Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Ἄρθρο 29



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Ἄρ­θρο 29

(Articolo 29)


ΞΩ ΝΥΧΤΑ. Βε­ράν­τα στὴ Ρώ­μη. Πο­λι­τι­κοί, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι, συγ­γρα­φεῖς, κό­σμος ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Συ­νο­μι­λοῦν πε­ρὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ μέ­χρι ποὺ ἡ κου­βέν­τα ἔρ­χε­ται στὴν ἀ­πό­φα­ση τοῦ Ἀ­νώ­τα­του Δι­κα­στη­ρί­ου τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ποὺ πρὶν λί­γες μέ­ρες ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸ δι­καί­ω­μα τοῦ γά­μου ἀ­νά­με­σά σε ἄ­το­μα τοῦ ἰ­δί­ου φύ­λου. Στὴν ἀρ­χὴ ὅ­λοι λέ­νε τὴ γνώ­μη τους, ἀλ­λὰ σύν­το­μα κα­τα­λή­γουν νὰ μι­λᾶ­νε δύ­ο: μιὰ ὄ­μορ­φη γυ­ναί­κα γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα κι ἕ­νας βου­λευ­τής, γνω­στὸς γιὰ τὶς μᾶλ­λον συ­χνὲς —ἀπ΄ ὅ,­τι φαί­νε­ται— ἐ­πι­σκέ­ψεις του σὲ πλη­ρω­μέ­νες κο­πέ­λες.

       — Εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρο, δὲν ἔ­χω τί­πο­τα ἐ­ναν­τί­ον τῶν ὁ­μο­φυ­λό­φι­λων, ἀλ­λὰ στὸ Σύν­ταγ­μά μας ὁ γά­μος εἶ­ναι μό­νο γιὰ ἄ­το­μα τοῦ ἰ­δί­ου φύλ­ου, λέ­ει ὁ πο­λι­τι­κός.

       — Ποι­ός κα­νό­νας τοῦ Συν­τάγ­μα­τος, ἀ­κρι­βῶς; ρω­τά­ει ἡ γυ­ναί­κα.

       — Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ δὲν θυ­μᾶ­μαι ἀ­κρι­βῶς τὸ ἄρ­θρο…

       — Τὸ ἄρ­θρο τοῦ Συν­τάγ­μα­τος ποὺ μι­λᾶ γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια εἶ­ναι τὸ 29. Σὲ αὐ­τὸ ἀ­να­φέ­ρε­στε;

       — Ἀ­κρι­βῶς σὲ αὐ­τό.

       — Τυ­χαί­νει νὰ τὸ ξέ­ρω ἀ­πὸ μνή­μης. «Ἡ Δη­μο­κρα­τί­α ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὰ δι­και­ώ­μα­τα τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ὡς φυ­σι­κῆς κοι­νω­νι­κῆς ὁ­μά­δας ποὺ βα­σί­ζε­ται στὸ γά­μο.» Μοῦ δι­α­φεύ­γει ὡ­στό­σο ἡ ἀ­να­φο­ρὰ στὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ φύ­λο ὡς ἀ­πα­ραί­τη­τος ὅ­ρος γιὰ τὸ γά­μο.

       — Λέ­ει: «Φυ­σι­κὴ κοι­νω­νι­κὴ ὁ­μά­δα».

       — Λοι­πόν;

       — Λοι­πόν, ἡ ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ φυ­σι­κὴ εἶ­ναι.

       — Λυ­πᾶ­μαι ποὺ πρέ­πει νὰ δι­α­φω­νή­σω ἀλ­λὰ ἡ ὁ­μο­φυ­λο­φι­λι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­ναι δι­α­δε­δο­μέ­νη στοὺς σκύ­λους, τὶς γά­τες, τοὺς κύ­κνους, τοὺς γλά­ρους, τὶς πά­πι­ες, τοὺς πιγ­κου­ί­νους, τὰ δελ­φί­νια, τὰ λι­ον­τά­ρια, τοὺς ἐ­λέ­φαν­τες καὶ σὲ πολ­λὰ ἄλ­λα εἴ­δη. Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸ συλ­λο­γι­σμό σας: φυ­σι­κὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι ὁ καρ­κί­νος, ἡ πα­νού­κλα, ἡ φυ­μα­τί­ω­ση, οἱ σει­σμοί. Ἀν­τί­θε­τα δὲν εἶ­ναι φυ­σι­κά: ἡ ἀ­σπι­ρί­νη, τὰ ἀν­τι­βι­ο­τι­κά, οἱ θε­ρα­πεῖ­ες κα­τὰ τοῦ καρ­κί­νου, οἱ ἀ­πι­νι­δω­τές, τὰ κομ­πι­οῦ­τερ, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να, τὰ γυα­λιά. Δε­χό­μα­στε τὰ πρῶ­τα κι ἀ­πορ­ρί­πτου­με τὰ δεύ­τε­ρα;

