Δημήτρης Χριστόπουλος: Kolynos


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Kolynos


ΡΙΝ ΑΠΟ ἕ­ναν χρό­νο πέ­θα­νε ὁ θεῖ­ος μου. Ὅ­ταν ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του, ἄ­κου­γε τὸ Hallelujah τοῦ Leonard Cohen. Ἀ­πὸ τό­τε κόλ­λη­σα κι ἐ­γὼ γιὰ τὰ κα­λὰ μὲ τὸν Κα­να­δὸ τρα­γου­δο­ποι­ό. «Ἔ­χου­με τὴν ἴ­δια ἡ­λι­κί­α» ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φεν­τιά μου θὰ φύ­γει πρώ­τη. Ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι συ­χνά το μνῆ­μα του γιὰ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Εἶ­μαι ὁ μο­να­δι­κὸς συγ­γε­νής του.

          «Νὰ φρον­τί­ζεις γιὰ τὴν κα­θα­ρι­ό­τη­τά σου» μοῦ ἔ­λε­γε. «Πο­τὲ μὴν φεύ­γεις ἀ­πὸ τὸ σπί­τι δί­χως κα­θα­ρὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­σώ­ρου­χα, καί, προ­πάν­των, χω­ρὶς νὰ ἔ­χεις πλύ­νει τὸ στό­μα σου ἐ­πι­με­λῶς μὲ τὴν κα­τάλ­λη­λη ὀ­δον­τό­βουρ­τσα καὶ μὲ ὀ­δον­τι­κὸ νῆ­μα. Στὸ τέ­λος νὰ κά­νεις καὶ πλύ­σεις μὲ ἁ­λα­τό­νε­ρο γιὰ νὰ σφίγ­γουν τὰ οὖ­λα.»

          Στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ τοῦ ἔ­βα­λα τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του ὀ­δον­τό­βουρ­τσα. Στὴ μαρ­μά­ρι­νη θή­κη κά­τω ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρὸ βρί­σκε­ται μιὰ Kolynos, τὴν ὁ­ποί­α κά­θε δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τι­κα­θι­στῶ μὲ μιὰ και­νούρ­για.

          Ὁ θεῖ­ος μου, παι­δὶ τῆς Κα­το­χῆς, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ πε­θά­νει λό­γῳ ἀ­βι­τα­μί­νω­σης. Στὰ εἴ­κο­σι πέν­τε του ἔ­χα­σε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του δόν­τι.



Πηγή: ἐφημερίδα Molonoti, 29-04-2017.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Σπουδάζει «Δημιουργική Γραφή» στὸ Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ, (δ)έ­κα­τα, Book­press, στὶς ἱ­στο­­σε­λί­­δες Fractal καὶ Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κό ἱ­στό­το­πο «Ἠ­λε­κτρο­νι­κή Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κών Θε­μά­των».



		

	

Γιά­ννης Πα­γώ­νης: Μιὰ ἀ­στεί­α γυ­ναί­κα



Γιά­ννης Πα­γώ­νης

 

Μιὰ ἀ­στεί­α γυ­ναί­κα


ΗΜΕΡΑ σκο­τώ­θη­κα στὴ δου­λειά», τῆς πέ­τα­ξε βα­ρι­ε­στη­μέ­να ὁ σύ­ζυ­γος γυρ­νών­τας ἀ­πο­με­σή­με­ρο στὸ σπί­τι καὶ χω­ρὶς δεύ­τε­ρη κου­βέν­τα, χά­θη­κε στὴ κρε­βα­το­κά­μα­ρα.

       Χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο.

       Τὸ σή­κω­σε ἐ­κεί­νη.

       «Σᾶς παίρ­νω ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Εὐ­αγ­γε­λι­σμός… Λυ­πᾶ­μαι κυ­ρί­α μου, μὰ βρί­σκο­μαι στὴ δυ­σά­ρε­στη θέ­ση νὰ σᾶς ἀ­να­κοι­νώ­σω…»

       «Πα­να­γιά μου» στρίγ­γλι­σε, δι­α­κό­πτον­τας ἀ­πό­το­μα τὸν ἄγ­γε­λο τῶν κα­κῶν εἰ­δή­σε­ων. «Ἔ­πα­θε μή­πως κά­τι ὁ πα­τέ­ρας μου;»

       «Ἀ­στεί­α γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­χω», ἀ­κού­στη­κε τό­τε ἀ­πὸ μέ­σα ἡ φω­νὴ τοῦ ἄν­τρα της, ἀ­νά­κα­τη γέ­λιο πι­κρό.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.



		

	

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης: Τὸ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο πα­ρα­μύ­θι



Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης


Τὸ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νο πα­ρα­μύ­θι


μιὰ φο­ρὰ καὶ ἕ­ναν και­ρό, ξε­φυλ­λί­ζον­τας τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ ἄλ­μπουμ «ὅ­λα κα­λά, ἀλ­λὰ για­τί εἶ­ναι ὀρ­θά­νοι­χτα τὰ μά­τια σου σὲ ὅ­λες τὶς φω­το­γρα­φί­ες; εἶ­σαι σὰν τρο­μα­κτι­κός». καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὸ προ­σπα­θεῖ πο­λὺ καὶ βά­ρυ­νε τὰ βλέ­φα­ρά του. «ὅ­λα κα­λά, ἀλ­λὰ για­τί εἶ­σαι ἔ­τσι σὲ ὅ­λες τὶς φω­το­γρα­φί­ες; σὰν θλιμ­μέ­νος, εἶ­σαι θλιμ­μέ­νος;­». καὶ μπερ­δεύ­τη­κε καὶ ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του καὶ κου­νή­θη­κε ἔ­τσι τὸ μυα­λό του, ποὺ πλέ­ον εἰ­σέ­πνε­ε καὶ ἐ­ξέ­πνε­ε μό­νο με­λὸ μά­χες.

       ἐν­τω­με­τα­ξύ, ἔ­τρε­χε καὶ μιὰ συ­νο­μω­σί­α με­τα­ξὺ συ­νερ­γεί­ων ὁ­δο­ποι­ί­ας, συ­νερ­γεί­ων αὐ­το­κι­νή­των καὶ μο­το­συ­κλε­τῶν, πο­δη­λα­τά­δι­κων, ὀρ­θο­πε­δι­κῶν, νευ­ρο­ψυ­χιά­τρων καὶ κρα­τι­κῶν μυ­στι­κῶν ὑ­πη­ρε­σι­ῶν. τὸ αὐ­χε­νι­κὸ ἔ­πρε­πε νὰ μεί­νει ζων­τα­νό. οἱ λα­κοῦ­βες στοὺς δρό­μους κη­ρύ­χθη­καν προ­στα­τευ­ό­με­νο εἶ­δος. ἡ ἁ­λυ­σί­δα δὲν ἔ­πρε­πε νὰ σπά­σει. ἡ κω­δι­κή της ὀ­νο­μα­σί­α ἦ­ταν νό­μι­μη σύγ­χυ­ση.

       ὥ­σπου ἕ­νας φί­λος τοῦ δι­ά­βα­σε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­να πα­ρα­μύ­θια. ἐ­κεῖ­νο μὲ τὸ ἑ­λι­κό­πτε­ρο τὸ ποῦ­μα, ποὺ τὸ εἴ­χα­νε νὰ δου­λεύ­ει μὲ τοὺς ἕ­λι­κες στὸ φοὺλ μὲς στοὺς στά­βλους τοῦ αὐ­γεί­α, ἐ­νῶ ὁ ἡ­ρα­κλῆς στὴ νε­μέ­α ἀ­σφαλ­τό­στρω­νε τοὺς δρό­μους τοῦ κρα­σιοῦ. ξαφ­νι­κά, μιὰ κα­λὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τοῦ ἀγ­κά­λια­σε τὴν καρ­διὰ καὶ ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια. ἀ­ε­ρί­στη­κε. οἱ μά­χες μέ­σα του ἀ­ραί­ω­σαν. εἶ­δε ἄ­γνω­στα χρώ­μα­τα στὸ οὐ­ρά­νιο τό­ξο καὶ εἰ­κα­στι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα σὲ ὁ­λό­λευ­κους τοί­χους. ἔ­κα­νε ἕ­να ἥ­συ­χο, ζε­μα­τι­στὸ κλά­μα καὶ πί­νον­τας φυ­σι­κὴ λε­μο­νά­δα τὴ βρῆ­κε γλυ­κιά. σκέ­φτη­κε «ὅ­ταν μι­λᾶς γιὰ τὸ κα­λό, γεν­νᾶς καὶ ἄλ­λο κα­λό» καὶ παν­τρεύ­τη­κε τὸν ἑ­αυ­τό του. τὸ εἶ­παν γά­μο συμ­φε­ρόν­των.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Συ­με­ὼν Τσα­κί­ρης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1976). Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας καὶ Μ.Μ.Ε. τοῦ Α.Π.Θ. καὶ τῆς Δρα­μα­τι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Κ.Θ.Β.Ε. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ἠ­θο­ποι­ός, χο­ρευ­τὴς καὶ p­e­r­f­o­r­m­er. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸν Δη­μή­τρη Πα­πα­ϊ­ω­άν­νου στὶς πα­ρα­στά­σεις «2», «Μή­δεια», «Που­θε­νὰ» καὶ «Μέ­σα». Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ε)κα­τά καὶ Ἐν­τευ­κτή­ριο. Τὸ πρῶ­το του βι­βλί­ο Τ χαρ­τοι­κί­δια κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐν­τευ­κτή­ριο (2009).



