Λίλυ Ἐξαρχοπούλου: Ἀποχρώσεις


Λί­λυ Ἐ­ξαρ­χο­πού­λου


Ἀ­πο­χρώ­σεις

 

ΙΜΑΙ ΣΤΗΝ ΚΑΡΠΑΘΟ σὲ δι­α­κο­πές. Τὸ ἐ­στι­α­τό­ρει­ο ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ καὶ φί­σκα. Ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἕ­να ζευ­γά­ρι μὲ δυ­ὸ παι­διά. Τοὺς το­πο­θε­τοῦν σὲ κρα­τη­μέ­νο τρα­πέ­ζι, δυ­ὸ τρί­α τρα­πέ­ζια πιὸ κά­τω. Στὸ ἡ­μί­φως μέ­σα στὸ πλῆ­θος πα­ρα­τη­ρῶ τὸν μι­κρό· χα­ρι­τω­μέ­νος, πε­ρὶ τὰ ὀ­κτὼ μὲ δέ­κα. Ἀρ­κε­τὰ σκοῦ­ρος, σκέ­φτο­μαι. Τὸ μυα­λό μου πη­γαί­νει αὐ­το­μά­τως σὲ δι­ά­φο­ρα μι­κτὰ ζευ­γά­ρια μὲ παι­διὰ ποὺ ἔ­χω συ­ναν­τή­σει σὲ δι­α­κο­πές, συ­νή­θως ἕ­να μι­γὰ κι ἕ­να λευ­κό, πε­ρί­ερ­γο τό­σο ποὺ χρό­νια τώ­ρα λέ­ω ὅ­τι με­τὰ τὸ τέ­λος τῶν δι­α­κο­πῶν θὰ ρω­τή­σω κά­ποι­ο βι­ο­λό­γο ἐ­ὰν ὑ­πε­ρι­σχύ­ει ἡ λευ­κὴ φυ­λή. Ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ δε­κα­πεν­τά­ρης ἔ­φη­βος μὲ τὸ μο­δά­το μαλ­λὶ εἶ­ναι κι αὐ­τὸς σκοῦ­ρος, ἴ­σως ἐ­λα­φρό­τα­τα ἀ­νοι­χτό­τε­ρος. Ἡ μη­τέ­ρα πά­λι ξαν­θὴ καὶ γα­λα­νο­μά­τα. Τὸν πα­τέ­ρα δὲν τὸν βλέ­πω κα­λὰ ἀλ­λὰ σκοῦ­ρος μοῦ φαί­νε­ται κι αὐ­τός. Τὸ μυα­λό μου συ­νε­χί­σει ἀ­πρό­σκο­πτα τὶς ὑ­πο­θέ­σεις: Σί­γου­ρα Ἀγ­γλί­δα ἡ μη­τέ­ρα, ἰν­δο­πρε­πὴς ὁ πα­τέ­ρας. Ἔρ­χον­ται τὰ ἐ­δέ­σμα­τα, τοὺς ξε­χνῶ, μιὰ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τοῦ νη­σιοῦ καὶ τὴν ἐ­πι­κεί­με­νη ἐκ­δρο­μὴ στὴν Κά­σο. Φεύ­γουν πρὶν ἀ­πὸ ἐ­μᾶς, ὁ πα­τέ­ρας, ἡ μη­τέ­ρα, ἀ­κο­λου­θού­με­νοι ἀ­πὸ τὰ δύ­ο παι­διά.

        Δυ­ὸ μέ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα στὴν ἴ­δια τα­βέρ­να πρὶν φι­σκά­ρει. Δὲν βλέ­πω Ἕλ­λη­νες, εἶ­χα πεῖ τὴν προ­η­γού­με­νη φο­ρὰ στὸ εὐ­γε­νέ­στα­το γκαρ­σό­νι. «Αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα, πε­ρὶ τὶς ὀ­κτώ το βρά­δυ, ἔρ­χον­ται μό­νον οἱ ξέ­νοι. Οἱ Ἕλ­λη­νες, τὸ ξέ­ρε­τε, ἔρ­χον­ται κα­τὰ τὶς ἐν­νι­ά­μι­ση μὲ δέ­κα.» Τὸ ἤ­ξε­ρα, τὸ ἴ­διο ἐ­ξάλ­λου κά­νω κι ἐ­γώ, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πές, ποὺ συ­νή­θως μὲ βο­λεύ­ει τὸ φα­γη­τὸ με­τὰ τὸ μπά­νιο. Ξέ­νη, λοι­πόν, ὡς πρὸς τὴ νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ κουλ­τού­ρα, ἀ­νά­με­σά σε ξέ­νους.

        Μπαί­νει ἡ προ­χτε­σι­νὴ κομ­πα­νί­α, ἡ Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα καὶ οἱ τρεῖς σκου­ρό­χρω­μοι. Κά­θον­ται σὲ πα­ρα­δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι καὶ τοὺς πα­ρα­τη­ρῶ ἀ­πὸ πιὸ κον­τά. Μὰ πὼς τὴν πά­τη­σα ἔ­τσι, κι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἐ­πί­σης γιὸς κι ὄ­χι σύ­ζυ­γος. Ξα­να­κοι­τά­ζω τὴ γυ­ναί­κα, προ­σέ­χω τὶς ρυ­τί­δες καὶ τοὺς κω­θόρ­νους. Μὰ ναί, πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σα­ραν­τα­πεν­τά­ρα ἢ καὶ πε­νην­τά­ρα καὶ ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἄν­τρας πε­ρὶ τὰ εἴ­κο­σι μὲ εἰ­κο­σι­δύ­ο, σί­γου­ρα ὁ με­γά­λος γιός, χρῶ­μα σκοῦ­ρο, ἀ­ρα­βι­κό. Κι αὐ­τὸς μο­δά­το μαλ­λὶ ὅ­πως ὁ ἔ­φη­βος, σκου­λα­ρί­κι καὶ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό. Μὰ τα­του­ὰζ στὸν λαι­μό, σχο­λιά­ζω, αὐ­τὸ θὰ πό­νε­σε πο­λύ, ἀ­πο­κρί­νε­ται ὁ σύν­τρο­φος. Οἱ δυ­ὸ με­γα­λύ­τε­ροι μοιά­ζουν ἀρ­κε­τὰ με­τα­ξύ τους, ὁ πι­τσι­ρι­κὰς εἶ­ναι πιὸ στρογ­γυ­λο­πρό­σω­πος σὰν τὴ μη­τέ­ρα του. Ἔ­χει μιὰ δι­ά­θε­ση σκαν­τα­λιᾶς, κά­τι τοῦ λέ­ει ὁ στριφ­νὸς με­γά­λος ποὺ κά­θε­ται δί­πλα του καὶ σο­βα­ρεύ­ε­ται, ἡ μη­τέ­ρα παρ­λά­ρει ἀ­δι­άλ­λει­πτα μὲ τὸν δι­πλα­νό της με­σαῖ­ο γιό. Θὰ εἶ­ναι μου­σουλ­μά­νοι, μοῦ ἔρ­χε­ται αὐ­θόρ­μη­τα. Μὰ δὲν πο­λυ­μοιά­ζουν μὲ Ἄ­ρα­βες, θὰ εἶ­ναι Πα­κι­στα­νοί.

        —Για­τί δὲν τρῶς;

        Τὸ φα­γη­τὸ μας ἔ­χει φτά­σει καὶ δὲν τὸ ἔ­χω πά­ρει χαμ­πά­ρι.

        Πο­λὺ φα­γη­τό, πά­λι πα­ραγ­γεί­λα­με μί­α με­ρί­δα πε­ρισ­σό­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­σο εἴ­χα­με ἀ­νάγ­κη, Ἕλ­λη­νες, μπά, μᾶλ­λον Ἑλ­λη­νά­ρες. Ἀ­πορ­ρί­πτε­ται κι ἡ ἰ­δέ­α μου νὰ πά­ρου­με σὲ ἀ­λου­μι­νέ­νιο χαρ­τὶ τὰ κε­φτε­δά­κια γιὰ τὴν ἑ­πο­μέ­νη, οκ, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν θὰ τὰ ἀγ­γί­ξω, λέ­ω σὰν πει­σμω­μέ­νο παι­δί, μὲ τὸ μυα­λὸ σὲ ἀ­στέ­γους καὶ πρό­σφυ­γες. Τὸ ἀ­πέ­ναν­τι παι­δὶ τρώ­ει ἀ­κό­μη ἀ­πὸ τὴ σα­λά­τα τους, οἱ ὑ­πό­λοι­ποι δεί­χνουν νὰ ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει. Ὁ δευ­τε­ρό­το­κος ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ τὴ συ­ζή­τη­ση μὲ τὴν Ἀγ­γλί­δα μη­τέ­ρα, ὁ με­γά­λος —ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ εἶ­δα μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου νὰ μι­λά­ει ἔν­το­να γιὰ κά­τι— εἶ­ναι σι­ω­πη­λός. Τὸ βλέμ­μα του βα­θύ, δι­α­πε­ρα­στι­κὸ καὶ με­λαγ­χο­λι­κό, τὸ εἶ­χα προ­σέ­ξει καὶ προ­η­γου­μέ­νως, ἔ­χει κα­τά­θλι­ψη συλ­λο­γί­ζο­μαι. Χω­ρὶς νὰ τὴν κα­τα­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­λά­βω, χω­ρὶς νὰ τὴν προ­ϋ­παν­τή­σω, σὰν τὶς ρι­πὲς ἀ­νέ­μου στὸ νη­σί, ἡ ἑ­πό­με­νη σκέ­ψη: Εἶ­ναι ἕ­τοι­μος γιὰ βομ­βι­στὴς αὐ­το­κτο­νί­ας, τό­σο πό­νο καὶ κρυμ­μέ­νο θυ­μὸ ἐκ­φρά­ζει τὸ βλέμ­μα του.