       — Μὰ τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τά; «Φυ­σι­κή» για­τί ὁ γά­μος ἔ­χει σκο­πὸ τὴν τε­κνο­ποί­η­ση. Για­υτὸ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­τρέ­πε­ται μό­νο σὲ ἄ­το­μα δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ φύ­λου.

       — Ἐ­δῶ εἴ­μα­στε. Ἕ­να ζευ­γά­ρι, λοι­πόν, ἐν­νο­ῶ ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ μιὰ γυ­ναί­κα, ἕ­να στεῖ­ρο ἢ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ζευ­γά­ρι, δὲν μπο­ρεῖ νὰ παν­τρεύ­ε­ται;

       — Ποὺ ση­μαί­νει…

       — Αὐ­τὸ ποῦ εἶ­πα: δυ­ὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι μπο­ροῦν νὰ παν­τρεύ­ον­ται;

       — Ὁ γά­μος ἀ­νά­με­σά σε ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες συμ­φω­νεῖ μὲ τὴν πα­ρά­δο­ση.

       — Ἄ­ρα ἡ τε­κνο­ποί­η­ση δὲν ἔ­χει κα­μιὰ σχέ­ση. Ση­μα­σί­α ἔ­χει αὐ­τὴ κα­θαυ­τὴ ἡ πα­ρά­δο­ση;

       — Λοι­πόν…

       — Σᾶς ρω­τῶ, για­τὶ με­τα­ξύ των πα­ρα­δό­σε­ων —σὲ ἄλ­λους πο­λι­τι­σμούς, βέ­βαι­α— ὑ­πάρ­χουν ὁ κα­νι­βα­λι­σμός, ἡ τε­λε­τουρ­γι­κὴ αὐ­το­κτο­νί­α, τὸ κά­ψι­μο τῶν χή­ρων γυ­ναι­κών, ὁ ἀκρωτη­ρια­σμός. Ἡ πα­ρά­δο­ση, καὶ ὁ νό­μος μέ­χρι τὸ 1975, στὴν Ἰ­τα­λί­α λέ­γα­νε ὅ­τι ἡ σύ­ζυ­γος ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πα­κού­ει τὸν σύ­ζυ­γο, γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με ἔ­τσι.

       — Ἐν­τά­ξει, ἀλ­λὰ δὲν κα­τα­λα­βαί­νω γιὰ ποι­ό λό­γο δυ­ὸ ὁ­μο­φυ­λό­φι­λοι νὰ θέ­λουν νὰ παν­τρευ­τοῦν. Ποι­ός τοὺς ἀ­πα­γο­ρεύ­ει νὰ μέ­νουν μα­ζί, νὰ κά­νουν ὅ­τι θέ­λουν; Τὰ δι­και­ώ­μα­τά τους εἶ­ναι ἤ­δη ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­στι­κὸ κώ­δι­κα.

       — Λέ­τε; Ἐ­ὰν δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες ζοῦν μα­ζὶ καὶ ἡ μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς πα­θαί­νει ἕ­να ἀ­τύ­χη­μα καὶ ἔ­χει ἀ­πώ­λεια συ­νεί­δη­σης, ἡ ἄλ­λη μπο­ρεῖ νὰ παίρ­νει ἀ­πο­φά­σεις γιὰ τὴν ἄρ­ρω­στη σύν­τρο­φό της; Ὄ­χι. Ἂν πε­θά­νει μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο, ἡ ἄλ­λη παίρ­νει σύν­τα­ξη χη­ρεί­ας; Ὄ­χι. Μπο­ρῶ νὰ τὸ προ­χω­ρή­σω κι ἄλ­λο ἂν θέ­λε­τε. Εἴ­πα­τε ὅ­τι δὲν κα­τα­λα­βαί­νε­τε, τὸ δέ­χο­μαι, εἶ­ναι πρό­βλη­μά σας. Μὰ αὐ­τὸ δὲν θὰ πρέ­πει νὰ με­τα­φρα­στεῖ ὡς πα­ρέμ­βα­ση στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῶν προ­σω­πι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν, ἂν αὐ­τὲς δὲν βλά­πτουν τοὺς ἄλ­λους. Ἂν οἱ ὁ­μο­φυ­λό­φι­λοι μπο­ροῦ­σαν νὰ παν­τρεύ­ον­ται, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν πα­ρέμ­βα­ση στὴν ἀ­το­μι­κή σας ἐ­λευ­θε­ρί­α; Θὰ ἔ­βλα­πτε κα­νέ­ναν;