		

	

Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος: Κα­θα­ρι­στὴς τά­φων



Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος


Κα­θα­ρι­στὴς τά­φων


ΟΣΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ πὼς εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ κα­θα­ρί­ζεις τά­φους γε­λι­οῦν­ται. Ἔ­χω ἀ­πα­σχο­λη­θεῖ σὲ πολ­λὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα, ἕ­να σω­ρό, ὅ­μως ἀ­πεί­ρως ἀ­νευ­θυ­νό­τε­ρα, κα­νέ­να δὲν ἀ­παι­τοῦ­σε ὅ­σα ἀ­παι­τεῖ τοῦ­το ἐ­δῶ. Εὐ­λυ­γι­σί­α. Φαν­τά­ζε­στε κα­θα­ρι­στὴ ποὺ νὰ μὴν εἶ­ναι σὲ θέ­ση, μὲ κρύ­ο ἢ λι­ο­πύ­ρι, νὰ χο­ρο­πη­δά­ει ἀ­νά­με­σα στὰ μνή­μα­τα καὶ στὶς λοι­πὲς μαρ­μά­ρι­νες κα­τα­σκευ­ές; Μυι­κὴ δύ­να­μη. Πο­τὲ λί­γδα καὶ βρό­μα δὲ βγῆ­καν ἀ­πὸ ἕ­να πει­σμα­τά­ρι­κο μάρ­μα­ρο μο­νά­χα μὲ κου­βεν­τού­λα. Ὑ­πο­μο­νή. Τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὅ­που ἐρ­γά­ζο­μαι δι­α­θέ­τει δαι­δα­λώ­δη μνη­μεῖ­α, πε­ρί­τε­χνα στο­λι­σμέ­να, καὶ τὸ κα­θέ­να θέ­λει τὴ λε­πτο­δου­λειά του. Ἐ­δῶ ἕ­νας μη­τρο­πο­λί­της μὲ τὴ μί­τρα του, πα­ρα­κα­λῶ πα­ρα­κα­λῶ, κι ἐ­κεῖ ἕ­νας πα­ρα­ση­μο­φο­ρε­μέ­νος στρα­τη­γὸς μὲ τὸ σει­ρά­διό του, γιὰ νὰ μὴ μι­λή­σω πε­ρὶ ἐ­πι­φα­νῶν πο­λι­τι­κῶν. Ἂν τύ­χει κα­μιὰ κό­ρη; Ἐ­κεῖ σᾶς θέ­λω. Ἡ με­γα­λο­πρέ­πεια στὸν τά­φο! Οὔ­τε τῆς Κλυ­ται­μνή­στρας. Αὐ­τὴ στὸ κά­τω κά­τω τὸ ἔ­λε­γε. «Δὲν εἶ­μαι κό­ρη, βρὲ παι­διά.» Ἐξ οὗ καὶ ὁ τε­ρά­στιος θο­λω­τός.

       Τὸ πιὸ λι­τὸ μνῆ­μα ἀ­π’ ὅ­σα κα­θα­ρί­ζω εἶ­ναι τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­λε μέ­σον γιὰ νὰ γί­νω κα­θα­ρι­στὴς τά­φων. Εἶ­ναι μη­τέ­ρα τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας καὶ πε­θε­ρὰ τοῦ Ἰ­ά­κω­βου, τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τέ­στη­σα ἄ­θε­λά μου κε­ρα­σφό­ρο. Ὓ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τὴ γνω­ρι­μί­α μου μὲ τὴν κό­ρη τους, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη βρῆ­κε στὸ πρό­σω­πό μου τὸν κα­τάλ­λη­λο ἄν­θρω­πο, ὥ­στε νὰ συν­τη­ρεῖ καὶ νὰ ἐ­πι­βλέ­πει τὰ πα­ρα­χω­μέ­να πα­ρελ­θόν­τα τους. Δέ­χτη­κα χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ, για­τὶ ἤ­μουν ἄ­νερ­γος. Τὸ μπὰρ στὸν Πει­ραι­ά, ὅ­που ἐρ­γα­ζό­μουν ὡς πορ­τι­έ­ρης, εἶ­χε κλεί­σει τὸ ἴ­διο κα­λο­καί­ρι, ὅ­ταν ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της του ἔ­φυ­γε ἔ­ξαφ­να γιὰ τὴ Βρα­ζι­λί­α. Ὅ­λοι τὸν νο­μί­ζα­με γιὰ ἕ­ναν μι­κρὸ το­κο­γλύ­φο, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος μά­ζε­ψε κά­ποι­α ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­πὸ τοὺς ἀ­νε­πί­ση­μους πε­λά­τες τοῦ μα­γα­ζιοῦ, ξύ­πνη­σε μέ­σα του ὁ πα­λαι­ὸς ναυ­τι­κός, καὶ ἔ­φυ­γε νὰ δεῖ τὰ βα­πό­ρια μὲ ἄλ­λο μά­τι. Ἀ­στάθ­μη­τοι πα­ρά­γον­τες.

       Ὁ οἰ­κο­γε­νεια­κὸς τά­φος τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης εἶ­ναι ἕ­να κου­τὶ μι­σο­χω­μέ­νο στὴ γῆ, σὰν ἀ­πο­θή­κη πυ­ρο­μα­χι­κῶν, καὶ μέ­σα του ἔ­χει τέσ­σε­ρις θῆ­κες. Ὅ­λα ἄ­σπρα. Ἡ ἁ­γνό­τη­τα στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της. Ἔ­ξω ἀ­πὸ με­ρι­κὰ κι­λὰ κό­κα­λα εἶ­ναι ἄ­δει­ος. Ἔ­χει χρό­νια νὰ θά­ψουν κά­ποι­ον, ἀλ­λὰ ὁ φόρ­τος ἐρ­γα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­μεί­ω­τος. Τὸν τά­φο τὸν κλη­ρο­νό­μη­σε ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἀ­πὸ μιὰ θεί­α της, ποὺ δὲν ἄ­φη­σε παι­διά, νὰ μπεῖ κα­νεὶς ἄλ­λος, νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ πε­ρι­βάλ­λον. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ζων­τα­νὴ μέ­νει στὸ Βο­τα­νι­κό, ἀλ­λὰ πε­θα­μέ­νη τί καὶ τί δὲ θὰ ἔ­χει στὸ πλά­ι της!

       Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς προ­σαρ­μο­στι­κό­τη­τάς μου, συ­νή­θι­σα γρή­γο­ρα στὴν και­νούρ­για μου δου­λειὰ καὶ τὴν ἐ­ξα­σκῶ εὐ­συ­νεί­δη­τα. Ἔ­μα­θα νὰ μὴν ἀ­να­τρι­χιά­ζω μὲ τὶς ὀ­ρέ­ξεις τῶν θλιμ­μέ­νων συγ­γε­νῶν, καὶ νὰ κοι­τά­ζω τὴ δου­λειά μου. Ἔ­τσι, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, δύ­ο χρό­νια με­τά, εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες μου, καὶ πα­ρὰ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς κό­ρης της καὶ τὴ φυ­γὴ τοῦ γαμ­προῦ της στὴ Λῆ­μνο, μοῦ δεί­χνει τὴν ἴ­δια ἐμ­πι­στο­σύ­νη.

