Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Τὸ Συνδικάτο τοῦ Ἐγκλήματος


diabatiarchontoula-tosyndikatotouegklimatos-eikona-01


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Τὸ Συνδικάτο τοῦ Ἐγκλήματος


06-sΤΟ ΠΑΤΑΡΙ σκα­λί­ζον­τας πα­λιὰ τε­φτέ­ρια εἶ­χε βρεῖ ἐ­κεῖ­νο τὸ κεί­με­νο. Τὸ συν­δι­κά­το τῶν τρι­ῶν, ὑ­πὸ —ἄ­νω κά­τω τε­λεί­α— Λου­κί­α Στέλ­λα Ρο­δού­λα —στὴν ὀ­νο­μα­στι­κή— ἕ­να ὅ­πλο καὶ μιὰ μά­σκα ζω­γρα­φι­σμέ­να μὲ σι­νι­κή, κι ἀ­πὸ κά­τω —πρά­κτο­ρες θα­νά­του —ἄ­νω κά­τω τε­λεί­α— πρά­κτωρ Υ-17 Νί­να, πρά­κτωρ Χ-10 Σο­φί­α, πρά­κτωρ Κ+6 Μα­ρι­έ­τα. Ἔ­τσι τι­μω­ρεῖ τὸ συν­δι­κά­το τοὺς πα­ρα­βά­τες – ὄ­χι ὅ­μως καὶ τὴν Κό­ζα νό­στρα.Ὑ­πο­γρα­φὲς δυ­σα­νά­γνω­στες καὶ πά­λι ζω­γρα­φι­σμέ­να ὅ­πλα μὲ σι­νι­κὴ καὶ ἡ ὑ­πό­λοι­πη σε­λί­δα κομ­μέ­νη ἐ­κεῖ ποὺ ἐ­πι­δί­κα­ζαν μιὰ τι­μω­ρί­α σ’ αὐ­τήν, ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τε­λευ­ταί­ους πρά­κτο­ρες. Θυ­μᾶ­ται ἀ­κό­μα τὸ σφί­ξι­μο στὸ στο­μά­χι ἐ­κεί­νης τῆς ἡ­μέ­ρας. Τὰ κρυ­φὰ γέ­λια, τὰ ὑ­πο­νο­ού­με­να καὶ τὶς σι­ω­πὲς τῆς πα­ρέ­ας στὸ ἰ­δι­αί­τε­ρο μά­θη­μα τῶν Μα­θη­μα­τι­κῶν, ὅ­που βρί­σκον­ταν —τὸ Συν­δι­κά­το— τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα. Ἦ­ταν μα­ζὶ καὶ δὲν ἦ­ταν. Ἦ­ταν φί­λες καὶ δὲν ἦ­ταν. Δὲν τὴν ἔ­παιρ­ναν στὶς συ­νε­δριά­σεις τοῦ Συν­δι­κά­του καὶ τὴν εἶ­χαν παι­δὶ γιὰ τὰ θε­λή­μα­τα, ἀλ­λὰ μέ­χρι τοῦ ση­μεί­ου νὰ τῆς ἔ­χουν κη­ρύ­ξει ἐμ­πάρ­γκο, νὰ τὴν ἔ­χουν στὸ πε­ρι­θώ­ριο καὶ νὰ λέ­νε μυ­στι­κὰ ἡ μιὰ στὴν ἄλ­λη κοι­τών­τας μὲ νό­η­μα πρὸς τὸ μέ­ρος της, πή­γαι­νε πο­λύ. Ἕ­νας κόμ­πος στὸ λαι­μό, φό­βος, πα­ρά­πο­νο, ντρο­πὴ σὲ ἡ­με­ρή­σια δι­ά­τα­ξη καὶ ποῦ νὰ τὰ ξο­μο­λο­γη­θεῖ ὅ­λα αὐ­τά, οἱ φί­λες της ἦ­ταν, δὲν ἦ­ταν τί­πο­τα ξέ­νες, ὥ­σπου ὁ κα­θη­γη­τής τους τὴν εἶ­χε πά­ρει ὑ­πὸ τὴν προ­στα­σί­α του, δὲν ἔ­βλε­πε πό­σο λί­γο τὴν ἀ­γα­ποῦ­σαν οἱ φί­λες της ἄλ­λο ἀ­ξι­ο­δά­κρυ­το γε­γο­νὸς κι αὐ­τό, ποὺ τὴν ὑ­πο­βάθ­μι­ζε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, αὐ­τὴ ἤ­θε­λε νὰ μεί­νει στὸ συν­δι­κά­το, ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ὅ­πως αὐ­τές, δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὴν ἔ­χουν στὴν ἄ­κρη, νά ὅ­μως ποὺ δὲν τὴν ἤ­θε­λαν, ἀ­ταί­ρια­στη ἀ­νά­με­σά τους κι ἤ­θε­λαν λέ­ει νὰ τὴν κη­ρύ­ξουν ἀ­νε­πι­θύ­μη­τη καὶ νὰ τὸ δι­α­δώ­σουν σὲ ὅ­λη τὴν τά­ξη πὼς τά­χα εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ τὸν κα­θη­γη­τὴ τῶν Μα­θη­μα­τι­κῶν!


