Καλλιόπη Ἐξάρχου: Μαγειρική


Καλ­λι­ό­πη Ἐ­ξάρ­χου

 

Μα­γει­ρι­κή

 

ΑΙ ΕΚΕΙ ΠΟΥ ΟΛΑ γύ­ρω σου ση­μαί­νουν ὑ­πο­χώ­ρη­ση, μπαί­νεις μὲ μι­σὴ καρ­διὰ στὴν κου­ζί­να καὶ μα­γει­ρεύ­εις γε­μι­στὰ κο­λο­κυ­θά­κια αὐ­γο­λέ­μο­νο. Αἴφ­νης ἡ μυ­ρω­διά τους γί­νε­ται ἀρ­τη­ρί­α ἐ­πι­στρο­φῆς στὴν ἐ­πο­χὴ τὴν πο­τι­σμέ­νη θω­πεῖ­ες ἀ­πὸ τὴ μα­γει­ρι­κή τῆς μά­νας. Λὲς καὶ τὸ κά­νει ἐ­πί­τη­δες, τὸ Δεύ­τε­ρο Πρό­γραμ­μα δι­α­λέ­γει ἕ­να τρα­γού­δι ἀ­σορ­τὶ καὶ μπερ­δεύ­ε­ται τὸ μέ­σα σου. Ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­νε­βαί­νει ἀ­κά­θε­κτη στὸ στό­μα ἡ γεύ­ση τοῦ κά­πο­τε, βά­ζεις τὰ δυ­να­τά σου νὰ χα­μο­γε­λά­σεις πά­νω ἀ­πὸ τὴν κα­τσα­ρό­λα, μή­πως καὶ πε­τύ­χει ἡ συν­τα­γὴ τῆς νο­σταλ­γί­ας.

        Τῆς ἄ­ρε­σε πο­λύ τῆς μά­νας μου ἡ μα­γει­ρι­κή. Τὴν ἐ­κτε­λοῦ­σε χω­ρὶς συν­τα­γὲς καὶ δό­σεις. Τὸ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­το, ἐ­ξάλ­λου, δὲν με­τρι­έ­ται σὲ γραμ­μά­ρια. Τοῦ φτά­νει μό­νο νὰ σαλ­πί­ζει τὸ αἷ­μα, γιὰ νὰ γί­νε­ται ἡ ἀ­νά­λη­ψη τῶν δα­χτύ­λων. Φαν­τα­στεῖ­τε δέ­κα δά­χτυ­λα ὅ­λο ἔ­παρ­ση —τὸ κα­θέ­να νὰ κι­νεῖ­ται γιὰ λο­γα­ρια­σμό του— νὰ ἐ­ξο­ρί­ζουν ξη­ρα­σί­ες καὶ στε­ρη­τι­κά, νὰ ἐ­ξο­ρύσ­σουν ὑ­γρὰ ρί­γη, νὰ γδέρ­νουν ἀ­πὸ πά­νω τους τὴν κρού­στα, νὰ ἁρ­πά­ζουν τὸ με­δού­λι καὶ νὰ τὸ στραγ­γα­λί­ζουν μέ­χρι στα­γό­νας. Ἀ­κο­λού­θη­σα τὴν τα­κτι­κή της μέ­χρι κε­ραί­ας, ὅ­ταν μπῆ­κα στὴν κου­ζί­να. Τοῦ γρα­φέ­α. Ἔ­πρε­πε πρῶ­τα ἀ­πὸ ὅ­λα νὰ ἐμ­πι­στευ­τῶ τὴ Φω­νή μου. Γιὰ τὴν ἀ­λη­θεί­α τοῦ πράγ­μα­τος.

        Τό­τε ἄρ­χι­σε τὸ μαρ­τύ­ριο τῶν λέ­ξε­ων καὶ τὸ δι­κό μου. Για­τί αὐ­τὴ καὶ ὄ­χι τὴν ἄλ­λη; Για­τί μὲ αὐ­τὴ τὴ σει­ρά; Ἡ πρω­το­κα­θε­δρί­α τους ἦ­ταν τὸ με­γά­λο πρό­βλη­μα. Καὶ ὄ­χι μό­νο. Δι­εκ­δι­κοῦ­σαν καὶ ἄλ­λα προ­νό­μια. Τὴ μου­σι­κό­τη­τά τους νὰ ἀ­κού­σω. Μοῦ ἔ­λε­γαν ὅ­τι δο­νοῦν­ται, σὰν βροῦν κα­τάλ­λη­λο τὸν τό­πο. Ἐκ­πλη­κτι­κὸ πῶς. Μοῦ ὑ­πό­σχον­ταν κά­θε μί­α γιὰ λο­γα­ρια­σμὸ της εὐ­γο­νί­α καὶ εὐ­καρ­πί­α.

        Στὸ χέ­ρι μου ἦ­ταν νὰ πά­ρω τὴν ἀ­πό­φα­ση. Τὴ δύ­σκο­λη ἀ­πό­φα­ση, ποὺ θὰ μὲ ἔ­κα­νε νὰ νι­ώ­σω ὅ­τι ἤγ­γι­κεν ὁ χρό­νος νὰ βά­λω τε­λεί­α. Οὔ­τε λό­γος, βέ­βαι­α, γιὰ τὸ τα­ξί­δι τὸ χα­ῶ­δες, τὸ ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­το στὴ συ­νάν­τη­σή τους μὲ τὸν Ἄλ­λον ποὺ χτυ­πά­ει σὰν καμ­πά­να τὸ βρά­δυ τῆς Ἀ­νά­στα­σης. Καὶ πῶς νὰ μὴν τὸ εὐ­τε­λί­σεις, με­τα­θέ­τον­τας τὰ ὅ­ρια της πέ­ραν ἀ­πὸ ἐ­σέ­να, ὥ­σπου νὰ κερ­δί­σεις τὸ «ἀ­γα­πᾶ­τε ἀλ­λή­λους».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Καλ­λι­ό­πη Ἐ­ξάρ­χου Ἀ­να­πλη­ρώ­τρια Κα­θη­γή­τρια Θε­α­τρο­λο­γί­ας στὸ Τμῆ­μα Γαλ­λι­κῆς Γλώσ­σας καὶ Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Α.Π.Θ. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α καὶ Θε­ω­ρί­α τοῦ Θε­ά­τρου. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει βι­βλί­α ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τος, λο­γο­τε­χνί­ας καὶ με­τα­φρά­σεις. Πρό­σφα­τα βι­βλί­α της Ὀ­νο­μά­ζο­μαι… Γυ­ναί­κα (θέ­α­τρο, University Studio Press, 2005), Τό­σο ἤ­θε­λε τὸ στῆ­θος (ποί­η­ση, Σο­κό­λη, 2020), Ἡ κυ­ρί­α Χ (δι­η­γή­μα­τα, Σο­κό­λη, 2018). Εἶ­ναι μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ἐ­πι­τρο­πῆς (ποί­η­ση) τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δί­ο­δος, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐκ­δί­δε­ται στὴ Δρά­μα.


Μαρώ Τριανταφύλλου: Μακρακώμη Ἠλείας


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου


Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας

 

ΙΝΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΠΩΣ τὰ το­πω­νύ­μια ἀ­σκοῦν μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη γο­η­τεί­α εἰ­δι­κὰ στὸν ἀ­γε­ω­γρά­φη­το, πῶς κι­νη­το­ποι­οῦν τὴν φαν­τα­σί­α ὀ­δη­γών­τάς την σὲ θαυ­μα­στὲς οὐ­το­πί­ες. Βε­βαί­ως ὅ­ταν ἀρ­γό­τε­ρα μα­θαί­νει τὴν ἀ­λή­θεια κά­πως ἀ­πο­γο­η­τεύ­ε­ται ἀλ­λὰ τί ση­μα­σί­α ἔ­χει; Ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ θυ­μᾶ­ται μὲ σω­μα­τι­κὴ ἡ­δο­νὴ τὶς πε­ρι­πέ­τει­ες ποὺ φαν­τά­στη­κε. Αἴφ­νης ἐ­γώ, σὰν πρω­τά­κου­σα τὴν πό­λη Μα­κρα­κώ­μη μα­γεύ­τη­κα. Ἤ­μουν πο­λὺ μι­κρὸ παι­δί, δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σων ἐ­τῶν ἀ­κρι­βῶς, ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­μαι πὼς μό­λις εἶ­χα πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἄ­ρα ἕ­ξι ἢ ἑ­φτὰ μᾶλ­λον. Μα­κρα­κώ­μη, μοῦ φά­νη­κε σὰν ὄ­νο­μα ἀ­στε­ριοῦ. Θὰ ἦ­ταν κά­που μα­κριὰ ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἕ­να μέ­ρος δύ­σκο­λο νὰ πά­ει κα­νείς, ἴ­σως καὶ ἀ­δύ­να­το γιὰ τοὺς κοι­νοὺς θνη­τούς, ἀλ­λὰ φω­τει­νό, πο­λὺ φω­τει­νό, ἴ­σως καὶ λί­γο κρύ­ο, ὄ­χι, θὰ ἦ­ταν ἕ­να μέ­ρος πο­λὺ κρύ­ο ἀλ­λὰ τὸ κρύ­ο του θὰ ἦ­ταν λαμ­πε­ρὸ καὶ παι­χνι­δι­ά­ρι­κο. Κι ἔ­λε­γα μέ­σα μου πὼς ἐ­κεῖ θὰ ἔ­με­ναν κά­ποι­οι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι ποὺ βα­ρέ­θη­καν τὸν κό­σμο τοῦ­το καὶ με­τα­κό­μι­σαν στὸ θαῦ­μα ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σαν οἱ  ἴ­διοι καὶ γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ ὑ­πέ­ρο­χο, πιὸ ἰ­ρι­δί­ζον κα­θὼς προ­στί­θεν­ται κα­θη­με­ρι­νὰ κι ἄλ­λοι σπου­δαῖ­οι ἄν­θρω­ποι, ποὺ ἐ­πι­λέ­γουν, δι­α­κρι­τι­κά, χω­ρὶς κα­κί­α καὶ ζή­λεια, νὰ ζή­σουν ὅ­λοι μα­ζὶ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νοι ὁ κα­θέ­νας σὲ ὅ,τι ἀ­γα­πᾶ. Ἀρ­γό­τε­ρα, μὴν μὲ ρω­τή­σε­τε πό­τε καὶ για­τί, θε­ώ­ρη­σα ὅ­τι ἡ Μα­κρα­κώ­μη ἀ­πὸ μό­νη της δὲν εἶ­ναι ἀρ­κε­τὴ καὶ κόλ­λη­σα αὐ­θαί­ρε­τα τὸν προσ­δι­ο­ρι­σμὸ «Ἠ­λεί­ας» (τό­τε δὲν ἤ­ξε­ρα καν τί θὰ πεῖ «αὐ­θαί­ρε­τα», κι οὔ­τε μὲ ἔ­νοια­ζε γιὰ νά ΄μαι εἰ­λι­κρι­νής, ἡ φαν­τα­σί­α εἶ­ναι βα­σί­λει­ο τῶν παι­δι­ῶν, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἡ παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α εἶ­ναι στὸ στό­χα­στρο τῆς ἐ­ξου­σί­ας). «Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας» λοι­πόν. Για­τί καὶ ἡ «Ἠ­λεί­α» φάν­τα­ζε στὰ παι­δι­κά μου μά­τια ὡς τό­πος ξε­χω­ρι­στὸς καὶ μὲ ἀρ­χέ­γο­νη ὀ­μορ­φιὰ καὶ ποι­ό­τη­τα. Στὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα γε­ω­γρα­φί­ας —ποὺ τώ­ρα τὰ λέ­με «τέ­στ», θε­ω­ρών­τας ὅ­τι ἡ ἀγ­γλι­κὴ λέ­ξη, τὰ κά­νει λι­γό­τε­ρα φο­βε­ρὰ καὶ ἀγ­χο­γό­να γιὰ τὰ παι­διά, ποὺ ὅ­λο καὶ πιὸ δύ­σκο­λα πιὰ μα­θαί­νουν νὰ τα­ξι­δεύ­ουν μὲ μα­γι­κὰ τρέ­να καὶ ὅ­λο καὶ πιὸ μι­κρὰ κα­βα­λοῦν πυ­ραύ­λους ποὺ τὰ σφη­νώ­νουν σὲ ἄ­πρε­πες ἀ­λή­θει­ες τῶν με­γά­λων, δη­λα­δὴ στὰ ψέ­μα­τα ποὺ γρή­γο­ρα ἀ­φο­μοι­ώ­νουν λαί­μαρ­γα οἱ μπόμ­πι­ρες γιὰ νὰ κερ­δί­σουν τὴν προ­σο­χὴ τῶν ἐ­νη­λί­κων, τὴν ἀ­πο­δο­χή τους ἢ ἁ­πλῶς τὴν ἡ­συ­χί­α τους) σ’ αὐ­τὰ τὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα ἔ­γρα­φα μὲ ὡ­ραῖ­α στρογ­γυ­λὰ εὐ­α­νά­γνω­στα γράμ­μα­τα πὼς ὁ νο­μὸς Ἠ­λεί­ας βρί­σκε­ται στὴν βο­ρει­ο­δυ­τι­κὴ Πε­λο­πόν­νη­σο καὶ ἔ­χει με­γά­λη καὶ ἀρ­χαί­α ἱ­στο­ρί­α, ὅ­πως ὁ γει­το­νι­κός του νο­μὸς Ἀ­χα­ΐ­ας. Ἔ­παιρ­να κα­λὸ βαθ­μό.

