1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ!

[τοῦ Θεοδωράκη Κολοκοτρώνη]


«ΕΝΑΣ ΕΤΥΧΕ δι­ερ­μη­νεὺς με­τα­ξὺ τοῦ Ρώσ­σου Ναυά­ρχου Ρι­κόρ­δου καὶ τοῦ Γέ­ρο-Κο­λο­κο­τρώ­νη, καὶ ἐ­πει­δὴ ἦλ­θε λό­γος διὰ τὸ κά­ψι­μον τῆς Φερ­γά­δας εἰς Πό­ρον(1), εἶ­πεν ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης:

       — Τὸ φταί­ξι­μον τὸ ἔ­χει ὁ γκε­νε­ρὰλ Κου­του­ζώφ, καὶ ὄ­χι ἄλ­λος.

       Ὁ Ρι­κόρ­δος μὲ ἀ­πο­ρί­αν εἶ­πε:

       — Τί ἔ­χει νὰ κά­μῃ ἐ­δῶ ὁ Κου­του­ζώφ;

       Ἐ­χα­μο­γε­λοῦ­σεν ὁ Γέ­ρος, ποὺ σὰν καὶ ἔ­βλε­πε νὰ πει­ρά­ζε­ται ὁ Ρι­κόρ­δος· ὁ δι­ερ­μη­νεὺς τό­τε ἐ­ξή­γη­σεν εἰς τὸν Ρι­κόρ­δον ὅ­τι παί­ζει μὲ τὴν λέ­ξιν Κου­τού-ζωφ, μὴ θε­ω­ρῶν­τας τὴν πρᾶ­ξιν τοῦ Μι­α­ού­λη ἀν­θρώ­που γνω­στι­κοῦ καί­ον­τος τὸ σπί­τι του.»


(1) Ἀναφορὰ στὰ περιστατικὰ τῆς ἀν­ταρ­σίας τοῦ Μια­ού­λη, μὲ τὴν ἀ­να­τί­να­ξη τῆς φρε­γά­τας «Ἑλ­λάς» καὶ τῆς κορ­βέ­τας «Ὕ­δρα», τὸ Κα­λο­καίρι τοῦ 1831. [Σημ. τοῦ ἐπιμελητῆ.]


Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης» σ. 281 (ἀπὸ τὸ Γ. Τερτσέτη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 212 [Τίτλος: «458.— Φταί­ει ὁ Κου­του­ζώφ.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Ἡ φρεγάτα Ἑλλάς (1827). Ὑδρόχρωμα, 26Χ31 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).

Ἄκου ἐδῶ καὶ ὁμιλία γιὰ τὸν Κο­λο­κο­τρώνη τοῦ Δη­μή­τρη Λιαν­τί­νη στὴν Τρί­πο­λη στὶς 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1993.


			

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Ἀμέλεια



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 7/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Ἀ­μέ­λεια  

(Neglect)


ΡΩΤΗΣΑΝ τὸν Κύ­ριο ἂν πι­στεύ­ει στὴ με­τεν­σάρ­κω­ση.

       Βε­βαί­ως, εἶ­πε. Ἐ­ξη­γεῖ τό­σο πολ­λά.

       «Τί ἐ­ξη­γεῖ, ἀ­ξι­ό­τι­με κύ­ρι­ε;», τὸν ρώ­τη­σε κά­ποι­ος.

       Κα­τὰ τοὺς πρό­σφα­τους ἑ­ορ­τα­σμούς σας γιὰ τὴν 4η Ἰ­ου­λί­ου μὲ κά­λε­σαν νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σω ἕ­ναν δι­α­γω­νι­σμὸ κα­τα­νά­λω­σης χὸτ ντὸγκ ποὺ πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται κά­θε χρό­νο, εἶ­πε ὁ Κύ­ριος, κι ἦ­ταν ὅ,τι πιὸ ἠ­λί­θιο ἔ­χω δεῖ πο­τέ μου.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


Ραοὺλ Σάντσεθ Κίλες (Raúl Sánchez Quiles): Τὸ λάθος


Ρα­οὺλ Σάν­τσεθ Κί­λες (Raúl Sánchez Quiles)


Τὸ λά­θος


ΚΟΥΩ μιὰ τρο­με­ρὴ κραυ­γὴ τῆς κό­ρης μου. Τρέ­χω μέ­χρι τὸ δω­μά­τιό της καὶ τὴν βλέ­πω πά­νω στὸ κρε­βά­τι, δεί­χνον­τάς μου τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη ἕ­να πε­ρί­ερ­γο ἔν­το­μο ποὺ σέρ­νε­ται στὸ χα­λί της. Χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη τὸ συν­θλί­βω μὲ τὰ κα­λο­και­ρι­νά μου μο­κα­σί­νια. Κά­θο­μαι δί­πλα της, τὴν χα­ϊ­δεύ­ω καὶ πα­ρα­τη­ρῶ ὅ­τι τὸ ζῶ­ο κου­νά­ει ἀ­κό­μα ἕ­να πό­δι. Σκύ­βω, τὸ κοι­τά­ζω ἀ­πὸ κον­τὰ καὶ ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι ἕ­να μουρ­μου­ρη­τὸ ἀ­γω­νί­ας: «Helfen, Helfen!»* Τό­τε τὰ κα­τα­λα­βαί­νω ὅ­λα.

        Μό­λις σκό­τω­σα τὸν Κάφ­κα.


* «Βο­ή­θεια, Βο­ή­θεια!» στὰ γερ­μα­νι­κά.


