Σωτήρης Παστάκας: New York, New York ἐξ ἀναβολῆς


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


New York, New York ἐξ ­να­βο­λῆς

 

«ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΜΜΟΡΦΩΝΟΜΟΥΝ μὲ τὴν προ­ο­πτι­κή τῆς κα­τα­στρο­φῆς. Τὸ Αἰ­γαῖ­ο, βα­θὺ μπλέ, ἀ­σά­λευ­τα στίγ­μα­τα τὰ κα­ρά­βια καὶ τὸ ἄ­σπι­λο λευ­κὸ νὰ συμ­πλη­ρώ­νει χρω­μα­τι­κὰ τοὺς γκρί­ζους ὄγ­κους τῶν νη­σι­ῶν, ἁ­πλώ­νον­ταν σὰν κεν­τη­μέ­νο χρά­μι. Χρώ­μα­τα καὶ σχή­μα­τα αἰχ­μά­λω­τα τῆς ἀ­σά­φειας ποὺ δη­μι­ουρ­γοῦ­σε ἡ ἐ­ξά­τμι­ση τοῦ νε­ροῦ καὶ ἡ φυ­σι­κὴ κού­ρα­ση τῆς μα­τιᾶς ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ ἢ κα­λύ­τε­ρα, ποὺ προ­σπα­θεῖ νὰ ἐν­το­πί­σει μέ­σα στὸ χά­ος μιὰ γνώ­ρι­μη μορ­φή, μιὰ πα­τρί­δα. Ναί, μιὰ πα­τρί­δα ποὺ τὴν μπό­λια­σαν οἱ ὑ­γρα­σί­ες τοῦ πόν­του μὲ τὰ βα­λαν­τω­μέ­να ἀ­νε­μο­σού­ρια καὶ τὴν πυ­ρί­καυ­στη ἐ­πι­φά­νεια τῶν βρά­χων, θρυμ­μα­τι­σμέ­νη στὴν πρέ­σα τοῦ δι­ά­πυ­ρου μύ­δρου νὰ γί­νε­ται σκό­νη κι ἄλ­λη σκό­νη φερ­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς κον­τι­νὲς στε­ρι­ές, ἀ­φρά­το βού­τυ­ρο, πα­ρα­χω­μέ­νη στὸ ρα­ϊ­διὸ τῶν βρά­χων γκα­στρω­μέ­νη, ἕ­τοι­μη νὰ γεν­νή­σει τὴν πουρ­να­ριὰ καὶ τὰ λει­ψό­χορ­τα μὲ τὴν κά­πα­ρη καὶ τὸ θρούμ­πι νὰ εὐ­ω­διά­ζουν στὴ σάρ­κα τῆς ἐ­λιᾶς, τὰ κρί­τα­μα καὶ τ’ ἄλ­λα λι­α­νο­φά­για. Μέ­σα στὸ φῶς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ τοῦ Αἰ­γαί­ου, κύ­λη­σε ξαν­θό το λά­δι –εὐ­λο­γί­α χει­μω­νι­ά­τι­κη–  στὰ σκα­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἁλ­μύ­ρα χέ­ρια, στὰ ρο­ζι­α­σμέ­να δά­κτυ­λα μὲ τοὺς δι­ογ­κω­μέ­νους σταυ­ρούς, μέ­σα στὴ φεγ­γο­βο­λιὰ μπο­λι­ά­στη­κε κι ἄν­θι­σε ἡ ζω­ὴ ἀ­πο­δι­ώ­χνον­τας τὰ σκο­τά­δια τοῦ θα­νά­του».

        Γιὰ νὰ ἀν­θί­σει ἡ ζω­ὴ πε­τού­σα­με μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο ἀ­πὸ τὴν Ἀ­μορ­γό, ὅ­που ἔ­κα­να τὸ Ἀ­γρο­τι­κό, τὴν ὑ­πη­ρε­σί­α ὑ­παί­θρου, στὴν Ἀ­θή­να ἔ­τσι Ἀ­πρί­λιο μή­να, σὲ μιὰ πτή­ση δι­ά­σω­σης, καὶ γιὰ χρό­νια ἀ­νέ­βα­λα νὰ πε­ρι­γρά­ψω τὴν ὀ­μορ­φιὰ μὲ τὰ νη­σά­κια ἀ­νά­γλυ­φα νὰ γλι­στρᾶν κά­τω ἀ­πὸ τὸ ἑ­λι­κό­πτε­ρο τοῦ ΕΚΑΒ, καὶ νὰ ποὺ ὅ­λως τυ­χαί­ως πέ­φτουν τὰ μά­τια μου στὸ βι­βλί­ο τοῦ Ἀ­λέ­κου Ζού­κα «Στὴ Χί­ο μὲ τὸν Anatol de Meibohm», ἐ­κεῖ στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Φαρ­φου­λᾶ, καὶ ἀ­νοί­γον­τάς το ἔ­πε­σα στὴ συγ­κε­κρι­μέ­νη σε­λί­δα. Μι­λά­ει γιὰ πτή­ση μὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, ἀλ­λὰ χά­ρη στὴ μα­γεί­α τῆς πα­ρα­νά­γνω­σης, αὐ­τὸν τὸν ὕ­στε­ρο βαθ­μὸ τῆς ἀ­πό­λαυ­σης τοῦ κει­μέ­νου, ἐ­γὼ κα­τα­κλύ­ζο­μαι ἀ­πὸ τὸ ρυθ­μι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου, οἱ με­ταλ­λι­κὲς ἕ­λι­κες στρι­φο­γυ­ρί­ζουν καὶ γε­μί­ζουν μὲ τὸν ἦ­χο τους τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ὅ­πως στὴν πρώ­τη σκη­νὴ τῆς «Ἀ­πο­κά­λυ­ψης» τοῦ Κό­πο­λα, ὁ ἀ­νε­μι­στή­ρας ὀ­ρο­φῆς μπλέ­κε­ται μὲ τὶς ἕ­λι­κες τῶν ἑ­λι­κο­πτέ­ρων σὲ ἕ­να μον­τὰζ ποὺ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.

        Τώ­ρα εἶ­ναι οἱ ἕ­λι­κες τοῦ ἑ­λι­κο­πτέ­ρου ποὺ στρι­φο­γυ­ρί­ζουν πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης σὲ ἕ­να πο­λὺ ἰ­δι­ω­τι­κὸ τα­ξί­δι-προ­σφο­ρὰ μὲ λί­γους καὶ ἐ­ξέ­χον­τες συ­να­δέλ­φους. Εἶ­ναι πά­λι Ἄ­νοι­ξη, εἶ­ναι ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες πτή­σεις ποὺ ἐ­πι­τρέ­πον­ται πέν­τε χρό­νια με­τὰ ἀ­πὸ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τῶν Δί­δυ­μων Πύρ­γων, καὶ ἕ­να γυ­ναι­κεῖ­ο χέ­ρι μοῦ σφίγ­γει τὸ μπρά­τσο: Ἀ­πὸ φό­βο; Ἀ­πὸ ἀ­να­σφά­λεια; Ἀ­πὸ ἀ­γά­πη; Δὲν ξέ­ρω… Ξέ­ρω μό­νο πὼς τὸ σπα­ρα­κτι­κὸ θέ­α­μα τῆς με­γα­λού­πο­λης πέ­ρα­σε αὐ­τό­μα­τα σὲ δεύ­τε­ρο πλά­νο, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ σκίρ­τη­μα κυ­ρι­άρ­χη­σε στὸν ἐγ­κέ­φα­λό μου, αὐ­τὰ τὰ γυ­ναι­κεῖ­α νύ­χια ποὺ εἶ­χαν φτά­σει νὰ ξε­σκί­ζουν τρυ­φε­ρὰ τὴ γυ­μνή μου σάρ­κα ὑ­περ­κέ­ρα­σαν καὶ τὴν ἔν­τα­ση καὶ τὴν ἄ­γρια ὀ­μορ­φιὰ τῆς πτή­σης, τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ ξύ­πνη­μα ἀ­κού­στη­κε ἀ­πὸ μέ­να πιὸ ἰ­σχυ­ρὸ κι ἀ­πὸ τὸ μου­σι­κὸ βόμ­βο τοῦ ἑ­λι­κό­πτε­ρου, ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς μὲ τὴν τέ­χνη τοῦ μον­τὰζ στὴν ται­νί­α γί­νε­ται ἡ εἰ­σα­γω­γὴ στὶς πρῶ­τες νό­τες τοῦ «The End» τῶν Doors.

