Σπῦρος Ν. Παππᾶς: Τὸ φορτίο


Pappas,SpyrosN-ToFortio-Eikona-01


Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς


Τὸ φορ­τί­ο


       — ΜΑ, για­τί δὲν ἀ­νά­βουν τὸ φῶς; εἶ­πε κά­ποι­ος.

       — Ἀ­κό­μα δὲν κα­τά­λα­βα, ποῦ βρι­σκό­μα­στε καὶ για­τί μᾶς ἔ­χουν ἔ­τσι στρι­μωγ­μέ­νους, εἶ­πε ἕ­νας ἄλ­λος.

       — Δὲν βλέ­πω τί­πο­τα. Βλέ­πει κα­νεὶς τὸν δι­πλα­νό του; Ἂς με­τρη­θοῦ­με φω­να­χτά, νὰ ξέ­ρου­με του­λά­χι­στον πό­σοι εἴ­μα­στε, ψι­θύ­ρι­σε ἕ­νας τρί­τος.

       — Κύ­ριοι, γιὰ τὸ μό­νο ποὺ εἶ­μαι σί­γου­ρος, εἶ­ναι ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει γυ­ναί­κα ἀ­νά­με­σά μας, ἀλ­λι­ῶς θὰ οὔρ­λια­ζε τό­σην ὥ­ρα ἀ­πὸ τὸν τρό­μο…

       Κά­ποι­οι, ἔ­βα­λαν τὰ γέ­λια.

       Πε­τά­χτη­κε, θυ­μω­μέ­να, ὁ δι­πλα­νός του:

       — Δὲν βλέ­πω τὸ ἀ­στεῖ­ο. Μᾶς ἔ­χουν κλει­σμέ­νους στὸ ἀ­πό­λυ­το σκο­τά­δι, μό­λις ξυ­πνή­σα­με, βρω­μο­κο­πά­ει, καὶ κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει ποῦ μᾶς πη­γαί­νουν. Ἀ­κοῦ­τε τὸν θό­ρυ­βο; Εἴ­μα­στε, προ­φα­νῶς, σὲ ἀ­ε­ρο­πλά­νο, δὲν μπο­ροῦ­με νὰ κου­νη­θοῦ­με ἀλ­λὰ ἐ­σεῖς βρί­σκε­τε δι­ά­θε­ση γιὰ κα­λαμ­πού­ρια. Νι­ώ­θω σὰν νὰ μᾶς ἔ­χουν θά­ψει ζων­τα­νοὺς ἐ­δῶ μέ­σα.

       — Ἐν­τά­ξει, ἐν­τά­ξει, δὲν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἐ­κνευ­ρι­ζό­μα­στε, εἶ­πε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς προ­λα­λή­σαν­τες. Ἐ­γώ, πάν­τως, συμ­φω­νῶ γιὰ ἀρ­χὴ νὰ με­τρη­θοῦ­με καὶ νὰ ξε­κι­νή­σει ὁ κα­θέ­νας μὲ τὴ δι­κή του ἱ­στο­ρί­α, μή­πως καὶ βγά­λου­με ἄ­κρη γιὰ τὸν λό­γο ποὺ κα­τα­λή­ξα­με ἔ­τσι μα­ζε­μέ­νοι.

       — Εἶ­μαι τὸ νού­με­ρο ἕ­να! φώναξε κά­ποι­ος αὐ­θόρ­μη­τα.


* * *


Ἡ δε­κά­τη ἕ­κτη Ἰ­α­νου­α­ρί­ου, ἦ­ταν μιὰ συ­νη­θι­σμέ­νη μέ­ρα γιὰ τὸν συν­τα­ξι­οῦ­χο κύ­ριο Μπρά­ουν. Τυ­λιγ­μέ­νος στὴ ζε­στὴ ρόμ­πα του εἶ­χε μό­λις φτιά­ξει τσά­ι καὶ ἁ­πλω­νό­ταν τώ­ρα σὲ μιὰ ἀ­να­παυ­τι­κὴ πο­λυ­θρό­να γιὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα του, ὥ­σπου σὲ κά­ποι­α σε­λί­δα, ἀν­τί­κρι­σε τὸν πα­ρα­κά­τω τί­τλο, ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως, μὲ κά­ποι­α δό­ση ἀ­η­δί­ας: «Λύ­ση μυ­στη­ρί­ου: 18 ἀν­θρώ­πι­να κε­φά­λια ἀ­να­κα­λύ­φθη­καν σὲ κι­βώ­τιο στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο Ο’Hare τοῦ Σι­κά­γου τὰ ὁ­ποῖ­α ἐ­πέ­στρε­φαν στὸ Ἰλ­λι­νό­ις γιὰ ἀ­πο­τέ­φρω­ση ἔ­πει­τα ἀ­πὸ τὴ χρη­σι­μο­ποί­η­σή τους σὲ ἰ­α­τρι­κὴ ἔ­ρευ­να».


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­αΠα­λίμ­ψη­στονΠόρ­φυ­ραςΜαν­δρα­γό­ρας,ὉροπέδιοἈρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνεςἹ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νήΤὰ Νέ­αἩ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).



		

	

Κὶμ Μονζό (Quim Monzó): Ρωσικὲς κοῦκλες

Monzo,Quim-RosikesKoukles-Eikona-02


Κὶμ Μουνζό (Quim Monzó)

 

Ρωσικὲς κοῦκλες

(Nines russes)


 02-DeltaΙΑΣΧΙΖΕΙ ΤΡΕΧΟΝΤΑΣ τὰ λι­βά­δια, κρύ­βε­ται ἀ­νά­με­σα στὰ ψη­λὰ χόρ­τα, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς κί­ο­νες. Τὸ σπί­τι βρί­σκε­ται κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ μα­κριά. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης καί, κά­που κά­που, μιὰ πι­να­κί­δα ἀ­πὸ ἄ­σπρο ξύ­λο μὲ μαῦ­ρα γράμ­μα­τα: BADEN VERBOTEN. Ὅ­λα τὰ μι­κρὰ μο­νο­πά­τια, κά­θε­τα στὸ κεν­τρι­κό, τε­λει­ώ­νουν σὲ σκά­λες ποὺ βυ­θί­ζον­ται στὴ λί­μνη, μὲ κου­πα­στὲς δι­α­κο­σμη­μέ­νες μὲ πέ­τρι­να βά­ζα καὶ λου­λού­δια. Ἀγ­κο­μα­χεῖ. Ἱ­δρώ­νει. Εἶ­ναι πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νος. Στη­ρί­ζε­ται στὴν κου­πα­στή. Κοι­τᾶ πρὸς τὰ πί­σω καὶ πρὸς τὸ νε­ρό, ἐ­ναλ­λὰξ καὶ ἀ­νή­συ­χα. Τώ­ρα περ­πα­τᾶ, πη­γαί­νον­τας γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ λί­μνη μέ­χρι τὴν προ­βλή­τα ποὺ εἶ­ναι ἔ­ρη­μη. Πα­ρα­τη­ρεῖ τὸν ὁ­ρί­ζον­τα. Ξέ­ρει ὅ­τι, ἂν ἀρ­γή­σουν πο­λύ, θὰ τὸν πιά­σουν. Γυρ­νᾶ πί­σω πρὸς τὶς σκά­λες. Πη­δά­ει τὴν κου­πα­στή. Κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Ἀ­πὸ κεῖ δι­α­κρί­νει τὴ λί­μνη. Εἶ­ναι ἀ­νυ­πό­μο­νος. Κοι­τά­ει συ­νε­χῶς τὸ ρο­λό­ι. Δὲν ἔ­χει πε­ρά­σει πολ­λὴ ὥ­ρα, ὅ­ταν ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο ποὺ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται: στὸ βά­θος, με­τα­ξὺ τῶν σκού­ρων μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ τοῦ νε­ροῦ, ἐμ­φα­νί­ζε­ται μιὰ ἐ­ξω­λέμ­βιος. Ἕ­να που­λὶ σχί­ζει τὸν ἀ­έ­ρα. Ση­κώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος. Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, πα­ρα­με­ρί­ζει τὰ κλα­διά, κοι­τᾶ πρὸς τὸν δρό­μο, πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα ποὺ μᾶλ­λον ὁ­δη­γεῖ στὴν προ­βλή­τα, ἀ­κού­ει πί­σω του ἕ­να θό­ρυ­βο. Γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἡ μου­σι­κὴ δυ­να­μώ­νει. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό.

