Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος: Κα­θα­ρι­στὴς τά­φων



Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος


Κα­θα­ρι­στὴς τά­φων


ΟΣΟΙ ΝΟΜΙΖΟΥΝ πὼς εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ κα­θα­ρί­ζεις τά­φους γε­λι­οῦν­ται. Ἔ­χω ἀ­πα­σχο­λη­θεῖ σὲ πολ­λὰ ἐ­παγ­γέλ­μα­τα, ἕ­να σω­ρό, ὅ­μως ἀ­πεί­ρως ἀ­νευ­θυ­νό­τε­ρα, κα­νέ­να δὲν ἀ­παι­τοῦ­σε ὅ­σα ἀ­παι­τεῖ τοῦ­το ἐ­δῶ. Εὐ­λυ­γι­σί­α. Φαν­τά­ζε­στε κα­θα­ρι­στὴ ποὺ νὰ μὴν εἶ­ναι σὲ θέ­ση, μὲ κρύ­ο ἢ λι­ο­πύ­ρι, νὰ χο­ρο­πη­δά­ει ἀ­νά­με­σα στὰ μνή­μα­τα καὶ στὶς λοι­πὲς μαρ­μά­ρι­νες κα­τα­σκευ­ές; Μυι­κὴ δύ­να­μη. Πο­τὲ λί­γδα καὶ βρό­μα δὲ βγῆ­καν ἀ­πὸ ἕ­να πει­σμα­τά­ρι­κο μάρ­μα­ρο μο­νά­χα μὲ κου­βεν­τού­λα. Ὑ­πο­μο­νή. Τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὅ­που ἐρ­γά­ζο­μαι δι­α­θέ­τει δαι­δα­λώ­δη μνη­μεῖ­α, πε­ρί­τε­χνα στο­λι­σμέ­να, καὶ τὸ κα­θέ­να θέ­λει τὴ λε­πτο­δου­λειά του. Ἐ­δῶ ἕ­νας μη­τρο­πο­λί­της μὲ τὴ μί­τρα του, πα­ρα­κα­λῶ πα­ρα­κα­λῶ, κι ἐ­κεῖ ἕ­νας πα­ρα­ση­μο­φο­ρε­μέ­νος στρα­τη­γὸς μὲ τὸ σει­ρά­διό του, γιὰ νὰ μὴ μι­λή­σω πε­ρὶ ἐ­πι­φα­νῶν πο­λι­τι­κῶν. Ἂν τύ­χει κα­μιὰ κό­ρη; Ἐ­κεῖ σᾶς θέ­λω. Ἡ με­γα­λο­πρέ­πεια στὸν τά­φο! Οὔ­τε τῆς Κλυ­ται­μνή­στρας. Αὐ­τὴ στὸ κά­τω κά­τω τὸ ἔ­λε­γε. «Δὲν εἶ­μαι κό­ρη, βρὲ παι­διά.» Ἐξ οὗ καὶ ὁ τε­ρά­στιος θο­λω­τός.

       Τὸ πιὸ λι­τὸ μνῆ­μα ἀ­π’ ὅ­σα κα­θα­ρί­ζω εἶ­ναι τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη εἶ­ναι αὐ­τὴ ποὺ ἔ­βα­λε μέ­σον γιὰ νὰ γί­νω κα­θα­ρι­στὴς τά­φων. Εἶ­ναι μη­τέ­ρα τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας καὶ πε­θε­ρὰ τοῦ Ἰ­ά­κω­βου, τὸν ὁ­ποῖ­ο κα­τέ­στη­σα ἄ­θε­λά μου κε­ρα­σφό­ρο. Ὓ­στε­ρ’ ἀ­πὸ τὴ γνω­ρι­μί­α μου μὲ τὴν κό­ρη τους, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη βρῆ­κε στὸ πρό­σω­πό μου τὸν κα­τάλ­λη­λο ἄν­θρω­πο, ὥ­στε νὰ συν­τη­ρεῖ καὶ νὰ ἐ­πι­βλέ­πει τὰ πα­ρα­χω­μέ­να πα­ρελ­θόν­τα τους. Δέ­χτη­κα χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ, για­τὶ ἤ­μουν ἄ­νερ­γος. Τὸ μπὰρ στὸν Πει­ραι­ά, ὅ­που ἐρ­γα­ζό­μουν ὡς πορ­τι­έ­ρης, εἶ­χε κλεί­σει τὸ ἴ­διο κα­λο­καί­ρι, ὅ­ταν ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της του ἔ­φυ­γε ἔ­ξαφ­να γιὰ τὴ Βρα­ζι­λί­α. Ὅ­λοι τὸν νο­μί­ζα­με γιὰ ἕ­ναν μι­κρὸ το­κο­γλύ­φο, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος μά­ζε­ψε κά­ποι­α ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἀ­πὸ τοὺς ἀ­νε­πί­ση­μους πε­λά­τες τοῦ μα­γα­ζιοῦ, ξύ­πνη­σε μέ­σα του ὁ πα­λαι­ὸς ναυ­τι­κός, καὶ ἔ­φυ­γε νὰ δεῖ τὰ βα­πό­ρια μὲ ἄλ­λο μά­τι. Ἀ­στάθ­μη­τοι πα­ρά­γον­τες.

       Ὁ οἰ­κο­γε­νεια­κὸς τά­φος τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης εἶ­ναι ἕ­να κου­τὶ μι­σο­χω­μέ­νο στὴ γῆ, σὰν ἀ­πο­θή­κη πυ­ρο­μα­χι­κῶν, καὶ μέ­σα του ἔ­χει τέσ­σε­ρις θῆ­κες. Ὅ­λα ἄ­σπρα. Ἡ ἁ­γνό­τη­τα στὸ ἀ­πο­κο­ρύ­φω­μά της. Ἔ­ξω ἀ­πὸ με­ρι­κὰ κι­λὰ κό­κα­λα εἶ­ναι ἄ­δει­ος. Ἔ­χει χρό­νια νὰ θά­ψουν κά­ποι­ον, ἀλ­λὰ ὁ φόρ­τος ἐρ­γα­σί­ας πα­ρα­μέ­νει ἀ­μεί­ω­τος. Τὸν τά­φο τὸν κλη­ρο­νό­μη­σε ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἀ­πὸ μιὰ θεί­α της, ποὺ δὲν ἄ­φη­σε παι­διά, νὰ μπεῖ κα­νεὶς ἄλ­λος, νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ πε­ρι­βάλ­λον. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ζων­τα­νὴ μέ­νει στὸ Βο­τα­νι­κό, ἀλ­λὰ πε­θα­μέ­νη τί καὶ τί δὲ θὰ ἔ­χει στὸ πλά­ι της!

       Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς προ­σαρ­μο­στι­κό­τη­τάς μου, συ­νή­θι­σα γρή­γο­ρα στὴν και­νούρ­για μου δου­λειὰ καὶ τὴν ἐ­ξα­σκῶ εὐ­συ­νεί­δη­τα. Ἔ­μα­θα νὰ μὴν ἀ­να­τρι­χιά­ζω μὲ τὶς ὀ­ρέ­ξεις τῶν θλιμ­μέ­νων συγ­γε­νῶν, καὶ νὰ κοι­τά­ζω τὴ δου­λειά μου. Ἔ­τσι, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, δύ­ο χρό­νια με­τά, εἶ­ναι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νη ἀ­πὸ τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες μου, καὶ πα­ρὰ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς κό­ρης της καὶ τὴ φυ­γὴ τοῦ γαμ­προῦ της στὴ Λῆ­μνο, μοῦ δεί­χνει τὴν ἴ­δια ἐμ­πι­στο­σύ­νη.

       Πα­λαι­ό­τε­ρα, ἔ­τσι ὅ­πως ξε­βρό­μι­ζα τὰ ἄ­χρω­μα μάρ­μα­ρα, σκε­φτό­μουν ὅ­τι θὰ γί­νει τῆς κα­κο­μοί­ρας στὴν ἀ­νά­στα­ση τῶν νε­κρῶν, κα­θὼς θὰ μᾶς ξερ­νᾶ­νε τὰ σκου­λή­κια καὶ τὰ μα­μού­νια. Γι’ αὐ­τό, μα­κά­ρι­ζα τοὺς πνιγ­μέ­νους, τοὺς κα­μέ­νους καὶ τοὺς πον­τι­κο­φα­γω­μέ­νους. Μὲ τὰ χρό­νια μοῦ γεν­νή­θη­κε ἡ πε­ποί­θη­ση ὅ­τι ἡ ἀ­νά­στα­ση θὰ πραγ­μα­το­ποι­η­θεῖ σ’ ἕ­να στά­διο, μὲ­ς ἀ­πὸ τὶς νό­τες καὶ τοὺς στί­χους μιᾶς συ­ναυ­λί­ας, κα­θὼς στὸ γρα­σί­δι θὰ καί­γον­ται χει­ρό­γρα­φα γιὰ προ­δο­μέ­νες ἀ­γά­πες.

       Τὸ οἰ­κο­γε­νεια­κὸ μνῆ­μα τῆς κυ­ρί­ας Κλαί­ρης θὰ ὑ­πο­δε­χτεῖ τὸ με­γά­λο γε­γο­νὸς μὲ κε­νό. Ἢ ὄ­χι; «Ἐ­ρι­έτ­τα, ἐ­σὺ εἶ­σαι;»

       Πέ­ρα­σαν ἕ­ξι μῆ­νες ἀ­πὸ τὴ μέ­ρα ποὺ ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε, χω­ρὶς νὰ μά­θου­με νέ­α της. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, ἀ­φοῦ δή­λω­σε τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση στὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ τμῆ­μα τῆς γει­το­νιᾶς της, ἔ­μει­νε νὰ πε­ρι­μέ­νει. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος, πρὶν ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ Λῆ­μνο, τὴ γε­νέ­τει­ρά του, τὰ ἔ­βα­λε μα­ζί της. Τῆς εἶ­πε πὼς τό­σα χρό­νια κα­μω­νό­ταν ὅ­τι τὸν ἀ­γα­πά­ει ἐ­πει­δὴ τὴ γέ­μι­ζε δῶ­ρα κι ἐ­πει­δὴ τὴν ἄ­φη­νε νὰ κομ­πο­δέ­νει τὴ μι­κρὴ σύν­τα­ξή της. Με­τὰ τὴν ἔ­βρι­σε, για­τί ἀμ­φό­τε­ροι τὸ θε­ω­ροῦ­σαν βρι­σιά, ὅ­τι εἶ­ναι τσά­τσα πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νης ἐμ­βέ­λειας.

       «Ἄ­κου τσά­τσα!» εἶ­πε ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἔ­ξαλ­λη, ὅ­ταν μοῦ δι­η­γή­θη­κε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ καὶ πρό­σθε­σε: «Ὁ πα­λι­άν­θρω­πος! Μὲ σύγ­χυ­σε τό­σο πο­λύ, Ἀλ­κί­νο­ε, ποὺ νό­μι­ζα ὅ­τι θὰ μοῦ ’ρ­θει ἐγ­κε­φα­λι­κό. Εὐ­τυ­χῶς, ποὺ ξε­κουμ­πί­στη­κε!»

       «Ἐ­σεῖς τί τοῦ εἴ­πα­τε;» τὴ ρώ­τη­σα χω­ρὶς νὰ μὲ νοιά­ζει.

       «Ὅ­τι ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὸν ἄ­κου­σα στὸ μπά­νιο νὰ μι­λά­ει μὲ τὸ σα­πού­νι, ἀ­πὸ τό­τε κα­τά­λα­βα πό­σο λα­πὰς ἦ­ταν.»

       Τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἐ­ξα­φά­νι­σης ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­χε ἀ­να­κοι­νώ­σει στὴ γυ­ναί­κα του ὅ­τι δὲν ἀν­τέ­χει πλέ­ον νὰ τὸν ἀ­πα­τᾶ, ὅ­τι φεύ­γει ἀ­πὸ τὸ σπί­τι καὶ ὅ­τι θὰ γυ­ρί­σει μό­νο σὲ πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὁ ἴ­διος ἠ­ρε­μή­σει. Ἦ­ταν ὅ,τι ἡ­ρω­ι­κό­τε­ρο εἶ­χε πρά­ξει ἕ­ως τό­τε ὁ κα­χε­κτι­κὸς σα­ραν­τά­ρης. Ὡ­στό­σο, ἡ πα­θη­τι­κό­τη­τα καὶ ἡ ἠτ­το­πά­θεια τοῦ ταί­ρια­ζαν κα­λύ­τε­ρα, κα­νεὶς δὲν πε­ρί­με­νε πα­ρό­μοι­α ἐ­νέρ­γεια ἀ­πὸ μέ­ρους του. Ἦ­ταν πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ χρό­νος ποὺ γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἔ­χει ἐ­ρα­στή, ὥ­στε θε­ω­ρού­σα­με πὼς τὸ ἔ­χει πα­ρα­δε­χτεῖ. Ἔ­φυ­γε γκα­ζώ­νον­τας μὲ νεῦ­ρο τὸ χι­λιά­ρι θα­λασ­σὶ αὐ­το­κί­νη­τό του, λὲς καὶ βι­α­ζό­ταν νὰ προ­λά­βει τὰ βεν­ζι­νά­δι­κα ἀ­νοι­χτά.

       Πέν­τε μέ­ρες με­τά, γύ­ρι­σε, ἀλ­λὰ βέ­βαι­α δὲ βρῆ­κε τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα στὸ σπί­τι. Μά­λω­σε πά­λι μὲ τὴν κυ­ρί­α Κλαί­ρη καὶ κα­τό­πιν ἦρ­θε σ’ ἐ­μέ­να. Μοῦ χτυ­ποῦ­σε γιὰ πολ­λο­στὴ φο­ρὰ τὸ κου­δού­νι. Ἡ μού­ρη του ἦ­ταν κλα­μέ­νη, ἀλ­λὰ δὲν πα­ρα­ξε­νεύ­τη­κα δι­ό­λου. Ἔ­τσι ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν. Μοῦ ζή­τη­σε κα­φέ. Τοῦ ἔ­φτια­ξα. Μὲ πα­ρα­κά­λε­σε νὰ ξε­χά­σω τὶς θυ­ελ­λώ­δεις συ­ζη­τή­σεις ποὺ κά­να­με στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ ἤ­ρε­μα μοῦ ζή­τη­σε νὰ τοῦ ἐ­ξη­γή­σω τί συμ­βαί­νει.

       «Ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε τὸ βρά­δυ τοῦ τσα­κω­μοῦ σας», εἶ­πα στὸν Ἰ­ά­κω­βο, δη­λώ­νον­τας ἄ­γνοι­α γιὰ τὸ ποῦ βρί­σκε­ται ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα. «Πέν­τε μέ­ρες ἔ­χω νὰ μά­θω νέ­α της.» Δὲ μὲ πί­στε­ψε. Ἀ­γρί­ε­ψε καὶ φώ­να­ξε ὅ­τι κά­που τὴν κρύ­βω.

       «Κα­λό μου παι­δί, ἡ­σύ­χα­σε», τοῦ εἶ­πα, ἂν καὶ μὲ περ­νοῦ­σε δέ­κα χρό­νια. «Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα δὲν εἶ­ναι ἐ­δῶ», τὸν δι­α­βε­βαί­ω­σα γα­λή­νια.

       «Καὶ ποῦ εἶ­ναι;»

       Θέ­λη­σα ν’ ἀ­στει­ευ­τῶ: «Σὲ θυ­ρί­δα, στὴν τρά­πε­ζα Πί­στε­ως. Νὰ ψά­ξω γιὰ τὸ κλει­δί.» Ἔ­γι­νε ἔ­ξαλ­λος. Δὲν ἦ­ταν φαί­νε­ται ὥ­ρα γι’ ἀ­στεῖ­α. Οὔρ­λια­ξε ὅ­τι εἴ­μα­στε κω­λό­παι­δα, ὅ­τι θέ­λου­με νὰ τὸν ἐ­ξον­τώ­σου­με, κι ἔ­βα­λε τὶς πα­λά­μες στὴν ἤ­δη κλα­μέ­νη μού­ρη του κλαί­γον­τας μὲ λυγ­μούς. Κόν­τευ­αν με­σά­νυ­χτα, ἤ­θε­λα νὰ φύ­γω. Μὲ πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι της μιὰ φοι­τή­τρια τῆς Σχο­λῆς Κα­λῶν Τε­χνῶν. Γιὰ νὰ τὸν κα­θη­συ­χά­σω, ἐκ­με­ταλ­λεύ­τη­κα τὸ βί­τσιο του μὲ τοὺς ὅρ­κους. Τό­σο ὁ ἴ­διος ὅ­σο καὶ ἡ Ἐ­ριέτ­τα, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ση­μα­δια­κὰ λό­για, δού­λευ­αν πο­λὺ τοὺς ὅρ­κους.

       «Στὴ ζω­ὴ τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας», εἶ­πα σο­βα­ρός. «Δὲν ξέ­ρω ποῦ εἶ­ναι.» Πράγ­μα­τι, ὁ Ἰ­ά­κω­βος κα­τα­πρα­ΰν­θη­κε. Ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε. Ἡ γυ­ναί­κα του ἔ­φυ­γε, ἀλ­λὰ ὄ­χι γιὰ νὰ πά­ει στὸν ἐ­ρα­στή της! Τὰ μά­τια του ἄ­νοι­ξαν. Ὅ­σον μὲ ἀ­φο­ρᾶ, τοῦ ἄ­νοι­ξα τὴν πόρ­τα.

       Πρέ­πει νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι ἡ ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας, ὅ­σο νὰ πεῖς, μὲ εἶ­χε ἀ­να­στα­τώ­σει. Τὸ με­ση­μέ­ρι ἐ­κεί­νης τῆς μέ­ρας, με­τὰ τὰ ὑ­πέ­ρο­χα κα­λα­μα­ρά­κια μὲ ρύ­ζι, λό­γω σα­ρα­κο­στῆς, ποὺ εἶ­χε ἑ­τοι­μά­σει ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη, καὶ τὸ γλυ­κὸ κρα­σὶ ποὺ ἤ­πια­με, εἶ­πα στὴν Ἐ­ρι­έτ­τα ὅ­τι ἡ σχέ­ση μας μὲ κού­ρα­σε καὶ ὅ­τι θὰ στα­μα­τοῦ­σα ἐ­δῶ. Ἀ­πὸ και­ρὸ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι εἶ­μαι ἀν­τί­θε­τος στὰ ἐ­ρω­τι­κὰ τρί­γω­να. Ἦ­ταν κο­ρυ­φαί­α μέ­ρα γιὰ τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα, κι ἐ­πει­δὴ τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ βί­ω­νε σχε­δὸν κα­θη­με­ρι­νὰ τέ­τοι­ας φύ­σης πε­ρι­στα­τι­κά, βρέ­θη­κε σὲ ἀ­χα­λι­να­γώ­γη­τη ἐ­σω­τε­ρι­κὴ σύγ­κρου­ση. Ἀ­να­με­νό­με­να. Ἀν­τι­θέ­τως, ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη δὲν κα­τά­λα­βε τὴ δι­ά­θε­ση τῆς κό­ρης της. Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γε, πῆ­γε στὴν ἀ­δελ­φή τους στὰ Σε­πό­λια. Ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ἂν καὶ συγ­κα­τοι­κοῦ­σε μὲ τὸ ζευ­γά­ρι, δὲν ἀ­να­μει­γνυ­ό­ταν στοὺς τσα­κω­μούς του. Δὲ θὰ ἦ­ταν αὐ­τὴ ποὺ θὰ ὁ­μο­λο­γοῦ­σε πό­σο κω­μι­κός, συ­χνά, εἶ­ναι ὁ θε­σμὸς τοῦ γά­μου. Ἕ­να πα­ρά­πο­νο μό­νο εἶ­χε: πὼς ὀ­κτὼ χρό­νια τώ­ρα δὲν τῆς εἶ­χαν χα­ρί­σει ἕ­να ἐγ­γο­νά­κι.

       Ἀ­κό­μη ἀ­πο­ρῶ, για­τί στὴν ἀρ­χὴ ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μοῦ ἔ­κρυ­ψε τὸ γά­μο της. Εἶ­χα κοι­μη­θεῖ καὶ μὲ ἄλ­λες παν­τρε­μέ­νες, καὶ αὐ­τὸ τὸ λέ­ω μο­νά­χα ἐ­πει­δὴ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, καὶ δὲ θὰ μ’ ἐ­νο­χλοῦ­σε μί­α πα­ρα­πά­νω. Ὓ­στε­ρ’ ἀ­πὸ και­ρό, ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ὁ Ἰ­ά­κω­βος εἶ­ναι στὴν οὐ­σί­α πρώ­ην ἄν­τρας της, ὅ­τι μέ­νουν μα­ζὶ μέ­χρι νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ δι­α­ζύ­γιό τους καὶ ὅ­τι μέ­χρι τό­τε δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἐγ­κα­τα­λεί­ψει, για­τὶ τά­χα ὁ Ἰ­ά­κω­βος πά­σχει ἀ­πὸ καρ­κί­νο τῶν πνευ­μό­νων. Ἦ­ταν ἡ ἐ­πο­χὴ ποὺ τὰ ψέ­μα­τα τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας μοῦ ἔ­κα­ναν πε­ρισ­σό­τε­ρο κέ­φι ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια, καὶ ἀ­φέ­θη­κα νὰ πα­ρα­κο­λου­θῶ τὸ σπα­ραγ­μὸ τοῦ ἀ­τυ­χοῦς ζεύ­γους.

       Οἱ ἀρ­ρώ­στι­ες ἀ­νῆ­καν στὰ ἰ­σχυ­ρὰ ὅ­πλα τοῦ Ἰ­ά­κω­βου γιὰ τὴν εὐ­ά­λω­τη ψυ­χὴ τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας. Σὲ κά­ποι­ον τσα­κω­μό τους καὶ πρὶν τὸν ἀ­ναγ­καῖ­ο ὀ­λι­γό­ω­ρο χω­ρι­σμὸ ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­σε, τὴν ἔ­πει­σε ὅ­τι σὲ ἕ­ξι μῆ­νες θὰ πε­θά­νει καὶ τῆς ζή­τη­σε νὰ μὴ φύ­γει μὲ τὸν ἐ­ρα­στή της, ἀλ­λὰ νὰ πε­ρι­μέ­νει νὰ κά­νει πρῶ­τα σ’ ἐ­κεῖ­νον τὰ σα­ράν­τα καὶ ὕ­στε­ρα ἂς πή­γαι­νε ὅ­που ἤ­θε­λε. Γιὰ νὰ τὴν πεί­σει, τῆς ὑ­πεν­θύ­μι­σε τὸ πό­σο τὴ βο­ή­θη­σε στὴ ζω­ή της, κα­θὼς καὶ τὸν ὅρ­κο αἰ­ώ­νιας συμ­βί­ω­σης ποὺ κά­πο­τε τοῦ εἶ­χε δώ­σει. Ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ συ­νό­δευ­σε μὲ μουρ­μου­ρη­τὸ καὶ πα­ρα­κά­λια.

       Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε, ἀλ­λὰ ὁ Ἰ­ά­κω­βος δὲν ἐρ­χό­ταν νὰ μὲ βρεῖ στὴ δου­λειά μου καὶ νὰ μοῦ ζη­τή­σει ἐ­ξη­γή­σεις. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα πῆ­ρε θάρ­ρος. Τὴ βό­λευ­ε τὸ δι­πλὸ παι­χνί­δι, ἀλ­λὰ μιὰ μέ­ρα εἶ­πε ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νη στὸν Ἰ­ά­κω­βο ὅ­τι δὲν τὴν πι­στεύ­ει τὴν ἀρ­ρώ­στια του, δὲν πι­στεύ­ει ὅ­τι θ’ αὐ­το­κτο­νή­σει, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ τῆς κο­πα­νά­ει ὅ­τι τὴ βο­ή­θη­σε πο­λὺ στὴ ζω­ή της, θὰ ἔ­με­νε κον­τά του φέρ­νον­τας κι ἐ­μέ­να στὸ σπί­τι, ποὺ ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς ἦ­ταν τε­ρά­στιο. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος συμ­φώ­νη­σε. Κάλ­λιο πέν­τε καὶ στὸ χέ­ρι.

       Με­τὰ τὴ συμ­φω­νί­α τους, μοῦ τη­λε­φώ­νη­σαν νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με. Προ­σπά­θη­σα νὰ τὸ ἀ­πο­φύ­γω, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρω τί μὲ θέ­λουν. Εἶ­χα ἀρ­κε­τὲς μέ­ρες νὰ μι­λή­σω μὲ τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα, για­τὶ εἴ­χα­με τοὺς δι­κούς μας χω­ρι­σμούς. Ἄρ­χι­ζα νὰ τὴν ξε­χνά­ω, μά­λι­στα εἶ­χα ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ στα­μα­τή­σω νὰ κά­νω τὸν κα­θα­ρι­στή, σύν­το­μα θὰ ἐ­νη­μέ­ρω­να σχε­τι­κὰ καὶ τὴν κυ­ρί­α Κλαί­ρη. Ὁ οἰ­κο­γε­νεια­κός της τά­φος δὲν ἔ­παιρ­νε ἀ­πὸ τί­πο­τε.

       «Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, Ἀλ­κί­νο­ε», μοῦ εἶ­πε ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα στὸ τη­λέ­φω­νο. «Ἔ­λα.»

       «Ἔ­στω γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά», μοῦ εἶ­πε ὁ Ἰ­ά­κω­βος.

       «Δὲ βα­ρι­έ­σαι», σκέ­φτη­κα. «Ἴ­σως ἔ­χει πλά­κα.»

       Κα­βά­λη­σα τὴ θρυ­λι­κὴ Yamaha μου καὶ πῆ­γα, ὅ­πως μοῦ εἶ­παν, στὸ λό­φο τοῦ Φι­λο­πάπ­που. Ἦ­ταν ἕ­να γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα τοῦ Μαρ­τί­ου, τὸ ζω­δια­κὸ φῶς εἶ­χε πέ­σει ἤ­δη στοὺς βρά­χους. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα μὲ τὸν Ἰ­ά­κω­βο ἦρ­θαν σὰ νὰ τοὺς πή­γαι­ναν στὴν κρε­μά­λα. Ἀ­φοῦ μοῦ ἔ­κα­ναν τὴν ἀ­νή­κου­στη πρό­τα­σή τους, γέ­λα­σα ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὰ καὶ μᾶλ­λον προ­σβλή­θη­καν. Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα δὲν ἤ­ξε­ρα ποι­όν ἀ­πὸ τοὺς δύ­ο νὰ λυ­πη­θῶ, τὴν Ἐ­ρι­έτ­τα ἢ τὸν Ἰ­ά­κω­βο; Πῆ­ρα τὸ κρά­νος καὶ ση­κώ­θη­κα. Ἔ­ρι­ξα μιὰ μα­τιὰ στὸ γυ­μνὸ λό­φο.

       «Εἶ­ναι με­ρι­κοὶ λό­φοι ποὺ δὲ χρει­ά­ζον­ται ἀ­να­δά­σω­ση», εἶ­πα. «Χρει­ά­ζον­ται ἀ­ναν­θρώ­πω­ση.» Μὲ κοί­τα­ξαν ἀ­μή­χα­να. Φό­ρε­σα μὲ ψυ­χραι­μί­α τὸ κρά­νος καὶ ἀ­νέ­βη­κα στὴ μη­χα­νή. Μὲ κοι­τοῦ­σαν σα­στι­σμέ­νοι καὶ ἀ­μί­λη­τοι. Τοὺς προ­σπέ­ρα­σα κι ἔ­φυ­γα. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα ἦρ­θε ἔν­τρο­μη νὰ μὲ βρεῖ.

       «Ἀ­πει­λεῖ ὅ­τι θὰ μὲ σκο­τώ­σει, Ἀλ­κί­νο­ε», μοῦ εἶ­πε. «Θὰ γί­νει ἡ σκιά μου. Σῶ­σε με.»

       «Βλέ­πε­τε πολ­λὴ τη­λε­ό­ρα­ση», τῆς ἀ­πάν­τη­σα ξε­ρι­ζώ­νον­τας χορ­τά­ρια, κι ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα χα­μο­γέ­λα­σε μὲ πό­νο. Μοῦ εἶ­πε ὅ­τι πάν­τα τὴν εἰ­ρω­νευ­ό­μουν. Συ­νέ­χι­σα νὰ ξε­ρι­ζώ­νω χορ­τά­ρια, ἔ­λει­πε μό­νο ἡ κά­με­ρα νὰ μᾶς ἀ­πα­θα­να­τί­σει.

       «Σπα­τα­λι­έ­σαι, Ἐ­ρι­έτ­τα», τῆς εἶ­πα. «Ἐ­μέ­να δὲ μοῦ βγαί­νει ἔ­τσι.»

       «Πο­τέ σου δὲ μὲ δι­εκ­δί­κη­σες!»

       «Ἀ­πὸ τὸν ἄν­τρα σου; Τς τς τς τς, τί θὰ πεῖ ἡ κυ­ρί­α Κλαί­ρη ποὺ μ’ ἐμ­πι­στεύ­τη­κε;»

       Ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὸ παν­τε­λό­νι της ἕ­να γράμ­μα, μοῦ τὸ ἔ­δω­σε κι ἔ­φυ­γε βι­α­στι­κή. Δὲν ξέ­ρω τί ἔ­γρα­φε, για­τί δὲν τὸ δι­ά­βα­σα, ἀλ­λὰ ἀ­πὸ προ­η­γού­με­να ποὺ εἶ­χα δι­α­βά­σει θὰ πρέ­πει νὰ μι­λοῦ­σε γι’ ἀ­γά­πες καὶ πό­θους.

       Οἱ ζω­ές μας εἶ­χαν γί­νει σκο­τσέ­ζι­κο ντούς. Μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα μέ­να­με δί­χως συ­ναι­σθή­μα­τα, μο­νά­χα πα­ρα­συ­ρό­μα­στε σὲ πα­ρά­λο­γο κυ­νη­γη­τό. Κρε­βά­τια, τσα­κω­μοί, χω­ρι­σμοί. Ἡ Ἐ­ρι­έτ­τα κυ­νη­γοῦ­σε καὶ κυ­νη­γι­ό­ταν μέ­χρι τὴ μέ­ρα ποὺ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε σφρα­γί­ζον­τας τὴν ὑ­παρ­ξια­κή της ἀ­πελ­πι­σί­α. Ἦ­ταν ἀ­πρό­σμε­νο τέ­λος, ἀλ­λὰ ἴ­σως ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο τέ­λος. Γιὰ τὴν ἀ­νά­λη­ψη τῆς Ἐ­ρι­έτ­τας ὑ­πάρ­χουν πολ­λὲς ἐκ­δο­χές. Μιὰ ἀ­π’ αὐ­τὲς εἶ­ναι πὼς βρί­σκε­ται σ’ ἕ­ναν κό­σμο ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει οὔ­τε Ἀλ­κί­νο­ος οὔ­τε Ἰ­ά­κω­βος οὔ­τε ζω­ὴ οὔ­τε θά­να­τος.

       Ὅ­σοι νο­μί­ζουν πὼς εἶ­ναι εὔ­κο­λο νὰ κα­θα­ρί­ζεις τά­φους γε­λι­οῦν­ται. Λα­χαί­νουν κά­τι μυ­στή­ρι­ες ἐ­κτα­φές, μὲ τὶς κα­τσα­ρί­δες νὰ πε­τά­γον­ται τρο­μο­κρα­τη­μέ­νες, ποὺ σοῦ παίρ­νουν τὴν ψυ­χὴ νὰ τὴν πᾶ­νε πα­ρέ­α μὲ τὸ νε­κρό, πέ­ρα στὰ λι­βά­δια μὲ τ’ ἀ­σφο­δέ­λια, ὅ­πως λέ­ει ὁ ποι­η­τὴς τῆς «Λή­θης». Νὰ ψα­χου­λεύ­εις στ’ ἀ­πο­μυ­θο­ποι­η­μέ­να ὑ­φά­σμα­τα νὰ βρεῖς κό­κα­λα καὶ κο­κα­λά­κια, σὰ νὰ κα­θα­ρί­ζεις φα­κή, νὰ κα­ρα­δο­κεῖς τὴν ἄ­λι­ω­τη σάρ­κα καὶ κά­θε τό­σο νὰ φω­νά­ζεις: «Στῆ­θος;» «Ἐν­τά­ξει». «Ἄ­κρα;» «Ἐν­τά­ξει». «Λε­κά­νη;» «Ἀ­να­λό­γως προ­σόν­των». Ἀ­πὸ πά­νω σου νὰ στέ­κον­ται οἱ ἄλ­λες σάρ­κες, ἕ­τοι­μες κά­θε στιγ­μὴ ν’ ἀν­τι­δρά­σουν. Νὰ βα­στᾶ­νε μιὰ μπου­κά­λα κρα­σὶ στὸ χέ­ρι, σὰ νὰ πε­ρι­μέ­νουν τὸ ψη­τό, καὶ νὰ τοὺς τρέ­χουν τὰ σά­λια. Τό­τε εἶ­ναι πού σου ἔρ­χε­ται νὰ ψά­ξεις κι ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σκαμ­μέ­νο λάκ­κο γι’ ἀ­πο­γε­μέ­να κό­κα­λα.



Πη­γή: περ. Πλα­νό­διον, τχ. 19, Δεκέμβριος 1993.

Εὐ­άγ­γε­λος Ἰ. Τζά­νος (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κῆς Δη­μο­σι­ο­γρα­φί­ας (1986-1988) καὶ στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο “Σπου­δὲς στὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ Πο­λι­τι­σμὸ” (2004-2009). Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­πο­κεν­τρω­μέ­νη Δι­οί­κη­ση Ἀτ­τι­κῆς. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ τρί­α πρῶ­τα μέ­ρη τῆς τε­τρα­λο­γί­ας μὲ τὸν τί­τλο Τὸ Τυ­χαῖ­ο. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἐ­νέ­δρα (νου­βέ­λες, ἔκδ. Μαν­δρα­γό­ρας, 2008).


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας: Ἐ­νύ­πνιος προ­σευ­χή



Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας


Ἐ­νύ­πνιος προ­σευ­χή


ΜΙΑ ΞΑΦΝΙΚΗ ΕΥΦΟΡΙΑ ἀ­πὸ λί­γο ἥ­λιο καὶ ἱ­κα­νο­ποι­η­τι­κὴ θερ­μο­κρα­σί­α μέ­σα στὸ γρα­φεῖ­ο —τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα λε­φτά μου πᾶ­νε στὶς θερ­μά­στρες— ἐ­νῶ πολ­λα­πλα­σι­ά­ζον­ται νυ­χθη­με­ρὸν τὰ χάρ­τι­να κρεβ­βά­τια στὶς μπρο­στι­νὲς φάτ­νες τῶν πο­λυ­κα­τοι­κῶν.

       Ποι­ός Κύ­ριος τῆς Βη­θλε­ὲμ θὰ ση­κώ­σει τοὺς ἄ­στε­γους τῶν δρό­μων γιὰ νὰ πά­ψω νὰ λυ­πᾶ­μαι τὸν ἑ­αυ­τό μου;

       Ἡ συ­σκευ­ὴ τοῦ κλι­μα­τι­σμοῦ ξυ­πνά­ει μὲς στὸ γρα­φεῖ­ο τὰ τζι­τζί­κια. Ποῦ­θε κρύ­βον­ταν τό­σους μῆ­νες;

       Ἂν ἀ­νέ­βει κι ἄλ­λο ἡ τε­χνη­τὴ θερ­μο­κρα­σί­α, θὰ πέ­σω ἔ­ξω οἰ­κο­νο­μι­κῶς. Φο­βᾶ­μαι μά­λι­στα μή­πως ἀρ­χί­σουν νὰ γδύ­νον­ται καὶ οἱ φι­γοῦ­ρες τῶν κά­δρων. Πρέ­πει νὰ κα­τε­βά­σω ἀ­μέ­σως καὶ νὰ κρύ­ψω τὶς ἁ­γι­ο­γρα­φί­ες. Τί θὰ γί­νει ὅ­μως μὲ τὶς ὑ­δα­το­γρα­φί­ες τοῦ τοί­χου; Θὰ τὰ­ κά­νουν ὅ­λα μού­σκε­μα.

      Κα­λύ­τε­ρα νὰ ξα­να­κοι­μη­θῶ μὲ τέ­τοι­α ζέ­στη μέ­σα στὸ με­σο­χεί­μω­νο. Δὲν πρό­κε­ιται νὰ βγά­λω οὔ­τε τὴ robe de chambre, οὔ­τε τὸ σκω­τσέ­ζι­κο κα­σκόλ μου.

       Ὑ­π’ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες, ἂς μὲ λυ­πη­θεῖ του­λά­χι­στον ὁ Κύ­ριος κι ἂς ση­κώ­σει τοὺς ἄ­στε­γους τῶν δρό­μων γιὰ νὰ πά­ψω νὰ τὰ βά­ζω πιὰ μὲ τὸν οἰ­κο­λο­γι­κό μου ἑ­αυ­τό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας (Πει­ραι­ᾶς, 1953). Ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Σπού­­­δα­σε Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας στὸ Πα­ρί­σι καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Λον­δί­νο. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α Τε­τρά­διο καὶ Τελ­­χῖ­νες (1972). Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α:Με­ρι­κὰ Με­ρι­κά (Ἴν­δι­κτος, 2010), Με­ρη­σα­ήρ, Εἱρ­μοὶ Νε­κρώ­σι­μοι (Με­λά­νι, 2013), Καυ­σο­κα­λύ­βης (Νε­φέ­λη, 2014), Διάλογοι μὲ τὸν Ἀρχίλοχο (Περισπωμένη, 2016). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκδο­ση τῶν ποι­η­μά­των του Οἱ Συλ­­λο­γές, 1983-2006 (Ἴν­δι­κτος, Ἀ­θή­να, 2008).

 

Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης: Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὸ στυ­πό­χαρ­το



Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης


Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς στὸ στυ­πό­χαρ­το


ΑΠΑΛΟ ΚΑΙ ΑΘΟΡΥΒΟ, ἀ­κο­λου­θοῦ­σε πάν­τα τὶς κι­νή­σεις τοῦ κον­δυ­λο­φό­ρου καὶ στέ­γνω­νε γρή­γο­ρα τὶς ἔγ­χρω­μες στα­γό­νες τῆς με­λά­νης, κα­θρε­φτί­ζον­τας πά­νω του τὰ ση­μά­δια της. Ἡ ἁ­φὴ τῶν μα­θη­τι­κῶν μου ἀ­να­μνή­σε­ων. Δι­ευ­κό­λυ­νε τὴν ἀ­νά­γνω­ση καὶ φρόν­τι­ζε τὴν εὐ­τα­ξί­α τῆς σε­λί­δας, ἀ­φή­νον­τας ὅ­μως στὰ πα­τή­μα­τα κά­ποι­α δυσ­δι­ά­κρι­τα ἴ­χνη τῶν γρα­φο­μέ­νων.

     Ἀ­ξι­ο­ποι­ών­τας αὐ­τὰ τὰ ἐ­λά­χι­στα ὑ­πο­λείμ­μα­τα τῆς γρα­φῆς, ἕ­νας συμ­μα­θη­τὴς τοῦ ἀ­δελ­φοῦ μου, στὴν τε­λευ­ταί­α τά­ξη τοῦ Γυ­μνα­σί­ου στὸ Ἡ­ρά­κλει­ο, τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1950, ἔ­στη­σε μιὰ ἰ­δι­ό­τυ­πη ἀν­τι­γρα­φι­κὴ κομ­πί­να ποὺ ἄ­φη­σε ἐ­πο­χή. Ὁ εὐ­φάν­τα­στος μα­θη­τής, Βά­νιας τ’ ὄ­νο­μά του τὸ μι­κρό, πρό­δρο­μος τῶν ση­με­ρι­νῶν χά­κερ, γιὸς γνω­στοῦ για­τροῦ τῆς πό­λης, τρο­φο­δο­τοῦ­σε τοὺς συμ­μα­θη­τές του μὲ δι­α­φη­μι­στι­κὰ δῶ­ρα ποὺ ἔ­δι­ναν οἱ φαρ­μα­κευ­τι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες στὸν πα­τέ­ρα του. Ἕ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ «δῶ­ρα» ἦ­ταν καὶ κά­ποι­ες ὄ­μορ­φες δι­α­φη­μι­στι­κὲς κάρ­τες δι­πλῆς ὄ­ψης. Ἀ­πὸ τὴ μιὰ πρό­βαλ­λαν ἔγ­χρω­μες εἰ­κό­νες μὲ τὶς θε­ρα­πευ­τι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τοῦ φαρ­μά­κου καὶ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη εἶ­χαν τὴν ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὴ ἐ­πι­φά­νεια ἑ­νὸς κα­νο­νι­κοῦ στυ­πό­χαρ­του. Τὶς χρη­στι­κὲς ἐ­κεῖ­νες κάρ­τες πρό­σφε­ρε καὶ στοὺς κα­θη­γη­τές, ἀλ­λὰ σ’ αὐ­τοὺς μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη φει­δώ. Στὸν αὐ­στη­ρὸ μά­λι­στα μα­θη­μα­τι­κὸ τὸν ἐ­πο­νο­μα­ζό­με­νο Ἄθ­θο, ἐ­πει­δὴ ἔ­τρω­γε τὸ σίγ­μα ἀ­πὸ τοὺς ἄσ­σους ποὺ φι­λο­δω­ροῦ­σε στὰ δι­α­γω­νί­σμα­τα τοὺς μα­θη­τές, ἔ­δι­νε ἀ­πὸ μί­α μό­νο κάρ­τα στυ­πό­χαρ­του κά­θε φο­ρὰ καὶ μά­λι­στα ζη­τοῦ­σε νὰ τοῦ ἐ­πι­στρέ­ψει τὴν προ­η­γού­με­νη γιὰ νὰ τοῦ τὴν ἀν­τι­κα­τα­στή­σει μὲ και­νούρ­για. Ἀ­νά­με­σα σ’ αὐ­τὴ τὴν ἀν­ταλ­λα­γὴ στυ­πό­χαρ­των πέ­τυ­χε κά­πο­τε νὰ ὑ­πο­κλέ­ψει τὰ θέ­μα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων στὸ μά­θη­μα τῆς Ἄλ­γε­βρας. Καὶ νὰ πῶς ἔ­γι­νε: Ὁ Ἄθ­θος ἔ­γρα­φε ἀ­μέ­ρι­μνος, μὲ πέ­να καὶ με­λά­νι, στὴν αἴ­θου­σα τῶν κα­θη­γη­τῶν τὰ θέ­μα­τα τῶν ἐ­ξε­τά­σε­ων. Στέ­γνω­νε βι­α­στι­κὰ τὶς ἀ­ρά­δες, περ­νών­τας ἀ­πὸ πά­νω τους τὸ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὸ χαρ­τί, χω­ρὶς νὰ δί­νει ση­μα­σί­α, ἂν σ’ αὐ­τὸ ἀ­πο­τυ­πω­νό­ταν ἕ­να μέ­ρος τῶν γρα­φο­μέ­νων του. Ἡ «ὑ­πο­κλο­πὴ» ἔ­γι­νε ἀ­πὸ τὴν ἀν­ταλ­λα­γὴ τῶν στυ­πό­χαρ­των καὶ μὲ τὴ χρή­ση κα­θρέ­φτη. Ὁ μα­θη­τὴς ἀν­τέ­γρα­ψε τὶς λύ­σεις τῶν ἀ­σκή­σε­ων ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­τυ­πω­θεῖ καὶ τὶς μοί­ρα­σε σὲ ὅ­λους ἀ­νε­ξαι­ρέ­τως τοὺς συμ­μα­θη­τές του. Ὅ­λοι, ἀ­κό­μη καὶ ὁ πα­νύ­ψη­λος «ὑ­πο­δε­κά­με­τρος» ποὺ δὲν ἔ­παιρ­νε τὰ μα­θη­μα­τι­κά, ἔ­γρα­ψαν σχε­δὸν ἄ­ρι­στα. Προ­κλή­θη­κε σκάν­δα­λο καὶ λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ ἀ­κυ­ρω­θεῖ τὸ δι­α­γώ­νι­σμα λό­γῳ τῆς κα­θο­λι­κῆς ἐ­πι­τυ­χί­ας, ἀλ­λὰ ἀ­φοῦ δὲν προ­έ­κυ­ψε δό­λος ἀ­πὸ που­θε­νά, δὲν δό­θη­κε συ­νέ­χεια. Ὁ Ἄθ­θος ὅ­μως δὲν τό­ ‘βα­λε κά­τω, βαθ­μο­λό­γη­σε μὲ βά­ση τὰ ὀρ­θο­γρα­φι­κὰ λά­θη, τὰ εὐ­α­νά­γνω­στα γράμ­μα­τα καὶ τὶς μουν­τζοῦ­ρες. Δυ­ὸ-τρεῖς πῆ­ραν πά­λι ἄθ­θο κι ὁ ἕ­νας ἀ­πὸ αὐ­τοὺς ἦ­ταν ὁ γιὸς τοῦ για­τροῦ, ποὺ ἦ­ταν κα­κο­γρά­φος καὶ ὁ ὁ­ποῖ­ος με­τὰ τὸ Γυ­μνά­σιο ἔ­φυ­γε γιὰ σπου­δὲς στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ καὶ δὲν ξα­να­γύ­ρι­σε. Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ καὶ πέ­ρα εἶ­ναι συγ­κε­χυ­μέ­νες. Λέ­νε ὅ­τι ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ ἀ­κτι­νο­λό­γου στὸ Λὸς Ἀν­τζε­λὲς ἢ ὅ­τι ἔ­γι­νε χρη­μα­τι­στὴς στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ζε­βε­λά­κης (Ἡ­ρά­κλει­ο Κρή­της, 1939). Ἐ­ρευ­νη­τὴς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων δρα­στη­ρι­ο­τή­των, δι­α­τη­ρεῖ ση­μαν­τι­κὸ ἀρ­χεῖ­ο τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­χει χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ στὴν ἔ­ρευ­να πολ­λῶν ἐρ­γα­σι­ῶν στὸ χῶ­ρο τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς φι­λο­λο­γί­ας. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον.



		

	

Ἀλεξάνδρα Παπαδοπούλου: Χειραφεσία


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου


Χει­ρα­φε­σί­α


 Κ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ εἶ­νε ὑ­πὲρ τῆς χει­ρα­φε­σί­ας. Ἔ­γρα­ψε τρι­αν­τα­εν­νέ­α ἄρ­θρα διὰ τὸν σκο­πόν, καὶ ἐν τῷ με­τα­ξύ, ἐ­νώ­πιον πυ­κνοῦ ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου, ἔ­δω­κε σα­ράν­τα πέν­τε δι­α­λέ­ξεις.

Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἢ καλ­λί­τε­ρα τὸ προ­ϊ­ὸν ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν διὰ γλώσ­σης καὶ γρα­φί­δας ἀ­γώ­νων, ἦ­το ἡ ἀ­πο­θέ­ω­σις τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου. Αἱ γυ­ναῖ­κες, τῶν ὁ­ποί­ων τό­σῳ ἀ­φι­λο­κερ­δῶς ὁ κ. Δη­μό­που­λος ὑ­πε­στή­ρι­ζε τὰ δί­και­α, τὸν ἀ­πε­κά­λουν πλέ­ον ὁ Δη­μό­που­λός μας.

          Εἰς μί­αν ἑ­σπε­ρί­δα τοῦ συλ­λό­γου «Νέ­αι ἰδέ­αι», ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­γλύστρη­σεν εἰς τὸ ἀ­γα­πη­τὸν θέ­μα του.

          Γέ­ρων κα­θη­γη­τὴς ἔλε­γεν ὅτι εἶ­χε δί­και­ον ὁ Θου­κυ­δί­δης νὰ θε­ω­ρῇ ὡς τὴν καλ­λί­στην τῶν γυ­ναι­κῶν ἐκείνην, πε­ρὶ τῆς ὁ­ποί­ας δὲν γί­νε­ται λό­γος.

          Ἄ, τό­τε ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἄ­να­ψε καὶ κε­ραυ­νοὶ ἐ­ξῆλ­θον ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

          — Ὁ Πε­ρι­κλῆς τὰ εἶ­πεν αὐ­τά; Δὲν ξεύ­ρω ἂν τὰ εἶπε —δι­ό­τι εἶ­ναι ἐ­κτὸς τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός μου— ὅ­μως ἂν τὰ εἶ­πε, ἦ­το μέ­γας ὑ­πο­κρι­τής, καὶ μέ­γας ψεύ­στης· καὶ δὲν ἐ­ψεύδε­το, οὐ­δὲ ὑ­πε­κρί­νε­το, κυ­ρί­αι καὶ κύ­ριοι (ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­νόμι­σεν ὅτι ὁ­μι­λεῖ διὰ τεσ­σα­ρα­κο­στὴν ἕ­κτην φο­ρὰν ἀ­πὸ τοῦ βή­μα­τος), διὰ τοὺς συγ­χρό­νους. Ἐ­κεῖ­νοι ἐ­γνώρι­ζον ὅ­τι ἡ γυ­νὴ ἦ­το ὁ Ἥ­φαι­στος, ὁ ὁ­ποῖος ἐ­λάξευ­ε τοὺς κε­ραυ­νούς του.

          Ὅλοι ἐ­γνώ­ρι­ζον τὴν Ἀ­σπα­σί­αν, τὴν με­γά­λην ἐ­κεί­νην γυ­ναί­κα, τὴν ἐκτὸς τοῦ γυ­ναι­κω­νί­του γυ­ναῖ­κα, πρὸς τὴν ὁ­ποί­αν αὐ­τὸς ἦ­το ἄ­φω­σι­ω­μέ­νος καὶ εὐ­γνώ­μων, δι­ό­τι δὲν ἦ­το Ὀμ­φά­λη καὶ δὲν τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ ὑ­φαί­νῃ.

          Ὁ Πε­ρι­κλῆς, κύ­ριοι, ὁ­μι­λῶν οὕ­τω πε­ρι­ύ­βρι­ζε δη­μο­σί­ᾳ τὴν Ἀ­σπα­σί­αν.

          Ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νης με­γά­λης γυ­ναι­κὸς καὶ ὅ­λου τοῦ πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νου γυ­ναι­κεί­ου φύ­λου, ἂς κρά­ξω­μεν: «Κά­τω ὁ Πε­ρι­κλῆς καὶ ζή­τω ἡ Ἀ­σπα­σί­α».

          — Μὰ εὑ­ρί­σκε­ται βα­θειὰ στὴ γῆ ὁ Πε­ρι­κλῆς, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πά­γῃ πα­ρα­κά­τω.

          Ἡ αἴ­θου­σα με­τε­βλή­θη εἰς παν­δαι­μό­νιον, καὶ μί­α μι­κρὰ ἰα­τρός, ἄ­σχη­μη καὶ στε­γνή, ἐνηγ­κα­λί­σθη τὸν κ. Δη­μό­που­λον καὶ τὸν κα­τε­φί­λη­σεν ἐκ μέ­ρους τοῦ ὡ­ραί­ου φύ­λου.

       Κα­τό­πιν προ­έ­τει­νε νὰ γεί­νουν ἔ­ρα­νοι καὶ νὰ στη­θῆ ὁ ἀνδριὰς τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριον ἐχει­ρο­κρότη­σε καὶ μί­α χει­ρα­φε­τη­μέ­νη, ἡ ὁ­ποί­α δι­ε­ζεύ­χθη τὸν σύ­ζυ­γόν της ὡς πο­λὺ ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κόν, πα­ρε­κά­λε­σε τὸν κ. Δη­μόπου­λον νὰ δη­μο­σί­ευ­σῃ τὰς δι­α­λέ­ξεις του ἢ νὰ τῆς δώ­σῃ τὰ χει­ρό­γρα­φά του, νὰ τὰ με­τα­φρά­σῃ εἰς τὸ Ἀγ­γλι­κὸν ὡς ἀν­τα­πο­κρί­τρια τῆς πε­ρι­φή­μου ἐ­φη­με­ρί­δος «Ὀρ­νι­θὼν χω­ρὶς ἀ­λέ­κτο­ρα».

          Ὁ κα­θη­γη­τής, ἄν­θρω­πος πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νων ἰ­δε­ῶν, ἀ­νά­ξιος νὰ κα­τα­νο­ή­σῃ τὸ νέ­ον πνεῦ­μα, νὰ πλα­σθῇ μὲ τὸ νέ­ον δόγ­μα, νὰ ζυ­μω­θῇ ὑ­πὲρ αὐτοῦ, προ­έ­βαι­νεν ἀ­κρά­τη­τος εἰς τὸ ὀ­λι­σθη­ρὸν ἔ­δα­φος.

          Προ­σβλέ­πων τὴν ἐ­κτρω­μα­τι­κὴν ἀσχη­μίαν τῆς νε­α­ρᾶς ἰ­ατροῦ προ­τεί­νει:

          — Τὸ χει­ρά­φε­τον ὡ­ραῖ­ον φύ­λον νὰ παύ­σῃ φέ­ρον τὸν τί­τλον τοῦ­τον τῆς δου­λο­κρα­τί­ας.

          Ἡ ἰα­τρὸς ἐξε­μά­νη καὶ εἶ­πε μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸν ὕ­φος:

          — Ἁ­πλοῦς θνη­τὸς δὲν δύ­να­ται ν’ ἀ­να­τρέ­ψῃ τοὺς νό­μους τῆς φύ­σε­ως. Αἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νῶν­ται ὡ­ρα­ῖαι.

          Ὁ φο­βε­ρὸς κα­θη­γη­τής, βλέ­πων πο­νή­ρως τὴν κόμ­μω­σιν μιᾶς χει­ρα­φέ­του, μὲ τοὺς τε­χνη­τοὺς κυ­μα­τι­σμούς, προ­τεί­νει:

          —Αἱ γυ­ναῖ­κες μὲ τὴν αὔ­ραν τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας των, νὰ ἔ­χουν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ δει­κνύ­ουν ἐ­λευ­θέ­ρως τὴν φα­λά­κραν των καὶ νὰ μὴ τὴν κρύ­πτουν δου­λο­πρε­πῶς κ.τ.λ.

          Ὁ κα­θη­γη­τὴς θὰ κα­τε­δι­κά­ζε­το εἰς θά­να­τον ἂν ἦ­το δι­κα­στή­ριον ζω­ῆς καὶ θα­νά­του.

Τὸ φῶς ἑ­νὸς κη­ρί­ου φω­τί­ζει τὸ χρυ­σό­μαλ­λο κε­φα­λά­κι τῆς Ἄν­νης Δη­μο­πού­λου. Ἀ­κού­ε­ται ἡ ἤ­ρε­μος ἀ­να­πνο­ὴ τοῦ μικροῦ της, τὸ ὁ­ποῖ­ον κοι­μᾶ­ται σὰν ἀγ­γε­λού­δι στὴν κού­νια του. Κἄπο­τε βή­χει καὶ φαί­νε­ται ἀ­νή­συ­χον.

          Ἡ Ἄν­να πλέ­κει πε­ρι­ώ­μιον καὶ ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ ἀνοι­κτόν ἐ­πὶ τῆς τρα­πέ­ζης μι­κρο­σκο­πι­κὸν ὡρο­λό­γιόν της, διὰ νὰ δώ­σῃ τὸ ἰ­α­τρι­κὸν τοῦ μι­κροῦ, τὸ ὁποῖ­ον τα­ράσ­σε­ται ἀ­πὸ πνι­γη­ρὸν βή­χα, ἢ καὶ διὰ νὰ μέ­τρη­σῃ τὰς ὥ­ρας τῆς ἀ­που­σί­ας τοῦ συ­ζύ­γου της.

          Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­κτα· ἔ­ξαφ­να ἀ­κού­ον­ται βή­μα­τα· εἶ­ναι ὁ κ. Δη­μο­που­λος.

Πε­τᾷ τὸν πῖ­λον του, γλυ­κο­φι­λεῖ τὴν Ἄν­ναν καὶ παίρ­νει τὸ κη­ρί­ον καὶ πλη­σιά­ζει εἰς τὸ λί­κνον.

          Τί ὡ­ραῖ­ο τὸ παι­δά­κι του! Ζα­ρώ­νει τὰ φρυ­δά­κια του μὲ τὸ φῶς, μὰ δὲν ξυ­πνᾷ.

          — Σή­με­ρα ἔ­βη­ξε πά­λιν πο­λύ.

          — Ἔ­βη­ξεν πά­λιν!!!

          — Ναί.

          — Μή­πως τὸ ἐμ­πι­στεύ­θη­κες στὰ χέ­ρια τῆς νταν­τᾶς;

          — Ἐ­γώ;

          — Ναί, βέ­βαι­α, σὲ εἶ­δα τὸ πρωῒ στὰ ἐμ­πο­ρι­κά.

          Ὁ κύ­ριος Φι­λά­ρε­τος Δη­μόπου­λος, μὲ τὸ ὕ­φος τῶν 45 δι­α­λέ­ξε­ών του, ἐξά­πτε­ται, βη­μα­τί­ζει πυ­ρε­τω­δῶς μὲ κίν­δυνον νὰ ἐ­ξυ­πνή­σῃ τὸ παι­δά­κι του καὶ λέ­γει:

          — Κυ­ρί­α, μιὰ μά­να ποὺ ἔ­χει παι­διά, δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κού­νια τοῦ παι­διοῦ της. Τὰ ξέ­να χέ­ρια δὲν ‘μ­πο­ροῦν βέ­βαι­α νὰ τὰ πε­ρι­ποι­η­θοῦν καὶ ἡ ξέ­νη καρ­διὰ δὲν ‘μ­πο­ρεῖ νὰ τὸ πο­νέ­σῃ. Τὴν ξεύ­ρω ἐ­γὼ τὴν Μαρ­γα­ρί­τα. Κα­λὸ κο­ρί­τσι, ἀλ­λὰ καρ­διὰ πο­λὺ τρυ­φε­ρή…

          — Μά, Φι­λά­ρε­τε, ἡ μη­τέ­ρα ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη· καὶ πε­τά­χθη­κα μιὰ στιγ­μού­λα. Δὲν ἤ­μουν στὰ ἐμ­πο­ρι­κά. Ἄ… οὔ­τε μι­σὴ ὥ­ρα… σὲ τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι.

          — Μὰ αὐ­τὴ ἡ μι­σὴ ὥ­ρα ἔ­φε­ρε αὐτὴ τὴν κα­τά­στα­σι.

          Τὸ ἀγ­γε­λού­δι πα­θαί­νει νέ­αν κρί­σιν βη­χός, ὁ κ. Δη­μό­που­λος νέ­αν κρί­σιν λύσ­σης, ἡ κ. Δη­μο­πού­λου νέ­αν κρί­σιν ἀ­πελ­πι­σί­ας.

          — Θα μα­ζέ­ψω ὅ­λους τοὺς ἰα­τροὺς τῆς πρω­τευ­ού­σης.

          — Μὰ, Φι­λά­ρε­τε, μὴ γί­νε­σαι παι­δί. Ὁ ἰα­τρὸς ἦλ­θε καὶ μὲ κα­θη­σύ­χα­σε. Τοῦ δί­δω τὰ ἰ­α­τρι­κὰ τα­κτι­κά. Θὰ τοῦ τὰ δώ­σω ὣς τὸ πρωῒ καὶ θὰ τοῦ πέ­ρα­σῃ ὁ βή­χας. Πή­γαι­νε σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ ἡ­συ­χά­σῃς. Δὲν φθά­νει ποὺ κο­πιά­ζεις στὸ γρα­φε­ῖ­ον τό­σῳ πο­λύ. Συ­χώ­ρε­σέ με ἂν νο­μί­ζῃς πὼς ἔ­σφα­λα, μὰ ἡ­σύ­χα­σε. Σὲ τὸ θερ­μο­πα­ρα­κα­λῶ.

          Τοῦ ἐ­φι­λοῦ­σε τὸ χέ­ρι. Ὁ κ. Δη­μόπου­λος κα­θη­συ­χά­ζει καὶ ἠ­ρε­μό­τε­ρος τώ­ρα, λέ­γει:

          — Ἄν­να μου, σὲ συγ­χω­ρῶ. Μὰ σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὸ ἐν­νο­ή­σῃς κα­λὰ ὅ­τι τὸ παι­δὶ ἀρ­ρω­στᾷ σὲ ξέ­να χέ­ρια.

Ἡ μι­κρὰ ἰα­τρὸς ἐ­σύ­να­ξε τὸ πο­σὸν τὸ ἀ­παι­τού­με­νον διὰ τὸν ἀν­δριά­ντα τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Ὁ κ. Δη­μόπου­λος εἶ­ναι εὐ­τυ­χὴς καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νος διὰ τὸ μάρ­μα­ρον, ἀλ­λά… θὰ ἐ­προ­τι­μοῦ­σε νὰ τοῦ τὸν ἀ­νή­γει­ρον δι’ ἄλ­λας ἐκ­δου­λεύσεις. Ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ —Τῷ Ἄτλαν­τι τῆς χει­ρα­φε­σί­ας, αἱ χει­ρά­φε­τοι— τὸν τα­ράτ­τει. Φο­βεῖ­ται μή­πως ἡ Ἄν­να, ἡ ὁ­ποί­α μὲ χι­λί­ας προ­φυ­λά­ξεις ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἀνέγνω­σε τὰ ἄρ­θρα του, ἀν­τι­με­τω­πι­σθῇ μὲ τὸν ἀν­δριά­ντα.

          Τὸν τρο­μά­ζει, ὅ­πως βλέ­πε­τε, ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἐ­τά­ρατ­τε τὸν πρό­γο­νόν του, τὸ δια­τὶ κεῖ­ται!

Πη­γή: Κόρη εὐπειθὴς καὶ ἄλλα διηγήματα (ἐκδ. Νεφέλη, 1993).


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1867-1906). Δι­η­γη­μα­το­γρά­­φος. Φοί­τη­σε στὸ Παρ­θε­να­γω­γεῖ­ο «Παλ­λάς» καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δα­σκά­λα σὲ κοι­νο­τι­κὰ σχο­λεῖ­α τῆς Πό­λης. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῶν κυ­ρι­ῶν (1887) καὶ ἵ­δρυ­σε τὸν Προ­ο­δευ­τι­κὸ Σύλ­λο­γο τῶν Κυ­ρι­ῶν (1893). Τὸ 1896 ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Γρυ­πά­ρη, τὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Πό­­λης «Φι­λο­λο­γι­κὴ Ἠ­χώ». Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Δε­σμὶς δι­η­γη­μά­των (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1889).


Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου: Ἀρ­κού­δα ποὺ σφυ­ρί­ζει


papabasileiouantonis-arkoudapousfyrizei-eikona-02b


Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου


Ἀρ­κού­δα ποὺ σφυ­ρί­ζει


01-HttaΤΟΥΝΕ σκα­σμέ­νος. Εἶ­πε κι αὐ­τὸς νὰ πά­ρει τὰ βου­νά, νὰ μα­ζὲψ ὀ­λί­γα μαν­τά­ρια. Νὰ ξε­σκά­σ’. Εἶ­χε γε­μί­σει ὁ τό­πος κεῖ­νον τὸν Σε­πτέμ­βρη. Ὀρ­δὲς τὰ χω­ριὰ βγῆ­καν γιὰ δι­α­γού­μι­σμα. Καὶ τί δὲν μά­ζευ­αν. Ἄλ­λοι γι­ό­μι­ζαν τοὺς βα­ρυ­στο­μα­χι­α­σμέ­νους κα­τα­ψύ­κτες. Ἄλ­λοι τὰ πού­λα­γαν, 4 καὶ 5 εὐ­ρώ­που­λα τὸ κι­λό. Πά­λι με­ρι­κοὶ τ’ ἀρ­μά­θια­ζαν γιὰ τὸν χει­μώ­να, σὰν τὰ πα­λαι­ά, τὰ χρε­ω­κοπ­μέ­να, κα­πνά, κρε­μα­στὰ ἀ­πὸ τὶς γριν­τι­ές. Τι­νὲς δέ, ἔ­τρω­γαν ἀ­συ­στό­λως, ἐ­πι­βα­ρύ­νον­τας νυ­στα­λέ­ους ἰα­τρούς, ἐ­φη­με­ρεύ­ον­τας μὲ ἐ­σπρε­σά­κια πλα­στι­κά, στὶς Μο­νά­δες Ὑ­γεί­ας τῆς πε­ρι­βο­ή­του ἐ­παρ­χί­ας.

       Ζή­λε­ψε ὁ ἄν­θρω­πος. Κα­λο­γρά­κια καὶ βα­σι­λι­κά. Ζαρ­κα­δί­σια καὶ κοκ­κι­νοῦ­σκες. Πρό­βεια (χω­ρὶς κόκ­κα­λο). Μπὰς καὶ Can­tha­rel­lus ci­ba­ri­us, Mor­chel­la, Bo­le­tus re­ti­cu­la­tus (ἄ­ρε Λα­τί­νοι με­ρα­κλῆ­δες);

       Μό­νο ποὺ φο­βό­ταν τὶς ἀρ­κοῦ­δες καὶ τφέ­κι δὲν ἤ­θε­λε. Ὁ κὺρ Χρῆ­στος, ὁ φί­λος του ἀ­π’ τὸν Γι­δᾶ, κτη­μα­τί­ας καὶ ἀμ­πε­λουρ­γὸς δει­νός, τοῦ εἶ­πε γιὰ τὶς σφυ­ρί­χτρες. Δὲν τὸ πί­στε­ψε στὴν ἀρ­χή. Ἐ­κεῖ, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ τῆς Βαγ­γε­λῆς, μὲ τὰ ρα­κιά τους καὶ τὸ τά­βλι, τὸν ἔ­πει­σε. «Βρέ, ἡ ἀρ­κού­δα φο­βᾶ­ται τὴ σφυ­ρί­χτρα, φεύ­γει!» Τοῦ ‘δω­σε μά­λι­στα μιὰ ἀ­με­ρι­κά­νι­κη, με­ταλ­λι­κὴ τοῦ στρα­τοῦ (US Army, ἔ­γρα­φε μὲ ψι­λού­τσι­κα). Τὴν δο­κί­μα­σε στὸ σπί­τι, πρὸς ἐ­κνευ­ρι­σμὸν ἄ­φα­τον τῶν δι­κῶν του καὶ στὸ χω­ριό, πρὸς τρο­μο­κρά­τη­σιν ἁ­πάν­των τῶν κυ­νο­ει­δῶν.

       Ἑ­τοι­μά­στη­κε κα­λὰ καὶ ξε­κί­νη­σε, πε­τά­γον­τας ἀ­π’ τὸ πα­ρα­θύ­ρι βά­σα­να καὶ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις.


***


Χρό­νια με­τὰ στὸ χω­ριὸ τὸ κου­βέν­τια­ζαν.

       Ἄλ­λοι λέ­γα­νε πὼς τό ‘σκά­σε στὴ Χι­λή. Ἄλ­λοι τὸν εἶ­δαν στὴν Φρανκ­φούρ­τη. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι δέ, οὔ­τε ποὺ ζύ­γω­ναν στοῦ «Μπάμ­πλια­κα τοῦ μαν­τρί», ἔν­δο­ξον κά­πο­τε μα­νι­τα­ρό­το­πον. Εἶ­χε στοι­χει­ώ­σει, μο­λο­γοῦ­σαν. Καὶ μιὰν ἀρ­κού­δα ποὺ τρε­γυρ­νοῦ­σε στὰ πουρ­νά­ρια, σφύ­ρι­ζε σὰν ἀ­με­ρι­κά­νι­κος λο­χί­ας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐ­φη­με­ρί­δα Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας, 7 Ὀ­κτω­βρί­ου 2016, σελ. 18.

Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου (Γρε­βε­νά, 1969). Δο­κί­μα­σε γιὰ χρό­νια πολ­λά τὸ κλει­νὸν ἄ­στυ (Ἀ­θή­να), δο­κι­μά­στη­κε ἀ­πὸ σπου­δὲς καὶ με­λέ­τες. Ζεῖ στὰ Γρε­βε­νά. Ὅ­που με­τα­ξὺ ἄλ­λων συ­νερ­γά­ζε­ται στὴν ἔκ­δο­ση τῆς Ἑ­βδο­μα­διαίας Ἐ­φη­με­ρί­δας Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νίαςκαὶ δι­δά­σκει ἀγ­γλι­κά. Τυ­πώ­νει τὸ ἑ­ξα­μη­νια­ῖο μο­νό­φυλ­λο Τύρ­βη, μὲ ἄ­ρω­μα Σκιά­θου. Πα­θι­ά­ζε­ται κά­πως μὲ τὸν Πα­πα­δι­α­μάν­τη, τὸν Μω­ρα­ϊ­τί­δη, τὸν Christopher Morley, τὴν τυ­πο­γρα­φί­α.




		

	

Μάριος Χάκκας: Ἕνας ἀγνοημένος φιλέλληνας

chakkasmarios-enasagnoimenosfilellinas-eikona-01


Μά­ριος Χάκ­κας


Ἕ­νας ἀ­γνο­η­μέ­νος φι­λέλ­λη­νας


01-thita ΜΕΓΑΣ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ, ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς ταγ­μα­τάρ­χη». Πε­ρι­ο­δεύ­ον­τας ἀ­πὸ τάγ­μα σὲ τάγ­μα, τὸν πα­ρα­στέ­κα­νε δυ­ὸ νε­α­ροὶ λο­χα­γοί, πλαι­σι­ω­μέ­νοι κι αὐ­τοί, δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὸν κά­θε φο­ρὰ ἀλ­φα­δύ­ο ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸ τῆς μο­νά­δας, ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀπό τὸν βο­η­θὸ ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κὸ τοῦ ἴδιου γρα­φεί­ου. Καὶ οἱ πέν­τε μα­ζὶ ἀπο­τε­λοῦ­σαν τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο δι­κα­στή­ριο ψυ­χῶν, πεν­τα­με­λὲς ἐ­φε­τεῖ­ο μὲ κα­τα­στα­λαγ­μέ­νες ἀ­πό­ψεις, τε­λε­σί­δι­κες σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἐ­θνι­κῶς ἐ­πι­ζή­μιο.

          Γιὰ αἴ­θου­σα δι­κα­στη­ρί­ου χρη­σί­μευ­ε τὸ κα­ψι­μί, ἕ­να λα­μα­ρι­νι­έ­νιο τοῦν­νελ ποὺ ἀ­νεμ­πό­δι­στα τὸ δι­α­περ­νοῦ­σε ὁ Βαρ­δά­ρης ἀ­π’ ὅ­λες τὶς μπάν­τες, συμ­βά­λον­τας σ’ ἐ­κεί­νη τὴν πα­γω­μέ­νη ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ται­ριά­ζει σὲ τέ­τοι­ους ἐ­πί­ση­μους χώ­ρους. Στὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἐ­πι­ση­μό­τη­τα συ­νέ­τει­νε καὶ ἡ γύ­μνια τοῦ κα­ψι­μί. Ὅ­λοι τὰ ψυ­χα­γω­γι­κὰ ὄρ­γα­να, τρά­που­λες, ξε­μερ­ντι­σμέ­να πο­δο­σφαι­ρά­κια καὶ τά­βλι, εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ λι­γο­στὰ τρα­πε­ζά­κια καὶ τὶς σα­ρα­βα­λι­α­σμέ­νες κα­ρέ­κλες, ἀ­φή­νον­τας ἐ­λεύ­θε­ρο χῶ­ρο γιὰ μιὰ δι­μοι­ρί­α ἐφ’ ἑ­νὸς ζυ­γοῦ. — «Κλεί­νατ—ἐπί—δε­ξι­ά­ά­ά» — πρό­σω­πο πρὸς τὸ πι­τσι­κα­ρι­σμέ­νο πὶγκ πὸγκ ὅ­που ἦ­ταν ἡ ἕ­δρα τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς μ’ ἁ­πλω­μέ­να ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ἔγ­γρα­φά της. —«Ἡμι-ἀ­νά­παυ­ση», κι οἱ φαν­τά­ροι βλέ­πον­τας κα­τ’ εὐ­θεί­αν ἐμ­πρὸς πά­νω στὰ τσίγ­κια, ἀ­κρι­βῶς πί­σω ἀ­πὸ τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη τὴν πλά­τη, ξε­χώ­ρι­ζαν κρε­μα­σμέ­νη μιὰ ζω­γρα­φιά, κά­τι σὰν εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Ἅ­η Γι­ώρ­γη, ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κα­τα­κόκ­κι­νο τέ­ρας μὲ πολ­λὲς κε­φα­λές, κι ἄλ­λους τό­σους πλο­κά­μους, ἀ­νά­με­σα χτα­πό­δι καὶ φί­δι. Ἕ­νας στρα­τι­ώ­της μὲ ἐ­πί­ση­μη σι­δε­ρω­μέ­νη στο­λή, στρογ­γυ­λὰ ρο­δο­κόκ­κι­να μά­γου­λα καὶ τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νο γε­λά­κι, λόγ­χι­ζε τὸ ἀ­παί­σιο τέ­ρας. Κι ἀ­πὸ κά­τω ἕ­να σύν­θη­μα: «Χτυ­πᾶ­τε τὸν κομ­μου­νι­σμό, ὅ­που τὸν βρεῖ­τε.»

          Ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ εἶ­χε κά­νει συ­στη­μα­τι­κὰ τὴν δου­λειά της. Ἔγ­και­ρα εἶ­χε στεί­λει τὶς ἐ­ρω­το­α­πο­κρί­σεις γιὰ νὰ γί­νει δι­δα­σκα­λί­α μὲς στὶς μο­νά­δες. Τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο ἦ­ταν ἁ­πλὸ καὶ οἱ ἀ­παν­τή­σεις ἁ­πλού­στε­ρες, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς μό­νο μιὰ λέ­ξη. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν: Κε­φά­λαι­ο πρῶ­το: Ἀρ­χαί­α Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: Ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος ὁ Μέ­γας Ἀ­λέ­ξαν­δρος; Καὶ δί­πλα ἡ ἀ­πάν­τη­ση: Ἕλ­λη­νας.

          Ἕ­να μῆ­να πιὸ πρὶν ὅ­λα τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ μα­θή­μα­τα (τί εἶ­ναι στρα­τός, τί πει­θαρ­χί­α, ἐκ­μά­θη­ση προ­σευ­χῆς, ἐκ­μά­θη­ση ὅρ­κου) στα­μά­τη­σαν καὶ στὴν θέ­ση τους μπῆ­κε τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἔ­τσι ποὺ νὰ ξε­σκο­νι­στεῖ καὶ νὰ μπο­ρεῖ ὁ κά­θε στρα­τι­ώ­της ν’ ἀ­παν­τή­σει σω­στά.

          — Προ­σέξ­τε, ἔ­λε­γε ὁ δό­κι­μος τῆς δι­μοι­ρί­ας ἡ­μι­ο­νη­γῶν. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ὅ­ποι­ος ἐ­ρω­τη­θῆ ν’ ἀ­παν­τή­σει μὲ μιὰ μό­νο λέ­ξη. «Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος;», ἡ ἀ­πάν­τη­ση «Ἕλ­λη­νας», ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ἂν πά­λι ἡ ἐ­ρώ­τη­ση γί­νει ἀ­νά­πο­δα, πράγ­μα κά­πως ἀ­δύ­να­τον, «Βούλ­γα­ρος ἢ Ἕλ­λη­νας;», ἐ­σεῖς δὲν θὰ πεῖ­τε τὸ πρῶ­το. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Θὰ πεῖ­τε τὸ δεύ­τε­ρο: «Ἕλ­λη­νας”. Προ­σέξ­τε, ἂν κά­νε­τε λά­θος, τό­τε Θὰ κακο­βαθ­μο­λο­γή­σουν τὸ τάγ­μα, ὁ δι­οι­κη­τὴς θὰ κα­τσα­διά­σει τὸν λο­χα­γὸ καὶ κεῖ­νος πά­λι θὰ ξε­σπά­σει ἐ­πά­νω σας. Ἔ­χει σημα­σί­α. Θὰ σᾶς κό­ψει τὶς ἄ­δει­ες. Ξέ­ρε­τε πό­σο κα­λὸς εἶ­ναι ὁ λο­χα­γός. Ἄλ­λα ἂν κά­ποι­ος ἡ­μι­ο­νη­γός τὸν ἐκ­θέ­σει μὲ μιὰ λα­θε­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση, τό­τε ὅ­λα στὴν δι­μοι­ρί­α θ’ ἀλ­λά­ξου­νε. Θὰ σᾶς φλο­μώ­σει στὸ πει­θαρ­χεῖ­ο, κα­κό­μοι­ρα.

          — Προ­σέξ­τε. Κε­φά­λαι­ο τέ­ταρ­το. Θε­ω­ρη­τι­κὸς το­μέ­ας. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: «Ποι­οί εἶ­ναι οἱ σύμ­μα­χοι τῶν Βουλ­γά­ρων;» Ἀ­πάν­τη­ση: «Οἱ κομ­μου­νι­σταί». Ἐ­δῶ, ἂν κά­ποι­ος κομ­πιά­σει ἢ ξε­χά­σει, νὰ πε­τα­χτεῖ κά­ποι­ος ἄλ­λος ἀ­μέ­σως. Κι ἐ­κεῖ­νος πού θὰ κομ­πιά­σει, ἀ­κού­γον­τάς το ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο, νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βει ἀ­μέ­σως. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ἐ­ξη­γού­με­θα, γιὰ νὰ μὴν πα­ρε­ξη­γού­με­θα· ἔ­τσι;

          Ὅ­σο κι ἂν γιὰ τὸν δό­κι­μο τὸ «εἶ­χε ση­μα­σί­α» ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος λά­ιτ μο­τὶβ γιὰ νὰ γλυ­στρά­ει ἡ κου­βέν­τα του, γιὰ τὸν Πο­λυχρό­νη εἶ­χε τὴν ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ ση­μα­σί­α του. Κα­τα­λά­βαι­νε πὼς ἀ­φοῦ ἐ­δῶ κι ἕ­να μή­να δί­νον­ταν συ­νε­χῶς ἐ­ξη­γή­σεις, δὲν θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ γλυ­τώ­σει τὶς πα­ρα­ξη­γή­σεις ὅ­ταν θἄρ­χον­ταν ἡ κρί­σι­μη ὥ­ρα, αὐ­τὸς ὁ Πο­λυ­χρό­νης ποὺ ἦ­ταν τρί­της κα­τη­γο­ρί­ας στρα­τι­ώ­της, μου­λα­ρᾶς λό­γω πο­λι­τι­κῶν φρο­νη­μά­των κι ὄ­χι λό­γω πο­λι­τι­κοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος.

          Τὸ πρω­ὶ τῆς κρί­σι­μης μέ­ρας πά­σχι­σε νὰ μπεῖ σταυ­λο­φύ­λα­κας, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος ποὺ φύ­λα­γε νού­με­ρο οὔ­τε μὲ μιὰ κού­τα τσι­γά­ρα δὲν ἄλ­λα­ζε τὴν κο­πριὰ μὲ τὸ κα­ψὸ τῆς μο­νά­δας.

          — Δὲν τρέ­χει τί­πο­τα, μάγ­γα, τοῦ εἶ­πε κι ἔ­κλει­σε μὲ ση­μα­σί­α τὸ μά­τι.

          Πῆ­γε γιὰ θαλα­μοφύ­λα­κας. Κι ἐ­κεῖ συ­νάν­τη­σε ἄρ­νη­ση. Εἶ­πε νὰ πλύ­νει τ’ ἀπο­χω­ρη­τή­ρια. Πρό­λα­βαν ἄλ­λοι. Συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­πὸ πέν­τε φαν­τά­ρους ἀ­σβέ­στω­νε μέ­σα κι ἔ­ξω τὰ πάν­τα.

          — Στρί­βε, κά­ποι­ος τοῦ εἶ­πε· εἴ­μα­στε πολ­λοὶ ἐ­δῶ.

          Ἔ­πρε­πε τὸ πρω­ὶ νὰ βγεῖ στὸ για­τρό. Ἴ­σως νὰ τὴν σκα­πού­λερ­νε. Ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος μπῆ­κε στὴν γραμ­μὴ καὶ ξε­κί­νη­σε.

          — «Τὰ ρό­δα», πρό­στα­ξε ὁ δό­κι­μος. Ἄρ­χι­σαν πα­ρά­φω­να ὅ­λοι μα­ζί:

          Τὰ ρό­δα τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα

          τῆς ἄ­νοι­ξης κα­μά­ρι

          χά­νουν τὴν ὀ­μορ­φά­δα τους

          στὴν σκλα­βω­μέ­νη γῆ.

          Κι ἔ­τσι γραμ­μὴ μπῆ­καν στὸ κα­ψι­μὶ κά­νον­τας ἕ­να ἡ­μι­κύκλιο φά­τσα στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ μπρο­στὰ στὸ πὶγκ πόγκ.

          Προ­αι­σθάν­θη­κε ὅ­τι αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ δὲν τὴν γλύ­τω­νε. Κι ἦ­ταν ἡ σει­ρά του στὴν δι­μοι­ρί­α νὰ πά­ρει τὴν ἄ­δεια. Μό­λις γύ­ρι­ζαν οἱ ἄλ­λοι, θὰ ἔ­βγαι­νε στὴν ἀ­να­φο­ρὰ νὰ ζη­τή­σει κα­νο­νι­κὴ εἰ­κο­σα­ή­με­ρη ἄ­δει­α, αὐ­τὴ τὴν ἄ­δεια ποὺ σκε­φτό­τα­νε μό­λις πά­τη­σε στὸν στρα­τώ­να τὸ πό­δι του, αὐ­τὴν ποὺ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν στὸ κρε­βά­τι τὸ βρά­δυ, στὴν σκο­πιὰ καὶ στὸν σταῦ­λο 2-4 νού­με­ρο.

