Μαρίνα Παπαγεωργίου: Ἡ πιὸ σημαντικὴ μέρα


Μαρίνα Παπαγεωργίου


Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἡ­μέ­ρα


ΡΑΤΟΥΣΕΣ στὸ χε­ρά­κι σου ἕ­να τρα­γα­νὸ κρι­τσί­νι. Ἤ­σουν τεσ­σά­ρων. Δὲν πρό­λα­βες νὰ τὸ βά­λεις στὸ στό­μα, εἶ­χα ἤ­δη ξε­κι­νή­σει τὸ μά­θη­μα.

        «Σή­με­ρα θὰ σοῦ μά­θω πῶς δι­ευ­θύ­νει ὁ μα­έ­στρος τὴν ὀρ­χή­στρα. Κρα­τᾶ ἕ­να κρι­τσί­νι, τρώ­ει λί­γο, τώ­ρα κρα­τᾶ τὸ κρι­τσί­νι μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων, δι­ευ­θύ­νει τοὺς μου­σι­κούς, τρώ­ει λί­γο, δι­ευ­θύ­νει. Νά, ἔ­τσι, ἁ­πα­λά, μὲ τὴν ἄ­κρη τῶν δα­κτύ­λων. Ἔ­τσι μπρά­βο. Κι ὅ­ταν ὁ μα­έ­στρος ρο­κα­νί­σει ὣς κά­τω τὸ κρι­τσί­νι καὶ τὸ κρι­τσί­νι ἔ­χει γί­νει πιὰ πο­λὺ μι­κρό, ἡ ὀρ­χή­στρα τό­τε κα­τα­λα­βαί­νει πὼς πρέ­πει νὰ ἑ­τοι­μά­ζε­ται γιὰ τὸ φι­νά­λε.»

        Μὲ ἄ­κου­γες κι ἑ­τοι­μα­ζό­σουν κι ἐ­σύ.

        «Τὴν κο­ρυ­φαί­α στιγ­μή, ὁ μα­έ­στρος κά­νει μιὰ χα­ψιὰ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μα­τά­κι κρι­τσί­νι. Πνευ­στά, κρου­στὰ καὶ ἔγ­χορ­δα παί­ζουν σὰν τρε­λὰ κι ὁ μα­έ­στρος, χορ­τα­σμέ­νος, ἁ­πλώ­νει τὰ χέ­ρια γιὰ νὰ δε­χτοῦν, ὅ­λοι μα­ζί, τὸ χει­ρο­κρό­τη­μα!»

        Μὲ μπου­κω­μέ­νο τὸ στό­μα, χει­ρο­κρό­τη­σες μα­ζί μου καὶ γέ­μι­σε τὸ τρα­πέ­ζι ψί­χου­λα. Θρι­αμ­βευ­τι­κὸ φι­νά­λε. Μπο­ρεῖ νὰ ἤ­σουν μό­νο τεσ­σά­ρων, ἀλ­λὰ ἔ­πρε­πε ν’ ἀρ­χί­σεις νὰ μα­θαί­νεις.

        Τώ­ρα ἤ­ξε­ρες πό­ση μου­σι­κὴ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ κρι­τσί­νι. Δὲν ἦ­ταν πο­λὺ δι­α­σκε­δα­στι­κό; Εἶ­χα κι ἄλ­λα τέ­τοι­α κόλ­πα καί, παί­ζον­τας μα­ζί μου, θὰ γι­νό­σουν ὁ κα­λύ­τε­ρος μα­έ­στρος. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­π’ τὸν παπ­ποῦ σου. Κα­λύ­τε­ρος κι ἀ­πὸ μέ­να.

        Σὲ μπού­χτι­ζα κρι­τσί­νια, τό­νους καὶ ἡ­μι­τό­νια. Κα­μά­ρω­να τὴν ἀν­το­χή σου, εἶ­χες μιὰ κα­τα­πλη­κτι­κὴ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὴ ἱ­κα­νό­τη­τα. Ἤ­σουν κα­λός, ἀ­μί­λη­τος, πει­θαρ­χη­μέ­νος. Ὅ­πως εἴ­μα­στε φτι­αγ­μέ­νοι ἐ­μεῖς οἱ μου­σι­κοί.

        Ἴ­σως στὰ τέσ­σε­ρα ἦ­ταν λί­γο νω­ρίς… Ἔ­τσι, ὅ­μως, θὰ τὰ μά­θαι­νες ὅ­λα πο­λὺ γρή­γο­ρα, ἤ­σουν τό­σο ὑ­πά­κου­ο παι­δί. Κι ὣς τὰ δε­κα­πέν­τε θὰ ἤ­σουν πλέ­ον ἕ­τοι­μος.

        Ἡ μέ­ρα ἔ­φτα­σε, τὴν πε­ρι­μέ­να­με χρό­νια. Πρώ­τη φο­ρὰ φο­ροῦ­σες κο­στού­μι· σοῦ τὸ πή­ρα­με, ἡ μα­μὰ κι ἐ­γώ, εἰ­δι­κὰ γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Ἔ­νι­ω­θες λί­γο ἄ­βο­λα μέ­σα στὸ σα­κά­κι, τὸ ἔ­βλε­πα, ἡ μέ­ρα ὅ­μως ἦ­ταν πο­λὺ ση­μαν­τι­κή. Ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ ἀ­π’ ὅ­λες. Κι ἤ­μα­σταν πλέ­ον ἕ­τοι­μοι.

        Πά­τη­σες βά­ναυ­σα τὸ Ντό, δέ­κα, εἴ­κο­σι φο­ρές. Καὶ με­τά, μὲ τὸ δεί­κτη, ἄρ­χι­σες νὰ χτυ­πᾶς τὸ Σὶ ἀ­στα­μά­τη­τα, μὲ τὸ βλέμ­μα πά­νω μου, σὰ νὰ μὲ σφυ­ρο­κο­ποῦ­σες! Τὰ μέ­λη τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς σὲ κοι­τοῦ­σαν μὲ τρό­μο, ἐ­σὺ ὅ­μως κοι­τοῦ­σες μό­νο ἐ­μέ­να, τι­μω­ρη­τι­κά· σὰν νὰ ἤ­μα­σταν μό­νο οἱ δυ­ό μας στὴν αἴ­θου­σα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων.

        Ἡ κα­κο­φω­νί­α σου ἦ­ταν ἐ­νορ­χη­στρω­μέ­νη τέ­λεια. Τὰ δά­χτυ­λά σου πα­τοῦ­σαν βάρ­βα­ρα ὅ­λα τὰ μαῦ­ρα ταυ­τό­χρο­να· ἔ­παι­ζες τυ­φλά, οὔ­τε μιὰ στιγ­μὴ δὲν κοί­τα­ξες τὰ πλῆ­κτρα, εἶ­χες τὸ κε­φά­λι σου στραμ­μέ­νο σ’ ἐ­μέ­να, στὴν πρώ­τη σει­ρά, μὲ τὰ μά­τια καρ­φω­μέ­να πά­νω μου· καὶ τὸ πό­δι σου πί­ε­ζε τὸ πεν­τάλ, βί­αι­α καὶ πα­ρα­τε­τα­μέ­να.

        Ση­κώ­θη­κες ἀ­πὸ τὸ πιά­νο καί, χω­ρὶς νὰ μὲ κοι­τά­ζεις πιά, ἀ­πο­χώ­ρη­σες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Μα­ρί­να Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἐ­θνι­κὸ καὶ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἔχει ἐκδοθεῖ μία συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της Γλυ­κιὰ Πε­νι­κι­λί­νη (Ἰ­ωλ­κός), ἐ­νῶ δι­η­γή­μα­τα καὶ κεί­με­νά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.


			

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan): Ἡ μι­κρό­τε­ρη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα



Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan)


Ἡ μι­κρό­τε­ρη κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα

(The smallest snowstorm on record)


Η ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ κα­τα­γε­γραμ­μέ­νη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα συ­νέ­βη μιὰ ὥ­ρα πρὶν στὴν αὐ­λή μου. Ἦ­ταν δύ­ο μό­λις νι­φά­δες. Πε­ρί­με­να νὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο χι­ό­νι, ὅ­μως αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ θύ­ελ­λα ἦ­ταν δύ­ο μό­νο νι­φά­δες.

       Ἔ­πε­σαν ἀ­π’ τὸν οὐ­ρα­νὸ μ’ ἕ­να στὶλ πού ’­φερ­νε στὸν νοῦ τὶς σπιρ­τό­ζι­κες γκά­φες τοῦ Χον­τροῦ καὶ τοῦ Λι­γνοῦ καί, τώ­ρα ποὺ τὸ σκέ­φτο­μαι, οἱ δυ­ὸ χι­ο­νο­νι­φά­δες τοὺς ἔ­μοια­ζαν. Ἦ­ταν λὲς κι ὁ Χον­τρὸς κι ὁ Λι­γνὸς εἶ­χαν με­τα­μορ­φω­θεῖ σὲ χι­ο­νο­νι­φά­δες καὶ πρω­τα­γω­νι­στοῦ­σαν στὴ μι­κρό­τε­ρη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα τοῦ κό­σμου.

       Οἱ δυ­ὸ νι­φά­δες ἔ­πε­φταν μὲ τὸ πά­σο τους, μὲ τοῦρ­τες στὸ πρό­σω­πο, ἀ­γω­νι­ώ­δεις προ­σπά­θει­ες νὰ βγά­λουν γέ­λιο καὶ νὰ δι­α­τη­ρή­σουν τὴν ἀ­ξι­ο­πρέ­πειά τους σ’ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοὺς τὴ στε­ρή­σει, ἕ­ναν κό­σμο ποὺ ἦ­ταν μα­θη­μέ­νος σὲ με­γα­λύ­τε­ρες χι­ο­νο­θύ­ελ­λες, ἑ­ξήν­τα πόν­τους καὶ πά­νω, καὶ θὰ μπο­ροῦ­σε πο­λὺ εὔ­κο­λα νὰ δυ­σα­να­σχε­τή­σει βλέ­πον­τας μιὰ θύ­ελ­λα μὲ δύ­ο νι­φά­δες.

       Ἀ­φοῦ προ­σγει­ώ­θη­καν κω­μι­κὰ πά­νω στὸ χι­ό­νι πού ’­χε μεί­νει στρω­μέ­νο ἀ­πὸ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ χι­ο­νο­πτώ­σεις ἐ­τοῦ­το τὸν χει­μώ­να, πε­ρί­με­να λι­γά­κι μὲ τὸ βλέμ­μα στὸν οὐ­ρα­νὸ νὰ δῶ ἂν θὰ ρί­ξει κι ἄλ­λο χι­ό­νι, κι ὕ­στε­ρα συ­νει­δη­το­ποί­η­σα πὼς οἱ δυ­ὸ νι­φά­δες ἦ­ταν ἀ­πὸ μό­νες τους θύ­ελ­λα σω­στή, ὅ­πως ὁ Χον­τρὸς κι ὁ Λι­γνός.

       Βγῆ­κα ἔ­ξω κι ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ τὶς βρῶ. Θαύ­μα­σα τὸ θάρ­ρος τους νὰ μεί­νουν ἴ­δι­ες πα­ρὰ τὶς δυ­σκο­λί­ες. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ἔ­ψα­χνα νὰ τὶς βρῶ, σκαρ­φι­ζό­μουν τρό­πους νὰ τὶς βά­λω στὴν κα­τά­ψυ­ξη, νὰ νι­ώ­σουν ἄ­νε­τα καὶ νὰ δε­χτοῦν τὴν προ­σο­χή, τὸν θαυ­μα­σμὸ καὶ τὶς τι­μὲς ποὺ τοὺς ἄ­ξι­ζαν γιὰ τὴν τό­ση ὀ­μορ­φιά τους.

       Ἔ­χε­τε πο­τὲ ἐ­πι­χει­ρή­σει νὰ βρεῖ­τε δυ­ὸ χι­ο­νο­νι­φά­δες σ’ ἕ­να χει­μω­νι­ά­τι­κο το­πίο σκε­πα­σμέ­νο γιὰ μῆ­νες ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι;

       Πῆ­γα στὴν εὐ­ρύ­τε­ρη πε­ρι­ο­χὴ τῆς προ­σγεί­ω­σης. Ἀ­να­ζη­τοῦ­σα δύ­ο χι­ο­νο­νι­φά­δες σ’ ἕ­ναν κό­σμο δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων. Ἐ­πι­πλέ­ον, θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ τὶς πα­τή­σει, κι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κα­λὴ ἰ­δέ­α.

       Μοῦ πῆ­ρε λί­γη μό­νο ὥ­ρα νὰ συ­νει­δη­το­ποι­ή­σω τὴ μα­ται­ό­τη­τα ὅ­λου αὐ­τοῦ. Ἡ μι­κρό­τε­ρη χι­ο­νο­θύ­ελ­λα τοῦ κό­σμου εἶ­χε χα­θεῖ γιὰ πάν­τα. Ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ τὴν ξε­χω­ρί­σω.

       Μοῦ δί­νει χα­ρὰ ἡ σκέ­ψη πὼς ἴ­σως τὸ ἀ­πα­ρά­μιλ­λο θάρ­ρος τῶν δύ­ο αὐ­τῶν νι­φά­δων ἔ­χει βρεῖ τρό­πο νὰ ἐ­πι­βι­ώ­σει σ’ ἕ­ναν κό­σμο στὸν ὁ­ποῖ­ο τέ­τοι­α πράγ­μα­τα δὲν ἐ­κτι­μῶν­ται πάν­τα.

       Γύ­ρι­σα στὸ σπί­τι, κι ἄ­φη­σα τὸν Χον­τρὸ καὶ τὸν Λι­γνὸ χα­μέ­νους στὸ χι­ό­νι.