       Ἡ ὀ­θό­νη γί­νε­ται μαύ­ρη, ἔ­πει­τα λευ­κή. Ὁ κό­σμος σφυ­ρί­ζει. Κά­ποι­οι φω­νά­ζουν. Ἀ­νά­βουν τὰ φῶ­τα. Γιὰ λί­γη ὥ­ρα χα­μη­λώ­νει ὁ θό­ρυ­βος. Ἔ­πει­τα περ­νοῦν δέ­κα ἀρ­γὰ λε­πτά, κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α τὸ κοι­νὸ γλι­στρᾶ ἀ­πὸ τὴν σχε­τι­κὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὴ ἀ­να­μο­νὴ στὴν ἐ­νό­χλη­ση: χτυ­πᾶ τὰ πό­δια καὶ ζη­τᾶ ἐ­ξη­γή­σεις. Σύγ­χυ­ση δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ὅ­ταν ἐ­πι­τέ­λους ἕ­νας ἀν­τι­πρό­σω­πος κα­τε­βαί­νει νὰ δι­και­ο­λο­γη­θεῖ, σα­στι­σμέ­νος, καὶ ἐ­ξη­γεῖ πὼς συ­νέ­βη κά­τι πα­ρά­ξε­νο: τὸ τέ­λος τῆς ται­νί­ας δὲν ὑ­πάρ­χει. Καὶ δὲν φαί­νε­ται, προ­σθέ­τει, νὰ τὸ ἔ­χει κό­ψει κά­ποι­ος, για­τὶ, χω­ρὶς κα­νέ­να ρα­κόρ, με­τὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες εἰ­κό­νες ποὺ προ­βλή­θη­καν, ὑ­πάρ­χει ἕ­να με­γά­λο κομ­μά­τι μαύ­ρου φίλμ. Ζη­τᾶ εἰ­λι­κρι­νὰ συγ­γνώ­μη γιὰ τὴν ἐ­νό­χλη­ση, κυ­ρί­ως για­τὶ κα­τα­νο­εῖ ὅ­τι γε­γο­νό­τα ὅ­πως αὐ­τὸ εἶ­ναι δυ­σά­ρε­στα, ἰ­δι­αί­τε­ρα τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς πρώ­της προ­βο­λῆς. Κα­τα­λή­γει ὅ­τι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει κά­τω ἀ­πὸ αὐ­τὲς τὶς συν­θῆ­κες εἶ­ναι νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει τὰ χρή­μα­τα τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου, γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρα­κα­λεῖ τὸ κοι­νὸ νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴν αἴ­θου­σα μὲ σει­ρὰ καὶ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἐκ­δο­τή­ρια. Προ­σθέ­τει πὼς μί­λη­σαν μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α δι­α­νο­μῆς, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι δὲν γνω­ρί­ζει τί­πο­τα καὶ ὑ­πό­σχε­ται νὰ ἐ­πι­κοι­νω­νή­σει μὲ τὴν ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς μὲ τὴν πρώ­τη εὐ­και­ρί­α. Ὁ ἀν­τι­πρό­σω­πος τῆς ἑ­ται­ρεί­ας κά­νει στὸ τέ­λος μί­α χει­ρο­νο­μί­α ἀ­πό­γνω­σης καὶ φεύ­γει. Με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ ἔ­κρη­ξη πα­ρα­πό­νων, τὸ κοι­νὸ βγαί­νει ἀρ­γά. Ὁ θε­α­τὴς (ἕ­νας ἀ­π’ ὅ­λους: ἕ­νας ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε) χα­σμου­ρι­έ­ται, ση­κώ­νε­ται νω­θρά, βγαί­νει στὴν εἴ­σο­δο. Ἡ οὐ­ρὰ γιὰ τὸ ἀν­τί­τι­μο τοῦ εἰ­σι­τη­ρί­ου στὰ ἐκ­δο­τή­ρια μπλέ­κε­ται μὲ ἐ­κεί­νη ὅ­σων πε­ρί­με­ναν γιὰ τὴν ἑ­πό­με­νη προ­βο­λὴ καὶ ποὺ τώ­ρα, μπερ­δε­μέ­νοι, δὲν ἀ­πο­φα­σί­ζουν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψουν τὴν προ­νο­μι­ού­χα θέ­ση ποὺ τοὺς ἐ­ξα­σφά­λι­σε ἡ ἀ­να­μο­νή τους. Ὁ ἄν­θρω­πός μας δὲν ἔ­χει ὄ­ρε­ξη νὰ πε­ρι­μέ­νει: θε­ω­ρεῖ τὰ χρή­μα­τά του χα­μέ­να καὶ ἀ­νη­φο­ρί­ζει τὸ δρό­μο. Στὰ μι­σὰ τῆς οὐ­ρᾶς ἀ­κού­ει πὼς τὰ νέ­α φτά­νουν δι­α­στρε­βλω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος ἔ­κλε­ψε τὸ φὶλμ μὲ τὴν πρό­θε­ση νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ προ­ω­θή­σει ἕ­να κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὸ πρό­τζε­κτ ποὺ δὲν εἶ­χε βρεῖ στή­ρι­ξη ἀ­πὸ κα­μί­α ἑ­ται­ρεί­α πα­ρα­γω­γῆς. Στὸ τέ­λος τῆς οὐ­ρᾶς τὰ νέ­α κυ­κλο­φο­ροῦν τε­λεί­ως ἀλ­λοι­ω­μέ­να: λέ­νε πὼς κά­ποι­ος τη­λε­φώ­νη­σε στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο γιὰ νὰ πεῖ ὅ­τι στὸ κτί­ριο εἶ­χε το­πο­θε­τη­θεῖ βόμ­βα. Ὁ κό­σμος δι­α­λύ­ε­ται στοὺς πα­ρά­πλευ­ρους δρό­μους, δι­α­κρι­τι­κὰ ἀ­να­στα­τω­μέ­νος. Ἐ­κεῖ­νος μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το, βά­ζει μπρο­στά. Ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­κού­γε­ται ὁ Dizzy Gillespie. Ἐ­πι­λέ­γει δρό­μους τῶν προ­α­στί­ων, κα­λυμ­μέ­νους μὲ μί­α ἀ­δι­α­πέ­ρα­στη λευ­κὴ ὁ­μί­χλη. Τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο, ἕ­νας τραυ­λὸς δη­μο­σι­ο­γρά­φος παίρ­νει συ­νέν­τευ­ξη ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα χω­ρὶς χέ­ρια ποὺ γέν­νη­σε ἕ­να παι­δὶ χω­ρὶς πό­δια. Ὁ ὁ­μι­λη­τὴς συμ­πε­ραί­νει ξαφ­νι­α­σμέ­νος ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει Πέμ­πτη χω­ρὶς Πα­ρα­σκευ­ή, κι ἀ­μέ­σως, βά­ζει ξα­νὰ Gillespie, τὸ Russian Lullaby, τρα­γού­δι ποὺ ὁ ἄν­τρας ἀ­κού­ει ἐ­πί­σης (καὶ ξαφ­νι­ά­ζε­ται) ὡς μου­σι­κὴ ὑ­πό­κρου­ση στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο ποὺ μό­λις μπαί­νει. Μό­λις κά­θε­ται στὸ τρα­πέ­ζι, πα­ραγ­γέλ­νει ἕ­να γα­στρο­νο­μι­κὸ πα­λίν­δρο­μο (γιὰ πρῶ­το πιά­το, πε­πό­νι μὲ προ­σοῦ­το· γιὰ δεύ­τε­ρο, ζαμ­πόν· γιὰ ἐ­πι­δόρ­πιο, πε­πό­νι) μὲ τὴν ἐλ­πί­δα νὰ κα­τα­πλή­ξει τὸν μέ­τρ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ὡ­στό­σο δὲν φαί­νε­ται δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἀ­φή­σει νὰ τὸν ἐκ­πλή­ξουν τό­σο εὔ­κο­λα. Σὲ ἕ­να δι­πλα­νὸ τρα­πέ­ζι, κά­ποι­ος μι­λᾶ γιὰ μιὰ Αὐ­στρα­λὴ ποὺ ἀ­σκεῖ τη­λε­πά­θεια καὶ πού, τρο­μο­κρα­τη­μέ­νη, ξύ­πνη­σε ἀ­πὸ ἕ­να ὄ­νει­ρο τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ ἕ­νας συ­νά­δελ­φός της, Ἐλ­βε­τός, ἔ­παιρ­νε μιὰ με­γά­λη τρο­μά­ρα ἀ­πὸ μιὰ παι­χνι­διά­ρα ἀ­νι­ψιὰ ποὺ ἀ­ρε­σκό­ταν σὲ ἀ­κραῖ­ες με­ταμ­φι­έ­σεις. Ὁ ἄν­θρω­πός μας γε­λᾶ καὶ τὸ γέ­λιο δυ­να­μώ­νει ὅ­ση ὥ­ρα δει­πνεῖ, μέ­χρι πού, στὸ ἐ­πι­δόρ­πιο, εἶ­ναι ἕ­νας πί­δα­κας ἀ­πὸ κου­δου­νί­σμα­τα καὶ κύμ­βα­λα ποὺ ἀν­τη­χοῦν σὲ ὅ­λα τα μπουν­τρού­μια τοῦ κά­στρου.

       Τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Ση­κώ­νε­ται μὲ νω­θρό­τη­τα, πλέ­νε­ται, ξυ­ρί­ζε­ται, ντύ­νε­ται. Παίρ­νει τὸ πρω­ι­νό του στὸ μπὰρ ἀ­πέ­ναν­τι. Ἔ­πει­τα μπαί­νει στὸ αὐ­το­κί­νη­το: ἡ πό­λη σύν­το­μα μέ­νει πί­σω καὶ γιὰ δέ­κα λε­πτὰ ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος εἶ­ναι ἄ­δει­ος. Βλέ­πει τὸ σπί­τι στὸ βά­θος. Σταθ­μεύ­ει κα­λὰ στὴν ἄ­κρη. Στὰ δε­ξιὰ τοῦ δρό­μου, δέν­τρα κα­τὰ μῆ­κος τῆς λί­μνης. Στὶς ὄ­χθες της, προ­βο­λεῖς, κα­λώ­δια καὶ πί­να­κες μὲ πρί­ζες.

       Τὸν πε­ρί­με­ναν ἐ­δῶ καὶ κά­ποι­α ὥ­ρα. Ἀλ­λά­ζει στὴ στιγ­μή. Τὸν μα­κι­γιά­ρουν. Ὁ σκη­νο­θέ­της δί­νει ἐν­το­λὴ νὰ ἀρ­χί­σουν τὸ γύ­ρι­σμα. Ἐ­κεῖ­νος κρύ­βε­ται μέ­σα στὰ δέν­τρα. Γυ­ρί­ζουν δι­ά­φο­ρα πλά­να. Ἔ­πει­τα πη­δᾶ τὴν κου­πα­στή. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νει δύ­ο φο­ρές. Κα­θὼς κα­τε­βαί­νει τὴν πέ­τρι­νη σκά­λα, ἀ­κού­ει ἕ­να θό­ρυ­βο πί­σω του· γυρ­νᾶ τὸ κε­φά­λι: ἡ με­λα­χρι­νὴ κο­πέ­λα, μὲ τὰ σκοῦ­ρα γυα­λιά, τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ ἕ­να πι­στό­λι. Ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν τὴ σκη­νή: δύ­ο φο­ρὲς ἡ κο­πέ­λα ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι κι ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν μέ­νει ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νος. Τὸ ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν γιὰ τρί­τη φο­ρά: ἡ κο­πέ­λα τὸν ση­μα­δεύ­ει μὲ τὸ πι­στό­λι, ἐ­κεῖ­νος ἀρ­χί­ζει νὰ τρέ­χει πρὸς τὸ νε­ρό. Ὁ σκη­νο­θέ­της δὲν δι­α­κό­πτει τὸ γύ­ρι­σμα. Ἡ κο­πέ­λα πυ­ρο­βο­λεῖ. Ὁ ἠ­θο­ποι­ὸς πέ­φτει στὸ ἔ­δα­φος.

       Στὴν αἴ­θου­σα τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου κυ­ρια­ρχεῖ μιὰ στιγ­μὴ σύγ­χυ­σης: ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς θε­α­τὲς ἔ­χει πέ­σει κι αὐ­τὸς στὸ ἔ­δα­φος. Τὸν με­τα­φέ­ρουν καὶ ἡ ται­νί­α τε­λει­ώ­νει ἀ­μέ­σως με­τά.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury (ἔκδ. Crema,1980).