        Εἶ­χα σκε­φτεῖ ἀ­πὸ και­ρὸ νὰ βά­λω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸ πα­τά­ρι. Μὰ τὸ Θε­ό, μὰ τὸν Ἀλ­λάχ, ἦρ­θε ἡ ὥ­ρα της.


 

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Λί­λυ Ἐξαρ­χο­πού­λου Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας. Ἔ­χει σπου­δά­σει ἱ­στο­ρί­α καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Ἀ­θη­νῶν, Newcastle Upon Tyne καὶ East Anglia. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρί­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ἕ­να βι­βλί­ο ποί­η­σης. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους, τὸν ἡ­με­ρή­σιο καὶ πε­ρι­ο­δι­κὸ τύ­πο. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κὰ καὶ στὰ τουρ­κι­κά.


 

Advertisements

Θεοδόσης Κοντάκης: Τὰ καραβάκια


Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης


Τὰ κα­ρα­βά­κια


Ε ΘΥΜΑΜΑΙ ἂν τού­τη τὴν ἱ­στο­ρί­α τὴν δι­ά­βα­σα κά­που. Καὶ πά­λι, νά ’­ναι ἄ­ρα­γε ἀ­λη­θι­νή, ἢ κά­ποι­α μυ­θι­κὴ ἀ­φή­γη­ση; Κομ­μά­τι ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἀρ­χαῖ­ο ἔ­πος μή­πως, κά­ποι­ο μυ­θι­στό­ρη­μα; Καὶ ποιό νη­σὶ ἄ­ρα­γε εἶ­ναι κεῖ­νο ποὺ πά­νω του —γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια γύ­ρω του— συ­νέ­βη­σαν τὰ θλι­βε­ρὰ αὐ­τὰ γε­γο­νό­τα; Πάν­τως, ὅ­σο κι ἂν ἔ­χω ψά­ξει, δὲν τὴν ἔ­χω βρεῖ σὲ κα­νέ­να βι­βλί­ο. Κι ἄν μου τὴ δι­η­γή­θη­κε κά­ποι­ος νη­σι­ώ­της; Ἢ πά­λι, τὴν εἶ­δα σὲ ὄ­νει­ρο – ἤ μοῦ πε­ρι­έ­γρα­ψε κά­ποι­ος τὸ ὄ­νει­ρό του; Πάν­τως, πα­ρὰ τὴν ἀ­κα­θό­ρι­στη προ­έ­λευ­σή της, ἢ ἴ­σως ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τό, ξυ­πνᾶ μέ­σα μου συ­χνὰ καὶ ἐ­πί­μο­να, σὲ δι­ά­φο­ρες μορ­φὲς καὶ πα­ραλ­λα­γές. Καί, πράγ­μα­τι, δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος ἂν ἡ ἀρ­χι­κὴ ἱ­στο­ρί­α ἦ­ταν αὐ­τή, ἢ ἂν τὴν ἔ­πλα­σα λί­γο-λί­γο τό­σο ποὺ νὰ εἶ­ναι πιά: ἡ δι­κή μου ἱ­στο­ρί­α.


Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ κα­τοι­κοῦ­σαν τὸ νη­σὶ ἦ­ταν φτω­χοὶ κι ἡ θά­λασ­σα πο­τέ της δὲν ἡ­σύ­χα­ζε, πα­ρὰ σπά­νια καὶ γιὰ λί­γο μο­νά­χα. Ὅ­λες οἱ δε­ή­σεις τοὺς εἶ­χαν φα­νεῖ μά­ται­ες: ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν κου­φή – ὅ­πως ἔ­λε­γαν, μα­νι­α­σμέ­νη καὶ θο­ρυ­βώ­δης κα­θὼς ἦ­ταν δὲν τοὺς ἄ­κου­γε, ἔ­στω κι ἂν μα­ζευ­όν­του­σαν κα­θη­με­ρι­νὰ καὶ κραύ­γα­ζαν μπρο­στά της, ἄλ­λο­τε ἱ­κε­τευ­τι­κὰ κι ἄλ­λο­τε ὀρ­γι­σμέ­να, ὅ­λοι μα­ζί – γυ­ναῖ­κες, ἄν­τρες, παι­διά.

        Θ’ ἄ­κου­γες τό­τε, μιὰ νὰ ἐ­κτο­ξεύ­ουν κα­τά­ρες σὰ μα­στι­γι­ὲς στὸ κύ­μα, μιὰ νὰ κοι­τοῦν ψη­λὰ καί, σὰ νὰ βλέ­παν ὅ­λοι κά­τι μὲς στὰ σύν­νε­φα, θά ’­λε­γαν: «Σὺ ποὺ μᾶς σκόρ­πι­σες ἐ­δῶ σὰν τὴ βρο­χή, δέ μᾶς ἀ­κοῦς; Για­τί δὲν ἔρ­χε­σαι πά­λι νὰ μᾶς ἀγ­κα­λιά­σεις, μό­νο μᾶς ἀ­φή­νεις νὰ σπέρ­νου­με τ’ ἀ­γό­ρια μας σὰν τὸ σπό­ρο μὲς στὸ κύ­μα;» Καὶ συ­νό­δευ­αν τὰ αἰ­νιγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὰ λό­για μὲ ἤ­χους καὶ κι­νή­σεις μι­μι­κές: πρῶ­τα ἕ­να μα­κρό­συρ­το «σσσς», ἔ­πει­τα ἁ­πλώ­να­νε τὰ δυ­ὸ χέ­ρια σὰν ἀγ­κα­λιὰ κι ἔ­πει­τα κά­ναν ὅ­λοι μα­ζὶ ὅ­τι ρί­χνουν σπό­ρους· τέ­λος, μὲ τὴν πα­λά­μη κά­θε­τα στὸ μέ­τω­πο πά­νω ἀ­πὸ τὰ μά­τια, κλαί­γον­τας, κοι­τοῦ­σαν πέ­ρα στὸν ὁ­ρί­ζον­τα.

        Ποι­ά χα­μέ­νη ἀ­λή­θεια νὰ ἔ­ψα­χναν; Πῶς τά­χα εἶ­χαν ἔρ­θει ἐ­δῶ; Καὶ για­τί ἤ­τα­νε τό­σο βέ­βαι­οι πὼς κά­ποι­ος τοὺς εἶ­χε βο­η­θή­σει; Ἴ­σως τοὺς πα­ρέ­συ­ρε κα­νεὶς ὣς ἐ­κεῖ· μὰ μὲ ποιά ὑ­πό­σχε­ση ἢ ἀ­πει­λή; Πάν­τως, ἀ­πὸ κά­που προ­έρ­χον­ταν κι αὐ­τοί. Για­τὶ ἀλ­λι­ῶς, πῶς θὰ εἴ­χα­νε φυ­τρώ­σει ἐ­κεῖ πά­νω;

        Ὅ­πως καὶ νά ’­ναι, τὸ μα­κά­ριο πα­ρελ­θὸν ἦ­ταν μο­νά­χα ἕ­νας ἀν­τί­λα­λος: ἐ­δῶ ὅ­λη τους ἡ ζω­ὴ περ­νοῦ­σε μὲς στὸ φό­βο, πὼς μιὰ μέ­ρα θὰ τοὺς κα­τα­πι­εῖ τὸ κύ­μα, ἢ πὼς θὰ χα­θοῦν ἀ­πὸ τὴν πεί­να· μὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χουν μιὰ ἐλ­πί­δα πὼς θὰ ἐ­πι­ζή­σουν: Ὅ­ταν ἔ­πε­φτε ξη­ρα­σί­α, μα­ρά­ζω­ναν τὰ λι­γο­στὰ δέν­τρα, τὰ ζῶ­α ψο­φοῦ­σαν, στέ­ρευ­αν σι­γὰ-σι­γὰ τὰ πη­γά­δια.

        Τό­τε λοι­πὸν ἤ­τα­νε νὰ δεῖ κα­νεὶς κά­τι ποὺ ἔ­μοια­ζε μὲ γι­ορ­τή: ὅ­λος ὁ πλη­θυ­σμὸς συγ­κεν­τρω­νό­ταν στὴν ἀ­κτή. Ἀ­κού­γον­ταν ζω­η­ρὲς κου­βέν­τες, προ­σευ­χές, λυγ­μοί, μου­σι­κές, τύμ­πα­να. Για­τὶ ἡ θά­λασ­σα εἶ­χε γα­λη­νέ­ψει: ἴ­σως νὰ προ­λα­βαί­να­νε.

        Οἱ γέ­ρον­τες, συγ­κι­νη­μέ­νοι, ἐ­πα­να­λάμ­βα­ναν μυ­στη­ρι­ώ­δεις εὐ­λο­γί­ες καὶ κά­τι σχε­δί­α­ζαν μὲ τὰ δά­χτυ­λα στὰ μέ­τω­πα τῶν παι­δι­ῶν τους. Τὰ μι­κρὰ ἀ­δελ­φά­κια σφούγ­γι­ζαν τὰ μά­τια τους κρυ­φά – ἔ­πρε­πε νὰ φαί­νον­ται καὶ κεῖ­να κά­πως γεν­ναῖ­α. Για­τὶ σή­με­ρα ἦ­ταν ἡ μέ­ρα τῆς Φυ­γῆς.

        Ὅ­λα, μὰ ὅ­λα, τὰ νέ­α ἀ­γό­ρια τοῦ νη­σιοῦ ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γουν γιὰ τ’ ἄ­γνω­στο, κα­θέ­νας μό­νος μ’ ἕ­να κα­ρα­βά­κι, ἀ­να­ζη­τών­τας ἀ­πάγ­κιο λι­μά­νι: μιὰ νέ­α, πλού­σια πα­τρί­δα. Καί, ὅ­σοι φτά­να­νε, θὰ μέ­να­νε κεῖ γιὰ πάν­τα. Κα­νεὶς δὲ θὰ τοὺς ξα­νά­βλε­πε.