Πη­γή: Irene Andres-Suárez, Antología del microrrelato español (1906-2011), el cuatro género narrativo, Cátedra Letras Hispánicas, 2013.

Ρα­οὺλ Σάν­τσεθ Κί­λες (Raúl Sánchez Quiles) γεν­νή­θη­κε στὴν Τε­νε­ρί­φη τὸ 1978. Σπού­δα­σε κοι­νω­νι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες καὶ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα El Día. Ἔ­χει ἐρ­γα­στεῖ ἐ­πί­σης ὡς σε­να­ρι­ο­γρά­φος στὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ στὸ θέ­α­τρο. Πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ συλ­λο­γὲς γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα κα­θὼς ἐ­πί­σης ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ προ­σω­πι­κή του συλ­λο­γὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των τὸ 2010 (Sólo 175 microrrelatos, Tenerife, 2010). Πα­ράλ­λη­λα δη­μο­σι­εύ­ει τὰ δι­η­γή­μα­τά του στὸ προ­σω­πι­κό του ἰ­στο­λό­γιο Hiperbreves S.A.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Ἐντμοῦντο Πὰς Σολδάν (Edmundo Paz Soldán): Παραμύθι μὲ δικτάτορα καὶ κάρτες


Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δάν (Edmundo Paz Soldán)


Πα­ρα­μύ­θι μὲ δι­κτά­το­ρα καὶ κάρ­τες

(Cuento con dictador y tarjetas)


ΚΕΙΝΟΥΣ ΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ ὁ δι­κτά­το­ρας Χο­α­κὶν Ἰ­τουρ­βί­δε δι­α­φέν­τευ­ε μιὰ βι­ο­τε­χνί­α καρ­τῶν καὶ εἶ­χε τὸ μο­νο­πώ­λιο τῆς πώ­λη­σης τῶν καρ­τῶν στὴ χώ­ρα καὶ μιὰ μέ­ρα τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 26η Ἰ­ου­νί­ου Ἡ­μέ­ρα τῆς Φι­λί­ας καὶ οἱ κάρ­τες ποὺ φτι­ά­χτη­καν γιὰ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα εἶ­χαν μιὰ ἀ­πρό­σμε­νη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸν πλη­θυ­σμὸ καὶ πραγ­μα­το­ποί­η­σαν θε­α­μα­τι­κὲς εἰ­σπρά­ξεις γιὰ τὴν ἐ­πι­χεί­ρη­ση· αὐ­τὸ ὤ­θη­σε τὸν δι­­κτάτο­ρα νὰ κη­ρύ­ξει τὴν 14η τοῦ Αὐ­γού­στου Ἡ­μέ­ρα τῆς Ζή­λειας καὶ ἡ ἐ­πι­τυ­χί­α ἐ­πα­να­λή­φθη­κε. Καὶ μὲ φό­ρα του ἡ δυ­να­μι­κή τῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας συ­νε­χί­στη­κε καὶ σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ πεν­τα­ε­τί­α ὅ­λες οἱ μέ­ρες τοῦ ἔ­τους ἐ­ξαν­τλή­θη­καν καὶ ὑ­πῆρ­χε Ἡ­μέ­ρα τῆς Μνη­σι­κα­κί­ας καὶ Ἡ­μέ­ρα τῆς Ἄ­πι­στης Μνη­στῆς καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Προ­πα­πού­δων καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Συ­ζύ­γων ποὺ Ἀ­γα­πι­οῦν­ται ἀλ­λὰ στὴν Πραγ­μα­τι­κό­τη­τα Μι­σοῦν­ται καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Λα­τρῶν τοῦ Αὐ­νάν καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ Θά­θε­λαν νὰ κοι­μη­θοῦν μὲ τὶς Ὑ­πη­ρέ­τρι­ές τους καὶ Ἡ­μέ­ρα τῶν Ἀ­να­γνω­στῶν τοῦ Μαρ­κή­σιου Ντὲ Σὰντ καὶ Ἡ­μέ­ρα αὐ­τῶν ποὺ ὀ­νει­ρεύ­ον­ται Κεν­ταύ­ρους. Γιὰ νὰ δώ­σει χῶ­ρο σὲ νέ­ες ἐ­πι­νο­ή­σεις ἔ­πρε­πε νὰ χω­ρί­σει τὴν μέ­ρα σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­ρη: τὸ σού­ρου­πο τῆς 3ης τοῦ Γε­νά­ρη κη­ρύ­χτη­κε Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Τοὺς Ἀ­ρέ­σει νὰ κά­νουν Σὲξ στὸ Σκο­τά­δι ἑ­νὸς Κι­νη­μα­το­γρά­φου καὶ τὸ ξη­μέ­ρω­μα τῆς 16ης τοῦ Ὀ­κτώ­βρη Στιγ­μὴ αὐ­τῶν ποὺ Δὲν Σκο­τώ­νουν οὔ­τε μιὰ Μύ­γα καὶ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς 21ης  τοῦ Δε­κέμ­βρη Στιγ­μὴ τῶν Νο­σταλ­γῶν τοῦ Τσα­τσα­τσά. Καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ὁ δι­κτά­το­ρας ἤ­δη κο­νο­μοῦ­σε πιὸ πο­λὺ χρῆ­μα ἐ­τη­σί­ως μὲ τὴν πώ­λη­ση τῶν καρ­τῶν πα­ρὰ μὲ αὐ­τὸ ποὺ ἔ­κλε­βε ἀ­προ­κά­λυ­πτα ἀ­πὸ τὰ τα­μεῖ­α τοῦ Κρά­τους, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­φή­σει τὴν ἐ­ξου­σί­α. Ἤ­θε­λε νὰ πε­θά­νει μα­ζί της, ὑ­πέρ­γη­ρος πιὰ καὶ σε­βά­σμιος πα­τριά­ρχης. Ὅ­ταν πέ­θα­νε ἦ­ταν ἕ­νας ὑ­πέρ­γη­ρος. Πρὸς τι­μήν του, ἡ Σύ­νο­δος τῶν Ἐ­ξε­χόν­των τῆς χώ­ρας κή­ρυ­ξε τὴν ὥ­ρα τέσ­σε­ρις καὶ εἴ­κο­σι ἑ­πτὰ λε­πτὰ καὶ δε­κα­πέν­τε δευ­τε­ρό­λε­πτα τῆς 2ης τοῦ Ἀ­πρί­λη σὰν τὴν Φευ­γα­λέ­α Στιγ­μὴ τῶν Ἰ­σό­βι­ων Δι­κτα­τό­ρων.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Rio Fugitivo:

