Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς: Κάδος ἀπορριμμάτων



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς


Κά­δος ἀ­πορ­ριμ­μά­των


ΤΑΝ ΕΝΑΣ ΚΑΔΟΣ κα­κο­πα­θη­μέ­νος. Μὲ τὸ κα­πά­κι του θε­ό­στρα­βο λὲς κι εἶ­χε πε­ρά­σει πά­ρε­ση, τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του νὰ χά­σκει γκρί­ζο, βρό­μι­κο καὶ ἄ­δει­ο, ἢ μὲ κά­ποι­ες ἐ­λά­χι­στες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν ἀ­νά­ξι­ες προ­σο­χῆς. Τὸ πέ­δι­λό του κι αὐ­τὸ ξε­χαρ­βα­λω­μέ­νο συ­νέ­βα­λε στὴν ὅ­λη κλι­νι­κὴ εἰ­κό­να ἀ­σθε­νοῦς σὲ ὁ­ρια­κὴ κα­τά­στα­ση. Οἱ γεί­το­νες, ἐμ­φα­νῶς, δὲν τὸν προ­τι­μοῦ­σαν. Εἶ­χαν ἄλ­λους πιὸ ἀ­γα­πη­μέ­νους. Σὲ αὐ­τὸν κα­τέ­φευ­γαν μο­νά­χα σ’ ἔ­κτα­κτες πε­ρι­πτώ­σεις, ὅ­πως στὰ πολ­λὰ τὰ κρύ­α καὶ τὶς δυ­να­τὲς μπό­ρες, πε­τά­γον­ταν ἀ­λα­φι­α­σμέ­νοι, σή­κω­ναν τὸ κα­πά­κι του μὲ σι­χα­σιὰ —σὰ νὰ μὴν ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς πά­ρει εἴ­δη­ση κα­νέ­νας πὼς εἴ­χα­νε πά­ρε δῶ­σε μ’ αὐ­τόν —κι ἔ­τρε­χαν πί­σω γραμ­μὴ στὰ σπί­τια τους. Ἀ­κό­μα κι αὐ­τοὶ οἱ ὑ­πάλ­λη­λοι τῆς Κα­θα­ρι­ό­τη­τας ἦ­ταν φο­ρὲς ποὺ τὸν προ­σπερ­νοῦ­σαν, μό­λις κα­τα­δε­χό­με­νοι μι­σὴ μα­τιὰ συγ­κα­τά­βα­σης καὶ οἴ­κτου. «Λί­γα τα ψω­μιά σου», ἔ­λε­γαν ἀ­πὸ μέ­σα τους. «Στὴν ἑ­πό­με­νη ἀ­να­νέ­ω­ση τοῦ στό­λου, θὰ γί­νεις κι ἐ­σὺ αὐ­τὸ ποὺ τρῶς: Σκου­πί­δι.» Ὁ γέ­ρο-Κά­δος τὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­λα αὐ­τά. Εἶ­χε γί­νει μὲ τὰ χρό­νια ἕ­νας σο­φός, κυ­νι­κὸς μὲ τὰ σκυ­λιά του καὶ στω­ι­κὸς μὲ τὶς γά­τες του τὶς ἀ­κρο­βά­τισ­σες. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­να πιὰ τὸν ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν ἀ­ραι­ὰ καὶ ποῦ λό­γω μει­ω­μέ­νου πε­ρι­ε­χο­μέ­νου κι ἀ­νερ­γί­ας. Ὅ­μως εἶ­χε βρεῖ ἕ­να λό­γο νὰ κρα­τι­έ­ται, νὰ μὴν τὸ βά­ζει κά­τω. Ἕ­ναν ἔ­ρω­τα μυ­στι­κό. Μιὰ γριὰ φα­φού­τα σὰν κι αὐ­τὸν ποὺ περ­νοῦ­σε μὲ τὸ κα­ρο­τσά­κι τοῦ σου­περ­μάρ­κετ νὰ κρο­τα­λί­ζει φα­σα­ρι­ό­ζι­κα, κά­θε δύ­ο μὲ τρεῖς ἡ­μέ­ρες. Τὸν ἄ­νοι­γε μ’ ἕ­να ρα­βδὶ κι ἔμ­παι­νε σχε­δὸν ὁ­λό­κλη­ρη μέ­σα του, ἀ­φοῦ ὅ,τι πε­ρι­εῖ­χε ἦ­ταν ἴ­σια βα­θιὰ στὸν πά­το. Ἅ­μα ἦ­ταν νύ­χτα, τοῦ ἔ­ρι­χνε ἕ­να φα­κὸ καὶ παί­ζα­νε τὸν για­τρό, τὸν γαρ­γα­λοῦ­σε καὶ τό­τε γέ­λα­γε πο­λύ, καὶ ὅ­πως ἔ­βγα­ζε πά­λι ἔ­ξω το κε­φά­λι, μό­λις ποὺ προ­λά­βαι­νε νὰ τῆς δώ­σει ἕ­να πε­τα­χτὸ φι­λί. Τὸν παί­δευ­ε ποὺ δὲν τοῦ ἔ­δι­νε στα­θε­ρὰ ραν­τε­βού. Ποὺ δὲν τοῦ ‘χε χα­ρί­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Ἄλ­λοι ρα­κο­συλ­λέ­κτες μο­νο­λο­γοῦ­σαν μέ­σα στοὺς κά­δους τους, ἐμ­πι­στεύ­ον­ταν τὰ πιὸ κρυ­φά τους μυ­στι­κά, τὶς πιὸ βα­θι­ὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Ἢ κου­βέν­τες τοῦ ἀ­έ­ρα, με­τέ­ω­ρες μπουρ­μπου­λῆ­θρες, ποὺ γέ­μι­ζαν παι­χνι­δι­ά­ρι­κα τῶν κά­δων τὸ κε­νό. Ὅ­μως ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη ὅ­λα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τ’ ἀν­τέ­ξει, καὶ τὴν ἀ­δι­α­φο­ρί­α της ἀ­κό­μη σὰν δῶ­ρο ἀ­κρι­βό. Καὶ στὶς μα­κρι­ὲς ὧ­ρες τῆς μο­να­ξιᾶς του ὅ­λο κα­θό­ταν καὶ συλ­λο­γι­ζό­ταν πὼς ἔ­τσι μᾶλ­λον πρέ­πει νὰ εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­γά­πη. Σι­ω­πη­λή. Σι­ω­πη­λὴ κι ἀ­νεκ­πλή­ρω­τη.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βαλ­κα­νᾶς. Γεν­νή­θη­κε στὴ Μελ­βούρ­νη τῆς Αὐ­στρα­λί­ας καὶ με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να ὅ­που καὶ ζεῖ. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὸ τμῆ­μα Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κρή­της ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἀ­κο­λού­θη­σε σπου­δὲς στὸ τρα­γού­δι καὶ τὴ θε­ω­ρί­α τῆς Μου­σι­κῆς. Ἐρ­γά­στη­κε ἐ­πὶ σει­ρὰ ἐ­τῶν στὴν ἰ­δι­ω­τι­κὴ ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γη­τὴς φι­λό­λο­γος. Δι­η­γή­μα­τα καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ (ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ) ἐ­νῶ κεί­με­να καὶ θε­α­τρι­κά του ἔρ­γα ἔ­χουν ἀ­νέ­βει σὲ θε­α­τρι­κὲς καὶ μου­σι­κὲς σκη­νὲς τῆς Ἀ­θή­νας. Ὡς ἑρ­μη­νευ­τὴς συμ­με­τεῖ­χε στὸν δί­σκο (EP)  Ὁ Κῆ­πος ποὺ Ἔ­σβη­σε κι Ἐ­χά­θη, σὲ ποί­η­ση Να­πο­λέ­ον­τος Λα­πα­θιώ­τη καὶ μου­σι­κὴ σύν­θε­ση Anastazios.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Τελώνια



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Τε­λώ­νια


Ὁ Ἀν­τρέ­ας Ἀ­δελ­φου­λᾶ­κος (1941-2016), ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γιὸς τοῦ κα­πε­τὰν-Νί­κου Ἀ­δελ­φου­λά­κου τοῦ Κα­ρα­πέ­τση, ἦ­ταν ναυ­τι­κὸς (μη­χα­νι­κὸς μὲ ἄ­ρι­στες γνώ­σεις ναυ­σι­πλο­ΐ­ας) ὅ­πως τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἕ­να βρά­δυ, στὶς 13 Μαρ­τί­ου 1991, ἀ­φη­γή­θη­κε στὴν πα­ρέ­α μας, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ 6-7 Πυ­θα­γο­ρί­τες —ἤ­μα­στε μα­ζε­μέ­νοι σὲ μιὰ τα­βέρ­να στὴ γει­το­νιά του, τὴν Καλ­λί­πο­λη τοῦ Πει­ραι­ὰ— τὴν πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­α, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅ­τι τὰ πράγ­μα­τα ἔ­γι­ναν ὅ­πως τὰ λέ­ει. Δὲν εἶ­χα μα­ζί μου μα­γνη­τό­φω­νο, ἀλ­λὰ μό­λις γύ­ρι­σα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου στὴν Ἀρ­γυ­ρού­πο­λη, ὅ­που ἔ­με­να ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ γιὰ κά­ποι­ες συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὲς σπου­δές, κά­θι­σα καὶ ἔ­γρα­ψα τὴ μι­κρὴ πα­ρά­ξε­νη ἱ­στο­ρί­α. Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι ὅ­σοι τὴν ἀ­κού­σα­με νι­ώ­σα­με ἀ­μη­χα­νί­α, ἴ­σως καὶ δυ­σπι­στί­α. Τὴν πα­ρα­θέ­τω σὲ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πό­δο­ση στὴ μνή­μη του κα­θὼς καὶ στὴ μνή­μη τῶν πρό­ω­ρα χα­μέ­νων ἀ­δερ­φῶν του Γιά­ννη καὶ Σταύ­ρου.
Β. Δημ.