       Κα­λε­σμέ­νη σή­με­ρα σὲ μιὰ μι­κρὴ σύ­να­ξη πα­λι­ῶν συμ­μα­θη­τρι­ῶν τὶς εἶ­δε ὅ­λες ἐ­κεῖ. Ὥ­ρι­μες γυ­ναῖ­κες, ἀλ­λαγ­μέ­νες ὅ­λες τους, λί­γο πιὸ βα­ριὰ ἢ ἰ­σχνὴ σι­λου­έ­τα, μο­να­χι­κὲς ἢ ὄ­χι, δι­α­ζευγ­μέ­νες ἢ παν­τρε­μέ­νες μὲ παι­διὰ —με­ρι­κὲς καὶ μὲ ἐγ­γό­νια— κά­ποι­ες ἀ­γνώ­ρι­στες καὶ ἀ­ποῦ­σες, ἀ­πο­συρ­μέ­νες στὸν ἑ­αυ­τό τους, ἄ­ερ­γες, ἄ­νερ­γες, ἐ­παγ­γελ­μα­τί­ες ἢ νοι­κο­κυ­ρὲς κι ἄλ­λες ζων­τα­νές, μὲ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα καὶ κοι­νω­νι­κοὺς προ­βλη­μα­τι­σμούς, κα­λη­ώ­ρα ἡ Ρο­δού­λα, ποὺ θέ­λη­σε νὰ ὀρ­γα­νώ­σουν —λέ­ει— ἡ πα­λιὰ πα­ρέ­α, τί συγ­κι­νη­τι­κό, μιὰ δι­ά­λε­ξη γιὰ τὸ bullying στὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ ἐγ­γο­νοῦ της, μή­πως ἤ­θε­λε νὰ τὸ ἀ­να­λά­βει;


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.



		

	

Γιάννης Ήλ. Παππᾶς: Ὁ δεκατριάρης

pappasgiannis-odekatriaris-eikona-03


Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς


Ὁ δε­κα­τριά­ρης


10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΓΩ, ΚΥΡ’ ΑΣΤΥΝΟΜΕ, γεν­νή­θη­κα τὸ 1959, σὲ ἕ­να πα­ρα­θα­λάσ­σιο χω­ριό, κον­τὰ στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα. Στὰ χω­ριά, ὅ­πως ξέ­ρεις, ὅ­λοι ἔ­χου­νε τὸ πα­ρα­τσού­κλι τους. Ἐ­μέ­να μὲ φώ­να­ζαν ὁ «δε­κα­τριά­ρης». Για­τί; Για­τί κά­πο­τε εἶ­χα πιά­σει ἕ­να δε­κα­τριά­ρι στὸ Προ­πό, μὴ φαν­τα­στεῖς πολ­λὰ λε­φτά,  καὶ ἀ­πὸ τό­τε ἔ­παι­ζα μπὰς καὶ πιά­σω τὰ πολ­λὰ ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Θὰ πέ­σει ἔ­λε­γα, ποῦ θὰ μοῦ πά­ει. Ἔ­τσι μοῦ βγῆ­κε τὸ πα­ρα­τσού­κλι. Πολ­λοί, ἀ­πὸ τό­τε, μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν κι­ό­λας. Δὲν μοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Πολ­λὲς φο­ρὲς τά ’­παιρ­να στὸ κρα­νί­ο καὶ τσα­κω­νό­μου­να.

         Τὸ ἐ­πάγ­γελ­μά μου ἦ­ταν ψα­ράς. Ἀ­πὸ μι­κρὸς στὴ θά­λασ­σα. Τὴ δου­λειὰ τὴν ἔ­μα­θα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου.

         Δὲν ἤ­θε­λα τί­πο­τε ἄλ­λο, πα­ρὰ νὰ εἶ­μαι μέ­σα στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ ψα­ρεύ­ω. Νὰ πε­τᾶ­νε πά­νω μου οἱ γλά­ροι καὶ νὰ μὲ χτυ­πά­ει ἡ ἁρ­μύ­ρα στὸ πρό­σω­πο.

         Τὸ σχο­λεῖ­ο δὲν μ’ ἄ­ρε­σε. Δὲν μὲ χώ­ρα­γε ὁ τό­πος ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν μ’ ἄ­ρε­σε αὐ­τὴ ἡ πει­θαρ­χί­α, οἱ φω­νὲς ἀ­πὸ τὸν δά­σκα­λο.

         Πολ­λὲς φο­ρὲς τό ’­σκα­γα καὶ πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα. Μὲ ἕ­να ἀγ­κί­στρι, νὰ κά­θο­μαι ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες. Τοῦ πα­τέ­ρα μου δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τό. Ἔ­χω φά­ει πο­λὺ ξύ­λο. Ἤ­θε­λε νὰ σπου­δά­σω, νὰ φύ­γω ἀ­πὸ δῶ. «Ἡ θά­λασ­σα» μοῦ ‘λέ­γε «δὲν ἔ­χει ψω­μί. Κοί­τα νὰ μά­θεις γράμ­μα­τα καὶ νὰ φύ­γεις, νὰ ρί­ξεις μαύ­ρη πέ­τρα πί­σω σου».  Δὲν τὸν ἄ­κου­σα.

         Ἀ­φοῦ γύ­ρι­σα ἀ­πὸ τὸ στρα­τό, σι­γὰ-σι­γὰ ἀ­σχο­λή­θη­κα ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὸ ψά­ρε­μα. Ἐ­πει­δὴ ἤ­μουν κα­λὸς στὴ δου­λειά μου, ἀ­πό­κτη­σα δι­κό μου κα­ΐ­κι καὶ ψά­ρευα σ’ ὅ­λο τὸ Ἰ­ό­νιο. Ἡ δου­λειὰ πή­γαι­νε κα­λά. Εἶ­χα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ με­γα­λύ­τε­ρα κα­ΐ­κια στὴν πε­ρι­ο­χή.