       Πα­λαι­ό­τε­ρα, ἔ­τσι ὅ­πως ξε­βρό­μι­ζα τὰ ἄ­χρω­μα μάρ­μα­ρα, σκε­φτό­μουν ὅ­τι θὰ γί­νει τῆς κα­κο­μοί­ρας στὴν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν, κα­θὼς θὰ μᾶς ξερ­νᾶ­νε τὰ σκου­λή­κια καὶ τὰ μα­μού­νια. Γι’ αὐ­τό, μα­κά­ρι­ζα τοὺς πνιγ­μέ­νους, τοὺς κα­μέ­νους καὶ τοὺς πον­τι­κο­φα­γω­μέ­νους. Μὲ τὰ χρό­νια μοῦ γεν­νή­θη­κε ἡ πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ ἀ­νά­στα­ση θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ σ’ ἕ­να στά­διο, μὲ­ς ἀ­πὸ τὶς νό­τες καὶ τοὺς στί­χους μιᾶς συ­ναυ­λί­ας, κα­θὼς στὸ γρα­σί­δι θὰ καί­γον­ται χει­ρό­γρα­φα γιὰ προ­δο­μέ­νες ἀ­γά­πες.

       Τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ μνῆ­μα τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης θὰ ὑ­πο­δε­χτεῖ τὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς μὲ κε­νό. Ἢ ὄ­χι; «Ἐ­ρι­έτ­τα, ἐ­σὺ εἶ­σαι;»

       Πέ­ρα­σαν ἕ­ξι μῆ­νες ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, χω­ρὶς νὰ μά­θου­με νέ­α της. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, ἀ­φοῦ δή­λω­σε τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τῆς γει­το­νιᾶς της, ἔ­μει­νε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος, πρὶν ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ Λῆ­μνο, τὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὰ ἔ­βα­λε μα­ζί της. Τῆς εἶ­πε πὼς τό­σα χρό­νια κα­μω­νό­ταν ὅ­τι τὸν ἀ­γα­πά­ει ἐ­πει­δὴ τὴ γέ­μι­ζε δῶ­ρα κι ἐ­πει­δὴ τὴν ἄ­φη­νε νὰ κομ­πο­δέ­νει τὴ μι­κρὴ σύν­τα­ξή της. Με­τὰ τὴν ἔ­βρι­σε, για­τί ἀμ­φό­τε­ροι τὸ θε­ω­ροῦ­σαν βρι­σιά, ὅ­τι εἶ­ναι τσά­τσα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἐμ­βέ­λειας.

       «Ἄ­κου τσά­τσα!» εἶ­πε ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἔ­ξαλ­λη, ὅ­ταν μοῦ δι­η­γή­θη­κε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ καὶ πρό­σθε­σε: «Ὁ πα­λι­άν­θρω­πος! Μὲ σύγ­χυ­σε τό­σο πο­λύ, Ἀλ­κί­νο­ε, ποὺ νό­μι­ζα ὅ­τι θὰ μοῦ ’ρ­θει ἐγ­κε­φα­λι­κό. Εὐ­τυ­χῶς, ποὺ ξε­κουμ­πί­στη­κε!»

       «Ἐ­σεῖς τί τοῦ εἴ­πα­τε;» τὴ ρώ­τη­σα χω­ρὶς νὰ μὲ νοιά­ζει.

       «Ὅ­τι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν ἄ­κου­σα στὸ μπά­νιο νὰ μι­λά­ει μὲ τὸ σα­πού­νι, ἀ­πὸ τό­τε κα­τά­λα­βα πό­σο λα­πὰς ἦ­ταν.»

       Τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἐ­ξα­φά­νι­σης ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε ἀ­να­κοι­νώ­σει στὴ γυ­ναί­κα του ὅ­τι δὲν ἀν­τέ­χει πλέ­ον νὰ τὸν ἀ­πα­τᾶ, ὅ­τι φεύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ὅ­τι θὰ γυ­ρί­σει μό­νο σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὁ ἴ­διος ἠ­ρε­μή­σει. Ἦ­ταν ὅ,τι ἡ­ρω­ι­κό­τε­ρο εἶ­χε πρά­ξει ἕ­ως τό­τε ὁ κα­χε­κτι­κὸς σα­ραν­τά­ρης. Ὡ­στό­σο, ἡ πα­θη­τι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἠτ­το­πά­θεια τοῦ ταί­ρια­ζαν κα­λύ­τε­ρα, κα­νεὶς δὲν πε­ρί­με­νε πα­ρό­μοι­α ἐ­νέρ­γεια ἀ­πὸ μέ­ρους του. Ἦ­ταν πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ χρό­νος ποὺ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἔ­χει ἐ­ρα­στή, ὥ­στε θε­ω­ρού­σα­με πὼς τὸ ἔ­χει πα­ρα­δε­χτεῖ. Ἔ­φυ­γε γκα­ζώ­νον­τας μὲ νεῦ­ρο τὸ χι­λιά­ρι θα­λασ­σὶ αὐ­το­κί­νη­τό του, λὲς καὶ βι­α­ζό­ταν νὰ προ­λά­βει τὰ βεν­ζι­νά­δι­κα ἀ­νοι­χτά.

       Πέν­τε μέ­ρες με­τά, γύ­ρι­σε, ἀλ­λὰ βέ­βαι­α δὲ βρῆ­κε τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα στὸ σπί­τι. Μά­λω­σε πά­λι μὲ τὴν κυ­ρί­α Κλαί­ρη καὶ κα­τό­πιν ἦρ­θε σ’ ἐ­μέ­να. Μοῦ χτυ­ποῦ­σε γιὰ πολ­λο­στὴ φο­ρὰ τὸ κου­δού­νι. Ἡ μού­ρη του ἦ­ταν κλα­μέ­νη, ἀλ­λὰ δὲν πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κα δι­ό­λου. Ἔ­τσι ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν. Μοῦ ζή­τη­σε κα­φέ. Τοῦ ἔ­φτια­ξα. Μὲ πα­ρα­κά­λε­σε νὰ ξε­χά­σω τὶς θυ­ελ­λώ­δεις συ­ζη­τή­σεις ποὺ κά­να­με στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ ἤ­ρε­μα μοῦ ζή­τη­σε νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σω τί συμ­βαί­νει.

       «Ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε τὸ βρά­δυ τοῦ τσα­κω­μοῦ σας», εἶ­πα στὸν Ἰ­ά­κω­βο, δη­λώ­νον­τας ἄ­γνοι­α γιὰ τὸ ποῦ βρί­σκε­ται ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα. «Πέν­τε μέ­ρες ἔ­χω νὰ μά­θω νέ­α της.» Δὲ μὲ πί­στε­ψε. Ἀ­γρί­ε­ψε καὶ φώ­να­ξε ὅ­τι κά­που τὴν κρύ­βω.

       «Κα­λό μου παι­δί, ἡ­σύ­χα­σε», τοῦ εἶ­πα, ἂν καὶ μὲ περ­νοῦ­σε δέ­κα χρό­νια. «Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα δὲν εἶ­ναι ἐ­δῶ», τὸν δι­α­βε­βαί­ω­σα γα­λή­νια.

       «Καὶ ποῦ εἶ­ναι;»

       Θέ­λη­σα ν’ ἀ­στει­ευ­τῶ: «Σὲ θυ­ρί­δα, στὴν τρά­πε­ζα Πί­στε­ως. Νὰ ψά­ξω γιὰ τὸ κλει­δί.» Ἔ­γι­νε ἔ­ξαλ­λος. Δὲν ἦ­ταν φαί­νε­ται ὥ­ρα γι’ ἀ­στεῖ­α. Οὔρ­λια­ξε ὅ­τι εἴ­μα­στε κω­λό­παι­δα, ὅ­τι θέ­λου­με νὰ τὸν ἐ­ξον­τώ­σου­με, κι ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες στὴν ἤ­δη κλα­μέ­νη μού­ρη του κλαί­γον­τας μὲ λυγ­μούς. Κόν­τευ­αν με­σά­νυ­χτα, ἤ­θε­λα νὰ φύ­γω. Μὲ πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι της μιὰ φοι­τή­τρια τῆς Σχο­λῆς Κα­λῶν Τε­χνῶν. Γιὰ νὰ τὸν κα­θη­συ­χά­σω, ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τὸ βί­τσιο του μὲ τοὺς ὅρ­κους. Τό­σο ὁ ἴ­διος ὅ­σο καὶ ἡ Ἐ­ριέτ­τα, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ση­μα­δια­κὰ λό­για, δού­λευ­αν πο­λὺ τοὺς ὅρ­κους.

       «Στὴ ζω­ὴ τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας», εἶ­πα σο­βα­ρός. «Δὲν ξέ­ρω ποῦ εἶ­ναι.» Πράγ­μα­τι, ὁ Ἰ­ά­κω­βος κα­τα­πρα­ΰν­θη­κε. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε. Ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­φυ­γε, ἀλ­λὰ ὄ­χι γιὰ νὰ πά­ει στὸν ἐ­ρα­στή της! Τὰ μά­τια του ἄ­νοι­ξαν. Ὅ­σον μὲ ἀ­φο­ρᾶ, τοῦ ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα.

       Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι ἡ ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας, ὅ­σο νὰ πεῖς, μὲ εἶ­χε ἀ­να­στα­τώ­σει. Τὸ με­ση­μέ­ρι ἐ­κεί­νης τῆς μέ­ρας, με­τὰ τὰ ὑ­πέ­ρο­χα κα­λα­μα­ρά­κια μὲ ρύ­ζι, λό­γω σα­ρα­κο­στῆς, ποὺ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, καὶ τὸ γλυ­κὸ κρα­σὶ ποὺ ἤ­πια­με, εἶ­πα στὴν Ἐ­ρι­έτ­τα ὅ­τι ἡ σχέ­ση μας μὲ κού­ρα­σε καὶ ὅ­τι θὰ στα­μα­τοῦ­σα ἐ­δῶ. Ἀ­πὸ και­ρὸ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι εἶ­μαι ἀν­τί­θε­τος στὰ ἐ­ρω­τι­κὰ τρί­γω­να. Ἦ­ταν κο­ρυ­φαί­α μέ­ρα γιὰ τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα, κι ἐ­πει­δὴ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ βί­ω­νε σχε­δὸν κα­θη­με­ρι­νὰ τέ­τοι­ας φύ­σης πε­ρι­στα­τι­κά, βρέ­θη­κε σὲ ἀ­χα­λι­να­γώ­γη­τη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ σύγ­κρου­ση. Ἀ­να­με­νό­με­να. Ἀν­τι­θέ­τως, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη δὲν κα­τά­λα­βε τὴ δι­ά­θε­ση τῆς κό­ρης της. Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γε, πῆ­γε στὴν ἀ­δελ­φή τους στὰ Σε­πό­λια. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἂν καὶ συγ­κα­τοι­κοῦ­σε μὲ τὸ ζευ­γά­ρι, δὲν ἀ­να­μει­γνυ­ό­ταν στοὺς τσα­κω­μούς του. Δὲ θὰ ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ θὰ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε πό­σο κω­μι­κός, συ­χνά, εἶ­ναι ὁ θε­σμὸς τοῦ γά­μου. Ἕ­να πα­ρά­πο­νο μό­νο εἶ­χε: πὼς ὀ­κτὼ χρό­νια τώ­ρα δὲν τῆς εἶ­χαν χα­ρί­σει ἕ­να ἐγ­γο­νά­κι.

       Ἀ­κό­μη ἀ­πο­ρῶ, για­τί στὴν ἀρ­χὴ ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μοῦ ἔ­κρυ­ψε τὸ γά­μο της. Εἶ­χα κοι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἄλ­λες παν­τρε­μέ­νες, καὶ αὐ­τὸ τὸ λέ­ω μο­νά­χα ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, καὶ δὲ θὰ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σε μί­α πα­ρα­πά­νω. Ὓ­στε­ρ’ ἀ­πὸ και­ρό, ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­ναι στὴν οὐ­σί­α πρώ­ην ἄν­τρας της, ὅ­τι μέ­νουν μα­ζὶ μέ­χρι νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ δι­α­ζύ­γιό τους καὶ ὅ­τι μέ­χρι τό­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­ψει, για­τὶ τά­χα ὁ Ἰ­ά­κω­βος πά­σχει ἀ­πὸ καρ­κί­νο τῶν πνευ­μό­νων. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ τὰ ψέ­μα­τα τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας μοῦ ἔ­κα­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρο κέ­φι ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια, καὶ ἀ­φέ­θη­κα νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τὸ σπα­ραγ­μὸ τοῦ ἀ­τυ­χοῦς ζεύ­γους.

       Οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες ἀ­νῆ­καν στὰ ἰ­σχυ­ρὰ ὅ­πλα τοῦ Ἰ­ά­κω­βου γιὰ τὴν εὐ­ά­λω­τη ψυ­χὴ τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας. Σὲ κά­ποι­ον τσα­κω­μό τους καὶ πρὶν τὸν ἀ­ναγ­καῖ­ο ὀ­λι­γό­ω­ρο χω­ρι­σμὸ ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε, τὴν ἔ­πει­σε ὅ­τι σὲ ἕ­ξι μῆ­νες θὰ πε­θά­νει καὶ τῆς ζή­τη­σε νὰ μὴ φύ­γει μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της, ἀλ­λὰ νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ κά­νει πρῶ­τα σ’ ἐ­κεῖ­νον τὰ σα­ράν­τα καὶ ὕ­στε­ρα ἂς πή­γαι­νε ὅ­που ἤ­θε­λε. Γιὰ νὰ τὴν πεί­σει, τῆς ὑ­πεν­θύ­μι­σε τὸ πό­σο τὴ βο­ή­θη­σε στὴ ζω­ή της, κα­θὼς καὶ τὸν ὅρ­κο αἰ­ώ­νιας συμ­βί­ω­σης ποὺ κά­πο­τε τοῦ εἶ­χε δώ­σει. Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ συ­νό­δευ­σε μὲ μουρ­μου­ρη­τὸ καὶ πα­ρα­κά­λια.

       Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε, ἀλ­λὰ ὁ Ἰ­ά­κω­βος δὲν ἐρ­χό­ταν νὰ μὲ βρεῖ στὴ δου­λειά μου καὶ νὰ μοῦ ζη­τή­σει ἐ­ξη­γή­σεις. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα πῆ­ρε θάρ­ρος. Τὴ βό­λευ­ε τὸ δι­πλὸ παι­χνί­δι, ἀλ­λὰ μιὰ μέ­ρα εἶ­πε ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη στὸν Ἰ­ά­κω­βο ὅ­τι δὲν τὴν πι­στεύ­ει τὴν ἀρ­ρώ­στια του, δὲν πι­στεύ­ει ὅ­τι θ’ αὐ­το­κτο­νή­σει, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ τῆς κο­πα­νά­ει ὅ­τι τὴ βο­ή­θη­σε πο­λὺ στὴ ζω­ή της, θὰ ἔ­με­νε κον­τά του φέρ­νον­τας κι ἐ­μέ­να στὸ σπί­τι, ποὺ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἦ­ταν τε­ρά­στιο. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος συμ­φώ­νη­σε. Κάλ­λιο πέν­τε καὶ στὸ χέ­ρι.

       Με­τὰ τὴ συμ­φω­νί­α τους, μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με. Προ­σπά­θη­σα νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω τί μὲ θέ­λουν. Εἶ­χα ἀρ­κε­τὲς μέ­ρες νὰ μι­λή­σω μὲ τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα, για­τὶ εἴ­χα­με τοὺς δι­κούς μας χω­ρι­σμούς. Ἄρ­χι­ζα νὰ τὴν ξε­χνά­ω, μά­λι­στα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ στα­μα­τή­σω νὰ κά­νω τὸν κα­θα­ρι­στή, σύν­το­μα θὰ ἐ­νη­μέ­ρω­να σχε­τι­κὰ καὶ τὴν κυ­ρί­α Κλαί­ρη. Ὁ οἰ­κο­γε­νεια­κός της τά­φος δὲν ἔ­παιρ­νε ἀ­πὸ τί­πο­τε.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, Ἀλ­κί­νο­ε», μοῦ εἶ­πε ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα στὸ τη­λέ­φω­νο. «Ἔ­λα.»

       «Ἔ­στω γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά», μοῦ εἶ­πε ὁ Ἰ­ά­κω­βος.

       «Δὲ βα­ρι­έ­σαι», σκέ­φτη­κα. «Ἴ­σως ἔ­χει πλά­κα.»

       Κα­βά­λη­σα τὴ θρυ­λι­κὴ Yamaha μου καὶ πῆ­γα, ὅ­πως μοῦ εἶ­παν, στὸ λό­φο τοῦ Φι­λο­πάπ­που. Ἦ­ταν ἕ­να γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Μαρ­τί­ου, τὸ ζω­δια­κὸ φῶς εἶ­χε πέ­σει ἤ­δη στοὺς βρά­χους. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μὲ τὸν Ἰ­ά­κω­βο ἦρ­θαν σὰ νὰ τοὺς πή­γαι­ναν στὴν κρε­μά­λα. Ἀ­φοῦ μοῦ ἔ­κα­ναν τὴν ἀ­νή­κου­στη πρό­τα­σή τους, γέ­λα­σα ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὰ καὶ μᾶλ­λον προ­σβλή­θη­καν. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα δὲν ἤ­ξε­ρα ποι­όν ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο νὰ λυ­πη­θῶ, τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα ἢ τὸν Ἰ­ά­κω­βο; Πῆ­ρα τὸ κρά­νος καὶ ση­κώ­θη­κα. Ἔ­ρι­ξα μιὰ μα­τιὰ στὸ γυ­μνὸ λό­φο.

