Ἀρχοντούλα Διαβάτη: Ὅταν ἐμφανίστηκε ἐκεῖνος ὁ πόνος στὸ γόνατο


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη


Ὅ­ταν ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το


ΤΑΝ ΕΜΦΑΝΙΣΤΗΚΕ ξαφ­νι­κὰ ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­νος στὸ γό­να­το μιὰ κα­λὴ ἡ­μέ­ρα τῆς ἑ­βδο­μά­δας, ἄρ­χι­σα νὰ ρω­τά­ω πε­ρὶ τοῦ θέ­μα­τος γνω­στοὺς καὶ φί­λους καὶ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο . Τε­λι­κὰ ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι κα­λὴ αἰ­τί­α γιὰ νὰ κοι­νω­νι­κο­ποι­η­θεῖς καὶ πά­λι, νὰ ἐν­τα­χτεῖς σὲ ὁ­μά­δες, νὰ ἐν­δυ­νά­μω­σεις τὴν αἴ­σθη­ση τοῦ «ἀ­νή­κειν», ὅ­ταν κα­τε­στραμ­μέ­νες ἀρ­θρώ­σεις καὶ ἀρ­θρο­πλα­στι­κὲς καὶ ἐμ­φυ­τεύ­μα­τα ἀ­πὸ ἀ­τσά­λι, εἶ­ναι ἔν­νοι­ες ποὺ ἀ­να­τέλ­λουν στὴ ζω­ή σου. Εἶ­χα κοι­νὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ μὲ τό­σους ἄλ­λους θὰ μοι­ρα­ζό­μουν μα­ζί τους ἀ­ξί­ες καὶ στά­σεις καὶ θὰ προ­σορ­μι­ζό­μουν ἀ­σφα­λὴς στὴν θερ­μό­τη­τα τῆς ἀ­πο­δο­χῆς τους, μὲ τὴ φι­λί­α καὶ τὴν ἀλ­λη­λεγ­γύ­η τους θὰ πο­ρευ­ό­μουν.

        Προ­τι­μοῦ­σα βέ­βαι­α συ­νειρ­μοὺς ποὺ ἔ­χουν σχέ­ση μὲ «Τὸ γό­να­το τῆς Κλαί­ρης», τοῦ Ρο­μὲρ , ἀ­νά­λα­φρου δη­μι­ουρ­γοῦ τοῦ γαλ­λι­κοῦ νέ­ου κύ­μα­τος καὶ τὴν σχε­τι­κὴ ἔ­ξα­ψη φαν­τα­σι­ώ­σε­ων ποὺ πα­ρα­πέμ­πουν στὶς ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες τῆς ἀν­τρι­κῆς σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας, συ­νειρ­μοὺς ἐν­θαρ­ρυν­τι­κοὺς ὁ­πωσ­δή­πο­τε ὅ­μως μᾶλ­λον ἀ­νε­πί­και­ρους γιὰ τὴν πε­ρί­πτω­σή μου.

        Ἕ­να πο­νε­μέ­νο γό­να­το εἶ­ναι ἄ­ρα­γε ἐ­πέ­λα­ση γη­ρα­τει­ῶν – πα­ρω­δί­α καὶ σφα­γὴ καὶ ἀρ­τη­ρι­ο­σκλή­ρω­ση κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ καὶ με­τα­φο­ρι­κά; Ἄς προ­τι­μή­σω κα­λύ­τε­ρα νὰ μπῶ σὲ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ὁ­μά­δα στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α νὰ με­λε­τή­σω ἄρ­θρα γιὰ τὸ «Γό­να­το τῆς Κλαί­ρης» καὶ τὴν πο­λυ­λο­γί­α ποὺ εἰ­σή­γα­γε στὸ σι­νε­μὰ ὁ Ἐ­ρὶκ Ρο­μέρ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ. Τελευταῖο της βιβλίο: Κινητὴ γιορτή (διηγήματα, Νη­σί­δες, 2018).


			

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol): Ὁ πάνθηρας



Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol)


Ὁ πάν­θη­ρας

(La pantera)


Γιὰ τὴν Ἐ­λέ­να Πο­νι­α­τόφ­σκα

ΑΝΕΝΑ ἀ­π’ ὅ­σα μα­γι­κὰ δι­α­βή­κα­νε τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Ἔ­κτο­τε, ὅ,τι κι ἂν συ­νέ­λα­βα, δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ φτά­σει τὸν ἔ­ξο­χο αὐ­τὸ συν­δυα­σμὸ λε­πτό­τη­τας καὶ ἀ­γρι­ό­τη­τας. Τὶς νύ­χτες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν —εὐ­δι­ά­θε­τος ἀρ­χι­κά, δί­χως ὅ­μως ὑ­πο­μο­νὴ τε­λι­κὰ κι ἕ­τοι­μος νὰ βά­λω τὰ κλά­μα­τα— ἐ­κλι­πα­ροῦ­σα γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α του. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε πὼς μὲ τὸ νὰ ὑ­πο­δύ­ο­μαι τό­σο συ­χνὰ στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τοὺς κλέ­φτες, θὰ ἔ­φτα­να στὸ τέ­λος νὰ τοὺς δῶ στὸν ὕ­πνο μου. Πράγ­μα­τι, μὲ τὸ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ δι­α­κο­πές, ἡ κα­τα­δί­ω­ξη καὶ ἡ ἀ­τι­μί­α, ἡ ὀρ­γὴ καὶ τὸ αἷ­μα ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν τα­κτι­κὰ τὶς νύ­χτες μου. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη το νὰ πά­ει κα­νεὶς στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο δὲν σή­μαι­νε τί­πο­τε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μί­α καὶ μό­νο ται­νί­α, πα­ραλ­λαγ­μέ­νη ἐ­λα­φρῶς ἀ­πὸ προ­βο­λὴ σὲ προ­βο­λή: τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο θέ­μα συ­νι­στοῦ­σε χο­ρη­γί­α τῶν συμ­μα­χι­κῶν δυ­νά­με­ων ἐ­νάν­τια στὰ στρα­τεύ­μα­τα τοῦ Ἄ­ξο­να. Μιὰ τρι­πλῆ βρα­δι­νὴ προ­βο­λὴ (κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α εἴ­δα­με μὲ ἀ­νεί­πω­τη ἡ­δο­νὴ ὅλ­μους νὰ πέ­φτουν βρο­χὴ σ’ ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ Βε­ρο­λί­νο ὅ­που κτί­ρια, ὀ­χή­μα­τα, να­οί, ὄ­ψεις καὶ πα­λά­τια χά­νον­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο πύ­ρι­νο πο­τά­μι· με­γα­λό­πνο­ους ὅρ­κους ἀ­γά­πης, τὸ ἡ­μί­φως τῶν ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κῶν κα­τα­φυ­γί­ων σ’ ἕ­να Λον­δί­νο σπα­σμέ­νων ὀ­βε­λί­σκων καὶ ψη­λῶν κτι­ρί­ων δί­χως προ­σό­ψεις καὶ τὶς μποῦ­κλες τῆς Βε­ρό­νι­κας Λέ­ικ νὰ ἀν­τέ­χουν ἀ­τά­ρα­χες τὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ θραύ­σμα­τα ὅ­ση ὥ­ρα μιὰ ὁ­μά­δα πλη­γω­μέ­νων στρα­τι­ω­τῶν ἐκ­κέ­νω­νε κά­ποι­α βρα­χο­νη­σί­δα τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ) ὁ­δή­γη­σε στὸ νὰ μπεῖ τὸ σφύ­ριγ­μα ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες τὴ νύ­χτα στὸ δω­μά­τιό μου καὶ ἀ­μέ­τρη­τα δι­α­με­λι­σμέ­να κορ­μιὰ καὶ κρα­νί­α νο­σο­κό­μων νὰ μὲ ἐ­κτο­ξεύ­σουν τρο­μαγ­μέ­νο ν’ ἀ­να­ζη­τή­σω κα­τα­φύ­γιο στὸ δω­μά­τιο τῶν με­γά­λων μου ἀ­δελ­φῶν.

       Ἔ­χον­τας συ­ναί­σθη­ση τῶν κιν­δύ­νων, ἐ­πι­νό­η­σα αὐ­το­σχέ­δια παι­χνί­δια μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­νεὶς δὲν δι­α­σκέ­δα­ζε. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα τὸν συ­νή­θη ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἀ­στυ­νό­μων καὶ κλε­φτῶν καὶ τὸν και­νού­ριο, τὸν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση καὶ τὴ μό­δα, με­τα­ξύ των συμ­μά­χων καὶ τῶν Γερ­μα­νῶν μὲ τὸν ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἄ­γρι­ων καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στων, πρω­τα­γω­νι­στῶν. Παι­χνί­δια στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες ἐ­ξα­πέ­λυ­αν αἰφ­νι­δι­α­στι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ κά­ποι­ο χω­ρι­ου­δά­κι, φρε­νή­ρη κυ­νη­γη­τὰ κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες οὔρ­λια­ζαν ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­νί­α μὲ τὸ ποὺ πα­γι­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ ἀ­δί­στα­κτους κυ­νη­γούς, αἱ­μα­τη­ρὲς μά­χες ἀ­νά­με­σά σε πάν­θη­ρες καὶ κα­νί­βα­λους. Οὔ­τε αὐ­τά, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ συ­χνό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζα βι­βλί­α μὲ πε­ρι­πέ­τει­ες στὴ ζούγ­κλα κα­τέ­στη­σαν δυ­να­τὴ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ ὁ­ρά­μα­τος.