       — Τὸ νὰ πα­ρα­δε­χτοῦ­με τοὺς ὁ­μο­φυ­λο­φι­λι­κοὺς γά­μους θὰ ση­μά­νει καὶ τὸ τέ­λος τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας.

       — Για­τί;

       — Θὰ αὔ­ξαι­νε τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α.

       — Ἐν­δι­α­φέ­ρον. Οἱ ἑ­τε­ρο­φυ­λό­φι­λοι ἀ­να­κα­λύ­πτουν ὅ­τι μπο­ροῦν νὰ παν­τρεύ­ον­ται ἄ­το­μα ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο φύλ­ο καὶ λέ­νε: «Οὐά­ου! ἔ­τσι μοῦ΄ρχε­ται νὰ γί­νω γκέ­ι, ἀ­μέ­σως τώ­ρα.» Πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­βεῖ καὶ σὲ σᾶς;

       Χα­χα­νη­τὰ τρι­γύ­ρω, καὶ μά­λι­στα οὔ­τε κὰν δι­α­κρι­τι­κά. Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να φαί­νε­ται λί­γο ἀ­μή­χα­νη. Ὁ βου­λευ­τὴς φαί­νε­ται πο­λὺ ἀ­μή­χα­νος. Κον­τά μου βρί­σκε­ται ἕ­νας γνω­στὸς πα­ρου­σια­στὴς τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, ποὺ προ­φα­νῶς ἔ­χει πι­εῖ λί­γο πα­ρα­πά­νω.

       — Κα­λή, ἔ! Καὶ ὡ­ραῖ­ο κομ­μά­τι! Οἱ λε­σβί­ες μὲ φτιά­χνουν πο­λύ, λέ­ει ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος σὲ κά­ποι­ον στὰ ἀ­ρι­στε­ρά του.

       — Κα­λή, πράγ­μα­τι. Καὶ ὡ­ραῖ­ο κομ­μά­τι. Ἀλ­λὰ δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι εἶ­ναι λε­σβί­α, ἀ­παν­τᾶ ὁ ἄλ­λος.

       — Ποῦ τὸ ξέ­ρεις; ρω­τά­ει ὁ με­θυ­σμέ­νος πα­ρου­σια­στής.

       — Εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα μου.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


		
Advertisements

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ἂν δὲν θυμᾶσαι, τοῦ λέω, νὰ κοιτάξεις τὴ βέρα, τὸ γράφει μέσα



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος

 

Ἂν δὲν θυμᾶσαι, τοῦ λέω, νὰ κοιτάξεις τὴ βέρα,

τὸ γράφει μέσα

.

Ἐπέτειος

.

 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Σύλ­βια Ρά­ικ­μαν (Sylvia Reichman): Ἐπὶ τροχάδην



Σύλ­βια Ρά­ικ­μαν (Sylvia Reichman)


­πὶ τρο­χά­δην

(Fast talker)


       «ΠΕΝΗΝΤΑ πέντε», τοῦ ψι­θύ­ρι­σε.

       «Τί; Πε­νήν­τα πέν­τε μί­λια τὴν ὥ­ρα;»

       «Ὄ­χι. Λέ­ξεις. Τό­σες ἔ­χου­με. Βιά­σου, σὲ πα­ρα­κα­λῶ.»

       Ὁ ἱ­δρώ­τας κυ­λοῦ­σε στὸ λαι­μό του. Πά­τη­σε τέρ­μα τὸ γκά­ζι.

       «Ἀλ­λά… ὑ­πάρ­χουν τό­σα πολ­λὰ ποὺ θὰ ἤ­θε­λα νὰ σοῦ πῶ! Τό­σα πολ­λὰ ποὺ δὲν εἶ­πε ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λο!»

