Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid): Κορίτσι



Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid)


Κο­ρί­τσι

(Girl)


Α ΠΛΕΝΕΙΣ τὰ ἀ­σπρό­ρου­χα τὶς Δευ­τέ­ρες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις πά­νω στὶς πέ­τρες. Νὰ πλέ­νεις τὰ χρω­μα­τι­στὰ τὶς Τρί­τες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις στὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Μὴν βγαί­νεις στὸν καυ­τὸ ἥ­λιο μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κά­λυ­πτο. Νὰ μα­γει­ρεύ­εις τὴν τη­γα­νη­τὴ κο­λο­κύ­θα σὲ πο­λὺ καυ­τὸ γλυ­κὸ λά­δι. Μού­λια­ζε στὸ νε­ρὸ τὰ ἐ­σώ­ρου­χά σου ἀ­μέ­σως μό­λις τὰ βγά­ζεις. Ὅ­ταν ἀ­γο­ρά­ζεις βαμ­βά­κι γιὰ νὰ φτιά­ξεις γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μιὰ ὡ­ραί­α μπλού­ζα, πρό­σε­χε νὰ μὴν ἔ­χει κόλ­λα, για­τὶ ἀλ­λι­ῶς θὰ χα­λά­σει στὸ πλύ­σι­μο. Ξαλ­μύ­ρι­ζε ἀ­πο­βρα­δὶς τὸ πα­στὸ ψά­ρι πρὶν τὸ μα­γει­ρέ­ψεις. Ἀ­λη­θεύ­ει ὅ­τι τρα­γου­δᾶς benna(1) στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο τὶς Κυ­ρια­κές; Νὰ τρῶς πάν­τα μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ στο­μά­χι τοῦ ἄλ­λου, ὅ­ταν σὲ βλέ­πει. Τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ περ­πα­τᾶς σὰν κυ­ρί­α, ὄ­χι σὰν τὴν τσού­λα ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ μὴν τρα­γου­δᾶς benna στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ τὶς Κυ­ρια­κές. Νὰ μὴν μι­λᾶς σὲ ἀ­λῆ­τες, οὔ­τε κὰν ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε ὁ­δη­γί­ες. Μὴν τρῶς φροῦ­τα στὸ δρό­μο, θὰ σὲ πά­ρουν στὸ κυ­νή­γι οἱ μύ­γες. Μὰ δὲν τρα­γου­δά­ω πο­τὲ benna τὶς Κυ­ρια­κὲς καὶ εἰ­δι­κὰ στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἕ­να κουμ­πί. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἡ κουμ­πό­τρυ­πα γιὰ τὸ κουμ­πὶ ποὺ μό­λις ἕ­ρα­ψες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται τὸ στρί­φω­μα τοῦ πο­δό­γυ­ρου ὅ­ταν βλέ­πεις ὅ­τι ἔ­χει ξη­λω­θεῖ, γιὰ νὰ μὴν κυ­κλο­φο­ρεῖς σὰν τὴν πόρ­νη ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Ἔ­τσι σι­δε­ρώ­νε­ται τὸ χα­κὶ παν­τε­λό­νι τοῦ πα­τέ­ρα σου γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει τσα­κί­σεις. Ἔ­τσι φυ­τεύ­ε­ται ἡ μπά­μια – μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι για­τὶ στὸ φυ­τὸ τῆς μπά­μιας φω­λιά­ζουν τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια. Ὅ­ταν φυ­τεύ­εις κο­λο­κά­σι(2), βε­βαι­ώ­σου ὅ­τι ἔ­χει πάν­τα ἀρ­κε­τὸ νε­ρό, ἀλ­λι­ῶς σοῦ καί­ει τὸν λαι­μὸ ὅ­ταν τὸ τρῶς. Ἔ­τσι σκου­πί­ζεις μιὰ γω­νί­α, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις τὸν αὐ­λό­γυ­ρο. Ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς πο­λύ, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς κα­θό­λου, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ συμ­πα­θεῖς πο­λύ. Ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ τσά­ι, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο μὲ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ προ­σκε­κλη­μέ­νο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ με­ση­με­ρια­νό, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ πρω­ι­νό. Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι πα­ρου­σί­ᾳ ἀν­δρῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν σὲ γνω­ρί­ζουν κα­λά, κι ἔ­τσι δὲν θὰ κα­τα­λά­βουν ἀ­μέ­σως τὴν πόρ­νη ποὺ σὲ προ­ει­δο­ποί­η­σα νὰ μὴν γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ πλέ­νε­σαι κά­θε μέ­ρα, ἐν ἀ­νάγ­κῃ μὲ τὸ ἴ­διο σου τὸ σά­λιο. Μὴν γο­να­τί­ζεις στὸ χῶ­μα γιὰ νὰ παί­ξεις μὲ τοὺς βό­λους, δὲν εἶ­σαι ἀ­γό­ρι, ξέ­ρεις. Μὴν ἀγ­γί­ζεις τὰ φυ­τὰ τῶν ἄλ­λων, μπο­ρεῖ νὰ κολ­λή­σεις τί­πο­τα. Μὴν πε­τᾶς πέ­τρες στοὺς κό­τσυ­φες, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι κό­τσυ­φες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἡ ζύ­μη γιὰ τὸ ψω­μί, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πί­τες ἀ­πὸ πλα­τα­νό­φυλ­λα, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πι­πε­ρι­ὲς στὴν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ κα­τὰ τοῦ κρυ­ώ­μα­τος. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ γιὰ νὰ ρί­ξεις τὸ παι­δί, πρὶν ἀ­κό­μα γί­νει κα­λὰ-κα­λὰ παι­δί. Ἔ­τσι πι­ά­νε­ται ἕ­να ψά­ρι. Ἔ­τσι πε­τᾶς πί­σω στὴ θά­λασ­σα ἕ­να ψά­ρι ποὺ δὲν σοῦ ἀ­ρέ­σει, κι ἔ­τσι κα­νέ­να κα­κὸ δὲν θὰ σὲ βρεῖ ποὺ τὸ πέ­τα­ξες. Ἔ­τσι ἐκ­φο­βί­ζεις ἕ­ναν ἄν­δρα, ἔ­τσι σὲ ἐκ­φο­βί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας. Ἔ­τσι ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­δρα. Ἂν αὐ­τὸ δὲν λει­τουρ­γή­σει, ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι τρό­ποι, κι ἂν κι αὐ­τοὶ δὲν λει­τουρ­γή­σουν, μὴν νι­ώ­θεις καὶ τό­σο ἄ­σχη­μα ἂν πα­ραι­τη­θεῖς ἀ­π’ τὴν προ­σπά­θεια. Ἔ­τσι φτύ­νεις στὸν ἀ­έ­ρα, ἂν νι­ώ­σεις τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νεις, κι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ κου­νη­θεῖς γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μὴν πέ­σει πά­νω σου. Ἔ­τσι τὰ βγά­ζεις πέ­ρα οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ μή­να. Νὰ ζου­λᾶς πάν­τα το ψω­μὶ γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖς ὅ­τι εἶ­ναι φρέ­σκο. Κι ἂν ὁ φούρ­να­ρης δὲν μ’ ἀ­φή­σει νὰ πιά­σω τὸ ψω­μί; Θὲς νὰ πεῖς ὅ­τι με­τὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, θὰ γί­νεις πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ὁ φούρ­να­ρης δὲν ἀ­φή­νει νὰ πλη­σιά­σει τὸ ψω­μί;


       (1) Εἶ­δος ὁ­μα­δι­κοῦ τρα­γου­διοῦ (calypso music) τῶν κα­τοί­κων τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς σὲ μορ­φὴ ἐ­ρω­τα­παν­τή­σε­ων, μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου ἀν­τάλ­λα­σαν σκαν­δα­λώ­δη νέ­α ἢ κου­τσομ­πο­λιά.
       (2) Κο­λο­κα­σί­α ἡ ἐ­δώ­δι­μος ἢ ἁ­πλά, κο­λο­κά­σι, εἶ­ναι ἕ­να φυ­τὸ ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται γιὰ τοὺς βρώ­σι­μους κον­δύ­λους του ποὺ μοιά­ζουν μὲ γλυ­κο­πα­τά­τα. Ἂν καὶ εὐ­δο­κι­μεῖ κυ­ρί­ως σὲ τρο­πι­κὲς πε­ρι­ο­χές, ὅ­πως στὰ νη­σιὰ τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ, τὴν Ἀ­σί­α ἢ τὴν Δυ­τι­κὴ Ἀ­φρι­κή, ἀ­παν­τᾶ­ται σὲ πολ­λὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς Κύ­πρου.


Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Κο­ρί­τσι», ἢ «Girl» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker στὸ τεῦ­χος Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 1978 καὶ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των At the Bottom of the River ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1983.

Ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ διαβάζει τὸ πεζό της «Κορίτσι» («Girl»):

Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid), ἢ ἀλ­λι­ῶς Maria Elaine Cynthia Potter Richardson, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ ἀ­λη­θι­νό της ὄ­νο­μα, γεν­νή­θη­κε στὶς Ἀν­τίλ­λες τὸ 1949 καὶ εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Β. Ἀ­με­ρι­κή, ὅ­που σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker κα­θὼς καὶ σὲ ἄλ­λα ἔν­τυ­πα. Δί­δα­ξε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ θή­τευ­σε ὡς κα­θη­γή­τρια Ἀ­φρι­κα­νι­κῶν καὶ Ἀ­φρο­α­με­ρι­κά­νι­κων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Χάρ­βαρντ. Στὰ βι­βλί­α της θί­γον­ται θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­α καὶ ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά, ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς τῶν φύ­λων καὶ ἡ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα, οἱ σχέ­σεις μη­τέ­ρας-κό­ρης, κα­θὼς καὶ οἱ τα­ξι­κὲς καὶ φυ­λε­τι­κὲς δι­α­φο­ρές.