Πη­γή: Richard Brautigan, The TokyoMon­tana Ex­press, Λον­δί­νο, Pi­cador (Pan Books), 1982 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Νέ­α Ὑ­όρ­κη, Targ Editions, 1979].

Ρί­τσαρντ Μπρό­τιγ­καν (Richard Brautigan) (1935, Τα­κό­μα – 1984, Σὰν Φραν­σί­σκο). Ἀ­με­ρι­κα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Τὸ ἔρ­γο του ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ ἕν­τε­κα νου­βέ­λες, δέ­κα ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ μί­α συλ­λο­γὴ σύν­το­μων πε­ζο­γρα­φη­μά­των. Ἡ πρω­το­πρό­σω­πη ἀ­φή­γη­ση, τὸ παι­γνι­ῶ­δες καὶ γλυ­κό­πι­κρο ὕ­φος καὶ ἡ εὑ­ρη­μα­τι­κό­τη­τά του εἶ­ναι στοι­χεῖ­α ποὺ θὰ συ­ναν­τή­σει κα­νεὶς στὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του. Ἔ­δω­σε ὁ ἴ­διος τέ­λος στὴ ζω­ή του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


Γιώτα Ἀναγνώστου: Κάθε μέρα Χριστούγεννα


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου


Κά­θε μέ­ρα Χρι­στού­γεν­να

 

ΡΩΤΑ ΣΕ ΕΘΙΣΑΜΕ στὸ κάλ­πι­κο. Τὸ βρε­φι­κό σου γά­λα ἀ­γε­λά­δας. Σὲ σκό­νη. Ὕ­στε­ρα σοῦ δεί­ξα­με πὼς νὰ μὴν κά­νεις φί­λους καὶ νὰ με­τρᾶς ἕ­να-ἕ­να τὰ δι­κά σου πλα­στι­κὰ παι­χνί­δια. Με­τὰ σὲ πή­γα­με σχο­λει­ὸ νὰ μά­θεις. Τί; Ἱ­στο­ρί­α. Σί­γου­ρα. Γε­ω­γρα­φί­α. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε. Γλώσ­σα. Ο.Κ. Μα­θη­μα­τι­κά. Πρω­τί­στως. Σὲ μυ­ή­σα­με στὸν ἔ­ρω­τα-ὀ­θό­νη. Μὲ μιὰ με­ζού­ρα. Νὰ με­τρᾶς τὶς ἴν­τσες, τὰ pixel, τὶς γραμ­μώ­σεις τῆς κοι­λιᾶς, δι­α­στά­σεις στή­θους, πε­ρι­φέ­ρειας, τὸ μῆ­κος τῆς βλε­φα­ρί­δας σὲ συ­νάρ­τη­ση μὲ τῶν χει­λι­ῶν τὸ πά­χος. Κα­τό­πιν σοῦ στα­λά­ξα­με σι­γὰ-σι­γὰ πὼς δὲν ἀ­ξί­ζει νὰ προ­σπα­θεῖς γιὰ τί­πο­τα κι οὔ­τε τὸν δι­πλα­νὸ νὰ νοι­ώ­θεις. Θὰ σὲ βο­λέ­ψουν –ἔ­τα­ξαν οἱ φί­λοι οἱ κομ­μα­τι­κοὶ  —σὲ μί­α θέ­ση. Ἄς πᾶ­νε νὰ κουμ­που­ρια­στοῦν οἱ ἄλ­λοι. Μέ­χρι τό­τε «ἅρ­πα­ξε γιὰ νὰ φᾶς καὶ κλέ­ψε νὰ­’ ­χεις». Καὶ ποῦ­ ’­σαι; ἔ­σο ἕ­τοι­μος – ἂν πα­ρα­στεῖ ἀ­νάγ­κη – νὰ πά­ρεις ὅ­πλο, νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στεῖς μιὰ χού­φτα χῶ­μα καὶ ἕ­να ὀρ(ι)ο­θε­τι­κὸ πα­λού­κι. Ἂν δι­α­κρι­θεῖς θὰ ἔ­χεις ἔ­πα­θλο χι­λιά­δες like στὰ μέ­σα κοι­νω­νι­κῆς δι­κτύ­ω­σης κι ἕ­να κου­πό­νι προ­τε­ραι­ό­τη­τας γιὰ σύν­τα­ξη τι­μη­τι­κή.

        Τί φταῖς κι ἐ­σύ; Ἐ­σύ, Χρι­στὸς γεν­νή­θη­κες, ὅ­πως κι οἱ ἄλ­λοι σου συμ­μα­θη­τὲς καὶ συμ­μα­θή­τρι­ες. Κά­θε μέ­ρα Χρι­στὸς γεν­νι­έ­σαι. Πό­τε μὲ ρόζ, πό­τε μὲ γα­λά­ζια καὶ πό­τε μὲ πο­λύ­χρω­μα. Πό­τε σὲ μαι­ευ­τή­ρια, πό­τε στὸν δρό­μο καὶ πό­τε σὲ ἀν­τί­σκη­να καὶ σὲ προ­σφυ­γι­κοὺς κα­ταυ­λι­σμούς. Δὲν φταῖς ἐ­σύ. Βλέ­πεις ἐ­μεῖς θέ­λου­με νὰ γι­ορ­τά­ζου­με τὰ Χρι­στού­γεν­να μό­νο μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο – νὰ ξε­στο­κά­ρου­με – καὶ τὸν ὑ­πό­λοι­πο νὰ ἐκ­παι­δεύ­ου­με σταυ­ρω­τῆ­δες.

         Κρί­μα θὰ μπο­ρού­σα­με κά­θε μέ­ρα Χρι­στού­γεν­να νὰ ’­χου­με.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.



		

	

Ἄννε Βάισγκέρμπερ (Anne Weisgerber): Ἡ μικρομυθοπλασία ὡς τέχνη τῆς γλώσσας


Ἄν­νε Βά­ισ­γκέρ­μπερ (Anne Weisgerber)


Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ὡς τέ­χνη τῆς γλώσ­σας

(Flash fiction as language art)

 

Μου­σεῖ­α : Μυ­θι­στο­ρή­μα­τα :: Ζω­γρα­φι­ές : Γλώσ­σα


ΠΟΤΕ ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι ἕ­να μου­σεῖ­ο καὶ προ­χω­ρῶ ἀ­πὸ τό ’­να ση­μεῖ­ο στὸ ἑ­πό­με­νο, βρί­σκο­μαι ἀν­τι­μέ­τω­πη μὲ δι­ά­φο­ρους ζω­γρα­φι­κοὺς πί­να­κες. Πλη­σι­ά­ζον­τάς τους, εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ μυ­ρί­σω τὸ ἔ­λαι­ο λι­να­ρό­σπο­ρου τῶν χρω­μά­των τους,[1] ἐ­νῷ κα­μιὰ φο­ρὰ μπο­ρῶ νὰ ἀν­τι­λη­φθῶ τὴ στά­ση στὴν ὁ­ποί­α ἐρ­γα­ζό­ταν ὁ καλ­λι­τέ­χνης (ὅ­ταν στέ­κε­ται ἀ­κρι­βῶς μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸν καμ­βά του, λ.χ., οἱ πι­νε­λι­ὲς κι­νοῦν­ται στὸ ὕ­ψος τοῦ πή­χε­ώς του ἢ τοῦ ὤ­μου του;) Πῶς στε­κό­ταν ὁ δη­μι­ουρ­γός; Συμ­βαί­νει κά­τι στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἔρ­γου, ἢ ἀ­πὸ κά­τω της; Τί ἀ­να­δύ­ε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὸν πί­να­κα; Δὲν στα­μα­τῶ στὰ ἀ­φη­ρη­μέ­να ἔρ­γα, κα­θὼς τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐξ αὐ­τῶν προ­ϋ­πο­θέ­τουν κά­ποι­α πρό­τε­ρη γνώ­ση προ­κει­μέ­νου νὰ κα­τα­λά­βῃ κα­νεὶς τὶς ἀ­να­φο­ρὲς στὶς ὁ­ποῖ­ες βα­σί­ζε­ται ὁ ἑ­κά­στο­τε πί­να­κας. Μὲ τὸν ἴ­διο ἀ­κρι­βῶς τρό­πο, ἡ ἀν­τί­λη­ψη καὶ ἡ ἐ­κτί­μη­ση τῆς στά­σε­ως τοῦ συγ­γρα­φέ­α, τοῦ ἐ­λέγ­χου ποὺ αὐ­τὸς ἀ­σκεῖ στὴ σύν­τα­ξη, στὸν ρυθ­μό, ἢ στὶς ἀ­να­φο­ρές του, βο­η­θᾷ στὴν ἐ­ξα­γω­γη συμ­πε­ρα­σμά­των σχε­τι­κὰ μὲ τὸ πῶς στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἔρ­γο του, ἐ­νι­σχύ­ον­τας ἔ­τσι τὴν ἀ­πό­λαυ­ση τῆς μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας.

 

Πορ­τραῖ­τα : Μυ­θο­πλα­σί­α :: Σχέ­δια : Προ­τά­σεις


Ὅ­ταν ἡ συ­ζή­τη­ση φτά­νει στὴν προ­σω­πο­γρα­φί­α, ἡ ζω­γρα­φι­κὴ ἀ­πο­κτᾷ τε­ρά­στια ἀ­πή­χη­ση. Κι αὐ­τὸ για­τὶ οἱ ἀ­να­πα­ρα­στά­σεις ἀ­πο­κτοῦν ἀν­θρώ­πι­νο ἐν­δι­α­φέ­ρον. Μιὰ σπου­δαί­α ἀν­τι­πα­ρά­θε­ση στὸν κό­σμο τῶν μου­σεί­ων, ἔ­χω τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι λαμ­βά­νει χώ­ρα στὴν συλ­λο­γὴ Φρίκ.[2] Το­πο­θε­τη­μέ­να σὲ πε­ρί­ο­πτη θέ­ση βρί­σκον­ται τὰ πορ­τραῖ­τα τοῦ Σὲρ Τό­μας Μόρ[3] καὶ ἐ­κεῖ­νο τοῦ θα­νά­σι­μου ἐ­χθροῦ του ―καὶ τε­λι­κὰ ἐ­κτε­λε­στῆ του―, Τό­μας Κρόμ­γου­ελλ,[4] το­πο­θε­τη­μέ­να τὸ ἕ­να δί­πλα στὸ ἄλ­λο. Οἱ δύ­ο πί­να­κες ἀλ­λη­λο­συμ­πλη­ρώ­νον­ται δι­α­τη­ρῶν­τας μιὰ βα­θειὰ ἔν­τα­ση, γνω­στὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Χόλ­μπά­ιν,[5] ἡ ὁ­ποί­α προ­κύ­πτει ἀ­πὸ τὴν φυ­σι­κὴ το­πο­θέ­τη­ση τῶν ἔρ­γων. Ὁ ἐ­νορ­χη­στρω­μέ­νος αὐ­τὸς δι­α­γω­νι­σμὸς κοι­τάγ­μα­τος, σ’ ἕ­να μου­σεῖ­ο γε­μά­το ἀ­πὸ σπου­δαῖ­α ἔρ­γα τέ­χνης, ἀ­να­δει­κνύ­ει ὁ­ρι­σμέ­να δι­α­χρο­νι­κὰ καὶ πραγ­μα­τι­κὰ ἠ­θι­κὰ θέ­μα­τα. Κα­τ’ ἐ­μὲ εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως ἕ­να δί­πτυ­χο μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας – σὰν μιὰν ἀν­τί­στι­ξη. Ἡ νο­η­μο­σύ­νη τοῦ θε­α­τῆ συμ­πι­έ­ζει, ἐ­νῷ τι­μᾷ μνη­μο­νι­κὰ τὶς συγ­κρού­σεις. Ἀ­ξι­ο­ποι­ῶν­τας τό­σο τὸν χῶ­ρο ὅ­σο καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη, ὁ Χόλ­μπά­ϊν ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται στὰ μά­τια μου, ὡς ἕ­νας πρω­το­πό­ρος τῆς μι­κρο­α­φή­γη­σης.