ΑΞΙΔΕΥΑΝ μὲ τὸ «Κων­σταν­τῖ­νος». Εἴ­χα­νε κα­βα­τζά­ρει τὸν Κα­βο-Πά­πα καὶ περ­νοῦ­σαν τὸν Τσι­κνιὰ ἀ­φή­νον­τας πί­σω τὴ ρα­χο­κο­κα­λιὰ τῆς Ἰ­κα­ρί­ας νὰ μι­κραί­νει καὶ νὰ θο­λώ­νει σὰ σύν­νε­φο ἀ­π’ τοὺς ἀ­γέ­ρη­δες ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τὰ βου­νά της μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα.

       Εἶ­χε μπό­λι­κη λοι­πὸν θα­λασ­σί­τσα ἀλ­λὰ συ­νη­θι­σμέ­να πρά­μα­τα γιὰ τὸ μι­κρὸ φορ­τη­γό, ποὺ μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα ἐ­κτε­λοῦ­σε με­τα­φο­ρὲς ἐμ­πο­ρευ­μά­των ἀ­πὸ τὴ Σά­μο στὸν Πει­ραι­ὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα.

       Κα­πε­τά­νιος στὸ «Κων­σταν­τῖ­νος» ἦ­ταν ὁ συ­χω­ρε­μέ­νος Ἄγ­γε­λος Μάρ­κου. Πλή­ρω­μα, τὸ Κολ­λη­μέ­νο, ὁ Μα­νό­λης ἡ Κα­βα­λί­να, ὁ Μα­νό­λης ὁ Κου­τσλί­της καὶ δυ­ὸ τρεῖς ἄλ­λοι, ὅ­λοι πα­λι­κα­ρό­που­λα ἀ­πὸ τὸ Τη­γά­νι τῆς Σά­μου. Ὁ Ἀν­τρέ­ας ὁ Κα­ρα­πέ­τσης, μου­τζού­ρης μέ­χρι χτὲς στὸ μη­χα­νο­στά­σιο τῆς Μπουν­τού­ραι­νας, μιᾶς χα­μη­λο­κώ­λας ἀ­νε­μό­τρα­τας τοῦ χω­ριοῦ, ἤ­τα­νε πρω­τόμ­παρ­κος μη­χα­νι­κός. Ἐ­ρω­τευ­μέ­νος στὸ φοὺλ μὲ μιὰ μι­κρὴ τῆς γει­το­νιᾶς του, μπαι­νό­βγαι­νε στὸ μη­χα­νο­στά­σιο, ἀ­νέ­βαι­νε στὸ χει­ρι­στή­ριο, κου­βέν­τια­ζε μὲ τὸ πλή­ρω­μα, ἦ­ταν ὅ­λο νεῦ­ρα καὶ τσα­τί­λα. Μὰ ὅ­πως καὶ νά ’­χε τὸ πρά­μα, τί νὰ κά­μεις ἅ­μα τα­ξι­δεύ­εις φορ­τω­μέ­νος μέ­χρι τὰ μπού­νια λά­δι καὶ χα­μά­δα καὶ ἀρ­με­νί­ζεις βί­α ἑ­φτὰ μί­λια τὴν ὥ­ρα δευ­τε­ρό­πρι­μα τὸν Τσι­κνιά…

       Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ποὺ ἦ­ταν νὰ γί­νει ὅ,τι ἔ­γι­νε, ὁ Ἀν­τρέ­ας μί­λα­γε μὲ τὸν κα­πε­τά­νιο βα­ρι­ε­στι­σμέ­να. Τὸν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε ἡ μι­κρὴ κα­θυ­στέ­ρη­ση τοῦ κα­ρα­βιοῦ ἀ­πὸ τὴ λο­ξὴ πο­ρεί­α ποὺ χά­ρα­ζαν, γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γουν τὴ ρε­μα­τί­σια θά­λασ­σα. Βέ­βαι­α δὲν εἶ­χε κα­νέ­να σο­βα­ρὸ λό­γο ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ. Στὸν Πει­ραι­ὰ πή­γαι­ναν, δὲν γύ­ρι­ζαν στὸ νη­σί. Μέ­χρι τό­τε εἶ­χαν ἕ­να σω­ρὸ σκο­τοῦ­ρες μπρο­στά τους.

       Ἀ­μή­χα­νος μπῆ­κε στὴν καμ­πί­να τῆς γέ­φυ­ρας, ἄ­νοι­ξε τὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ πα­σπά­τευ­ε τὰ κουμ­πιά του. Μέ­σα ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ὴ ἔ­βγαι­νε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο πα­ρά­σι­το. Ὁ μη­χα­νι­κὸς ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς γυρ­νών­τας στὸν κα­πε­τά­νιο. «Πά­λι κα­νέ­νας σκα­τομ­πά­σταρ­δος θά ’­βα­λε τὸ χέ­ρι του.» Κι ὕ­στε­ρα, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸ πλή­ρω­μα ποὺ λι­α­ζό­ταν τοῦ κα­λοῦ και­ροῦ στὴν πλω­ριὰ κου­βέρ­τα πά­νω σε κά­τι ντα­νι­α­σμέ­νους μου­σα­μά­δες, φώ­να­ξε μὲ τὴν ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρα του: «Ρὲ πού­στη­δες, ρὲ κω­λο­γα­μη­μέ­νοι, ποιός ἦρ­θε καὶ πα­σπά­τε­ψε τὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ τοῦ ’­βγα­λε τὰ μά­τια;»

       Τὸ πλή­ρω­μα δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Χω­ρια­νοὶ ὅ­λοι, ξέ­ρα­νε τὸν Κα­ρα­πέ­τση σὰν κάλ­πι­κη μο­νέ­δα, γε­λού­σα­νε.

       Στὸ με­τα­ξὺ ὁ κα­πε­τά­νιος εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κα­μα­ρί­νι του καὶ κοί­τα­ζε τὴν κε­ραί­α τοῦ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νου. Ὕ­στε­ρα φώ­να­ξε τὸ μη­χα­νι­κό. «Ἀν­τρέ­α, κοί­τα τὴν κε­ραία. Τε­λώ­νια. Ἄν­τε, φέ­ρε γρή­γο­ρα ἕ­ναν τε­νε­κέ.»

       Ὁ μη­χα­νι­κὸς γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὴν κε­ραί­α πρὶν κά­νει αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ’­λέ­γε ὁ κα­πε­τά­νιος. Πά­νω σ’ ὅ­λο το μῆ­κος της εἶ­χε κα­θί­σει ἕ­να πρά­μα, σὰν κόλ­λα, σὰ μύ­ξα. Ἔ­μοια­ζε μὲ δε­μά­τι ἀ­πὸ ξό­βερ­γες. Πρώ­τη φο­ρὰ τοῦ τύ­χαι­νε, ἀλ­λὰ εἶ­χε ξα­να­κού­σει γιὰ τε­λώ­νια. Μό­νο ποὺ δὲν τὰ πί­στευ­ε, ὅ­πως οἱ πιὸ πολ­λοὶ νέ­οι της ἡ­λι­κί­ας του.

       Κα­τέ­βη­κε στὸ μη­χα­νο­στά­σιο ἀ­να­στα­τω­μέ­νος. Πί­στευ­ε καὶ δὲν πί­στευ­ε αὐ­τὰ ποὺ γί­νον­ταν στὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ στὴν κε­ραί­α του.

