Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás): Προσευχή


Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás)


Προ­σευ­χή

[Oración]


ΤΑΝ ΔΙΑΒΑΖΩ ἕ­να ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κὸ ποί­η­μα στὰ ὄ­νει­ρά μου, ξυ­πνά­ω καὶ πε­τά­γο­μαι ἀ­πὸ τὰ σκε­πά­σμα­τα ὅ­πως ὁ πνιγ­μέ­νος μό­λις βρεῖ ἀ­έ­ρα. Ξά­γρυ­πνος πιά, ἀ­να­ζη­τῶ σὲ ὅ­λα τὰ βι­βλί­α, δί­χως νὰ τοὺς βρί­σκω, τοὺς στί­χους ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ μά­τια μου νὰ ἀ­νοί­ξουν. Ἀ­να­ζη­τῶ τὸ ποί­η­μα ποὺ ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­πως ἀ­να­ζη­τεῖ τὸν Θε­ὸ ἐ­κεῖ­νος ποὺ γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει. Ποί­η­μα τοῦ ὀ­νεί­ρου, σῶ­σέ με, ἔ­λα νὰ μὲ βρεῖς, φύ­λα­ξέ με ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ὠ­κε­α­νὸ σά­πιας πρό­ζας ποὺ εἶ­ναι ἡ ἀ­γρύ­πνια. Ἁ­γι­α­σθή­τω τὸ ὄ­νο­μά σου, Σίλ­βια Πλάθ, ἐλ­θέ­τω ἡ βα­σι­λεί­α σου, Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον, δὸς ἡ­μῖν σή­με­ρον τὸν στί­χον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­σιον, Χόρ­χε Μαν­ρί­κε, προ­σευ­χή­σου ὑ­πὲρ ἡ­μῶν, τῶν ξα­γρυ­πνι­σμέ­νων, Βι­θέν­τε Ἀ­λε­ϊ­ξάν­τρε. Γεν­νη­θή­τω τὸ θέ­λη­μά σου ὡς ἐν οὐ­ρα­νῷ καὶ ἐ­πὶ τῆς γῆς, Χὶλ δὲ Μπι­έδ­μα, καὶ μὴ εἰ­σε­νέγ­κῃς ἠ­μᾶς εἰς πει­ρα­σμόν, Πέ­δρο Σα­λί­νας. Πι­στεύ­ω στὰ σο­νέ­τα τοῦ Λό­πε δὲ Βέγ­κα καὶ στὶς ρί­μες τοῦ Μπέ­κερ καὶ στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τοῦ Ἐ­σπρον­θέ­δα. Συγ­χώ­ρα, Σαίξ­πηρ, τὰ ἀ­νο­μή­μα­τά μας. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, δῶ­σε μας μιὰ με­τα­φο­ρά. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, ἀ­πο­κά­λυ­ψέ μας ἕ­να ρυθ­μό. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, βγά­λε ἕ­ναν ἑν­δε­κα­σύλ­λα­βο ἀ­πὸ τὸ κα­πέ­λο σου. Χαῖ­ρε, Σιμ­πόρ­σκα, μή­τηρ ἐ­λε­ή­μων, ζω­ὴ καὶ γλυ­κύ­τη­τα, ἐλ­πί­δα μας, χαῖ­ρε. Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νω ἔ­γρα­ψε ἡ Λου­ὶζ Γκλὶκ στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες της: «Θυ­μᾶ­μαι τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α ὡς μιὰ μα­κρὰ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ βρί­σκο­μαι ἀλ­λοῦ.» Καὶ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος γε­νη­θή­τω ποί­η­μα, καὶ τὸ ποί­η­μα ἐ­γέ­νε­το σὰρξ καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν. Ἐν ἀρ­χὴ ἦ­το τὸ χά­ος καὶ βα­σί­λευ­ε τὸ σκό­τος καὶ τὸ πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου φτε­ρο­κο­ποῦ­σε πά­νω ἀ­πὸ τοὺς δα­κτύ­λους καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἔ­ρε­βος. Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο, ἔ­λα στὶς ψυ­χές μας, ποὺ ἐ­σέ­να λα­χτα­ροῦν. Πι­στεύ­ω στὸν Ρίλ­κε, στὸν Βερ­λαὶν καὶ στὸν Ρεμ­πώ, κα­θὼς καὶ στὸν Λόρ­κα, στὸν Οὐ­ι­δόμ­προ, στὸν Θερ­νού­δα καὶ στὸν Ὀ­κτά­βιο Πάς, στὸν Μπόρ­χες καὶ στὴν Πι­σαρ­νίκ. Πη­γαί­νω γιὰ ὕ­πνο μὲ τὸν Λου­ὶς δὲ Γκόν­γκο­ρα, μὲ τὸν Μπων­τλαὶρ ξυ­πνά­ω, μὲ τὸ Τα­ξί­δι στὴν Ἰ­θά­κη καὶ μὲ τὸν δὸν Ἀν­τό­νιο Μα­τσά­δο. Ἀ­μήν.


 

Πη­γή: Ἐ­φη­με­ρί­δα El País, 30 Ὀ­κτω­βρί­ου 2020: https://elpais.com/opinion/2020-10-29/oracion.html

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás) (Βα­λέν­θια, 1946). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος, θε­ω­ρεῖ­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἐν ζω­ῇ πε­ζο­γρά­φος τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. [Γιὰ μιὰ ἄλλη πιὸ ρεαλιστικὴ καὶ λιγότερο δημοκοπικὴ προσέγγιση στὸ θέμα, μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης τοῦ ἱστολογίου μας νὰ διαβάσει τὸ μπονζάϊ «Ποιητές» τῆς Ἄνα Μαρίας Σούα, σὲ μετάφραση τῆς Ἄννας Βερροιοπούλου. Σ.Τ.Ἐ.]

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


			

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου: Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων



Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Ἀ­κραῖ­ες λύ­σεις γιὰ τὴν ἀν­τι­με­τώ­πι­ση τῶν δα­κρυ­γό­νων


Στὸν Θ.Β.

ΔΕΡΜΑ. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο σὲ ἔ­κτα­ση ὄρ­γα­νο τοῦ σώ­μα­τος. Αἰ­σθη­τή­ριο ὄρ­γα­νο.

       Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς. Σκέ­ψου!

       Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πλη­σί­α­ζες τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριοι ὑ­πο­δο­χεῖς σοῦ στρώ­να­νε χα­λὶ νὰ μὲ πα­τή­σεις. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἐ­πι­τρο­πὴ ὑ­πο­δο­χῆς εἶ­χα γιὰ τὸ πλη­σί­α­σμά σου.

       Ἀ­π’ τὰ δι­κά σου τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, πές μου, πό­σα; πό­σα ἐ­μέ­να καρ­τε­ροῦ­σαν; πό­σα στὰ μά­γου­λα; πό­σα στὰ χεί­λη; πό­σα στὰ μπρά­τσα; πό­σα στὰ δά­χτυ­λα; πό­σα στὴν κοι­λιά; πό­σα στὴ ρά­χη; στὰ γό­να­τα πό­σα;

       Κά­τσε νὰ τοὺς με­τρή­σεις τοὺς ὑ­πο­δο­χεῖς σου ἕ­ναν-ἕ­ναν. Μό­νος σου κάνε τὴν ἀ­πο­γρα­φή σου.

       Ἐ­γὼ τοὺς ἔ­χω με­τρη­μέ­νους τοὺς δι­κούς μου. Ἕ­ναν-ἕ­ναν. Τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος. Γιὰ σκέ­ψου! Μό­νο ἐ­σέ­να ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Τί­πο­τα ἄλ­λο. Ποι­ό κρύ­ο; Ποι­ά ζέ­στη; Ποιόν ἥ­λιο; Ποι­ά βρο­χή; Τί­πο­τα. Ἀ­πό­λυ­τη ὑ­πο­τέ­λεια.

       Ἔ­πρε­πε ν’ ἀν­τι­δρά­σω. Σι­γὰ μὴν ἄ­φη­να τὸ δέρ­μα νὰ μὲ κου­μαν­τά­ρει. Καὶ τὸ ‘λυ­σα τὸ πρό­βλη­μα. Τὸ ‘γδα­ρα πόν­το-πόν­το. Ξε­το­μα­ρι­ά­στη­κα. Ὕ­στε­ρα τό ‘βα­λα σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ τό ‘δε­σα μὲ κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα. Τὸ πέ­τα­ξα στὸ βά­θος τῆς σο­φί­τας, ἐ­κεῖ πού ‘χω στοι­βά­ξει ὅ­λη τὴ σα­βού­ρα, ἀ­πο­κρι­ά­τι­κες στο­λές, κά­τι φι­γοῦ­ρες κα­ραγ­κι­ό­ζη καὶ παρ­τι­τοῦ­ρες ἀ­πὸ μου­σι­κὲς ποὺ δὲν ἀ­κού­ω πιά.