Κα­θὼς τώ­ρα κεῖ­να τὰ κα­ρυ­δό­τσου­φλα ξε­μά­κραι­ναν ἀ­π’ τὴν ἀ­κτή, θά ’βλε­πες ν’ ἀ­νε­μί­ζουν δε­κά­δες μαν­τή­λια πο­λύ­χρω­μα στὰ ξε­ρὰ κλα­διὰ τῶν δέν­τρων, κα­θὼς τὰ κου­νοῦ­σαν ἀ­πὸ κά­τω ὅ­λοι μα­ζὶ οἱ ἀ­νήμ­πο­ροι κά­τοι­κοι ποὺ ἀ­πο­μεί­να­νε, τρα­γου­δών­τας – αὐ­τὰ θὰ ἦ­ταν τὰ λό­για: «Ἔ­χε­τε γειά! Μὴν ξε­χά­σε­τε τὴ φύ­τρα σας. Καὶ σύ, Θά­λασ­σα, λυ­πή­σου τους.»

       Κι ὅ­μως, αὐ­τὸ κα­θό­λου δὲν ἐμ­πό­δι­ζε τὴ θά­λασ­σα νὰ ξα­να­φο­ρέ­σει τὸ συ­νη­θι­σμέ­νο της σκο­τει­νὸ πέ­πλο, καὶ μά­λι­στα πο­λὺ σύν­το­μα: κα­θὼς ἴ­σως ἀ­κό­μα κου­νοῦ­σαν ρυθ­μι­κὰ τὰ ἰ­σχνὰ δέν­τρα, μὲ τὰ μά­τια του κα­θέ­νας στυ­λω­μέ­να στὸ δι­κό του πα­νὶ ποὺ χα­νό­ταν πέ­ρα στὸ σκο­τει­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα· κα­θώς, λέ­ω, συ­νέ­βαι­ναν αὐ­τά – σὰν σὲ ὄ­νει­ρο, ἀ­πό­μα­κρα, ἔ­βλε­παν τώ­ρα τὰ κα­ρα­βά­κια νὰ χο­ρο­πη­δᾶ­νε, νὰ χτυ­πᾶ­νε με­τα­ξύ τους, μιὰ νὰ κρύ­βον­ται στὸ νε­ρὸ καὶ μιὰ νὰ ξα­να­προ­βάλ­λουν. Ἦ­ταν σχε­δὸν χα­ρι­τω­μέ­νο νὰ τὰ κοι­τᾶς: ὣς ἐ­δῶ δὲν ἔ­φτα­ναν τὰ οὐρ­λια­χτά, τὸ τρί­ξι­μο κι ὁ πά­τα­γος τῶν ξύ­λων ποὺ σχί­ζον­ταν, οἱ ἱ­κε­σί­ες καὶ τὰ χέ­ρια ποὺ ἀ­κό­μα ἐ­ξεῖ­χαν ἀ­π’ τὸ νε­ρό.

        Καὶ κα­νέ­να μά­τι, ὅ­σο προ­ση­λω­μέ­νο καὶ ἂν ἦ­ταν στὸ κύ­μα, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ μὲ σι­γου­ριὰ ἂν τὸ δι­κό του, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του κα­ρα­βά­κι εἶ­χε πε­ρά­σει – ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς κα­ται­γί­δας.


 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης (Ἀ­θή­να, 1968, μὲ κα­τα­γω­γὴ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρά­πε­τρα Κρή­της καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἔ­χει ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Τε­λευ­ταί­α ἐ­πο­χή (Θρά­κα, 2016). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δο­θεῖ καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ πε­ζὰ κεί­με­νά του (νου­βέ­λες καὶ δι­η­γή­μα­τα): Ἑ­πτὰ σπί­τια, ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2016. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας, Κου­κού­τσι κ.ἀ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη τὰ βι­βλί­α: Ὁ να­ὸς τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τοῦ Simon Goldhill, Ἡ ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη τῆς Bettany Hughes (μα­ζὶ μὲ τὸν Μά­νο Κον­τά­κη) καὶ Τρεῖς μέ­ρες στὴν Ἀ­βά­να τοῦ Robert A. McCabe. Ἐ­πί­σης, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ γερ­μα­νι­κή, τὴν ἰ­τα­λι­κὴ καὶ τὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα.

Εἰκόνα: Τὸ ναυάγιο τοῦ Ἔμιλυ. Ἔργο τοῦ Louis Isabey (1803-1886).

Γιῶργος Δελιόπουλος: Ἐκείνη


Γι­ῶρ­γος Δε­λι­ό­που­λος


Ἐ­κεί­νη

 

Α ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΡΟΝΙΑ κά­θε βρά­δυ ὁ ἴ­διος ἐ­φιά­λτης, ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Εἶ­ναι λέ­ει ἐ­κεί­νη, μιὰ ἄλ­λη, μιὰ ξέ­νη, κλει­δω­μέ­νη στὸ ἐ­φή­με­ρο πάν­τα τῆς ἴ­διας εἰ­κό­νας, σ’ ἕ­να μαῦ­ρο —δὲ φαί­νε­ται τί— καρ­φω­μέ­νο στὸν ἀ­πέ­ναν­τι τοῖ­χο.

Ἐ­κεί­νη τρο­μά­ζει, βρί­σκει παν­τοῦ πα­λιὰ ξε­χα­σμέ­να μο­τί­βα, πο­λύ­χρω­μα γλέν­τια, πα­ρέ­ες, χέ­ρια ποὺ ἁ­πλώ­να­νε ὅ­λοι μα­ζί τὰ λευ­κὰ ὄ­νει­ρά τους στὸ γα­λά­ζιο τῆς μέ­ρας κι ἕ­ναν λαμ­πρὸ κα­τα­κί­τρι­νο ἥ­λιο. Ποῦ πῆ­γαν αὐ­τά; Ποιός πά­τη­σε ξαφ­νι­κὰ τὸν δι­α­κό­πτη κι ἔ­σβη­σαν;

        Ἐ­κεί­νη θυ­μᾶ­ται μιὰ γκρί­ζα γραμ­μὴ τη­λε­φώ­νου, μιὰ γκρί­ζα φω­νὴ στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ νὰ τῆς λέ­ει: «Σᾶς πε­ρι­μέ­νω αὔ­ριο στὴν κλι­νι­κή. Τὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα εἶ­ναι ἕ­τοι­μα». Κλεί­νον­τας τὸ τη­λέ­φω­νο, κά­τι φο­βή­θη­κε, κά­τι σφη­νώ­θη­κε στὸ μυα­λό της, μιὰ μαύ­ρη κη­λί­δα, μιὰ σκλη­ρὴ ὑ­πο­ψί­α.

        Τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ για­τροῦ. Τὴν ἄ­φη­σε νὰ πε­ρι­μέ­νει καὶ μπῆ­κε στὸ ἐρ­γα­στή­ριο. Μι­λοῦ­σε μὲ ἄλ­λους γιὰ λί­γα λε­πτὰ ἢ γιὰ λί­γους αἰ­ῶ­νες. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ πεῖ πό­σο κρά­τη­σε ἡ ἀ­να­μο­νή. Εἶ­χε κολ­λή­σει τ’ αὐ­τί της στὸν τοῖ­χο νὰ πιά­σει ψι­θύ­ρους, κά­ποι­α σκόρ­πια λέ­ξη, μιὰ φρά­ση ποὺ θὰ τὴ λύ­τρω­νε. Ὁ για­τρὸς ἀρ­γοῦ­σε, τὰ χέ­ρια της ἵ­δρω­ναν, εἶ­χε μου­διά­σει ὁ­λό­κλη­ρη. Εὐ­χό­ταν νὰ ἔρ­θει κά­ποι­ος νὰ τῆς πεῖ κά­τι, ὁ­τι­δή­πο­τε. Ὄ­χι ἄλ­λο σι­ω­πή.

        Ἐ­πι­τέ­λους, ἄ­νοι­ξε ἡ πόρ­τα καὶ μπῆ­κε ὁ για­τρός. Φαι­νό­ταν ψύ­χραι­μος καὶ γλυ­κός, μὰ τό­σο ἀλ­λό­κο­τος. Τῆς εἶ­πε, «κα­θί­στε» κι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ αὐ­τὴ ἡ μι­κρὴ προ­στα­γὴ ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μὲ κα­τα­δί­κη. Τῆς εἶ­πε τὴ φρά­ση ποὺ ἐ­κεί­νη φο­βό­ταν, «Εἶ­στε φο­ρέ­ας» κι ἦ­ταν ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ οἱ λέ­ξεις τὴν τρυ­ποῦ­σαν τό­σο βα­θιά.

        Ἐ­κεί­νη θυ­μᾶ­ται πὼς ὅ­ταν βγῆ­κε στὸ δρό­μο, ἔ­μοια­ζε σὰν χα­μέ­νη. Κά­που ἔ­πρε­πε νὰ πά­ει, νὰ κρυ­φτεῖ, νὰ χα­θεῖ ἀλ­λὰ ποῦ; Ποῦ βρι­σκό­ταν; Μπρο­στά της ἡ πό­λη, ποὺ τὴν εἶ­χε χι­λιά­δες φο­ρὲς περ­πα­τή­σει, τῆς ἤ­τα­νε ξέ­νη. Δὲν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε τί­πο­τα. Ὁ φό­βος λοι­πὸν πα­ρα­λύ­ει τὴ μνή­μη.