        Χά­ρη σ’ αὐ­τὴ τὴ μί­ξη τῶν ἤ­χων, ποὺ οἱ εἰ­δι­κοὶ προ­σπα­θοῦν νὰ τὴν ἀν­τι­γρά­ψουν ἀ­πὸ τὶς ἀ­νώ­τε­ρες νο­η­τι­κές μας λει­τουρ­γί­ες, τὴ συ­νεί­δη­ση γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με μὲ ἄλ­λα λό­για, ἔμ­πλε­ξαν μὲς στὸ μυα­λό μου δύ­ο ἀ­να­βο­λές: ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς πε­ρι­γρα­φῆς τῆς πτή­σης μου μὲ ἑ­λι­κό­πτε­ρο, καὶ ἡ ἀ­να­βο­λὴ τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας μὲ τὴ συ­νά­δελ­φο στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, για­τί δὲν κα­τά­φε­ρα νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω ἐ­κεῖ­νο τὸ ἐ­ρω­τι­κὸ κά­λε­σμα καὶ νὰ τὸ με­τα­τρέ­ψω σὲ ἐ­ρω­τι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ἔ­τσι, μὲ τοὺς βόμ­βους τῶν δι­ά­φο­ρων ἑ­λι­κό­πτε­ρων νὰ βου­ί­ζουν στὰ αὐ­τιά μου, βγῆ­κα ἀ­πὸ τὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο καὶ πά­τη­σα στὴ Μαυ­ρο­μι­χά­λη 18 μι­σο­ζα­λι­σμέ­νος κι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος γι’ ἄλ­λη μιὰ φο­ρά, αὐ­τὴ μὲ τὸν Ἀ­λέ­κο Ζού­κα.



Πηγή: Ὁ δό­κτωρ Ψ καὶ οἱ ἀ­σθε­νεῖς του (ἀ­φη­γή­μα­τα, Με­λά­νι, 2015)


Σωτήρης Παστάκας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆςὉ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ουΤὸ πα­ρα­μι­λη­τόΣπαρ­μόςΠοί­η­σηΜαν­δρα­γό­ραςΝέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).


Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan): Ὁ ἐ­χθρός



Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan)


Ὁ ἐ­χθρός

(The Enemy)


ΑΠΟΥ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ἔ­χω ἕ­ναν ἀ­μεί­λι­κτο ἐ­χθρὸ κι ἂς μὴν ξέ­ρω τ’ ὄ­νο­μά του. Δὲν ξέ­ρω οὔ­τε πῶς μοιά­ζει. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι πὼς ἂν τύ­χαι­νε κι ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή, τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φω, δὲν θὰ γι­νό­μουν κα­θό­λου σο­φό­τε­ρη. Γιὰ πο­λὺ και­ρὸ πί­στευ­α πὼς σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ἐρ­χό­μα­σταν πο­τὲ πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο, κά­ποι­ο ἔν­στι­κτο θὰ μὲ προ­ει­δο­ποι­οῦ­σε· ὅ­μως τώ­ρα πιὰ δὲν πι­στεύ­ω πὼς εἶ­ναι ἔ­τσι. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται νὰ πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ον ποὺ μοῦ εἶ­ναι ξέ­νος· ὅ­μως εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ πι­θα­νὸ νὰ εἶ­ναι κά­ποι­ος τὸν ὁ­ποῖ­ο γνω­ρί­ζω πο­λὺ κα­λὰ – ἴ­σως εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ τὸν βλέ­πω κά­θε μέ­ρα. Δι­ό­τι ἂν δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ο πρό­σω­πο ἀ­π’ τὸ ἄ­με­σό μου πε­ρι­βάλ­λον, πῶς κα­τα­φέρ­νει κι ἔ­χει στὴ δι­ά­θε­σή του τό­σο λε­πτο­με­ρῆ πλη­ρο­φό­ρη­ση γιὰ τὴν κά­θε μου κί­νη­ση; Φαν­τά­ζει ἀ­δύ­να­το τὸ νὰ πά­ρω ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πό­φα­ση —ἀ­κό­μη κι ἂν ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ ἕ­να τό­σο ἀ­σή­μαν­το ζή­τη­μα, ὅ­πως τὸ νὰ ἐ­πι­σκε­φτῶ κά­ποι­ον φί­λο τὸ ἀ­πό­γευ­μα— κι ὁ ἐ­χθρός μου νὰ μὴν τὸ ξέ­ρει καὶ νὰ μὴν κά­νει ὅ,τι πρέ­πει προ­κει­μέ­νου νὰ μὲ φέ­ρει σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση. Προ­φα­νῶς εἶ­ναι ἐ­ξί­σου κα­λὰ πλη­ρο­φο­ρη­μέ­νος καὶ γιὰ τὰ πιὸ σο­βα­ρὰ ζη­τή­μα­τα.

       Τὸ ὅ­τι δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα γι’ αὐ­τὸν κά­νει τὴ ζω­ὴ ἀ­νυ­πό­φο­ρη, δι­ό­τι εἶ­μαι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νη νὰ πα­ρα­τη­ρῶ τοὺς πάν­τες μὲ τὴν ἴ­δια κα­χυ­πο­ψί­α. Δὲν ὑ­πάρ­χει —χω­ρὶς ὑ­περ­βο­λὴ— οὔ­τε μί­α ψυ­χὴ ποὺ νὰ μπο­ρῶ νὰ ἐμ­πι­στευ­τῶ.

       Κα­θὼς οἱ μέ­ρες περ­νοῦν, βρί­σκω πὼς ἀ­νη­συ­χῶ  ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο γι’ αὐ­τὸ τὸ οἰ­κτρὸ πρό­βλη­μα· στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μοῦ ἔ­χει γί­νει ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μι­λῶ μὲ κά­ποι­ον, πιά­νω τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ τὸν πε­ρι­ερ­γά­ζε­ται στὰ κρυ­φά, ψά­χνον­τας κά­ποι­ο ση­μά­δι ποὺ θ’ ἀ­πο­κά­λυ­πτε τὸν προ­δό­τη πού ’­ναι ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νος νὰ μὲ κα­τα­στρέ­ψει. Δὲν μπο­ρῶ νὰ συγ­κεν­τρω­θῶ στὴ δου­λειά μου, δι­ό­τι δια­ρκῶς ἀ­πα­σχο­λῶ τὸ μυα­λό μου μὲ τὸ ν’ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ταυ­τό­τη­τα τοῦ ἐ­χθροῦ μου καὶ τὴν αἰ­τί­α τοῦ μί­σους του. Ποι­ά πρά­ξη μου εἶ­ναι δυ­να­τὸν νά ’­χει προ­κα­λέ­σει τέ­τοι­α ἀ­νη­λε­ῆ κα­τα­δί­ω­ξη; Σκα­λί­ζω ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὴν πε­ρα­σμέ­νη μου ζω­ὴ καὶ δὲν βρί­σκω τὸ νῆ­μα. Δὲν ἀ­πο­κλεί­ε­ται, πάν­τως, ἡ κα­τά­στα­ση νὰ μὴν ἔ­χει προ­κύ­ψει ἀ­πὸ κά­ποι­ο δι­κό μου λά­θος ἀλ­λὰ νὰ ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ τυ­χαῖ­α καὶ μό­νο συμ­βάν­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν γνω­ρί­ζω τί­πο­τα. Ἴ­σως εἶ­μαι τὸ θύ­μα κά­ποι­ας μυ­στι­κῆς πο­λι­τι­κῆς, θρη­σκευ­τι­κῆς ἢ οἰ­κο­νο­μι­κῆς μη­χα­νορ­ρα­φί­ας – κά­ποι­ας πε­λώ­ριας καὶ σκι­ώ­δους συ­νω­μο­σί­ας, τῆς ὁ­ποί­ας τὰ ἐ­πα­κό­λου­θα εἶ­ναι τό­σο σκο­τει­νὰ ποὺ μοιά­ζουν, στὸν ἀ­μύ­η­το, ἐν­τε­λῶς ἐ­κτὸς λο­γι­κῆς· ἔ­χουν βά­λει σκο­πό, λό­γου χά­ρη, κά­τι τό­σο κα­τα­φα­νῶς ἀ­νό­η­το ὅ­πως εἶ­ναι ὁ ἀ­φα­νι­σμὸς ὅ­λων τὸν κοκ­κι­νο­τρί­χη­δων ἢ ὅ­λων ὅ­σοι ἔ­χουν κρε­α­το­ε­λιὰ στὸ ἀ­ρι­στε­ρό τους πό­δι.