Κὶμ Μουν­ζὸ (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitantasis contes. Tὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Δα­νά­η Τα­χτα­ρᾶ (Ἀ­θή­να, 1987). Με­τα­φρά­στρια καὶ ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ Με­τά­φρα­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Μά­λα­γα. Σπού­δα­σε Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μά­λα­γα (με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴ Με­τά­φρα­ση γιὰ τὸν Ἐκ­δο­τι­κὸ Κό­σμο). Με­τα­φρά­σεις της Ἰ­σπα­νῶν ποι­η­τῶν ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό e-poema. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­σπα­νὸ συγ­γρα­φέα Μανου­ὲλ Ἐ­σπά­δα.

 

Γκεόργκι Γκοσποντίνοφ (Георги Господинов): Τὰ Ἄσπρα Σώβρακα τῆς Ἱστορίας


04-Gkospontinof,Gk.-TaAspraSobrakaTisIstorias-Eikona


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὰ Ἄ­σπρα Σώ­βρα­κα τῆς Ἱ­στο­ρί­ας

 

(Белите Гащи на Историята)

 

14-Alpha-Century_Mag_Illuminated_A_CuypΥΤΗ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ξε­κι­νᾶ καὶ τε­λει­ώ­νει μὲ ἕ­να τί­πο­τα καὶ χω­ρὶς κα­μί­α μπου­γά­δα. Θὰ πρέ­πει νὰ ἦ­ταν κά­που στὰ τέ­λη τοῦ ’70 ἐ­πει­δὴ θυ­μᾶ­μαι ὅ­τι ἤ­μουν πιὰ 9-10 χρο­νῶν καὶ ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρό, ζού­σα­με σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ αὐ­λή, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς μι­κρό­τε­ρες πό­λεις τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, ποὺ βρί­σκε­ται στὴ σκιὰ τοῦ πιὸ μι­κροῦ βουλ­γα­ρι­κοῦ βου­νοῦ, τοῦ Σα­κάρ. Κά­πο­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη ἦ­ταν ξα­κου­στή, δι­ό­τι σὲ αὐ­τὴν οἱ ἄν­θρω­ποι ἐ­ξέ­τρε­φαν κα­μῆ­λες ἀν­τὶ γιὰ γα­ϊ­δού­ρια ἢ ἄλ­λα ὑ­πο­ζύ­για, ὅ­μως ἡ τε­λευ­ταί­α κα­μή­λα θὰ πρέ­πει νὰ πέ­θα­νε ἐ­κεῖ γύ­ρω στὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60. Ζού­σα­με σὲ τού­τη τὴ μι­κρὴ πό­λη δί­πλα στὸ πιὸ μι­κρὸ βου­νὸ (μι­κρό, ἀλ­λὰ βου­νό, ἔ­λε­γε ὁ κό­σμος) σὲ ἕ­να μι­κρὸ σπί­τι μὲ δῶ­μα καὶ προ­θά­λα­μο καὶ αὐ­λί­τσα μὲ βρα­γι­ὲς ντο­μά­τες, δύ­ο κε­ρα­σι­ὲς δί­πλα στὸν φρά­χτη, ἀ­νά­με­σα στὶς ὁ­ποῖ­ες κρε­μό­ταν τὸ σκοι­νὶ γιὰ τὸ ἅ­πλω­μα τῆς μπου­γά­δας, καὶ ἕ­ναν κου­βὰ μὲ ὀλ­λαν­δι­κὰ λου­λού­δια (τὸ κα­μά­ρι τῆς μά­νας μου, μὼβ πρὸς ἴν­τιγ­κο).

       Μιὰ μέ­ρα ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν στὴν πε­ρί­φρα­ξη πλη­σί­α­σε ὁ δι­πλα­νός μας, ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Δι­πλα­νός, δὲν εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ ται­ριά­ζει γιὰ τὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ἕ­νας ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος, ἀ­ξι­ο­πρε­πὴς ἑ­βδο­μην­τά­ρης, γεν­νη­μέ­νος ἀ­ρι­στο­κρά­της, ὁ κα­λύ­τε­ρος δι­κη­γό­ρος στὴ μι­κρὴ πό­λη. Φο­ροῦ­σε μιὰ θρυ­λι­κὴ ρόμ­πα καὶ εἶ­χε τὸ πα­ρω­νύ­μιο Μπαλ­ζάκ. Τὸ πα­ρω­νύ­μιο ὀ­φει­λό­ταν ἐν μέ­ρει στὸ ὅ­τι ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν γνώ­ρι­ζε τέ­λεια γαλ­λι­κὰ καὶ εἶ­χε δι­α­βά­σει στὸ πρω­τό­τυ­πο ὅ­λα ὅ­σα εἶ­χε γρά­ψει ὁ Μπαλ­ζάκ. Γε­γο­νὸς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔμ­παι­νε πά­ραυ­τα στὴν το­πι­κὴ βί­βλο τῶν κα­τορ­θω­μά­των καὶ πο­λὺ δύ­σκο­λα κά­ποι­ος, κά­πο­τε, θὰ τὸν με­τα­κι­νοῦ­σε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ. Καὶ τί ξέ­ρα­με τό­τε γιὰ τὸν Μπαλ­ζάκ; Ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξε με­γά­λος ἐ­ρα­στὴς καὶ ἔ­πι­νε πο­λὺ κα­φὲ ἐ­νῶ ἔ­γρα­φε. Ἢ ὅ­τι ἔ­γρα­φε πο­λὺ ἐ­νῶ ἔ­πι­νε κα­φέ. Ὅ­πως καὶ νά ’χει, στὸ κε­φά­λι μου ἔ­μει­νε ἀ­πὸ τό­τε ὁ ἀ­ριθ­μὸς 42. Τώ­ρα, αὐ­τὸ ἦ­ταν 42 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ἢ 42 κα­φέ­δες τὴν ἡ­μέ­ρα, δὲ θυ­μᾶ­μαι, ὅ­μως καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις τὰ νού­με­ρα προ­κα­λοῦ­σαν τὸν σε­βα­σμό. Καὶ αὐ­τὸς ὁ σε­βα­σμὸς με­τα­φε­ρό­ταν στὸν μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Πα­ρα­τη­ρῆ­στε, ὅ­τι κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε μπάρ­μπα-Κώ­στα, ἢ ἀ­κό­μα πιὸ χυ­δαῖα μπάρ­μπα-Κῶ­τσο. Ὄ­χι, αὐ­τὸς ἦ­ταν καὶ πα­ρέ­μει­νε ὣς τὸ τέ­λος ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν ὁ Μπαλ­ζάκ. Τὸ νὰ φο­ρᾶς ἐ­κεῖ­νο τὸν και­ρὸ ρόμ­πα, τό­τε ποὺ εἶ­χαν σὲ ἐ­κτί­μη­ση τὸ ἀ­δι­ά­βρο­χο, τὸ γού­νι­νο παλ­τὸ καὶ τὸ που­λό­βερ, ἦ­ταν ζή­τη­μα τι­μῆς καὶ ἀ­ξι­ο­πρέ­πειας, ἕ­να στοι­χεῖ­ο ἀ­ρι­στο­κρα­τί­ας. Καὶ ἕ­ως σή­με­ρα τὴ θυ­μᾶ­μαι – μα­κριὰ κα­φε­τιὰ ρόμ­πα μὲ ἔν­το­νη γκρί­ζα μπορ­ντού­ρα γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ πέ­τα, μὲ τρί­α με­γά­λα σεν­τε­φέ­νια κουμ­πιὰ καὶ ζω­νού­λα, ἡ ὁ­ποί­α κα­τέ­λη­γε σὲ φοῦν­τες ποὺ θύ­μι­ζαν τὸ τε­λεί­ω­μα τῆς οὐ­ρᾶς τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ.