        Ἐ­κεί­νη φο­βό­ταν. Φο­βό­ταν νὰ πά­ει σπί­τι, νὰ κοι­τά­ξει στὰ μά­τια τοὺς γο­νεῖς, νὰ δεῖ τὸ εἴ­δω­λό της στὰ μά­τια τους, νὰ τοὺς πεῖ τί; πῶς σὲ μιὰ στιγ­μὴ ξό­δε­ψε ὅ­λο της τὸ χρῶ­μα ἢ πῶς τὸ οὐ­ρά­νιο τό­ξο της χά­θη­κε; Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν πιὸ μό­νη ἀ­πὸ πο­τὲ κι ὅ­λο τὸ σύμ­παν της ἦ­ταν τὸ ἄρ­ρω­στο κορ­μί της. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν μιὰ κόκ­κι­νη γραμ­μὴ κά­που στὸ τί­πο­τα, μιὰ κόκ­κι­νη γραμ­μὴ ποὺ δι­ώ­χνει καὶ σκο­τώ­νει ὅ,τι βρί­σκε­ται κον­τά της. Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ δὲν μπο­ροῦ­σε οὔ­τε νὰ συγ­χω­ρέ­σει οὔ­τε νὰ συγ­χω­ρε­θεῖ, οὔ­τε νὰ ὑ­πο­κρι­θεῖ οὔ­τε νὰ προ­σευ­χη­θεῖ.

        Τὸ βρά­δυ κου­ρα­σμέ­νη ἀ­π’ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ τί­πο­τα, μπῆ­κε σ’ ἕ­να τα­ξὶ καὶ γύ­ρι­σε σπί­τι. Κά­πως ἔ­πρε­πε νὰ συ­νέλ­θει, νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­σο γι­νό­ταν αὐ­τὸ ποὺ εἶ­χε εἰ­σβά­λει τό­σο βί­αι­α στὸν ὁ­ρί­ζον­τά της. Ἔ­βα­λε τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα καὶ ἄ­νοι­ξε. Κα­νεὶς δὲ ρώ­τη­σε. Ὁ πα­τέ­ρας κρα­τοῦ­σε ἀ­κό­μη τὸ ἀ­κου­στι­κό, οὔ­τε μι­λοῦ­σε οὔ­τε ἄ­κου­γε, προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει. Ἤ­ξε­ρε, τὰ εἶ­χε μά­θει ὅ­λα, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κα­τα­λά­βει. Για­τί; Ὅ­μως, κα­νεὶς δὲ ρώ­τη­σε για­τί καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη στιγ­μὴ ἐ­κεί­νη εἶ­χε βρεῖ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνε, τὴν ἀγ­κα­λιὰ ποὺ κα­ταρ­γεῖ τὸν πό­νο καὶ τὸν χρό­νο.

        Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ξύ­πνη­σε πο­λὺ πρω­ί. Μα­ζί της ξύ­πνη­σε κι ἡ μνή­μη. «Εἶ­μαι φο­ρέ­ας», εἶ­πε στὸν ἑ­αυ­τό της. «Θε­έ μου! ἄς ἦ­ταν ὅ­λα ἕ­να κα­κὸ ὄ­νει­ρο. Ἄς μὴν ἤ­μουν ἐ­γώ.» Ὄ­χι, δὲν ἦ­ταν ὄ­νει­ρο. Τὰ ὄ­νει­ρα κά­πο­τε τε­λει­ώ­νουν. Ἐ­κεῖ­νο δὲ θὰ τε­λεί­ω­νε πο­τέ. Κοί­τα­ξε τὸν ἑ­αυ­τό της στὸν κα­θρέ­φτη, ἄγ­γι­ξε τὸ σῶ­μα της, βε­βαι­ώ­θη­κε πὼς ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χει. Τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα, τὶς ὑ­πό­λοι­πες μέ­ρες θὰ πά­λευ­ε συ­νε­χῶς νὰ συμ­πε­ρι­φερ­θεῖ κα­νο­νι­κά, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πεί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της ὅ­τι ὅ­λα ἦ­ταν ὅ­πως πρίν.

        Ἐ­κεί­νη ἤ­ξε­ρε πὼς τί­πο­τα δὲ θά ’­ταν ἴ­διο.  Ὅ­λα ἀλ­λά­ζουν γύ­ρω της, κα­θὼς ἀλ­λά­ζει κι ἐ­κεί­νη. Φί­λοι, ἐ­χθροὶ, ἐ­ρα­στὲς ἔρ­χον­ται φεύ­γουν, δει­λιά­ζουν φο­βοῦν­ται. Ὅ­πως ὅ­λοι μας, ἔ­τσι κι ἐ­κεί­νη ζη­τᾶ ἕ­να ση­μεῖ­ο στα­θε­ρὸ νὰ πια­στεῖ. Τὸ πρω­ὶ πῆ­γε στὴν ἐκ­κλη­σί­α. Δὲν ἤ­ξε­ρε για­τί πή­γαι­νε. Γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θεῖ; Γιὰ νὰ μὴν σκέ­φτε­ται; Γιὰ νὰ ξε­φύ­γει;  Ἕ­να ἄλ­λο πρω­ὶ βγῆ­κε βόλ­τα στὸ πάρ­κο μὲ τὴ μη­τέ­ρα της. Ἦ­ταν δί­πλα της πάν­τα, ἕ­να μ’ ἐ­κεί­νη. Μι’ ἄλ­λη φο­ρὰ πῆ­γε γιὰ κα­φὲ μὲ τὴ φί­λη της. Τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες ἔπια­σε ξα­νὰ πι­νέ­λο καὶ γύ­ρι­σε στὴ σχο­λή. Ἄλ­λες φο­ρὲς κά­θε­ται ἀ­κί­νη­τη στὸν κα­να­πέ, σπρώ­χνον­τας ἁ­πλῶς τὴν ὥ­ρα κά­τω ἀ­πὸ μιὰ κου­βέρ­τα, τὸ κε­φά­λι μέ­σα κι ἐ­κεῖ δη­μι­ουρ­γεῖ τὸ δι­κό της ἄ­συ­λο.

        Ἐ­κεί­νη, λοι­πόν, φο­βᾶ­ται πο­νά­ει σω­ρι­ά­ζε­ται κά­τω. Ἐ­κεί­νη ἐλ­πί­ζει ση­κώ­νε­ται πά­νω καὶ τρέ­χει, ἐ­κεί­νη, λὲς κι αὐ­τὸς ὁ ἐ­φιά­λτης δὲν εἶ­ναι δι­κός μου. Καὶ τὸ ἀ­πέ­ναν­τι μαῦ­ρο τε­λι­κὰ τί νὰ εἶ­ναι; Ἕ­νας τοῖ­χος νὰ κλεί­σω τὴ μοί­ρα μου ἢ τὸ μαῦ­ρο κρυμ­μέ­νο πα­ρά­θυ­ρο γιὰ νὰ φύ­γω;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Δε­λι­ό­που­λος (Ἀ­λε­ξάν­δρεια Ἠ­μα­θί­ας). Σπού­δα­σε Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ σή­με­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση. Πρῶ­το του βι­βλί­ο, Ὁ Μι­κρὸς Ὀ­δυσ­σέ­ας (ποί­η­ση, Ἰ­ωλ­κός, 2009). Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν βρα­βευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς, καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.



		

	

Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua): Ταξίδι στο χρόνο


Ἄνα Μαρία Σούα (Ana Maria Shua)


Τα­ξί­δι στὸ χρό­νο


Ο ΤΑΞΙΔΙ στὸ χρό­νο ὄ­χι μό­νο εἶ­ναι ἐ­φι­κτό, ἀλ­λὰ ἀ­δή­ρι­το κι ἀ­δι­ά­κο­πο. Ἀπ΄ τὴν ὥ­ρα ποὺ γεν­νή­θη­κα δὲν κά­νω ἄλ­λο πράγ­μα ἀ­πὸ τὸ ν’ ἀρ­με­νί­ζω πρὸς ἕ­να κα­κὸ ρι­ζι­κό. Πό­σο θά ΄θε­λα νὰ μπο­ρῶ νὰ ἀ­ρά­ξω, νὰ στα­θῶ ἐ­δῶ ποὺ βρί­σκο­μαι, ποὺ δὲν εἶ­ναι καὶ τό­σο ἄ­σχη­μα τε­λι­κά: νὰ ἀγ­κυ­ρο­βο­λή­σω.



Πη­γή: Ana Maria Shua, Botánica del caos, Sudamericana, Buenos Aires, 2000.

­να Μα­ρί­α Σού­α (Ana Maria Shua) (Μπουένος Ἄιρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1951). Ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ό­λο­γες καὶ δη­μο­φι­λεῖς συγ­γρα­φεῖς τῆς Ἀρ­γεν­τι­νῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ σα­ράν­τα βι­βλί­α καὶ θε­ω­ρεῖ­ται ἡ βα­σί­λισ­σα τοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος στὴν ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα. Τὰ δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ χαί­ρουν παγ­κό­σμιας ἀ­να­γνώ­ρι­σης μὲ με­τα­φρά­σεις σὲ ὅ­λο τὸν κό­σμο: ἀ­πὸ τὶς ΗΠΑ καὶ τὴν Γερμανία ἕ­ως τὴν Ἰσ­λαν­δί­α καὶ τὴν Κί­να. Τὸ 2014 ἔ­λα­βε τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας (Ἀρ­γεν­τι­νή). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει κυ­κλο­φο­ρή­σει ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ­νει­ρο­πα­γί­δα (La sueñera, 1984) σὲ με­τά­φρα­ση τῆς Ἄν­νας Βερ­ροι­οπού­λου, ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα, τὸν ὕ­πνο καὶ τὴν ἀ­ϋ­πνί­α. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας καὶ στὴν στήλη μας «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ τῆς 13-08-2016.)