       «Εἶ­ναι με­ρι­κοὶ λό­φοι ποὺ δὲ χρει­ά­ζον­ται ἀ­να­δά­σω­ση», εἶ­πα. «Χρει­ά­ζον­ται ἀ­ναν­θρώ­πω­ση.» Μὲ κοί­τα­ξαν ἀ­μή­χα­να. Φό­ρε­σα μὲ ψυ­χραι­μί­α τὸ κρά­νος καὶ ἀ­νέ­βη­κα στὴ μη­χα­νή. Μὲ κοι­τοῦ­σαν σα­στι­σμέ­νοι καὶ ἀ­μί­λη­τοι. Τοὺς προ­σπέ­ρα­σα κι ἔ­φυ­γα. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἦρ­θε ἔν­τρο­μη νὰ μὲ βρεῖ.

       «Ἀ­πει­λεῖ ὅ­τι θὰ μὲ σκο­τώ­σει, Ἀλ­κί­νο­ε», μοῦ εἶ­πε. «Θὰ γί­νει ἡ σκιά μου. Σῶ­σε με.»

       «Βλέ­πε­τε πολ­λὴ τη­λε­ό­ρα­ση», τῆς ἀ­πάν­τη­σα ξε­ρι­ζώ­νον­τας χορ­τά­ρια, κι ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα χα­μο­γέ­λα­σε μὲ πό­νο. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πάν­τα τὴν εἰ­ρω­νευ­ό­μουν. Συ­νέ­χι­σα νὰ ξε­ρι­ζώ­νω χορ­τά­ρια, ἔ­λει­πε μό­νο ἡ κά­με­ρα νὰ μᾶς ἀ­πα­θα­να­τί­σει.

       «Σπα­τα­λι­έ­σαι, Ἐ­ρι­έτ­τα», τῆς εἶ­πα. «Ἐ­μέ­να δὲ μοῦ βγαί­νει ἔ­τσι.»

       «Πο­τέ σου δὲ μὲ δι­εκ­δί­κη­σες!»

       «Ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα σου; Τς τς τς τς, τί θὰ πεῖ ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ποὺ μ’ ἐμ­πι­στεύ­τη­κε;»

       Ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι της ἕ­να γράμ­μα, μοῦ τὸ ἔ­δω­σε κι ἔ­φυ­γε βι­α­στι­κή. Δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γρα­φε, για­τί δὲν τὸ δι­ά­βα­σα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ προ­η­γού­με­να ποὺ εἶ­χα δι­α­βά­σει θὰ πρέ­πει νὰ μι­λοῦ­σε γι’ ἀ­γά­πες καὶ πό­θους.

       Οἱ ζω­ές μας εἶ­χαν γί­νει σκο­τσέ­ζι­κο ντούς. Μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα μέ­να­με δί­χως συ­ναι­σθή­μα­τα, μο­νά­χα πα­ρα­συ­ρό­μα­στε σὲ πα­ρά­λο­γο κυ­νη­γη­τό. Κρε­βά­τια, τσα­κω­μοί, χω­ρι­σμοί. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα κυ­νη­γοῦ­σε καὶ κυ­νη­γι­ό­ταν μέ­χρι τὴ μέ­ρα ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε σφρα­γί­ζον­τας τὴν ὑ­παρ­ξια­κή της ἀ­πελ­πι­σί­α. Ἦ­ταν ἀ­πρό­σμε­νο τέ­λος, ἀλ­λὰ ἴ­σως ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο τέ­λος. Γιὰ τὴν ἀ­νά­λη­ψη τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς ἐκ­δο­χές. Μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς εἶ­ναι πὼς βρί­σκε­ται σ’ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε Ἀλ­κί­νο­ος οὔ­τε Ἰ­ά­κω­βος οὔ­τε ζω­ὴ οὔ­τε θά­να­τος.

       Ὅ­σοι νο­μί­ζουν πὼς εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ κα­θα­ρί­ζεις τά­φους γε­λι­οῦν­ται. Λα­χαί­νουν κά­τι μυ­στή­ρι­ες ἐ­κτα­φές, μὲ τὶς κα­τσα­ρί­δες νὰ πε­τά­γον­ται τρο­μο­κρα­τη­μέ­νες, ποὺ σοῦ παίρ­νουν τὴν ψυ­χὴ νὰ τὴν πᾶ­νε πα­ρέ­α μὲ τὸ νε­κρό, πέ­ρα στὰ λι­βά­δια μὲ τ’ ἀ­σφο­δέ­λια, ὅ­πως λέ­ει ὁ ποι­η­τὴς τῆς «Λή­θης». Νὰ ψα­χου­λεύ­εις στ’ ἀ­πο­μυ­θο­ποι­η­μέ­να ὑ­φά­σμα­τα νὰ βρεῖς κό­κα­λα καὶ κο­κα­λά­κια, σὰ νὰ κα­θα­ρί­ζεις φα­κή, νὰ κα­ρα­δο­κεῖς τὴν ἄ­λι­ω­τη σάρ­κα καὶ κά­θε τό­σο νὰ φω­νά­ζεις: «Στῆ­θος;» «Ἐν­τά­ξει». «Ἄ­κρα;» «Ἐν­τά­ξει». «Λε­κά­νη;» «Ἀ­να­λό­γως προ­σόν­των». Ἀ­πὸ πά­νω σου νὰ στέ­κον­ται οἱ ἄλ­λες σάρ­κες, ἕ­τοι­μες κά­θε στιγ­μὴ ν’ ἀν­τι­δρά­σουν. Νὰ βα­στᾶ­νε μιὰ μπου­κά­λα κρα­σὶ στὸ χέ­ρι, σὰ νὰ πε­ρι­μέ­νουν τὸ ψη­τό, καὶ νὰ τοὺς τρέ­χουν τὰ σά­λια. Τό­τε εἶ­ναι πού σου ἔρ­χε­ται νὰ ψά­ξεις κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σκαμ­μέ­νο λάκ­κο γι’ ἀ­πο­γε­μέ­να κό­κα­λα.



Πη­γή: περ. Πλα­νό­διον, τχ. 19, Δεκέμβριος 1993.

Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας (1986-1988) καὶ στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο “Σπου­δὲς στὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ” (2004-2009). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­πο­κεν­τρω­μέ­νη Δι­οί­κη­ση Ἀτ­τι­κῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ τρί­α πρῶ­τα μέ­ρη τῆς τε­τρα­λο­γί­ας μὲ τὸν τί­τλο Τὸ Τυ­χαῖ­ο. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἐ­νέ­δρα (νου­βέ­λες, ἔκδ. Μαν­δρα­γό­ρας, 2008).


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας: Ἐ­νύ­πνιος προ­σευ­χή



Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας


Ἐ­νύ­πνιος προ­σευ­χή


ΜΙΑ ΞΑΦΝΙΚΗ ΕΥΦΟΡΙΑ ἀ­πὸ λί­γο ἥ­λιο καὶ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ θερ­μο­κρα­σί­α μέ­σα στὸ γρα­φεῖ­ο —τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα λε­φτά μου πᾶ­νε στὶς θερ­μά­στρες— ἐ­νῶ πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται νυ­χθη­με­ρὸν τὰ χάρ­τι­να κρεβ­βά­τια στὶς μπρο­στι­νὲς φάτ­νες τῶν πο­λυ­κα­τοι­κῶν.

       Ποι­ός Κύ­ριος τῆς Βη­θλε­ὲμ θὰ ση­κώ­σει τοὺς ἄ­στε­γους τῶν δρό­μων γιὰ νὰ πά­ψω νὰ λυ­πᾶ­μαι τὸν ἑ­αυ­τό μου;

       Ἡ συ­σκευ­ὴ τοῦ κλι­μα­τι­σμοῦ ξυ­πνά­ει μὲς στὸ γρα­φεῖ­ο τὰ τζι­τζί­κια. Ποῦ­θε κρύ­βον­ταν τό­σους μῆ­νες;

       Ἂν ἀ­νέ­βει κι ἄλ­λο ἡ τε­χνη­τὴ θερ­μο­κρα­σί­α, θὰ πέ­σω ἔ­ξω οἰ­κο­νο­μι­κῶς. Φο­βᾶ­μαι μά­λι­στα μή­πως ἀρ­χί­σουν νὰ γδύ­νον­ται καὶ οἱ φι­γοῦ­ρες τῶν κά­δρων. Πρέ­πει νὰ κα­τε­βά­σω ἀ­μέ­σως καὶ νὰ κρύ­ψω τὶς ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες. Τί θὰ γί­νει ὅ­μως μὲ τὶς ὑ­δα­το­γρα­φί­ες τοῦ τοί­χου; Θὰ τὰ­ κά­νουν ὅ­λα μού­σκε­μα.