       Αὐ­τὴ ἡ ρόμ­πα τὸν ἔ­κα­νε νὰ φαί­νε­ται ὕ­πο­πτος μπρο­στὰ στὰ μά­τια τοῦ γεί­το­να ἐ­ξ’ ἀ­ρι­στε­ρῶν μας – ἑ­νὸς πο­λι­το­φύ­λα­κα ποὺ ἔ­φτα­σε λο­χί­ας, τὸν ὁ­ποῖ­ο φώ­να­ζαν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­λο­δι­κή του ἐ­πί­μο­νη θέ­λη­ση) καὶ γιὰ συν­το­μί­α Τσε­κα­τζή[1], ἐ­νῶ, ὅ­ταν δὲν ἤ­τα­νε κον­τά, Κα­ρα­βα­νά. Ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους τοὺς πο­λι­το­φύ­λα­κες, τοὺς ὁ­ποί­ους πο­τὲ δὲν θὰ ἔ­βλε­πες δί­χως στο­λή, καὶ μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου βά­ζα­με κρυ­φὰ στοί­χη­μα ὅ­τι ἔ­χει στο­λὴ πι­τζά­μα μὲ ἐ­πω­μί­δες καὶ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ τσέ­πη γιὰ πι­στο­λά­κι νυ­κτός. Ὁ ἀ­δελ­φός μου ἰ­σχυ­ρι­ζό­ταν ἐ­πί­σης, ὅ­τι σί­γου­ρα κοι­μᾶ­ται μὲ τὸ πη­λί­κιο, κα­θώς, ὅ­ταν τὸ βρά­δυ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται κά­ποι­ον ὑ­πο­λο­χα­γὸ (καὶ τί ἄλ­λο μπο­ρεῖ νὰ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ἕ­νας λο­χί­ας) εἶ­ναι ὑ­πο­χρε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν κα­νο­νι­σμὸ νὰ τὸν χαι­ρε­τή­σει, καὶ ἡ ἀ­πό­δο­ση τι­μῆς χω­ρὶς τὸ πη­λί­κιο εἶ­ναι ἀ­πρέ­πεια, αὐ­τὸ κι ἐ­γὼ τὸ ἤ­ξε­ρα. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα τοῦ σπι­τιοῦ τους, εἶ­χε βά­λει νὰ τοῦ γρά­ψουν μὲ κόκ­κι­να γράμ­μα­τα «ὁ Τσε­κα­τζὴς πρέ­πει νὰ ἔ­χει ψυ­χρὴ λο­γι­κή, φλο­γε­ρὴ καρ­διὰ καὶ κα­θα­ρὰ χέ­ρια» καὶ ἀ­πὸ κά­τω – Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι. Ἕ­να σε­πτεμ­βρι­ά­τι­κο βρά­δυ κά­ποι­ος ἔ­σβη­σε τὸ «ψὺ» ἀ­πὸ τὸ «ψυ­χρὴ» καὶ τὸ ἀν­τι­κα­τέ­στη­σε μὲ τὸ «αἴσ» καὶ ἀ­πὸ τό­τε ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­γι­νε ἄ­κρως κα­χύ­πο­πτος μὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν πό­λη καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα μὲ τοὺς γεί­το­νές του. Λε­γό­ταν, ὅ­τι ὅ­λο το φθι­νό­πω­ρο δι­α­νυ­κτέ­ρευ­ε στὴν αὐ­λὴ καὶ ἕ­ως ὅ­του πέ­σει τὸ πρῶ­το χι­ό­νι κοι­μό­ταν ἔ­ξω, μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα, ἐ­πει­δὴ στὸ ἐγ­χει­ρί­διο ἐγ­κλη­μα­το­λο­γί­ας, ἔ­γρα­φε, ὅ­τι ὁ ἐγ­κλη­μα­τί­ας ἐ­πι­στρέ­φει πάν­τα στὸν τό­πο τοῦ ἐγ­κλή­μα­τος, ὅ­μως αὐ­τὸ εἶ­ναι ἄλ­λη ἱ­στο­ρί­α.

       Καὶ ἔ­τσι, τὸ σπί­τι μας βρι­σκό­ταν στὴ νε­κρὴ ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸ σπί­τι τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸ σπί­τι τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν τοῦ Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Καὶ τὰ τρί­α σπί­τια, στὸ κέν­τρο ἑ­νὸς δρό­μου μὲ τὸ ἠ­χη­ρὸ ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο. Καὶ ἐ­νῶ γιὰ τὸν Μπαλ­ζὰκ γνω­ρί­ζα­με τί καὶ πῶς, γιὰ τὸ Σερ­γκί­εν­κο ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα δὲν ἔ­χω τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἰ­δέ­α, καὶ συ­νε­πῶς, πα­ρα­κα­λῶ ἐν­τε­λῶς σο­βα­ρά, ἂν κά­ποι­ος ξέ­ρει κά­τι γι’ αὐ­τό, ἂς ἐ­νη­με­ρώ­σει, θὰ χα­ρῶ νὰ τὸ μά­θω. Δι­ό­τι εἶ­μαι πε­πει­σμέ­νος, ὅ­τι κα­νέ­να ὄ­νο­μα δὲν εἶ­ναι τυ­χαῖ­ο, εἰ­δι­κά το ὄ­νο­μα τοῦ δρό­μου ὅ­που με­γά­λω­σες – εἴ­τε εἶ­ναι Σερ­γκί­εν­κο, Μα­κά­ρεν­κο ἢ Κρι­βο­λάκ, ἔ­χει τὴ ση­μα­σί­α του στὴ δι­ά­πλα­ση τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας.


 

       Ὁ­ρί­στε, μνη­μο­νεύ­εις τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπαλ­ζὰκ καὶ πα­ρα­σύ­ρε­σαι σὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες.

