Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Ὁ Θανάσης



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Ὁ Θα­νά­σης

 

ΘΑΝΑΣΗΣ ὁ κου­ρέ­ας, ποὺ ἀ­νέ­κα­θεν βού­τα­γε τὰ ψα­λί­δια του στὴν αἰ­θα­νό­λη, κα­θό­ταν τώ­ρα σι­ω­πη­λὸς ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν Λύ­πη μέ τήν κον­τή της φού­στα νὰ περ­νά­ει ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του. Ἔ­πει­τα, γύ­ρι­ζε πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι μου καὶ μὲ σί­γου­ρες κι­νή­σεις, μοῦ ἀ­φαι­ροῦ­σε τὶς φα­βο­ρί­τες.

       Κα­τα­γό­ταν ἀ­π’ τὸ Ἀ­γρί­νιο, ἴ­σως μά­λι­στα, νὰ εἴ­χα­με καὶ τί­πο­τε κοι­νοὺς προ­γό­νους – λή­σταρ­χους μὲ γε­νειά­δες ἀ­πὸ κα­πνό­φυλ­λα καὶ χαῖ­τες σκο­τει­νὰ ἐ­λα­το­δά­ση. Μοῦ μι­λοῦ­σε συ­χνὰ γιὰ τὸ χω­ριό του καὶ πῶς ἦρ­θε στήν Ἀ­θή­να τὸ ’68. Ἔ­ρι­χνα κι ἐ­γὼ μιὰ μα­τιά στίς κι­τρι­νι­σμέ­νες του φω­το­γρα­φί­ες κι ἀ­νά­με­σα στὰ ξε­ρὰ, δί­χως χά­ρη το­πί­α ἔ­βλε­πα χω­ρι­α­τό­παι­δα ν’ ἀ­φή­νουν τὰ σπί­τια τους, γιά ν’ ἀ­να­ζη­τή­σουν μιὰ εὐ­και­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να.

       Ποῦ καὶ ποῦ ὁ Θα­νά­σης στα­μα­τοῦ­σε τὴν μη­χα­νὴ του γιὰ νὰ πι­εῖ μιὰ γου­λιὰ κα­φὲ ἤ γιὰ νὰ πε­τά­ξει τὶς στά­χτες τοῦ τσι­γά­ρου του, κι ἦ­ταν τό­τε, ποὺ ἔ­λε­γε γιὰ τὸν με­γά­λο του γιὸ ποὺ ἦ­ταν ἄ­νερ­γος κι ἂς ἤ­ξε­ρε γλῶσ­σες κι ἂς εἶ­χε πτυ­χί­α. Τὰ μά­τια μου ἔ­πε­φταν ἀ­συ­ναί­σθη­τα στὶς τρί­χες γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν κα­ρέ­κλα καὶ φαν­τα­ζό­μουν τὸν ἑ­αυ­τὸ μου, τ’ ἀ­δέλ­φια μου, τὰ παι­διά τοῦ Θα­νά­ση σὰν ἕ­ναν ἄ­μορ­φο σω­ρὸ ἀ­να­κα­τε­μέ­νο μὲ τὰ σκου­πί­δια ὅ­λων ἐ­κεί­νων που ἔ­λε­γαν πὼς κυ­βερ­νοῦν. Καὶ σὰν νὰ κα­τα­λά­βαι­να τό­τε τὸν Θα­νά­ση καὶ μπο­ρεῖ, μά­λι­στα, νὰ μὲ κα­τα­λά­βαι­νε κι ἐ­κεῖ­νος.

       Ὅ­ταν τὸ κού­ρε­μα εἶ­χε τε­λει­ώ­σει, μοῦ ’­δι­νε τὸ σα­κά­κι μου, ἔ­βα­ζε τὰ χρή­μα­τα στὸ τα­μεῖ­ο κι ἔ­κα­νε θέ­ση στὸν ἑ­πό­με­νο πε­λά­τη, νὰ κου­βεν­τιά­σουν μα­ζὶ γιὰ πο­δό­σφαι­ρο, γιὰ τὴν κα­τά­στα­ση ποὺ δὲν ἄλ­λα­ζε πο­ρεί­α. Αὐ­τὰ μέ­χρι νὰ τοὺς δι­α­κό­ψει ἡ Λύ­πη, ποὺ περ­νοῦ­σε κά­θε τό­σο μὲ τὴν κον­τή της φού­στα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν βι­τρί­να του.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βιβλίο Τὸ τυφλὸ ἄλογο (ποιήματα, ἐκδ. Σμίλη, Ἀθ. 2019).

Διαφημίσεις

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Οἱ μύγες



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Οἱ μύ­γες


Α ΠΡΕΠΕΙ νὰ ἀ­να­κά­λυ­ψαν τὴν τρύ­πα ποὺ ἔ­χω στὸ κε­φά­λι καὶ νὰ μπῆ­καν ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἐ­νῶ κοι­μό­μουν —ἐ­ξοῦ κι ἡ ἀλ­λα­γὴ στὸ βου­η­τὸ ποὺ πιὰ δὲν ἔρ­χε­ται ἀ­π’ ἔ­ξω ἀλ­λὰ εἶ­ναι μέ­σα μου, τὸ νι­ώ­θω— καὶ πιά­νω σφι­χτὰ τώ­ρα τὸ μο­λύ­βι γιὰ νὰ γρά­ψω ὅ,τι προ­φτά­σω, ὅ­μως εἶ­ναι ἀρ­γά, ἡ βο­ὴ ὅ­λο καὶ δυ­να­μώ­νει, ἡ ὅ­ρα­σή μου ἀ­πό­το­μα θαμ­πώ­νει, τὸ μο­λύ­βι πέ­φτει ἀ­π’ τὸ χέ­ρι μου προ­τοῦ προ­λά­βει ν’ ἀ­φή­σει στὸ χαρ­τὶ τὸ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἀ­πο­τύ­πω­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Σοφία Γιάγκα: Ἡ ζακέτα τοῦ μπαμπᾶ

Σο­φί­α Γιά­γκα


Ἡ ζα­κέ­τα τοῦ μπαμ­πᾶ


ΖΑΚΕΤΑ τοῦ μπαμπᾶ κρέ­με­ται στὴ ντου­λά­πα στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό μου, στὸ ἐ­ξο­χι­κό μας στὴ θά­λασ­σα. Εἶ­ναι κα­φὲ καὶ ἔ­χει τρί­α στρογ­γυ­λὰ κουμ­πιά, ποὺ γυ­α­λί­ζουν ἀ­πὸ τὴ χρή­ση. Ὑ­πῆρ­χε καὶ τέ­ταρ­το κουμ­πί, στὸ ὕ­ψος τῆς μέ­σης, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ κό­πη­κε, τὸ χά­σα­με καὶ δὲν ἀ­σχο­λη­θή­κα­με νὰ τὸ ἀν­τι­κα­τα­στή­σου­με. Ἔ­τσι καὶ ἀλ­λιῶς πο­τὲ δὲν τὸ ἔ­κλει­νε. Ἀ­πὸ μαλ­λὶ με­ρι­νό, τοῦ τὴν εἶ­χα φέ­ρει δῶ­ρο, ἀ­πὸ τὴν Ἀγ­γλί­α, κά­ποι­α Χρι­στού­γεν­να. Εἶ­χα βα­ρε­θεῖ νὰ ψω­νί­ζω πυ­τζά­μες.

        Ὁ πα­τέ­ρας μου τό­τε, ἐρ­γα­ζό­ταν, δὲν εἶ­χε πά­ρει ἀ­κό­μα σύν­τα­ξη, καὶ ἔ­τσι ἡ ζα­κέ­τα ζων­τά­νευ­ε μό­νο τὸ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο. Τὴ φο­ροῦ­σε καὶ πη­γαί­να­με ἐκ­δρο­μές. Περ­πα­τού­σα­με στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ βου­νοῦ καὶ μά­ζευ­α κυ­κλά­μι­να ἤ κρι­νά­κια, ἀ­νά­λο­γα τὴν ἐ­πο­χή. Οι τσέ­πες της ἦ­ταν πάν­τα γε­μά­τες μὲ θυ­μά­ρι ἤ μα­τζου­ρά­να.

