Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones): Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες



Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones)


Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες

(Small Mercies)


ΤΑΝ ΠΑΙΖΕΙΣ Μονόπολη μὲ τοὺς ἀ­δελ­φούς σου, νὰ τοὺς ἀ­φή­νεις νὰ σὲ νι­κᾶ­νε, λέ­ει. Στὰ ἀ­γό­ρια δὲν ἀ­ρέ­σει νὰ χά­νουν, εἰ­δι­κὰ ἀ­πὸ τὰ κο­ρί­τσια. Βά­ζει στὸ πρό­σω­πό της μιὰ πού­δρα, λὲς καὶ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της θὰ κα­ταρ­ρεύ­σουν ἂν δὲν τὰ πι­έ­σει στὴ θέ­ση τους. Ὅ­ταν εἶ­ναι ἔ­ξω σε κά­ποι­ο χο­ρό, μπαί­νω κρυ­φὰ στὸ δω­μά­τιό της καὶ κά­νω πὼς εἶ­μαι ἐ­κεί­νη, ὄ­μορ­φη, ἐ­πι­δέ­ξια στὸ μα­κι­γι­άζ. Ὅ­ταν ἕ­να ἀ­γό­ρι σοῦ ζη­τᾶ ραν­τε­βοῦ, νὰ λὲς πάν­τα ναί. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α ἂν δὲν εἶ­ναι τὸ πιὸ ὄ­μορ­φο, τὸ πιὸ ἔ­ξυ­πνο ἢ τὸ πιὸ εὐ­χά­ρι­στο. Χρει­ά­ζε­ται πο­λὺ κου­ρά­γιο γιὰ νὰ σοῦ ζη­τή­σει ραν­τε­βοῦ ἕ­να ἀ­γό­ρι, γιὰ αὐ­τὸ νὰ εἶ­σαι εὐ­γνώ­μων, καὶ νὰ λὲς πάν­τα ναί στὰ ἀ­γό­ρια. Παίρ­νω τὸ κρα­γιόν της καὶ σου­φρώ­νω τὰ χεί­λια μου κα­θὼς ἀ­λεί­φω τὸ βα­θὺ κόκ­κι­νο λί­πος πά­νω στὰ πο­λὺ λε­πτὰ χεί­λια μου, σὲ ἕ­να πρό­σω­πο πο­λὺ γε­μά­το ὅ­που τα μά­τια εἶ­ναι σχε­δὸν ἀ­νύ­παρ­χτα. Δὲν πρό­κει­ται νὰ τῆς μοιά­σω πο­τέ, ἀλ­λὰ κά­νω ὅ­,τι μοῦ λέ­νε. Κι ἔ­τσι ἔ­κα­να. Ἔ­λε­γα ναί στὰ ἀ­γό­ρια. Σὲ ὅ­λα τα ἀ­γό­ρια. Τὰ ἄ­σχη­μα, τὰ κον­τά, αὐ­τὰ ποὺ μυ­ρί­ζουν σὰν ὑ­πό­νο­μοι κι αὐ­τὰ ποὺ τὸ ἐ­πεῖ­γον τῆς κα­τά­στα­σής τους εἶ­ναι χαρ­το­γρα­φη­μέ­νο μὲ ἐ­ξαν­θή­μα­τα στὰ κόκ­κι­να πρό­σω­πά τους. Ὅ­ταν τὰ ἀ­δέλ­φια σου ξυ­πνοῦν τὸ πρω­ΐ, νὰ τρα­βᾶς τὶς κουρ­τί­νες, νὰ τοὺς στρώ­νεις τὰ κρε­βά­τια, νὰ εἶ­σαι χρή­σι­μη. Τὸ ἄι-λά­ι­νερ κά­νει πάν­τα τα μά­τια μου νὰ φαί­νον­ται. Ὄ­χι σὰν τὰ δι­κά της μά­τια – τὰ δι­κά μου οὔ­τε βι­ο­λε­τὶ εἶ­ναι, οὔ­τε ἐν­τυ­πω­σια­κά, ἀλ­λὰ του­λά­χι­στον φαί­νον­ται. Ἡ μά­να μου μὲ ἔ­κα­νε εὔ­κο­λη – ἂν καὶ πο­τὲ δὲν ἦ­ταν εὔ­κο­λη μὲ μέ­να. Εἶ­μαι σί­γου­ρη πὼς δὲν εἶ­χε πο­τὲ αὐ­τὴν τὴν πρό­θε­ση, ἀλ­λὰ πο­τὲ δὲν ἤ­μουν κά­τι ἄλ­λο ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὑ­πά­κου­η. Ἔ­τσι ἔ­λε­γα ναί ξα­νὰ καὶ ξα­νά. Ὥ­σπου τε­λι­κὰ τὴν πά­τη­σα, τε­λι­κὰ συ­νει­δη­το­ποί­η­σα τί εἶ­χα γί­νει. Χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σα τὴν κρέ­μα δέρ­μα­τος γιὰ νὰ σβή­σω τὸ πρό­σω­πο ποὺ εἶ­χα βά­ψει. Ὕ­στε­ρα ἔ­λε­γα ὄ­χι. Ἔ­λε­γα ὄ­χι συ­νε­χῶς. Ἀλ­λὰ τὰ ἀ­γό­ρια μοῦ ἔ­λε­γαν ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χαν ἀ­κού­σει γιὰ μέ­να, ὅ­τι μὲ τὰ ὄ­χι μου ἐν­νο­οῦ­σα ναί, καὶ τε­λι­κὰ ἔ­παιρ­ναν αὐ­τὸ ποὺ ἤ­θε­λαν. Αὐ­τὸ μὲ πλή­γω­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο, κι ἔ­τσι ξα­νά­γι­να τὸ κο­ρί­τσι ποὺ εἶ­χε φτιά­ξει ἡ μά­να μου, – τὸ κο­ρί­τσι τοῦ ναί, τὸ πρό­ω­ρα γε­ρα­σμέ­νο κο­ρί­τσι, αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν πο­τὲ τό­σο ὄ­μορ­φο ὅ­σο ἡ μά­να του, ἀλ­λὰ ποὺ τὸ ἐ­πέ­λε­γαν για­τί οἱ ζη­τιά­νοι δὲν ἔ­χουν ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Τώ­ρα πα­ρα­πο­νι­έ­ται ποὺ δὲν τῆς ἔ­κα­να ἐγ­γό­νια. Μὰ σοῦ ἔ­κα­να, Ἀ­γα­πη­τὴ Μη­τέ­ρα. Τό­σα μι­σο­σχη­μα­τι­σμέ­να κο­ρί­τσια ποὺ οὔ­τε ἐ­γὼ οὔ­τε ἐ­σὺ κα­τα­φέ­ρα­με νὰ κρα­τή­σου­με ἢ νὰ δι­α­πλάσ­σου­με. Μι­κρὲς κα­λο­σύ­νες, Μη­τέ­ρα. Νὰ εἶ­σαι εὐ­γνώ­μων.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα Lost Balloon (13.06.2018):

https://lost-balloon.com/2018/06/13/small-mercies-by-karen-jones/

Κά­ρεν Τζό­ουνς (Karen Jones) εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴν Γλα­σκώ­βη. Οἱ ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες ὅ­πως: Disco­vering a Co­met and more micro fiction, The Wonder­ful World of Wor­ders, An Earth­less Mel­ting Pot, City Smells, 10 Red, HISSAC 10th Anni­­ver­sary, Bath Short Story Antho­logy, Ellipses: One, bath Flash Fiction Festival One. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν ἐ­πι­λε­χτεῖ σὲ δι­α­γω­νι­σμοὺς ἱ­στο­ρι­ῶν Μπον­ζά­ι καὶ δι­α­γω­νι­σμοὺς μι­κρῆς φόρ­μας ὅ­πως Mslexia, Flash 500, Writers Bureau, The new Writer, HISSAC καὶ Words with jam. H συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των The UpsideDown Je­sus and other stories εἶ­ναι δι­α­θέ­σι­μη ἀ­πὸ τὸ Amazon.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο.


			

Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder): Κη­ρύτ­του­με πό­λε­μο στὸ πρω­ϊ­νό

 



Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder)


Κη­ρύτ­του­με πό­λε­μο στὸ πρω­ϊ­νό

(We declare the war over breakfast)


ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ συσ­σω­ρεύ­ε­ται ἐ­δῶ καὶ κάμ­πο­σο και­ρό, ἀλ­λὰ σή­με­ρα ἔ­χω προ­σε­κτι­κὰ το­πο­θε­τή­σει τὸ ἁ­λά­τι δί­πλα στὸν δε­ξί μου ἀγ­κώ­να. Τὸ νὰ τὸ φτά­σεις θὰ σή­μαι­νε μιὰ ἀ­προ­κά­λυ­πτη εἰ­σβο­λὴ στὸν προ­σω­πι­κό μου χῶ­ρο, κι ἔ­τσι, ἀντ’ αὐ­τοῦ, χα­μη­λώ­νεις τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να.

       «Θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ μοῦ δώ­σεις τὸ ἁ­λά­τι.»

       Συ­νε­χί­ζω νὰ πρι­ο­νί­ζω τὸ μί­ζε­ρο λευ­κὸ λί­πος τοῦ μπέ­ι­κον ποὺ ἔ­χω στὸ πιά­το μου. Ἔ­χει μεί­νει ἀ­κό­μα λί­γος κρύ­ος κα­φὲς στὴν κα­φε­τι­έ­ρα ποὺ ἀ­γό­ρα­σα πρὶν τρί­α χρό­νια καὶ τὴν ὁ­ποί­α ἀρ­νεῖ­σαι νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις, για­τὶ λὲς ὅ­τι ὁ κα­φὲς ποὺ κά­νει ἔ­χει με­ταλ­λι­κὴ γεύ­ση.

       «Τζέ­ι­σον. Τὸ ἁ­λά­τι.»

       Ἀ­νοι­γο­κλεί­νω τὰ μά­τια μου σὰν νὰ ἔ­χω μό­λις ξυ­πνή­σει καὶ σὲ κοι­τά­ζω μὲ ἔκ­φρα­ση ἤ­πιας ἔκ­πλη­ξης. Πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να προ­σε­κτι­κὰ σχε­δι­α­σμέ­νο βλέμ­μα ποὺ ζυ­γί­ζει τὸν βαθ­μὸ ἀ­πο­ρί­ας στὸν τό­νο σου καὶ τὸν βαθ­μὸ στὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει πλη­γω­θεῖ ὁ ἐ­γω­ι­σμός σου, μα­ζὶ μὲ λί­γη πα­ρα­πά­νω δό­ση ἀ­νο­χῆς. Κα­νεὶς ἀ­π’ τοὺς δυ­ό μας δὲν ἔ­χει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α γιὰ τὸ τί ση­μαί­νει.