 

Χρώ­μα­τα : Λέ­ξεις :: Ἐ­πι­φά­νεια : Σε­λί­δα


Ὅ­ταν ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι τὶς γκα­λε­ρί, δι­α­σχί­ζω τὸν χῶ­ρο πε­ρι­πλα­νώ­με­νη εὐ­χά­ρι­στα, ἐ­νῷ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι πῶς μπο­ρῶ νὰ ξε­κι­νή­σω ἕ­ναν δι­ά­λο­γο μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε ἀν­τι­κεί­με­νο συ­ναν­τή­σω, μὲ ὁ­ποι­ο­δή­πο­τε πορ­τραῖ­το δῶ, γιὰ ὅ­ποι­α ἐ­πι­φά­νεια ἀν­τι­κρί­σω. Κα­τευ­θύ­νο­μαι συ­χνὰ στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τῆς ἔκ­θε­σης, γνω­ρί­ζον­τας ὅ­τι θὰ βα­ρε­θῶ καὶ θὰ πε­ρά­σω κα­τευ­θεί­αν στοὺς πραγ­μα­τι­κοὺς πρω­τα­γω­νι­στές, στὴν ἴ­δια τὴν τέ­χνη. Εἶ­μαι ἐ­λεύ­θε­ρη νὰ ρι­σκά­ρω καὶ νὰ μπῶ στὸ παι­χνί­δι. Εἴ­τε βρί­σκο­μαι στὴν Νέ­α Υ­όρ­κη ἢ στὸ Πα­ρί­σι ἢ στὸ Λον­δί­νο, κοι­τά­ζω νὰ δῶ τί λέ­νε οἱ εἰ­κό­νες. Ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ῶ αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πω σὲ λέ­ξεις, καὶ στα­μα­τῶ ὅ­πο­τε ἐν­θου­σι­ά­ζο­μαι, προ­βλη­μα­τί­ζο­μαι ἢ αἰ­σθά­νο­μαι εὐ­γνώ­μων. Οἱ μι­κρο­α­φη­γή­σεις εἶ­ναι παι­χνί­δια ποὺ ἀ­παι­τοῦν τὴ συ­νύ­παρ­ξη νο­η­μο­σύ­νης, πνεύ­μα­τος καὶ γλώσ­σας. Οἱ συγ­γρα­φεῖς, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως κι οἱ ζω­γρά­φοι, κα­λοῦν τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες νὰ ἀν­τα­πο­κρι­θοῦν δι­α­νο­η­τι­κά, συ­ναι­σθη­μα­τι­κὰ καὶ δι­α­σκε­πτι­κά. Δὲν ἀ­παι­τοῦν­ται δε­κα­νί­κια γιὰ ν’ ἀν­τι­δρά­σῃ κα­νεὶς ἀ­πέ­ναν­τι σ’ ἕ­να ἔρ­γο, εἴ­τε πρό­κει­ται γιὰ μου­σεια­κὸ ἔκ­θε­μα εἴ­τε γιὰ ἔρ­γο τοῦ Δυ­τι­κοῦ Κα­νό­να· εἴ­τε προ­έρ­χε­ται ἀ­πὸ τὴν πτέ­ρυ­γα Ντε­νὸν[6] εἴ­τε ἀ­π’ τὸ Μόμ­πι Ντίκ· ἀ­πὸ τὸ Ἔγ­κλη­μα καὶ τι­μω­ρί­α ἢ τὸ Γκέτ­τυ.[7] Ἀρ­κεῖ μιὰ δρα­στι­κὴ εἰ­κό­να μέ­σα σ’ ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο μου­σεῖ­ο ἢ μιὰ σκη­νὴ τρι­α­κο­σί­ων λέ­ξε­ων γραμ­μέ­νη σ’ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε γλώσ­σα τοῦ κό­σμου, γιὰ νὰ πλο­η­γη­θῶ στὸ βα­θὺ σύμ­παν τοῦ χω­ρο­χρό­νου.

            Μέ­χρι ν’ ἀρ­χί­σω νὰ γρά­φω μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α, δὲν εἶ­χα ἐ­κτι­μη­σει τὸ ὅ­τι ζῶ σὲ μιὰ πε­ρί­ο­δο ὅ­που συμ­βαί­νει κά­τι τό­σο συ­ναρ­πα­στι­κό, ὁ­λο­καί­νου­ριο καὶ ἐ­πι­δρα­στι­κὸ στὸ πε­δί­ο τῶν γλωσ­σι­κῶν τε­χνῶν. Κι ὅ­λα αὐ­τὰ συμ­βαί­νουν σὲ μι­κρὰ ―πλὴν ὅ­μως πε­ρι­πε­τει­ώ­δη― πε­ρι­ο­δι­κά, τὰ ὁ­ποῖ­α δροῦν ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­π’ τὶς ἀ­να­μο­νὲς τῆς τυ­πι­κῆς σύν­τα­ξης, τῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν ἀν­τι­κει­μέ­νων, τῶν συμ­βά­σε­ων, ἐ­νῷ εἶ­ναι ἐ­πι­με­λη­μέ­να καὶ φρον­τι­σμέ­να ἀ­πὸ πρω­το­πό­ρους ἐκ­δό­τες. Κι αὐ­τὸ εἶ­ναι ἀ­πὸ τὰ ὡ­ραι­ό­τε­ρα πράγ­μα­τα νὰ ση­μει­ώ­νῃ κα­νείς, καὶ ἀ­κό­μα συγ­κι­νη­τι­κό­τε­ρο νὰ τὰ δι­α­βά­ζῃ.

        Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ γρά­φω ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα, τὸ ὁ­ποῖ­ο θ’ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ μι­κρο­α­φη­γή­σεις. Εἶ­χα αὐ­τὴ τὴν τρε­λὴ ἰ­δέ­α νὰ ἑ­νώ­σω ὄ­λους αὐ­τοὺς τοὺς λο­γο­τε­χνι­κοὺς χα­ρα­κτῆ­ρες ποὺ ἀ­κοὺν στ’ ὄ­νο­μα Λέγ­γεττ (ἢ πα­ρεμ­φε­ρεῖς ἐκ­δο­χές του), ἀ­πὸ τὸ «The Secret Sharer» τοῦ Κόν­ραντ ὣς τὸ BUtterfield 8 τοῦ Ὀ­’­Χά­ρα.[8] Μό­λις ὅ­μως ξε­κί­νη­σα νὰ ὀρ­γα­νώ­νω τὴν πλο­κή μου σὲ τρεῖς ἠ­πεί­ρους ἁ­πλώ­νον­τας χρο­νι­κὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση στὶς πέν­τε γε­νε­ὲς αὐ­τοῦ τοῦ θρύ­λου, ἀ­πελ­πί­στη­κα. Ἡ πλο­κὴ κόμ­πια­ζε ὁ­λο­έ­να καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, ἡ χρο­νι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α ἀ­πορ­ρυθ­μι­ζό­ταν, ἐ­νῷ ἐ­γὼ αἰ­σθα­νό­μουν ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη, εἶ­χα πα­ρα­λύ­σει κι ἤ­μουν ἕ­τοι­μη νὰ τὰ πα­ρα­τή­σω. Τό­τε, πα­ρα­κο­λού­θη­σα ἕ­να ἐρ­γα­στή­ρι μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας μὲ τὸν Ράν­ταλλ Μπρά­ουν·[9] συ­νέ­χι­σα νὰ ἐ­πε­ξερ­γά­ζο­μαι τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά μου κα­θ’ ὅ­λη τὴν πε­ρί­ο­δο ποὺ πή­γαι­να ἐ­κεῖ. Καὶ πράγ­μα­τι, σὰν κά­τι νὰ εἶ­χε ἀλ­λά­ξει.

        Συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ συν­θέ­σω μι­νι­α­τοῦ­ρες μι­κρο­α­φη­γή­σε­ων, οἱ ὁ­ποῖ­ες θὰ κα­τέ­λη­γαν ἀ­θροι­στι­κὰ σὲ κά­τι με­γα­λύ­τε­ρο, ἂν θὰ τὸ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σα, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς οἱ πι­νε­λι­ὲς σ’ ἕ­ναν πί­να­κα τοῦ Σε­ρά.[10] Κα­τ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο, ὁ ἀ­να­γνώ­στης μου ἀ­τε­νί­ζον­τας τὸ ἔρ­γο μου ὡς μυ­θι­στό­ρη­μα, θά ’­βλε­πε τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα, θὰ ἄ­κου­γε τὴν ὀρ­χή­στρα, θὰ βί­ω­νε τὴν προ­βο­λὴ τῶν κα­λο­στη­μέ­νων ἀρ­χεί­ων gif, ὡ­στό­σο ὅ­λα αὐ­τὰ μέ­σα ἀ­πὸ σκη­νές – κά­θε τζά­μι, κά­θε τσε­λί­στας, κά­θε μι­μί­διο θὰ ἦ­ταν αὐ­θύ­παρ­κτα. Ὁ ἀ­να­γνώ­στης θὰ βί­ω­νε τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά μου σὰν μιὰ μι­κρο­χο­ρω­δί­α, ἢ σὰν ἔρ­γο τοῦ που­αν­τι­γι­σμοῦ, ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε τε­λο­σπάν­των κα­τέ­λη­γε αὐ­τὸ νὰ εἶ­ναι. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α ἀ­ναγ­κά­ζει τοὺς συγ­γρα­φεῖς νὰ βροῦν τὸ κου­ρά­γιο καὶ νὰ ποῦν: ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΟΧΕΣ. Κι ἔ­τσι πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου τώ­ρα νὰ γρά­φῃ ἕ­να τέ­ρα­στιο μυ­θι­στό­ρη­μα σὲ ἀ­να­στο­χα­στι­κές, πο­λύ­χρω­μες δό­σεις. Πρέ­πει, ὡ­στό­σο, νὰ θυ­μᾶ­μαι νὰ ἐ­λέγ­χω τὶς εἰ­κό­νες ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦν οἱ λέ­ξεις μου, τό­σο στὴν κα­θε­μιὰ πι­νε­λιά μου ὅ­σο καὶ στὰ εἴ­κο­σι δι­α­σκε­πτι­κά μου βή­μα­τα. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ἀ­νη­συ­χῶ: Πῶς μπο­ρῶ νὰ ἀ­να­δεί­ξω τὴν πραγ­μα­τι­κὴ ζω­ὴ μέ­σ’ ἀ­π’ τὴ συγ­γρα­φή; Καὶ πραγ­μα­τι­κά, τη­ρου­μέ­νων τῶν ἀ­πα­ραί­τη­των ἀ­πο­στά­σε­ων, μοῦ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἡ ἑ­ξῆς ἀ­γω­νί­α: Τί ὑ­πάρ­χει ἐ­κεῖ μέ­σα γιὰ τὸν ἀ­να­γνώ­στη μου;

        Γιὰ τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρῶ νὰ αἰ­σθαν­θῶ σί­γου­ρη εἶ­ναι ὅ­τι ὁ σχη­μα­τι­σμὸς προ­τά­σε­ων καὶ σκη­νῶν, ἡ στί­ξη, ἡ ἔν­τα­ση κι ὁ ἐ­πι­χρω­μα­τι­σμὸς τῶν φω­νη­έν­των καὶ τῶν ρη­μά­των, καὶ οἱ κι­νού­με­νες σὲ ἀρ­γὴ κί­νη­ση ―ὅ­πως οἱ νίν­τζα― γε­ρουν­δια­κὲς προ­τά­σεις, τεί­νουν νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν τὴν ὕ­στα­τη ἀ­πο­στο­λή μου. Ἡ μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­α εἶ­ναι ἕ­να καλ­λι­τε­χνι­κὸ μέ­σο· ἡ συγ­γρα­φή της σὲ με­τα­φέ­ρει σ’ ἕ­ναν κό­σμο ὅ­που οἱ ἄν­θρω­ποι ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται ἀ­κό­μα γιὰ τὴν τέ­χνη.