       Ὁ τρό­πος γρα­φῆς τῆς Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ δι­χά­ζει τοὺς με­λε­τη­τές της, κα­θὼς κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τοὺς θε­ω­ροῦν πὼς τὸ ἔρ­γο της ἑ­στι­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ κρι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς At the Bottom of the River, κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Autobiography of My Mother, ἀν­τα­να­κλοῦν τὰ πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα τῆς χώ­ρας της καὶ τοὺς ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ ὁ ὅ­ρος «μα­γι­κὸς ρε­α­λι­σμός». Ἡ ἴ­δια ἡ Κίνκεϊντ μι­λών­τας σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο γρα­φῆς της, πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς στὰ βι­βλί­α της συ­ναν­τῶν­ται τὸ «μα­γι­κὸ» καὶ τὸ «ρε­α­λι­στι­κὸ» στοι­χεῖ­ο, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ἀ­πα­ραί­τη­τα πὼς τὰ ἔρ­γα ἀ­παν­τοῦν στὰ κρι­τή­ρια τοῦ «μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ». Ἄλ­λοι, ὡ­στό­σο, κα­τα­τάσ­σουν πρω­τί­στως τὸ ἔρ­γο της στὰ πλαί­σια τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, χά­ρη στὸν πο­λι­τι­στι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο καὶ πει­ρα­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς γρα­φῆς της. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ δεῖγ­μα αὐ­τοῦ εἶ­ναι τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «Κορίτσι» («Girl»). Σ’ αὐ­τὴν τὴν σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ με­τα­τρέ­πει σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἀ­φή­γη­μα τὶς ὁ­δη­γί­ες συμ­μόρ­φω­σης μιᾶς μη­τέ­ρας ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς πρὸς τὴν κό­ρη της καὶ μᾶς με­τα­φέ­ρει μέ­σῳ τῶν εἰ­κό­νων, τῶν γεύ­σε­ων καὶ τῶν ἀ­ρω­μά­των στὸν δι­κό της τό­πο κα­τα­γω­γῆς, ἐμ­πνευ­σμέ­νη κα­τὰ πά­σα πι­θα­νό­τη­τα ἀ­π’ τὴν δι­κή της παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α. Πρό­κει­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γιὰ μιὰ λί­στα προ­τρο­πῶν καί, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς σὲ μιὰ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν ἠ­θῶν τῆς ἀν­τιλ­λι­ά­νι­κης κοι­νω­νί­ας μοιά­ζει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ κεί­με­νο γε­ω­γρα­φι­κὰ ἢ νὰ τοῦ ἀ­πο­δί­δει ἕ­ναν κα­θα­ρὰ το­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, τὸ ἔρ­γο κα­τα­φέρ­νει τε­λι­κὰ νὰ με­τα­δώ­σει ἕ­να πο­λὺ εὐ­ρύ­τε­ρο μή­νυ­μα ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ οἰ­κου­με­νι­κὰ σχε­δὸν τὶς ἀν­τι­λή­ψεις ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ νε­α­ρὸ κο­ρί­τσι σὲ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, στὸ δι­ή­γη­μα ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται οἱ ὁ­μοι­ό­τη­τες στὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φύ­λο ἀ­νά­με­σα στὶς «πρω­τό­γο­νες» καὶ τὶς «πο­λι­τι­σμέ­νες» κοι­νω­νί­ες. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς φαι­νο­με­νι­κὰ πρό­κει­ται γιὰ δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους ποὺ λει­τουρ­γοῦν ἀρ­χι­κὰ σὰν ἀν­τι­θε­τι­κοὶ πό­λοι, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τό­σο ὁ ἐ­ξω­τι­κὸς κό­σμος τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς, ὅ­σο καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­πτυγ­μέ­νος οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ τε­χνο­λο­γι­κὰ δυ­τι­κὸς κό­σμος, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο βα­θιὰ ἀν­δρο­κρα­τού­με­νοι.

       Τέ­λος, πολ­λοὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης αὐ­τοὶ ποὺ ξε­χω­ρί­ζουν τὸ ἔρ­γο τῆς Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­ως, ἀ­νά­με­σά τους ἡ λο­γο­τέ­χνις καὶ φι­λό­σο­φος Susan Sontag (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1933-2004), γιὰ τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα ποὺ τὸ δι­α­κρί­νει, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἀ­τρό­μη­τη καὶ μὲ ἀ­κρί­βεια ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ μι­λᾶ γι’ αὐ­τὰ ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ, ἀν­τι­βαί­νον­τας τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ πρό­τυ­πα γρα­φῆς. Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρά­φει ἡ Giovanna Covi, κα­θη­γή­τρια Ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Σπου­δῶν Φύ­λου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τρέν­το καὶ με­λε­τή­τρια τῆς Κίνκεϊντ, «οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς χο­ρεύ­ουν στὸν χτύ­πο τῶν ταμ­πούρ­λων καὶ τὸν ρυθ­μὸ τῆς τζάζ (…)».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φία καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ καὶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­τή­σια ἀν­θο­λο­γί­α «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (τό­μοι 2014-2017), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/.


		
Advertisements

Ξένια Ψαρροῦ: Ἡ ταυτότητα


Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ


Ἡ ταυ­τό­τη­τα


ΡΟΝΙΑ ΜΑΖΕΥΑ μπρά­βο τρι­γυρ­νών­τας σ’ ἔ­ρη­μες γει­το­νι­ές: ἐ­δῶ κα­τοι­κοῦ­σαν χι­λιά­δες μά­τια.

Ὕ­στε­ρα, πάν­τρευ­α αὐ­τὸ ποὺ γεν­νοῦ­σα, τὸ παι­δί μου, μὲ γαμ­προὺς χω­ρὶς σύ­νο­ρα. Οὔ­τε ἤ­ξε­ρα ποῦ κα­τοι­κοῦ­σε με­τά. Ἔ­λε­γα: «Δὲν γέν­νη­σα κα­λὸ παι­δί, ἂς κά­νω ἄλ­λο.» Πρὶν τὸ γεν­νή­σω τὸ ἔ­γρα­φα στὸ κολ­λέ­γιο καὶ με­τὰ τὸ πάν­τρευ­α. Δὲν τὸ με­γά­λω­να πο­τέ. Καὶ πάν­τα ἀ­νά­πη­ρο τὸ πα­ρέ­δι­δα σὲ χέ­ρια ἀ­μύ­η­τα στὸ με­γά­λω­μα. Τὰ ἀ­νύ­παν­τρα παι­διά μου τὰ ἔ­στελ­να στὰ φα­νά­ρια, σὰν τὰ ἀ­λη­τά­κια, νὰ μα­ζεύ­ουν χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ νὰ μοῦ τὰ φέρ­νουν τὴ νύ­χτα. Τὰ ἔ­βα­ζα σὲ τε­ρά­στια κου­τιά, ὥ­σπου δὲν χω­ρού­σα­με ἄλ­λο καὶ φεύ­γα­με με­τα­νά­στες στὸν πα­ρα­κά­τω δρό­μο. Μέ­χρι πι­σί­να εἶ­χα φτιά­ξει. Χω­ρὶς νε­ρό, ὅ­μως. Ἦ­ταν γε­μά­τη κου­τιὰ κι αὐ­τή.

        Καὶ πάν­τα κα­τέ­λη­γα στρι­μωγ­μέ­νη στὸ μι­κρὸ δω­μα­τιά­κι τῶν παι­δι­κῶν μου χρό­νων μὲ τὶς βα­λί­τσες μου γε­μά­τες μπρά­βο. Ὅ­σο ἤ­μουν ἐ­κεῖ δὲν γεν­νοῦ­σα. Μό­νο ἄ­νοι­γα τὰ κου­τιά μου. Τὰ λυ­πη­μέ­να βρά­δια, τὰ βρο­χε­ρά, πή­γαι­να κρυ­φὰ στὰ θέ­α­τρα, ἔ­σβη­να ἀ­πὸ τὴ μαρ­κί­ζα τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν πρω­τα­γω­νι­στῶν κι ἔ­βα­ζα τὸ δι­κό μου. Ἤ­θε­λα νὰ πι­στεύ­ω πὼς τὸ ἐ­πί­θε­τό μας —Με­βλέ­πης— ἀ­νῆ­κε στὴν ἄ­γνω­στη ἀ­κό­μα δυ­να­στεί­α τῶν Με­βλέ­πη­δων. Οὔ­τε νὰ ἀ­να­σά­νω μπο­ροῦ­σα, οὔ­τε νὰ κοι­μη­θῶ. Γι’ αὐ­τὸ ἐ­πι­νο­οῦ­σα κά­θε μέ­ρα μιὰ ταυ­τό­τη­τα ἄ­ξια ν΄ἀ­γα­πη­θεῖ. Μὲ τοὺς μο­να­χοὺς ἤ­μουν μο­να­χὴ καὶ μὲ τὶς που­τά­νες που­τά­να. Μὲ τοὺς κο­λυμ­βη­τὲς κο­λυμ­βή­τρια, μὲ τοὺς δι­α­νο­ού­με­νους δι­α­νο­ού­με­νη. Καὶ πάν­τα φω­το­γρα­φι­ζό­μουν δί­πλα στὸν πρῶ­το. Χω­ρὶς κό­πο δι­κό μου.