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Ἄν­να Βερ­ροι­ο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1970). Μετάφραση, διήγημα. Σπού­δα­σε Ὠ­κε­α­νο­γρα­φί­α καὶ Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμό. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση (Juan Ramon Jimenez, Antonio Di Βenedetto κ.ἄ.). Δι­δά­σκει ἰ­σπα­νι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια στὰ Κέν­τρα Διὰ Βί­ου Μά­θη­σης. Εἶ­ναι ἀρ­θρο­γρά­φος στὸ ispania.gr κι ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἰ­σπα­νό­φω­νη ποί­η­ση γιὰ τὸ poetica.net. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ καὶ ἔν­τυ­πο τύ­πο. Στὸ ἱστολόγιό μας ἔχει δημοσιευτεῖ τὸ διήγημά της «Ἀγγέλων ἔργα».



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός: Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός


Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ


ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ προ­σε­κτι­κά. Αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να, μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα. Μ’ ὅ­λες τὶς αἰ­σθή­σεις. Εὐ­αί­σθη­το θέ­μα, κρέ­μο­μαι ἀ­π’ τὰ χεί­λη τους, εἶ­ναι εἰ­δι­κοί. Κα­λε­σμέ­νοι σὲ τη­λε­ο­πτι­κὴ ἐκ­πομ­πή, συ­ζη­τοῦν γιὰ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῶν νέ­ων στὶς μέ­ρες μας. Ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν πολ­λοὺς κιν­δύ­νους. Εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Ἴν­τερ­νετ, ἀ­δη­φά­γο σερ­φά­ρι­σμα, παι­χνί­δια τρισ­δι­ά­στα­τα, κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α. Μέ­σα σ’ ὅ­λα, μέ­σα ζων­τα­νά. Δυ­σκο­λεύ­ον­ται ὅ­μως νὰ δρά­σουν μέ­σα στὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Στὸ πά­νελ κι ἕ­νας ἀν­τι­δρα­στι­κός, ἀμ­φι­σβη­τί­ας. Ἕ­νας γο­νιός, μὴ κα­ταρ­τι­σμέ­νος ἐ­πι­στη­μο­νι­κά. Ὀ­νο­μά­ζει τὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, φαι­νο­με­νι­κή. Μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ή του, τοῦ φαί­νε­ται σὰν κά­τι νὰ κρύ­βε­ται. Σὰ νὰ τὴ χά­νει. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Συ­νε­χί­ζει, μὲ τράκ. Βι­ώ­νου­με τὸ εὔ­κο­λο πρῶ­το πλά­νο, αὐ­τὸ ποὺ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ τοὺς εἰ­κο­νι­κοὺς σκη­νο­θέ­τες τῆς ζω­ῆς, αὐ­τοὺς ποὺ πα­ρα­πλα­νοῦν ἠ­θο­ποι­ούς, πά­σης κα­τη­γο­ρί­ας θε­α­τὲς κι ἄλ­λους συν­τε­λε­στές. Χρει­ά­ζε­ται ἀ­δι­ά­κο­πη προ­σπά­θεια, ἐ­ξάν­τλη­ση ὅ­λων τῶν χρο­νι­κῶν πε­ρι­θω­ρί­ων, γιὰ νὰ γνω­ρί­σεις τὸν συ­νάν­θρω­πο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νεις, νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖς. Νὰ φτά­σεις στὸ με­δού­λι. Τὸ ἴ­διο καὶ γιὰ τὴ ζω­ή. Ὅ­σα καὶ νὰ φα­νε­ρώ­νεις ἀ­πὸ δαύ­τη, θὰ συ­νε­χί­ζει νὰ κρύ­βε­ται κι ἐ­σὺ νὰ προ­σπα­θεῖς μπᾶς καὶ κα­τα­λά­βεις τί κα­πνὸ φου­μά­ρει. Χω­ρὶς νὰ εἶ­σαι πο­τὲ σί­γου­ρος γιὰ τὴν κρί­ση σου, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς προ­σπά­θειάς σου. Γιὰ ὅ­λους καὶ ὅ­λα. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Ἐ­κεῖ­νος μὲ κόκ­κι­να μά­γου­λα, πρώ­τη φο­ρὰ στὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ το­πί­ο.

       Κα­λού­τσι­κος. Δι­ά­βα­ζα τὶς προ­άλ­λες σ’ ἕ­να βι­βλί­ο ἀ­στρο­φυ­σι­κῆς ὅ­τι τὸ φῶς ποὺ βλέ­που­με ἀ­πὸ κά­θε ἀ­στέ­ρι εἶ­ναι πα­ρελ­θόν­τος χρό­νου. Πολ­λὰ βρί­σκον­ται ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἔ­τη φω­τὸς μα­κριά μας. Πα­ρὰ τὴν τα­χύ­τη­τα τοῦ φω­τὸς μὲ τὴν ὁ­ποί­α τα­ξι­δεύ­ει ἡ λάμ­ψη τους ἐ­μεῖς τὴν βλέ­που­με τώ­ρα. Ἡ λάμ­ψη αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ δη­λώ­νει ὅ­τι πράγ­μα­τι ζοῦν. Μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι. Βλέ­που­με, στὸ πα­ρόν, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν τους ποὺ τα­ξι­δεύ­ει στὸ μέλ­λον, χω­ρὶς νὰ εἴ­μα­στε σί­γου­ροι σὲ τί κα­τά­στα­ση βρί­σκον­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ καὶ πι­θα­νὸν νὰ μὴν τὸ μά­θου­με πο­τέ. Εἶ­ναι καὶ τὰ πε­φτα­στέ­ρια. Γι­νό­μα­στε θι­α­σῶ­τες τῆς στιγ­μῆς ποὺ σβή­νουν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζου­με τὴ χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του τους.

       Μπέρ­δε­μα. Οἱ εἰ­δι­κοὶ ψυ­χο­λό­γοι μι­λοῦν γιὰ τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας, ποὺ ἐγ­κλω­βί­ζει τοὺς νέ­ους. Οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες τῆς ἑρ­μη­νεί­ας τοῦ σύμ­παν­τος μᾶς ἐ­νη­με­ρώ­νουν ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ φαί­νε­ται δὲν εἶ­ναι σὲ πραγ­μα­τι­κὸ χρό­νο, ὅ­τι ἡ δρά­ση στὴν τρέ­χου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ φαι­νο­με­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται ὁ ἀν­τι­δρα­στι­κός; Συμ­βαί­νει κά­τι ἄλ­λο; Μή­πως δι­α­φεύ­γει, γιὰ κά­ποι­ους λό­γους, μιὰ λαν­θά­νου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

       Μᾶς λέ­νε, δη­λα­δή, ὅ­τι ἂν ὁ ἄν­θρω­πος κα­τοι­κή­σει τώ­ρα σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες καὶ προ­σπα­θή­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ νὰ με­λε­τή­σει τὸ φῶς τῆς γῆς καὶ τῶν νέ­ων της, θὰ λά­βει μιὰ πλα­σμα­τι­κὴ εἰ­κό­να. Ἔ­τσι, ἡ εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α οἱ εἰ­δι­κοὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ζοῦν οἱ νέ­οι σή­με­ρα, θὰ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ εἶ­ναι μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ θὰ τὴ βλέ­πουν στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες δί­χως, ὅ­μως, νὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ται μα­ζὶ καὶ οἱ συ­νέ­πει­ες τῶν πρά­ξε­ων τῶν νέ­ων τοῦ δι­κοῦ μας πλα­νή­τη. Μή­πως οἱ νέ­οι δι­αι­σθά­νον­ται ἢ γνω­ρί­ζουν κά­τι πα­ρα­πά­νω;