http://riofugitivo.blogspot.com/2008/02/cuento-con-dictador-y-tarjeta-s-un.html

Ἐν­τμοῦν­δο Πὰς Σολ­δὰν (Edmundo Paz Soldán): Γεν­νή­θη­κε στὴν Κο­τσαμ­πάμ­πα (Βο­λι­βί­α) τὸ 1967. Σπό­υ­δα­σε Δι­ε­θνεῖς Σχέ­σεις, Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες καὶ Ἱ­σπα­νό­φω­νη Λο­γο­τε­χνί­α. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἀ­σχο­λή­θη­κε μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Τὸ ἔρ­γο του ἔ­χει λά­βει πολ­λὲς δι­α­κρί­σεις καὶ ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὰ ἑ­ξῆς βρα­βεῖ­α: Χου­ὰν Ροῦλ­φο (Pre­mio Ju­an Rul­fo 1997), Ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο δι­η­γή­μα­τος (Pre­mio Na­cio­nal de No­ve­la) (Bo­li­via) 2002), Γκούγ­κεν­χά­ιμ (Guggen­heim Fellow­ship, 2006). Σύγ­χρο­νοι με­λε­τη­τὲς κα­τα­τάσ­σουν τὸ ἔρ­γο του στὸ Λα­τι­νο­α­με­ρι­κά­νι­κο λο­γο­τε­χνι­κὸ ρεῦ­μα Μα­κόν­το (McΟndo), ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ Μα­γι­κοῦ Ρε­α­λι­σμοῦ, με­του­σι­ω­μέ­νου ὡς Μον­τέρ­νου Ρε­α­λι­σμοῦ μὲ συ­χνὲς τε­χνο­λο­γι­κὲς ἀ­να­φο­ρές. Ἀ­πὸ τὸ 1991 ζεῖ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες, δι­δά­σκει Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Cornell University ἀ­πὸ τὸ 1997 κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἀρ­θρο­γρά­φος σὲ δι­ά­φο­ρες ἐ­φη­με­ρί­δες καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ ὅ­πως: The New York Ti­­mes, El Pais, Ti­me καὶ E­ti­­que­­ta Ne­­gra. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς χῶ­ρες τῆς Εὐ­ρώ­πης καὶ δυ­ὸ ται­νί­ες τοῦ Ἀλ­φόν­σο Μά­γιο (Alfonso Mayo) ἔ­χουν βα­σι­στεῖ σὲ δι­η­γή­μα­τά του.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τός του τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ρωμαίϊκα κι Ἑλληνικά



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ρωμαίϊκα κι Ἑλληνικά

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΜΑΤΕΥΤΑΔΕΣ Χι­ῶ­τες πα­ρου­σι­α­στή­κα­νε στὸν Ὄ­θω­να τὸ Βα­σι­λέ­α.

       Ἀ­φοῦ εἴ­πα­νε τὄ­να καὶ τ’ ἄλ­λο, πρά­μα­τα γε­νι­κὰ ποὺ συ­νει­θί­ζον­ται στὴν πρώ­τη γνω­ρι­μιά, ὁ Βα­σι­λέ­ας, ποὺ μό­νη γλῶσ­σα του εἶ­χε νὰ μι­λῇ τὴς Ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες ποὺ εἶ­χε πρω­το­μά­θει ἀ­πὸ τὸ Φί­λιπ­πο Ἰ­ω­άν­νου, τὸ δά­σκα­λό του καὶ κα­θη­γη­τὴ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ Ὀ­θώ­νει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο, γυ­ρί­ζει στὸν ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς τρεῖς Χι­ῶ­τες μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ συ­νει­θι­σμέ­νο σο­βα­ρό του καὶ ρω­τά­ει:

       — Πῶς προ­χω­ρεῖ τὸ ἐμ­πό­ριον;

       — Κε­σά­τια, Με­γα­λει­ό­τα­τε! λέ­ει ὁ Χι­ώ­της.

