Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός: Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός


Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ


ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ προ­σε­κτι­κά. Αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να, μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα. Μ’ ὅ­λες τὶς αἰ­σθή­σεις. Εὐ­αί­σθη­το θέ­μα, κρέ­μο­μαι ἀ­π’ τὰ χεί­λη τους, εἶ­ναι εἰ­δι­κοί. Κα­λε­σμέ­νοι σὲ τη­λε­ο­πτι­κὴ ἐκ­πομ­πή, συ­ζη­τοῦν γιὰ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῶν νέ­ων στὶς μέ­ρες μας. Ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν πολ­λοὺς κιν­δύ­νους. Εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Ἴν­τερ­νετ, ἀ­δη­φά­γο σερ­φά­ρι­σμα, παι­χνί­δια τρισ­δι­ά­στα­τα, κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α. Μέ­σα σ’ ὅ­λα, μέ­σα ζων­τα­νά. Δυ­σκο­λεύ­ον­ται ὅ­μως νὰ δρά­σουν μέ­σα στὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Στὸ πά­νελ κι ἕ­νας ἀν­τι­δρα­στι­κός, ἀμ­φι­σβη­τί­ας. Ἕ­νας γο­νιός, μὴ κα­ταρ­τι­σμέ­νος ἐ­πι­στη­μο­νι­κά. Ὀ­νο­μά­ζει τὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, φαι­νο­με­νι­κή. Μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ή του, τοῦ φαί­νε­ται σὰν κά­τι νὰ κρύ­βε­ται. Σὰ νὰ τὴ χά­νει. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Συ­νε­χί­ζει, μὲ τράκ. Βι­ώ­νου­με τὸ εὔ­κο­λο πρῶ­το πλά­νο, αὐ­τὸ ποὺ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ τοὺς εἰ­κο­νι­κοὺς σκη­νο­θέ­τες τῆς ζω­ῆς, αὐ­τοὺς ποὺ πα­ρα­πλα­νοῦν ἠ­θο­ποι­ούς, πά­σης κα­τη­γο­ρί­ας θε­α­τὲς κι ἄλ­λους συν­τε­λε­στές. Χρει­ά­ζε­ται ἀ­δι­ά­κο­πη προ­σπά­θεια, ἐ­ξάν­τλη­ση ὅ­λων τῶν χρο­νι­κῶν πε­ρι­θω­ρί­ων, γιὰ νὰ γνω­ρί­σεις τὸν συ­νάν­θρω­πο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νεις, νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖς. Νὰ φτά­σεις στὸ με­δού­λι. Τὸ ἴ­διο καὶ γιὰ τὴ ζω­ή. Ὅ­σα καὶ νὰ φα­νε­ρώ­νεις ἀ­πὸ δαύ­τη, θὰ συ­νε­χί­ζει νὰ κρύ­βε­ται κι ἐ­σὺ νὰ προ­σπα­θεῖς μπᾶς καὶ κα­τα­λά­βεις τί κα­πνὸ φου­μά­ρει. Χω­ρὶς νὰ εἶ­σαι πο­τὲ σί­γου­ρος γιὰ τὴν κρί­ση σου, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς προ­σπά­θειάς σου. Γιὰ ὅ­λους καὶ ὅ­λα. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Ἐ­κεῖ­νος μὲ κόκ­κι­να μά­γου­λα, πρώ­τη φο­ρὰ στὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ το­πί­ο.

       Κα­λού­τσι­κος. Δι­ά­βα­ζα τὶς προ­άλ­λες σ’ ἕ­να βι­βλί­ο ἀ­στρο­φυ­σι­κῆς ὅ­τι τὸ φῶς ποὺ βλέ­που­με ἀ­πὸ κά­θε ἀ­στέ­ρι εἶ­ναι πα­ρελ­θόν­τος χρό­νου. Πολ­λὰ βρί­σκον­ται ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἔ­τη φω­τὸς μα­κριά μας. Πα­ρὰ τὴν τα­χύ­τη­τα τοῦ φω­τὸς μὲ τὴν ὁ­ποί­α τα­ξι­δεύ­ει ἡ λάμ­ψη τους ἐ­μεῖς τὴν βλέ­που­με τώ­ρα. Ἡ λάμ­ψη αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ δη­λώ­νει ὅ­τι πράγ­μα­τι ζοῦν. Μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι. Βλέ­που­με, στὸ πα­ρόν, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν τους ποὺ τα­ξι­δεύ­ει στὸ μέλ­λον, χω­ρὶς νὰ εἴ­μα­στε σί­γου­ροι σὲ τί κα­τά­στα­ση βρί­σκον­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ καὶ πι­θα­νὸν νὰ μὴν τὸ μά­θου­με πο­τέ. Εἶ­ναι καὶ τὰ πε­φτα­στέ­ρια. Γι­νό­μα­στε θι­α­σῶ­τες τῆς στιγ­μῆς ποὺ σβή­νουν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζου­με τὴ χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του τους.

       Μπέρ­δε­μα. Οἱ εἰ­δι­κοὶ ψυ­χο­λό­γοι μι­λοῦν γιὰ τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας, ποὺ ἐγ­κλω­βί­ζει τοὺς νέ­ους. Οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες τῆς ἑρ­μη­νεί­ας τοῦ σύμ­παν­τος μᾶς ἐ­νη­με­ρώ­νουν ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ φαί­νε­ται δὲν εἶ­ναι σὲ πραγ­μα­τι­κὸ χρό­νο, ὅ­τι ἡ δρά­ση στὴν τρέ­χου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ φαι­νο­με­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται ὁ ἀν­τι­δρα­στι­κός; Συμ­βαί­νει κά­τι ἄλ­λο; Μή­πως δι­α­φεύ­γει, γιὰ κά­ποι­ους λό­γους, μιὰ λαν­θά­νου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

       Μᾶς λέ­νε, δη­λα­δή, ὅ­τι ἂν ὁ ἄν­θρω­πος κα­τοι­κή­σει τώ­ρα σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες καὶ προ­σπα­θή­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ νὰ με­λε­τή­σει τὸ φῶς τῆς γῆς καὶ τῶν νέ­ων της, θὰ λά­βει μιὰ πλα­σμα­τι­κὴ εἰ­κό­να. Ἔ­τσι, ἡ εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α οἱ εἰ­δι­κοὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ζοῦν οἱ νέ­οι σή­με­ρα, θὰ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ εἶ­ναι μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ θὰ τὴ βλέ­πουν στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες δί­χως, ὅ­μως, νὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ται μα­ζὶ καὶ οἱ συ­νέ­πει­ες τῶν πρά­ξε­ων τῶν νέ­ων τοῦ δι­κοῦ μας πλα­νή­τη. Μή­πως οἱ νέ­οι δι­αι­σθά­νον­ται ἢ γνω­ρί­ζουν κά­τι πα­ρα­πά­νω;