       Λό­γῳ τῆς κα­τα­δί­ω­ξης αὐ­τῆς ἡ προ­σω­πι­κή μου ζω­ὴ ἔ­χει ἤ­δη οὐ­σι­α­στι­κὰ κα­τα­στρα­φεῖ. Οἱ φί­λοι μου καὶ ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μου κρα­τοῦν ἀ­πο­στά­σεις, ἡ δη­μι­ουρ­γι­κή μου ἐρ­γα­σί­α ἔ­χει πα­γώ­σει, ἔ­χω γί­νει φο­βι­σμέ­νη, κα­τη­φὴς κι εὐ­έ­ξα­πτη, δὲν πι­στεύ­ω σὲ μέ­να, ἀ­κό­μα κι ἡ φω­νή μου βγαί­νει μὲ δυ­σκο­λί­α καὶ ἴ­σα ποὺ ἀ­κού­γε­ται.

       Θὰ σκε­φτή­κα­τε πὼς ὁ ἐ­χθρός μου θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ συμ­πο­νέ­σει αὐ­τὴ τὴ στιγ­μή· πώς, βλέ­πον­τας τὸ ἀ­ξι­ο­θρή­νη­το χά­λι στὸ ὁ­ποῖ­ο μὲ ἔ­χει σύ­ρει, θὰ τοῦ ἀρ­κοῦ­σε ἡ ἐκ­δί­κη­ση καὶ θὰ μὲ ἄ­φη­νε στὴν ἡ­συ­χί­α μου. Ὄ­χι ὅ­μως, τὸ γνω­ρί­ζω πο­λὺ κα­λὰ πὼς δὲν θὰ κά­νει πο­τὲ πί­σω. Δὲν θὰ φτά­σει πο­τὲ νὰ εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος πα­ρὰ μό­νον ὅ­ταν θὰ μὲ ἔ­χει κα­τα­στρέ­ψει ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ἀρ­χὴ τοῦ τέ­λους· δι­ό­τι τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἑ­βδο­μά­δες ἔ­χουν ὑ­πο­πέ­σει στὴν ἀν­τί­λη­ψή μου ἀρ­κε­τὰ σα­φεῖς ἐν­δεί­ξεις πὼς ἔ­χει ἀρ­χί­σει καὶ ἀ­παγ­γέλ­λει ψευ­δεῖς κα­τη­γο­ρί­ες ἐ­ναν­τί­ον μου μὲ κά­θε ἐ­πι­ση­μό­τη­τα. Δὲν θ’ ἀρ­γή­σει ἐ­κεί­νη ἡ ὥ­ρα ποὺ θὰ μὲ πά­ρουν μα­κριά. Νύ­χτα θά ’­ναι, πι­θα­νό­τα­τα, ὅ­ταν θὰ μὲ γυ­ρέ­ψουν. Δὲν θὰ ὑ­πάρ­χουν πε­ρί­στρο­φα, οὔ­τε καὶ χει­ρο­πέ­δες· τὰ πάν­τα θά ’­ναι ἥ­συ­χα καὶ στὴ θέ­ση τους, θά ’­ναι δύ­ο ἢ τρεῖς ἄν­τρες καὶ θὰ φο­ροῦν στο­λὲς ἢ λευ­κὲς πο­δι­ές, κι ἕ­νας ἀ­π’ ὅ­λους θὰ κρα­τᾶ μιὰ ἔ­νε­ση ὑ­πο­δό­ρια. Ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς θὰ γί­νει μὲ μέ­να. Τὸ ξέ­ρω πὼς εἶ­μαι κα­τα­δι­κα­σμέ­νη καὶ δὲν σκο­πεύ­ω νὰ πα­λέ­ψω ἐ­νάν­τια στὴ μοί­ρα μου. Τὰ γρά­φω αὐ­τὰ μο­νά­χα γιὰ νὰ ξέ­ρε­τε, ὅ­ταν πιὰ δὲν θὰ μὲ βλέ­πε­τε, πὼς ὁ ἐ­χθρός μου ἐν­τέ­λει θρι­άμ­βευ­σε.



Πηγή: Anna Kavan, Asylum Piece and Other Stories, London and Chester Springs, Peter Owen, 2001 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Anna Kavan, Asylum Piece and Other Stories, London, Jonathan Cape, 1940].

Ἄν­να Κα­βάν (Anna Kavan) (1901, Κά­νες-1968, Λον­δί­νο). Βρε­τα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας καὶ ζω­γρά­φος. Βα­φτί­στη­κε Ἔ­λεν Γοὺν­τς καὶ στὰ πρῶ­τα της γρα­πτὰ χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὸ ἐ­πώ­νυ­μο Φέρ­γκι­ου­σον τοῦ πρώ­του της συ­ζύ­γου. Τὸ 1940 υἱ­ο­θέ­τη­σε τὸ ὀ­νο­μα­τε­πώ­νυ­μο μιᾶς ἐκ τῶν ἡ­ρω­ί­δων ποὺ εἶ­χε πλά­σει καὶ μα­ζὶ κι ἕ­ναν δι­α­φο­ρε­τι­κὸ τρό­πο γρα­φῆς. Τὸ Asylum Piece ἦ­ταν τὸ πρῶ­το βι­βλί­ο ποὺ ἐ­ξέ­δω­σε ὡς Ἄν­να Κα­βάν. Τὸ πιὸ γνω­στό της ἔρ­γο εἶ­ναι τὸ Ice (1967) καὶ κυ­κλο­φό­ρη­σε λί­γο πρὶν τὸν θά­να­τό της.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ: Βρέ, παιδί


Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ


Βρέ, παι­δί


ΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΠΗΡΑΝ τὸ δί­πλω­μα ὁ­δή­γη­σης, κι ὅ­ταν πή­γαι­να μὲ τοὺς ἄλ­λου­ς στὸ χω­ριό, μοῦ ’­λε­γε νὰ γρά­φω σ’ ἕ­να χαρ­τά­κι τί χρει­α­ζό­ταν νὰ τοῦ φέ­ρου­με. Μιὰ φο­ρά, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κα­λο­καί­ρι, μὲς στὰ πολ­λά, ἦ­ταν κι ἕ­να ἀ­πο­σμη­τι­κό, καὶ τοῦ τὸ πῆ­ρα σὲ σπρέ­ι καὶ πο­λὺ μον­τέρ­νο, νὰ γε­λά­σει. Μέ­ρες με­τά, στό­μω­σε χω­ρὶς λό­γο – τὸν βρῆ­κα μὲ μιὰ βε­λό­να νὰ πα­λεύ­ει νὰ ξε­βου­λώ­σει τὴν τρυ­πί­τσα. Δὲν τὰ κα­τά­φερ­νε καὶ μοῦ ’­πε: «Βρέ, παι­δί, ὅ­ταν ξα­να­κα­τέ­βε­τε, πά­ρε μου ἕ­να ἄλ­λο.» Με­τὰ τὸ ξέ­χα­σα, ἔ­φυ­γαν κι οἱ ἄλ­λοι μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το γιὰ τὴν Ἀ­θή­να —ἐ­γὼ εἶ­χα πεῖ ὅ­τι θὰ κά­τσω μέ­χρι τὸν Σε­πτέμ­βρη– καὶ μεί­να­με στὸ σπί­τι οἱ δυ­ό μας. Πή­γαι­να στὴ θά­λασ­σα, ξε­νυ­χτοῦ­σα κα­μιὰ φο­ρὰ μὲ τὰ παι­διά, ξυ­πνοῦ­σα ἀρ­γὰ καὶ κα­θό­μα­σταν μα­ζὶ νὰ φᾶ­με. Τὸν εἶ­χε πιά­σει ἔ­γνοι­α γιὰ τὴ σχο­λὴ —δε­ν εί­χα πεῖ ὅ­τι σκε­φτό­μουν ν’ ἀλ­λά­ξω τμῆ­μα— μοῦ ’­χε δώ­σει καὶ κεῖ­νο τὸ βι­βλί­ο λα­ο­γρα­φί­ας πιὸ πα­λιὰ —φω­το­τυ­πί­ες τό ’­χε, μὲ μιὰ κόκ­κι­νη κορ­δέ­λα στὸ δέ­σι­μο— κι ἐ­κεῖ ποὺ κα­θό­μα­σταν μὲ ρω­τοῦ­σε ποῦ καὶ ποῦ κά­τι σχε­τι­κό, νὰ δεῖ ἂν τὸ δι­ά­βα­ζα. Δὲν τὸ δι­ά­βα­ζα. Ὅ­πως καὶ τί­πο­τε ἄλ­λο ὅλο τὸ κα­λο­καί­ρι. Τὸ μυα­λό μου τό ’­νι­ω­θα πρη­σμέ­νο ἀ­πὸ ἀγ­χω­μέ­νες σκέ­ψεις, δὲν μπο­ροῦ­σε κά­τι νὰ μπεῖ – οὔ­τε νὰ βγεῖ. Μι­λοῦ­σα μό­νο ὅ­σο χρει­α­ζό­ταν, ἀ­νοι­γό­κλει­να ντου­λά­πια, ἔ­πλε­να τὰ πιά­τα, ξά­πλω­να κολ­λη­τὰ στὸν δρο­σε­ρὸ τοῖ­χο – αὐ­τὴ ἡ η­συ­χί­α κι ἡ ἐ­πα­να­λη­πτι­κό­τη­τα μὲ ἀ­να­κού­φι­ζε. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­χα μεί­νει. Κά­τι μέ­ρες πρὶν φύ­γω, μι­λοῦ­σε μὲ τὴ μα­μὰ στὸ τη­λέ­φω­νο, μᾶλ­λον τὸν ρώ­τη­σε πῶς τὰ πᾶ­με καὶ τὸν ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει «Σὰν ξέ­νοι εἴ­μα­στε στὸ σπί­τι». Τραν­τά­χτη­κα. Με­τά, σκέ­φτη­κα ὁ­ρι­στι­κὰ «Εἶ­μαι ψυ­χρή».

        Τὸν χει­μώ­να, στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, πά­λι μούγ­γα. Κα­θό­μουν στὸ δι­πλα­νὸ κρε­βά­τι καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σα πα­ρά­ται­ρα. Κου­νοῦ­σα τὰ πό­δια πά­νω κά­τω —πῶς καὶ δὲν ἔ­βρι­σκαν στὸ πά­τω­μα;—  καὶ σκε­φτό­μουν πὼς αὐ­τὸς μπρο­στά μου δὲν τοῦ μοιά­ζει.

        Με­τὰ πέ­θα­νε, καὶ πέ­ρα­σε και­ρός· καὶ δὲν ἔ­χω γί­νει ἀ­κό­μα αὐ­τὸ ποὺ εἶ­ναι νὰ γί­νω. Κι ὅ­πο­τε τὸ σκέ­φτο­μαι, θυ­μᾶ­μαι τὸ χα­λα­σμέ­νο ἀ­πο­σμη­τι­κὸ ποὺ δὲν ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα καὶ δὲν χρει­ά­ζε­ται πιά, καὶ τὸ ἀ­δι­ά­βα­στο βι­βλί­ο, καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ κι αὐ­τὸ τὸ τη­λε­φώ­νη­μα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἰσμήνη Μαρία Τσοχαλῆ (1985, Αθήνα) Σπούδασε Παιδαγωγική στὴ Φιλο­σοφικὴ Σχολὴ Αθηνῶν καὶ Ἐπικοινωνία στὴν Ἀγγλία. Ζεῖ στὴν Ἀθήνα καὶ ἐρ­γάζεται ὡς μεταφράστρια ὑποτιτλισμοῦ.


Πηγὴ Κούτση: 50 τετραγωνικά


Πη­γὴ Κού­τση


50 τε­τρα­γω­νι­κά


ΥΠΝΗΣΑ ἀπότομα. Θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι πῆ­ρα μιὰ δύ­σκο­λη ἀ­να­πνο­ὴ καὶ μὲ ἐ­πία­σαν τὰ κλά­μα­τα. Σὰν νὰ μὲ γέν­νη­σε ἡ μά­να μου ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου καὶ βρέ­θη­κα σὲ ἕ­να ἄ­γνω­στο γιὰ μέ­να μέ­ρος. Δὲν εἶ­χα ἰ­δέ­α ποῦ ἤ­μουν καὶ για­τί βρι­σκό­μουν ἐ­κεῖ.

.       Ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα.

.      Ση­κώ­θη­κα μὲ πό­νους. Εἶ­χα πια­στεῖ. Φῶς ἐ­λά­χι­στο ἀ­πὸ ἕ­να μι­σό­κλει­στο παν­τζού­ρι. Ἔ­κα­νε ἀ­φό­ρη­τη ζέ­στη καὶ ἔ­νι­ω­θα τὸν ἱ­δρώ­τα νὰ στά­ζει καυ­τός. Κυ­λοῦ­σε χω­ρὶς στα­μα­τη­μὸ πά­νω στοὺς ὤ­μους μου.

.      Προ­σπά­θη­σα νὰ ἀ­νοί­ξω τοὺς δι­α­κό­πτες ἀλ­λὰ δὲν εἶ­χε ρεῦ­μα. Ἔ­τρε­ξα φο­βι­σμέ­νη πρὸς τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Κλει­δω­μέ­νη. Ὁ ἱ­δρώ­τας ἄρ­χι­σε νὰ πα­γώ­νει πά­νω στὴν πλά­τη μου. Ἤ­μουν φυ­λα­κι­σμέ­νη; Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ θυ­μη­θῶ πῶς βρέ­θη­κα ἐ­κεῖ καὶ ἡ ἀ­γω­νί­α ποὺ γεν­νᾶ ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α στα­μά­τη­σε ἐν­τε­λῶς τὸ μυα­λό μου.

.      Ἄρ­χι­σα νὰ οὐρ­λιά­ζω μή­πως μὲ ἀ­κού­σει κα­νείς. Κα­μί­α ἀ­πάν­τη­ση. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος.

.      Πέ­ρα­σαν λί­γα λε­πτὰ ἀ­πό­γνω­σης καὶ μό­λις συ­νῆλ­θα, ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ πε­ρι­ερ­γα­στῶ τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο βρι­σκό­μουν. Μιὰ μι­κρὴ κου­ζί­να, ἕ­να δω­μά­τιο, ἕ­να μπά­νιο μι­κρό, ἕ­να σα­λό­νι. Ἕ­να δι­α­μέ­ρι­σμα πε­ρί­που 50 τε­τρα­γω­νι­κῶν.

.      Ἄ­νοι­ξα στὴν τύ­χη ἕ­να ντου­λά­πι νὰ βρῶ ἕ­να πο­τή­ρι. Γέ­μι­σα μὲ νε­ρὸ νὰ σβή­σω τὴ δί­ψα μου. Δὲν ἤ­ξε­ρα ποῦ βρί­σκο­μαι. Κοί­τα­ξα γύ­ρω μου. Ὅ­λα στὴ θέ­ση τους. Πεν­τα­κά­θα­ρα. Κά­θι­σα σὲ μιὰ κα­ρέ­κλα, μέ­σα στὴν κου­ζί­να.

.      Πε­ρί­με­να.

.      Πε­ρί­με­να μή­πως γί­νει κά­τι. Μή­πως ξε­κλει­δώ­σει κά­ποι­ος τὴν πόρ­τα. Πρέ­πει νὰ πέ­ρα­σα ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα κοι­τών­τας τὴ βρύ­ση. Τὴν ἄ­φη­σα νὰ στά­ζει λί­γο. Ὁ ἦ­χος τῆς στα­γό­νας ποὺ πέ­φτει μοῦ ἔ­κα­νε πα­ρέ­α. Μοῦ θύ­μι­ζε ὅ­τι δὲν ἔ­χω πε­θά­νει. Με­τροῦ­σα τὸ χρό­νο, ἔ­τσι πε­ρι­μέ­νον­τας.