       Ὁ Ὄ­θω­νας ἀ­πο­ρεῖ· πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­κού­ει αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη. Κοι­τά­ζει αὐ­τὸν ποὺ μί­λη­σε στὰ μά­τια καὶ ξα­να­ρω­τά­ει:

       — Τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξις κε­σά­τια;

       Ὁ Χι­ώ­της ἀ­πο­ρεῖ κι’ αὐ­τός, μὰ ὁ ἄλ­λος Χι­ώ­της, πει­ὸ ἔ­ξυ­πνος, πε­τι­έ­ται κι’ ἀ­παν­τά­ει:

       — Δὲν ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       Κ’ εἶ­ν’ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος ποὔ­λυ­σε τοῦ Βα­σι­λέ­α τὴν ἀ­πο­ρί­α.

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας, μὲ τὴν ἴ­δια πάν­τα σο­βα­ρό­τη του, γυ­ρί­ζει καὶ σ’ αὐ­τόν.

       — Καὶ ἡ λέ­ξις ντα­ρα­βέ­ρι τί ση­μαί­νει;

       Μὰ ὡς ποὺ ν’ ἀ­παν­τή­σῃ ὁ δεύ­τε­ρος, ὁ τρί­τος Χι­ώ­της δὲν ἀρ­γεῖ καὶ λέ­ει:

       — Ἀ­λι­σβε­ρί­σι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       Ὁ Βα­σι­λέ­ας δὲν ἔ­κα­με ἄλ­λο ρώ­τη­μα. Καὶ φύ­γαν οἱ τρεῖς φί­λοι χα­ρού­με­νοι ποὺ φω­τί­σα­νε τὸ Βα­σι­λέ­α.

       Τὸ βρά­δυ στὸ βα­σι­λι­κὸ τρα­πέ­ζι, ἐ­κεῖ ποὺ ὁ ὑ­πα­σπι­στὴς Χα­τζη­χρῆ­στος (ξε­νό­γλωσ­σος ποὺ δύ­σκο­λα μι­λοῦ­σε ἁ­πλὰ Ἑλ­λη­νι­κά, μὰ τὴς Ἑλ­λη­νι­κοῦ­ρες δὲν τὴς εἶ­χε μά­θει ἀ­πὸ κα­νέ­να σο­φὸ δά­σκα­λο) ἤ­τα­νε σκυ­φτὸς στὸ πιά­το του, ἀ­κού­ει τὸ Βα­σι­λέ­α νὰ λέ­ῃ:

       — Τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξις κε­σά­τι, κύ­ρι­ε ὑ­πα­σπι­στά;

       — Κε­σά­τι, Με­γα­λει­ό­τα­τε; φω­νά­ζει ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος ξαφ­νι­σμέ­νος· κε­σά­τι θὰ πῇ… νὰ… κε­σά­τι, πῶς τὸ λέ­νε; Δὲν τὸ λὲν ἀλ­λοι­ῶς· κε­σά­τι… ἅ­μα δὲν ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι, ἔ­χει κε­σά­τι!

       — Καὶ ντα­ρα­βέ­ρι τί ση­μαί­νει;

— Ντα­ρα­βέ­ρι; (κι’ ἀ­πο­ρεῖ τώ­ρα ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος πει­ὸ πο­λὺ κι’ ἀ­πὸ τὸ Βα­σι­λέ­α τὸν ἴ­διο)· πῶς, ντα­ρα­βέ­ρι! Ἅ­μα ἔ­χει ντα­ρα­βέ­ρι… δὲν ἔ­χει κε­σά­τι, ἅ­μα ἔ­χει κε­σά­τι, δὲν ἔ­χει… ἀ­λι­σβε­ρί­σι! Αὐ­τὸ θὰ πῇ, ἀ­λι­σβε­ρί­σι, Με­γα­λει­ό­τα­τε!

       — Καὶ ἀλισβερίσι τί ση­μαί­νει;

— Ἀ­λι­σβε­ρί­σι θὰ πῇ… ντα­ρα­βέ­ρι! Ντα­ρα­βέ­ρι-ἀ­λι­σβε­ρί­σι, ἀ­λι­σβε­ρί­σι-ντα­ρα­βέ­ρι… δὲν τὸ ξέ­ρεις, Με­γα­λει­ό­τα­τε; Αὐ­τὸ θὰ πῇ!

       Κι’ ὁ Χα­τζη­χρῆ­στος χει­ρο­νο­μεῖ ἄ­τα­χτα ὄ­χι για­τὶ δὲ μπο­ρεῖ νὰ ξη­γη­θῇ, πα­ρὰ για­τὶ δὲ θέ­λει ὁ Βα­σι­λέ­ας νὰ κα­τα­λά­βῃ.

       Μὰ ὁ Βα­σι­λέ­ας εἶ­χε πειὰ κα­τα­λά­βει τέ­λεια καὶ φω­τί­σθη­κε λαμ­πρά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση καὶ Γ. Τσο­κο­πού­λου «Πα­λαι­αὶ Ἀ­θῆ­ναι. – Ἡ Βα­σί­λισ­σα Ἀ­μα­λί­α», 1904, σ. 45.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 325-326 [Τίτλος: «699.— Ὁ Βα­σι­λιᾶς φω­τί­στη­κε.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὄθων Α’. Φω­το­γρα­φία μὲ ἑλ­λη­νι­κὴ ἐν­δυ­μα­σία. Χ.χ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χον­τρο­κέ­φα­λος