       «Μμ;» ρω­τά­ω.

       «Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ.» Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ ἁρ­πά­ζεις τὸ ἁ­λά­τι καὶ τὸ ρί­χνεις θυ­μω­μέ­να πά­νω στὸ τε­μα­χι­σμέ­νο φα­γη­τό. Σὲ πα­ρα­τη­ρῶ ποὺ τὸ κά­νεις μὲ συ­νο­φρυ­ω­μέ­νο μέ­τω­πο, ὕ­στε­ρα ση­κώ­νω τὰ φρύ­δια μου καὶ φου­σκώ­νω ἐ­λα­φρῶς πρὸς τὰ ἔ­ξω τὰ χεί­λη μου σὲ μιὰ εὔ­θυ­μη ἔκ­φρα­ση. Στὴν μά­χη γιὰ τὸ ποι­ός κερ­δί­ζει τὶς ἐν­τυ­πώ­σεις μπρο­στὰ στὸ ἀ­ό­ρα­το κοι­νό μας, μό­λις κα­τά­φε­ρα ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ χτύ­πη­μα.

       Τώ­ρα εἶ­ναι ὥ­ρα γιὰ μιὰ ὀ­πι­σθο­χώ­ρη­ση τα­κτι­κῆς, γιὰ νὰ φα­νῶ συγ­κα­τα­βα­τι­κός. Ὅ­ταν τε­λει­ώ­νεις τὸ τε­μα­χι­σμέ­νο φα­γη­τό σου καὶ τὴν ἐ­λα­στι­κὴ μά­ζα τῆς ὀ­με­λέ­τας, σοῦ τεί­νω συμ­φι­λι­ω­τι­κά το χέ­ρι γιὰ νὰ πά­ρω τὸ πιά­το σου, ἀλ­λὰ μὲ προ­σπερ­νᾶς μὲ κα­τεύ­θυν­ση πρὸς τὸ νε­ρο­χύ­τη.

       Εἶ­μαι φι­λι­κός, ἤ­ρε­μος καὶ σὲ στρα­τη­γι­κὰ προ­νο­μια­κὴ θέ­ση.

       Δὲν ὑ­πάρ­χουν ἄλ­λα ἐ­πει­σό­δια αὐ­τὴ τὴ βδο­μά­δα. Και­ρο­φυ­λα­κτοῦ­με. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, ὅ­μως, πέ­φτεις γιὰ ὕ­πνο νω­ρὶς ἰ­σχυ­ρι­ζό­με­νη πο­νο­κέ­φα­λο καὶ ‘γὼ κά­νω ὅ­λο τὸν ἀ­πα­ραί­τη­το συμ­πα­θη­τι­κὸ θό­ρυ­βο, ἐ­νῶ βλέ­πω μὲ τὸ ἕ­να μά­τι τὸ πρό­γραμ­μα τοῦ Jonathan Ross.  Δὲν εἶ­ναι μέ­χρι ποὺ ἀ­κού­ω τὸ μουγ­κρη­τὸ ἀ­πὸ τὸ σκου­πι­δι­ά­ρι­κο τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ὶ ὅ­ταν τὸ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ καὶ κα­τε­βαί­νω τὴ σκά­λα τρέ­χον­τας γιὰ νὰ πε­τά­ξω τὸν πα­ρα­γε­μι­σμέ­νο σά­κο. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σες, βέ­βαι­α, νὰ εἶ­χες τη­ρή­σει τὴν συμ­φω­νί­α γιὰ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ ποὺ εἴ­χα­με κά­νει ἔ­χον­τας πο­νο­κέ­φα­λο, κι ἔ­τσι ἤ­μουν ἐ­γὼ αὐ­τὸς ποὺ ἔ­γι­να ρε­ζί­λι σέρ­νον­τας μὲ τὶς πι­τζά­μες ἔ­ξω τὸν κά­δο.

       Δὲν πει­ρά­ζει. Θὰ ξα­να­πέ­σω στὸ κρε­βά­τι. Θὰ πι­ῶ μι­σὸ φλυ­τζά­νι τσά­ι, ἀ­φοῦ πρῶ­τα φρον­τί­σω νὰ σκορ­πί­σω λί­γη ζά­χα­ρη στὸν πάγ­κο δί­πλα στὸν βρα­στή­ρα καὶ ἀ­φή­σω τὴν ὑ­πό­λοι­πη πά­νω στὸν μι­σο­ά­δει­ο στε­γνω­τή­ρα πιά­των, τὸ φα­κε­λά­κι τοῦ τσα­γιοῦ πα­ρα­τη­μέ­νο στὸ πο­τή­ρι, ἕ­τοι­μο γιὰ τὸ δεῖς ὅ­ταν θὰ κα­τέ­βεις.

       Πρό­κει­ται γιὰ πό­λε­μο, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση. Καὶ ὅ­λα τα μέ­σα δι­και­ο­λο­γοῦν­ται.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα https://thepygmygiant.com/2016/01/31/the-art-of-war/.

Τζέ­ι­μι Θάν­τερ (Jamie Thunder) ζεῖ, δι­α­βά­ζει καὶ γρά­φει στὸ νό­τιο Λον­δί­νο καὶ προ­σπα­θεῖ νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­τι οἱ ἥ­ρω­ες τῶν ἱ­στο­ρι­ῶν του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Σπύ­ρος Κρό­κος: Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου



Σπύ­ρος Κρό­κος


Τὸ automotrice τοῦ χρό­νου


ΕΡΝΩ ΤΗΝ πε­ρισ­σό­τε­ρη ὥ­ρα κα­θι­σμέ­νος σ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο ξύ­λι­νο παγ­κά­κι, δί­πλα ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­τη­μέ­νη πλά­στιγ­γα γιὰ τὰ ἐμ­πο­ρεύ­μα­τα. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀ­πὸ τὶς τά­βλες ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦ­σαν τὸν λει­τουρ­γι­κό του κορ­μό, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κα­θη­με­ρι­νὸ σφυ­ρο­κό­πη­μα τῶν και­ρι­κῶν συν­θη­κῶν καὶ τοῦ χρό­νου, ἔ­χουν σα­πί­σει καὶ δι­α­λυ­θεῖ. Οἱ κα­ρό­βι­δες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὸ με­ταλ­λι­κὸ σκε­λε­τὸ μὲ τὰ ξύ­λα τῆς πλά­της καὶ τοῦ κα­θί­σμα­τος ποὺ ἀ­πέ­μει­ναν, ἔ­χουν ρι­λα­ξά­ρει, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ συν­δέ­σεις νὰ ξε­θυ­μά­νουν. Ἔ­τσι, ἡ πα­ρα­μι­κρὴ κί­νη­ση τοῦ σώ­μα­τος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὸ σύ­νο­λο τῆς κα­τα­σκευ­ῆς σὲ μιὰ ἄ­ναρ­χη τα­λάν­τω­ση πό­τε δε­ξιὰ καὶ πό­τε ἀ­ρι­στε­ρά, δί­νον­τας, γιὰ ὅ­ποι­ον κά­θε­ται, τὴν εἰ­κό­να τῆς ἀ­κού­σιας συμ­με­το­χῆς του σὲ θε­α­τρι­κὴ φαρ­σο­κω­μω­δί­α. Μοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔρ­χο­μαι ἐ­δῶ. Ἰ­δι­αί­τε­ρά τα δρο­σε­ρὰ κα­λο­και­ρι­ά­τι­κα δει­λι­νὰ καὶ τὰ μουν­τὰ χει­με­ρι­νὰ ἀ­πο­με­σή­με­ρα. Τό­τε ποὺ τὸ ψι­λό­βρο­χο δι­α­μαρ­τυ­ρό­με­νο στὴ σι­γα­λιὰ τῆς ἐγ­κα­τά­λει­ψης, συ­νε­πι­κου­ρού­με­νο ἀ­πὸ τὸν τσίγ­κο τοῦ ὑ­πο­στέ­γου, ἐκ­φρά­ζει τὶς ἀν­τιρ­ρή­σεις του κα­τὰ τρό­πο ἐκ­κω­φαν­τι­κό. Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ρη­μαγ­μέ­νου το­πί­ου μὲ σα­γη­νεύ­ει, ἀ­σκών­τας μου πα­ράλ­λη­λα μιὰ ἕλ­ξη μυ­στη­ρια­κή, σχε­δὸν ἱ­ε­ρή. Μιὰ ἱ­ε­ρό­τη­τα ποὺ ἐ­φορ­μεῖ ἀ­πὸ τὸ ρό­λο ποὺ δι­α­δρα­μα­τί­ζει ἡ ἄρ­ρη­κτη σχέ­ση πα­ρελ­θόν­τος καὶ μνή­μης, τό­σο ἐ­πά­νω στὸ πα­ρὸν ποὺ βι­ώ­νε­ται, ὅ­σο καὶ στὸ μέλ­λον ποὺ σχε­δι­ά­ζε­ται καὶ προσ­δο­κᾶ­ται.