        Κρυ­φὰ ὅ­μως στὸν χάρ­τη ποὺ κα­τα­σκεύ­α­ζαν οἱ λάμ­ψεις τῶν ἄ­στρων, στε­ρέ­ω­να μὲ δι­α­μαν­τέ­νι­ες πι­νε­ζοῦ­λες τὴν το­πο­θε­σί­α Μα­κρα­κώ­μη Ἠ­λεί­ας, ση­μει­ώ­νον­τας πὼς κά­πο­τε πρέ­πει νὰ τα­ξι­δέ­ψω ὡς ἐ­κεῖ. Τε­λευ­ταῖα τὰ μά­τια μου σκο­τει­νιά­ζουν ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ξε­χω­ρί­σω τὰ ἀν­τι­κεί­με­να καὶ τὶς λέ­ξεις ποὺ τὰ προ­βάλ­λουν στὴν ὀ­θό­νη τοῦ νοῦ. Γερ­νῶ καὶ φο­βοῦ­μαι μή­πως δὲν προ­λά­βω.

Κυ­ρια­κή, 30/1/2022



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Μα­ρὼ Τρι­αν­τα­φύλ­λου (Ἀθήνα 1963). Ἱ­στο­ρι­κός, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὴ κρι­τι­κός. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνί­ας καὶ δο­κι­μί­ω­ν ἀρ­χαί­ας ἱ­στο­ρί­ας καὶ φι­λο­σο­φί­ας,­ ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κὰ καὶ ἀγ­γλι­κὰ καὶ μὲ τὴ με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων τῆς πρω­το­χρι­στι­α­νι­κῆς γραμματείας. Τελευταῖο της βι­βλί­ο­:­ Τι νέα από το στρατόπεδο του Κρίσενβελτ (ἐκδ. Εὔμαρος, 2013).


Φρίξος Μακρῆς: Στὸ Βαρδάρη


Φρί­ξος Μα­κρῆς


Στὸ βαρ­δά­ρι


ΤΑΝ ΔΕΝ ΕΙΧΑ σχο­λεῖ­ο, ὁ γέ­ρος μου μὲ κρά­τα­γε στὸ μα­γα­ζί, ἀ­γο­ρὰ Βαρ­δά­ρι. Εἶ­χε κο­το­που­λά­δι­κο στὴν ὁ­δὸ Εἰ­ρή­νης. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ μιὰ κα­τε­δά­φι­ση μπῆ­κε στὸ Κα­πά­νι, γιὰ νὰ βγεῖ στὴν ἴ­δια ὁ­δὸ με­τὰ ἀ­πὸ λί­γα χρό­νια, πά­λι «λό­γῳ κα­τε­δα­φί­σε­ως». Τὰ χρό­νια μὲς στὴν σκε­πα­στὴ ἀ­γο­ρὰ ἄρ­χι­σα νὰ μα­θαί­νω τὸν κό­σμο, μα­ζὶ μὲ τὴν τέ­χνη τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος καὶ πάν­τα μὲ τὶς ὁ­δη­γί­ες τοῦ γέ­ρου, ποὺ ἦ­ταν ζό­ρι­κος ἀλ­λὰ τό ’­παι­ζε καὶ φι­λό­σο­φος.

        Ἡ γύ­ρω πε­ρι­ο­χὴ ἔ­βρι­θε ἀ­πὸ σκυ­λά­δι­κα. Ὁ ὑ­πό­κο­σμος πα­ρή­λαυ­νε κα­θη­με­ρι­νὰ στὸ Κα­πά­νι σταμ­πα­ρι­σμέ­νος ἀ­π’ τὸ ἔμ­πει­ρο μά­τι τοῦ πα­τέ­ρα μου, ποὺ ἤ­ξε­ρε πολ­λὲς ἱ­στο­ρί­ες καὶ μοῦ τὴ δι­η­γό­ταν σὰν πα­ρα­βο­λὲς δι­αν­θι­σμέ­νες μὲ ἠ­θι­κὰ δι­δάγ­μα­τα καὶ πα­ροι­μί­ες. Πόρ­νες, σω­μα­τέμ­πο­ροι, πρε­ζά­κη­δες, ἀ­πα­τε­ῶ­νες καὶ μα­χαι­ρο­βγάλ­τες ἦ­ταν ρου­τί­να στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή. Ἀ­νά­με­σά τους καὶ ἄ­κα­κοι γρα­φι­κοὶ τύ­ποι, ποὺ κα­τέ­βαι­ναν ἀ­π’ τὸ χω­ριὸ καὶ πι­ά­νον­ταν κο­ρό­ι­δα ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­τή­δει­ους.



Πη­γή: περ. Τὸ Τρὰμ, τχ .13-14 (Θεσ­σα­λο­νί­κη, Ἰ­ού­νιος 1990).

Φρί­ξος Μα­κρῆς (Θεσ­σα­λο­νί­κη 1958). Σπού­δα­σε Ἰ­τα­λι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ἱ­στο­ρί­α–Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὸ Κέν­τρο Ἱ­στο­ρί­ας Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ προϊστάμενος τῆς Δημοτικῆς Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης. Στὰ γράμ­μα­τα πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὰ μι­κρὰ πε­ζὰ τὸ 1990 ἀ­πὸ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Τράμ.



		

	

Δημήτρης Ἀλεξίου: Μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ


Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου


Μιὰ μέ­ρα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ


ΡΑΦΩ ἀπ’ τὶς τρεῖς τὸ με­ση­μέ­ρι κι εἶ­ναι κι­ό­λας νύ­χτα. Ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς ὧ­ρες γύ­ρι­ζε στὸ μυα­λό μου μιὰ μέ­ρα τοῦ Εὐ­αγ­γε­λι­σμοῦ, τό­τε ποὺ ἤ­μου­να κά­που δέ­κα χρό­νων. Ἡ πρω­ϊ­νὴ δο­ξο­λο­γί­α στὴν κα­τα­στό­λι­στη ἐκ­κλη­σί­α κι ὕ­στε­ρα τὰ ποι­ή­μα­τα, ποὺ λέ­γα­με στὸ σχο­λεῖ­ο, τὰ σκὲτς ποὺ παί­ζα­με ντυ­μέ­νοι μὲ τὶς φου­στα­νέ­λες τῶν πα­πού­δων μας, ζω­σμέ­νοι τὰ ἴ­δια τους τ’ ἄρ­μα­τα. Ἔπειτα τὸ βρά­δυ-βρά­δυ ἔ­βγα­ζα θυ­μᾶ­μαι τὰ γι­ορ­τι­νὰ κι ἔ­φευ­γα γιὰ τὴ γῆ τὴ δι­κή μου, ποὺ ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δυ­ὸ ρα­χο­κο­κα­λι­ὲς βου­νῶν. Ἐ­κεῖ αἰ­ω­ροῦν­ται οἱ φω­το­γρα­φί­ες τῶν νε­κρῶν πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους. Ἡ γῆ μου μπο­ρεῖ νὰ κλεί­νει μέ­σα της ὅ­λα τὰ χα­λά­σμα­τα καὶ τὰ μυ­στι­κά της.

        Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι, ὅ­τι γιὰ πολ­λὰ χρό­νια πά­σχι­ζα νὰ μὴ χα­θοῦν ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ δι­η­γή­σεις τῶν πα­λι­ῶν. Ἀ­πὸ κεῖ ἄν­τλη­σα κι ἐκε­ῖ ἀ­νή­κουν αὐτὲς οἱ σε­λί­δες. Για­τί ἡ τε­λευ­ταί­α γε­νιά, ποὺ ἔ­ζη­σε σχε­δὸν σὰν κι αὐτούς, ἦ­ταν ἡ δι­κή μου γε­νιά. Πε­ρι­μά­ζε­ψα ὅλες τὶς μνῆ­μες ἀ­πὸ ὑ­πο­χρέ­ω­ση καὶ σε­βα­σμό. Ὁ τό­πος αὐ­τὸς ποὺ γιὰ πολ­λοὺς εἶ­ναι ἕ­να στίγ­μα στὸ χάρ­τη, γιὰ μέ­να εἶ­ναι ἕ­νας μυ­θι­κὸς τό­πος ἀ­κό­μα ἀ­νε­ξε­ρεύ­νη­τος. Πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ φαν­τα­στι­κὸ ταυ­τί­ζε­ται μὲ τὸ πραγ­μα­τι­κὸ καὶ τό­τε ἕ­να ἁρ­μο­νι­κὸ σύ­νο­λο ξε­δι­πλώ­νε­ται σὰ γι­γάν­τια τοι­χο­γρα­φί­α μπρός μου. Μὲ τὰ στε­νὰ δρο­μά­κια καὶ τὰ με­γά­λα πέ­τρι­να σπί­τια ποὺ τ’ ἀ­γα­πά­ω βα­θειά, μό­λις βρε­θῶ ἀν­τι­μέ­τω­πος, μιὰ σμί­κρυν­ση τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας μου­διά­ζει ἀ­κό­μα καὶ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια. Αὐτὸ τὸ το­πί­ο τῆς ὑ­πο­βο­λῆς σὲ πεί­θει τε­λι­κά, ὅ­τι κά­ποι­οι πιὸ με­γά­λοι πέ­ρα­σαν ἀ­π’ αὐτὰ τὰ μέ­ρη. Ἐ­κεῖ­νοι οἱ πε­ρή­φα­νοι ἄν­θρω­ποι ποὺ πῆ­ραν μέ­ρος στοὺς χρό­νιους πο­λέ­μους ἐ­νάν­τια στοὺς πο­λυ­ώ­νυ­μους καὶ πο­λύ­χρω­μους κα­τα­χτη­τὲς κι ἔ­τσι δὲ νι­ώ­θαν κα­νε­νὸς εἴ­δους ἐ­ξου­σί­α στὰ γυ­μνὰ βου­νὰ τοῦ τό­που μας. Οἱ ἄν­θρω­ποι ποὺ κα­τοι­κοῦ­σαν καὶ κα­τοι­κοῦν αὐτὸν τὸν τό­πο, ζοῦ­σαν κα­μιὰ ἑ­ξην­τα­ριὰ χρό­νια κι ὕ­στε­ρα πέ­θαι­ναν ἀ­φή­νον­τας γιὰ μνή­μη τὰ κου­σού­ρια τους.