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χον­τρο­κέ­φα­λος

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


ΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΜΟΝΗ καὶ τὴν ἀρ­γὴ σκέ­ψη τοῦ Ὄ­θω­να κυ­κλο­φο­ροῦν πολ­λὰ ἀ­νέκ­δο­τα. Κά­πο­τε ὁ Αὐ­λάρ­χης Α. Κρι­ε­ζῆς πα­ρα­κά­λε­σε τὸ Βα­σι­λέ­α νὰ προ­βι­βά­σῃ κά­ποι­ο ναυ­τι­κὸν ὑ­πάλ­λη­λο Γλυ­πι­πῆ. Ὁ Βα­σι­λέ­ας στα­μά­τη­σε τὸ δι­ά­ταγ­μα ὡς ποὺ νὰ μά­θῃ ἂν τ’ ὄ­νο­μα Γλυ­πι­πῆς γρά­φε­ται μ’ ἕ­να π ἢ μὲ δύ­ο. Πα­ράγ­γει­λε νὰ ρω­τή­σουν καὶ τὸν ἴ­διο. Μὰ ὡς ποὺ νὰ γί­νουν ὅ­λα αὐ­τά, πε­ρά­σα­νε δυ­ὸ μῆ­νες, καὶ στὸ με­τα­ξὺ πῆ­ρε ἄλ­λος τὴ θέ­ση.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: [Α. Γούδα] «Ὑπό­μνη­μα τρί­τον πρὸς τὰς προ­στά­τι­δας τῆς Ἑλ­λά­δας Δυ­νά­μεις», Κέρ­κυ­ρα, 1862, σ. 8.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 307 [Τίτλος: «654.— Χον­τρο­κέ­φα­λος.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ὄ­θων Α’. Ἄ­γνω­στος καλ­λιτέ­χνης. Χ.χ.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες!

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα καὶ τοῦ Γενναίου Κολοκοτρώνη]


Ο ΓΕΝΝΑΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ, τα­ξει­δεύ­ον­τας μὲ τὸ πα­πό­ρι κά­πο­τε, δι­η­γή­θη­κε στὴ σάλ­λα αὐ­τὸ τ’ ἀ­νέκ­δο­το. (Ὁ Ὄ­θω­νας εἶ­χε φύ­γει πιὰ ἀ­πὸ τὴν Ἑλ­λά­δα).

       «Ὅ­ταν ὁ Βα­σι­λέ­ας μὲ τὴ Βα­σί­λισ­σα καὶ τὴν ἄλ­λη συ­νο­διά, ἔ­κα­ναν τὴν πρώ­τη πε­ρι­ο­δεί­α τους στὴν Πε­λο­πόν­νη­σο, φτά­νον­τας στ’ Ἀ­νά­πλι μὲ κά­λε­σε καὶ μοῦ εἶ­πε ὁ Βα­σι­λέ­ας:

       — »Πρέ­πει νὰ ἐ­πι­σκε­φθῶ­μεν καὶ τὰς Μυ­κή­νας, κύ­ρι­ε Κο­λο­κο­τρώ­νη. Σεῖς ποὺ γνω­ρί­ζε­τε τὸν τό­πον, πα­ρα­κα­λῶ νὰ φρον­τί­σε­τε. Αὔ­ριον θὰ γί­νῃ ἡ ἐκ­δρο­μή. Γνω­ρί­ζε­τε τὸ μέ­ρος;

       — »Μυ­κή­νας, εἴ­πα­τε, Με­γα­λει­ό­τα­τε… μά­λι­στα, θὰ φρον­τί­σω!

       »Κα­τέ­βη­κα στὸ πα­ζά­ρι κ’ ἔ­φερ­να γύ­ρα ρω­τῶν­τας ὅ­σους Ἀ­να­πλι­ῶ­τες ἀ­παν­τοῦ­σα νὰ μοῦ ποῦν ποῦ βρί­σκον­ται αὐ­ταὶ αἱ “Μυ­κῆ­ναι”. Κα­νεὶς ὅ­μως δὲν ἤ­ξε­ρε νὰ μὲ φω­τί­σῃ.

       — »Πρώ­τη φο­ρὰ ἀ­κοῦ­με αὐ­τὸ τ’ ὄ­νο­μα! Τί τό­πος εἶ­ν’ αὐ­τός;

       »Ἀ­πελ­πι­σμέ­νος κι­νά­ω νύ­χτα γιὰ τὸ πει­ὸ κον­τι­νὸ χω­ριό. Στὸ δρό­μο ἀ­πάν­τη­σα κά­τι τσο­πά­νη­δες.

       — »Ἐ­λᾶ­τε ‘­δῶ, μω­ρὲ παι­διά: Πέ­στε μου, σὲ ποι­ὸ μέ­ρος ἐ­δῶ τρι­γύ­ρω συ­νη­θᾶ­νε οἱ Λόρ­δοι καὶ πη­γαί­νου­νε νὰ δοῦν τί­πο­τε πα­λιὰ χα­λά­σμα­τα;

       — »Ἐ­γὼ ξέ­ρω! λέ­ει ἕ­νας τσο­πά­νης, στὸ Χαρ­βά­τι τὸ χω­ριό, κον­τὰ στὰ Φί­χτια, πᾶ­νε συ­χνὰ οἱ Λόρ­δοι μὲ βι­βλί­α κι’ ὅ­λο ψά­χνουν κά­τι πα­λι­ό­πε­τρες ποὺ βρί­σκον­ται ἀ­πό­ξω ἀ­π’ τὸ χω­ριό.

       »Τό­τε θυ­μή­θη­κα κ’ ἐ­γὼ πὼς ἤ­ξε­ρα τὸ μέ­ρος, εἶ­χα μά­λι­στα κά­νει ἕ­να γε­ρὸν πό­λε­μο μὲ τοὺς Τούρ­κους ἐ­κεῖ.