       Ἡ εἰ­κό­να του πα­ρέ­μει­νε στα­θε­ρὴ γιὰ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ πο­λὺ με­γά­λο. Δι­α­πί­στω­να μὲ ἀ­πά­θεια πὼς ἡ φι­γού­ρα ἐ­πέ­στρε­φε κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νη, πὼς ἀρ­γο­σβή­να­νε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Ἡ χει­μαρ­ρώ­δης ρο­ὴ λή­θης καὶ ἀ­νά­μνη­σης ποὺ εἶ­ναι ὁ χρό­νος κα­τα­λύ­ει τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει κα­νεὶς μιὰ γιὰ πάν­τα στὴ μνή­μη του κά­ποι­α αἴ­σθη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πό­τε-πό­τε ἐ­πι­τα­κτι­κὴ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­κού­σω τὸ μή­νυ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τά μου τὸν εἶ­χε ἐμ­πο­δί­σει νὰ με­τα­δώ­σει τὴ νύ­χτα τῆς ἐμ­φά­νι­σής του. Τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ καὶ πε­λώ­ριο ζῶ­ο, ποὺ ἡ στιλ­πνὴ σκο­τει­νιά του συ­να­γω­νι­ζό­ταν τὴ νύ­χτα, χά­ρα­ξε μὲ τὸ ἁρ­μο­νι­κὸ βῆ­μα του πε­ρι­με­τρι­κὰ στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἕ­ναν κύ­κλο, κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καί, βλέ­πον­τας τὸν τρό­μο τὸν ὁ­ποῖ­ο μοῦ προ­ξέ­νη­σε ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, τὰ ξα­νά­κλει­σε θιγ­μέ­νο. Ἡ ἀ­πο­χώ­ρη­σή του ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξί­σου νε­φε­λώ­δης μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴ λι­γο­ψυ­χί­α μου. Ἡ μομ­φὴ ἦ­ταν πὼς μπό­ρε­σα καὶ φαν­τά­στη­κα ὅ­τι τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ θη­ρί­ο ἔ­χει τὴ δι­ά­θε­ση νὰ μὲ κα­τα­σπα­ρά­ξει. Τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν βλέμ­μα ἀ­γά­πης, πα­ρα­κλη­τι­κό, τὸ ρύγ­χος του ἔ­μοια­ζε νὰ ἐ­πι­ζη­τᾶ τὴ θω­πεί­α καὶ τὸ παι­χνί­δι μᾶλ­λον πα­ρὰ τὴν ἐ­πι­γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος.

       Νέ­ες στιγ­μὲς ἦλ­θαν καὶ κα­τέ­λα­βαν τὴ θέ­ση τῶν πα­λι­ῶν. Ἄλ­λα ὄ­νει­ρα ἐ­ξά­λει­ψαν ὅ,τι γιὰ τό­σες μέ­ρες ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­κλό­νη­τό μου πά­θος. Τὰ παι­χνί­δια μὲ τοὺς πάν­θη­ρες ἔ­φτα­σαν νὰ μοῦ φαί­νον­ται ὄ­χι μό­νο χα­ζὰ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τα ἐ­φό­σον δὲν θυ­μό­μουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὴ γε­νε­σι­ουρ­γό τους αἰ­τί­α. Μπό­ρε­σα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν μα­θη­μά­των μου, κό­πια­ζα νὰ καλ­λι­ερ­γή­σω τὸν γρα­φι­κό μου χα­ρα­κτή­ρα καὶ νὰ μά­θω νὰ δου­λεύ­ω μὲ πά­θος χρώ­μα­τα καὶ γραμ­μές.

       Χρει­ά­στη­καν νὰ με­σο­λα­βή­σουν εἴ­κο­σι χρό­νια, χρό­νια ἀ­σή­μαν­τα, εὐ­τυ­χι­σμέ­να, βά­ναυ­σα, ἔν­το­να, θαμ­πά, ἄ­χα­ρα καὶ εὐ­οί­ω­να, τα­ραγ­μέ­να, ἀ­πα­τη­λὰ καὶ ζο­φε­ρά, ὥ­σπου νὰ ἔλ­θει ἡ χτε­σι­νὴ νύ­χτα, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­τα, ὅ­πως στὰ μι­σά του ἄ­γριου ἐ­κεί­νου παι­δι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἄ­κου­σα ἐκ νέ­ου το ἀγ­κο­μα­χη­τὸ κά­ποι­ου ζώ­ου, κα­θὼς αὐ­τὸ εἰ­σέ­βαλ­λε στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Τὸ πα­ρά­λο­γο τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­βα­λι­κεύ­ει τὸ εἶ­ναι μας καλ­πά­ζει ἐ­νί­ο­τε τό­σο ξέ­φρε­να, ὥ­στε ἐ­πι­χει­ροῦ­με δει­λὰ νὰ προ­φυ­λα­χθοῦ­με σ’ αὐ­τὸ τὸ μου­χλι­α­σμέ­νο σύ­νο­λο ἀ­πὸ κα­νό­νες μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρι­στά­νου­με ὅ­τι ρυθ­μί­ζου­με τὴν ὕ­παρ­ξη, στοὺς κε­νοὺς αὐ­τοὺς κα­νό­νες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πο­πει­ρώ­μα­στε ν’ ἀ­να­χαι­τί­σου­με τὴν πτή­ση τῶν πιὸ βα­θι­ῶν ἐν­στί­κτων μας. Ἔ­τσι, καὶ στὸ ὄ­νει­ρο ἀ­κό­μη, ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ κά­ποι­α λο­γι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση: ὑ­πο­στή­ρι­ξα πὼς τὸν θό­ρυ­βο τὸν προ­κά­λε­σε ἡ εἴ­σο­δος μιᾶς γά­τας ἡ ὁ­ποί­α ἐρ­χό­ταν συ­χνὰ-πυ­κνὰ στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ἀ­πο­φά­για. Ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­τι, ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τή, ἔ­πε­φτα ξα­νὰ γιὰ ὕ­πνο προ­τοῦ ξυ­πνή­σω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λη­φθῶ σὲ πλή­ρη δια­ύγεια τὴν πα­ρου­σί­α του στὸ πλά­ι μου. Στε­κό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λος χα­ρά. Μέ­σα στὸ ὄ­νει­ρο μπό­ρε­σα νὰ ἀ­να­κα­λέ­σω στὴ μνή­μη μου τὸ προ­γε­νέ­στε­ρο ὅ­ρα­μα. Τὰ χρό­νια ποὺ με­σο­λά­βη­σαν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει ἁ­πλῶς νὰ με­τα­βά­λουν με­ρι­κῶς τὸ σκη­νι­κό. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ τὰ βα­ριά, σκου­ρό­χρω­μα, ξύ­λι­να ἔ­πι­πλα, οὔ­τε κι ὁ πο­λυ­έ­λαι­ος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου· οἱ τοῖ­χοι ἦ­ταν ἀλ­λι­ώ­τι­κοι, μό­νο ἡ προ­σμο­νή μου καὶ ὁ πάν­θη­ρας δὲν εἶ­χαν με­τα­βλη­θεῖ: λὲς καὶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ νύ­χτα ἴ­σα­με τὴν ἄλ­λη δὲν εἶ­χαν με­σο­λα­βή­σει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Μὲ δι­α­πέ­ρα­σε ἕ­να αἴ­σθη­μα χα­ρᾶς, ἀ­να­με­μειγ­μέ­νο μ’ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο. Ἔ­φε­ρα στὴ μνή­μη μου μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τὰ συμ­βάν­τα τῆς πρώ­της ἐ­πί­σκε­ψης, προ­ση­λω­μέ­νος καὶ ἀ­νή­συ­χος, ἐν ἀ­να­μο­νὴ τοῦ μη­νύ­μα­τός του.

       Κα­μιὰ βι­α­σύ­νη δὲν κα­τέ­λα­βε τὸ ζῶ­ο. Ἔ­φτα­σε βολ­τά­ρον­τας μπρο­στά μου μὲ βῆ­μα τεμ­πέ­λι­κο, δι­α­γρά­φον­τας μι­κροὺς κύ­κλους· ὕ­στε­ρα, πλη­σί­α­σε τὸ τζά­κι μ’ ἕ­ναν γεν­ναῖ­ο πῆ­δο, ἀ­νά­δευ­σε μὲ τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια τὶς στά­χτες καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ κέν­τρο τοῦ δω­μα­τί­ου· μὲ κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ἐν­τέ­λει νὰ μι­λή­σει.

