Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο & Α. Γκ. Πόρ­τα (Roberto Bolaño & A. G. Porta): Ἡμερολόγιο μπάρας


Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο & Α. Γκ. Πόρ­τα (Roberto Bolaño & A. G. Porta)


Ἡ­με­ρο­λό­γιο μπά­ρας

Βαρ­κε­λώ­νη, Συ­νοι­κί­α 5η (χει­μώ­νας τοῦ 1979)

(Diario de bar

Barcelona, distrito 5.o [invierno de 1979])


Πέμ­πτη, 8 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


ΗΤΑΝ ΓΥΡΩ ΣΤΙΣ ΕΦΤΑ τὸ πρω­ῒ καὶ ὁ Βί­λα κά­πνι­ζε σὲ μιὰ γω­νιὰ πί­σω ἀ­π’ τὴν μπά­ρα· στη­ρι­ζό­ταν στὴν προ­ε­ξο­χὴ τῆς προ­θή­κης μὲ τὰ πο­τά, τὰ μά­τια του ἦ­ταν στο­χα­στι­κὰ καὶ τὰ χέ­ρια του δι­πλω­μέ­να στὸ στο­μά­χι. Μὲ τὸ ποὺ πέ­ρα­σε τὴν πόρ­τα, ὁ Μά­ριο στά­θη­κε μιὰ στιγ­μὴ καὶ τὸν κοί­τα­ξε κι ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βη­κε στὸ σκαμ­πὸ κι ἀ­κούμ­πη­σε τὰ χέ­ρια στὸν πάγ­κο. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, εἶ­πε λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα. Ὁ Βί­λα ση­κώ­θη­κε· φο­ροῦ­σε ἕ­να που­κά­μι­σο μὲ λε­ρω­μέ­νο για­κὰ καὶ τὰ μά­γου­λά του ἦ­ταν ὠ­χρά, λὲς καὶ δὲν τά ’­χε δεῖ πο­τὲ ὁ ἥ­λιος. Γειά, Χι­λια­νέ, ἀ­πο­κρί­θη­κε δί­χως νὰ πε­τά­ξει τὴ γό­πα ἀ­π’ τὰ χεί­λη του, κα­τευ­θυ­νό­με­νος μὲ κι­νή­σεις μπα­σκετ­μπο­λί­στα πρὸς τὸ μέ­ρος τῆς κα­φε­τι­έ­ρας, ἑ­νὸς πα­λιοῦ ἰ­τα­λι­κοῦ μον­τέ­λου ποὺ τὸ περ­νοῦ­σε κα­μιὰ φο­ρὰ μ’ ἕ­να πα­νὶ ποὺ πά­νω εἶ­χε λί­γο γυ­α­λι­στι­κό. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, μο­νο­λό­γη­σε. Δὲν ἦ­ταν κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ μπάρ· ἔ­ξω ἔ­βρε­χε. Ὁ Χι­λια­νὸς ἔ­βγα­λε τὸ παλ­τό του καὶ τὸ ἀ­νέ­μι­σε, κι ἔ­πει­τα τὸ κρέ­μα­σε στὸ δι­πλα­νὸ σκαμ­πό. Κά­τι σὰν ρί­γος δι­α­πέ­ρα­σε τὸ στο­μά­χι του καὶ τὴ σπον­δυ­λι­κή του στή­λη. Ὕ­στε­ρα κάλ­μα. Στά­ξε μου μιὰ-δυ­ὸ στα­γό­νες κο­νιὰκ στὸν κα­φέ, εἶ­πε. Ὁ Βί­λα ἔ­γνευ­σε ξε­φυ­σών­τας. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μιὰ νύ­χτα δου­λειᾶς, ὁ Χι­λια­νὸς ἦ­ταν χα­ρού­με­νος ποὺ ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στὸ μι­σο­σκό­τα­δο τοῦ στε­νό­μα­κρου πα­ραλ­λη­λό­γραμ­μου, ποὺ τὸ πά­τω­μά του ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο ἀ­πὸ ἀ­πο­τσί­γα­ρα καὶ ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης ποὺ θά ’ρ­χό­ταν νὰ τὰ μα­ζέ­ψει κά­να δυ­ὸ ὧ­ρες ἀρ­γό­τε­ρα ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα. Θα­μῶ­νες δὲν ὑ­πῆρ­χαν, ἔ­ξω ἔ­βρε­χε καὶ τὰ μά­τια τοῦ Μά­ριο γυ­ά­λι­ζαν, ὅ­πως γυ­α­λί­ζουν τὰ μά­τια ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ νυ­χτέ­ρι. Σκέ­φτη­κα πὼς εἶ­σαι νε­κρός, ἀ­να­φώ­νη­σε ὁ Βί­λα κα­θὼς το­πο­θε­τοῦ­σε μπου­κά­λια στὰ ρά­φια. Ὁ Μά­ριο χα­σμου­ρή­θη­κε. Ὕ­στε­ρα ἄ­να­ψε ἕ­να Ducados καὶ ἤ­πι­ε μιὰ πρώ­τη γου­λιὰ κα­φέ. Ἦ­ταν ἕ­να μαῦ­ρο ὑ­γρό, σκέ­το φαρ­μά­κι, μύ­ρι­ζε μα­σχα­λί­λα κι ὅ­ταν τὸ κα­τέ­βα­ζες ἦ­ταν λὲς κι εἶ­χες φά­ει κλο­τσιὰ στὸν λαι­μό. Ρί­ξε λι­γά­κι ἀ­κό­μη κο­νιάκ, εἶ­πε. Θὰ μπο­ροῦ­σε ἐ­πί­σης νά ’­χει τρί­ψει τὰ χέ­ρια του· ἴ­σως τὸ ἔ­κα­νε νο­ε­ρά. Ὁ Βί­λα πο­τὲ δὲν τοῦ χρέ­ω­νε τὸ κο­νιάκ, ὅ­ταν τὸ ζη­τοῦ­σε μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο. Ἦ­ταν στὴν ὕ­λη τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας τῆς προ­η­γού­με­νης μέ­ρας. Ἕ­νας Χι­λια­νὸς πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸν ἕ­βδο­μο ὄ­ρο­φο τοῦ δι­πλα­νοῦ κτι­ρί­ου· ἐ­δῶ, ἔ­δει­ξε ὁ Βί­λα ὥ­στε νὰ ἔ­χει ὁ Μά­ριο μιὰ ἰ­δέ­α ποῦ συ­νέ­βη τὸ πε­ρι­στα­τι­κό. Ἦ­ταν γεί­το­νας, κα­νέ­νας ὅ­μως δὲν τὸν γνώ­ρι­ζε, ἐ­ξή­γη­σε ὁ Βί­λα σκα­λί­ζον­τας τὸ δόν­τι του μ’ ἕ­να σπίρ­το. Ἔ­πει­τα ἄ­να­ψε κι ἄλ­λο τσι­γά­ρο κι ἦρ­θε πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ Μά­ριο· στά­θη­κε ἀ­πέ­ναν­τί του. Δὲν ἤ­ξε­ρα τί νὰ σκε­φτῶ, τὴν πε­ρα­σμέ­νη βδο­μά­δα δὲν ἦρ­θες. Δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ σκε­φτεῖ, ἐ­πα­νέ­λα­βε ὁ Χι­λια­νὸς ἀ­πὸ μέ­σα του, συ­νο­δεύ­ον­τας τὴ σκέ­ψη μὲ μιὰ ἀ­μυ­δρὴ κί­νη­ση τοῦ χε­ριοῦ· τὰ δά­χτυ­λα ἦ­ταν βα­ριά, λὲς καὶ ἦ­ταν ἑ­νω­μέ­να με­τα­ξύ τους μὲ μιὰ πυ­κνή, δι­α­φα­νῆ μεμ­βρά­νη. Πα­ρα­τη­ροῦ­σε τὸ χέ­ρι του ὅ­λος πε­ρι­έρ­γεια τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Βί­λα σκε­φτό­ταν τὸν αὐ­τό­χει­ρα, ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ νέ­α παι­διὰ ποὺ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται χα­μέ­να στοὺς δρό­μους, ἴ­δια κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτα μὲ τὸν Χι­λια­νό. Ὁ Μά­ριο εἶ­δε στὸν νοῦ τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη τοῦ μπὰρ τὸν ἑ­αυ­τό του νὰ πέ­φτει ἀ­πὸ ψη­λά, νὰ προ­σκρού­ει στὸ ἔ­δα­φος, πε­ρι­τρι­γυ­ρι­σμέ­νος ἀ­πὸ κραυ­γές, καὶ φω­νὲς νὰ ρω­τᾶ­νε γι’ αὐ­τόν. Κρά­τη­σε τὸ στό­μα του κλει­στό, δὲν εἶ­χε ὄ­ρε­ξη νὰ μι­λή­σει. Ἐ­φό­σον δὲν γνώ­ρι­ζαν τὴν ταυ­τό­τη­τά του, πῶς ἤ­ξε­ραν ὅ­τι ἦ­ταν Χι­λια­νός;



Πα­ρα­σκευ­ή, 9 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Βρῆ­καν τὸ δι­α­βα­τή­ριο κά­τω ἀ­π’ τὸ στρῶ­μα, τυ­λιγ­μέ­νο σὲ χαρ­τὶ ἐ­φη­με­ρί­δας μα­ζὶ μὲ κά­ποι­ο κό­σμη­μα. Δὲν ἄ­φη­σε δι­α­θή­κη, οὔ­τε χρή­μα­τα, φυ­σι­κά, οὔ­τε ροῦ­χα, οὔ­τε κὰν ἕ­να πα­κέ­το τσι­γά­ρα. Τὰ ροῦ­χα ποὺ φο­ροῦ­σε, κι αὐ­τὸ ἦ­ταν ὅ­λο.



Σάβ­βα­το, 10 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ Βί­λα σκε­φτό­ταν τὸν αὐ­τό­χει­ρα, σκε­φτό­ταν ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ νέ­α παι­διὰ ποὺ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται χα­μέ­να στοὺς δρό­μους, σὰν νά ’­ταν συμ­πα­τρι­ῶ­τες τοῦ Χι­λια­νοῦ. Ἔ­μοια­ζε ἀ­νό­η­το νὰ τοῦ ἐ­πι­ση­μά­νει κα­νεὶς τὴν ἀ­να­κρί­βεια τῆς μη­χα­νι­κῆς αὐ­τῆς σκέ­ψης. Ὁ Βί­λα γνώ­ρι­ζε ἤ­δη πολ­λὰ ἱ­στο­ρι­κὰ πα­ρα­δείγ­μα­τα, ἂν θέ­λε­τε, πο­λέ­μων, ἐ­θνο­τή­των, τά­ξε­ων κι ἔ­λε­γε ὅ­τι εἶ­ναι συμ­πα­τρι­ῶ­τες τοῦ Μά­ριο δί­χως νὰ τὸ σκε­φτεῖ καὶ πο­λύ, γιὰ νὰ συ­νο­ψί­σει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ λό­για πού ’­χαν στοι­βα­χτεῖ στὸ κε­φά­λι του ποὺ βρι­σκό­ταν σὲ πλή­ρη σύγ­χυ­ση τὴν ὥ­ρα ἐ­κεί­νη, κά­τι ποὺ θὰ συ­νε­χι­ζό­ταν καὶ τὴν ὑ­πό­λοι­πη μέ­ρα.