       »Κι­νή­σα­με τὸ πρωΐ, κ’ ἐ­γὼ μπρο­στὰ μὲ τ’ ἄ­λο­γο κα­μα­ρω­τὸς ἔ­φε­ρα τὴ βα­σι­λι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α στὸ Χαρ­βά­τι, σή­κω­σα τὸ χέ­ρι ἀρ­γὰ-ἀρ­γὰ κ’ ἔ­δει­ξα τὴς πα­λι­ό­πε­τρες.

       — »Αὐ­τὲς εἶ­ναι οἱ Μυ­κῆ­νες! εἶ­πα.

       »Οἱ συ­νά­δελ­φοί μου ἔ­μει­ναν μὲ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα, πα­ρά­ξε­νοι γιὰ τὴ σο­φί­α μου. Ἀλ­λὰ καὶ ὁ Βα­σι­λέ­ας εὐ­χα­ρι­στή­θη­κε ὄ­χι λί­γο.

       — »Ὁ κύ­ριος Κο­λο­κο­τρώ­νης εἶ­ναι ἐξ ὅ­λων μας ὁ λο­γι­ώ­τε­ρος καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρον κά­το­χος ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κῶν γνώ­σε­ων…»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Χ. Π. Κο­ρύλ­λου ἰα­τροῦ «Πε­ζο­πο­ρί­α ἀ­πὸ Πα­τρῶν εἰς Σπάρ­την κλπ.», 1889, σ. 4.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 301 [Τίτλος: «641.— Σο­φὸς ἀρ­χαι­ο­λό­γος.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Ἡ πύλη τῶν λε­όν­των στὶς Μυ­κῆ­νες. Ἀπὸ τὴν ἔκ­δοση Schweiger Ler­chen­feld, A­mand, (Frei­herr von). Grie­chen­land in Wort und Bild, Eine Schil­de­rung des hel­leni­schen Koni­grei­ches, Λειψία, Hein­rich Schmidt & Carl Gün­ther, 1887 / Ket­twig, Phai­don, 1992.



		

	

Χρῖστος Δάλκος: Τό κοτσάρι



Χρῖστος Δάλκος


Τό κοτσάρι


«ΣΦΙΞΟΥ, κυρά μου», εἶπε ἡ νοσοκόμα.

       «Γιά προσέξτε πῶς μοῦ μιλᾶτε», εἶπε ἡ κυρία. «Ἐγὼ δὲ σᾶς πρόσβαλα, ἔτσι;»

       «Τί, ἐπειδὴ σᾶς εἶπα “κυρά μου”; Ὡραῖα, τὸ παίρνω πίσω, σφιχτῆτε κυρία μου!»

       «Κάτι εἶναι κι αὐτό, ἀρχίσαμε νὰ συνεννοούμαστε…»

       «Ναί, ἀλλὰ δὲ βλέπω νὰ σφίγγεστε», ἐπέμεινε ἡ νοσοκόμα.

       «Ἔ, πόσο πιὰ νὰ σφιχτῶ, θὰ χαλάσῃ καὶ ἡ φόρμα μου…»

       «Μ᾿ ὅλο τὸ θάρρος, εἶναι σφίξιμο αὐτό; Ἐδῶ, ἡ διπλανή σας, μ᾿ ἕνα σφίξιμο ἔβγαλε τρίδυμα, κι ἐσεῖς μᾶς παιδεύετε τόσες μέρες, πότε ὁ Γιάννης δέ μπορεῖ, πότε…»

       «Ἄ, δὲν ὑποφέρεστε, δὲν ἤθελα νὰ ἀπευθυνθῶ στὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς κλινικῆς, ἀλλὰ μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς ἀναφέρω! Δὲν εἶναι κατάσταση αὐτὴ πλέον!»

       «Εἶναι ἡ τρίτη φορὰ κυρία μου ποὺ μοῦ κάνετε καταγγελία, καὶ ἐντάξει, καταγγεῖλτε με, ἀλλὰ σφιχτῆτε πα­ραλ­λή­λως σᾶς παρακαλῶ, ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ γεννήσετε καὶ κάποτε…»

       «Ἔστω, θὰ καταβάλω μιὰ τελευταία προσπάθεια πα­ραλ­λή­λως, ἀπαιτῶ ὅμως νὰ μεταβιβάσετε στοὺς ὑπευθύνους τὰ ἐντονώτατά μου παράπονα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τα­λαι­πω­ροῦ­μαι ἐπὶ τρεῖς συναπτὲς ἡμέρες, καὶ νὰ σκοντάφτω πάνω στὴν πιὸ ἀπίστευτη ἀναλγησία!»

       «Ἄ, σὰν κάτι νὰ γίνεται…», ἀναθάρρησε ἡ νοσοκόμα, «γιὰ σφιχτῆτε λίγο παραπάνω… λίγο ἀκόμα… κι ἄλλο λίγο… μὰ αὐτὸ εἶναι ἀπίστευτο… κυρία μου, κάνατε ἕνα τεράστιο κοτσάρι!*…»


* Ξερὸ χοντρὸ ἀνθρώπινο περίττωμα. Στὰ Τρόπαια Ἀρκαδίας, καὶ σὲ ἄλλα γειτονικὰ ἰδιώματα τῆς Γορτυνίας.