        Μὰ καὶ μὲ αὐ­τοὺς ποὺ ἔ­ρι­χναν λά­σπη στὸν πρῶ­το, ἤ­μουν πρώ­τη. Κα­νεὶς δὲν ἤ­ξε­ρε τί πι­στεύ­ω. Οὔ­τε κι ἐ­γώ. Πε­ρι­πλα­νι­ό­μουν πρό­σφυ­γας στὶς χῶ­ρες τῶν ἄλ­λων καὶ σὰν σί­φου­νας ἔ­κλε­βα τὰ πα­λα­μά­κια κι ἔ­φευ­γα.

        Μὲ φώ­να­ζαν: «Ἡ πρω­τεύ­ου­σα τοῦ ἀ­νέ­μου». Χώ­ρα δὲν εἶ­χα. Οὔ­τε ἑ­στί­α.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ξέ­νια Ψαρ­ροῦ (Κρή­τη, 1961). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ Ἀ­γω­γὴ στὸ Βου­κου­ρέ­στι καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γή­τρια σὲ σχο­λεῖ­ο. Γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ ποι­ή­μα­τα. Ποιήματά της ἔχουν δημοσιευτεῖ σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Τελευταῖο της βιβλίο: Τὸ παι­δί (ποί­η­ση, 2018, ἐκ­δ. Πα­να­γό­που­λος Νε­κτά­ριος).


Ἰάσονας Μικρώνης: Τρομπόνι a tiro


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώνης


Τρομπόνι a tiro


Α ΠΡΩΤΑ ΜΟΥ ΛΕΦΤΑ τὰ ἔ­βγα­λα ὡς τρομ­πο­νί­στας τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς τοῦ νη­σιοῦ στὶς κη­δεῖ­ες. Στὴ Φι­λαρ­μο­νι­κὴ βρέ­θη­κα μι­κρὸ κι ἀ­μού­στα­κο παι­δί, σχε­δὸν ἀ­κου­σί­ως, με­τὰ τὶς ἐ­πί­μο­νες προ­τρο­πὲς τοῦ πα­τέ­ρα μου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀρ­χι­κά μοῦ τὴν πα­ρου­σί­α­σε ὡς μί­α κα­λὴ ἐ­ναλ­λα­κτι­κὴ λύ­ση ἔ­ναν­τι τῶν σχο­λι­κῶν πα­ρε­λά­σε­ων. Κα­θό­τι οἱ ἐ­τή­σι­ες πα­ρε­λά­σεις αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ἦ­ταν μό­λις δύ­ο, δὲν ὑ­πῆρ­χε πραγ­μα­τι­κὴ χρεί­α νὰ μά­θω ὁ­λό­κλη­ρο μου­σι­κὸ ὄρ­γα­νο γιὰ νὰ τὶς ἀ­πο­φεύ­γω. Ὡ­στό­σο, μὲ τὸν και­ρὸ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­βρι­σκε κι ἄλ­λα και­νού­ρια ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ἂν σή­με­ρα ἀ­κού­γον­ται φαι­δρά, τό­τε ἠ­χοῦ­σαν ἀρ­κούν­τως δε­λε­α­στι­κά: ἡ Φι­λαρ­μο­νι­κή, μοῦ ἔ­λε­γε, συ­νε­πά­γε­ται ἐκ­δρο­μὲς στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἄ­φθο­νο πι­λά­φι καὶ ἐ­ξω­τι­κὰ οὐ­ρί. Οἱ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σεις μας ἔ­μελ­λε νὰ δι­αρ­κέ­σουν ἕ­να χρό­νο. Ἔ­πει­τα, μέ­χρι νὰ μοῦ φυ­τρώ­σει καὶ τὸ μου­στά­κι, φό­ρε­σα τὸ πη­λή­κιο τῆς μπαν­τί­νας.

        Τὸ χαρ­τζι­λί­κι πάν­τως στὶς κη­δεῖ­ες ἤ­τα­νε γε­ρό· ξε­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ δέ­κα εὐ­ρὼ καὶ (ἀ­νά­λο­γα μὲ τὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἑ­κά­στο­τε ἄ­τυ­χου πρω­τα­γω­νι­στῆ) μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­κτι­να­χθεῖ ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε. Οἱ μου­σι­κὲς συν­θέ­σεις δὲν πα­ρου­σί­α­ζαν ἰ­δι­αί­τε­ρη τε­χνι­κὴ δυ­σκο­λί­α, ἐ­μεῖς οἱ βα­ρύ­το­νοι του­λά­χι­στον παί­ζα­με κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν συ­νο­δευ­τι­κὸ ρό­λο. Τὰ τρομ­πό­νια ἔρ­χον­ταν στοὺς πί­σω ζυ­γούς, λί­γο μπρο­στύ­τε­ρα ἀ­π’ τὰ ταμ­ποῦ­ρα καὶ τὴ γκραν­κά­σα, καὶ ἡ χρή­ση τους πε­ρι­ο­ρι­ζό­ταν σὲ συ­νε­χεῖς κι ἀρ­γοὺς ἀν­τι­χρο­νι­σμούς. Ἂν ὁ βη­μα­τι­σμός μας ἤ­τα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο τα­χύς, ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α δὲ θὰ μᾶς ἔ­παιρ­νε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ μι­σὴ ὥ­ρα, κι ἔ­τσι θὰ γλι­τώ­να­με καὶ τὴν ἀ­δι­ά­πτω­τη βρο­χὴ (κα­ται­γί­δα, ἐ­νί­ο­τε) ποὺ μᾶς ἔ­ραι­νε πα­τό­κορ­φα. Οἱ και­ρι­κὲς συν­θῆ­κες, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, δυ­σχέ­ρα­ναν οὐκ ὀ­λί­γες φο­ρὲς τὴν ἄρ­τια ἀ­να­πα­ρα­γω­γὴ τῶν ἐ­πι­κή­δει­ων συν­θέ­σε­ων – οἱ βρο­χὲς μᾶς μου­λι­ά­ζα­νε τὶς παρ­τι­τοῦ­ρες κι ὕ­στε­ρα οἱ ἀ­έ­ρη­δες μᾶς τὶς φυ­σοῦ­σαν μα­κριά. Ἐν τού­τοις, τὰ με­λω­δι­κό­τε­ρα πνευ­στά, ὅ­σοι δη­λα­δὴ ὁ­δη­γοῦ­σαν τὴν πομ­πή, εἶ­χαν καὶ μί­α ἐ­πι­πρό­σθε­τη ἔ­γνοι­α: τὶς θρη­νω­δί­ες τῶν κον­τι­νό­τε­ρων συγ­γε­νῶν. Οἱ φω­νὲς αὐ­τὲς ἤ­τα­νε τό­σο ἐ­φι­αλ­τι­κές, ἔ­λε­γαν, ποὺ κα­νο­νι­κὰ ὣς καὶ ἐ­πι­μί­σθιο βα­ρέ­ων καὶ ἀν­θυ­γι­ει­νῶν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ δι­και­οῦν­ται. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­θε κη­δεί­α, ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φα­με στὸ κτί­ριο τῆς Φι­λαρ­μο­νι­κῆς γιὰ ν’ ἀ­φή­σου­με τὰ ὄρ­γα­να, οἱ τρομ­πε­τί­στες, οἱ κλα­ρι­νε­τί­στες, οἱ ὀμ­πο­ΐ­στες κι οἱ λοι­ποὶ πνευ­στοὶ ποὺ ἐ­πω­μί­ζον­ταν τὴ με­λω­δί­α, κυ­κλο­φο­ροῦ­σαν πάν­το­τε βου­βοὶ καὶ σκο­τει­νι­α­σμέ­νοι, καί, ἅ­μα μᾶς πε­τύ­χαι­ναν σὲ κα­νέ­να δι­ά­δρο­μο, μᾶς ἔ­ρι­χναν κά­τι πο­λὺ ἐ­πι­τι­μη­τι­κὲς μα­τι­ές. Δὲν ἤ­τα­νε καὶ λί­γοι πάν­τως αὐ­τοὶ ποὺ ἐγ­κα­τέ­λει­ψαν γι’ αὐ­τὸ τὸ λό­γο, ἂν κι οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι, πλή­ρως ἀ­δι­α­φο­ρών­τας γιὰ τὸ γεν­ναῖ­ο μπο­να­μά, ἁ­πλού­στα­τα ἀ­πέ­φευ­γαν τὶς ἐν λό­γῳ ἐ­ξό­δους κι ὅ­λο κά­τι οἰ­κο­γε­νεια­κὸ προ­φα­σί­ζον­ταν.