       Ὅ­λα ὅ­σα θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ βί­ω­σα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ θὰ τὴν ἔ­κα­ναν ἁ­πλῶς νὰ φα­νεῖ φτω­χό­τε­ρη. Τὸ πε­πρω­μέ­νο μου ἀ­πο­κα­λυ­πτό­ταν πεν­τα­κά­θα­ρα στὰ λό­για τῆς σκο­τει­νῆς αὐ­τῆς θε­ό­τη­τας. Ἡ εὐ­φρο­σύ­νη τὴν ὁ­ποί­α αἰ­σθάν­θη­κα προ­σέγ­γι­σε μιὰ τε­λει­ό­τη­τα ἀ­βά­στα­χτη. Ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ συγ­κρί­νω μὲ τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε. Τί­πο­τε, οὔ­τε καν κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φευ­γα­λέ­ες, ἐ­φή­με­ρες στιγ­μὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες βι­ώ­νον­τας τὴν εὐ­τυ­χί­α δι­αι­σθα­νό­μα­στε τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, δὲν μοῦ προ­ξέ­νη­σε τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ μοῦ προ­ξε­νή­σει τὸ μή­νυ­μα αὐ­τό.

       Ξύ­πνη­σα λό­γῳ τῆς ἔν­το­νης συγ­κί­νη­σης, τὸ ὅ­ρα­μα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε· μο­λον­τοῦ­το, ἐ­πέ­ζη­σαν, λὲς καὶ εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ πά­νω σε μέ­ταλ­λο, τὰ προ­φη­τι­κὰ ἐ­κεῖ­να λό­για τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τέ­γρα­ψα ἀ­μέ­σως σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ ποὺ βρέ­θη­κε ἐ­πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ κρε­βά­τι, μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­σω πὼς κά­ποι­ο αἴ­νιγ­μα, τὸ ἀ­λη­θι­νὸ αἴ­νιγ­μα, εἶ­χε μό­λις ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θεῖ, καὶ πὼς τὰ ἐμ­πό­δια τα ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν με­τα­τρέ­ψει τὶς μέ­ρες μου σὲ χρό­νο δί­χως ὁ­ρί­ζον­τες κα­ταρ­ρί­πτον­ταν ἡτ­τη­μέ­να.

       Χτύ­πη­σε τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Κοί­τα­ξα μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση τὸ χαρ­τὶ ἐ­πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν χα­ραγ­μέ­νες οἱ δώ­δε­κα αὐ­τὲς δι­α­φω­τι­στι­κὲς λέ­ξεις. Τὸ νὰ δώ­σω ἕ­ναν πῆ­δο καὶ νὰ τὶς δι­α­βά­σω ἦ­ταν ὅ,τι εὐ­κο­λό­τε­ρο μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μοῦ φά­νη­κε πὼς μιὰ τέ­τοι­α ἀ­με­σό­τη­τα δὲν συ­νά­δει πρὸς τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς πε­ρί­στα­σης. Ἀν­τὶ νὰ ὑ­πο­κύ­ψω στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α, κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ μπά­νιο· ντύ­θη­κα ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά, ἐ­σκεμ­μέ­να φει­δω­λός· ἤ­πια ἕ­να φλι­τζά­νι κα­φὲ κι ὕ­στε­ρα, τρε­μου­λι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο, ἔ­τρε­ξα νὰ δι­α­βά­σω τὸ μή­νυ­μα.

       Εἴ­κο­σι χρό­νια ἄρ­γη­σε ὁ πάν­θη­ρας νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νι­στεῖ. Θὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος λό­γος γιὰ τὴν κα­τά­πλη­ξη ποὺ μοῦ προ­ξέ­νη­σε καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις. Τὰ συμ­πα­ρο­μαρ­τοῦν­τα τοῦ ὀ­νεί­ρου δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν σὲ ἁ­πλὲς συμ­πτώ­σεις. Ὄ­χι· κά­τι στὸ βλέμ­μα του, κά­τι στὴ φω­νή του ἰ­δί­ως, ἄ­φη­νε νὰ ἐν­νο­η­θεῖ πὼς δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο ἡ εἰ­κό­να κά­ποι­ου ζώ­ου ἀλ­λὰ ἡ δυ­να­τό­τη­τα σύν­δε­σης μὲ κά­ποι­α δύ­να­μη καὶ εὐ­φυ­ΐ­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀν­θρώ­πι­να. Καὶ ὀ­φεί­λω, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι οἱ λέ­ξεις τὶς ὁ­ποῖ­ες εἶ­χα κα­τα­γρά­ψει δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ τυ­χαί­α ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ἀ­νώ­δυ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἔ­βγα­ζαν κα­νέ­να νό­η­μα. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα πρὸς στιγ­μὴν μή­πως εἶ­μαι πα­ρά­φρων. Ἐ­πι­χεί­ρη­σα ἐκ νέ­ου νὰ τὰ δι­α­βά­σω προ­σε­χτι­κά, ν’ ἀλ­λά­ξω τὴ σει­ρὰ τῶν λέ­ξε­ων, σὰν νὰ προ­σπα­θῶ νὰ ται­ριά­ξω τὰ κομ­μά­τια κά­ποι­ου πάζλ. Ἕ­νω­σα ὅ­λες τὶς λέ­ξεις κι ἔ­φτια­ξα μί­α καὶ μο­να­δι­κή, πά­ρα πο­λὺ με­γά­λη· με­λέ­τη­σα μί­α-μί­α χω­ρι­στὰ ὅ­λες τὶς συλ­λα­βές. Ἀ­φι­έ­ρω­σα με­ρό­νυ­χτα σὲ ἐν­δε­λε­χεῖς καὶ ἄ­γο­νους φι­λο­λο­γι­κοὺς συν­δυα­σμούς. Δὲν κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­λευ­κά­νω τί­πο­τε· μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὴ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς τὰ κρυμ­μέ­να σύμ­βο­λα ἔ­χουν δι­α­βρω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια εὐ­ή­θεια, τὸ ἴ­διο χά­ος, τὴν ἴ­δια ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α τὴν ὁ­ποί­α ὑ­φί­σταν­ται τὰ κα­θη­με­ρι­νά.

       Ἐν­τού­τοις, τὸ πι­στεύ­ω πὼς μιὰ μέ­ρα ὁ πάν­θη­ρας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει.


Με­ξι­κό, Μά­ϊ­ος τοῦ 1960


Πη­γή: Sergio Pitol, Los mejores cuentos, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2005.

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol) (1933, Που­έμ­πλο – 2018, Χα­λά­πα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε κυ­ρί­ως δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐ­νῶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του εἰ­σή­γα­γε στὴ μυ­θο­πλα­σί­α του στοι­χεῖ­α λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, κα­θὼς καὶ στοι­χεῖ­α ἡ­με­ρο­λο­για­κῆς γρα­φῆς. Ἔ­λα­βε ση­μαν­τι­κὲς τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ξε­χω­ρί­ζουν τὸ βρα­βεῖ­ο Juan Rulfo ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 1999 καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Cervantes ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 2005, ἀμ­φό­τε­ρα γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Τασούλα Τσιλιμένη: Μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες


Τα­σού­λα Τσι­λι­μέ­νη


Μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες


ΗΝ ΕΙΔΑ στὴν Rosener Manzstraat. Ἦ­ταν γύ­ρω στὶς 4:30. Ὁ ἀ­έ­ρας ἀ­πὸ τὴ Βό­ρεια θά­λασ­σα τῆς ἔ­φερ­νε τὰ μαλ­λιὰ στὸ πρό­σω­πο. Εἶ­χε τὰ χέ­ρια στὶς τσέ­πες. Κά­που-κά­που τὰ ἔ­βγα­ζε γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι τὸ μαν­τή­λι στὸ λαι­μὸ ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Εἶ­χε μό­λις ἀ­φή­σει τὴ σκέ­ψη της στὴ φτε­ρω­τή τοῦ Wind Korenmolen de Distilleerketel. Ἴ­σως ὁ μο­να­δι­κὸς ἀ­νε­μό­μυ­λος στὸ Ρό­τερ­νταμ πιά. Ἀ­κού­ει ἀ­κό­μη νο­μί­ζει τὶς φτε­ρω­τὲς καὶ βλέ­πει τὸ εἴ­δω­λό του στὸ κα­νά­λι. Πιὸ ὄ­μορ­φο αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­λη­θι­νό.

       Δὲν θὰ τὴν εἶ­χα ἀν­τι­λη­φθεῖ ἐ­ὰν ὁ ἥ­λιος δὲν βρί­σκον­ταν στὸ τέ­ταρ­το τοῦ μι­σοῦ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ γέρ­νον­τας στὸ Nieuwe Maas. Μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι εἶ­χε χά­σει ὕ­ψος, ἴ­σως νὰ εἶ­χε καὶ δυ­ὸ τρί­α κι­λὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­μοια­ζε νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τί γύ­ρευ­ε σὲ μιὰ χώ­ρα ποὺ βρί­σκε­ται πά­νω ἀ­πὸ τέσσερα μέ­τρα κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῆς θά­λασ­σας, αὐ­τὸ τὸ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Μάρ­τη.