       Τώ­ρα δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Ἀ­φά­νι­σα τέσ­σε­ρα ἑ­κα­τομ­μύ­ρια αἰ­σθη­τή­ριους ὑ­πο­δο­χεῖς. Ἕ­να μι­κρὸ κρά­τος.

       Δὲν νι­ώ­θω τί­πο­τα.

       Οὔ­τε κὰν τὰ δά­κρυ­α ποὺ κυ­λοῦν ἀ­πὸ τὰ μά­τια. Ἕ­να γιὰ τὸν κα­θέ­να τους κι ὅ­λα μα­ζὶ γιὰ σέ­να.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες. Βρί­σκον­ται στὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ. Πα­ρά­γουν τὸ ὑ­γρὸ μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ βλε­φα­ρί­δες κα­λύ­πτουν κά­θε τό­σο τὰ μά­τια. Τὸ ὑ­γρὸ κυ­λᾶ σ’ ἕ­ναν μι­κρὸ σω­λή­να. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ δεῖ τὸ ἄ­νοιγ­μά του (μιὰ πο­λὺ μι­κρὴ τρυ­πί­τσα) ἀρ­κεῖ νὰ τρα­βή­ξει, ἁ­πα­λά, τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ πρὸς τὰ ἔ­ξω.

       Δα­κρυ­γό­νοι ἀ­δέ­νες λοι­πόν.

       Τοὺς ἀ­φαι­ρεῖς καὶ γλι­τώ­νεις κι ἀ­π’ τὰ δά­κρυ­α.

       Κι ἂν δὲν πε­τύ­χει τὸ πο­λὺ-πο­λὺ νὰ βγά­λω καὶ τὰ μά­τια μου. Ἔ­χω ἀ­κό­μα χῶ­ρο στὴ σο­φί­τα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.


Κώστογλου Νιόβη: Ἐπίπεδο ρολόι


Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου


Ἐ­πί­πε­δο: Ρο­λό­ϊ


ΟΥ ΑΡΕΣΕΙ νὰ κοι­τά­ζεις τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς νὰ δι­α­θλᾶ­ται ἀ­πὸ τὸ τζά­μι τοῦ πα­ρα­θύ­ρου καὶ νὰ χρω­μα­τί­ζει τὸ δω­μά­τιο μὲ τὸ θα­λασ­σί τῆς κουρ­τί­νας. Ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, σοῦ ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νεις με­γά­λες βόλ­τες μὲ τὸ πο­δή­λα­το καὶ νὰ νι­ώ­θεις τὸν ἄ­νε­μο νὰ σοῦ παίρ­νει τὰ μαλ­λιά. Βέ­βαι­α, ζεῖς πά­νω σε ἕ­να ρο­λό­ι καὶ χρει­ά­ζε­ται νὰ προ­σέ­χεις δια­ρκῶς γιὰ νὰ μὴν σὲ φτά­σουν οἱ δεῖ­κτες του καὶ σοῦ κό­ψουν τὸ κε­φά­λι.

        Θυ­μᾶ­σαι μιὰ ὄ­μορ­φη κο­πέ­λα ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε κι ἀ­νέ­μι­ζε τὸ μα­κρὺ φου­λά­ρι της ἀ­πὸ τὸ ξε­σκέ­πα­στο αὐ­το­κί­νη­το. Ὅ­ταν τὴν ἔ­φτα­σε ὁ δεί­κτης, δὲν τὸν εἶ­δε. Κι αὐ­τός, τύ­λι­ξε στὴ ρό­δα τὸ φου­λά­ρι καὶ τὴν ἔ­πνι­ξε. Με­τά, ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ εὐ­φυ­ὴς ἀρ­χι­τέ­κτο­νας ποὺ ἔ­χτι­σε στὴν πό­λη του πο­λύ­χρω­μα κτί­ρια γιὰ νὰ τὰ θαυ­μά­ζει στὸν πε­ρί­πα­τό του. Αὐ­τόν, μό­λις τὸν ἔ­φτα­σε ὁ δεί­κτης, ἔ­φε­ρε μπρο­στά του ἕ­να τρὰμ καὶ τὸν πά­τη­σε.

        Ἴ­σως πιὸ τυ­χε­ρὸς νὰ ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος ὁ κω­μι­κὸς μὲ τὸ βρώ­μι­κο χι­οῦ­μορ ποὺ μιὰ μέ­ρα τοῦ εἶ­παν ἕ­να τό­σο προ­σβλη­τι­κὸ ἀ­στεῖ­ο γιὰ τὴν ἀ­δερ­φή του κι ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ γε­λά­ει ἀ­στα­μά­τη­τα. Τό­τε τὸν βρῆ­κε ὁ δεί­κτης, ἔ­σπρω­ξε τὴν κα­ρέ­κλα καὶ με­τὰ τὸν γδοῦ­πο ποὺ ἔ­κα­νε τὸ κε­φά­λι του στὸ πά­τω­μα, τοῦ κό­πη­κε τὸ γέ­λιο γιὰ πάν­τα. Κι ἄς μὴν εἶ­χε κὰν ἀ­δερ­φή.

        Ἐ­σὺ ἔ­χεις σί­γου­ρα τὸ μυ­στι­κό σου. Τρέ­χεις πά­νω στὸ ἐ­πί­πε­δο ρο­λόϊ κι ὅ­ταν φτά­νει κον­τά σου ὁ δεί­κτης, μὲ μι­σὸ ἅλ­μα, χω­ρί­ζεις τὸ σῶ­μα σου στὰ δύ­ο γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­νά­με­σα καὶ νὰ τὴ γλι­τώ­σεις. Ὅ­μως, κά­θε φο­ρά, ὁ ὕ­που­λος λε­πτο­δεί­κτης σοῦ κό­βει μιὰ φλού­δα καὶ σὲ λι­γο­στεύ­ει.

        Θὰ ἦ­ταν πιὸ πρα­κτι­κὸ ἂν εἶ­χες βρεῖ τρό­πο νὰ φτιά­χνεις ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα σου ὅ­πο­τε περ­νοῦν ἀ­πὸ κον­τά σου οἱ δεῖ­κτες. Τό­τε, θὰ μπο­ροῦ­σες νὰ τὸ ἀ­φή­νεις πί­σω καὶ νὰ κρύ­βε­σαι σὲ μιὰ γω­νιὰ γιὰ νὰ δεῖς τί θὰ τὸ κά­νουν. Ἴ­σως νὰ πε­τοῦ­σαν τὸ πο­δή­λα­το στὴ θά­λασ­σα καὶ νὰ φρόν­τι­ζαν νὰ κα­τα­πι­εῖς μιὰ με­γά­λη πο­σό­τη­τα ἀ­πὸ μι­κρὰ ψά­ρια γιὰ νὰ πνι­γεῖς ἢ νὰ ἔ­ρι­χναν τὸ τα­βά­νι στὸ κε­φά­λι σου, ἐ­νῶ χα­ζεύ­εις τὸ πρω­ϊ­νὸ φῶς ποὺ μπαί­νει ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἴ­σως καὶ νὰ γε­λοῦ­σαν «τὶκ-τὰκ-τὶκ-τάκ».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νι­ό­βη Κώ­στο­γλου (Ἀ­θή­να, 1983). Σπού­δα­σε Δι­α­φή­μι­ση καὶ Δη­μό­σι­ες Σχέ­σεις στὴν Ἀ­θή­να, ἐρ­γά­ζε­ται στὴ δι­α­φή­μι­ση καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ δι­η­γη­μά­των καὶ ποι­η­μά­των. Κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔντυ­πα καὶ ἠ­λεκτρο­νικὰ περι­οδι­κά. Ἔχει συμμετάσχει στὴ συλλογικὴ ἔκδοση διη­γημάτων Δώ­μα­τα μὲ θέα (Παρά­ξε­νες Μέρες, 2020).