       Πῶς νὰ μὴ μπερ­δέ­ψουν οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες ὄ­χι μό­νο τοὺς νέ­ους ἀλ­λὰ ὅ­λους; Ἂς ἀ­πευ­θυν­θοῦ­με κα­λύ­τε­ρα στοὺς εἰ­δι­κούς, ποὺ γνω­ρί­ζουν ἄ­ρι­στα τὴν ψυ­χο­λο­γί­α νέ­ων, ἐ­φή­βων καὶ παι­δι­ῶν. Ἂς συμ­με­ρι­στοῦ­με τὴν ἀ­λη­θι­νή, ἐ­πι­στη­μο­νι­κή, θλι­βε­ρή τους δι­α­πί­στω­ση, ὅ­πως τὴν δι­α­τυ­πώ­νουν, τώ­ρα δά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ο­πτι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­τι οἱ νέ­οι βι­ώ­νουν τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Μό­λις, ὅ­μως, ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς πα­νε­πι­στη­μί­ου σὲ ἄλ­λη ἐκ­πομ­πή. Λέ­ει ὅ­τι ἐ­μεῖς, τὰ τα­πει­νὰ ὄν­τα, ποὺ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μό­νο τὸ τρισ­δι­ά­στα­το σύμ­παν, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἐ­πω­φε­λη­θοῦ­με τῶν πλε­ο­νε­κτη­μά­των τῆς τα­χύ­τη­τας τοῦ φω­τὸς καὶ νὰ κι­νη­θοῦ­με ἀ­νά­λο­γα, θὰ πρέ­πει πρῶ­τα ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι νὰ γί­νου­με φῶς. Αὐ­τό, μὲ τὰ πολ­λὰ χρώ­μα­τα. Μπλέ, πρά­σι­νο, Κόκ­κι­νο. Ἀ­γα­πῶ τοὺς ἀ­στρο­φυ­σι­κούς. Τὶς ἐ­πι­στῆ­μες ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ σύμ­παν­τος. Εἶ­ναι σὰν πα­ρα­μύ­θι. Ἀ­πὸ μι­κρὸς ἤ­θε­λα κι ἐ­γὼ νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ, δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ἐλ­πί­ζω νὰ γνω­ρί­σω κά­ποι­ον ἀ­πὸ κον­τά. Νὰ τοῦ πῶ γιὰ τὰ τα­ξί­δια τοῦ νοῦ ποὺ μοῦ χα­ρί­ζει. Νὰ τοῦ πῶ πὼς ἐλ­πί­ζω κι ἐ­γὼ σὲ μιὰ φω­τει­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τὴν πε­ρί­με­να πῶς καὶ πῶς κι ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ τὴν προ­σμέ­νω, πί­νον­τας τὸ πρω­ι­νό μου κα­φε­δά­κι, δου­λεύ­ον­τας, πη­γαί­νον­τας τὰ παι­διὰ στὸ σχο­λεῖ­ο, κά­νον­τας βόλ­τες μα­ζί τους στὴ θά­λασ­σα καὶ στὸ βου­νό, βγά­ζον­τας βόλ­τα τὸ σκύ­λο, παί­ζον­τας παι­χνί­δια τε­χνο­λο­γί­ας, σερ­φά­ρον­τας στὸ ἴν­τερ­νετ καὶ σχο­λι­ά­ζον­τας στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α, δι­α­βά­ζον­τας πα­ρα­μύ­θια, συ­ζη­τών­τας ἄλ­λο­τε γιὰ τὸ σά­κο καὶ τὰ ἀ­θλη­τι­κὰ πα­πού­τσια ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς ἀ­γο­ρά­σω καὶ τώ­ρα γιὰ τὶς σπου­δές τους, λέ­γον­τάς τους πό­σο πο­λύ τα ἀ­γα­πῶ, τὴν προ­σμέ­νω πνιγ­μέ­νος στὰ φι­λιά τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ θυ­μί­ζουν ὅ­τι δὲ θέ­λουν νὰ χά­σουν τὸ φῶς τους. Εἶ­ναι ἀ­γρί­μια, ἀν­τι­δροῦν. Σὲ ὅ­λα. Γιὰ νὰ μὴν ἐ­ξη­με­ρω­θοῦν. Γιὰ νὰ μὴ χά­σουν τὸ φῶς τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι μέ­σα τους. Μοῦ θυ­μί­ζουν τὸ δι­κό μου παι­δι­κὸ φῶς. Μοῦ θυ­μί­ζουν τί πρέ­πει ν’ ἀλ­λά­ξω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ ΑΠΘ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς δι­α­φή­μι­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νη­σί­δες, 2009).



		

	

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης: Ἡ ἀ­γο­ρά



Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης


Ἡ ἀ­γο­ρά


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ εἶ­ναι χτι­σμέ­νο στὴν ἄ­κρη τῆς πό­λης. Θε­ω­ροῦ­μαι ὁ πιὸ ἐ­πι­φα­νὴς πο­λί­της της καί, γι’ αὐ­τὸν ἀ­κρι­βῶς τὸ λό­γο, εἶ­μαι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος νὰ ξε­χω­ρί­ζω πιὸ κα­θα­ρὰ ἀ­πὸ ὅ­λους τὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἀ­πὸ τὴ δη­μό­σια ὕ­παρ­ξή μου. Ἔ­χω τὴν τι­μὴ νὰ δι­α­κη­ρύτ­τω ὅ­τι τὰ τεί­χη τῆς πό­λης εἶ­ναι χτι­σμέ­να γιὰ μέ­να. Αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου σχῆ­μα λό­γου, ἀ­φοῦ τὸ σπί­τι μου εἶ­ναι τὸ μό­νο ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­νά­με­σα στὶς δυ­ὸ σει­ρὲς ἀ­πὸ τεί­χη ποὺ προ­στα­τεύ­ουν τὴν πό­λη μας. Πολ­λοὶ ἀ­γω­νί­στη­καν μὲ αἷ­μα γιὰ τὴν κυ­ρι­ό­τη­τα αὐ­τοῦ τοῦ χώ­ρου, ὅ­μως μό­νο ἐ­γώ, τώ­ρα ποὺ ἔ­χει ἐ­πι­κρα­τή­σει ἡ εἰ­ρή­νη καὶ ἡ τά­ξη, μπο­ρῶ νὰ νι­ώ­θω ἥ­συ­χος ὅ­τι προ­στα­τεύ­ο­μαι καὶ ἀ­πὸ τὶς δύ­ο πλευ­ρές· ὅ­πο­τε βέ­βαι­α ἀ­πο­σύ­ρο­μαι γιὰ νὰ ἡ­συ­χά­σω.

       Για­τὶ τὸ κα­θη­με­ρι­νό μου σπί­τι εἶ­ναι ἡ Ἀ­γο­ρά: εἶ­μαι δη­μό­σιο πρό­σω­πο. Ἔ­χω ἐ­πα­φὲς σὲ ὅ­λα τα νευ­ραλ­γι­κὰ ση­μεῖ­α τῆς πό­λης. Τυ­χὸν ἀ­που­σί­α μου θὰ ἦ­ταν κα­τα­στρο­φι­κὴ γιὰ τοὺς ρυθ­μούς της. Ἡ πα­ρου­σί­α μου, ἀν­τί­θε­τα, ἀ­ναγ­γέλ­λε­ται κα­θη­με­ρι­νὰ μὲ σάλ­πιγ­γες – ἐ­κεῖ δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χει ἡ­συ­χί­α: «οὔου­ου! πάρ­τε θέ­σεις σὲ κά­θε γω­νί­α κόμ­βο δη­μό­σιο κτί­ριο· για­τὶ ἡ μέ­ρα μου ἀρ­χί­ζει.» (Κά­πο­τε βλέ­πω νὰ στέ­κε­ται πει­θή­νια, κολ­λη­τὰ στὸ τεῖ­χος, ἕ­νας ἄν­δρας ἐν­τε­λῶς ἴ­διος μὲ μέ­να, του­λά­χι­στον ὅ­πως μπο­ρῶ νὰ δι­α­κρί­νω ἀ­πὸ τὴ μι­σο­γυ­ρι­σμέ­νη πλά­τη του. Τὸ αὐ­τί του, ἴ­διο βέ­βαι­α μὲ τὸ δι­κό μου, εἶ­ναι ὅ­μως ὑ­γρό, δι­ά­φα­νο. Ἂν καὶ εἶ­ναι ἀ­κί­νη­τος, δυ­σκο­λεύ­ο­μαι νὰ ἀ­πο­φύ­γω τὴν πα­ρου­σί­α του. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς ἀ­ναγ­κά­ζο­μαι νὰ πε­ρά­σω ἀ­πὸ μέ­σα του – φρί­κη.)

