Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ μιὰ γυναίκα ποὺ φαίνονταν φοράδα


ΝΑΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ παν­τρε­μέ­νη γυ­ναί­κα καὶ μὴ μπο­ρών­τας νὰ τὴ δε­λε­ά­σει, ἔ­πια­σε ἕ­να μά­γο καὶ τοῦ εἶ­πε: «Κά­νε την νὰ μὲ ἀ­γα­πή­σει ἢ κά­νε κά­τι γιὰ νὰ τὴ δι­ώ­ξει ὁ ἄν­τρας της.» Καὶ ἀ­φοῦ πῆ­ρε ὁ μά­γος τὴν ἀ­μοι­βή, χρη­σι­μο­ποί­η­σε τὶς μα­γι­κές του μαγ­γα­νεῖ­ες καὶ τὴν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται φο­ρά­δα. Ὅ­ταν ἦρ­θε λοι­πὸν ὁ ἄν­τρας της ἀ­π’ ἔ­ξω καὶ τὴν εἶ­δε, ἔ­μει­νε κα­τά­πλη­κτος ποὺ στὸ κρε­βά­τι του ἦ­ταν ξα­πλω­μέ­νη μιὰ φο­ρά­δα. Κλαί­ει καὶ ὀ­δύ­ρε­ται ὁ ἄν­θρω­πος· μι­λά­ει στὸ ζῶ­ο καὶ ἀ­πάν­τη­ση δὲν παίρ­νει. Πα­ρα­κα­λεῖ τοὺς πρε­σβυ­τέ­ρους τοῦ χω­ριοῦ· τοὺς φέρ­νει μέ­σα, τοὺς τὴ δεί­χνει καὶ λύ­ση δὲν βρί­σκει. Ἐ­πὶ τρεῖς μέ­ρες οὔ­τε χόρ­το ἔ­φα­γε ὡς φο­ρά­δα, οὔ­τε ψω­μὶ ὡς ἄν­θρω­πος, στε­ρη­μέ­νη κι ἀ­πὸ τὶς δύ­ο τρο­φές. Τε­λι­κά, γιὰ νὰ δο­ξα­σθεῖ ὁ Θε­ὸς καὶ νὰ φα­νεῖ ἡ ἀ­ρε­τὴ τοῦ ἁ­γί­ου Μα­κα­ρί­ου, ἦρ­θε λο­γι­σμὸς στὸν ἄν­τρα της νὰ τὴν πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο· καὶ ἀ­φοῦ τῆς ἔ­βα­λε κα­πί­στρι σὰν ἄ­λο­γο, τὴν πῆ­γε στὴν ἔ­ρη­μο. Κα­θὼς λοι­πὸν πλη­σί­α­ζαν, στά­θη­καν οἱ ἀ­δελ­φοὶ κον­τὰ στὸ κελ­λὶ τοῦ Μα­κα­ρί­ου, ἐ­πι­τι­μών­τας τὸν ἄν­τρα της καὶ λέ­γον­τας: «Τί τὴν ἔ­φε­ρες ἐ­δῶ αὐ­τὴ τὴ φο­ρά­δα;» Καὶ τοὺς λέ­ει: «Γιὰ νὰ ἐ­λε­η­θεῖ». Τοῦ λέ­νε: «Καὶ τί ἔ­χει;» Τοὺς ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ ἄν­θρω­πος ὅ­τι ἦ­ταν γυ­ναί­κα του καὶ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ ἄ­λο­γο, καὶ σή­με­ρα εἶ­ναι τρεῖς μέ­ρες ποὺ δὲν ἔ­χει φά­ει τί­πο­τα. Τὸ ἀ­να­φέ­ρουν στὸν Ἅ­γιο ποὺ ἦ­ταν μέ­σα καὶ προ­σευ­χό­ταν· δι­ό­τι τοῦ εἶ­χε ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ καὶ προ­σευ­χό­ταν γι’ αὐ­τήν. Ἀ­πο­κρί­νε­ται λοι­πὸν στοὺς ἀ­δελ­φοὺς ὁ ἅ­γιος Μα­κά­ριος καὶ τοὺς λέ­ει: «Ἐ­σεῖς εἶ­στε ἄ­λο­γα, ποὺ ἔ­χε­τε μά­τια ἀ­λό­γων. Δι­ό­τι ἐ­κεί­νη εἶ­ναι γυ­ναί­κα, ποὺ δὲν με­τα­μορ­φώ­θη­κε, πα­ρὰ μό­νο στὰ μά­τια τῶν ἀ­πα­τη­μέ­νων.» Καὶ ἀ­φοῦ εὐ­λό­γη­σε νε­ρὸ καὶ τὴν πε­ρι­έ­λου­σε κα­θὼς ἦ­ταν γυ­μνή, εὐ­χή­θη­κε· καὶ ἀ­μέ­σως τὴν ἔ­κα­νε νὰ φα­νεῖ σὲ ὅ­λους γυ­ναί­κα. Κι ἀ­φοῦ τῆς ἔ­δω­σε τρο­φή, τὴν ἔ­κα­με νὰ φά­ει, καὶ τὴν ἀ­πέ­λυ­σε μὲ τὸν ἄν­τρα της, ἐ­νῶ αὐ­τὴ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε τὸν Κύ­ριο. Καὶ τὴ συμ­βού­λευ­σε λέ­γον­τας: «Νὰ μὴ λεί­ψεις πο­τὲ ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, οὔ­τε νὰ ἀ­πό­σχεις ἀ­πὸ τὴ θεί­α κοι­νω­νί­α· δι­ό­τι αὐ­τὰ σοῦ συ­νέ­βη­σαν, ἐ­πει­δὴ γιὰ πέν­τε ἑ­βδο­μά­δες δὲν προ­σῆλ­θες στὰ μυ­στή­ρια.»



Παλ­λα­δί­ου, Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, μτφρ. Μο­να­χοῦ Συ­με­ών, ἔκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ρος 1980, σς 54-55.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Δυσλειτουργία



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Δυσ­λει­τουρ­γί­α


K. ὑ­πο­σχέ­θη­κε στὸν Z. ἕ­να δῶ­ρο ποὺ θὰ τοῦ ἔ­δι­νε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ κα­τα­κτή­σει τὴν ἀ­γά­πη ὅ­ποι­ου προ­σώ­που ἐ­πι­θυ­μεῖ διὰ τῆς τέ­χνης τῆς μα­γεί­ας.