          «Τώ­ρα βρῆ­καν νὰ ρθοῦ­νε; Θὰ μὲ κου­ρε­λιά­σουν, οἱ πού­στη­δες», σκέ­φτη­κε. Ἔ­πει­τα τοὖρ­θε θαμ­πὰ ἡ φι­γού­ρα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του πί­σω ἀ­π’ τὰ σί­δε­ρα, ὅ­πως τὸν εἶ­δε τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο πρὶν φύ­γει φαν­τά­ρος, «θὰ μὲ κά­νουν ρε­ζί­λι, οἱ κε­ρα­τά­δες», ξα­να­σκέ­φτη­κε ἔν­το­να. «Δὲν πρέ­πει νὰ πῶ ὅ,­τι δι­α­τά­ζουν αὐ­τοί. Ἀλ­λὰ πά­λι θὰ χά­σω τὴν ἄ­δεια. Εἴ­κο­σι μέ­ρες μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν κο­πριὰ καὶ τὸν σταῦ­λο.»

          Ἔ­νοι­ω­σε στὰ πό­δια του μιὰ τρε­μού­λα ἀ­στα­μά­τη­τη κα­θὼς ξε­χώ­ρι­σε τὸ χέ­ρι τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη νὰ δεί­χνει πρὸς τὴν δι­κή του κα­τεύ­θυν­ση.

          — Ἐσύ, εἶ­πε κι ἔ­δει­χνε τὸν δι­πλα­νό του. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ σύμ­μα­χοι τῶν Βουλ­γά­ρων;

          — «Τί στὸ δι­ά­βο­λο τρέ­μουν τὰ πό­δια μου; Μὲ λυ­μέ­να τὰ γό­να­τα πῶς νὰ στα­θῶ; Πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὴ ἡ τρε­μού­λα. Θὰ τὸ κα­τα­λά­βουν καὶ θὰ πέ­σουν ἐ­πά­νω μου σὰν τὰ κο­ρά­κια. ΙΙῶς νὰ δεί­χνει ἡ ὄ­ψη μου;»

          — Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος; Ἀ­πὸ πο­λὺ μα­κρυ­ὰ ἄ­κου­σε τὴν φω­νή. Ἀ­πὸ βα­θιά, σὰν μέ­σα στὸν ὕ­πνο του, ἦρ­θε ἡ ἀ­πό­κρι­ση:

          — Ἕλ­λη­νας!

          Ἕ­να κύ­μα τρε­μού­λας ἀ­νέ­βαι­νε πόν­το πόν­το τὸ στῆ­θος του. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νοι­ω­σε νὰ φουν­τώ­νει ὣς τὸν λαι­μό του. Ἀ­στρα­πια­ῖα μυρ­μήγ­κια­σε ἡ πλά­τη του.

          — Ἕλληνας, μό­λις σὰν ψί­θυ­ρος ἄ­κου­σε νἄρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ βά­θος τῆς αἴ­θου­σας πά­λι.

          — «Νὰ μὴν πέ­σω, νὰ μὴν σω­ρια­στῶ του­λά­χι­στον μπρὸς στὰ πό­δια τους πρὶν κἄν μοῦ ὑ­πο­βά­λουν ἐ­ρώ­τη­ση.»

          Τὸ καψι­μὶ ἔ­φερ­νε βόλ­τα μπρο­στά του. Ὁ ἴ­διος ἕ­να σκου­πί­δι ποὺ τὸ σή­κω­νε ξαφ­νι­κὰ ὁ Βαρ­δά­ρης καὶ τὸ πη­γαι­νό­φερ­νε σ’ ὅ­λο τὸ τώλ. Ἕ­να μπα­λά­κι πὶγκ πὸγκ ποὺ τὸ χτυ­πᾶ­νε ἀπὸ τὴν μιὰ μπάν­τα στὴν ἄλ­λη, ποὺ τὸ σφεν­το­νί­ζουν στέλ­νον­τας πάσ­σα πρὶν προ­λά­βει νὰ πέ­σει.

          Εἶ­πε νὰ στη­λώ­σει κά­που τὸ βλέμ­μα, νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­πό κά­που, κά­τι στέ­ρε­ο, τὶς λα­μα­ρί­νες, τὰ τσίγ­κια, κι ἔ­πε­σε ἡ μα­τιά του στὴν εἰ­κό­να ἀ­πέ­ναν­τι, στὸν φαν­τά­ρο ποὺ λόγ­χι­ζε στὸν φαν­τά­ρο ποὺ θέ­ρι­ευ­ε μὲ προ­τε­τα­μέ­νη τὴν λόγ­χη κα­τ’ εὐ­θεί­αν ἐ­πά­νω του, ποὺ ση­μά­δευ­ε κα­τ’ εὐ­θεί­αν τὸ στῆ­θος του, μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ μι­κρὸ ὕ­που­λο γέ­λιο του, ποὺ φάρ­δαι­νε ὁ­λο­έ­να σὲ ἀ­κρά­τη­το σαρ­δό­νιο γέ­λιο κι ἀ­κού­γον­ταν τώ­ρα νὰ σέρ­νε­ται πνι­χτὰ μέ­σα στὸ τώλ.

          — Λέ­γε, λοι­πόν, ἄκουσε κα­θα­ρὰ τὴν φω­νὴ τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη κι εἶ­δε τὸ χέ­ρι του στραμ­μέ­νο ἐ­πά­νω του νὰ τὸν δεί­χνει ἐ­κεῖ πε­ρί­που στὸ στῆ­θος.    Ἕ­να χά­χα­νο ξε­κι­νοῦ­σε μέ­σα στὸ τώλ.

          — Ἐσύ, ἐ­σύ, δὲν ἀ­κοῦς τό­σην ὥ­ρα; Μαρ­μά­ρω­σες;

          — Ἕλ­λη­νας, εἶ­πε μὲ κό­πο, χω­ρὶς νὰ σκε­φθεῖ.

          Τὰ χά­χα­να ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν καὶ φαν­τά­ρων ξε­σπά­σα­νε σ’ ἐ­πί­μο­νο γέ­λιο.

          — Μή­πως θέ­λεις νὰ πεῖς φι­λέλ­λη­νας, παι­δί μου; ρώ­τη­σε κα­λο­συ­νά­τα ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          — Ἕλ­λη­νας, Ἕλ­λη­νας, ἐ­πέ­με­νε ὁ Πο­λυ­χρό­νης στὴν τύ­χη.

          — Μὰ ὁ Χί­τλερ δὲν ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας, εἶ­πε δι­δα­κτι­κὰ ὁ ταγ­μα­τάρ­χης. Ἐ­τίμη­σε βέ­βαι­α τὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ στρα­τὸ στὸ πρό­σω­πο τῶν ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν του, ἀ­φή­νον­τάς τους νὰ κα­τέ­βουν ἀ­πό τὸ μέ­τω­πο στὰ σπί­τια τους μὲ τὸν ἀ­το­μι­κὸ ὁ­πλι­σμό τους. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει πῶς ἤ­τα­νε Ἕλ­λη­νας· ἴ­σως φι­λέλ­λη­νας.

          — Ἕλ­λη­νας, ξα­να­φώ­να­ξε ὁ Πο­λυ­χρό­νης μὲ πεῖ­σμα, ΕΛ­—ΛΗ­—ΝΑΣ, ξε­σπών­τας, μ’ ἕ­να γέ­λιο ἀ­κρά­τη­το, ἐ­νῶ στὸ τὼλ ἁ­πλω­νό­ταν τώ­ρα πα­γε­ρὴ σι­ω­πή. Ἕλ­λη­νας, βρον­το­φώ­να­ξε, χω­ρὶς νὰ νοι­ά­ζε­ται πὼς εἶ­ναι φαν­τά­ρος, οὔ­τε πὼς βρί­σκε­ται μπρο­στὰ στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, στὸν δι­οι­κη­τὴ ποὺ θὰ τοῦ ἔ­δι­νε ἄ­δει­α, στὸν λο­χα­γό του ποὺ ἔ­τρι­ζε δόν­τια, μπρο­στὰ στὸν ἀξι­ω­μα­τι­κὸ ἀλ­φα­δύ­ο, ποὺ ἔ­σφι­χνε νευ­ρι­κὰ τὶς γρο­θι­ές του.

          — Ἕλ­λη­νας, ξα­να­ούρ­λι­α­ξε! Ἤ­μου­να παι­δὶ τό­τε. Θυ­μᾶ­μαι τὸν ἀ­δερ­φό μου πρι­σμέ­νον.

          — Στα­μα­τεῖ­στε τον, δι­έ­τα­ξε ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          — Τρώ­γα­με κά­θε βρά­δυ ἕ­να φλυ­τζά­νι στα­φί­δα καὶ κοι­μό­μα­σταν.

          — Στα­μα­τεῖστε τον, βγάλ­τε τον ἔ­ξω, βρυ­χή­θη­κε ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          Δυ­ὸ ἀλ­φα­μῖτες χύ­θη­καν πά­νω του καὶ τὸν τρα­βού­σα­νε κα­ρο­τσά­κι στὴν ἔ­ξο­δο. Ὁ Πο­λυ­χρό­νης σέρ­νον­ταν πά­νω στὸ τσι­μέν­το καὶ φώ­να­ζε:

          — Τὴν μέ­ρα τρώ­γα­με ὅ,τι βρί­σκα­με. Κου­κου­τσά­λευ­ρο, χα­ρου­πά­λευ­ρο, θα­λασ­σο­βρε­μέ­νο. Τριά­ντα δρά­μια μπομ­πό­τα μέ­ρα πα­ρὰ μέ­ρα, μι­σὴ μέ­ρα οὐ­ρὰ κι ἕ­να τάγ­μα ψεῖ­ρες.

          Ἔ­φα­γε μιὰ γε­ρὴ στ’ ἀ­χα­μνά του καὶ τοῦρ­θε ζα­λά­δα. Ἔ­πει­τα μιὰ σπρω­ξιὰ καὶ βρέ­θη­κε ὁ μι­σὸς ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Ἔ­γυ­ρε τὸ κε­φά­λι καὶ θο­λὰ εἶ­δε τὸν ταγ­μα­τάρ­χη. Πρό­λα­βε καὶ τοῦ πέ­τα­ξε πρὶν κλεί­σει ἡ πόρ­τα:

          — Ἕλ­λη­νας σὰν καί σᾶς, ὄ­χι φι­λέλ­λη­νας.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1966).

Μά­ριος Χάκ­κας (Μα­κρα­κώ­μη Φθι­ώ­τι­δας 1931-Ἀ­θή­να 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλί­α του: Ὄ­μορ­φο κα­λο­καί­ρι (1965, ποί­η­ση), Ὁ τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (1966, δι­η­γή­μα­τα) κ.ἄ., τώ­ρα συγ­κεν­τρω­μέ­να στὰ Ἅ­παν­τά του (Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1986).


 

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Καλὸ ποσοστό


palaiologoskonstantinos-kalopososto-eikona-01


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

Καλὸ ποσοστό


10-hΦΩΤΕΙΝΗ ΟΘΟΝΗ, ποὺ μετρᾶ ἀντίστροφα τὸν προβλεπόμενο χρόνο ἄφιξης τῶν λεωφορείων, στὴ στάση Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν, δείχνει μονίμως ὅτι τὸ 203, Κα­ρέ­ας – Ἀ­κα­δη­μία, φτάνει σὲ «2 λεπτά». Ἂν λάβουμε ὑπόψη ὅτι ἡμερησίως ἐκτελοῦνται 68 δρομολόγια, αὐτὸ σημαίνει ὅτι 68 φορὲς τὴ μέρα ἡ ἐν λόγῳ ἔνδειξη εἶναι σωστή.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04
Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.