       Ἡ ἔν­το­νη δρα­στη­ρι­ό­τη­τά μου προ­σφέ­ρει εὐ­ε­ξί­α· βρί­σκο­μαι δια­ρκῶς σὲ κί­νη­ση. Τυ­χὸν κα­κο­δι­α­θε­σί­α μου ἀ­πο­τε­λεῖ γε­γο­νὸς γιὰ ὅ­λο τὸν πε­ρί­γυ­ρο, τρό­μο γιὰ τοὺς πο­λί­τες. Ἡ ἀ­ναγ­καί­α αὐ­τὴ πα­ρέν­θε­ση στὴν ἐ­νερ­γη­τι­κό­τη­τά μου εἶ­ναι δυ­στυ­χῶς συ­χνὸ φαι­νό­με­νο, καὶ ὀ­φεί­λε­ται στὸν ἴ­διο πάν­τα λό­γο: μιὰ ἀ­πε­ρί­γρα­πτη ἐ­νό­χλη­ση στὸ στο­μά­χι, δαί­μο­νας ποὺ μὲ δι­α­περ­νᾶ ἀ­κρι­βῶς τὴν ὥ­ρα τῆς ἀ­πό­λαυ­σης, ἀ­μέ­σως με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να πλού­σιο γεῦ­μα, κα­θὼς οἱ ἐ­κλε­κτὲς τρο­φὲς με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἐ­νο­χλη­τι­κὸ σω­ρὸ ἀ­πὸ σκου­πί­δια.

       Ἔ­χω πάν­τως συ­νε­χῶς, καὶ κα­τ’ ἀ­νάγ­κη, νέ­α σχέ­δια. Ἐν­νο­εῖ­ται πὼς τὰ σχέ­διά μου ἀ­φο­ροῦν καὶ ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους· ἡ πό­λη πρέ­πει νὰ βρί­σκε­ται σὲ δια­ρκῆ κί­νη­ση γιὰ νὰ δι­α­τη­ρῶ τὴ θέ­ση μου. Ἐ­ξάλ­λου, δὲν κιν­δυ­νεύω ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ποὺ μὲ ἐ­χθρεύ­ον­ται για­τὶ εἶ­μαι εὐ­έ­λι­κτος στὴν Ἀ­γο­ρά: κά­θε μέ­ρα ἔ­χω ἀ­γο­ρα­στεῖ καὶ που­λη­θεῖ ἀ­μέ­τρη­τες φο­ρές.

       Τὸ βρα­δά­κι, πάν­τως, ἀ­πο­σύ­ρο­μαι στὸ κα­τα­φύ­γιό μου. Αὔ­ριο τὸ πρω­ὶ τὸ μυα­λό μου θὰ ἔ­χει κα­θα­ρί­σει: δὲ θὰ θυ­μᾶ­μαι τί­πο­τε. Για­τὶ κά­θε νύ­χτα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἡ ἴ­δια εἰ­κό­να. Τὸ κρε­βά­τι μου βρί­σκε­ται ἀ­κρι­βῶς στὴ βά­ση ἀ­πὸ ὅ­που ξε­κι­νοῦν τὰ δύ­ο ψη­λὰ τεί­χη. Μό­λις ὅ­μως ξα­πλώ­σω, ἄ­γνω­στο ἀ­πὸ ποῦ, δε­κά­δες βέ­λη μὲ ση­μα­δεύ­ουν κα­τευ­θεῖ­αν στὴν καρ­διά.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης (Ἀ­θή­να, 1968, μὲ κα­τα­γω­γὴ ἀ­πὸ τὴν Ἱ­ε­ρά­πε­τρα Κρή­της καὶ τὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη). Ἔ­χει ζή­σει καὶ ἐρ­γα­στεῖ ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὸς σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ἀ­να­γνώ­ρι­ση ἐ­δά­φους καὶ ἄλ­λα ποι­ή­μα­τα (Πλα­νό­διον, 2009) καὶ Τε­λευ­ταί­α ἐ­πο­χή (Θρά­κα, 2016). Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἐκ­δο­θεῖ καὶ μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ πε­ζὰ κεί­με­νά του (νου­βέ­λες καὶ δι­η­γή­μα­τα): Ἑ­πτὰ σπί­τια, ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση, 2016. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον, Πόρ­φυ­ρας, Κου­κού­τσι κ.ἀ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει γιὰ τὶς ἐκ­δό­σεις Πα­τά­κη τὰ βι­βλί­α: Ὁ να­ὸς τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λὴμ τοῦ Simon Goldhill, Ἡ ὡ­ραί­α Ἑ­λέ­νη τῆς Bettany Hughes (μα­ζὶ μὲ τὸν Μά­νο Κον­τά­κη) καὶ Τρεῖς μέ­ρες στὴν Ἀ­βά­να τοῦ Robert A. McCabe. Ἐ­πί­σης, ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ γερ­μα­νι­κή, τὴν ἰ­τα­λι­κὴ καὶ τὴν ἀγ­γλι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Θανατόριο



Νάνσυ Ἀγγελῆ


Θανατόριο


ΕΝ ΑΡΧΗι ἦν ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α.

       Δὲν ξέ­ρω κὰν ποιό εἶ­ναι τὸ σω­στὸ ὄ­νο­μα γι’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν με­γά­λων πό­λε­ων συγ­κεν­τρώ­νον­ται γιὰ νὰ κλά­ψουν, γιὰ νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σουν αὐ­τὸν ποὺ φεύ­γει. Δὲν ξέ­ρω κὰν ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να σω­στὸ ὄ­νο­μα γιὰ τὰ μέ­ρη αὐ­τὰ ἢ ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χουν τὰ μέ­ρη αὐ­τά, ἐ­κτὸς ἂν πρό­κει­ται γιὰ τὴν αὐ­λὴ ἑ­νὸς σπι­τιοῦ ἢ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ἑ­νὸς σπι­τιοῦ, αὐ­τοῦ τοῦ σπι­τιοῦ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­ζη­σε, ὅ­σο ἦ­ταν ζων­τα­νός, ὁ νε­κρὸς καὶ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ συ­νε­χί­σουν νὰ ζοῦν αὐ­τοὶ ποὺ θὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ θυ­μοῦν­ται αὐ­τὸν ποὺ ἔ­φυ­γε, τὸ κρε­βά­τι πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο κοι­μό­ταν, οἱ κουρ­τί­νες ποὺ ἀ­νοί­γον­ταν κά­θε πρω­ί, ἡ κού­πα τοῦ κα­φέ, ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα ποὺ τρί­ζει.

       Τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει μέ­σα στὰ μον­τέρ­να, δυ­τι­κὰ νε­κρο­το­μεῖ­α. «Νε­κρο­το­μεῖ­ο» εἶ­ναι ἄλ­λο ἕ­να πι­θα­νὸ ὄ­νο­μα γι’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη, ἂν καὶ μᾶλ­λον ὄ­χι ἀρ­κε­τὸ ἢ ἀρ­κε­τὰ σω­στό. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α τὸ ὄ­νο­μα, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ με­τά­φρα­σή του, ση­μα­σί­α ἔ­χει ἡ αἴ­σθη­ση κι ἄλ­λω­στε δὲν παύ­ει νὰ εἶ­ναι «θά­να­τος» τὸ ὄ­νο­μα σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, σὲ κά­θε γλώσ­σα κι ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ σκέ­ψεις μοῦ ἦρ­θαν στὸ μυα­λὸ μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το κα­θὼς δι­α­σχί­ζα­με τὴν Λε­ω­φό­ρο τῆς Νί­κης, «Ἀ­βε­νί­δα ντὲ λὰ Βι­κτώ­ρια». Ἐ­σὺ καὶ γὼ μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ ρά­διο ἀ­νοι­χτό, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­πί­σης, τὸ μό­νο σχε­τι­κὸ μὲ τὸ θά­να­το ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν ἡ ζέ­στη, μιὰ ζέ­στη τοῦ θα­να­τᾶ ποὺ ἔ­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα. Κι ἔ­τσι ὅ­πως γλι­στροῦ­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το πά­νω στὴν καυ­τὴ ἄ­σφαλ­το, νο­μί­ζω μᾶς ἔ­πι­α­σε κά­ποι­ο φά­να­ρι, εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτο, πάν­τα ὑ­πάρ­χουν φα­νά­ρια στὶς λε­ω­φό­ρους, πάν­τα κά­τι σοῦ κό­βει τὴ φό­ρα, καὶ τό­τε τὸ βλέμ­μα μου ἀ­νυ­ψώ­θη­κε, ἔ­πε­σε πά­νω στὴν δι­α­φη­μι­στι­κὴ ἐ­πι­γρα­φή, κόκ­κι­να γράμ­μα­τα γραμ­μέ­να μὲ χον­τρὸ πι­νέ­λο πά­νω στὸν γυ­μνὸ τοῖ­χο ἑ­νὸς ἐγ­κα­τα­λε­λει­μέ­νου βι­ο­μη­χα­νι­κοῦ κτη­ρί­ου. Ἔ­λε­γε: «Ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἡ ἀ­σφα­λι­στι­κή σας ἑ­ται­ρί­α δὲν σᾶς ἄ­φη­σε νὰ ἐ­πι­λέ­ξε­τε τὸ θα­να­τό­ριο τῆς ἀ­ρε­σκεί­ας σας;». Ὑ­πάρ­χουν θα­να­τό­ρια γιὰ ὅ­λα τὰ γοῦ­στα μοῦ λὲς κι αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ο δυ­στο­πι­κὸ μέλ­λον, μὰ τὸ πα­ρόν. Ὑ­πάρ­χουν «θα­να­τό­ρια ἀ­ρε­σκεί­ας» καὶ «θα­να­τό­ρια μὴ ἀ­ρε­σκεί­ας» κα­τὰ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ ὑ­πάρ­χουν ἀ­σφα­λι­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες γιὰ ὅ­λα τὰ βα­λάν­τια καὶ γοῦ­στα, ἢ νε­κροὶ κά­θε τύ­που, ποι­ό­τη­τος, χρώ­μα­τος. Ὅ­λα μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἀν­τι­κεί­με­νο ἐ­πι­λο­γῆς καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια δι­α­φη­μι­στι­κῆς καμ­πά­νιας σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­ρὸν ποὺ μοιά­ζει μὲ δυ­στο­πι­κὸ μέλ­λον, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­ρόν. Ὑ­πάρ­χει δη­λα­δή, σκέ­φτο­μαι, μιὰ ἀ­πό­λυ­τα μὴ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μη πλευ­ρὰ τοῦ θα­νά­του, ἡ ἀ­πώ­λεια κα­θαυ­τή, κι ὑ­πάρ­χουν τό­σες ἄλ­λες πλευ­ρὲς τοῦ θα­νά­του ἀ­πό­λυ­τα δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μες ἐ­δῶ, τώ­ρα, σ’ ὅ­λες τὶς σύγ­χρο­νες δυ­τι­κὲς κοι­νω­νί­ες καὶ ἡ ἐ­πι­λο­γὴ θα­να­το­ρί­ου εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ ἀ­π’ αὐ­τές. Κά­θε θα­να­τό­ριο ἔ­χει τὸν δι­κό του κα­τά­λο­γο ὑ­πη­ρε­σι­ῶν καὶ τι­μῶν ἀ­κό­μα καὶ τὴν δι­κή του ἱ­στο­σε­λί­δα στὴν ὁ­ποί­α, ἂν πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να κα­λὰ ὀρ­γα­νω­μέ­νο θα­να­τό­ριο, θὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται ἀ­κό­μα καὶ τὰ τε­τρα­γω­νι­κὰ μέ­τρα, τὸ συ­νο­λι­κὸ ἐμ­βα­δὸν τοῦ κτη­ρί­ου καὶ ἄλ­λες τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες ποὺ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὲς μιὰ τέ­τοι­α στιγ­μή. Τὰ θα­να­τό­ρια «Ἀ­φοὶ Σουά­ρεθ», γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­χουν ἐ­θνι­κὴ κά­λυ­ψη ἐ­νῶ προ­σφέ­ρουν καὶ κέ­τε­ρινγκ, τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει με­νοὺ γιὰ χορ­το­φά­γους, γιὰ ἄ­το­μα μὲ ἀλ­λερ­γί­α στὴ λα­κτό­ζη καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ἡ μου­σι­κὴ εἶ­ναι ἐ­πί­σης μιὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες και­νο­το­μί­ες στὸν το­μέ­α αὐ­τό: μου­σι­κὴ δω­μα­τί­ου, κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἕ­να εἶ­δος χα­λα­ρω­τι­κῆς μου­σι­κῆς ποὺ θὰ ἠ­ρε­μεῖ τὴν ψυ­χὴ καὶ τὸ πνεῦ­μα, με­λω­δί­ες κα­τάλ­λη­λες γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σουν ἢ νὰ συ­νο­δεύ­σουν δά­κρυ­α… Κι εἶ­ναι κι ἄλ­λα τό­σα πράγ­μα­τα ποὺ τώ­ρα δὲν σκέ­φτε­ται κα­νεὶς μὰ εἶ­ναι χρή­σι­μα στὴν ὀρ­γά­νω­ση ἑ­νὸς θρή­νου, ἑ­νὸς εὐ­πα­ρου­σί­α­στου τε­λευ­ταί­ου ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ, ὅ­πως ὁ στο­λι­σμὸς τοῦ νε­κροῦ, τὰ λου­λού­δια, ὁ χῶ­ρος ὑ­πο­δο­χῆς, ὁ κλι­μα­τι­σμός, τὸ ἀ­να­μνη­στι­κὸ λεύ­κω­μα μὲ τὶς ὑ­πο­γρα­φὲς τῶν πα­ρόν­των ποὺ το­πο­θε­τεῖ­ται συ­νή­θως στὴν εἴ­σο­δο, τό­σα ἄλ­λα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ δύ­σκο­λο νὰ σκε­φτεῖ κα­νεὶς ἂν δὲν βρε­θεῖ στὴν δυ­σά­ρε­στη θέ­ση νὰ βι­ώ­σει μιὰ τέ­τοι­α δύ­σκο­λη στιγ­μὴ ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ὄν­τας ἐν τῷ μέ­σῳ μιᾶς τέ­τοι­ας δύ­σκο­λης στιγ­μῆς. Τὰ θα­να­τό­ρια, ὅ­μοια μὲ τὶς σύγ­χρο­νες κοι­νω­νί­ες, ἔ­χουν προ­βλέ­ψει γιὰ ὅ­λα, για­τὶ δὲν ξέ­ρω ἂν τὸ ἔ­χει κα­νεὶς συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι οἱ νε­κροὶ πλη­θαί­νουν, τὰ σπί­τια με­τα­τρέ­πον­ται σὲ δι­α­με­ρί­σμα­τα, οἱ αὐ­λὲς σὲ φεγ­γί­τες, οἱ ζων­τα­νοὶ σὲ ζόμ­πι ποὺ παίρ­νουν τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ κά­θε πρω­ὶ κι ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φουν σπί­τι τους εἶ­ναι πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νοι γιὰ νὰ ξε­νυ­χτή­σουν ἀ­κού­γον­τας τὸν θρῆ­νο τοῦ γεί­το­να, οὔ­τε κὰν ξέ­ρουν ποι­ός εἶ­ναι ὁ γεί­το­νας, πό­σο μᾶλ­λον ὁ νε­κρὸς τοῦ γεί­το­να, κι ἄλ­λω­στε, γι’ αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χουν τὰ θα­να­τό­ρια, αὐ­τὰ τὰ τε­τρά­γω­να λευ­κὰ κου­τιὰ στὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῶν με­γα­λου­πό­λε­ων, γιὰ νὰ γί­νε­ται ὁ θρῆ­νος ἀ­θό­ρυ­βα, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ κά­νει θέ­μα κα­νείς, ἄν­θρω­ποι πε­θαί­νουν κά­θε μέ­ρα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὑ­πάρ­χει ἔλ­λει­ψη χώ­ρου, παι­διὰ ποὺ κοι­μοῦν­ται, ἐ­νή­λι­κες ποὺ πά­σχουν ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνί­α, ἐρ­γα­ζό­με­νοι μὲ σπα­σμέ­να νεῦ­ρα, ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος κό­σμος, μιὰ ἀ­πό­λυ­τα ὀρ­γα­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ στα­μα­τή­σει μό­νο καὶ μό­νο για­τί κά­ποι­ος θέ­λει νὰ κλά­ψει.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ  (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