        Στὸν τό­πο μου δὲ θὰ βρεῖ κα­νεὶς φυ­σι­κὲς καλ­λο­νές, πη­γὲς ἢ ἄλ­λα ἀ­ξι­ο­θέ­α­τα, ἀλ­λὰ γιὰ μέ­να ὅ­λα εἶ­ναι μνῆ­μες. Ὁ ἀ­στρο­κέν­τη­τος οὐρα­νὸς μὲ τ’ ἄ­ναρ­χο φῶς, ποὺ κοί­τα­ζα νύ­χτες ἀ­τέ­λει­ω­τες καὶ γι­νό­μου­να ἕ­να μ’ αὐτόν, φω­τί­ζον­τάς μου τὸ σπί­τι μὲ τὶς πορ­το­κα­λι­ές, τὴν κα­τακαί­νου­ρια σεν­τού­κα γιὰ τ’ ἀ­λεύ­ρι, τὶς μαρ­γα­ρί­τες τοῦ ἐ­πι­τά­φιου, τ’ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὰ ἀ­πό­σκια στ’ ἁ­λώ­νια, τὸ ξεφάν­τω­μα τῶν παι­δι­ῶν στὸν τρύ­γο, τὸ φύ­λαγ­μα στ’ ἀμ­πέ­λια, τὸν κά­θα­ρο τοῦ φθι­νό­πω­ρου. Τί­πο­τα δὲν μπο­ρῶ νὰ ξε­χά­σω: Ὅ­λα εἶ­ναι συσ­σω­ρευ­μέ­να μέ­σα μου. Ὅ­λα αὐτὰ τὰ βί­ω­σα, τὰ πα­ρα­τή­ρη­σα, θαρ­ρεῖς, χι­λιά­δες χρό­νια σὰν τοὺς πα­ποῦ­δες μου, ποὺ χω­ρὶς νά ’­χουν πά­ει, σχο­λεῖ­ο οὔ­τε μιὰ μέ­ρα, ἤ­ξε­ραν τὰ κρυ­φὰ ση­μά­δια τῶν και­ρῶν καὶ μὲ τ’ ὄ­νο­μά τους ὅ­λα τ’ ἄ­στρα τῆς νύ­χτας. Πὼς με­τὰ τὴ βα­ρυ­χει­μω­νιὰ θὰ ’ρ­χό­ταν ξα­νὰ ἡ ἄ­νοι­ξη βά­ζον­τας τα­φό­πε­τρα στὸν προ­η­γού­με­νο χει­μώ­να. Πὼς τὸ πο­τά­μι δὲ γυ­ρί­ζει πο­τὲ πρὸς τὰ πί­σω.

         Ὕστερα θυ­μᾶ­μαι τὸ ἄ­ναμ­μα τῆς φω­τιᾶς, τὸ γλυ­κὸ φαῒ καὶ τὸ πλά­για­σμα στὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας. Φέρ­νω συ­χνὰ στὸ νοῦ μου τὸ μι­κρὸ ἐ­κεῖ­νο κα­λύ­βι μὲ τὶς θε­ό­ρα­τες πέ­τρες, χτι­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν πα­πο­ῦ μου. Ἐ­κεῖ ἔ­με­να τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες τοῦ χρό­νου. Ἐ­κεῖ­νο, τὸ φορ­τω­μέ­νο ἀ­πὸ πο­λύ­τι­μες μνῆ­μες κα­λύ­βι, δὲν ὑπάρ­χει πιά. Πο­λὺ ἀρ­γό­τε­ρα, μὲ τὶς ἴ­δι­ες ἐ­κεῖ­νες πέ­τρες, χτί­σα­με ἕ­να και­νού­ριο.

        Πρω­τό­γρα­φα γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ μό­λις γυ­μνα­σι­ό­παι­δο κι ὅ­λοι ἀ­πο­ροῦ­σαν μὲ τὴν τόλ­μη μου. Μὰ ἐ­γὼ δὲν κα­τα­λά­βαι­να καὶ δι­ά­βα­ζα συ­νε­παρ­μέ­νος τὴν παι­δι­κὴ ἔκ­θε­σή μου γιὰ τὴν πα­λιὰ πλα­τεί­α ποὺ κα­τα­στρέ­ψα­νε οἱ σπουδαγ­μέ­νοι μη­χα­νι­κοί, τὸ πυρ­γά­κι, τὰ μο­να­στη­ρια­κὰ με­τό­χια, τὸ πα­λιὸ λι­ο­τρί­βι, ποὺ χά­θη­καν στὴ συ­νέ­χεια ὅ­λα.

        Ἡ με­γά­λη ἀ­γά­πη γιὰ τὴν πα­ρά­δο­ση μπο­ρεῖ νὰ μᾶς κά­νει ὅ­λους δυ­νά­στες τῆς ἴ­διας μας τῆς ζω­ῆς. Ἔτσι κά­πο­τε, σκά­βον­τας στὴ δυ­τι­κὴ πλευ­ρὰ τοῦ νε­κρο­τα­φεί­ου, βρῆ­κα κό­κα­λα μι­κρῶν παι­δι­ῶν. Ἔντρομη ἡ μά­να μου μοῦ ’­πε τὸ βρά­δυ πὼς ἦ­ταν ἀ­βά­φτι­στα παι­διά, καὶ δὲν ἐ­πι­τρε­πό­ταν νὰ θα­φτοῦν μα­ζὶ μὲ τοὺς ἄλ­λους.

        Οὔ­τε μιὰ σπι­θα­μὴ γῆς, οὔ­τε ἕ­να δέν­τρο, οὔ­τε μιὰ ἔ­ρη­μη πέ­τρα δὲν ἔ­μει­νε ποὺ νὰ μὴν τρα­γού­δη­σα. Γι’ αὐτὴ τὴ χα­μέ­νη Ἀτλαν­τίδα, γι’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο ποὺ μὲ γέν­νη­σε καὶ μὲ με­γά­λω­σε. Οἱ ἀ­να­μνή­σεις ἔρ­χον­ται ἀ­βία­στα, ἡδο­νι­κά, μπου­κώ­νουν τὰ χεί­λια, ἐ­λευ­θε­ρώ­νον­ται τὰ δά­χτυ­λα καὶ γρά­φουν, γρά­φουν, γρά­φουν.



Πη­γή: Ἡ κα­τε­δά­φι­ση προ­ε­τοί­μα­ζε τὴν ἀ­νέ­γερ­ση (Πλέ­θρον, 1985).

Δη­μή­τρης Ἀ­λε­ξί­ου (Ἀ­λε­πο­χώ­ρι Λα­κω­νί­ας, 1949). Ἀ­πὸ τὸ 1963 ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει τοὺς Νε­κρι­κοὺς Δι­α­λό­γους τοῦ Λου­κια­νοῦ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.



		

	

Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἡ ταράτσα


Ἀ­ρί­στη Τριανταφυλλίδου-Τρεν­τέλ


Ἡ Τα­ρά­τσα


 ΦΙΛΗ ΜΟΥ ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ ἦ­ταν μα­χη­τι­κὴ καὶ ἐγ­κε­φα­λι­κὴ λε­σβί­α. Εὔ­κο­λα μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν φαν­τα­στῶ πά­νω σ’ ἕ­να ἅρ­μα στὸ gay pride μὲ τὴν προ­το­μὴ τῆς Σαπ­φῶς στὰ χέ­ρια. Τὸ λό­γο της τὸν δι­έ­κρι­νε μιὰ ἔν­το­νη ἀ­γά­πη γιὰ τὶς γυ­ναῖ­κες, γιὰ τὴν Γυ­ναί­κα, μὲ ἕ­να γά­μα κε­φα­λαῖ­ο καὶ καλ­λι­γρα­φι­κό. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­γά­πη, δι­α­νο­η­τι­κή, αἰ­σθη­σια­κὴ καὶ ἐκ βα­θέ­ων μὲ συγ­κι­νοῦ­σε ἰ­δι­αί­τε­ρα, για­τὶ δὲν τὴν εἶ­χα συ­ναν­τή­σει πο­τὲ σὲ ἄν­τρα, μο­λο­νό­τι ἡ ἐ­ρω­τι­κή μου ζω­ὴ ὑ­πῆρ­ξε ποι­κί­λη καὶ δυ­να­τή. Ἄρ­χι­σα μά­λι­στα νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ἂν οἱ ἄν­τρες καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σουν ἀ­πὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς πλα­νῆ­τες, ὄ­χι ἀ­πα­ραί­τη­τα ἀ­πὸ τὴν Ἀ­φρο­δί­τη καὶ τὸν Ἄ­ρη, ὅ­πως λέ­ει ὁ Τζὸν Γκρέ­ι.

        Ὅ­ταν ἕ­νας ὑ­ψη­λὰ ἱ­στά­με­νος κύ­ριος ρώ­τη­σε τὴν Ἀγ­γε­λι­κὴ τί ἔ­κα­νε στὰ γε­νέ­θλιά της, ἐ­κεί­νη τοῦ ἀ­πάν­τη­σε, ὁ­λο­νύ­χτιο ἔ­ρω­τα σὲ μιὰ τα­ρά­τσα. Γέ­λα­σα βέ­βαι­α για­τὶ φαν­τά­στη­κα τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ κυ­ρί­ου.

        Ἡ Ἀγ­γε­λι­κὴ εἶ­χε φά­ει ξύ­λο κι ὄ­χι μό­νο μιὰ φο­ρά. Αὐ­τὸ βέ­βαι­α ἦ­ταν λι­γό­τε­ρο ἀ­στεῖ­ο καὶ προ­τί­μη­σα ν’ ἀ­φή­σω τὴν φαν­τα­σί­α μου ἥ­συ­χη (δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θὰ ἔ­πρε­πε νὰ πά­ω κι ἐ­γὼ στὴν πα­ρέ­λα­ση μὲ προ­το­μὲς καὶ πορ­τραί­τα).