Τζένιφερ Γουόρτμαν (Jennifer Wortman): Θέλω καινούργιο ἐγκέφαλο


Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman)


Θέ­λω και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο

(I Want a New Brain)


ΘΕΛΑ ΕΝΑΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ ἐγ­κέ­φα­λο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ στα­μα­τή­σω νὰ μι­λά­ω γι’ αὐ­τό, για­τὶ τέ­τοι­ος ἦ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ εἶ­χα: Ἕ­νας ἐγ­κέ­φα­λος ποὺ ἐ­πέ­με­νε κι ἐ­πέ­με­νε. Εἶ­χε ἐμ­μο­νὴ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ μὲ εἶ­χαν πλη­γώ­σει καὶ μὲ τὰ ἄ­το­μα ποὺ εἶ­χα πλη­γώ­σει ἐ­γώ. Ἀ­νη­συ­χοῦ­σε γιὰ τὴ μέ­ρα ποὺ ξη­μέ­ρω­νε καὶ γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη μέ­ρα. Μὲ κα­τέ­κρι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα ὅ­ταν ἐ­πι­κεν­τρω­νό­μουν στὴν κα­λο­πέ­ρα­σή μου. Ὅ­ταν ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἤ­θε­λε κά­τι, δὲν στα­μα­τοῦ­σε μὲ τί­πο­τα. Ἦ­ταν χει­ρό­τε­ρος κι ἀπ’ τὸ γιό μου ποὺ μὲ ζά­λι­ζε ζη­τών­τας κα­ρα­μέ­λες μέ­χρι νὰ τοῦ βά­λω τὶς φω­νές. Ἂν ἔ­βα­ζα τὶς φω­νὲς στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ τὶς ἔ­βα­ζε κι ἐ­κεῖ­νος μὲ τὴ σει­ρά του. Ἀλ­λά, ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πά­λι μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νές. Κι ὁ γιὸς μου μοῦ ἔ­βα­ζε τὶς φω­νὲς κα­μιὰ φο­ρὰ ἢ ἁ­πλῶς δὲν μὲ ἄ­κου­γε, εἴ­τε τοῦ ἔ­βα­ζα τὶς φω­νές, εἴ­τε τοῦ μι­λοῦ­σα γλυ­κά. Τό­τε, ὅ­μως, τοῦ ἔ­κλει­να συ­νή­θως τὴν τη­λε­ό­ρα­ση. Ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κλεί­σω τὴν τη­λε­ό­ρα­ση στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου. Ἀ­κό­μα καὶ χω­ρὶς αὐ­τή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου δὲν ἔ­παυ­ε.

        «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴν οἰ­κο­γέ­νειά μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στοὺς φί­λους μου. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πα στὴ ψυ­χο­θε­ρα­πεύ­τρια μου, ἡ ὁ­ποί­α ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κὰ ὅ­σο ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου αἰ­σθάν­θη­κε τὴν πε­ρι­φρό­νη­σή της.

        Ἔ­δω­σα στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου φάρ­μα­κα. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἔ­λε­γε πράγ­μα­τα ὅ­πως, «Εἶ­σαι συ­νέ­νο­χη μὲ τὴ Big Pharm» ἢ «Εἶ­σαι ἀ­κό­μα ἐ­σύ;» καὶ «Ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς, δὲν ἔ­χει ἀ­πο­τέ­λε­σμα». Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου πα­ρα­δέ­χον­ταν πὼς τὰ φάρ­μα­κα βο­η­θοῦ­σαν, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἁ­πλῶς με­γά­λω­νε τὴ σύγ­χυ­σή μου: Μὲ ἄλ­λα λό­για, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου, συ­νέ­χι­ζε νὰ εἶ­ναι ἀ­κό­μα ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        Ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα, εἶ­χα ξα­πλώ­σει στὸν κα­να­πέ, ὅ­πως ἔ­κα­να συ­χνά. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­πει­σε νὰ δου­λέ­ψω μὲ τὸ λά­πτοπ, ξα­πλω­μέ­νη. Δὲν εἶ­χα τὸ λά­πτοπ, ὅ­μως, για­τί ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ εἶ­χε πεί­σει ὅ­τι θὰ δού­λευ­α κα­λύ­τε­ρα ἂν πρῶ­τα ξε­κου­ρα­ζό­μουν. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μὲ ἔ­κα­νε με­τὰ νὰ νι­ώ­σω ἔ­νο­χη ἐ­πει­δὴ ξε­κου­ρα­ζό­μουν καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια ἀ­νί­κα­νη τό­σο γιὰ νὰ ξε­κου­ρα­στῶ, ὅ­σο καὶ γιὰ νὰ ἐρ­γα­στῶ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι κά­τι σύ­νη­θες γιὰ μέ­να. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἦ­ταν σύ­νη­θες ἦ­ταν ὅ­τι ὁ γιὸς μου γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὸ σχο­λεῖ­ο πιὸ ἀρ­γὰ ἀ­π’ ὅ­σο συ­νή­θως μ’ ἕ­να κου­τὶ τὸ ὁ­ποῖ­ο μό­λις ποὺ πρό­σε­ξα, καὶ ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου μοῦ ὑ­πεν­θύ­μι­σε πὼς εἶ­μαι ἀ­παί­σια μη­τέ­ρα.

        «Εἶ­ναι γιὰ σέ­να», μοῦ εἶ­πε. Ἔ­σκι­σε τὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα τοῦ κου­τιοῦ. «Και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος!».

        «Μά, πῶς;»

        Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι εἶ­χε ἀ­δειά­σει τὸν κουμ­πα­ρά του ἀ­πὸ τὰ λε­φτὰ τῶν γε­νε­θλί­ων του καὶ εἶ­χε πά­ει σ’ ἕ­να κα­τά­στη­μα ἐγ­κε­φά­λων ποὺ εἶ­χε ἀ­νοί­ξει σ’ ἕ­να κομ­μά­τι τῆς πό­λης ποὺ μι­σοῦ­σα, ἀ­νά­με­σα σ’ ἕ­να και­νούρ­γιο μπα­ρά­κι κι ἕ­να στούν­τιο γι­όγ­κα καὶ ζα­χα­ρο­πλα­στεῖ­α μὲ χει­ρο­ποί­η­τα γλυ­κὰ καὶ μι­κρὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα ποὺ ἄ­ναγ­κα­ζαν τοὺς κα­τοί­κους μὲ χα­μη­λὰ εἰ­σο­δή­μα­τα νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ κεῖ. «Μὰ ἔ­χεις πά­ει κι ἐ­σὺ σ’ αὐ­τὸ τὸ μπα­ρά­κι καὶ στὸ στούν­τιο γι­όγ­κα», εἶ­πε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου.

        «Ἄς τὸ κά­νου­με, λοι­πόν!», εἶ­πα στὸ γιό μου.

        Ὁ και­νούρ­γιος ἐγ­κέ­φα­λος, μὲ τὶς πλη­θω­ρι­κὲς πτυ­χὲς του ἀ­πὸ ρὸζ μαρ­γα­ρι­τα­ρέ­νια σάρ­κα, ἔ­μοια­ζε σὰ νὰ εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο πε­ρι­ο­δι­κοῦ. Συμ­βου­λευ­τή­κα­με τὸ ἐγ­χει­ρί­διο, ἀ­φαι­ρέ­σα­με τὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου καὶ ἐγ­κα­τα­στή­σα­με τὸ νέ­ο ἐγ­κέ­φα­λο. Τι­νά­χτη­κα ἀ­π’ τὸν κα­να­πέ, ἑ­τοί­μα­σα στὸ γιό μου ἕ­να κο­λα­τσιὸ κι ὕ­στε­ρά τοῦ ἔ­θε­σα τὰ κα­τάλ­λη­λα ὅ­ρια σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πό­σο χρό­νο μπρο­στὰ στὴν ὀ­θό­νη μπο­ρεῖ νὰ περ­νά­ει. Ἄ­νοι­ξα τὸ λά­πτοπ μου καὶ δού­λε­ψα δί­χως δι­α­λείμ­μα­τα μέ­χρι τὴν ὥ­ρα ποὺ τε­λεί­ω­σα καὶ ρώ­τη­σα τὸ γιό μου ἂν ἤ­θε­λε νὰ πᾶ­με μιὰ βόλ­τα μὲ τὰ πο­δή­λα­τα. Θὰ γυρ­νού­σα­με γρή­γο­ρα για­τί ἤ­θε­λα νὰ φτιά­ξω ἕ­να γευ­στι­κὸ καὶ ὑ­γι­ει­νὸ δεῖ­πνο, τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα σκο­πὸ νὰ ἑ­τοι­μά­σω ἐ­πι­με­λῶς, χω­ρὶς τὸν τε­λευ­ταῖ­ο μου Netflix πε­ρι­σπα­σμό.