 


       Μιὰ μέ­ρα, λοι­πόν, ὁ πα­τέ­ρας μου ἅ­πλω­νε στὴν αὐ­λὴ ἀ­νά­με­σα στὶς δύ­ο κε­ρα­σι­ές, ὅ­ταν ὁ Μπαλ­ζὰκ πλη­σί­α­σε στὴν πε­ρί­φρα­ξη. Στά­θη­κε στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά της, μέ­σα στὴ σε­βά­σμια ρόμ­πα του καὶ ὁ πα­τέ­ρας μου ἔ­νι­ω­σε ἄ­βο­λα ἔ­τσι ποὺ ἦ­ταν μὲ τὴ λε­κά­νη, φο­ρών­τας φα­νέ­λα καὶ μὲ ἕ­να κορ­δό­νι μὲ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νο στὸν ὦ­μο. Τό­τε ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν σι­γά, ἀλ­λὰ αὐ­στη­ρά, τοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι σω­στὸ με­γά­λος ἄν­τρας καὶ λε­βέν­της νὰ ντρο­πι­ά­ζε­ται μὲ τὴ λε­κά­νη καὶ νὰ βά­ζει μαν­τα­λά­κια, μέ­ρα με­ση­μέ­ρι, σὰν κά­ποι­α κο­πε­λού­δα. Καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἁ­πλώ­νει τὴ νύ­χτα. Ἔ­πρε­πε, μὲ κά­ποι­ο τρό­πο νὰ πε­ρά­σει ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὴ Σκύλ­λα τοῦ μπάρ­μπα-Κων­σταν­τὶν καὶ τὴ Χά­ρυ­βδη τῆς μά­νας μου.

       Τὸν σκέ­φτο­μαι, νὰ κρα­τᾶ τὸν φα­κὸ ἀ­νά­με­σα στὰ δόν­τια, ἀ­λη­θι­νὸ φό­βη­τρο γιὰ τὶς γά­τες καὶ νὰ ξε­γλι­στρά­ει μὲ τὴ με­γά­λη τσίγ­κι­νη λε­κά­νη πρὸς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἀ­κρι­βῶς δί­πλα στὸν φρά­χτη τοῦ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τίν. Καὶ ποι­ὸς ξέ­ρει γιὰ πό­σο και­ρὸ θὰ συ­νε­χι­ζό­ταν αὐ­τό, ἂν ἕ­να βρά­δυ ὁ ξά­γρυ­πνος Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς δὲν δι­έ­κρι­νε τὸν ὕ­πο­πτο φω­τι­σμό. Αὐ­τός, σὰν ἔμ­πει­ρος Τσε­κα­τζὴς δὲν ρί­χτη­κε κα­τα­πά­νω του ἀ­μέ­σως, πα­ρὰ μό­νο ἔ­τρι­ψε τὰ κα­θα­ρά του χέ­ρια, λέ­γον­τας: ἔ, Μπαλ­ζά­κο, τώ­ρα θὰ σὲ κά­νω νὰ με­τα­νι­ώ­σεις μα­ζὶ μὲ ὅ­λο σου τὸ σό­ι. Ἦ­ταν πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι ὁ γε­ρὸ-μπουρ­ζου­άς, ἔ­τσι ἀ­κρι­βῶς ἔ­λε­γε, σκά­λι­ζε τὴ νύ­χτα στὴν αὐ­λὴ σὰν πον­τι­κός, γιὰ νὰ κρύ­ψει πό­τε κά­ποι­ον πο­λυ­γρα­φά­κο, πό­τε πε­ρί­στρο­φα, ἀ­κό­μη ἴ­σως καὶ λα­θραῖ­ο λά­δι· ἐ­κεῖ­να τὰ χρό­νια ὑ­πῆρ­χε με­γά­λο ζό­ρι μὲ τὸ λά­δι. (Ἐ­τοῦ­τες οἱ ρόμ­πες πῶς ἀ­γο­ρά­ζον­ται, ἐ;). Τὴν ἑ­πό­με­νη νύ­χτα, μιὰ βι­α­στι­κὰ σχη­μα­τι­σμέ­νη ὁ­μά­δα κρού­σης, ἀ­πὸ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες (τό­σους δι­έ­θε­τε ἡ μι­κρὴ πό­λη) ὑ­πὸ τὴ δι­οί­κη­ση τοῦ ἴ­διου του Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς ἔ­λα­βε θέ­ση γύ­ρω ἀ­πὸ τὰ σπί­τια μας. Ὅ­μως, ὅ­λη νύ­χτα δὲν φά­νη­κε κα­νεὶς (ἡ μά­να μου δὲν ἐ­πλέ­νε κά­θε μέ­ρα) καὶ ἔ­τσι τὸ χά­ρα­μα, ἡ ὁ­μά­δα πά­λι συ­νω­μο­τι­κά, σκορ­πί­στη­κε. Αὐ­τὸ ἐ­πα­να­λή­φθη­κε καὶ τὴ δεύ­τε­ρη βρα­διά. Ἐ­νῶ γιὰ τὴν τρί­τη, ὁ Τσε­κα­τζὴς κου­βά­λη­σε ἀ­πὸ τὸ Ἔλ­χο­βο πραγ­μα­τι­κὸ ὑ­πη­ρε­σια­κὸ σκύ­λο. Γύ­ρω στὰ με­σά­νυ­χτα, ὁ πα­τέ­ρας μου βγῆ­κε μὲ τὴ λε­κά­νη, ξε­γλί­στρη­σε ὣς τὴν ἁ­πλώ­στρα, ἄ­να­ψε τὸν μι­κρὸ φα­κὸ καὶ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ὁ σκύ­λος γά­βγι­σε, οἱ προ­βο­λεῖς ἄ­να­ψαν καὶ τέσ­σε­ρις πο­λι­το­φύ­λα­κες μὲ ἐ­πι­κε­φα­λῆς τὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς, τὸν πε­ρι­κύ­κλω­σαν.

       Φαν­τα­στεῖ­τε τώ­ρα ὅ­λη αὐ­τὴ τὴ μνη­μει­ώ­δη καὶ ζω­η­ρὴ εἰ­κό­να. Ὁ σκύ­λος μὲ τὸ στό­μα ποὺ ἔ­χα­σκε, τό­νι­ζε τὴν πε­ρί­στα­ση. Τέσ­σε­ρις φι­γοῦ­ρες πο­λι­το­φυ­λά­κων μὲ στραμ­μέ­νους προ­βο­λεῖς. Λί­γο πιὸ μπρο­στὰ ἀ­π’ αὐ­τούς, ἡ ὁρ­μη­τι­κὴ φι­γού­ρα τοῦ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς κά­πως γερ­τὴ πρὸς τὰ ἐμ­πρός, μὲ πι­στό­λι στὸ ἕ­να χέ­ρι καὶ τὸ ἄλ­λο τεν­τω­μέ­νο ἀ­φύ­σι­κα πρὸς τὰ πί­σω, ὅ­πως ἄν­θρω­πος ὁ ὁ­ποῖ­ος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ρί­ξει χει­ρο­βομ­βί­δα καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ τὸν χτύ­πη­σε ὀ­βί­δα. Καὶ τέ­λος ὁ πα­τέ­ρας μου, μὲ πε­σμέ­νη λε­κά­νη, φο­ρών­τας ἄ­σπρα σώ­βρα­κα καὶ τὴ φυ­σιγ­γι­ο­θή­κη ἀ­πὸ μαν­τα­λά­κια πε­ρα­σμέ­νη στὸν ὦ­μο. Μπο­ροῦ­σα ἄ­νε­τα νὰ βολ­τά­ρω ἀ­νά­με­σα σὲ αὐ­τὲς τὶς φι­γοῦ­ρες καὶ νὰ τὶς τσιγ­κλί­ζω μὲ τὸ δά­χτυ­λο. Φω­τί­στη­καν τὰ πα­ρά­θυ­ρα τῶν γει­το­νι­κῶν σπι­τι­ῶν, ἐ­μεῖς, μὲ τὸν ἀ­δελ­φό μου καὶ τὴ μά­να μου πη­δή­ξα­με στὸ κα­τώ­φλι. Τὸ ἑ­πό­με­νο δευ­τε­ρό­λε­πτο, ὅ­ταν οἱ φι­γοῦ­ρες ζων­τά­νε­ψαν καὶ ἡ εἰ­κό­να δι­α­λύ­θη­κε, ὁ Φέ­λιξ μουρ­μού­ρι­σε κά­τι σὰν συγ­γνώ­μη, ὁ πα­τέ­ρας μου σύρ­θη­κε χω­ρὶς λε­κά­νη στὸ σπί­τι καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ κλει­δώ­σα­με τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα.

