πὸ τὴν ἄρ­νη­σιν τῆς θει­ο­τά­της καὶ ἁ­γι­ω­τά­της μας Πί­στε­ως, καὶ τὴν ὁ­μο­λο­γί­αν (φεῦ τῷ ἀ­θλί­ῳ!) τῆς τῶν Ἀ­γα­ρη­νῶν ἀν­τι­χρί­στου πλά­νης, τὸν ἔ­φε­ρον εἰς ἕ­να κα­φε­νέ, εἰς τό­πον λε­γό­με­νον Τα­χτά­κα­λα, διὰ νὰ τὸν σου­νε­τεύ­σουν.

       Λοι­πὸν ὁ παν­τὸς ἀρ­γύ­ρου καὶ χρυ­σοῦ, καὶ παν­τὸς λί­θου τι­μί­ου πο­λύ, μᾶλ­λον δὲ ἀ­συγ­κρί­τως τι­μι­ώ­τε­ρος οὗ­τος Ἀρ­γυ­ρός, ταῦ­τα βλέ­πων, ζή­λῳ θεί­ῳ πυρ­πο­λη­θεὶς τὴν ψυ­χὴν καὶ τὴν καρ­δί­αν, καὶ ὅ­λος ἔν­θους καὶ θε­ό­λη­πτος γε­νό­με­νος, ἀ­ποῤ­ῥί­ψας πάν­τα φό­βον, καὶ τῆς γλυ­κυ­τά­της του ζω­ῆς κα­τα­φρο­νή­σας, ἐ­πή­δη­σε με­τὰ με­γά­λης καὶ θαυ­μα­στῆς ἀν­δρεί­ας καὶ γεν­ναι­ό­τη­τος μέ­σα εἰς τὸν κα­φε­νέ, ὁ­ποῦ ἦ­τον ὁ ἐ­λε­ει­νὸς ἀρ­νη­σί­χρι­στος, τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ πλῆ­θος ἀ­γρι­ω­τά­των γι­αν­νι­τζά­ρων, ἐ­πή­δη­σε λέ­γω εἰς τὸ μέ­σον των, καὶ στὰς ἔμ­προ­σθεν τοῦ ἀρ­νη­τοῦ, λέ­γει πρὸς αὐ­τὸν μὲ παῤ­ῥη­σί­αν πολ­λήν, καὶ με­γά­λην ἐ­λευ­θε­ρο­στο­μί­αν, τί κα­κὸν ἔ­κα­μες, ἀ­δελ­φέ, νὰ ἀρ­νη­θῇς τὸν Χρι­στόν, τὸν Ποι­η­τήν μας, τὸν Σω­τῆ­ρά μας; τί μέ­γα κα­κὸν ἔ­κα­μες τα­λαί­πω­ρε εἰς τὴν ψυ­χήν σου, νὰ τὴν πα­ρα­δώ­σῃς εἰς τὴν κό­λα­σιν, ὁ­ποῦ εἶ­ναι αἰ­ώ­νιος καὶ ἀ­τε­λεύ­τη­τος θά­να­τος, διὰ νὰ ἀ­πο­φύ­γῃς τοῦ­τον τὸν πρό­σκαι­ρον θά­να­τον; ἔ­λα ἔ­λα ἀ­δελ­φὲ εἰς αἴ­σθη­σιν, ἔ­λα εἰς τὸν ἑ­αυ­τόν σου, με­τα­νό­η­σαι, ὁ­μο­λό­γη­σαι πά­λιν τὸν Χρι­στόν· ἀλ­λὰ θὰ σὲ θα­να­τώ­σουν; ἀ­πό­θα­νε, χύ­σαι τὸ αἷ­μά σου διὰ τὸν Χρι­στόν, χρέ­ος ἔ­χο­μεν ὅ­λοι, νὰ ἀ­πο­θά­νω­μεν διὰ τὴν ἀ­γά­πην του, ὅ­ταν κά­μνῃ χρεί­αν, διὰ τὶ ἀ­πέ­θα­νε καὶ ἐ­κεῖ­νος διὰ τὴν ἐ­δι­κήν μας ἀ­γά­πην.