        Καὶ ἔ­τσι κι ἔ­γι­νε. Ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς θὰ σᾶς πῶ ὅ­τι ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος δὲν ἦ­ταν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τό­σο δι­α­φο­ρε­τι­κὸς ἀ­π’ τὸν πα­λιό, ἢ ὅ­τι ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κός, ἀλ­λὰ σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα εἶ­χα χά­σει κά­τι, τὴν ἀν­θρω­πιά μου ἢ τὴν ψυ­χή μου ἢ ὅ­πως θέ­λε­τε νὰ τὸ πεῖ­τε. Ὅ­μως, ὄ­χι. Ἤ­θε­λα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ἀ­πέ­κτη­σα ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο καὶ ὅ­λα ἄλ­λα­ξαν πρὸς τὸ κα­λύ­τε­ρο.

        Ἐ­κτὸς ἀ­π’ αὐ­τό: Ὁ γιὸς μου, ἔ­χον­τας πα­ρα­στεῖ στὸ θαῦ­μα τοῦ νέ­ου μου ἐγ­κε­φά­λου, ἤ­θε­λε ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. «Θέ­λω ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ πρω­ί. «Θέ­λω ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο», εἶ­πε τὸ βρά­δυ. Ἐ­κεῖ ποὺ πρὶν πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ γλυ­κά, τώ­ρα πα­ρα­κα­λοῦ­σε γιὰ ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Στὴν ἀρ­χή, ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τὰ πα­ρα­κά­λια του μὲ ψυ­χραι­μί­α. Τοῦ ἐ­ξή­γη­σα ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ πά­ρει και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του βρί­σκον­ταν ἀ­κό­μα σὲ ἐ­ξέ­λι­ξη καὶ δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μα σχη­μα­τι­στεῖ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὁ ἐγ­κέ­φα­λος του ἦ­ταν μιὰ χα­ρά. Κα­μιὰ φο­ρὰ ὑ­πέ­φε­ρε ἐ­ξαι­τί­ας του, ἀλ­λὰ τὸ ἔ­κα­νε μό­νο νὰ τὸν βο­η­θή­σει νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει.

        «Μὰ ἔ­χεις ἕ­ναν και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο.»

        «Κα­μιὰ φο­ρά» ἔ­λε­γα, «οἱ ἐγ­κέ­φα­λοι τὸ πα­ρα­τρα­βᾶ­νε καὶ μᾶς κά­νουν νὰ ὑ­πο­φέ­ρου­με. Κά­νουν πιὸ πο­λὺ κα­κό, πα­ρὰ κα­λό».

        «Ναί, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος αὐ­τὸς ποὺ σοῦ εἶ­πε ὅ­τι χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο. Πῶς ξέ­ρεις ὅ­τι δὲν τὸ ἔ­κα­νε ἁ­πλῶς γιὰ νὰ ὑ­πο­φέ­ρεις;»

        «Για­τί ὁ πα­λιός μου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο.»

        «Ἂν ὁ πα­λιός σου ἐγ­κέ­φα­λος εἶ­χε δί­κιο, για­τί χρει­α­ζό­σουν ἕ­να και­νούρ­γιο ἐγ­κέ­φα­λο;» Ὅ­σο ὁ και­νούρ­γιος μου ἐγ­κέ­φα­λος προ­σπα­θοῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ μιὰ ξε­κά­θα­ρη, συ­νε­κτι­κὴ ἀ­πάν­τη­ση, ἐ­κεῖ­νος ἔ­λε­γε, «Για­τί, ἔ; Για­τί;»

        «Γιὰ νὰ μὴν ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ σοῦ φω­νά­ζω», τοῦ φώ­να­ζα.

        Με­τά μοῦ φώ­να­ζε ἐ­κεῖ­νος ἢ τοῦ φώ­να­ζα πά­λι ἐ­γὼ κι ὕ­στε­ρα κλεί­νον­ταν στὸ δω­μά­τιό του καὶ ‘γὼ στὸ δι­κό μου. Χρει­α­ζό­μουν μή­πως μιὰ και­νούρ­για καρ­διά, μιὰ και­νούρ­για φω­νή; Μιὰ και­νούρ­για ψυ­χή, ἕ­ναν και­νούρ­γιο κό­σμο, ἕ­ναν και­νούρ­γιο Θε­ό; «Σώ­πα τώ­ρα», ἔ­λε­γε ὁ ἐγ­κέ­φα­λός μου. «Πή­γαι­νε νὰ μι­λή­σεις στὸ γιό σου.»

        Τὸν ἔ­βρι­σκα στὸ κρε­βά­τι του, τὰ μά­γου­λά του αὐ­λα­κω­μέ­να μὲ δά­κρυ­α. «Σώ­πα» τοῦ ἔ­λε­γα. «Σώ­πα τώ­ρα, σώ­πα.»



Πη­γή: Ἄ­πο τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Connotation Press. An Online Artifact (Τεῦ­χο­ς VΙ, Τό­μος X: Ἰ­ού­λιος, 2019): https://connotationpress.com/fiction/3398-jennifer-wortman-fiction

Τζέ­νι­φερ Γου­όρ­τμαν (Jennifer Wortman). Δι­η­γή­μα­τα, ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Glimmer Train, Normal School, Diagram, The CollagistSmokeLong Quarterly, The Collapsar. Ζεῖ μὲ τὸ σύ­ζυ­γο καὶ τὰ δυ­ό της παι­διὰ στὸ Κο­λο­ράν­το. Εἶ­ναι συν­τά­κτρια στὴν ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Colorado Review καὶ δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ στὸ «Lighthouse Writers Workshop». Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρες πλη­ρο­φο­ρί­ες, πα­τῆ­στε ἐδῶ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Αγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶ­ν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Γε­ωρ­γί­α Σό­φη: Ἡ συνάντηση



Γε­ωρ­γί­α Σό­φη


Ἡ συ­νάν­τη­ση


ΥΝΑΝΤΙΟΜΑΣΤΑΝ κά­θε φο­ρὰ σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ πα­ρα­λί­α. Ἡ τε­λευ­ταί­α, ἡ κα­λύ­τε­ρη ἀ­π’ ὅ­λες, ἦ­ταν μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη, ὅ­που ρι­ψο­κίν­δυ­νοι σέρ­φερ κα­βα­λί­κευ­αν τὰ ἄ­γρια κύ­μα­τα ὑ­πὸ τὴν ἀ­πει­λὴ πει­να­σμέ­νων καρ­χα­ρι­ῶν.

       Φθά­να­με πάν­τα μὲ τὸ ἴ­διο ναυ­λω­μέ­νο αὐ­το­κί­νη­το καὶ μὲ τὸν ἴ­διο σο­φέρ. Κα­θό­μα­σταν σὲ κά­ποι­ο κα­φὲ δί­πλα στὸ κύ­μα. Ἐ­γὼ πα­ράγ­γελ­να πα­γω­μέ­νη μπύ­ρα ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­πο­χῆς ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νος ἕ­να ἐ­λα­φρὺ ἀ­να­ψυ­κτι­κό.

       Εἴ­χα­με πλέ­ον ἐ­ξαν­τλή­σει πλῆ­θος δι­α­φο­ρε­τι­κῶν ἀ­κτῶν. Τὸ πρά­μα εἶ­χε κα­ταν­τή­σει ἀ­νια­ρό.

       — Μοι­ά­ζου­με μὲ ἥ­ρω­ες φὶλμ νου­άρ, δὲ νο­μί­ζεις;

       — Μὰ ποῦ τὸ βρί­σκεις τὸ μαῦ­ρο μέ­σα σὲ τό­σο γα­λά­ζιο;

       Σκέ­φτη­κα νὰ κρα­τή­σω τὴ σι­ω­πή μου, μιᾶς καὶ ἀ­κου­γό­ταν πλέ­ον ὁ­λο­κά­θα­ρα ὁ ρόγ­χος τοῦ σο­φέρ.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ωρ­γί­α Σό­φη (Ἀ­θή­να, 1980). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Παρακολούθησε σεμινάριο Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Δήμου Ἀθη­ναί­ων (2017-2019).