       Μό­λις τοῦ ἔ­δω­σε τὸ ρα­βδὶ ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται πὼς θὰ ἔ­δι­νε στὸν Ζ. τὴν ἐν λό­γῳ μα­γι­κὴ δύ­να­μη, ὁ Ζ. ἄγ­γι­ξε ἀ­μέ­σως μὲ αὐ­τὸ τὸν ὦ­μο τῆς Κ.

       Ἡ Κ. τοῦ ἐ­ξο­μο­λο­γή­θη­κε ὅ­τι με­ρι­κὲς φο­ρὲς τὸ δῶ­ρο δὲν λει­τουρ­γεῖ.


 


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας: Καλα-ντέ



Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας


Καλα-ντέ


ΤΙΣ ΓΙΟΡΤΕΣ χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη προ­σο­χή, κα­θὼς συμ­μο­ρί­ες ἀ­νη­λί­κων πε­ρι­φέ­ρον­ται ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι, χτυ­ποῦν κου­δού­νια καί, μὲ τὴν πρό­φα­ση λη­στεί­ας καὶ κα­κο­ποί­η­σης, ἀ­κι­νη­το­ποι­οῦν τοὺς ἐ­νοί­κους καὶ τοὺς ἐ­ξα­ναγ­κά­ζουν νὰ ἀ­κοῦ­νε ὕ­μνους σὲ ἐρ­γο­λά­βους καὶ εὐ­χὲς νὰ μὴν πέ­σει τὸ σπί­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο ξε­φω­νί­ζουν. Τὰ παι­διὰ αὐ­τὰ εἶ­ναι ἀ­δί­στα­κτα καὶ ἱ­κα­νὰ νὰ κα­λαν­τί­ζουν ἀν­θρώ­πους πα­γι­δευ­μέ­νους σὲ ἐ­ρεί­πια κα­τοι­κι­ῶν ποὺ προ­κά­λε­σαν σει­σμοὶ καὶ ἄλ­λες οἰ­κο­γε­νεια­κὲς δυ­σκο­λί­ες. Χρει­ά­ζε­ται με­γά­λη προ­σο­χή, κα­θὼς πα­ρὰ τὰ δια­ρκῆ αἰ­τή­μα­τα ἀρ­νεῖ­ται νὰ συλ­λά­βει τὰ μέ­λη αὐ­τῶν τῶν συμ­μο­ρι­ῶν ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, ποὺ ἔ­χει μο­λυν­θεῖ ἀ­πὸ ἀ­νυ­πό­στα­τες ἀ­πό­ψεις πε­ρὶ ἀν­θρω­πί­νων δι­και­ω­μά­των, λὲς καὶ τὰ παι­διὰ εἶ­ναι ἄν­θρω­ποι. Ἔ­νοι­κοι ποὺ δὲν ἔ­χουν τὴν τύ­χη νὰ ἔ­χουν κου­φα­θεῖ ἀ­κό­μη, ὥ­στε νὰ μὴν ἀ­κοῦ­νε κου­δού­νια ποὺ χτυ­ποῦν, ἀ­ναγ­κά­ζον­ται νὰ βά­ζουν στὴ δι­α­πα­σῶν τὸν ἦ­χο τη­λε­ο­ρά­σε­ων, ποὺ προ­βάλ­λουν ἑ­ορ­τα­στι­κὲς λη­στεῖ­ες καὶ κα­κο­ποι­ή­σεις, νὰ ἀ­νοί­γουν ὅ­λες τὶς βρύ­σες ὥ­στε μὲ θό­ρυ­βο ἐ­λεύ­θε­ρα νὰ τρέ­χει νε­ρό, ποὺ δὲν χρε­ώ­νε­ται ὅ­σο ἐ­πι­βάλ­λει ἡ ξη­ρα­σί­α, καὶ γε­νι­κό­τε­ρα νὰ θο­ρυ­βοῦν μὲ κά­θε τρό­πο ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν ἡ εὐ­γέ­νεια, ἡ εὐ­γλωτ­τί­α καὶ ἡ εὐ­γο­νι­κή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1951). Σπού­δα­σε στὸ Ὄ­ρεγ­κον (Reed College) καὶ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη (Graduate Faculty, New School for Social Research). Ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια στὸ Ὄ­ρεγ­κον καὶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, δου­λεύ­ον­τας ὡς πα­νε­πι­στη­μια­κός, σύμ­βου­λος πο­λι­τι­στι­κῶν φο­ρέ­ων (με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ Πο­λι­τι­στι­κὴ Πρω­τεύ­ου­σα τῆς Εὐ­ρώ­πης), ἀν­τα­πο­κρι­τὴς καὶ ἀ­κό­λου­θος τύ­που, πρὶν με­τα­κι­νη­θεῖ στὴν Ὀτ­τά­βα ὡς Σύμ­βου­λος Τύ­που τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς Πρε­σβεί­ας. Στὸν Κα­να­δὰ ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε πρῶ­το Ἐ­πί­τι­μο Μέ­λος τοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Δι­ε­θνοῦς Φε­στι­βὰλ Συγ­γρα­φέ­ων στὴν Ὀτ­τά­βα. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 2003, ἐ­ξε­λέ­γη στὸ δι­οι­κη­τι­κὸ συμ­βού­λιο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­που τώρα ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς Πρόεδρός της. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τράμ καὶ Χάρ­της, κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐ­πι­με­λη­τὴς τοῦ Journal of the Hellenic Diaspora καὶ ἄλ­λων λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­ξι βι­βλί­α ποί­η­σης (μεταξὺ αὐτῶν τὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση Δρό­μοι τῆς Με­λά­νης, Νε­φέ­λη, 2005), ἕ­να βι­βλί­ο ποι­η­τι­κῆς πρό­ζας, ἀ­να­μνή­σε­ων καὶ στο­χα­σμῶν (Λε­ξι­κὸ ἀ­να­μνή­σε­ων, Με­λά­νι, 2013) καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­γά­λο ἀ­ριθ­μὸ δο­κι­μί­ων καὶ ἄρ­θρων, στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὰ ἀγ­γλι­κά, γιὰ θέ­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας, ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ δι­ε­θνῶν σχέ­σε­ων. Τὸ 2014 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη της Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Εἰκόνα: Κώστας Δαύλιας, Μαρὼ Τριαντα­φύλλου, Καλα­ντι­στές, Ἡρὼ Νικο­πού­λου (Νέα Σμύρ­νη, 24.12.2019).