       Σὲ λί­γο ἀ­νέ­βη­κε στὸ κα­τά­στρω­μα μὲ ἕ­ναν ἄ­δει­ο λα­δο­τε­νε­κὲ στὰ χέ­ρια καὶ βρέ­θη­κε μπρο­στά σε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο θέ­α­μα, ποὺ τε­λι­κὰ τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ βά­λει τὰ γέ­λια. Ὁ κα­πε­τά­νιος, μαλ­λια­ρὸς καὶ χον­τρός, εἶ­χε κα­τε­βά­σει τὰ βρα­κιά του καὶ χτυ­ποῦ­σε τὸν κῶ­λο του μὲ τὶς πα­λά­μες του. Σὲ κά­θε χτύ­πη­μα τὰ ξίγ­κια καὶ τὰ κρε­μα­σμέ­να ἀ­παυ­τά του κου­νι­οῦν­ταν πά­νω-κά­τω καὶ μπρὸς-πί­σω σὰν τὸ καμ­πα­νά­κι τῆς πλώ­ρης. Πιὸ πέ­ρα ὅ­λα τὰ μέ­λη τοῦ πλη­ρώ­μα­τος μι­μοῦν­ταν στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὶς κι­νή­σεις του.

       Ὁ κα­πε­τά­νιος ἔ­δει­ξε νὰ πει­ρά­χτη­κε ἀ­πὸ τὰ χά­χα­να τοῦ μη­χα­νι­κοῦ.

       «Σκά­σε καὶ χτύ­πα τὸν τε­νε­κέ», τοῦ ’­βα­λε τὶς φω­νές. Τί νὰ κά­νει, χτύ­πα­γε ὁ Ἀν­τρέ­ας τὸ τούμ­πα­νο, χτυ­ποῦ­σαν οἱ λοι­ποὶ τοὺς κώ­λους τους, ὅ­λοι συγ­χρο­νι­σμέ­νοι στὸ ρυθ­μὸ τοῦ κα­πε­τὰν-Ἄγ­γε­λου, ὥ­σπου σὲ μιὰ στιγ­μὴ βλέ­πουν τὴν πα­ρά­ξε­νη μά­ζα νὰ μα­ζεύ­ε­ται στὸ κέν­τρο τῆς κε­ραί­ας, σὰν σμά­ρι ἀ­πὸ με­λίσ­σια καὶ νὰ φεύ­γει στὸν οὐ­ρα­νό.

       «Μπρά­βο παι­διά», λέ­ει ὁ κα­πε­τά­νιος στὸ πλή­ρω­μα ποὺ κοι­τοῦ­σε μὲ γουρ­λω­μέ­να μά­τια. «Τά ’­δες, βρὲ βλά­κα; Εἶ­σαι καὶ με­γα­λύ­τε­ρος…», ἀ­πο­σώ­νει στὸ μη­χα­νι­κὸ σο­βα­ρὰ-σο­βα­ρά, τρα­βά­ει τὰ βρα­κιά του καὶ μπαί­νει στὴν καμ­πί­να του σὰ νὰ μὴ συ­νέ­βη­κε τί­πο­τα…



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ περ. Τὸ Τηγάνι, ἀρ. 25 (Σεπτέμ­βριος-Δεκέμ­βριος 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Ἀπὸ δεξιά: Δημήτρης Βασιλειάδης, Ἀνδρέας Ἀδελφουλᾶκος, Τοῦρκος ὑπήκοος καὶ Νίκος Μανιάτης στὸ Κουσάντασι τὸ 1968.


Κά­τια Στα­μα­τιά­δου: Ἡ Μι­κρὴ καὶ ἡ Με­γά­λη Για­γιά



Κά­τια Στα­μα­τιά­δου


Ἡ Μι­κρὴ καὶ ἡ Με­γά­λη Για­γιά


ΓΚΑΛΙΑ μὲ τὴν κού­κλα της στὴ με­γά­λη κα­ρέ­κλα κοί­τα­γε μιὰ τὴ για­γιὰ τὴ με­γά­λη καὶ μιὰ τὴ για­γιὰ τὴ μι­κρή. Ἡ για­γιὰ ἡ με­γά­λη, «ἡ νό­να», ὅ­πως τὴν φώ­να­ζαν, ψη­λὴ καὶ ἀ­γέ­ρω­χη, μέ­σα στὴ μα­κριὰ μαύ­ρη του­α­λέ­τα της, χει­ρο­νο­μοῦ­σε νευ­ρι­α­σμέ­νη καὶ ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν, ἂν ἦ­ταν ὅ­λα ἕ­τοι­μα, γιὰ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου της γιοῦ, τοῦ μπάρ­μπα-Γιά­ννη.

       Στά­θη­κε μπρο­στὰ στὸν κα­θρέ­φτη τῆς με­γά­λης ξύ­λι­νης ντου­λά­πας καὶ τὰ ἔ­βα­λε μὲ τὴν κό­ρη της, τὴ για­γιὰ τὴ μι­κρή, ποὺ δὲν τῆς εἶ­χε κουμ­πώ­σει κα­λὰ τὸ φό­ρε­μα. Πα­ρά­ξε­νες γυ­ναῖ­κες καὶ οἱ δύ­ο στὰ μά­τια της.

       Ἡ για­γιὰ ἡ με­γά­λη εἶ­χε μεί­νει πο­λὺ νέ­α χή­ρα. Κλεί­στη­κε στὸ σπί­τι της, στὴ Σά­μη τῆς Κε­φα­λο­νιᾶς καὶ με­γά­λω­σε μό­νη τα παι­διά της. Ὁ γιός της ὁ Γιά­ννης ἦ­ταν ἡ ἀ­δυ­να­μί­α της, πα­ρ’ ὅ­λο ποὺ ἔ­κα­νε πάν­τα τὸ κέ­φι του. Ἦ­ταν γυ­ναι­κὰς ἔ­λε­γαν, τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ με­γά­λη ζω­ὴ καὶ τὸ χαρ­τά­κι. Ἔ­τσι χά­θη­κε καὶ ἡ πε­ρι­ου­σί­α τῆς για­γιᾶς τῆς μι­κρῆς, τῆς Κά­τε.

       Ἡ Κά­τε πῆ­γε σχο­λεῖ­ο στὶς κα­λό­γρι­ες, στὴ Ρου­μα­νί­α, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά της. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ πα­ρά­πο­νό της καὶ ὄ­χι μό­νο. Ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ παν­τρευ­τεῖ ἕ­ναν ἄν­τρα εἴ­κο­σι χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρό της, μὲ πολ­λὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ σώ­σει τοὺς δι­κούς της.

       Ἡ τσι­ρι­χτὴ φω­νὴ τῆς νό­νας της ἔ­κα­νε νὰ πε­τα­χτεῖ καὶ πα­ρα­λί­γο νὰ τῆς πέ­σει ἡ κού­κλα.

       — Φέ­ρε μου παι­δί μου, ἔ­λε­γε στὴ για­γιά της, τὰ φα­σα­μέν μου. Δὲν βλέ­πω τί­πο­τα.

       Αὐ­τὰ τὰ γυ­α­λά­κια πο­λὺ τῆς ἀ­ρέ­σα­νε μὲ τὸ μα­κρὺ χε­ρά­κι τους, μοιά­ζα­νε μὲ κιά­λια. Ξε­κί­νη­σαν γιὰ τὸ σα­λό­νι, πρῶ­τα ἡ νό­να, πί­σω ἡ για­γιὰ καὶ πα­ρα­πί­σω ἡ μι­κρή, σὰν μιὰ πομ­πή.

       Σὲ λί­γο ἔ­φτα­σε ὁ μπάρ­μπα-Γιά­ννης. Πο­λὺ κομ­ψὰ ντυ­μέ­νος, ἡ γρα­βά­τα του πάν­τα τὸ ἴ­διο χρῶ­μα μὲ τὸ μαν­τη­λά­κι στὴ μι­κρὴ τσέ­πη τοῦ σα­κα­κιοῦ του. Μό­λις τὴν ἔ­βλε­πε, ἔ­βγα­ζε τὸ κα­πέ­λο του καὶ τὴ χαι­ρε­τοῦ­σε μὲ μιὰ μι­κρὴ ὑ­πό­κλι­ση. Ξε­καρ­δί­ζον­ταν στὰ γέ­λια, τὴν ἔ­βα­ζε στὰ γό­να­τά του καὶ τῆς γέ­μι­ζε τὰ χε­ρά­κια της, μὲ ὄ­μορ­φες, πο­λύ­χρω­μες καὶ γευ­στι­κὲς κα­ρα­μέ­λες, ποὺ τό­σο τῆς ἄ­ρε­σαν. Με­τὰ τῆς ἔ­κλει­νε πο­νη­ρὰ τὸ μά­τι.