       Πῶς νὰ μὴ μπερ­δέ­ψουν οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες ὄ­χι μό­νο τοὺς νέ­ους ἀλ­λὰ ὅ­λους; Ἂς ἀ­πευ­θυν­θοῦ­με κα­λύ­τε­ρα στοὺς εἰ­δι­κούς, ποὺ γνω­ρί­ζουν ἄ­ρι­στα τὴν ψυ­χο­λο­γί­α νέ­ων, ἐ­φή­βων καὶ παι­δι­ῶν. Ἂς συμ­με­ρι­στοῦ­με τὴν ἀ­λη­θι­νή, ἐ­πι­στη­μο­νι­κή, θλι­βε­ρή τους δι­α­πί­στω­ση, ὅ­πως τὴν δι­α­τυ­πώ­νουν, τώ­ρα δά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ο­πτι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­τι οἱ νέ­οι βι­ώ­νουν τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Μό­λις, ὅ­μως, ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς πα­νε­πι­στη­μί­ου σὲ ἄλ­λη ἐκ­πομ­πή. Λέ­ει ὅ­τι ἐ­μεῖς, τὰ τα­πει­νὰ ὄν­τα, ποὺ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μό­νο τὸ τρισ­δι­ά­στα­το σύμ­παν, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἐ­πω­φε­λη­θοῦ­με τῶν πλε­ο­νε­κτη­μά­των τῆς τα­χύ­τη­τας τοῦ φω­τὸς καὶ νὰ κι­νη­θοῦ­με ἀ­νά­λο­γα, θὰ πρέ­πει πρῶ­τα ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι νὰ γί­νου­με φῶς. Αὐ­τό, μὲ τὰ πολ­λὰ χρώ­μα­τα. Μπλέ, πρά­σι­νο, Κόκ­κι­νο. Ἀ­γα­πῶ τοὺς ἀ­στρο­φυ­σι­κούς. Τὶς ἐ­πι­στῆ­μες ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ σύμ­παν­τος. Εἶ­ναι σὰν πα­ρα­μύ­θι. Ἀ­πὸ μι­κρὸς ἤ­θε­λα κι ἐ­γὼ νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ, δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ἐλ­πί­ζω νὰ γνω­ρί­σω κά­ποι­ον ἀ­πὸ κον­τά. Νὰ τοῦ πῶ γιὰ τὰ τα­ξί­δια τοῦ νοῦ ποὺ μοῦ χα­ρί­ζει. Νὰ τοῦ πῶ πὼς ἐλ­πί­ζω κι ἐ­γὼ σὲ μιὰ φω­τει­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τὴν πε­ρί­με­να πῶς καὶ πῶς κι ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ τὴν προ­σμέ­νω, πί­νον­τας τὸ πρω­ι­νό μου κα­φε­δά­κι, δου­λεύ­ον­τας, πη­γαί­νον­τας τὰ παι­διὰ στὸ σχο­λεῖ­ο, κά­νον­τας βόλ­τες μα­ζί τους στὴ θά­λασ­σα καὶ στὸ βου­νό, βγά­ζον­τας βόλ­τα τὸ σκύ­λο, παί­ζον­τας παι­χνί­δια τε­χνο­λο­γί­ας, σερ­φά­ρον­τας στὸ ἴν­τερ­νετ καὶ σχο­λι­ά­ζον­τας στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α, δι­α­βά­ζον­τας πα­ρα­μύ­θια, συ­ζη­τών­τας ἄλ­λο­τε γιὰ τὸ σά­κο καὶ τὰ ἀ­θλη­τι­κὰ πα­πού­τσια ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς ἀ­γο­ρά­σω καὶ τώ­ρα γιὰ τὶς σπου­δές τους, λέ­γον­τάς τους πό­σο πο­λύ τα ἀ­γα­πῶ, τὴν προ­σμέ­νω πνιγ­μέ­νος στὰ φι­λιά τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ θυ­μί­ζουν ὅ­τι δὲ θέ­λουν νὰ χά­σουν τὸ φῶς τους. Εἶ­ναι ἀ­γρί­μια, ἀν­τι­δροῦν. Σὲ ὅ­λα. Γιὰ νὰ μὴν ἐ­ξη­με­ρω­θοῦν. Γιὰ νὰ μὴ χά­σουν τὸ φῶς τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι μέ­σα τους. Μοῦ θυ­μί­ζουν τὸ δι­κό μου παι­δι­κὸ φῶς. Μοῦ θυ­μί­ζουν τί πρέ­πει ν’ ἀλ­λά­ξω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ ΑΠΘ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς δι­α­φή­μι­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νη­σί­δες, 2009).



		

	

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης: Ἡ ἀ­γο­ρά



Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης


Ἡ ἀ­γο­ρά


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ εἶ­ναι χτι­σμέ­νο στὴν ἄ­κρη τῆς πό­λης. Θε­ω­ροῦ­μαι ὁ πιὸ ἐ­πι­φα­νὴς πο­λί­της της καί, γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸ λό­γο, εἶ­μαι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ ξε­χω­ρί­ζω πιὸ κα­θα­ρὰ ἀ­πὸ ὅ­λους τὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἀ­πὸ τὴ δη­μό­σια ὕ­παρ­ξή μου. Ἔ­χω τὴν τι­μὴ νὰ δι­α­κη­ρύτ­τω ὅ­τι τὰ τεί­χη τῆς πό­λης εἶ­ναι χτι­σμέ­να γιὰ μέ­να. Αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου σχῆ­μα λό­γου, ἀ­φοῦ τὸ σπί­τι μου εἶ­ναι τὸ μό­νο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­νά­με­σα στὶς δυ­ὸ σει­ρὲς ἀ­πὸ τεί­χη ποὺ προ­στα­τεύ­ουν τὴν πό­λη μας. Πολ­λοὶ ἀ­γω­νί­στη­καν μὲ αἷ­μα γιὰ τὴν κυ­ρι­ό­τη­τα αὐ­τοῦ τοῦ χώ­ρου, ὅ­μως μό­νο ἐ­γώ, τώ­ρα ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­κρα­τή­σει ἡ εἰ­ρή­νη καὶ ἡ τά­ξη, μπο­ρῶ νὰ νι­ώ­θω ἥ­συ­χος ὅ­τι προ­στα­τεύ­ο­μαι καὶ ἀ­πὸ τὶς δύ­ο πλευ­ρές· ὅ­πο­τε βέ­βαι­α ἀ­πο­σύ­ρο­μαι γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω.

       Για­τὶ τὸ κα­θη­με­ρι­νό μου σπί­τι εἶ­ναι ἡ Ἀ­γο­ρά: εἶ­μαι δη­μό­σιο πρό­σω­πο. Ἔ­χω ἐ­πα­φὲς σὲ ὅ­λα τα νευ­ραλ­γι­κὰ ση­μεῖ­α τῆς πό­λης. Τυ­χὸν ἀ­που­σί­α μου θὰ ἦ­ταν κα­τα­στρο­φι­κὴ γιὰ τοὺς ρυθ­μούς της. Ἡ πα­ρου­σί­α μου, ἀν­τί­θε­τα, ἀ­ναγ­γέλ­λε­ται κα­θη­με­ρι­νὰ μὲ σάλ­πιγ­γες – ἐ­κεῖ δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἡ­συ­χί­α: «οὔου­ου! πάρ­τε θέ­σεις σὲ κά­θε γω­νί­α κόμ­βο δη­μό­σιο κτί­ριο· για­τὶ ἡ μέ­ρα μου ἀρ­χί­ζει.» (Κά­πο­τε βλέ­πω νὰ στέ­κε­ται πει­θή­νια, κολ­λη­τὰ στὸ τεῖ­χος, ἕ­νας ἄν­δρας ἐν­τε­λῶς ἴ­διος μὲ μέ­να, του­λά­χι­στον ὅ­πως μπο­ρῶ νὰ δι­α­κρί­νω ἀ­πὸ τὴ μι­σο­γυ­ρι­σμέ­νη πλά­τη του. Τὸ αὐ­τί του, ἴ­διο βέ­βαι­α μὲ τὸ δι­κό μου, εἶ­ναι ὅ­μως ὑ­γρό, δι­ά­φα­νο. Ἂν καὶ εἶ­ναι ἀ­κί­νη­τος, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ἀ­πο­φύ­γω τὴν πα­ρου­σί­α του. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ πε­ρά­σω ἀ­πὸ μέ­σα του – φρί­κη.)

       Ἡ ἔν­το­νη δρα­στη­ρι­ό­τη­τά μου προ­σφέ­ρει εὐ­ε­ξί­α· βρί­σκο­μαι δια­ρκῶς σὲ κί­νη­ση. Τυ­χὸν κα­κο­δι­α­θε­σί­α μου ἀ­πο­τε­λεῖ γε­γο­νὸς γιὰ ὅ­λο τὸν πε­ρί­γυ­ρο, τρό­μο γιὰ τοὺς πο­λί­τες. Ἡ ἀ­ναγ­καί­α αὐ­τὴ πα­ρέν­θε­ση στὴν ἐ­νερ­γη­τι­κό­τη­τά μου εἶ­ναι δυ­στυ­χῶς συ­χνὸ φαι­νό­με­νο, καὶ ὀ­φεί­λε­ται στὸν ἴ­διο πάν­τα λό­γο: μιὰ ἀ­πε­ρί­γρα­πτη ἐ­νό­χλη­ση στὸ στο­μά­χι, δαί­μο­νας ποὺ μὲ δι­α­περ­νᾶ ἀ­κρι­βῶς τὴν ὥ­ρα τῆς ἀ­πό­λαυ­σης, ἀ­μέ­σως με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να πλού­σιο γεῦ­μα, κα­θὼς οἱ ἐ­κλε­κτὲς τρο­φὲς με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἐ­νο­χλη­τι­κὸ σω­ρὸ ἀ­πὸ σκου­πί­δια.

       Ἔ­χω πάν­τως συ­νε­χῶς, καὶ κα­τ’ ἀ­νάγ­κη, νέ­α σχέ­δια. Ἐν­νο­εῖ­ται πὼς τὰ σχέ­διά μου ἀ­φο­ροῦν καὶ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους· ἡ πό­λη πρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται σὲ δια­ρκῆ κί­νη­ση γιὰ νὰ δι­α­τη­ρῶ τὴ θέ­ση μου. Ἐ­ξάλ­λου, δὲν κιν­δυ­νεύω ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ μὲ ἐ­χθρεύ­ον­ται για­τὶ εἶ­μαι εὐ­έ­λι­κτος στὴν Ἀ­γο­ρά: κά­θε μέ­ρα ἔ­χω ἀ­γο­ρα­στεῖ καὶ που­λη­θεῖ ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρές.

       Τὸ βρα­δά­κι, πάν­τως, ἀ­πο­σύ­ρο­μαι στὸ κα­τα­φύ­γιό μου. Αὔ­ριο τὸ πρω­ὶ τὸ μυα­λό μου θὰ ἔ­χει κα­θα­ρί­σει: δὲ θὰ θυ­μᾶ­μαι τί­πο­τε. Για­τὶ κά­θε νύ­χτα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ ἴ­δια εἰ­κό­να. Τὸ κρε­βά­τι μου βρί­σκε­ται ἀ­κρι­βῶς στὴ βά­ση ἀ­πὸ ὅ­που ξε­κι­νοῦν τὰ δύ­ο ψη­λὰ τεί­χη. Μό­λις ὅ­μως ξα­πλώ­σω, ἄ­γνω­στο ἀ­πὸ ποῦ, δε­κά­δες βέ­λη μὲ ση­μα­δεύ­ουν κα­τευ­θεῖ­αν στὴν καρ­διά.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης (Ἀ­θή­να, 1968, μὲ κα­τα­γω­γὴ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρά­πε­τρα Κρή­της καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἔ­χει ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Τε­λευ­ταί­α ἐ­πο­χή (Θρά­κα, 2016). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δο­θεῖ καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ πε­ζὰ κεί­με­νά του (νου­βέ­λες καὶ δι­η­γή­μα­τα): Ἑ­πτὰ σπί­τια, ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2016. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας, Κου­κού­τσι κ.ἀ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη τὰ βι­βλί­α: Ὁ να­ὸς τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τοῦ Simon Goldhill, Ἡ ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη τῆς Bettany Hughes (μα­ζὶ μὲ τὸν Μά­νο Κον­τά­κη) καὶ Τρεῖς μέ­ρες στὴν Ἀ­βά­να τοῦ Robert A. McCabe. Ἐ­πί­σης, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ γερ­μα­νι­κή, τὴν ἰ­τα­λι­κὴ καὶ τὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Θανατόριο



Νάνσυ Ἀγγελῆ


Θανατόριο


ΕΝ ΑΡΧΗι ἦν ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α.