		

	

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς: Ἄτιτλο



Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς


Ἄ­τι­τλο


ΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ μά­ται­α —μι­σὸν αἰ­ώ­να πρίν—, νὰ ἀ­να­μορ­φώ­σω ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ μο­νό­στι­χο. Ἀ­πό­λυ­τη ἀ­φλο­γι­στί­α: «Οἱ ἀ­πό­ψεις σου ἐμ­μέ­νουν στὴν καμ­πύ­λη». Ἐ­πα­νερ­χό­μουν κα­τὰ και­ρούς, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὥ­σπου ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ἐμ­πλέ­ξω ἕ­ναν συ­νο­μή­λι­κο Ἰ­τα­λὸ μὲ κοι­νὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα. Ἦ­ταν 16 Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ 1971. Μέ­ρα μὲ ρα­γδαί­α βρο­χή. Εἴ­χα­με γνω­ρι­στεῖ πρὶν δυ­ὸ μέ­ρες στὸ Youth-hostel τῆς Γέ­νο­βας καὶ κα­θί­σα­με μα­ζὶ γιὰ πρω­ϊνό. Πρό­θυ­μος, ἔ­τρω­γε καὶ ἐ­ξέ­τα­ζε τὴ φρά­ση, σκε­πτό­ταν κοι­τά­ζον­τας τοὺς θα­μῶ­νες, καὶ πά­λι ἔ­σκυ­βε στὸ ἀ­δρα­νὲς νό­η­μα. «Inverti!» εἶ­πε ξαφ­νι­κά, μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­πι­με­λη­τή («Νὰ ἀν­τι­στρέ­ψεις!»). «Ἡ καμ­πύ­λη ἐμ­μέ­νει στὶς ἀ­πό­ψεις σου». Ὁ νε­ό­τευ­κτος στί­χος πῆ­ρε τὴ θέ­ση του στὴν πρώ­τη συλ­λο­γή μου κι ἐ­κεῖ βρί­σκε­ται ἀ­κό­μα. Ὁ ἀ­φο­ρι­σμός, ὁ στί­χος, ἡ φρά­ση-ἀ­στρα­πή, πο­λὺ συ­χνά —γιὰ νὰ μὴν πῶ κα­τὰ κα­νό­να—, ἀ­πο­κτοῦν νό­η­μα ἢ ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μὲ μιὰ μι­κρὴ κί­νη­ση. «Με­τα­κι­νών­τας ἕ­ναν προ­βο­λέ­α καὶ ἀ­νά­βον­τας ἕ­ναν ἄλ­λον, μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει ὄ­χι μό­νο τὸ σα­σπὲνς ἀλ­λὰ καὶ τὸ νό­η­μα ποὺ εἶ­χε δώ­σει τὸ φῶς», ἐ­ξη­γοῦ­σε κά­πο­τε ἕ­νας κι­νη­μα­το­γρα­φι­στής. Δι­α­θέ­τω ἄ­πει­ρα πα­ρα­δείγ­μα­τα γιὰ τὴ μα­γι­κὴ κί­νη­ση, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει κά­τι πο­λὺ πρό­σφα­το: Ἕ­νας πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης, ἀ­γο­ρά­ζον­τας με­τὰ θά­να­τον ὁ­λό­κλη­ρη τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ κρι­τι­κοῦ Γ., βρῆ­κε ἑ­κα­τον­τά­δες βι­βλί­α μὲ θερ­μὲς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν συγ­γρα­φέ­ων. «Ἔ­πε­σε στὰ χέ­ρια μου ἡ προ­τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γή σας ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ ἀ­εί­μνη­στου Γ.», πλη­ρο­φό­ρη­σε ἕ­ναν γνω­στό του ποι­η­τή (κα­τὰ κό­σμον συν­τα­ξι­οῦ­χο για­τρό). «Του­λά­χι­στον εἶ­χε κό­ψει τὰ φύλ­λα;», ρώ­τη­σε ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νος, μὲ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν προ­σε­χτεῖ ὅ­πως ἤ­θε­λαν. Ἡ ἐ­πι­φύ­λα­ξή του, ὄν­τως, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε, ὅ­ταν πέ­ρα­σε καὶ τὸ πα­ρέ­λα­βε ἀ­π’ τὸ μι­κρὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς ὁ­δοῦ Κύ­πρου.

       Ἂν ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης εἶ­χε σκη­νο­θε­τή­σει δι­α­φο­ρε­τι­κὰ τὴ στά­ση τοῦ κρι­τι­κοῦ, ἂν σκε­πτό­ταν δη­λα­δὴ νὰ τὸν «κα­λύ­ψει», θὰ εἴ­χα­με ὄ­χι μό­νο ἄλ­λη ἐ­ξέ­λι­ξη, ἀλ­λὰ τὴν ὕ­λη ἑ­νὸς ἀ­φη­γή­μα­τος ἐκ τοῦ φυ­σι­κοῦ, μιὰν ἀ­ξι­ο­σύ­στα­τη «ἠ­θι­κὴ ἱ­στο­ρί­α». Τὴν ξα­να­γρά­φω: «Ἕ­νας πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης, ἀ­γο­ρά­ζον­τας, με­τὰ θά­να­τον, ὁ­λό­κλη­ρη τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ κρι­τι­κοῦ Γ., βρῆ­κε ἑ­κα­τον­τά­δες βι­βλί­α μὲ θερ­μὲς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν συγ­γρα­φέ­ων. “Ἔ­πε­σε στὰ χέ­ρια μου ἡ προ­τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γή σας ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ ἀ­εί­μνη­στου Γ.”, πλη­ρο­φό­ρη­σε ἕ­ναν γνω­στό του ποι­η­τή (κα­τὰ κό­σμον συν­τα­ξι­οῦ­χο για­τρό). “Του­λά­χι­στον εἶ­χε κό­ψει τὰ φύλ­λα;” ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, μὲ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν προ­σε­χτεῖ ὅ­πως ἤ­θε­λαν. Πέ­ρα­σε καὶ τὸ πα­ρέ­λα­βε ἀ­π’ τὸ μι­κρὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς ὁ­δοῦ Κύ­πρου. Ἡ ἐ­πι­φύ­λα­ξή του θὰ ἐ­πι­βε­βαι­ω­νό­ταν, ἂν ἐν­τω­με­τα­ξὺ ὁ εὐ­γε­νὴς πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης δὲν εἶ­χε πα­ρέμ­βει μὲ τὸν χαρ­το­κό­πτη του. Ὄ­χι μό­νο ἔ­κο­ψε ὅ­λα τὰ φύλ­λα καὶ ἀ­φαί­ρε­σε τὸ χνού­δι ἀ­π’ τὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ ὑ­πο­γράμ­μι­σε ἀρ­κε­τοὺς στί­χους. Ἐ­πι­πλέ­ον, στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς σε­λί­δας 22 ἔ­γρα­ψε τὴ λέ­ξη “Σπου­δαῖ­ο”, προ­σθέ­τον­τας, με­τὰ ἀ­πὸ σύν­το­μη σκέ­ψη, καὶ ἕ­να θαυ­μα­στι­κό».