       Ἤ­ξε­ραν καὶ οἱ δύ­ο ὅ­τι ἡ νό­να εἶ­χε κλει­στο­φο­βί­α καὶ ὁ μπάρ­μπα-Γιάν­νης τῆς εἶ­χε πεῖ νὰ πη­γαί­νει ἐ­κεῖ ποὺ κα­θό­τα­νε καὶ νὰ τῆς κλεί­νει τὴν πόρ­τα. Ἐ­κεί­νη φο­βι­σμέ­νη, πρῶ­τα τῆς φώ­να­ζε, ἀλ­λὰ με­τὰ τὴν κα­λό­πια­νε. «Ἄ­νοι­ξε κα­λὸ παι­δά­κι καὶ ἐ­γὼ θὰ σοῦ δώ­σω κα­ρα­μέ­λα.» Ἡ μι­κρὴ τὴν ἄ­νοι­γε γρή­γο­ρα καὶ μό­λις ἔ­παιρ­νε τὴν κα­ρα­μέ­λα, τσοὺκ τὴν ξα­νά­κλει­νε. Μέ­χρι νὰ τὴν κα­τα­λά­βουν καὶ νὰ τὴν μα­λώ­σουν, προ­λά­βαι­νε καὶ μά­ζευ­ε ἀρ­κε­τὲς κα­ρα­μέ­λες. Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μυ­στι­κό τους μὲ τὸν μπάρ­μπα-Γιάν­νη καὶ ἐ­κεῖ­νος σὰν ἐ­πι­βρά­βευ­ση, τῆς ἔ­δι­νε μιὰ με­γά­λη σο­κο­λά­τα.

       Τώ­ρα θὰ πή­γαι­νε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴ μα­μά του καὶ ἡ μι­κρὴ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ γε­λοῦ­σε ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο. Πράγ­μα­τι, μό­λις κά­θι­σε κον­τά της ἄρ­χι­σε νὰ φω­νά­ζει μπᾶς καὶ τὸν ἀ­κού­σει. Μά­ται­α. Τό­τε ἦρ­θε ἡ για­γιὰ ἡ μι­κρὴ κρα­τών­τας τὸ ἄ­δει­ο ρό­λο ἀ­πὸ τὸ χαρ­τὶ τῆς του­α­λέ­τας. Ἡ νό­να τὸ ἔ­βα­λε στὸ αὐ­τί, μὲ μιὰ με­γα­λό­πρε­πη κί­νη­ση ποὺ ἅρ­μο­ζε στὴ θέ­ση της καὶ τὸ πρό­σω­πό της φω­τί­στη­κε μό­λις ἄ­κου­σε τὴ φω­νή του.

       Τί πλά­κα τε­λι­κὰ ποὺ εἶ­χαν οἱ με­γά­λοι!



Κά­τια (Δρού­στα) Στα­μα­τιά­δου γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε στὴ Σχο­λὴ Δο­ξιά­δη Δι­α­κό­σμη­ση Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν Χώ­ρων, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀ­πο­φοί­τη­σε τὸ 1976. Στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε πά­νω στὸ ἀν­τι­κεί­με­νό της γιὰ μι­κρὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Κα­τό­πιν ξε­κί­νη­σε νὰ δου­λεύ­ει σὲ ξε­νό­γλωσ­σα ἑλ­λη­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά, ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη δι­α­φή­μι­σης καὶ δη­μο­σί­ων σχέ­σε­ων. Ἀ­πὸ νε­α­ρὴ ἡ­λι­κί­α ἔ­γρα­φε θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ δι­η­γή­μα­τα, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­μως δὲν δη­μο­σί­ευ­σε πο­τέ. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ ὁ­μά­δες δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­ναι μέ­λος ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κῶν θε­α­τρι­κῶν ὁ­μά­δων. Ἔ­κτο­τε, κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους (Κρυ­στα­λί­α Πα­τού­λη, Ἀ­δέ­σπο­τα. 45 Ἀ­φη­γή­σεις γιὰ τὴν παι­δι­κὴ καὶ τὴν ἐ­φη­βι­κὴ ἡ­λι­κί­α, Τα­ξι­δευ­τής, Ἀ­θή­να 2019), ἐ­νῶ ἔ­χει λά­βει μέ­ρος σὲ ἀρ­κε­τὲς ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὲς πα­ρα­στά­σεις θε­ά­τρου.



		

	

Κατερίνα Μαυρογεώργη: Ἡ λεοπάρδαλη



Κατερίνα Μαυρογεώργη


Ἡ λεοπάρδαλη


ΤΑ ΧΕΡΙΑ τῆς Σο­φί­ας πλέ­κουν κο­τσί­δα τὰ μαλ­λιὰ τῆς Ἄν­νας. Ἡ Ἄν­να εἶ­ναι ἡ κό­ρη, ἡ μα­μὰ εἶ­ναι ἡ Σο­φί­α. Εἶ­ναι πρω­ΐ, ἡ Σο­φί­α ἑ­τοι­μά­ζει τὴν Ἄν­να γιὰ τὸ σχο­λεῖο.


«Κά­τσε λί­γο ἥ­συ­χη. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κά­τσεις λί­γο ἥ­συ­χη;», λέ­ει ἡ Σο­φί­α. Πλέ­κει πο­λὺ σφι­χτὴ τὴν κο­τσί­δα. Ἡ Ἄν­να πο­νά­ει καὶ ἀ­φή­νει σι­γα­νοὺς ἤ­χους δι­α­μαρ­τυ­ρί­ας. Δὲν εἶ­ναι κα­λὴ μέ­ρα. Χτὲς τὸ βρά­δυ στὸ μέ­τρη­μα, πά­λι ἔ­λει­πε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ ἀ­δέρ­φια της.

       Ἕ­να μουγ­κρη­τὸ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο. Ἡ Σο­φί­α καὶ ἡ Ἄν­να στρέ­φουν πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Μιὰ βα­θιὰ ρυ­τί­δα θυ­μοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται στὸ μέ­τω­πο τῆς Σο­φί­ας, πα­ρα­τά­ει τὴν κο­τσί­δα στὴ μέ­ση καὶ βγαί­νει ἔ­ξω στὸν κῆ­πο, τι­νά­ζον­τας μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα πί­σω της. Ἡ Ἄν­να μέ­νει στὴ θέ­ση της σὰν ἄ­γαλ­μα. Με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ξα­ναρ­χί­ζουν τὰ μουγ­κρη­τὰ στὸν κῆ­πο.


 Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς κο­τσί­δας πέ­ρα­σαν πολ­λὰ χρό­νια. Ἡ Ἄν­να με­γά­λω­σε, παν­τρεύ­τη­κε, ἔ­κα­νε παι­διά. Κι ἕ­να βρά­δυ ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­σκυ­ψε νὰ φι­λή­σει τὴν μι­κρή της κό­ρη της γιὰ κα­λη­νύ­χτα, ξαφ­νι­κὰ τῆς ψι­θύ­ρι­σε:

       — Ἄν σοῦ ἔ­λε­γα ὅ­τι πα­λιὰ ζοῦ­σε μιὰ λε­ο­πάρ­δα­λη στὸν κῆ­πο μας; Στὸ σπί­τι ποὺ με­γά­λω­σα;…

       Τὸ κο­ρι­τσά­κι, ἕν­τε­κα χρο­νῶν, ἀ­πάν­τη­σε ἀ­μέ­σως μι­σο­κοι­μι­σμέ­νη:

       — Θὰ σὲ πί­στευ­α.

       Κι ἔ­τσι ἡ Ἄν­να ἄρ­χι­σε νὰ λέ­ει ψι­θυ­ρι­στὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α. Ὁ μπαμ­πάς της εἶ­χε πε­θά­νει ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἦ­ταν ὀ­χτὼ χρο­νῶν. Πέ­θα­νε ἀ­πὸ ἔμ­φραγ­μα στὴν δου­λειά του, ἦ­ταν φύ­λα­κας στὸ ζω­ο­λο­γι­κὸ κῆ­πο. Λί­γους μῆ­νες με­τὰ τὸν θά­να­τό του, τρύ­πω­σε στὸν κῆ­πο τους μιὰ λε­ο­πάρ­δα­λη.

       Ἡ Σο­φί­α συ­νέ­χι­ζε:

       — Ἄν σου ἔ­λε­γα, ὅ­τι τὰ πάν­τα ἑ­ξαρ­τῶν­ταν ἀ­πὸ τὶς δι­α­θέ­σεις της;…

       — Θὰ σὲ πί­στευ­α.

       — Εἶ­ναι τε­λεί­ως τυ­χαῖ­ο τὸ ὅ­τι ζῶ. Ἔ­τυ­χε νὰ μὴν εἶ­μαι μπρο­στὰ τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε.

       — Πῶς μπῆ­κε στὸν κῆ­πο;

       — Μπῆ­κε μι­κρή, τὴν πε­ρά­σα­με γιὰ γά­τα μᾶλ­λον. Κρυ­βό­ταν. Ὅ­ταν ἔ­φα­γε κά­τι που­λιὰ τὴν εἶ­δα ἐ­γὼ πρώ­τη φο­ρά. Εἶ­χε ἤ­δη με­γα­λώ­σει πο­λύ.

       — Τὴν φο­βό­σουν;

       — Τὴν ἔ­τρε­μα. Πή­γαι­να κον­τά της ὅ­ταν κοι­μό­ταν μό­νο.

       — Καί;

       — Τὴν κοι­τοῦ­σα.

       — Καί;

       — Δὲν ἔ­χω ξα­να­δεῖ πιὸ ὄ­μορ­φο πλά­σμα. Ἡ γού­να της λαμ­πύ­ρι­ζε. Κά­θε τρί­χα της ἔ­μοια­ζε μὲ λε­πτε­πί­λε­πτη βε­λό­να.