        Ὅ­ταν ὅ­μως μοῦ δι­η­γή­θη­κε πὼς τῆς ἔ­κα­νε ἔ­ξω­ση ἡ σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά της, δὲν μπό­ρε­σα νὰ συγ­κρα­τη­θῶ μο­λο­νό­τι εἶ­δα τὴ σκιὰ στὸ πρό­σω­πο τῆς Ἀγ­γε­λι­κῆς πού μοῦ εἶ­πε προ­στα­κτι­κά, μὴ γε­λᾶς.  Πῶς νὰ μὴν γε­λά­σω ὅ­μως; Πῶς νὰ μὴν ἀ­φή­σω τὴν φαν­τα­σί­α μου νὰ ὀρ­γιά­σει; (Ἄλ­λω­στε δὲν ἀ­νη­συ­χοῦ­σα γι’ αὐ­τήν, ἦ­ταν ἀ­μα­ζό­να.)

        Ὁ μό­νος χῶ­ρος ποὺ ἡ  Ἀγ­γε­λι­κὴ μπό­ρε­σε νὰ βρεῖ γιὰ τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο ποὺ σκη­νο­θε­τοῦ­σε, Τὰ Μαῦ­ρα Πρό­βα­τα, ἦ­ταν ἡ τα­ρά­τσα τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας ὅ­που ἔ­με­νε. Ἡ σπι­το­νοι­κο­κυ­ρά της ἀ­νέ­βη­κε κα­τὰ κα­κὴ τύ­χη ν’ ἁ­πλώ­σει ροῦ­χα καὶ βρῆ­κε τὸν θί­α­σο ἁ­πλω­μέ­νο, ὅ­λο γυ­ναῖ­κες, με­ρι­κὲς ἡ­μί­γυ­μνες, ἐ­πὶ σκη­νῆς (Ἡ  Ἀγ­γε­λι­κὴ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ λύ­σει τὸ πρό­βλη­μα τῆς πα­ρου­σί­α­σης τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς πρά­ξης στὸ θέ­α­τρο.) Πῶς νὰ μὴν κο­κα­λώ­σει ἡ γυ­ναί­κα μπρο­στὰ στὸ ἀ­νί­ε­ρο θέ­α­μα, πὼς νὰ μὴ φαν­τα­στεῖ τί Γό­μορ­ρα γί­νον­ταν πά­νω ἀ­πὸ τὴν σκε­πή της; Ἐ­φευ­ρε­τι­κὴ ὅ­μως σὰν τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α βρῆ­κε τὴν λύ­ση: ἔ­δι­ω­ξε τὴν  Ἀγ­γε­λι­κὴ καὶ ἔ­φε­ρε τὸν πα­πὰ νὰ κά­νει ἁ­για­σμὸ στὴν τα­ρά­τσα, στοὺς κοι­νοὺς χώ­ρους, καὶ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τῆς λε­σβί­ας. Ὁ χῶ­ρος ἐ­ξα­γνί­στη­κε καὶ ἡ ὀρ­γὴ τοῦ θε­οῦ κό­πα­σε. Πῶς νὰ μὴ φαν­τα­στῶ τὸν κα­η­μέ­νο τὸν πα­πὰ μὲ τὸν βα­σι­λι­κὸ στὰ χέ­ρια νὰ ἐ­ξορ­κί­ζει τὰ  δαι­μό­νια τὶς ἀ­μα­ζό­νες;

              Ἄ­σε με νὰ γε­λά­σω, τῆς εἶ­πα, πρέ­πει νὰ μά­θου­με νὰ γε­λᾶ­με. Τὸ εἶ­πε καὶ ὁ Ζα­ρα­τού­στρα ἂν καὶ δὲν εἶ­χε τὴν τύ­χη ν’ ἀ­νέ­βει σὲ τα­ρά­τσα, μό­νο σὲ βου­νό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).


Βασίλης Αίκατερίνης: Παρενθέσεις


Βα­σί­λης Αἰ­κα­τε­ρί­νης


Πα­ρεν­θέ­σεις


ΝΑ-ΔΥΟ-ΤΡΙΑ-ΤΕΣΣΕΡΑ, τὰ δι­α­χω­ρι­στι­κὰ στὰ πλα­κά­κια τῶν πε­ζο­δρο­μί­ων σὲ βο­η­θοῦν νὰ σκέ­φτε­σαι ὅ­σο προ­χω­ρᾶς, ἢ τὸ ἀν­τί­θε­το. Κά­πο­τε τὰ ἐ­ξογ­κώ­μα­τα τῶν σπα­σμέ­νων κρά­σπε­δων σὲ κά­νουν νὰ χά­σεις τὸ μέ­τρη­μα ἢ ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα τὸν ρυθ­μό, κά­πο­τε ἕ­να φύλ­λο ριγ­μέ­νο, πα­τι­κω­μέ­νο χι­λιά­δες φο­ρὲς ἀ­πὸ χι­λιά­δες πε­ρα­στι­κὲς σό­λες σὲ λυ­πεῖ ἔ­τσι ἄρ­ρω­στο, βρώ­μι­κο ὅ­πως δεί­χνει, κά­πο­τε ἐ­πι­λέ­γεις τὶς εὐ­θεῖ­ες ρί­γες τῶν τυ­φλῶν νὰ σὲ ὁ­δη­γή­σουν, μὲ τὶς κί­τρι­νες ξε­φτι­σμέ­νες φου­σκά­λες νὰ σὲ προ­ει­δο­ποι­οῦν κά­θε τό­σο πὼς πρέ­πει νὰ δια­βεῖς τὸ δρό­μο μό­νος, κά­πο­τε ἁ­πλὰ προ­χω­ρᾶς με­τρών­τας ἀ­τά­ρα­χος, μέ­χρι τὸ ἑ­πό­με­νο ἐμ­πό­διο ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σεις. Κα­μιὰ φο­ρά, δει­λά, κοι­τᾶς πρὸς τὶς σκο­τει­νὲς τζα­μα­ρί­ες τῶν κα­τα­στη­μά­των καὶ τὸ μά­τι σου συλ­λαμ­βά­νει μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη, φευ­γα­λέ­α σι­λου­έ­τα, εἶ­ναι σκο­τει­νή. Καὶ ἐ­σὺ τα­χύ­νεις τὸ βῆ­μα, ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λύ, καὶ πιὸ πο­λύ, μέ­χρι ποὺ στὴν ἑ­πό­με­νη βι­τρί­να κα­τα­λα­βαί­νεις πὼς ἤ­σουν ἐ­σὺ μο­νά­χα, κα­νεὶς δὲν σὲ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε. Σει­ρῆ­νες ἀ­κού­γον­ται σὰν βυ­θι­σμέ­νες. Ὑ­πο­λο­γί­ζεις στὰ πό­σα τε­τρά­γω­να μα­κριὰ οὐρ­λιά­ζουν. Δέ­κα-ἕν­τε­κα; ἀ­φή­νεις τὸ ἕ­να μέ­τρη­μα γιὰ νὰ πιά­σεις τὸ ἄλ­λο καὶ πρὶν προ­λά­βεις νὰ ὑ­πο­λο­γί­σεις αὐ­τές σὲ πλη­σιά­ζουν ἀ­πει­λη­τι­κά. Νο­μί­ζεις ὅ­τι ἔρ­χον­ται γιὰ ἐ­σέ­να, μὰ αὐ­τὲς ἀ­πα­θέ­στα­τα ἀ­δι­ά­φο­ρες σὲ προ­σπερ­νοῦν σὰν νὰ μὴν ὑ­πάρ­χεις· σκέ­φτε­σαι πὼς ἂν στε­κό­σουν στὴ μέ­ση τοῦ δρό­μου πο­λὺ εὔ­κο­λα θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ σὲ πα­τή­σουν ἢ νὰ σὲ προ­σπε­ρά­σουν θε­ω­ρών­τας σε ἕ­να τρε­λό. Στὰ ἑ­πό­με­να τρί­α λε­πτὰ θὰ πε­ρά­σει ἡ γραμ­μὴ 202 γιὰ μιὰ πε­ρι­ο­χὴ ποὺ εἴ­τε δὲν ἐ­πι­σκέ­φτη­κες πο­τέ, εἴ­τε ἂν κα­μιὰ φο­ρὰ βρέ­θη­κες ἐ­κεῖ ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ εἶ­χες χα­θεῖ. Σὲ δύ­ο, ἐ­νη­με­ρώ­νει τώ­ρα ἡ φω­τει­νὴ ταμ­πέ­λα καὶ ἀ­π’ τὴ γει­το­νι­κὴ μου­ριὰ τοῦ πάρ­κου μιὰ κλά­ρα φρά­ζει τὴν ὑ­πό­λοι­πη ἄ­γρα­φη ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ πι­να­κί­δα. Σὲ ἕ­να φτά­νει τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο. Κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι στὴ στά­ση γιὰ νὰ τὸ πα­ρα­λά­βει. Τὸ βλέ­πω πὼς φεύ­γει μὲ τὸν κου­ρα­σμέ­νο ὁ­δη­γό, ἄ­δει­ο, στρί­βον­τας σὲ μιὰ κα­τη­φό­ρα. Προ­χω­ρᾶς ὡ­στό­σο, ἀ­πο­τρα­βᾶς τὸ βλέμ­μα καὶ συ­νε­χί­ζεις. Συλ­λαμ­βά­νεις κα­τὰ τό­πους με­ρι­κὰ σύν­νε­φα ποὺ κα­λύ­πτουν ὁ­ρι­σμέ­να κομ­μά­τια τοῦ νυ­χτε­ρι­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Τὸ φεγ­γά­ρι ἄ­φαν­το. Δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε μιὰ ἀ­δι­ά­λυ­τη ἀ­κτί­να γιὰ νὰ τὸ προ­δώ­σει. Καὶ ὅ­ταν τὸ κά­νει βλέ­πεις πὼς δὲν εἶ­ναι οὔ­τε τὸ μι­σὸ ἐ­κεῖ πά­νω, ἔ­χει φα­γω­θεῖ, μέ­νον­τας μό­νο μιὰ ἰ­σχνὴ βλε­φα­ρί­δα. Μέ­χρι ποὺ χά­νε­ται κι αὐ­τὴ πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να νέ­ο στρῶ­μα πα­γω­μέ­νων σύν­νε­φων. Τὴ σκε­πά­ζουν, σκέ­φτε­σαι καὶ συ­νε­χί­ζεις μ’ ἕ­να χα­μό­γε­λο. Στὸ δρό­μο συ­ναν­τᾶς δυ­ὸ μι­κρὰ βρα­χι­ό­λια μὲ μιὰ γα­λά­ζια πε­ρα­σμέ­νη πέ­τρα στὸ ἕ­να καὶ μιὰ κόκ­κι­νη στὸ ἄλ­λο. Ἔ­τσι πὼς εἶ­χαν πέ­σει στὴν ἄ­σφαλ­το, σὲ ἀ­πό­στα­ση χι­λι­ο­στοῦ ἀ­π’ τὸ στε­νὸ ρεῖ­θρο, σὰν νὰ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται, σχη­μα­τί­ζουν μιὰ πα­ρέν­θε­ση. Δύ­ο πα­ρεν­θέ­σεις μά­λι­στα. Τέσ­σε­ρα ἡ­μι­κύ­κλια ποὺ μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ ὑ­φέρ­πον­τος φω­τὸς τῶν ὁ­δι­κῶν λαμ­πτή­ρων τὰ μπερ­δεύ­εις γιὰ πα­ρεν­θέ­σεις, ποὺ ὅ­μως οὔ­τε ἀ­νοί­γουν οὔ­τε κλεί­νουν ἀ­πὸ που­θε­νά, ἁ­πλὰ βά­ζεις λί­γο τὴ φαν­τα­σί­α σου καὶ τὶς βλέ­πεις κα­θα­ρά. Ἀ­να­ρω­τι­έ­σαι ἀ­πὸ πιὰ χέ­ρια μπο­ρεῖ νὰ ἔ­πε­σαν. Ἂν τὰ συ­νάν­τη­σες πο­τὲ τυ­χαῖ­α στὸ δρό­μο κι ἂν φο­ροῦ­σαν αὐ­τὰ τὰ βρα­χι­ό­λια. Ἴ­σως ἂν ἔ­κα­νες πιὸ γρή­γο­ρα, ἂν ὁ φό­βος γι’ αὐ­τὴ τὴ σκιὰ στὶς βι­τρί­νες προ­η­γου­μέ­νως κρα­τοῦ­σε λί­γο πα­ρα­πά­νω, νὰ τοὺς προ­λά­βαι­νες νὰ τὰ πε­τοῦν ἢ νὰ τοὺς πέ­φτουν. Θὰ ἔ­τρε­χες ἴ­σως, «συγ­γνώ­μη, σᾶς ἔ­πε­σαν αὐ­τά», θὰ τὰ μά­ζευ­ες ἀ­πὸ κά­τω καὶ θὰ τὰ ἔ­δι­νες πί­σω.