		

	

Ξένια Ψαρροῦ: Τὸ κῆτος


Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ


Τὸ κῆ­τος


ΙΧΑ ΦΤΙΑΞΕΙ τὴ μι­κρή μου αὐ­το­κρα­το­ρί­α ἀ­νά­με­σα στὸν τρα­πε­ζί­τη καὶ στὸν φρο­νι­μί­τη τοῦ κή­τους. Ὁ τρα­πε­ζί­της ἦ­ταν χα­λα­σμέ­νος κι εἶ­χα χω­θεῖ στὴν τρύ­πα αὐ­τὴ χρό­νια τώ­ρα. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­τε μὲ κα­τά­πι­ε. Πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ τὴ γλώσ­σα του προ­σπα­θοῦ­σε νὰ μὲ βγά­λει γιὰ νὰ μὲ πά­ει κα­τευ­θεί­αν στὴν κόκ­κι­νη ἄ­βυσ­σο τοῦ στο­μα­χιοῦ του. Ὅ­μως γρή­γο­ρα χω­νό­μου­να στὴ δεύ­τε­ρη τρυ­πού­λα ποὺ εἶ­χα φτιά­ξει, στὴ ρί­ζα τοῦ φρο­νι­μί­τη, καὶ σω­νό­μουν. Βέ­βαι­α, με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἐ­νῶ γλεν­τοῦ­σα ἀ­πὸ μιὰ νί­κη μου κιν­δύ­νευ­α, ἀλ­λὰ πά­λι σω­νό­μουν τὴ τε­λευ­ταί­α στιγ­μή. Οὐ­ρα­νὸ ἔ­βλε­πα μό­νο ἂν ἄ­νοι­γε τὸ στό­μα του. Ζοῦ­σα μέ­σα στὸ νε­ρὸ μα­ζί του: ἀ­νέ­πνε­α κα­νο­νι­κά! Μό­νο ποὺ δὲν με­γά­λω­να. Κα­λύ­τε­ρα, για­τί ἀλ­λι­ῶς δὲν θὰ χω­ροῦ­σα ἐ­κεῖ μέ­σα. Ζα­ρω­μέ­νη σὰν ἔμ­βρυ­ο, καὶ τὸν πε­ρισ­σό­τε­ρο και­ρὸ ἀ­κί­νη­τη. Κι αὐ­τὸ κα­λὸ ἦ­ταν. Εἶ­δα πολ­λοὺς νὰ περ­νοῦν καὶ νὰ χά­νον­ται μέ­σα του. Του­λά­χι­στον ζοῦ­σα.

        Τὸ κῆ­τος πρέ­πει νὰ ἤ­τα­νε τε­ρά­στιο για­τί κα­τά­πι­νε ὁ­λό­κλη­ρα κα­ρά­βια: τὰ ἔ­βλε­πα ποὺ χά­νον­ταν στὸ στο­μά­χι του. Κά­ποι­οι κα­τά­φερ­ναν νὰ πια­στοῦν ἀ­π’ τὰ δόν­τια του. Μά­λι­στα, ἀ­πέ­ναν­τι στὸν ἄλ­λον τρα­πε­ζί­τη ζοῦ­σε ἕ­νας ὀ­δον­τί­α­τρος πού μοῦ ἔ­δι­νε ὁ­δη­γί­ες γιὰ τὸ δόν­τι. Εἴ­χα­με κα­τα­φέ­ρει νὰ πι­ά­σου­με κά­τι σχοι­νιὰ ἀ­πὸ ἕ­να κα­ρά­βι καὶ νὰ τὰ δέ­σου­με στὰ δόν­τια ἔ­τσι ὥ­στε νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦ­με. Ἕ­να βρά­δυ —ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς πάν­τα βρά­δυ ἤ­τα­νε— ὅ­ταν τὸ κῆ­τος κοι­μό­ταν, πέ­ρα­σα ἀ­πέ­ναν­τι: πί­να­με κρα­σά­κι, λέ­γα­με ἱ­στο­ρί­ες καὶ μοῦ μά­θαι­νε τὰ μυ­στι­κά τῶν δον­τι­ῶν. Μοῦ ἄ­ρε­σε ὁ ἄν­δρας αὐ­τὸς καὶ τε­λι­κά τὰ φτι­ά­ξα­με, ἀλ­λὰ ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ μεί­νει ὁ κα­θέ­νας στὸν τρα­πε­ζί­τη του, για­τί οἱ ἔ­ρω­τες κά­τω ἀ­πὸ τέ­τοι­ες συν­θῆ­κες ἦ­ταν ἀμ­φι­βό­λου ποι­ό­τη­τας. Λέ­γα­με πολ­λὰ ἀ­στεῖ­α, πὼς ἂν κά­πο­τε βγαί­να­με ἀ­πὸ τὸ θη­ρί­ο θὰ παίρ­να­με ἕ­να δά­νει­ο γιὰ νά … χτί­σου­με μιὰ κα­λὴ σχέ­ση, μιᾶς καὶ ξέ­ρου­με δυ­ὸ τρα­πε­ζί­τες… Ἐ­πί­σης, γε­λού­σα­με πο­λὺ ὅ­ταν λέ­γα­με πὼς εὐ­τυ­χῶς ποὺ δὲν μᾶς κα­τά­πι­ε φά­λαι­να για­τὶ θὰ τρώ­γα­με μό­νο πλαγ­κτόν…

        Τὶς μέ­ρες ποὺ ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν ἀ­φό­ρη­τη ζω­γρά­φι­ζα στε­ρι­ές, πά­νω στὰ δόν­τια του. Μά­θαι­να, ὅ­μως, καὶ κά­τι κα­λὸ ἐ­κεῖ μέ­σα: τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τοῦ μι­κροῦ χώ­ρου. Μέ­χρι γρα­φεῖ­ο εἶ­χα κά­νει ἀ­πὸ ἕ­να κα­τάρ­τι ποὺ εἶ­χε σφη­νω­θεῖ στὸ δόν­τι. Καὶ πάν­τα κοι­μό­μουν δε­μέ­νη μ’ ἕ­να σχοι­νὶ ἀ­πὸ τὸ μι­κρό μου δω­μά­τιο. Ἔ­τσι, ὅ­ταν ξε­χνι­ό­μουν καὶ μὲ τρα­βοῦ­σε ἡ ἄ­βυσ­σος, μὲ κρα­τοῦ­σε τὸ σχοι­νά­κι αὐ­τό. Κά­ποι­οι ἄλ­λοι με­γα­λο­πι­ά­στη­καν κι ἔ­χτι­σαν βί­λες στὸν οὐ­ρα­νί­σκο του καὶ στὰ μπρο­στι­νὰ δόν­τια ἀλ­λὰ τοὺς ἔ­φα­γε ἡ μαύ­ρη νύ­χτα… Μοῦ ἀρ­κοῦ­σε ποὺ ζοῦ­σα.

        Ἡ ζω­ή μου, γε­νι­κά, ἦ­ταν ἀ­σή­μαν­τη. Ὅ­μως, εἶ­χα ὁ­ρί­σει μιὰ μέ­ρα γιὰ νὰ γι­ορ­τά­ζω τὴ γι­ορ­τὴ τῆς ἀ­ση­μαν­τό­τη­τας. Ἦ­ταν γιὰ μέ­να κά­τι σὰν ἐ­θνι­κὴ ἐ­πέ­τει­ος. Μό­νο ποὺ κά­θε χρό­νο εἶ­χα ἄλ­λη ση­μαί­α: μιὰ χρο­νιὰ ἦ­ταν ἕ­να πα­πού­τσι, τὴν ἄλ­λη ἕ­να σω­σί­βιο, τὴν ἑ­πό­με­νη μιὰ ση­μα­δού­ρα. Ἔ­τσι, με­τροῦ­σα τὰ χρό­νια…



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ψαρ­ροῦ Ξέ­νια (Κρή­τη, 1961). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ Ἀ­γω­γὴ στὸ Βου­κου­ρέ­στι καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια σὲ σχο­λεῖ­ο. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ χο­ρο­θέ­α­τρο γιὰ παι­διά, γρά­φει ποί­η­ση καὶ μυ­θο­πλα­σί­α. Βι­βλί­α της: Ἡ Πέ­τρα καὶ ὁ βρά­χος (ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, μυ­θο­πλα­σί­α, 2017), Τὸ παι­δί, (ποί­η­ση, 2018, ἐκδ. Πα­να­γό­που­λος), κ.ἄ. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Μαίρη Λίντα



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Μαί­ρη Λίν­τα


ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΦΟΡΑ ποὺ πῆ­γα στὴ Βε­νε­τί­α, δὲν εἶ­χα γεν­νη­θεῖ ἀ­κό­μα.