       «Ἐν­νιά», μουρ­μού­ρι­σε ἐ­κεί­νη.

       «Ἐν­νιά;»

       «Τέσ­σε­ρεις.»

       «Θὰ μὲ παν­τρευ­τεῖς;»

       «Ναί.»



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Σύλ­βια Ρά­ικ­μαν (Sylvia Reichman). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι

Ἡρὼ Νικοπούλου: Ἡ ἀδιαπραγμάτευτη ἀξία τῶν πραγμάτων


Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου


Ἡ ἀ­δι­α­πραγ­μά­τευ­τη ἀ­ξί­α τῶν πραγ­μά­των


ΑΘΩΣ με­τέ­φε­ραν τὴ βα­ριὰ γκι­λο­τί­να στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ κά­στρου ἕ­να λα­σκα­ρι­σμέ­νο καρ­φὶ ἔ­πε­σε στὸ φρέ­σκο χι­ό­νι. Τὸ μά­τι τοῦ σι­δε­ρὰ γυ­ά­λι­σε ἀ­πὸ χα­ρά, ἔ­σκυ­ψε καὶ τὸ ἅρ­πα­ξε κρυ­φά· ἀ­πὸ και­ρὸ ἤ­θε­λε νὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­σει τὸ δε­ξὶ χε­ρού­λι τῆς χρυ­σο­ποί­κιλ­της κο­λυμ­πή­θρας.

 

 

Πη­γή: Δη­μο­σι­εύ­τη­κε σὲ πρώ­τη μορ­φὴ στὸ περιοδικὸ Deep generation.

Ἡρὼ Νι­κο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1958). Σπού­δα­σε ζω­γρα­φι­κὴ καὶ σκη­νο­γρα­φί­α στὴν Ἀ­νω­τά­τη Σχο­λὴ Κα­λῶν Τε­χνῶν Ἀ­θη­νῶν. Ἔ­χει κά­νει πολ­λὲς ἀ­το­μι­κὲς καὶ ὁ­μα­δι­κὲς ἐκ­θέ­σεις στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να μυ­θι­στό­ρη­μα καὶ τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Ἀσφαλὴς πόλη (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015). Συν­δι­ευ­θύ­νει τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὸν πε­ρι­ο­δι­κὸ καὶ ἡ­με­ρή­σιο τύ­πο.


Τὸμ Φόρντ (Tom Ford): Vox populi



Τὸμ Φόρντ (Tom Ford)


Vox populi


«ΓΕΙΑ ΣΑΣ. Πή­ρα­τε τὸ 891-4207 τῆς οἰ­κεί­ας Τζόν­σον.

       »Ἡ Μαί­ρη καὶ ὁ Τζὶμ δὲν ζοῦν ἐ­δῶ ὅ­σο δια­ρκεῖ ἡ δι­κα­στι­κὴ δι­α­μά­χη γιὰ τὴν ἐ­πι­μέ­λεια τῶν παι­δι­ῶν. Ἂν εἶ­στε πι­στω­τής, πα­ρα­κα­λῶ κα­λέ­στε τὸ Πτω­χευ­τι­κὸ Δι­κα­στή­ριο τῶν Ἡ­νω­μέ­νων Πο­λι­τει­ῶν.

       »Ὁ Ψυ­χα­να­λυ­τὴς τῆς Μαί­ρης —ὅ­ταν γυ­ρί­σει ἀ­πὸ τὶς δι­α­κο­πές— πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὴν κα­λέ­σει στὸ σπί­τι τῆς μη­τέ­ρας της.

       »Γιὰ νὰ μι­λή­σε­τε στὴν Ἔι­μι καὶ τὴν Μπέ­κι πι­έ­στε τὸν ἀ­στε­ρί­σκο.

       »Νὰ ἔ­χε­τε μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη μέ­ρα.»



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Τὸμ Φόρντ (Tom Ford). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Νό­τα Σε­φερ­λῆ: Πρω­ι­νὴ προ­σευ­χή



Νό­τα Σε­φερ­λῆ


Πρω­ι­νὴ προ­σευ­χή


ΣΤΟΙΧΗΘΕΙΤΕ, πα­ρα­κα­λῶ, στὶς γραμ­μές σας. Γρή­γο­ρα πα­ρα­κα­λῶ. Καὶ στα­μα­τῆ­στε ἀ­μέ­σως νὰ μι­λᾶ­τε. Σι­ω­πή, εἶ­πα. Ἡ­συ­χί­α.