Κυ­ρια­κή, 11 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Κα­τα­με­σῆς τῆς κυ­ρι­α­κά­τι­κης ἡ­συ­χί­ας, ὁ Βί­λα πε­ρί­με­νε τὴ συ­νέ­χεια τῆς κου­βέν­τας, πα­ρό­τι στὸν Μά­ριο φαι­νό­ταν σὰν νὰ μὴν ἔ­χει καὶ πολ­λὴ ὄ­ρε­ξη νὰ μι­λή­σει. Κα­τὰ δι­α­στή­μα­τα, ἕ­να ρεῦ­μα κρύ­ου ἀ­έ­ρα ἔμ­παι­νε στὸ δω­μά­τιο ἀ­πὸ κά­ποι­ο ἄ­νοιγ­μα τῆς τζα­μό­πορ­τας. Ἡ ἐκ­δο­χὴ τῆς δο­λο­φο­νί­ας δὲν εἶ­χε ἀ­πο­κλει­στεῖ, εἶ­πε ρί­χνον­τας —χω­ρὶς νὰ τοῦ τὸ ζη­τή­σει ὁ Χι­λια­νός— λι­γά­κι ἀ­κό­μη κο­νιὰκ σ’ ὅ­σο κα­φὲ εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει. Σάλ­τα­ρε ἁ­πλῶς ἢ τὸν ἔ­σπρω­ξαν κι ἔ­πε­σε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ αἴ­θριο. Σὰν νά ’­χει θά­λασ­σα ἀ­πο­κά­τω, σκέ­φτη­κε ὁ Μά­ριο, κα­τα­νο­ών­τας τὸ τε­τριμ­μέ­νο τοῦ ὅ­λου πράγ­μα­τος. Συ­νει­δη­το­ποί­η­σε ὅ­τι ἕ­ως τό­τε δὲν εἶ­χε μπο­ρέ­σει νὰ φαν­τα­στεῖ τὸ πρό­σω­πο ἢ τὸν σω­μα­τό­τυ­πό του ἢ ἂν εἶ­χε με­γά­λα αὐ­τιά. Βου­τιὰ ἔ­κα­νε, ἐ­πα­νέ­λα­βε δύ­ο ἢ καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές, καὶ ἡ λέ­ξη αὐ­τὴ τοῦ θύ­μι­σε τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α, τὰ χρό­νια ποὺ πέ­ρα­σε σὰν παι­δὶ στὴν Βί­νια ντὲλ Μάρ, στὸ σπί­τι τῆς για­γιᾶς του ποὺ κρα­τοῦ­σε συν­τρο­φιὰ σ’ αὐ­τὸν καὶ στὴν ἀ­δελ­φή του, τὶς βου­τι­ὲς ποὺ ἔ­κα­ναν στὴν πι­σί­να Ρε­κρέ­ο. Καὶ τὶς ἀ­τε­λεί­ω­τες πε­ραν­τζά­δες μὲ τὴ για­γιά του στὴν προ­βλή­τα τοῦ Βαλ­πα­ρα­ΐ­σο, καὶ τὸν βρά­χο τῶν ἐ­ρω­τευ­μέ­νων, ποὺ τὸν λέ­νε καὶ Σάλ­το ἢ Βρά­χο τῶν αὐ­το­χεί­ρων: ἕ­να κομ­μά­τι γῆς ποὺ κρέ­με­ται πά­νω ἀ­π’ τὴ θά­λασ­σα, ὅ­που πᾶ­νε γιὰ ν’ αὐ­το­κτο­νή­σουν οἱ ντό­πιοι ποὺ εἶ­ναι ἀ­πελ­πι­σμέ­νοι, θε­με­λι­ώ­νον­τας μὲ τὰ κορ­μιά τους —ποὺ τ’ ἀ­να­σύ­ρουν οἱ πυ­ρο­σβέ­στες μέ­σ’ ἀ­π’ τοὺς πέ­τρι­νους ὄγ­κους— τὴν αὔ­ρα ἑ­νὸς πράγ­μα­τος ἱ­ε­ροῦ, τῆς σπου­δαί­ας πέ­τρας, τό­που ἱ­ε­ροῦ γιὰ τοὺς ἐ­ρω­τευ­μέ­νους ποὺ ἀγ­κα­λι­ά­ζον­ται στὶς γω­νι­ές του ἢ ἑ­νὸς μέ­ρους σχε­δὸν του­ρι­στι­κοῦ, ὅ­που γη­ραι­ὲς κυ­ρί­ες κρα­τᾶ­νε φο­βι­σμέ­νες τὰ ἐγ­γό­νια τους γε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Ὁ Βί­λα εἶ­πε πὼς εἶ­χε ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸν αὐ­τό­χει­ρα σὲ μιὰ φω­το­γρα­φί­α ποὺ τοῦ ἔ­δει­ξαν τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοί. Ἔ­με­νε δί­πλα στὸ μπάρ, ὅ­μως δὲν ἦ­ταν θα­μώ­νας του. Τὸν εἶ­χε δεῖ ὁ­ρι­σμέ­νες φο­ρὲς νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο. Ὁ Μά­ριο ἤ­πι­ε ἄλ­λη μιὰ γου­λιὰ κα­φέ. Τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ ἰ­α­τρο­δι­κα­στὴς ἐ­ξέ­τα­ζε τὸ πτῶ­μα, οἱ ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ μπού­κα­ραν στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα. Τὸ κα­θι­στι­κὸ ἦ­ταν ἄ­δει­ο. Τί­πο­τα, δὲν εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει τί­πο­τα· σκό­νη, ἕ­να κρε­βά­τι κι ἕ­νας Ὁ­δη­γὸς τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Ὑ­πάρ­χουν καὶ τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι. Ἴ­σως ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος, ὁ Βί­λα ὅ­μως δὲν τὸ πί­στευ­ε.



Δευ­τέ­ρα, 12 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Στὶς δέ­κα καὶ μι­σὴ πε­ρί­που τὸ πρω­ῒ ὁ Μά­ριο πέ­ρα­σε τὸ κα­τώ­φλι καὶ κά­θι­σε στὴν μπά­ρα ἀ­κουμ­πών­τας τὰ χέ­ρια στὸν πάγ­κο. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά, ἔ­γρα­φε ὅ­λη νύ­χτα, ὥ­σπου νὰ ξη­με­ρώ­σει, καὶ ξύ­πνη­σε στὸ γρα­φεῖ­ο του, ὅ­που εἶ­χε ἀ­πο­κοι­μη­θεῖ. Ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, εἶ­πε λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα. Ὕ­στε­ρα κοι­τά­χτη­κε στὸν κα­θρέ­φτη ἀ­νά­βον­τας ἕ­να Ducados. Πί­σω του, ἕ­νας φοι­τη­τὴς καὶ μιὰ φοι­τή­τρια φι­λι­όν­του­σαν σ’ ἕ­να ἀ­π’ τὰ τρα­πέ­ζια, ἔ­χον­τας ἀ­κουμ­πή­σει σὲ μιὰ ἄ­κρη κά­τι φα­κέ­λους γε­μά­τους χαρ­τιὰ καὶ κλει­σμέ­νους μὲ λά­στι­χο. Ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα σκού­πι­ζε ἐ­κεῖ δί­πλα. Στὶς ἕν­τε­κα πα­ρὰ εἴ­κο­σι μπῆ­κε μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να χον­τρὸ καὶ μα­κρὺ παλ­τὸ ποὺ ἔ­φτα­νε χα­μη­λὰ μέ­χρι τὰ ζω­η­ρό­χρω­μα καὶ ζε­στὰ πα­πού­τσια της. Ρώ­τη­σε, τρέ­μον­τας, ἂν μπο­ρεῖ νὰ κα­λέ­σει τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Ὁ Βί­λα τὴν πα­ρα­τή­ρη­σε σα­στι­σμέ­νος. Ὁ Μά­ριο καὶ τὸ ζευ­γά­ρι ποὺ κα­θό­ταν στὸ τρα­πέ­ζι σή­κω­σαν τὸ βλέμ­μα. Ἡ κό­ρη τοῦ ἰ­δι­ο­κτή­τη συ­νέ­χι­σε τὸ ἔρ­γο της. «Χρει­ά­ζε­στε βο­ή­θεια;», ρώ­τη­σε ὁ Βί­λα ἐ­νῶ προ­σπα­θοῦ­σε νὰ πιά­σει γραμ­μή. Ἀ­π’ τὴν κί­νη­ση τῆς γυ­ναί­κας συμ­πέ­ρα­ναν ὅ­λοι πὼς κά­τι τέ­τοι­ο δὲν χρει­α­ζό­ταν. Κά­λε­σε τὸν ἀ­ριθ­μὸ ποὺ ἦ­ταν γραμ­μέ­νος σ’ ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τὶ καὶ ζή­τη­σε τὸν ἐ­πι­θε­ω­ρη­τὴ Ἀν­δρά­δε. Ὕ­στε­ρα, συ­στή­θη­κε ὡς ἡ θυ­ρω­ρί­να τοῦ κτι­ρί­ου στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­με­νε ὁ αὐ­τό­χει­ρας. Ὁ αὐ­τό­χει­ρας, ἐ­πα­νέ­λα­βε, εἶ­χε λά­βει ἕ­να γράμ­μα.



Τρί­τη, 13 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Μπῆ­κε ἕ­να νέ­ο παι­δὶ ἐν­τε­λῶς μου­σκε­μέ­νο, κά­θι­σε στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τῆς μπά­ρας καὶ πα­ρήγ­γει­λε μιὰ κό­κα κό­λα. Ἡ πόρ­τα ἄρ­γη­σε νὰ κλεί­σει κι ὁ Μά­ριο ἔ­νι­ω­σε τὸ ψύ­χος. Ὁ Βί­λα ἦρ­θε πά­λι κον­τά του. Ἔ­μα­θαν ἀ­πὸ τὴ θυ­ρω­ρί­να ὅ­τι εἶ­ναι Χι­λια­νός, ἐ­ξοῦ καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι ἴ­σως πρό­κει­ται γιὰ σέ­να. Τὴν πρώ­τη μέ­ρα κα­νεὶς δὲν σκέ­φτη­κε νὰ ψά­ξει κά­τω ἀ­π’ τὸ στρῶ­μα. Ἐ­κεῖ φυ­λοῦ­σε τὸ δι­α­βα­τή­ριό του. Ἐ­σύ, ποῦ τὸ φυ­λᾶς; Ὁ Μά­ριο τὸ κου­βα­λοῦ­σε πάν­το­τε πά­νω του. Ἕ­να πα­λιό, τα­λαι­πω­ρη­μέ­νο δι­α­βα­τή­ριο γα­λά­ζιου χρώ­μα­τος στὴν κω­λό­τσε­πη. Ὁ Μά­ριο δὲν ἐ­ξω­τε­ρί­κευ­σε κα­μιὰ χει­ρο­νο­μί­α ποὺ ν’ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τί σκε­φτό­ταν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ ἔ­στρε­ψε τὴ μα­τιά του στὸν Βί­λα, κοι­τών­τας τὸν κα­τά­μα­τα. Ἦ­ταν σκε­πτι­κός, ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν τί εἴ­δους ἔ­ρευ­νες μπο­ρεῖ νὰ εἶ­χε ξε­κι­νή­σει ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α, στὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ὑ­πο­ψί­ες ὅ­τι αὐ­τὸς ἦ­ταν ὁ αὐ­τό­χει­ρας. Ὁ Βί­λα ἔ­πα­ψε νὰ στη­ρί­ζε­ται στὴν μπά­ρα, πέ­τα­ξε τὸ πα­νὶ ἀ­π’ τὸν ὦ­μο του καὶ πλη­ρώ­θη­κε ἀ­π’ τὸν νε­α­ρὸ τὴν κό­κα κό­λα. Ἄ­νοι­ξε τὸ τα­μεῖ­ο μ’ ἕ­ναν ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ με­ταλ­λι­κὸ θό­ρυ­βο καὶ τὸ ἔ­κλει­σε πά­λι μό­λις ἔ­φυ­γε ὁ νε­α­ρός. Ἔ­ξω ἔ­βρε­χε. Κοί­τα­ξε ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸν δρό­μο, δί­χως δι­α­βά­τες, γκρί­ζο ἐ­πά­νω σε γκρί­ζο, γε­μά­το αὐ­το­κί­νη­τα ποὺ κι­νοῦν­ταν ἀρ­γὰ πέ­ρα-δῶ­θε· ὁ­ρι­σμέ­να πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν τό­σο θαμ­πά, ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σες νὰ δι­α­κρί­νεις τί­πο­τα στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό τους. Ἔ­λει­ψες μιὰ βδο­μά­δα καὶ δὲν ἤ­μουν σί­γου­ρος ἂν μέ­νουν κι ἄλ­λοι Χι­λια­νοὶ στὴ γει­το­νιά. Ὁ Μά­ριο σκέ­φτη­κε πὼς ἂν τυ­χὸν ἀ­νη­συ­χοῦ­σε κα­νεὶς γι’ αὐ­τόν, θὰ τοῦ ξέ­φευ­γε κα­μιὰ χον­τρά­δα. Ἴ­σως δὲν φα­νε­ρώ­νει ἐν­δι­α­φέ­ρον γιὰ κά­ποι­ον τὸ νὰ ψά­ξεις νὰ βρεῖς ἂν εἶ­ναι νε­κρός. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση θὰ πρό­κει­ται πε­ρὶ ἀ­νη­συ­χί­ας γιὰ τοὺς οἰ­κεί­ους του ἢ τὰ νού­με­ρα στὴν ἀ­πο­γρα­φή, γιὰ κά­ποι­α κλη­ρο­νο­μιά, γιὰ τὸ ἄ­με­σο μέλ­λον ἢ γιὰ τὴ σύν­θε­ση κά­ποι­ας ἐ­λε­γεί­ας. Εἰ­λι­κρι­νά, σκέ­φτη­κε ὁ Χι­λια­νός, ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ἔ­χουν καὶ πολ­λὴ ση­μα­σί­α.