       Στὶς 6 Μα­ΐου τοῦ 1962 ὁ Φά­νης καὶ ἡ Καί­τη, μὲ αὐ­τὴ τὴ σει­ρά, ἀ­νέ­βη­καν τὰ σκα­λιὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­σι­λεί­ου στὰ Ἑ­ξάρ­χεια. Ἔ­μελ­λε νὰ μεί­νουν μα­ζὶ μέ­χρι τὸ 2010, ἀλ­λὰ τό­τε οὔ­τε τὸ ἤ­ξε­ραν οὔ­τε τοὺς ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ τε­λε­τὴ ἔ­χει τὰ γνω­στά: νυ­φι­κό, κου­στού­μια, του­α­λέ­τες, παι­δά­κια ποὺ πιὰ βρί­σκον­ται στὴν ἀρ­χὴ τῆς τρί­της ἡ­λι­κί­ας, ἐ­νή­λι­κες ποὺ πιὰ δὲν ὑ­πάρ­χουν.

       Πο­τὲ δὲν μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­ξιά­τι­κο ἀ­πό­γευ­μα στὸν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο Ἑ­ξαρ­χεί­ων· στὴ μνή­μη μου ἔ­χει μεί­νει ἀ­νε­ξί­τη­λο τὸ με­τά, κι ἂς ἔ­χει φτά­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ με­τὰ μί­α καὶ μό­νο ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α στὰ χέ­ρια μου: ΚΟΣΜΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΡΙΑΝΑ, ἐ­πὶ τῆς λε­ω­φό­ρου Συγ­γροῦ. Ἐ­κεῖ, ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, ἔ­γι­νε τὸ γα­μή­λιο γλέν­τι· τρα­γου­δοῦν ὁ Μα­νώ­λης Χι­ώ­της καὶ ἡ Μαί­ρη Λίν­τα, ἀλ­λὰ στὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ προ­α­νέ­φε­ρα, δὲν ὑ­πάρ­χει ὁ Χι­ώ­της, ὅ­πως οὔ­τε καὶ ἡ Καί­τη. Μὲ φόν­το κα­μιὰ ντου­ζί­να δι­ο­πτρο­φό­ρους ἄν­τρες, ποὺ μοῦ εἶ­ναι παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στοι, ἡ Μαί­ρη Λίν­τα ἔ­χει πλη­σιά­σει, μὲ τὸ μι­κρό­φω­νο στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι [τρα­γου­δών­τας τὸ «Μοιά­ζεις καὶ σὺ μὲ θά­λασ­σα», για­τὶ αὐ­τὸ θέ­λω νὰ τρα­γου­δά­ει] μὲ ἕ­να κόκ­κι­νο ἐ­φαρ­μο­στὸ μα­κρὺ φό­ρε­μα καὶ τὴ λευ­κή της πλά­τη ἐ­κτε­θει­μέ­νη στὸ φλὰς τοῦ φω­το­γρά­φου, στὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που κά­θον­ται οἱ νε­ό­νυμ­φοι καί, μὲ τὸ δε­ξί της χέ­ρι τσιμ­πά­ει τσαχ­πί­νι­κα τὸ πη­γού­νι ἑ­νὸς ἔκ­θαμ­βου Φά­νη, ποὺ τὴν κοι­τά­ζει στὰ μά­τια ὑ­πο­μει­δι­ών­τας, μὲ βλέμ­μα λά­γνο καὶ κρα­τών­τας καὶ μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὴν μπρο­στι­νή του κα­ρέ­κλα ὅ­που ἀ­να­παύ­ε­ται τὸ κα­πέ­λο του πά­νω σὲ κά­τι ποὺ πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βα τί εἶ­ναι.

       Ἐ­γὼ γεν­νή­θη­κα ἀ­κρι­βῶς ἐν­νέ­α μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, στὶς 6 Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1963. Ἐν­δι­ά­με­σα, στὰ τέ­λη Ἰ­ου­νί­ου, εἶ­χα πά­ει στὴ Βε­νε­τί­α, στὴν κοι­λιὰ τῆς Καί­της ποὺ μὲ πε­ρι­έ­φε­ρε ὅ­λο κα­μά­ρι στὴν πλα­τεί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­κου, τα­ΐ­ζον­τας τὰ πε­ρι­στέ­ρια καὶ κοι­τά­ζον­τας τὸν Φά­νη σὰν νὰ μὴν τοῦ εἶ­χε συγ­χω­ρέ­σει ἀ­κό­μη τὸ λά­γνο βλέμ­μα τῆς 6ης Μα­ΐ­ου.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ἀπόστoλος Μαϊκίδης: Φωτιστικό γραφείου


Ἀ­πό­στο­λος Μα­ϊ­κί­δης

 

Φω­τι­στι­κό γρα­φεί­ου


Ε ΤΟ ΠΟΥ ΤΕΛΕΙΩΣΕ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα μὲ τὸν Ἀλ­τί­νο­γλου, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε τὸ θρά­σος νὰ ἐκ­φρά­σει πα­ρά­πο­να γιὰ τὴ χα­μη­λὴ ἐ­πί­δο­ση τοῦ γιοῦ του στὰ θε­ρι­νὰ τμή­μα­τα, ναί κύ­ρι­ε Ἀλ­τί­νο­γλου, ἀλ­λὰ τὸ φρον­τι­στή­ριο ξέ­ρε­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ κά­νει καὶ θαύ­μα­τα ἂν ὁ ἄλ­λος δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται, ἀ­κού­στη­κε ἕ­να κρὰκ ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά. Ἀ­μέ­σως με­τά, τὸ ση­μεῖ­ο ὅ­που συν­δέ­ον­ται οἱ βρα­χί­ο­νες, χω­ρὶς νὰ ἔ­χει δώ­σει στὸ πα­ρελ­θὸν ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε δεῖγ­μα κα­τα­πό­νη­σης, κα­τέρ­ρευ­σε, καὶ ὁ μὲν ἐ­πά­νω βρα­χί­ο­νας προ­σγει­ώ­θη­κε στὸ πλη­κτρο­λό­γιο, ὁ δὲ κῶ­νος, ἀρ­χι­κὰ ἀ­να­πή­δη­σε στὸ γρα­φεῖ­ο καὶ στὴ συ­νέ­χεια στα­μά­τη­σε, ἀ­ξι­ώ­νον­τας νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σω γιὰ τὸ ἀ­τό­πη­μα. Φω­τι­στι­κό της πλά­κας, ὅ,τι δί­νεις παίρ­νεις, σκέ­φτη­κα, με­ρι­μνών­τας χω­ρὶς χρο­νο­τρι­βὴ γιὰ τὴ δι­ά­δο­χη κα­τά­στα­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ ἐν­δε­λε­χῆ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἔ­ρευ­να πα­ρήγ­γει­λα ἕ­να ἀρ­θρω­τὸ χάρ­μα ὀ­φθαλ­μῶν, ἀ­παύ­γα­σμα γερ­μα­νι­κῆς λε­πται­σθη­σί­ας καὶ στι­βα­ρό­τη­τας. Ἡ ἐν­το­λὴ γιὰ χρέ­ω­ση τῆς πι­στω­τι­κῆς μου κάρ­τας, ὑ­πο­σχό­ταν ἕ­να κα­λύ­τε­ρο μέλ­λον, τὸ δι­ό­λου ἀ­με­λη­τέ­ο τί­μη­μα προ­ϊ­δέ­α­ζε γι’ αὐ­τό, ἕ­να μέλ­λον πάμ­φω­το θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νείς, ἢ ἀ­κρι­βέ­στε­ρα κα­τ’ ἐ­πι­λο­γὴν φω­τι­ζό­με­νο, κα­θὼς τὸ προ­ϊ­ὸν εἶ­ναι ἐ­φο­δι­α­σμέ­νο μὲ ρο­δέ­λα αὐ­ξο­μεί­ω­σης τῆς ἔν­τα­σης τοῦ ἐκ­πεμ­πό­με­νου φω­τός, για­τί ἄλ­λο πράγ­μα οἱ ὧ­ρες τῆς δου­λειᾶς, κι ἄλ­λο τῆς χα­λά­ρω­σης.