       — Μπο­ρεῖ νὰ σᾶς ἀ­γα­ποῦ­σε.

       — Τρε­φό­ταν μὲ μᾶς. Ὅ­ποι­ον ἔ­βρι­σκε πρό­χει­ρο.

       — Ἐ­σὺ τὴν ἀ­γα­ποῦ­σες;

       — Τὴν λά­τρευ­α.

       — Τὴν ἄγ­γι­ξες πο­τέ;

       — Θὰ μὲ ἔ­τρω­γε. Ἔ­φα­γε πολ­λοὺς ἀ­πὸ τὰ ἀ­δέρ­φια μου.

       — Ἀ­λή­θεια;

       — Ἀ­λή­θεια. Τὸ βρά­δυ πρὶν κοι­μη­θοῦ­με ἡ μη­τέ­ρα μου μᾶς ἔ­στη­νε στὴν σει­ρὰ καὶ μᾶς με­τροῦ­σε. Φο­ρού­σα­με τὰ νυ­χτι­κά μας καὶ μοι­ά­ζα­με ἤ­δη μὲ φαν­τά­σμα­τα. Πολ­λὲς φο­ρές, ἔ­λει­πε κά­ποι­ος. Γυρ­νού­σα­με στὰ κρε­βά­τια μας τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὸν φό­βο. Ἀ­πὸ θαῦ­μα ζῶ ἐ­γώ…

       — Πῶς τὴν γλί­τω­σες; Πῶς σώ­θη­κες; ρώ­τη­σε τὸ κο­ρι­τσά­κι.

       Ἡ Ἄν­να χα­μο­γέ­λα­σε ἀ­χνὰ καὶ ἀ­πάν­τη­σε σχε­δὸν κε­φά­τα:

       — Τυ­χαῖα! Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ εἶ­χε φά­ει κι ἐ­μέ­να ὅ­πως τὰ ἀ­δέρ­φια μου. Ἁ­πλὰ ἔ­τυ­χε νὰ λεί­πω τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε! Εἶ­χα σχο­λεῖ­ο, φρον­τι­στή­ριο, ἀγ­γλι­κά, μπα­λέ­το, γερ­μα­νι­κά…

       — Τὴν εἶ­χες βα­φτί­σει;

       — Δὲν θὰ σοῦ πῶ.

       — Πῶς τὴν ἔ­λε­γαν; Πές μου…

       — Ντρέ­πο­μαι νὰ σοῦ πῶ.

       — Ἔ­λα μα­μά… πές μου.

       — Χίθ­κλιφ τὴν ἔ­βγα­λα. Εἶ­χα ἀ­κού­σει κά­που το ὄ­νο­μα καὶ μοῦ ἄ­ρε­σε. Δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν εἶ­ναι ἀ­γο­ρί­στι­κο ἢ κο­ρι­τσί­στι­κο. Ἀ­πὸ θαῦ­μα ζῶ. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μὲ εἶ­χε φά­ει κι ἐ­μέ­να…

       Ἡ Ἄν­να σή­κω­σε τὸ βλέμ­μα στὸ τα­βά­νι κι ἐ­πα­νέ­λα­βε χα­μο­γε­λών­τας ἀ­φη­ρη­μέ­να:

       — …Ἔ­τυ­χε νὰ λεί­πω τὶς ὧ­ρες ποὺ πει­νοῦ­σε. Εἶ­χα σχο­λεῖ­ο, φρον­τι­στή­ριο, ἀγ­γλι­κά, μπα­λέ­το, γερ­μα­νι­κά… Φρόν­τι­ζα νὰ λεί­πω συ­νέ­χεια.

       — Τί ἀ­πέ­γι­νε;

       — Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Ναί.

       — Φο­ροῦ­σε μιὰ μπλὲ ρόμ­πα.

       — Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Ἡ μη­τέ­ρα μου ἡ Σο­φί­α. Φο­ροῦ­σε μιὰ μπλὲ ρόμ­πα τὴν ἡ­μέ­ρα ποὺ τῆς ἐ­πι­τέ­θη­κε ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη.

       — Πές..

       — Μιὰ μέ­ρα, ἐ­γὼ ἔ­λει­πα πά­λι. Μοῦ εἶ­παν τὰ ἀ­δέρ­φια μου ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα μου ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­ώ­ξει τὴν λε­ο­πάρ­δα­λη ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο μας. Εἶ­χε βα­ρε­θεῖ νὰ με­τρά­ει κά­θε βρά­δυ τὰ παι­διά της. Πῆ­γε λοι­πὸν στὴν κρυ­ψώ­να τῆς λε­ο­πάρ­δα­λης, κά­θι­σε καὶ τὴν πε­ρί­με­νε νὰ βγεῖ.

       — Καὶ ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Τὸ κα­τά­λα­βε. Ἐ­κεῖ μέ­σα στὴν κρυ­ψώ­να της τὸ ἔ­νι­ω­σε. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι ὁ χρό­νος της τε­λεί­ω­νε καὶ ὅ­τι τὴν ἔ­δι­ω­χναν. Θύ­μω­σε. Καὶ ὅρ­μη­ξε στὴν μη­τέ­ρα μου.

       — Καί;…

       — Ἡ μπλὲ βε­λού­δι­νη ρόμ­πα τῆς μη­τέ­ρας μου σώ­θη­κε. Τὴν βρή­κα­με στὰ χώ­μα­τα, γε­μά­τη ξε­ρα­μέ­να αἵ­μα­τα. Εἶ­χε πολ­λὰ σκι­σί­μα­τα ἀλ­λὰ ἐ­πι­δι­ορ­θώ­θη­κε ἀ­πὸ μιὰ πο­λὺ κα­λὴ μο­δί­στρα.

       — Ἡ μη­τέ­ρα σου; Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη;

       — Αὐ­τὲς πά­λε­ψαν μέ­χρι θα­νά­του. Πά­λευ­αν γιὰ μέ­ρες, τὶς ἀ­κού­γα­με. Μουγ­κρη­τὰ καὶ βογ­κη­τά. Ἐ­μεῖς πη­γαί­να­με κα­νο­νι­κὰ σχο­λεῖ­ο, ἀγ­γλι­κά, φρον­τι­στή­ριο, κι αὐ­τὲς ἐ­κεῖ μέ­σα στὶς φυλ­λω­σι­ές, πά­λευ­αν ποι­ά θὰ νι­κή­σει.

       — Καὶ τε­λι­κά, ποι­ά νί­κη­σε;

       — Δύ­σκο­λο νὰ πῶ. Ἡ μη­τέ­ρα μου πά­λευ­ε γιὰ ἐ­μᾶς. Γιὰ νὰ πά­ψει τὸ μέ­τρη­μα τὰ βρά­δια. Γιὰ νὰ μὴν φο­βό­μα­στε. Ἡ λε­ο­πάρ­δα­λη πά­λε­ψε γεν­ναῖα. Εἶ­χε καὶ ἐ­κεί­νη τὰ δι­κά της ἰ­δα­νι­κά. Πι­στεύ­ω πὼς καὶ οἱ δυ­ό τους ἀ­γα­ποῦ­σαν πο­λὺ τὸν πα­τέ­ρα μου. Πι­στεύ­ω πὼς τοὺς ἔ­λει­πε.

       Ἡ Ἄν­να κοί­τα­ξε τὴν κό­ρη της, ἄ­θε­λά της τὴν εἶ­χε ξυ­πνή­σει. Τὸ κο­ρί­τσι τὴν κοί­τα­ζε μὲ μά­τια δι­ά­πλα­τα, κι εἶ­χε σχε­δὸν ἀ­να­ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι. Ἡ Ἄν­να συ­νέ­χι­σε.

       — Ξαφ­νι­κὰ ἕ­να πρω­ΐ, ἀ­κού­στη­κε ἡ­συ­χί­α στὸν κῆ­πο. Κα­τα­λά­βα­με ὅ­τι ἡ μά­χη ἔ­λη­ξε, ξε­χυ­θή­κα­με στὸν κῆ­πο ὅ­σα παι­διὰ εἴ­χα­με ἀ­πο­μεί­νει νὰ δοῦ­με ἂν νί­κη­σε ἡ μη­τέ­ρα μας. Ἀλ­λὰ εἶ­χαν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ καὶ οἱ δυ­ό τους. Μό­νο τὴν μπλὲ ρόμ­πα εἴ­δα­με στὰ χώ­μα­τα.

       — Μή­πως ἦ­ταν ἰ­σο­πα­λί­α; Μή­πως καὶ οἱ δύ­ο ἔ­πε­σαν στὴν μά­χη;

       — Ὄ­χι ὄ­χι, εἶ­ναι σί­γου­ρο ὅ­τι μό­νο μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο ἐ­πι­κρά­τη­σε.

       — Ποι­ά νί­κη­σε λοι­πόν;

       — Εἶ­ναι πο­λὺ δύ­σκο­λο νὰ πῶ.

       Κα­νεὶς δὲν πλη­σιά­ζει πιὰ στὸ ση­μεῖ­ο τῆς μά­χης νὰ δεῖ τί ἀ­πέ­μει­νε ἀ­πὸ τὶς δυ­ό τους. Τὸ πα­λιό μας σπί­τι ἐ­ρή­μω­σε.

       Ἡ Ἄν­να χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι ἀ­χνά. Χά­ι­δε­ψε τὸ πρό­σω­πο τῆς κό­ρης της.

       — Ξέ­ρεις.. Ἐ­μεῖς τώ­ρα, γιὰ κα­λὸ καὶ γιὰ κα­κό, ἂς συ­νε­χί­σου­με νὰ με­τρι­ό­μα­στε τὰ βρά­δια.



Ἡ Κα­τε­ρί­να Μαυ­ρο­γε­ώρ­γη γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πο­φοί­τη­σε ἀ­πὸ τὴν Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ «Ἀρχή» τῆς Νέλ­λης Καρ­ρᾶ καὶ τὸ Παν­τεῖ­ο Πα­νε­πι­στή­μιο, τμῆ­μα Ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας Μέ­σων & Πο­λι­τι­σμοῦ. Ὡς ἠ­θο­ποι­ὸς ἔ­χει συ­νερ­γα­στεῖ μὲ τὴν ὁ­μά­δα Pa­tari Pro­ject στὶς πα­ρα­στά­σεις Πιά­νω Πα­πού­τσι Πά­νω στὸ Πιά­νο καὶ Χι­ο­νά­νοι, σὲ σκη­νο­θε­σί­α Σο­φί­ας Πά­σχου, μὲ τοὺς Blitz Theater Group στὶς πα­ρα­στά­σεις Τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς Παγ­κό­σμιας Μο­να­ξιᾶς στὸ φε­στι­βὰλ Ἀ­θη­νῶν κ.ἄ. Γράφει θεατρικὰ ἔργα, σενάρια καὶ σκηνοθετεῖ.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ἡ ἀπογείωση



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


­πο­γεί­ω­ση


ΞΑΙΤΙΑΣ τῆς ἀ­περ­γί­ας τῶν ἐ­λεγ­κτῶν ἐ­να­έ­ριας κυ­κλο­φο­ρί­ας, οἱ ὁ­ποῖ­οι μά­λι­στα ἔ­φτα­σαν στὸ ση­μεῖ­ο νὰ κα­τα­λά­βουν τὸν μο­να­δι­κὸ δι­ά­δρο­μο ἀ­πο­γεί­ω­σης-προ­σγεί­ω­σης τοῦ ἀ­ε­ρο­δρο­μί­ου, ζη­τή­θη­κε, εὐ­γε­νι­κά, ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­βά­τες τῆς πτή­σης MCL 33 νὰ τραβήξουν τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο πρὸς τὰ πε­ρί­χω­ρα τῆς πό­λης μέ­χρι νὰ βροῦν ἕ­να χερ­σο­χώ­ρα­φο ἀ­πὸ ὅ­που θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ ἀ­πο­γει­ω­θοῦν. Οἱ ἐ­πι­βά­τες, καρ­τε­ρι­κά, τράβηξαν τὸ ἀ­ε­ρο­σκά­φος μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς φαρ­δεῖς δρό­μους, τὶς με­γά­λες λε­ω­φό­ρους καὶ τὰ πε­ρι­α­στι­κὰ δά­ση τῆς πό­λης, μέ­χρι ποὺ ἔ­φτα­σαν στὰ ὅ­ρια τοῦ ἀ­πέ­ραν­του κάμ­που ποὺ ἐ­κτεί­νε­ται πρὸς νό­τια.

       Τό­τε μό­νο ἀν­τι­λή­φθη­καν ὅ­τι στὸ δρό­μο εἶ­χαν χα­θεῖ τὰ δύ­ο φτε­ρὰ τοῦ σκά­φους. Ἔν­τρο­μοι, ἀ­πευ­θύν­θη­καν στὸν πι­λό­το, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος, μει­λί­χια, τοὺς κα­θη­σύ­χα­σε καὶ τοὺς δι­α­βε­βαί­ω­σε πώς, γιὰ κά­τι τέ­τοι­ους «φαν­τα­στι­κοὺς» ἐ­πι­βά­τες, ἦ­ταν δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἀ­πο­γει­ώ­σει τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο δί­χως τὰ ἀ­να­θε­μα­τι­σμέ­να φτε­ρά, τὴ συ­νει­σφο­ρὰ τῶν ὁ­ποί­ων στὴν ἐν λό­γῳ «ἀ­ε­ρο­ναυ­τι­κὴ δι­α­δι­κα­σί­α» χα­ρα­κτή­ρι­σε ὡς κα­θα­ρὰ «ἀ­νεκ­δο­το­λο­γι­κή».


 


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ἀ. Κ. Χρι­στο­δού­λου: Ὁ «Ἀ­να­νάς»



Ἀ. Κ. Χρι­στο­δού­λου


Ὁ «Ἀ­να­νάς»


ΑΠΟΔΕΙΞΗ πὼς ἡ κω­μι­κο­τρα­γι­κὴ ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἀ­να­νί­α Ἀ­να­νιά­δη ὑ­πῆρ­ξεν ἀ­λη­θι­νή, ὅ­σο ἀ­πί­στευ­τη κι ἂν φαν­τά­ζει, βρί­σκε­ται στὰ χέ­ρια μου. Εἶ­ναι, τί ἄλ­λο, ἕ­να βι­βλί­ο! Ὅ­μως πρὶν τὸ ξε­φυλ­λί­σω γιὰ νὰ πει­στεῖ­τε, θὰ ἀ­φη­γη­θῶ ὅ­σα ἔ­μα­θα ἀ­κού­ον­τας πό­σο γε­λοῖ­ο ὑ­πῆρ­ξε στ ἀ­λή­θεια τὸ εὐ­γε­νές, ὑ­πο­τί­θε­ται, βι­βλι­ο­θη­ρι­κὸ πά­θος τοῦ Ἀ­να­νιά­δη. Θὰ δι­και­ο­λο­γή­σε­τε τό­τε τὰ σπαρ­τα­ρι­στὰ γέ­λια τῆς πλα­τεί­ας στὸ παλ­κο­σέ­νι­κο ποὺ εἶ­χε στή­σει ὁ ξυ­πα­σμέ­νος φρου­τέμ­πο­ρος, πα­ρι­στά­νον­τας τὸ φά­σμα τοῦ βι­βλι­ο­θη­κά­ριου Δη­μη­τρί­ου τοῦ Φα­λη­ρέ­ως, χω­ρὶς νὰ ἀ­κού­ει τὴν μπη­χτὴ ἀ­πὸ τὴν πλέμ­πα πὼς χα­ρά­μι­ζε ὁ ἀ­νί­δε­ος φορ­τί­α ἀ­κρι­βο­πλη­ρω­μέ­νων ἀ­να­νά­δων – ὅ­σα ξε­φόρ­τω­νε στὴ λα­χα­να­γο­ρὰ τοῦ Βό­λου γιὰ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξει ἀ­μέ­σως τὴν πα­χυ­λὴ εἴ­σπρα­ξη μὲ τί­τλους βα­ρύ­γδου­πων βι­βλί­ων. Ναί, ὁ ἀ­νό­η­τος, με­γα­λο­ει­σα­γω­γεὺς ἀ­να­νά­δων ἐξ Ἀ­φρι­κῆς, εἶ­χε τὴν πιὸ ἀ­πί­θα­νη λό­ξα. Ὅ­σα λε­φτά, —καὶ μι­λᾶ­με γιὰ μπά­ζα χον­τρή—, μά­ζευ­ε ἀ­πὸ τοὺς μο­σχο­που­λη­μέ­νους ἀ­να­νά­δες, τὰ ξό­δευ­ε μέ­χρι δε­κά­ρα ἐμ­πλου­τί­ζον­τας μιὰ βι­βλι­ο­θή­κη στη­μέ­νη ὄ­χι μὲ τὶς πλά­τες ἑ­νὸς Πτο­λε­μαί­ου Σω­τῆ­ρος στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια, ἀλ­λὰ μὲ τὶς τσα­κι­σμέ­νες κλεῖ­δες του στὶς Ἁ­λυ­κὲς τοῦ Βό­λου. Δί­πλα σε δυ­ὸ κα­μα­ροῦ­λες, στὰ ρά­φια ἑ­νὸς πε­λώ­ριου ὀ­στε­ο­φυ­λά­κιου εἶ­χε ἀ­ρα­διά­σει ἀ­θά­να­τες πραγ­μα­τεῖ­ες, τὰ ἄ­φθαρ­τα κρα­νί­α ὅ­λων τῶν σο­φῶν του κό­σμου. Kant, Spinoza, Descartes, Πλά­των, Ἀ­ρι­στο­τέ­λης καὶ βά­λε. Ὅ­λα ἀ­πὸ δυ­ὸ ἀν­τί­τυ­πα μά­λι­στα. Στὴν πε­ρί­πτω­ση, ὡ­στό­σο, αὐ­τοῦ τοῦ εὐ­η­θέ­στα­του ἀ­να­να­δο­πώ­λου τὸ τρα­γε­λα­φι­κὸ δὲν ἦ­ταν ἡ ἀ­ταί­ρια­στη συλ­λε­κτι­κὴ μα­νί­α του, ἀλ­λὰ ἡ ἀ­γραμ­μα­το­σύ­νη του. Ἦ­ταν ἐν­τε­λῶς ἀ­μόρ­φω­τος, ἴ­σα ποὺ συλ­λά­βι­ζε. Ὡ­στό­σο μο­λο­νό­τι δὲν κα­τα­λά­βαι­νε γρὶ ἀ­πὸ τὶς ση­μα­σί­ες τῶν τί­τλων ποὺ ἀ­γό­ρα­ζε, δι­ά­λε­γε (ἄ­γνω­στο ποῦ καὶ πῶς) σπου­δαῖα βι­βλί­α. Σά­στι­ζε κα­νεὶς καὶ με­τὰ ξε­ραι­νό­ταν στὰ γέ­λια.

       Ὅ­μως ὁ αἰχ­μη­ρὸς ὑ­παι­νιγ­μὸς ἑ­νὸς κα­φε­νό­βιου, ποὺ ἔ­τυ­χε κά­πο­τε νὰ εἶ­ναι ἡ πα­ρέ­α μου στὴ θρυ­λι­κὴ «Συ­νάν­τη­ση», γω­νί­α Καρ­τά­λη μὲ Ἀρ­γο­ναυ­τῶν, μοῦ ἔ­κο­ψε τὸ σαρ­κα­στι­κὸ γε­λά­κι. Μὲ τὸ φλι­τζα­νά­κι τοῦ κα­φὲ στὸ στό­μα, ἔ­νι­ω­σα τὸ πάρ­θιον βέ­λος τοῦ κα­κό­γλωσ­σου νὰ μὲ χτυ­πά­ει κα­τα­κού­τε­λα: «Ξέ­ρεις, ὁ Ἀ­να­νὰς τῆς Λα­χα­να­γο­ρᾶς, ἡ Ἥ­με­ρος Ἀ­να­νάσ­σα τοῦ Γεν­να­δί­ου», ἔ­τσι τὸν στό­λι­σε ὁ φαρ­μα­κό­γλωσ­σος, «τὰ βρά­δια κλει­δο­μαν­τα­λώ­νε­ται στὴ βι­βλι­ο­θή­κη καὶ ξε­νυ­χτά­ει χτυ­πών­τας ἐ­πί­μο­να κά­τι. Θὰ τρε­λα­θεῖ ἡ κα­κό­μοι­ρη συμ­βί­α στὴν πλα­ϊ­νὴ κα­μα­ρού­λα της ἀ­κού­ον­τας αὐ­τὸ τὸ ἐ­κνευ­ρι­στι­κὸ τὰκ-τάκ». Θὰ εἶ­χε σι­γή­σει μέ­σα μου αὐ­τὸς ὁ χτύ­πος, ἂν ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δυ­ὸ χρό­νια, στὸ ἴ­διο κα­φε­νεῖ­ο, δυ­ὸ φί­λοι ποὺ ἔ­παι­ζαν ξε­ρή, κι ἐ­γὼ ἀ­πο­λάμ­βα­να τὸ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νό μου κα­φε­δά­κι, δὲ μὲ ξάφ­νια­ζαν μὲ τὴν εἴ­δη­ση πὼς ὁ « Ἀ­να­νὰς» εἶ­χε πε­θά­νει καὶ πὼς ἡ χή­ρα του ξε­που­λοῦ­σε τὰ βι­βλί­α τοῦ Φα­λη­ρέ­ως. Ὁ­μο­λο­γῶ πὼς ἀ­γα­πῶ τὰ βι­βλί­α. Σκέ­φτη­κα λοι­πὸν νὰ ἀ­γο­ρά­σω κι ἐ­γὼ με­ρι­κὰ καὶ ἐπ΄ εὐ­και­ρί­ᾳ νὰ ρω­τή­σω τὴ γυ­ναί­κα καὶ νὰ μά­θω τί ἔ­κα­νε ὁ πα­θι­α­σμέ­νος τύ­πος τὶς νύ­χτες πλαι­σι­ω­μέ­νος ἀ­πὸ μί­αν ὁ­μή­γυ­ρη φι­μω­μέ­νων σε­λί­δων. Ἡ χή­ρα μοῦ ἔ­λυ­σε τὴν ἀ­πο­ρί­α. Ὁ μα­νια­κὸς σύ­ζυ­γος σφρά­γι­ζε μὲ ἀ­πα­νω­τὰ μαῦ­ρα σφρα­γί­σμα­τα μί­α-μί­α, ὁ­λό­κλη­ρες καὶ ὅ­λες τὶς σε­λί­δες τῶν βι­βλί­ων μὲ μί­αν ὀ­κτά­γω­νη σφρα­γί­δα ποὺ ὁ­λό­γυ­ρα ἔ­γρα­φε «EX LIBRIS, ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΑΝΑΝΙΑ ΑΝΑΝΙΑΔΗ» καὶ στὸ κέν­τρο εἶ­χε τὴν ἐμ­βλη­μα­τι­κὴ εἰ­κό­να ἑ­νὸς χον­τροῦ ἀ­να­νά. Ἔ­μει­να ἄ­φω­νος μπρο­στά σε αὐ­τὴν τὴν ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη αὐ­το­κα­τα­στρο­φή. Ἡ σφρα­γί­δα τοῦ κομ­πορ­ρή­μο­νος « Ἀ­να­νά» εἶ­χε κα­τα­στρέ­ψει καὶ τὰ δυ­ὸ ἀν­τί­τυ­πα ὅ­λων των βι­βλί­ων, ἀ­χρη­στεύ­ον­τας τὴ συλ­λο­γὴ τῆς ζω­ῆς του. Ζή­τη­σα νὰ δῶ ἕ­να βι­βλί­ο. Ἐ­κεί­νη μοῦ ἔ­βα­λε στὸ χέ­ρι ἕ­να λέ­γον­τας: «Δὲ θέ­λω λε­φτά. Πάρ­το νὰ θυ­μᾶ­σαι τὸν Ἀ­να­νά του.» Τὸ βι­βλί­ο ποὺ ξε­φυλ­λί­ζω μπρο­στά σας, πει­στή­ριο αὐ­τῆς τῆς τρα­γε­λα­φι­κῆς ἀ­λη­θι­νῆς ἱ­στο­ρί­ας, φέ­ρει στὸ ἐ­ξώ­φυλ­λο τὰ στοι­χεῖ­α: «ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΒΟΡΕΑ, ΛΟΓΙΚΗ».



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Ἀ. Κ. Χρι­στο­δού­λου (Βό­λος, 1943). Ἵ­δρυ­σε τὶς ἐκ­δό­σεις «Ζώ­διο», ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, τὴν τρί­το­μη με­λέ­τη Ἡ «Στρο­φὴ» τοῦ Σε­φέ­ρη (1981-1984) καὶ δύο τό­μους ἀ­πὸ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα τοῦ Χέρ­μαν Μέλ­βι­λ Μόμ­πυ-Ντίκ· ἡ Ἡ Φά­λαι­να, σὲ δί­γλωσ­ση μορ­φὴ (ἀ­με­ρι­κά­νι­κο κεί­με­νο καὶ δι­κή του ἑλ­λη­νι­κὴ με­τά­φρα­ση, 1983, 1985). Τὸ 1992 ἀ­νέ­λα­βε τὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς σει­ρᾶς Orbis Literae τῶν ἐκ­δό­σε­ων Gutenberg, ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε σὰν πρῶ­το ἔρ­γο ὁ­λό­κλη­ρη τὴ με­τά­φρα­ση του Μόμ­πι Ντίκ. Τὸ 1997 μα­ζὶ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ Sanford E. Marovitz δι­ορ­γά­νω­σε τὸ πρῶ­το Δι­ε­θνὲς Συ­νέ­δριο τῆς Melville Society of America στὸ Βό­λο. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ (1997) δη­μο­σί­ευ­σε τὸν πρῶ­το τό­μο μιᾶς νέ­ας δί­γλωσ­σης (πεν­τά­το­μης) ἔκ­δο­σης τοῦ Μόμ­πι-Ντίκ καὶ τὸ 2001 ἐ­πι­με­λή­θη­κε μα­ζὶ μὲ τὸν κα­θη­γη­τὴ Sanford E. Marovitz τὴν ἔκ­δο­ση τῶν πρα­κτι­κῶν τοῦ πρώ­του Δι­ε­θνοῦς Συ­νε­δρί­ου ποὺ ἔ­γι­νε στὸ Βό­λο. Τὸ 2009 δη­μο­σί­ευ­σε τόμο μὲ ἑ­φτὰ ποι­η­τι­κὲς συν­θέ­σεις μὲ τί­τλο Ποι­ή­μα­τα (Τυ­πω­θή­τω). Τὸ 2013 δη­μο­σί­ευ­σε μί­α ἐ­κτε­τα­μέ­νη με­λέ­τη μὲ τί­τλο Γρα­φέ­ως Κά­το­πτρον, Εἰ­σα­γω­γὴ στὴν ποί­η­ση τοῦ Γιά­ννη Πα­τί­λη («Ὕ­ψι­λον») καὶ ἐγ­και­νί­α­σε μα­ζὶ μὲ τὸν Γιά­ννη Πα­τί­λη μιὰ νέ­α σει­ρὰ βι­βλί­ων στὶς ἐκ­δό­σεις «Πλα­νό­διον» μὲ τί­τλο «Σύρ­τις», ὅ­που δη­μο­σί­ευ­σε τὴ νου­βέ­λα Ἀ­ζὸρ ὁ Σκύ­λο­ς (2013). Στὴν ἴ­δια σει­ρά, τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ (2013) δη­μο­σί­ευ­σε τὸ δο­κί­μιο Ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα Ἀγ­γέ­λου, μιὰ σπου­δὴ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ τῆς Ἡ­ρῶς Νι­κο­πού­λου, σὰν πα­ράρ­τη­μα στὸ λεύ­κω­μα τῆς ζω­γρά­φου μὲ τί­τλο Πύ­κνω­μα Χρό­νου. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ἀ­να­γνω­στι­κὸ τῶν «Βί­αι­ων ἐν­τυ­πώ­σε­ων» τοῦ ποι­η­τῆ Δη­μή­τρη Ἀρ­μά­ου (Gutenberg, 2018).