       Εὖ­γε τοῦ θεί­ου σου ζή­λου, ἐ­ρα­στὰ τοῦ Χρι­στοῦ θερ­μό­τα­τε, ἀρ­γυ­ρώ­νυ­με Μάρ­τυς, καὶ τὴν ψυ­χὴν ἀ­δα­μάν­τι­νε, εὖ­γε τῆς ἀν­δρεί­ας σου, εὖ­γε τῆς ἀ­κα­τα­πλή­κτου καὶ θαυ­μα­στῆς παῤ­ῥη­σί­ας σου· αὐ­τὰ μό­να τὰ ἱ­ε­ρὰ καὶ σω­τή­ρια λό­για, ἐ­πρό­φθα­σε νὰ εἰ­πῇ, Χρι­στια­νοὶ ἀ­δελ­φοί, ὁ Μα­κά­ριος Ἀρ­γυ­ρός. Ἔ­πει­τα τί ἀ­κο­λου­θεῖ; ἠ­κο­λού­θη­σεν ἐ­κεῖ­νο ὁ­ποῦ κα­θ’ εἷς δύ­να­ται νὰ συμ­πε­ρά­νῃ· εὐ­θὺς ἔ­πε­σεν ἐ­πά­νω του ὅ­λον ἐ­κεῖ­νο τὸ πλῆ­θος τῶν φο­βε­ρῶν γι­αν­νι­τζά­ρων, καὶ τό­σους δαρ­μοὺς τοῦ ἔ­δω­καν, ὁ­ποῦ σχε­δὸν ἦ­τον ὑ­πὲρ ἀ­ριθ­μόν. Ἁρ­μό­διον εἶ­ναι νὰ εἰ­πῶ­μεν καὶ πε­ρὶ τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου τού­του νε­α­νί­ου, ἐ­κεῖ­νο ὁ­ποῦ εἶ­πε προ­φη­τι­κῶς ὁ Δα­βίδ, πε­ρὶ τοῦ Σω­τῆ­ρος ἡ­μῶν Χρι­στοῦ· ἤ­γουν, συ­νή­χθη­σαν ἐ­π’ ἐ­μὲ μά­στι­γες καὶ οὐκ ἔ­γνων. Καὶ ἐξ ἅ­παν­τος ἤ­θε­λον τὸν θα­να­τώ­σει τὴν αὐ­τὴν στιγ­μήν, μὲ τοὺς πολ­λοὺς καὶ ἀ­παν­θρώ­πους δαρ­μούς, ἐ­ὰν δὲν ἤ­θε­λε τοὺς ἔλ­θει λο­γι­σμός, νὰ τὸν με­τα­στρέ­ψουν ἀ­πὸ τὴν ἐ­δι­κήν μας εὐ­σέ­βειαν, εἰς τὴν ἐ­δι­κήν των μια­ρὰν ἀ­σέ­βειαν· ἡ ἐλ­πὶς ὅ­μως αὕ­τη, δη­λα­δὴ μή­πως δυ­νη­θοῦν νὰ τὸν τουρ­κεύ­σουν, συ­νέ­στει­λε τὰς χεῖ­ράς των ἀ­πὸ τὸν δαρ­μόν, καὶ ἐ­στά­θη­σαν πολ­λοὶ τρι­γύ­ρου του μὲ γυ­μνὰς μα­χαί­ρας καὶ πι­στό­λια εἰς τὰς χεῖ­ρας, λέ­γον­τες πρὸς αὐ­τόν, ἢ εἰ­πὲ πὼς τουρ­κεύ­εις, ἢ τού­την τὴν ὥ­ραν σὲ θα­να­τό­νο­μεν. Καὶ ταῦ­τα μὲν ἐ­κεῖ­νοι, ὁ δὲ τοῦ Χρι­στοῦ Ἀ­θλη­τὴς ὡ­σὰν βέ­λη νη­πί­ων τὰς πλη­γὰς αὐ­τῶν λο­γι­ζό­με­νος, καὶ τὸν θά­να­τον παν­τε­λῶς μὴ δει­λιά­σας, ἐ­φώ­να­ξεν, ὅ­τι εἶ­ναι Χρι­στια­νός, καὶ τὴν Πί­στιν του δὲν τὴν ἀρ­νεῖ­ται, ὅ,τι καὶ ἂν τοῦ κά­μουν, καὶ μά­λι­στα ἔ­λε­γεν ὅ­τι τὸ ἔ­χει εἰς δό­ξαν του καὶ τι­μήν, καὶ πο­λὺ τὸ ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ ἀ­πο­θά­νῃ διὰ τὴν πί­στιν καὶ τὴν ἀ­γά­πην τοῦ Χρι­στοῦ.