        Τέ­λος πάν­των, τώ­ρα ποὺ λί­γο-πο­λὺ ὅ­λα αὐ­τὰ ἔ­χου­νε πα­ρέλ­θει κι ἐ­γὼ βρέ­θη­κα καὶ πά­λι στὸ νη­σί, λέ­ω νὰ ξα­να­δο­κι­μά­σω τὴν τύ­χη μου στὸ τρομ­πό­νι. Ὅ­σο φορ­τω­μέ­νο πρό­γραμ­μα κι ἂν ἔ­χω, ὁ χρό­νος στὴν ἐ­παρ­χί­α κυ­λᾶ ἀλ­λι­ῶς, καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ μοῦ τυ­χαί­νουν κά­τι ἀ­πο­γεύ­μα­τα ποὺ δὲν ἔ­χω τί νὰ τὰ κά­νω. Τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα αὐ­τὰ ρί­χνο­μαι πί­στο­μα στὸ κρε­βά­τι, σφη­νώ­νω τὸ ἐ­πι­στό­μιο στὸ στό­μα, καὶ φαν­τά­ζο­μαι τὸ μέλ­λον μου στὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο πνευ­στό: ἴ­σως ἐ­πι­τέ­λους με­τα­πη­δή­σω ἀ­π’ τὸ τρομ­πό­νι μὲ κλει­διὰ στὸ τρομ­πό­νι a tiro, κά­τι ποὺ δὲν πρό­λα­βα νὰ κά­νω ὡς ἔ­φη­βος, σκέ­φτο­μαι. Ἔ­τσι φεύ­γουν πολ­λὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα· σι­γὰ σι­γὰ τὰ ἄ­κρα μου μου­διά­ζουν, νε­κρώ­νουν ἐν­τε­λῶς, οἱ ἀ­να­πνο­ὲς ἀ­ραι­ώ­νουν, τὸ σῶ­μα μου ὁ­λό­κλη­ρο ἀ­σφυ­κτιᾶ κα­πα­κω­μέ­νο, θαρ­ρεῖς, κά­που μέ­σα. Προ­σπα­θῶ τό­τε, μό­νο καὶ μό­νο γιὰ νὰ ξε­χα­στῶ, ν’ ἀ­να­κα­λέ­σω τὶς ζω­η­ρὲς με­λω­δί­ες τῶν ἐμ­βα­τη­ρί­ων τῶν ἐ­θνι­κῶν ἐ­πε­τεί­ων ἤ, του­λά­χι­στον, ἐ­κεί­νη τὴν νω­χε­λι­κὴ με­λω­δί­α τῶν λι­τα­νει­ῶν τοῦ Ἐ­πι­τα­φί­ου. Ὡ­στό­σο, ὅ­λως πα­ρα­δό­ξως, μο­νά­χα τὶς ἁ­πλὲς συν­θέ­σεις τῶν κη­δει­ῶν θυ­μᾶ­μαι, ἀλ­λὰ κι αὐ­τὲς δὲν ἠ­χοῦν στ’ αὐ­τιά μου εὐ­κρι­νῶς, μᾶλ­λον ὑ­πό­κω­φα τὶς ἀ­κού­ω, μπερ­δε­μέ­νες μ’ οἰ­μω­γὲς οἰ­κεί­ων φω­νῶν.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.



		

	

Θεοδόσης Κοντάκης: Θεσσαλονίκη


Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης


Θεσ­σα­λο­νί­κη


ΩΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΪ, δε­μέ­να ὅ­λα τὰ κα­ρά­βια στὸ λι­μά­νι. Κα­τα­χνιὰ ἔ­χει σκε­πά­σει τὴν ἀ­πο­βά­θρα, τὸ νε­ρό, τὰ φῶ­τα ποὺ ἀ­κό­μα μέ­νουν ἀ­ναμ­μέ­να. Ἕ­νας κόμ­πος σὰν νὰ μὲ δέ­νει ἀ­π’ τὸ στῆ­θος καὶ νὰ φτά­νει στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κόλ­που, ποὺ εἶ­ναι τώ­ρα ἀ­ό­ρα­τη.

       Πο­τὲ δὲν ἔ­χω δεῖ τὴ φυ­σι­κή μου πα­τρί­δα μὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ και­ρό, του­λά­χι­στον στὰ ὥ­ρι­μα χρό­νια μου. Κι ὅ­μως, οἱ λι­γο­στοὶ γνω­στοί μου ντό­πιοι ποὺ ἀ­κό­μα ζοῦν, κά­νουν φι­λό­τι­μες προ­σπά­θει­ες νὰ μὲ πεί­σουν πὼς εἶ­ναι μιὰ ἡ­λι­ό­λου­στη, χα­ρού­με­νη πό­λη. Μὰ ποι­ά εἶ­ναι λοι­πὸν ἡ πό­λη ποὺ κρύ­βε­ται πί­σω ἀ­π’ τὴν προ­κυ­μαί­α; Οἱ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες ποὺ μό­λις δι­α­κρί­νον­ται θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι φυ­τε­μέ­νες σὲ κά­θε τό­πο, ξέ­νο γιὰ μέ­να.

        Ἄρ­χι­σα ν’ ἀ­νε­βαί­νω, ἀ­συ­ναί­σθη­τα σχε­δόν, κά­θε­τα πρὸς τὴν πα­ρα­λί­α: μᾶλ­λον ἔ­νι­ω­θα πὼς ἀ­πὸ δῶ θά ’­βλε­πα κα­λύ­τε­ρα – τί ὅ­μως; Ἀ­πὸ δῶ δι­α­κρί­νε­ται, μὲς στὴ θο­λού­ρα, ὁ τροῦ­λος τοῦ να­οῦ τοῦ Πο­λι­ού­χου. Καὶ νά: ἡ ὁ­μί­χλη σι­γὰ-σι­γὰ δι­α­λύ­ε­ται – τὸ σκη­νι­κὸ ἀλ­λά­ζει, λὲς κι ἔ­χω μπεῖ σὲ ὄ­νει­ρο: μι­κρὰ σπι­τά­κια πῆ­ραν τὴ θέ­ση τῶν πο­λυ­κα­τοι­κι­ῶν, οἱ δρό­μοι χω­μά­τι­νοι καὶ στε­νοί. Τὴ θέ­ση τῆς βο­ῆς τῶν μη­χα­νο­κί­νη­των πῆ­ρε μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη ἰα­χή, πολ­λῶν ἀν­θρώ­πων μα­ζί, ποὺ ἀ­κού­γε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ κα­θα­ρά, πιὸ δυ­να­τὰ καὶ μὲ με­γα­λύ­τε­ρο ἐν­θου­σια­σμό. Σὰν μυρ­μήγ­κια δι­α­κρί­νω τὸ πλῆ­θος ποὺ μα­ζεύ­ε­ται γιὰ κά­τι ποὺ μοιά­ζει ση­μαν­τι­κό. Ἄ­γνω­στες μου­σι­κὲς καὶ συν­θή­μα­τα φτά­νουν στ’ αὐ­τιά.

        Καὶ ἰ­δού! Ὁ αὐ­το­κρά­το­ρας, ὑ­πο­θέ­τω ἀ­πὸ ὅ­σο ἀ­νέ­τρε­ξα ἀρ­γό­τε­ρα πὼς εἶ­ναι ὁ Βα­σί­λει­ος, αὐ­τὸς ποὺ με­τέ­πει­τα ἀ­πο­κλή­θη­κε «Βουλ­γα­ρο­κτό­νος», ὅ­μως ἀ­κό­μα δὲν ἦ­ταν· μό­νο πού, ἀ­πὸ δῶ ἀ­κρι­βῶς ξε­κι­νά­ει, καὶ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τὴ ση­μαν­τι­κό­τε­ρη ἐ­πι­χεί­ρη­ση τῆς ζω­ῆς του: μιὰ κου­κί­δα κι αὐ­τός, στὸ βά­θος τοῦ χρό­νου, λάμ­πει ὅ­μως ἀ­π’ τὸ χρυ­σὸ τῆς πα­ρου­σί­ας του, τῆς συ­νο­δεί­ας του, κα­βά­λα στὸ —πε­ρή­φα­νο ὑ­πο­θέ­τω— ἄ­λο­γό του. Μπρο­στὰ με­γα­λό­πρε­πος ὁ σταυ­ρός, ἡ εἰ­κό­να: μα­κά­ρι νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρί­νω τὸ κόκ­κι­νο ἄ­λο­γο καὶ τὸν σε­πτὸ ἀ­να­βά­τη, ζω­γρα­φι­σμέ­νος μὲ χρώ­μα­τα φρέ­σκα καὶ λαμ­πρὰ – μό­νο ἔρ­χε­ται στὰ ρου­θού­νια μου ἀ­νε­παί­σθη­το ἄ­ρω­μα.

        Κα­θὼς προ­βάλ­λει δει­λὰ ὁ ἥ­λιος, φρι­χτὰ τὰ ξί­φη λάμ­πουν στὰ μά­τια, θά ’­λε­γα τυ­φλώ­νουν τὸ πλῆ­θος – κι αὐ­τὸ θὰ γι­νό­ταν σύν­το­μα. Καὶ πιὸ με­τὰ πά­λι, ἄλ­λα ξί­φη θὰ γύ­ρι­ζαν πί­σω στὰ κορ­μιὰ τῶν ἀ­πο­γό­νων. Μὰ γιὰ τὸ κα­θε­τὶ ἔρ­χε­ται ἡ κα­τάλ­λη­λη ἡ ὥ­ρα, κι ἕ­νας Θε­ὸς ξέ­ρει για­τί γύ­ρι­σα τό­σο πίσω. Σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ ἔ­ψα­χνα: κα­νέ­να θαῦ­μα ἐ­δῶ, μό­νο ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ αἵ­μα­τος ποὺ ἐ­πι­στρέ­φει.