        Προ­σω­πι­κὰ προ­τι­μοῦ­σα τὸ θυ­μά­ρι ὅ­πως καὶ τὰ πο­λύ­χρω­μα, στρογ­γυ­λὰ κού­μα­ρα, ποὺ τὰ ἔ­κα­να καρ­φί­τσα. Ὅ­πως προ­τι­μοῦ­σα καὶ τὶς ἐκ­δρο­μὲς στὴ θά­λασ­σα, ἀλ­λὰ εἶ­χε, ἔ­λε­γε, καὶ τὸ βου­νὸ τὴν ὀ­μορ­φιά του. Εἶ­χε τὴν ἠ­ρε­μί­α ποὺ τὸν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε, τὴ μο­να­ξιὰ ποὺ τὸν χα­λά­ρω­νε, καὶ ἔ­τσι, ἡ μη­τέ­ρα μου καὶ ἐ­γὼ τὸν ἀ­κο­λου­θού­σα­με.

        Τὴν φο­ροῦ­σε ὅ­ταν κα­θό­ταν στὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λυ­θρό­να, στὴ γω­νί­α στὸ τζά­κι, γιὰ νὰ ἐ­νη­με­ρω­θεῖ γιὰ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες κυ­κλο­φο­ρί­ες τῶν βι­βλί­ων.

        Ὅ­ταν κα­τέ­βαι­νε νὰ τα­ξι­νο­μή­σει τὰ πα­λιά του τὰ βι­βλί­α στὴν ἀ­πο­θή­κη.

        Ἀλ­λὰ καὶ ὅ­ταν μα­στό­ρευ­ε στὸ σπι­τά­κι τοῦ κή­που, πί­σω ἀ­πὸ τὴν πα­χου­λὴ λε­μο­νιά.

        Καὶ ἦ­ταν ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­γι­νε ἡ ζη­μιά, μιὰ Κυ­ρια­κὴ πρω­ί. Τὰ σχοι­νιὰ τῆς ξύ­λι­νης κού­νιας μου, εἶ­χαν χα­λα­ρώ­σει καὶ πα­ρό­λο ποὺ δὲν τὴν χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα πιά, ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χο νὰ κά­θε­σαι καὶ νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νεις τὶς μυ­ρω­δι­ὲς τῶν λου­λου­δι­ῶν καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρά το δι­α­κρι­τι­κὸ ἄ­ρω­μα τῶν λε­μο­ναν­θῶν.

        Ὁ μπαμ­πὰς εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ καρ­φώ­νει καὶ νὰ σφίγ­γει τὶς βί­δες στὴ βά­ση τοῦ ξύ­λου ὅ­ταν τὸν φώ­να­ξε ἡ μη­τέ­ρα μου. Τὸν ζη­τοῦ­σαν στὸ τη­λέ­φω­νο. Ἄ­φη­σε τὴν πέν­σα καὶ τὸ σφυ­ρὶ καὶ μπῆ­κε τρέ­χον­τας στὸ σπί­τι. Τὸ τη­λε­φώ­νη­μα τέ­λει­ω­σε.

        — Τί εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ κρέ­με­ται στὴ ζα­κέ­τα σου; τὸν ρώ­τη­σα. Γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε.

        Ὁ ἀγ­κώ­νας τοῦ δε­ξιοῦ του χε­ριοῦ εἶ­χε μιὰ τρύ­πα. Τὸ μαλ­λὶ ποὺ εἶ­χε τρα­βη­χτεῖ ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὴ βά­ση τῆς λε­μο­νιᾶς. Κόν­τευ­ε νὰ ξη­λω­θεῖ τὸ μι­σὸ μα­νί­κι.

        Ἡ ζα­κέ­τα ἐ­πι­δι­ορ­θώ­θη­κε, χά­ρη στὴ δε­ξι­ο­τε­χνί­α τῆς για­γιᾶς. Κα­θα­ρί­στη­κε, δι­πλώ­θη­κε καὶ φυ­λά­χτη­κε σὲ ἕ­να συρ­τά­ρι.

        Δὲν τὴ φό­ρε­σε πο­τὲ ξα­νά.

        Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρα χρό­νια κρέ­με­ται στὴ ντου­λά­πα μου, μέ­σα στὸ νά­ϋ­λον τοῦ κα­θα­ρι­στη­ρί­ου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σο­φί­α Γιά­γκα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α τῆς Τέ­χνης καὶ Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κο Κολ­λέ­γιο, Β.Α. καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δές, Μ.Α. History στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Birmingham. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ κε­ρα­μι­κὰ καὶ πα­ρα­κο­λου­θεῖ σε­μι­νά­ρια δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς.


Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond): Ἅ­παν­τα τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τοῦ Γκά­ρυ, 3Γ, στοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ 4Γ (9 Ἰ­ου­νί­ου – 6 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003)



Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond)


Ἅ­παν­τα τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τοῦ Γκά­ρυ, 3Γ,

στοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ 4Γ (9 Ἰ­ου­νί­ου – 6 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003)


9 Ἰ­ου­νί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Κα­λω­σο­ρί­σα­τε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Εἶ­μαι ὁ Γκά­ρυ ἀ­πὸ τὸ 3Γ ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ κά­τω σας (ἀ­κού­ω κά­θε θό­ρυ­βο ποὺ κά­νε­τε…Χὰ χά, ἀ­στειά­κι). Λοι­πόν, ἡ πο­λυ­κα­τοι­κί­α μας εἶ­ναι φο­βε­ρὴ καὶ εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι χά­ρη σ’ ἐ­σᾶς θὰ γί­νει ἀ­κό­μα φο­βε­ρό­τε­ρη – ἀρ­κεῖ νὰ μὴ φέ­ρε­τε στὰ κρυ­φὰ τί­πο­τα γά­τες (χὰ χά, ἀ­στειά­κι, εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι δὲν θὰ φέ­ρε­τε). Τέ­λος πάν­των, ἀ­νυ­πο­μο­νῶ νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με στὸ ἰ­σό­γει­ο…Ἢ ἁ­πλῶς ἐ­λᾶ­τε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου γιὰ ἕ­να γειά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

23 Ἰ­ου­νί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Μέ­χρι στιγ­μῆς δὲν ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σω πά­νω σας. Γιὰ νὰ ξέ­ρε­τε, μπο­ρεῖ­τε πάν­τα νὰ κα­τε­βεῖ­τε γιὰ ἕ­να γειά! Τέ­λος πάν­των, ἐλ­πί­ζω νὰ βο­λευ­τή­κα­τε ἐ­δῶ. Ἐ­γὼ καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν ἀ­πὸ τὸ 2Α παί­ζου­με οὐ­ῒ­στ αὔ­ριο βρά­δυ στὴν τα­ρά­τσα καὶ εἶ­στε εὐ­πρόσ­δε­κτοι νὰ παί­ξε­τε μα­ζί μας! Τὰ λέ­με ἐ­κεῖ;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