       Λοι­πὸν σύ­ρον­τές τον μὲ πολ­λὴν μα­νί­αν καὶ ἀ­γρι­ό­τη­τα, τὸν ἐ­πῆ­γαν εἰς τὸν Κρι­τήν, καὶ πα­ρα­στή­σαν­τες τὸ τόλ­μη­μά του τὸν ἔ­δει­ραν καὶ ἐ­κεῖ ἀ­σπλά­χνως καὶ ἀ­νη­λε­ῶς, στε­νο­χω­ροῦν­τές τον μὲ κά­θε βί­αν νὰ ἀρ­νη­θῇ τὴν ἐ­δι­κήν του πί­στιν, καὶ νὰ ὁ­μο­λο­γή­σῃ τὴν ἐ­κεί­νων θρη­σκεί­αν. Ἀλ­λὰ βλέ­πον­τες καὶ οὕ­τω τὸ στε­ρε­ὸν καὶ ἀ­με­τά­θε­τον τῆς γνώ­μης του, ἔ­παυ­σαν τοὺς δαρ­μούς, καὶ ἤρ­χι­σαν μὲ κο­λα­κεί­ας καὶ τα­ξί­μα­τα με­γά­λα, μή­πως δυ­νη­θοῦν νὰ τὸν ἀ­πα­τή­σουν καὶ νὰ με­τα­βά­λουν τὴν γνώ­μην του, καὶ μὴ δυ­νη­θέν­τες οὐ­δὲ μὲ τοῦ­τον τὸν τρό­πον, τὸν ἐῤ­ῥι­ψαν κα­θὼς ἦ­τον ὅ­λος κα­τα­πλη­γω­με­νος εἰς τὴν φυ­λα­κήν, ἕ­ως δευ­τέ­ραν ἐ­ξέ­τα­σιν. Με­τὰ δύ­ω ἡ­μέ­ρας πά­λιν τὸν εὔ­γα­λαν καὶ τὸν ἐ­δο­κί­μα­σαν· καὶ εὑ­ρόν­τες αὐ­τὸν πολ­λὰ στε­ρε­ὸν καὶ ἀ­με­τά­τρε­πτον, ἐ­ζή­τη­σαν οἱ γι­αν­νι­τζά­ροι ἀ­πὸ τὸν Κρι­τὴν νὰ κρε­μα­σθῇ. Ὁ Κα­τὴς ὅ­μως δὲν τὸ ἔ­κρι­νεν εὔ­λο­γον νὰ δώ­σῃ ἰ­λά­μι, λέ­γων, ὅ­τι δὲν εἶ­ναι τὸ ἔγ­κλη­μά του διὰ θά­να­τον· ἐ­πει­δὴ λέ­γει, ἔ­τζι τὸ ἀ­παι­τεῖ κά­θε πί­στις, νὰ ἦ­ναι ζη­λω­ταὶ καὶ θερ­μοὶ ὑ­πέρ­μα­χοι αὐ­τῆς ὅ­λοι ἐ­κεῖ­νοι ὁ­ποῦ τὴν πι­στεύ­ου­σι, καὶ τοι­οῦ­τον ζῆ­λον, τοια­ύτην ἀ­γά­πην πρέ­πει νὰ δει­κνύ­ῃ κά­θε ἄν­θρω­πος διὰ τὴν πί­στιν του, κα­θὼς ἔ­δει­ξε οὗ­τος. Λοι­πὸν ἐ­ὰν ἀ­λη­θῶς εἶ­σθε καὶ ἐ­σεῖς ζη­λω­ταὶ θερ­μοὶ τῆς πί­στε­ώς σας, μὴ ζη­τῆ­τε νὰ θα­να­τω­θῇ χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἔ­νο­χος θα­νά­του, καὶ ζη­μι­ω­θοῦ­μεν τὴν ψυ­χήν του, ἀλ­λὰ πα­σχή­σε­τε ὅ­σον ἦ­ναι δυ­να­τόν, νὰ τὸν φέ­ρη­τε εἰς τὴν πί­στιν μας, διὰ νὰ τὸν κερ­δή­σω­μεν.