       Ἐ­κεῖ­νος δὲν κά­θε­ται πο­τέ. Τοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ κι­νεῖ­ται. Ὅ­πως τό­τε. Ἀρ­γὰ καὶ με­θο­δι­κά. Ἐ­πι­θε­ω­ρών­τας τὶς πα­ρο­πλι­σμέ­νες σι­δη­ρο­τρο­χι­ὲς καὶ τοὺς σκα­σμέ­νους στὸν ἥ­λιο στρω­τῆ­ρες, μὲ τὸ βλέμ­μα νὰ τα­λαν­τεύ­ε­ται ἀ­δι­ά­κο­πα ἀ­πὸ τὴ μί­α ἄ­κρη τοῦ σταθ­μοῦ στὴν ἄλ­λη. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς φρέ­σκιας πίσ­σας ἔ­χει ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τῶν ἀ­γρι­ό­χορ­των ποὺ ἔ­χουν φυ­τρώ­σει πα­ρα­πλεύ­ρως τῶν γραμ­μῶν. Ξα­να­σαί­νει στὸ γε­ρα­σμέ­νο σῶ­μα τῆς γῆς ποὺ πό­τι­σε μὲ ἱ­δρώ­τα, ἀ­γω­νί­ες, ἄγ­χη, ἐλ­πί­δες καὶ ὄ­νει­ρα. Οἱ δεῖ­κτες τοῦ με­γά­λου ρο­λο­γιοῦ τῆς ἀ­πο­βά­θρας ἔ­χουν ἀ­πὸ χρό­νια πα­γώ­σει καὶ ἡ δί­γλωσ­ση πι­να­κί­δα τοῦ σταθ­μοῦ δὲν ἔ­χει πλέ­ον δη­λω­τι­κὸ νό­η­μα ἄ­φι­ξης γιὰ κα­νέ­ναν τα­ξι­δι­ώ­τη. Ὁ ὑ­γρὸς δυ­τι­κὸς ἄ­νε­μος ἐ­ξα­ναγ­κά­ζει τὶς σκου­ρι­α­σμέ­νες ἁ­λυ­σί­δες ποὺ τὴν κρα­τᾶ­νε δε­μέ­νη στὸ στέ­γα­στρο, σ’ ἕ­να ἄρ­ρυθ­μο μοι­ρο­λό­ι ἀ­να­μνή­σε­ων κι ἀ­να­πό­λη­σης. Δὲν εἶ­ναι μό­νο οἱ μνῆ­μες ἀ­πὸ τοὺς συ­ριγ­μοὺς τοῦ τραί­νου κα­θὼς μπαί­νει στὸ σταθ­μό, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες καὶ οἱ ἦ­χοι ποὺ τοῦ ἔ­δι­ναν ζω­ή: οἱ δο­νή­σεις ἀ­πὸ τὶς τρα­βέρ­σες ποὺ συγ­κρα­τοῦν τὶς ρά­γες ὅ­ταν τὸ σι­δε­ρέ­νιο φί­δι κυ­λά­ει ἐ­πά­νω τους, οἱ κλαγ­γὲς τῆς πέ­δη­σης, ὁ προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὸς ἦ­χος τῶν φα­να­ρι­ῶν καὶ οἱ μπά­ρες ποὺ κα­τε­βαί­νουν στὰ γει­το­νι­κὰ πα­σά­για, τὸ λε­φού­σι τῶν ἐ­πι­βα­τῶν μὲ τὶς ἀ­πο­σκευ­ές τους καὶ ἡ σπου­δή τους γιὰ ἐ­πι­βί­βα­ση καὶ ἀ­πο­βί­βα­ση, τὸ σφύ­ριγ­μα τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, ὁ στριγ­κὸς ἦ­χος τῶν σι­δη­ρο­τρο­χι­ῶν ἀ­πὸ τοὺς ἑ­λιγ­μοὺς ποὺ ἐ­κτε­λεῖ ὁ κλει­δοῦ­χος.

       Τὸ βλέμ­μα μου ἀ­κο­λου­θεῖ τὸ δι­κό του κα­θὼς αὐ­τὸ δι­α­τρέ­χει τὰ τρί­α με­γά­λα μπλὲ παν­τζού­ρια —κλει­στὰ πλέ­ον— στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο τοῦ δί­πα­του κτη­ρί­ου. Στιγ­μὲς ἀρ­γό­τε­ρα, τὸ πα­ρα­κο­λου­θῶ νὰ κα­τε­βαί­νει νο­η­τὰ τὴ βαμ­μέ­νη μὲ κα­φε­τὶ λα­δομ­πο­γιὰ δρύ­ι­νη σκά­λα, ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ μι­κρὴ ἀ­πο­θή­κη στὸ ἰ­σό­γει­ο. Τώ­ρα στέ­κε­ται στὴν ξύ­λι­νη, ξε­φλου­δι­σμέ­νη, δί­φυλ­λη πόρ­τα τῆς εἰ­σό­δου, μὲ τὴν το­ξο­ει­δὴ κά­σα καὶ τὰ σι­δε­ρέ­νια κάγ­κε­λα. Ἡ ζω­ὴ τῶν οἰ­κο­γε­νει­ῶν τῶν σι­δη­ρο­δρο­μι­κῶν κυ­λοῦ­σε πάν­τα δί­πλα στὸ σταθ­μό. Ὑ­πῆρ­χαν κι ἄλ­λες δύ­ο κα­τοι­κί­ες, μι­κρό­τε­ρες, ἰ­σό­γει­ες αὐ­τές, στὴν πί­σω πλευ­ρὰ τοῦ σταθ­μοῦ. Ἔ­βλε­παν στὸν ἀ­κά­λυ­πτο χῶ­ρο μὲ τοὺς φοί­νι­κες καὶ τὶς λε­μο­νι­ές. Πα­ρα­τη­ρῶ μα­ζί του τὶς ἄ­δει­ες ἀ­πο­βά­θρες κι ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι τὶς λο­γι­ῶν-λο­γι­ῶν ψυ­χὲς ποὺ τὶς μοι­ρά­στη­καν: φοι­τη­τές, ἐρ­γα­ζό­με­νοι, του­ρί­στες, τα­ξι­δευ­τές, φαν­τά­ροι, μα­θη­τές, τυ­χο­δι­ῶ­κτες. Χι­λιά­δες πρό­σω­πα πό­τι­σαν τὸ χῶ­μα αὐ­τὸ μὲ δά­κρυ­α, εἴ­τε ἀ­πὸ τὴ συγ­κί­νη­ση τῆς ἀν­τά­μω­σης εἴ­τε ἀ­πὸ τοὺς λυγ­μοὺς τοῦ ἀ­πο­χω­ρι­σμοῦ.

       Ἡ στέρ­φα γῆ δὲ μαρ­τυ­ρᾶ σή­με­ρα τί­πο­τα ἀ­πὸ τοὺς ἔν­δο­ξους χρό­νους της. Βι­ώ­νω τὴ βου­βή του θλί­ψη κα­θὼς πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ γε­μά­το φθο­ρὲς ἑ­τοι­μόρ­ρο­πο κτί­ριο, ποὺ νο­μο­τε­λεια­κὰ θὰ τὸ ὁ­δη­γή­σουν σὲ κα­τάρ­ρευ­ση. Πάν­τα πο­νᾶς ὅ­ταν κά­τι ξε­ρι­ζώ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν ψυ­χή σου. Μὲ κοι­τά­ζει. Νο­μί­ζω πὼς ἔ­χει βουρ­κώ­σει. Ἴ­σως νὰ βούρ­κω­σα ἐ­γώ… Κα­τα­φέρ­νω νὰ ση­κω­θῶ ἀ­πὸ τὸ παγ­κά­κι ἀ­φοῦ πρῶ­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦ­μαι γιὰ κάμ­πο­σα δευ­τε­ρό­λε­πτα ὡς κομ­πάρ­σος, σὲ ἄλ­λη μί­α ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς κα­κό­τρο­πα σκη­νο­θε­τη­μέ­νες πα­ρα­στά­σεις του. Βα­δί­ζω πρὸς ἐ­κεῖ­νον προ­σπα­θών­τας νὰ μι­λή­σω κα­θα­ρὰ καὶ στα­θε­ρά, κοι­τών­τας τον στὰ μά­τια.

       «Πα­τέ­ρα μή­πως νὰ πη­γαί­νου­με; Τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὸ au­to­mo­tri­ce φαί­νε­ται πὼς ἔ­βα­λε κα­θυ­στέ­ρη­ση…». Κά­νω μιὰ προ­σπά­θεια νὰ χα­μο­γε­λά­σω, μά­ται­η…

       «Πᾶ­με ἀ­γό­ρι μου» ἀ­πο­κρί­νε­ται σφίγ­γον­τας τὰ χεί­λη σὲ μιὰ γλυ­κό­πι­κρη ἔκ­φρα­ση.

       Κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Ἐ­πι­τα­χύ­νω γιὰ νὰ τὸν προ­λά­βω. Περ­πα­τῶ πλά­ι του. Ἁ­πλώ­νω τὸ χέ­ρι καὶ τοῦ σφίγ­γω τὸν ὦ­μο. Ἀν­τα­πο­δί­δει χτυ­πών­τας με στορ­γι­κὰ στὴν πλά­τη. Γυ­ρί­ζω τὸ κε­φά­λι ὠ­θού­με­νος ἀ­πὸ τὴν ὁρ­μέμ­φυ­τη ἀ­νάγ­κη τῆς στερ­νῆς μα­τιᾶς. Ἀν­τι­κρί­ζω τὸ πε­ρι­φραγ­μέ­νο πί­σω μέ­ρος τοῦ σταθ­μοῦ. Εἶ­μαι σί­γου­ρος πὼς ἄ­κου­σα τὸ «κλὶκ» τῆς χρο­νο­μη­χα­νῆς. Κα­ρὲ μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς ἀρ­χί­ζουν νὰ ξε­τυ­λί­γον­ται στὸ πα­νὶ τῆς μνή­μης, ρά­θυ­μα κι ἐ­πι­λε­κτι­κά. Κα­τα­νι­κῶ τὴν πρό­κλη­ση καὶ ἐ­πα­νέρ­χο­μαι. Σὲ μιὰ τυ­χαί­α συ­νάν­τη­ση μα­κριὰ ἀ­πὸ ἐ­δῶ, ἔ­μα­θα πὼς πά­ει και­ρὸς ποὺ οἱ φοί­νι­κες ἔ­χουν ξε­ρα­θεῖ. Ἀ­λή­θεια… πό­σο θὰ ἤ­θε­λα νὰ μυ­ρί­σω τὰ ἄν­θη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες τὶς δί­φο­ρες λε­μο­νιές…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ε. Κρό­κος (Ἀ­θή­να, 1973) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ διδάσκει στὸ Μου­σι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Ἀ­θή­νας. Ἔκανε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴ Μα­θη­μα­τι­κὴ Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ στὶς Ἐ­πι­στῆ­μες τῆς Ἀ­γω­γῆς, ἐ­νῶ βρί­σκον­ται σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη οἱ με­τα­πτυ­χια­κές του σπου­δὲς στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Οἱ πει­ρα­μα­τι­σμοὶ του ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­ται πρὸς τὸ πα­ρὸν στὸ δι­ή­γη­μα καὶ στὸ μι­κρὸ-δι­ή­γη­μα.


 

Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας: Πρώ­τη μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο



Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας


Πρώ­τη μέ­ρα στὸ σχο­λεῖ­ο


ΤΑΝ ΑΚΟΜΗ θεοσκότεινα ἔ­ξω. Ἡ μη­τέ­ρα εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἀ­ξη­μέ­ρω­τα καὶ ἔ­κα­νε ἑ­τοι­μα­σί­ες. Τὴν ἄ­κου­γε νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο στὴν κου­ζί­να καὶ τούμ­πα­λιν. Τὸ μι­κρό τους σπί­τι τρεῖς κά­μα­ρες ὅ­λο κι ὅ­λο, δύ­ο ὑ­πνο­δω­μά­τια καὶ ἡ κου­ζί­να. Οἱ πιὸ χα­ρού­με­νες ἀ­να­μνή­σεις του ἀ­πο­κτή­θη­καν σὲ αὐ­τὰ τὰ πε­νῆν­τα τε­τρα­γω­νι­κά.

       Ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα κα­θό­ταν ἀ­κί­νη­τος στὸ κρε­βά­τι νὰ ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται γνώ­ρι­μους ἤ­χους. Τὸ τρί­ξι­μο τῆς δί­φυλ­λης ντου­λά­πας ἀ­πὸ ὅ­που ἔ­βγα­ζε τὰ ροῦ­χα γιὰ νὰ τὰ βά­λει στὴ βα­λί­τσα, μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ ξε­χω­ρί­σει ἀ­πὸ αὐ­τὸ τῶν ντου­λα­πι­ῶν τῆς κου­ζί­νας. Ἄ­κου­γε τὸ νε­ρὸ ποὺ κό­χλα­ζε γιὰ νὰ τοὺς βρά­σει αὐ­γό. Τὸ συν­δύ­α­σε μὲ τὸ χτύ­πη­μα τῶν πιά­των στὸ τρα­πέ­ζι καὶ κα­τά­λα­βε πὼς τοὺς ἑ­τοί­μα­ζε πρω­ι­νό.

       Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ση­κω­θεῖ. Τὸ μού­δια­σμα ποὺ ἔ­νι­ω­θε ἦ­ταν ἕ­να μεῖγ­μα ἀ­γω­νί­ας, ἐ­λά­χι­στου φό­βου γιὰ τὸ ἄ­γνω­στο καὶ τῆς χα­ρᾶς γιὰ τὸ και­νού­ριο ποὺ ἔρ­χε­ται, γιὰ τὴν ἔκ­πλη­ξη, ποὺ δὲν εἶ­ναι πιὰ ἔκ­πλη­ξη για­τί στὴν ἔ­χουν μαρ­τυ­ρή­σει. Αὐ­τὰ ἦ­ταν ποὺ τὸν κρά­τη­σαν ξύ­πνιο ἀ­πό­ψε, δὲν τοῦ κόλ­λα­γε κα­θό­λου ὕ­πνος. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα ἔ­πλα­θε εἰ­κό­νες γιὰ τὸ νέ­ο σχο­λεῖ­ο. Ἦ­ταν σί­γου­ρα πρω­το­πο­ρια­κὸ ἀ­φοῦ συμ­με­τεῖ­χαν καὶ οἱ γο­νεῖς στὰ μα­θή­μα­τα. Γε­γο­νὸς ποὺ πα­ράλ­λη­λα μὲ τὴ χα­ρά, τοῦ αὔ­ξα­νε λι­γά­κι τὸ ἄγ­χος.

       Ἀ­πὸ τὸν δρό­μο ἀ­κού­στη­καν φω­νές, δι­ό­λου πε­ρί­ερ­γο πα­ρό­λο ποὺ δὲν εἶ­χε φέ­ξει ἀ­κό­μη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια κου­μάν­το στὴν πό­λη τους ἔ­κα­νε ὁ στρα­τός. Αὐ­τοὶ οἱ στριφ­νοί, νευ­ρι­κοὶ ἄν­τρες, μὲ τὶς κα­τά­μαυ­ρες στο­λὲς καὶ τὰ κόκ­κι­να πε­ρι­βρα­χι­ό­νια. Τοὺς εἶ­χε συ­νη­θί­σει, δὲν τὸν τρό­μα­ζαν πιά. Σί­γου­ρα θὰ ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρο τὸ και­νού­ριο σχο­λεῖ­ο, ἀ­φοῦ τὴν προ­η­γού­με­νη ἡ μα­μὰ καὶ ὁ μπαμ­πὰς τοῦ εἶ­χαν μι­λή­σει γι’ αὐ­τὸ μὲ τό­ση συγ­κί­νη­ση. Εἶ­χε μπεῖ γιὰ τὰ κα­λά τὸ Φθι­νό­πω­ρο κι ἀ­νυ­πο­μο­νοῦ­σε ν’ ἀρ­χί­σουν τὰ μα­θή­μα­τα. Ὅ­τι θὰ τοὺς με­τέ­φε­ραν μὲ κα­μι­ό­νια δὲν τὸ ἔ­βρι­σκε πε­ρί­ερ­γο. Τὸ μυα­λό του ἦ­ταν στοὺς συμ­μα­θη­τὲς ποὺ θὰ γνώ­ρι­ζε, στὰ νέ­α παι­χνί­δια καὶ τὰ τρα­γού­δια ποὺ θὰ μά­θαι­νε. Σί­γου­ρα θὰ ταί­ρια­ζε ἀ­πό­λυ­τα σ’ ἕ­να σχο­λεῖ­ο ποὺ ἀ­γα­ποῦν τὰ λου­λού­δια, τό­σο, ποὺ ἂν δὲν φο­ρᾶς ἕ­να ἡ­λι­ο­τρό­πιο στὸ πέ­το δὲν ἐ­πι­τρέ­πε­ται νὰ εἰ­σέλ­θεις.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πα­σχά­λης Κα­τσί­κας (Reutlingen  τῆς  Γερ­μα­νί­ας, 1971). Ἀ­πὸ τὸ 1977 ζεῖ στὴν Κο­μο­τη­νή. Εἶ­ναι πτυ­χι­οῦ­χος τοῦ Τμή­μα­τος Βι­βλι­ο­θη­κο­νο­μί­ας καὶ Συ­στη­μά­των Πλη­ρο­φό­ρη­σης τοῦ ΑΤΕΙ Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς βι­βλι­ο­θη­κο­νό­μος στὴν Δη­μο­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη Κο­μο­τη­νὴς (1996-98) καὶ ἀ­πὸ τὸ 1998 στὴν Βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ Τμή­μα­τος Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Ταυ­τό­χρο­να σπου­δά­ζει Δι­οί­κη­ση Ἐ­πι­χει­ρή­σε­ων στὸ Τμῆ­μα Οἰ­κο­νο­μι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν τοῦ Δ.Π.Θ. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Τε­ταρ­τη­μό­ρια (ποί­η­ση 2019). Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πολ­λὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου: Μ’ εὐλάβεια καὶ μὲ λύπη



Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου


Μ’ εὐλάβεια καὶ μὲ λύπη

 

ΟΙΤΟΥΣΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ἕ­να γύ­ρω ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε τὴν πομ­πὴ τῶν αὐ­το­κι­νή­των στὸν δρό­μο. Εἶ­χαν κλεί­σει τὰ μα­γα­ζιὰ ἀ­πὸ νω­ρὶς κι ὅ­λοι ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σαν τὸν στρα­τι­ώ­τη ποὺ σκο­τώ­θη­κε στὸ Ἀφ­γα­νι­στὰν καὶ τὸν ἔ­φε­ραν στὸ χω­ριὸ ἀ­πὸ τὸ Σέ­φιλντ, ὅ­που εἶ­χε γί­νει στὸν κα­θε­δρι­κὸ να­ὸ ἡ νε­κρώ­σι­μη ἀ­κο­λου­θί­α.

       — Ἦ­ταν ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀν­θρα­κω­ρύ­χων. Δι­ά­λε­ξε αὐ­τὸ τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα κι ὅ­ταν βρέ­θη­κε στὸν στρα­τό, δὲν ἤ­ξε­ρε κἄν ποῦ βρι­σκό­ταν αὐ­τὴ ἡ χώ­ρα, μοῦ ‘­λεγε ὁ Νέ­στο­ρας ποὺ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ παι­δί. Ἐρ­χό­ταν ποῦ καὶ ποῦ στὸ μα­γα­ζί μου κι ἀ­γό­ρα­ζε φρέ­σκο ψά­ρι.

       Στα­μά­τη­σε γιὰ λί­γο ἡ πομ­πὴ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ νε­κροῦ, εἶ­πε δυ­ὸ λό­για ἕ­νας κύ­ριος. Ἄρ­χι­σε νὰ ψι­χα­λί­ζει, πῆ­ραν τὸν δρό­μο γιὰ τὸ κοι­μη­τή­ριο. Ἦ­ταν κά­τι πι­τσι­ρί­κια, πῆ­γαν κον­τὰ στὴ νε­κρο­φό­ρα καὶ κοι­τοῦ­σαν τὸ φέ­ρε­τρο κα­λυμ­μέ­νο μὲ τὴ ση­μαί­α. Κι ἄλ­λες ση­μαῖ­ες ἀ­νέ­μι­ζαν στὰ σπί­τια τρι­γύ­ρω. Τὸ χω­ριὸ εἶ­χε πιὰ τὸν ἥ­ρω­ά του, ὅ­πως συμ­βαί­νει σὲ κά­θε χώ­ρα σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις. Τὸ πέν­θος τῶν ξέ­νων μᾶς φαί­νε­ται ἀλ­λι­ώ­τι­κο. Σὲ ἄλ­λη χώ­ρα ξέ­νοι κι ἐ­μεῖς, δὲν μπο­ρού­σα­με νὰ κα­τα­λά­βου­με τί σή­μαι­νε γιὰ ἕ­να χω­ριό, χα­μέ­νο κι ἀ­π’ τοὺς χάρ­τες τῆς Ἀγ­γλί­ας, ὁ ἀ­πο­τρό­παι­ος θά­να­τος ἑ­νὸς νέ­ου στὰ βά­θη τῆς Ἀ­σί­ας. Μα­κριὰ ἀ­π’ τὶς μπυ­ρα­ρί­ες, τὶς πὰμπ καὶ τὴν ὁ­μί­χλη ποὺ σκέ­πα­ζε τοὺς λό­φους, τὰ δέν­τρα καὶ τὴ λί­μνη γύ­ρω. Νύ­χτω­νε.

       — Κρί­μα στὴ μά­να του, ἔ­κα­νε ὁ Νέ­στο­ρας. Πέ­ρα­σε πρὶν δυ­ὸ μέ­ρες ἀ­π’ τὸ μα­γα­ζί. Μό­λις ποὺ ἔ­βγαι­νε ἡ φω­νή της κι ἡ θλί­ψη στὸ πρό­σω­πό της, ἐ­νό­σω πε­ρί­με­νε νὰ ἑ­τοι­μά­σω τὴν πα­ραγ­γε­λί­α, φα­νέ­ρω­νε ἄν­θρω­πο χω­ρὶς πιὰ προ­ο­ρι­σμό. Ἔ­νι­ω­σα μιὰ λύ­πη νὰ μὲ δέρ­νει.