1 Ἰ­ου­λί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Κοί­τα­ξα τί ἔ­φε­ρε ὁ τα­χυ­δρό­μος γιὰ νὰ μά­θω τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν μυ­στή­ρι­ων ἐ­νοί­κων τοῦ 4Γ, ὥ­στε νὰ μὴ σᾶς ἀ­πευ­θύ­νο­μαι μό­νο μὲ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός σας (ὁ ξά­δερ­φός μου λέ­ει ὅ­τι εἶ­μαι μιὰ ἐ­ρα­σι­τέ­χνις Τζέ­σι­κα Φλέ­τσερ[i]!). Τέ­λος πάν­των, ἐλ­πί­ζω ὅ­τι ὅ­λα πᾶ­νε κα­λὰ ἐ­κεῖ πά­νω… Τί ἦ­ταν αὐ­τὸ χθὲς βρά­δυ; Ἀ­κου­γό­ταν σὰν νὰ σέρ­να­τε ἕ­να ψυ­γεῖ­ο τίγ­κα στὶς μπρι­ζό­λες! Ξέ­ρω ὅ­τι προ­κύ­πτουν ζη­τή­μα­τα, ἀλ­λὰ ἂν μπο­ρού­σα­τε νὰ εἶ­στε πιὸ ἥ­συ­χοι με­τὰ τὶς ἕν­τε­κα μ.μ., θὰ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σα. Ὁ Γκά­ρυ, γιὰ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴ φρε­σκά­δα του, πρέ­πει νὰ κοι­μᾶ­ται κα­λά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

4 Ἰ­ου­λί­ου

Σᾶς εὔ­χο­μαι μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη 4η Ἰ­ου­λί­ου. Κά­ποι­οι ἀ­πὸ μᾶς (ἐ­γὼ καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριάν) θ’ ἀ­νε­βοῦ­με τὸ βρά­δυ στὴν τα­ρά­τσα γιὰ νὰ δοῦ­με τὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, μὴ δι­στά­σε­τε νὰ μᾶς κά­νε­τε πα­ρέ­α! Ἄ, ἡ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ ἀ­πέ­ραν­του οὐ­ρα­νοῦ, σω­στά;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

8 Ἰ­ου­λί­ου

Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Δὲν θέ­λω νὰ γκρι­νιά­ζω ἀλ­λὰ τί ἦ­ταν αὐ­τὸς ὁ θό­ρυ­βος χθὲς στὴ 1 π.μ.; Μή­πως κά­νε­τε τά­ε κβὸ ντὸ ἐ­κεῖ πά­νω; Πρὶν ἀ­πὸ με­ρι­κὰ χρό­νια ἔ­κα­να τά­ε κβὸ ντὸ στὴν Κο­ρέ­α­τα­ουν. Ξέ­ρε­τε ὅ­τι τά­ε κβὸ ντὸ ση­μαί­νει «ὁ δρό­μος τῆς κλω­τσιᾶς καὶ τῆς γρο­θιᾶς»; Ἤ­μουν ἀρ­κε­τὰ κα­λός, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ πει­ρά­χτη­κε ἕ­να νεῦ­ρο μου κι ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τὰ πα­ρα­τή­σω. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο νεῦ­ρο μὲ πο­νά­ει ἀ­κό­μα, γι’ αὐ­τὸ ἐρ­γά­ζο­μαι κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸ σπί­τι (πράγ­μα ὄ­χι καὶ τό­σο κα­κό, μιὰ ποὺ μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ γυ­μνὸς ὅ­λη μέ­ρα… Ἀ­στειά­κι!). Τέ­λος πάν­των, θὰ ἤ­θε­λα νὰ μὴν κά­νε­τε τά­ε κβὸ ντὸ με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Θὰ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σα ἂν ἤ­σα­σταν πιὸ ἥ­συ­χοι.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

9 Ἰ­ου­λί­ου

Παι­διά, σο­βα­ρὰ τώ­ρα, τί ἦ­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ φα­σα­ρί­α χθὲς βρά­δυ; Ἄ­κου­σα τρί­α δυ­να­τὰ χτυ­πή­μα­τα στὸ πά­τω­μά σας, ἕ­να στὶς 11:33 μ.μ., ἕ­να στὶς 12:23 μ.μ. καὶ ἕ­να στὶς 1:19 π.μ. Δὲν εἶ­στε ἐν­τά­ξει, παι­διά, προ­σπα­θῆ­στε νὰ ἠ­ρε­μή­σε­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

10 Ἰουλίου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Γειά σας. Λοι­πόν, πε­ρί­με­να μέ­χρι τὶς 4 π.μ. ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­σα τί­πο­τα! Εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ ἠ­ρε­μή­σα­τε. Ἐ­πὶ τῇ εὐ­και­ρί­α, ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν κι ἐ­γὼ θὰ πᾶ­με στὴν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας Legally Blonde 2 καὶ σᾶς κα­λοῦ­με νὰ ἔρ­θε­τε μα­ζί μας. Θὰ μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ με­γά­λω­νε λί­γο ἡ πα­ρέ­α μας για­τὶ ἀ­νη­συ­χῶ μή­πως ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ φαν­τά­ζε­ται ἕ­να ρο­μαν­τι­κὸ μέλ­λον γιὰ τοὺς δυ­ό μας, πράγ­μα ποὺ ὅ­πως σί­γου­ρα κα­τα­λα­βαί­νε­τε εἶ­ναι μιὰ τε­λεί­ως τρε­λὴ ἰ­δέ­α.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

17 Ἰ­ου­λί­ου

Γειά σας, παι­διά. Ἁ­πλῶς θέ­λω νὰ ζη­τή­σω συ­γνώ­μη γιὰ τὸν «θό­ρυ­βο» τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δύ­ο μέ­ρες. Γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀ­λή­θεια, γνώ­ρι­σα κά­ποι­α. Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Τζά­νετ καὶ κοι­μᾶ­ται ἐ­δῶ τὰ βρά­δια καὶ τὰ πράγ­μα­τα γί­νον­ται λί­γο ἄ­γρια – καὶ θο­ρυ­βώ­δη. (Συγ­γνώ­μη ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτω πολ­λά, ἀλ­λὰ εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­νή­λι­κες, σω­στά;). Ἴ­σως θὰ ἦ­ταν κα­λὸ νὰ βγαί­να­με οἱ τέσ­σε­ρίς μας δι­πλὸ ραν­τε­βού. Ξέ­ρω ὅ­τι τυ­πι­κὰ δὲν ἔ­χου­με γνω­ρι­στεῖ οὔ­τε ἔ­χου­με δεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο οὔ­τε ἔ­χου­με μι­λή­σει, ἀλ­λὰ (αὐ­τὸ με­τα­ξύ μας) ἡ Τζά­νετ κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χου­με πολ­λὰ νὰ ποῦ­με. Μοῦ ἀ­ρέ­σει πραγ­μα­τι­κὰ ἀλ­λὰ νο­μί­ζω θὰ ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χα νὰ εἶ­στε κι ἐ­σεῖς πα­ρέ­α, σὰν ἕ­να φι­λι­κό μου ζευ­γά­ρι. Εἶ­στε ζευ­γά­ρι, σω­στά; Δὲν ἔ­χε­τε τὸ ἴ­διο ἐ­πώ­νυ­μο καὶ λαμ­βά­νε­τε ξε­χω­ρι­στὲς εἰ­δο­ποι­ή­σεις ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα… Ἀλ­λὰ εἶ­στε ζευ­γά­ρι, σω­στά; Ἐν­τά­ξει, πε­ρά­στε ἀ­π’ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου νὰ μοῦ πεῖ­τε ἂν συμ­φω­νεῖ­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

Υ.Γ. Ὑ­πό­σχο­μαι ὅ­τι θὰ κοι­τά­ξω νὰ μει­ώ­σω τὸν θό­ρυ­βο μὲ τὴν Τζά­νετ, ἀλ­λὰ ὅ­πως λέ­νε οἱ Γάλ­λοι «L’ amour, c’ est l’ amour», σω­στά; Τὸ λέ­νε αὐ­τό, σω­στά;