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς (Τῆ­νος, 1948). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Λό­γοι δύο (Τράμ, 1973), τὴν ὁ­ποί­α ἀ­κο­λού­θη­σαν τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α: Ποί­η­ση (Ἐ­γνα­τία, 1977), Τὸ δά­νει­ο τοῦ χρό­νου (Κέ­δρος, 1990) καὶ ἡ συλ­λο­γὴ ἡ­με­ρο­λο­για­κῶν ση­μει­ώ­σε­ων (ἢ πε­ζῶν ποι­η­μά­των) Μὲ εἰ­σι­τή­ριο ἐ­πι­στρο­φῆς: ση­μει­ώ­σεις 1976-81 (Ἑ­στί­α, 1983), κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐκ­δί­δει ἀ­νελ­λι­πῶς τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο.



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς: Κάδος ἀπορριμμάτων



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς


Κά­δος ἀ­πορ­ριμ­μά­των


ΤΑΝ ΕΝΑΣ ΚΑΔΟΣ κα­κο­πα­θη­μέ­νος. Μὲ τὸ κα­πά­κι του θε­ό­στρα­βο λὲς κι εἶ­χε πε­ρά­σει πά­ρε­ση, τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του νὰ χά­σκει γκρί­ζο, βρό­μι­κο καὶ ἄ­δει­ο, ἢ μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν ἀ­νά­ξι­ες προ­σο­χῆς. Τὸ πέ­δι­λό του κι αὐ­τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο συ­νέ­βα­λε στὴν ὅ­λη κλι­νι­κὴ εἰ­κό­να ἀ­σθε­νοῦς σὲ ὁ­ρια­κὴ κα­τά­στα­ση. Οἱ γεί­το­νες, ἐμ­φα­νῶς, δὲν τὸν προ­τι­μοῦ­σαν. Εἶ­χαν ἄλ­λους πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νους. Σὲ αὐ­τὸν κα­τέ­φευ­γαν μο­νά­χα σ’ ἔ­κτα­κτες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως στὰ πολ­λὰ τὰ κρύ­α καὶ τὶς δυ­να­τὲς μπό­ρες, πε­τά­γον­ταν ἀ­λα­φι­α­σμέ­νοι, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι του μὲ σι­χα­σιὰ —σὰ νὰ μὴν ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς πά­ρει εἴ­δη­ση κα­νέ­νας πὼς εἴ­χα­νε πά­ρε δῶ­σε μ’ αὐ­τόν —κι ἔ­τρε­χαν πί­σω γραμ­μὴ στὰ σπί­τια τους. Ἀ­κό­μα κι αὐ­τοὶ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς Κα­θα­ρι­ό­τη­τας ἦ­ταν φο­ρὲς ποὺ τὸν προ­σπερ­νοῦ­σαν, μό­λις κα­τα­δε­χό­με­νοι μι­σὴ μα­τιὰ συγ­κα­τά­βα­σης καὶ οἴ­κτου. «Λί­γα τα ψω­μιά σου», ἔ­λε­γαν ἀ­πὸ μέ­σα τους. «Στὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ στό­λου, θὰ γί­νεις κι ἐ­σὺ αὐ­τὸ ποὺ τρῶς: Σκου­πί­δι.» Ὁ γέ­ρο-Κά­δος τὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα αὐ­τά. Εἶ­χε γί­νει μὲ τὰ χρό­νια ἕ­νας σο­φός, κυ­νι­κὸς μὲ τὰ σκυ­λιά του καὶ στω­ι­κὸς μὲ τὶς γά­τες του τὶς ἀ­κρο­βά­τισ­σες. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­να πιὰ τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ λό­γω μει­ω­μέ­νου πε­ρι­ε­χο­μέ­νου κι ἀ­νερ­γί­ας. Ὅ­μως εἶ­χε βρεῖ ἕ­να λό­γο νὰ κρα­τι­έ­ται, νὰ μὴν τὸ βά­ζει κά­τω. Ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μυ­στι­κό. Μιὰ γριὰ φα­φού­τα σὰν κι αὐ­τὸν ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ τὸ κα­ρο­τσά­κι τοῦ σου­περ­μάρ­κετ νὰ κρο­τα­λί­ζει φα­σα­ρι­ό­ζι­κα, κά­θε δύ­ο μὲ τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Τὸν ἄ­νοι­γε μ’ ἕ­να ρα­βδὶ κι ἔμ­παι­νε σχε­δὸν ὁ­λό­κλη­ρη μέ­σα του, ἀ­φοῦ ὅ,τι πε­ρι­εῖ­χε ἦ­ταν ἴ­σια βα­θιὰ στὸν πά­το. Ἅ­μα ἦ­ταν νύ­χτα, τοῦ ἔ­ρι­χνε ἕ­να φα­κὸ καὶ παί­ζα­νε τὸν για­τρό, τὸν γαρ­γα­λοῦ­σε καὶ τό­τε γέ­λα­γε πο­λύ, καὶ ὅ­πως ἔ­βγα­ζε πά­λι ἔ­ξω το κε­φά­λι, μό­λις ποὺ προ­λά­βαι­νε νὰ τῆς δώ­σει ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λί. Τὸν παί­δευ­ε ποὺ δὲν τοῦ ἔ­δι­νε στα­θε­ρὰ ραν­τε­βού. Ποὺ δὲν τοῦ ‘χε χα­ρί­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Ἄλ­λοι ρα­κο­συλ­λέ­κτες μο­νο­λο­γοῦ­σαν μέ­σα στοὺς κά­δους τους, ἐμ­πι­στεύ­ον­ταν τὰ πιὸ κρυ­φά τους μυ­στι­κά, τὶς πιὸ βα­θι­ὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Ἢ κου­βέν­τες τοῦ ἀ­έ­ρα, με­τέ­ω­ρες μπουρ­μπου­λῆ­θρες, ποὺ γέ­μι­ζαν παι­χνι­δι­ά­ρι­κα τῶν κά­δων τὸ κε­νό. Ὅ­μως ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ὅ­λα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τ’ ἀν­τέ­ξει, καὶ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α της ἀ­κό­μη σὰν δῶ­ρο ἀ­κρι­βό. Καὶ στὶς μα­κρι­ὲς ὧ­ρες τῆς μο­να­ξιᾶς του ὅ­λο κα­θό­ταν καὶ συλ­λο­γι­ζό­ταν πὼς ἔ­τσι μᾶλ­λον πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­γά­πη. Σι­ω­πη­λή. Σι­ω­πη­λὴ κι ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μελ­βούρ­νη τῆς Αὐ­στρα­λί­ας καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να ὅ­που καὶ ζεῖ. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κρή­της ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­κο­λού­θη­σε σπου­δὲς στὸ τρα­γού­δι καὶ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Μου­σι­κῆς. Ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ σει­ρὰ ἐ­τῶν στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γη­τὴς φι­λό­λο­γος. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ) ἐ­νῶ κεί­με­να καὶ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς καὶ μου­σι­κὲς σκη­νὲς τῆς Ἀ­θή­νας. Ὡς ἑρ­μη­νευ­τὴς συμ­με­τεῖ­χε στὸν δί­σκο (EP)  Ὁ Κῆ­πος ποὺ Ἔ­σβη­σε κι Ἐ­χά­θη, σὲ ποί­η­ση Να­πο­λέ­ον­τος Λα­πα­θιώ­τη καὶ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση Anastazios.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Τελώνια