       Δὲν ξέ­ρω κὰν ποιό εἶ­ναι τὸ σω­στὸ ὄ­νο­μα γι’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν με­γά­λων πό­λε­ων συγ­κεν­τρώ­νον­ται γιὰ νὰ κλά­ψουν, γιὰ νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σουν αὐ­τὸν ποὺ φεύ­γει. Δὲν ξέ­ρω κὰν ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να σω­στὸ ὄ­νο­μα γιὰ τὰ μέ­ρη αὐ­τὰ ἢ ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χουν τὰ μέ­ρη αὐ­τά, ἐ­κτὸς ἂν πρό­κει­ται γιὰ τὴν αὐ­λὴ ἑ­νὸς σπι­τιοῦ ἢ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ἑ­νὸς σπι­τιοῦ, αὐ­τοῦ τοῦ σπι­τιοῦ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­ζη­σε, ὅ­σο ἦ­ταν ζων­τα­νός, ὁ νε­κρὸς καὶ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ συ­νε­χί­σουν νὰ ζοῦν αὐ­τοὶ ποὺ θὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ θυ­μοῦν­ται αὐ­τὸν ποὺ ἔ­φυ­γε, τὸ κρε­βά­τι πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο κοι­μό­ταν, οἱ κουρ­τί­νες ποὺ ἀ­νοί­γον­ταν κά­θε πρω­ί, ἡ κού­πα τοῦ κα­φέ, ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα ποὺ τρί­ζει.

       Τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει μέ­σα στὰ μον­τέρ­να, δυ­τι­κὰ νε­κρο­το­μεῖ­α. «Νε­κρο­το­μεῖ­ο» εἶ­ναι ἄλ­λο ἕ­να πι­θα­νὸ ὄ­νο­μα γι’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη, ἂν καὶ μᾶλ­λον ὄ­χι ἀρ­κε­τὸ ἢ ἀρ­κε­τὰ σω­στό. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α τὸ ὄ­νο­μα, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ με­τά­φρα­σή του, ση­μα­σί­α ἔ­χει ἡ αἴ­σθη­ση κι ἄλ­λω­στε δὲν παύ­ει νὰ εἶ­ναι «θά­να­τος» τὸ ὄ­νο­μα σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, σὲ κά­θε γλώσ­σα κι ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ σκέ­ψεις μοῦ ἦρ­θαν στὸ μυα­λὸ μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το κα­θὼς δι­α­σχί­ζα­με τὴν Λε­ω­φό­ρο τῆς Νί­κης, «Ἀ­βε­νί­δα ντὲ λὰ Βι­κτώ­ρια». Ἐ­σὺ καὶ γὼ μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ ρά­διο ἀ­νοι­χτό, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­πί­σης, τὸ μό­νο σχε­τι­κὸ μὲ τὸ θά­να­το ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν ἡ ζέ­στη, μιὰ ζέ­στη τοῦ θα­να­τᾶ ποὺ ἔ­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα. Κι ἔ­τσι ὅ­πως γλι­στροῦ­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το πά­νω στὴν καυ­τὴ ἄ­σφαλ­το, νο­μί­ζω μᾶς ἔ­πι­α­σε κά­ποι­ο φά­να­ρι, εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτο, πάν­τα ὑ­πάρ­χουν φα­νά­ρια στὶς λε­ω­φό­ρους, πάν­τα κά­τι σοῦ κό­βει τὴ φό­ρα, καὶ τό­τε τὸ βλέμ­μα μου ἀ­νυ­ψώ­θη­κε, ἔ­πε­σε πά­νω στὴν δι­α­φη­μι­στι­κὴ ἐ­πι­γρα­φή, κόκ­κι­να γράμ­μα­τα γραμ­μέ­να μὲ χον­τρὸ πι­νέ­λο πά­νω στὸν γυ­μνὸ τοῖ­χο ἑ­νὸς ἐγ­κα­τα­λε­λει­μέ­νου βι­ο­μη­χα­νι­κοῦ κτη­ρί­ου. Ἔ­λε­γε: «Ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἡ ἀ­σφα­λι­στι­κή σας ἑ­ται­ρί­α δὲν σᾶς ἄ­φη­σε νὰ ἐ­πι­λέ­ξε­τε τὸ θα­να­τό­ριο τῆς ἀ­ρε­σκεί­ας σας;». Ὑ­πάρ­χουν θα­να­τό­ρια γιὰ ὅ­λα τὰ γοῦ­στα μοῦ λὲς κι αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ο δυ­στο­πι­κὸ μέλ­λον, μὰ τὸ πα­ρόν. Ὑ­πάρ­χουν «θα­να­τό­ρια ἀ­ρε­σκεί­ας» καὶ «θα­να­τό­ρια μὴ ἀ­ρε­σκεί­ας» κα­τὰ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ ὑ­πάρ­χουν ἀ­σφα­λι­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες γιὰ ὅ­λα τὰ βα­λάν­τια καὶ γοῦ­στα, ἢ νε­κροὶ κά­θε τύ­που, ποι­ό­τη­τος, χρώ­μα­τος. Ὅ­λα μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἀν­τι­κεί­με­νο ἐ­πι­λο­γῆς καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια δι­α­φη­μι­στι­κῆς καμ­πά­νιας σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­ρὸν ποὺ μοιά­ζει μὲ δυ­στο­πι­κὸ μέλ­λον, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­ρόν. Ὑ­πάρ­χει δη­λα­δή, σκέ­φτο­μαι, μιὰ ἀ­πό­λυ­τα μὴ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μη πλευ­ρὰ τοῦ θα­νά­του, ἡ ἀ­πώ­λεια κα­θαυ­τή, κι ὑ­πάρ­χουν τό­σες ἄλ­λες πλευ­ρὲς τοῦ θα­νά­του ἀ­πό­λυ­τα δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μες ἐ­δῶ, τώ­ρα, σ’ ὅ­λες τὶς σύγ­χρο­νες δυ­τι­κὲς κοι­νω­νί­ες καὶ ἡ ἐ­πι­λο­γὴ θα­να­το­ρί­ου εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ ἀ­π’ αὐ­τές. Κά­θε θα­να­τό­ριο ἔ­χει τὸν δι­κό του κα­τά­λο­γο ὑ­πη­ρε­σι­ῶν καὶ τι­μῶν ἀ­κό­μα καὶ τὴν δι­κή του ἱ­στο­σε­λί­δα στὴν ὁ­ποί­α, ἂν πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να κα­λὰ ὀρ­γα­νω­μέ­νο θα­να­τό­ριο, θὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται ἀ­κό­μα καὶ τὰ τε­τρα­γω­νι­κὰ μέ­τρα, τὸ συ­νο­λι­κὸ ἐμ­βα­δὸν τοῦ κτη­ρί­ου καὶ ἄλ­λες τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες ποὺ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὲς μιὰ τέ­τοι­α στιγ­μή. Τὰ θα­να­τό­ρια «Ἀ­φοὶ Σουά­ρεθ», γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­χουν ἐ­θνι­κὴ κά­λυ­ψη ἐ­νῶ προ­σφέ­ρουν καὶ κέ­τε­ρινγκ, τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει με­νοὺ γιὰ χορ­το­φά­γους, γιὰ ἄ­το­μα μὲ ἀλ­λερ­γί­α στὴ λα­κτό­ζη καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ἡ μου­σι­κὴ εἶ­ναι ἐ­πί­σης μιὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες και­νο­το­μί­ες στὸν το­μέ­α αὐ­τό: μου­σι­κὴ δω­μα­τί­ου, κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἕ­να εἶ­δος χα­λα­ρω­τι­κῆς μου­σι­κῆς ποὺ θὰ ἠ­ρε­μεῖ τὴν ψυ­χὴ καὶ τὸ πνεῦ­μα, με­λω­δί­ες κα­τάλ­λη­λες γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σουν ἢ νὰ συ­νο­δεύ­σουν δά­κρυ­α… Κι εἶ­ναι κι ἄλ­λα τό­σα πράγ­μα­τα ποὺ τώ­ρα δὲν σκέ­φτε­ται κα­νεὶς μὰ εἶ­ναι χρή­σι­μα στὴν ὀρ­γά­νω­ση ἑ­νὸς θρή­νου, ἑ­νὸς εὐ­πα­ρου­σί­α­στου τε­λευ­ταί­ου ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ, ὅ­πως ὁ στο­λι­σμὸς τοῦ νε­κροῦ, τὰ λου­λού­δια, ὁ χῶ­ρος ὑ­πο­δο­χῆς, ὁ κλι­μα­τι­σμός, τὸ ἀ­να­μνη­στι­κὸ λεύ­κω­μα μὲ τὶς ὑ­πο­γρα­φὲς τῶν πα­ρόν­των ποὺ το­πο­θε­τεῖ­ται συ­νή­θως στὴν εἴ­σο­δο, τό­σα ἄλ­λα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ δύ­σκο­λο νὰ σκε­φτεῖ κα­νεὶς ἂν δὲν βρε­θεῖ στὴν δυ­σά­ρε­στη θέ­ση νὰ βι­ώ­σει μιὰ τέ­τοι­α δύ­σκο­λη στιγ­μὴ ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ὄν­τας ἐν τῷ μέ­σῳ μιᾶς τέ­τοι­ας δύ­σκο­λης στιγ­μῆς. Τὰ θα­να­τό­ρια, ὅ­μοια μὲ τὶς σύγ­χρο­νες κοι­νω­νί­ες, ἔ­χουν προ­βλέ­ψει γιὰ ὅ­λα, για­τὶ δὲν ξέ­ρω ἂν τὸ ἔ­χει κα­νεὶς συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι οἱ νε­κροὶ πλη­θαί­νουν, τὰ σπί­τια με­τα­τρέ­πον­ται σὲ δι­α­με­ρί­σμα­τα, οἱ αὐ­λὲς σὲ φεγ­γί­τες, οἱ ζων­τα­νοὶ σὲ ζόμ­πι ποὺ παίρ­νουν τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ κά­θε πρω­ὶ κι ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φουν σπί­τι τους εἶ­ναι πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νοι γιὰ νὰ ξε­νυ­χτή­σουν ἀ­κού­γον­τας τὸν θρῆ­νο τοῦ γεί­το­να, οὔ­τε κὰν ξέ­ρουν ποι­ός εἶ­ναι ὁ γεί­το­νας, πό­σο μᾶλ­λον ὁ νε­κρὸς τοῦ γεί­το­να, κι ἄλ­λω­στε, γι’ αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χουν τὰ θα­να­τό­ρια, αὐ­τὰ τὰ τε­τρά­γω­να λευ­κὰ κου­τιὰ στὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῶν με­γα­λου­πό­λε­ων, γιὰ νὰ γί­νε­ται ὁ θρῆ­νος ἀ­θό­ρυ­βα, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ κά­νει θέ­μα κα­νείς, ἄν­θρω­ποι πε­θαί­νουν κά­θε μέ­ρα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὑ­πάρ­χει ἔλ­λει­ψη χώ­ρου, παι­διὰ ποὺ κοι­μοῦν­ται, ἐ­νή­λι­κες ποὺ πά­σχουν ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνί­α, ἐρ­γα­ζό­με­νοι μὲ σπα­σμέ­να νεῦ­ρα, ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος κό­σμος, μιὰ ἀ­πό­λυ­τα ὀρ­γα­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ στα­μα­τή­σει μό­νο καὶ μό­νο για­τί κά­ποι­ος θέ­λει νὰ κλά­ψει.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ  (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