       Σκέ­φτη­κα πό­σος και­ρὸς εἶ­χε πε­ρά­σει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­χα δεῖ γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά. Νὰ ἦ­ταν ἄ­ρα­γε ἐ­κεῖ­νο τὸν Σε­πτέμ­βρη στὰ Κά­στρα; Τὸ μυα­λό μου ξε­στρά­τι­σε στὶς δι­κές του δι­α­δρο­μές. Γνω­ρί­ζον­τας τὸ ἄ­χρο­νο τοῦ χρό­νου καὶ τὸ μη­δὲν τῆς ἀ­πό­στα­σης, ἔ­πια­σε τὴν κλω­στὴ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή.

       Πρέ­πει νὰ ἤ­μουν γύ­ρω στὰ τέσ­σε­ρα ἢ πέν­τε ὅ­ταν τὴν συ­νάν­τη­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρά. Ἡ μά­να μου, λέ­ει, ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πό­γευ­μα κα­λο­και­ριοῦ κι ἐ­γὼ πε­ρί­με­να τὸν πα­γω­τα­τζή. Μὰ αὐ­τὸς ἀρ­γοῦ­σε κι ἔ­τσι ἔ­τρε­ξα στὸ ἀ­πέ­ναν­τι πε­ζο­δρό­μιο νὰ ἐ­λέγ­ξω τὸν δρό­μο στὸ βά­θος, μή­πως καὶ τὸν δῶ. Κι ἀ­φοῦ δὲν φαί­νον­ταν ἑ­τοι­μά­στη­κα νὰ γυ­ρί­σω στὴ θέ­ση μου. Καὶ τό­τε τὴν εἶ­δα!

       Ψη­λὴ κι ἀ­δύ­να­τη! Δυ­ὸ βή­μα­τα ἀ­πὸ μέ­να! Μαρ­μά­ρω­σα. Ἄ­φω­νη τὴν κοι­τοῦ­σα καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω ἀ­πὸ ποὺ ἦρ­θε καὶ πῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ. Στὴν ἀρ­χὴ σκέ­φτη­κα τὸν Με­ση­με­ρά, ἡ μό­νι­μη ἀ­πει­λὴ τῆς μά­νας μου γιὰ νὰ μέ­νω ἥ­συ­χη τὰ με­ση­μέ­ρια, καὶ ἔ­χα­σα κά­θε στα­γό­να σά­λιου. Ὅ­μως κόν­τευ­ε ἐπτὰ τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τὴν κοι­τοῦ­σα ποὺ στέ­κον­ταν ἀ­κί­νη­τη. Ἔ­φε­ρα τὸ χέ­ρι μου στὸ στό­μα. Ὅ­ταν φο­βό­μουν ἔ­βρι­σκα ἀ­κό­μη κα­τα­φύ­γιο στὸν ἀν­τί­χει­ρα. Τὴν εἶ­δα νὰ κά­νει τὸ ἴ­διο, κι αὐ­τὸ μὲ ἀ­να­στά­τω­σε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο για­τί μοῦ θύ­μη­σε ἐ­κεί­νη τὴν φί­λη τῆς για­γιᾶς ποὺ ἔρ­χον­ταν ἀ­πὸ τὸ χω­ριὸ καὶ ὅ­ταν μὲ ἔ­βλε­πε ἀ­φοῦ τσιμ­ποῦ­σε καὶ ξα­να­τσιμ­ποῦ­σε τὰ μά­γου­λά μου τό­σο ποὺ ἐ­γὼ ἔ­βα­ζα τὰ κλά­μα­τα, με­τὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κλαί­ει κι αὐ­τὴ καὶ νὰ κά­νει ὅ­τι ἔ­κα­να ἐ­γώ. Αὐ­τὸ μὲ ἐ­ξα­γρί­ω­νε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Καὶ ὁ μο­να­δι­κὸς τρό­πος νὰ γλι­τώ­σω ἦ­ταν νὰ μεί­νω ἀ­κί­νη­τη καὶ ἀ­μί­λη­τη. Ἔ­τσι κι αὐ­τὴ τό­τε. Ἔ­βα­λε τὸ δά­χτυ­λο στὸ στό­μα της καὶ ἔ­μει­νε ἀ­κί­νη­τη κι ἀ­μί­λη­τη, ὅ­πως ἐ­γώ. Τὸ βλέμ­μα μου εἶ­χε καρ­φω­θεῖ πά­νω της καὶ σχε­δὸν στα­μά­τη­σα νὰ ἀ­να­πνέ­ω. Στὴν ἡ­συ­χί­α τοῦ κα­λο­και­ριοῦ μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­ω τὸν χτύ­πο τῆς καρ­διᾶς μου. Κι ὅ­ταν ἄ­κου­σα καὶ τὸν δι­κό της ἔ­δω­σα μιὰ καὶ μὲ κλει­στὰ μά­τια ἔ­τρε­ξα στὴν  μά­να μου ποὺ μὲ ρω­τοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τί εἶ­χα κι ἔ­κλαι­γα ἔ­τσι. Δὲν μί­λη­σα σὲ κα­νέ­ναν για­υτή. Στὴν ἀρ­χὴ ἀ­πὸ φό­βο. Με­τὰ ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πα ὅ­τι ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ ἔ­μοια­ζε. Ἔ­τσι συ­νή­θι­σα τὴ σι­ω­πη­λή της πα­ρου­σί­α καὶ τὰ παι­χνί­δια μί­μη­σης. Στὴν ἐ­φη­βεί­α μου, τὶς νύ­χτες ποὺ ἐ­πέ­στρε­φα ἀρ­γὰ ἀ­πὸ τὸ φρον­τι­στή­ριο καὶ δι­έ­σχι­ζα ὁ­λο­μό­να­χη τὸ δρό­μο γιὰ τὸ σπί­τι ἀ­κού­γον­τας τὰ πα­πού­τσια μου νὰ σέρ­νουν τὸν φό­βο μου στὶς πλά­κες, ἔ­νι­ω­θα ἀ­να­κού­φι­ση μὲ τὴν πα­ρου­σί­α της. Τῆς ἄ­ρε­σε νὰ ἔρ­χε­ται κυ­ρί­ως ὅ­ταν τὸ φεγ­γά­ρι ἄρ­χι­ζε νὰ γε­μί­ζει. Ὅ­σο πιὸ φω­τει­νὸ ἦ­ταν τό­σο αὐ­τὴ μά­κραι­νε κι ἔ­δει­χνε νὰ μὲ περ­νά­ει δυ­ὸ κε­φά­λια. Πα­ρέ­με­νε πάν­τα ἀ­δύ­να­τη μὲ πό­δια ποὺ θύ­μι­ζαν ξυ­λο­πό­δα­ρο πα­νη­γυ­ριοῦ. Μὲ τὰ χρό­νια καὶ στὴ σκέ­ψη τοῦ πρώ­του μου φό­βου γε­λοῦ­σα, ὅ­πως ἔ­κα­ναν οἱ φί­λες μου ποὺ ἔ­παι­ζαν μα­ζί της, ἄλ­λο­τε τρέ­χον­τας πρὸς αὐ­τὴ γιὰ νὰ τὴν πιά­σουν —κά­ποι­ες προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ τὴν πα­τή­σουν— κι ἄλ­λο­τε νὰ ξε­φύ­γουν ἀ­πὸ αὐ­τή. Ἀρ­γό­τε­ρα, κυ­νη­γών­τας τὴ ζω­ή μου, ἄρ­χι­σα νὰ τὴν ἀ­φή­νω πί­σω.

       Τε­λι­κὰ νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ συ­ναν­τη­θή­κα­με ἦ­ταν ἐ­κεί­νη τὴ νύ­χτα ποὺ κα­τέ­βαι­να ἀ­πὸ τὰ Κά­στρα, με­θυ­σμέ­νη σχε­δόν, τὸν Σε­πτέμ­βριο τοῦ ’85. Περ­πα­τοῦ­σε ἀγ­κα­λιὰ μὲ κά­ποι­ον κι ὅ­λο ἔ­γερ­νε πί­σω τὸ κε­φά­λι καὶ γε­λοῦ­σε, μὲ τρό­πο ποὺ φα­νέ­ρω­νε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη γυ­ναί­κα.

       4:32, στὴν Rosener Manzstraat. Ἔ­βγα­λα τὰ χέ­ρια μου ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θῶ ὅ­τι τὸ μαν­τή­λι στὸ λαι­μὸ ἦ­ταν στὴ θέ­ση του. Ὁ ἀ­έ­ρας μοῦ ἔ­φερ­νε τὰ μαλ­λιὰ στὸ πρό­σω­πο. Εἶ­χα μό­λις κρε­μά­σει τὴ σκέ­ψη μου στὴ φτε­ρω­τή τοῦ Wind Korenmolen de Distilleerketel. Ἴ­σως ὁ μο­να­δι­κὸς ἀ­νε­μό­μυ­λος στὸ Ρό­τερ­νταμ πιά. Ἀ­κού­ω ἀ­κό­μη νο­μί­ζω τὶς φτε­ρω­τὲς καὶ βλέ­πω τὸ εἴ­δω­λό του στὸ κα­νά­λι. Πιὸ ὄ­μορ­φο μοῦ φαί­νε­ται αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὸ ἀ­λη­θι­νό.