***

26 Ἰ­ου­λί­ου

Παι­διά, πραγ­μα­τι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ζή­σω καὶ χω­ρὶς τοὺς πα­ρά­ξε­νους θο­ρύ­βους τῆς χθε­σι­νῆς νύ­χτας. Τί κά­νε­τε, κυ­νη­γᾶ­τε πον­τί­κια; Λοι­πόν, μὲ τὴ Τζά­νετ τὰ χα­λά­σα­με. Θὰ μπο­ρού­σα­τε, ξέ­ρε­τε, νὰ μὲ εἴ­χα­τε βο­η­θή­σει στὰ ραν­τε­βού μας. Τέ­λος πάν­των, δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ Τζά­νετ μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ. Γα­μῶ­το, ἔ­τσι συμ­βαί­νει πάν­τα. Γυ­ναῖ­κες, σω­στά; (Χω­ρὶς πα­ρε­ξή­γη­ση, Ἔ­μι­λυ). Για­τί ἄ­ρα­γε ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ πα­ρου­σί­α στὴ ζω­ή μου εἶ­ναι ἡ κα Κα­τσου­λου­ριάν; Ὄ­χι ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα ἔ­χει κά­ποι­ο πρό­βλη­μα, ἀλ­λὰ μὲ περ­νά­ει τριά­ντα ἕ­ξι χρό­νια. Ἡ δι­κή σας δι­α­φο­ρὰ ἡ­λι­κί­ας ἐ­πη­ρε­ά­ζει τὴ σχέ­ση σας; Ὁ πα­τέ­ρας μου ἦ­ταν εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ δὲν νο­μί­ζω νὰ ἦ­ταν πο­τέ τους εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι. Αὐ­το­κτό­νη­σαν καὶ οἱ δυ­ό. Ἐ­πί­σης, μή­πως μπο­ρεῖ­τε νὰ με­τα­κι­νή­σε­τε τὸ κλι­μα­τι­στι­κό σας στὸ ἄλ­λο πα­ρά­θυ­ρο; Τὸ νε­ρὸ στά­ζει στὸ μπαλ­κό­νι μου.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

29 Ἰ­ου­λί­ου

Ἀ­να­ρω­τι­έ­στε πο­τὲ ἂν ὅ­λα αὐ­τὰ μᾶς κά­νουν δυ­να­τό­τε­ρους; Ἡ καρ­διὰ ρα­γί­ζει καὶ με­τὰ τὴν ἀ­νάρ­ρω­ση μοιά­ζει ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­δύ­να­μη. Ἀ­να­ρω­τι­έ­στε πο­τὲ ἂν ἐ­μεῖς ἐ­πι­νο­ή­σα­με τὸ κα­κό; Ἢ ἁ­πλῶς γλί­στρη­σε στὸν κό­σμο ἀ­πὸ μό­νο του, μιὰ φτυ­σιὰ ἀ­πὸ με­λά­νι στὴ σκο­τει­νὴ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

8 Αὐ­γού­στου

Θὰ πα­ρα­βρε­θεῖ­τε ἄ­ρα­γε στὴν κη­δεί­α τῆς κας Κα­τσου­λου­ριάν; Ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς μοῦ μί­λη­σε μὲ ἀ­γά­πη γιὰ σᾶς. Θὰ γί­νει στὸ Μπέ­ι­σαϊντ – ξέ­ρω, εἶ­ναι λί­γο μα­κριά. Θὰ εἶ­μαι σ’ αὐ­τοὺς ποὺ θὰ ση­κώ­σουν τὸ φέ­ρε­τρο, πράγ­μα ποὺ μοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ νευ­ρι­κό­τη­τα. Κι ἂν γλι­στρή­σει ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο μου καὶ πέ­σει στὰ σκα­λιὰ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας κι ἀ­νοί­ξει καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν πε­τα­χτεῖ ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι μὲ τὸ κυ­ρι­α­κά­τι­κο φό­ρε­μά της, τὸ σῶ­μα της ἀ­κί­νη­το καὶ φου­σκω­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ ὑ­γρὰ τοῦ βαλ­σα­μω­τῆ, τὸ πρό­σω­πό της μιὰ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη μά­σκα θα­νά­του; Κι ἂν οἱ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι ἀρ­χί­σουν νὰ οὐρ­λιά­ζουν καὶ ἡ Νί­να, ἡ δι­σέγ­γο­νη τῆς κας Κα­τσου­λου­ριάν, ἀρ­χί­σει νὰ κλαί­ει κι ὁ νε­ό­τε­ρος ξά­δερ­φός της, ὁ με­θύ­στα­κας, ἀρ­χί­σει νὰ γε­λά­ει; Κι ἂν τὸ μό­νο ποὺ μοῦ μέ­νει εἶ­ναι νὰ τὸ βά­λω στὰ πό­δια, νὰ τὸ σκά­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ πά­ρω τὸ δρο­μά­κι πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α, κα­θὼς τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­να θὰ περ­νοῦν ἀ­πὸ πά­νω μου γιὰ νὰ προ­σγει­ω­θοῦν στὸ Λαγ­κουά­ρντια κι ὁ ἱ­δρώ­τας θὰ λε­κιά­ζει τὸ μαῦ­ρο κο­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου ἐ­νῶ ἡ κα Κου­τσου­λου­ριὰν θὰ συ­νε­χί­σει νὰ τοὺς ἀν­τι­κρί­ζει ὅ­λους μ’ ἕ­να ἀ­πα­θὲς χα­μό­γε­λο σὰν στο­μω­μέ­νο μα­χαί­ρι; Τό­τε τί, Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό, τό­τε τί; Θε­έ μου, για­τί νὰ πε­θά­νει; Ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν εἶ­χα ἀ­γα­πή­σει ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­γα­πᾶ ὁ Τζὸ τὴν Ἔ­μι­λυ. Για­τί ὅ­λοι γύ­ρω μου νὰ πε­θαί­νουν;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 3:30 μ.μ.

Πῶ πῶ, τί ζέ­στη ποὺ κά­νει σή­με­ρα, παι­διά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 4:23 μ.μ.

Δὲν μοῦ λέ­τε, ἔ­χε­τε ρεῦ­μα; Πῆ­γα κι ἔ­λεγ­ξα τὸν πί­να­κα ἀ­σφα­λεί­ας καὶ νο­μί­ζω ὅ­τι μοῦ κό­πη­κε τὸ ρεῦ­μα. Ἐ­σᾶς;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 6:45 μ.μ.

Φο­βε­ρὴ δι­α­κο­πὴ ρεύ­μα­τος, σω­στά; Ἄ­κου­σα ὅ­τι πιά­νει ὅ­λη τὴν πε­ρι­ο­χὴ μέ­χρι καὶ τὸ Κο­νέ­κτι­κατ. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­νέρ­γεια, ἔ­τσι ἄ­κου­σα. Τέ­λος πάν­των, πά­ω στὴν τα­ρά­τσα γιὰ ν’ ἀ­πο­λαύ­σω τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα καὶ ν’ ἀ­να­πνεύ­σω λί­γο δρο­σε­ρὸ ἀ­έ­ρα. Μὴ δι­στά­σε­τε νὰ μοῦ κά­νε­τε πα­ρέ­α.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 3:30 π.μ.