Φύ­γα­με γιὰ τὸ σπί­τι τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου. Θυ­μή­θη­κα τὰ μπλό­κα ἐ­πὶ Θά­τσερ, τὶς κι­νη­το­ποι­ή­σεις τῶν ἀν­θρα­κω­ρύ­χων μὲ τὰ λά­βα­ρα καὶ τὴν ἀ­περ­γί­α τους ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὴ σπά­σουν. Πρὶν χρό­νια ἐρ­χό­μα­σταν ἀ­πὸ τὸ Λον­δί­νο, με­τὰ τὸ Λέ­στερ, κον­τὰ με­σά­νυ­χτα καὶ τὰ μπου­λού­κια τῶν ἀ­στυ­νο­μι­κῶν στα­μα­τοῦ­σαν τ’ αὐ­το­κί­νη­τα γιὰ ἔ­ρευ­να, ὅ­πως πα­λι­ό­τε­ρα στὴν Κύ­προ. Καὶ τὴν ἄλ­λη μέ­ρα, ἡ με­γά­λη δι­α­δή­λω­ση τῶν ἀν­θρα­κω­ρύ­χων μὲ τὰ λά­βα­ρα κι ὁ κό­σμος ποὺ τοὺς ἔ­δι­νε ὅ,τι μπο­ροῦ­σε γιὰ ν’ ἀν­τέ­ξουν. Κι ὁ Κύ­πριος ποὺ κά­θε μέ­ρα τοὺς ἔ­δι­νε τρό­φι­μα. Ὥ­σπου μὲ τὸν και­ρὸ τοὺς λύ­γι­σαν καὶ σή­με­ρα ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὰ ἀν­θρα­κω­ρυ­χεῖ­α, λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Σέ­φιλντ, δε­σπό­ζει τὸ ἐμ­πο­ρι­κὸ κέν­τρο «Μέ­το­χο», κι ὁ Τζέ­ημς ἔ­γι­νε ὁ ἥ­ρω­ας τοῦ χω­ριοῦ.


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα πή­γα­με στὸ Μπέρ­μιγ­χαμ νὰ δοῦ­με ἕ­ναν συγ­γε­νῆ. Μᾶς ἔ­κα­ναν τὸ τρα­πέ­ζι, εἶ­χε μουσακά, κου­πέ­πια κι ἄλ­λες λι­χου­δι­ὲς κυ­πρια­κές.Ὕ­στε­ρα κα­θί­σα­με στὸ σα­λό­νι νὰ δοῦ­με τὶς εἰ­δή­σεις στὴν Κύ­προ ἀ­πὸ τὴ δο­ρυ­φο­ρι­κή.

       Ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ξα­δέρ­φου ἦ­ταν ἀ­πό ‘­να χω­ριὸ τῆς Καρ­πα­σί­ας καὶ κρα­τοῦ­σε ὅ­λες τὶς πα­ρα­δό­σεις. Στὸν τοῖ­χο ἀ­πέ­ναν­τί μας εἶ­χε ἕ­να με­γά­λο κά­δρο μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες τοῦ Μα­κά­ριου καὶ τοῦ Αὐ­ξεν­τί­ου. Πιὸ κά­τω, σὲ κέν­τη­μα, ἡ Κύ­προς ποὺ τὴν πλαι­σί­ω­ναν κλα­διὰ ἐ­λιᾶς κι ἕ­να πε­ρι­στέ­ρι. Ἡ Ἰ­σμή­νη μᾶς ἔ­φε­ρε γλυ­κὰ κου­τα­λιοῦ, κα­ρυ­δά­κι κι ἀ­μύ­γδα­λο, κι ὅ­λο ρω­τοῦ­σε γιὰ τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ τοὺς φί­λους στὸ νη­σί, τί κά­νουν, ἂν με­γά­λω­σαν τὰ παι­διά. Σχε­δὸν τριά­ντα πέν­τε χρό­νια δὲν κα­τέ­βη­καν νὰ δοῦν τὸν τό­πο τους καὶ μά­θαι­ναν τὰ νέ­α ἀ­πὸ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πα­ροι­κί­ας καὶ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση.

       Ἄρ­χι­σε τὸ δελ­τί­ο μὲ πρώ­τη εἴ­δη­ση τὶς συ­νο­μι­λί­ες, κά­τι γιὰ πρό­ο­δο καὶ τὶς δη­λώ­σεις τοῦ ἐκ­προ­σώ­που τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Ἐ­θνῶν. Τὰ νέ­α ποὺ μὲ σό­κα­ραν ἦ­ταν γιὰ τὶς κη­δεῖ­ες ἀ­γνο­ου­μέ­νων. Εἶ­χαν βρεῖ τὰ ὀ­στά τους σὲ ὁ­μα­δι­κὸ τά­φο, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια. Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­δει­χνε στὴν ὀ­θό­νη ἦ­ταν κά­τι σχε­δὸν ἄ­πρε­πο: Ἕ­νας κομ­μα­τάρ­χης στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἐκ­φω­νοῦ­σε τὸν ἐ­πι­κή­δει­ο σὰν νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ τὴν ὥ­ρα τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος. Μι­λοῦ­σε μ’ ἕ­να ὕ­φος στομ­φῶ­δες χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ρη­το­ρι­κὰ σχή­μα­τα μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς.

       Ἡ μη­τέ­ρα τοῦ νε­κροῦ, ὑ­πο­βα­στα­ζό­με­νη, μέ­σα σὲ λυγ­μούς, στε­κό­ταν πλά­ι στὸ φέ­ρε­τρο, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν δὲν ἦ­ταν ἕ­να μέ­τρο. Ἡ κραυ­γή της, «γι­έ μου!», δι­έ­κο­πτε κεί­νη τὴ βέ­βη­λη φω­νή. Τὸ μι­κρό, σχε­δὸν παι­δι­κό, φέ­ρε­τρο κα­λυμ­μέ­νο μὲ τὴν κυ­πρια­κὴ καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαί­α, οἱ φαν­τά­ροι μὲ τὰ ὅ­πλα ὑ­πὸ μά­λης. Τὸ πρό­σω­πο τῆς ὑ­πέρ­γη­ρης μά­νας τοῦ νε­κροῦ μὲ τὴ θλί­ψη στὸ πρό­σω­πο, τό­σα χρό­νια μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ δεῖ τὸ παι­δί της, κα­θὼς τῆς ἔ­λε­γαν ὅ­λοι αὐ­τοί. Κι ἡ κό­ρη του, γύ­ρω στὰ τριά­ντα πέν­τε, εἶ­πε μό­νο δυ­ὸ λό­για στὸ τέ­λος, «δὲν σὲ γνώ­ρι­σα, ἀλ­λὰ τώ­ρα ξέ­ρω πῶς ἔ­γι­νε και για­τί ἔ­γι­νε αὐ­τὸ τὸ κα­κό».

       Κά­τι πῆ­γε νὰ πεῖ ὁ ξά­δερ­φος, τὸν ἔ­κο­ψε ἡ Ἰ­σμή­νη ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πράγ­μα­τα αὐ­τά.

       —Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ μὲ τὸν γιὸ τῆς συν­νυ­φά­δας ἀ­πὸ τὴν Κε­ρύ­νεια, ἔ­λε­γε, ἦ­ταν σάμ­πως σὲ προ­ε­κλο­γι­κὴ μά­ζω­ξη καὶ δὲν σε­βά­στη­καν τὴ γυ­ναί­κα του. Χρό­νια τὴν ἔ­παιρ­ναν στὶς συγ­κεν­τρώ­σεις ὥ­σπου δὲν ἄν­τε­ξε ἄλ­λο καὶ πῆ­γε μό­νη της νὰ σκά­ψει τὸν τά­φο καὶ νὰ τὸν ξε­θά­ψει.


Θυ­μή­θη­κα στὴ Λευ­κω­σί­α, λί­γο προ­τοῦ φύ­γω γιὰ τὴν Ἀγ­γλία.Ἦ­ταν Κυ­ρια­κὴ πρω­ὶ καὶ στὴν ἔ­ρη­μη λε­ω­φό­ρο κα­τέ­βαι­νε ἕ­να τζὶπ τοῦ στρα­τοῦ. Με­τέ­φε­ρε φέ­ρε­τρο ἀ­γνο­ου­μέ­νου μὲ δυ­ὸ φαν­τά­ρους ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν στὰ κα­θί­σμα­τα. Ἦ­ταν μιὰ εἰ­κό­να σὰν σὲ ται­νί­α. Κι οἱ νέ­οι, ποὺ συ­νό­δευ­αν τὴ σο­ρὸ στὸ τό­σο δὰ μι­κρὸ φέ­ρε­τρο, μὲ στο­λὴ ἀ­τσα­λά­κω­τη καὶ τὸ φου­λά­ρι στὸν λαι­μό, δὲν εἶ­χαν γεν­νη­θεῖ ὅ­ταν δο­λο­φο­νή­θη­κε ὁ ἀ­γνο­ού­με­νος, ποὺ εἶ­χε πε­ρά­σει πιὰ στὸν κα­τά­λο­γο τῶν νε­κρῶν μὲ τὴ μέ­θο­δο DΝΑ.

       Εἶ­ναι μῆ­νες τώ­ρα ποὺ στὶς ἐ­φη­με­ρί­δες ἀ­ναγ­γέλ­λε­ται ἡ κη­δεί­α τους μὲ μιὰ ξε­θω­ρι­α­σμέ­νη φω­το­γρα­φί­α, τρι­αν­τα­πέν­τε χρό­νια με­τά, σὰν νὰ συ­νέ­βη­σαν μό­λις χτὲς ὅ­λα αὐ­τά. Τί λαμ­πρό­τη­τα στὴν κη­δεί­α τοῦ Ἀγ­γλου στρα­τι­ώ­τη, ἡ αὐ­το­κι­νη­το­πομ­πή, οἱ ἐ­πί­ση­μοι κι ὁ κό­σμος ποὺ ἀ­πο­χαι­ρε­τοῦ­σε τὸν Τζέ­ημς σὰν νὰ μὴν εἶ­χε σκο­τω­θεῖ σὲ ξέ­νη χώ­ρα. Κι ἡ ἐ­ρη­μιὰ στὴν ὁ­δὸ Δη­μο­σθέ­νη Σε­βέ­ρη, ὅ­πως κα­τη­φό­ρι­ζε τὸ τζὶπ πρὸς τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης, σὰν πε­ρι­φο­ρὰ Ἐ­πι­τα­φί­ου χω­ρὶς ἄν­θη, σοῦ ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση τρα­γι­κῆς πα­ρά­στα­σης χω­ρὶς τοὺς θε­α­τές, μὲ τὸν ἥ­λιο νὰ φω­τί­ζει ἀ­νε­λέ­η­τα αὐ­τὸ τὸ σκη­νι­κό.