 

Χαί­ρε­σαι νά… πε­θαί­νεις!

(μι­κρὸ ἐ­πι­λο­γι­κὸ σχό­λιο τοῦ ἐκ­δό­τη)

Γιὰ τὶς ἄ­ψο­γες καὶ ἀ­ση­πτι­κὲς δι­α­βα­τή­ρι­ες τε­λε­τουρ­γί­ες ἀ­ξι­ο­πρε­ποῦς κη­δεί­ας στὸν δυ­τι­κὸ ‘πο­λι­τι­σμέ­νο’ κό­σμο μᾶς εἶ­χε προ­ϊ­δε­ά­σει τὸ σαρ­κα­στι­κὸ δι­ή­γη­μα «Ὑστεροφημία» τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ποὺ εἴ­χα­με ἀ­ναρ­τή­σει πρὸ δι­ε­τί­ας στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας. Μὲ τὸ πρω­το­δη­μο­σι­ευ­ό­με­νο πα­ρα­πά­νω πε­ζὸ τῆς συ­νερ­γά­τι­δός μας Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ, τὸ ἴ­διο θέ­μα προ­σεγ­γί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν ἥ­ρε­μο με­λαγ­χο­λι­κὸ στο­χα­σμὸ πά­νω σὲ μιὰ κοι­νω­νί­α ποὺ θέ­λει νὰ ‘ἐ­ξη­με­ρώ­σει’ τὸν θρῆ­νο ‘στε­γνώ­νον­τά­ς’ τον ἀ­πὸ κά­θε με­τα­φυ­σι­κὸ ρί­γος μὲ τὴν ἔν­τα­ξή του σ’ ἕ­να ὑ­ψη­λὸ ἐ­μπο­ρι­κὸ τε­χνο­λο­γι­κὸ πρό­γραμ­μα ὅ­που ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή, δι­α­κό­σμη­ση, μου­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον κά­νουν τὸν θά­να­το ἕ­να κερ­δο­φό­ρο κο­σμι­κὸ γε­γο­νός… Τέ­τοι­ες ὑ­ψη­λὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες δι­α­φη­μί­ζον­ται πιὰ ἀ­πὸ τὸ δί­κτυ­ο,  ὅ­πως τῆς ἐπιχείρησης Los Jardines στὴν πό­λη Λε­ὸν στὴ βό­ρει­ο Ἱ­σπα­νί­α. Γιὰ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τῶν χώ­ρων αὐ­τῶν ἡ ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα προ­σφεύ­γει στὴν ἑλ­λη­νό­πλα­στη ἰ­σπα­νι­κὴ λέ­ξη «Tanatorio», ἢ «θα­να­τό­ριο» ὅ­πως θὰ τὴν με­τα­φέ­ρα­με στὰ νε­ο­ελ­λη­νι­κά, ἀλ­λὰ χω­ρὶς τοὺς ἄ­με­σους μα­κά­βριους συ­νειρ­μοὺς ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ στὸν ἑ­λλη­νό­γλωσ­σο ἡ λέ­ξη «θά­να­τος», μιὰ καὶ γι΄ αὐ­τὸν στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ ὑ­πάρ­χει ἡ κα­θη­με­ρινὴ λέ­ξη «muerte». Εἶ­ναι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ σί­γου­ρο ὅ­τι ἡ κα­θο­λι­κὴ Ἰ­σπα­νί­α τῆς ἐ­φι­αλ­τι­κῆς Ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξέ­τα­σης ἀ­νή­κει ἀ­με­τά­κλη­τα στὸ πα­ρελ­θόν!  Ὁ θά­να­τος τοῦ ἀν­θρώ­που —ὅ­πως ἀ­ξί­ζει σ’ ἔ­ναν ‘πο­λι­τι­σμέ­νο’ ἀποϊεροποιημένο κό­σμο— δὲν ἔ­χει πιὰ τί­πο­τα τὸ τρο­μα­κτι­κό…