Τε­τάρ­τη, 14 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Κα­τὰ βά­θος ἡ ἱ­στο­ρί­α εἶ­ναι γνω­στή, σκέ­φτη­κε ὁ Χι­λια­νός: ἡ πά­λη τῆς κά­θε μέ­ρας, στὸν ἔ­ξω κό­σμο κι ἐν­τὸς τοῦ κα­θε­νός, ἡ ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ πά­λη κι αὐ­τὴ ποὺ τρώ­ει τὰ σω­θι­κά. Ἔ­κλει­ναν τὰ μά­τια του. Ἀ­πο­κοι­μι­ό­ταν. Στὸ πί­σω κά­θι­σμα κά­ποι­ου αὐ­το­κι­νή­του ἕ­να κο­ρί­τσι κα­τέ­βα­σε τὸ τζά­μι, ἔ­βγα­λε ἔ­ξω το κε­φά­λι καὶ κοί­τα­ξε γιὰ λί­γο πρὸς τὸ μέ­ρος του, δί­χως νὰ τὸν δεῖ. Θὰ ἦ­ταν τὸ πο­λὺ ἐν­νιὰ χρό­νων, τὰ μαλ­λιά της ἦ­ταν πια­σμέ­να πλε­ξοῦ­δες κι ἔ­πε­φταν στὸ γα­λά­ζιο κολ­λε­για­κὸ φοῦ­τερ ποὺ φο­ροῦ­σε σκε­πά­ζον­τας τοὺς ὤ­μους της. Τὸ ἁ­μά­ξι ξε­κί­νη­σε, τὸ κο­ρί­τσι πέ­τα­ξε ἔ­ξω κά­τι χαρ­τά­κια ποὺ βρά­χη­καν ἀ­μέ­σως μό­λις ἔ­πε­σαν κά­τω, ὕ­στε­ρα ἀ­νέ­βα­σε τὸ τζά­μι. Πρό­λα­βε νὰ δεῖ ἄλ­λη μιὰ πλε­ξού­δα, ἴ­σως ἦ­ταν ἕ­να ἄλ­λο παι­δί, κουρ­νι­α­σμέ­νο πιὸ πέ­ρα στὸ πί­σω κά­θι­σμα. Κι ὕ­στε­ρα κι ἄλ­λα ἁ­μά­ξια. Ὅ­λα ἑρ­μη­τι­κὰ κλει­στά. Ὁ Μά­ριο ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε ἂν ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ εἶ­χε ὀ­νει­ρευ­τεῖ. Ἔ­μει­νε μὲ τὴν εἰ­κό­να τοῦ κο­ρι­τσιοῦ.



Πέμ­πτη, 15 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς κι εἶ­χε σύν­τρο­φο. Μιὰ κο­πέ­λα τοῦ εἶ­χε γρά­ψει ἕ­να γράμ­μα. Μιὰ κο­πέ­λα ἀ­π’ τὴ Χι­ρό­να. Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς καὶ στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τὸ μό­νο ποὺ βρῆ­καν ἦ­ταν ἕ­νας Ὁ­δη­γὸς τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα αὐ­τὸ ἦ­ταν γιὰ ἄλ­λη δου­λειά, εἶ­πε ὁ Βί­λα. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὸν σκό­τω­σαν. Ὅ­λα αὐ­τὰ πα­ρα­ῆ­ταν πα­ρά­ξε­να. Ὑ­πάρ­χουν καὶ τέ­τοι­οι ἄν­θρω­ποι. Μιὰ κο­πέ­λα εἶ­χε γρά­ψει καὶ τοῦ εἶ­χε στεί­λει ἐ­ρω­τι­κὸ γράμ­μα. Πι­θα­νό­τα­τα ἦ­ταν ἡ κο­πέ­λα του. Ἦ­ταν φοι­τη­τὴς καὶ τὸ γράμ­μα ἄρ­γη­σε νὰ φτά­σει.



Πα­ρα­σκευ­ή, 16 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Σκέ­φτη­κε ὅ­τι, ἔ­χον­τας βρεῖ ἕ­να πρῶ­το στοι­χεῖ­ο (τὸ γράμ­μα ἀ­πο­τε­λεῖ στοι­χεῖ­ο), θὰ ξε­χνοῦ­σαν πὼς ὁ ἴ­διος, ὁ πρῶ­τος ποὺ ὑ­πο­ψι­ά­στη­καν ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει αὐ­το­κτο­νή­σει, δὲν δι­έ­θε­τε κὰν ἄ­δεια πα­ρα­μο­νῆς. Τί­πο­τα, οὔ­τε μιὰ ἀ­τζέν­τα, τοῦ εἶ­πε ὁ Βί­λα κα­θὼς προ­σέ­θε­τε λί­γο ἀ­κό­μη κο­νιὰκ στὸν κα­φέ. Λὲς καὶ ὁ τύ­πος δὲν εἶ­χε κα­θό­λου φί­λους σ’ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ Βαρ­κε­λώ­νη. Νὰ ἔ­χεις φί­λους· νὰ εἶ­σαι μό­νος· νὰ κά­νεις σχέ­σεις· μιὰ κο­πέ­λα· ἕ­να γράμ­μα. Ἂν ὅ­μως ἔμ­παι­ναν στὸ δι­κό του σπί­τι, χα­μο­γέ­λα­σε ὁ Χι­λια­νός, θά ’­βρι­σκαν πε­ρισ­σό­τε­ρα: βι­βλί­α, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα γραμ­μέ­να μὲ τὸ χέ­ρι σὲ τε­τρά­δια δί­χως κα­μί­α ἔν­δει­ξη. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε τί τύ­χη θά ’­χε τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό του, ἂν θὰ ἐ­πι­χει­ροῦ­σαν νὰ τὸ ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σουν λέ­ξη πρὸς λέ­ξη ντε­τέ­κτιβ δι­ψα­σμέ­νοι γιὰ πλη­ρο­φο­ρί­α, πά­νω στὴ φού­ρια νὰ κλεί­σουν μιὰ ὑ­πό­θε­ση, τὴ δι­κή του ὑ­πό­θε­ση. Ἂν ἔμ­παι­ναν στὸ σπί­τι του, εἶ­πε μὲ σι­γου­ριὰ ὁ Βί­λα, θὰ γέ­μι­ζαν φορ­τη­γὸ ὁ­λό­κλη­ρο μὲ τι­μο­λό­για καὶ ἀ­πο­δεί­ξεις πα­ρα­λα­βῆς μὲ τὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μπάρ. Ὁ Χι­λια­νὸς σκέ­φτη­κε τί θλι­βε­ρὸ ποὺ ἦ­ταν. Φαν­τά­στη­κε τὸν αὐ­τό­χει­ρα νὰ περ­πα­τᾶ κου­βα­λών­τας τὸν πε­ρί­φη­μο Ὁ­δη­γό. Σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ ὅ,τι εἶ­χε συμ­βεῖ λί­γες μέ­ρες νω­ρί­τε­ρα, τώ­ρα μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν δεῖ: κα­φε­τὶ ρι­γω­τὸ πα­νω­φό­ρι, ὁ ὁ­δη­γὸς στὸ δε­ξὶ χέ­ρι, τὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι χω­μέ­νο στὴν τσέ­πη· νὰ ὀ­νει­ρο­πο­λεῖ συλ­λο­γι­ζό­με­νος πὼς τοῦ στέλ­νουν γράμ­μα. Ὁ Βί­λα ἔ­κα­νε νὰ ἰ­σι­ώ­σει μὲ τὸ χέ­ρι τὰ μαλ­λιά του, ἐ­πι­χει­ρών­τας νὰ βά­λει τά­ξη στὸ χά­ος. Ὁ Μά­ριο τὸν κοί­τα­ξε στὰ μά­τια. Νύ­στα­ζε, ὅ­πως πάν­τα. Τὸ γρά­ψι­μο τὸν εἶ­χε κρα­τή­σει ξύ­πνιο μέ­χρι πο­λὺ ἀρ­γά, φυ­σι­κά, ἴ­σα­με τὸ ξη­μέ­ρω­μα.



Σάβ­βα­το, 17 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ Βί­λα ἄ­να­ψε τὴν κα­φε­τι­έ­ρα. Ἦρ­θε μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὴν μπά­ρα κι ἀ­νέ­βα­σε τὸ ρο­λὸ τῆς πόρ­τας. Πέ­ρα­σε τὰ τρα­πέ­ζια μὲ τὸ πα­νί. Ἔ­βα­λε πά­νω τα­σά­κια. Το­πο­θέ­τη­σε μη­χα­νι­κὰ στὴ σει­ρὰ τὰ σκαμ­πὸ καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε πί­σω ἀ­π’ τὴν μπά­ρα. Ἄ­νοι­ξε τὸ ψυ­γεῖ­ο κι ἔ­βγα­λε μι­κρὰ πι­α­τά­κια μὲ τά­πας τὰ ὁ­ποῖ­α ἄ­φη­σε στὴν προ­θή­κη προ­στα­τευ­μέ­να κά­τω ἀ­πὸ μιὰ τζα­μα­ρί­α. Ἔ­βα­λε λά­δι στὸ τη­γά­νι καὶ τὸ ἄ­φη­σε νὰ κά­ψει, ἔ­βγα­λε λί­γες πα­τά­τες ποὺ ἦ­ταν ἕ­τοι­μες, κομ­μέ­νες γιὰ τη­γά­νι­σμα καὶ τὶς ἄ­φη­σε δί­πλα στὴν κου­ζί­να. Ἄ­να­ψε τσι­γά­ρο καὶ πέ­τα­ξε τὸ σπίρ­το στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς μπά­ρας, κά­τω στὸ πά­τω­μα, μα­ζὶ μὲ τ’ ἀ­πο­τσί­γα­ρα καὶ τ’ ἄ­δεια φα­κε­λά­κια ζά­χα­ρης. Ἡ κό­ρη τοῦ Βί­λα θὰ ἐρ­χό­ταν νὰ τὰ μα­ζέ­ψει σὲ κά­να-δυ­ὸ ὧ­ρες. Πε­ρί­με­νε πρῶ­τα νὰ ζε­στα­θεῖ ἡ κα­φε­τι­έ­ρα κι ἑ­τοί­μα­σε ἕ­ναν κα­φὲ δυ­να­τό. «Τί πρω­ϊ­νὸ κι αὐ­τό», εἶ­πε δί­χως νὰ ξέ­ρει τὸ για­τί. Ἔ­ξω ἔ­κα­νε κρύ­ο κι ἦ­ταν ἀ­κό­μη σκο­τά­δι, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ὁ Μά­ριο φα­νε­ρὰ νυ­σταγ­μέ­νος.



Κυ­ρια­κή, 18 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Ὁ δρό­μος δὲν εἶ­χε ξυ­πνή­σει ἀ­κό­μη κα­λά. Ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γὰ ὅ­ταν ὁ Βί­λα ἄ­νοι­ξε τὸ μα­γα­ζὶ γιὰ τὸ κοι­νό. Ὁ Μά­ριο δι­α­σταυ­ρώ­θη­κε στὴν εἴ­σο­δο μὲ δυ­ὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους ποὺ πή­γαι­ναν στὴ λει­τουρ­γί­α. Ζή­τη­σε τὸ ἴ­διο ὅ­πως πάν­τα, ἕ­ναν κα­φὲ σκέ­το, λὲς κι ἔ­λε­γε κα­λη­μέ­ρα.