 

       Ἅ­γιος ὁ Θε­ός

       Ἅ­γιος ἰ­σχυ­ρὸς

       Ἅ­γιος ἀ­θά­να­τος

       Ἐ­λέ­η­σον ἡμᾶς


Πάν­τα ἔ­τσι ξε­κι­νᾶ μιὰ ἀ­κό­μα ἀ­νε­λέ­η­τη ἡ­μέ­ρα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Νό­τα Σε­φερ­λῆ (Ἀ­θή­να, 1962). Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α καὶ δι­δά­σκει στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση.



		

	

Δημήτρης Χριστόπουλος: Kolynos


Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος


Kolynos


ΡΙΝ ΑΠΟ ἕ­ναν χρό­νο πέ­θα­νε ὁ θεῖ­ος μου. Ὅ­ταν ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια του, ἄ­κου­γε τὸ Hallelujah τοῦ Leonard Cohen. Ἀ­πὸ τό­τε κόλ­λη­σα κι ἐ­γὼ γιὰ τὰ κα­λὰ μὲ τὸν Κα­να­δὸ τρα­γου­δο­ποι­ό. «Ἔ­χου­με τὴν ἴ­δια ἡ­λι­κί­α» ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­φεν­τιά μου θὰ φύ­γει πρώ­τη. Ἐ­πι­σκέ­πτο­μαι συ­χνά το μνῆ­μα του γιὰ τὰ ἀ­πα­ραί­τη­τα. Εἶ­μαι ὁ μο­να­δι­κὸς συγ­γε­νής του.

          «Νὰ φρον­τί­ζεις γιὰ τὴν κα­θα­ρι­ό­τη­τά σου» μοῦ ἔ­λε­γε. «Πο­τὲ μὴν φεύ­γεις ἀ­πὸ τὸ σπί­τι δί­χως κα­θα­ρὰ ροῦ­χα καὶ ἐ­σώ­ρου­χα, καί, προ­πάν­των, χω­ρὶς νὰ ἔ­χεις πλύ­νει τὸ στό­μα σου ἐ­πι­με­λῶς μὲ τὴν κα­τάλ­λη­λη ὀ­δον­τό­βουρ­τσα καὶ μὲ ὀ­δον­τι­κὸ νῆ­μα. Στὸ τέ­λος νὰ κά­νεις καὶ πλύ­σεις μὲ ἁ­λα­τό­νε­ρο γιὰ νὰ σφίγ­γουν τὰ οὖ­λα.»

          Στὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ τοῦ ἔ­βα­λα τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του ὀ­δον­τό­βουρ­τσα. Στὴ μαρ­μά­ρι­νη θή­κη κά­τω ἀ­πὸ τὸν σταυ­ρὸ βρί­σκε­ται μιὰ Kolynos, τὴν ὁ­ποί­α κά­θε δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες ἀν­τι­κα­θι­στῶ μὲ μιὰ και­νούρ­για.

          Ὁ θεῖ­ος μου, παι­δὶ τῆς Κα­το­χῆς, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ πε­θά­νει λό­γῳ ἀ­βι­τα­μί­νω­σης. Στὰ εἴ­κο­σι πέν­τε του ἔ­χα­σε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του δόν­τι.



Πηγή: ἐφημερίδα Molonoti, 29-04-2017.

Δη­μή­τρης Χρι­στό­που­λος. Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Σπουδάζει «Δημιουργική Γραφή» στὸ Πανεπιστήμιο Δ. Μακεδονίας. Πρῶ­το βι­βλί­ο του Δη­μό­σι­ες ἱ­στο­ρί­ες (δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Πη­γή, 2013). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Φρέ­αρ, (δ)έ­κα­τα, Book­press, στὶς ἱ­στο­­σε­λί­­δες Fractal καὶ Πλανόδιον-Ἱστορίες Μπονζάι. Δι­α­τη­ρεῖ τὸν φι­λο­λο­γι­κό ἱ­στό­το­πο «Ἠ­λε­κτρο­νι­κή Τρά­πε­ζα Φι­λο­λο­γι­κών Θε­μά­των».