       Ταῦ­τα μὲν εἶ­πεν ὁ Κα­τής, ἐ­κεῖ­νοι ὅ­μως ἐ­τα­ρά­χθη­σαν, καὶ ὡς θη­ρί­α ἐ­ξη­γρι­ώ­θη­σαν κα­τ’ αὐ­τοῦ, λέ­γον­τες, τί λέ­γεις; τὸν ἐ­χθρὸν τῆς πί­στε­ώς μας δι­και­ό­νεις; εἶ­ναι κα­λόν, τὸ κρί­νεις εὔ­λο­γον νὰ ἐ­παι­νῇ τὴν ἐ­δι­κήν του πί­στιν, καὶ νὰ ὑ­βρί­ζῃ καὶ νὰ βλα­σφη­μῇ ἐμ­πρός μας τὴν πί­στιν μας; δὲν τὸ κρί­νεις ἄ­ξιον θα­νά­του; Ταῦ­τα ἀ­κού­σας ἐ­κεῖ­νος, ἐ­στά­θη καὶ ἐ­συλ­λο­γί­σθη ὀ­λί­γον, ἔ­πει­τα λέ­γει, λοι­πὸν ἐ­πει­δὴ ἐ­βλα­σφή­μη­σε τὴν πί­στιν μας, ἔ­νο­χος εἶ­ναι, καὶ ἰ­δοὺ σᾶς δί­δω καὶ ἐ­γὼ ἰ­λά­μι διὰ νὰ κρε­μα­σθῇ. Τού­των οὕ­τως γε­νο­μέ­νων, πα­ρα­λα­βόν­τες αὐ­τὸν οἱ θη­ρι­ώ­δεις γι­αν­νι­τζά­ροι, τὸν ἔ­φε­ραν καὶ τὸν ἐ­κρέ­μα­σαν εἰς τό­πον λε­γό­με­νον Καμ­πά­νι· καὶ οὕ­τως ὁ καλ­λί­νι­κος τοῦ Χρι­στοῦ Ἀ­θλη­τὴς Ἀρ­γυ­ρός, ἔ­λα­βε τοῦ Μαρ­τυ­ρί­ου τὸν ἀ­κή­ρα­τον στέ­φα­νον, εἰς τοὺς 1806 χρό­νους ἀ­πὸ Χρι­στοῦ, εἰς τὰς 11 τοῦ Μα­ΐ­ου, ἡ­μέ­ρᾳ Πα­ρα­σκευ­ῇ, ἕ­ως 18 χρό­νων ἡ­λι­κί­ας· καὶ νῦν συ­να­γάλ­λε­ται με­τὰ τῶν λοι­πῶν τοῦ Χρι­στοῦ ἐν­δό­ξων Μαρ­τύ­ρων, ὡ­σὰν ὁ­ποῦ ἔ­δει­ξε τὴν ἀ­παι­του­μέ­νην πα­ρὰ Θε­οῦ δι­πλῆν ἀ­γά­πην, πρὸς τὸν Θε­ὸν λέ­γω, καὶ πρὸς τὸν πλη­σί­ον· πρὸς μὲν τὸν πλη­σί­ον, ἐ­πει­δὴ διὰ τὴν ἀ­γά­πην καὶ τὴν σω­τη­ρί­αν ἐ­κεί­νου τοῦ ἀ­θλί­ου ἀρ­νη­σι­χρί­στου (ἀγ­κα­λὰ καὶ ἐ­κεῖ­νος δὲν με­τε­νό­η­σεν ὁ δεί­λαι­ος) ἔ­βα­λε τὴν ζω­ήν του εἰς προ­φα­νῆ κίν­δυ­νον· πρὸς δὲ τὸν Θε­ὸν ἔ­δει­ξε τὴν τε­λει­ο­τά­την καὶ ἀ­σύγ­κρι­τον ἀ­γά­πην, ἐ­πει­δὴ ἀ­πέ­θα­νεν ὑ­πὲρ αὐ­τοῦ· «μεί­ζο­να ταύ­της ἀ­γά­πην οὐ­δεὶς ἔ­χει, ἵ­να τὶς θῇ τὴν ψυ­χὴν αὐ­τοῦ, ὑ­πὲρ τῶν φί­λων αὐ­τοῦ». Πα­ρό­μοι­ον ἐ­στά­θη καὶ τὸ Μαρ­τύ­ριον τοῦ­το τοῦ καλ­λι­νί­κου Ἀρ­γυ­ροῦ, μὲ τὸ πρὸ αὐ­τοῦ γε­γο­νὸς ἐν τῇ αὐ­τῇ Πό­λει (ἤ­τοι εἰς τοὺς 1777) τοῦ φι­λο­χρί­στου Χρι­στο­δού­λου· ὅ­τι καὶ ἐ­κεῖ­νος διὰ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψῃ ἄλ­λον ἀρ­νη­σί­χρι­στον ἐκ πλά­νης ὁ­δοῦ αὐ­τοῦ, ἠ­γω­νί­σθη καὶ τὸν στέ­φα­νον τῆς Ἀ­θλή­σε­ως ἔ­λα­βε.