Δευ­τέ­ρα, 19 Φε­βρου­α­ρί­ου 1979


Πέ­ρα­σε ἕ­να κόκ­κι­νο ἁ­μά­ξι. Κα­τα­κόκ­κι­νο κι ἀ­στρα­φτε­ρό. Ἔ­πει­τα ἕ­να πρά­σι­νο ἀ­πο­χρω­μα­τι­σμέ­νο. Ἕ­νας κου­τσο­δόν­της γέ­ρος ποὺ φο­ροῦ­σε ἕ­να κλα­σι­κὸ γκρί­ζο κο­στού­μι ἔ­πι­νε κα­φὲ μὲ γά­λα· τὸ κα­πέ­λο του τὸ εἶ­χε ἀ­φή­σει πά­νω στὸν πάγ­κο. Ἔ­ξω ἔ­βρε­χε, ὅ­πως κά­θε μέ­ρα σχε­δόν. Ἡ πο­λι­τεί­α σι­γὰ-σι­γὰ ξυ­πνοῦ­σε. Ὁ Μά­ριο πα­ρα­τή­ρη­σε τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ πή­γαι­ναν στὶς δου­λει­ές τους, σκε­πα­σμέ­νους ἀ­π’ τὶς ὀμ­πρέ­λες τους, νὰ βα­στοῦν στὸ ἐ­λεύ­θε­ρο χέ­ρι ἕ­να σάν­του­ιτς τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το, μὲ τὰ μά­τια μι­σά­νοι­χτα· τὸν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ἥ­συ­χο ρυθ­μὸ τὶς πρῶ­τες ὧ­ρες τὶς μέ­ρας. Μπῆ­κε ὁ γιὸς τοῦ φούρ­να­ρη ἀ­νοί­γον­τας τὴν πόρ­τα μὲ τὸ πό­δι· κρα­τοῦ­σε στὰ χέ­ρια του ἕ­ναν δί­σκο μὲ γλυ­κὰ σκε­πα­σμέ­να μὲ δι­α­φα­νῆ μεμ­βρά­νη. Κα­λη­μέ­ρα, εἶ­πε. Κα­λη­μέ­ρα, ἀ­πάν­τη­σαν ὁ Βί­λα, ὁ γέ­ρος μὲ τὸ γκρί­ζο κο­στού­μι καὶ ὁ Μά­ριο, μὲ μιὰ φω­νή. Μό­λις ξεμ­πέρ­δε­ψε μὲ τὸ παι­δί, ὁ Βί­λα πλη­σί­α­σε τὸν Μά­ριο. Τώ­ρα λέ­νε ὅ­τι πέ­θα­νε προ­τοῦ πέ­σει ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Οἱ γεί­το­νες κου­τσομ­πο­λεύ­ουν καὶ βγά­ζουν τὰ συμ­πε­ρά­σμα­τά τους κά­θε φο­ρὰ ποὺ τοὺς προ­σεγ­γί­ζει κά­ποι­ος ντε­τέ­κτιβ καὶ τοὺς ρω­τᾶ γιὰ τοῦ­το καὶ γιὰ κεῖ­νο, μή­πως καὶ θυ­μη­θοῦν κά­ποι­α λε­πτο­μέ­ρεια. Ὁ Χι­λια­νὸς ρου­φοῦ­σε ἀρ­γὰ τὸν κα­φέ του, τρα­βοῦ­σε τὶς τε­λευ­ταῖ­ες τζοῦ­ρες τοῦ τσι­γά­ρου του καὶ χά­ζευ­ε τὴ βρο­χὴ νὰ πέ­φτει στὸ πε­ζο­δρό­μιο. Γκρί­ζο πά­νω σε γκρί­ζο, ξα­νά. Κου­τσομ­πο­λιὸ στὴ γει­το­νιά. Δυ­ὸ Ἄ­ρα­βες ντυ­μέ­νοι μὲ κε­λεμ­πί­ες στα­μά­τη­σαν στὴν εἴ­σο­δο, ἔ­ρι­ξαν μιὰ μα­τιὰ στὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ τοῦ μπὰρ καὶ συ­νέ­χι­σαν τὴν πο­ρεί­α τους. Ὁ Μά­ριο φαν­τά­στη­κε ὅ­τι θά ’­χουν κι αὐ­τοὶ τὸν θαυ­μά­σιο Ὁ­δη­γὸ τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Σὰν πα­λιὸς ἐ­ρα­στὴς τοῦ νου­ὰρ ποὺ ἦ­ταν, ὄ­φει­λε νὰ γρά­ψει κά­τι γιὰ τὸν «Ἄν­θρω­πο ποὺ δι­ά­βα­ζε μό­νο τὸν Ὁ­δη­γὸ τῆς πό­λης τῆς Βαρ­κε­λώ­νης». Ὁ Χι­λια­νὸς ἔ­χω­σε τὸ χέ­ρι στὴν τσέ­πη ψά­χνον­τας λε­φτὰ γιὰ νὰ πλη­ρώ­σει τὸν λο­γα­ρια­σμό. Ὁ Βί­λα, ποὺ στη­ρι­ζό­ταν στὴν πρε­ξο­χὴ τῆς προ­θή­κης μὲ τὰ πο­τὰ βρῆ­κε ἀ­φορ­μὴ νὰ ση­κω­θεῖ· ὁ για­κάς του ἦ­ταν λε­ρω­μέ­νος καὶ τὰ μά­γου­λά του ἦ­ταν ὠ­χρά, λὲς καὶ δὲν τὰ ’­χε δεῖ πο­τὲ ὁ ἥ­λιος. Ἅρ­πα­ξε τὰ λε­φτὰ καὶ δί­χως νὰ πε­τά­ξει τὴ γό­πα ἀ­π’ τὸ στό­μα ἔ­γνευ­σε ἀν­τί­ο. Ὁ Μά­ριο κα­τέ­βη­κε ἀ­π’ τὸ σκαμ­πὸ κι ἔ­κα­νε λί­γα βή­μα­τα πρὸς τὴν πόρ­τα. Σκέ­φτη­κε νὰ γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι, κά­νον­τας ἴ­σως πρῶ­τα ἕ­ναν μι­κρὸ κύ­κλο, γιὰ τὴ βόλ­τα, ἀν­τὶ νὰ πά­ρει τὸν πιὸ σύν­το­μο δρό­μο. Γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἡ ὥ­ρα, εἶ­πε. Στὸν δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, τὰ μά­τια του στά­θη­καν στὸ ἀ­στρα­φτε­ρὸ πλα­κό­στρω­το ποὺ ἀν­τα­να­κλοῦ­σε θραύ­σμα­τα τῶν πα­λι­ῶν τοί­χων, τῶν γκρί­ζων προ­σό­ψε­ων καὶ τῶν μαύ­ρων σι­δε­ρέ­νι­ων μπαλ­κο­νι­ῶν· σὰν χα­λά­σμα­τα ποὺ τὰ με­λε­τοῦν εὐ­λα­βι­κὰ οἱ εὐαί­σθη­τοι ἀρ­χι­τέ­κτο­νες τοῦ μέλ­λον­τος. Ἡ βρο­χὴ ἦ­ταν σὰν μιὰ μπά­ρα ποὺ θό­λω­νε τὸν προ­ο­ρι­σμό του. «Θὰ κοι­μη­θεῖς;», τὸν ρώ­τη­σε ἡ ἀ­δελ­φή του ἀ­φοῦ πρῶ­τα ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα. Βγά­λ’ τὰ αὐ­τὰ τὰ ροῦ­χα. Ὁ Μά­ριο φταρ­νί­στη­κε με­ρι­κὲς φο­ρές. Καὶ συμ­πλή­ρω­σε: «Στέ­γνω­σε, ἀ­γό­ρι μου, τὰ μαλ­λιά σου πρὶν ξα­πλώ­σεις». Ὁ Μά­ριο θυ­μή­θη­κε τί κα­λὰ ποὺ ἦ­ταν στὴ Βί­λα, μὲ τὴ για­γιά τους στὴ Βί­νια ντὲλ Μάρ, ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ στὸ γρα­φεῖ­ο του, τσα­λά­κω­σε τὰ χαρ­τιὰ μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του ἐ­νῶ μὲ τὸ ἄλ­λο χέ­ρι ἔ­σβη­νε τὸ τσι­γά­ρο στὸ τα­σά­κι, κι ὕ­στε­ρα μὲ τὸ πά­σο του καὶ δί­χως κα­νέ­ναν δι­σταγ­μό, σάλ­τα­ρε στὸ κε­νὸ ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο στὸ αἴ­θριο. Σὰν νὰ βγαί­νει ἀ­π’ τὴν πί­σω πόρ­τα, σκέ­φτη­κε, ἔ­τσι ἁ­πλά, σὰν νὰ ’­χει θά­λασ­σα ἀ­πο­κά­τω.



Πη­γή: Roberto Bolano & A. G. Porta, Conse­­jos de un discí­­pulo de Moris­son a un fa­ná­ti­co de Joy­ce. Dia­­rio de bar, σει­ρά: Nar­rativa Hispánica / Biblio­teca Rober­to Bolaño, Μα­δρί­τη, Alfa­gua­ra, 2018 [α΄ ἔκ­δο­ση: 2006].

Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο (Roberto Bolaño) (1953, Σαν­τιά­γκο – 2003, Βαρ­κε­λώ­νη): Χι­λια­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ ποι­η­τής. Ἐ­ξέ­δω­σε ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, κα­θὼς καὶ συλ­λο­γὲς ἀ­πὸ ἄρ­θρα. Ἐκ τῶν σπου­δαι­ό­τε­ρων μορ­φῶν τῆς σύγ­χρο­νης ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας, ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α καὶ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες.

Ἀ. Γκ. Πόρ­τα (Antoni García Porta ) (1954, Βαρ­κε­λώ­νη): Βρα­βευ­μέ­νος Ἱ­σπα­νὸς πε­ζο­γρά­φος καὶ στε­νὸς φί­λος τοῦ Μπο­λά­νιο. Ἔ­γρα­ψαν μα­ζὶ τὸ Conse­­jos de un discí­­pulo de Mo­ris­son a un fa­ná­ti­co de Joy­ce, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Ám­bi­to Li­tera­rio de Nar­ra­tiva τὸ 1984, κα­θὼς καὶ τὸ «Ἡ­με­ρο­λό­γιο μπά­ρας», κεί­με­νο ποὺ γρά­φτη­κε τὴν ἴ­δια πε­ρί­που ἐ­πο­χὴ μὲ τὸ πρῶ­το, πα­ρέ­μει­νε ὅ­μως ἀ­νέκ­δο­το ἕ­ως τὸ 2006.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


			

Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh): Ἀν­του­ὰν ντὲ Σὲντ Ἐ­ξι­πε­ρί



Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh)


Ἀν­του­ὰν ντὲ Σὲντ Ἐ­ξι­πε­ρί

(Antoine de Saint-Exupery)


ΗΡΑΜΕ τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ κρε­μά­σου­με τὸν Ἄλ­φρεντ. Ἡ Βὶβ πῆ­γε νὰ φέ­ρει σκοι­νί. Ὁ Τὸμ πῆ­γε νὰ φέ­ρει κα­ρέ­κλα. Ἐ­γὼ κά­θι­σα καὶ πε­ρί­με­να καὶ κου­βέν­τια­ζα μὲ τὸν Ἄλ­φρεντ. Κου­βεν­τι­ά­σα­με γιὰ δι­α­στη­μό­πλοι­α καὶ δι­α­στη­μαν­θρώ­πους. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γος νὰ μά­θει ἐ­ὰν οἱ δι­α­στη­μάν­θρω­ποι ρω­τᾶ­νε: «Κον­τεύ­ου­με; Φτά­νου­με;». Ὁ Ἄλ­φρεντ πάν­το­τε ρω­τοῦ­σε: «Κον­τεύ­ου­με; Φτά­νου­με;». Ὁ Τὸμ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ μιὰ κα­ρέ­κλα. Ἦ­ταν μιὰ πα­λιὰ βι­κτω­ρια­νὴ κα­ρέ­κλα. Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρὸ ἀ­νῆ­κε στὸν προ­πάπ­που τοῦ Τόμ. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἔ­κα­νε δο­κι­μὲς μὲ τὴν κα­ρέ­κλα. Χο­ρο­πη­δοῦ­σε πά­νω κά­τω στὴν κα­ρέ­κλα. Ἡ κα­ρέ­κλα ἦ­ταν γε­ρή. Ἡ Βὶβ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ ἕ­να κομ­μά­τι μάλ­λι­νο νῆ­μα, δὲν μπό­ρε­σε νὰ βρεῖ κα­θό­λου σκοι­νί. Ὁ Ἄλ­φρεντ δο­κί­μα­σε τὸ νῆ­μα. Αὐ­τὸ κό­πη­κε. Ὁ Τὸμ ξε­στό­μι­σε στὴ Βὶβ μιὰ βρι­σιά. Ἡ Βὶβ ἀ­πεί­λη­σε ὅ­τι θὰ βά­λει τὰ κλά­μα­τα. Προ­τοῦ ἐ­κεί­νη κα­τορ­θώ­σει νὰ γε­μί­σει τὸ δω­μά­τιο μὲ λυγ­μούς, ὁ Ἄλ­φρεντ εἶ­πε ὅ­τι ξέ­ρει ποῦ ἔ­χει σκοι­νί. Ἡ Βὶβ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ πῆ­ρε τὸν Ἄλ­φρεντ ἀγ­κα­λιά. Ἡ Βὶβ ἦ­ταν πο­λὺ χα­ρού­με­νη. Ὁ Ἄλ­φρεντ βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ δω­μά­τιο. «Χρει­α­ζό­μα­στε μιὰ Βί­βλο», εἶ­πε ἡ Βίβ. Οἱ γο­νεῖς τοῦ Ἔ­λιοτ καὶ τῆς Βὶβ ἦ­ταν ἄ­θε­οι κι ὡς ἐκ τού­του δὲν ὑ­πῆρ­χε πε­ρι­θώ­ριο γιὰ κα­μιὰ Βί­βλο στὸ σπί­τι. «Κά­τι ἔ­χω στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρά μου», εἶ­πε ἡ Βίβ. Τῆς εἴ­πα­με νὰ πά­ει. Ἡ Βὶβ ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα. Χα­ρή­κα­με πο­λὺ μὲ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα. Εἶ­πα νὰ δι­ά­βα­ζα κά­τι ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Ἄλ­φρεντ θὰ ἔ­σπρω­χνε μὲ τὸ πό­δι μα­κριὰ τὴν κα­ρέ­κλα. Ὁ Ἄλ­φρεντ ἐ­πέ­στρε­ψε. Βα­στοῦ­σε στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ μπό­λι­κο γε­ρὸ σκοι­νί. Ὁ Ἔ­λιοτ –ξέ­ρον­τας κα­λὰ ἀ­πὸ κόμ­πους– ἔ­φτια­ξε μιὰ θη­λιά. Το­πο­θέ­τη­σε τὴ θη­λιὰ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τοῦ Ἄλ­φρεντ. Ἔ­μοια­ζε νὰ εἶ­ναι πο­λὺ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κή. Ὁ Ἄλ­φρεντ ρύθ­μι­σε ἐκ νέ­ου τὴ θη­λιά· ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ σχο­λα­στι­κός. Ὁ Τὸμ βο­ή­θη­σε τὸν Ἄλ­φρεντ νὰ ἀ­νε­βεῖ πά­νω στὴν κα­ρέ­κλα. Ὁ Ἄλ­φρεντ πέ­τα­ξε τὴν ἄ­κρη τοῦ σκοι­νιοῦ πά­νω ἀ­πὸ τὸν πο­λυ­έ­λαι­ο. Ὁ Τὸμ ἔ­πια­σε τὸ σκοι­νὶ καὶ ἔ­δε­σε τὸ σκοι­νὶ στὸ πό­μο­λο τῆς πόρ­τας. Ὁ Ἄλ­φρεντ τρά­βη­ξε τὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ ἐ­λέγ­ξει τὸ σκοι­νί, ἦ­ταν γε­ρό, θὰ κρά­τα­γε. Ἡ Βὶβ ἄγ­γι­ξε τὸν Ἄλ­φρεντ στὸ γό­να­το, στορ­γι­κά. Ἐ­κεῖ­νος χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα καὶ χα­μο­γέ­λα­σε. Ξε­κί­νη­σα νὰ δι­α­βά­ζω ἀ­πὸ τὸν Μι­κρὸ πρίγ­κι­πα.