[1] Τὸ λι­νά­ρι, εἴ­τε ὡς λι­να­ρό­σπο­ρος εἴ­τε ὡς λι­νέ­λαι­ο, χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὡς στα­θε­ρο­ποι­η­τὴς τῶν χρω­μά­των στὴ ζω­γρα­φι­κή. [ΣτΜ]
[2] Ἡ Συλ­λο­γὴ Φρίκ (Frick Collection) εἶ­ναι ἕ­να μου­σεῖ­ο τέ­χνης στὸ Μαν­χάτ­ταν τῆς Νέ­ας Ύ­όρ­κης, γνω­στὸ γιὰ τὴν πο­λύ­τι­μη συλ­λο­γὴ πι­νά­κων ὀ­ρι­σμέ­νων ἐκ τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων Εὐ­ρω­παί­ων ζω­γρά­φων τῆς προ­νε­ω­τε­ρι­κῆς πε­ρι­ό­δου. [ΣτΜ]
[3] Ὁ Σὲρ Τό­μας Μόρ (Sir Thomas More, 1478-1535) ἦ­ταν Ἄγ­γλος πο­λι­τι­κός, συγ­γρα­φέ­ας καὶ φι­λό­σο­φος. Ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε ἅ­γιος τῆς Κα­θο­λι­κῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Ἐ­πι­τέ­θη­κε μὲ δρι­μύ­τη­τα στὴ λου­θη­ρα­νι­κὴ με­ταρ­ρύθ­μι­ση. Ἡ δι­ά­στα­σή του μὲ τὸν Ἑρ­ρί­κο Η΄ σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ἀ­πό­φα­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου νὰ ξα­να­παν­τρευ­θῇ, ἀ­πο­σχι­ζό­με­νος ἀ­πὸ τὴν κα­θο­λι­κὴ καὶ ἱ­δρύ­ον­τας τὴν ἀγ­γλι­κα­νι­κὴ ἐκ­κλη­σί­α, ὁ­δή­γη­σε στὴν φυ­λά­κι­ση, κι ἔ­πει­τα στὸν θά­να­το δι’ ἀ­πο­κε­φα­λι­σμοῦ τοῦ Μόρ. Σπου­δαι­ό­τε­ρο ἔρ­γο του ὑ­πῆρ­ξε ἡ Οὐ­το­πί­α. [ΣτΜ]
[4] Ὁ Τό­μας Κρόμ­γου­ελ (Thomas Cromwell, 1485-1540) ἦ­ταν Ἄγ­γλος νο­μι­κὸς καὶ πο­λι­τι­κός, σύμ­βου­λος καὶ ὑ­πουρ­γὸς τοῦ Ἑρ­ρί­κου τοῦ Η΄. Ὑ­πῆρ­ξε ἔν­θερ­μος ὑ­πο­στη­ρι­κτὴς τῆς ἀγ­γλι­κα­νι­κῆς ἐκ­κλη­σι­α­στι­κῆς με­ταρ­ρύθ­μι­σης, στέλ­νον­τας τὸν Μόρ ―καὶ ἄλ­λους― στὴν κα­ρα­τό­μη­ση. Ὑ­πῆρ­ξε ὀ­ξυ­δερ­κὴς πο­λι­τι­κός, ὡ­στό­σο οἱ ἀ­πο­φά­σεις του τὸν ὁ­δή­γη­σαν στὸ νὰ κα­τα­στῇ μι­ση­τός, μ’ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ βρῇ κι αὐ­τὸς ὅ­μοι­ο μὲ τὸν Μὸρ τέ­λος. [ΣτΜ]
[5] Ὁ Χὰνς Χόλ­μπά­ϊν ὁ νε­ώ­τε­ρος (Hans Holbein der Jüngere, 1497-1543) ἦ­ταν Γερ­μα­νὸς ζω­γρά­φος, ἐκ τῶν σπου­δαι­ό­τε­ρων τῆς Ἀ­να­γέν­νη­σης στὸ πε­δί­ο τῆς προ­σω­πο­γρα­φί­ας/πορ­τραι­το­ποι­ί­ας. Πορ­τραῖ­α φι­λο­τε­χνη­μέ­να ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι του ἔ­μει­ναν στὴν ἱ­στο­ρί­α, ἐ­νῷ τά­χθη­κε στὸ πλευ­ρὸ τῆς αἰ­σθη­τι­κῆς ἐ­πέν­δυ­σης τῆς Με­ταρ­ρύθ­μι­σης· μά­λι­στα, ἡ Ἀγ­γλί­α ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἐκ τῶν ἐρ­γο­δο­τῶν του, μιᾶς κι ὁ Ἑρ­ρί­κος Η΄ τὸν προ­σέ­λα­βε ὡς βα­σι­λι­κὸ ζω­γρά­φο. Κά­πως ἔ­τσι, φι­λο­τέ­χνη­σε τὰ πορ­τραῖ­τα τῶν Μὸρ καὶ Κρόμ­γου­ελ, τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­κτί­θεν­ται δί­πλα-δί­πλα στὴ συλ­λο­γὴ Φρὶκ στὴν Νέ­α Υ­όρ­κη. [ΣτΜ]
[6] Ἡ πτέ­ρυ­γα Ντε­νόν (Denon Wing) εἶ­ναι μί­α ἀ­πὸ τὶς τέσ­σε­ρις πτέ­ρυ­γες τοῦ Μου­σεί­ου τοῦ Λού­βρου. [ΣτΜ]
[7] Τὸ μου­σεῖ­ο Γκέτ­τυ (Getty) βρί­σκε­ται στὸ Λὸς Ἄν­τζε­λες καὶ φι­λο­ξε­νεῖ ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα τέ­χνης ἀ­πὸ ὅ­λον τὸν κό­σμο. [ΣτΜ]
[8] Ἀ­να­φο­ρὰ στά: (Ι) “The Secret Sharer”, δι­ή­γη­μα τοῦ Πο­λω­νο­βρε­τα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α, Τζό­ζεφ Κόν­ραντ (Joseph Conrad, 1857-1924), τὸ ὁ­ποῖ­ο γρά­φτη­κε στὰ 1909 καὶ δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ δύ­ο μέ­ρη στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Harper’s magazine. Ἕ­νας ἐκ τῶν πρω­τα­γω­νι­στι­κῶν χα­ρα­κτή­ρων τοῦ δι­η­γή­μα­τος ὀ­νο­μά­ζε­ται Leggatt. (ΙΙ) BUtterfield 8, μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Ἀ­με­ρι­κα­νοῦ συγ­γρα­φέ­α, Τζὼν Ὀ­’­Χά­ρα (John O’Hara, 1905-1970), τὸ ὁ­ποῖ­ο κυ­κλο­φό­ρη­σε στὰ 1935 καὶ γρή­γο­ρα ἔ­γι­νε best-seller. Ἕ­νας ἐκ τῶν βα­σι­κῶν ἡ­ρώ­ων τοῦ ἔρ­γου εἶ­ναι ὁ ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νος ἐ­πι­χει­ρη­μα­τί­ας Weston Ligget. [ΣτΜ]
[9] Ὁ Ράν­ταλλ Μπρά­ουν (Randall Brown) εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας μι­κρο­δι­η­γη­μά­των καὶ ὑ­πεύ­θυ­νος ἐρ­γα­στη­ρί­ου συγ­γρα­φῆς μι­κρο­δι­η­γη­μά­των. Ὁ προ­σω­πι­κός του ἱ­στό­το­πος εἶ­ναι: www.randall-brown.com [ΣτΜ]
[10] Ὁ Ζὼρζ Σε­ρά (Georges Seraut, 1859-1891) ἦ­ταν Γάλ­λος ζω­γρά­φος, εἰ­ση­γη­τὴς τῆς τε­χνο­τρο­πί­ας τοῦ που­αν­τι­γι­σμοῦ (ἑλλ.: στιγ­μα­το­γρα­φί­α), ση­μα­το­δο­τῶν­τας τὸ πέ­ρα­σμα στὸν με­τα-ιμ­πρεσ­σι­ο­νι­σμό. [ΣτΜ]

 

Πηγή: ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση SmokeLong Quarterly:

http://www.smokelong.com/flash-fiction-as-language-art/

 

Ἄν­νε Βά­ισ­γκέρ­μπερ (Anne Weisgerber). Πρό­σφα­τες δη­μο­σι­εύ­σεις μι­κρο­δι­η­γη­μά­των τῆς A. E. Weisgerber στὰ­ Shotgun HoneySmokeLong Quar­ter­lyEn­tro­py MagazineNew SouthThe Journal of Compressed Creative Arts, ἐ­νῷ τὸ δι­ή­γη­μά της «Sleeping Beauty: Markson Fangirl» βρέ­θη­κε ἀ­νά­με­σα στοὺς φι­να­λί­στ τοῦ Best Small Fictions γιὰ τὸ ἔ­τος 2016. Δι­α­βά­ζει στὸ Pithead Chapel, γρά­φει κρι­τι­κὲς στὸ Change Seven Magazine, καὶ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­ο­δο γρά­φει τὸ πρῶ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο: Unincorporated Area, μ’ ἕ­να μι­κρο­δι­ή­γη­μα τὴ φο­ρά. Ἀ­κο­λου­θῆ­στε τὴν στὸ Twitter @AEWeisgerber, ἢ ἐ­πι­σκε­φθῆ­τε τὸ anneweisgerber.com.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ ἰ­στο­τό­πους . Ἀ­γα­πᾷ τὰ ζῶ­α, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πιὸ πρό­σφα­τό του βι­βλί­ο, ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή Τὰ Κα­να­ρί­νια (Ἀ­θή­να, Σμί­λη, 2019). Δι­α­τη­ρεῖ τὸ ἰ­στο­λό­γιο:

http://ptinologion.wordpress.com


Βελισσαρία Μπαφατάκη: Ὑ­πό­θε­ση Ρι­ζῶν



Βελισσαρία Μπαφατάκη


Ὑ­πό­θε­ση Ρι­ζῶν


ΑΒΑ ΑΛΜΥΡΗ στά­ζει τὸ μέ­τω­πό σου. Πέ­φτεις νὰ κοι­μη­θεῖς. Δὲν ἡ­συ­χά­ζεις. Ὄ­νει­ρα συν­τέ­λειας σὲ τυ­λί­γουν. Πύ­ρι­να. Μα­κριὰ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, τὴν φω­λιά, τὸ βιός σου. Μάγ­μα ἡ ψυ­χή. Καὶ ἐ­σὺ ὁ­λά­κε­ρος μαγ­κά­λι ἀ­ναμ­μέ­νο μπρο­στὰ στὴ συμ­φο­ρά. Τὰ χεί­λια σου καί­γον­ται. Ποῦ θὰ βρεῖς ἀ­πάγ­κιο νὰ στα­θεῖς; Ἀ­να­ζη­τᾶς δρο­σιά. Ὀ­ξυ­γό­νο.

       Καὶ τό­τε ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι. Ὀ­νει­ρεύ­ε­σαι λέ­ει πὼς γί­νε­σαι καὶ ἐ­σὺ γιὰ λί­γο ὅ­μοι­ος μὲ δέν­τρο. Ἐ­κεῖ­νο τὸ δέν­τρο τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο. Τὸ δέν­τρο τὸ αἰ­ω­νό­βιο ποὺ χρό­νια τώ­ρα σκί­α­ζε τὴν αὐ­λή σου. Πό­σο προ­σω­ρι­νὸς ἔ­νι­ω­θες πάν­τα δί­πλα του!

       Γέρ­νεις λέ­ει πά­νω στὴν σκε­πὴ καὶ ἀγ­κα­λιά­ζεις στορ­γι­κά τὰ κε­ρα­μί­δια. Ἁ­πλώ­νε­σαι. Ἀ­ναρ­ρι­χᾶ­σαι. Βγά­ζεις ρί­ζες ἀ­πὸ χέ­ρια καὶ πό­δια. Ἀ­πὸ ὅ­λο τὸ σῶ­μα ξε­πε­τά­γον­ται κλω­νιὰ καὶ κα­τα­βο­λά­δες. Δύ­να­μη ζω­ῆς, γε­μά­τος σφρί­γος δι­α­περ­νᾶς τοὺς τοί­χους του, τρυ­πᾶς τοὺς σο­βά­δες καὶ τὰ ντου­βά­ρια. Καὶ τό­τε γί­νε­σαι ἕ­να μα­ζί του μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να ἀγ­κά­λια­σμα ἀ­κα­τά­λυ­το ἀ­πὸ οὐ­ρα­νὸ καὶ γῆ.

       Ἐ­σύ, τὸ σπί­τι καὶ τὸ δέν­τρο. Σπί­τι σου καὶ σπί­τι του, σπί­τι σας. Οἱ ρί­ζες σου καὶ οἱ ρί­ζες του ἔ­χουν πιὰ γί­νει ἕ­να. Ἀ­νοί­γεις τὰ μά­τια.

       Θυ­μᾶ­σαι ἀ­λή­θεια τί τοῦ εἶ­πες πρὶν φύ­γεις μὲς στοὺς κα­πνούς; Θὰ ξα­νάρ­θω τοῦ ὑ­πο­σχέ­θη­κες καὶ ἔ­φυ­γες μα­κριὰ νὰ σω­θεῖς. Τὰ κλα­διά του λι­κνί­στη­καν σὲ ἕ­ναν ἀ­έ­ρι­νο ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμό.

       Τὸ ρώ­τη­σες ὅ­μως πο­τέ; Τὸ ρώ­τη­σες νὰ σοῦ πεῖ;

       Ἴ­σως καὶ αὐ­τὸ λί­γο πρὶν τυ­λι­χτεῖ στὶς φλό­γες νὰ ὀ­νει­ρεύ­τη­κε μυ­στι­κὰ πὼς τὰ κλω­νιά του γί­ναν χέ­ρια μὲ σάρ­κα καὶ ὀ­στά. Καὶ οἱ ρί­ζες του πό­δια ἀν­θρώ­πι­να. Πό­δια γιὰ νὰ τρέ­ξει μα­κριὰ καὶ νὰ κρυ­φτεῖ ἀ­πὸ τὶς πύ­ρι­νες γλῶσ­σες τὶς ἀ­χόρ­τα­γες. Νὰ τρέ­ξει ξο­πί­σω σου.

       Ἀντ’ αὐ­τοῦ, πα­ρα­δό­θη­κε πε­ρή­φα­νο καὶ μό­νο στὸ πε­πρω­μέ­νο. Ἱ­ε­ρο­μάρ­τυ­ρας τῆς ἀ­που­σί­ας.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βε­λισ­σα­ρί­α Μπα­φα­τά­κη. Κα­θη­γή­τρια ξέ­νων γλωσ­σῶν καὶ με­τα­φρά­στρια. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ blog, ἐ­νῶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἔ­παι­νο γιὰ μιὰ ἱ­στο­ρί­α flashfiction  ἀ­πὸ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Κέ­φα­λος.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι



Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Τὸ  ἀ­ρι­στε­ρό μου  χέ­ρι


Α ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ εἶ­ναι γυ­ναῖ­κες. Εἶ­ναι οἰ­κια­κὲς βο­η­θοί, κομ­μώ­τρι­ες, μα­γεί­ρισ­σες, γκου­βερ­νάν­τες, ἐ­πι­με­λή­τρι­ες κει­μέ­νων καὶ δα­κτυ­λο­γρά­φοι. Ἡ Δε­ξιὰ κά­νει ὅ­λες τὶς δύ­σκο­λες δου­λει­ές, εἶ­ναι ἀ­κού­ρα­στη, δυ­να­τὴ καὶ ὀρ­γα­νω­μέ­νη. Ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ στὸ σκο­τά­δι, παίρ­νει πρω­το­βου­λί­ες.  Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ δὲν κά­νει τί­πο­τα. Μοιά­ζει τυ­φλὴ καὶ κου­φή, δὲν τῆς ἔ­χω κα­μί­α ἐμ­πι­στο­σύ­νη. Δὲν τῆς δί­νω ση­μα­σί­α, δὲν τῆς ἀ­πευ­θύ­νω πο­τὲ τὸ λό­γο. Κά­ποι­ες φο­ρὲς μο­νά­χα, σὲ μιὰ δύ­σκο­λη στιγ­μή,  ξυ­πνά­ει ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς τῆς Δε­ξιᾶς καὶ ἀ­δέ­ξια τὴ  βο­η­θᾶ. Ὕ­στε­ρα ξα­να­πέ­φτει σὲ λή­θαρ­γο. Μο­νί­μως ἀ­ποῦ­σα.

       Ἐ­ξάρ­θρω­ση δε­ξιοῦ ὤ­μου, λέ­ει ὁ για­τρὸς κοι­τά­ζον­τας στὸ φω­τει­νὸ ταμ­πλὸ τὶς ἀ­κτι­νο­γρα­φί­ες μου. Πλή­ρης ἀ­κι­νη­σί­α δε­ξιοῦ χε­ριοῦ γιὰ τρεῖς ἑ­βδο­μά­δες. Δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ πάν­τα κοι­μᾶ­ται. Δὲν λέ­ω τί­πο­τα καὶ γυ­ρί­ζω σπί­τι. Θέ­λω νὰ πι­ῶ λί­γο νε­ρό. Ἡ Δε­ξιά, ἂν καὶ μὲ βα­ριὰ κά­κω­ση, φω­νά­ζει στὴν Ἀ­ρι­στε­ρή, Ξύ­πνα!  Φέ­ρε νε­ρό! Ἡ φω­νὴ της σπα­σμέ­νη.

       Ἡ Ἀ­ρι­στε­ρὴ εἶ­ναι ἀρ­γὴ καὶ ἀ­δέ­ξια, ἡ Δε­ξιὰ θυ­μώ­νει, ὅ­μως πο­νά­ει καὶ μέ­νει ἀ­κί­νη­τη. Ἀ­ναγ­κα­στι­κά. Βλέ­πω ὅ­τι δὲν ἔ­χω ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή. Πρέ­πει νὰ ἐκ­παι­δεύ­σω τὴν Ἀ­ρι­στε­ρή. Νὰ τὴ μά­θω νὰ στρώ­νει μό­νη της τὸ κρε­βά­τι, νὰ μοῦ κά­νει μπά­νιο, νὰ φτιά­χνει ἁ­πλὰ φα­γη­τά, νὰ μὲ τα­ΐ­ζει, νὰ μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια, νὰ βά­ζει πλυν­τή­ριο, νὰ ση­κώ­νει τὰ τη­λέ­φω­να, νὰ πλη­κτρο­λο­γεῖ τὰ κεί­με­νά μου. Στὴν ἀρ­χὴ κου­ρά­ζε­ται εὔ­κο­λα, τῆς πέ­φτουν πράγ­μα­τα, σπά­ει πιά­τα, κά­νει λά­θη, γρά­φει ἄ­σχε­τες λέ­ξεις. Ὕ­στε­ρα συ­νη­θί­ζει, κρα­τά­ει σω­στά τὸ πι­ρού­νι καὶ μὲ ταΐ­ζει, πλέ­νει τὴν Δε­ξιά, τὴν χα­ϊ­δεύ­ει κα­μιὰ φο­ρά. Τὰ βρά­δια μέ­νει ξά­γρυ­πνη. Τὴν παίρ­νει ὁ ὕ­πνος τὰ χα­ρά­μα­τα, ἀλ­λὰ κοι­μᾶ­ται ἐ­λα­φρὰ κι ἀ­μέ­σως ξυ­πνά­ει νὰ μᾶς φρον­τί­σει. Ἔ­γι­νε πε­ρί­που σὰν τὴ Δε­ξιά, ἀ­κού­ει τὸν κά­θε ψί­θυ­ρο, βλέ­πει ἀ­κό­μη καὶ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι.

       Ὡ­στό­σο,  τώ­ρα τε­λευ­ταί­α τὴ βλέ­πω σκε­πτι­κὴ καὶ ἀ­φη­ρη­μέ­νη . Φο­βᾶ­μαι μὴν κου­ρα­στεῖ κι ἀλ­λά­ξει στά­ση ξαφ­νι­κά. Μή­πως στα­μα­τή­σει νὰ νι­ώ­θει αὐ­τα­πάρ­νη­ση, ἀλ­λη­λεγ­γύ­η, αὐ­το­θυ­σί­α. Μὴν ὁ­δη­γη­θεῖ στα­δια­κὰ σὲ ἀ­κραῖ­ες θέ­σεις. Μή­πως ἀρ­χί­σει ν’ ἀ­δι­α­φο­ρεῖ γιὰ τοὺς ἀ­νήμ­πο­ρους, τοὺς δι­α­φο­ρε­τι­κούς, τοὺς ἀν­τι­πα­ρα­γω­γι­κούς. Μὴν πά­ρουν τὰ μυα­λά της ἀ­έ­ρα στὶς κρυ­φὲς συ­νε­λεύ­σεις τῶν Ἀ­ρι­στε­ρῶν Χε­ρι­ῶν. Μή­πως ἀ­παι­τή­σει ὑ­πε­ρω­ρί­ες κι ἐ­πί­δο­μα πρό­σθε­της ἀ­πα­σχό­λη­σης. Μὴν πά­ει καὶ πα­ρα­πο­νε­θεῖ γιὰ τὶς ἀ­δι­κί­ες καὶ τὴν πε­ρι­φρό­νη­ση ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν χρό­νων.  Μή­πως κά­ποι­οι ἀρ­χί­σουν νὰ τῆς λέ­νε Πο­τὲ δὲν εἶ­ναι ἀρ­γά! Κοί­τα­ξε λί­γο τὸν ἑ­αυ­τό σου!

       Ξυ­πνῶ καὶ κοι­τά­ζω τὸ ἀ­ρι­στε­ρό μου χέ­ρι μὲ ἄλ­λο μά­τι πιά. Φο­βᾶ­μαι πὼς κά­τι ἔ­χει ἀλ­λά­ξει. Ἐ­κεῖ­νο, σι­ω­πη­λό, παίρ­νει τὴ βούρ­τσα καὶ μοῦ χτε­νί­ζει τὰ μαλ­λιά, ὅ­πως κά­θε πρω­ί. Μό­νο λί­γο πιὸ βι­α­στι­κὰ καὶ πρό­χει­ρα. Ὅ­ταν, ὅ­μως, μοῦ πλέ­νει τὰ δόν­τια κά­νει ἄ­γρι­ες κι­νή­σεις πά­νω κά­τω. Τὰ οὖ­λα μου μα­τώ­νουν. Πιὸ σι­γὰ, τῆς λέ­ω Μὲ  πο­νᾶς! Ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσα εἶ­ναι σκλη­ρή, μοῦ ἀ­παν­τά­ει, νὰ παίρ­νεις medium!… Κά­νω πὼς συμ­φω­νῶ κι ἄς ξέ­ρω πὼς ἡ ὀ­δον­τό­βουρ­τσά μου εἶ­ναι soft. Τὴ φο­βᾶ­μαι πιὰ καὶ δὲν μι­λά­ω. Τὸ ἴ­διο κά­νει καὶ ἡ Δε­ξιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα (Ἀ­θή­να). Σπού­δα­σε ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν παι­δα­γω­γι­κὴ καὶ δι­δα­κτο­ρι­κὴ δι­α­τρι­βὴ μὲ θέ­μα τὴ δι­δα­σκα­λί­α τῆς λο­γο­τε­χνί­ας σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ τὴν ἀ­γω­γὴ εἰ­ρή­νης καὶ τὰ ἀν­θρώ­πι­να δι­και­ώ­μα­τα. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος στὴ δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἄρ­θρα, με­λέ­τες καὶ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Γρά­φει μι­κρὲς καὶ πο­λὺ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες κα­θὼς καὶ σε­νά­ρια γιὰ μι­κροῦ μή­κους ται­νί­ες.

Εἰκόνα: Σκίτσο τῆς Εὔας Γρηγοριάδου.

Λάουρα Νικάστρο (Laura Nicastro): Ἐξομολόγηση


Λά­ου­ρα Νι­κά­στρο (Laura Nicastro)


Ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση

[Confesión]


ΛΘΑ σὲ γά­μου κοι­νω­νί­α μὲ αὐ­τὸν τὸν ἄν­τρα», κα­τέ­θε­σε ἡ γυ­ναί­κα ἐ­νώ­πιον τοῦ δι­κα­στῆ, «για­τὶ ἦ­ταν ἐ­πο­χὴ ἐ­πι­δη­μί­ας καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει μό­νο ἀν­τι­γρι­πι­κὰ ἐμ­βό­λια».



Πη­γή: e-Nanos, Macedonia Ediciones, Morón (Buenos Aires), 2010.

Λά­ου­ρα Νι­κά­στρο (Laura Nicastro) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νή, 1946). Σπού­δα­σε Φι­λο­σο­φί­α στὴ Σχο­λὴ Φι­λο­σο­φί­ας καὶ Γραμ­μά­των (UBA). Δη­μο­σί­ευ­σε τὰ βι­βλί­α δι­η­γη­μά­των Οἱ κλέ­φτες της φω­τιᾶς, Τὸ βι­βλί­ο τῶν λα­θραί­ων ἐ­ρώ­των κ.ἄ. Τὰ βι­βλί­α μι­κρο­μυ­θο­πλα­σί­ας e-nanos, Κα­λει­δο­σκό­πιο· τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Πέμ­πτη γιὰ πάν­τα κ.ἄ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Ρόμπερτ Μάνς (Robert Mans): Χορεύοντας στὶς λέξεις


Ρόμ­περτ Μάνς (Robert Mans)

 

Χο­ρεύ­ον­τας στὶς λέ­ξεις

(Dancing on the words)


Α ΠΑΩ τρεῖς μέρες στοὺς γο­νεῖς μου», τοῦ εἶ­πε μιὰ μέ­ρα στὸ με­ση­με­ρια­νὸ ἡ Κά­θριν. «Λέ­ω τὸ ἄλ­λο σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο.»

        Τὴν κοί­τα­ξε ἀ­φη­ρη­μέ­νος, ἐ­νῶ ταυ­τό­χρο­να μᾶλ­λον ἤ­δη σκε­φτό­ταν τί θὰ ἔ­κα­νε ἐ­κεῖ­νος. Μᾶλ­λον θὰ δι­όρ­θω­νε γρα­πτά, ὅ­πως ἦ­ταν ἡ ἐμ­μο­νι­κὴ ἀ­παί­τη­ση σὲ αὐ­τὸ τὸ κω­λο­πα­νε­πι­στή­μιο ποὺ δί­δα­σκε. Ἐ­κεί­νη στὴν ἐ­ξο­χὴ κι αὐ­τὸς στὴν ἐ­νο­χή. Ὡ­ραῖ­ος τρό­πος νὰ ζεῖς. Γά­μα το, σκέ­φτη­κε καὶ τὴ ρώ­τη­σε ἂν εἶ­χε ἑ­τοι­μα­σί­ες, ἂν ἤ­θε­λε νὰ κά­νουν κά­τι πρὶν τὸ τα­ξί­δι της καὶ τέ­λος ἂν ὄν­τως θὰ ἄ­νοι­γαν ἐ­κεῖ­νο τὸ κρα­σὶ ποὺ τοὺς ἔ­φε­ραν τὰ Χρι­στού­γεν­να οἱ γεί­το­νες γιὰ νὰ δοῦν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐ­πει­σό­διο τῆς σει­ρᾶς ποὺ εἶ­χαν ἀρ­χί­σει. Στὰ δύ­ο πρῶ­τα, ἡ Κά­θριν εἶ­πε ὄ­χι, στὰ ἄλ­λα δύ­ο ναί. Ἰ­σο­πα­λί­α 0-0. Σὰν τὸν γά­μο του ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­μα­θε πὼς ἡ Πι­λὰρ ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη στὸ κρε­βά­τι τοῦ νο­σο­κο­μεί­ου σὲ κω­μα­τώ­δη κα­τά­στα­ση. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πή­γαι­νε καὶ τῆς μι­λοῦ­σε στὸ προ­σκέ­φα­λό της. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­δε μή­πως στῆς Ντο­λό­ρες;

        Τί νό­η­μα ἔ­χει, σκέ­φτη­κε. Νὰ τί θὰ κά­νω. Θὰ πε­ρά­σω ὅ­λο τὸ σαβ­βα­το­κύ­ρια­κο κον­τά της. Καὶ χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­συ­ναί­σθη­τα.

        Ἔ­φτα­σε, λοι­πόν, ἡ ὥ­ρα καὶ ἡ Κά­θριν ἔ­φυ­γε τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὸ πρωΐ. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα τὸν πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο. Θὰ ξέ­χα­σε κά­τι, σκέ­φτη­κε ὁ Ρέ­ι. Καὶ τὸ σή­κω­σε κά­πως βα­ρι­ε­στη­μέ­να. «Ἔ­λα.» «Ἐ­γώ…» «Ξέ­χα­σες κά­τι; Γυρ­νᾶς;» «Ὄ­χι, ἤ­θε­λα νὰ σοῦ πῶ.» «Ἄ, τί;» «Στὴν εἴ­σο­δο κά­τω ἀ­πὸ τὰ κλει­διά σου ἔ­χει κά­τι.» «Ἄ, τί;» «Ἕ­να γράμ­μα» «Ἄ, τί…» «Ὄ­χι, ἀ­πὸ μέ­να. Δὲν σὲ χω­ρί­ζω, ἠ­λί­θι­ε» «Ἀ, τί!» «Ἀ­πὸ τὴν Πι­λάρ…» «Ἄ­α…»

        Στὸ Πὶ εἶ­χε ἤ­δη πά­ει στὰ κλει­διά του καὶ κρα­τοῦ­σε τὸ γράμ­μα στὰ χέ­ρια του. «Πό­τε; Πῶς;» «Ἦρ­θε πρὶν και­ρό. Πρὶν χρό­νια. Δέν…» «Για­τί;» «Δὲν ξέ­ρω. Δι­ά­βα­σέ το. Σοῦ ἀ­νή­κει. Γειά.» «Γειά.»

 

        Μὶ κε­ρί­δο,

        Δὲν μοῦ ἀ­ρέ­σουν οἱ εἰ­σα­γω­γές, ὁ­πό­τε θὰ σοῦ πῶ ἀ­πευ­θεί­ας μιὰ ἱ­στο­ρί­α γιὰ τό­τε ποὺ γνω­ρι­στή­κα­με. Στῆς Ντο­λό­ρες. Θυ­μᾶ­σαι; Πῶς νὰ μὴ θυ­μᾶ­σαι; Κά­θε βρά­δυ σὲ πε­ρί­με­να. Κά­θε βρά­δυ σοῦ ἔ­κο­βα τὸ “σ’ ἀ­γα­πῶ” στὰ χεί­λη μὲ μιὰ κο­φτὴ κί­νη­ση στὸ ταν­γκό μας γιὰ νὰ μὴν τὸ πεῖς. Ἐ­γὼ ὅ­μως σοῦ τὸ ἔ­λε­γα. Θυ­μᾶ­σαι τὸ γλί­στρη­μα τοῦ πο­διοῦ πρὸς τὰ πί­σω; Ἐ­κεῖ­νο ποὺ δὲν κα­τά­φε­ρες πο­τὲ νὰ κά­νεις χω­ρὶς νὰ χά­σεις λί­γο τὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α σου; Ἐ­γὼ, ἐ­πί­τη­δες τὸ ἔ­κα­να. Ἤ­μουν ἕ­τοι­μη νὰ φτά­σω μέ­χρι κά­τω γιὰ νὰ σοῦ πῶ πό­σο ἀ­γω­νι­ῶ νὰ ἔρ­θεις καὶ πό­σο πε­τά­ω μέ­σα μου στὸ ἀ­δέ­ξιο κρά­τη­μά σου.

        Κι ὅ­ταν κά­η­κε τὸ μπὰρ τῆς Ντο­λό­ρες, κά­η­καν μα­ζὶ καὶ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ εἶ­χα νὰ ἔρ­χε­σαι καὶ νὰ χο­ρεύ­ου­με καὶ νὰ τα­ξι­δέ­ψου­με μα­ζί. Ἐ­κεῖ μέ­σα καὶ ἀλ­λοῦ. Ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι μα­ζί σου, Ρέ­ι. Μό­νο μα­ζί σου. Πῶς ξέ­ρω τὸ ὄ­νο­μά σου; Σί­γου­ρα θὰ τὸ σκέ­φτε­σαι. Σκέ­ψου. Θὰ τὸ βρεῖς.

        Ἔ­μα­θα ὅ­τι παν­τρεύ­τη­κες. Ἔ­μα­θα ὅ­τι πᾶς στὸ Ἐ­σπε­ράν­τζα. Εἶ­δα ὅ­τι μὲ σκέ­φτε­σαι. Τὸ εἶ­δα στὰ μά­τια σου τὴν ὥ­ρα ποὺ κα­τέ­βα­ζες τὴ Ρούμ­πια μπί­ρα. Ἐ­μέ­να σκε­φτό­σουν, Ρέ­ι; Τὸ ταν­γκό; Τὸν Μά­ικ ποὺ φλυ­α­ροῦ­σε στὸ πιά­νο; Τί εἶ­δες στὴν του­α­λέ­τα, Ρέ­ι; Φάν­τα­σμα; Δὲν εἶ­μαι φάν­τα­σμα. Εἶ­μαι ἡ Πι­λάρ. Ἐ­σὺ πάν­τα ἤ­ξε­ρες τὸ ὄ­νο­μά μου. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρες ἦ­ταν ἡ ζωή μου. Οὔ­τε τώ­ρα τὴν ξέ­ρεις. Οὔ­τε ἔ­μα­θες ἂν ἀ­γά­πη­σα πο­τέ, ἂν ἔ­κα­να παι­δί, ἂν ἤ­μουν μὲ κά­ποι­ον, ἂν χό­ρε­ψα ξα­νά. Ὅ­μως, ἐ­γώ, Ρέ­ι, ἔ­ζη­σα νὰ ξέ­ρεις. Ὄ­χι μα­ζί σου. Ἔ­ζη­σα. Μ’ ἐ­μέ­να. Ἀ­γά­πη­σα ἐ­μέ­να κι ἕ­ναν ζω­γρά­φο. Φαμ­πιὰν τὸν λέ­γα­νε. Σί­γου­ρα θὰ ἔ­χεις ἕ­ναν πί­να­κά του στὸ σα­λό­νι σου. Ὅ­λοι στὸ Μαν­χά­ταν ἔ­χε­τε. Σᾶς που­λά­ει φαν­τα­σί­ω­ση. Ὅ­πως μοῦ πού­λη­σε κι ἐ­μέ­να. Χό­ρευ­α κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Σὲ σκε­φτό­μουν κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ἔ­φυ­γα κι ἐ­κεῖ­νος ζω­γρά­φι­ζε. Ποι­ὰ Πι­λὰρ σὲ κοι­τά­ζει αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, ἀ­λή­θεια; Ἡ ξαν­θιὰ ποὺ πε­ρι­μέ­νει κά­τι; Ἢ ἡ ἄλ­λη στὸ μπὰρ ποὺ φαί­νε­ται μό­νο ἡ πλά­τη της; Ἢ αὐ­τὴ στὸ κρε­βά­τι; Ὅ­λες ἐ­γώ. Ὅ­λοι ἐ­σύ.

        Σὲ ἤ­θε­λα, Ρέ­ι. Ὅ­μως, πιὸ πο­λὺ ἤ­θε­λα νὰ εἶ­μαι κα­λὰ ἐ­γώ. Θὰ μὲ ἔ­κα­νες κα­λά, Ρέ­ι; Δὲν ξέ­ρω πιά. Εἶ­πα, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, νὰ σοῦ γρά­ψω τί ἔ­νι­ω­θα καὶ τί νι­ώ­θω. Κά­τι στὸν τρό­πο ποὺ μὲ κοι­τοῦ­σες, μὲ ἔ­κα­νε νὰ θέ­λω νὰ χο­ρέ­ψω πιὸ πα­θι­α­σμέ­να, Ρέ­ι. Δὲν μ’ ἔ­νοια­ζε ποὺ ἐ­σὺ δὲν τὰ κα­τά­φερ­νες. Οὔ­τε μ’ ἔ­νοια­ξε ποὺ γι­όρ­τα­σες τὴν ἐ­πέ­τει­ό σου στὸ μα­γα­ζί μας. Κι ἄς ἦ­ταν ἄλ­λο. Κι ἄς ἤ­μουν ἄλ­λη. Κι ἄς ἤ­σουν ἄλ­λος πιά.

        Ἀ­κό­μα μὲ κά­νεις νὰ χο­ρεύ­ω. Μᾶλ­λον ἔ­τσι θὰ πε­θά­νω ἐ­γώ. Θὰ πέ­σω ὅ­ταν τὰ κό­κα­λά μου δὲν μὲ κρα­τᾶ­νε πιὰ στὸ γλί­στρη­μα πού σοῦ λέ­ω “σ’ ἀ­γα­πῶ”. Φαν­τά­ζε­σαι; Κι ἐ­σὺ θὰ ἔρ­χε­σαι στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ μὲ δεῖς. Θὰ ἔρ­θεις, Ρέ­ι; Θὰ εἶ­σαι τό­τε μα­ζί μου;

        Ἐ­γὼ θὰ εἶ­μαι, Ρέ­ι.

        Τὲ κι­έ­ρο, μὶ ἀ­μόρ!

        Πι­λάρ, λὰ ρούμ­πια.


        Τὰ μά­τια τοῦ Ρέ­ι ὑ­ψώ­θη­καν ἀ­πὸ τὸ γράμ­μα καὶ κοί­τα­ξαν τὸν πί­να­κα τοῦ σα­λο­νιοῦ. Πάν­τα τοῦ ἄ­ρε­σε αὐ­τὸς ὁ πί­να­κας. Τοῦ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε θαλ­πω­ρή. Ἔ­νι­ω­θε ἥ­συ­χος κοι­τά­ζον­τας τὴν ξαν­θιὰ κο­πέ­λα ποὺ κά­τι πε­ρί­με­νε. Πε­ρί­με­νε μα­ζί της.

        Δί­πλω­σε ἤ­ρε­μα τὸ γράμ­μα, τὸ ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη τοῦ μπου­φὰν καὶ πῆ­γε στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο νὰ τὴ χαι­ρε­τή­σει.



Πη­γή: Hayden’s Ferry Review, Arizona State University, 2002.

Ὁ Ρόμ­περτ Μανς (Robert Mans) γεν­νή­θη­κε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη. Σπού­δα­σε Κι­νη­μα­το­γρα­φί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή. Ἀ­γα­πά­ει τὴν ποί­η­ση καὶ τὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα καὶ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ συγ­γρα­φὴ καὶ τὴ δι­δα­σκα­λί­α δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ ὁ­μά­δες ἐ­νη­λί­κων καὶ παι­δι­ῶν σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τοῦ κό­σμου, μὲ σκο­πὸ τὴν αὐ­το­βελ­τί­ω­ση, κα­θὼς καὶ τὴν ἀ­νά­δει­ξη τῶν τα­λέν­των τους.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Μα­νου­σά­κης, Βα­σί­λης. (Ἀ­θή­να, 1972). Ποί­η­ση, δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ποί­η­ση. Δι­δά­σκει λο­γο­τε­χνί­α καὶ με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American College. Βι­βλί­α του: Μιᾶς στα­γό­νας χρό­νο­ς (ποί­η­ση, 2009), Ἀν­θρώ­πων ὄ­νει­ρα (δι­η­γή­μα­τα, 2010), Movie Stills (ποί­η­ση στὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα, 2013), Εὔ­θραυ­στο ὅ­ριο (ποί­η­ση, 2014). Συμ­με­τεῖ­χε στὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν τρι­ῶν ἀ­φι­ε­ρω­μά­των τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­δι­ο­ν γιὰ τὸ ἑλ­λη­νι­κὸ καὶ τὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μι­κρο­δι­ή­γη­μα/μπον­ζά­ι. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει πά­νω ἀ­πὸ 20 λο­γο­τε­χνι­κὰ βι­βλί­α καὶ δε­κά­δες δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τα. Ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ λο­γο­τε­χνι­κὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις καὶ ἄρ­θρα του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἀ­πὸ τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2020 δι­δά­σκει σὲ σε­μι­νά­ρια στὸ New York Wri­ters Work­shop.



		

	

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Πάγκος


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Πάγ­κος


ΑΘΕΤΑΙ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ἀ­να­πνο­ῆς ἀ­πὸ ἕ­ναν σχε­δὸν κου­φὸ συ­νο­μή­λι­κό της ποὺ ἐ­πι­μέ­νει νὰ βά­ζει μου­σι­κή, ὅ­ση πε­ρισ­σό­τε­ρη μου­σι­κὴ μπο­ρεῖ πρὶν ἀ­πὸ τὶς δώ­δε­κα. Τώ­ρα ἔ­βα­λε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, βγά­ζει τὰ ἀ­κου­στι­κὰ καὶ τῆς χα­μο­γε­λά­ει ἀ­μή­χα­να, τὴν κερ­νά­ει ἕ­να πο­τό, πῶς τῆς φά­νη­κε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι, δὲν ἦ­ταν κα­λό; Ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅτι ἦ­ταν φαν­τα­στι­κό, ἀλ­λὰ τώ­ρα ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, τὸ ἔ­χει ξε­χά­σει ἤ­δη, ἔ­χει κου­ρα­στεῖ ν’ ἀ­κού­ει κομ­μά­τια ποὺ τρι­γυρ­νᾶ­νε γύ­ρω ἀπὸ τὸ πτῶ­μα τῆς μου­σι­κῆς. Ἂν ἦ­ταν 1977, καὶ οἱ δύ­ο θὰ ἤ­ξε­ραν ὅ­τι στὸ τέ­λος τῆς βρα­διᾶς ἔ­πρε­πε ὑ­πο­χρε­ω­τι­κὰ νὰ πᾶ­νε σπί­τι του ἢ σπί­τι της, νὰ πι­οῦ­νε κά­τι, νὰ συ­ζη­τή­σουν ἀπὸ πέν­τε μέ­χρι εἴ­κο­σι λε­πτά, νὰ πά­ει στὸ μπά­νιο γιὰ νὰ ἄλ­λα­ξει τὸ ρυθ­μό, αὐ­τὸς νὰ κα­πνί­ζει, νὰ γυ­ρί­σει καὶ νὰ κα­θί­σει κά­πως πιὸ κον­τά του, ν’ ἀρ­χί­σει νὰ τοῦ λέ­ει μιὰ ἱ­στο­ρί­α μὲ κά­ποι­ον πα­λιό, νὰ τῆς χα­ϊ­δέ­ψει τὰ μαλ­λιά, νὰ γυ­ρί­σει πρὸς τὸ μέ­ρος του, νὰ τὸν κοι­τά­ξει στὰ μά­τια, νὰ σκύ­ψει καὶ νὰ τὴν φι­λή­σει. Ἂν ἦ­ταν 1969, ὅλα αὐτὰ θὰ γι­νόν­του­σαν μέ­σα σὲ δε­κα­πέν­τε μέ­ρες. Ἂν ἦ­ταν 1979, λί­γο πιὸ σύν­το­μα, ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι χω­ρὶς πο­τό, συ­ζή­τη­ση, τσι­γά­ρο, ἐ­πί­σκε­ψη στὸ μπά­νιο, ἐ­πι­στρο­φὴ δί­πλα του στὸν κα­να­πέ, μι­κρὴ συ­ζή­τη­ση, χά­ϊ­δε­μα μαλ­λι­ῶν, στρο­φὴ πρὸς τὸ μέ­ρος του, βύ­θι­σμα στὰ μά­τια του, φι­λί. Θὰ πή­γαι­ναν κα­τευ­θεῖ­αν στὸ κρε­βά­τι, θὰ φι­λι­όν­του­σαν λί­γο, θὰ γδύ­νον­ταν ξε­χω­ρι­στὰ κι ὑ­στέ­ρα θὰ προ­σπα­θοῦ­σαν νὰ συν­το­νισθοῦν, θὰ δο­κί­μα­ζαν δύο ἢ τρεῖς στά­σεις, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις. Θὰ τε­λεί­ω­ναν μα­ζὶ ἢ χω­ρι­στά, θὰ ἔ­με­ναν τρί­α λε­πτὰ ἀγ­κα­λι­α­σμένοι, ἀ­μί­λη­τοι. Θὰ τὴν ρώ­τα­γε ἂν θέ­λει νε­ρό, θὰ ἔ­λε­γε ναί, θὰ πή­γαι­νε νὰ τῆς φέ­ρει, θὰ ἄ­να­βε τσι­γά­ρο πε­ρι­μέ­νον­τάς τον, θὰ ἐ­πέ­στρε­φε, θὰ ἔ­πι­ναν ὁ κα­θέ­νας τρεῖς, τὸ πο­λὺ τέσ­σε­ρις γου­λι­ὲς νε­ρό, θὰ τὴν χά­ι­δευ­ε λί­γο, λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­σο θὰ ἤ­θε­λε, θὰ τὸ ἔ­κα­ναν δεύ­τε­ρη φο­ρά, θὰ ἄ­να­βαν τσι­γά­ρο, θὰ ἔ­πι­ναν τὸ ὑ­πό­λοι­πο νε­ρό, αὐ­τὸς θὰ ἔ­σβη­νε κά­ποι­α στιγ­μὴ τὸ φῶς. Θὰ κοι­μόν­του­σαν λί­γο ἄ­βο­λα πα­ρα­κο­λου­θών­τας ὁ ἕ­νας τὸν ὕ­πνο τοῦ ἄλ­λου, θὰ ξύ­πνα­γαν κι ἐ­κεῖ­νος θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι δὲν προ­λα­βαί­νει νὰ πι­εῖ κα­φὲ για­τὶ ἔ­χει μιὰ δου­λειὰ στὶς δέ­κα καὶ μι­σή. Κι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά, θὰ ντύ­νον­ταν βι­α­στι­κά, θὰ κα­τέ­βαι­ναν στὸ δρό­μο, θὰ περ­πα­τοῦ­σαν λί­γο μα­ζὶ κι ὕ­στε­ρα θὰ χώ­ρι­ζαν.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα καὶ θὰ ἐ­πι­θυ­μοῦ­σαν ἀ­κό­μα ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο, ἂν ἦ­ταν 1985, δὲν θὰ εἶ­χαν κά­νει τί­πο­τα γιὰ νὰ μὴν ἄ­ναγ­κα­σθοῦν νὰ ποῦν τὸ πρω­ὶ ὅ­τι ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, θὰ εἶ­χαν χω­ρί­σει μὲ τὴν πρώ­τη μα­τιὰ ἢ θὰ εἶ­χαν πέ­σει ἀ­ναί­σθη­τοι ἀ­πὸ τὸ πο­τὸ ὥ­στε νὰ μπο­ρέ­σουν νὰ κοι­μη­θοῦν μα­ζί, θὰ εἶ­χαν βα­ρε­θεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το ἄγ­γιγ­μα. Ἂν ἦ­ταν 1956, θὰ εἶ­χαν παν­τρευ­τεῖ, ἂν ἦ­ταν 1965, θὰ εἶ­χαν πά­ει σι­νε­μά, θὰ πέρ­να­γε τὸ χέ­ρι του στὸν ὦ­μο της, θὰ τὴν ἔ­σφιγ­γε λί­γο, θὰ τῆς χά­ϊ­δευ­ε τὸ λαι­μό, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να φι­λί, θὰ τὸν ἀ­πω­θοῦ­σε χω­ρὶς νὰ τὸν ἀ­πω­θεῖ στ’ ἀ­λή­θεια, θὰ δε­χό­ταν νὰ τὴν φι­λή­σει πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας, τὸ 1969 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τή, μέ­χρι τὸ 1973 θὰ τὸν φί­λα­γε κι αὐ­τὴ κι ἀ­πὸ τ­ὸ 1975 καὶ με­τὰ δὲν θὰ πή­γαι­ναν κα­θό­λου σι­νε­μά, θὰ ἔ­κα­ναν μιὰ σο­βα­ρὴ συ­ζή­τη­ση. Θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὸ μέλ­λον τοῦ κό­σμου, γιὰ τὸ πα­ρελ­θὸν ποὺ ἦ­ταν ἔ­τσι ὅ­πως σοῦ λέ­ω, τὸ δι­ά­βα­σα. Μέ­χρι τὸ 1979 θὰ συ­ζη­τοῦ­σαν πο­λὺ σο­βα­ρὰ γιὰ τὴν πο­ρεί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας, στὸ βαθ­μὸ πού, στὸ μέ­τρο πού, σὲ τε­λευ­ταί­α ἀ­νά­λυ­ση, ποι­ὰ εἶ­ναι ἡ βα­σι­κὴ ἀν­τί­θε­ση, τί πρέ­πει νὰ κά­νου­με. Τὸ πρω­ὶ θὰ εἶ­χαν μιὰ δου­λειά.

        Ἂν ἦ­ταν 1965, κά­ποι­α στιγ­μὴ θὰ τοῦ ἔ­λε­γε ὅ­τι πρέ­πει νὰ πά­ει σπί­τι της, θὰ τὸν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο, μή­πως εἶ­χε δου­λειά; Τί δου­λειὰ νὰ ἔ­χει, τρε­λά­θη­κες ποὺ ἔ­χω δου­λειά, θὰ τὴν συ­νό­δευ­ε μέ­χρι τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας, θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο φι­λί, θὰ τὴν ἔ­βλε­πε αὔ­ριο στὸ ἴ­διο μέ­ρος. Θὰ ἔμ­παι­νε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα βγά­ζον­τας τὰ πα­πού­τσια της, θὰ ξά­πλω­νε μὲ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι, θὰ κά­πνι­ζε μέ­σα στὸ σκο­τά­δι ἀ­κούγον­τας τὴ φω­νὴ ἑ­νὸς ἠ­θο­ποι­ού τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου νὰ δι­α­βά­ζει κά­τω ἀπὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι τὴν Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰ­ζαμ­πώ, θὰ ἔ­ψα­χνε στὴ φω­νὴ κά­τι ποὺ ν’ ἀ­πευ­θύ­νε­ται εἰ­δι­κὰ σ’ αὐτὴν καὶ θὰ τὸ ἔ­βρι­σκε, θὰ κοι­μό­ταν μὲ τὴν πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ Πριγ­κη­πέσ­σα Ἰζαμ­πώ γρά­φτη­κε ἐ­πει­δὴ κά­ποι­α στιγ­μὴ βγῆ­κε μὲ ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ θὰ τὸν ἔ­βλε­πε πά­λι αὔ­ριο. Στὴ μέ­ση τῆς νύ­χτας θὰ ξύ­πνα­γε ἀπὸ κά­ποι­ο κορ­νά­ρι­σμα, θὰ ἄ­νοι­γε τὰ μά­τια κι ἔ­κει­νη ἀ­κρι­βῶς τὴ στιγ­μὴ τὰ φῶ­τα τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἀ­πὸ τὸ δρό­μο θὰ τα­ξί­δευ­αν φευ­γα­λέ­α στὸ τα­βά­νι. Θὰ εἶ­χε ξε­χά­σει ἀ­νοι­χτὸ τὸ τραν­ζι­στο­ρά­κι καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι μιὰ φω­νὴ θὰ πα­ρου­σί­α­ζε ἀρ­χαῖ­ες μου­σι­κές, φυ­λαγ­μέ­νες στὶς κα­τα­κόμ­βες τῆς κρα­τι­κῆς ρα­δι­ο­φω­νί­ας. Θὰ ση­κω­νό­ταν χω­ρὶς νὰ κά­νει θό­ρυ­βο καὶ θὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι, θὰ ἔ­παιρ­νε βα­θιὰ ἄ­να­σα, θὰ μύ­ρι­ζε τὴν Ἀ­θή­να, θὰ σκε­φτό­ταν δι­ά­φο­ρα σα­χλὰ πράγ­μα­τα, θὰ ἔ­λε­γε μέ­σα της ἕ­ναν ἀ­νό­η­το μο­νό­λο­γο, θὰ γύ­ρι­ζε νὰ κοι­μη­θεῖ χω­ρὶς νὰ δι­α­κό­ψει τὴν ἐλα­φρὰ ξε­λι­γω­μέ­νη φω­νὴ κά­τω ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι. Ἂν ἦ­ταν 1983, θὰ εἶ­χε ἀ­νέ­βει μα­ζί της χω­ρὶς νὰ τὴν ρω­τή­σει κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­ναν ὅ­πως-ὅ­πως θὰ γύ­ρι­ζε ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, θὰ προ­λά­βαι­νε καὶ θὰ γύ­ρι­ζε πρώ­τη ἀπὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα θὰ εἶ­χαν γυ­ρι­σμέ­νες τὶς πλά­τες καὶ μό­νο τὸ πρω­ὶ θὰ γύ­ρι­ζαν πέν­τε λε­πτὰ πρὶν ση­κω­θοῦν, θὰ τὴν ἀγ­κά­λια­ζε καὶ με­τὰ θὰ τῆς ἔ­λε­γε ὅ­τι ἔ­χει μιὰ δου­λειά. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια κα­τά­φε­ραν νὰ γυ­ρί­ζουν πο­λὺ ἄ­νε­τα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά, αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πιὸ με­γά­λο κα­τόρ­θω­μα στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς ἄν­θρω­πο­τη­τας, οἱ ἐ­λεύ­θε­ρες σχέ­σεις, ὁ σε­βα­σμὸς τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας, ἢ ἰ­σό­τη­τας τῶν δύ­ο φύ­λων, τὸ ἔ­λε­γαν ὅ­λα τὰ πε­ρι­ο­δι­κά, τὸ βρον­το­φώ­να­ζαν οἱ πα­νε­πι­στη­μια­κὲς ἀ­να­λύ­σεις, τὸ ὑ­πο­στή­ρι­ζαν οἱ δι­α­δη­λω­τὲς στοὺς δρό­μους, τὸ πρό­τει­ναν τὰ τρα­γού­δια, τὸ ἔ­βλε­παν στὶς ται­νί­ες, τὸ ἔ­γρα­φαν στὰ βι­βλί­α, νὰ τοῦ γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, νὰ τῆς γυ­ρί­ζεις τὴν πλά­τη, τὸ πρωῒ νὰ ἔ­χε­τε μιὰ δου­λειά.

        Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια ὅ­λοι βρέ­θη­καν ξαφ­νι­κὰ νὰ ἔ­χουν μιὰ δου­λειά, στὶς δέ­κα καὶ μι­σή ἔ­πρε­πε νὰ βρί­σκον­ται κά­που. Μέ­σα σὲ εἴ­κο­σι χρό­νια εἶ­σαι ἐ­λεύ­θε­ρος νὰ δο­κι­μά­σεις ὅ,τι βρεῖς μπρο­στά σου, εἶ­σαι ἔ­λευ­θε­ρη νὰ δε­χτεῖς ὅ­λες τὶς δο­κι­μα­σί­ες νο­μί­ζον­τας ὅ­τι εἶ­ναι ξαφ­νι­κὲς εὐ­λο­γί­ες πού ἔρ­χον­ται ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά, σταλ­μέ­νες ἀπὸ τὴν τυ­χαί­α πλο­κή, κλη­ρο­δο­τη­μέ­νες ἀπὸ τὸ τί­πο­τα. Με­λα­χρι­νή, συμ­πα­θη­τι­κή, ξέ­ρει νὰ κοι­μᾶ­ται μὲ κά­ποι­ον χω­ρὶς νὰ τὸν γου­στά­ρει, τὸ ἔ­χει μά­θει πο­λὺ κα­λὰ καὶ τὸ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ, ἂς ἐ­πι­μέ­νουν τὰ δι­α­φη­μι­στι­κά. Ση­κώ­νει τοὺς ὤ­μους, πί­νει μιὰ γου­λιά, ἂν ἦ­ταν 1977, θὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι φαν­τα­στι­κὸ αὐ­τὸ τὸ κομ­μά­τι καὶ τώ­ρα μέ­νει στὴ σι­ω­πή, πί­νει μιὰ γου­λιά, αἰ­σθά­νε­ται μιὰ κά­ποι­α συμ­πά­θεια γι’ αὐ­τὸν τὸν σχε­δὸν κου­φὸ ἄν­θρω­πο ποὺ πα­λεύ­ει ν’ ἀ­να­κα­λύ­ψει λί­γη μου­σι­κὴ μέ­σα στὸ χά­ος, εἴ­κο­σι χρό­νια, με­τά. Δὲν θὰ τοῦ γυ­ρί­σει τὴν πλά­τη, δὲν θὰ κοι­μη­θεῖ μα­ζί του, θὰ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει ἀπὸ μα­κριά.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004)

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπὲστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντί καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωσης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.


Εἰκόνα: Ἀφίσα τοῦ Θεμιστοκλῆ Οὐρανοπολίτη.