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Τε­λώ­νια


Ὁ Ἀν­τρέ­ας Ἀ­δελ­φου­λᾶ­κος (1941-2016), ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γιὸς τοῦ κα­πε­τὰν-Νί­κου Ἀ­δελ­φου­λά­κου τοῦ Κα­ρα­πέ­τση, ἦ­ταν ναυ­τι­κὸς (μη­χα­νι­κὸς μὲ ἄ­ρι­στες γνώ­σεις ναυ­σι­πλο­ΐ­ας) ὅ­πως τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἕ­να βρά­δυ, στὶς 13 Μαρ­τί­ου 1991, ἀ­φη­γή­θη­κε στὴν πα­ρέ­α μας, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ 6-7 Πυ­θα­γο­ρί­τες —ἤ­μα­στε μα­ζε­μέ­νοι σὲ μιὰ τα­βέρ­να στὴ γει­το­νιά του, τὴν Καλ­λί­πο­λη τοῦ Πει­ραι­ὰ— τὴν πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­α, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅ­τι τὰ πράγ­μα­τα ἔ­γι­ναν ὅ­πως τὰ λέ­ει. Δὲν εἶ­χα μα­ζί μου μα­γνη­τό­φω­νο, ἀλ­λὰ μό­λις γύ­ρι­σα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου στὴν Ἀρ­γυ­ρού­πο­λη, ὅ­που ἔ­με­να ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ γιὰ κά­ποι­ες συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὲς σπου­δές, κά­θι­σα καὶ ἔ­γρα­ψα τὴ μι­κρὴ πα­ρά­ξε­νη ἱ­στο­ρί­α. Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι ὅ­σοι τὴν ἀ­κού­σα­με νι­ώ­σα­με ἀ­μη­χα­νί­α, ἴ­σως καὶ δυ­σπι­στί­α. Τὴν πα­ρα­θέ­τω σὲ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πό­δο­ση στὴ μνή­μη του κα­θὼς καὶ στὴ μνή­μη τῶν πρό­ω­ρα χα­μέ­νων ἀ­δερ­φῶν του Γιά­ννη καὶ Σταύ­ρου.
Β. Δημ.

ΑΞΙΔΕΥΑΝ μὲ τὸ «Κων­σταν­τῖ­νος». Εἴ­χα­νε κα­βα­τζά­ρει τὸν Κα­βο-Πά­πα καὶ περ­νοῦ­σαν τὸν Τσι­κνιὰ ἀ­φή­νον­τας πί­σω τὴ ρα­χο­κο­κα­λιὰ τῆς Ἰ­κα­ρί­ας νὰ μι­κραί­νει καὶ νὰ θο­λώ­νει σὰ σύν­νε­φο ἀ­π’ τοὺς ἀ­γέ­ρη­δες ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τὰ βου­νά της μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα.

       Εἶ­χε μπό­λι­κη λοι­πὸν θα­λασ­σί­τσα ἀλ­λὰ συ­νη­θι­σμέ­να πρά­μα­τα γιὰ τὸ μι­κρὸ φορ­τη­γό, ποὺ μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα ἐ­κτε­λοῦ­σε με­τα­φο­ρὲς ἐμ­πο­ρευ­μά­των ἀ­πὸ τὴ Σά­μο στὸν Πει­ραι­ὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα.