.      Ξαφ­νι­κὰ ἕ­νας ἄλ­λος θό­ρυ­βος μέ­σα στὸ σπί­τι. Ἦ­χος ἀ­πὸ ἕ­να πέ­ταγ­μα. Εἶ­χε μπεῖ μιὰ μύ­γα. Τί πα­ρά­ξε­νο! Ἀ­πὸ ποῦ μπῆ­κε αὐ­τὴ ἡ μύ­γα; Ση­κώ­θη­κα καὶ ἔ­ψα­χνα μὲ μα­νί­α νὰ βρῶ ἀ­πὸ ποῦ μπο­ρεῖ νὰ βρῆ­κε εἴ­σο­δο. Δὲν ἔ­βρι­σκα. Ἄρ­χι­σα νὰ τὴν κυ­νη­γά­ω μπᾶς καὶ τὴν ἀ­νάγ­κα­ζα νὰ φύ­γει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ποὺ ἦρ­θε. Νὰ δῶ ἂν ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ο ση­μεῖ­ο ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ δρα­πε­τεύ­σω καὶ ἐ­γώ. Αὐ­τὴ ἡ μύ­γα ἦ­ταν ἡ ὑ­πο­ψί­α μιᾶς ἐλ­πί­δας. Τί­πο­τα. Κα­νέ­να ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ἔ­βα­λα τὰ κλά­μα­τα.

.      Κου­ρά­στη­κα. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ κά­νω ἕ­να μπά­νιο. Ἔ­ψα­ξα νὰ βρῶ πε­τσέ­τα. Τὴ βρῆ­κα. Ξά­πλω­σα στὸ κρε­βά­τι. Κοι­μή­θη­κα. Δὲν ὀ­νει­ρεύ­τη­κα τί­πο­τα.

.      Ξύ­πνη­σα πά­λι στὸ ἴ­διο σπί­τι. Δὲν μπο­ροῦ­σα πά­λι νὰ ἀ­να­πνεύ­σω. Ἄρ­χι­σα νὰ φω­νά­ζω μὲ ὅ­ση δύ­να­μη μπο­ροῦ­σα. Ὕ­στε­ρα χτυ­ποῦ­σα τοὺς τοί­χους. Πῆ­ρα ἕ­να πο­τή­ρι καὶ τὸ ἔ­σπα­σα μὲ δύ­να­μη, μή­πως κά­ποι­ος ἀ­κού­σει. Κα­νείς. Λι­πο­θύ­μη­σα. Ἔ­μει­να πολ­λὴ ὥ­ρα στὸ πά­τω­μα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ ση­κω­θῶ. Προ­σπα­θοῦ­σα μὲ μα­νί­α νὰ μὴν τρε­λα­θῶ. Νὰ μὴ χά­σω τὰ λο­γι­κά μου.

.      Ἄ­κου­σα πά­λι ἐ­κεί­νη τὴ μύ­γα. Εἶ­χε ἐγ­κα­τα­στα­θεῖ γιὰ τὰ κα­λά. Ἡ μύ­γα δι­α­ο­λι­ζό­ταν στὸν χῶ­ρο, ἡ βρύ­ση ἔ­στα­ζε. Κά­τι εἶ­ναι καὶ αὐ­τό. Πα­ρέ­α.

.      Οἱ μέ­ρες κυ­λοῦ­σαν ἔ­τσι. Προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κα­τα­λα­βαί­νω πό­τε εἶ­ναι πρω­ὶ καὶ πό­τε βρά­δυ. Μοῦ τὸ μαρ­τυ­ροῦ­σε ἡ ἀ­χτί­δα φω­τὸς ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ τὸ μι­σό­κλει­στο παν­τζού­ρι. Τὴν ἀ­να­ζη­τοῦ­σα κά­θε φο­ρὰ ποὺ ση­κω­νό­μουν ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι.

.      Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν καὶ ἄρ­χι­σα νὰ χά­νω τὸ κου­ρά­γιο μου. Ἔ­κλει­σα τὴ βρύ­ση καὶ σκό­τω­σα τὴν πα­λι­ο­μύ­γα. Ἤ­θε­λα κά­ποι­ον νὰ μι­λή­σω.

.      Βρῆ­κα κά­τι πο­λύ­χρω­μες κι­μω­λί­ες.

.      Ἄ­νοι­ξα τὸ κου­τί. Εἶ­δα τὰ χρώ­μα­τα. Ξε­κί­νη­σα νὰ ζω­γρα­φί­ζω τοὺς τοί­χους.

.      Ζω­γρά­φι­σα ἕ­ναν ἄν­τρα. Ἔ­πει­τα ἕ­να παι­δὶ καὶ ἕ­ναν κῆ­πο. Τί ὡ­ραῖ­α! Ἔ­νι­ω­σα τε­ρά­στια χα­ρὰ ὅ­ταν ὁ­λο­κλή­ρω­σα τὴ ζω­γρα­φιά μου. Τὰ χρώ­μα­τα ἔ­δω­σαν ζω­ὴ στὸ μουν­τὸ τοῖ­χο. Ἔ­φτια­ξα μιὰ δι­κιά μου οἰ­κο­γέ­νεια. Πάν­τα τὸ ὀ­νει­ρευ­ό­μουν. Νὰ ἔ­χω ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ ἕ­να παι­δί… Τὶ κα­λά!

.      Ἄρ­χι­σα νὰ τοὺς μι­λά­ω. Ἄρ­χι­σα νὰ τοὺς ἀ­κού­ω. Ἄρ­χι­σα νὰ κά­νω σχέ­δια μα­ζί του. Ἄρ­χι­σα νὰ νι­ώ­θω κα­λὰ σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ πα­ρά­ξε­νο σπί­τι. Ἄρ­χι­σα νὰ μὴ θέ­λω νὰ φύ­γω.

.      Τρα­γου­δοῦ­σα καὶ κα­νά­κευ­α τὸ παι­δί. Μα­γεί­ρευ­α γιὰ τὸν σύ­ζυ­γο. Κά­να­με σχέ­δια γιὰ τὸ ποῦ θὰ πᾶ­με τὶς γι­ορ­τές, τὸ κα­λο­καί­ρι. Τοὺς ἀ­γά­πη­σα πο­λύ. Τοὺς γέ­λα­γα, τοὺς ἔ­κα­να ἀ­στεί­α. Συ­ζη­τοῦ­σα μα­ζί τους αὐ­τὰ ποὺ μὲ ἀ­πα­σχο­λοῦ­σαν. Καὶ ἔ­φτια­χνα κά­θε μέ­ρα τὸν χρω­μα­τι­στό μου κῆ­πο.

.      Περ­νοῦ­σε ἔ­τσι ὁ και­ρός. Καὶ ἡ ἀ­πό­γνω­ση, ἡ τά­ση γιὰ ἐ­λευ­θε­ρί­α ἄρ­χι­σαν νὰ γί­νον­ται μα­κρι­νὴ ἀ­νά­μνη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πο­λὺ ὄ­μορ­φα ἐ­κεῖ μέ­σα. Δὲν ἤ­θε­λα νὰ φύ­γω πιά.

.      Ἔ­γι­να ἕ­να μὲ τὸ σπί­τι. Καὶ οἱ ζω­γρα­φι­ές μου ζων­τά­νε­ψαν καὶ δὲν ἤ­μουν πιὰ μό­νη.

.      Τώ­ρα με­ση­μέ­ρια­σε καὶ ἔ­νι­ω­σα τὴν κοι­λιά μου πει­να­σμέ­νη. Ἔ­φα­γα ἕ­να πα­ξι­μά­δι ποὺ βρῆ­κα. Τὸ ἔ­φα­γα μὲ λαι­μαρ­γί­α καὶ κα­τά­λα­βα ὅ­τι μοῦ κά­θε­ται στὸ λαι­μό. Πνί­γο­μαι. Δὲν μπο­ρῶ νὰ τὸ βγά­λω. Χά­νω τὶς αἰ­σθή­σεις μου. Κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­τι πε­θαί­νω. Κε­νό.