		

	

Νίκος Γαβριὴλ Πεντζίκης: Συνοδὸς σκιά


Νίκος Γαβριὴλ Πεν­τζί­κης


Συ­νο­δὸς σκιά


ΕΡΠΑΤΩ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ τῆς πα­λιᾶς πό­λης. Προ­σπα­θῶ νὰ συγ­κρα­τή­σω τὴ ρέ­ου­σα στιγ­μή, συν­δέ­ον­τάς την μὲ τὸ πα­ρελ­θόν. Νὰ ὁ­λο­κλη­ρωάσω ἕ­ναν κύ­κλο μέ­σα στὸ χά­ος τῶν αἰ­σθή­σε­ων. Προ­σπα­θῶ νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σω τὰ βή­μα­τα τῆς ἐ­παύ­ριον, ποὺ μὲ τρο­μά­ζει. Μὲ πα­ρα­κι­νεῖ ἡ θύ­μη­ση κά­ποι­ας πε­ρα­σμέ­νης στιγ­μῆς. Στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ ὁ δρό­μος στρί­βει, περ­νών­τας πιὸ ψη­λά, σχη­μα­τί­ζον­τας εἶ­δος ἐ­ξώ­στη, μὲ θέ­α πα­νο­ρα­μα­τι­κή, πά­νω ἀ­πὸ τὶς στέ­γες τῶν σπι­τι­ῶν, ποὺ κα­τε­βαί­νουν μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα. Νύ­χτα μὲ ἀ­ναμ­μέ­να τὰ φῶ­τα, κα­θι­σμέ­νος σ’ ἕ­να κα­φε­νεῖ­ο, εἶ­χα με­θύ­σει. Μα­ζί μου τὸ πρό­σω­πο ἑνός νε­κροῦ. Πά­νω στὸ φθαρ­μέ­νο, βρώ­μι­κο τρα­πέ­ζι ἄ­δεια ἡ μπου­κά­λα. Τὸ πρά­σι­νο γυα­λὶ καὶ τὸ κόκ­κι­νο πε­ρι­ε­χό­με­νο. Βγαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὸν χάρ­τι­νο κόκ­κι­νο δι­ά­κο­σμο, ἀ­να­παύ­τη­καν τὰ μά­τια μου στὸ γα­λά­ζιο πα­ρά­θυ­ρο τῆς ὄ­μορ­φης. Ἀ­χτέ­νι­στα τὰ σγου­ρὰ χα­ρι­τω­μέ­να μαλ­λιά της, ἴ­δια μὲ σι­δε­ρέ­νια στό­ρια μα­γα­ζι­ῶν, τὴν δι­α­σώ­ζουν ἀπ’ τοὺς πό­θους τοῦ λη­στῆ τῆς νύ­χτας. Τρο­μά­ζον­τας τὶς ἡ­μέ­ρες τοῦ μέλ­λον­τος, προ­φη­τεύ­ω, ἀκο­λου­θών­τας τὸν το­ρὸ τῶν πε­ρα­σμέ­νων. Κλαί­ω ὅ­σους πέ­θα­ναν. Ἀγωνίζομαι ν’ ἀ­πο­κα­τα­στή­σω τὴν ἑ­νότη­τα τῶν σπα­σμέ­νων κομ­μα­τι­ῶν σὲ κά­θε στρο­φή. Εἶ­χα πε­ρά­σει ἄλ­λο­τε ἀπ’ αὐτο­ῦ μα­ζὶ μὲ πρό­σω­πα ποὺ ἔ­πα­ψαν νὰ ὑ­πάρ­χουν ἐν ζω­ῇ. Τὸ καλ­ντε­ρί­μι πα­ρέ­μει­νε τὸ ἴ­διο. Ἴδια καὶ ἡ βρύ­ση, τὸ σπί­τι. Ταυ­τό­χρο­να κά­τι ἄλ­λο ποὺ δὲν ἦ­ταν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ πα­λιοῦ, ἀλ­λὰ και­νού­ρια ὄ­ψη κολ­λη­μέ­νη στὸν πα­λιὸ δρό­μο. Προ­σθή­κη βη­μά­των. Μὲ χα­ρο­ποι­εῖ ἡ ἀν­τί­λη­ψη τῆς νέ­ας ζω­ῆς πά­νω στὰ κα­τά­λοι­πα τῶν πα­λι­ῶν. Χο­ρεύ­ουν νέ­α πα­λι­κά­ρια. Σαβ­βα­τι­ά­τι­κο ξα­λά­φρω­μα στὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὴ λα­τέρ­να καὶ τὰ κρου­στὰ παι­χνί­δια. Χέ­ρια καὶ πό­δια σὲ κί­νη­ση. Κορ­μιὰ κα­μα­ρω­τὰ λυ­γο­ῦν ἀρ­γά. Ὁ Ραμ­πό­τας, ὁ λε­βέν­της τρα­γου­δι­στὴς, ποὺ τα­νών­τας τ’ αὐ­τὶ οἱ γυ­ναῖ­κες πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σαν τὸ σκο­πό του, πά­νω σε μιά φούρ­λα τοῦ χο­ροῦ τσά­κι­σε τὰ δά­χτυ­λα στὸ ἕ­να του πό­δι. Βά­λε ρα­κὶ καὶ πι­ές. Μὴ δί­νεις προ­σο­χὴ σ’ ὅ­σα λέ­γον­ται. Σή­κω μὲ ὁρ­μὴ ἀ­πά­νω νὰ κα­τα­πι­εῖς τὸν δι­α­βα­τά­ρη χρό­νο. Ἡ κου­ρα­σμέ­νη γριὰ στὴ φου­βοὺ με­ρα­κλα­δί­ζει με­ζέ­δες γιὰ τὰ νιά­τα. Βγὲς στὴν πόρ­τα νὰ ὑ­πο­δε­χτεῖς τὴ Δδὰ Στιγ­μὴ τοῦ Γέ­ρου Χρό­νου, ποὺ ξε­κα­βα­λι­κεύ­ει καὶ γλεν­τᾶ. Με­τὰ ἕ­πε­ται ἡ μαύ­ρη ἀ­πο­χαύ­νω­ση καὶ ὁ λο­γα­ρια­σμός. Τὸ φι­λο­δώ­ρη­μα τοῦ χλω­μοῦ μου­ζι­κάν­τη μὲ τὸ κλεμ­μέ­νο ἀπὸ κά­ποι­ο ἀστέρι τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου λε­πτὸ μου­στά­κι. Χά­νον­ται μέ­σ’ ἀ­πό τὰ χέ­ρια μας οἱ ἄν­θρω­ποι περ­νών­τας ἀν­τί­κρυ. Συν­τρο­φιὰ μὲ εἰ­κό­νες τῆς μνή­μης ἄ­χρω­μες, ξε­κι­νῶ νὰ βρῶ τοὺς ἄλ­λους, ν’ ἀ­κε­ραι­ω­θῶ σμί­γον­τας μα­ζί τους. Δι­ερ­μη­νεύ­ω τὶς γε­ω­με­τρι­κὲς ἀ­ξι­ές τῶν οἰ­κο­δο­μῶν. Τὸ ὕ­ψος, τὸ πλά­τος. Ἡ κα­τά­λη­ξη τοῦ κά­θε σχή­μα­τος, μυ­στι­κὲς ὑ­πο­θῆ­κες τοῦ μα­τιοῦ. Μαῦ­ρο σκο­τά­δι κα­λύ­πτει μὲ ἄ­γνοι­α τοὺς ὄγ­κους τῶν κα­τοι­κι­ῶν. Βου­βαί­νον­ται τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Ὁ ἦ­χος τῶν βη­μά­των σχη­μα­το­ποι­εῖ τὴν ξε­νι­τιά. Πί­σω ἀ­π’ τὶς κλει­στὲς πόρ­τες πα­ρα­φυ­λά­γουν φαν­τά­σμα­τα. Περ­νά­ω δί­πλα στὴ «Λα­ο­δη­γή­τρια». Κά­νω τὸ σταυ­ρό μου καὶ πά­ω νὰ προ­σκυ­νή­σω τὴ θαυ­μα­τουρ­γὴ Ἅ­για Εἰ­κό­να. Αἰ­ῶ­νες πα­ρέ­μει­νε θαμ­μέ­νη στὴ γῆ. Ἕ­να παι­δὶ τὴν ἀπο­κά­λυ­ψε. Ἔπαιζε στὴν ἀλάνα τῶν ἐ­ρει­πί­ων ἀ­πό τὸ πρω­ί. Ἡ μά­να του, ποὺ κά­ποι­α στιγ­μὴ ξαφ­νι­κά το’ ‘χά­σε ἀ­π’ τὰ μά­τια της, ἄρ­χι­σε νὰ τὸ ἀνα­ζη­τᾶ παν­τοῦ. Τὸ παι­δί, τρέ­χον­τας νὰ ψη­λώ­σει ἕ­ναν χαρ­τα­ε­τό, εἶ­χε πέ­σει σ’ ἕ­να βα­θὺ λα­γού­μι. Σι­μώ­νον­τας ἐ­πὶ τό­που, ἡ μά­να ἀ­κού­ει ζων­τα­νὴ τὴ λα­λιὰ τοῦ παι­διοῦ. «Μὴ νοι­ά­ζε­σαι γλυ­κιὰ μα­νού­λα. Εἶ­μαι πο­λὺ κα­λά. Μιὰ με­γά­λη Κυ­ρά, κι’ ἀ­πὸ σέ­να ἀ­κό­μη ὀ­μορ­φό­τε­ρη, μὲ κρα­τεῖ ἀγ­κα­λιά!» Ἀναζητώντας τὸ παι­δί, βρῆ­καν τὴ θαυ­μα­τουρ­γὴ εἰ­κό­να τῆς Πα­να­γί­ας στὸ βα­θὺ σκάμ­μα τῆς γῆς. Ὁ ἱ­ε­ρέ­ας, το­πο­θε­τών­τας στὴν Ἔκ­κλη­σια τὴν ἱ­ε­ρὴ μνη­μι­κὴ ἀ­πει­κό­νι­ση, θυ­μή­θη­κε ὅ­τι τὴν πρώ­τη τοῦ Σε­πτέμ­βρη, ἀρ­χὴ τῆς Ἰν­δί­κτου καὶ τοῦ δω­δε­κά­μη­νου κύ­κλου τοῦ Χρι­στι­α­νι­κοῦ ἔ­τους, τι­μᾶ­ται ἡ μνή­μη πα­ρό­μοι­ας φα­νέ­ρω­σης, ἀ­πὸ τὸν βυ­θὸ τῆς λί­μνης Ζα­γου­ροῦς, εἰ­κό­νας πάν­τι­μης τῆς Παρ­θέ­νου. Λι­γο­στὲς ψι­χά­λες βρο­χῆς ἔ­κα­μαν τὶς στέ­γες νὰ λαμ­πυ­ρί­ζουν, ἀν­τα­να­κλών­τας τὸ λευ­τε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα φεγ­γά­ρι. Συ­νέ­χι­σα τὸ δρό­μο πρὸς τὸ πα­τρι­κό τῆς μη­τέ­ρας μου. Ἀνοιχτὴ ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα, ἄ­φη­νε νά ’ρ­χε­ται στὶς αἰ­σθή­σεις ἕ­να ἄ­ρω­μα λε­μο­νιᾶς, ποὺ γι­νό­ταν χρῶ­μα. Ὁ δι­ά­δρο­μος στρω­μέ­νος μὲ μαλ­τό­πε­τρες ἕ­ως τὴν ξύ­λι­νη σκά­λα. Λευ­κο­φο­ρε­μέ­νη παι­δί­σκη ἡ μά­να μου, κα­τέρ­χον­ταν τὴν κλί­μακα, σπεύ­δον­τας στὸ σχο­λει­ὸ νὰ μά­θει γράμ­μα­τα. Στη­ρί­ζο­μαι στὸν πα­λιὸ τοῖ­χο τοῦ Παρ­θε­να­γω­γεί­ου καὶ τὴν ἀ­κού­ω νὰ ἐ­πα­ναλαμ­βά­νει τὴν πρω­ι­νὴ προ­σευ­χή. Ἕνα πα­ρά­θυ­ρο ἀ­νοί­γει κα­τά­φω­το. Δυ­ὸ παι­διά. Ἕν’ ἀ­γό­ρι κι’ ἕ­να κο­ρί­τσι, ἀδέλ­φια, μα­λώ­νουν. Τὸ φῶς, ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε τὸ πρό­σω­πο τῆς κό­ρης, μοῦ ἐ­πέτρε­ψε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω, ζών­τας, τὸν πε­­θα­μέ­νο ἴ­σκιο ποὺ μὲ συ­νό­δευ­ε.


1936



Πη­γή: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καὶ δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. ΑΣΕ. Α.Ε., 1977).

Νί­κος Γα­βρι­ὴλ Πεν­τζί­κης (1908-1993). Πε­ζο­γρά­φος, ποι­η­τὴς καὶ αυ­το­δί­δα­κτος ζω­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ καὶ Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Γαλ­λί­α (πτυ­χί­ο Ὀ­πτι­κῆς Φυ­σι­ο­λο­γί­ας), καὶ στὴ συ­νε­χεί­α σπού­δα­σε Βο­τα­νο­λο­γί­α καὶ Φαρ­μα­κευ­τι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Στρα­σβούρ­γου. Ὑ­πῆρ­ξε βα­σι­κὸς συ­νερ­γά­της καὶ ἱ­δρυ­τι­κὸ μέ­λος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Κο­χλί­ας. Ἀ­νή­κει στὴν ὁ­μά­δα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ εἶ­ναι γνω­στοὶ ὡς «Σχο­λὴ τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης».  Βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ Ρalmes Αcademi­ques (1951), τὸ Α’ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος (1984), τὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ὑ­πουρ­γεί­ου Πο­λι­τι­σμοῦ (1987), κ.ἄ. Τὰ ἔρ­γα του κι­νοῦν­ται με­τα­ξὺ πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ φαν­τα­σί­ας. Παν­τρεύ­ει τὴν πα­ρά­δο­ση (ἀρ­χαί­α, βυ­ζαν­τι­νὴ καὶ δη­μο­τι­κὴ) μὲ τὴ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τα. Πιστὸς στὴν ὀρ­θο­δο­ξί­α, δι­α­βά­ζει πα­τε­ρι­κὰ κεί­με­να καὶ συ­να­ξά­ρια, ἀ­πὸ τὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνὰ ἐμ­πνέ­ε­ται. Ὁ ἴ­διος ἀ­πο­κα­λοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του “παι­ζω-γρά­φο”. Τὸ 1988 ἀ­να­γο­ρεύ­τη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Ἀν­δρέ­ας Δη­μα­κού­δης καὶ ἄλ­λες μαρ­τυ­ρί­ες χα­μοῦ καί δεύ­τε­ρης πα­νο­πλί­ας (ἐκδ. Α.Σ.Ε, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1982, α’ ἐκδ. 1935).