        Σὲ λί­γες μέ­ρες ἔ­φτα­σε ἡ πα­ραγ­γε­λί­α, τὸ φω­τι­στι­κό τὸ συ­ναρ­μο­λό­γη­σα μό­νος μου, τὸ ἔ­στη­σα ὅ­πως ἔ­πρε­πε, νὰ τὸ βλέ­πουν ὅ­λοι νὰ τὸ κα­μα­ρώ­νουν, τώ­ρα ποὺ ἄρ­χι­σαν κι οἱ ἐγ­γρα­φές. Τί τὰ θέ­λεις ὅ­μως; Με­λε­τών­τας τὸ φυλ­λά­διο τῶν ὁ­δη­γι­ῶν, δι­α­πί­στω­σα κα­τά­πλη­κτος σὲ κά­ποι­α ἀν­θυ­πο­πα­ρά­γρα­φο πρὸς τὸ τέ­λος ὅ­τι «ἡ διά­ρκεια ζω­ῆς τοῦ λαμ­πτή­ρα εἶ­ναι τριά­ντα χι­λιά­δες ὧ­ρες, δι­ά­στη­μα με­τὰ τὴν πα­ρέ­λευ­ση τοῦ ὁ­ποί­ου ἡ συ­σκευ­ὴ πρέ­πει νὰ ἀ­πορ­ρι­φθεῖ». Ἔ­στει­λα μέ­ιλ στὸ κα­τά­στη­μα, «σω­στὰ κα­τα­λά­βα­τε» ἡ ἀ­πάν­τη­ση, με­τὰ δὲν ἄν­τε­ξα, ἔ­στει­λα καὶ στὰ κεν­τρι­κὰ τῆς ἐ­ται­ρί­ας, σὲ γνω­στὴ κεν­τρο­ευ­ρω­πα­ϊ­κὴ πό­λη, ἀ­πάν­τη­ση μέ­χρι τώ­ρα δὲν ἔ­χω πά­ρει, λέ­ω αὐ­τὸ εἶ­ναι κο­ρο­ϊ­δί­α, τό­σα χρή­μα­τα καὶ με­τὰ στὰ σκου­πί­δια, τριά­ντα χι­λιά­δες ὧ­ρες, ἅ­μα τὸ δι­αι­ρέ­σεις μὲ τὸ ὀ­κτώ, λί­αν ἐ­πι­ει­κῶς δη­λα­δή, εἶ­ναι τρεῖς χι­λιά­δες ἑ­πτα­κό­σι­ες πε­νῆν­τα μέ­ρες ἐρ­γα­σί­ας, δέ­κα χρό­νια καὶ κά­τι, δὲν εἶ­ναι λί­γο θὰ πεῖ κα­νείς, ἀλ­λὰ τὰ χρό­νια τὰ ἄ­τι­μα φεύ­γουν, θὰ πῶ ἐ­γώ, καὶ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο πράγ­μα ποὺ θὰ ἤ­θε­λα στὰ ἑ­ξῆν­τα δύ­ο μου θὰ ἦ­ταν νὰ μεί­νω μό­νος μὲ τὸ κου­φά­ρι ἑ­νὸς φω­τι­στι­κοῦ, κι ἄς εἶ­ναι καὶ τὸ κα­λύ­τε­ρο.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­πό­στο­λος Μα­ϊ­κί­δης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1972 στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη, ὅ­που ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται.


Σωτηρία Τσέλιου-Παππᾶ:


Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ


Τρα­βά


ΓΩ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ἦρ­θα ὅ­ταν τε­λεί­ω­σα τὸ σχο­λεῖ­ο νὰ προ­σέ­χω ἕ­ναν παπ­πού. «Αὐ­τὸς παι­διὰ δὲν ἔ­χει καὶ θὰ σ’ ­ἔ­χει σὰν κό­ρη του.» Μοῦ εἶ­πε ὁ θεῖ­ος Ἀ­σάν. Τί νά ‘κά­να; Εἴ­μα­στε πέν­τε παι­διὰ κι ἐ­γὼ ἡ με­γα­λύ­τε­ρη. Ὁ πα­τέ­ρας σκο­τώ­θη­κε στὸν πό­λε­μο. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α δὲν εἴ­χα­με νὰ φᾶ­με. Δὲν ὑ­πῆρ­χε μέλ­λον γιὰ μέ­να.

        Ὁ παπ­ποὺς στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι ἦ­ταν πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­χε με­γά­λο σπί­τι ἀλ­λὰ καὶ με­γά­λα χέ­ρια. Δὲν ἄν­τε­χα τὰ χέ­ρια του πά­νω μου. Τὸ Πά­σχα πῆ­γα στὴν Οὐ­κρα­νί­α μὲ δυ­ὸ βα­λί­τσες γε­μά­τες δῶ­ρα πού μοῦ ἔ­δι­νε κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸν ἄ­φη­να νὰ μὲ χα­ϊ­δεύ­ει. Ἤ­μουν ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη νὰ μὴν ξα­να­γυ­ρί­σω. Τὸ εἶ­πα στὴ μα­μά, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σὰν τὸν φο­βό­μου­να, «δὲν θέ­λω νὰ ξα­να­πά­ω στὴν Ἑλ­λά­δα» τῆς εἶ­πα, ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­γε λέ­ξη. Ἄ­κου­γε μό­νο τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν. Αὐ­τὸς ὅ­λο στὸ δι­κό μας σπί­τι κοι­μό­τα­νε.

        Ἔ­τσι γύ­ρι­σα πά­λι στὸν παπ­πού. Ἔ­σφιγ­γα τὰ δόν­τια μου. Τὸν σι­χαι­νό­μουν. Μιὰ μέ­ρα ποὺ τὸν ἔ­βα­ζα στὸ κρε­βά­τι, μὲ ἅρ­πα­ξε ἀ­πό­το­μα καὶ μὲ τρά­βη­ξε πά­νω του. Τὰ χέ­ρια του μ’ ἔ­σφιγ­γαν σὰν τα­νά­λι­ες. Οἱ γέ­ροι ἔ­χουν πο­λὺ με­γά­λη δύ­να­μη. Πά­λε­ψα νὰ ξε­φύ­γω. Τοῦ δάγ­κω­σα τὸ αὐ­τὶ καὶ τὸ στό­μα μου γέ­μι­σε αἵ­μα­τα. Τὰ σά­λια του ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν μὲ τὸ αἷ­μα καὶ μοῦ ἔ­φε­ραν ἀ­να­γού­λα. Ἔ­κα­να ἐ­με­τὸ πά­νω του.

        Στὴν Ἑλ­λά­δα δὲν γνώ­ρι­ζα κα­νέ­ναν ἄλ­λο. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο τὴ μά­να. Μοῦ εἶ­πε νὰ κά­νω ὑ­πο­μο­νή, μιὰ καὶ τὰ πράγ­μα­τα ἐ­κεῖ ἦ­ταν πο­λὺ ἄ­σχη­μα. Θὰ παν­τρευ­ό­ταν, μοῦ εἶ­πε, τὸ θεῖ­ο Ἀ­σάν, για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ βγά­λει πέ­ρα.

        «Τὸν ἀ­δερ­φὸ τοῦ πα­τέ­ρα μου!» οὔρ­λια­ξα καὶ τῆς ἔ­κλει­σα τὸ τη­λέ­φω­νο.

        Ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πολ­λὰ λε­φτὰ κρυμ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Μοῦ τὰ ἔ­δει­ξε μιὰ μέ­ρα γιὰ νὰ ξα­πλώ­σω δί­πλα του. Τό­τε πῆ­ρα τὴν ἀ­πό­φα­ση. Στὴν Οὐ­κρα­νί­α θὰ γύ­ρι­ζα πλού­σια.

        Τὸ τρα­βὰ(1) μοῦ τὸ εἶ­χε δώ­σει τὸ Πά­σχα ἡ θεί­α μου ἡ Βα­σμάρ­τυ­α, ἀ­δερ­φὴ τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα τα βό­τα­να. Τὸ ἔ­χω πάν­τα μα­ζί μου. Πο­λὺ δυ­να­τό. Λί­γες στα­γό­νες στὸ τσά­ι κά­θε βρά­δυ καὶ οὔ­τε γά­τα οὔ­τε ζη­μιά.