      Κα­λύ­τε­ρα νὰ ξα­να­κοι­μη­θῶ μὲ τέ­τοι­α ζέ­στη μέ­σα στὸ με­σο­χεί­μω­νο. Δὲν πρό­κε­ιται νὰ βγά­λω οὔ­τε τὴ robe de chambre, οὔ­τε τὸ σκω­τσέ­ζι­κο κα­σκόλ μου.

       Ὑ­π’ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες, ἂς μὲ λυ­πη­θεῖ του­λά­χι­στον ὁ Κύ­ριος κι ἂς ση­κώ­σει τοὺς ἄ­στε­γους τῶν δρό­μων γιὰ νὰ πά­ψω νὰ τὰ βά­ζω πιὰ μὲ τὸν οἰ­κο­λο­γι­κό μου ἑ­αυ­τό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α:Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά (Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης (Νε­φέ­λη, 2014), Διάλογοι μὲ τὸν Ἀρχίλοχο (Περισπωμένη, 2016). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης: Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὸ στυ­πό­χαρ­το



Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης


Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὸ στυ­πό­χαρ­το


ΑΠΑΛΟ ΚΑΙ ΑΘΟΡΥΒΟ, ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­τα τὶς κι­νή­σεις τοῦ κον­δυ­λο­φό­ρου καὶ στέ­γνω­νε γρή­γο­ρα τὶς ἔγ­χρω­μες στα­γό­νες τῆς με­λά­νης, κα­θρε­φτί­ζον­τας πά­νω του τὰ ση­μά­δια της. Ἡ ἁ­φὴ τῶν μα­θη­τι­κῶν μου ἀ­να­μνή­σε­ων. Δι­ευ­κό­λυ­νε τὴν ἀ­νά­γνω­ση καὶ φρόν­τι­ζε τὴν εὐ­τα­ξί­α τῆς σε­λί­δας, ἀ­φή­νον­τας ὅ­μως στὰ πα­τή­μα­τα κά­ποι­α δυσ­δι­ά­κρι­τα ἴ­χνη τῶν γρα­φο­μέ­νων.

     Ἀ­ξι­ο­ποι­ών­τας αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ὑ­πο­λείμ­μα­τα τῆς γρα­φῆς, ἕ­νας συμ­μα­θη­τὴς τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου, στὴν τε­λευ­ταί­α τά­ξη τοῦ Γυ­μνα­σί­ου στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950, ἔ­στη­σε μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη ἀν­τι­γρα­φι­κὴ κομ­πί­να ποὺ ἄ­φη­σε ἐ­πο­χή. Ὁ εὐ­φάν­τα­στος μα­θη­τής, Βά­νιας τ’ ὄ­νο­μά του τὸ μι­κρό, πρό­δρο­μος τῶν ση­με­ρι­νῶν χά­κερ, γιὸς γνω­στοῦ για­τροῦ τῆς πό­λης, τρο­φο­δο­τοῦ­σε τοὺς συμ­μα­θη­τές του μὲ δι­α­φη­μι­στι­κὰ δῶ­ρα ποὺ ἔ­δι­ναν οἱ φαρ­μα­κευ­τι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες στὸν πα­τέ­ρα του. Ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ «δῶ­ρα» ἦ­ταν καὶ κά­ποι­ες ὄ­μορ­φες δι­α­φη­μι­στι­κὲς κάρ­τες δι­πλῆς ὄ­ψης. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ πρό­βαλ­λαν ἔγ­χρω­μες εἰ­κό­νες μὲ τὶς θε­ρα­πευ­τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τοῦ φαρ­μά­κου καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη εἶ­χαν τὴν ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια ἑ­νὸς κα­νο­νι­κοῦ στυ­πό­χαρ­του. Τὶς χρη­στι­κὲς ἐ­κεῖ­νες κάρ­τες πρό­σφε­ρε καὶ στοὺς κα­θη­γη­τές, ἀλ­λὰ σ’ αὐ­τοὺς μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη φει­δώ. Στὸν αὐ­στη­ρὸ μά­λι­στα μα­θη­μα­τι­κὸ τὸν ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νο Ἄθ­θο, ἐ­πει­δὴ ἔ­τρω­γε τὸ σίγ­μα ἀ­πὸ τοὺς ἄσ­σους ποὺ φι­λο­δω­ροῦ­σε στὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα τοὺς μα­θη­τές, ἔ­δι­νε ἀ­πὸ μί­α μό­νο κάρ­τα στυ­πό­χαρ­του κά­θε φο­ρὰ καὶ μά­λι­στα ζη­τοῦ­σε νὰ τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψει τὴν προ­η­γού­με­νη γιὰ νὰ τοῦ τὴν ἀν­τι­κα­τα­στή­σει μὲ και­νούρ­για. Ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀν­ταλ­λα­γὴ στυ­πό­χαρ­των πέ­τυ­χε κά­πο­τε νὰ ὑ­πο­κλέ­ψει τὰ θέ­μα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων στὸ μά­θη­μα τῆς Ἄλ­γε­βρας. Καὶ νὰ πῶς ἔ­γι­νε: Ὁ Ἄθ­θος ἔ­γρα­φε ἀ­μέ­ρι­μνος, μὲ πέ­να καὶ με­λά­νι, στὴν αἴ­θου­σα τῶν κα­θη­γη­τῶν τὰ θέ­μα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων. Στέ­γνω­νε βι­α­στι­κὰ τὶς ἀ­ρά­δες, περ­νών­τας ἀ­πὸ πά­νω τους τὸ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὸ χαρ­τί, χω­ρὶς νὰ δί­νει ση­μα­σί­α, ἂν σ’ αὐ­τὸ ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν ἕ­να μέ­ρος τῶν γρα­φο­μέ­νων του. Ἡ «ὑ­πο­κλο­πὴ» ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὴν ἀν­ταλ­λα­γὴ τῶν στυ­πό­χαρ­των καὶ μὲ τὴ χρή­ση κα­θρέ­φτη. Ὁ μα­θη­τὴς ἀν­τέ­γρα­ψε τὶς λύ­σεις τῶν ἀ­σκή­σε­ων ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ καὶ τὶς μοί­ρα­σε σὲ ὅ­λους ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τοὺς συμ­μα­θη­τές του. Ὅ­λοι, ἀ­κό­μη καὶ ὁ πα­νύ­ψη­λος «ὑ­πο­δε­κά­με­τρος» ποὺ δὲν ἔ­παιρ­νε τὰ μα­θη­μα­τι­κά, ἔ­γρα­ψαν σχε­δὸν ἄ­ρι­στα. Προ­κλή­θη­κε σκάν­δα­λο καὶ λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ ἀ­κυ­ρω­θεῖ τὸ δι­α­γώ­νι­σμα λό­γῳ τῆς κα­θο­λι­κῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ δὲν προ­έ­κυ­ψε δό­λος ἀ­πὸ που­θε­νά, δὲν δό­θη­κε συ­νέ­χεια. Ὁ Ἄθ­θος ὅ­μως δὲν τό­ ‘βα­λε κά­τω, βαθ­μο­λό­γη­σε μὲ βά­ση τὰ ὀρ­θο­γρα­φι­κὰ λά­θη, τὰ εὐ­α­νά­γνω­στα γράμ­μα­τα καὶ τὶς μουν­τζοῦ­ρες. Δυ­ὸ-τρεῖς πῆ­ραν πά­λι ἄθ­θο κι ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ἦ­ταν ὁ γιὸς τοῦ για­τροῦ, ποὺ ἦ­ταν κα­κο­γρά­φος καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τὰ τὸ Γυ­μνά­σιο ἔ­φυ­γε γιὰ σπου­δὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ πέ­ρα εἶ­ναι συγ­κε­χυ­μέ­νες. Λέ­νε ὅ­τι ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ ἀ­κτι­νο­λό­γου στὸ Λὸς Ἀν­τζε­λὲς ἢ ὅ­τι ἔ­γι­νε χρη­μα­τι­στὴς στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1939). Ἐ­ρευ­νη­τὴς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων δρα­στη­ρι­ο­τή­των, δι­α­τη­ρεῖ ση­μαν­τι­κὸ ἀρ­χεῖ­ο τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ στὴν ἔ­ρευ­να πολ­λῶν ἐρ­γα­σι­ῶν στὸ χῶ­ρο τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς φι­λο­λο­γί­ας. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον.