        Κι ὁ κόμ­πος συ­νε­χί­ζει ἀ­πὸ αἰ­ώ­να σὲ αἰ­ώ­να. Μοῦ ’ρ­θε ἀ­να­πό­φευ­κτα στὸ νοῦ ὁ βα­σι­λιὰς Ἀ­λέ­ξαν­δρος· θὰ ἦ­ταν ὅ­μως γε­λοῖ­ο νὰ συ­νε­χί­σω μ’ ἕ­να τέ­τοι­ο νῆ­μα: εἶ­ναι τό­σο τὸ χῶ­μα ποὺ πέ­ρα­σε ἀ­πὸ πά­νω καὶ κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ποῦ βρί­σκε­ται, πό­σο βα­θιά – οὔ­τε ὁ ὀ­μι­χλώ­δης ἐ­κεῖ­νος τό­πος τῆς Ἀ­σί­ας, οὔ­τε ἡ ἅ­μα­ξα κι ὁ πε­ρι­βό­η­τος κόμ­πος της, οὔ­τε ὁ ἴ­διος ὁ βα­σι­λιάς. Κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χω κρα­τή­σει πο­τὲ ξί­φος κι ἔ­χω μό­λις ἀ­να­φέ­ρει πό­σο θὰ ἀ­πε­χθα­νό­μουν καὶ τὴν ἰ­δέ­α ἀ­κό­μα. Μό­νο ὅ­πλο τὰ λό­για, φτά­νει νὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὰ βρῶ – –

        Ὅ­μως τὸ πα­ρελ­θὸν μ’ ἀ­κο­λου­θεῖ κα­θὼς κα­τε­βαί­νω τὰ σο­κά­κια ποὺ γέ­μι­ζαν κά­πο­τε ἀ­πὸ πρό­σφυ­γες, Ἑ­βραί­ους κι ἄλ­λους κα­τα­φρο­νε­μέ­νους μὲ τὰ μι­κρο­μά­γα­ζά τους. Αὐ­τὰ ὅ­μως, καὶ πά­λι, δὲν εἶ­ναι δι­κά μου τὰ λό­για, κι ὅ­μως δὲν τὰ εἶ­δα σὲ βι­βλί­α σι­ω­πη­λά, μό­νο ἀ­κό­μα τὰ νι­ώ­θω νὰ φτά­νουν στ’ αὐ­τιά μου: μιὰ ἁ­πα­λὴ φω­νὴ γυ­ναι­κεί­α, ὅ­μως ἀρ­χαί­α· σὰ νὰ μι­λά­ει ἡ ἴ­δια ἡ πό­λη.

        Καὶ στὸ πιὸ κα­τα­φρο­νε­μέ­νο στε­νό, μπρο­στὰ στὸ πιὸ τα­πει­νὸ σπί­τι, τὴν εἶ­δα νὰ κά­θε­ται. Μὲ κοί­τα­ξε σὰν δι­κό της ἄν­θρω­πο. Μοῦ φά­νη­κε μά­λι­στα πὼς ἦ­ταν τυ­λιγ­μέ­νη μὲ κα­πνούς, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἐ­λά­χι­στα θυ­μᾶ­μαι πιὰ τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ προ­σώ­που της: μό­νο τὰ χρό­νια ποὺ τὴ βά­ραι­ναν μοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ μνή­μη, τοὺς αἰ­ῶ­νες θά ’­λε­γα, κι ὅ­μως μᾶς χώ­ρι­ζαν μό­νο δυ­ὸ γε­νι­ές. Πρέ­πει νὰ ἔ­ζη­σε πο­λὺ λί­γα χρό­νια ἀ­κό­μα, ἡ για­γιά μου, με­τὰ ἀ­πὸ κεί­νη τὴ συ­νο­μι­λί­α μας. Τὰ λό­για της νὰ ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τά, ἢ τὰ ἔ­χω μι­σομ­περ­δέ­ψει μὲ φρά­σεις ἀ­πὸ βι­βλί­α ποὺ ἔ­φτα­σαν ἀρ­γό­τε­ρα ὣς ἐ­μέ­να;

        Πάν­τως, οἱ ἀ­πο­κρί­σεις της δὲν μπο­ρεῖ νὰ δι­έ­φε­ραν ἀ­πὸ αὐ­τὲς ποὺ θὰ ἔ­δι­ναν οἱ συν­το­πί­τες της, ἀρ­χαῖ­οι σο­φοὶ τῆς Ἰ­ω­νί­ας: «τί εἶ­ναι τὸ πιὸ γλυ­κὸ γιὰ τὸν ἄν­θρω­πο;», «ἡ ἐλ­πί­δα», μοῦ ἀ­πάν­τη­σε καὶ τὸ πρό­σω­πό της φω­τί­στη­κε· «καὶ τὸ πιὸ δύ­σκο­λο;» – σὰν ἕ­να σύν­νε­φο σκο­τει­νὸ νὰ πέ­ρα­σε μπρο­στὰ ἀ­π’ τὰ μά­τια της, γιὰ μιὰ στιγ­μὴ μό­νο: «νὰ μπο­ρεῖς», εἶ­πε, «νὰ ὑ­πο­μέ­νεις ὅ­ταν ἡ τύ­χη σου ἀλ­λά­ζει πρὸς τὸ χει­ρό­τε­ρο»· καί, δὲν ξέ­ρω για­τί ἡ ἐ­φη­βι­κή μου πε­ρι­έρ­γεια ἔ­πρε­πε νὰ τε­λει­ώ­νει μὲ κεῖ­νο τὸ ἐ­ρώ­τη­μα: «τί μέ­νει, λοι­πόν, ἀ­πὸ μᾶς ἀ­φοῦ πε­θά­νου­με;» Ἔ­μει­νε σκε­πτι­κὴ γιὰ λί­γο, μὲ κοί­τα­ξε καὶ κά­τι μοῦ ’­πε, μὰ τὸ μυα­λό μου τό­τε ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ κρα­τή­σει κεῖ­να τὰ λό­για.

        Κι ἐ­πι­στρέ­φω ἐ­δῶ, εἴ­κο­σι χρό­νια τώ­ρα, μή­πως μπο­ρέ­σω νὰ τὰ θυ­μη­θῶ ξα­νά.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης (Ἀ­θή­να, 1968, μὲ κα­τα­γω­γὴ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρά­πε­τρα Κρή­της καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἔ­χει ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Τε­λευ­ταί­α ἐ­πο­χή (Θρά­κα, 2016). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δο­θεῖ καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ πε­ζὰ κεί­με­νά του (νου­βέ­λες καὶ δι­η­γή­μα­τα): Ἑ­πτὰ σπί­τια, ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2016. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας, Κου­κού­τσι κ.ἀ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη τὰ βι­βλί­α: Ὁ να­ὸς τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τοῦ Simon Goldhill, Ἡ ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη τῆς Bettany Hughes (μα­ζὶ μὲ τὸν Μά­νο Κον­τά­κη) καὶ Τρεῖς μέ­ρες στὴν Ἀ­βά­να τοῦ Robert A. McCabe. Ἐ­πί­σης, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ γερ­μα­νι­κή, τὴν ἰ­τα­λι­κὴ καὶ τὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα.


Εἰκόνα: Βυζαντινὴ Θεσσαλονίκη (1997). Ἔργο τοῦ Θανάση Μπακογιώργου.

 

Ἐ. Χ. Γονατᾶς: Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς λίμνης


Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς


Ἀπὸ τὰ βάθη τῆς λίμνης


ΙΤΡΙΝΟ βρο­χε­ρὸ ἀ­πό­γευ­μα. Ὄρ­θιοι στὰ σκα­λο­πά­τια τῆς μαρ­μα­ρέ­νιας ἀ­πο­βά­θρας, κοι­τά­ζου­με τὸ βα­θύ, τα­ραγ­μέ­νο νε­ρὸ τῆς λί­μνης.

        Ἕ­νας με­γά­λος ἀ­στα­κὸς περ­νά­ει μπρο­στά μας· τό­σο κον­τὰ καὶ τό­σο ἀρ­γὰ κο­λυμ­πά­ει, ποὺ μιὰ μυ­στι­κὴ συ­νεν­νό­η­ση γί­νε­ται ἀ­μέ­σως με­τα­ξύ μας: «Νὰ τὸν πι­ά­σου­με ἀ­π’ τ’ αὐ­τιά!».

        Ἁρ­πά­ζω κι ἐ­γὼ ἕ­ν΄ αὐ­τὶ κι ἀρ­χί­ζου­με νὰ τὸν τρα­βᾶ­με. Τὸ αὐ­τὶ του εἶ­ναι με­γά­λο, μα­λα­κὸ καὶ κα­φτό. Κα­θὼς τὸν ἀ­νε­βά­ζου­με σι­γὰ-σι­γὰ καὶ μὲ κό­πο ἀ­π’ τὸ θο­λὸ νε­ρό, για­τί εἶ­ναι πο­λὺ βα­ρύς, βλέ­πω πό­σο γε­λα­στή­κα­με. Δὲν ἀ­να­σύ­ρα­με, ὅ­πως νο­μί­ζα­με, τὸν ἀ­στα­κό, ἄλ­λα ἕ­ναν με­γα­λό­σω­μο οὐ­ραγ­κο­τάγ­κο μι­σο­πνιγμέ­νο, ποὺ χτυ­πι­ό­ταν γυ­ρεύ­ον­τας νὰ μᾶς ξε­φύ­γει.

        Με­τα­νι­ώ­νω ποὺ ἀ­να­κα­τεύ­τη­κα.

        Ὁ οὐραγ­κο­τάγ­κος δὲν ἔ­χει δύ­να­μη ν΄ ἀν­τι­στα­θεῖ καὶ σὲ λί­γο ὑ­πο­ταγ­μέ­νος ὁ­λό­τε­λα στὴν τύ­χη του, ἀ­φή­νει νὰ τοῦ δέ­σου­με τὰ σα­γό­νια μὲ τὸ σκοι­νί. Στὰ με­γά­λα μά­τια του, ὅ­πως μὲ κοι­τά­ζουν, δὲ δι­α­κρί­νω θυ­μὸ ἀλ­λὰ ἀ­πέ­ραν­τη θλί­ψη.

        Στὴ στιγ­μὴ ὅ­λα ξε­κα­θα­ρί­ζουν μέ­σα μου. Κα­τα­λα­βαί­νω πὼς μπλέ­χτη­κα σ’ ἕ­να ἀ­παί­σιο ἔγ­κλη­μα. Ξέ­ρω, ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ βρε­μέ­νος οὐραγ­κο­τάγ­κος, ποὺ τουρ­του­ρί­ζει κα­τα­δι­κα­σμέ­νος στὰ πό­δια μας, εἶ­ναι ἕ­να μο­να­δι­κὸ ζῶ­ο μὲ σπά­νια πνευ­μα­τι­κὰ προ­σόν­τα, ποὺ ὅ­μοι­ό του δὲ θὰ ξα­να­βρε­θεῖ· γνω­ρί­ζει ἄ­πται­στα τὴ γλώσ­σα ποὺ μι­λᾶ­με κι ἄλ­λες ἀ­κό­μα πολ­λές.