       Πολ­λοὶ πα­ρε­τή­ρη­σαν, λέ­γου­σι, καὶ δὲν εἶ­δον εἰς τὸ νε­κρὸν σῶ­μα τοῦ εὐ­λο­γη­μέ­νου Ἀρ­γυ­ροῦ, κᾀ­νὲν ση­μεῖ­ον ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να ὁ­ποῦ φαί­νον­ται εἰς ἄλ­λους κρε­μα­σμέ­νους, ἀλ­λὰ ἐ­φαί­νε­το ὡ­σὰν ζων­τα­νὸν κοι­μώ­με­νον· ἐ­θαύ­μα­σαν δὲ καὶ εἰς τοῦ­το καὶ πα­ρά­δο­ξον λέ­γου­σι τοὺς ἐ­φά­νη, πῶς πα­ρευ­θὺς τὴν ἄλ­λην ἡ­μέ­ραν, τὸ ἐ­ξε­κρέ­μα­σαν, καὶ δὲν τὸ ἄ­φη­σαν ἐ­κεῖ κρε­μά­με­νον τὰς τρεῖς ἡ­μέ­ρας κα­τὰ τὴν συ­νή­θειαν τῶν κα­τα­δί­κων· ποί­α ὅ­μως ἐ­στά­θη ἡ αἰ­τί­α, ἀ­γνο­εῖ­ται. Τό­σα ἐ­μά­θα­μεν, καὶ τό­σα ἐ­γρά­ψα­μεν πε­ρὶ τῆς Ἀ­θλή­σε­ως τοῦ ἀ­οι­δί­μου Ἀ­θλη­τοῦ Ἀρ­γυ­ροῦ, εἰς δό­ξαν Χρι­στοῦ, τοῦ τὴν ἀν­θρω­πί­νην ἀ­σθέ­νειαν ἐ­νι­σχύ­ον­τος· αὐ­τῷ γὰρ πρέ­πει πᾶ­σα δό­ξα σὺν τῷ ἀ­νάρ­χῳ αὐ­τοῦ Πα­τρί, καὶ τῷ Πα­να­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.



Πη­γή: Νέ­ον Λει­μω­νά­ριον, πε­ρι­έ­χον μαρ­τύ­ρια πα­λαι­ὰ καὶ νέ­α καὶ βί­ους Ὁ­σί­ων συλ­λε­χθέν­τα πα­ρὰ τοῦ Μα­κα­ρί­ου Νο­τα­ρᾶ, ἐν Ἀ­θή­ναις, 1873, σς 174-177 [τη­ρεῖ­ται ἡ ὀρ­θο­γρα­φί­α τοῦ πρω­το­τύ­που ὡς αὐ­θεν­τι­κὴ εἰ­κὼν μιᾶς ἐκ τῶν γλωσ­σι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν τῆς ἐ­πο­χῆς σ.τ.σ.].

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός: Ἡ ἀποστολή



Γιά­ννης Δεν­δρι­νός


Ἡ ἀ­πο­στο­λή


Α ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΑ στα­μά­τη­σαν στὸ κόκ­κι­νο φα­νά­ρι. Ἡ πλα­ϊ­νὴ σι­δε­ρέ­νια πόρ­τα τῆς πρε­σβεί­ας μι­σά­νοι­ξε. Τό­τε ξε­κί­νη­σε καὶ μὲ γρή­γο­ρο, ἀ­πο­φα­σι­στι­κὸ βῆ­μα πέ­ρα­σε ἀ­πὸ τὸ ἕ­να πε­ζο­δρό­μιο στ’ ἄλ­λο. Κοί­τα­ζε ἀ­ρι­στε­ρὰ δε­ξιὰ τοὺς ὁ­δη­γοὺς μὲ τὸ βλέμ­μα ἀν­θρώ­που ποὺ μό­λις ὁ­λο­κλή­ρω­σε μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­πο­στο­λὴ καὶ ὀ­φεί­λει νὰ ὑ­πο­πτεύ­ε­ται ὅ­λους ὅ­σους βρί­σκον­ται στὸ διά­βα του. Τρύ­πω­σε στὴν πόρ­τα.

       «Τὸ εἶ­δες αὐ­τό;» ρώ­τη­σα ἔκ­πλη­κτος τὴ γυ­ναί­κα μου.

       «Μιὰ γά­τα ἤ­τα­νε, τί ἔ­γι­νε;» μοῦ ἀ­πάν­τη­σε ἀ­δι­ά­φο­ρα.

       «Μά, δὲν πρό­σε­ξες τὸ ὕ­φος της; Τὸ συγ­χρο­νι­σμὸ τῶν κι­νή­σε­ων; Σχε­δὸν στρα­τι­ω­τι­κός. Σὰν νὰ ἔ­κα­νε σι­νιά­λο νὰ τῆς ἀ­νοί­ξουν τὴν πόρ­τα», ἐ­πέ­μει­να.

       «Τί ἀ­νο­η­σί­ες εἶ­ναι πά­λι αὐ­τές; Ἡ φαν­τα­σί­α σου ἔ­χει ξε­φύ­γει. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξε­κί­νη­σες αὐ­τὸ τὸ σε­μι­νά­ριο δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ὅ­λο κά­τι τέ­τοι­α μοῦ λὲς στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να», εἶ­πε.