		

	

Ἀλεξάνδρα Παπαδοπούλου: Χειραφεσία


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου


Χει­ρα­φε­σί­α


 Κ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ εἶ­νε ὑ­πὲρ τῆς χει­ρα­φε­σί­ας. Ἔ­γρα­ψε τρι­αν­τα­εν­νέ­α ἄρ­θρα διὰ τὸν σκο­πόν, καὶ ἐν τῷ με­τα­ξύ, ἐ­νώ­πιον πυ­κνοῦ ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου, ἔ­δω­κε σα­ράν­τα πέν­τε δι­α­λέ­ξεις.

Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἢ καλ­λί­τε­ρα τὸ προ­ϊ­ὸν ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν διὰ γλώσ­σης καὶ γρα­φί­δας ἀ­γώ­νων, ἦ­το ἡ ἀ­πο­θέ­ω­σις τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου. Αἱ γυ­ναῖ­κες, τῶν ὁ­ποί­ων τό­σῳ ἀ­φι­λο­κερ­δῶς ὁ κ. Δη­μό­που­λος ὑ­πε­στή­ρι­ζε τὰ δί­και­α, τὸν ἀ­πε­κά­λουν πλέ­ον ὁ Δη­μό­που­λός μας.

          Εἰς μί­αν ἑ­σπε­ρί­δα τοῦ συλ­λό­γου «Νέ­αι ἰδέ­αι», ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­γλύστρη­σεν εἰς τὸ ἀ­γα­πη­τὸν θέ­μα του.

          Γέ­ρων κα­θη­γη­τὴς ἔλε­γεν ὅτι εἶ­χε δί­και­ον ὁ Θου­κυ­δί­δης νὰ θε­ω­ρῇ ὡς τὴν καλ­λί­στην τῶν γυ­ναι­κῶν ἐκείνην, πε­ρὶ τῆς ὁ­ποί­ας δὲν γί­νε­ται λό­γος.

          Ἄ, τό­τε ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἄ­να­ψε καὶ κε­ραυ­νοὶ ἐ­ξῆλ­θον ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

          — Ὁ Πε­ρι­κλῆς τὰ εἶ­πεν αὐ­τά; Δὲν ξεύ­ρω ἂν τὰ εἶπε —δι­ό­τι εἶ­ναι ἐ­κτὸς τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός μου— ὅ­μως ἂν τὰ εἶ­πε, ἦ­το μέ­γας ὑ­πο­κρι­τής, καὶ μέ­γας ψεύ­στης· καὶ δὲν ἐ­ψεύδε­το, οὐ­δὲ ὑ­πε­κρί­νε­το, κυ­ρί­αι καὶ κύ­ριοι (ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­νόμι­σεν ὅτι ὁ­μι­λεῖ διὰ τεσ­σα­ρα­κο­στὴν ἕ­κτην φο­ρὰν ἀ­πὸ τοῦ βή­μα­τος), διὰ τοὺς συγ­χρό­νους. Ἐ­κεῖ­νοι ἐ­γνώρι­ζον ὅ­τι ἡ γυ­νὴ ἦ­το ὁ Ἥ­φαι­στος, ὁ ὁ­ποῖος ἐ­λάξευ­ε τοὺς κε­ραυ­νούς του.

          Ὅλοι ἐ­γνώ­ρι­ζον τὴν Ἀ­σπα­σί­αν, τὴν με­γά­λην ἐ­κεί­νην γυ­ναί­κα, τὴν ἐκτὸς τοῦ γυ­ναι­κω­νί­του γυ­ναῖ­κα, πρὸς τὴν ὁ­ποί­αν αὐ­τὸς ἦ­το ἄ­φω­σι­ω­μέ­νος καὶ εὐ­γνώ­μων, δι­ό­τι δὲν ἦ­το Ὀμ­φά­λη καὶ δὲν τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ ὑ­φαί­νῃ.

          Ὁ Πε­ρι­κλῆς, κύ­ριοι, ὁ­μι­λῶν οὕ­τω πε­ρι­ύ­βρι­ζε δη­μο­σί­ᾳ τὴν Ἀ­σπα­σί­αν.

          Ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νης με­γά­λης γυ­ναι­κὸς καὶ ὅ­λου τοῦ πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νου γυ­ναι­κεί­ου φύ­λου, ἂς κρά­ξω­μεν: «Κά­τω ὁ Πε­ρι­κλῆς καὶ ζή­τω ἡ Ἀ­σπα­σί­α».

          — Μὰ εὑ­ρί­σκε­ται βα­θειὰ στὴ γῆ ὁ Πε­ρι­κλῆς, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πά­γῃ πα­ρα­κά­τω.

          Ἡ αἴ­θου­σα με­τε­βλή­θη εἰς παν­δαι­μό­νιον, καὶ μί­α μι­κρὰ ἰα­τρός, ἄ­σχη­μη καὶ στε­γνή, ἐνηγ­κα­λί­σθη τὸν κ. Δη­μό­που­λον καὶ τὸν κα­τε­φί­λη­σεν ἐκ μέ­ρους τοῦ ὡ­ραί­ου φύ­λου.

       Κα­τό­πιν προ­έ­τει­νε νὰ γεί­νουν ἔ­ρα­νοι καὶ νὰ στη­θῆ ὁ ἀνδριὰς τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριον ἐχει­ρο­κρότη­σε καὶ μί­α χει­ρα­φε­τη­μέ­νη, ἡ ὁ­ποί­α δι­ε­ζεύ­χθη τὸν σύ­ζυ­γόν της ὡς πο­λὺ ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κόν, πα­ρε­κά­λε­σε τὸν κ. Δη­μόπου­λον νὰ δη­μο­σί­ευ­σῃ τὰς δι­α­λέ­ξεις του ἢ νὰ τῆς δώ­σῃ τὰ χει­ρό­γρα­φά του, νὰ τὰ με­τα­φρά­σῃ εἰς τὸ Ἀγ­γλι­κὸν ὡς ἀν­τα­πο­κρί­τρια τῆς πε­ρι­φή­μου ἐ­φη­με­ρί­δος «Ὀρ­νι­θὼν χω­ρὶς ἀ­λέ­κτο­ρα».

          Ὁ κα­θη­γη­τής, ἄν­θρω­πος πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νων ἰ­δε­ῶν, ἀ­νά­ξιος νὰ κα­τα­νο­ή­σῃ τὸ νέ­ον πνεῦ­μα, νὰ πλα­σθῇ μὲ τὸ νέ­ον δόγ­μα, νὰ ζυ­μω­θῇ ὑ­πὲρ αὐτοῦ, προ­έ­βαι­νεν ἀ­κρά­τη­τος εἰς τὸ ὀ­λι­σθη­ρὸν ἔ­δα­φος.

          Προ­σβλέ­πων τὴν ἐ­κτρω­μα­τι­κὴν ἀσχη­μίαν τῆς νε­α­ρᾶς ἰ­ατροῦ προ­τεί­νει:

          — Τὸ χει­ρά­φε­τον ὡ­ραῖ­ον φύ­λον νὰ παύ­σῃ φέ­ρον τὸν τί­τλον τοῦ­τον τῆς δου­λο­κρα­τί­ας.

          Ἡ ἰα­τρὸς ἐξε­μά­νη καὶ εἶ­πε μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸν ὕ­φος:

          — Ἁ­πλοῦς θνη­τὸς δὲν δύ­να­ται ν’ ἀ­να­τρέ­ψῃ τοὺς νό­μους τῆς φύ­σε­ως. Αἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νῶν­ται ὡ­ρα­ῖαι.

          Ὁ φο­βε­ρὸς κα­θη­γη­τής, βλέ­πων πο­νή­ρως τὴν κόμ­μω­σιν μιᾶς χει­ρα­φέ­του, μὲ τοὺς τε­χνη­τοὺς κυ­μα­τι­σμούς, προ­τεί­νει:

          —Αἱ γυ­ναῖ­κες μὲ τὴν αὔ­ραν τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας των, νὰ ἔ­χουν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ δει­κνύ­ουν ἐ­λευ­θέ­ρως τὴν φα­λά­κραν των καὶ νὰ μὴ τὴν κρύ­πτουν δου­λο­πρε­πῶς κ.τ.λ.