Τασούλα Τσιλιμένη (Καλλιπεύκη). Σπούδασε παιδαγωγικά καὶ ἔκανε διδακτορικό στὴν παιδικὴ λογοτεχνία στὸ Τμῆμα Προσχολικῆς Ἐκ­παί­δευσης τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσα­λίας, στὸ οποῖο σήμερα εἶναι Καθηγήτρια. Ἔχει ίδρύσει καὶ εἶναι διευθύντρια τοῦ  ἠλεκτρονικοῦ περιοδικοῦ γιὰ θέματα παιδικῆς λογοτεχνίας ΚΕΙ­ΜΕ­ΝΑ(www.keimena.ece.uth.gr). Ἔχουν ἐκδοθεῖ πάνω από σαράντα βι­βλί­α της γιὰ παιδιὰ καὶ ἐκπαιδευτικούς.

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M. Drew): Ὁ ἀλιγάτορας



Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M. Drew)


­λι­γά­το­ρας

(Alligator)


Ο ΔΕΥΤΕΡΟ ΠΡΑΓΜΑ ποὺ βλέ­πω μό­λις ἀ­νε­βά­ζω τὸ στό­ρι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου εἶ­ναι τὸ δα­κτυ­λι­κὸ ἀ­πο­τύ­πω­μα τῆς γυ­ναί­κας μου πά­νω στὸ τζά­μι. Τὸ πρῶ­το, ἕ­ναν ἀ­λι­γά­το­ρα στὴν πι­σί­να.

       Ἀ­νά­βω τσι­γά­ρο καὶ πιά­νω τὸ κι­νη­τό, Google «δι­α­φο­ρὰ κρο­κό­δει­λος ἀ­λι­γά­το­ρας». Εἶ­χα πά­ψει νὰ χρη­σι­μο­ποι­ῶ γραμ­μα­τι­κὴ στὶς ἀ­να­ζη­τή­σεις μου ἐ­δῶ καὶ χρό­νια. Ἐ­ξοι­κο­νο­μοῦ­σα πο­λὺ χρό­νο, κι ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω τὸ ἴ­διο καὶ στὴν προ­φο­ρι­κή μου ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Αὐ­τὸ λί­γο πρὶν μὲ πα­ρα­τή­σει ἡ γυ­ναί­κα μου. Ἔ­λε­γα ἂς ποῦ­με «δῶ­σε ἁ­λά­τι» ἢ «κλει­διὰ ποῦ». Τὸ μι­σοῦ­σε αὐ­τό, τῆς ἔ­λε­γα λοι­πὸν «χρό­νος χρῆ­μα». Ὄ­χι, ἔ­λε­γε, δου­λειὰ χρῆ­μα.

       Τε­λι­κὰ χά­θη­καν οἱ λέ­ξεις ἀ­νά­με­σά μας. Μιὰ μέ­ρα χά­θη­κε καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ λέ­ξη ἀν­τί­ο.

       Νὰ πῶς μπο­ρεῖς νὰ ξε­χω­ρί­σεις ἕ­να ἀ­λι­γά­το­ρα:

       1) Τὸ ρύγ­χος του εἶ­ναι πλα­τὺ καὶ στρογ­γυ­λε­μέ­νο.

       2) Εἶ­ναι ἱ­κα­νὸς νὰ κρύ­βει τὰ δόν­τια του.

       3) Εἶ­ναι γρή­γο­ρος. Πο­λὺ πιὸ γρή­γο­ρος ἀ­πὸ ἕ­ναν κρο­κό­δει­λο.


Ἡ γυ­ναί­κα μου εἶ­χε νη­κτι­κὴ μεμ­βρά­νη στὰ πό­δια της. Συ­νή­θι­ζα νὰ τὶς φι­λά­ω τὰ δά­χτυ­λα καὶ νὰ παί­ζω μὲ αὐ­τὰ τὸ «πά­ει ὁ λα­γὸς νὰ πι­εῖ νε­ρό». Τῆς ἔ­λε­γα πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ λό­γος ποὺ κο­λυμ­ποῦ­σε τό­σο γρή­γο­ρα. Τό­τε μὲ κοί­τα­ζε μὲ κεῖ­νο τὸ ὕ­φος σὰν νὰ μοῦ ἔ­λε­γε: πα­ρό­λα αὐ­τὰ δυ­ὸ ὧ­ρες προ­πό­νη­ση τὴν ἡ­μέ­ρα δὲν βλά­πτουν.

       Ἀ­νοί­γω τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου καὶ κοι­τά­ζω ἔ­ξω.

       Πῶς θὰ χει­ρί­ζον­ταν τὴν κα­τά­στα­ση συ­νη­θι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι; Ἕ­να φυ­σι­ο­λο­γι­κὸ ζευ­γά­ρι; Τί θὰ ἔ­κα­ναν ἂν ἔ­βρι­σκαν ἕ­ναν ἀ­λι­γά­το­ρα στὴ πι­σί­να; Πι­θα­νὸν νὰ ἔ­πι­α­νε πα­νι­κὸς τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ζευ­γά­ρι. Ἀ­γά­πη, θὰ ἔ­λε­γε ὁ ἄν­δρας. Ἔ­λα νὰ δεῖς κά­τι. Ἔ­πει­τα θὰ κοι­τα­ζόν­του­σαν μὲ ἀ­πο­ρί­α. Ἡ γυ­ναί­κα θὰ ἔ­τρε­χε στὸ δω­μά­τιο τοῦ παι­διοῦ τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἄν­δρας θὰ κα­λοῦ­σε τὸ 112. Θὰ εἰ­δο­ποι­οῦ­σαν τὶς ἀρ­χές. Ἕ­να ἄρ­θρο στὴν το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα. Πι­θα­νὸν θὰ ὀρ­γά­νω­ναν μιὰ ἔ­κτα­κτη συ­νάν­τη­ση μὲ τοὺς γεί­το­νες.

       Ἐ­γώ; Κα­τε­βαί­νω κά­τω στὴν κου­ζί­να καὶ παίρ­νω ἕ­να μα­χαί­ρι ἀ­πὸ τὴ μα­χαι­ρο­θή­κη. Μὲ τὸ τη­λέ­φω­νο στὰ χέ­ρια τσε­κά­ρω τὰ μη­νύ­μα­τά μου (κα­νέ­να) καὶ ἐ­νερ­γο­ποι­ῶ τὸ βίν­τε­ο. Θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὸ κυ­κλο­φο­ρή­σω στὸ δι­α­δί­κτυ­ο. Ἄν­δρας πα­λεύ­ει μὲ ἀ­λι­γά­το­ρα, μὲ ἕ­να μα­χαί­ρι εἴ­κο­σι ἑ­κα­το­στῶν. Θὰ γί­νω ἀ­στέ­ρι στὸ YouTube. Ἕ­να φαι­νό­με­νο τοῦ Twitter. Ὁ κό­σμος θὰ περ­νά­ει δί­πλα μου στὸ δρό­μο καὶ θὰ λέ­ει: εἶ­ναι ὁ Κρο­κο­δει­λά­κιας! Ὄχι ἕ­να μα­χαί­ρι, ἕνα μα­χαί­ρι!

       Πα­τά­ω «ἐγ­γρα­φή» καὶ πλη­σιά­ζω στὴν πι­σί­να. Στέ­κο­μαι στὴν ἄ­κρη της καὶ κοι­τά­ζω προ­σε­χτι­κά. Ὁ ἀ­λι­γά­το­ρας εἶ­ναι ἐ­κεῖ. Δὲν κι­νεῖ­ται. Πε­ρι­μέ­νω νὰ δῶ τὰ μά­τια του νὰ λάμ­πουν κε­χριμ­πα­ρέ­νια ἢ πρά­σι­να, ἀλ­λὰ ὅ­ταν τὸ φῶς ἀ­πὸ τὰ φω­τι­στι­κὰ ἀ­σφα­λεί­ας πέ­φτει πά­νω τους, τὰ μά­τια καῖ­νε μὲ ἕ­να βα­θυ­κόκ­κι­νο χρῶ­μα, σὰν αἷ­μα.

       Εἶ­χα ἀ­δειά­σει τὴν πι­σί­να τὴν ἴ­δια μέ­ρα ποὺ μὲ πα­ρά­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου. Ἀ­πὸ τό­τε δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ με­γά­λη τρύ­πα στὸ χῶ­μα.