         Παν­τρεύ­τη­κα καὶ νοι­κο­κυ­ρεύ­τη­κα. Πῆ­ρα κα­λὴ γυ­ναί­κα ποὺ κι αὐ­τὴ ἐρ­χό­ταν καὶ βο­η­θοῦ­σε στὸ κα­ΐ­κι. Μα­ζὶ συ­νέ­χεια. Τὴν ἀ­γα­ποῦ­σα πο­λύ. Κά­να­με καὶ δυ­ὸ παι­διὰ καὶ ὅ­λα πή­γαι­ναν κα­λὰ μέ­χρι ἐ­κεί­νη τὴν μέ­ρα ποὺ ἕ­νας πού­στης πα­ρα­βί­α­σε τὸ στὸπ καὶ τὴ χτύ­πη­σε. Σκο­τώ­θη­κε στὸν τό­πο. Δὲν ἔ­φται­γε σὲ τί­πο­τε. Εἶ­χε πά­ει στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα νὰ πά­ρει πά­γο γιὰ τὰ ψά­ρια καὶ τὴν σκό­τω­σε ὁ ἄ­τι­μος.

         Τὸ σὸκ ἦ­ταν με­γά­λο. Ἀ­πὸ τὴν μιὰ στιγ­μὴ στὴν ἄλ­λη, ἄλ­λα­ξε ἡ ζω­ή μου. Ἔ­πα­θαν τὰ νεῦ­ρα μου. Τὸ κα­τα­λά­βαι­να ὅ­τι κά­τι γι­νό­ταν. Ἔ­βλε­πα ἐ­φιά­λτες. Δαί­μο­νες ἔρ­χον­­ταν στὸν ὕ­πνο μου καὶ στὸ ξύ­πνιο μου καὶ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ  μὲ ξε­κά­νουν. Ὅ­μως ἐ­γὼ εἶ­χα πά­ρει τὰ μέ­τρα μου. Εἶ­χα ἀ­γο­ρά­σει ἕ­να μα­χαί­ρι καὶ τὸ εἶ­χα πάν­το­τε μα­ζί μου.

         Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κοι­μη­θῶ. Ἔ­παιρ­να χα­πά­κια. Ἠ­ρε­μι­στι­κά. Ἔ­τσι μοῦ ’­λε­γε ὁ για­τρός. Ἀν­τὶ νὰ κα­λυ­τε­ρεύ­ω, χει­ρο­τέ­ρευ­α. Προ­σπά­θη­σα νὰ συ­νε­χί­σω τὴ δου­λειά.  Εἶ­χα δυ­ὸ στό­μα­τα νὰ θρέ­ψω.

         Εἶ­χαν πε­ρά­σει πε­ρί­που 10 χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­χα­σα τὴ γυ­ναί­κα μου. Ἔ­πρε­πε καὶ ‘γὼ νὰ δῶ τί θὰ κά­νω. Ἄν­τρας ἤ­μου­να. Εἶ­χα ἀ­νάγ­κες. Τὰ παι­διὰ δὲν τὸ κα­τα­λά­βαι­ναν.

         Σ’ ἕ­να κω­λόμ­πα­ρο στὴν Ἠ­γου­με­νί­τσα, γνώ­ρι­σα μιὰ βουλ­γά­ρα. Μπαρ­γού­μαν. Ὡ­ραί­α γυ­ναί­κα. Ψη­λή, ξαν­θιὰ μὲ κά­τι με­γά­λα βυ­ζιά. Τά ’­παι­ξα. Κά­θε βρά­δυ ἐ­κεῖ. Μέ­χρι ποὺ τὴν πή­δη­ξα. Ἀ­πὸ τό­τε γί­να­με ἀ­χώ­ρι­στοι. Τὴν ἐ­ρω­τεύ­τη­κα ὁ μα­λά­κας καὶ τά ’­δω­σα ὅ­λα. Τὴν σπί­τω­σα κι­ό­λας. Μοῦ ’­φα­γε πολ­λὰ φράγ­κα ἡ κα­ρι­ό­λα.

         Ἀ­φοῦ πέ­ρα­σε κα­λὰ μα­ζί μου, μὲ πέ­τα­ξε σὰν τὸ σκυ­λί. Δὲν ἤ­θε­λε οὔ­τε νὰ μὲ βλέ­πει. Ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ἔ­μα­θα ὅ­τι τὴν πη­δοῦ­σε ἄλ­λος τώ­ρα.

         Πῆ­γα καὶ τοῦ ’­κα­ψα τὸ μη­χα­νά­κι, τοῦ πού­στη. Νὰ μά­θει. Ἐ­κεῖ ἦ­ταν καὶ τὸ σκυ­λί του. Γαύ­γι­ζε. Τό ΄κά­ψα κι αὐ­τό.

         Πρὶν λί­γες μέ­ρες μὲ κά­λε­σε ὁ εἰ­σαγ­γε­λέ­ας καὶ μοῦ ’­λε­γε μα­λα­κί­ες. Ὅ­τι εἶ­χα πά­ει, λέ­ει, στὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο καὶ εἶ­χα κά­νει ζη­μι­ὲς καὶ κά­τι τέ­τοι­α. Ἐ­γὼ δὲν θυ­μό­μου­να τί­πο­τα γιὰ ζη­μι­ές. Ἁ­πλὰ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ἦ­ταν κον­τὰ στὸ σπί­τι μου καὶ πή­γαι­να κα­μιὰ φο­ρὰ ν’ ἀ­νά­ψω ἕ­να κε­ρὶ στὴν μά­να καὶ στὸν πα­τέ­ρα, ποὺ ἦ­ταν θαμ­μέ­νοι ἐ­κεῖ.