          Ὁ κα­θη­γη­τὴς θὰ κα­τε­δι­κά­ζε­το εἰς θά­να­τον ἂν ἦ­το δι­κα­στή­ριον ζω­ῆς καὶ θα­νά­του.

Τὸ φῶς ἑ­νὸς κη­ρί­ου φω­τί­ζει τὸ χρυ­σό­μαλ­λο κε­φα­λά­κι τῆς Ἄν­νης Δη­μο­πού­λου. Ἀ­κού­ε­ται ἡ ἤ­ρε­μος ἀ­να­πνο­ὴ τοῦ μικροῦ της, τὸ ὁ­ποῖ­ον κοι­μᾶ­ται σὰν ἀγ­γε­λού­δι στὴν κού­νια του. Κἄπο­τε βή­χει καὶ φαί­νε­ται ἀ­νή­συ­χον.

          Ἡ Ἄν­να πλέ­κει πε­ρι­ώ­μιον καὶ ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ ἀνοι­κτόν ἐ­πὶ τῆς τρα­πέ­ζης μι­κρο­σκο­πι­κὸν ὡρο­λό­γιόν της, διὰ νὰ δώ­σῃ τὸ ἰ­α­τρι­κὸν τοῦ μι­κροῦ, τὸ ὁποῖ­ον τα­ράσ­σε­ται ἀ­πὸ πνι­γη­ρὸν βή­χα, ἢ καὶ διὰ νὰ μέ­τρη­σῃ τὰς ὥ­ρας τῆς ἀ­που­σί­ας τοῦ συ­ζύ­γου της.

          Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­κτα· ἔ­ξαφ­να ἀ­κού­ον­ται βή­μα­τα· εἶ­ναι ὁ κ. Δη­μο­που­λος.

Πε­τᾷ τὸν πῖ­λον του, γλυ­κο­φι­λεῖ τὴν Ἄν­ναν καὶ παίρ­νει τὸ κη­ρί­ον καὶ πλη­σιά­ζει εἰς τὸ λί­κνον.

          Τί ὡ­ραῖ­ο τὸ παι­δά­κι του! Ζα­ρώ­νει τὰ φρυ­δά­κια του μὲ τὸ φῶς, μὰ δὲν ξυ­πνᾷ.

          — Σή­με­ρα ἔ­βη­ξε πά­λιν πο­λύ.

          — Ἔ­βη­ξεν πά­λιν!!!

          — Ναί.

          — Μή­πως τὸ ἐμ­πι­στεύ­θη­κες στὰ χέ­ρια τῆς νταν­τᾶς;

          — Ἐ­γώ;

          — Ναί, βέ­βαι­α, σὲ εἶ­δα τὸ πρωῒ στὰ ἐμ­πο­ρι­κά.

          Ὁ κύ­ριος Φι­λά­ρε­τος Δη­μόπου­λος, μὲ τὸ ὕ­φος τῶν 45 δι­α­λέ­ξε­ών του, ἐξά­πτε­ται, βη­μα­τί­ζει πυ­ρε­τω­δῶς μὲ κίν­δυνον νὰ ἐ­ξυ­πνή­σῃ τὸ παι­δά­κι του καὶ λέ­γει:

          — Κυ­ρί­α, μιὰ μά­να ποὺ ἔ­χει παι­διά, δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κού­νια τοῦ παι­διοῦ της. Τὰ ξέ­να χέ­ρια δὲν ‘μ­πο­ροῦν βέ­βαι­α νὰ τὰ πε­ρι­ποι­η­θοῦν καὶ ἡ ξέ­νη καρ­διὰ δὲν ‘μ­πο­ρεῖ νὰ τὸ πο­νέ­σῃ. Τὴν ξεύ­ρω ἐ­γὼ τὴν Μαρ­γα­ρί­τα. Κα­λὸ κο­ρί­τσι, ἀλ­λὰ καρ­διὰ πο­λὺ τρυ­φε­ρή…

          — Μά, Φι­λά­ρε­τε, ἡ μη­τέ­ρα ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη· καὶ πε­τά­χθη­κα μιὰ στιγ­μού­λα. Δὲν ἤ­μουν στὰ ἐμ­πο­ρι­κά. Ἄ… οὔ­τε μι­σὴ ὥ­ρα… σὲ τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι.

          — Μὰ αὐ­τὴ ἡ μι­σὴ ὥ­ρα ἔ­φε­ρε αὐτὴ τὴν κα­τά­στα­σι.

          Τὸ ἀγ­γε­λού­δι πα­θαί­νει νέ­αν κρί­σιν βη­χός, ὁ κ. Δη­μό­που­λος νέ­αν κρί­σιν λύσ­σης, ἡ κ. Δη­μο­πού­λου νέ­αν κρί­σιν ἀ­πελ­πι­σί­ας.

          — Θα μα­ζέ­ψω ὅ­λους τοὺς ἰα­τροὺς τῆς πρω­τευ­ού­σης.

          — Μὰ, Φι­λά­ρε­τε, μὴ γί­νε­σαι παι­δί. Ὁ ἰα­τρὸς ἦλ­θε καὶ μὲ κα­θη­σύ­χα­σε. Τοῦ δί­δω τὰ ἰ­α­τρι­κὰ τα­κτι­κά. Θὰ τοῦ τὰ δώ­σω ὣς τὸ πρωῒ καὶ θὰ τοῦ πέ­ρα­σῃ ὁ βή­χας. Πή­γαι­νε σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ ἡ­συ­χά­σῃς. Δὲν φθά­νει ποὺ κο­πιά­ζεις στὸ γρα­φε­ῖ­ον τό­σῳ πο­λύ. Συ­χώ­ρε­σέ με ἂν νο­μί­ζῃς πὼς ἔ­σφα­λα, μὰ ἡ­σύ­χα­σε. Σὲ τὸ θερ­μο­πα­ρα­κα­λῶ.

          Τοῦ ἐ­φι­λοῦ­σε τὸ χέ­ρι. Ὁ κ. Δη­μόπου­λος κα­θη­συ­χά­ζει καὶ ἠ­ρε­μό­τε­ρος τώ­ρα, λέ­γει:

          — Ἄν­να μου, σὲ συγ­χω­ρῶ. Μὰ σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὸ ἐν­νο­ή­σῃς κα­λὰ ὅ­τι τὸ παι­δὶ ἀρ­ρω­στᾷ σὲ ξέ­να χέ­ρια.

Ἡ μι­κρὰ ἰα­τρὸς ἐ­σύ­να­ξε τὸ πο­σὸν τὸ ἀ­παι­τού­με­νον διὰ τὸν ἀν­δριά­ντα τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Ὁ κ. Δη­μόπου­λος εἶ­ναι εὐ­τυ­χὴς καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νος διὰ τὸ μάρ­μα­ρον, ἀλ­λά… θὰ ἐ­προ­τι­μοῦ­σε νὰ τοῦ τὸν ἀ­νή­γει­ρον δι’ ἄλ­λας ἐκ­δου­λεύσεις. Ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ —Τῷ Ἄτλαν­τι τῆς χει­ρα­φε­σί­ας, αἱ χει­ρά­φε­τοι— τὸν τα­ράτ­τει. Φο­βεῖ­ται μή­πως ἡ Ἄν­να, ἡ ὁ­ποί­α μὲ χι­λί­ας προ­φυ­λά­ξεις ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἀνέγνω­σε τὰ ἄρ­θρα του, ἀν­τι­με­τω­πι­σθῇ μὲ τὸν ἀν­δριά­ντα.

          Τὸν τρο­μά­ζει, ὅ­πως βλέ­πε­τε, ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἐ­τά­ρατ­τε τὸν πρό­γο­νόν του, τὸ δια­τὶ κεῖ­ται!

Πη­γή: Κόρη εὐπειθὴς καὶ ἄλλα διηγήματα (ἐκδ. Νεφέλη, 1993).


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1867-1906). Δι­η­γη­μα­το­γρά­­φος. Φοί­τη­σε στὸ Παρ­θε­να­γω­γεῖ­ο «Παλ­λάς» καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δα­σκά­λα σὲ κοι­νο­τι­κὰ σχο­λεῖ­α τῆς Πό­λης. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῶν κυ­ρι­ῶν (1887) καὶ ἵ­δρυ­σε τὸν Προ­ο­δευ­τι­κὸ Σύλ­λο­γο τῶν Κυ­ρι­ῶν (1893). Τὸ 1896 ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Γρυ­πά­ρη, τὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Πό­­λης «Φι­λο­λο­γι­κὴ Ἠ­χώ». Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Δε­σμὶς δι­η­γη­μά­των (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1889).