Μ’ ἔ­βγα­λε ἀ­π’ ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς σκέ­ψεις ὁ Νέ­στο­ρας.

       — Ὥ­ρα νὰ πη­γαί­νου­με, εἶ­πε, προ­τοῦ νυ­χτώ­σει, ἔ­χου­με δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο.

       Ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σα­με τοὺς συγ­γε­νεῖς καὶ φύ­γα­με κά­πως στε­νο­χω­ρη­μέ­νοι μὲ ὅ­σα εἴ­χα­με δεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Στὴ σκέ­ψη μου ἔ­μει­ναν τὰ πρό­σω­πα τῶν δύ­ο μα­νά­δων, κα­μιὰ δι­α­φο­ρὰ στὴ θλί­ψη καὶ στὸν πό­νο κι ἄς εἶ­χαν χί­λι­ες δυ­ὸ δι­α­φο­ρὲς ὁ Εὐ­έλ­θων καὶ ὁ Τζέ­ημς. Ὁ πρῶ­τος δο­λο­φο­νή­θη­κε ἐν ψυ­χρῷ στὴ χώ­ρα του ἀ­πὸ ξέ­νους εἰ­σβο­λεῖς πρὶν τό­σα χρό­νια κι ὁ δεύ­τε­ρος πρὶν λί­γες μέ­ρες σὲ μιὰ ξέ­νη χώ­ρα.

       Στὸ αὐ­το­κί­νη­το ὁ φί­λος μοῦ ἔ­λε­γε πὼς ὁ Τζέ­ημς ἔ­παι­ζε μπά­λα ἔ­φη­βος στὴν το­πι­κὴ ὁ­μά­δα, «ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο σέν­τερ φὸρ καὶ τὸν εἶ­χε βά­λει στὸ μά­τι ἡ Σέ­φιλντ Γι­ου­νά­ι­τεντ. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὅ­ταν πῆ­γε στὸν στρα­τό, ἐρ­χό­ταν ποῦ καὶ ποῦ, κι ἅ­μα ἔ­παι­ζε μὲ τὴν ὁ­μά­δα τοῦ χω­ριοῦ κα­μιὰ Κυ­ρια­κή, ξε­σή­κω­νε τοὺς φι­λά­θλους μὲ τὶς ντρί­πλες του καὶ τὰ τέρ­μα­τα ποὺ ἔ­βα­ζε. Ὕ­στε­ρα τὸν ἔ­στει­λαν στὸ Ἀφ­γα­νι­στὰν καὶ σπά­νια μα­θαί­να­με νέ­α του».


Στὴν πτή­ση Χί­θρο­ου-Λάρ­να­κα δι­ά­βα­ζα ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κὸ μὲ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν ἐμ­φύ­λιο πό­λε­μο τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Ἀ­κό­μη καὶ σή­με­ρα ψά­χνουν γιὰ ἀ­γνο­ού­με­νους κι ἄς ἔ­χουν κα­τα­γρα­φεῖ μέ­χρι σή­με­ρα ἑ­κα­τὸν τριά­ντα χι­λιά­δες ἀν­θρώ­πι­νοι σκε­λε­τοὶ σὲ ὁ­μα­δι­κοὺς τά­φους. Δυ­ὸ ἀ­δερ­φές, παι­δά­κια τὸ 1936, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἑ­ξήν­τα πέν­τε χρό­νια ἐ­να­πό­θε­σαν στὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιο τὰ ὀ­στὰ δι­κῶν τους ἀν­θρώ­πων ποὺ βρέ­θη­καν σ’ ἕ­να πη­γά­δι.

       Ἦρ­θε ἡ ἀ­ε­ρο­συ­νο­δὸς καὶ μοῦ ‘­φε­ρε τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα ποὺ ζή­τη­σα. Φυλ­λο­με­τρών­τας βρῆ­κα τὴν εἴ­δη­ση γιὰ τὴν κη­δεί­α τῶν ἀ­γνο­ου­μέ­νων μὲ δύ­ο φω­το­γρα­φί­ες. Νέ­οι μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς, φαί­νον­ταν ἀ­π’ τὸ ντύ­σι­μο καὶ τὸ χτέ­νι­σμα. Ὁ ἕ­νας εἶ­χε ἄλ­λα ὀ­χτὼ ἀ­δέρ­φια κι ἦ­ταν ἔ­φε­δρος. Τὸν σκό­τω­σαν λί­γο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν Κε­ρύ­νεια, τὴ δεύ­τε­ρη μέ­ρα τῆς εἰ­σβο­λῆς. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὸ κρα­νί­ο ἦ­ταν πιὰ βέ­βαι­ο, πέ­ραν πά­σης ἀμ­φι­βο­λί­ας, ὅ­τι εἶ­χε συλ­λη­φθεῖ αἰχ­μά­λω­τος. Στὴ φω­το­γρα­φί­α ἔ­γερ­νε κά­πως τὸ κε­φά­λι ἀ­ρι­στε­ρά, ὅ­πως συ­νή­θι­ζαν νὰ βγά­ζουν τό­τε τὶς φω­το­γρα­φί­ες. Ἦ­ταν μό­λις εἴ­κο­σι τρι­ῶν χρο­νῶν κι εἶ­χε παν­τρευ­τεῖ δύ­ο χρό­νια με­τὰ ποὺ ἀ­πο­λύ­θη­κε ἀ­πὸ τὸν στρα­τό. Ἦ­ταν καὶ μιὰ ἄλ­λη εἴ­δη­ση στὴν τε­λευ­ταί­α σε­λί­δα γιὰ τὴν ἐ­πέ­τει­ο τοῦ βομ­βαρ­δι­σμοῦ τῆς Δρέσ­δης ἀ­πὸ τοὺς Συμ­μά­χους καὶ στὸ τέ­λος ἔ­γρα­φε πὼς στὴν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τῆς πό­λης ἔ­βρι­σκαν σκε­λε­τοὺς καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια.


       Τὸ ἀ­ε­ρο­σκά­φος ἄρ­χι­σε νὰ κα­τε­βαί­νει. Ἀ­πὸ τὸ φι­νι­στρί­νι φαι­νό­ταν ἡ θά­λασ­σα τῆς Μόρ­φου κι ἡ ὁ­ρο­σει­ρὰ τοῦ Πεν­τα­δά­χτυ­λου. Τὸ νη­σὶ ἀ­νά­γλυ­φο, χω­ρὶς συρ­μα­το­πλέγ­μα­τα, φαι­νό­ταν σὰν παι­γνί­δι. Ἀ­κού­στη­κε ἡ φω­νὴ τῆς ἀ­ε­ρο­συ­νο­δοῦ νὰ προσ­δε­θοῦ­με. Ὅ­πως κα­τε­βαί­να­με, στὸ βά­θος ἔ­βλε­πες μι­κρο­σκο­πι­κὲς τὶς νέ­ες οἰ­κο­δο­μὲς ν’ ἁ­πλώ­νον­ται παν­τοῦ.


Θυ­μή­θη­κα τὸν στί­χο τοῦ Μπόρ­χες: Ἕ­να πράγ­μα μό­νο δὲν ὑ­πάρ­χει, εἶ­ναι ἡ λή­θη. Κι ὕ­στε­ρα τὸν Τζέ­ημς. Τὸ μό­νο σί­γου­ρο εἶ­ναι ὅ­τι δὲν θὰ ξα­να­παί­ξει μπά­λα.



Πη­γή: Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).

Λεύ­κιος Ζα­φει­ρί­ου (Λάρ­να­κα, 1948). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Πρώ­τη του ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ποι­ή­μα­τα (1975, 1977). Ἄλλα ἔργα του: Ἡ νε­ό­τε­ρη Κυ­πρια­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α: γραμ­μα­το­λο­γι­κὸ σχε­δί­α­σμα (με­λέ­τη, 1991), Ὁ βί­ος καὶ τὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀν­δρέ­α Κάλ­βου (Με­ταίχ­μιο, 2006). Ποι­ή­μα­τα, κεί­με­να καὶ με­λέ­τες γιὰ τὴ λο­γο­τε­χνί­α δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ πολ­λὰ πε­ρι­ο­δι­κά, συλ­λο­γι­κὲς ἐκ­δό­σεις, πρα­κτι­κὰ συ­νε­δρί­ων. Με­τεῖ­χε στὴν ἔκ­δο­ση τῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Ση­μεῖ­ο (Λευ­κω­σί­α 1992-1999), Ἀ­κτή καὶ Ὕ­λαν­τρον. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο Μ’ εὐ­λά­βεια καὶ μὲ λύ­πη (Γα­βρι­η­λί­δης, 2013).



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Ἡ πληγωμένη πάπια



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Ἡ πλη­γω­μέ­νη πά­πια


ΑΘΕ ΧΡΟΝΟ τὸ Τα­χυ­δρο­μι­κὸ Τα­μι­ευ­τή­ριο προ­κή­ρυσ­σε δι­α­γω­νι­σμὸ γιὰ τὴν κα­λύ­τε­ρη ἔκ­θε­ση μὲ θέ­μα τὴν ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση καὶ ἔ­δι­νε δῶ­ρο στὸν νι­κη­τὴ ἕ­ναν με­ταλ­λι­κὸ κουμ­πα­ρά. Ὁ μα­θη­τὴς δε­χό­ταν τὰ συγ­χα­ρη­τή­ρια τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ ἐ­νώ­πιον τῶν συμ­μα­θη­τῶν με­τὰ τὴν πρω­ι­νὴ προ­σευ­χὴ καὶ πα­ρα­λάμ­βα­νε τὸ ἔ­πα­θλο. Ἡ φτώ­χεια με­γά­λη, δυ­σκο­λεύ­ον­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι, ἀλ­λὰ ὑ­πο­σχέ­σεις τῆς Χούν­τας γιὰ οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἀ­νά­πτυ­ξη καὶ πα­ροι­μί­ες ὅ­πως «φα­σού­λι τὸ φα­σού­λι γε­μί­ζει τὸ σα­κού­λι», «μά­ζευ­ε κι ἂς εἶ­ν’ καὶ ρῶ­γες», ποὺ ἦ­ταν εὐ­ρύ­τα­τα δι­α­δε­δο­μέ­νες, ἔ­τρε­φαν τὶς ἀ­δη­φά­γες τρά­πε­ζες μὲ τὸ ὑ­στέ­ρη­μα τῶν τα­πει­νῶν. Μὲ ἀ­πί­στευ­τες στε­ρή­σεις ὁ πα­τέ­ρας μου ἀ­πο­τα­μί­ευ­ε τὸ ἐ­λά­χι­στο γιὰ νὰ φτιά­ξει ἕ­να μα­γα­ζὶ στὸ χω­ριό, τὸ ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀ­πο­λαύ­σει για­τὶ τὸν πρό­λα­βε ἡ ἀρ­ρώ­στια.

       Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ «τυ­χε­ρὰ» παι­διὰ ἤ­μουν κι ἐ­γώ. Πα­ρα­μο­νὴ τῆς ἔκ­θε­σης εἶ­χα πα­πα­γα­λί­σει δυ­ὸ-τρί­α σχε­τι­κὰ θέ­μα­τα ἀ­πὸ ἐκ­θε­σι­ο­λό­για, τὰ συν­δύ­α­σα, ἔ­βα­λα καὶ δι­κά μου καὶ νί­κη­σα. Ἔ­τσι βρέ­θη­κα στὸ δρό­μο τῆς ἀ­πο­τα­μί­ευ­σης. Ὁ με­ταλ­λι­κὸς κουμ­πα­ρὰς δὲν μὲ ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε. Γιὰ νὰ τὸν ἀ­νοί­ξεις ἔ­πρε­πε νὰ πᾶς στὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο. Ἐ­ξάλ­λου,  δὲν μά­ζευ­α τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τὰ κα­τα­θέ­σω. Σκε­φτό­μουν νὰ ἀ­γο­ρά­σω παι­χνί­δια ἢ δερ­μά­τι­νη μπά­λα. Μοῦ χά­ρι­σε λοι­πὸν ὁ πα­τέ­ρας μιὰ πλα­στι­κὴ πά­πια, ἡ ὁ­ποί­α στὴ μέ­ση ἀ­κρι­βῶς τοῦ κορ­μοῦ της εἶ­χε μιὰ σχι­σμὴ —κά­πως με­γά­λη, γιὰ νὰ χω­ρᾶ τὰ εἰ­κο­σά­ρι­κα— καὶ ἐ­κεῖ ἔ­ρι­χνα ὅ­σα τά­λι­ρα ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σα ἀ­πὸ τοὺς παπ­ποῦ­δες καὶ τὰ ἔ­σο­δα ἀ­πὸ τὰ κά­λαν­τα. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ πά­πια βά­ρυ­νε, πράγ­μα ποὺ σή­μαι­νε ὅ­τι κυ­ο­φο­ροῦ­σε μέ­σα της ἄ­φθο­νο ὑ­λι­κὸ παι­δι­κῶν ὀ­νεί­ρων.

       Ἐν τῷ με­τα­ξύ τὰ σχέ­διά μου εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει. Μὲ κέρ­δι­σε ἕ­να ρομ­πότ. Κου­νοῦ­σε χέ­ρια καὶ πό­δια, ἀ­να­βό­σβη­ναν ρυθ­μι­κὰ πο­λύ­χρω­μα λαμ­πά­κια καὶ ἔ­βγα­ζε μιὰ βα­θιὰ με­ταλ­λι­κὴ φω­νή, σὰν ἀ­πὸ τὸ ὑ­περ­πέ­ραν. Ἔ­χα­σα τὸ μυα­λό μου. Ξέ­χα­σα τὴ μπά­λα καὶ μιὰ μπουλ­ντό­ζα μὲ ἀ­να­τρε­πό­με­νο κου­βὰ ποὺ εἶ­χα βά­λει στὸ μά­τι. Κα­θό­μουν μπρο­στὰ στὴ βι­τρί­να καὶ τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­μουν. Κά­πως ἔ­τσι πρέ­πει νὰ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν κι ὁ πα­τέ­ρας τὸ μα­γα­ζὶ στὸ χω­ριό, ὅ­ταν τὸν ἔ­βρι­σκα βυ­θι­σμέ­νο στὶς σκέ­ψεις ἀλ­λὰ μὲ πρό­σω­πο χα­ρού­με­νο.

       Ση­κω­θή­κα­με νω­ρὶς ἕ­να πρω­ί, νὰ πᾶ­με μὲ τὴ μη­τέ­ρα στὸ πα­νη­γύ­ρι μιᾶς γει­το­νι­κῆς κοι­νό­τη­τας ποὺ γι­όρ­τα­ζε τὴν Πα­να­γί­α. Ὑ­πῆρ­χε καὶ μιὰ θαυ­μα­τουρ­γὴ ἀ­χει­ρο­ποί­η­τος εἰ­κό­να. Τὸ ΚΤΕΛ δρο­μο­λό­γη­σε ἐ­πι­πλέ­ον λε­ω­φο­ρεῖ­α γιὰ νὰ με­τα­φέ­ρουν τὸν κό­σμο. Στὸ πα­νη­γύ­ρι πλή­θη εἶ­χαν συρ­ρεύ­σει. Οἱ πα­ράγ­κες μὲ εἴ­δη προι­κός, χαλ­βά­δες καὶ παι­δι­κὰ παι­χνί­δια δε­ξιὰ καὶ ἀ­ρι­στε­ρὰ στὸ δρό­μο γιὰ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ οἱ φω­νὲς τῶν πω­λη­τῶν ἔ­κα­ναν ἀ­κό­μα πιὸ ἑ­ορ­τα­στι­κὴ τὴν ἀ­τμό­σφαι­ρα. Πί­ε­ση στὴν πί­ε­ση κα­τά­φε­ρα τὴ μη­τέ­ρα νὰ μοῦ πά­ρει ἕ­να μαῦ­ρο πλα­στι­κὸ φι­δά­κι τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­τοῦ­σα στὴν ἀ­δερ­φή μου γιὰ νὰ τὴν τρο­μά­ζω.

       Ἐ­πι­στρέ­φον­τας τὸ με­ση­μέ­ρι ὅ­λη ἡ χα­ρὰ τῆς γι­ορ­τῆς πνί­γη­κε στὰ θλιμ­μέ­να μά­τια τῆς μη­τέ­ρας καὶ στὸ κλά­μα τῆς ἀ­δερ­φῆς. Στὸ σπί­τι μπῆ­καν κλέ­φτες. Πέ­ρα ἀ­πὸ τὴν ἀ­να­κα­τω­σού­ρα δὲν πῆ­ραν καὶ πολ­λὰ πράγ­μα­τα. Δὲν εἴ­χα­με. Ἕ­να πα­λιὸ γερ­μα­νι­κὸ ρα­δι­ό­φω­νο Filipps γιὰ μα­κρὰ καὶ με­σαῖ­α, με­ρι­κὰ χει­ρο­ποί­η­τα κεν­τή­μα­τα τῆς μη­τέ­ρας καὶ ἕ­να σὲτ ἀ­νο­ξεί­δω­τα μα­χαι­ρο­πί­ρου­να, δῶ­ρο γά­μου, ποὺ κρα­τού­σα­με γιὰ κα­μιὰ ἐ­πί­ση­μη ἡ­μέ­ρα, ἂν τρα­πε­ζώ­να­με δη­λα­δὴ κα­νέ­να ση­μαν­τι­κὸ πρό­σω­πο, κά­τι ποὺ δὲν ἔ­γι­νε πο­τὲ τό­σα χρό­νια καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἔ­πι­α­ναν ἁ­πλῶς χῶ­ρο στὸ συρ­τά­ρι. Ξαφ­νι­κὰ μαῦ­ρα φί­δια μὲ ἔ­ζω­σαν, ὅ­ταν δι­α­πί­στω­σα πὼς ἡ πά­πια μὲ τὶς οἰ­κο­νο­μί­ες μου εἶ­χε πα­ρα­βια­στεῖ, τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νό της εἶ­χε κά­νει φτε­ρὰ καὶ μα­ζί του ἡ μπά­λα, ἡ μπουλ­ντό­ζα καὶ τὸ ρομ­πότ. Ἡ πά­πια κεί­τον­ταν μπρο­στά μου σκι­σμέ­νη καὶ τσα­λα­κω­μέ­νη. Βούρ­κω­σα τό­τε, ἔ­πε­σα στὸ κρε­βά­τι σὰν ἄ­δει­ο σα­κὶ καὶ ἔ­μει­να νὰ κοι­τῶ τὸ τα­βά­νι.

       Ἡ μη­τέ­ρα δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει. Πῶς νὰ τὸ πεῖ στὸν πα­τέ­ρα γιὰ νὰ μὴν τὸν στε­νο­χω­ρή­σει; Καὶ πῶς νὰ πα­ρη­γο­ρή­σει ἐ­μᾶς ποὺ τὰ εἴ­χα­με χα­μέ­να; Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­κού­στη­κε τὸ τρί­ξι­μο τῆς σι­δε­ρέ­νιας ἐ­ξώ­πορ­τας, ση­μά­δι ὅ­τι ὁ πα­τέ­ρας ἐ­πέ­στρε­ψε. Βγῆ­κε ἡ μη­τέ­ρα νὰ τὸν προ­ϋ­παν­τή­σει καὶ ἀ­πὸ πί­σω της ἐ­μεῖς, μα­ζε­μέ­να σὰν νὰ μᾶς εἶ­χαν δεί­ρει. Σύν­το­μα ἡ μη­τέ­ρα τοῦ ἐ­ξή­γη­σε τὴν κα­τά­στα­ση καὶ ὤ τοῦ θαύ­μα­τος, ὁ πα­τέ­ρας πα­ρέ­μει­νε ψύ­χραι­μος. Τὴν χτύ­πη­σε ἁ­πα­λὰ στὴν πλά­τη καὶ μπή­κα­με μέ­σα. Συ­ζή­τη­σαν λί­γο πα­ρά­με­ρα κι ἔ­πει­τα χά­ι­δε­ψε ἐ­μᾶς στὸ κε­φά­λι καὶ κα­θί­σα­με νὰ φᾶ­με τὸν χαλ­βὰ Φαρ­σά­λων ποὺ εἴ­χα­με φέ­ρει ἀ­π’ τὸ πα­νη­γύ­ρι.