       «Δὲν ξέ­ρω τί λὲς ἐ­σύ. Ἄ­κου­σα ὅ­τι ἔ­χουν ἀ­να­πτύ­ξει πο­λὺ προ­χω­ρη­μέ­νες με­θό­δους κα­τα­σκο­πεί­ας. Ὅ­λοι ἐκ­παι­δεύ­ον­ται, ἄν­τρες, γυ­ναῖ­κες, παι­διά. Για­τί ὄ­χι καὶ τὰ ζῶ­α; Καὶ μά­λι­στα ἔ­ξυ­πνα καὶ πα­νοῦρ­γα, ὅ­πως οἱ γά­τες». Δὲν μί­λη­σε.

       «Βά­ζω στοί­χη­μα ὅ­τι μό­λις τε­λεί­ω­σε τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ποὺ τῆς ἀ­νά­θε­σαν καὶ γύ­ρι­σε στὴ βά­ση της», μουρ­μού­ρι­σα μέ­σα ἀ­π’ τὰ δόν­τια μου.

       Τὸ φα­νά­ρι ἔ­γι­νε ξα­νὰ πρά­σι­νο. Ξε­κί­νη­σα σι­γὰ καὶ κοί­τα­ξα δε­ξιά μου. Ἡ γά­τα ἦ­ταν ἀ­κό­μη ἐ­κεῖ, μό­νη, δί­πλα ἀ­πὸ τὴ μι­σά­νοι­χτη πόρ­τα. Πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ δρό­μο. Θὰ ὁρ­κι­ζό­μουν ὅ­τι μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Ἴ­σως καὶ νὰ μοῦ ‘κλει­σε τὸ μά­τι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Δεν­δρι­νός (1966): Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἰ­θά­κη καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Μη­χα­νι­κὸς ΕΜΠ, ἔ­χει σπου­δά­σει ἀ­κό­μη οἰ­κο­νο­μι­κὲς καὶ πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἰ­στο­σε­λί­δες.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα!



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά

 

Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα!