            Ἕ­να-δύ­ο-τρί­α-τέσ­σε­ρα, πιά­νεις τὸν ἑ­αυ­τό σου νὰ με­τρᾶ ξα­νά. Κά­ποι­α στιγ­μὴ στα­μα­τᾶς νὰ με­τρᾶς ὄ­χι για­τί πα­ρου­σι­ά­στη­κε κά­ποι­ο ἐμ­πό­διο πά­λι ἢ βρῆ­κες κά­τι τὸ ἀ­ξι­ο­θαύ­μα­στο γιὰ νὰ χα­ζέ­ψεις, οὔ­τε για­τί οἱ κο­λῶ­νες ποὺ ἔρ­χον­ται κα­τα­πά­νω σου σὲ πα­ρα­κάμ­πτουν, ἀλ­λὰ για­τί ἐ­νῶ συ­νε­χί­ζεις, τὰ βή­μα­τά σου κά­ποι­α στιγ­μὴ σὲ φτά­νουν στὸ σπί­τι. Στὴ γνω­στή σου ἐ­ξώ­πορ­τα ποὺ πε­ρι­μέ­νει κά­θε βρά­δυ τὸ κα­τάλ­λη­λο κλει­δὶ ποὺ κρύ­βεις στὴ πα­λά­μη σου γιὰ νὰ ἀ­νοί­ξει.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Βα­σί­λης Αἰ­κα­τε­ρί­νης (Λου­τρά­κι Κο­ριν­θί­ας, 1999). Σπουδάζει στὸ τμῆ­μα Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρών. Ἀ­σχο­λεῖται μὲ τὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ γρά­φει ἀ­πὸ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α. Πα­ρα­δί­δει φι­λο­λο­γι­κὰ μα­θή­μα­τα σὲ παι­διὰ Γυ­μνα­σί­ου καὶ Λυ­κεί­ου.



		

	

Μαρίνα Παπαγεωργίου: Ἡ πιὸ σημαντικὴ μέρα


Μαρίνα Παπαγεωργίου


Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἡ­μέ­ρα


ΡΑΤΟΥΣΕΣ στὸ χε­ρά­κι σου ἕ­να τρα­γα­νὸ κρι­τσί­νι. Ἤ­σουν τεσ­σά­ρων. Δὲν πρό­λα­βες νὰ τὸ βά­λεις στὸ στό­μα, εἶ­χα ἤ­δη ξε­κι­νή­σει τὸ μά­θη­μα.

        «Σή­με­ρα θὰ σοῦ μά­θω πῶς δι­ευ­θύ­νει ὁ μα­έ­στρος τὴν ὀρ­χή­στρα. Κρα­τᾶ ἕ­να κρι­τσί­νι, τρώ­ει λί­γο, τώ­ρα κρα­τᾶ τὸ κρι­τσί­νι μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων, δι­ευ­θύ­νει τοὺς μου­σι­κούς, τρώ­ει λί­γο, δι­ευ­θύ­νει. Νά, ἔ­τσι, ἁ­πα­λά, μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων. Ἔ­τσι μπρά­βο. Κι ὅ­ταν ὁ μα­έ­στρος ρο­κα­νί­σει ὣς κά­τω τὸ κρι­τσί­νι καὶ τὸ κρι­τσί­νι ἔ­χει γί­νει πιὰ πο­λὺ μι­κρό, ἡ ὀρ­χή­στρα τό­τε κα­τα­λα­βαί­νει πὼς πρέ­πει νὰ ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ τὸ φι­νά­λε.»

        Μὲ ἄ­κου­γες κι ἑ­τοι­μα­ζό­σουν κι ἐ­σύ.

        «Τὴν κο­ρυ­φαί­α στιγ­μή, ὁ μα­έ­στρος κά­νει μιὰ χα­ψιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μα­τά­κι κρι­τσί­νι. Πνευ­στά, κρου­στὰ καὶ ἔγ­χορ­δα παί­ζουν σὰν τρε­λὰ κι ὁ μα­έ­στρος, χορ­τα­σμέ­νος, ἁ­πλώ­νει τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ δε­χτοῦν, ὅ­λοι μα­ζί, τὸ χει­ρο­κρό­τη­μα!»

        Μὲ μπου­κω­μέ­νο τὸ στό­μα, χει­ρο­κρό­τη­σες μα­ζί μου καὶ γέ­μι­σε τὸ τρα­πέ­ζι ψί­χου­λα. Θρι­αμ­βευ­τι­κὸ φι­νά­λε. Μπο­ρεῖ νὰ ἤ­σουν μό­νο τεσ­σά­ρων, ἀλ­λὰ ἔ­πρε­πε ν’ ἀρ­χί­σεις νὰ μα­θαί­νεις.

        Τώ­ρα ἤ­ξε­ρες πό­ση μου­σι­κὴ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κρι­τσί­νι. Δὲν ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­σκε­δα­στι­κό; Εἶ­χα κι ἄλ­λα τέ­τοι­α κόλ­πα καί, παί­ζον­τας μα­ζί μου, θὰ γι­νό­σουν ὁ κα­λύ­τε­ρος μα­έ­στρος. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­π’ τὸν παπ­ποῦ σου. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­πὸ μέ­να.

        Σὲ μπού­χτι­ζα κρι­τσί­νια, τό­νους καὶ ἡ­μι­τό­νια. Κα­μά­ρω­να τὴν ἀν­το­χή σου, εἶ­χες μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα. Ἤ­σουν κα­λός, ἀ­μί­λη­τος, πει­θαρ­χη­μέ­νος. Ὅ­πως εἴ­μα­στε φτι­αγ­μέ­νοι ἐ­μεῖς οἱ μου­σι­κοί.

        Ἴ­σως στὰ τέσ­σε­ρα ἦ­ταν λί­γο νω­ρίς… Ἔ­τσι, ὅ­μως, θὰ τὰ μά­θαι­νες ὅ­λα πο­λὺ γρή­γο­ρα, ἤ­σουν τό­σο ὑ­πά­κου­ο παι­δί. Κι ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε θὰ ἤ­σουν πλέ­ον ἕ­τοι­μος.

        Ἡ μέ­ρα ἔ­φτα­σε, τὴν πε­ρι­μέ­να­με χρό­νια. Πρώ­τη φο­ρὰ φο­ροῦ­σες κο­στού­μι· σοῦ τὸ πή­ρα­με, ἡ μα­μὰ κι ἐ­γώ, εἰ­δι­κὰ γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Ἔ­νι­ω­θες λί­γο ἄ­βο­λα μέ­σα στὸ σα­κά­κι, τὸ ἔ­βλε­πα, ἡ μέ­ρα ὅ­μως ἦ­ταν πο­λὺ ση­μαν­τι­κή. Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἀ­π’ ὅ­λες. Κι ἤ­μα­σταν πλέ­ον ἕ­τοι­μοι.

        Πά­τη­σες βά­ναυ­σα τὸ Ντό, δέ­κα, εἴ­κο­σι φο­ρές. Καὶ με­τά, μὲ τὸ δεί­κτη, ἄρ­χι­σες νὰ χτυ­πᾶς τὸ Σὶ ἀ­στα­μά­τη­τα, μὲ τὸ βλέμ­μα πά­νω μου, σὰ νὰ μὲ σφυ­ρο­κο­ποῦ­σες! Τὰ μέ­λη τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ κοι­τοῦ­σαν μὲ τρό­μο, ἐ­σὺ ὅ­μως κοι­τοῦ­σες μό­νο ἐ­μέ­να, τι­μω­ρη­τι­κά· σὰν νὰ ἤ­μα­σταν μό­νο οἱ δυ­ό μας στὴν αἴ­θου­σα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων.

        Ἡ κα­κο­φω­νί­α σου ἦ­ταν ἐ­νορ­χη­στρω­μέ­νη τέ­λεια. Τὰ δά­χτυ­λά σου πα­τοῦ­σαν βάρ­βα­ρα ὅ­λα τὰ μαῦ­ρα ταυ­τό­χρο­να· ἔ­παι­ζες τυ­φλά, οὔ­τε μιὰ στιγ­μὴ δὲν κοί­τα­ξες τὰ πλῆ­κτρα, εἶ­χες τὸ κε­φά­λι σου στραμ­μέ­νο σ’ ἐ­μέ­να, στὴν πρώ­τη σει­ρά, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω μου· καὶ τὸ πό­δι σου πί­ε­ζε τὸ πεν­τάλ, βί­αι­α καὶ πα­ρα­τε­τα­μέ­να.

        Ση­κώ­θη­κες ἀ­πὸ τὸ πιά­νο καί, χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τά­ζεις πιά, ἀ­πο­χώ­ρη­σες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­να Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔχει ἐκδοθεῖ μία συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Γλυ­κιὰ Πε­νι­κι­λί­νη (Ἰ­ωλ­κός), ἐ­νῶ δι­η­γή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.



		

	

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Ἡ μι­κρό­τε­ρη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα



Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Ἡ μι­κρό­τε­ρη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα

(The smallest snowstorm on record)


Η ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα συ­νέ­βη μιὰ ὥ­ρα πρὶν στὴν αὐ­λή μου. Ἦ­ταν δύ­ο μό­λις νι­φά­δες. Πε­ρί­με­να νὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο χι­ό­νι, ὅ­μως αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ θύ­ελ­λα ἦ­ταν δύ­ο μό­νο νι­φά­δες.

       Ἔ­πε­σαν ἀ­π’ τὸν οὐ­ρα­νὸ μ’ ἕ­να στὶλ πού ’­φερ­νε στὸν νοῦ τὶς σπιρ­τό­ζι­κες γκά­φες τοῦ Χον­τροῦ καὶ τοῦ Λι­γνοῦ καί, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, οἱ δυ­ὸ χι­ο­νο­νι­φά­δες τοὺς ἔ­μοια­ζαν. Ἦ­ταν λὲς κι ὁ Χον­τρὸς κι ὁ Λι­γνὸς εἶ­χαν με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ χι­ο­νο­νι­φά­δες καὶ πρω­τα­γω­νι­στοῦ­σαν στὴ μι­κρό­τε­ρη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα τοῦ κό­σμου.