Πη­γή: http://flashfiction.net/2016/04/05/flash-reprint-paul-kavanaghs-antoine-de-saint-exupery/  (Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Nano Fiction Volume 6 Number 2.)

Πὸλ Κα­βά­να (Paul Kavanagh) (Ἀγ­γλί­α, 1971). Ζεῖ στὸ Σάρ­λοτ τῆς Βό­ρειας Κα­­ρο­λί­νας τῶν ΗΠΑ. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ποι­ή­μα­τα καὶ μι­κρὰ πε­ζὰ σὲ πλῆ­θος πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἐ­νῶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει καὶ τὶς νου­βέ­λες The killing of a Bank Manager (2011) καὶ Iceberg (2012).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ ἀρχηγός



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ ἀρχηγός


ΑΛΗΘΕΙΑ εἶ­ναι ὅ­τι χρει­ά­στη­κε νὰ ξυ­πνή­σω. Οἱ κα­τα­ρα­μέ­νες μπί­ρες ποὺ εἶ­χα πι­εῖ τὸ προ­η­γού­με­νο βρά­δυ προ­κά­λε­σαν τὴν ἐ­πεί­γου­σα ἀ­νάγ­κη…

       Τὰ περ­νά­γα­με ἀ­πί­θα­να σὲ ἐ­κεῖ­νο τὸ τα­ξί­δι στὴν Κού­βα. Ἐ­γὼ ἤ­μουν ὁ ἀρ­χη­γὸς τοῦ γκρούπ. Τοὺς πή­γαι­να παν­τοῦ. Γνώ­ρι­ζα κά­θε γω­νιὰ τοῦ νη­σιοῦ. Ἡ ὁ­μά­δα εἶ­χε δέ­σει.

       Χρει­ά­στη­κε ὅ­μως νὰ ξυ­πνή­σω καί, ὕ­στε­ρα, δὲν μπό­ρε­σα νὰ ξα­να­κοι­μη­θῶ.

       Τώ­ρα ἐ­γὼ εἶ­μαι ἐ­δῶ, στὸ κρε­βά­τι μου, καὶ τὸ γκροὺπ ἐ­κεῖ, σὲ ἐ­κεί­νη τὴν πα­ρα­λί­α μὲ τὰ τυρ­κου­ὰζ νε­ρὰ ποὺ μό­νο ἐ­γὼ γνω­ρί­ζω.

       Ἄ­σχη­μα τὰ πράγ­μα­τα.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Γιά­ννης Πα­γώ­νης: Μιὰ ἀ­στεί­α γυ­ναί­κα



Γιά­ννης Πα­γώ­νης

 

Μιὰ ἀ­στεί­α γυ­ναί­κα


ΗΜΕΡΑ σκο­τώ­θη­κα στὴ δου­λειά», τῆς πέ­τα­ξε βα­ρι­ε­στη­μέ­να ὁ σύ­ζυ­γος γυρ­νών­τας ἀ­πο­με­σή­με­ρο στὸ σπί­τι καὶ χω­ρὶς δεύ­τε­ρη κου­βέν­τα, χά­θη­κε στὴ κρε­βα­το­κά­μα­ρα.

       Χτύ­πη­σε τὸ τη­λέ­φω­νο.

       Τὸ σή­κω­σε ἐ­κεί­νη.

       «Σᾶς παίρ­νω ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο Εὐ­αγ­γε­λι­σμός… Λυ­πᾶ­μαι κυ­ρί­α μου, μὰ βρί­σκο­μαι στὴ δυ­σά­ρε­στη θέ­ση νὰ σᾶς ἀ­να­κοι­νώ­σω…»

       «Πα­να­γιά μου» στρίγ­γλι­σε, δι­α­κό­πτον­τας ἀ­πό­το­μα τὸν ἄγ­γε­λο τῶν κα­κῶν εἰ­δή­σε­ων. «Ἔ­πα­θε μή­πως κά­τι ὁ πα­τέ­ρας μου;»

       «Ἀ­στεί­α γυ­ναί­κα ποὺ ἔ­χω», ἀ­κού­στη­κε τό­τε ἀ­πὸ μέ­σα ἡ φω­νὴ τοῦ ἄν­τρα της, ἀ­νά­κα­τη γέ­λιο πι­κρό.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Γιά­ννης Πα­γώ­νης (Ἀ­θή­να, 1961). Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς Δι­κα­στι­κὸς Γραμ­μα­τέ­ας. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σι­εύ­ει σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους κα­θὼς καὶ στὸ ποι­η­τι­κὸ μπλὸγκ Κοι­μη­τή­ριο Λό­γου ποὺ δι­α­τη­ρεῖ στὸ Δι­α­δί­κτυο.



		

	

Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Τὸ φορτίο


Pappas,SpyrosN-ToFortio-Eikona-01


Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Τὸ φορ­τί­ο


       — ΜΑ, για­τί δὲν ἀ­νά­βουν τὸ φῶς; εἶ­πε κά­ποι­ος.

       — Ἀ­κό­μα δὲν κα­τά­λα­βα, ποῦ βρι­σκό­μα­στε καὶ για­τί μᾶς ἔ­χουν ἔ­τσι στρι­μωγ­μέ­νους, εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος.

       — Δὲν βλέ­πω τί­πο­τα. Βλέ­πει κα­νεὶς τὸν δι­πλα­νό του; Ἂς με­τρη­θοῦ­με φω­να­χτά, νὰ ξέ­ρου­με του­λά­χι­στον πό­σοι εἴ­μα­στε, ψι­θύ­ρι­σε ἕ­νας τρί­τος.

       — Κύ­ριοι, γιὰ τὸ μό­νο ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος, εἶ­ναι ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει γυ­ναί­κα ἀ­νά­με­σά μας, ἀλ­λι­ῶς θὰ οὔρ­λια­ζε τό­σην ὥ­ρα ἀ­πὸ τὸν τρό­μο…

       Κά­ποι­οι, ἔ­βα­λαν τὰ γέ­λια.

       Πε­τά­χτη­κε, θυ­μω­μέ­να, ὁ δι­πλα­νός του:

       — Δὲν βλέ­πω τὸ ἀ­στεῖ­ο. Μᾶς ἔ­χουν κλει­σμέ­νους στὸ ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι, μό­λις ξυ­πνή­σα­με, βρω­μο­κο­πά­ει, καὶ κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ποῦ μᾶς πη­γαί­νουν. Ἀ­κοῦ­τε τὸν θό­ρυ­βο; Εἴ­μα­στε, προ­φα­νῶς, σὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κου­νη­θοῦ­με ἀλ­λὰ ἐ­σεῖς βρί­σκε­τε δι­ά­θε­ση γιὰ κα­λαμ­πού­ρια. Νι­ώ­θω σὰν νὰ μᾶς ἔ­χουν θά­ψει ζων­τα­νοὺς ἐ­δῶ μέ­σα.

       — Ἐν­τά­ξει, ἐν­τά­ξει, δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἐ­κνευ­ρι­ζό­μα­στε, εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς προ­λα­λή­σαν­τες. Ἐ­γώ, πάν­τως, συμ­φω­νῶ γιὰ ἀρ­χὴ νὰ με­τρη­θοῦ­με καὶ νὰ ξε­κι­νή­σει ὁ κα­θέ­νας μὲ τὴ δι­κή του ἱ­στο­ρί­α, μή­πως καὶ βγά­λου­με ἄ­κρη γιὰ τὸν λό­γο ποὺ κα­τα­λή­ξα­με ἔ­τσι μα­ζε­μέ­νοι.

       — Εἶ­μαι τὸ νού­με­ρο ἕ­να! φώναξε κά­ποι­ος αὐ­θόρ­μη­τα.


* * *


Ἡ δε­κά­τη ἕ­κτη Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, ἦ­ταν μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα γιὰ τὸν συν­τα­ξι­οῦ­χο κύ­ριο Μπρά­ουν. Τυ­λιγ­μέ­νος στὴ ζε­στὴ ρόμ­πα του εἶ­χε μό­λις φτιά­ξει τσά­ι καὶ ἁ­πλω­νό­ταν τώ­ρα σὲ μιὰ ἀ­να­παυ­τι­κὴ πο­λυ­θρό­να γιὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα του, ὥ­σπου σὲ κά­ποι­α σε­λί­δα, ἀν­τί­κρι­σε τὸν πα­ρα­κά­τω τί­τλο, ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως, μὲ κά­ποι­α δό­ση ἀ­η­δί­ας: «Λύ­ση μυ­στη­ρί­ου: 18 ἀν­θρώ­πι­να κε­φά­λια ἀ­να­κα­λύ­φθη­καν σὲ κι­βώ­τιο στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο Ο’Hare τοῦ Σι­κά­γου τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­πέ­στρε­φαν στὸ Ἰλ­λι­νό­ις γιὰ ἀ­πο­τέ­φρω­ση ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴ χρη­σι­μο­ποί­η­σή τους σὲ ἰ­α­τρι­κὴ ἔ­ρευ­να».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­αΠα­λίμ­ψη­στονΠόρ­φυ­ραςΜαν­δρα­γό­ρας,ὉροπέδιοἈρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνεςἹ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νήΤὰ Νέ­αἩ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	

Κὶμ Μονζό (Quim Monzó): Ρωσικὲς κοῦκλες

Monzo,Quim-RosikesKoukles-Eikona-02


Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó)

 

Ρωσικὲς κοῦκλες

(Nines russes)


 02-DeltaΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ τὰ λι­βά­δια, κρύ­βε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ ψη­λὰ χόρ­τα, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς κί­ο­νες. Τὸ σπί­τι βρί­σκε­ται κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ μα­κριά. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης καί, κά­που κά­που, μιὰ πι­να­κί­δα ἀ­πὸ ἄ­σπρο ξύ­λο μὲ μαῦ­ρα γράμ­μα­τα: BADEN VERBOTEN. Ὅ­λα τὰ μι­κρὰ μο­νο­πά­τια, κά­θε­τα στὸ κεν­τρι­κό, τε­λει­ώ­νουν σὲ σκά­λες ποὺ βυ­θί­ζον­ται στὴ λί­μνη, μὲ κου­πα­στὲς δι­α­κο­σμη­μέ­νες μὲ πέ­τρι­να βά­ζα καὶ λου­λού­δια. Ἀγ­κο­μα­χεῖ. Ἱ­δρώ­νει. Εἶ­ναι πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Στη­ρί­ζε­ται στὴν κου­πα­στή. Κοι­τᾶ πρὸς τὰ πί­σω καὶ πρὸς τὸ νε­ρό, ἐ­ναλ­λὰξ καὶ ἀ­νή­συ­χα. Τώ­ρα περ­πα­τᾶ, πη­γαί­νον­τας γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη μέ­χρι τὴν προ­βλή­τα ποὺ εἶ­ναι ἔ­ρη­μη. Πα­ρα­τη­ρεῖ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι, ἂν ἀρ­γή­σουν πο­λύ, θὰ τὸν πιά­σουν. Γυρ­νᾶ πί­σω πρὸς τὶς σκά­λες. Πη­δά­ει τὴν κου­πα­στή. Κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Ἀ­πὸ κεῖ δι­α­κρί­νει τὴ λί­μνη. Εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­μο­νος. Κοι­τά­ει συ­νε­χῶς τὸ ρο­λό­ι. Δὲν ἔ­χει πε­ρά­σει πολ­λὴ ὥ­ρα, ὅ­ταν ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο ποὺ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται: στὸ βά­θος, με­τα­ξὺ τῶν σκού­ρων μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τοῦ νε­ροῦ, ἐμ­φα­νί­ζε­ται μιὰ ἐ­ξω­λέμ­βιος. Ἕ­να που­λὶ σχί­ζει τὸν ἀ­έ­ρα. Ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος. Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, πα­ρα­με­ρί­ζει τὰ κλα­διά, κοι­τᾶ πρὸς τὸν δρό­μο, πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα ποὺ μᾶλ­λον ὁ­δη­γεῖ στὴν προ­βλή­τα, ἀ­κού­ει πί­σω του ἕ­να θό­ρυ­βο. Γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἡ μου­σι­κὴ δυ­να­μώ­νει. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό.