       Κα­πε­τά­νιος στὸ «Κων­σταν­τῖ­νος» ἦ­ταν ὁ συ­χω­ρε­μέ­νος Ἄγ­γε­λος Μάρ­κου. Πλή­ρω­μα, τὸ Κολ­λη­μέ­νο, ὁ Μα­νό­λης ἡ Κα­βα­λί­να, ὁ Μα­νό­λης ὁ Κου­τσλί­της καὶ δυ­ὸ τρεῖς ἄλ­λοι, ὅ­λοι πα­λι­κα­ρό­που­λα ἀ­πὸ τὸ Τη­γά­νι τῆς Σά­μου. Ὁ Ἀν­τρέ­ας ὁ Κα­ρα­πέ­τσης, μου­τζού­ρης μέ­χρι χτὲς στὸ μη­χα­νο­στά­σιο τῆς Μπουν­τού­ραι­νας, μιᾶς χα­μη­λο­κώ­λας ἀ­νε­μό­τρα­τας τοῦ χω­ριοῦ, ἤ­τα­νε πρω­τόμ­παρ­κος μη­χα­νι­κός. Ἐ­ρω­τευ­μέ­νος στὸ φοὺλ μὲ μιὰ μι­κρὴ τῆς γει­το­νιᾶς του, μπαι­νό­βγαι­νε στὸ μη­χα­νο­στά­σιο, ἀ­νέ­βαι­νε στὸ χει­ρι­στή­ριο, κου­βέν­τια­ζε μὲ τὸ πλή­ρω­μα, ἦ­ταν ὅ­λο νεῦ­ρα καὶ τσα­τί­λα. Μὰ ὅ­πως καὶ νά ’­χε τὸ πρά­μα, τί νὰ κά­μεις ἅ­μα τα­ξι­δεύ­εις φορ­τω­μέ­νος μέ­χρι τὰ μπού­νια λά­δι καὶ χα­μά­δα καὶ ἀρ­με­νί­ζεις βί­α ἑ­φτὰ μί­λια τὴν ὥ­ρα δευ­τε­ρό­πρι­μα τὸν Τσι­κνιά…

       Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ποὺ ἦ­ταν νὰ γί­νει ὅ,τι ἔ­γι­νε, ὁ Ἀν­τρέ­ας μί­λα­γε μὲ τὸν κα­πε­τά­νιο βα­ρι­ε­στι­σμέ­να. Τὸν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε ἡ μι­κρὴ κα­θυ­στέ­ρη­ση τοῦ κα­ρα­βιοῦ ἀ­πὸ τὴ λο­ξὴ πο­ρεί­α ποὺ χά­ρα­ζαν, γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γουν τὴ ρε­μα­τί­σια θά­λασ­σα. Βέ­βαι­α δὲν εἶ­χε κα­νέ­να σο­βα­ρὸ λό­γο ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ. Στὸν Πει­ραι­ὰ πή­γαι­ναν, δὲν γύ­ρι­ζαν στὸ νη­σί. Μέ­χρι τό­τε εἶ­χαν ἕ­να σω­ρὸ σκο­τοῦ­ρες μπρο­στά τους.

       Ἀ­μή­χα­νος μπῆ­κε στὴν καμ­πί­να τῆς γέ­φυ­ρας, ἄ­νοι­ξε τὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ πα­σπά­τευ­ε τὰ κουμ­πιά του. Μέ­σα ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ὴ ἔ­βγαι­νε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο πα­ρά­σι­το. Ὁ μη­χα­νι­κὸς ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς γυρ­νών­τας στὸν κα­πε­τά­νιο. «Πά­λι κα­νέ­νας σκα­τομ­πά­σταρ­δος θά ’­βα­λε τὸ χέ­ρι του.» Κι ὕ­στε­ρα, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸ πλή­ρω­μα ποὺ λι­α­ζό­ταν τοῦ κα­λοῦ και­ροῦ στὴν πλω­ριὰ κου­βέρ­τα πά­νω σε κά­τι ντα­νι­α­σμέ­νους μου­σα­μά­δες, φώ­να­ξε μὲ τὴν ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρα του: «Ρὲ πού­στη­δες, ρὲ κω­λο­γα­μη­μέ­νοι, ποιός ἦρ­θε καὶ πα­σπά­τε­ψε τὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ τοῦ ’­βγα­λε τὰ μά­τια;»

       Τὸ πλή­ρω­μα δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Χω­ρια­νοὶ ὅ­λοι, ξέ­ρα­νε τὸν Κα­ρα­πέ­τση σὰν κάλ­πι­κη μο­νέ­δα, γε­λού­σα­νε.

       Στὸ με­τα­ξὺ ὁ κα­πε­τά­νιος εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κα­μα­ρί­νι του καὶ κοί­τα­ζε τὴν κε­ραί­α τοῦ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νου. Ὕ­στε­ρα φώ­να­ξε τὸ μη­χα­νι­κό. «Ἀν­τρέ­α, κοί­τα τὴν κε­ραία. Τε­λώ­νια. Ἄν­τε, φέ­ρε γρή­γο­ρα ἕ­ναν τε­νε­κέ.»

       Ὁ μη­χα­νι­κὸς γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὴν κε­ραί­α πρὶν κά­νει αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ’­λέ­γε ὁ κα­πε­τά­νιος. Πά­νω σ’ ὅ­λο το μῆ­κος της εἶ­χε κα­θί­σει ἕ­να πρά­μα, σὰν κόλ­λα, σὰ μύ­ξα. Ἔ­μοια­ζε μὲ δε­μά­τι ἀ­πὸ ξό­βερ­γες. Πρώ­τη φο­ρὰ τοῦ τύ­χαι­νε, ἀλ­λὰ εἶ­χε ξα­να­κού­σει γιὰ τε­λώ­νια. Μό­νο ποὺ δὲν τὰ πί­στευ­ε, ὅ­πως οἱ πιὸ πολ­λοὶ νέ­οι της ἡ­λι­κί­ας του.

       Κα­τέ­βη­κε στὸ μη­χα­νο­στά­σιο ἀ­να­στα­τω­μέ­νος. Πί­στευ­ε καὶ δὲν πί­στευ­ε αὐ­τὰ ποὺ γί­νον­ταν στὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ στὴν κε­ραί­α του.