            Ἤ­δη ὁ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου δι­αι­σθα­νό­με­νος τὸν δυ­στο­πι­κὸ ἐ­φιά­λτη τοῦ σύγ­χρο­νου τε­χνο­κα­πι­τα­λι­σμοῦ δὲν πα­ρα­λεί­πει νὰ τὸν σχο­λιά­ζει μὲ δρα­στι­κὸ τρό­πο, ὅ­πως ὁ Βρετ­τα­νὸς Mark Wallinger μὲ τὴν βίν­τε­ο ἐγ­κα­τά­στα­σή του Δρα­σκε­λών­τας τὸ Κα­τώ­φλι τῆς Βα­σι­λεί­ας (Threshold to the Kingdom), ἔρ­γο τοῦ 2000, ποὺ εἴ­χα­με τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ δοῦ­με καὶ στὴν Ἀ­θή­να τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2017 στὴν ἔκ­θε­ση Ἡ Ὑ­πέρ­βα­ση τῆς Ἀ­βύσ­σου στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν. Ἡ με­τά­βα­ση στὸν ἄλ­λο κό­σμο κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «International Arrivals» (!), πα­ρω­δεῖ­ται στὸ ἔρ­γο αὐ­τὸ ὡς ‘πο­λι­τι­σμέ­νη’ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ ἄ­φι­ξη τῶν τε­θνε­ώ­των σὲ ἀ­σφα­λῆ δι­ε­θνῆ ἀ­ε­ρο­λι­μέ­να, κά­τω ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους τοῦ Miserere mei, Deus τοῦ ἀ­να­γεν­νη­σια­κοῦ συν­θέ­τη Gregorio Allegri (1582-1652), ποὺ ψάλ­λε­ται κα­τὰ τὴν Ἑ­βδο­μά­δα τῶν Πα­θῶν στὴν Κα­πέ­λα Σιξ­τί­να (παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βίντεο):

       Δι­α­βά­ζον­τας τὴν κα­τα­λη­κτή­ρια πε­ρί­ο­δο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ πε­ζο­γρα­φή­μα­τος, «μιὰ ἀ­πό­λυ­τα ὀρ­γα­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ στα­μα­τή­σει μό­νο καὶ μό­νο για­τί κά­ποι­ος θέ­λει νὰ κλά­ψει», ἀ­να­κα­λῶ στὴ μνή­μη μου τὴν φρά­ση τοῦ Πεν­τζί­κη «πρὸ τοῦ τά­φου τοῦ προ­σφι­λοῦς, μά­ται­ος εἶ­ναι ὁ θρῆ­νος, δί­χως τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ ἱ­ε­ρέ­α» καὶ κα­τα­λα­βαί­νω βα­θιὰ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Κύπριου συγγραφέα Σάβ­βα Παύ­λου νὰ μπεῖ τὸ σκή­νω­μα του στὸ χῶ­μα δί­χως ἐ­πι­κή­δει­ους λό­γους καὶ ἄλ­λες κο­σμι­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις πέν­θους μὲ μο­να­δι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ἔν­δυ­μά του, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ σημαία, τὴν νε­κρώ­σι­μη ἐ­ξό­διο ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας…

Γιάννης Πατίλης



		

	

Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας: Ἐ­νύ­πνιος προ­σευ­χή



Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας


Ἐ­νύ­πνιος προ­σευ­χή


ΜΙΑ ΞΑΦΝΙΚΗ ΕΥΦΟΡΙΑ ἀ­πὸ λί­γο ἥ­λιο καὶ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ θερ­μο­κρα­σί­α μέ­σα στὸ γρα­φεῖ­ο —τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα λε­φτά μου πᾶ­νε στὶς θερ­μά­στρες— ἐ­νῶ πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται νυ­χθη­με­ρὸν τὰ χάρ­τι­να κρεβ­βά­τια στὶς μπρο­στι­νὲς φάτ­νες τῶν πο­λυ­κα­τοι­κῶν.

       Ποι­ός Κύ­ριος τῆς Βη­θλε­ὲμ θὰ ση­κώ­σει τοὺς ἄ­στε­γους τῶν δρό­μων γιὰ νὰ πά­ψω νὰ λυ­πᾶ­μαι τὸν ἑ­αυ­τό μου;

       Ἡ συ­σκευ­ὴ τοῦ κλι­μα­τι­σμοῦ ξυ­πνά­ει μὲς στὸ γρα­φεῖ­ο τὰ τζι­τζί­κια. Ποῦ­θε κρύ­βον­ταν τό­σους μῆ­νες;

       Ἂν ἀ­νέ­βει κι ἄλ­λο ἡ τε­χνη­τὴ θερ­μο­κρα­σί­α, θὰ πέ­σω ἔ­ξω οἰ­κο­νο­μι­κῶς. Φο­βᾶ­μαι μά­λι­στα μή­πως ἀρ­χί­σουν νὰ γδύ­νον­ται καὶ οἱ φι­γοῦ­ρες τῶν κά­δρων. Πρέ­πει νὰ κα­τε­βά­σω ἀ­μέ­σως καὶ νὰ κρύ­ψω τὶς ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες. Τί θὰ γί­νει ὅ­μως μὲ τὶς ὑ­δα­το­γρα­φί­ες τοῦ τοί­χου; Θὰ τὰ­ κά­νουν ὅ­λα μού­σκε­μα.

      Κα­λύ­τε­ρα νὰ ξα­να­κοι­μη­θῶ μὲ τέ­τοι­α ζέ­στη μέ­σα στὸ με­σο­χεί­μω­νο. Δὲν πρό­κε­ιται νὰ βγά­λω οὔ­τε τὴ robe de chambre, οὔ­τε τὸ σκω­τσέ­ζι­κο κα­σκόλ μου.

       Ὑ­π’ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες, ἂς μὲ λυ­πη­θεῖ του­λά­χι­στον ὁ Κύ­ριος κι ἂς ση­κώ­σει τοὺς ἄ­στε­γους τῶν δρό­μων γιὰ νὰ πά­ψω νὰ τὰ βά­ζω πιὰ μὲ τὸν οἰ­κο­λο­γι­κό μου ἑ­αυ­τό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α:Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά (Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης (Νε­φέ­λη, 2014), Διάλογοι μὲ τὸν Ἀρχίλοχο (Περισπωμένη, 2016). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Σῶτος Ντανᾶς: [Εἶμαι στὸν ἕβδομο 7ο καὶ θὰ πηδήσω…]


Σῶτος Ντανᾶς


[Εἶμαι στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω…]

 

ΙΜΑΙ στὸν 7ο καὶ θὰ πη­δή­σω.

Πε­τά­ω σή­με­ρα πε­τά­ω­ω­ω.

Ὅ­λα ἀ­στρά­φτουν!!!

Γυ­ρί­ζουν… ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­ζουν ὅ­λα.

Ἄγ­γε­λοι στὸν οὐ­ρα­νὸ χο­ρεύ­ουν… τοὺς βλέ­πω!!!

Μου­σι­κὲς οὐ­ρά­νι­ες, φω­νὲς γλυ­κὲς …τὶς ἀ­κού­ω!!!

Ἀγ­κα­λι­ὲς πε­λώ­ρι­ες… μὲ κα­λοῦν!!!

Τὸ μυα­λὸ βου­ΐ­ζει… ἡ καρ­διὰ θὰ σπά­σει.

Τρέλ­λα σοῦ λέ­ω… τρέλ­λα θεί­α!!!

Τρα­γου­δά­ω… χο­ρεύ­ω… ἀ­κρο­βα­τῶ!!!

Γε­ρὴ καὶ ἡ δό­ση ποὺ πῆ­ρα ἀ­π’ αὐ­τή.

Ἔ­στη­σα καὶ τὴν κά­με­ρα στὸ κάγ­κελο, καὶ σελ­φά­ρω…

Κλεί­νω τὰ μά­τια, ὁρ­μά­ω… Καὶ πη­δά­α­α­ω­ω­ω!!!

Μα­τά­κιδες!

 

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Σῶ­τος Ντα­νᾶς. (Καρίτσα, 1950). Σπούδασε ἰταλικὴ φιλολογία. Ζεῖ στὸ Βόλο.