       Ἡ ὀ­θό­νη γί­νε­ται μαύ­ρη, ἔ­πει­τα λευ­κή. Ὁ κό­σμος σφυ­ρί­ζει. Κά­ποι­οι φω­νά­ζουν. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα. Γιὰ λί­γη ὥ­ρα χα­μη­λώ­νει ὁ θό­ρυ­βος. Ἔ­πει­τα περ­νοῦν δέ­κα ἀρ­γὰ λε­πτά, κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α τὸ κοι­νὸ γλι­στρᾶ ἀ­πὸ τὴν σχε­τι­κὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὴ ἀ­να­μο­νὴ στὴν ἐ­νό­χλη­ση: χτυ­πᾶ τὰ πό­δια καὶ ζη­τᾶ ἐ­ξη­γή­σεις. Σύγ­χυ­ση δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους ἕ­νας ἀν­τι­πρό­σω­πος κα­τε­βαί­νει νὰ δι­και­ο­λο­γη­θεῖ, σα­στι­σμέ­νος, καὶ ἐ­ξη­γεῖ πὼς συ­νέ­βη κά­τι πα­ρά­ξε­νο: τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας δὲν ὑ­πάρ­χει. Καὶ δὲν φαί­νε­ται, προ­σθέ­τει, νὰ τὸ ἔ­χει κό­ψει κά­ποι­ος, για­τὶ, χω­ρὶς κα­νέ­να ρα­κόρ, με­τὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες εἰ­κό­νες ποὺ προ­βλή­θη­καν, ὑ­πάρ­χει ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι μαύ­ρου φίλμ. Ζη­τᾶ εἰ­λι­κρι­νὰ συγ­γνώ­μη γιὰ τὴν ἐ­νό­χλη­ση, κυ­ρί­ως για­τὶ κα­τα­νο­εῖ ὅ­τι γε­γο­νό­τα ὅ­πως αὐ­τὸ εἶ­ναι δυ­σά­ρε­στα, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πρώ­της προ­βο­λῆς. Κα­τα­λή­γει ὅ­τι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες εἶ­ναι νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει τὰ χρή­μα­τα τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­κα­λεῖ τὸ κοι­νὸ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αἴ­θου­σα μὲ σει­ρὰ καὶ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἐκ­δο­τή­ρια. Προ­σθέ­τει πὼς μί­λη­σαν μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α δι­α­νο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι δὲν γνω­ρί­ζει τί­πο­τα καὶ ὑ­πό­σχε­ται νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς μὲ τὴν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α. Ὁ ἀν­τι­πρό­σω­πος τῆς ἑ­ται­ρεί­ας κά­νει στὸ τέ­λος μί­α χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πό­γνω­σης καὶ φεύ­γει. Με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ ἔ­κρη­ξη πα­ρα­πό­νων, τὸ κοι­νὸ βγαί­νει ἀρ­γά. Ὁ θε­α­τὴς (ἕ­νας ἀ­π’ ὅ­λους: ἕ­νας ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε) χα­σμου­ρι­έ­ται, ση­κώ­νε­ται νω­θρά, βγαί­νει στὴν εἴ­σο­δο. Ἡ οὐ­ρὰ γιὰ τὸ ἀν­τί­τι­μο τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου στὰ ἐκ­δο­τή­ρια μπλέ­κε­ται μὲ ἐ­κεί­νη ὅ­σων πε­ρί­με­ναν γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη προ­βο­λὴ καὶ ποὺ τώ­ρα, μπερ­δε­μέ­νοι, δὲν ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τὴν προ­νο­μι­ού­χα θέ­ση ποὺ τοὺς ἐ­ξα­σφά­λι­σε ἡ ἀ­να­μο­νή τους. Ὁ ἄν­θρω­πός μας δὲν ἔ­χει ὄ­ρε­ξη νὰ πε­ρι­μέ­νει: θε­ω­ρεῖ τὰ χρή­μα­τά του χα­μέ­να καὶ ἀ­νη­φο­ρί­ζει τὸ δρό­μο. Στὰ μι­σὰ τῆς οὐ­ρᾶς ἀ­κού­ει πὼς τὰ νέ­α φτά­νουν δι­α­στρε­βλω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος ἔ­κλε­ψε τὸ φὶλμ μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ προ­ω­θή­σει ἕ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ πρό­τζε­κτ ποὺ δὲν εἶ­χε βρεῖ στή­ρι­ξη ἀ­πὸ κα­μί­α ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς. Στὸ τέ­λος τῆς οὐ­ρᾶς τὰ νέ­α κυ­κλο­φο­ροῦν τε­λεί­ως ἀλ­λοι­ω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος τη­λε­φώ­νη­σε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο γιὰ νὰ πεῖ ὅ­τι στὸ κτί­ριο εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ βόμ­βα. Ὁ κό­σμος δι­α­λύ­ε­ται στοὺς πα­ρά­πλευ­ρους δρό­μους, δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­να­στα­τω­μέ­νος. Ἐ­κεῖ­νος μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το, βά­ζει μπρο­στά. Ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­κού­γε­ται ὁ Dizzy Gillespie. Ἐ­πι­λέ­γει δρό­μους τῶν προ­α­στί­ων, κα­λυμ­μέ­νους μὲ μί­α ἀ­δι­α­πέ­ρα­στη λευ­κὴ ὁ­μί­χλη. Τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ἕ­νας τραυ­λὸς δη­μο­σι­ο­γρά­φος παίρ­νει συ­νέν­τευ­ξη ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα χω­ρὶς χέ­ρια ποὺ γέν­νη­σε ἕ­να παι­δὶ χω­ρὶς πό­δια. Ὁ ὁ­μι­λη­τὴς συμ­πε­ραί­νει ξαφ­νι­α­σμέ­νος ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει Πέμ­πτη χω­ρὶς Πα­ρα­σκευ­ή, κι ἀ­μέ­σως, βά­ζει ξα­νὰ Gillespie, τὸ Russian Lullaby, τρα­γού­δι ποὺ ὁ ἄν­τρας ἀ­κού­ει ἐ­πί­σης (καὶ ξαφ­νι­ά­ζε­ται) ὡς μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο ποὺ μό­λις μπαί­νει. Μό­λις κά­θε­ται στὸ τρα­πέ­ζι, πα­ραγ­γέλ­νει ἕ­να γα­στρο­νο­μι­κὸ πα­λίν­δρο­μο (γιὰ πρῶ­το πιά­το, πε­πό­νι μὲ προ­σοῦ­το· γιὰ δεύ­τε­ρο, ζαμ­πόν· γιὰ ἐ­πι­δόρ­πιο, πε­πό­νι) μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ κα­τα­πλή­ξει τὸν μέ­τρ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡ­στό­σο δὲν φαί­νε­ται δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἀ­φή­σει νὰ τὸν ἐκ­πλή­ξουν τό­σο εὔ­κο­λα. Σὲ ἕ­να δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι, κά­ποι­ος μι­λᾶ γιὰ μιὰ Αὐ­στρα­λὴ ποὺ ἀ­σκεῖ τη­λε­πά­θεια καὶ πού, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη, ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ ἕ­να ὄ­νει­ρο τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ ἕ­νας συ­νά­δελ­φός της, Ἐλ­βε­τός, ἔ­παιρ­νε μιὰ με­γά­λη τρο­μά­ρα ἀ­πὸ μιὰ παι­χνι­διά­ρα ἀ­νι­ψιὰ ποὺ ἀ­ρε­σκό­ταν σὲ ἀ­κραῖ­ες με­ταμ­φι­έ­σεις. Ὁ ἄν­θρω­πός μας γε­λᾶ καὶ τὸ γέ­λιο δυ­να­μώ­νει ὅ­ση ὥ­ρα δει­πνεῖ, μέ­χρι πού, στὸ ἐ­πι­δόρ­πιο, εἶ­ναι ἕ­νας πί­δα­κας ἀ­πὸ κου­δου­νί­σμα­τα καὶ κύμ­βα­λα ποὺ ἀν­τη­χοῦν σὲ ὅ­λα τα μπουν­τρού­μια τοῦ κά­στρου.

       Τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Ση­κώ­νε­ται μὲ νω­θρό­τη­τα, πλέ­νε­ται, ξυ­ρί­ζε­ται, ντύ­νε­ται. Παίρ­νει τὸ πρω­ι­νό του στὸ μπὰρ ἀ­πέ­ναν­τι. Ἔ­πει­τα μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το: ἡ πό­λη σύν­το­μα μέ­νει πί­σω καὶ γιὰ δέ­κα λε­πτὰ ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος εἶ­ναι ἄ­δει­ος. Βλέ­πει τὸ σπί­τι στὸ βά­θος. Σταθ­μεύ­ει κα­λὰ στὴν ἄ­κρη. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης. Στὶς ὄ­χθες της, προ­βο­λεῖς, κα­λώ­δια καὶ πί­να­κες μὲ πρί­ζες.

       Τὸν πε­ρί­με­ναν ἐ­δῶ καὶ κά­ποι­α ὥ­ρα. Ἀλ­λά­ζει στὴ στιγ­μή. Τὸν μα­κι­γιά­ρουν. Ὁ σκη­νο­θέ­της δί­νει ἐν­το­λὴ νὰ ἀρ­χί­σουν τὸ γύ­ρι­σμα. Ἐ­κεῖ­νος κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Γυ­ρί­ζουν δι­ά­φο­ρα πλά­να. Ἔ­πει­τα πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει δύ­ο φο­ρές. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα, ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο πί­σω του· γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν τὴ σκη­νή: δύ­ο φο­ρὲς ἡ κο­πέ­λα ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι κι ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν μέ­νει ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν γιὰ τρί­τη φο­ρά: ἡ κο­πέ­λα τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι, ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν δι­α­κό­πτει τὸ γύ­ρι­σμα. Ἡ κο­πέ­λα πυ­ρο­βο­λεῖ. Ὁ ἠ­θο­ποι­ὸς πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος.

       Στὴν αἴ­θου­σα τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου κυ­ρια­ρχεῖ μιὰ στιγ­μὴ σύγ­χυ­σης: ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­α­τὲς ἔ­χει πέ­σει κι αὐ­τὸς στὸ ἔ­δα­φος. Τὸν με­τα­φέ­ρουν καὶ ἡ ται­νί­α τε­λει­ώ­νει ἀ­μέ­σως με­τά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury (ἔκδ. Crema,1980).

Κὶμ Μουν­ζὸ (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitantasis contes. Tὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό e-poema. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέα Μανου­ὲλ Ἐ­σπά­δα.

 

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Τὰ Ἄσπρα Σώβρακα τῆς Ἱστορίας


04-Gkospontinof,Gk.-TaAspraSobrakaTisIstorias-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὰ Ἄ­σπρα Σώ­βρα­κα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας

 

(Белите Гащи на Историята)

 

14-Alpha-Century_Mag_Illuminated_A_CuypΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ξε­κι­νᾶ καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ ἕ­να τί­πο­τα καὶ χω­ρὶς κα­μί­α μπου­γά­δα. Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν κά­που στὰ τέ­λη τοῦ ’70 ἐ­πει­δὴ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι ἤ­μουν πιὰ 9-10 χρο­νῶν καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό, ζού­σα­με σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ αὐ­λή, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς μι­κρό­τε­ρες πό­λεις τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, ποὺ βρί­σκε­ται στὴ σκιὰ τοῦ πιὸ μι­κροῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ βου­νοῦ, τοῦ Σα­κάρ. Κά­πο­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη ἦ­ταν ξα­κου­στή, δι­ό­τι σὲ αὐ­τὴν οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­ξέ­τρε­φαν κα­μῆ­λες ἀν­τὶ γιὰ γα­ϊ­δού­ρια ἢ ἄλ­λα ὑ­πο­ζύ­για, ὅ­μως ἡ τε­λευ­ταί­α κα­μή­λα θὰ πρέ­πει νὰ πέ­θα­νε ἐ­κεῖ γύ­ρω στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60. Ζού­σα­με σὲ τού­τη τὴ μι­κρὴ πό­λη δί­πλα στὸ πιὸ μι­κρὸ βου­νὸ (μι­κρό, ἀλ­λὰ βου­νό, ἔ­λε­γε ὁ κό­σμος) σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ δῶ­μα καὶ προ­θά­λα­μο καὶ αὐ­λί­τσα μὲ βρα­γι­ὲς ντο­μά­τες, δύ­ο κε­ρα­σι­ὲς δί­πλα στὸν φρά­χτη, ἀ­νά­με­σα στὶς ὁ­ποῖ­ες κρε­μό­ταν τὸ σκοι­νὶ γιὰ τὸ ἅ­πλω­μα τῆς μπου­γά­δας, καὶ ἕ­ναν κου­βὰ μὲ ὀλ­λαν­δι­κὰ λου­λού­δια (τὸ κα­μά­ρι τῆς μά­νας μου, μὼβ πρὸς ἴν­τιγ­κο).