         Ἀ­πὸ και­ρὸ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὸν Μπαρ­μπα-Κώ­στα ποὺ πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν τὴν ἴ­δια πάν­τα ὥ­ρα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Ἦ­ταν κι αὐ­τὸς ἕ­νας ἀ­π’ αὐ­τοὺς ποὺ μὲ κο­ρό­ι­δευ­αν. Ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς δαί­μο­νες ποὺ ἤ­θε­λαν τὸ κα­κό μου. Ἦ­ταν ὁ δι­ά­βο­λος. Εἶ­χα φτιά­ξει λί­στα μὲ ὅ­λους τοὺς δαί­μο­νες. Θὰ τοὺς κα­θά­ρι­ζα ὅ­λους, ἕ­ναν ἕ­ναν.

         Ἀ­νή­με­ρα τῶν Χρι­στου­γέν­νων τὸ βρά­δυ, τοῦ ’­στη­σα καρ­τέ­ρι, κρυμ­μέ­νος πί­σω ἀ­πὸ κά­τι φυλ­λω­σι­ές. Δὲν μὲ κα­τά­λα­βε. Κι ὅ­ταν μὲ προ­σπέ­ρα­σε πῆ­γα ἀ­πὸ πί­σω καὶ τὸν χτύ­πη­σα μὲ τὸ μα­χαί­ρι. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σες φο­ρές. Μοῦ εἶ­παν με­τὰ ὅ­τι ἦ­ταν 13.

          Πῆ­γα σπί­τι, πλύ­θη­κα, ἔ­κα­ψα τὰ ροῦ­χα καὶ τὰ πα­πού­τσια. Πέ­τα­ξα τὸ μα­χαί­ρι.

         Πῆ­γα γιὰ ὕ­πνο.

         Τὸ πρω­ὶ ση­κώ­θη­κα καὶ πῆ­γα στὸ κα­φε­νεῖ­ο. Κά­ποι­α στιγ­μή, πε­τά­χτη­κα δί­πλα νὰ παί­ξω ἕ­να προ­πό. Ἐ­κεῖ ἦρ­θαν οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ καὶ μ’ ἔπια­σαν. Δὲν ξέ­ρω για­τί.

         Τὸ κα­κὸ εἶ­ναι ὅ­τι δὲν πρό­λα­βα νὰ παί­ξω. Ἴ­σως αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ νὰ τὸ ἔ­πι­α­να τὸ δε­κα­τριά­ρι.


bonsai-03c-giaistologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Ἠλ. Παπ­πᾶς (Ἄρ­τα, 1962). Με­τά­φρα­ση, δο­κί­μιο, ποί­η­ση. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἰ­ω­αν­νί­νων καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση ἐκ­παί­δευ­ση. Ἦ­ταν συν­δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἑ­λί­τρο­χος καὶ ἐκ­δό­της καὶ διευ­θυν­τὴς τοῦ δι­α­δι­κτυα­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­πο­λι­τι­σμός. Πρῶτο του βι­βλί­ο Στὴν ἄκρη τοῦ ὀνεί­ρου (ποί­η­ση, ἐκδ. Με­ταίχ­μιο, 2008).



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Ἦ­ταν μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ἀ­νά­γνω­σης τὴν Ἄ­νοι­ξη…]


04-kirschsarah-itanmalista-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[­ταν μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ­νά­γνω­σης τὴν ­νοι­ξη]

[Ja es gab sie die Lesereise im Frühjahr…]


03-HttaΤΑΝ μά­λι­στα τὸ τα­ξί­δι ἀ­νά­γνω­σης τὴν Ἄ­νοι­ξη, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο δέ­σπο­ζαν ἕ­να που­λὶ καὶ πόρ­τες ἀ­νοι­χτές. Κά­θε βρά­δυ, σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ θέ­ση, καὶ ἄλ­λα που­λιά, ἄλ­λες πόρ­τες ἀ­νοι­χτές, καὶ μα­ζὶ τὸ δι­κό μου ποί­η­μα γιὰ τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη βρο­χή, τὸ ἀν­τί­στοι­χο που­λί, τὴν πόρ­τα ποὺ χτυ­πᾶ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, καὶ πό­σο συ­ναρ­πα­στι­κὸ ἦ­ταν κά­θε ποὺ συ­νέ­πι­πταν τὸ ποί­η­μα καὶ ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἐ­νῶ ἐ­γὼ δι­ά­βα­ζα αὐ­τὸ τὸ κεί­με­νο δυ­να­τά, μπρο­στὰ σὲ ἕ­να κοι­νὸ ὅ­πως ἕ­να εἶ­στε τώ­ρα Ἐ­σεῖς, ἄ­κου­γα τὴ φω­νή μου ὅ­πως μπο­ρῶ τώ­ρα νὰ τὴν ἀ­κού­ω στὸν χῶ­ρο αὐ­τὸ τοῦ σή­με­ρα, ἄ­κου­γα τὴν ἀ­στα­μά­τη­τη βρο­χὴ ὅ­πως πρω­τύ­τε­ρα τὸ κο­τσύ­φι, καὶ ἡ πόρ­τα, ἡ πραγ­μα­τι­κὰ δι­α­θέ­σι­μη, ἡ πρὸς τὰ ἔ­ξω ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα, χτύ­πη­σε στὴ θέ­ση τῆς πόρ­τας ποὺ χτυ­ποῦ­σε ‘δῶ κι ἐ­κεῖ κι ἐ­γὼ δι­ά­βα­ζα γιὰ τὸ κοι­νό, γιὰ ἕ­να κοι­νὸ ὅ­πως εἶ­στε τώ­ρα Ἐ­σεῖς, καὶ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ τρα­βή­ξω ὅ­σο κρα­τοῦ­σε ἡ σύν­δε­ση μὲ τὸν ἔ­ξω κό­σμο, ἡ πόρ­τα ἡ ὄν­τως ἀ­νοι­χτὴ χτυ­πών­τας ’­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ ἡ βρο­χὴ καὶ τὸ κο­τσύ­φι ἢ ὁ τρυ­πο­φρά­κτης ἡ τουρ­λί­δα καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μοῦ εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­γα­πη­τό. [24-25]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Μαρία Μήτσορα: Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα


mitsoramaria-toakatoikitosoma-eikona-06


Μα­ρί­α Μή­τσο­ρα


Τὸ ἀ­κα­τοί­κη­το σῶ­μα


Στὸν Θ. Κ.


T-[Tay]-SomataΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΒΗΧΕΙ καὶ φτύ­νει. Βή­χον­τας καὶ φτύ­νον­τας ἐ­φευ­ρί­σκει ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χὴ τὴ δι­α­δρο­μή του, προ­λέ­γον­τας τὴν πτώ­ση τῶν κομ­ψῶν σπι­τι­ῶν, τὴν ἀν­τι­κα­τά­στα­σή τους ἀ­πὸ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ἄ­χα­ρες. Ὁ ἕ­νας πά­νω στὸν ἄλ­λο θὰ τρῶ­νε στὸ μέλ­λον, ὁ ἕ­νας πά­νω ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο θὰ κοι­μοῦν­ται, ὁ θά­να­τος στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο κι ἀν­τὶ γιὰ τὸ ξε­νύ­χτι τοῦ νε­κροῦ, ἡ ὕ­στα­τη μο­να­ξιὰ τοῦ ἀ­κα­τοί­κη­του σώ­μα­τος στὸ ψυ­γεῖ­ο τοῦ γρα­φεί­ου τε­λε­τῶν.

       Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἔ­χου­με ἀ­κό­μα τὸ πα­λιὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο μὲ τὸν εἰ­σπρά­κτο­ρα κι ἡ ἡ­ρω­ί­δα μᾶς εἶ­ναι πο­λὺ νέ­α, χω­ρὶς νὰ εἶ­ναι ἀ­νέγ­γι­χτη. Μό­νο ποὺ ἀ­πε­χθά­νε­ται τὴ βι­α­σύ­νη αὐ­τῶν ποὺ τὴν ἀγ­γί­ζουν, ἐ­νῶ ἐ­δῶ, στὸ κά­θι­σμα τοῦ λε­ω­φο­ρεί­ου, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο, κα­θὼς νι­ώ­θει τὴν πί­ε­ση στὸν μη­ρό της, μιὰ ζέ­στη τὴν κα­τα­κλύ­ζει σὲ κύ­μα­τα. Ὑ­πάρ­χει, μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση, δὲν πρέ­πει, νὰ κοι­τα­χτοῦν πο­τέ. Θὰ εἶ­μαι ἐ­ρω­τευ­μέ­νη μα­ζί σου γιὰ δύ­ο ἀ­κό­μα στά­σεις. Ἐ­κεῖ­νος ξέ­ρει ποι­ὲς ὧ­ρες πη­γαί­νει ἀγ­γλι­κά. Εἰ­σπνέ­ουν μα­ζί, μα­ζὶ ἀ­δειά­ζουν τὰ πνευ­μό­νια τους, ὅ­λα ἀρ­γὰ καὶ κρυ­φά. Κυ­ρί­ως κρυ­φὰ ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους. Σὲ λί­γο μιὰ μι­κρὴ κοι­νὴ τρε­μού­λα. Μὲ τὴ γω­νί­α τοῦ μα­τιοῦ γνω­ρί­ζει μο­νά­χα μί­αν ἄ­κρη ἀ­πὸ τὸ κα­φὲ κο­τλὲ παν­τε­λό­νι. Τρε­λαί­νο­μαι γιὰ σέ­να κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα, καὶ χρει­ά­ζε­ται προ­σπά­θεια γιὰ νὰ σὲ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Μὲ δυ­σκο­λί­α ση­κώ­νε­ται ἀ­πο­στρέ­φον­τας πάν­τα το πρό­σω­πό της, πα­τά­ει τὸ κου­δού­νι καὶ κα­τε­βαί­νει.