        Μιὰ κοι­τά­ζω τὰ χέ­ρια μου ποὺ ἔ­χει μεί­νει στὴν πα­λά­μη τους ἡ ζέ­στα τοῦ βε­λου­δέ­νιου του αὐ­τιοῦ, καὶ μιὰ τοῦ ρί­χνω ἔ­νο­χες μα­τι­ές, σὰν νὰ τὸν πα­ρα­κα­λῶ νὰ μὲ συγ­χω­ρέ­σει.

        Τὸ σο­φὸ ζῶ­ο μέ­νει βου­βό.

        Ἀ­πο­τρα­βι­έ­μαι πα­ρά­με­ρα κι ἀ­να­λύ­ο­μαι σὲ πο­τα­μοὺς δα­κρύ­ων.



Πηγή: Τὸ βάραθρο (διηγήματα, ἐκδ. Στιγμή, 1984).

 

Ἐ. Χ. Γο­να­τᾶς (Ἀ­θή­να 1924-2006). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά, ποι­η­τὴς καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος τῆς πρώ­της με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς, δι­α­κρί­θη­κε κυ­ρί­ως ὡς «λο­γο­τέ­χνης τοῦ πα­ρά­δο­ξου». Πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ ἀ­φή­γη­μα Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της (1945), τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του Τρεῖς δε­κά­ρες (ἀ­φη­γή­μα­τα, Στιγ­μή, 2006). Τὸ 1994 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κό Βρα­βεῖ­ο.


Βασίλης Καραβίτης: Τὸ τρένο τῆς ζωῆς καὶ γιατὶ δὲν τὸ προλάβαμε


Βα­σί­λης Κα­ρα­βί­της


Τὸ τραῖ­νο τῆς ζω­ῆς

καὶ για­τί δὲν τὸ προ­λα­βαί­νου­με


Δο­σμέ­νος σὲ κα­τε­πεί­γουσες δου­λει­ὲς

Ξέ­χα­σα πὼς κά­πο­τε κα­νεὶς πε­θαί­νει.

Τ. Ρού­ζε­βιτς


ΣΑ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑ νὰ γεν­νη­θῶ (θρη­νών­τας γο­ε­ρὰ γιὰ τὸν κό­σμο ποὺ μὲ προ­ό­ρι­ζαν) καὶ μᾶς πρό­λα­βε ἡ Κα­το­χὴ στὸν Πει­ραι­ά. Ὡ­στό­σο πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­λαύ­σω κά­τι πρω­ι­νὰ μὲ φρυ­γα­νι­ές, βού­τυ­ρο καὶ μέ­λι (ποὺ τώ­ρα τοὺς ἀν­τι­στέ­κο­μαι ἡ­ρω­ι­κὰ λό­γῳ χο­λη­στε­ρί­νης) κι ἔ­πει­τα πεί­να καὶ τῶν γο­νέ­ων. Στὸ τέ­λος, τί νὰ γί­νει, ἐ­πέ­ζη­σα ἀ­π’ τὸν κα­το­χι­κὸ ἐ­φιά­λτη ὅ­πως καὶ ἄλ­λοι πολ­λοί, πι­τσι­ρι­κὰς ὅ­μως δε­κά­χρο­νος, ἀ­νύ­πο­πτος κι ἀ­δε­νο­πα­θής, ἔ­τσι ποὺ δὲν δι­εκ­δι­κῶ σή­με­ρα νὰ ἱ­στο­ρή­σω τί­πο­τα γιὰ τὸ κα­κὸ παι­δι­κό μου ὄ­νει­ρο ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς. Γλί­τω­σα λοι­πὸν ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α, τὶς ἀ­δέ­σπο­τες, τὰ μπλό­κα (τὸ πῶς δὲν ἔ­χει κα­νέ­να ἡ­ρω­ι­κὸ στοι­χεῖ­ο) ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως μὲ πρό­λα­βε τὸ ὄ­ψι­μο μαρ­τύ­ριο τῆς σχο­λι­κῆς θη­τεί­ας μου στὸ Δη­μο­τι­κό τῆς συ­νοι­κί­ας μας. Καὶ μά­λι­στα φορ­τω­μέ­νο τὸν ἀ­σή­κω­το ρό­λο τοῦ πρώ­του μα­θη­τῆ, σὲ μιὰ κρύ­α αἴ­θου­σα γε­μά­τη κου­ρε­μέ­νους μὲ τὴν ψι­λὴ μη­χα­νὴ καὶ ἀ­μή­χα­νους συμ­μα­θη­τές μου. Μὴν ἔ­χον­τας συ­νεί­δη­ση τοῦ θαύ­μα­τος τῆς σω­τη­ρί­ας μου σχι­ζό­μου­να ἀ­π’ τὰ χα­ρά­μα­τα νὰ προ­λά­βω τὸ ἄ­ρι­στα, ἐ­νῶ τὰ με­ση­μέ­ρια ἔ­τρε­χα νὰ προ­λά­βω καὶ τὸ πο­δό­σφαι­ρο τῆς γει­το­νιᾶς μὲ κά­τι τό­πια πά­νι­να τῆς συμ­φο­ρᾶς, ποὺ ὅ­ταν ἔ­βρε­χε βά­ραι­ναν μὲ τὶς ὀ­κά­δες (ἕ­να τέ­τοι­ο μὲ πρό­λα­βε ἀ­νέ­τοι­μο μ’ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα κι ἀ­κό­μα θρη­νῶ κά­ποι­ο ὡ­ραῖ­ο μου μπρο­στι­νὸ δόν­τι). Λα­χτα­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρι­θῶ στὴν ἐ­πί­θε­ση κι ὅλο βρι­σκό­μου­να στὴν ἄ­μυ­να ἢ «φυ­λα­ρού­χας», για­τί κι ἐ­δῶ τὶς ἐ­πι­λο­γὲς τὶς εἴ­χα­νε κά­τι δυ­να­τὰ μαγ­κά­κια ποὺ δὲν ση­κώ­να­νε κου­βέν­τα (ἀ­πὸ τέ­τοι­α καὶ κά­τι ἄλ­λα πε­ρισ­σεύ­ει ἔ­κτο­τε ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τη ἡ ἔμ­φυ­τη ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα τοῦ χα­ρα­κτή­ρα μου καὶ δὲν γνω­ρί­ζει μέ­χρι σή­με­ρα φρέ­νο). Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἄ­χα­ρο δι­ά­λειμ­μα ἐ­φη­βεί­ας (ποὺ κά­πο­τε πρέ­πει νὰ μι­λή­σω δι­ε­ξο­δι­κό­τε­ρα), ἰ­δοὺ σω­τή­ριον ἔ­τος 1952 κι ἐ­γὼ πρω­το­ε­τὴς στὴ Νο­μι­κὴ νὰ πα­ρι­στά­νω τὸν ἄν­τρα πρὶν τῆς ὥ­ρας μου.

         Μὲ τα­χύ­τη­τα σχε­δὸν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ εἶ­χαν πε­ρά­σει κι­ό­λας 18 χρό­νια. Δὲν εἶ­χα προ­λά­βει νὰ ζή­σω τί­πο­τε ἀ­κό­μα κι ἔ­πρε­πε νὰ προ­λά­βω νὰ σπου­δά­σω καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ νὰ προ­λά­βω νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σω τὶς σπου­δές μου. Ταγ­μέ­νος μη­χα­νι­κὰ σ’ ἕ­να ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­πί­στω­σα τὴν τρα­γι­κὴ ἀ­πα­ξί­α του, βρέ­θη­κα γρή­γο­ρα πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να γρα­φεῖ­ο, γε­μά­τος ἀπ΄ τὸ φα­να­τι­σμὸ τοῦ νε­ο­σύλ­λε­κτου δι­κη­γό­ρου ποὺ προ­ο­ρί­ζε­ται λο­γι­κὰ νὰ πε­τύ­χει. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, γιὰ νὰ ἐ­νι­σχύ­σουν, φαί­νε­ται, τὴν τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἀ­πο­στο­λῆς μου, ἦρ­θαν καὶ κά­τι γλυ­κὰ λε­φτὰ καὶ μά­λι­στα διὰ τι­μίας ἐρ­γα­σί­ας (ποὺ ἔ­τρε­χα σὰν τρε­λὸς νὰ προ­λά­βω νὰ τὰ ἐ­πεν­δύ­σω πρὶν τὰ ξο­δέ­ψω ἀ­νό­η­τα καὶ μεί­νω στὸν ἄσ­σο). Δο­σμέ­νος σ’ ἀ­νά­λο­γους σχε­δια­σμοὺς καὶ προ­ο­πτι­κὲς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ φά­ω καὶ νὰ κοι­μη­θῶ κι ἔ­τσι μὲ πρό­λα­βε νω­ρὶς μιὰ σπα­στι­κὴ κο­λί­τι­δα ποὺ ἀ­κό­μα μὲ βα­σα­νί­ζει μὲ τα­κτι­κὲς δυ­σκοι­λι­ό­τη­τες. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα ξαφ­νι­κὰ πὼς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ ἐ­ρω­τευ­τῶ (πο­λὺ εἶ­χα τρα­βη­χτεῖ μὲ ἀλα­νιά­ρες τοῦ σω­ροῦ καὶ πή­γαι­να στρά­φι κι ἐ­γὼ καὶ τὸ σπέρ­μα μου). Γύ­ρω στὰ τριά­ντα δύ­ο μου, τό­τε, καὶ κά­τω ἀ­π’ τὴν πί­ε­ση ἑ­νὸς γε­λοί­ου πα­νι­κοῦ, πρό­λα­βα κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κα μιὰ πλεγ­μα­τι­κὴ ξαν­θό­κω­λη ποὺ μοῦ ‘­κα­νε γιὰ κά­να χρό­νο τὴ ζω­ὴ πο­δή­λα­το. Ὅ­πως ὅ­μως εἶ­χα βγεῖ γιὰ κα­λὰ στὴν πιά­τσα τῶν ἀ­κρι­βῶν αἰ­σθη­μά­των πρό­λα­βε νὰ μ’ ἐ­ρω­τευ­τεῖ μιὰ ἀ­γα­θού­λα κα­στα­νὴ πού, μπλεγ­μέ­νος στὸν χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση ἐ­ρω­τά μου, δὲν πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­λαύ­σω τὴν παρ­θε­νί­α της ὅ­πως τῆς ἄ­ξι­ζε. Τέ­λει­ω­σα γρή­γο­ρα μὲ τὸν ἐ­ρω­τὰ κι ὅ,τι πρό­λα­βα νὰ θη­σαυ­ρί­σω ἦ­ταν μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ἔλ­λει­ψης ὅ­πως τό­σες ἄλ­λες κι ἔ­πε­σα ξα­νὰ στὶς βο­λι­κὲς με­σημ­βρι­νὲς βί­ζι­τες, ποὺ καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μα δὲν λέ­ω νὰ τὶς κό­ψω…