       Κα­τε­βαί­νω τὴ σκά­λα τῆς πι­σί­νας καὶ ἀ­κουμ­πῶ τὸ τη­λέ­φω­νο σὲ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ φίλ­τρα νε­ροῦ . Τρα­βά­ω τὸ μα­χαί­ρι ἀ­πὸ τὴ ζώ­νη μου, πλη­σιά­ζω τὸν ἀ­λι­γά­το­ρα μὲ πλά­για βή­μα­τα, σὰν τὸν κά­βου­ρα.

       Ἡ πι­σί­να ἔ­χει τέ­τοι­α κλί­ση ποὺ τὸ ἕ­να της ἄ­κρο εἶ­ναι πέν­τε πό­δια βα­θὺ καὶ τὸ ἄλ­λο ὀ­κτώ. Κα­θὼς κι­νοῦ­μαι δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα τὸ στο­μά­χι του τεν­τώ­νε­ται πρὸς τὰ πά­νω καὶ κά­τι κυ­λά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὴν οὐ­ρά του. Ἕ­να μι­κρὸ ἄ­σπρο αὐ­γό. Τέ­λεια. Ὑ­πάρ­χουν πε­ρί­που πε­νήν­τα ἀ­πὸ δαῦ­τα σω­ρευ­μέ­να σὲ μιὰ γω­νιὰ τῆς πι­σί­νας.

       Γο­να­τί­ζω δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα καὶ ἀ­κουμ­πῶ τὴν πα­λά­μη μου πά­νω στὴ λευ­κὴ κοι­λιά του. Τὸ δέρ­μα εἶ­ναι μα­λα­κὸ καὶ κρα­τών­τας τὸ χέ­ρι μου ἐ­κεῖ με­τρῶ τὸν ἀρ­γὸ παλ­μὸ τῆς καρ­διᾶς του. Κα­θὼς οἱ μῦς του τεν­τώ­νον­ται ὁ ἀ­λι­γά­το­ρας μι­σο­κλεί­νει τὰ μά­τια κι ἕ­να δά­κρυ κά­νει ζὶγκ-ζὰγκ στὰ μά­γου­λά του.

       Καὶ τό­τε ἀρ­χί­ζω νὰ κλαί­ω. Μὲ λυγ­μούς. Πα­ρὰ τὴν θέ­λη­σή μου. Ἀ­δύ­να­τον νὰ στα­μα­τή­σω. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἔ­λε­γε ὅ­τι αὐ­τὸ ἀ­κρι­βῶς ἀ­γα­ποῦ­σε σὲ μέ­να. Τὴν εὐ­αι­σθη­σί­α μου. Ὅ­μως ἔ­λε­γε κι ἄλ­λα πολ­λὰ πρὶν φύ­γει.

       Ἔ­κλαι­γα στὶς ρο­μαν­τι­κὲς ται­νί­ες. Στοὺς γά­μους. Ὅ­ταν ἔ­παι­ζε στὸ ρα­δι­ό­φω­νο τὸ The Winner Takes It All, ἢ τὴν δι­α­φή­μι­ση τῆς μπύ­ρας Budweiser Super Bowl – αὐ­τὴ μὲ συγ­κι­νοῦ­σε κά­θε φο­ρά. Ἐ­κεί­νη μὲ τὸν ἄν­δρα καὶ τὸ ἄ­λο­γό του. Ἡ συν­τρο­φι­κό­τη­τα.

       Γιὰ νὰ εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νὴς ἔ­χω νὰ κλά­ψω ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μὲ πα­ρά­τη­σε ἡ γυ­ναί­κα μου, δὲν ἔ­κλα­ψα οὔ­τε ὅ­ταν εἶ­δα τὸ Κρά­μερ ἐ­ναν­τί­ον Κρά­μερ – αὐ­τὸ κι ἂν ἦ­ταν γιὰ κλά­μα.

       Ξα­πλω­μέ­νος ἀ­νά­σκε­λα δί­πλα στὸν ἀ­λι­γά­το­ρα κοι­τά­ζω τὸν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νό. Ἔ­χω ἁ­πλω­μέ­νο τὸ ἕ­να μου χέ­ρι καὶ σκέ­φτο­μαι ἐ­κεί­νη. Πῶς βου­τοῦ­σε στὴν πι­σί­να, τὴν σκιὰ της κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἀ­ση­μέ­νια ἐ­πι­φά­νεια τοῦ νε­ροῦ, νὰ κο­λυμ­πά­ει μιά, δυ­ό, τρεῖς ἁ­πλω­τές.

       Πῶς κα­θό­μουν μπρὸς ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου μας μὲ ἕ­να πα­κέ­το Μάρ­λμπο­ρο πα­ρα­τη­ρών­τας τὸν κα­πνὸ νὰ δι­α­λύ­ε­ται στὸ ψυ­χρό, γκρί­ζο δει­λι­νό.

       Πῶς πε­ρί­με­να τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἔ­σκα­γε ἀ­πὸ τὸ νε­ρὸ μὲ τὰ χέ­ρια σὲ ἔ­κτα­ση, τὸ κε­φά­λι ριγ­μέ­νο πρὸς τὰ πί­σω κι ἀ­νοι­χτὸ στό­μα, σὰν νὰ κα­τά­πι­νε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ γα­μη­μέ­νο κό­σμο.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση SmokeLong Quarterly (12.11.2018):

http://www.smokelong.com/alligator/

Κρί­στο­φερ Μ. Ντροῦ (Christopher M Drew) εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας ἀ­πὸ τὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ δι­ά­φο­ρα ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως τὰ Third Point Press, Literary Orphans καὶ New Flash Fiction Review. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ δεύ­τε­ρο βρα­βεῖ­ο στοὺς δι­α­γω­νι­σμούς: Bath Flash Fiction καὶ Reflex Fiction καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α Best Small Fictions τὸ 2017 καὶ τὸ 2018. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λη­τὴς στὸ FlashBack Fiction. Μπο­ρεῖς νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σεις μὲ τὸν Chris στὸ Twitter @cmdrew81.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καροφίλιο.



		

	

Αὐ­γὴ Λίλ­λη: Τὸ λα­οῦ­τον



Αὐ­γὴ Λίλ­λη


Τὸ λα­οῦ­τον


Ν ΗΜΟΥΝ ΣΙΟΥΡΟΣ ἂν ἔ­θε­λα νὰ πά­ω. Μᾶλ­λον ἤ­μουν σί­ου­ρος ὅ­τι ἒν ἔ­θε­λα νὰ πά­ω. Για­τὶ ἤ­μα­στουν μα­θη­μέ­νοι ποὺ τὴν ἐ­πο­χὴν ποὺ ἒν εἴ­χα­μεν ἐ­πι­λο­γὴν τζιαὶ ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο, ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λο νὰ λα­λοῦ­με ὅ­τι «ἒν πᾶ­μεν!». Ἄ­μαν ἀ­πο­φα­σί­ζουν οἱ ἄλ­λοι, ἔν’ πάν­τα πιὸ εὔ­κο­λο, ἔν­ναιν ἔ­τσι; «Εἴν­τα πρά­μαν; Νὰ δεί­ξω δι­α­βα­τή­ριο, γιὰ νὰ πά­ω ἔσ­σω* μου; Ποτ­τέ!». Ἔ­τσι ἐ­λα­λού­σα­μεν. Ἔ­τσι ἐ­λά­λουν τζὶ ἐ­γώ. Ἔ, ὕ­στε­ρα ἐ­θώ­ρουν ἕ­νας-ἕ­νας ἐ­πηα­ίνναν, τζιαὶ πο­τού­τους* ποὺ ὁρ­κί­ζουν­ταν ὅ­τι ἒν θὰ πά­σιν, δη­λα­δή. Ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ κα­φε­νές, με­τὰ οἱ για­τροί, μέ* ὥ­ραν εἶ­χα μέ* ὥ­ραν ἔ­κα­μνα, γιὰ νὰ τὸ σκε­φτῶ. Με­τά, ποὺ ἔ­κλει­σα τὸν κα­φε­νέ, εἶ­χα τό­σην πολ­λὴν ὥ­ραν, ποὺ ἒν ἐμ­πο­ροῦ­σα νὰ σκε­φτῶ τί­πο­τε ἄλ­λο. Τζιαὶ ἐ­πήα. Ἐ­χτές. Ἐ­πή­α ἐ­χτές. Μὲ ὅ,τι εἴ­σι­εν μεί­νει. Μό­νο τὸ λα­οῦ­τον ἐ­πί­α­σα τζι­εί­νην τὴν μέ­ρα τζιαὶ μό­νο τὸ λα­οῦ­τον ἐ­πῆ­ρα πί­σω τούν­την μέ­ραν, τὴν μό­νην ἡ­μέ­ραν ποὺ μᾶς ἔ­μει­νεν, τὴν ἡ­μέ­ραν ποὺ εἴ­σι­εν γεν­νη­θεῖ ὁ Χρί­στος μας. Ἔ­τσι, ἦρ­τεν μου τζιαὶ ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πά­ω, νὰ δῶ… Ἄλ­λοι κά­μνουν τά­μα­τα, προ­σευ­χές, κά­μνουν πρό­γραμ­μα πό­τε νὰ πά­σιν, ἐ­μέ­να ἦρ­τεν μου, ἔ­τσι, ἐ­ξε­κί­νη­σα τὸ πρω­ΐν, ἐ­πή­α, ἐ­πέ­ρα­σα πο­τζεῖ, ὣς τὸ με­ση­μέ­ρι, τὴν ὥ­ρα ποὺ οὗλ­λοι ἐ­πρή­ζουν­ταν ποὺ τὰ κρέ­α­τα τζιαὶ τὰ «Χρό­νια πολ­λά», ἐ­γι­ῶ ἐ­πή­α τζιαὶ εἶ­δα τὸ σπί­τι μας. Τζια­μαὶ* ἐ­γεν­νή­θη­κεν ὁ Χρί­στος μας, ἒν ἐ­πρό­λα­βα­μεν νὰ πᾶ­μεν στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ον. Ἐ­στά­θη­κα πό­ξω. Ἒν ἐμ­πή­κα. Εἶ­δα το. Ἔ­μει­να τζια­μαί, ἐ­θώ­ρουν το… Ἐ­σκέ­φτου­μουν… Ἐ­σκέ­φτου­μουν δι­ά­φο­ρα, ἐ­δρῶ­σαν λλί­ον τὰ δά­χτυ­λά μου, ἐ­γλιά­ζαν, ἔ­σφιγ­γά τα, ἀλ­λὰ πά­λε ἐ­γλιά­ζαν πά­νω στὸ λα­οῦ­τον, ἐ­φά­νη­κέν μου πιὸ βα­ρὺ σάν­να*… Ὕ­στε­ρα ποὺ κα­νέ­ναν τέ­ταρ­τον ἔ­φυ­α τζιαὶ ἦρ­τα πί­σω· ἦρ­τα ἔσ­σω. Ἐ­κου­βά­λη­σα μι­τά μου τζαὶ τὸ λα­οῦ­τον τζιαὶ ἔ­βα­λά το πά’ στὸ σέν­τε*. Ἐ­νημ­πο­ρῶ νὰ τὸ κου­βα­λῶ ἄλ­λον.