        Στὴν κη­δεί­α τοῦ παπ­ποῦ ἔ­κλαι­γα πο­λύ. Ἐ­κεῖ μὲ εἶ­δε ὁ κύ­ριος Κώ­στας ἀ­νι­ψιὸς τοῦ παπ­ποῦ καὶ μὲ πῆ­ρε νὰ προ­σέ­χω τὸν πα­τέ­ρα του. Ὁ πα­τέ­ρας του, ἀ­δελ­φὸς τοῦ παπ­ποῦ, εἶ­ναι κι αὐ­τὸς πο­λὺ πλού­σιος. Εἶ­ναι τρί­α χρό­νια μι­κρό­τε­ρος ἀ­πὸ τὸν παπ­ποὺ καὶ τοῦ ἀ­ρέ­σει πο­λὺ τὸ τσά­ι. Χτυ­πά­ει τὰ χέ­ρια του ἀ­πὸ χα­ρὰ κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοῦ τὸ φτιά­χνω.

        Πί­νει βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι(2).

(1) τρα­βά: βό­τα­νο/χόρ­το
(2) βράν­τζι τὰ βά­τσε­ρι: πρω­ῒ καὶ βρά­δυ.


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ (Ἀρ­γι­θέ­α, Καρ­δί­τσα). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­δά­σκει τὴν Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὸ βιβλίο Ση­μά­δι Ἀ­δυ­να­μί­ας (ἐκδ. Ἄπαρσις, δι­η­γή­μα­τα, 2019) καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ τρεῖς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους: Ὑ­πὸ σκιάν, Δι­η­γή­μα­τα παν­τὸς και­ροῦ καὶ Πά­λι μα­ζί. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο ὡς ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ἠ­θο­ποι­ός.



		

	

Ρένα Σαμαρᾶ-Μάινα: Φωτογραφίες γάμου


Ρέ­να Σα­μα­ρᾶ-Μά­ϊ­να


Φω­το­γρα­φί­ες γά­μου


 ΠΡΩΤΟΣ ΜΟΥ ΑΝΤΡΑΣ ἦ­ταν ψη­λὸς καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος. Τὸ χει­μώ­να φο­ροῦ­σε πάν­τα τρα­γιά­σκα καὶ τὸ κα­λο­καί­ρι ψά­θι­νο παναμά. Ἔ­χει τύ­πο, ἔ­λε­γαν οἱ φί­λες μου. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε πο­τὲ ἀ­σκε­πής, τὸ κε­φά­λι τὸ εἶ­χε πάν­τα κα­λυμ­μέ­νο, ὄ­χι γιὰ τὸ στύλ, ὅ­πως πί­στευ­αν οἱ φί­λες μου, μὰ μὴν καὶ φα­νεῖ ὁ τρι­χο­φά­γος. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε δι­α­φη­μί­σεις γιὰ σαμ­που­ὰν καὶ τζὲλ μαλ­λι­ῶν, ἔ­βα­ζε πάν­τα τὰ κλά­μα­τα. Κι ὕ­στε­ρα ἔ­βγα­ζε τὶς σχο­λι­κὲς φω­το­γρα­φί­ες καὶ χά­ζευ­ε μὲ τὶς ὧ­ρες τὰ μπου­κλά­κια του, ποὺ ἔ­πε­φταν ἀ­τί­θα­σα μέ­σα στὰ μά­τια του. Ἡ πε­θε­ρά μου ἀ­κό­μα καὶ στὰ σα­ράν­τα του τὸν φώ­να­ζε σγου­ρο­μάλ­λη μου κι ἐ­γὼ με­τὰ βί­ας κρα­τοῦ­σα τὰ γέ­λια. Ἦ­ταν τό­σο ἀ­στεῖ­ος χω­μέ­νος στὴν ἀγ­κα­λιά της κι ἐ­κεί­νη νὰ τοῦ χα­ϊ­δεύ­ει τὰ ἀ­νύ­παρ­κτα μαλ­λιά. Ὅ­ταν πέ­θα­νε φύ­λα­ξα τὴν ἀ­ση­μέ­νια βούρ­τσα τῶν ἀ­νύ­παρ­κτων μαλ­λι­ῶν του. Τὴν ἔ­βγα­λα με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια ἀ­χρη­στί­ας ἀ­πὸ τὸ συρ­τά­ρι – ἦ­ταν τό­τε ποὺ ἄρ­χι­σα τὶς χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες.

        Ὁ δεύ­τε­ρος ἄν­τρας μου μαλ­λιὰ εἶ­χε μπό­λι­κα. Ἀ­πὸ μυα­λὰ ἔ­πα­σχε. Ἀ­κα­τοί­κη­το τὸ ὄ­μορ­φο ξαν­θὸ κε­φά­λι του. Ὅ­ταν τὸν πρω­το­εῖ­δα —λί­γο με­τὰ ποὺ ἀ­νάρ­ρω­σα— εἶ­πα πὼς ἡ ζω­ή μοῦ χρω­στᾶ μιὰ δεύ­τε­ρη εὐ­και­ρί­α. Τὸν παν­τρεύ­τη­κα μὲ δό­ξα καὶ τι­μή. Μὰ ἡ δι­κή του ἡ τι­μὴ ἦ­ταν ἄ­τι­μη. Τὶς νύ­χτες βο­λό­δερ­νε σὲ χαρ­το­παι­χτι­κὲς λέ­σχες καὶ τὶς μέ­ρες ση­μά­δευ­ε τρά­που­λες. Ἡ ζω­ή μου ἔ­γι­νε κό­λα­ση. Ἦρ­θαν μέ­ρες ποὺ δὲν εἴ­χα­με δραχ­μὴ οὔ­τε γιὰ ψω­μί. Κόν­τε­ψα νὰ ξε­που­λή­σω καὶ τὸν κῶ­λο μου γιὰ νὰ τὸν ξε­χρε­ώ­σω. Καὶ τὰ μαλ­λιὰ ποὺ ξα­νά­βγα­λα ἀ­ραί­ω­ναν καὶ πά­λι. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν με­γά­λη μπά­ζα ὅ­πως μοῦ εἶ­πε, τὸν φί­λη­σα σταυ­ρω­τά, ἔ­κλει­σα τὴν πόρ­τα στὸ κα­κὸ κι ἄλ­λα­ξα μέ­σα στὴ νύ­χτα τὴν κλει­δα­ριά. Τὸ μό­νο πού μοῦ ἔ­μει­νε ἀ­πὸ κεῖ­νον ἦ­ταν μιὰ ση­μα­δε­μέ­νη τρά­που­λα.

        Ὁ τρί­τος μου ἄν­τρας εἶ­ναι γκέ­ι. Τὸ ξέ­ρω πὼς μὲ πῆ­ρε μό­νο γιὰ ξε­κάρ­φω­μα. Κα­θη­γη­τὴς στὸ σχο­λεῖ­ο, φι­λό­λο­γος, μὴ δί­νει δι­και­ώ­μα­τα. Κι ἡ δό­λια ἡ μά­να του, νὰ γλι­τώ­σει ἀ­πὸ τὰ σχό­λια τῶν φαρ­μα­κό­γλωσ­σων τῶν φι­λε­νά­δων της. Τί­μιος ὅ­μως, μοῦ ξη­γή­θη­κε σπα­θὶ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Στὸ σπί­τι ὅ­λα δου­λεύ­ουν ρο­λό­ι. Νοι­κο­κυ­ρο­σύ­νη, χα­μό­γε­λα, κα­τα­νό­η­ση κι ἀ­πο­δο­χή. Σὲξ δὲν κά­νου­με, ἀλ­λὰ σι­γὰ τὸ πρό­βλη­μα. Στὴν ἐμ­μη­νό­παυ­ση ἀρ­κοῦν τὰ χά­δια, τὰ φι­λιὰ καὶ δυ­ὸ κα­λὲς κου­βέν­τες. Τὰ κρύ­α χει­μω­νι­ά­τι­κα βρά­δια μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιὰ μὲ τὴν ἀ­ση­μέ­νια βούρ­τσα μου καὶ παί­ζου­με ξε­ρὴ μὲ τὴ ση­μα­δε­μέ­νη τρά­που­λα. Δὲν εἶ­ναι τε­λι­κὰ ἄ­πια­στη ἡ εὐ­τυ­χί­α.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρέ­να Σα­μα­ρᾶ–Μά­ϊ­να. (Κο­μο­τη­νή, 1969). Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΑΠΘ, ἐρ­γά­ζε­ται γιὰ εἴκοσι ἑπτὰ χρό­νια στὴν φρον­τι­στη­ρια­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση. Τὰ τελευταῖα πέν­τε χρό­νια διοργάνωσε καὶ συντονίζει τὴν Λέ­σχη Φι­λα­να­γνω­σί­ας Κο­μο­τη­νῆς. Κεί­με­νά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες.