Ἀλεξάνδρα Παπαδοπούλου: Χειραφεσία


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου


Χει­ρα­φε­σί­α


 Κ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ εἶ­νε ὑ­πὲρ τῆς χει­ρα­φε­σί­ας. Ἔ­γρα­ψε τρι­αν­τα­εν­νέ­α ἄρ­θρα διὰ τὸν σκο­πόν, καὶ ἐν τῷ με­τα­ξύ, ἐ­νώ­πιον πυ­κνοῦ ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου, ἔ­δω­κε σα­ράν­τα πέν­τε δι­α­λέ­ξεις.

Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἢ καλ­λί­τε­ρα τὸ προ­ϊ­ὸν ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν διὰ γλώσ­σης καὶ γρα­φί­δας ἀ­γώ­νων, ἦ­το ἡ ἀ­πο­θέ­ω­σις τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου. Αἱ γυ­ναῖ­κες, τῶν ὁ­ποί­ων τό­σῳ ἀ­φι­λο­κερ­δῶς ὁ κ. Δη­μό­που­λος ὑ­πε­στή­ρι­ζε τὰ δί­και­α, τὸν ἀ­πε­κά­λουν πλέ­ον ὁ Δη­μό­που­λός μας.

          Εἰς μί­αν ἑ­σπε­ρί­δα τοῦ συλ­λό­γου «Νέ­αι ἰδέ­αι», ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­γλύστρη­σεν εἰς τὸ ἀ­γα­πη­τὸν θέ­μα του.

          Γέ­ρων κα­θη­γη­τὴς ἔλε­γεν ὅτι εἶ­χε δί­και­ον ὁ Θου­κυ­δί­δης νὰ θε­ω­ρῇ ὡς τὴν καλ­λί­στην τῶν γυ­ναι­κῶν ἐκείνην, πε­ρὶ τῆς ὁ­ποί­ας δὲν γί­νε­ται λό­γος.

          Ἄ, τό­τε ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἄ­να­ψε καὶ κε­ραυ­νοὶ ἐ­ξῆλ­θον ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

          — Ὁ Πε­ρι­κλῆς τὰ εἶ­πεν αὐ­τά; Δὲν ξεύ­ρω ἂν τὰ εἶπε —δι­ό­τι εἶ­ναι ἐ­κτὸς τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός μου— ὅ­μως ἂν τὰ εἶ­πε, ἦ­το μέ­γας ὑ­πο­κρι­τής, καὶ μέ­γας ψεύ­στης· καὶ δὲν ἐ­ψεύδε­το, οὐ­δὲ ὑ­πε­κρί­νε­το, κυ­ρί­αι καὶ κύ­ριοι (ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­νόμι­σεν ὅτι ὁ­μι­λεῖ διὰ τεσ­σα­ρα­κο­στὴν ἕ­κτην φο­ρὰν ἀ­πὸ τοῦ βή­μα­τος), διὰ τοὺς συγ­χρό­νους. Ἐ­κεῖ­νοι ἐ­γνώρι­ζον ὅ­τι ἡ γυ­νὴ ἦ­το ὁ Ἥ­φαι­στος, ὁ ὁ­ποῖος ἐ­λάξευ­ε τοὺς κε­ραυ­νούς του.

          Ὅλοι ἐ­γνώ­ρι­ζον τὴν Ἀ­σπα­σί­αν, τὴν με­γά­λην ἐ­κεί­νην γυ­ναί­κα, τὴν ἐκτὸς τοῦ γυ­ναι­κω­νί­του γυ­ναῖ­κα, πρὸς τὴν ὁ­ποί­αν αὐ­τὸς ἦ­το ἄ­φω­σι­ω­μέ­νος καὶ εὐ­γνώ­μων, δι­ό­τι δὲν ἦ­το Ὀμ­φά­λη καὶ δὲν τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ ὑ­φαί­νῃ.

          Ὁ Πε­ρι­κλῆς, κύ­ριοι, ὁ­μι­λῶν οὕ­τω πε­ρι­ύ­βρι­ζε δη­μο­σί­ᾳ τὴν Ἀ­σπα­σί­αν.

          Ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νης με­γά­λης γυ­ναι­κὸς καὶ ὅ­λου τοῦ πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νου γυ­ναι­κεί­ου φύ­λου, ἂς κρά­ξω­μεν: «Κά­τω ὁ Πε­ρι­κλῆς καὶ ζή­τω ἡ Ἀ­σπα­σί­α».

          — Μὰ εὑ­ρί­σκε­ται βα­θειὰ στὴ γῆ ὁ Πε­ρι­κλῆς, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πά­γῃ πα­ρα­κά­τω.

          Ἡ αἴ­θου­σα με­τε­βλή­θη εἰς παν­δαι­μό­νιον, καὶ μί­α μι­κρὰ ἰα­τρός, ἄ­σχη­μη καὶ στε­γνή, ἐνηγ­κα­λί­σθη τὸν κ. Δη­μό­που­λον καὶ τὸν κα­τε­φί­λη­σεν ἐκ μέ­ρους τοῦ ὡ­ραί­ου φύ­λου.

       Κα­τό­πιν προ­έ­τει­νε νὰ γεί­νουν ἔ­ρα­νοι καὶ νὰ στη­θῆ ὁ ἀνδριὰς τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριον ἐχει­ρο­κρότη­σε καὶ μί­α χει­ρα­φε­τη­μέ­νη, ἡ ὁ­ποί­α δι­ε­ζεύ­χθη τὸν σύ­ζυ­γόν της ὡς πο­λὺ ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κόν, πα­ρε­κά­λε­σε τὸν κ. Δη­μόπου­λον νὰ δη­μο­σί­ευ­σῃ τὰς δι­α­λέ­ξεις του ἢ νὰ τῆς δώ­σῃ τὰ χει­ρό­γρα­φά του, νὰ τὰ με­τα­φρά­σῃ εἰς τὸ Ἀγ­γλι­κὸν ὡς ἀν­τα­πο­κρί­τρια τῆς πε­ρι­φή­μου ἐ­φη­με­ρί­δος «Ὀρ­νι­θὼν χω­ρὶς ἀ­λέ­κτο­ρα».

          Ὁ κα­θη­γη­τής, ἄν­θρω­πος πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νων ἰ­δε­ῶν, ἀ­νά­ξιος νὰ κα­τα­νο­ή­σῃ τὸ νέ­ον πνεῦ­μα, νὰ πλα­σθῇ μὲ τὸ νέ­ον δόγ­μα, νὰ ζυ­μω­θῇ ὑ­πὲρ αὐτοῦ, προ­έ­βαι­νεν ἀ­κρά­τη­τος εἰς τὸ ὀ­λι­σθη­ρὸν ἔ­δα­φος.

          Προ­σβλέ­πων τὴν ἐ­κτρω­μα­τι­κὴν ἀσχη­μίαν τῆς νε­α­ρᾶς ἰ­ατροῦ προ­τεί­νει:

          — Τὸ χει­ρά­φε­τον ὡ­ραῖ­ον φύ­λον νὰ παύ­σῃ φέ­ρον τὸν τί­τλον τοῦ­τον τῆς δου­λο­κρα­τί­ας.

          Ἡ ἰα­τρὸς ἐξε­μά­νη καὶ εἶ­πε μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸν ὕ­φος:

          — Ἁ­πλοῦς θνη­τὸς δὲν δύ­να­ται ν’ ἀ­να­τρέ­ψῃ τοὺς νό­μους τῆς φύ­σε­ως. Αἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νῶν­ται ὡ­ρα­ῖαι.

          Ὁ φο­βε­ρὸς κα­θη­γη­τής, βλέ­πων πο­νή­ρως τὴν κόμ­μω­σιν μιᾶς χει­ρα­φέ­του, μὲ τοὺς τε­χνη­τοὺς κυ­μα­τι­σμούς, προ­τεί­νει:

          —Αἱ γυ­ναῖ­κες μὲ τὴν αὔ­ραν τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας των, νὰ ἔ­χουν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ δει­κνύ­ουν ἐ­λευ­θέ­ρως τὴν φα­λά­κραν των καὶ νὰ μὴ τὴν κρύ­πτουν δου­λο­πρε­πῶς κ.τ.λ.

          Ὁ κα­θη­γη­τὴς θὰ κα­τε­δι­κά­ζε­το εἰς θά­να­τον ἂν ἦ­το δι­κα­στή­ριον ζω­ῆς καὶ θα­νά­του.

Τὸ φῶς ἑ­νὸς κη­ρί­ου φω­τί­ζει τὸ χρυ­σό­μαλ­λο κε­φα­λά­κι τῆς Ἄν­νης Δη­μο­πού­λου. Ἀ­κού­ε­ται ἡ ἤ­ρε­μος ἀ­να­πνο­ὴ τοῦ μικροῦ της, τὸ ὁ­ποῖ­ον κοι­μᾶ­ται σὰν ἀγ­γε­λού­δι στὴν κού­νια του. Κἄπο­τε βή­χει καὶ φαί­νε­ται ἀ­νή­συ­χον.

          Ἡ Ἄν­να πλέ­κει πε­ρι­ώ­μιον καὶ ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ ἀνοι­κτόν ἐ­πὶ τῆς τρα­πέ­ζης μι­κρο­σκο­πι­κὸν ὡρο­λό­γιόν της, διὰ νὰ δώ­σῃ τὸ ἰ­α­τρι­κὸν τοῦ μι­κροῦ, τὸ ὁποῖ­ον τα­ράσ­σε­ται ἀ­πὸ πνι­γη­ρὸν βή­χα, ἢ καὶ διὰ νὰ μέ­τρη­σῃ τὰς ὥ­ρας τῆς ἀ­που­σί­ας τοῦ συ­ζύ­γου της.

          Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­κτα· ἔ­ξαφ­να ἀ­κού­ον­ται βή­μα­τα· εἶ­ναι ὁ κ. Δη­μο­που­λος.

Πε­τᾷ τὸν πῖ­λον του, γλυ­κο­φι­λεῖ τὴν Ἄν­ναν καὶ παίρ­νει τὸ κη­ρί­ον καὶ πλη­σιά­ζει εἰς τὸ λί­κνον.

          Τί ὡ­ραῖ­ο τὸ παι­δά­κι του! Ζα­ρώ­νει τὰ φρυ­δά­κια του μὲ τὸ φῶς, μὰ δὲν ξυ­πνᾷ.

          — Σή­με­ρα ἔ­βη­ξε πά­λιν πο­λύ.

          — Ἔ­βη­ξεν πά­λιν!!!

          — Ναί.

          — Μή­πως τὸ ἐμ­πι­στεύ­θη­κες στὰ χέ­ρια τῆς νταν­τᾶς;

          — Ἐ­γώ;

          — Ναί, βέ­βαι­α, σὲ εἶ­δα τὸ πρωῒ στὰ ἐμ­πο­ρι­κά.

          Ὁ κύ­ριος Φι­λά­ρε­τος Δη­μόπου­λος, μὲ τὸ ὕ­φος τῶν 45 δι­α­λέ­ξε­ών του, ἐξά­πτε­ται, βη­μα­τί­ζει πυ­ρε­τω­δῶς μὲ κίν­δυνον νὰ ἐ­ξυ­πνή­σῃ τὸ παι­δά­κι του καὶ λέ­γει:

          — Κυ­ρί­α, μιὰ μά­να ποὺ ἔ­χει παι­διά, δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κού­νια τοῦ παι­διοῦ της. Τὰ ξέ­να χέ­ρια δὲν ‘μ­πο­ροῦν βέ­βαι­α νὰ τὰ πε­ρι­ποι­η­θοῦν καὶ ἡ ξέ­νη καρ­διὰ δὲν ‘μ­πο­ρεῖ νὰ τὸ πο­νέ­σῃ. Τὴν ξεύ­ρω ἐ­γὼ τὴν Μαρ­γα­ρί­τα. Κα­λὸ κο­ρί­τσι, ἀλ­λὰ καρ­διὰ πο­λὺ τρυ­φε­ρή…

          — Μά, Φι­λά­ρε­τε, ἡ μη­τέ­ρα ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη· καὶ πε­τά­χθη­κα μιὰ στιγ­μού­λα. Δὲν ἤ­μουν στὰ ἐμ­πο­ρι­κά. Ἄ… οὔ­τε μι­σὴ ὥ­ρα… σὲ τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι.

          — Μὰ αὐ­τὴ ἡ μι­σὴ ὥ­ρα ἔ­φε­ρε αὐτὴ τὴν κα­τά­στα­σι.

          Τὸ ἀγ­γε­λού­δι πα­θαί­νει νέ­αν κρί­σιν βη­χός, ὁ κ. Δη­μό­που­λος νέ­αν κρί­σιν λύσ­σης, ἡ κ. Δη­μο­πού­λου νέ­αν κρί­σιν ἀ­πελ­πι­σί­ας.

          — Θα μα­ζέ­ψω ὅ­λους τοὺς ἰα­τροὺς τῆς πρω­τευ­ού­σης.

          — Μὰ, Φι­λά­ρε­τε, μὴ γί­νε­σαι παι­δί. Ὁ ἰα­τρὸς ἦλ­θε καὶ μὲ κα­θη­σύ­χα­σε. Τοῦ δί­δω τὰ ἰ­α­τρι­κὰ τα­κτι­κά. Θὰ τοῦ τὰ δώ­σω ὣς τὸ πρωῒ καὶ θὰ τοῦ πέ­ρα­σῃ ὁ βή­χας. Πή­γαι­νε σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ ἡ­συ­χά­σῃς. Δὲν φθά­νει ποὺ κο­πιά­ζεις στὸ γρα­φε­ῖ­ον τό­σῳ πο­λύ. Συ­χώ­ρε­σέ με ἂν νο­μί­ζῃς πὼς ἔ­σφα­λα, μὰ ἡ­σύ­χα­σε. Σὲ τὸ θερ­μο­πα­ρα­κα­λῶ.

          Τοῦ ἐ­φι­λοῦ­σε τὸ χέ­ρι. Ὁ κ. Δη­μόπου­λος κα­θη­συ­χά­ζει καὶ ἠ­ρε­μό­τε­ρος τώ­ρα, λέ­γει:

          — Ἄν­να μου, σὲ συγ­χω­ρῶ. Μὰ σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὸ ἐν­νο­ή­σῃς κα­λὰ ὅ­τι τὸ παι­δὶ ἀρ­ρω­στᾷ σὲ ξέ­να χέ­ρια.

Ἡ μι­κρὰ ἰα­τρὸς ἐ­σύ­να­ξε τὸ πο­σὸν τὸ ἀ­παι­τού­με­νον διὰ τὸν ἀν­δριά­ντα τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Ὁ κ. Δη­μόπου­λος εἶ­ναι εὐ­τυ­χὴς καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νος διὰ τὸ μάρ­μα­ρον, ἀλ­λά… θὰ ἐ­προ­τι­μοῦ­σε νὰ τοῦ τὸν ἀ­νή­γει­ρον δι’ ἄλ­λας ἐκ­δου­λεύσεις. Ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ —Τῷ Ἄτλαν­τι τῆς χει­ρα­φε­σί­ας, αἱ χει­ρά­φε­τοι— τὸν τα­ράτ­τει. Φο­βεῖ­ται μή­πως ἡ Ἄν­να, ἡ ὁ­ποί­α μὲ χι­λί­ας προ­φυ­λά­ξεις ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἀνέγνω­σε τὰ ἄρ­θρα του, ἀν­τι­με­τω­πι­σθῇ μὲ τὸν ἀν­δριά­ντα.

          Τὸν τρο­μά­ζει, ὅ­πως βλέ­πε­τε, ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἐ­τά­ρατ­τε τὸν πρό­γο­νόν του, τὸ δια­τὶ κεῖ­ται!

Πη­γή: Κόρη εὐπειθὴς καὶ ἄλλα διηγήματα (ἐκδ. Νεφέλη, 1993).


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1867-1906). Δι­η­γη­μα­το­γρά­­φος. Φοί­τη­σε στὸ Παρ­θε­να­γω­γεῖ­ο «Παλ­λάς» καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δα­σκά­λα σὲ κοι­νο­τι­κὰ σχο­λεῖ­α τῆς Πό­λης. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῶν κυ­ρι­ῶν (1887) καὶ ἵ­δρυ­σε τὸν Προ­ο­δευ­τι­κὸ Σύλ­λο­γο τῶν Κυ­ρι­ῶν (1893). Τὸ 1896 ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Γρυ­πά­ρη, τὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Πό­­λης «Φι­λο­λο­γι­κὴ Ἠ­χώ». Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Δε­σμὶς δι­η­γη­μά­των (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1889).


Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου: Ἀρ­κού­δα ποὺ σφυ­ρί­ζει


papabasileiouantonis-arkoudapousfyrizei-eikona-02b


Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου


Ἀρ­κού­δα ποὺ σφυ­ρί­ζει


01-HttaΤΟΥΝΕ σκα­σμέ­νος. Εἶ­πε κι αὐ­τὸς νὰ πά­ρει τὰ βου­νά, νὰ μα­ζὲψ ὀ­λί­γα μαν­τά­ρια. Νὰ ξε­σκά­σ’. Εἶ­χε γε­μί­σει ὁ τό­πος κεῖ­νον τὸν Σε­πτέμ­βρη. Ὀρ­δὲς τὰ χω­ριὰ βγῆ­καν γιὰ δι­α­γού­μι­σμα. Καὶ τί δὲν μά­ζευ­αν. Ἄλ­λοι γι­ό­μι­ζαν τοὺς βα­ρυ­στο­μα­χι­α­σμέ­νους κα­τα­ψύ­κτες. Ἄλ­λοι τὰ πού­λα­γαν, 4 καὶ 5 εὐ­ρώ­που­λα τὸ κι­λό. Πά­λι με­ρι­κοὶ τ’ ἀρ­μά­θια­ζαν γιὰ τὸν χει­μώ­να, σὰν τὰ πα­λαι­ά, τὰ χρε­ω­κοπ­μέ­να, κα­πνά, κρε­μα­στὰ ἀ­πὸ τὶς γριν­τι­ές. Τι­νὲς δέ, ἔ­τρω­γαν ἀ­συ­στό­λως, ἐ­πι­βα­ρύ­νον­τας νυ­στα­λέ­ους ἰα­τρούς, ἐ­φη­με­ρεύ­ον­τας μὲ ἐ­σπρε­σά­κια πλα­στι­κά, στὶς Μο­νά­δες Ὑ­γεί­ας τῆς πε­ρι­βο­ή­του ἐ­παρ­χί­ας.

       Ζή­λε­ψε ὁ ἄν­θρω­πος. Κα­λο­γρά­κια καὶ βα­σι­λι­κά. Ζαρ­κα­δί­σια καὶ κοκ­κι­νοῦ­σκες. Πρό­βεια (χω­ρὶς κόκ­κα­λο). Μπὰς καὶ Can­tha­rel­lus ci­ba­ri­us, Mor­chel­la, Bo­le­tus re­ti­cu­la­tus (ἄ­ρε Λα­τί­νοι με­ρα­κλῆ­δες);

       Μό­νο ποὺ φο­βό­ταν τὶς ἀρ­κοῦ­δες καὶ τφέ­κι δὲν ἤ­θε­λε. Ὁ κὺρ Χρῆ­στος, ὁ φί­λος του ἀ­π’ τὸν Γι­δᾶ, κτη­μα­τί­ας καὶ ἀμ­πε­λουρ­γὸς δει­νός, τοῦ εἶ­πε γιὰ τὶς σφυ­ρί­χτρες. Δὲν τὸ πί­στε­ψε στὴν ἀρ­χή. Ἐ­κεῖ, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζὶ τῆς Βαγ­γε­λῆς, μὲ τὰ ρα­κιά τους καὶ τὸ τά­βλι, τὸν ἔ­πει­σε. «Βρέ, ἡ ἀρ­κού­δα φο­βᾶ­ται τὴ σφυ­ρί­χτρα, φεύ­γει!» Τοῦ ‘δω­σε μά­λι­στα μιὰ ἀ­με­ρι­κά­νι­κη, με­ταλ­λι­κὴ τοῦ στρα­τοῦ (US Army, ἔ­γρα­φε μὲ ψι­λού­τσι­κα). Τὴν δο­κί­μα­σε στὸ σπί­τι, πρὸς ἐ­κνευ­ρι­σμὸν ἄ­φα­τον τῶν δι­κῶν του καὶ στὸ χω­ριό, πρὸς τρο­μο­κρά­τη­σιν ἁ­πάν­των τῶν κυ­νο­ει­δῶν.

       Ἑ­τοι­μά­στη­κε κα­λὰ καὶ ξε­κί­νη­σε, πε­τά­γον­τας ἀ­π’ τὸ πα­ρα­θύ­ρι βά­σα­να καὶ ὑ­πο­χρε­ώ­σεις.


***


Χρό­νια με­τὰ στὸ χω­ριὸ τὸ κου­βέν­τια­ζαν.

       Ἄλ­λοι λέ­γα­νε πὼς τό ‘σκά­σε στὴ Χι­λή. Ἄλ­λοι τὸν εἶ­δαν στὴν Φρανκ­φούρ­τη. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι δέ, οὔ­τε ποὺ ζύ­γω­ναν στοῦ «Μπάμ­πλια­κα τοῦ μαν­τρί», ἔν­δο­ξον κά­πο­τε μα­νι­τα­ρό­το­πον. Εἶ­χε στοι­χει­ώ­σει, μο­λο­γοῦ­σαν. Καὶ μιὰν ἀρ­κού­δα ποὺ τρε­γυρ­νοῦ­σε στὰ πουρ­νά­ρια, σφύ­ρι­ζε σὰν ἀ­με­ρι­κά­νι­κος λο­χί­ας.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: ἐ­φη­με­ρί­δα Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας, 7 Ὀ­κτω­βρί­ου 2016, σελ. 18.

Ἀν­τώ­νης Ν. Πα­πα­βα­σι­λεί­ου (Γρε­βε­νά, 1969). Δο­κί­μα­σε γιὰ χρό­νια πολ­λά τὸ κλει­νὸν ἄ­στυ (Ἀ­θή­να), δο­κι­μά­στη­κε ἀ­πὸ σπου­δὲς καὶ με­λέ­τες. Ζεῖ στὰ Γρε­βε­νά. Ὅ­που με­τα­ξὺ ἄλ­λων συ­νερ­γά­ζε­ται στὴν ἔκ­δο­ση τῆς Ἑ­βδο­μα­διαίας Ἐ­φη­με­ρί­δας Χρο­νι­κὰ Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νίαςκαὶ δι­δά­σκει ἀγ­γλι­κά. Τυ­πώ­νει τὸ ἑ­ξα­μη­νια­ῖο μο­νό­φυλ­λο Τύρ­βη, μὲ ἄ­ρω­μα Σκιά­θου. Πα­θι­ά­ζε­ται κά­πως μὲ τὸν Πα­πα­δι­α­μάν­τη, τὸν Μω­ρα­ϊ­τί­δη, τὸν Christopher Morley, τὴν τυ­πο­γρα­φί­α.




		

	

Μάριος Χάκκας: Ἕνας ἀγνοημένος φιλέλληνας

chakkasmarios-enasagnoimenosfilellinas-eikona-01


Μά­ριος Χάκ­κας


Ἕ­νας ἀ­γνο­η­μέ­νος φι­λέλ­λη­νας


01-thita ΜΕΓΑΣ ΙΕΡΟΕΞΕΤΑΣΤΗΣ, ἦ­ταν ἕ­νας ἁ­πλὸς ταγ­μα­τάρ­χη». Πε­ρι­ο­δεύ­ον­τας ἀ­πὸ τάγ­μα σὲ τάγ­μα, τὸν πα­ρα­στέ­κα­νε δυ­ὸ νε­α­ροὶ λο­χα­γοί, πλαι­σι­ω­μέ­νοι κι αὐ­τοί, δε­ξιὰ ἀ­πὸ τὸν κά­θε φο­ρὰ ἀλ­φα­δύ­ο ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸ τῆς μο­νά­δας, ἀ­ρι­στε­ρὰ ἀπό τὸν βο­η­θὸ ὑ­πα­ξι­ω­μα­τι­κὸ τοῦ ἴδιου γρα­φεί­ου. Καὶ οἱ πέν­τε μα­ζὶ ἀπο­τε­λοῦ­σαν τὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο δι­κα­στή­ριο ψυ­χῶν, πεν­τα­με­λὲς ἐ­φε­τεῖ­ο μὲ κα­τα­στα­λαγ­μέ­νες ἀ­πό­ψεις, τε­λε­σί­δι­κες σκέ­ψεις γιὰ τὸ τί εἶ­ναι ἐ­θνι­κῶς ἐ­πι­ζή­μιο.

          Γιὰ αἴ­θου­σα δι­κα­στη­ρί­ου χρη­σί­μευ­ε τὸ κα­ψι­μί, ἕ­να λα­μα­ρι­νι­έ­νιο τοῦν­νελ ποὺ ἀ­νεμ­πό­δι­στα τὸ δι­α­περ­νοῦ­σε ὁ Βαρ­δά­ρης ἀ­π’ ὅ­λες τὶς μπάν­τες, συμ­βά­λον­τας σ’ ἐ­κεί­νη τὴν πα­γω­μέ­νη ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ ται­ριά­ζει σὲ τέ­τοι­ους ἐ­πί­ση­μους χώ­ρους. Στὴν ἀ­παι­τού­με­νη ἐ­πι­ση­μό­τη­τα συ­νέ­τει­νε καὶ ἡ γύ­μνια τοῦ κα­ψι­μί. Ὅ­λοι τὰ ψυ­χα­γω­γι­κὰ ὄρ­γα­να, τρά­που­λες, ξε­μερ­ντι­σμέ­να πο­δο­σφαι­ρά­κια καὶ τά­βλι, εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ μα­ζὶ μὲ τὰ λι­γο­στὰ τρα­πε­ζά­κια καὶ τὶς σα­ρα­βα­λι­α­σμέ­νες κα­ρέ­κλες, ἀ­φή­νον­τας ἐ­λεύ­θε­ρο χῶ­ρο γιὰ μιὰ δι­μοι­ρί­α ἐφ’ ἑ­νὸς ζυ­γοῦ. — «Κλεί­νατ—ἐπί—δε­ξι­ά­ά­ά» — πρό­σω­πο πρὸς τὸ πι­τσι­κα­ρι­σμέ­νο πὶγκ πὸγκ ὅ­που ἦ­ταν ἡ ἕ­δρα τῆς ἐ­πι­τρο­πῆς ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς μ’ ἁ­πλω­μέ­να ὅ­λα τὰ σχε­τι­κὰ ἔγ­γρα­φά της. —«Ἡμι-ἀ­νά­παυ­ση», κι οἱ φαν­τά­ροι βλέ­πον­τας κα­τ’ εὐ­θεί­αν ἐμ­πρὸς πά­νω στὰ τσίγ­κια, ἀ­κρι­βῶς πί­σω ἀ­πὸ τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη τὴν πλά­τη, ξε­χώ­ρι­ζαν κρε­μα­σμέ­νη μιὰ ζω­γρα­φιά, κά­τι σὰν εἰ­κό­νι­σμα τοῦ Ἅ­η Γι­ώρ­γη, ἕ­να πα­ρά­ξε­νο κα­τα­κόκ­κι­νο τέ­ρας μὲ πολ­λὲς κε­φα­λές, κι ἄλ­λους τό­σους πλο­κά­μους, ἀ­νά­με­σα χτα­πό­δι καὶ φί­δι. Ἕ­νας στρα­τι­ώ­της μὲ ἐ­πί­ση­μη σι­δε­ρω­μέ­νη στο­λή, στρογ­γυ­λὰ ρο­δο­κόκ­κι­να μά­γου­λα καὶ τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νο γε­λά­κι, λόγ­χι­ζε τὸ ἀ­παί­σιο τέ­ρας. Κι ἀ­πὸ κά­τω ἕ­να σύν­θη­μα: «Χτυ­πᾶ­τε τὸν κομ­μου­νι­σμό, ὅ­που τὸν βρεῖ­τε.»

          Ἡ ἐ­πι­τρο­πὴ εἶ­χε κά­νει συ­στη­μα­τι­κὰ τὴν δου­λειά της. Ἔγ­και­ρα εἶ­χε στεί­λει τὶς ἐ­ρω­το­α­πο­κρί­σεις γιὰ νὰ γί­νει δι­δα­σκα­λί­α μὲς στὶς μο­νά­δες. Τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο ἦ­ταν ἁ­πλὸ καὶ οἱ ἀ­παν­τή­σεις ἁ­πλού­στε­ρες, τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρὲς μό­νο μιὰ λέ­ξη. Πα­ρα­δείγ­μα­τος χά­ριν: Κε­φά­λαι­ο πρῶ­το: Ἀρ­χαί­α Ἑλ­λη­νι­κὴ Ἱ­στο­ρί­α. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: Ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος ὁ Μέ­γας Ἀ­λέ­ξαν­δρος; Καὶ δί­πλα ἡ ἀ­πάν­τη­ση: Ἕλ­λη­νας.

          Ἕ­να μῆ­να πιὸ πρὶν ὅ­λα τὰ θε­ω­ρη­τι­κὰ μα­θή­μα­τα (τί εἶ­ναι στρα­τός, τί πει­θαρ­χί­α, ἐκ­μά­θη­ση προ­σευ­χῆς, ἐκ­μά­θη­ση ὅρ­κου) στα­μά­τη­σαν καὶ στὴν θέ­ση τους μπῆ­κε τὸ ἐ­ρω­τη­μα­το­λό­γιο ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, ἔ­τσι ποὺ νὰ ξε­σκο­νι­στεῖ καὶ νὰ μπο­ρεῖ ὁ κά­θε στρα­τι­ώ­της ν’ ἀ­παν­τή­σει σω­στά.

          — Προ­σέξ­τε, ἔ­λε­γε ὁ δό­κι­μος τῆς δι­μοι­ρί­ας ἡ­μι­ο­νη­γῶν. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ὅ­ποι­ος ἐ­ρω­τη­θῆ ν’ ἀ­παν­τή­σει μὲ μιὰ μό­νο λέ­ξη. «Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος;», ἡ ἀ­πάν­τη­ση «Ἕλ­λη­νας», ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ἂν πά­λι ἡ ἐ­ρώ­τη­ση γί­νει ἀ­νά­πο­δα, πράγ­μα κά­πως ἀ­δύ­να­τον, «Βούλ­γα­ρος ἢ Ἕλ­λη­νας;», ἐ­σεῖς δὲν θὰ πεῖ­τε τὸ πρῶ­το. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Θὰ πεῖ­τε τὸ δεύ­τε­ρο: «Ἕλ­λη­νας”. Προ­σέξ­τε, ἂν κά­νε­τε λά­θος, τό­τε Θὰ κακο­βαθ­μο­λο­γή­σουν τὸ τάγ­μα, ὁ δι­οι­κη­τὴς θὰ κα­τσα­διά­σει τὸν λο­χα­γὸ καὶ κεῖ­νος πά­λι θὰ ξε­σπά­σει ἐ­πά­νω σας. Ἔ­χει σημα­σί­α. Θὰ σᾶς κό­ψει τὶς ἄ­δει­ες. Ξέ­ρε­τε πό­σο κα­λὸς εἶ­ναι ὁ λο­χα­γός. Ἄλ­λα ἂν κά­ποι­ος ἡ­μι­ο­νη­γός τὸν ἐκ­θέ­σει μὲ μιὰ λα­θε­μέ­νη ἀ­πάν­τη­ση, τό­τε ὅ­λα στὴν δι­μοι­ρί­α θ’ ἀλ­λά­ξου­νε. Θὰ σᾶς φλο­μώ­σει στὸ πει­θαρ­χεῖ­ο, κα­κό­μοι­ρα.

          — Προ­σέξ­τε. Κε­φά­λαι­ο τέ­ταρ­το. Θε­ω­ρη­τι­κὸς το­μέ­ας. Ἐ­ρώ­τη­ση πρώ­τη: «Ποι­οί εἶ­ναι οἱ σύμ­μα­χοι τῶν Βουλ­γά­ρων;» Ἀ­πάν­τη­ση: «Οἱ κομ­μου­νι­σταί». Ἐ­δῶ, ἂν κά­ποι­ος κομ­πιά­σει ἢ ξε­χά­σει, νὰ πε­τα­χτεῖ κά­ποι­ος ἄλ­λος ἀ­μέ­σως. Κι ἐ­κεῖ­νος πού θὰ κομ­πιά­σει, ἀ­κού­γον­τάς το ἀ­πὸ τὸν ἄλ­λο, νὰ τὸ ἐ­πα­να­λά­βει ἀ­μέ­σως. Ἔ­χει ση­μα­σί­α. Ἐ­ξη­γού­με­θα, γιὰ νὰ μὴν πα­ρε­ξη­γού­με­θα· ἔ­τσι;

          Ὅ­σο κι ἂν γιὰ τὸν δό­κι­μο τὸ «εἶ­χε ση­μα­σί­α» ἦ­ταν ἕ­να εἶ­δος λά­ιτ μο­τὶβ γιὰ νὰ γλυ­στρά­ει ἡ κου­βέν­τα του, γιὰ τὸν Πο­λυχρό­νη εἶ­χε τὴν ἐν­νοι­ο­λο­γι­κὴ ση­μα­σί­α του. Κα­τα­λά­βαι­νε πὼς ἀ­φοῦ ἐ­δῶ κι ἕ­να μή­να δί­νον­ταν συ­νε­χῶς ἐ­ξη­γή­σεις, δὲν θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ γλυ­τώ­σει τὶς πα­ρα­ξη­γή­σεις ὅ­ταν θἄρ­χον­ταν ἡ κρί­σι­μη ὥ­ρα, αὐ­τὸς ὁ Πο­λυ­χρό­νης ποὺ ἦ­ταν τρί­της κα­τη­γο­ρί­ας στρα­τι­ώ­της, μου­λα­ρᾶς λό­γω πο­λι­τι­κῶν φρο­νη­μά­των κι ὄ­χι λό­γω πο­λι­τι­κοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος.

          Τὸ πρω­ὶ τῆς κρί­σι­μης μέ­ρας πά­σχι­σε νὰ μπεῖ σταυ­λο­φύ­λα­κας, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος ποὺ φύ­λα­γε νού­με­ρο οὔ­τε μὲ μιὰ κού­τα τσι­γά­ρα δὲν ἄλ­λα­ζε τὴν κο­πριὰ μὲ τὸ κα­ψὸ τῆς μο­νά­δας.

          — Δὲν τρέ­χει τί­πο­τα, μάγ­γα, τοῦ εἶ­πε κι ἔ­κλει­σε μὲ ση­μα­σί­α τὸ μά­τι.

          Πῆ­γε γιὰ θαλα­μοφύ­λα­κας. Κι ἐ­κεῖ συ­νάν­τη­σε ἄρ­νη­ση. Εἶ­πε νὰ πλύ­νει τ’ ἀπο­χω­ρη­τή­ρια. Πρό­λα­βαν ἄλ­λοι. Συ­νερ­γεῖ­ο ἀ­πὸ πέν­τε φαν­τά­ρους ἀ­σβέ­στω­νε μέ­σα κι ἔ­ξω τὰ πάν­τα.

          — Στρί­βε, κά­ποι­ος τοῦ εἶ­πε· εἴ­μα­στε πολ­λοὶ ἐ­δῶ.

          Ἔ­πρε­πε τὸ πρω­ὶ νὰ βγεῖ στὸ για­τρό. Ἴ­σως νὰ τὴν σκα­πού­λερ­νε. Ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος μπῆ­κε στὴν γραμ­μὴ καὶ ξε­κί­νη­σε.

          — «Τὰ ρό­δα», πρό­στα­ξε ὁ δό­κι­μος. Ἄρ­χι­σαν πα­ρά­φω­να ὅ­λοι μα­ζί:

          Τὰ ρό­δα τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα

          τῆς ἄ­νοι­ξης κα­μά­ρι

          χά­νουν τὴν ὀ­μορ­φά­δα τους

          στὴν σκλα­βω­μέ­νη γῆ.

          Κι ἔ­τσι γραμ­μὴ μπῆ­καν στὸ κα­ψι­μὶ κά­νον­τας ἕ­να ἡ­μι­κύκλιο φά­τσα στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ μπρο­στὰ στὸ πὶγκ πόγκ.

          Προ­αι­σθάν­θη­κε ὅ­τι αὐ­τὴ τὴν φο­ρὰ δὲν τὴν γλύ­τω­νε. Κι ἦ­ταν ἡ σει­ρά του στὴν δι­μοι­ρί­α νὰ πά­ρει τὴν ἄ­δεια. Μό­λις γύ­ρι­ζαν οἱ ἄλ­λοι, θὰ ἔ­βγαι­νε στὴν ἀ­να­φο­ρὰ νὰ ζη­τή­σει κα­νο­νι­κὴ εἰ­κο­σα­ή­με­ρη ἄ­δει­α, αὐ­τὴ τὴν ἄ­δεια ποὺ σκε­φτό­τα­νε μό­λις πά­τη­σε στὸν στρα­τώ­να τὸ πό­δι του, αὐ­τὴν ποὺ ὀ­νει­ρευ­ό­ταν στὸ κρε­βά­τι τὸ βρά­δυ, στὴν σκο­πιὰ καὶ στὸν σταῦ­λο 2-4 νού­με­ρο.

          «Τώ­ρα βρῆ­καν νὰ ρθοῦ­νε; Θὰ μὲ κου­ρε­λιά­σουν, οἱ πού­στη­δες», σκέ­φτη­κε. Ἔ­πει­τα τοὖρ­θε θαμ­πὰ ἡ φι­γού­ρα τοῦ ἀ­δερ­φοῦ του πί­σω ἀ­π’ τὰ σί­δε­ρα, ὅ­πως τὸν εἶ­δε τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ στὸ ἐ­πι­σκε­πτή­ριο πρὶν φύ­γει φαν­τά­ρος, «θὰ μὲ κά­νουν ρε­ζί­λι, οἱ κε­ρα­τά­δες», ξα­να­σκέ­φτη­κε ἔν­το­να. «Δὲν πρέ­πει νὰ πῶ ὅ,­τι δι­α­τά­ζουν αὐ­τοί. Ἀλ­λὰ πά­λι θὰ χά­σω τὴν ἄ­δεια. Εἴ­κο­σι μέ­ρες μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν κο­πριὰ καὶ τὸν σταῦ­λο.»

          Ἔ­νοι­ω­σε στὰ πό­δια του μιὰ τρε­μού­λα ἀ­στα­μά­τη­τη κα­θὼς ξε­χώ­ρι­σε τὸ χέ­ρι τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη νὰ δεί­χνει πρὸς τὴν δι­κή του κα­τεύ­θυν­ση.

          — Ἐσύ, εἶ­πε κι ἔ­δει­χνε τὸν δι­πλα­νό του. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ σύμ­μα­χοι τῶν Βουλ­γά­ρων;

          — «Τί στὸ δι­ά­βο­λο τρέ­μουν τὰ πό­δια μου; Μὲ λυ­μέ­να τὰ γό­να­τα πῶς νὰ στα­θῶ; Πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει αὐ­τὴ ἡ τρε­μού­λα. Θὰ τὸ κα­τα­λά­βουν καὶ θὰ πέ­σουν ἐ­πά­νω μου σὰν τὰ κο­ρά­κια. ΙΙῶς νὰ δεί­χνει ἡ ὄ­ψη μου;»

          — Ἕλ­λη­νας ἢ Βούλ­γα­ρος; Ἀ­πὸ πο­λὺ μα­κρυ­ὰ ἄ­κου­σε τὴν φω­νή. Ἀ­πὸ βα­θιά, σὰν μέ­σα στὸν ὕ­πνο του, ἦρ­θε ἡ ἀ­πό­κρι­ση:

          — Ἕλ­λη­νας!

          Ἕ­να κύ­μα τρε­μού­λας ἀ­νέ­βαι­νε πόν­το πόν­το τὸ στῆ­θος του. Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ἔ­νοι­ω­σε νὰ φουν­τώ­νει ὣς τὸν λαι­μό του. Ἀ­στρα­πια­ῖα μυρ­μήγ­κια­σε ἡ πλά­τη του.

          — Ἕλληνας, μό­λις σὰν ψί­θυ­ρος ἄ­κου­σε νἄρ­χε­ται ἀ­πὸ τὸ βά­θος τῆς αἴ­θου­σας πά­λι.

          — «Νὰ μὴν πέ­σω, νὰ μὴν σω­ρια­στῶ του­λά­χι­στον μπρὸς στὰ πό­δια τους πρὶν κἄν μοῦ ὑ­πο­βά­λουν ἐ­ρώ­τη­ση.»

          Τὸ καψι­μὶ ἔ­φερ­νε βόλ­τα μπρο­στά του. Ὁ ἴ­διος ἕ­να σκου­πί­δι ποὺ τὸ σή­κω­νε ξαφ­νι­κὰ ὁ Βαρ­δά­ρης καὶ τὸ πη­γαι­νό­φερ­νε σ’ ὅ­λο τὸ τώλ. Ἕ­να μπα­λά­κι πὶγκ πὸγκ ποὺ τὸ χτυ­πᾶ­νε ἀπὸ τὴν μιὰ μπάν­τα στὴν ἄλ­λη, ποὺ τὸ σφεν­το­νί­ζουν στέλ­νον­τας πάσ­σα πρὶν προ­λά­βει νὰ πέ­σει.

          Εἶ­πε νὰ στη­λώ­σει κά­που τὸ βλέμ­μα, νὰ κρα­τη­θεῖ ἀ­πό κά­που, κά­τι στέ­ρε­ο, τὶς λα­μα­ρί­νες, τὰ τσίγ­κια, κι ἔ­πε­σε ἡ μα­τιά του στὴν εἰ­κό­να ἀ­πέ­ναν­τι, στὸν φαν­τά­ρο ποὺ λόγ­χι­ζε στὸν φαν­τά­ρο ποὺ θέ­ρι­ευ­ε μὲ προ­τε­τα­μέ­νη τὴν λόγ­χη κα­τ’ εὐ­θεί­αν ἐ­πά­νω του, ποὺ ση­μά­δευ­ε κα­τ’ εὐ­θεί­αν τὸ στῆ­θος του, μ’ ἐ­κεῖ­νο τὸ μι­κρὸ ὕ­που­λο γέ­λιο του, ποὺ φάρ­δαι­νε ὁ­λο­έ­να σὲ ἀ­κρά­τη­το σαρ­δό­νιο γέ­λιο κι ἀ­κού­γον­ταν τώ­ρα νὰ σέρ­νε­ται πνι­χτὰ μέ­σα στὸ τώλ.

          — Λέ­γε, λοι­πόν, ἄκουσε κα­θα­ρὰ τὴν φω­νὴ τοῦ ταγ­μα­τάρ­χη κι εἶ­δε τὸ χέ­ρι του στραμ­μέ­νο ἐ­πά­νω του νὰ τὸν δεί­χνει ἐ­κεῖ πε­ρί­που στὸ στῆ­θος.    Ἕ­να χά­χα­νο ξε­κι­νοῦ­σε μέ­σα στὸ τώλ.

          — Ἐσύ, ἐ­σύ, δὲν ἀ­κοῦς τό­σην ὥ­ρα; Μαρ­μά­ρω­σες;

          — Ἕλ­λη­νας, εἶ­πε μὲ κό­πο, χω­ρὶς νὰ σκε­φθεῖ.

          Τὰ χά­χα­να ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν καὶ φαν­τά­ρων ξε­σπά­σα­νε σ’ ἐ­πί­μο­νο γέ­λιο.

          — Μή­πως θέ­λεις νὰ πεῖς φι­λέλ­λη­νας, παι­δί μου; ρώ­τη­σε κα­λο­συ­νά­τα ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          — Ἕλ­λη­νας, Ἕλ­λη­νας, ἐ­πέ­με­νε ὁ Πο­λυ­χρό­νης στὴν τύ­χη.

          — Μὰ ὁ Χί­τλερ δὲν ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας, εἶ­πε δι­δα­κτι­κὰ ὁ ταγ­μα­τάρ­χης. Ἐ­τίμη­σε βέ­βαι­α τὸν Ἑλ­λη­νι­κὸ στρα­τὸ στὸ πρό­σω­πο τῶν ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν του, ἀ­φή­νον­τάς τους νὰ κα­τέ­βουν ἀ­πό τὸ μέ­τω­πο στὰ σπί­τια τους μὲ τὸν ἀ­το­μι­κὸ ὁ­πλι­σμό τους. Ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν ση­μαί­νει πῶς ἤ­τα­νε Ἕλ­λη­νας· ἴ­σως φι­λέλ­λη­νας.

          — Ἕλ­λη­νας, ξα­να­φώ­να­ξε ὁ Πο­λυ­χρό­νης μὲ πεῖ­σμα, ΕΛ­—ΛΗ­—ΝΑΣ, ξε­σπών­τας, μ’ ἕ­να γέ­λιο ἀ­κρά­τη­το, ἐ­νῶ στὸ τὼλ ἁ­πλω­νό­ταν τώ­ρα πα­γε­ρὴ σι­ω­πή. Ἕλ­λη­νας, βρον­το­φώ­να­ξε, χω­ρὶς νὰ νοι­ά­ζε­ται πὼς εἶ­ναι φαν­τά­ρος, οὔ­τε πὼς βρί­σκε­ται μπρο­στὰ στὴν ἐ­πι­τρο­πὴ ἠ­θι­κῆς ἀ­γω­γῆς, στὸν δι­οι­κη­τὴ ποὺ θὰ τοῦ ἔ­δι­νε ἄ­δει­α, στὸν λο­χα­γό του ποὺ ἔ­τρι­ζε δόν­τια, μπρο­στὰ στὸν ἀξι­ω­μα­τι­κὸ ἀλ­φα­δύ­ο, ποὺ ἔ­σφι­χνε νευ­ρι­κὰ τὶς γρο­θι­ές του.

          — Ἕλ­λη­νας, ξα­να­ούρ­λι­α­ξε! Ἤ­μου­να παι­δὶ τό­τε. Θυ­μᾶ­μαι τὸν ἀ­δερ­φό μου πρι­σμέ­νον.

          — Στα­μα­τεῖ­στε τον, δι­έ­τα­ξε ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          — Τρώ­γα­με κά­θε βρά­δυ ἕ­να φλυ­τζά­νι στα­φί­δα καὶ κοι­μό­μα­σταν.

          — Στα­μα­τεῖστε τον, βγάλ­τε τον ἔ­ξω, βρυ­χή­θη­κε ὁ ταγ­μα­τάρ­χης.

          Δυ­ὸ ἀλ­φα­μῖτες χύ­θη­καν πά­νω του καὶ τὸν τρα­βού­σα­νε κα­ρο­τσά­κι στὴν ἔ­ξο­δο. Ὁ Πο­λυ­χρό­νης σέρ­νον­ταν πά­νω στὸ τσι­μέν­το καὶ φώ­να­ζε:

          — Τὴν μέ­ρα τρώ­γα­με ὅ,τι βρί­σκα­με. Κου­κου­τσά­λευ­ρο, χα­ρου­πά­λευ­ρο, θα­λασ­σο­βρε­μέ­νο. Τριά­ντα δρά­μια μπομ­πό­τα μέ­ρα πα­ρὰ μέ­ρα, μι­σὴ μέ­ρα οὐ­ρὰ κι ἕ­να τάγ­μα ψεῖ­ρες.

          Ἔ­φα­γε μιὰ γε­ρὴ στ’ ἀ­χα­μνά του καὶ τοῦρ­θε ζα­λά­δα. Ἔ­πει­τα μιὰ σπρω­ξιὰ καὶ βρέ­θη­κε ὁ μι­σὸς ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Ἔ­γυ­ρε τὸ κε­φά­λι καὶ θο­λὰ εἶ­δε τὸν ταγ­μα­τάρ­χη. Πρό­λα­βε καὶ τοῦ πέ­τα­ξε πρὶν κλεί­σει ἡ πόρ­τα:

          — Ἕλ­λη­νας σὰν καί σᾶς, ὄ­χι φι­λέλ­λη­νας.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1966).

Μά­ριος Χάκ­κας (Μα­κρα­κώ­μη Φθι­ώ­τι­δας 1931-Ἀ­θή­να 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Βι­βλί­α του: Ὄ­μορ­φο κα­λο­καί­ρι (1965, ποί­η­ση), Ὁ τυ­φε­κι­ο­φό­ρος τοῦ ἐ­χθροῦ (1966, δι­η­γή­μα­τα) κ.ἄ., τώ­ρα συγ­κεν­τρω­μέ­να στὰ Ἅ­παν­τά του (Κέ­δρος, Ἀ­θή­να, 1986).


 

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Καλὸ ποσοστό


palaiologoskonstantinos-kalopososto-eikona-01


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

Καλὸ ποσοστό


10-hΦΩΤΕΙΝΗ ΟΘΟΝΗ, ποὺ μετρᾶ ἀντίστροφα τὸν προβλεπόμενο χρόνο ἄφιξης τῶν λεωφορείων, στὴ στάση Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν, δείχνει μονίμως ὅτι τὸ 203, Κα­ρέ­ας – Ἀ­κα­δη­μία, φτάνει σὲ «2 λεπτά». Ἂν λάβουμε ὑπόψη ὅτι ἡμερησίως ἐκτελοῦνται 68 δρομολόγια, αὐτὸ σημαίνει ὅτι 68 φορὲς τὴ μέρα ἡ ἐν λόγῳ ἔνδειξη εἶναι σωστή.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04
Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ντάρεν Ἀρονόφσκι (Darren Aronofsky): Τὸ πρῶτο φιλί (A First Kiss)

7711f1e232936f62e67269439f396b91_xl


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky)


Τὸ πρῶ­το φι­λὶ

(A First Kiss)


03-piΟΣΟ ΚΡΑΤΑ τὸ πρῶ­το φι­λί; Τὸ Σε­πτέμ­βρη τοῦ 1997 κρά­τη­σε 107 ὀ­ρό­φους. Πό­σο πο­λὺ γού­στα­ρα αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τά, ἕ­τοι­μη νὰ σκά­σει καὶ νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ σῶ­μα. Κι ἐ­κεῖ­νο τὸ φι­λὶ ἦ­ταν πυρ­κα­γιά. Ἔ­σκα­σε σὰν ἀ­ναμ­μέ­νο πυ­ρο­τέ­χνη­μα στὸ χέ­ρι σου μὲ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὰ κον­τὸ φυ­τί­λι.

        Τὴ γνώ­ρι­σα σὲ ἕ­να πάρ­τι, πρὶν ἀρ­χί­σει ἡ φρε­νί­τι­δα μὲ τὸ δι­α­δί­κτυ­ο, σὲ ἕ­να βρό­μι­κο δι­α­μέ­ρι­σμα στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου. Μά­λι­στα, στὴν Πὰρκ Ἄ­βε­νιου, χω­ρὶς θυ­ρω­ρό, κα­μί­α πο­λυ­τέ­λεια, τὸ τε­λευ­ταῖ­ο δι­α­μέ­ρι­σμα-κε­λε­πού­ρι, πρὶν οἱ τι­μὲς τῶν ἀ­κι­νή­των ἐ­κτο­ξευ­θοῦν στὰ ὕ­ψη. Πε­νήν­τα ρε­μά­λια ρου­φοῦ­σαν φτη­νὰ πο­τὰ καὶ τσι­γα­ρι­λί­κια καὶ σκέ­φτον­ταν ἂν ὑ­πῆρ­χε κά­τι κα­λύ­τε­ρο νὰ κά­νουν.

        Ἐ­κεί­νη στε­κό­ταν στὴν ἄ­κρη τοῦ δω­μα­τί­ου κα­πνί­ζον­τας ἕ­να στρι­φτό. Ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­χα κα­τα­λά­βει τό­τε ὅ­τι ἦ­ταν Γαλ­λί­δα. Μὲ πό­νε­σε τὸ στο­μά­χι μου. Κρύ­ος ἱ­δρώ­τας νό­τι­σε τὸ μέ­τω­πό μου.

        Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἦ­ταν ἕ­να ἀ­κό­μη βρά­δυ γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ με­τά­νι­ω­να. Τί σή­μαι­νε αὐ­τό; Δὲν εἶ­χα τὰ κό­τσια νὰ συ­στη­θῶ. Τὴν ἔ­βλε­πα νὰ ζα­χα­ρώ­νει ἕ­ναν ἄλ­λον τύ­πο. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω ἦ­ταν νὰ παί­ζω μὲ τὴν τρύ­πια φό­δρα ἀ­πὸ τὸ πα­λιὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Δὲν ἦ­ταν καὶ στὰ κα­λύ­τε­ρά του, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­θε­λα νὰ τὸ ἀ­πο­χω­ρι­στῶ. Καὶ τώ­ρα, ἦ­ταν τὸ στή­ριγ­μά μου. Ἂν δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ παί­ξω μ’ ἐ­κεί­νη, θὰ τὸ ἔ­κα­να μὲ τὸ παλ­τό μου.

        Κι ὅ­μως μὲ κά­ποι­ο τρό­πο συ­νέ­βη. Δὲν μπο­ρῶ νὰ θυ­μη­θῶ τὸ πώς. Ξαφ­νι­κά, βρέ­θη­κα νὰ τῆς σφίγ­γω τὸ χέ­ρι, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σω τὰ σπα­στὰ ἀγ­γλι­κά της. Κι ἔ­πει­τα, ἔ­ψα­χνα γιὰ στυ­λὸ νὰ ση­μει­ώ­σω τὸν ἀ­ριθ­μό της.

        Κα­νο­νί­σα­με νὰ βρε­θοῦ­με πά­λι τὴν Τε­τάρ­τη. Ἤ­θε­λα νὰ τῆς δεί­ξω τὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τό­σο ἀ­γα­ποῦ­σα. Εἶ­χε ἔρ­θει μό­νο γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα κι ἤ­θε­λα νὰ πε­ρά­σει μιὰ ἀ­ξέ­χα­στη νύ­χτα. Ἀλ­λὰ πῶς; Τε­τάρ­τη; Τί νὰ κά­να­με;

        Ἡ λύ­ση εἶ­ναι ἁ­πλὴ ὅ­ταν ἔ­χεις σύμ­μα­χό σου τὸ Μαν­χά­ταν.

        Ὑ­πῆρ­χε κά­τι νὰ κά­νου­με τὴν Τε­τάρ­τη. Τὸ ἑ­στι­α­τό­ριο Πα­ρά­θυ­ρο στὸν Κό­σμο, τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­λι­ό­τε­ρα φάν­τα­ζε ἀ­πο­πνι­κτι­κὸ κι ὑ­περ­τι­μη­μέ­νο, σω­στὸς ἐ­φιά­λτης, τώ­ρα εἶ­χε γί­νει φί­νο. Ἔ­παι­ζαν φαν­τα­στι­κὲς με­λω­δί­ες κι ὁ κό­σμος ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ ὅ­λων τῶν εἰ­δῶν τοὺς Νε­ο­ϋ­ορ­κέ­ζους.

        Ἡ πί­στα ἦ­ταν γε­μά­τη μὲ χίπ­στερς, ξέ­νους, χρη­μα­τι­στές, σχε­δὸν ὅ­λοι ὅ­σοι θὰ ἔ­βρι­σκε κα­νεὶς στὸ τρέ­νο Μαν­χά­ταν-Μπρού­κλιν.

        Κι ἂν ὁ κό­σμος δὲν ἔ­λε­γε, ὑ­πῆρ­χε ἐν­νο­εῖ­ται καὶ ἡ θέ­α. Τὰ πρῶ­τα σκιρ­τή­μα­τα ἔ­κα­ναν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους, ἐ­νῶ κοι­τού­σα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸν γυ­ά­λι­νο τοῖ­χο. Ἂν καὶ μπο­ρού­σα­με νὰ δοῦ­με μό­νο γκρὶ σύν­νε­φα, ἡ θέ­α ἦ­ταν ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στη. Τῆς σχε­δί­α­σα τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, τὸ Μαν­χά­ταν, τὸ Μπρού­κλιν, τὶς γει­το­νι­ές του καὶ τὸ σπί­τι μου σὲ μιὰ χαρ­το­πε­τσέ­τα. Σὲ ἀν­τάλ­λαγ­μα, ἐ­κεί­νη μοῦ σχε­δί­α­σε τὸ Πα­ρί­σι. Μὲ τὸν χο­ρὸ ἤρ­θα­με πιὸ κον­τά.

        Ὑ­πῆρ­χε μα­γεί­α καὶ νι­ώ­σα­με τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ δρα­πε­τεύ­σου­με ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Ἦ­ταν ὥ­ρα νὰ ξε­χυ­θοῦ­με στοὺς δρό­μους.

        Φεύ­γον­τας, ψά­χνω τὴν γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Τό­τε, ὅ­μως, ἀ­νοί­γει τὸ ἀ­σαν­σέρ. Καὶ εἶ­ναι ἄ­δει­ο. Τε­λεί­ως ἄ­δει­ο, οὔ­τε ψυ­χή. Τὸ παλ­τὸ τοῦ παπ­ποῦ μου. Ἡ γκαρ­ντα­ρόμ­πα. Ξέ­ρεις κά­τι, σκέ­φτη­κα, εἶ­ναι ἁ­πλὰ ἕ­να ἄ­θλιο παλ­τό. Ἁρ­πά­ζω τὸ χέ­ρι της καὶ χι­μῶ στὸ ἀ­σαν­σέρ.

        «Ὅ­μως…», ψελ­λί­ζει. Οἱ μα­τι­ὲς μας τὴ στα­μα­τοῦν. Χεί­λη ποὺ μα­γνη­τί­ζον­ται. Οἱ πόρ­τες κλεί­νουν καὶ ρι­χνό­μα­στε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον, κα­θὼς τὸ ἀ­σαν­σὲρ κα­τρα­κυ­λᾶ πρὸς τὸ λόμ­πι. 107 ὄ­ρο­φοι, πι­έ­ζον­ται τὰ αὐ­τιά, κι ἐ­μεῖς φι­λι­ό­μα­στε, χω­ρὶς στα­μα­τη­μό. Τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρῶ νὰ κά­νω εἶ­ναι νὰ γε­λά­ω. Καὶ γε­λά­ω. Κι ὅ­μως ἀ­κό­μα φι­λι­ό­μα­στε.

        Ὅ­ταν οἱ πόρ­τες ἀ­νοί­γουν, τὸ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι χτυ­πά­ει τὰ μά­γου­λά μας. Ἀ­πο­μα­κρυ­νό­μα­στε γιὰ νὰ πά­ρου­με ἐ­πι­τέ­λους ἀ­νά­σα. Ρω­τά­ει για­τί γε­λοῦ­σα. Εἶ­ναι ἁ­πλό. Τὸ πρῶ­το μας φι­λὶ ἦ­ταν τέ­λει­ο. Ἦ­ταν τό­σο τέ­λει­ο ποὺ θὰ κρα­τοῦ­σε γιὰ πάν­τα ἂν ἡ γῆ δὲν ὑ­πῆρ­χε.

        Δὲν τὸ ξα­να­εῖ­δα ἐ­κεῖ­νο τὸ παλ­τό. Συγ­γνώ­μη, παπ­πού.

        Τί νὰ κά­νου­με.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸν τό­μο 110 Stories. New York Writes After September 11. Edited by Ulrich Baer (New York University Press, NY, 2002).


Ἀ­πὸ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα τοῦ ἰ­στο­λο­γί­ου Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ τῆς μη­νια­ίας ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης τοῦ βι­βλί­ου Books’ Journal γιὰ τὰ δε­κα­πέν­τε χρό­νια ἀ­πὸ τὴν ἐ­πί­θε­ση (11-09-2001) στοὺς Δί­δυ­μους Πύρ­γους τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης, μὲ τί­τλο «Μπον­ζά­ι γιὰ τὸ Ση­μεῖ­ο Μη­δέν», ποὺ ἐ­πι­με­λή­θη­καν ὁ Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης, ἡ Ἠ­ρὼ Νι­κο­πού­λου καὶ ἡ Ἔ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη.


Ντά­ρεν Ἀ­ρο­νόφ­σκι (Darren Aronofsky). (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1969). Σε­νά­ριο, σκη­νο­θε­σί­α, πα­ρα­γω­γὴ ται­νι­ῶν. Γνω­στὸς γιὰ τὴ δου­λειά του στὶς ται­νί­ε­ς Ρεκ­βι­εμ γιὰ ἕ­να Ὄ­νει­ρο (Requiem for a Dream, 2000), Ὁ Πα­λαι­στή­ς (The Wrestler, 2009) καὶ Μαῦ­ρος Κύ­κνο­ς (Black Swan, 2010), ἡ ὁ­ποί­α προ­τά­θη­κε γιὰ Ὄσκαρ Σκη­νο­θε­σί­ας.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:


Ἑ­λέ­νη Ρί­ζου Φοι­τή­τρια τοῦ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Προ­γράμ­μα­τος στὴ Με­τά­φρα­ση τοῦ Hellenic American University, Ἀ­θή­να, Ἑλ­λά­δα. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση» τοῦ Δρ. Βα­σί­λη Μα­νου­σά­κη.



 

Ἕλενα Στριγγάρη: Κα­λὰ στοι­χεῖ­α


striggarielena-kalastoicheia-eikona-02


Ἕλενα Στριγγάρη

 

Κα­λὰ στοι­χεῖ­α


01-FiΤΑΣΑΝ νοι­κά­ρη­δες και­νούρ­γιοι στὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Με­τα­κο­μί­ζα­νε ἀ­να­πο­φά­σι­στοι τὰ ἔ­πι­πλά τους πό­τε ἐ­δῶ, πό­τ’ ἐ­κεῖ, σούρ­νον­τάς τα στὸ πά­τω­μα, πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου. Γρά­φαν κά­τι ἀ­παί­σιους ἤ­χους: «Γρρρρ» κά­ναν τὰ βα­ριὰ κομ­μά­τια, ὅ­ταν δι­έ­νυ­αν με­γά­λη ἀ­πό­στα­ση, καὶ κο­φτὸ πα­χὺ «Γρ», ὅ­ταν σπρώ­χνον­ταν λί­γο. Δι­α­πε­ρα­στι­κά, ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὰ «Σί­ι­ιπ» βγά­ζαν τὰ πιὸ ἐ­λα­φριὰ στὶς με­γά­λες ἀ­πο­στά­σεις, κ’ ἕ­να «Σσς» χα­μη­λό­φω­νο στὶς μι­κρές.

       Βέ­βαι­α οἱ ἦ­χοι δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς αὐ­τοὶ ποὺ γρά­φω ‘δῶ. Τὰ πράγ­μα­τα ἔ­χουν μιὰν ἄλ­λη γλώσ­σα, δι­κιά τους, ποὺ δὲν κα­λύ­πτε­ται ἀ­π’ τοὺς συν­δυα­σμοὺς τῶν εἰ­κο­σι­τεσ­σά­ρων γραμ­μά­των μας. Πάν­τως, πε­ρί­που ἔ­τσι κά­να­νε: «Γρρρρ» καὶ «Γρ», «Σί­ι­ιπ» καὶ «Σσς». Μοῦ ’χα­νε σπά­σει τὰ νεῦ­ρα!

       Ἀ­δύ­να­το νὰ συγ­κεν­τρω­θῶ νὰ τε­λει­ώ­σω τὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζα. Ἕ­ως ὅ­του θυ­μή­θη­κα πῶς ἔ­παι­ζα μι­κρή:

       «Αὐ­τὸ εἶ­ναι βε­λα­νί­δι» ἔ­λε­γε ἡ μά­να μου. «Καὶ τί ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ‘ναι;» ρώ­τα­γα. Κ’ ἐ­κεί­νη, βα­ρι­α­στε­νά­ζον­τας: «Ξέ­ρω ἐ­γώ; Τί­πο­τε! Τί ἄλ­λο; Βε­λα­νί­δι εἶ­ναι, παι­δά­κι μου!..» Καὶ γυ­ρί­ζα­νε σπί­τι μὲ γι­ο­μά­τη τὴν τσάν­τα της βα­λα­νί­δια, ποὺ τά ’­βα­φα, τοὺς κόλ­λα­γα κ’ ἕ­να φτε­ρὸ καὶ γί­νον­ταν ἀν­θρω­πά­κια μὲ κα­πέ­λο καὶ λο­φί­ο, τὰ χώ­ρι­ζα —ἀ­πὸ δῶ τὰ βα­λα­νί­δια, ἀ­πὸ κεῖ τὰ κα­πε­λά­κια τους— καὶ γί­νον­ταν κο­λι­ὲ τὰ μέν, πο­τη­ρά­κια-γοῦρ­νες-κο­λυμ­πῆ­θρες-πέ­τρες δα­χτυ­λι­δι­ῶν τὰ δέ, τὰ ἔ­σκι­ζα στὴ μέ­ση, ἔ­βγα­ζα τὸν καρ­πὸ καὶ τὰ ἔ­κα­να κού­νια γιὰ τὴν Το­σο­δού­λα, βάρ­κες ἢ ―ἀ­νά­πο­δα― κα­βού­κια χε­λώ­νας καὶ ἄλ­λα ποὺ τώ­ρα δὲν θυ­μᾶ­μαι. (Γιὰ τὸν ἴ­διο λό­γο μά­ζευ­α χα­λα­σμέ­νους γλόμ­πους, κα­πά­κια ἀ­πὸ μπο­τί­λι­ες, κου­ρέ­λια, κόκ­κα­λα σου­πιᾶς, ξύ­λα, χάν­τρες καὶ πού­λι­ες, ποὺ μοῦ ἔ­δι­ναν τσιγ­γού­νι­κα οἱ μο­δί­στρες, κα­θὼς καὶ κομ­μά­τια ἀ­πὸ χα­λα­σμέ­να παι­γνί­δια. Γε­νι­κὰ ―πε­ρι­έρ­γως― σὰν θρη­σκεί­α ἢ πο­λι­τι­κή, ὅ,τι σπα­σμέ­νο ἢ ξε­κοι­λι­α­σμέ­νο, τό ’­χα σὲ με­γα­λύ­τε­ρη ἐ­κτί­μη­ση ἀ­π’ τὸ γε­ρό, τὸ και­νούρ­γιο.)

       Λοι­πόν, κον­τεύ­ον­τας νὰ πά­θω κρί­ση νευ­ρι­κὴ ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἤ­χων ποὺ γρά­φαν οἱ τοῦ πά­νω ὀ­ρό­φου τσου­λών­τας τὰ ἔ­πι­πλά τους πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι μου (τί «πά­νω»; «μέ­σα» στὸ κε­φά­λι μου!) θυ­μή­θη­κα πῶς ἔ­παι­ζα μι­κρή, κι ἀ­μέ­σως, δί­χως κό­πο, τὰ «Γρρρρ» καὶ «Γρ», τὰ Σί­ι­ιπ» καὶ Σσς», γί­να­νε βρυ­χηθ­μοὶ θη­ρί­ων καὶ σφυ­ρίγ­μα­τα ἑρ­πε­τῶν! Ἄλ­λο νὰ σᾶς τὸ λέ­ω κι ἄλ­λο νὰ τὰ ἀ­κοῦ­τε! Θὰ μέ­να­τε ἔκ­πλη­κτοι. Δὲν ἔ­χε­τε ἰ­δέ­α πῶς μοι­ά­ζου­νε!.. Με­τα­κο­μί­ζον­τας κά­ποι­ος ἀ­π’ τὸν ἀ­πὸ πά­νω σας ὄ­ρο­φο θὰ μὲ δι­και­ώ­σε­τε.

       Οἱ ἴ­διοι ἦ­χοι ποὺ πρὶν μὲ κά­να­νε ἔ­ξω φρε­νῶν, τώ­ρα μὲ γο­ή­τευ­αν! Τέ­τοι­α φυ­σι­ο­λα­τρί­α δὲν τὴν πε­ρί­με­να ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό μου. Με­γα­λεῖ­α! Ζούγ­κλα ὁ­λά­κε­ρη – κα­τα­δι­κιά μου!..

       Ἀ­φοῦ τὴν ἀ­πό­λαυ­σα γιὰ λί­γο, ἀ­πο­τέ­λει­ω­σα τὸ βι­βλί­ο ποὺ δι­ά­βα­ζα – ἔ­χον­τας τὴν ἴ­δια αἴ­σθη­ση πού ’­χε ἄν­θρω­πος μό­νος στὴ φύ­ση καὶ δὴ τὴν ἄ­γρια, ὅ­που τα φθαρ­τὰ μι­κραί­νουν καὶ τὰ αἰ­ώ­νια βα­ραί­νουν. Καί, ἀ­πο­λύ­τως σί­γου­ρη πὼς ὅ,τι ση­μεί­ω­σα ὡς «κα­λὸ στοι­χεῖ­ο» στὸ βι­βλί­ο μου ἤ­τα­νε πράγ­μα­τι τέ­τοι­ο, ξά­πλω­σα στὸ κλα­ρί μου καὶ κοι­μή­θη­κα…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: περ. Τε­τρά­μη­να, ἀρ. 13, Ἄνοιξη-Καλοκαίρι 1977.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974) καὶ Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009).

Ἕλενα Σανχουανμπενίτο (Elena Sanjuanbenito): Ὁ ταξιδιώτης

sanjuanbenitoelena-otaksidiotis-eikona-01


Ἕλε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito)


Ὁ τα­ξι­δι­ώ­της

(El viajero)


16-Omikron-The_Raven;_with_literary_and_historical_commentary_-_page_17,_initial ΓΚΙΓΙΕΡΜΟ ΝΙΕΜΠΛΑ μι­σεῖ τοὺς ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμούς, γι’ αὐ­τὸ ἀ­μέ­σως μό­λις φτά­νει ἀρ­χί­ζει νὰ φεύ­γει: δὲν θὰ κά­τσω πο­λύ, πρέ­πει νὰ φύ­γω σύν­το­μα, αὔ­ριο ξυ­πνά­ω νω­ρίς. Φρά­σεις μὲ τὶς ὁ­ποῖ­ες ἑ­τοι­μά­ζει τὴν ἀ­να­χώ­ρη­σή του, ὅ­ταν δὲν ἔ­χει ἀ­κό­μα κα­λὰ-κα­λὰ προ­λά­βει νὰ ἔρ­θει. Δι­στά­ζει νὰ βγά­λει τὸ παλ­τό του καὶ τὸ κρα­τά­ει πάν­τα στὸ χέ­ρι γιὰ νὰ τὸ φο­ρέ­σει ξα­νά. Δὲν ἔ­χει πά­νω του πο­τὲ μαν­τή­λι, κά­νει με­γά­λους κύ­κλους προ­κει­μέ­νου νὰ μὴν πε­ρά­σει κον­τὰ ἀ­πὸ σταθ­μοὺς καὶ δὲν ἔ­χει πα­τή­σει οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ τὸ πό­δι του σὲ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο.

        Ἔ­χει πεῖ ἀν­τί­ο τό­σες φο­ρὲς ποὺ ὅ­λοι ξέ­ρου­με πὼς δὲν πρό­κει­ται νὰ φύ­γει πο­τέ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἀ­πὸ τὸ βι­βλί­ο: Razones para ir a Arkansas (ἐκδ. ESJB, 2014) (αὐ­το­έκ­δο­ση).

Ἕ­λε­να Σαν­χου­αν­μπε­νί­το (Elena Sanjuanbenito) (Μα­δρί­τη, 1970). Οἱ σύν­το­μες ἱ­στο­ρί­ες της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ καὶ συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες ἀν­θο­λο­γί­ες. Τὸ Λό­γοι γιὰ νὰ πᾶς στὸ Ἀρ­κάν­σας εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Εἰ­κό­να: Φω­το­γρα­φί­α τοῦ Noell Oszvald.