Ἐ­σεῖς ἤ­σα­σταν στὸ ἰ­σό­γει­ο πρὶν ἀ­πὸ λί­γο; Εἶ­χα πά­ει ν’ ἀ­γο­ρά­σω πά­γο καὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­φα στὸ κτί­ριο, τέ­λει­ω­σε ἡ μπα­τα­ρί­α στὸν φα­κό μου. Θὰ ἔ­παιρ­να ὅρ­κο ὅ­τι κά­ποι­οι βρί­σκον­ταν στὸ ἰ­σό­γει­ο ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα. Τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­το. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­νά­σες στὴ γω­νί­α στὸ βά­θος, κά­τω ἀ­πὸ τὶς σκά­λες. Ἤ­σα­σταν ἐ­σεῖς; Φώ­να­ξα ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πάν­τη­σε κα­νέ­νας. Τέ­λος πάν­των, ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ θέ­λω πο­λὺ νὰ σᾶς γνω­ρί­σω!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

23 Αὐ­γού­στου

Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Σᾶς δη­μι­ουρ­γοῦν πρό­βλη­μα τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα 4Α, 4Β ἢ 4Δ; Για­τί ἄ­κου­γα κά­τι πε­ρί­ερ­γους θο­ρύ­βους τε­λευ­ταί­α: σὰν με­ταλ­λι­κὰ ρομ­πὸτ νὰ ἔ­παι­ζαν πέ­ιν­τμπωλ. Ἐ­δῶ καὶ τρεῖς μέ­ρες δὲν ἔ­χω κλεί­σει μά­τι. Ἁ­πλῶς θέ­λω νὰ μά­θω ἂν εἶ­στε ἐν­τά­ξει ἢ σᾶς ἔ­χει δι­α­λύ­σει κι ἐ­σᾶς ὁ θό­ρυ­βος. Νὰ μά­θω ἂν εἶ­στε ἀ­κό­μα ἐ­δῶ ἢ χα­θή­κα­τε γιὰ πάν­τα. Εἶ­στε οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νοι μου στὸν τέ­ταρ­το ὄ­ρο­φο, γι’ αὐ­τὸ πεῖ­τε μου ἂν χρει­ά­ζε­στε βο­ή­θεια. Θὰ σᾶς ὑ­πε­ρα­σπι­στῶ μέ­χρι θα­νά­του.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

3 Σε­πτεμ­βρί­ου

Παι­διά, ἐν­τά­ξει. Δὲν πά­ει ἄλ­λο. Νό­μι­ζα πὼς τὰ εἴ­χα­με βρεῖ με­τα­ξύ μας, ἀλ­λὰ τό­σος θό­ρυ­βος χθὲς βρά­δυ, αὐ­τὰ τὰ οὐρ­λια­χτὰ ζώ­ων, ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕΧΡΙ ΠΡΩΪΑΣ. Τό­ση ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ τὸν ὕ­πνο τοῦ γεί­το­νά σας ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΑΝΕΧΤΩ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἔ­χα­σα καὶ τὴ δου­λειά μου. Σᾶς ἀ­ρέ­σει τώ­ρα; Σᾶς ἀ­ρέ­σει ΓΑΜΩΤΟ; Ἔ­κα­να λά­θος γιὰ τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό. Δὲν εἴ­μα­στε πιὰ φί­λοι. Σᾶς μι­σῶ.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

11 Σε­πτεμ­βρί­ου

Πρὸς τι­μὴν τῶν πε­σόν­των νε­κρῶν μας ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ συγ­χω­ρή­σω τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό. Πα­ρα­κα­λῶ λά­βε­τέ το αὐ­τὸ ὑ­πό­ψη σας, για­τὶ ὁ Γκά­ρυ συγ­χω­ρεῖ μί­α μό­νο φο­ρά. Ἐλ­πί­ζω νὰ τὸ ἐ­κτι­μή­σε­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

Υ.Γ. Δὲν εἶ­χα δου­λειὰ γιὰ νὰ τὴν χά­σω. Ἁ­πλῶς ἤ­μουν θυ­μω­μέ­νος καὶ ἤ­θε­λα νὰ σᾶς στε­νο­χω­ρή­σω. Στε­νο­χω­ρη­θή­κα­τε;

***

23 Σε­πτεμ­βρί­ου

Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι γρά­ψα­τε τὴ συγ­χώ­ρε­σή μου στὰ πα­λιά σας τὰ πα­πού­τσια. Δὲν εἶ­στε ἐν­τά­ξει. Ξέ­ρε­τε τί ἄλ­λο δὲν εἶ­ναι ἐν­τά­ξει, ΟΙ ΠΥΤΖΑΜΕΣ ΣΑΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΗΛΙΘΙΑ ΣΧΕΔΙΑ ΜΕ ΠΟΔΗΛΑΤΑΚΙΑ. Ἐ­πί­σης, Ἔ­μι­λυ, στὸν ὕ­πνο σου κα­θὼς ἀ­να­πνέ­εις σχη­μα­τί­ζεις σα­λι­ό­φου­σκες. Ἔ, ναί λοι­πόν. Ἀ­πο­κτή­σα­τε ἕ­ναν ἐ­χθρὸ στὸ πρό­σω­πο τοῦ Γκά­ρυ καὶ θὰ τὸ με­τα­νι­ώ­σε­τε. Ὁ Γκά­ρυ ἔ­χει θυ­μώ­σει μὲ τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

30 Σε­πτεμ­βρί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Πρό­σε­ξα ὅ­τι χθὲς με­τα­κο­μί­σα­τε, ἀλ­λὰ εἶ­στε σί­γου­ροι ὅ­τι τὰ πή­ρα­τε ὅ­λα; Για­τὶ ἀ­κου­γό­ταν σὰν θό­ρυ­βος ἀ­πὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ πο­δο­σφαι­ρά­κι στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σας – μὲ κρά­τη­σε ξύ­πνιο ὅ­λη τὴ νύ­χτα. Στε­νο­χω­ρι­έ­μαι γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα με­τα­ξὺ μας ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ἔ­χει ἡ ζω­ή. Εἴ­χα­με ὅ­μως καὶ τὶς κα­λὲς στιγ­μές μας, σω­στά; Τέ­λος πάν­των, ἐ­γὼ κα­κί­ες δὲν κρα­τά­ω. Πε­ρά­στε ὅ­πο­τε θέ­λε­τε ἀ­πὸ δῶ γιὰ νὰ παί­ξου­με οὐῒ­στ στὴν τα­ρά­τσα μα­ζὶ μὲ τὴν κα Κα­τσου­λου­ριὰν ὅ­πως τὸν πα­λιὸ κα­λὸ και­ρό! Κα­λὴ τύ­χη!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

6 Ὀ­κτω­βρί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Γειά σας! Κα­λω­σο­ρί­σα­τε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Εἶ­μαι ὁ Γκά­ρυ ἀ­πὸ τὸ 3Γ.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα Fifty-Two Stories τοῦ Cal Morgan:

http://www.fiftytwostories.com/?p=1383#more-1383 Πα­ράλ­λη­λο κεί­με­νο: Γιῶρ­γος Πα­να­γιω­τί­δης: «Ση­μει­ώ­μα­τα στὸ Θα­νά­ση».

Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἐκ­δό­της ποὺ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη καὶ τὴν Κοι­λά­δα Χάν­τσον. Πε­ζὰ καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ The Missouri Review, Geist, Hobart Pulp, Rolling Stone, Literary Hub καὶ ἀλ­λοῦ. Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ γρά­φει ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ τσε­κου­ριοῦ, ἐν μέ­ρει με­λέ­τη τῶν συμ­βο­λι­σμῶν του κα­τὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πέ­κτα­ση πρὸς τὴ Δύ­ση, ἐν μέ­ρει δι­ε­ρώ­τη­ση τῶν σύγ­χρο­νων ἀ­πει­κο­νί­σε­ων τῆς ἀν­δρο­πρέ­πειας καὶ τῆς ζω­ῆς στὴν ἔ­ρη­μο. Ἔ­χει ἕ­ναν γιὸ καὶ εἶ­ναι δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ LitHub.com.

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα https://www.jonnydiamond.me/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον καὶ Γρα­φή.

[i] Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας στὴν ἀ­με­ρι­κά­νι­κη τη­λε­ο­πτι­κὴ σει­ρὰ «Murder, she wrote» (1986-1990). Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­α ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὰ μὲ τὴν ἐ­ξι­χνί­α­ση ἐγ­κλη­μά­των.