       Μιὰ μέ­ρα ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν στὴν πε­ρί­φρα­ξη πλη­σί­α­σε ὁ δι­πλα­νός μας, ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Δι­πλα­νός, δὲν εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ ται­ριά­ζει γιὰ τὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς ἑ­βδο­μην­τά­ρης, γεν­νη­μέ­νος ἀ­ρι­στο­κρά­της, ὁ κα­λύ­τε­ρος δι­κη­γό­ρος στὴ μι­κρὴ πό­λη. Φο­ροῦ­σε μιὰ θρυ­λι­κὴ ρόμ­πα καὶ εἶ­χε τὸ πα­ρω­νύ­μιο Μπαλ­ζάκ. Τὸ πα­ρω­νύ­μιο ὀ­φει­λό­ταν ἐν μέ­ρει στὸ ὅ­τι ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν γνώ­ρι­ζε τέ­λεια γαλ­λι­κὰ καὶ εἶ­χε δι­α­βά­σει στὸ πρω­τό­τυ­πο ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε γρά­ψει ὁ Μπαλ­ζάκ. Γε­γο­νὸς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔμ­παι­νε πά­ραυ­τα στὴν το­πι­κὴ βί­βλο τῶν κα­τορ­θω­μά­των καὶ πο­λὺ δύ­σκο­λα κά­ποι­ος, κά­πο­τε, θὰ τὸν με­τα­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Καὶ τί ξέ­ρα­με τό­τε γιὰ τὸν Μπαλ­ζάκ; Ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λος ἐ­ρα­στὴς καὶ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φὲ ἐ­νῶ ἔ­γρα­φε. Ἢ ὅ­τι ἔ­γρα­φε πο­λὺ ἐ­νῶ ἔ­πι­νε κα­φέ. Ὅ­πως καὶ νά ’χει, στὸ κε­φά­λι μου ἔ­μει­νε ἀ­πὸ τό­τε ὁ ἀ­ριθ­μὸς 42. Τώ­ρα, αὐ­τὸ ἦ­ταν 42 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἢ 42 κα­φέ­δες τὴν ἡ­μέ­ρα, δὲ θυ­μᾶ­μαι, ὅ­μως καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις τὰ νού­με­ρα προ­κα­λοῦ­σαν τὸν σε­βα­σμό. Καὶ αὐ­τὸς ὁ σε­βα­σμὸς με­τα­φε­ρό­ταν στὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Πα­ρα­τη­ρῆ­στε, ὅ­τι κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε μπάρ­μπα-Κώ­στα, ἢ ἀ­κό­μα πιὸ χυ­δαῖα μπάρ­μπα-Κῶ­τσο. Ὄ­χι, αὐ­τὸς ἦ­ταν καὶ πα­ρέ­μει­νε ὣς τὸ τέ­λος ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν ὁ Μπαλ­ζάκ. Τὸ νὰ φο­ρᾶς ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ ρόμ­πα, τό­τε ποὺ εἶ­χαν σὲ ἐ­κτί­μη­ση τὸ ἀ­δι­ά­βρο­χο, τὸ γού­νι­νο παλ­τὸ καὶ τὸ που­λό­βερ, ἦ­ταν ζή­τη­μα τι­μῆς καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας. Καὶ ἕ­ως σή­με­ρα τὴ θυ­μᾶ­μαι – μα­κριὰ κα­φε­τιὰ ρόμ­πα μὲ ἔν­το­νη γκρί­ζα μπορ­ντού­ρα γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ πέ­τα, μὲ τρί­α με­γά­λα σεν­τε­φέ­νια κουμ­πιὰ καὶ ζω­νού­λα, ἡ ὁ­ποί­α κα­τέ­λη­γε σὲ φοῦν­τες ποὺ θύ­μι­ζαν τὸ τε­λεί­ω­μα τῆς οὐ­ρᾶς τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ.

       Αὐ­τὴ ἡ ρόμ­πα τὸν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται ὕ­πο­πτος μπρο­στὰ στὰ μά­τια τοῦ γεί­το­να ἐ­ξ’ ἀ­ρι­στε­ρῶν μας – ἑ­νὸς πο­λι­το­φύ­λα­κα ποὺ ἔ­φτα­σε λο­χί­ας, τὸν ὁ­ποῖ­ο φώ­να­ζαν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­λο­δι­κή του ἐ­πί­μο­νη θέ­λη­ση) καὶ γιὰ συν­το­μί­α Τσε­κα­τζή[1], ἐ­νῶ, ὅ­ταν δὲν ἤ­τα­νε κον­τά, Κα­ρα­βα­νά. Ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς πο­λι­το­φύ­λα­κες, τοὺς ὁ­ποί­ους πο­τὲ δὲν θὰ ἔ­βλε­πες δί­χως στο­λή, καὶ μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου βά­ζα­με κρυ­φὰ στοί­χη­μα ὅ­τι ἔ­χει στο­λὴ πι­τζά­μα μὲ ἐ­πω­μί­δες καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη γιὰ πι­στο­λά­κι νυ­κτός. Ὁ ἀ­δελ­φός μου ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ἐ­πί­σης, ὅ­τι σί­γου­ρα κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ πη­λί­κιο, κα­θώς, ὅ­ταν τὸ βρά­δυ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται κά­ποι­ον ὑ­πο­λο­χα­γὸ (καὶ τί ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἕ­νας λο­χί­ας) εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν κα­νο­νι­σμὸ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σει, καὶ ἡ ἀ­πό­δο­ση τι­μῆς χω­ρὶς τὸ πη­λί­κιο εἶ­ναι ἀ­πρέ­πεια, αὐ­τὸ κι ἐ­γὼ τὸ ἤ­ξε­ρα. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους, εἶ­χε βά­λει νὰ τοῦ γρά­ψουν μὲ κόκ­κι­να γράμ­μα­τα «ὁ Τσε­κα­τζὴς πρέ­πει νὰ ἔ­χει ψυ­χρὴ λο­γι­κή, φλο­γε­ρὴ καρ­διὰ καὶ κα­θα­ρὰ χέ­ρια» καὶ ἀ­πὸ κά­τω – Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι. Ἕ­να σε­πτεμ­βρι­ά­τι­κο βρά­δυ κά­ποι­ος ἔ­σβη­σε τὸ «ψὺ» ἀ­πὸ τὸ «ψυ­χρὴ» καὶ τὸ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε μὲ τὸ «αἴσ» καὶ ἀ­πὸ τό­τε ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­γι­νε ἄ­κρως κα­χύ­πο­πτος μὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πό­λη καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα μὲ τοὺς γεί­το­νές του. Λε­γό­ταν, ὅ­τι ὅ­λο το φθι­νό­πω­ρο δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ε στὴν αὐ­λὴ καὶ ἕ­ως ὅ­του πέ­σει τὸ πρῶ­το χι­ό­νι κοι­μό­ταν ἔ­ξω, μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα, ἐ­πει­δὴ στὸ ἐγ­χει­ρί­διο ἐγ­κλη­μα­το­λο­γί­ας, ἔ­γρα­φε, ὅ­τι ὁ ἐγ­κλη­μα­τί­ας ἐ­πι­στρέ­φει πάν­τα στὸν τό­πο τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος, ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α.

       Καὶ ἔ­τσι, τὸ σπί­τι μας βρι­σκό­ταν στὴ νε­κρὴ ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸ σπί­τι τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸ σπί­τι τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν τοῦ Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Καὶ τὰ τρί­α σπί­τια, στὸ κέν­τρο ἑ­νὸς δρό­μου μὲ τὸ ἠ­χη­ρὸ ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο. Καὶ ἐ­νῶ γιὰ τὸν Μπαλ­ζὰκ γνω­ρί­ζα­με τί καὶ πῶς, γιὰ τὸ Σερ­γκί­εν­κο ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα δὲν ἔ­χω τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α, καὶ συ­νε­πῶς, πα­ρα­κα­λῶ ἐν­τε­λῶς σο­βα­ρά, ἂν κά­ποι­ος ξέ­ρει κά­τι γι’ αὐ­τό, ἂς ἐ­νη­με­ρώ­σει, θὰ χα­ρῶ νὰ τὸ μά­θω. Δι­ό­τι εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νος, ὅ­τι κα­νέ­να ὄ­νο­μα δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο, εἰ­δι­κά το ὄ­νο­μα τοῦ δρό­μου ὅ­που με­γά­λω­σες – εἴ­τε εἶ­ναι Σερ­γκί­εν­κο, Μα­κά­ρεν­κο ἢ Κρι­βο­λάκ, ἔ­χει τὴ ση­μα­σί­α του στὴ δι­ά­πλα­ση τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας.


 

       Ὁ­ρί­στε, μνη­μο­νεύ­εις τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπαλ­ζὰκ καὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι σὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες.

 


       Μιὰ μέ­ρα, λοι­πόν, ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν ὁ Μπαλ­ζὰκ πλη­σί­α­σε στὴν πε­ρί­φρα­ξη. Στά­θη­κε στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά της, μέ­σα στὴ σε­βά­σμια ρόμ­πα του καὶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­νι­ω­σε ἄ­βο­λα ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν μὲ τὴ λε­κά­νη, φο­ρών­τας φα­νέ­λα καὶ μὲ ἕ­να κορ­δό­νι μὲ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νο στὸν ὦ­μο. Τό­τε ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν σι­γά, ἀλ­λὰ αὐ­στη­ρά, τοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ με­γά­λος ἄν­τρας καὶ λε­βέν­της νὰ ντρο­πι­ά­ζε­ται μὲ τὴ λε­κά­νη καὶ νὰ βά­ζει μαν­τα­λά­κια, μέ­ρα με­ση­μέ­ρι, σὰν κά­ποι­α κο­πε­λού­δα. Καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὴ νύ­χτα. Ἔ­πρε­πε, μὲ κά­ποι­ο τρό­πο νὰ πε­ρά­σει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὴ Σκύλ­λα τοῦ μπάρ­μπα-Κων­σταν­τὶν καὶ τὴ Χά­ρυ­βδη τῆς μά­νας μου.

       Τὸν σκέ­φτο­μαι, νὰ κρα­τᾶ τὸν φα­κὸ ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια, ἀ­λη­θι­νὸ φό­βη­τρο γιὰ τὶς γά­τες καὶ νὰ ξε­γλι­στρά­ει μὲ τὴ με­γά­λη τσίγ­κι­νη λε­κά­νη πρὸς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸν φρά­χτη τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Καὶ ποι­ὸς ξέ­ρει γιὰ πό­σο και­ρὸ θὰ συ­νε­χι­ζό­ταν αὐ­τό, ἂν ἕ­να βρά­δυ ὁ ξά­γρυ­πνος Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς δὲν δι­έ­κρι­νε τὸν ὕ­πο­πτο φω­τι­σμό. Αὐ­τός, σὰν ἔμ­πει­ρος Τσε­κα­τζὴς δὲν ρί­χτη­κε κα­τα­πά­νω του ἀ­μέ­σως, πα­ρὰ μό­νο ἔ­τρι­ψε τὰ κα­θα­ρά του χέ­ρια, λέ­γον­τας: ἔ, Μπαλ­ζά­κο, τώ­ρα θὰ σὲ κά­νω νὰ με­τα­νι­ώ­σεις μα­ζὶ μὲ ὅ­λο σου τὸ σό­ι. Ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι ὁ γε­ρὸ-μπουρ­ζου­άς, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ἔ­λε­γε, σκά­λι­ζε τὴ νύ­χτα στὴν αὐ­λὴ σὰν πον­τι­κός, γιὰ νὰ κρύ­ψει πό­τε κά­ποι­ον πο­λυ­γρα­φά­κο, πό­τε πε­ρί­στρο­φα, ἀ­κό­μη ἴ­σως καὶ λα­θραῖ­ο λά­δι· ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ὑ­πῆρ­χε με­γά­λο ζό­ρι μὲ τὸ λά­δι. (Ἐ­τοῦ­τες οἱ ρόμ­πες πῶς ἀ­γο­ρά­ζον­ται, ἐ;). Τὴν ἑ­πό­με­νη νύ­χτα, μιὰ βι­α­στι­κὰ σχη­μα­τι­σμέ­νη ὁ­μά­δα κρού­σης, ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες (τό­σους δι­έ­θε­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη) ὑ­πὸ τὴ δι­οί­κη­ση τοῦ ἴ­διου του Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­λα­βε θέ­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σπί­τια μας. Ὅ­μως, ὅ­λη νύ­χτα δὲν φά­νη­κε κα­νεὶς (ἡ μά­να μου δὲν ἐ­πλέ­νε κά­θε μέ­ρα) καὶ ἔ­τσι τὸ χά­ρα­μα, ἡ ὁ­μά­δα πά­λι συ­νω­μο­τι­κά, σκορ­πί­στη­κε. Αὐ­τὸ ἐ­πα­να­λή­φθη­κε καὶ τὴ δεύ­τε­ρη βρα­διά. Ἐ­νῶ γιὰ τὴν τρί­τη, ὁ Τσε­κα­τζὴς κου­βά­λη­σε ἀ­πὸ τὸ Ἔλ­χο­βο πραγ­μα­τι­κὸ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ σκύ­λο. Γύ­ρω στὰ με­σά­νυ­χτα, ὁ πα­τέ­ρας μου βγῆ­κε μὲ τὴ λε­κά­νη, ξε­γλί­στρη­σε ὣς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἄ­να­ψε τὸν μι­κρὸ φα­κὸ καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ σκύ­λος γά­βγι­σε, οἱ προ­βο­λεῖς ἄ­να­ψαν καὶ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς, τὸν πε­ρι­κύ­κλω­σαν.