.      Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ ἀ­πό­το­μα. Πά­λι μὲ δύ­σκο­λη ἀ­να­πνο­ή. Πρέ­πει νὰ ἔ­χει πε­ρά­σει πολ­λὴ ὥ­ρα. Τὸ γνω­ρί­ζω αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος. Εἶ­ναι τὸ δι­κό μου σπί­τι. Ἦ­ταν ὄ­νει­ρο τε­λι­κά. Εἶ­μαι ἐ­κεῖ ποὺ θέ­λω;



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Πη­γὴ Κού­τση (Ζά­κυν­θος, 1972). Ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Μη­τρο­πο­λι­τι­κὸ Κο­λέ­γιο. Ἔ­χει σπου­δά­σει Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ Πάν­τειο Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α.



		

	

Νίκη Μπλούτη: Ἡ μαγκούφα ἡ οὐχιὰ


Νί­κη Μπλού­τη


Ἡ μαγ­κού­φα ἡ οὐ­χιὰ


ΤΑΝ ΧΑΣΑΜ’ τ’ μαύρ’ τ’ φου­ρά­δα μας κλαί­γα­μ’ κι οἱ δυ­ὸ μὶ τοὺ μπάρ­μπα σ’ τοὺ Σπύ­ρου σὰ μ’­κρὰ π’­διά. Τὰ ζουν­τα­νά ‘­ταν ἡ πι­ρι­ου­σί­α μας τό­τι. Σά­μα­τ’ εἴ­χα­μ’ ἄλ­λου μέ­σου νὰ πᾶ­μ’ πέ­ρα δῶ­θι; Ἢ ξα­πι­ζὰ τοὺ κό­βα­μ’ γιὰ τὰ χου­ρά­φια ἢ κα­βά­λα στὰ ζουν­τα­νά. Μ’ αὐ­τὰ οὐρ­γώ­να­μ’, μ’ αὐ­τὰ σπέρ­να­μ’. Οὔ­τι τρα­κτέ­ρια οὔτι μ’χα­νὲς εἴ­χα­μ’.  Τήν εἶχι δαγ­κώ­σ’ μιὰ  μαγ­κού­φα οὐ­χιὰ κι σπαρ­τά­ρα­γ’ σὰν τοὺ ψά­ρ’ ἔ­ξου ἀ­π’ τοὺ νι­ρό. Μιὰ φου­ρά­δα τί νὰ τὴν ἔ­βλι­πις! Εἶ­χι κά­τ’ κα­πού­λια νά­α­α­α! Τὴ λαγ­κού­μα­γι ὅ­ποι­ους τὴν ἔ­βλι­πι. Μέ­χρ’ φ’­λα­χτὸ τς κρέ­μα­σα μὴ μᾶς τὴ μα­τι­ά­σ’­νι. Π’στεύαμ’ στοὺ μά­τ’ τό­τι που­λύ. Μό­λ’ς κα­τά­λα­βα ποὺ ἦ­ταν δάγ­κου­μα βγά­ζου τοὺ σου­γιὰ πού ‘χα στὴ που­διά μ’ γιὰ τὰ λά­χα­να κι τοὺ χα­ρά­ζου ἰ­κεῖ ποὺ εἶχι πρη­στεῖ γιὰ νὰ βγεῖ τοὺ σκου­του­μέ­νου τοὺ αἷ­μα,  ἀλ­λὰ τί τὰ θές; Δὲν πρό­λα­βα. Τοὺ εἶχι δαγ­κώ­σ’ ἀ­πουβρα­δὺς ἡ σ’­φου­ρι­α­σμέ­ν’ κι εἶ­χι πρου­χου­ρή­σ’ τοὺ δη­λη­τή­ριου. Δὲν ἤ­ξι­ρα τί­που­τα ἄλ­λου νὰ κά­μου. Για­τρὸ ποῦ νὰ τὸν ἔ­βρ’­σκις τό­τι; Σά­μα­τ’ εἴ­χα­μ’ τ’λέφου­νου ἢ σ’γκοι­νου­νί­α νὰ πά­μι στὴ Λι­βα­δειά;  Κα­θό­μα­σταν δί­πλα τ’ κὶ κλαί­γα­μ’ μα­ζὶ μ’ αὐ­τοῦνο. Μᾶς κοί­τα­γ’ ἴ­σια στὰ μά­τια σὰν ἄν­θρου­πους, μα­νού­λα μ’, κὶ μᾶς ζή­τα­γ’ βου­ή­θγεια.  Δυ­ὸ μέ­ρις ποὺ χα­ρου­πά­λευ’ δὲ βά­λα­μ’ μπου­κιὰ στοῦ στό­μα μας μὲ τοὺν μπάρ­μπα σ’. Φαρ­μα­κου­μέ­νοι κι οἱ δυ­ό. Τὰ κου­ρί­τσια τὰ εἴ­χα­μ’ μ’­κρὰ τό­τι ἀλ­λὰ ξέρ’ς πό­σου τοῦ πο­νά­γαν κι αὐ­τά; Τὰ βά­ζα­μ’ κα­βά­λα κὶ τὰ παίρ­να­μ’ κουν­τὰ στοὺ πι­ρι­βό­λ’, γιὰ νὰ μὴν εἶ­ν’ ὅ­λ’ μέ­ρα μο­να­χά τς.  Κα­θό­μ’­να κα­τά­χα­μα κι τοὺ χά­ι­δευ­α σὰ π’δί μ’ μέ­χρ’ νὰ τ’ βγεῖ ἡ ψ’­χού­λα. Τοὺ θά­ψα­μ’ στοὺ πι­ρι­βό­λ’ μας. Νά ἰ­δῶ πα­δὰ τοὺ χώ­σα­μ’ τοὺ κα­ψι­ρό. Ἒ­σκα­β’ οὑ μπάρ­μπας σ’ δυ­ὸ ὧ­ρις μὲς στοὺ λι­ου­πύ­ρ’ τοὺ λάκ­κου τ’. Τὰ π’­διὰ τοῦ ‘χα­ν’ δώ­σ’ κι ὄ­νου­μα. Ντου­ρὴ τοὺ φω­νά­ζαν κι ἂς ἦ­ταν φου­ρά­δα. Μι­τὰ εἴ­πα­μ’ Ντου­ρὴ τοὺ ἄλ­λου π’ ἀ­γόρα­σ’ οὑ μπάρ­μπας μὶ δυ­ὸ δραχ­μὲς ποὺ εἴ­χα­μ’ στὴν ἄ­κρ’ ἀ­π’ τὴ σου­δειά. Δί­χους ἄ­λου­γου δὲν ἒ­κα­ν’. Σὰν τὰ π’­διά τ’ τὰ πό­να­γ’.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Νί­κη Μπλού­τη (Λι­βα­δειά).  Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει σε­μι­νά­ρια Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς. Βι­βλί­α της: Ὅ­ταν ἡ σι­ω­πὴ μι­λά­ει στὰ ὄ­νει­ρα καὶ τὸ Κά­πο­τε… στὸν Πα­ρά­δει­σο (μυ­θι­στό­ρη­μα, Πρό­τυ­πες ἐκ­δ. Πη­γή). Τὸ κί­τρι­νο δά­νει­ο (δι­η­γή­μα­τα, 2017, Ὄ­στρια). Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ στὴν το­πι­κὴ ἐ­φη­με­ρί­δα Διάβημα.


Γιάννης Πατσώνης: Χειμωνιάτικος ἥλιος


Γιά­ννης Πα­τσώ­νης


Χει­μω­νι­ά­τι­κος ἥ­λιος


ΤΑΝ Η ΩΡΑ λί­γο προ­τοῦ κλεί­σουν τὰ μα­γα­ζιά. Με­ρι­κοὶ εἴ­χα­νε κι­ό­λας κα­τε­βά­σει τὰ κε­πέγ­κια. Βι­α­στι­κὰ ψώ­νι­ζαν οἱ τε­λευ­ταῖ­οι πε­λά­τες κι οἱ ἔμ­πο­ροι βι­α­στι­κὰ ζυ­γί­σα­νε, μὰ δὲν ἀ­κου­γό­ταν ὁ­μι­λί­ες. Μιὰ γριὰ ποὺ που­λοῦ­σε στὴ γω­νί­α μα­τσά­κια ἄ­νι­θο, με­τὰ βί­ας ἀ­νά­σαι­νε. Ὁ πά­γος εἶ­χε λι­ώ­σει πά­νω στοὺς πάγ­κους μὲ τὰ ψά­ρια καὶ τὸ νε­ρὸ κυ­λοῦ­σε ἀ­πὸ τὰ πλα­γι­α­σμέ­να μάρ­μα­ρα.