Χόρχε Λουὶς Μπόρχες (Jorge Luis Borges): Argumentum ornithologicum


Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges)


Argumentum ornithologicum


ΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ καὶ βλέ­πω ἕ­να σμῆ­νος που­λι­ῶν. Τὸ ὅ­ρα­μα δια­ρκεῖ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο, μπο­ρεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο· δὲν ξέ­ρω πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἦ­ταν κα­θο­ρι­σμέ­νος ἢ ἀ­κα­θό­ρι­στος ὁ ἀ­ριθ­μός τους; Τὸ πρό­βλη­μα ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸ ζή­τη­μα τῆς ὕ­παρ­ξης τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι κα­θο­ρι­σμέ­νος, για­τὶ ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἐ­ὰν δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­κα­θό­ρι­στος, για­τί κα­νεὶς δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σει. Σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση, εἶ­δα λι­γό­τε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα που­λιὰ (ἂς ποῦ­με), ἀλ­λὰ δὲν εἶ­δα ἐν­νέ­α, ὀ­κτώ, ἑ­πτά, ἕ­ξι, πέν­τε, τέσ­σε­ρα, τρί­α ἢ δύ­ο. Εἶ­δα ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὸ δέ­κα καὶ τὸ ἕ­να, ποὺ δὲν εἶ­ναι τὸ ἐν­νέ­α, τὸ ὀ­κτώ, τὸ ἑ­πτά, τὸ ἕ­ξι, τὸ πέν­τε κ.λπ. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­κέ­ραι­ος ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­σύλ­λη­πτος· ἄ­ρα, ὁ Θε­ὸς ὑ­πάρ­χει.



Πη­γή: El hacedor (1960)

Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1899-Γε­νεύ­η, Ἐλ­βε­τί­α, 1986). Δι­ή­γη­μα, Ποί­η­ση, Κρι­τι­κή, Δο­κί­μιο. Θε­ω­ρεῖ­ται μί­α ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μορ­φὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι πιὸ γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. Πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς πιὸ γνω­στές του ἱ­στο­ρί­ες ἀ­φο­ροῦν τὴ φύ­ση τοῦ χρό­νου, τὸ ἄ­πει­ρο, κα­θρέ­φτες, λα­βύ­ριν­θους, τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τα.  Πρώ­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του: Fervor de Buenos Aires (Πά­θος γιὰ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1923), ἄλ­λα ἔρ­γα του: Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Βα­βέλ, Τὸ Ἄ­λεφ, κ.ἄ. Ἡ δι­ε­θνὴς φή­μη τοῦ Μπόρ­χες ξε­κί­νη­σε στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960. Τὸ 1961 μοι­ρά­στη­κε μὲ τὸν Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ τὸ Βρα­βεῖ­ο Φορ­μεν­τόρ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ἀλέξιος Μάινας: Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας


Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


caelumque aspicit et dulcis moriens reminiscitur Argos*

(Βιρ­γί­λιος)


ΕΝ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΟΥ νὰ μπῶ στὸ χαρ­τί, τί νὰ πρω­τα­να­φέ­ρω. Στὸ χαρ­τὶ ποὺ θὰ λά­βεις αὔ­ριο. Θὰ τὸ ρί­ξω ἡ ἴ­δια στὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο. Ἂν σὲ εἶ­χα κα­τα­λά­βει πο­τέ, θὰ ἔ­βλε­πα ἤ­δη τώ­ρα τὴν ἀν­τί­δρα­σή σου. Σά­στι­σμα, συν­τρι­βή, ὀρ­γή. Θὰ ἔ­πρατ­τες ἤ­δη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου, σὰν ὑ­πνο­βά­της, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρεις. Ἡ αὐ­ρια­νή σου ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα θὰ ἀ­να­πα­ρι­στοῦ­σε, μὲ κά­ποι­α μα­νι­έ­ρα, τού­τη ‘δῶ τὴ μυ­στι­κὴ καὶ πρώ­τη. Ἡ ζω­ὴ θὰ μι­μοῦν­ταν τὴ γνώ­ση.

          Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χω σα­φῆ εἰ­κό­να. Ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­χει­ρι­στεῖ κα­νεὶς ἀ­να­μνή­σεις τριά­ντα ἐ­τῶν. Καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­τάλ­λη­λη εἰ­σα­γω­γὴ γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Εἴ­μα­στε ἤ­δη στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς. Τὰ ζά­ρια ἔ­χουν πέ­σει. Ἔ­χουν ὅ­λα ἤ­δη συμ­βεῖ.

          Σὲ θυ­μᾶ­μαι χω­ρὶς μού­σι, μὲ μαῦ­ρο μού­σι, με­τὰ μὲ γκρί­ζο. Σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ φω­νά­ζεις στὴν πα­λιὰ κου­ζί­να. Στὴ νέ­α κου­ζί­να. Θυ­μᾶ­μαι τὰ χέ­ρια σου ὅ­ταν δι­ά­βα­ζες. Θυ­μᾶ­μαι νὰ κοι­μᾶ­σαι. Κά­θε πε­ρί­ο­δος, κά­θε εἰ­κό­να σου, κά­θε ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὸ τί τε­λι­κὰ νι­ώ­θω, δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ νέ­α γε­ω­λο­γι­κὴ στρώ­ση. Σκύ­βω πά­νω στὸ χαρ­τὶ καὶ νι­ώ­θω τὴν ἐγ­κάρ­σια το­μὴ ὅ­λων τῶν στρώ­σε­ων μέ­σα μου. Βλέ­πω τὴν κα­θε­μιὰ μὲ ζων­τα­νὰ χρώ­μα­τα, σὰν νὰ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μό­λις. Λάμ­πουν καὶ μοιά­ζουν νὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ σέ­να. Τριά­ντα χρό­νια δη­μι­ουρ­γεῖ­σαι μέ­σα μου.

          Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ γέρ­νεις τὸ κε­φά­λι στὸ πλά­ι γιὰ νὰ πεῖς ὄ­χι. Για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σες πιὰ νὰ μι­λή­σεις. Ἐ­σὺ ὁ κύ­ριος κα­θη­γη­τής, πά­νω στὴν ἕ­δρα, ἕ­τοι­μος νὰ ἐ­ξη­γή­σει με­τὰ τὸ βή­ξι­μο, ἕ­τοι­μος νὰ δεί­ξει ὅ­τι δὲν ἔ­χει νό­η­μα ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση με­τὰ τὸν βή­χα του. Ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει νό­η­μα με­τὰ τὸ δι­κό του. Τώ­ρα στὸ τη­λέ­φω­νο δὲν μπο­ρεῖς κὰν νὰ μι­λή­σεις. Σα­λι­α­ρί­ζεις καὶ σὲ ἔ­χει ἐ­ξου­θε­νώ­σει ἡ μο­να­ξιά, οἱ ὀ­ροὶ καὶ οἱ ἀ­σκή­σεις γιὰ τὰ σύμ­φω­να. Σὲ ἐ­ξου­θε­νώ­νει τ’ ὅ­τι ἔρ­χον­ται οἱ φοι­τη­τὲς καὶ τὸ βλέ­πουν.