Λεία Χατζοπούλου-Καραβία: Ἑτεροχρονισμένη συνάντηση στὴ Μερζιφούντα


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου–Κα­ρα­βί­α


Ἑ­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη συ­νάν­τη­ση στὴ Μερ­ζι­φούν­τα


ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ στὴν Τρα­πε­ζούν­τα ἀ­να­ζή­τη­σα τὸν πα­τέ­ρα μου, μὰ δὲν τὸν βρῆ­κα. Εἶ­χε ὀρ­φα­νέ­ψει ὀ­χτὼ χρο­νῶν, κι ἡ μά­να του ἡ Χα­ρί­κλεια τὸν εἶ­χε χα­ϊ­δε­μέ­νο, λα­λα­χέ­α, για­τί ἔ­θνη­σκαν τὰ μω­ρά της καὶ μό­νο αὐ­τὸς τῆς ἔ­ζη­σε. Τὸν εἶ­χε ἴ­σως στυ­λώ­σει ὁ Ἅ­ε Στυ­λια­νός, ποὺ τοῦ εἶ­χαν δώ­σει τ’ ὄ­νο­μά του. Τὸν φώ­να­ζε τρυ­φε­ρὰ «Ρί­ζα μ’, στε­ρέ­α μ’», κι ἅ­μα πο­νοῦ­σε κά­που τοῦ ἔ­λε­γε «Τὸ κα­κό σ’ νὰ παί­ρω», για­τὶ κάλ­λιο εἶ­χε νὰ πο­νά­ει ἐ­κεί­νη. Γιὰ τὸ παι­δί, ἡ Χα­ρί­κλεια ἦ­ταν ἁ­γί­α. Καὶ δὲν ἔ­κα­νε μὲ τὴ δεύ­τε­ρη γα­ρὴ τοῦ χή­ρου Πα­να­γι­ώ­τη. Μὰ κι αὐ­τὴ δὲν ἀ­γά­πη­σε τὸ ἀ­τί­θα­σο παι­δί.

        Ἡ Τρα­πε­ζούν­τα εἶ­ναι πιὰ με­γα­λού­πο­λη. Τὸ ξυ­λουρ­γεῖ­ο τοῦ παπ­ποῦ μου, ποὺ πο­τὲ δὲ γνώ­ρι­σα, δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Ρω­τῶ ποῦ νὰ κοι­τά­ξω γιὰ τὸ Στέ­λιο. «Κοί­τα στὴ Μερ­ζι­φούν­τα», λέ­νε οἱ γε­ρον­τά­δες. «Ἐ­κεῖ τὸν ἔ­στει­λαν σώ­κλει­στο σὲ σκο­λεῖ­ον, νὰ συ­χά­σει κι αὐ­τός, καὶ τὸ ζευ­γά­ρι.»

        Τὸ τα­ξί­δι στὴ Μερ­ζι­φούν­τα μῆ­τ’ εὔ­κο­λο εἶ­ναι μῆ­τε κον­τι­νό. Φτά­νω στὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο εἶ­ναι δι­ώ­ρο­φο, μὰ δὲν ἔ­χει πόρ­τες οὔ­τε πα­ρά­θυ­ρα. Τὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ὅ­μως εἶ­ναι φρε­σκο­βαμ­μέ­νο καὶ δὲν τοῦ λεί­πει τί­πο­τα, ἄ­ρα δὲν ἀ­νη­συ­χῶ γιὰ τὰ σώ­κλει­στα παι­διά.

        Βλέ­πω ἕ­να ἀ­γό­ρι, λι­γνὸ σὰν ἐ­μέ­να, λί­γο πιὸ μι­κρο­κα­μω­μέ­νο, μέ­χρι δέ­κα-ἕν­τε­κα χρο­νῶν. Μὲ κοι­τᾶ πα­ρα­ξε­νε­μέ­νο.

        — Ἐ­σὺ τί γυ­ρεύ­εις σὲ τοῦ­τα τὰ μέ­ρη; ρω­τᾶ.

        — Ἐ­σέ­να σὲ πει­ρά­ζω;

        — Δὲ μὲ πει­ρά­ζεις, μὰ τί γυ­ρεύ­εις ἐ­δῶ; Ἐ­μεῖς μα­θά­νου­με καὶ ἀγ­γλι­κά.

        — Παί­ζε­τε καὶ πο­δό­σφαι­ρο, λέ­ω ἔ­χον­τας φω­το­γρα­φί­α του, μει­ρά­κιον ἀ­κό­μη, μὲ με­γά­λο Π στὴν ἀ­θλη­τι­κὴ φα­νέ­λα.

        — Φοῦτ­μπολ. Καὶ τρα­γω­δοῦ­με. Ἄ­κου τὸν ὕ­μνο μας:

        «Anatolia, Anatolia, long be thy blessed day!…»

        — Τὸ ξέ­ρω κι ἐ­γώ, τοῦ λέ­ω καὶ τοῦ τὸ τρα­γου­δῶ ὁ­λό­ι­δια μ’ ἐ­κεῖ­νον.

        «Anatolia, Anatolia, long be thy blessed day!

        Anatolia for ever, Anatolia for ay!»

        — Ποι­ός σοῦ τὸ ἐ­μά­θι­σεν; ρω­τᾶ καὶ μὲ κοι­τά­ζει μὲ πε­ρι­έρ­γεια.

        — Ὁ πα­τέ­ρας μου. Ἦ­ταν στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­ταν εἶ­χε πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα.

        Στρέ­φει καὶ κοι­τᾶ τὸ κτί­ριο. Με­τὰ γυρ­νᾶ σὲ μέ­να καὶ γε­λᾶ.

        — Εἶ­σαι λί­γο πα­λα­λέσ­σα! Δὲν ἔ­χει πα­ρα­θυ­ρό­πορ­τας καὶ τώ­ρα; Ἀ­πὸ ποῦ ἔ­πε­σες ἐ­σὺ ἀφ­κά, ἄ­μον οὐ­ρα­νο­πούλ­λιν;

        — Ἦρ­θα ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­παν­τῶ. Μὰ ὄ­χι ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό.

        — Καὶ πῶς ἐν΄ τ’­ ὄ­νε­μάν σου;

        — Χα­ρί­κλεια. Μὰ μὲ φω­νά­ζουν Λεί­α.

        — Κι ἐ­μέ­να τῆς μάν­νας μου τὸ ὄ­νε­μαν…

        Τὸν κό­φτω βι­α­στι­κά, μὲ τα­ρα­χή.

        — Μοῦ δί­νεις μιά–δυ­ὸ πέ­τρες, πα­ρα­κα­λῶ σε;

        Σκύ­βει, πιά­νει καὶ μοῦ δί­νει τρεῖς. Τὶς παίρ­νω καὶ φεύ­γω.

        Πί­σω μου ἐ­ρη­μιά. Δὲν ἀ­κού­γε­ται πα­ρὰ ἀ­νά­σα ἀ­πὸ ἐ­λα­φρὺ ἀ­ε­ρά­κι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου–Κα­ρα­βί­α (Ἀ­θή­να, 1932). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Κλασ­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ἔκα­νε Δι­δα­κτο­ρι­κὸ Συγ­κρι­τι­κῆς Γραμ­μα­το­λο­γί­ας στὴ Σορ­βόν­νη (1992). Ἐ­ξέ­δω­σε 80 βι­βλί­α: ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο (τρία κρα­τι­κὰ βρα­βεῖ­α γιὰ θε­α­τρι­κά ἔργα). Δί­δα­ξε γλῶσ­σες, ἔ­κα­νε με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ ἱ­σπα­νι­κά, γερ­μα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κά. Τὸ 2003 πῆ­ρε βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης. Εἶ­ναι ἠ­θο­ποι­ὸς (βρα­βεῖ­α, Φε­στι­βὰλ Ἰ­θά­κης 1977, 1978). Πρό­ε­δρος Δι­ε­θνοῦς Φό­ρουμ Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων, ΙΤΙ, 2000-2006.


Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου: ΚΛΜ



Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου


ΚΛΜ


Ε ΕΙΧΕ ΠΙΑΣΕΙ ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Μοῦ τὰ ἕ­σφιγ­γε τό­σο δυ­να­τὰ στὶς χοῦ­φτες του, ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι θὰ μοῦ τὰ ξε­ρί­ζω­νε. Ἀ­κό­μη καὶ ἀ­φοῦ ξε­ψύ­χη­σε, δὲν ἔ­λε­γε νὰ μοῦ τὰ ἀ­φή­σει. Μπαί­νον­τας δὲν πα­ρα­τή­ρη­σε. Τὸ τσε­κού­ρι. Τὸ εἶ­χα βά­λει ἀ­νά­με­σα στὶς πε­τσέ­τες, ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ πε­τσέ­τες ἄ­σπρες καὶ κί­τρι­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα του καὶ τὰ κλό­τση­σε στὴν ἄ­κρη. Ἔ­ζε­χνε. Τὸ σῶ­μα του κόκ­κι­νο κα­μέ­νο. Ἡ οὐ­λὴ στὸ δε­ξί του γό­να­το. Τὸ ση­μά­δι κά­τω ἀ­π’ τὸ λαι­μό. Ἴ­διος. Κι ἐ­γώ. Τὸν κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Αἰ­σθάν­θη­κα τὸ χρό­νο νὰ μὲ ἐ­πι­στρέ­φει. Δέ­κα χρό­νια πί­σω, ἐ­κεῖ ποὺ εἴ­χα­με μεί­νει. Καὶ οἱ δύ­ο. Μί­α στιγ­μὴ πρίν· μί­α στιγ­μὴ με­τά. Τί­πο­τ’ ἄλ­λο. Μπῆ­κε στὸ νε­ρὸ μέ­χρι τὴ μέ­ση. Μὲ κοι­τοῦ­σε χω­ρὶς νὰ μι­λά­ει. Ἐ­γὼ ὁ­λο­έ­να τὸν πλη­σί­α­ζα, μέ­χρι ποὺ στα­μά­τη­σα ἀ­πὸ πά­νω του. Γδύ­θη­κα. Τὰ μά­τια του μὲ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ὅ­σο ἔμ­παι­να. Τὸ νε­ρὸ ἔ­και­γε. Ἔ­σκυ­ψα ἀ­πὸ πά­νω του. Μοῦ χά­ι­δε­ψε τὰ γό­να­τα κι ἄρ­χι­σε ν’ ἀ­νε­βαί­νει. Νό­μι­σα πὼς θὰ μὲ πο­νοῦ­σε. Στά­θη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια μου μὲ δά­χτυ­λα ἀ­κί­νη­τα, ποὺ πο­λὺ εὔ­κο­λα ἔμ­παι­ναν, ἂν ἤ­θε­λε, μέ­σα μου, πο­λὺ εὔ­κο­λά τὰ γλί­στρα­γε, ἂν ἤ­θε­λε, πρὸς τὴν κοι­λιά μου. Ἀ­πο­φά­σι­σε τὸ δεύ­τε­ρο. Ἀ­να­κου­φι­σμέ­νη ἄρ­χι­σα. Νὰ τοῦ τρί­βω τὸ στῆ­θος καὶ τοὺς ὤ­μους. Ἔ­ψα­χνε τὰ μά­τια μου. Τοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κα. Φί­λη­σα τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κε­φα­λιοῦ του κι ἐ­κεῖ­νος πέ­ρα­σε τὰ δά­χτυ­λά του στὸ λαι­μό μου. Τὰ κύ­κλω­σε, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­σκη­σε πί­ε­ση. Μὲ ἄ­φη­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θῶ. Ἔ­τρι­ψα τὰ μπρά­τσα του. Εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ ὅ­ταν ἅ­πλω­σα τὸ δί­χτυ. Μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πὸ τὰ στή­θη. Βυ­θί­στη­κε μέ­χρι τὸ λαι­μό. Προ­ε­ξεῖ­χαν μό­νο τὰ χέ­ρια του νὰ χου­φτώ­νουν ἄ­γαρ­μπα τὰ στή­θη μου λὲς κι ἤ­μουν ἀ­γε­λά­δα καὶ μὲ ἄρ­με­γε. Μὲ πό­νε­σε. Ἔ­κα­να νὰ τὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νω, αὐ­τὸς ὅ­μως συ­νέ­χι­ζε, σφίγ­γον­τάς τα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὶς πα­λά­μες του. Ἔ­τρε­μα. Εἶ­χε νὰ τὸ κά­νει αὐ­τὸ ἀ­π’ τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κοι­μη­θή­κα­με μα­ζί. Μὲ ζού­λη­ξε τό­σο πο­λὺ ποὺ ἔ­βα­λα τὶς φω­νές. Σώ­πα­σα μό­νο ἀ­φοῦ μὲ χτύ­πη­σε. Ἔ­πει­τα μὲ συ­νή­θι­σε. Δὲν τὰ ἔ­βλε­πα τὰ μά­τια του. Μοῦ τὰ ἀρ­νή­θη­κε.


Ὅ­ταν ἄ­φη­σα τὸ τσε­κού­ρι, τὸν ἔ­σπρω­ξα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ αἵ­μα­τος. Ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τοῦ τραβ­ή­ξω τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ μὲ ἀ­φή­σει. Ρί­χτη­κα στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄλ­λου ἐ­πὶ τό­που, γυ­μνὸς κι ἐ­κεῖ­νος, καὶ ἐ­νω­θή­κα­με. Κοί­τα­ξα τὸ στέρ­νο μου. Εἶ­δα δέ­κα δά­χτυ­λα μαῦ­ρα πά­νω στὰ κόκ­κι­να πρη­σμέ­να στή­θη μου. Καὶ πά­νω τους ἄλ­λα δέ­κα, ἄ­σπρα, νὰ στραγ­γί­ζουν ὅ­σο γά­λα εἶ­χε μεί­νει.


Ἰ­ού­νιος/Ὀ­κτώ­βριος ’15


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­δρέ­ας Ἀν­δρέ­ου. Σπούδασε στὴν Royal Academy of Dramatic Art στὸ τµ­ή­µ­α κλα­σι­κῶν σπου­δῶν τοῦ King’s College London (ὑ­πο­τρο­φί­α Ἱ­δρύ­µ­α­τος Σκυ­λί­τση). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς σκη­νο­θέ­της, βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­της καὶ ἠ­θο­ποι­ὸς σὲ πα­ρα­στά­σεις θε­ά­τρου (κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο ρε­περ­τό­ριο, παι­δι­κό, ὄ­πε­ρα, docudrama, devised κ.ἄ.), ἀλ­λὰ καὶ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, σὲ Ἑλ­λά­δα καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ. Πα­ράλ­λη­λα γρά­φει, ἐ­πι­µ­ε­λεῖ­ται καὶ µ­ε­τα­φρά­ζει.



		

	

Γε­ωρ­γί­α Βε­λη­βα­σά­κη: Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη



Γε­ωρ­γί­α Βε­λη­βα­σά­κη


Ἡ  μητέρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη


ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ εἶναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Ἔ­χει τέσ­σε­ρα πό­δια μὲ ὀ­νό­μα­τα παι­δι­ῶν καὶ καμ­πύ­λες στὶς ἄ­κρες. Ἡ ὄ­ψη της εἶ­ναι γα­λά­ζια. Μιὰ χρυ­σὴ ἀν­τα­νά­κλα­ση τὴν κά­νει νὰ ξε­χω­ρί­ζει ἀ­π’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα πράγ­μα­τα τοῦ δω­μα­τί­ου. Ἡ ρά­χη της κυρ­τή, σχε­δὸν χε­λω­νί­σια. Στέ­κε­ται —χρό­νια τώ­ρα— στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ· δὲν κα­τα­δέ­χε­ται νὰ τὴν ἀγ­γί­ζουν, τρέ­μει τὰ ἀ­πρό­σε­χτα χέ­ρια καὶ τὰ βλέμ­μα­τα.

       Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἕ­να πορ­σε­λά­νι­νο κου­τί. Κρύ­βει μυ­στι­κὰ καὶ χα­μέ­να ὄ­νει­ρα. Ὅ­ταν χα­μο­γε­λᾶ τὰ μά­τια της στρέ­φον­ται πρὸς τὰ μέ­σα, ἔ­τσι ποὺ κα­νέ­να χα­μό­γε­λό της δὲν μέ­νει χω­ρὶς λύ­πη. Στὸ τρα­πέ­ζι τοῦ σα­λο­νιοῦ ὑ­πο­δέ­χε­ται τοὺς κα­λε­σμέ­νους της, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ πε­ρι­μέ­νει.

       Δὲν πλέ­νει πιά­τα. Δὲν μα­γει­ρεύ­ει. Δὲν τῆς ἀ­ρέ­σουν οἱ σκοῦ­πες καὶ τὰ ξε­σκο­νό­πα­να. Ζω­γρα­φί­ζει στὸ πρό­σω­πό της πο­τά­μια ποὺ γέρ­νουν πρὸς τὰ κά­τω. Ὕ­στε­ρα κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να τὴν ἀν­τα­νά­κλα­σή της στὸν τοῖ­χο τοῦ δω­μα­τί­ου. Με­τρᾶ τὰ πό­δια της· τέσ­σε­ρα. Δὲν εἶ­μαι ἐ­γώ, ἐ­γὼ εἶ­μαι! τὴν ἀ­κού­ω ποὺ λέ­ει.

       Ἔ­χει μιὰ χα­ραγ­μα­τιὰ ποὺ δὲν φαί­νε­ται κι ἕ­να χά­ρι­σμα, κρυ­φὸ κι αὐ­τό. Ἂν τῆς χα­ϊ­δέ­ψεις τὰ μά­τια καὶ τὴν κοι­τά­ξεις συμ­πο­νε­τι­κά, ἂν εἶ­σαι λί­γο πιὸ ἀ­λη­θι­νὸς ἀ­π’ ὅ,τι συ­νη­θί­ζεις, ἂν τῆς πεῖς ὅ­τι τὴν ἀ­γα­πᾶς —μὰ νὰ τὴν ἀ­γα­πάς— σοῦ δεί­χνει κά­τι πα­λιὰ μαρ­γα­ρι­τά­ρια τῆς νι­ό­της της καὶ σοῦ ὑ­πό­σχε­ται, σοῦ ὑ­πό­σχε­ται… Μιὰ μέ­ρα μὲ ἄ­φη­σε νὰ δῶ κά­τω ἀ­πὸ τὴ γα­λά­ζια της ὄ­ψη. Ἀ­πὸ μέ­σα ἦ­ταν λευ­κὴ μὲ μι­κρὲς κη­λί­δες σὰν ἀ­στε­ρό­σκο­νη. Στὶς γω­νί­ες μα­ζεύ­ε­ται τὸ μαῦ­ρο καὶ δὲν φεύ­γει.

       Μοιά­ζει πα­λιὰ ὅ­σο τὸ σπί­τι ποὺ τὴν πε­ρι­έ­χει. Καὶ ἄ­δεια, ὅ­σο τὰ πράγ­μα­τα ποὺ δὲν μπό­ρε­σε νὰ χω­ρέ­σει. Κά­θε βρά­δυ ἀ­νά­βει ὅ­λα τὰ φῶ­τα. Δὲν κοι­μᾶ­ται. Ἡ πλη­γή της ἀ­φορ­μί­ζει τὴ νύ­χτα.

       Κα­τα­λα­βαί­νει μὲ τὴν ἁ­φή. Κα­μιὰ φο­ρᾶ βγά­ζει ἕ­ναν ἦ­χο σὰ νύ­χι πά­νω στὴ γυ­α­λι­στε­ρή της ἐ­πι­φά­νεια. Δὲν ξέ­ρει πῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ, λέ­ει. Τὸ σπί­τι τὴν πνί­γει. Δὲν ἀν­τέ­χει τὰ κλει­στὰ πα­ρά­θυ­ρα. Πα­ρα­πο­νι­έ­ται πὼς κα­νεὶς δὲν τὴν ἀ­κού­ει. Κιν­δυ­νεύ­ει νὰ σπά­σει ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τε­τα­μέ­νη ἀ­δι­α­φο­ρί­α μας. Δὲν εἶ­ναι ἀ­πὸ πέ­τρα, λέ­ει, δὲν εἶ­ναι πέ­τρα…

       Ἡ μη­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἀ­πὸ πορ­σε­λά­νη. Κά­θε πρω­ὶ τὴ ση­κώ­νω καὶ τὴ βά­ζω στὸ ρά­φι χω­ρὶς νὰ τὴν κοι­τά­ζω. Κα­θα­ρί­ζω τὸ τρα­πέ­ζι της μ’ ἕ­να πα­νί. Τὴ μα­λώ­νω πὼς δὲν κά­νει κα­λὰ ποὺ στέ­κε­ται ἀ­κί­νη­τη τό­σο και­ρό, πὼς αὐ­τὴ φταί­ει ποὺ μα­ζεύ­τη­κε τό­ση σκό­νη. Τρί­βω τὶς πτυ­χές της μὲ μα­νί­α. Τῆς τρα­γου­δά­ω γιὰ ἕ­να μι­κρὸ πορ­σε­λά­νι­νο κου­τὶ μέ­σα σ’ ἕ­να με­γά­λο σκο­νι­σμέ­νο σπί­τι. Στέ­κο­μαι ὄρ­θια στὴ μέ­ση τοῦ σα­λο­νιοῦ, τὴ δεί­χνω μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Καὶ ἄ­φη­σέ με, τῆς λέ­ω, ν’ ἀ­νοί­ξω τὴν κοι­λιά σου, νὰ κα­θα­ρί­σω κι ἐ­κεῖ­νο τὸ μαῦ­ρο… Γί­νε­ται τό­τε καὶ τὸ γα­λά­ζιο της χρῶ­μα φω­τί­ζε­ται μ’ ἕ­ναν τρό­πο στε­να­χτι­κό. Τὴν ἄλ­λη φο­ρά, μοῦ λέ­ει, τὴν ἄλ­λη φο­ρά. Τὴν ἐ­πι­στρέ­φω στὴ θέ­ση της μ’ ἕ­να πι­κρὸ φι­λί. Ἐ­κεί­νη δὲν στα­μα­τά­ει νὰ μὲ κοι­τά­ζει.

       Μι­σῶ τὴν εὐ­θραυ­στό­τη­τά της. Καὶ ἂν μιὰ μέ­ρα, μοῦ γλι­στρί­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια; Καὶ ἂν ἀ­να­πη­δή­σει στὸν ἀ­έ­ρα καὶ ἀ­νοί­ξει ἡ ρά­χη της καὶ φα­νεῖ ἡ χα­ραγ­μα­τιὰ καὶ θρυμ­μα­τι­στεῖ ἡ γα­λά­ζια της ὄ­ψη; Καὶ ἂν δὲν ἔ­χω προ­λά­βει νὰ ἀ­φαι­ρέ­σω τὸ μαῦ­ρο ἀ­πὸ τὶς γω­νί­ες καὶ τὰ σπλά­χνα της; Πῶς φο­βᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα. Πῶς κου­ρά­στη­κα νὰ φο­βᾶ­μαι ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Α. Βε­λη­βα­σά­κη. Ποί­η­ση καὶ δι­ή­γη­μα, παραμύθια. Σπού­δα­σε μου­σι­κή, θέ­α­τρο, Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ (Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­χτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο) καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ (Πα­νε­πι­στή­μιο Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ τρα­γού­δι, τὴ στι­χουρ­γι­κὴ καὶ ἔχει ἐ­κτε­νῆ προ­σω­πι­κὴ δι­σκο­γρα­φί­α. Βιβλίο της: Τὸ Μι­κρὸ Μυ­στι­κὸ τῆς Ζω­ῆς (ἔμ­με­τρο πα­ρα­μύ­θι, 2010). Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὸ ἀν­θο­λό­γιο Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς-Δι­α­δρο­μὴ 2 (ἐκδ. Γρα­φο­μη­χα­νή, 2017). Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα www.velivasaki.gr