        Στὸ κα­φε­κο­πτή­ριο γύ­ρι­ζε ἡ μη­χα­νὴ ποὺ ἄ­λε­θε κα­φέ. Στὰ κρε­ο­πω­λεῖ­α χα­σά­πη­δες μὲ μα­τω­μέ­νες τὶς ἄ­σπρες τους πο­δι­ὲς ξε­κρε­μοῦ­σαν τὰ κρέ­α­τα. Πά­νω σὲ κού­τσου­ρο ἕ­νας κα­θά­ρι­ζε ἐν­τό­σθια καὶ τά ‘­ρι­χνε στὶς γά­τες. Μα­νά­βη­δες γε­μί­ζα­νε μὲ ψα­λι­δό­χορ­τα τὰ τε­λά­ρα. Ἀ­πὸ τὸ σι­νε­μὰ πού ‘­χε προ­βο­λὲς πρω­ι­νές, βγῆ­κε ὁ μη­χα­νι­κὸς νὰ ξε­μου­διά­σει. Τὰ κα­ρού­λια τῆς ται­νί­ας γυ­ρί­ζα­νε ἀ­πὸ μό­να τους. Πιὸ πο­λὺ ἀ­κου­γό­ταν ὁ θό­ρυ­βος τῆς μη­χα­νῆς πα­ρὰ τὰ λό­για τῆς ται­νί­ας – τί λό­για δη­λα­δή, πι­στο­λι­ὲς καὶ τρε­ξί­μα­τα. Ἕ­νας πω­λη­τὴς εἶ­χε ἁ­πλώ­σει πά­νω σ’ ἕ­να λυ­ό­με­νο κρε­βά­τι κο­σμή­μα­τα.

        — Ἔ­λα τι­μὲς λα­ϊ­κές, ἔ­λε­γε. Κο­χύ­λια μι­κρά, κο­χύ­λια με­γά­λα καὶ πο­λύ­χρω­μα.

        Ἕ­νας γέ­ρος ἔ­σπρω­χνε ἕ­να κα­ρο­τσά­κι. Μά­ζευ­ε ἐ­φη­με­ρί­δες, χαρ­τιά. Τρι­σή­μι­ση δραχ­μὲς τὸ κι­λὸ τὰ που­λά­ω, μ’ εἶ­πε. Ἅ­μα δὲν μοῦ τ’ ἀ­γο­ρά­ζουν, τὰ καί­ω στὴ σόμ­πα μου. Βγά­ζου­νε κά­πνα, μὰ τρα­βᾶ­νε τὴν ὑ­γρα­σί­α.

        Ἀ­πέ­ναν­τι στὰ ἀν­θο­πω­λεῖ­α ἦ­ταν πολ­λοὶ μα­ζε­μέ­νοι. Μί­α γυ­ναί­κα φώ­να­ζε. Εἶ­χε πα­ραγ­γεί­λει ἕ­να στε­φά­νι γιὰ κη­δεί­α μὰ τὰ λου­λού­δια ποὺ ἔ­βα­λε ὁ ἀν­θο­πώ­λης ἦ­ταν παρ­μέ­να ἀ­πὸ ἄλ­λες κη­δεῖ­ες. Φώ­να­ζε πὼς ἦ­ταν μα­ρα­μέ­να, ἔ­δει­χνε κλω­τσών­τας μὲ τὸ πό­δι της τὶς μὼβ ται­νί­ες. Τί νὰ τὰ κά­νω τὰ χρυ­σα­φέ­νια γράμ­μα­τα, ἔ­λε­γε, μὲ τέ­τοι­α σκου­πί­δια; Ὁ κύ­κλος γύ­ρω της στέ­νευ­ε. Κα­νέ­να λου­λού­δι δὲν χά­νε­ται, φώ­να­ζε. Ὅ­λα γί­νον­ται ξα­νὰ στε­φά­νια. Στε­φά­νια γιὰ τὰ σό­για σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Σὰ νά ‘­λε­γε κά­ποι­ο ἐ­πί­μο­νο παι­δι­κὸ τρα­γού­δι. Αὐ­τό ‘­ναι γιὰ τὰ μοῦ­τρα σας καὶ γιὰ τὰ παι­διά σας. Ὁ ἥ­λιος φα­νέ­ρω­νε στὸ πρό­σω­πό της κη­λί­δες, μου­τζοῦ­ρες ἤ­τα­νε; ἀ­πὸ κλά­μα­τα; Πάν­τως πρό­σε­ξα πὼς πά­νω στὰ μαῦ­ρα της ροῦ­χα εἶ­χε στα­γό­νες καὶ δα­χτυ­λι­ὲς ἀ­πὸ σκο­νι­σμέ­να χέ­ρια.

        Προ­χώ­ρη­σα γιὰ νὰ φύ­γω. Πά­νω σ’ ἕ­να κα­ρό­τσι ποὺ κυ­λοῦ­σε μὲ ρό­δες, γυ­ρί­ζα­νε κα­σέ­τες. Ἕ­να τρα­γού­δι ἔ­φτα­νε. Ἴ­σως ν’ ἀλ­λά­ξεις κά­πο­τε μὰ ἐ­μέ­να πιὰ μὲ χά­νεις.

        Πῆ­ρα τὸ ἀ­στι­κό. Ἀ­πὸ τὸ Στρα­τη­γεῖ­ο ἀ­νέ­βη­καν δυ­ὸ στρα­τι­ῶ­τες. Κά­τι λέ­γα­νε γιὰ τὸν σκο­πὸ στὴν πύ­λη ποὺ δὲν χαι­ρέ­τη­σε κι ἔ­φα­γε φυ­λα­κὴ ἢ ποὺ χαι­ρέ­τη­σε ἀλ­λὰ δὲν φώ­να­ξε δυ­να­τά, κά­τι τέ­τοι­ο. Κα­θή­σα­νε δί­πλα ἀ­πὸ τὸν εἰ­σπρά­χτο­ρα. Σὲ λί­γο πι­ά­σα­νε συ­ζή­τη­ση γιὰ τὰ ἀ­θλη­τι­κά. Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἔ­βγα­λε μιὰ ἐ­φη­με­ρί­δα καὶ χτυ­πών­τας την, ἐ­δῶ ρέ, φώ­να­ζε, ἐ­δῶ θὰ γί­νει ὁ τά­φος σας. Οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λοῦ­σαν, ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας εἶ­χε σω­πά­σει μὰ ξαφ­νι­κὰ φώ­να­ξε, ἕ­να βῆ­μα, ἕ­να βῆ­μα μπρο­στά. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­νας ὄρ­θιος στὸν δι­ά­δρο­μο γιὰ νὰ προ­χω­ρή­σει κι οἱ στρα­τι­ῶ­τες γε­λά­σα­νε πιὸ δυ­να­τὰ αὐ­τὴ τὴν φο­ρά. Σι­γὰ-σι­γά, ἀ­δειά­σαν κι οἱ θέ­σεις. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι κα­τέ­βη­καν στὴν στά­ση Πα­λαι­ὰ Δι­κα­στή­ρια. Κοί­τα­ξα ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν οὔ­τε πα­λιὰ οὔ­τε και­νούρ­για κτί­ρια. Μιὰ πλα­τεί­α σκαμ­μέ­νη μό­νο, φραγ­μέ­νη μὲ κόν­τρα πλα­κὲ καὶ πα­νιὰ ἀ­πὸ τσου­βά­λια. Σκά­βον­τας γιὰ θε­μέ­λια εἴ­χα­νε βρεῖ νε­ρὸ γι’ αὐ­τὸ καὶ τὴν κλεί­σα­νε. Ὅ­πως μὲ τοὺς ἀρ­ρώ­στους π’ ἀ­νοί­γον­τας τὴν κοι­λιὰ τους βρί­σκουν με­τα­στά­σεις. Τοὺς κλεί­νουν καὶ τοὺς στέλ­νουν σπί­τι γιὰ νὰ πε­θά­νουν. Κά­πο­τε θὰ χτι­στεῖ ἡ πλα­τεί­α κι αὐ­τοὶ θὰ ‘­χουν πε­θά­νει.