 

Χαί­ρε­σαι νά… πε­θαί­νεις!

(μι­κρὸ ἐ­πι­λο­γι­κὸ σχό­λιο τοῦ ἐκ­δό­τη)

Γιὰ τὶς ἄ­ψο­γες καὶ ἀ­ση­πτι­κὲς δι­α­βα­τή­ρι­ες τε­λε­τουρ­γί­ες ἀ­ξι­ο­πρε­ποῦς κη­δεί­ας στὸν δυ­τι­κὸ ‘πο­λι­τι­σμέ­νο’ κό­σμο μᾶς εἶ­χε προ­ϊ­δε­ά­σει τὸ σαρ­κα­στι­κὸ δι­ή­γη­μα «Ὑστεροφημία» τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ποὺ εἴ­χα­με ἀ­ναρ­τή­σει πρὸ δι­ε­τί­ας στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας. Μὲ τὸ πρω­το­δη­μο­σι­ευ­ό­με­νο πα­ρα­πά­νω πε­ζὸ τῆς συ­νερ­γά­τι­δός μας Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ, τὸ ἴ­διο θέ­μα προ­σεγ­γί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν ἥ­ρε­μο με­λαγ­χο­λι­κὸ στο­χα­σμὸ πά­νω σὲ μιὰ κοι­νω­νί­α ποὺ θέ­λει νὰ ‘ἐ­ξη­με­ρώ­σει’ τὸν θρῆ­νο ‘στε­γνώ­νον­τά­ς’ τον ἀ­πὸ κά­θε με­τα­φυ­σι­κὸ ρί­γος μὲ τὴν ἔν­τα­ξή του σ’ ἕ­να ὑ­ψη­λὸ ἐ­μπο­ρι­κὸ τε­χνο­λο­γι­κὸ πρό­γραμ­μα ὅ­που ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή, δι­α­κό­σμη­ση, μου­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον κά­νουν τὸν θά­να­το ἕ­να κερ­δο­φό­ρο κο­σμι­κὸ γε­γο­νός… Τέ­τοι­ες ὑ­ψη­λὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες δι­α­φη­μί­ζον­ται πιὰ ἀ­πὸ τὸ δί­κτυ­ο,  ὅ­πως τῆς ἐπιχείρησης Los Jardines στὴν πό­λη Λε­ὸν στὴ βό­ρει­ο Ἱ­σπα­νί­α. Γιὰ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τῶν χώ­ρων αὐ­τῶν ἡ ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα προ­σφεύ­γει στὴν ἑλ­λη­νό­πλα­στη ἰ­σπα­νι­κὴ λέ­ξη «Tanatorio», ἢ «θα­να­τό­ριο» ὅ­πως θὰ τὴν με­τα­φέ­ρα­με στὰ νε­ο­ελ­λη­νι­κά, ἀλ­λὰ χω­ρὶς τοὺς ἄ­με­σους μα­κά­βριους συ­νειρ­μοὺς ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ στὸν ἑ­λλη­νό­γλωσ­σο ἡ λέ­ξη «θά­να­τος», μιὰ καὶ γι΄ αὐ­τὸν στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ ὑ­πάρ­χει ἡ κα­θη­με­ρινὴ λέ­ξη «muerte». Εἶ­ναι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ σί­γου­ρο ὅ­τι ἡ κα­θο­λι­κὴ Ἰ­σπα­νί­α τῆς ἐ­φι­αλ­τι­κῆς Ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξέ­τα­σης ἀ­νή­κει ἀ­με­τά­κλη­τα στὸ πα­ρελ­θόν!  Ὁ θά­να­τος τοῦ ἀν­θρώ­που —ὅ­πως ἀ­ξί­ζει σ’ ἔ­ναν ‘πο­λι­τι­σμέ­νο’ ἀποϊεροποιημένο κό­σμο— δὲν ἔ­χει πιὰ τί­πο­τα τὸ τρο­μα­κτι­κό…

            Ἤ­δη ὁ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου δι­αι­σθα­νό­με­νος τὸν δυ­στο­πι­κὸ ἐ­φιά­λτη τοῦ σύγ­χρο­νου τε­χνο­κα­πι­τα­λι­σμοῦ δὲν πα­ρα­λεί­πει νὰ τὸν σχο­λιά­ζει μὲ δρα­στι­κὸ τρό­πο, ὅ­πως ὁ Βρετ­τα­νὸς Mark Wallinger μὲ τὴν βίν­τε­ο ἐγ­κα­τά­στα­σή του Δρα­σκε­λών­τας τὸ Κα­τώ­φλι τῆς Βα­σι­λεί­ας (Threshold to the Kingdom), ἔρ­γο τοῦ 2000, ποὺ εἴ­χα­με τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ δοῦ­με καὶ στὴν Ἀ­θή­να τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2017 στὴν ἔκ­θε­ση Ἡ Ὑ­πέρ­βα­ση τῆς Ἀ­βύσ­σου στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν. Ἡ με­τά­βα­ση στὸν ἄλ­λο κό­σμο κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «International Arrivals» (!), πα­ρω­δεῖ­ται στὸ ἔρ­γο αὐ­τὸ ὡς ‘πο­λι­τι­σμέ­νη’ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ ἄ­φι­ξη τῶν τε­θνε­ώ­των σὲ ἀ­σφα­λῆ δι­ε­θνῆ ἀ­ε­ρο­λι­μέ­να, κά­τω ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους τοῦ Miserere mei, Deus τοῦ ἀ­να­γεν­νη­σια­κοῦ συν­θέ­τη Gregorio Allegri (1582-1652), ποὺ ψάλ­λε­ται κα­τὰ τὴν Ἑ­βδο­μά­δα τῶν Πα­θῶν στὴν Κα­πέ­λα Σιξ­τί­να (παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βίντεο):

       Δι­α­βά­ζον­τας τὴν κα­τα­λη­κτή­ρια πε­ρί­ο­δο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ πε­ζο­γρα­φή­μα­τος, «μιὰ ἀ­πό­λυ­τα ὀρ­γα­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ στα­μα­τή­σει μό­νο καὶ μό­νο για­τί κά­ποι­ος θέ­λει νὰ κλά­ψει», ἀ­να­κα­λῶ στὴ μνή­μη μου τὴν φρά­ση τοῦ Πεν­τζί­κη «πρὸ τοῦ τά­φου τοῦ προ­σφι­λοῦς, μά­ται­ος εἶ­ναι ὁ θρῆ­νος, δί­χως τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ ἱ­ε­ρέ­α» καὶ κα­τα­λα­βαί­νω βα­θιὰ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Κύπριου συγγραφέα Σάβ­βα Παύ­λου νὰ μπεῖ τὸ σκή­νω­μα του στὸ χῶ­μα δί­χως ἐ­πι­κή­δει­ους λό­γους καὶ ἄλ­λες κο­σμι­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις πέν­θους μὲ μο­να­δι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ἔν­δυ­μά του, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ σημαία, τὴν νε­κρώ­σι­μη ἐ­ξό­διο ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας…

Γιάννης Πατίλης