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ νύ­χτα ὁ πα­τέ­ρας μου μά­ζε­ψε κου­ρά­γιο καὶ ἀ­να­κοί­νω­σε στὴ μά­να μου ὅ­τι δὲν πρό­κει­ται νὰ ξα­να­πλώ­σει καὶ τρεῖς μέ­ρες δὲν βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς φορ­τώ­θη­κε ἀ­μέ­σως μὲ με­ρι­κὰ και­νούρ­για πα­ρα­τσού­κλια. Ἐ­νῶ ὁ μπάρ­μπα-Κω­σταν­τὶν κου­νοῦ­σε τὸ κε­φά­λι του καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε: ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α, ἀν­θρώ­πι­νη κω­μω­δί­α…


 

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι. Ποι­ὰ ἄλ­λη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἦ­ταν ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀ­φοῦ συ­νέ­βη στὰ τέ­λη τοῦ ’70 σὲ μιὰ μι­κρὴ πό­λη, δί­πλα σε ἕ­να μι­κρό (το πιὸ μι­κρὸ) βου­νό, σὲ ἕ­να μι­κρὸ δρό­μο μὲ τὸ πομ­πῶ­δες ὄ­νο­μα Σερ­γκί­εν­κο, στὴν οὐ­δέ­τε­ρη ζώ­νη ἀ­νά­με­σα στὸν Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς (στ’ ἀ­ρι­στε­ρὰ) καὶ στὸν Μπαλ­ζὰκ (στὰ δε­ξιά). Μό­νο σὲ τέ­τοι­α μέ­ρη καὶ σὲ τέ­τοι­ες στιγ­μές, με­τα­ξὺ στο­λῆς πο­λι­το­φύ­λα­κα καὶ μπουρ­ζου­α­ζι­κὴς ρόμ­πας, μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με γιὰ λί­γο το ἀ­λη­θι­νὸ πρό­σω­πο τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Μᾶλ­λον, ὄ­χι τὸ πρό­σω­πο, ἀλ­λὰ κα­τ’ εὐ­θεί­αν τα ἄ­σπρα σώ­βρα­κά της. Τί πε­ρισ­σό­τε­ρο μπο­ροῦ­με νὰ θέ­λου­με.

 

1996

 


[1] ΣτΜ. — Ὁ Φέ­λιξ Ἐν­τμούν­το­βιτς Ντζερ­ζίν­σκι (Фе́ликс Эдму́ндович Дзер­жи́н­ский, 1877-1926) ἦ­ταν ἡ­γε­τι­κὸ στέ­λε­χος τοῦ πο­λω­νι­κοῦ καὶ τοῦ ρω­σι­κοῦ ἐ­πα­να­στα­τι­κοῦ κι­νή­μα­τος. Τὸ ὄ­νο­μά του συν­δέ­θη­κε μὲ τὴ δη­μι­ουρ­γί­α τῆς μυ­στι­κῆς ἀ­στυ­νο­μί­ας τῶν μπολ­σε­βί­κων, στὶς 19 Δε­κεμ­βρί­ου 1917, ποὺ εἶ­χε ἀ­να­λά­βει νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴν τά­ξη καὶ τὰ κε­κτη­μέ­να τῆς Ὀ­κτω­βρια­νῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης, ἀν­τι­με­τω­πί­ζον­τας ἀν­τε­πα­να­στα­τι­κὲς ἐ­νέρ­γει­ες καὶ δο­λι­ο­φθο­ρὲς ἐ­νάν­τια στὸ Σο­βι­ε­τι­κὸ σο­σι­α­λι­στι­κὸ κρά­τος. Αὐ­τὴ ἡ ἀ­δί­στα­κτη μυ­στι­κὴ ἀ­στυ­νο­μί­α ποὺ εἶ­χε τὴ δο­μὴ πο­λι­το­φυ­λα­κῆς, ὀ­νο­μα­ζό­ταν «Τσε­κᾶ» (ЧК) ἀ­πὸ τὰ ἀρ­χι­κά των λέ­ξε­ων «Чрезвычайная Комиссия» καὶ ἐ­πι­δό­θη­κε σὲ ἕ­να ἀ­νε­λέ­η­το κυ­νή­γι τῶν ἀν­τι­φρο­νούν­των καὶ τῶν λοι­πῶν «ἐ­χθρῶν του Λα­οῦ» ἐν­τὸς καὶ ἐ­κτός των συ­νό­ρων.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος Българска виртуална библиотека «Словото» (Βουλ­γά­ρι­κη εἰ­κο­νι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη «Σλό­βο­το»).

00-Gkospontinof-EikonaGiaMikroBiografikoΓκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов, Γιά­μπολ 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φί­α— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α — Ποί­η­ση: Lapidarium (Ла­пидариум, 1992)· Ἡ κε­ρα­σιὰ ἑ­νὸς ἔ­θνους (Черешата на един народ, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στίν (Писма до Гаустин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Естес­твен роман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­ας (Физика на тъгата, 2011). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες (И други истории, 2000)· Καὶ ὅ­λα ἔ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всичко стана луна, 2013). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)· Ἡ Ἀ­πο­κά­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ἀ­πό­γευ­μα (Апокалипсисът идва в 6 вечерта, 2010). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуалът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омлет, 2008). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σεις (Невидимите кризи, 2013). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του, φι­λο­λο­γι­κοῦ, ἱ­στο­ρι­κοῦ, ἀρ­χαι­ο­λο­γι­κοῦ καὶ λα­ο­γρα­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ (Νέ­α Ἑ­στί­α, Πα­λίμ­ψη­στον, Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Ὁροπέδιο, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνες, Ἱ­στο­ρί­α Εἰ­κο­νο­γρα­φη­μέ­νη, κ.ἄ.) καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες (Ἡ Κα­θη­με­ρι­νή, Τὰ Νέ­α, Ἡ­με­ρη­σί­α, κ.ἄ.).