        Ὁ εἰ­σπρά­χτο­ρας ἅ­πλω­σε μπρο­στά του μιὰ πε­τσέ­τα κι ἔ­τρω­γε ψω­μὶ μὲ στα­φί­δες. Πό­σες στά­σεις ἔ­χει μέ­χρι τὸ τέρ­μα; τὸν ρώ­τη­σα. Πά­τη­σε ἕ­να κουμ­πί, ἄ­νοι­ξε ἡ πί­σω πόρ­τα καὶ κα­τέ­βη­κε ἐ­νῶ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­κό­μη ἔ­τρε­χε. Τὸν εἶ­δα νὰ τρε­κλί­ζει γιὰ λί­γο ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­τά­χυν­ση. Ὁ ὁ­δη­γὸς ἔ­κα­νε ἕ­να κύ­κλο γύ­ρω ἀ­πὸ μιὰ τρι­γω­νι­κὴ νη­σί­δα καὶ φρε­νά­ρι­σε ἀ­πό­το­μα.

        — Τέρ­μα κύ­ριος, μοῦ εἶ­πε κοι­τά­ζον­τάς με μέ­σα ἀ­πὸ τὸν κα­θρέ­φτη.

        Κα­τέ­βη­κα. Ἦ­ταν τὸ τέρ­μα;

        Ὁ ἥ­λιος σὲ τύ­φλω­νε. Τὸ κρύ­ο τρυ­ποῦ­σε τὰ κόκ­κα­λα.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­βος, Ἀ­θή­να, 1982).

Γιά­ννης Πα­τσώ­νης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1950). Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ ΑΠΘ καὶ τε­λεί­ω­σε τὴ Σχο­λὴ Νη­πι­α­γω­γῶν. Εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Παι­δι­α­τρι­­κή. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Κυ­λι­ό­με­νες σκά­λες (ἐκδ. Κάλ­­­βος, Ἀ­θή­να, 1982), Τὰ μά­τια τῶν πε­ρα­στι­κῶν (ἐκδ. Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1984), Σκεῦος μετανοίας (ἐκδ. ἐν Πλῷ, Ἀ­θή­να, 2017) καὶ Ἀνεμοδεῖκτες στὴν Ἑπτάλοφο (ἐκδ. Καστανιώτης, Ἀ­θή­να, 2019).


Σπῦρος Κιοσσὲς: Συνεύρεση


Σπῦ­ρος Κι­οσ­σές


Συ­νεύ­ρε­ση


ΑΚΤΟΠΟΙΩ λί­γες ἀ­κό­μη ἐκ­κρε­μό­τη­τές μου στὸ χαρ­τί. Ἡ ἴ­δια ἡ γρα­φὴ μιὰ ἀ­τέρ­μο­νη ἐκ­κρε­μό­τη­τα. Λερ­ναί­α Ὕ­δρα. Γρά­φω, δι­α­γρά­φω, καὶ πά­λι ἀπ’ τὴν ἀρ­χή. Μί­τος ἀρ­χέ­γο­νος, ψά­χνω ἐ­να­γώ­νια τὴν ἄ­κρη του. Ἕ­να τε­τρά­διο πάν­τα κον­τά σου, ἀ­κό­μη καὶ στὸν ὕ­πνο – λέ­νε. Πο­τὲ δὲν ξέ­ρεις πό­τε θὰ σοῦ χτυ­πή­σει ἡ ἔμ­πνευ­ση. Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα, πόρ­τες, πα­ρά­θυ­ρα, οἱ αἰ­σθή­σεις μου, ὅ­λα ἀ­νοιγ­μέ­να δι­ά­πλα­τα. Πό­ροι ποὺ ὣς τώ­ρα λει­τουρ­γοῦ­νε μό­νο ὡς ἔ­ξο­δοι. Ἀ­φή­νουν νὰ δι­α­χέ­ε­ται ἡ ὕ­παρ­ξή μου. Στὸ ἔ­ξω νὰ σκορ­πί­ζε­ται. Κι ἐ­γώ, ὁ­λο­έ­να μι­κρό­τε­ρος, κρα­τά­ω τὰ δά­χτυ­λα ἀ­νοι­χτά, μή­πως συλ­λά­βουν τὸ νό­η­μα τοῦ κό­σμου. Ὅ­λο μου τὸ κορ­μὶ ἀν­τέ­να ὑ­ψω­μέ­νη στὸ χά­ος. Σι­ω­πή. Λή­ψη κα­μί­α. Τὸ ἀ­πό­λυ­το τί­πο­τε. Οὔ­τε κὰν τὸ λευ­κό τῆς σε­λί­δας. Παν­τοῦ γκρί­ζες ἀ­μυ­χὲς ἀ­πὸ μο­λύ­βι, ποὺ ξε­θω­ριά­ζουν μέ­ρα τὴ μέ­ρα. Γρα­φο­μα­νής, γε­μί­ζω ἀ­σφυ­κτι­κὰ τε­τρά­δια, χαρ­τιά, χαρ­το­πε­τσέ­τες, μὰ οὔ­τε μιὰ φρά­ση ἁρ­μο­νι­κὴ δὲν σύν­τα­ξα. Πα­ρα­φω­νί­α λέ­ξε­ων σὲ ἂ ἔ­λασ­σον. Ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος, ἐ­λάσ­σων κι ἐ­γώ, ἁ­πλώ­νω τὸ χέ­ρι νὰ σβή­σω τὴ λάμ­πα στὸ κο­μο­δί­νο.

        Σ’ ἀγ­γί­ζω ἄ­θε­λά μου. Οὔ­τε θυ­μό­μουν πὼς ἤ­σουν ἐ­κεῖ. Σὲ εἶ­χα ξε­χά­σει ἐ­δῶ καὶ μέ­ρες ξα­πλω­μέ­νη μὲς στὰ σκε­πά­σμα­τα. Μὲ πε­ρι­μέ­νεις μὲ τὴν ἡ­δο­νι­κὴ ἠ­ρε­μί­α τῆς αὐ­τε­πί­γνω­σης. Χα­ϊ­δεύ­ω ἁ­πα­λὰ τὴ ρά­χη σου μὲ τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λα. Εἴ­μα­στε δι­α­φο­ρε­τι­κοί, μοῦ λὲς αὐ­τά­ρε­σκα. Ἐ­σὺ ἐ­παρ­χι­ώ­της ποι­η­τής. Ἐ­μέ­να θὰ μὲ βρεῖς σ’ ἀν­θο­λο­γί­ες παγ­κό­σμι­ες. Μὰ μὴ σὲ νοιά­ζει. Τί ὠ­φε­λεῖ ἡ ὁ­μοι­ό­τη­τα; Ἔ­λα νὰ πο­λε­μή­σου­με. Ρό­λους νὰ ἀλ­λά­ζου­με, τὴ μιὰ θύ­της, θύ­μα τὴν ἄλ­λη. Μί­λα μου, μό­νο. Πό­σο μ’ ἀ­ρέ­σει νὰ γε­λι­έ­μαι μὲ τὰ λό­για. Ὅ­πως ἐ­πι­θυ­μεῖς ἀ­γά­πα με. Τί μὲ κοι­τᾶς; Λύ­πη ἔ­χω στὰ μά­τια, ὄ­χι λύ­πη­ση. Κρυ­ώ­νεις;  Ἔ­χου­με τό­σες λέ­ξεις γιὰ προ­σά­ναμ­μα.

        Κά­να­με ποί­η­ση ὅ­λο το βρά­δυ. Δί­πλα μου, ὅ­ταν ξη­μέ­ρω­σε, ἕ­να βι­βλί­ο σὲ γλώσ­σα ξέ­νη. Δι­α­βά­ζω τὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο συλ­λα­βι­στά: Ма­рина И­ва­но­вна Цве­та­е­ва. По­э­мы.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Σπῦ­ρος Κι­οσ­σές. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἀ­ρι­στο­τε­λεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ στὸ Τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Δη­μο­κρι­τεί­ου Πα­νε­πι­στη­μί­ου Θρά­κης. Βι­βλί­α του: Εἰ­σα­γω­γὴ στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ ἀ­νά­γνω­ση καὶ γρα­φὴ τοῦ πε­ζοῦ λό­γου: Ἡ συμ­βο­λὴ τῆς ἀ­φη­γη­μα­το­λο­γί­ας (Ἀ­θή­να, 2018) καὶ Τὸ κά­τω κά­τω τῆς γρα­φῆς (ποί­η­ση, Με­λά­νι, 2018).