       Σὲ λί­γο ἀ­νέ­βη­κε στὸ κα­τά­στρω­μα μὲ ἕ­ναν ἄ­δει­ο λα­δο­τε­νε­κὲ στὰ χέ­ρια καὶ βρέ­θη­κε μπρο­στά σε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο θέ­α­μα, ποὺ τε­λι­κὰ τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ βά­λει τὰ γέ­λια. Ὁ κα­πε­τά­νιος, μαλ­λια­ρὸς καὶ χον­τρός, εἶ­χε κα­τε­βά­σει τὰ βρα­κιά του καὶ χτυ­ποῦ­σε τὸν κῶ­λο του μὲ τὶς πα­λά­μες του. Σὲ κά­θε χτύ­πη­μα τὰ ξίγ­κια καὶ τὰ κρε­μα­σμέ­να ἀ­παυ­τά του κου­νι­οῦν­ταν πά­νω-κά­τω καὶ μπρὸς-πί­σω σὰν τὸ καμ­πα­νά­κι τῆς πλώ­ρης. Πιὸ πέ­ρα ὅ­λα τὰ μέ­λη τοῦ πλη­ρώ­μα­τος μι­μοῦν­ταν στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὶς κι­νή­σεις του.

       Ὁ κα­πε­τά­νιος ἔ­δει­ξε νὰ πει­ρά­χτη­κε ἀ­πὸ τὰ χά­χα­να τοῦ μη­χα­νι­κοῦ.

       «Σκά­σε καὶ χτύ­πα τὸν τε­νε­κέ», τοῦ ’­βα­λε τὶς φω­νές. Τί νὰ κά­νει, χτύ­πα­γε ὁ Ἀν­τρέ­ας τὸ τούμ­πα­νο, χτυ­ποῦ­σαν οἱ λοι­ποὶ τοὺς κώ­λους τους, ὅ­λοι συγ­χρο­νι­σμέ­νοι στὸ ρυθ­μὸ τοῦ κα­πε­τὰν-Ἄγ­γε­λου, ὥ­σπου σὲ μιὰ στιγ­μὴ βλέ­πουν τὴν πα­ρά­ξε­νη μά­ζα νὰ μα­ζεύ­ε­ται στὸ κέν­τρο τῆς κε­ραί­ας, σὰν σμά­ρι ἀ­πὸ με­λίσ­σια καὶ νὰ φεύ­γει στὸν οὐ­ρα­νό.

       «Μπρά­βο παι­διά», λέ­ει ὁ κα­πε­τά­νιος στὸ πλή­ρω­μα ποὺ κοι­τοῦ­σε μὲ γουρ­λω­μέ­να μά­τια. «Τά ’­δες, βρὲ βλά­κα; Εἶ­σαι καὶ με­γα­λύ­τε­ρος…», ἀ­πο­σώ­νει στὸ μη­χα­νι­κὸ σο­βα­ρὰ-σο­βα­ρά, τρα­βά­ει τὰ βρα­κιά του καὶ μπαί­νει στὴν καμ­πί­να του σὰ νὰ μὴ συ­νέ­βη­κε τί­πο­τα…



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ περ. Τὸ Τηγάνι, ἀρ. 25 (Σεπτέμ­βριος-Δεκέμ­βριος 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Ἀπὸ δεξιά: Δημήτρης Βασιλειάδης, Ἀνδρέας Ἀδελφουλᾶκος, Τοῦρκος ὑπήκοος καὶ Νίκος Μανιάτης στὸ Κουσάντασι τὸ 1968.



		

	

Κά­τια Στα­μα­τιά­δου: Ἡ Μι­κρὴ καὶ ἡ Με­γά­λη Για­γιά



Κά­τια Στα­μα­τιά­δου


Ἡ Μι­κρὴ καὶ ἡ Με­γά­λη Για­γιά


ΓΚΑΛΙΑ μὲ τὴν κού­κλα της στὴ με­γά­λη κα­ρέ­κλα κοί­τα­γε μιὰ τὴ για­γιὰ τὴ με­γά­λη καὶ μιὰ τὴ για­γιὰ τὴ μι­κρή. Ἡ για­γιὰ ἡ με­γά­λη, «ἡ νό­να», ὅ­πως τὴν φώ­να­ζαν, ψη­λὴ καὶ ἀ­γέ­ρω­χη, μέ­σα στὴ μα­κριὰ μαύ­ρη του­α­λέ­τα της, χει­ρο­νο­μοῦ­σε νευ­ρι­α­σμέ­νη καὶ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, ἂν ἦ­ταν ὅ­λα ἕ­τοι­μα, γιὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου της γιοῦ, τοῦ μπάρ­μπα-Γιά­ννη.

       Στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη τῆς με­γά­λης ξύ­λι­νης ντου­λά­πας καὶ τὰ ἔ­βα­λε μὲ τὴν κό­ρη της, τὴ για­γιὰ τὴ μι­κρή, ποὺ δὲν τῆς εἶ­χε κουμ­πώ­σει κα­λὰ τὸ φό­ρε­μα. Πα­ρά­ξε­νες γυ­ναῖ­κες καὶ οἱ δύ­ο στὰ μά­τια της.

       Ἡ για­γιὰ ἡ με­γά­λη εἶ­χε μεί­νει πο­λὺ νέ­α χή­ρα. Κλεί­στη­κε στὸ σπί­τι της, στὴ Σά­μη τῆς Κε­φα­λο­νιᾶς καὶ με­γά­λω­σε μό­νη τα παι­διά της. Ὁ γιός της ὁ Γιά­ννης ἦ­ταν ἡ ἀ­δυ­να­μί­α της, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἔ­κα­νε πάν­τα τὸ κέ­φι του. Ἦ­ταν γυ­ναι­κὰς ἔ­λε­γαν, τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ με­γά­λη ζω­ὴ καὶ τὸ χαρ­τά­κι. Ἔ­τσι χά­θη­κε καὶ ἡ πε­ρι­ου­σί­α τῆς για­γιᾶς τῆς μι­κρῆς, τῆς Κά­τε.

       Ἡ Κά­τε πῆ­γε σχο­λεῖ­ο στὶς κα­λό­γρι­ες, στὴ Ρου­μα­νί­α, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πα­ρά­πο­νό της καὶ ὄ­χι μό­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ παν­τρευ­τεῖ ἕ­ναν ἄν­τρα εἴ­κο­σι χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρό της, μὲ πολ­λὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ σώ­σει τοὺς δι­κούς της.