* ἔσ­σω μου: σπί­τι μου
* πο­τού­τους: ἀ­π’ ἐ­κεί­νους
* μέ… μέ…: μή­τε… μή­τε
* τζια­μαί: ἐ­κεῖ
* μι­τά μου: μα­ζί μου
* σάν­να: λὲς καί (στὰ κυ­πρια­κὰ συ­χνὰ μπαί­νει στὸ τέ­λος τῆς πρό­τα­σης)
* σέν­τε: τὸ πα­τά­ρι


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις, Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.

Νίκος Λυσίκατος: Ὄ­χι μέ­σα στὰ Στάρ­μπακς



Νίκος Λυσίκατος


Ὄ­χι μέ­σα στὰ Στάρ­μπακς


Ε ΤΙΣ ΠΡΩΤΕΣ ΣΤΑΓΟΝΕΣ αἷ­μα ποὺ ἔ­τρε­ξαν ἀ­πὸ τὰ χεί­λη μου, με­τὰ τὸ χα­στού­κι, κα­τά­λα­βα ὅ­τι αὐ­τὴ δὲν θὰ ἦ­ταν μιὰ φυ­σι­ο­λο­γι­κὴ μέ­ρα. Γιὰ κα­νέ­να ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο μας. Κρα­τή­θη­κα ὅ­μως καὶ δὲν ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα. Ἐ­κεῖ­νος κού­νη­σε τὸ κε­φά­λι του, μά­ζε­ψε τὸ πο­τή­ρι τοῦ κα­φὲ καὶ τὸ πέ­τα­ξε δί­πλα του, στὸν κά­δο. «Ἂν εἶ­ναι δυ­να­τόν, δὲν προ­σέ­χεις κα­θό­λου», εἶ­πε καὶ πῆ­κε ξα­νὰ στὰ Στάρ­μπακς.

      «Κα­λη­μέ­ρα σας, πῶς μπο­ρῶ νὰ σᾶς ἐ­ξυ­πη­ρε­τή­σω;»

      Στά­θη­κα ἕ­να μέ­τρο πί­σω του.  Οἱ φαρ­διοί του ὦ­μοι ἔ­κρυ­βαν τὴν κο­πέ­λα στὸ τα­μεῖ­ο, μπο­ροῦ­σα νὰ ἀ­κού­σω μό­νο τὴ φω­νή της. Ἡ δι­κή του φω­νὴ ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κὴ ὅ­ταν πα­ρήγ­γει­λε. Ἄ­ρα­γε, θὰ τὴ χτυ­ποῦ­σε κι ἐ­κεί­νη, ἂν τοῦ ἔ­ρι­χνε τὸν κα­φὲ κα­τὰ λά­θος; Στὸν ἀ­έ­ρα ἀ­κου­γό­ταν μιὰ γλυ­κα­νά­λα­τη μου­σι­κή. Δυ­ὸ κα­λον­τυ­μέ­νοι νε­α­ροὶ κά­θον­ταν ἀν­τι­κρι­στὰ στὸ τρα­πέ­ζι τους καὶ πλη­κτρο­λο­γοῦ­σαν μα­νι­ω­δῶς στὰ λά­πτοπ τους. Μύ­ρι­ζε φρε­σκο­ψη­μέ­να κου­λου­ρά­κια καὶ κα­νέ­λα. Θυ­μή­θη­κα ἐ­μέ­να, μι­κρή, νὰ γυ­ρί­ζω ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο καὶ τὸ σπί­τι νὰ μυ­ρί­ζει ὑ­πέ­ρο­χα, νὰ τρέ­χω στὴν κου­ζί­να καὶ νὰ βλέ­πω τὴν μη­τέ­ρα μου σκυμ­μέ­νη στὸν πάγ­κο, μὲ βουρ­κω­μέ­να μά­τια, τὸν πα­τέ­ρα μου βλο­συ­ρὸ ἀ­πὸ πά­νω της, τὰ κου­λου­ρά­κια σκόρ­πια στὸ πά­τω­μα.

       Ξαφ­νι­κὰ ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα. Νο­μί­ζω ἔ­φται­γε ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς κα­νέ­λας, ἀλ­λὰ καὶ πά­λι, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη. Κα­νὰ-δυ­ὸ κε­φά­λια γύ­ρι­σαν πρὸς τὸ μέ­ρος μου. Γύ­ρι­σε κι αὐ­τός.

       «Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ θε­οῦ, κο­πέ­λα μου, ὄ­χι μέ­σα στὰ Σταρ­μπακς, μὲ γνω­ρί­ζουν ἐ­δῶ», εἶ­πε καὶ χα­μή­λω­σε τὸ κα­πέ­λο του ντρο­πι­α­σμέ­νος.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση

Νί­κος Λυ­σί­κα­τος. Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὸν Πει­ραι­ά, ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Λα­τρεύ­ει τὶς τέ­χνες, τὰ βι­βλί­α μι­νι­α­τοῦ­ρες καὶ τὶς γά­τες.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ: Λό­για στὸ κε­νό

 



Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Λό­για στὸ κε­νό


ΟΓΙΑ ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νὸ σὰν κλού­βια αὐ­γὰ πά­νω σὲ τοῖ­χο εἶ­ναι τὰ λό­για ποὺ εἶ­πες μὲ λά­θος λέ­ξεις. Εἶ­ναι οἱ λά­θος λέ­ξεις. Ὅ­ταν μι­λᾶ­με, πιὸ πο­λὺ κι ἀ­π’ ὅ­ταν γρά­φου­με, ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­ναν αὐ­τό­μα­το δι­ορ­θω­τὴ λέ­ξε­ων, ἕ­ναν δι­ορ­θω­τὴ ποὺ νὰ δι­ορ­θώ­νει ὄ­χι μό­νο τὴ στί­ξη, ἀλ­λὰ καὶ τὸν τό­νο —πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸς ὁ τό­νος– ἀλ­λὰ καὶ τὴν λέ­ξη. Ὅ­πως ὅ­ταν γρά­φου­με μη­νύ­μα­τα στὸ κι­νη­τό μας τη­λέ­φω­νο καὶ μιὰ συλ­λα­βὴ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ μπεῖ ἢ νὰ βγεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη ἀ­πὸ τὴν φρά­ση. Συ­χνά, τὸ κι­νη­τὸ ἐ­πι­μέ­νει, ξέ­ρει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ μᾶς ποι­ά εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ χρει­ά­ζε­ται, ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη. Συ­χνά, μιὰ λέ­ξη ποὺ ἀρ­χι­κὰ θέ­λα­με νὰ γρά­ψου­με, δὲν ὑ­πάρ­χει στὸ λε­ξι­λό­γιο τοῦ τη­λε­φώ­νου. Τὸ τη­λέ­φω­νο τὴν ἀν­τι­κα­θι­στᾶ τό­τε χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη ἀ­πὸ ἄλ­λη. Εἶ­ναι πρα­κτι­κὸ τὸ θέ­μα. Ποῦ πῆ­γε, ὅ­μως, ἡ λέ­ξη ποὺ δὲν γρά­ψα­με, ὅ­μοι­α μὲ τὴν λέ­ξη ποὺ δὲν εἴ­πα­με;