         Ὁ χρό­νος μὲ πί­ε­ζε ἀ­φό­ρη­τα, για­τί κον­τὰ στ’ ἄλ­λα ἔ­πρε­πε νὰ ξε­νυ­χτά­ω γιὰ νὰ προ­λά­βω τὰ δι­α­βά­σμα­τα ποὺ ἔ­χα­σα ἀ­π’ τὴν ἐ­ρω­το­μα­νία μου. Μὲ ἀ­νοι­χτὸ ἔ­κτο­τε (καὶ μέ­χρι σή­με­ρα) τὸ πρό­βλη­μα τῆς κα­θυ­στε­ρη­μέ­νης πνευ­μα­τι­κῆς μου ἀ­νά­πτυ­ξης, ἀ­να­κά­λυ­ψα γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα μου πὼς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ παν­τρευ­τῶ. Ἔ­πρε­πε νὰ προ­λά­βω νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σω καὶ τὸν γέ­ρο μου ποὺ γκρί­νια­ζε, πρό­ω­ρα καρ­δι­ο­πα­θής, γιὰ τὴν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἀ­γα­μί­α μου (ἐ­νῶ ἡ μά­να μου μυ­στι­κὰ χαι­ρό­τα­νε τὴν τό­ση ἀ­δρά­νειά μου). Μὲ τὸ σκο­πὸ ν’ ἁ­γιά­ζει τὰ μέ­σα πρό­λα­βα νὰ ἐμ­φα­νι­στῶ γλυ­κού­τσι­κα σο­βα­ρὸς μὲς στὰ ἀμ­πι­γὲ κο­στού­μια μου σ’ ἀ­πα­νω­τὰ προ­ξε­νιά, ὀρ­γα­νω­μέ­να ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους, ὅ­που ἡ γνω­στὴ πα­ρέ­λα­ση τῶν σι­τε­μέ­νων κο­ρι­τσι­ῶν ποὺ εἶ­χαν μεί­νει στὸ ρά­φι ἔ­γι­νε μιὰ κρυ­φὴ σα­δι­στι­κή μου δι­α­σκέ­δα­ση. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἀ­κό­μα μὲ θυ­μᾶ­ται μὲ τὴ γνω­στὴ ὑ­πε­ρο­χὴ τοῦ δῆ­θεν πε­πει­σμέ­νου ἐρ­γέ­νη στὸ μοι­ραῖ­ο προ­ξε­νιό, ποὺ κι ἐ­κεί­νη ἀ­φέ­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­νί­α καὶ πα­ρό­μοι­ες νο­ση­ρὲς δι­ερ­γα­σί­ες. Ξε­πε­ρά­σα­με ἀ­να­πάν­τε­χα τὸ κω­μι­κὸ σκη­νι­κό τῆς γνω­ρι­μί­ας μας γιὰ νὰ ἐ­ξαν­τλη­θοῦ­με συ­νέ­χεια σὲ βα­θυ­στό­χα­στες ἀ­να­λύ­σεις τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης καὶ νὰ κα­τα­λή­ξου­με στὸ ἐ­πί­σης βα­θυ­στό­χα­στο συμ­πέ­ρα­σμα πὼς ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­πα­φὴ εἶ­ναι κά­τι σὰν χα­μέ­νο ἀρ­χέ­τυ­πο. Ὅ,τι μπο­ρεῖ νὰ ἐλ­πί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα κι ἀν­τί­στρο­φα εἶ­ναι ἕ­να ἀ­μοι­βαῖ­ο αἴ­σθη­μα ἀ­νο­χῆς, ἀρ­κε­τὸ ὡ­στό­σο γιὰ νὰ συν­τη­ρή­σει καὶ τὴ γα­μή­λια συμ­βί­ω­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σο βαθ­μὸ αὐ­το­γνω­σί­ας νι­ώ­σα­με ξαφ­νι­κὰ μο­να­δι­κὰ ὥ­ρι­μοι γιὰ ἕ­να γά­μο ποι­ό­τη­τας, ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή μας. Ἡ φυ­σι­κὴ ἕλ­ξη κι ὁ φό­βος τῆς μο­να­ξιᾶς κα­θὼς μᾶς παίρ­να­νε τὰ χρό­νια δού­λε­ψαν κρυ­φὰ σὰν συγ­κολ­λη­τι­κὲς οὐ­σί­ες, ἐ­νῶ ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ἐ­κλο­γι­κεύ­σεις μας ἦ­ταν ἡ σάλ­τσα ποὺ γαρ­νί­ρα­με τὸ ἄ­νο­στο φα­γη­τὸ τῆς συ­νύ­παρ­ξης.

         Πο­λύ τὸ τρά­βη­ξα ὅ­μως πά­λι σὲ προ­σω­πι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις, σὰν νὰ ἔ­χουν κά­ποι­α ἀ­ξί­α γιὰ τὴν ἄν­θρω­πο­τη­τα ποὺ κοι­μᾶ­ται πάν­το­τε μα­κά­ρια (καὶ κα­λὰ κά­νει). Κι αὐ­τὰ πα­θαί­νω ἐ­νῶ μέ­σα μου ἔ­χω πα­ραι­τη­θεῖ ἀ­πὸ τ’ ὄ­νει­ρο τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ποὺ βέ­βαι­α δὲν προ­σφέ­ρε­ται, γιὰ δῶ­ρο ἐ­πει­δὴ καί­γε­σαι, νὰ γρά­ψεις κά­τι, γιὰ τὴν ἀ­το­μι­κή σου πε­ρι­πέ­τεια στὸν κό­σμο. Πα­ρα­μέ­νει ὅ­μως τώ­ρα, κα­θὼς χώ­νο­μαι γιὰ κα­λὰ στὴν κλι­μα­κτή­ριο, τὸ ἄλ­λο γνω­στὸ πρό­βλη­μα: Μέ­σα ἀ­πὸ τό­σες ἐμ­πει­ρί­ες καὶ βι­ώ­μα­τα θὰ προ­λά­βω νὰ ἐν­το­πί­σω κά­ποι­ο νό­η­μα στὴ ζω­ή μου; Θὰ προ­λά­βω, ἔ­στω, νὰ δι­α­σώ­σω κά­ποι­ες ἀ­ξί­ες ἀ­π’ τὸ χρό­νο ὥ­στε νὰ χτί­σω πά­νω τους τὴν προ­σω­πι­κή μου, ποὺ λέ­νε, φι­λο­σο­φί­α; Παι­δι­ά­στι­κες ἀ­πο­ρί­ες. Μό­λις σκε­φτῶ σο­βα­ρά τὸ σκο­πὸ τῆς ζω­ῆς μας, τὴν οὐ­σί­α τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τὰ τέ­τοι­α μὲ προ­λα­βαί­νει σύν­νε­φο ἡ σύγ­χυ­ση κι ἀρ­χί­ζω νὰ νυ­στά­ζω. Καὶ τὸ μό­νο ποὺ προ­λα­βαί­νω νὰ κα­τα­λά­βω πρὶν πά­ω γιὰ ὕ­πνο εἶ­ναι πῶς ὅ­λη ἡ προ­σω­πι­κή μας ἱ­στο­ρί­α μέ­νει στὸ τέ­λος τὸ λει­ψὸ σε­νά­ριο τῆς ἀ­πὸ κα­τα­βο­λῆς μπερ­δε­μέ­νης ζω­ῆς πού, γρά­φον­τας ἢ ὄ­χι, δὲν γί­νε­ται οὔ­τε τὸν ἴ­σκιο της νὰ προ­λά­βου­με.


 

Πη­γή: Ὀ­κνη­ρί­ας ἐγ­κώ­μιον (ἐκδ. Στιγ­μή, 1985)

Βα­σί­λης Κα­ρα­βί­της (Νέ­α Ὀ­ρε­στιά­δα, 1934 – Ἀ­θή­να, 2016). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καὶ δι­κη­γο­ροῦ­σε γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια. Ἐ­ξέ­δω­σε ἐν­νέ­α ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, δύ­ο πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ εἶ­χε με­τα­φρά­σει ξέ­νη με­τα­πο­λε­μι­κὴ ποί­η­ση καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ὁ­ρι­σμέ­νους και­νο­τό­μους καὶ ἄ­γνω­στους τό­τε στὴν Ἑλ­λά­δα Πο­λω­νοὺς ποι­η­τές (Χέρ­μπετ, Μι­λότς, Ρου­ζέ­βιτς, Σιμ­πόρ­σκα, κ.ἄ.). Ὑ­πῆρ­ξε ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κού Δι­α­γώ­νιος στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη.