       Φαν­τα­στεῖ­τε τώ­ρα ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ μνη­μει­ώ­δη καὶ ζω­η­ρὴ εἰ­κό­να. Ὁ σκύ­λος μὲ τὸ στό­μα ποὺ ἔ­χα­σκε, τό­νι­ζε τὴν πε­ρί­στα­ση. Τέσ­σε­ρις φι­γοῦ­ρες πο­λι­το­φυ­λά­κων μὲ στραμ­μέ­νους προ­βο­λεῖς. Λί­γο πιὸ μπρο­στὰ ἀ­π’ αὐ­τούς, ἡ ὁρ­μη­τι­κὴ φι­γού­ρα τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς κά­πως γερ­τὴ πρὸς τὰ ἐμ­πρός, μὲ πι­στό­λι στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ τὸ ἄλ­λο τεν­τω­μέ­νο ἀ­φύ­σι­κα πρὸς τὰ πί­σω, ὅ­πως ἄν­θρω­πος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ρί­ξει χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τὸν χτύ­πη­σε ὀ­βί­δα. Καὶ τέ­λος ὁ πα­τέ­ρας μου, μὲ πε­σμέ­νη λε­κά­νη, φο­ρών­τας ἄ­σπρα σώ­βρα­κα καὶ τὴ φυ­σιγ­γι­ο­θή­κη ἀ­πὸ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νη στὸν ὦ­μο. Μπο­ροῦ­σα ἄ­νε­τα νὰ βολ­τά­ρω ἀ­νά­με­σα σὲ αὐ­τὲς τὶς φι­γοῦ­ρες καὶ νὰ τὶς τσιγ­κλί­ζω μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Φω­τί­στη­καν τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν γει­το­νι­κῶν σπι­τι­ῶν, ἐ­μεῖς, μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου καὶ τὴ μά­να μου πη­δή­ξα­με στὸ κα­τώ­φλι. Τὸ ἑ­πό­με­νο δευ­τε­ρό­λε­πτο, ὅ­ταν οἱ φι­γοῦ­ρες ζων­τά­νε­ψαν καὶ ἡ εἰ­κό­να δι­α­λύ­θη­κε, ὁ Φέ­λιξ μουρ­μού­ρι­σε κά­τι σὰν συγ­γνώ­μη, ὁ πα­τέ­ρας μου σύρ­θη­κε χω­ρὶς λε­κά­νη στὸ σπί­τι καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ κλει­δώ­σα­με τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα ὁ πα­τέ­ρας μου μά­ζε­ψε κου­ρά­γιο καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στὴ μά­να μου ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πλώ­σει καὶ τρεῖς μέ­ρες δὲν βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς φορ­τώ­θη­κε ἀ­μέ­σως μὲ με­ρι­κὰ και­νούρ­για πα­ρα­τσού­κλια. Ἐ­νῶ ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α, ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α…


 

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι. Ποι­ὰ ἄλ­λη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀ­φοῦ συ­νέ­βη στὰ τέ­λη τοῦ ’70 σὲ μιὰ μι­κρὴ πό­λη, δί­πλα σε ἕ­να μι­κρό (το πιὸ μι­κρὸ) βου­νό, σὲ ἕ­να μι­κρὸ δρό­μο μὲ τὸ πομ­πῶ­δες ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο, στὴν οὐ­δέ­τε­ρη ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸν Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Μό­νο σὲ τέ­τοι­α μέ­ρη καὶ σὲ τέ­τοι­ες στιγ­μές, με­τα­ξὺ στο­λῆς πο­λι­το­φύ­λα­κα καὶ μπουρ­ζου­α­ζι­κὴς ρόμ­πας, μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με γιὰ λί­γο το ἀ­λη­θι­νὸ πρό­σω­πο τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Μᾶλ­λον, ὄ­χι τὸ πρό­σω­πο, ἀλ­λὰ κα­τ’ εὐ­θεί­αν τα ἄ­σπρα σώ­βρα­κά της. Τί πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ροῦ­με νὰ θέ­λου­με.

 

1996

 


[1] ΣτΜ. — Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι (Фе́ликс Эдму́ндович Дзер­жи́н­ский, 1877-1926) ἦ­ταν ἡ­γε­τι­κὸ στέ­λε­χος τοῦ πο­λω­νι­κοῦ καὶ τοῦ ρω­σι­κοῦ ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ κι­νή­μα­τος. Τὸ ὄ­νο­μά του συν­δέ­θη­κε μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῆς μυ­στι­κῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας τῶν μπολ­σε­βί­κων, στὶς 19 Δε­κεμ­βρί­ου 1917, ποὺ εἶ­χε ἀ­να­λά­βει νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν τά­ξη καὶ τὰ κε­κτη­μέ­να τῆς Ὀ­κτω­βρια­νῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας ἀν­τε­πα­να­στα­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ δο­λι­ο­φθο­ρὲς ἐ­νάν­τια στὸ Σο­βι­ε­τι­κὸ σο­σι­α­λι­στι­κὸ κρά­τος. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­δί­στα­κτη μυ­στι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α ποὺ εἶ­χε τὴ δο­μὴ πο­λι­το­φυ­λα­κῆς, ὀ­νο­μα­ζό­ταν «Τσε­κᾶ» (ЧК) ἀ­πὸ τὰ ἀρ­χι­κά των λέ­ξε­ων «Чрезвычайная Комиссия» καὶ ἐ­πι­δό­θη­κε σὲ ἕ­να ἀ­νε­λέ­η­το κυ­νή­γι τῶν ἀν­τι­φρο­νούν­των καὶ τῶν λοι­πῶν «ἐ­χθρῶν του Λα­οῦ» ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτός των συ­νό­ρων.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γά­ρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).

Ἀντρὲς Νέουμαν (Andrés Neuman): Μυθιστόρημα τρόμου

.

Neuman,Andrés-Mythistorima-Tromou-Eikona-022

.

Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν (Andrés Neuman)

.

Μυθιστόρημα τρόμου

(Novela de terror)

 .

Ξύ­πνη­σα φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν (Andrés Neuman) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες τῆς Ἀργεντινῆς, 1977). Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 ζεῖ στὴ Γρα­νά­δα τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα El viajero del siglo (2009). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ ἡ συλ­λο­γὴ χα­ϊ­κοὺ Μαῦ­ρες στα­γό­νες (μτφ. Νάν­τια Γι­αν­νού­λια, Δῶ­ρα Δη­μη­τρί­ου, Θε­ώ­νη Κάμ­πρα, Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο, τεῦ­χος 159-160). Τὸ «Novela de terror» πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ Alumbramiento, Μα­δρί­τη, Páginas de Espuma, 2009.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ  ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

 .

Λοὺ Μπίτς (Lou Beach): Ὁ σερίφης τῆς κομητείας μας…

.

07-Beach,Lou-OSerifisTisKomiteiasMas-Eikona-03

.

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch)

 .

02-Omikron ΣΕΡΙΦΗΣ τῆς κο­μη­τεί­ας μας, ὁ Χι­ού­ι Γου­ίλ­σον —γνω­στὸς καὶ ὡς «Κε­φτές» — μὲ τὸ ποὺ ἔ­βλε­πε κά­ποι­ον ἤ­θε­λε νὰ τοῦ πε­ρά­σει χει­ρο­πέ­δες. Ὅ­λες του οἱ γνώ­σεις γύ­ρω ἀ­π’ τὸ νό­μο δὲ θὰ γέ­μι­ζαν οὔ­τε δα­χτυ­λή­θρα, ἀλ­λὰ ὅ­σα ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ ἐ­ξου­σί­α θὰ ὑ­περ­χεί­λι­ζαν ὅ­λες τὶς ὑ­δρορ­ρο­ὲς ἀ­πὸ δῶ ὣς τὸν πο­τα­μό. Γι’ αὐ­τὸν ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἦ­ταν ἁ­πλῶς ἕ­να μέ­σο ἄ­σκη­σης ἐ­ξου­σί­ας, ἀ­πο­δι­δό­ταν σὲ σκο­τει­νὰ δω­μά­τια καὶ με­τρι­ό­ταν μὲ μώ­λω­πες καὶ σπα­σμέ­να πλευ­ρά. Ὅ­ταν τὸν βρῆ­καν μὲ τὸ κε­φά­λι γερ­μέ­νο στὸ τι­μό­νι τοῦ πε­ρι­πο­λι­κοῦ, νε­κρό, ἡ φρά­ση H­a­p­py h­o­ur ἀ­πέ­κτη­σε και­νούρ­γιο νό­η­μα.

.

Ση­μεί­ω­ση: ὁ ὅ­ρος H­a­p­py h­o­ur ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τῆς ἡ­μέ­ρας, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ κα­φε­τέ­ρι­ες καὶ τὰ μπὰρ προ­σφέ­ρουν τὰ προ­ϊ­όν­τα τους σὲ μει­ω­μέ­νες τι­μές. Ὁ ὅ­ρος πα­ρα­μέ­νει ἀ­με­τά­φρα­στος, δι­ό­τι, κα­τὰ τὴν πρό­σφα­τη εἰ­σα­γω­γὴ τῆς συ­νή­θειας αὐ­τῆς στὴν Ἑλ­λά­δα, χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὡς ἔ­χει.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: 420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch) (Γκέ­τιγ­κεν, Γερ­μα­νί­α, 1947): Ἀ­με­ρι­κα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ καὶ πε­ζο­γρά­φος. Ὁ Μπίτς, γό­νος Πο­λω­νῶν θυ­μά­των τῶν Να­ζί, με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η­ΠΑ μὲ τοὺς γο­νεῖς του σὲ ἡ­λι­κί­α τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Ὡς νέ­ος δὲν ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές, ἐ­πι­λέ­γον­τας τὴ ζω­ὴ τοῦ πλά­νη­τα. Εἶ­ναι αὐ­το­δί­δα­κτος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ κι ἀ­π’ τὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­70 φι­λο­τε­χνεῖ ἐ­ξώ­φυλ­λα δί­σκων, κυ­ρί­ως τῆς ρὸκ μου­σι­κῆς, καὶ εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Τὸ βι­βλί­ο 420 χα­ρα­κτῆ­ρες (420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011) εἶ­ναι ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸ ἀ­φιέ­ρω­μά μας στὸν Λοὺ Μπὶτς βλέ­πε ἐ­δῶ τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ἄρ­θρο τοῦ Σκὸτ Μπράντ­φιλντ κα­θὼς καὶ τὸ σχό­λι­ό μας στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος (ἐγ­γραφὴ 18-08-2014).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (J­e­m­ma P­r­e­ss). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: E­d­g­ar L­ee M­a­s­t­e­rs, M­i­r­o­sl­av Ho­l­ub, M­a­t­t­h­ew A­r­n­o­ld, D­o­n­a­ld J­u­s­t­i­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Τὸ 2012 κυκλοφόρησε ἡ συλλογὴ διηγημάτων του Ἀστεῖο (ἐκδ. Νεφέλη). Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­» κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

 .

Νταβίντ Ρόας (David Roas): Κόψε μου το δεσμό, τον γόρδιο

.

Roas,David-KopseMouTonDesmoTonGordio-Eikona-03

.

Ντα­βὶδ Ρό­ας (David Roas)

.

Κόψε μου τὸ δεσμό, τὸν γόρδιο

(Córtame el nudo, gordiano)

.

12-Omikron-Hymnus_in_Romam_61_2 ΙΣΜΑΕΛ ΓΚΟΝΤΙΝΕΘ, δια­υγὴς ἀ­κό­μα, πα­ρα­τη­ρεῖ πῶς τὸ σῶ­μα του τα­λαν­τεύ­ε­ται, σὰν κού­κλα, κρε­μα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸ τα­βά­νι τοῦ δω­μα­τί­ου καὶ με­τα­νι­ώ­νει ποὺ ὑ­πέ­κυ­ψε σὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­νό­η­τη πα­ρόρ­μη­ση. Τὰ χέ­ρια του ἐ­νερ­γοῦν αὐ­τό­νο­μα, προ­σπα­θών­τας νὰ στα­μα­τή­σουν τὸ τρο­με­ρὸ σφί­ξι­μο στὸ λαι­μό, κα­θὼς οἱ πνεύ­μο­νές του πα­λεύ­ουν νὰ ρου­φή­ξουν λί­γο ἀ­έ­ρα ἀ­κό­μα. Ξαφ­νι­κά, μιὰ μι­κρὴ δέ­σμη φω­τὸς γλι­στρά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Ὁ Ἰ­σμα­ὲλ ξέ­ρει ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­φθά­νει ἡ σω­τη­ρί­α του, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μά­ει νὰ κου­νη­θεῖ: αὐ­τὸ θὰ ἐ­πι­τά­χυ­νε τὸ στραγ­γα­λι­σμό του. Γιὰ νὰ τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χή, βγά­ζει πνι­χτὰ βογ­κη­τά. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς πόρ­τας, οἱ γο­νεῖς του ἀ­κοῦ­νε σι­ω­πη­λοί, εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ποὺ ὁ Ἰ­σμα­έλ, ἐ­πι­τέ­λους, ἔ­φε­ρε στὸ σπί­τι μιὰ φι­λε­να­δί­τσα.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐπιμέλεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Νταβὶδ Ρόας (David Roas) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1965). Δι­δά­σκει Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Συγ­κρι­τι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Εἰ­δι­κεύ­ε­ται στὴ φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων βι­βλί­ων ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των H­o­r­r­o­r­es c­o­t­i­d­i­a­n­os (2007) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των D­i­s­t­o­r­s­i­o­n­es (2010). (Παλένθια, menoscuarto, 2007) ὅπου περιλαμβάνεται καὶ τὸ «Córtame el nudo, gordiano».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α…).