		

	

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας: Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα



Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας


Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα


ΟΤΕ δὲν κά­να­με με­γά­λη ζω­ή. Γιὰ ἐ­μᾶς μι­κρὴ ὑ­πῆρ­ξε πάν­το­τε. Χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει πὼς δὲν εἴ­χα­με τὶς χα­ρὲς ἢ τὶς λύ­πες μας. Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ γρα­φοῦν ὁ­λό­κλη­ρες ἱ­στο­ρί­ες. Μι­κρὲς γιὰ νὰ ἀν­τι­στοι­χοῦν σὲ μι­κρὲς ἐμ­πει­ρί­ες. Ἢ ἔ­στω στὴ μι­κρό­τη­τα ποὺ μᾶς ἔ­δει­ξαν ὅ­σοι τὶς γρά­φουν καὶ τὶς δι­α­βά­ζουν.

       Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξαν καὶ ὑ­πάρ­χουν κα­κοὶ ἀ­νά­με­σά μας. Ἀλ­λὰ σὲ ποι­ό χῶ­ρο δὲν ὑ­πάρ­χουν; Δὲν ὑ­πάρ­χουν κα­κοὶ συγ­γρα­φεῖς, ἄ­θλιοι κρι­τι­κοί, χει­ρό­τε­ροι ἀ­να­γνῶ­στες;

       Εἶ­ναι αὐ­τὸς λό­γος; Μι­λῶ ἐκ μέ­ρους τῶν συ­να­δέλ­φων. Εἶ­ναι αὐ­τὸ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ μᾶς βά­ζουν ὅ­λους στὸ στό­χα­στρο; Για­τί, μιὰ ζω­ὴ μᾶς κα­τα­δί­ω­ξαν χω­ρὶς ἔ­λε­ος. Ἀ­κό­μη καὶ ἂν τὰ πράγ­μα­τα ἔ­χουν κά­πως βελ­τι­ω­θεῖ τε­λευ­ταῖ­α.

       Ἔ­χου­με ὑ­πο­στεῖ τὰ μαρ­τύ­ρια τοῦ νε­ροῦ, καυ­τοῦ καὶ πα­γω­μέ­νου, τὴ δο­κι­μα­σί­α τῆς φω­τιᾶς, τοῦ χώ­μα­τος καὶ τοῦ ἀ­έ­ρα, στρα­τι­ὲς ὁ­λό­κλη­ρες ὅ­σων βά­ζουν νὰ μᾶς κυ­νη­γοῦν, χω­ρὶς νὰ λυ­γί­σου­με. Για­τί, ὅ­που καὶ ἂν πᾶ­με ἐ­πι­βι­ώ­νου­με. Σὲ κλί­μα τρο­πι­κὸ ἢ πο­λι­κό, σὲ ἄ­πλε­το φῶς ἢ στὸ δια­ρκὲς σκο­τά­δι.

       Ἂς ἔ­χουν δυ­σκο­λί­ες κά­ποι­οι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σουν τὴν τρο­φή τους. Ἂς ἔ­χουν δυ­σκο­λί­ες κά­ποι­οι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ ἀ­να­στή­σουν ἀ­πο­γό­νους. Ἂς ἔ­χου­με τὶς δυ­σκο­λί­ες συμ­βί­ω­σης ποὺ κα­νεὶς δὲν ἀ­πο­φεύ­γει στὴ ζω­ή.

       Καὶ τί νὰ πῶ ποὺ τό­σα χρό­νια ζή­σα­με κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι σὲ μιὰ ἀ­ό­ρα­τη ὕ­παρ­ξη; Ἐ­πει­δὴ δὲν ἤ­θε­λαν ἢ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μᾶς δοῦν. Πέ­ρα­σαν αἰ­ῶ­νες γιὰ ὅ­σους δὲν βλέ­πουν οὔ­τε τὸν ἑ­αυ­τό τους. Ἂς φαί­νον­ται λι­γό­τε­ρα τὰ χρό­νια γιὰ ἐ­μᾶς ποὺ ἡ φύ­τρα μας πά­ει μα­κριά. Τώ­ρα γνέ­φου­με σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ μᾶς κοι­τά­ζουν μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γυα­λιά.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ πὼς δὲν πε­ρά­σα­με κα­λά. Τα­ξι­δέ­ψα­με παν­τοῦ, σχε­δὸν μὲ κά­θε μέ­σο. Μπή­κα­με σὲ κά­θε σπί­τι. Σὲ χώ­ρους κλει­στοὺς καὶ ἐν­τε­λῶς ἰ­δι­ω­τι­κὲς στιγ­μές. Ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ζω­ή, δώ­σα­με τὸ πα­ρών. Χω­ρὶς νὰ φαι­νό­μα­στε.

       Δὲν χρει­ά­ζε­ται ὅ­μως νὰ τὰ θυ­μᾶ­μαι. Δὲν χρει­ά­ζον­ται συγ­κι­νή­σεις σὲ μι­κρό­βια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1951). Σπού­δα­σε στὸ Ὄ­ρεγ­κον (Reed College) καὶ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη (Graduate Faculty, New School for Social Research). Ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια στὸ Ὄ­ρεγ­κον καὶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, δου­λεύ­ον­τας ὡς πα­νε­πι­στη­μια­κός, σύμ­βου­λος πο­λι­τι­στι­κῶν φο­ρέ­ων (με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ Πο­λι­τι­στι­κὴ Πρω­τεύ­ου­σα τῆς Εὐ­ρώ­πης), ἀν­τα­πο­κρι­τὴς καὶ ἀ­κό­λου­θος τύ­που, πρὶν με­τα­κι­νη­θεῖ στὴν Ὀτ­τά­βα ὡς Σύμ­βου­λος Τύ­που τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς Πρε­σβεί­ας. Στὸν Κα­να­δὰ ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε πρῶ­το Ἐ­πί­τι­μο Μέ­λος τοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Δι­ε­θνοῦς Φε­στι­βὰλ Συγ­γρα­φέ­ων στὴν Ὀτ­τά­βα. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 2003, ἐ­ξε­λέ­γη στὸ δι­οι­κη­τι­κὸ συμ­βού­λιο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς Ἀν­τι­πρό­ε­δρος γιὰ δι­ε­θνεῖς σχέ­σεις. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τράμ καὶ Χάρ­της, κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐ­πι­με­λη­τὴς τοῦ Journal of the Hellenic Diaspora καὶ ἄλ­λων λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­ξι βι­βλί­α ποί­η­σης (μεταξὺ αὐτῶν τὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση Δρό­μοι τῆς Με­λά­νης, Νε­φέ­λη, 2005), ἕ­να βι­βλί­ο ποι­η­τι­κῆς πρό­ζας, ἀ­να­μνή­σε­ων καὶ στο­χα­σμῶν (Λε­ξι­κὸ ἀ­να­μνή­σε­ων, Με­λά­νι, 2013) καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­γά­λο ἀ­ριθ­μὸ δο­κι­μί­ων καὶ ἄρ­θρων, στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὰ ἀγ­γλι­κά, γιὰ θέ­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας, ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ δι­ε­θνῶν σχέ­σε­ων. Τὸ 2014 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη της Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.