       Οἱ δυ­ὸ νι­φά­δες ἔ­πε­φταν μὲ τὸ πά­σο τους, μὲ τοῦρ­τες στὸ πρό­σω­πο, ἀ­γω­νι­ώ­δεις προ­σπά­θει­ες νὰ βγά­λουν γέ­λιο καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά τους σ’ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοὺς τὴ στε­ρή­σει, ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἦ­ταν μα­θη­μέ­νος σὲ με­γα­λύ­τε­ρες χι­ο­νο­θύ­ελ­λες, ἑ­ξήν­τα πόν­τους καὶ πά­νω, καὶ θὰ μπο­ροῦ­σε πο­λὺ εὔ­κο­λα νὰ δυ­σα­να­σχε­τή­σει βλέ­πον­τας μιὰ θύ­ελ­λα μὲ δύ­ο νι­φά­δες.

       Ἀ­φοῦ προ­σγει­ώ­θη­καν κω­μι­κὰ πά­νω στὸ χι­ό­νι πού ’­χε μεί­νει στρω­μέ­νο ἀ­πὸ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ χι­ο­νο­πτώ­σεις ἐ­τοῦ­το τὸν χει­μώ­να, πε­ρί­με­να λι­γά­κι μὲ τὸ βλέμ­μα στὸν οὐ­ρα­νὸ νὰ δῶ ἂν θὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο χι­ό­νι, κι ὕ­στε­ρα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς οἱ δυ­ὸ νι­φά­δες ἦ­ταν ἀ­πὸ μό­νες τους θύ­ελ­λα σω­στή, ὅ­πως ὁ Χον­τρὸς κι ὁ Λι­γνός.

       Βγῆ­κα ἔ­ξω κι ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ τὶς βρῶ. Θαύ­μα­σα τὸ θάρ­ρος τους νὰ μεί­νουν ἴ­δι­ες πα­ρὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­ψα­χνα νὰ τὶς βρῶ, σκαρ­φι­ζό­μουν τρό­πους νὰ τὶς βά­λω στὴν κα­τά­ψυ­ξη, νὰ νι­ώ­σουν ἄ­νε­τα καὶ νὰ δε­χτοῦν τὴν προ­σο­χή, τὸν θαυ­μα­σμὸ καὶ τὶς τι­μὲς ποὺ τοὺς ἄ­ξι­ζαν γιὰ τὴν τό­ση ὀ­μορ­φιά τους.

       Ἔ­χε­τε πο­τὲ ἐ­πι­χει­ρή­σει νὰ βρεῖ­τε δυ­ὸ χι­ο­νο­νι­φά­δες σ’ ἕ­να χει­μω­νι­ά­τι­κο το­πίο σκε­πα­σμέ­νο γιὰ μῆ­νες ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι;

       Πῆ­γα στὴν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ τῆς προ­σγεί­ω­σης. Ἀ­να­ζη­τοῦ­σα δύ­ο χι­ο­νο­νι­φά­δες σ’ ἕ­ναν κό­σμο δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων. Ἐ­πι­πλέ­ον, θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ τὶς πα­τή­σει, κι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κα­λὴ ἰ­δέ­α.

       Μοῦ πῆ­ρε λί­γη μό­νο ὥ­ρα νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω τὴ μα­ται­ό­τη­τα ὅ­λου αὐ­τοῦ. Ἡ μι­κρό­τε­ρη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα τοῦ κό­σμου εἶ­χε χα­θεῖ γιὰ πάν­τα. Ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν ξε­χω­ρί­σω.

       Μοῦ δί­νει χα­ρὰ ἡ σκέ­ψη πὼς ἴ­σως τὸ ἀ­πα­ρά­μιλ­λο θάρ­ρος τῶν δύ­ο αὐ­τῶν νι­φά­δων ἔ­χει βρεῖ τρό­πο νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει σ’ ἕ­ναν κό­σμο στὸν ὁ­ποῖ­ο τέ­τοι­α πράγ­μα­τα δὲν ἐ­κτι­μῶν­ται πάν­τα.

       Γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι, κι ἄ­φη­σα τὸν Χον­τρὸ καὶ τὸν Λι­γνὸ χα­μέ­νους στὸ χι­ό­νι.



Πη­γή: Richard Brautigan, The TokyoMon­tana Ex­press, Λον­δί­νο, Pi­cador (Pan Books), 1982 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Νέ­α Ὑ­όρ­κη, Targ Editions, 1979].

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).



		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Κάθε μέρα Χριστούγεννα


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Κά­θε μέ­ρα Χρι­στού­γεν­να

 

ΡΩΤΑ ΣΕ ΕΘΙΣΑΜΕ στὸ κάλ­πι­κο. Τὸ βρε­φι­κό σου γά­λα ἀ­γε­λά­δας. Σὲ σκό­νη. Ὕ­στε­ρα σοῦ δεί­ξα­με πὼς νὰ μὴν κά­νεις φί­λους καὶ νὰ με­τρᾶς ἕ­να-ἕ­να τὰ δι­κά σου πλα­στι­κὰ παι­χνί­δια. Με­τὰ σὲ πή­γα­με σχο­λει­ὸ νὰ μά­θεις. Τί; Ἱ­στο­ρί­α. Σί­γου­ρα. Γε­ω­γρα­φί­α. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Γλώσ­σα. Ο.Κ. Μα­θη­μα­τι­κά. Πρω­τί­στως. Σὲ μυ­ή­σα­με στὸν ἔ­ρω­τα-ὀ­θό­νη. Μὲ μιὰ με­ζού­ρα. Νὰ με­τρᾶς τὶς ἴν­τσες, τὰ pixel, τὶς γραμ­μώ­σεις τῆς κοι­λιᾶς, δι­α­στά­σεις στή­θους, πε­ρι­φέ­ρειας, τὸ μῆ­κος τῆς βλε­φα­ρί­δας σὲ συ­νάρ­τη­ση μὲ τῶν χει­λι­ῶν τὸ πά­χος. Κα­τό­πιν σοῦ στα­λά­ξα­με σι­γὰ-σι­γὰ πὼς δὲν ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σπα­θεῖς γιὰ τί­πο­τα κι οὔ­τε τὸν δι­πλα­νὸ νὰ νοι­ώ­θεις. Θὰ σὲ βο­λέ­ψουν –ἔ­τα­ξαν οἱ φί­λοι οἱ κομ­μα­τι­κοὶ  —σὲ μί­α θέ­ση. Ἄς πᾶ­νε νὰ κουμ­που­ρια­στοῦν οἱ ἄλ­λοι. Μέ­χρι τό­τε «ἅρ­πα­ξε γιὰ νὰ φᾶς καὶ κλέ­ψε νὰ­’ ­χεις». Καὶ ποῦ­ ’­σαι; ἔ­σο ἕ­τοι­μος – ἂν πα­ρα­στεῖ ἀ­νάγ­κη – νὰ πά­ρεις ὅ­πλο, νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖς μιὰ χού­φτα χῶ­μα καὶ ἕ­να ὀρ(ι)ο­θε­τι­κὸ πα­λού­κι. Ἂν δι­α­κρι­θεῖς θὰ ἔ­χεις ἔ­πα­θλο χι­λιά­δες like στὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης κι ἕ­να κου­πό­νι προ­τε­ραι­ό­τη­τας γιὰ σύν­τα­ξη τι­μη­τι­κή.

        Τί φταῖς κι ἐ­σύ; Ἐ­σύ, Χρι­στὸς γεν­νή­θη­κες, ὅ­πως κι οἱ ἄλ­λοι σου συμ­μα­θη­τὲς καὶ συμ­μα­θή­τρι­ες. Κά­θε μέ­ρα Χρι­στὸς γεν­νι­έ­σαι. Πό­τε μὲ ρόζ, πό­τε μὲ γα­λά­ζια καὶ πό­τε μὲ πο­λύ­χρω­μα. Πό­τε σὲ μαι­ευ­τή­ρια, πό­τε στὸν δρό­μο καὶ πό­τε σὲ ἀν­τί­σκη­να καὶ σὲ προ­σφυ­γι­κοὺς κα­ταυ­λι­σμούς. Δὲν φταῖς ἐ­σύ. Βλέ­πεις ἐ­μεῖς θέ­λου­με νὰ γι­ορ­τά­ζου­με τὰ Χρι­στού­γεν­να μό­νο μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο – νὰ ξε­στο­κά­ρου­με – καὶ τὸν ὑ­πό­λοι­πο νὰ ἐκ­παι­δεύ­ου­με σταυ­ρω­τῆ­δες.

         Κρί­μα θὰ μπο­ρού­σα­με κά­θε μέ­ρα Χρι­στού­γεν­να νὰ ’­χου­με.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Ἄννε Βάισγκέρμπερ (Anne Weisgerber): Ἡ μικρομυθοπλασία ὡς τέχνη τῆς γλώσσας


Ἄν­νε Βά­ισ­γκέρ­μπερ (Anne Weisgerber)


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς τέ­χνη τῆς γλώσ­σας

(Flash fiction as language art)

 

Μου­σεῖ­α : Μυ­θι­στο­ρή­μα­τα :: Ζω­γρα­φι­ές : Γλώσ­σα


ΠΟΤΕ ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι ἕ­να μου­σεῖ­ο καὶ προ­χω­ρῶ ἀ­πὸ τό ’­να ση­μεῖ­ο στὸ ἑ­πό­με­νο, βρί­σκο­μαι ἀν­τι­μέ­τω­πη μὲ δι­ά­φο­ρους ζω­γρα­φι­κοὺς πί­να­κες. Πλη­σι­ά­ζον­τάς τους, εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ μυ­ρί­σω τὸ ἔ­λαι­ο λι­να­ρό­σπο­ρου τῶν χρω­μά­των τους,[1] ἐ­νῷ κα­μιὰ φο­ρὰ μπο­ρῶ νὰ ἀν­τι­λη­φθῶ τὴ στά­ση στὴν ὁ­ποί­α ἐρ­γα­ζό­ταν ὁ καλ­λι­τέ­χνης (ὅ­ταν στέ­κε­ται ἀ­κρι­βῶς μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν καμ­βά του, λ.χ., οἱ πι­νε­λι­ὲς κι­νοῦν­ται στὸ ὕ­ψος τοῦ πή­χε­ώς του ἢ τοῦ ὤ­μου του;) Πῶς στε­κό­ταν ὁ δη­μι­ουρ­γός; Συμ­βαί­νει κά­τι στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἔρ­γου, ἢ ἀ­πὸ κά­τω της; Τί ἀ­να­δύ­ε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πί­να­κα; Δὲν στα­μα­τῶ στὰ ἀ­φη­ρη­μέ­να ἔρ­γα, κα­θὼς τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐξ αὐ­τῶν προ­ϋ­πο­θέ­τουν κά­ποι­α πρό­τε­ρη γνώ­ση προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­λά­βῃ κα­νεὶς τὶς ἀ­να­φο­ρὲς στὶς ὁ­ποῖ­ες βα­σί­ζε­ται ὁ ἑ­κά­στο­τε πί­να­κας. Μὲ τὸν ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς τρό­πο, ἡ ἀν­τί­λη­ψη καὶ ἡ ἐ­κτί­μη­ση τῆς στά­σε­ως τοῦ συγ­γρα­φέ­α, τοῦ ἐ­λέγ­χου ποὺ αὐ­τὸς ἀ­σκεῖ στὴ σύν­τα­ξη, στὸν ρυθ­μό, ἢ στὶς ἀ­να­φο­ρές του, βο­η­θᾷ στὴν ἐ­ξα­γω­γη συμ­πε­ρα­σμά­των σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πῶς στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἔρ­γο του, ἐ­νι­σχύ­ον­τας ἔ­τσι τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