       Ὁ πρῶ­τος της ἔ­ρω­τας τὴν πε­ρι­μέ­νει στὴ στά­ση. Ἔ­χει ἤ­ρε­μα γα­λα­νὰ μά­τια. Τὴν ἁρ­πά­ζει στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ση­κώ­νον­τας τὴν ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ὑ­πάρ­χει ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ βι­α­σύ­νη στὸ σῶ­μα του καὶ τό­τε ἐ­κεί­νη σκέ­φτε­ται κα­μί­α σχέ­ση μὲ τὸ κο­τλέ μου ὕ­φα­σμα. Ἔ­πει­τα τὸν πιά­νει ἀ­πὸ τὸ μπρά­τσο κι ἀρ­χί­ζουν νὰ περ­πα­τᾶ­νε, νὰ μι­λᾶ­νε, νὰ γε­λᾶ­νε, ἐ­νῶ τὸ μυα­λό της μὲ δυ­σκο­λί­α ξε­μου­διά­ζει.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014)

Μαρία Μήτσορα (Ἀθήνα). Πεζογραφία. Διήγημα, Μυθιστόρημα. Σπού­δασε Κοινωνιολογία στὸ Παρίσι (Σορβόννη καὶ Vincennes). Ἔχει ταξιδέψει ἀπὸ τὸν Πολικὸ Κύκλο ἕως τὴν Ἀϊτή, ἀπὸ τὸ Πεκίνο μέχρι τὴ Νικαράγουα τῶν Σαντινίστας, τὸν Ὀρινόκο καὶ τὴ Σάντα Φὲ ντὲ Μπογκοτά. Πρῶτο της βι­βλίο Σκόρπια δύναμη (μυθιστόρημα, ἐκδ. Ὀδυσσέας). Τελευταῖο της βι­βλίο Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω (διηγήματα, ἐκδ. Πατάκης, 2014).



		

	

Γιάννης Καρκανέβατος: Παπούτσια νούμερο 42

karkanebatosgiannis-papoutsianoumero42-eikona-04


Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς 


Πα­πού­τσια νού­με­ρο 42

 

Στὴ μνή­μη τοῦ Δι­ο­νύ­ση


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initialΡΙΣΤΕ», εἶ­πε ἡ νο­σο­κό­μα ἀ­κουμ­πών­τας ἕ­να κου­τὶ ἀ­πὸ πα­πού­τσια νού­με­ρο 42 στὰ χέ­ρια μου. Τὶς τε­λευ­ταῖ­ες βδο­μά­δες —τὶς λί­γες στιγ­μὲς ποὺ ἔ­λει­πα ἀ­πὸ κον­τά του— μὲ δι­α­κα­τεῖ­χε ἡ ἀ­γω­νί­α τοῦ λευ­κοῦ, φρε­σκο­στρω­μέ­νου κρε­βα­τιοῦ ποὺ σή­με­ρα ἔ­μελ­λε νὰ συ­ναν­τή­σω. Ἦ­ταν σὰν νὰ κό­πη­κε ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὴν ται­νί­α τῆς ζω­ῆς μου. Μὲ τὸ κου­τὶ πα­ρα­μά­σχα­λα, πῆ­ρα τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς. Ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πέ­ναν­τι, κοί­τα­ζε μιὰ τὸ κου­τὶ καὶ μιὰ τὰ πα­πού­τσια του. «Ἂν τὰ προ­σέ­χε­τε, θὰ σᾶς βγά­λουν μιὰ ζω­ή», μοῦ εἶ­πε. Στὸ σπί­τι τὸ ἄ­νοι­ξα. Μέ­σα βρι­σκό­ταν τὸ κι­νη­τό του, τὸ ρο­λό­ι ποὺ τοῦ εἶ­χα κά­νει δῶ­ρο στὰ προ­πέρ­σι­να γε­νέ­θλια, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του φου­λά­ρι, κι ἕ­να σταυ­ρου­δά­κι —σί­γου­ρα ὄ­χι δι­κό του— ποὺ ἡ νο­σο­κό­μα μᾶλ­λον βρῆ­κε στὸ κο­μο­δί­νο καὶ θε­ώ­ρη­σε πὼς τοῦ ἀ­νῆ­κε. Τὸ κι­νη­τὸ ἄρ­χι­σε νὰ κου­δου­νί­ζει. Στὴν ὀ­θό­νη σχη­μα­τί­στη­κε ἡ φρά­ση «ἄ­γνω­στος ἀ­ριθ­μός». Τὸ σή­κω­σα κα­θυ­στε­ρη­μέ­να, ψέλ­λι­σα ἕ­να ξέ­πνο­ο ἐμ­πρὸς ἀλ­λὰ ὅ­ποι­ος καὶ νὰ ἦ­ταν, τὸ ἔ­κλει­σε χω­ρὶς κου­βέν­τα. Σκέ­φτη­κα πὼς θά ’­πρε­πε νὰ ὁ­ρί­σου­με ἕ­ναν χῶ­ρο στὸ πάρ­κο, στὴν ἄ­δεια στέρ­να ἴ­σως, κά­τω ἀ­π’ τὰ πλα­τά­νια, ὅ­που θὰ μα­ζεύ­α­με ὅ­λα τὰ ὀρ­φα­νὰ πλέ­ον κι­νη­τὰ κι αὐ­τὰ θὰ χτυ­ποῦ­σαν ἀ­συν­τό­νι­στα. Κλή­σεις ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους ποὺ δὲν θὰ εἶ­χαν ἀ­κό­μα ἐ­νη­με­ρω­θεῖ, ἢ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς τοὺς ἴ­διους, ποὺ θὰ κα­λού­σα­με ποὺ καὶ ποὺ κι ἄς μὴν πε­ρι­μέ­να­με ἀ­πάν­τη­ση. Θὰ συν­θέ­τα­με ἔ­τσι τὴν με­λω­δί­α τῆς θλί­ψης καὶ τὰ που­λιὰ στὸ πάρ­κο θὰ ἔ­φευ­γαν στὸν οὐ­ρα­νό, δι­ωγ­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­κα­τα­νό­η­το ἦ­χο τῶν ἀν­θρώ­πων.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γιά­ννης Καρ­κα­νέ­βα­το­ς  (Σέρ­ρες, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο (ΕΜΠ) καὶ κι­νη­μα­το­γρά­φο στὴ σχο­λὴ Σταυ­ρά­κου. Ἐρ­γά­στη­κε πολ­λὰ χρό­νια στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ σὰν μη­χα­νι­κὸς ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (σκη­νο­θε­σία), μὲ τὸ video art (θέ­α­τρο) καὶ μὲ τὴν γρα­φὴ (σε­νά­ρια, δι­η­γή­μα­τα). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μα­θαί­νον­τας Πο­δή­λα­το (ἐκ­δ. Κέ­δρος, 2013).



		

	

Φω­τει­νὴ Βα­σι­λο­πού­λου: Στὴν πυ­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα


basilopouloufoteini-stinpyratouerota-eikona-04


Φω­τει­νὴ Βα­σι­λο­πού­λου

Στὴν πυ­ρὰ τοῦ ἔ­ρω­τα


E-Epsilon-SomataΙΧΑ ΣΚΟΠΙΜΑ δι­α­λέ­ξει τὸ μέ­ρος. Νά ’­χει θέ­α. Ἂν ἔ­βλε­πα νὰ περ­νά­ει κά­τι πιὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον, κά­τι πιὸ ἀρ­σε­νι­κὸ καὶ πιὸ με­γά­λο, θὰ τὸν πα­ρα­τοῦ­σα σύ­ξυ­λο. Κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ σύ­ξυ­λο, για­τὶ πά­νω σὲ μιὰ στοί­βα μὲ ξύ­λα τὸ κά­να­με. Ἦ­ταν ἕ­να παι­χνί­δι ρό­λων στὸν τό­πο καὶ στὸν χρό­νο γιὰ νὰ το­νώ­σου­με τὴν ἐ­ρω­τι­κή μας ζω­ή. Πυ­ρά. Κυ­νή­γι μα­γισ­σῶν. Ρου­έν. Με­σαί­ω­νας.

       Ὁ καυ­τὸς ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κος ἥ­λιος μὲ εἶ­χε βα­ρέ­σει κα­τα­κού­τε­λα μα­ζὶ καὶ οἱ ἑ­φτὰ μαρ­γα­ρί­τες ποὺ εἶ­χα κα­τε­βά­σει, ἀλ­λὰ πῶς θέ­λε­τε νὰ φτια­χτῶ; Μὲ ἀ­λό­η βέ­ρα;

       Ὁ δι­κός μου εἶ­χες ἄ­γρι­ες ὀ­ρέ­ξεις. Ἔλ­πι­ζα νὰ μὴν τὸ πα­ρα­κά­νει μὲ τὸ ψη­στή­ρι καὶ γί­νω πα­ρα­νά­λω­μα τοῦ πυ­ρὸς σὰν πραγ­μα­τι­κὴ μά­γισ­σα, για­τὶ σὺν τοῖς ἄλ­λοις εἶ­μαι ὑ­πέρ­μα­χος τῆς ὠ­μο­φα­γί­ας. Καὶ ὄ­χι μό­νο. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ ἔ­χω ἐ­γὼ τὸ πά­νω χέ­ρι. Γι’ αὐ­τὸ ἤ­μουν σκυμ­μέ­νη στὰ τέσ­σε­ρα καὶ μὲ τὰ δυ­ό μου χέ­ρια κρα­τοῦ­σα κλει­σμέ­να τὰ μά­τια του. Τοῦ τὰ ’­σφιγ­γα τό­σο πο­λύ —τὰ μά­τια πάν­τα— ποὺ τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα τοῦ φαί­νον­ταν αἰ­ῶ­νες. Οἱ πιὸ σκο­τει­νοὶ αἰ­ῶ­νες ποὺ εἶ­χε ζή­σει ἢ θὰ ζοῦ­σε πο­τέ. Για­τί δὲν νο­εῖ­ται Με­σαί­ω­νας χω­ρὶς ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι καὶ Σκο­τει­νοὺς Αἰ­ῶ­νες.

       Ἀλ­λὰ κι ἐ­γὼ εἶ­χα πιὸ ἄ­γρι­ες δι­α­θέ­σεις. Θὰ σὲ φά­ω, θὰ σὲ κα­τα­βρο­χθί­σω, τοῦ εἶ­πα ξε­κι­νών­τας τὰ προ­κα­ταρ­κτι­κά. Μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ ξε­κι­νῶ ἀ­πὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ κε­ραί­ας καὶ με­τὰ νὰ κα­τε­βαί­νω χα­μη­λά. Πο­λὺ χα­μη­λά. Ἡ πτώ­ση καὶ ὁ ἐ­ξευ­τε­λι­σμὸς μὲ φτιά­χνουν, μ’ ἀ­νε­βά­ζουν ψη­λά, πο­λὺ ψη­λά. Μέ­χρι κε­ραί­ας ξα­νά, τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χα ἐ­ξα­φα­νί­σει ἀ­πὸ ὥ­ρα. Για­τί ἐ­γώ, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὶς ἄλ­λες, ποὺ ἄλ­λα ὑ­πό­σχον­ται καὶ ἄλ­λα κά­νουν, κρα­τῶ τὸν λό­γο μου. Σὲ λί­γο, πα­ρὰ τὶς ἔν­το­μες δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες του, κα­τα­βρό­χθι­σα καὶ τὸν ὑ­πό­λοι­πο. Τὸ κε­φά­λι, τὰ φτε­ρά, τὸν θώ­ρα­κα, τὴν κοι­λιά. Ὅ­λα ἐ­κτὸς ἀπ’ τὸ κεν­τρί του. Μό­νο τὸ κεν­τρὶ του ἀ­πό­με­νε νὰ κου­νι­έ­ται μέ­σα μου.

       Μὴν κου­νι­έ­σαι μω­ρό μου, —κεν­τρί μου ἤ­θε­λα νὰ πῶ— τε­λει­ώ­νω. Ναί, ὅ­που νά ’­ναι τε­λει­ώ­νω. Μὴν κου­νι­έ­σαι! Δὲν πρό­κει­ται νὰ μοῦ ξε­φύ­γεις. Ἐ­ξάλ­λου, ἐ­σὺ ξε­κί­νη­σες τὴν κου­βέν­τα γιὰ ἀ­πο­γό­νους. Καὶ τό ’­ξε­ρες ὅ­τι γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη γε­νιὰ χρει­ά­ζο­μαι πρω­τε­ΐ­νες, μπό­λι­κες πρω­τε­ΐ­νες. Τί νὰ κά­νου­με; Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ μοί­ρα τοῦ εἴ­δους μας. Δὲ φταί­ω ἐ­γὼ ποὺ ἐ­κτὸς ἀ­πὸ ὠ­μο­φά­γος εἶ­μαι καὶ ὁ­μο­φά­γος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Τὸ πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Δημήτρης Κουκουλᾶς: Στὸ μετρό

koukoulasdimitris-stometro-eikona-01


Δη­μή­τρης Κου­κου­λᾶς


Στὸ με­τρό


03-alpha-01ΚΟΥΣ ΡΕ ΣΥ τί ἔ­γι­νε σή­με­ρα μὲ τὴ Μα­ρί­α;

— Τί; Ρω­τά­ει, ὁ ἄν­δρας.

— Τῆς ἔ­πε­σε ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα ἕ­να χά­πι ποὺ δὲν τὸ πρό­σε­ξε.

           — Καὶ λοι­πόν;

           — Τὸ πῆ­ρε κρυ­φὰ ὁ Θα­νά­σης. Καὶ κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ αὐ­τὴ βγῆ­κε, μᾶς εἶ­πε πὼς εἶ­ναι φάρ­μα­κο γιὰ σχι­ζο­φρέ­νεια! Ξέ­ρει αὐ­τὸς ἀ­πὸ φάρ­μα­κα.

           — Σο­βα­ρὰ μι­λᾶς;

           — Ναὶ ρὲ σύ. Ἄ­κου ρὲ γα­μῶ­το ἐ­ξή­γη­ση! Τό­σο και­ρὸ νὰ μὴν ξέ­ρω τί­πο­τα! Νὰ κά­νου­με πα­ρέ­α νὰ εἶ­ναι ἡ ἄλ­λη σχι­ζο­φρε­νής, νὰ κιν­δυ­νεύ­ω ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ καὶ αὐ­τὴ οὔ­τε κου­βέν­τα. Τὸ φαν­τά­ζε­σαι δη­λα­δή;

           — Ναί, ἔ­χεις δί­κιο!


(Κά­θον­ται στὸ ἀ­πέ­ναν­τί μου κά­θι­σμα. Ἕ­νας ἄν­τρας καὶ μιὰ γυ­ναί­κα γύ­ρω στὰ 45. Φο­ρᾶ­νε ροῦ­χα σι­νι­ὲ καὶ φαί­νον­ται ἀ­ε­ρά­τοι. Κου­βεν­τιά­ζουν με­γα­λό­φω­να μὲ αὐ­τὴ τὴν ἄ­νε­ση ποὺ δί­νει στὶς με­γα­λου­πό­λεις ἡ ἀ­νω­νυ­μί­α τοῦ πλή­θους. Εἶ­ναι ἀρ­γὰ τὸ με­ση­μέ­ρι. Μό­λις ἔ­χουν σχο­λά­σει… Στε­λέ­χη μὲ πό­στα καὶ πτυ­χί­α…)


Κα­τέ­βη­κα στὴν πρώ­τη στά­ση, ποὺ δὲν ἦ­ταν ὁ προ­ο­ρι­σμός μου…

Κα­τέ­βη­κα νὰ πά­ρω ἀ­νά­σα.

Λί­γο ἀ­έ­ρα μέ­σα στὴ σή­ραγ­γα!

Μέ­σα στὸ τοῦ­νελ!


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μή­τρης Κου­κου­λᾶς (Μεσ­ση­νί­α, 1947). Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλλογὲς διηγημάτων Τὰ Φορ­τη­γὰ καὶ Ἄλ­λες Ἱ­στο­ρί­ες (ἐκδ. Ἀπόπειρα, 2011) καὶ Βαρκαρόλα στὴν κοί­τη τῆς πό­λης (ἐκδ. Εὔ­μα­ρος, 2016), κα­θὼς καὶ τὸ χρο­νι­κὸ Οἱ Ἀριστεριστές (ἐκδ. Εὔ­μα­ρος, 2015). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἱ­στο­λό­γιο navarino-s .