[Σ.τ.Ε.: Ἡ πα­ρού­σα δη­μο­σίευ­ση ἀ­φιε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δό­τη στὴ μνή­­μη τοῦ Πρί­­μο Λέ­βι (1919-1987) καὶ τοῦ συγκλο­νι­στι­κοῦ ἔρ­γου του Ἂν αὐτὸ εἶ­ναι ἄν­θρω­πος.]


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῖ­στος Δάλ­κο­ς (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲ­ς ἱ­στο­ρί­ε­ς (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­α­ς (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007), Γλωσ­σι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λά­θη μας; (Πα­ρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖo του βι­βλίo τὸ ποι­η­τι­κὸ Τὰ Δί­λο­γα (Με­λά­νι, 2020). καὶ τὸ δο­κί­μιο.

Εἰκόνα: James Ensor (1860-1949), A­lime­na­tion Doc­tri­nai­re [Δογ­μα­τι­κὴ Δι­α­τρο­φή], 1889. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸν πίνακα στὸ James Ensor. An online museum.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: «Κολοκύθια»



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

 

«Κολοκύθια»

Ἀρχὴ σοφίας ὀνομάτων ἐπίσκεψις

[τοῦ βασιλιᾶ Ὄθωνα]


Σ ΤΑ 1837, ὁ Ὄ­θω­νας δὲν κα­τα­λά­βαι­νε κα­λὰ τὰ ἁ­πλᾶ Ἑλ­λη­νι­κά. Βρέ­θη­κε στὸν Ἀ­κρο­κό­ριν­θο τα­ξεῖ­δι κι’ εἶ­χε ὁ­δη­γό, κα­τὰ κα­λὴ τύ­χη, ἕ­ναν ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸ τῆς Φά­λαγ­γας ποὺ στὰ 1822 ἁ­πλὸς στρα­τι­ώ­της, ὅ­ταν ὁ ψευ­το­ή­ρω­ας Ἀ­χιλ­λέ­ας πα­ρά­τη­σε τὸ κά­στρο ἐ­κεῖ­νο τ’ ἄ­παρ­το, ἀ­πὸ τοῦ Δρά­μα­λη τὸ φό­βο, κ’ ἔ­φυ­γε, ὁ στρα­τι­ώ­της συλ­λο­γί­στη­κε πὼς φεύ­γον­τας ἀ­φί­ναν πί­σω ζων­τα­νό, φυ­λα­κι­σμέ­νο τὸν πε­ρί­φη­μο Κι­α­μήλ­μπε­η τῆς Κό­ριν­θος τὸ με­γα­λό­πλου­το, μὰ κ’ ἐ­πί­φο­βο πο­λὺ ἐ­χτρὸ γιὰ τὸ Μω­ριᾶ, ἂν θὰ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ Δρά­μα­λης ὁ­δη­γὸ καὶ σύ­βου­λό του· γύ­ρι­σε λοι­πὸν καὶ σκό­τω­σε τὸν Κι­α­μήλ­μπε­η καὶ πρό­λα­βε τοῦ Ἀ­χιλ­λέ­α τὴν προ­δο­σιὰ ἀ­πὸ χει­ρό­τε­ρα ἐ­πα­κό­λου­θα.

       Αὐ­τὸς ὁ Ἀ­γω­νι­στὴς ἤ­τα­νε τώ­ρα τοῦ Βα­σι­λέ­α ὁ­δη­γὸς στὸ κά­στρο μέ­σα, κι’ ὁ γέ­ρο-Νο­τα­ρᾶς ὁ στρα­τη­γός, πα­ρὼν ἐ­κεῖ, βε­βαί­ω­νε τὴν ἀ­λή­θεια. Τό­τε ὁ Ὄ­θω­νας πῆ­ρε τὸν ἀ­ση­μέ­νιο σταυ­ρὸ ἀ­πὸ ἕ­ναν αὐ­λι­κό του καὶ τὸν κρέ­μα­σε στοῦ Ἀ­γω­νι­στῆ τὰ στή­θια.

       Στὸ γυ­ρι­σμὸ ρώ­τη­σε τὸν ὑ­πα­σπι­στή του τὸ Στά­ϊ­κο:

       — Ἔ­πρα­ξα κα­λῶς πα­ρα­ση­μο­φο­ρή­σας τὸν Ἀ­γω­νι­στὴν ἐ­κεῖ­νον;

       — Τί νὰ τὰ κά­μῃ αὐ­τὸς ὁ φτω­χὸς αὐ­τὰ τὰ κο­λο­κύ­θια; εἶ­πε ὁ Στά­ϊ­κος.


Ὁ Ὄ­θω­νας ἔ­βγα­λε τὸ ση­μει­ω­μα­τά­ρι του καὶ ση­μεί­ω­σε colo-kitha, μὰ πει­ρά­χτη­κε μὲ τοῦ Στά­ϊ­κου τὸ βρω­μό­λο­γο. Στὴν Ἀ­θή­να φτά­νον­τας, ρώ­τη­σε τὸ Φίλ. Ἰ­ω­άν­νου, δά­σκα­λό του στὰ σο­φὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη colo-kitha. Ὁ δά­σκα­λος ἀ­πάν­τη­σε μ’ ὅ­λη τὴ σο­βα­ρό­τη, ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σε τὴ λέ­ξη μὲ προ­σο­χή:

       — Ἐ­ὰν ἡ λέ­ξις εἶ­ναι σύν­θε­τος (κῶ­λο-κύ­τα) εἶ­ναι λέ­ξις ρυ­πα­ρά, ἐ­ὰν ὅ­μως ἡ λέ­ξις εἶ­ναι ἁ­πλῆ, ση­μαί­νει τὸ γνω­στὸν χορ­τα­ρι­κόν, τὸ ὁ­ποῖ­ον τρώ­γο­μεν.

       — Οὐ­δε­μί­α ἐκ τῶν δύ­ο τού­των ση­μα­σι­ῶν ἁρ­μό­ζει εἰς τὴν λέ­ξιν, εἶ­πε ὁ Ὄ­θω­νας.

       — Οἱ Ἕλ­λη­νες ὀ­νο­μά­ζουν κο­λο­κύ­θια καὶ πᾶν πρᾶγ­μα μὴ ἔ­χον ἀ­ξί­αν τι­νά, πρό­σθε­σε ὁ δά­σκα­λος, μὰ τοῦ κά­κου.

       Ὁ Ὄ­θω­νας γνώ­μη δὲν ἄλ­λα­ζε. Πει­ραγ­μέ­νος πάν­τα μὲ τὸ Στά­ϊ­κο, ρώ­τη­σε τὸ Μι­σα­ὴλ Ἀ­πο­στο­λί­δη τὸ θε­ο­λό­γο, ρώ­τη­σε τὸν Κω­στά­κη τὸ Σκι­νᾶ τὸ φι­λό­λο­γο, ρώ­τη­σε τὸν ἕ­να, ρώ­τη­σε τὸν ἄλ­λο­νε, μὰ ὅ­λοι τοῦ δῶ­σαν τὴν ἴ­δια ἐ­ξή­γη­ση. Ὅ­λοι ὅ­μως το­νὲ ρω­τού­σα­νε ποι­ὸς τοῦ εἶ­πε αὐ­τὴ τὴ λέ­ξη, κι’ ὁ Ὄ­θω­νας δὲ μαρ­τυ­ροῦ­σε τὸ Στά­ϊ­κο μή­πως κα­νεὶς θε­λή­σῃ ν’ ἀ­λα­φρώ­σῃ τὸ βα­ρὺ τὸ λά­θος ποὔ­πρα­ξε ὁ ὑ­πα­σπι­στὴς στὸ πρό­σω­πό του τὸ βα­σι­λι­κό, ἔ­τσι ἄ­πρε­πα νὰ μι­λή­σῃ.

       Ὁ Στά­ϊ­κος τέ­λος, ἀ­νή­συ­χος κι’ αὐ­τός, κα­τά­φυ­γε στὸ Φί­λιπ­πο Ἰ­ω­άν­νου καὶ τοῦ ζή­τη­σε τὴ χά­ρη νὰ μά­θῃ ἀ­πὸ τὸ Βα­σι­λέ­α τί εἶ­χε ἐ­νάν­τια του.

       Καὶ τέ­λος, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ βά­σα­να, κά­μα­νε τὸ Βα­σι­λέ­α νὰ κα­τα­λά­βῃ τί ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη κο­λο­κύ­θια.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 299-300 [Τίτλος: «636.— Σο­φί­α Σο­λο­μῶν­τος.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: G. Bodmer καὶ Philipp Foltz, Ἀπο­χαι­ρε­τισμὸς τοῦ Ὄθωνα ἀπὸ τὴν οἰ­κογένειά του (1834). Κα­τοι­κία τῆς Βαμβέργης καὶ Μου­σεῖο τῆς Πό­λεως τῆς Ἀ­θή­νας.



		

	

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Γραμ­μα­τι­κὲς προ­τι­μή­σεις



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Γραμ­μα­τι­κὲς προ­τι­μή­σεις

[τοῦ Γεωργίου Καραϊσκάκη]


ΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ, κα­τὰ τὰ 1827, ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης εἶ­χε πολ­λοὺς γραμ­μα­τι­κοὺς καὶ τὸ Δ. Χρη­στί­δη, πρό­σω­πο τῆς ἐ­πο­χῆς ποὺ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ παίρ­νῃ ση­μα­σί­α κον­τὰ στὸν Κω­λέ­τη (ἤ­τα­νε μὲ τὸ παρ­τί­δο του).

       Μιὰ μέ­ρα ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης χρει­ά­στη­κε νὰ γρά­ψῃ βι­α­στι­κὰ ἕ­να γράμ­μα. Χτύ­πη­σε τὰ χέ­ρια.

       — Νἀρ­θῇ ὁ γραμ­μα­τι­κός!

       Τρέ­ξα­νε καὶ φέ­ραν ἕ­ναν ἄλ­λον, (ὄ­χι τὸ Χρη­στί­δη).

       — Ὄ­χι αὐ­τόν! εἶ­πε ὁ Κα­ρα­ϊ­σκά­κης· ἐ­κεῖ­νον τὸν ἄλ­λο, ποὺ βά­νει τὸ ν στὸν πά­το, νὰ μοῦ φέ­ρε­τε! [στὸ τέ­λος τῆς λέ­ξης].



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Προ­φο­ρι­κὴ πα­ρά­δο­ση.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 247, [Τίτλος: «546.— Δὲν ἀ­γα­ποῦ­σε τὸ ν.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Κὰρλ Κρατσάιζεν (Karl Kra­ze­isen, 1794-1878), Γεώρ­γι­ος Κα­ρα­ϊ­σκά­κης (1827). Μολύβι σὲ χαρ­τί, 16,5Χ12 ἑκ. (Ἐθνικὴ Πινακοθήκη).