       Ἡ τσι­ρι­χτὴ φω­νὴ τῆς νό­νας της ἔ­κα­νε νὰ πε­τα­χτεῖ καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ τῆς πέ­σει ἡ κού­κλα.

       — Φέ­ρε μου παι­δί μου, ἔ­λε­γε στὴ για­γιά της, τὰ φα­σα­μέν μου. Δὲν βλέ­πω τί­πο­τα.

       Αὐ­τὰ τὰ γυ­α­λά­κια πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σα­νε μὲ τὸ μα­κρὺ χε­ρά­κι τους, μοιά­ζα­νε μὲ κιά­λια. Ξε­κί­νη­σαν γιὰ τὸ σα­λό­νι, πρῶ­τα ἡ νό­να, πί­σω ἡ για­γιὰ καὶ πα­ρα­πί­σω ἡ μι­κρή, σὰν μιὰ πομ­πή.

       Σὲ λί­γο ἔ­φτα­σε ὁ μπάρ­μπα-Γιά­ννης. Πο­λὺ κομ­ψὰ ντυ­μέ­νος, ἡ γρα­βά­τα του πάν­τα τὸ ἴ­διο χρῶ­μα μὲ τὸ μαν­τη­λά­κι στὴ μι­κρὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ του. Μό­λις τὴν ἔ­βλε­πε, ἔ­βγα­ζε τὸ κα­πέ­λο του καὶ τὴ χαι­ρε­τοῦ­σε μὲ μιὰ μι­κρὴ ὑ­πό­κλι­ση. Ξε­καρ­δί­ζον­ταν στὰ γέ­λια, τὴν ἔ­βα­ζε στὰ γό­να­τά του καὶ τῆς γέ­μι­ζε τὰ χε­ρά­κια της, μὲ ὄ­μορ­φες, πο­λύ­χρω­μες καὶ γευ­στι­κὲς κα­ρα­μέ­λες, ποὺ τό­σο τῆς ἄ­ρε­σαν. Με­τὰ τῆς ἔ­κλει­νε πο­νη­ρὰ τὸ μά­τι.

       Ἤ­ξε­ραν καὶ οἱ δύ­ο ὅ­τι ἡ νό­να εἶ­χε κλει­στο­φο­βί­α καὶ ὁ μπάρ­μπα-Γιάν­νης τῆς εἶ­χε πεῖ νὰ πη­γαί­νει ἐ­κεῖ ποὺ κα­θό­τα­νε καὶ νὰ τῆς κλεί­νει τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεί­νη φο­βι­σμέ­νη, πρῶ­τα τῆς φώ­να­ζε, ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν κα­λό­πια­νε. «Ἄ­νοι­ξε κα­λὸ παι­δά­κι καὶ ἐ­γὼ θὰ σοῦ δώ­σω κα­ρα­μέ­λα.» Ἡ μι­κρὴ τὴν ἄ­νοι­γε γρή­γο­ρα καὶ μό­λις ἔ­παιρ­νε τὴν κα­ρα­μέ­λα, τσοὺκ τὴν ξα­νά­κλει­νε. Μέ­χρι νὰ τὴν κα­τα­λά­βουν καὶ νὰ τὴν μα­λώ­σουν, προ­λά­βαι­νε καὶ μά­ζευ­ε ἀρ­κε­τὲς κα­ρα­μέ­λες. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μυ­στι­κό τους μὲ τὸν μπάρ­μπα-Γιάν­νη καὶ ἐ­κεῖ­νος σὰν ἐ­πι­βρά­βευ­ση, τῆς ἔ­δι­νε μιὰ με­γά­λη σο­κο­λά­τα.

       Τώ­ρα θὰ πή­γαι­νε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴ μα­μά του καὶ ἡ μι­κρὴ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ γε­λοῦ­σε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Πράγ­μα­τι, μό­λις κά­θι­σε κον­τά της ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει μπᾶς καὶ τὸν ἀ­κού­σει. Μά­ται­α. Τό­τε ἦρ­θε ἡ για­γιὰ ἡ μι­κρὴ κρα­τών­τας τὸ ἄ­δει­ο ρό­λο ἀ­πὸ τὸ χαρ­τὶ τῆς του­α­λέ­τας. Ἡ νό­να τὸ ἔ­βα­λε στὸ αὐ­τί, μὲ μιὰ με­γα­λό­πρε­πη κί­νη­ση ποὺ ἅρ­μο­ζε στὴ θέ­ση της καὶ τὸ πρό­σω­πό της φω­τί­στη­κε μό­λις ἄ­κου­σε τὴ φω­νή του.

       Τί πλά­κα τε­λι­κὰ ποὺ εἶ­χαν οἱ με­γά­λοι!



Κά­τια (Δρού­στα) Στα­μα­τιά­δου γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε στὴ Σχο­λὴ Δο­ξιά­δη Δι­α­κό­σμη­ση Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν Χώ­ρων, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­φοί­τη­σε τὸ 1976. Στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε πά­νω στὸ ἀν­τι­κεί­με­νό της γιὰ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Κα­τό­πιν ξε­κί­νη­σε νὰ δου­λεύ­ει σὲ ξε­νό­γλωσ­σα ἑλ­λη­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη δι­α­φή­μι­σης καὶ δη­μο­σί­ων σχέ­σε­ων. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἔ­γρα­φε θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ δι­η­γή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­μως δὲν δη­μο­σί­ευ­σε πο­τέ. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ὁ­μά­δες δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­ναι μέ­λος ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κῶν θε­α­τρι­κῶν ὁ­μά­δων. Ἔ­κτο­τε, κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους (Κρυ­στα­λί­α Πα­τού­λη, Ἀ­δέ­σπο­τα. 45 Ἀ­φη­γή­σεις γιὰ τὴν παι­δι­κὴ καὶ τὴν ἐ­φη­βι­κὴ ἡ­λι­κί­α, Τα­ξι­δευ­τής, Ἀ­θή­να 2019), ἐ­νῶ ἔ­χει λά­βει μέ­ρος σὲ ἀρ­κε­τὲς ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὲς πα­ρα­στά­σεις θε­ά­τρου.