       Ἕ­ναν μή­να με­τά, τὸν κλέ­φτη τὸν ἔπια­σαν. Ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα παι­διὰ τῆς γει­το­νιᾶς. Εἶ­χε μπεῖ καὶ σὲ ἄλ­λα σπί­τια. Τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, τὰ κεν­τή­μα­τα καὶ τὰ μα­χαι­ρο­πί­ρου­να ἐ­πέ­στρε­ψαν στὴ θέ­ση τους. Μό­νο τα χρή­μα­τα δὲν ἐ­πε­στρά­φη­σαν πο­τέ. Τὸ γει­το­νό­που­λο τὰ εἶ­χε ξο­δέ­ψει. Ἐ­πέν­δυ­σε, ὅ­πως φά­νη­κε, σὲ ἕ­να πο­λὺ κα­λὸ πο­δή­λα­το μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ καὶ τὸ θαυ­μά­ζα­με ὅ­λοι.

       Μὲ τὰ χα­μέ­να λε­φτὰ στα­μά­τη­σε καὶ ἡ σχέ­ση μου μὲ τὴν ἀ­πο­τα­μί­ευ­ση. Δὲν ἀ­γό­ρα­σα ἄλ­λο κουμ­πα­ρὰ κι οὔ­τε οἱ τρά­πε­ζες εἶ­δαν πο­τὲ χρή­μα­τά μου. Ἄλ­λω­στε μιὰ ζω­ὴ οἱ οἰ­κο­νο­μί­ες μου ἦ­ταν πε­νι­χρές. Καὶ ἡ οἰ­κο­νο­μί­α τῆς χώ­ρας ὅ­μως δὲν ἐ­ξε­λί­χτη­κε κα­λύ­τε­ρα. Ὅ­πως τε­λι­κὰ ἀ­πο­δεί­χτη­κε, ἦ­ταν πάν­τα εὐ­ά­λω­τη στοὺς κλέ­φτες σὰν τὴν πλα­στι­κὴ πά­πια μου.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).



		

	

Σωτήρης Παστάκας: New York, New York ἐξ ἀναβολῆς


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


New York, New York ἐξ ­να­βο­λῆς

 

«ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΟΜΟΥΝ μὲ τὴν προ­ο­πτι­κή τῆς κα­τα­στρο­φῆς. Τὸ Αἰ­γαῖ­ο, βα­θὺ μπλέ, ἀ­σά­λευ­τα στίγ­μα­τα τὰ κα­ρά­βια καὶ τὸ ἄ­σπι­λο λευ­κὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει χρω­μα­τι­κὰ τοὺς γκρί­ζους ὄγ­κους τῶν νη­σι­ῶν, ἁ­πλώ­νον­ταν σὰν κεν­τη­μέ­νο χρά­μι. Χρώ­μα­τα καὶ σχή­μα­τα αἰχ­μά­λω­τα τῆς ἀ­σά­φειας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἡ ἐ­ξά­τμι­ση τοῦ νε­ροῦ καὶ ἡ φυ­σι­κὴ κού­ρα­ση τῆς μα­τιᾶς ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ ἢ κα­λύ­τε­ρα, ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει μέ­σα στὸ χά­ος μιὰ γνώ­ρι­μη μορ­φή, μιὰ πα­τρί­δα. Ναί, μιὰ πα­τρί­δα ποὺ τὴν μπό­λια­σαν οἱ ὑ­γρα­σί­ες τοῦ πόν­του μὲ τὰ βα­λαν­τω­μέ­να ἀ­νε­μο­σού­ρια καὶ τὴν πυ­ρί­καυ­στη ἐ­πι­φά­νεια τῶν βρά­χων, θρυμ­μα­τι­σμέ­νη στὴν πρέ­σα τοῦ δι­ά­πυ­ρου μύ­δρου νὰ γί­νε­ται σκό­νη κι ἄλ­λη σκό­νη φερ­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς κον­τι­νὲς στε­ρι­ές, ἀ­φρά­το βού­τυ­ρο, πα­ρα­χω­μέ­νη στὸ ρα­ϊ­διὸ τῶν βρά­χων γκα­στρω­μέ­νη, ἕ­τοι­μη νὰ γεν­νή­σει τὴν πουρ­να­ριὰ καὶ τὰ λει­ψό­χορ­τα μὲ τὴν κά­πα­ρη καὶ τὸ θρούμ­πι νὰ εὐ­ω­διά­ζουν στὴ σάρ­κα τῆς ἐ­λιᾶς, τὰ κρί­τα­μα καὶ τ’ ἄλ­λα λι­α­νο­φά­για. Μέ­σα στὸ φῶς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ τοῦ Αἰ­γαί­ου, κύ­λη­σε ξαν­θό το λά­δι –εὐ­λο­γί­α χει­μω­νι­ά­τι­κη–  στὰ σκα­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἁλ­μύ­ρα χέ­ρια, στὰ ρο­ζι­α­σμέ­να δά­κτυ­λα μὲ τοὺς δι­ογ­κω­μέ­νους σταυ­ρούς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ μπο­λι­ά­στη­κε κι ἄν­θι­σε ἡ ζω­ὴ ἀ­πο­δι­ώ­χνον­τας τὰ σκο­τά­δια τοῦ θα­νά­του».

        Γιὰ νὰ ἀν­θί­σει ἡ ζω­ὴ πε­τού­σα­με μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο ἀ­πὸ τὴν Ἀ­μορ­γό, ὅ­που ἔ­κα­να τὸ Ἀ­γρο­τι­κό, τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ὑ­παί­θρου, στὴν Ἀ­θή­να ἔ­τσι Ἀ­πρί­λιο μή­να, σὲ μιὰ πτή­ση δι­ά­σω­σης, καὶ γιὰ χρό­νια ἀ­νέ­βα­λα νὰ πε­ρι­γρά­ψω τὴν ὀ­μορ­φιὰ μὲ τὰ νη­σά­κια ἀ­νά­γλυ­φα νὰ γλι­στρᾶν κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἑ­λι­κό­πτε­ρο τοῦ ΕΚΑΒ, καὶ νὰ ποὺ ὅ­λως τυ­χαί­ως πέ­φτουν τὰ μά­τια μου στὸ βι­βλί­ο τοῦ Ἀ­λέ­κου Ζού­κα «Στὴ Χί­ο μὲ τὸν Anatol de Meibohm», ἐ­κεῖ στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Φαρ­φου­λᾶ, καὶ ἀ­νοί­γον­τάς το ἔ­πε­σα στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη σε­λί­δα. Μι­λά­ει γιὰ πτή­ση μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, ἀλ­λὰ χά­ρη στὴ μα­γεί­α τῆς πα­ρα­νά­γνω­σης, αὐ­τὸν τὸν ὕ­στε­ρο βαθ­μὸ τῆς ἀ­πό­λαυ­σης τοῦ κει­μέ­νου, ἐ­γὼ κα­τα­κλύ­ζο­μαι ἀ­πὸ τὸ ρυθ­μι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου, οἱ με­ταλ­λι­κὲς ἕ­λι­κες στρι­φο­γυ­ρί­ζουν καὶ γε­μί­ζουν μὲ τὸν ἦ­χο τους τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ὅ­πως στὴν πρώ­τη σκη­νὴ τῆς «Ἀ­πο­κά­λυ­ψης» τοῦ Κό­πο­λα, ὁ ἀ­νε­μι­στή­ρας ὀ­ρο­φῆς μπλέ­κε­ται μὲ τὶς ἕ­λι­κες τῶν ἑ­λι­κο­πτέ­ρων σὲ ἕ­να μον­τὰζ ποὺ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

        Τώ­ρα εἶ­ναι οἱ ἕ­λι­κες τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης σὲ ἕ­να πο­λὺ ἰ­δι­ω­τι­κὸ τα­ξί­δι-προ­σφο­ρὰ μὲ λί­γους καὶ ἐ­ξέ­χον­τες συ­να­δέλ­φους. Εἶ­ναι πά­λι Ἄ­νοι­ξη, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες πτή­σεις ποὺ ἐ­πι­τρέ­πον­ται πέν­τε χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων, καὶ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο χέ­ρι μοῦ σφίγ­γει τὸ μπρά­τσο: Ἀ­πὸ φό­βο; Ἀ­πὸ ἀ­να­σφά­λεια; Ἀ­πὸ ἀ­γά­πη; Δὲν ξέ­ρω… Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸ σπα­ρα­κτι­κὸ θέ­α­μα τῆς με­γα­λού­πο­λης πέ­ρα­σε αὐ­τό­μα­τα σὲ δεύ­τε­ρο πλά­νο, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ σκίρ­τη­μα κυ­ρι­άρ­χη­σε στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, αὐ­τὰ τὰ γυ­ναι­κεῖ­α νύ­χια ποὺ εἶ­χαν φτά­σει νὰ ξε­σκί­ζουν τρυ­φε­ρὰ τὴ γυ­μνή μου σάρ­κα ὑ­περ­κέ­ρα­σαν καὶ τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὴν ἄ­γρια ὀ­μορ­φιὰ τῆς πτή­σης, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ ξύ­πνη­μα ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μέ­να πιὸ ἰ­σχυ­ρὸ κι ἀ­πὸ τὸ μου­σι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κό­πτε­ρου, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς μὲ τὴν τέ­χνη τοῦ μον­τὰζ στὴν ται­νί­α γί­νε­ται ἡ εἰ­σα­γω­γὴ στὶς πρῶ­τες νό­τες τοῦ «The End» τῶν Doors.

        Χά­ρη σ’ αὐ­τὴ τὴ μί­ξη τῶν ἤ­χων, ποὺ οἱ εἰ­δι­κοὶ προ­σπα­θοῦν νὰ τὴν ἀν­τι­γρά­ψουν ἀ­πὸ τὶς ἀ­νώ­τε­ρες νο­η­τι­κές μας λει­τουρ­γί­ες, τὴ συ­νεί­δη­ση γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με μὲ ἄλ­λα λό­για, ἔμ­πλε­ξαν μὲς στὸ μυα­λό μου δύ­ο ἀ­να­βο­λές: ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς πε­ρι­γρα­φῆς τῆς πτή­σης μου μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο, καὶ ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας μὲ τὴ συ­νά­δελ­φο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, για­τί δὲν κα­τά­φε­ρα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω ἐ­κεῖ­νο τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ κά­λε­σμα καὶ νὰ τὸ με­τα­τρέ­ψω σὲ ἐ­ρω­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ἔ­τσι, μὲ τοὺς βόμ­βους τῶν δι­ά­φο­ρων ἑ­λι­κό­πτε­ρων νὰ βου­ί­ζουν στὰ αὐ­τιά μου, βγῆ­κα ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο καὶ πά­τη­σα στὴ Μαυ­ρο­μι­χά­λη 18 μι­σο­ζα­λι­σμέ­νος κι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, αὐ­τὴ μὲ τὸν Ἀ­λέ­κο Ζού­κα.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015)


Σωτήρης Παστάκας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).