Ἀρίστη Τριανταφυλλίδου-Τρεντέλ: Ἰδανικὴ αυτόχειρας


Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ


Ἰ­δα­νι­κὴ αὐ­τό­χει­ρας


στὴ μνή­μη τῆς Σο­φού­λας

 

ἄλ­λό­θι που

 

n’importe où… hors de ce monde

Baudelaire


ΙΣ ΠΡΟΑΛΛΕΣ, μιὰ συ­νά­δελ­φός μου στὸ τμῆ­μα Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Ξέ­νων Γλωσ­σῶν ἔ­δω­σε τὸ ἑ­ξῆς θέ­μα ἔκ­θε­σης σὲ πρω­το­ε­τεῖς, Αὐ­το­χει­ρί­α: θάρ­ρος ἤ δει­λί­α; Δὲν τὸ θέ­τεις σὲ σω­στοὺς ὅ­ρους τὸ θέ­μα, τῆς εἶ­πα. Σὲ τί ὅ­ρους θὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸ θέ­σω, μὲ ρώ­τη­σε. Δὲν εἴ­χα­με χρό­νο γιὰ φι­λο­σο­φι­κὴ συ­ζή­τη­ση, ὁ­πό­τε δὲν τῆς ἀ­πάν­τη­σα. Στὸ με­τα­ξὺ ἔ­χα­σα τὴν Αἰ­κα­τε­ρί­νη, ὁ­πό­τε δὲν μπο­ρῶ ἀ­κό­μα νὰ τῆς ἀ­παν­τή­σω.

        Ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη τὰ πρό­βλε­ψε ὅ­λα στὴν ἐν­τέ­λεια. Ἀ­νε­λέ­η­τη ἐν­τέ­λεια. Δὲν εἶ­χε πιὰ πε­ρι­θώ­ρια γιὰ λά­θος. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρά, κα­νέ­νας δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν βγά­λει ἀ­πὸ τὸ ψυ­χι­α­τρεῖ­ο ὅ­που στὰ σί­γου­ρα θὰ τὴν ἔ­κλει­ναν, ἂν καὶ πολ­λὲς φο­ρὲς πῆ­γε ἀ­πὸ μό­νη της γιὰ νὰ ἔ­χει πα­ρέ­α.

        Πά­νω στὸ κο­μο­δί­νο ἀ­πὸ μπαμ­ποὺ ποὺ κά­πο­τε εἴ­χα­με ἀ­γο­ρά­σει μα­ζὶ βρῆ­καν καμ­μιὰ δω­δε­κά­δα κου­τιὰ ζά­ναξ, ἕ­να σύν­το­μο ση­μεί­ω­μα καὶ τὰ ροῦ­χα γιὰ τὴν κη­δεί­α κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να (πρέ­πει νὰ τὰ εἶ­χε δώ­σει στὸ κα­θα­ρι­στή­ριο για­τὶ εἶ­χε στα­μα­τή­σει πιὰ νὰ σι­δε­ρώ­νει). Δὲν ἦ­ταν ἰ­δι­αί­τε­ρα κο­κέ­τα, ἀλ­λὰ ἤ­θε­λε νὰ φύ­γει κα­λον­τυ­μέ­νη. Πε­ρί­ερ­γο για­τὶ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη εἶ­χε μό­νο μί­α ἐ­πι­θυ­μί­α, νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει. Πρέ­πει νά ‘­ταν τὸ ἄ­με­σο ἀγ­κά­λια­σμα τοῦ θα­νά­του. Τὸ κά­λε­σμα τῆς ἀ­νυ­παρ­ξί­ας. Τὸ ἄ­κου­σε ὁ Ἰ­σμα­ὴλ στὸ Μόμ­πι Ντίκ, σκαρ­φα­λω­μέ­νος στὸ πιὸ ψη­λὸ κα­τάρ­τι σὰν που­λὶ στὴν κούρ­νια του, ἀλ­λὰ ἀν­τι­στά­θη­κε. Τὸ ἄ­κου­σα κι ἐ­γώ, δε­μέ­νη ὅ­μως σὰν τὸν Ὀ­δυσ­σέ­α. Τὸ ἀ­κοῦ­νε καὶ ἄλ­λοι. Στα­τι­στι­κά εἶναι τὸ εἴκοσι δύο τοῖς ἑ­κα­τὸ τῶν δι­πο­λι­κῶν ποὺ κα­τα­φέρ­νουν καὶ φεύ­γουν. Ἡ Αἰ­κα­τε­ρί­νη ἐμ­πλου­τί­ζει τὶς στα­τι­στι­κές. Εἶ­χε στα­μα­τή­σει νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται. Τῆς πῆ­ραν καὶ τὴ μα­νί­α. Μὲ τὴν κρί­ση ἔ­χα­σε τὴν δου­λειά της. Τὸ δι­α­μέρι­σμά της τὸ πε­ρί­με­ναν οἱ τρά­πε­ζες. Ἡ οἰ­κο­γέ­νεια τὴν ἀ­πόρ­ρι­ψε. Ὅ­σο γιὰ συν­τρό­φους, προ­σω­ρι­νοὺς ἤ μό­νι­μους, τὸ εἶ­χε πά­ρει πιὰ ἀ­πό­φα­ση. Ἦ­ταν καὶ θά ‘με­νε μό­νη.

        Τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια, συ­χνὰ ἔ­πι­α­να τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ προ­σπα­θεῖ νὰ μὴν τὴν σκέ­φτε­ται. Με­τροῦ­σα τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α της, ἀ­πύθ­με­νη, καὶ αὐ­τὸ ξε­περ­νοῦ­σε τὶς ἀν­το­χές μου. Ὄ­χι πὼς ἤ­μουν ἡ κα­λύ­τε­ρη γε­ω­μέ­τρης τοῦ μυα­λοῦ ἤ μᾶλ­λον τῆς ψυ­χῆς τῆς Αἰ­κα­τε­ρί­νης (τὸ μυα­λὸ τὸ κα­τά­στρε­ψαν τὰ ψυ­χο­φάρ­μα­κα), ἀλ­λὰ ποι­ὸς ἄλ­λος τὴν ἤ­ξε­ρε κα­λύ­τε­ρα;

        Τὴν Δευ­τέ­ρα ἔ­θα­ψε τὴ μα­μά της. Ἀ­φο­σι­ω­μέ­νη κό­ρη. Τὴν εἶ­χε φρον­τί­σει ὅ­σο τὸ ἐ­πέ­τρε­παν οἱ δυ­νά­μεις ποὺ δὲν εἶ­χε. Ἡ μα­μὰ ἔ­κα­νε ὑ­πο­μο­νή. Ἀλ­λὰ δὲν πή­γαι­νε ἄλ­λο. Κόν­τευ­ε τὰ ἑ­κα­τὸ ἡ γυ­ναί­κα. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε. Πρέ­πει νὰ εἶ­χε ἀ­κό­μα κά­τι ἐ­κρεμ­μό­τη­τες. Ὑ­λι­κὰ πράγ­μα­τα. Τὴν ἀ­ξι­ο­λό­γη­ση τῆς ζω­ῆς της τὴν εἶ­χε ἤ­δη κά­νει. Ἀ­νῆ­κε στοὺς ἀ­τά­λαν­τους. Δὲν συμ­φω­νῶ. Ἡ μα­μὰ της ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­πὸ τοὺς ἄ­τυ­χους. Δὲν πί­στευ­α πο­τὲ στὴν τύ­χη, ἀλ­λὰ ἀ­να­θε­ω­ρῶ. Πα­ρά­τη­σα καὶ τὸν Κα­μὺ καὶ τοὺς ἡ­ρω­ι­σμούς τους. Εἶ­χα κά­που μιὰ δε­κα­ε­τί­α νὰ τὴν δῶ νὰ γε­λά­ει καὶ τῆς τό­ ‘πα καὶ μα­ζὶ ἀ­να­ρω­τη­θή­κα­με ἂν θὰ ξα­να­γε­λοῦ­σε πο­τέ. Ἡ ἀ­κο­ή μου ἔ­χει κά­πως πέ­σει ἀλ­λὰ φο­βᾶ­μαι ὅ­τι δὲν θὰ στα­μα­τή­σω πο­τὲ ν’ ἀ­κού­ω τὶς σι­ω­πη­λὲς κραυ­γὲς τῆς Αἰ­κα­τε­ρί­νης γιὰ βο­ή­θεια. Δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ πρό­βλε­ψε. Πα­ρα­μέ­νει ὅ­μως ἰ­δα­νι­κή. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ ἔ­θε­τα τὸ θέ­μα, Αὐ­το­χει­ρί­α: ἐ­λευ­θε­ρί­α ἤ δυ­στυ­χί­α;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀ­ρί­στη Τρι­αν­τα­φυλ­λί­δου-Τρεν­τέλ (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1958). Ζεῖ στὴ Γαλ­λί­α. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Μέν. Γράφει στὰ ελληνικὰ καὶ στὰ ἀγγλικά. Δημοσίευσε τὴν συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Ἄρτε­μις (ἐκδ. Ἠρι­δα­νός, 2010). Τε­λευ­ταῖο βι­βλί­ο της One Solar Year (Outskirtspress, 2012).