ΙΗΓΗΘΗΚΕ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὁ Ἀβ­βᾶς Μα­κά­ριος, λέ­γον­τας: «Ὅ­ταν ἥ­μουν νε­ώ­τε­ρος καὶ ἔ­με­να σὲ κελ­λί, στὴν Αἴ­γυ­πτο, μὲ ἔ­κα­μαν διὰ τῆς βί­ας κλη­ρι­κὸ στὴν κώ­μη. Καὶ μὴ θέ­λον­τας νὰ ἀ­να­λά­βω, ἔ­φυ­γα σὲ ἄλ­λο τό­πο. Καὶ ἦλ­θε σ’ ἐ­μέ­να ἕ­νας εὐ­λα­βὴς λα­ϊ­κὸς καὶ ἔ­παιρ­νε τὸ ἐρ­γό­χει­ρό μου καὶ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε. Συ­νέ­βη δέ, ἀ­πὸ πει­ρα­σμό, μιὰ παρ­θέ­νος, στὴν κώ­μη, νὰ πέ­ση σὲ ἁ­μαρ­τί­α. Καὶ ἔ­χον­τας μεί­νει ἔγ­κυ­ος, τὴ ρω­τοῦ­σαν ποι­ός τῆς τὸ ἔ­κα­με αὐ­τό. Καὶ ἐ­κεί­νη ἔ­λε­γε: Ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής. Βγῆ­καν λοι­πὸν οἱ χω­ρι­κοί, μὲ ἔ­πια­σαν, μοῦ κρέ­μα­σαν στὸν τρά­χη­λο γα­νω­μέ­νες χύ­τρες καὶ χε­ρού­λια ἀ­πὸ κο­φί­νια, μὲ πόμ­πευ­σαν στὰ σταυ­ρο­δρό­μια τῆς κώ­μης καὶ μὲ χτυ­ποῦ­σαν, λέ­γον­τας: Αὐ­τὸς ὁ κα­λό­γε­ρος μᾶς δι­έ­φθει­ρε τὸ κο­ρά­σι, πάρ­τε τον, πάρ­τε τον. Καὶ μὲ χτύ­πη­σαν τό­σο, ὁ­ποὺ πα­ρὰ λί­γο νὰ πε­θά­νω. Ἦλ­θε δὲ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τοὺς γέ­ρον­τες καὶ εἶ­πε: Ὣς πό­τε θὰ χτυ­πᾶ­τε τὸν ξέ­νο μο­να­χό; Αὐ­τὸς δὲ ὁ­ποὺ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε, ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πί­σω μου ντρο­πι­α­σμέ­νος. Για­τὶ καὶ αὐ­τὸν τὸν ἔ­βρι­ζαν πο­λὺ καὶ τοῦ ἔ­λε­γαν: Νά, βλέ­πεις τί ἔ­κα­με ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής, ὁ­ποὺ σὺ κα­μά­ρω­νες; Καὶ λέ­γουν οἱ γο­νεῖς της: Δὲν τὸν ἀ­φή­νου­με ὥ­σπου νὰ μᾶς δώ­ση ἐγ­γυ­η­τὴ ὅ­τι θὰ τὴ δι­α­τρέ­φη. Καὶ εἶ­πα στὸν δι­α­κο­νη­τή μου καὶ αὐ­τὸς ἐγ­γυ­ή­θη­κε. Καὶ πῆ­γα στὸ κελ­λί μου καὶ τοῦ ἔ­δω­σα ὅ­σα ζεμ­πί­λια εἶ­χα, λέ­γον­τάς του: Πού­λη­σέ τα καὶ δὸς στὴ γυ­ναῖ­κα μου νὰ φά­η. Καὶ ἔ­λε­γα στὸν λο­γι­σμό μου: Μα­κά­ρι­ε, νά, σοῦ ἔ­λα­χε γυ­ναῖ­κα. Πρέ­πει νὰ ἐρ­γά­ζε­σαι κά­πως πιὸ πο­λύ, γιὰ νὰ τὴν τρέ­φης. Καὶ ἐρ­γα­ζό­μουν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ τῆς ἔ­στελ­να. Καὶ ὅ­ταν ἦλ­θε ἡ ὥ­ρα τῆς ἀ­θλί­ας νὰ γεν­νή­ση, περ­νοῦ­σαν μέ­ρες πολ­λὲς ὁ­ποὺ βα­σα­νι­ζό­ταν χω­ρὶς νὰ γεν­νή­ση. Καὶ τῆς λέ­γουν: Τί ση­μαί­νει αὐ­τό; Καὶ τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε: Ἐ­γὼ ξέ­ρω. Για­τὶ συ­κο­φάν­τη­σα τὸν ἀ­να­χω­ρη­τὴ καὶ τὸν κα­τη­γό­ρη­σα λέ­γον­τας ψέμ­μα­τα. Δὲν φταί­ει αὐ­τός, ἀλ­λὰ ὁ δεῖ­να νέ­ος. Ἦλ­θε λοι­πὸν αὐ­τὸς ὁ­ποὺ μὲ δι­α­κο­νοῦ­σε, ὅ­λος χα­ρά. Καὶ μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν μπό­ρε­σε νὰ γεν­νή­ση ἐ­κεί­νη ἡ πρώ­ην παρ­θέ­νος, ὡ­σό­του ὡ­μο­λό­γη­σε: Δὲν εἶ­ναι ἔ­νο­χος ὁ ἀ­να­χω­ρη­τής, ἀλ­λὰ εἶ­πα ψέμ­μα­τα ἐ­ναν­τί­ον του. Καὶ νά, ὅ­λη ἡ κώ­μη θέ­λει νὰ ἔλ­θη ἐ­δῶ μὲ πομ­πὴ καὶ πα­ρά­τα­ξη, γιὰ νὰ σοῦ ὑ­πο­βά­λη τὴ με­τά­νοι­ά της. Ἐ­γὼ ὅ­μως, ἀ­κού­ον­τάς τα αὐ­τά, γιὰ νὰ μὴ μὲ θλί­ψουν οἱ ἄν­θρω­ποι, ση­κώ­θη­κα καὶ ἦλ­θα ἐ­δῶ σὲ Σκή­τη. Αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ ἀ­φορ­μὴ ὁ­ποὺ κα­τέ­φυ­γα ἐ­δῶ.»



Πη­γή: Εἶ­πε Γέ­ρων. Τὸ «Γε­ρον­τι­κόν» σὲ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ ἀ­πό­δο­ση, μτφ. Βα­σι­λεί­ου Πέν­τζα, ἐκδ. Ἀ­στήρ, χχ, σ. 146-147.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ἵ­να μὴ ὁ ἔ­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ὑ­δρω­πιά­σῃ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ­να μὴ