          Για­τί βγά­ζα­με πάν­τα τὸν χει­ρό­τε­ρο ἑ­αυ­τό; Μὲ κα­τη­γο­ροῦ­σες στὰ γράμ­μα­τα, μ’ ἔ­λε­γες ἀ­χά­ρι­στη, μὴ-πλα­τω­νι­κή, ὅ,τι κι ἂν ση­μαί­νει αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φε­ρό­σουν στὰ λε­φτά. Εἴ­χα­με τέσ­σε­ρα χρό­νια νὰ εἰ­δω­θοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐμ­φα­νί­στη­κες νὰ μὲ βρί­σεις στὴ νέ­α μου κου­ζί­να.

          Ἀ­νε­βαί­νου­με στὸν ἀ­έ­ρα. Κοι­τά­ζω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ πρω­ὶ κι ἔ­χει ἕ­να πεν­τα­κά­θα­ρο, συμ­πα­γὲς γα­λά­ζιο. Θέ­λει νὰ βγεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω στὸ φτε­ρὸ νὰ τὸ πιά­σει μὲ τὰ χέ­ρια. Ὅ­ταν σὲ σκέ­φτο­μαι, σκέ­φτο­μαι πὼς τὸ γα­λά­ζιο δὲν ἔ­χει διά­ρκεια. Πὼς ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ θὰ δι­αρ­ρα­γεῖ καὶ θὰ φα­νεῖ ἡ ζω­ὴ – πο­λύ­πλο­κη, ὕ­που­λη, λε­ρω­μέ­νη.

          Δί­πλα μου κοι­μᾶ­ται ὁ μι­κρός, πρώ­τη φο­ρὰ πε­τά­ει, τὸ πε­ρί­με­νε ἑ­βδο­μά­δες. Ζω­γρά­φι­ζε ἀ­ε­ρο­πλά­να μὲ τρεῖς ἀν­θρώ­πους. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ σοῦ κά­νω ἔκ­πλη­ξη, νὰ σοῦ τὸν φέ­ρω γιὰ τὰ τριά­ντα μας. Με­γά­λω­σε καὶ θέ­λει νὰ γνω­ρί­σει τὸν πα­τέ­ρα του. Θέ­λει νὰ γε­μί­σει τὴ ζω­ή του καὶ μὲ σέ­να. Δὲν θέ­λει νὰ ρω­τά­ει μό­νο, θέ­λει νὰ σὲ ξέ­ρει καὶ νὰ σὲ βλέ­πει στὸν ὕ­πνο του.

          Νὰ ξέ­ρεις πὼς μὲ πῆ­ρε ὁ πα­θο­λό­γος σου. Μοῦ τά ’­πε σὲ δυ­ὸ προ­τά­σεις. Γι’ αὐ­τὸ ἔρ­χο­μαι.

          Γι’ αὐ­τὸ ἦρ­θα. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­μαι ἐ­δῶ τώ­ρα ποὺ τὸ δι­α­βά­ζεις. Εἶ­μαι μὲ τὸν μι­κρὸ στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κα­φέ. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο καὶ ἔ­μα­θα πὼς ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα. Εἶ­παν δὲν χρει­ά­ζε­ται, ἀλ­λὰ ἔ­κα­να κρά­τη­ση. Σὲ πε­ρι­μέ­νου­με ἐ­δῶ στὸ τζά­μι καὶ ἴ­σως σὲ ἀ­να­γνωρίσει μό­λις σε δει νὰ ση­κώ­νεις τὸ κε­φά­λι. Αὐ­τὸς ἀ­πέ­ναν­τι, μά­τια μου, εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς σου.

          Ξέ­ρεις τὸ μί­σος εἶ­ναι πολ­λὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, δὲν εἶ­ναι ἕ­να. Εἶ­ναι ἡ ἐκ­βο­λὴ ἑ­νὸς με­γά­λου πο­τα­μοῦ στὸ τέ­λος. Κά­θε με­γά­λος ἔ­ρω­τας ὀ­φεί­λει νὰ τε­λει­ώ­σει στὸ μί­σος, ἂν σέ­βε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἐ­μεῖς τὰ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἐ­γὼ σί­γου­ρα, για­τὶ σοῦ τά ’­χα δώ­σει ὅ­λα. Τά ’­δω­σα ὅ­λα, ἀλ­λὰ ἤ­σουν ἀ­νήμ­πο­ρος νὰ τὸ δεῖς. Για­τί ξέ­ρεις νὰ δι­α­βά­ζεις μό­νο σε­λί­δες. Ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ποὺ συ­νέ­βαι­ναν, δὲν ἦ­ταν λέ­ξεις. Κι ἡ προ­σφο­ρά, ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ θυ­σί­α δὲν ἐ­πι­δέ­χε­ται πε­ρί­λη­ψη. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς ἐ­πι­δέ­χε­ται.

          Ἡ τά­φρος ἀ­νά­με­σά μας. Σὰν τὴ χα­ρά­δρα κά­τω ἀ­πὸ τὸ φτε­ρό. Ἡ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­πό­κλι­ση ὅ­σων δώ­σα­με. Ὅ­ταν χω­ρί­σα­με, μοί­ρα­σες τσάμ­πα συγ­χω­ρο­χάρ­τια στὸν ἑ­αυ­τό σου. Αἰ­ώ­νια ἐ­ξι­λέ­ω­σή σου κά­ποι­ες ἀμ­φι­βο­λί­ες ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα μὲ βρο­χή. Μι­σὴ συγ­γνώ­μη, ποὺ προ­δι­έ­θε­τε γιὰ νέ­α κύ­μα­τα ὑ­πε­ρη­φά­νειας. Κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο μα­νί­κι.

          Λέ­νε πὼς τὸ ἐ­πί­πε­δό τῆς καρ­διᾶς φαί­νε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση. Ἐ­γὼ λέ­ω πὼς φαί­νε­ται στὶς ἐ­πι­λο­γές, κι ὄ­χι στὶς τύ­ψεις. Ἄς εἶ­ναι. Τὸ ἔ­σχα­το ἐ­πει­σό­διο, με­τὰ τὸ μί­σος, δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­πί­γνω­σης ἢ ρωγ­μῆς. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πει­σό­διο ποὺ πο­τὲ δὲν προ­βάλ­λε­ται. Δὲν ξέ­ρω γιὰ ἐ­πι­στο­λὲς καὶ σκέ­ψεις, ἀλ­λὰ ἔ­χω γρά­ψει γιὰ χά­ρη σου ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κομ­ψό­τε­ρα κε­φά­λαι­α στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς μα­ται­ό­τη­τας.

          Κι ὅ­ταν ἔρ­θει τὸ τέ­λος, εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἂν θὰ στρέ­ψεις ἀλ­λοῦ τὴ μνή­μη γιὰ νὰ με­λαγ­χο­λή­σεις. Θὰ σκε­φτεῖς τὸν γιό μας, θὰ σκε­φτεῖς ἐ­μέ­να νὰ φι­λῶ τὸν ὦ­μο σου τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φεις. Κι ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ ἐ­λά­χι­στη νο­σταλ­γί­α δὲν θά ’­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ δι­και­ο­σύ­νη. Θὰ ὀ­φεί­λε­ται στὸ τέ­λος, ὄ­χι σὲ με­τα­μέ­λεια.

Στα­μα­τῶ για­τί ἕ­νας κύ­ριος ση­κώ­θη­κε στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ φω­νά­ζει.


* Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ πε­θαί­νον­τας θυ­μᾶ­ται τὸ γλυ­κὸ Ἄρ­γος.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).