 

Πορ­τραῖ­τα : Μυ­θο­πλα­σί­α :: Σχέ­δια : Προ­τά­σεις


Ὅ­ταν ἡ συ­ζή­τη­ση φτά­νει στὴν προ­σω­πο­γρα­φί­α, ἡ ζω­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­κτᾷ τε­ρά­στια ἀ­πή­χη­ση. Κι αὐ­τὸ για­τὶ οἱ ἀ­να­πα­ρα­στά­σεις ἀ­πο­κτοῦν ἀν­θρώ­πι­νο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Μιὰ σπου­δαί­α ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση στὸν κό­σμο τῶν μου­σεί­ων, ἔ­χω τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι λαμ­βά­νει χώ­ρα στὴν συλ­λο­γὴ Φρίκ.[2] Το­πο­θε­τη­μέ­να σὲ πε­ρί­ο­πτη θέ­ση βρί­σκον­ται τὰ πορ­τραῖ­τα τοῦ Σὲρ Τό­μας Μόρ[3] καὶ ἐ­κεῖ­νο τοῦ θα­νά­σι­μου ἐ­χθροῦ του ―καὶ τε­λι­κὰ ἐ­κτε­λε­στῆ του―, Τό­μας Κρόμ­γου­ελλ,[4] το­πο­θε­τη­μέ­να τὸ ἕ­να δί­πλα στὸ ἄλ­λο. Οἱ δύ­ο πί­να­κες ἀλ­λη­λο­συμ­πλη­ρώ­νον­ται δι­α­τη­ρῶν­τας μιὰ βα­θειὰ ἔν­τα­ση, γνω­στὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Χόλ­μπά­ιν,[5] ἡ ὁ­ποί­α προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὴν φυ­σι­κὴ το­πο­θέ­τη­ση τῶν ἔρ­γων. Ὁ ἐ­νορ­χη­στρω­μέ­νος αὐ­τὸς δι­α­γω­νι­σμὸς κοι­τάγ­μα­τος, σ’ ἕ­να μου­σεῖ­ο γε­μά­το ἀ­πὸ σπου­δαῖ­α ἔρ­γα τέ­χνης, ἀ­να­δει­κνύ­ει ὁ­ρι­σμέ­να δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἠ­θι­κὰ θέ­μα­τα. Κα­τ’ ἐ­μὲ εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἕ­να δί­πτυ­χο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας – σὰν μιὰν ἀν­τί­στι­ξη. Ἡ νο­η­μο­σύ­νη τοῦ θε­α­τῆ συμ­πι­έ­ζει, ἐ­νῷ τι­μᾷ μνη­μο­νι­κὰ τὶς συγ­κρού­σεις. Ἀ­ξι­ο­ποι­ῶν­τας τό­σο τὸν χῶ­ρο ὅ­σο καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη, ὁ Χόλ­μπά­ϊν ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται στὰ μά­τια μου, ὡς ἕ­νας πρω­το­πό­ρος τῆς μι­κρο­α­φή­γη­σης.

 

Χρώ­μα­τα : Λέ­ξεις :: Ἐ­πι­φά­νεια : Σε­λί­δα


Ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι τὶς γκα­λε­ρί, δι­α­σχί­ζω τὸν χῶ­ρο πε­ρι­πλα­νώ­με­νη εὐ­χά­ρι­στα, ἐ­νῷ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι πῶς μπο­ρῶ νὰ ξε­κι­νή­σω ἕ­ναν δι­ά­λο­γο μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἀν­τι­κεί­με­νο συ­ναν­τή­σω, μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πορ­τραῖ­το δῶ, γιὰ ὅ­ποι­α ἐ­πι­φά­νεια ἀν­τι­κρί­σω. Κα­τευ­θύ­νο­μαι συ­χνὰ στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τῆς ἔκ­θε­σης, γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι θὰ βα­ρε­θῶ καὶ θὰ πε­ρά­σω κα­τευ­θεί­αν στοὺς πραγ­μα­τι­κοὺς πρω­τα­γω­νι­στές, στὴν ἴ­δια τὴν τέ­χνη. Εἶ­μαι ἐ­λεύ­θε­ρη νὰ ρι­σκά­ρω καὶ νὰ μπῶ στὸ παι­χνί­δι. Εἴ­τε βρί­σκο­μαι στὴν Νέ­α Υ­όρ­κη ἢ στὸ Πα­ρί­σι ἢ στὸ Λον­δί­νο, κοι­τά­ζω νὰ δῶ τί λέ­νε οἱ εἰ­κό­νες. Ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ῶ αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πω σὲ λέ­ξεις, καὶ στα­μα­τῶ ὅ­πο­τε ἐν­θου­σι­ά­ζο­μαι, προ­βλη­μα­τί­ζο­μαι ἢ αἰ­σθά­νο­μαι εὐ­γνώ­μων. Οἱ μι­κρο­α­φη­γή­σεις εἶ­ναι παι­χνί­δια ποὺ ἀ­παι­τοῦν τὴ συ­νύ­παρ­ξη νο­η­μο­σύ­νης, πνεύ­μα­τος καὶ γλώσ­σας. Οἱ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως κι οἱ ζω­γρά­φοι, κα­λοῦν τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν δι­α­νο­η­τι­κά, συ­ναι­σθη­μα­τι­κὰ καὶ δι­α­σκε­πτι­κά. Δὲν ἀ­παι­τοῦν­ται δε­κα­νί­κια γιὰ ν’ ἀν­τι­δρά­σῃ κα­νεὶς ἀ­πέ­ναν­τι σ’ ἕ­να ἔρ­γο, εἴ­τε πρό­κει­ται γιὰ μου­σεια­κὸ ἔκ­θε­μα εἴ­τε γιὰ ἔρ­γο τοῦ Δυ­τι­κοῦ Κα­νό­να· εἴ­τε προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν πτέ­ρυ­γα Ντε­νὸν[6] εἴ­τε ἀ­π’ τὸ Μόμ­πι Ντίκ· ἀ­πὸ τὸ Ἔγ­κλη­μα καὶ τι­μω­ρί­α ἢ τὸ Γκέτ­τυ.[7] Ἀρ­κεῖ μιὰ δρα­στι­κὴ εἰ­κό­να μέ­σα σ’ ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο μου­σεῖ­ο ἢ μιὰ σκη­νὴ τρι­α­κο­σί­ων λέ­ξε­ων γραμ­μέ­νη σ’ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε γλώσ­σα τοῦ κό­σμου, γιὰ νὰ πλο­η­γη­θῶ στὸ βα­θὺ σύμ­παν τοῦ χω­ρο­χρό­νου.

            Μέ­χρι ν’ ἀρ­χί­σω νὰ γρά­φω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, δὲν εἶ­χα ἐ­κτι­μη­σει τὸ ὅ­τι ζῶ σὲ μιὰ πε­ρί­ο­δο ὅ­που συμ­βαί­νει κά­τι τό­σο συ­ναρ­πα­στι­κό, ὁ­λο­καί­νου­ριο καὶ ἐ­πι­δρα­στι­κὸ στὸ πε­δί­ο τῶν γλωσ­σι­κῶν τε­χνῶν. Κι ὅ­λα αὐ­τὰ συμ­βαί­νουν σὲ μι­κρὰ ―πλὴν ὅ­μως πε­ρι­πε­τει­ώ­δη― πε­ρι­ο­δι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α δροῦν ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­π’ τὶς ἀ­να­μο­νὲς τῆς τυ­πι­κῆς σύν­τα­ξης, τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων, τῶν συμ­βά­σε­ων, ἐ­νῷ εἶ­ναι ἐ­πι­με­λη­μέ­να καὶ φρον­τι­σμέ­να ἀ­πὸ πρω­το­πό­ρους ἐκ­δό­τες. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ ὡ­ραι­ό­τε­ρα πράγ­μα­τα νὰ ση­μει­ώ­νῃ κα­νείς, καὶ ἀ­κό­μα συγ­κι­νη­τι­κό­τε­ρο νὰ τὰ δι­α­βά­ζῃ.

        Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ γρά­φω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο θ’ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ μι­κρο­α­φη­γή­σεις. Εἶ­χα αὐ­τὴ τὴν τρε­λὴ ἰ­δέ­α νὰ ἑ­νώ­σω ὄ­λους αὐ­τοὺς τοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες ποὺ ἀ­κοὺν στ’ ὄ­νο­μα Λέγ­γεττ (ἢ πα­ρεμ­φε­ρεῖς ἐκ­δο­χές του), ἀ­πὸ τὸ «The Secret Sharer» τοῦ Κόν­ραντ ὣς τὸ BUtterfield 8 τοῦ Ὀ­’­Χά­ρα.[8] Μό­λις ὅ­μως ξε­κί­νη­σα νὰ ὀρ­γα­νώ­νω τὴν πλο­κή μου σὲ τρεῖς ἠ­πεί­ρους ἁ­πλώ­νον­τας χρο­νι­κὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση στὶς πέν­τε γε­νε­ὲς αὐ­τοῦ τοῦ θρύ­λου, ἀ­πελ­πί­στη­κα. Ἡ πλο­κὴ κόμ­πια­ζε ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἡ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α ἀ­πορ­ρυθ­μι­ζό­ταν, ἐ­νῷ ἐ­γὼ αἰ­σθα­νό­μουν ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη, εἶ­χα πα­ρα­λύ­σει κι ἤ­μουν ἕ­τοι­μη νὰ τὰ πα­ρα­τή­σω. Τό­τε, πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἕ­να ἐρ­γα­στή­ρι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὸν Ράν­ταλλ Μπρά­ουν·[9] συ­νέ­χι­σα νὰ ἐ­πε­ξερ­γά­ζο­μαι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά μου κα­θ’ ὅ­λη τὴν πε­ρί­ο­δο ποὺ πή­γαι­να ἐ­κεῖ. Καὶ πράγ­μα­τι, σὰν κά­τι νὰ εἶ­χε ἀλ­λά­ξει.

        Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ συν­θέ­σω μι­νι­α­τοῦ­ρες μι­κρο­α­φη­γή­σε­ων, οἱ ὁ­ποῖ­ες θὰ κα­τέ­λη­γαν ἀ­θροι­στι­κὰ σὲ κά­τι με­γα­λύ­τε­ρο, ἂν θὰ τὸ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς οἱ πι­νε­λι­ὲς σ’ ἕ­ναν πί­να­κα τοῦ Σε­ρά.[10] Κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ὁ ἀ­να­γνώ­στης μου ἀ­τε­νί­ζον­τας τὸ ἔρ­γο μου ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα, θά ’­βλε­πε τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα, θὰ ἄ­κου­γε τὴν ὀρ­χή­στρα, θὰ βί­ω­νε τὴν προ­βο­λὴ τῶν κα­λο­στη­μέ­νων ἀρ­χεί­ων gif, ὡ­στό­σο ὅ­λα αὐ­τὰ μέ­σα ἀ­πὸ σκη­νές – κά­θε τζά­μι, κά­θε τσε­λί­στας, κά­θε μι­μί­διο θὰ ἦ­ταν αὐ­θύ­παρ­κτα. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης θὰ βί­ω­νε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά μου σὰν μιὰ μι­κρο­χο­ρω­δί­α, ἢ σὰν ἔρ­γο τοῦ που­αν­τι­γι­σμοῦ, ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε τε­λο­σπάν­των κα­τέ­λη­γε αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­ναγ­κά­ζει τοὺς συγ­γρα­φεῖς νὰ βροῦν τὸ κου­ρά­γιο καὶ νὰ ποῦν: ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΕΣ. Κι ἔ­τσι πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου τώ­ρα νὰ γρά­φῃ ἕ­να τέ­ρα­στιο μυ­θι­στό­ρη­μα σὲ ἀ­να­στο­χα­στι­κές, πο­λύ­χρω­μες δό­σεις. Πρέ­πει, ὡ­στό­σο, νὰ θυ­μᾶ­μαι νὰ ἐ­λέγ­χω τὶς εἰ­κό­νες ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν οἱ λέ­ξεις μου, τό­σο στὴν κα­θε­μιὰ πι­νε­λιά μου ὅ­σο καὶ στὰ εἴ­κο­σι δι­α­σκε­πτι­κά μου βή­μα­τα. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­νη­συ­χῶ: Πῶς μπο­ρῶ νὰ ἀ­να­δεί­ξω τὴν πραγ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ μέ­σ’ ἀ­π’ τὴ συγ­γρα­φή; Καὶ πραγ­μα­τι­κά, τη­ρου­μέ­νων τῶν ἀ­πα­ραί­τη­των ἀ­πο­στά­σε­ων, μοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ ἑ­ξῆς ἀ­γω­νί­α: Τί ὑ­πάρ­χει ἐ­κεῖ μέ­σα γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη μου;

        Γιὰ τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρῶ νὰ αἰ­σθαν­θῶ σί­γου­ρη εἶ­ναι ὅ­τι ὁ σχη­μα­τι­σμὸς προ­τά­σε­ων καὶ σκη­νῶν, ἡ στί­ξη, ἡ ἔν­τα­ση κι ὁ ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμὸς τῶν φω­νη­έν­των καὶ τῶν ρη­μά­των, καὶ οἱ κι­νού­με­νες σὲ ἀρ­γὴ κί­νη­ση ―ὅ­πως οἱ νίν­τζα― γε­ρουν­δια­κὲς προ­τά­σεις, τεί­νουν νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν τὴν ὕ­στα­τη ἀ­πο­στο­λή μου. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἕ­να καλ­λι­τε­χνι­κὸ μέ­σο· ἡ συγ­γρα­φή της σὲ με­τα­φέ­ρει σ’ ἕ­ναν κό­σμο ὅ­που οἱ ἄν­θρω­ποι ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται ἀ­κό­μα γιὰ τὴν τέ­χνη.


[1] Τὸ λι­νά­ρι, εἴ­τε ὡς λι­να­ρό­σπο­ρος εἴ­τε ὡς λι­νέ­λαι­ο, χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὡς στα­θε­ρο­ποι­η­τὴς τῶν χρω­μά­των στὴ ζω­γρα­φι­κή. [ΣτΜ]
[2] Ἡ Συλ­λο­γὴ Φρίκ (Frick Collection) εἶ­ναι ἕ­να μου­σεῖ­ο τέ­χνης στὸ Μαν­χάτ­ταν τῆς Νέ­ας Ύ­όρ­κης, γνω­στὸ γιὰ τὴν πο­λύ­τι­μη συλ­λο­γὴ πι­νά­κων ὀ­ρι­σμέ­νων ἐκ τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων Εὐ­ρω­παί­ων ζω­γρά­φων τῆς προ­νε­ω­τε­ρι­κῆς πε­ρι­ό­δου. [ΣτΜ]
[3] Ὁ Σὲρ Τό­μας Μόρ (Sir Thomas More, 1478-1535) ἦ­ταν Ἄγ­γλος πο­λι­τι­κός, συγ­γρα­φέ­ας καὶ φι­λό­σο­φος. Ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε ἅ­γιος τῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐ­πι­τέ­θη­κε μὲ δρι­μύ­τη­τα στὴ λου­θη­ρα­νι­κὴ με­ταρ­ρύθ­μι­ση. Ἡ δι­ά­στα­σή του μὲ τὸν Ἑρ­ρί­κο Η΄ σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ἀ­πό­φα­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου νὰ ξα­να­παν­τρευ­θῇ, ἀ­πο­σχι­ζό­με­νος ἀ­πὸ τὴν κα­θο­λι­κὴ καὶ ἱ­δρύ­ον­τας τὴν ἀγ­γλι­κα­νι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α, ὁ­δή­γη­σε στὴν φυ­λά­κι­ση, κι ἔ­πει­τα στὸν θά­να­το δι’ ἀ­πο­κε­φα­λι­σμοῦ τοῦ Μόρ. Σπου­δαι­ό­τε­ρο ἔρ­γο του ὑ­πῆρ­ξε ἡ Οὐ­το­πί­α. [ΣτΜ]
[4] Ὁ Τό­μας Κρόμ­γου­ελ (Thomas Cromwell, 1485-1540) ἦ­ταν Ἄγ­γλος νο­μι­κὸς καὶ πο­λι­τι­κός, σύμ­βου­λος καὶ ὑ­πουρ­γὸς τοῦ Ἑρ­ρί­κου τοῦ Η΄. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μος ὑ­πο­στη­ρι­κτὴς τῆς ἀγ­γλι­κα­νι­κῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς με­ταρ­ρύθ­μι­σης, στέλ­νον­τας τὸν Μόρ ―καὶ ἄλ­λους― στὴν κα­ρα­τό­μη­ση. Ὑ­πῆρ­ξε ὀ­ξυ­δερ­κὴς πο­λι­τι­κός, ὡ­στό­σο οἱ ἀ­πο­φά­σεις του τὸν ὁ­δή­γη­σαν στὸ νὰ κα­τα­στῇ μι­ση­τός, μ’ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ βρῇ κι αὐ­τὸς ὅ­μοι­ο μὲ τὸν Μὸρ τέ­λος. [ΣτΜ]
[5] Ὁ Χὰνς Χόλ­μπά­ϊν ὁ νε­ώ­τε­ρος (Hans Holbein der Jüngere, 1497-1543) ἦ­ταν Γερ­μα­νὸς ζω­γρά­φος, ἐκ τῶν σπου­δαι­ό­τε­ρων τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης στὸ πε­δί­ο τῆς προ­σω­πο­γρα­φί­ας/πορ­τραι­το­ποι­ί­ας. Πορ­τραῖ­α φι­λο­τε­χνη­μέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι του ἔ­μει­ναν στὴν ἱ­στο­ρί­α, ἐ­νῷ τά­χθη­κε στὸ πλευ­ρὸ τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐ­πέν­δυ­σης τῆς Με­ταρ­ρύθ­μι­σης· μά­λι­στα, ἡ Ἀγ­γλί­α ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἐκ τῶν ἐρ­γο­δο­τῶν του, μιᾶς κι ὁ Ἑρ­ρί­κος Η΄ τὸν προ­σέ­λα­βε ὡς βα­σι­λι­κὸ ζω­γρά­φο. Κά­πως ἔ­τσι, φι­λο­τέ­χνη­σε τὰ πορ­τραῖ­τα τῶν Μὸρ καὶ Κρόμ­γου­ελ, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­κτί­θεν­ται δί­πλα-δί­πλα στὴ συλ­λο­γὴ Φρὶκ στὴν Νέ­α Υ­όρ­κη. [ΣτΜ]
[6] Ἡ πτέ­ρυ­γα Ντε­νόν (Denon Wing) εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις πτέ­ρυ­γες τοῦ Μου­σεί­ου τοῦ Λού­βρου. [ΣτΜ]
[7] Τὸ μου­σεῖ­ο Γκέτ­τυ (Getty) βρί­σκε­ται στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες καὶ φι­λο­ξε­νεῖ ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα τέ­χνης ἀ­πὸ ὅ­λον τὸν κό­σμο. [ΣτΜ]
[8] Ἀ­να­φο­ρὰ στά: (Ι) “The Secret Sharer”, δι­ή­γη­μα τοῦ Πο­λω­νο­βρε­τα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α, Τζό­ζεφ Κόν­ραντ (Joseph Conrad, 1857-1924), τὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φτη­κε στὰ 1909 καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ δύ­ο μέ­ρη στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Harper’s magazine. Ἕ­νας ἐκ τῶν πρω­τα­γω­νι­στι­κῶν χα­ρα­κτή­ρων τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὀ­νο­μά­ζε­ται Leggatt. (ΙΙ) BUtterfield 8, μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α, Τζὼν Ὀ­’­Χά­ρα (John O’Hara, 1905-1970), τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε στὰ 1935 καὶ γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε best-seller. Ἕ­νας ἐκ τῶν βα­σι­κῶν ἡ­ρώ­ων τοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι ὁ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ας Weston Ligget. [ΣτΜ]
[9] Ὁ Ράν­ταλλ Μπρά­ουν (Randall Brown) εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των καὶ ὑ­πεύ­θυ­νος ἐρ­γα­στη­ρί­ου συγ­γρα­φῆς μι­κρο­δι­η­γη­μά­των. Ὁ προ­σω­πι­κός του ἱ­στό­το­πος εἶ­ναι: www.randall-brown.com [ΣτΜ]
[10] Ὁ Ζὼρζ Σε­ρά (Georges Seraut, 1859-1891) ἦ­ταν Γάλ­λος ζω­γρά­φος, εἰ­ση­γη­τὴς τῆς τε­χνο­τρο­πί­ας τοῦ που­αν­τι­γι­σμοῦ (ἑλλ.: στιγ­μα­το­γρα­φί­α), ση­μα­το­δο­τῶν­τας τὸ πέ­ρα­σμα στὸν με­τα-ιμ­πρεσ­σι­ο­νι­σμό. [ΣτΜ]

 

Πηγή: ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση SmokeLong Quarterly:

http://www.smokelong.com/flash-fiction-as-language-art/

 

Ἄν­νε Βά­ισ­γκέρ­μπερ (Anne Weisgerber). Πρό­σφα­τες δη­μο­σι­εύ­σεις μι­κρο­δι­η­γη­μά­των τῆς A. E. Weisgerber στὰ­ Shotgun HoneySmokeLong Quar­ter­lyEn­tro­py MagazineNew SouthThe Journal of Compressed Creative Arts, ἐ­νῷ τὸ δι­ή­γη­μά της «Sleeping Beauty: Markson Fangirl» βρέ­θη­κε ἀ­νά­με­σα στοὺς φι­να­λί­στ τοῦ Best Small Fictions γιὰ τὸ ἔ­τος 2016. Δι­α­βά­ζει στὸ Pithead Chapel, γρά­φει κρι­τι­κὲς στὸ Change Seven Magazine, καὶ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ο­δο γρά­φει τὸ πρῶ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο: Unincorporated Area, μ’ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα τὴ φο­ρά. Ἀ­κο­λου­θῆ­στε τὴν στὸ Twitter @AEWeisgerber, ἢ ἐ­πι­σκε­φθῆ­τε τὸ anneweisgerber.com.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com