­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ­δρω­πιά­σῃ


Ν ΤΟΥΤΩΙ τῷ ὄ­ρει τῆς Νι­τρί­ας ἀ­νήρ τις Βε­νια­μὶν οὕ­τω κα­λού­με­νος, βι­ώ­σας ἐ­πὶ ἔ­τη ὀ­γδο­ή­κον­τα καὶ εἰς ἄ­κρον ἀ­σκή­σας, κα­τη­ξι­ώ­θη χα­ρί­σμα­τος ἰ­α­μά­των*, ὡς παν­τὶ ᾧ ἂν χεῖ­ρα ἐ­πε­τί­θει ἢ ἔ­λαι­ον εὐ­λο­γή­σας ἐ­δί­δου, πά­σης ἀ­παλ­λάτ­τε­σθαι ἀρ­ρω­στί­ας. Οὗ­τος τοί­νυν ὁ τοι­ού­του χα­ρί­σμα­τος κα­τα­ξι­ω­θεὶς πρὸ ὀ­κτὼ μη­νῶν τοῦ θα­νά­του αὐ­τοῦ ὑ­δρω­πί­α­σε, καὶ ἐ­πὶ το­σοῦ­τον ὠγ­κώ­θη αὐ­τοῦ τὸ σῶ­μα ὡς ἄλ­λον Ἰ­ὼβ φαί­νε­σθαι. Πα­ρα­λα­βὼν οὖν ἡ­μᾶς Δι­ό­σκο­ρος ὁ ἐ­πί­σκο­πος, τό­τε δὲ πρε­σβύ­τε­ρος ὢν τοῦ ὄ­ρους τῆς Νι­τρί­ας, ἐ­μέ τε καὶ τὸν μα­κά­ριον Εὐά­γριον, λέ­γει ἡ­μῖν· «Δεῦ­τε, ἴ­δε­τε νέ­ον Ἰ­ὼβ ἐν το­σού­τῳ ὄγ­κῳ σώ­μα­τος καὶ πά­θει ἀ­νιά­τῳ ἄ­με­τρον κε­κτη­μέ­νον εὐ­χα­ρι­στί­αν.» Ἀ­πελ­θόν­τες οὖν ἐ­θε­α­σά­με­θα το­σοῦ­τον ὄγ­κον σώ­μα­τος ὡς μὴ δύ­να­σθαι δά­κτυ­λον χει­ρὸς αὐ­τοῦ πε­ρι­λαμ­βά­νειν ἄλ­λους δα­κτύ­λους. Μὴ δυ­νά­με­νοι δὲ ἀ­τε­νί­ζειν τῇ τοῦ πά­θους δει­νό­τη­τι τοὺς ὀ­φθαλ­μοὺς ἀ­πε­στρέ­ψα­μεν. Τό­τε λέ­γει ἡ­μῖν ὁ μα­κά­ριος ἐ­κεῖ­νος Βε­νια­μίν· «Εὔ­ξα­σθε, τέ­κνα, ἵ­να μὴ ὁ ἔ­σω­θέν μου ἄν­θρω­πος ὑ­δρω­πιά­σῃ· οὗ­τος γὰρ οὔ­τε με εὐ­πα­θῶν ὤ­νη­σεν*, οὔ­τε δυ­σπα­θῶν ἔ­βλα­ψε.» Τοὺς οὖν ὀ­κτὼ μῆ­νας δί­φρος* αὐ­τῷ ἔ­κει­το πλα­τύ­τα­τος ἐν ᾧ ἀ­δι­α­λεί­πτως ἐ­κα­θέ­ζε­το, μη­κέ­τι ἐν κλί­νῃ ἀ­να­πε­σεῖν δυ­νά­με­νος διὰ τὰς λοι­πὰς χρεί­ας. Ἐν τῷ πά­θει δὲ τού­τῳ ὢν ἄλ­λους ἰᾶ­το. Ἀ­ναγ­καί­ως οὖν ἐ­ξη­γη­σά­μην τὸ πά­θος τοῦ­το, ἵ­να μὴ ξε­νι­ζώ­με­θα ὅ­ταν τι πε­ρι­στα­τι­κὸν ἀν­δρά­σι δι­καί­οις συμ­βαί­νῃ. Τε­λευ­τή­σαν­τος δὲ αὐ­τοῦ, αἱ φλιαὶ* τῆς θύ­ρας ἐ­πήρ­θη­σαν καὶ αἱ πα­ρα­στά­δες, ἵ­να δυ­νη­θῇ τὸ σῶ­μα ἐ­ξε­νε­χθῆ­ναι* τοῦ οἴ­κου· το­σοῦ­τος ἦν ὁ ὄγ­κος.


κα­τη­ξι­ώ­θη χα­ρί­σμα­τος ἰ­α­μά­των: ἀξιώθηκε τὸ χάρισμα νὰ θεραπεύει.
ὤ­νη­σεν: ὀφέλησε.
δί­φρος: κάθισμα δίχως ράχη καὶ χειρολαβές.
φλιαί: κατώφλια.
ἐ­ξε­νε­χθῆ­ναι: νὰ βγεῖ.


Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 78-81.]

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]