       Πρό­σφα­τα ἄ­κου­σα γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων. Ὅ­πως ὅ­λες οἱ τρά­πε­ζες τοῦ κό­σμου ἔ­χει τὴν ἕ­δρα της στὴν Ἐλ­βε­τί­α, γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν εἶ­ναι εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στὴ στὰ μέ­ρη μας. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν τρά­πε­ζα ὅ­που ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ται οἱ λέ­ξεις ποὺ πά­ψα­με νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με. Λέ­ξεις κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α νε­κρές, μό­νο ποὺ ἀν­τὶ νὰ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται ἄ­σκο­πα ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ νὰ στοι­χει­ώ­νουν τὶς φρά­σεις μας, ἀ­να­παύ­ον­ται ἀλ­φα­βη­τι­κὰ τα­ξι­νο­μη­μέ­νες σὲ με­ταλ­λι­κὲς θυ­ρί­δες. Μπο­ρεῖ κά­ποι­ος, κλεί­νον­τας ἕ­να ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὸ εἰ­σι­τή­ριο, νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἀ­νὰ πά­σα ὥ­ρα καὶ στιγ­μὴ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων καὶ νὰ πε­ρι­η­γη­θεῖ στὰ γράμ­μα­τα. Βρί­σκεις πραγ­μα­τι­κοὺς θη­σαυ­ρούς. Λέ­ξεις ποὺ ἀ­μυ­δρὰ θυ­μᾶ­ται κα­νεὶς νὰ βγαί­νουν ἀ­π’ τὸ στό­μα πο­λὺ μα­κρι­νῶν γέ­ρων καὶ γρι­ῶν τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας, πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ὅ­πως οἱ λέ­ξεις τους, λέ­ξεις ἐ­πί­ση­μες ποὺ κά­πο­τε εἶ­χαν πε­ρί­ο­πτη θέ­ση σὲ δελ­τί­α εἰ­δή­σε­ων, κι ἄλ­λες λέ­ξεις ποὺ γρά­φον­ταν ἢ λέ­γον­ταν, ἀλ­λὰ ποὺ τώ­ρα κα­νεὶς δὲν γρά­φει, οὔ­τε μι­λά­ει μ’ αὐ­τές. Τὰ λήμ­μα­τα εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­τέ­λει­ω­τα, ὅ­πως καὶ οἱ γλῶσ­σες ἢ οἱ τρά­πε­ζες, για­τί ὅ­σο ζοῦ­με ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες νέ­ες λέ­ξεις πε­θαί­νουν. Συμ­βαί­νει, βέ­βαι­α, νὰ ὑ­πάρ­χουν καὶ λέ­ξεις ποὺ με­τοι­κοῦν «εἰς τό­πον χλο­ε­ρόν», ὅ­πως ἔ­λε­γαν κά­πο­τε, τε­λεί­ως ἀ­θό­ρυ­βα, κι ἔ­τσι δὲν κα­τα­γρά­φον­ται που­θε­νά, πρό­κει­ται πραγ­μα­τι­κὰ γιὰ κα­τα­δι­κα­σμέ­νες ψυ­χές, σπά­νια κά­ποι­ος νὰ τὶς ἀ­να­κα­λύ­ψει κά­που τυ­χαῖ­α σὲ τί­πο­τα κι­τρι­νι­σμέ­νες ἐ­φη­με­ρί­δες, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἀ­ό­ρα­τα, ἄϋ­λα σω­μα­τί­δια σκό­νης. Οἱ λέ­ξεις ποὺ σβή­στη­καν στα­δια­κά, ποὺ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι τῆς λή­θης δί­χως ν’ ἀ­φή­σουν πί­σω τους κα­νέ­να ἴ­χνος, μοιά­ζουν μὲ ἄ­στε­γους ἀ­γύρ­τες, κα­νεὶς δὲν φαί­νε­ται να τὴν νι­ώ­θει τὴν ἀ­που­σί­α τους, ὅ­πως δὲν ἔ­νι­ω­θε κα­νεὶς τὴν πα­ρου­σί­α τους, δὲν ἔ­χουν θυ­ρί­δα, οὔ­τε κὰν πρό­σβα­ση, σὲ κα­μιὰ τρά­πε­ζα σὲ κα­νέ­να μέ­ρος τοῦ κό­σμου.

       Ἔ­τσι, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ συ­ζή­τη­ση στὴν ὁ­ποί­α ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νὰ μι­λοῦν γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων, ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι τὸ θέ­μα τῶν λέ­ξε­ων. Εἶ­ναι ἕ­να ἀρ­κε­τὰ πο­λύ­πλο­κο θέ­μα. Δὲν εἶ­ναι μό­νο το πα­ρά­δο­ξο τοῦ θα­νά­του τους ποὺ προ­βλη­μα­τί­ζει, ἀλ­λὰ καὶ ἡ γέν­νη­σή τους. Αὐ­τό, ὅ­μως, ποὺ κί­νη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου εἶ­ναι, ὅ­πως εἶ­πα, τὸ θέ­μα μὲ τὶς λέ­ξεις ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νό. Πι­στεύ­ω πὼς οἱ λέ­ξεις αὐ­τὲς χά­νουν τὴν ψυ­χή τους ἀ­μέ­σως μό­λις βγοῦν ἀ­π’ τὸ στό­μα κά­ποι­ου γιὰ τὸν ἁ­πλὸ λό­γο ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ βγοῦν, οὔ­τε κι αὐ­τὲς ἦ­ταν οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές, τὰ λό­για αὐ­τά, ἔ­χον­τας χά­σει τὴν μο­να­δι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τά τους, τὸ νό­η­μὰ τους δη­λα­δή, ξε­κι­νοῦν μιὰ μὴ ἀ­να­στρέ­ψι­μη ἐ­λεύ­θε­ρη πτώ­ση ἀ­π’ τὰ ἀν­θρώ­πι­να χεί­λη ὣς τὸ πά­τω­μα. Κα­τα­λή­γουν στὸ ἔ­δα­φος σὰν μι­κρο­σκο­πι­κὰ σκου­πι­δά­κια. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ καὶ με­τὰ ἡ μοί­ρα τους εἶ­ναι προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νη. Συ­νή­θως σκου­πί­ζον­ται ἢ σφουγ­γα­ρί­ζον­ται, κα­τα­λή­γουν μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο, πρῶ­τα στοὺς κά­δους σκου­πι­δι­ῶν καί, στὴ συ­νέ­χεια, στὶς χω­μα­τε­ρές, μα­ζὶ μὲ τό­σα ἄλ­λα νε­κρὰ —πρώ­ην χρη­στι­κά– ἀν­τι­κεί­με­να, μέ­χρι τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὴ ἀ­πο­σύν­θε­σή τους. Σπά­νια, ὅ­μως, μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ ἕ­να θαῦ­μα. Κά­ποι­ος γλά­ρος ποὺ πε­τᾶ ἀ­νέ­με­λα πά­νω ἀ­π’ τὸν σκου­πι­δό­το­πο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τυ­χαῖ­α κά­ποι­α ἀ­π’ αὐ­τὲς καὶ νὰ τὴν πά­ρει μα­ζί του. Ἀ­φοῦ τα­ξι­δέ­ψουν μα­ζὶ μέ­ρες καὶ νύ­χτες, λέ­ξη καὶ που­λί, ὁ ἰ­δι­ό­τυ­πος αὐ­τὸς με­τα­φο­ρέ­ας ἀ­πο­θέ­τει συ­νή­θως τὴ λέ­ξη σὲ μιὰ νέ­α ἀ­κτή, μιᾶς νέ­ας χώ­ρας, ὅ­που τὴν βρί­σκουν τυ­χαῖ­α πρῶ­τοι οἱ ναυ­τι­κοὶ ἢ οἱ ψα­ρά­δες καὶ τὴν παίρ­νουν σπί­τι τους. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ ἄ­γνω­στη αὐ­τὴ λέ­ξη προ­σαρ­μό­ζε­ται στὴ νέ­α της ζω­ὴ καὶ ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στὰ νέ­α πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη κι ἔ­θι­μα. Εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ οἱ γλωσ­σο­λό­γοι ὀ­νο­μά­ζουν «γλωσ­σι­κὸ δά­νει­ο».

       Τέ­λος, κά­τι ἄλ­λο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ κα­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν τὰ ἄ­χρη­στα λό­για κα­τα­λή­γουν στοὺς σκου­πι­δό­το­πους, εἶ­ναι νὰ βγά­λουν ρί­ζες κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­σύν­θε­σης. Με­τα­τρέ­πον­ται μὲ τὸν και­ρὸ σὲ δέν­τρα. Εἶ­ναι τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν μό­να τους, αὐ­τὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά σου, τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν ἐ­κεῖ ποὺ δὲν τὰ σπέρ­νουν, σὰν τὰ λά­θος λό­για ποὺ προ­φέ­ρεις ἄ­θε­λά σου.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/