Ἀντρὲς Νέουμαν (Andrés Neuman): Μυθιστόρημα τρόμου

.

Neuman,Andrés-Mythistorima-Tromou-Eikona-022

.

Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν (Andrés Neuman)

.

Μυθιστόρημα τρόμου

(Novela de terror)

 .

Ξύ­πνη­σα φρε­σκο­ξυ­ρι­σμέ­νος.

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Ἀν­τρὲς Νέ­ου­μαν (Andrés Neuman) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες τῆς Ἀργεντινῆς, 1977). Ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’80 ζεῖ στὴ Γρα­νά­δα τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα El viajero del siglo (2009). Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ ἡ συλ­λο­γὴ χα­ϊ­κοὺ Μαῦ­ρες στα­γό­νες (μτφ. Νάν­τια Γι­αν­νού­λια, Δῶ­ρα Δη­μη­τρί­ου, Θε­ώ­νη Κάμ­πρα, Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο, τεῦ­χος 159-160). Τὸ «Novela de terror» πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὸ Alumbramiento, Μα­δρί­τη, Páginas de Espuma, 2009.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ  ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

 .

Λοὺ Μπίτς (Lou Beach): Ὁ σερίφης τῆς κομητείας μας…

.

07-Beach,Lou-OSerifisTisKomiteiasMas-Eikona-03

.

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch)

 .

02-Omikron ΣΕΡΙΦΗΣ τῆς κο­μη­τεί­ας μας, ὁ Χι­ού­ι Γου­ίλ­σον —γνω­στὸς καὶ ὡς «Κε­φτές» — μὲ τὸ ποὺ ἔ­βλε­πε κά­ποι­ον ἤ­θε­λε νὰ τοῦ πε­ρά­σει χει­ρο­πέ­δες. Ὅ­λες του οἱ γνώ­σεις γύ­ρω ἀ­π’ τὸ νό­μο δὲ θὰ γέ­μι­ζαν οὔ­τε δα­χτυ­λή­θρα, ἀλ­λὰ ὅ­σα ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ ἐ­ξου­σί­α θὰ ὑ­περ­χεί­λι­ζαν ὅ­λες τὶς ὑ­δρορ­ρο­ὲς ἀ­πὸ δῶ ὣς τὸν πο­τα­μό. Γι’ αὐ­τὸν ἡ δι­και­ο­σύ­νη ἦ­ταν ἁ­πλῶς ἕ­να μέ­σο ἄ­σκη­σης ἐ­ξου­σί­ας, ἀ­πο­δι­δό­ταν σὲ σκο­τει­νὰ δω­μά­τια καὶ με­τρι­ό­ταν μὲ μώ­λω­πες καὶ σπα­σμέ­να πλευ­ρά. Ὅ­ταν τὸν βρῆ­καν μὲ τὸ κε­φά­λι γερ­μέ­νο στὸ τι­μό­νι τοῦ πε­ρι­πο­λι­κοῦ, νε­κρό, ἡ φρά­ση H­a­p­py h­o­ur ἀ­πέ­κτη­σε και­νούρ­γιο νό­η­μα.

.

Ση­μεί­ω­ση: ὁ ὅ­ρος H­a­p­py h­o­ur ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τῆς ἡ­μέ­ρας, κα­τὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ κα­φε­τέ­ρι­ες καὶ τὰ μπὰρ προ­σφέ­ρουν τὰ προ­ϊ­όν­τα τους σὲ μει­ω­μέ­νες τι­μές. Ὁ ὅ­ρος πα­ρα­μέ­νει ἀ­με­τά­φρα­στος, δι­ό­τι, κα­τὰ τὴν πρό­σφα­τη εἰ­σα­γω­γὴ τῆς συ­νή­θειας αὐ­τῆς στὴν Ἑλ­λά­δα, χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται ὡς ἔ­χει.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: 420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011

Λοὺ Μπίτς (L­ou B­e­a­ch) (Γκέ­τιγ­κεν, Γερ­μα­νί­α, 1947): Ἀ­με­ρι­κα­νὸς καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ καὶ πε­ζο­γρά­φος. Ὁ Μπίτς, γό­νος Πο­λω­νῶν θυ­μά­των τῶν Να­ζί, με­τα­νά­στευ­σε στὶς Η­ΠΑ μὲ τοὺς γο­νεῖς του σὲ ἡ­λι­κί­α τεσ­σά­ρων ἐ­τῶν. Ὡς νέ­ος δὲν ἀ­κο­λού­θη­σε πα­νε­πι­στη­μια­κὲς σπου­δές, ἐ­πι­λέ­γον­τας τὴ ζω­ὴ τοῦ πλά­νη­τα. Εἶ­ναι αὐ­το­δί­δα­κτος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ κο­λὰζ κι ἀ­π’ τὰ μέ­σα τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’­70 φι­λο­τε­χνεῖ ἐ­ξώ­φυλ­λα δί­σκων, κυ­ρί­ως τῆς ρὸκ μου­σι­κῆς, καὶ εἰ­κο­νο­γρα­φεῖ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Τὸ βι­βλί­ο 420 χα­ρα­κτῆ­ρες (420 c­h­a­r­a­c­t­e­rs, H­o­u­g­h­t­on M­i­f­f­l­in H­a­r­c­o­u­rt, 2011) εἶ­ναι ἡ πρώ­τη του ἐμ­φά­νι­ση στὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸ ἀ­φιέ­ρω­μά μας στὸν Λοὺ Μπὶτς βλέ­πε ἐ­δῶ τὸ εἰ­σα­γω­γι­κὸ ἄρ­θρο τοῦ Σκὸτ Μπράντ­φιλντ κα­θὼς καὶ τὸ σχό­λι­ό μας στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος (ἐγ­γραφὴ 18-08-2014).

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Παν­τεῖ­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἄν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπα­μ­πα­τζι­μό­που­λο. Τὸ 2011 ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Τά­σο Ζα­φει­ριά­δη τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὸ κό­μικ «Τὸ πτῶ­μα», σὲ σχέ­διο Θα­νά­ση Πέ­τρου (J­e­m­ma P­r­e­ss). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του (με­τα­ξὺ ἄλ­λων: E­d­g­ar L­ee M­a­s­t­e­rs, M­i­r­o­sl­av Ho­l­ub, M­a­t­t­h­ew A­r­n­o­ld, D­o­n­a­ld J­u­s­t­i­ce) ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, epo­e­ma κ.ἄ. Τὸ 2012 κυκλοφόρησε ἡ συλλογὴ διηγημάτων του Ἀστεῖο (ἐκδ. Νεφέλη). Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιο τοῦ Πλα­νό­διου ἔ­χει με­τα­φρά­σει τὸ δι­ή­γη­μα τῆς Γου­ί­λα Κά­θερ «Πί­τερ» καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα «Ὁ Ἄμ­προ­ουζ Μπὴρς καὶ οἱ “Φαν­τα­στι­κοὶ Μύ­θοι”­» κα­θὼς καὶ τὴν πα­ρου­σί­αση τοῦ «Λο­γο­τε­χνι­κοῦ Του­ϊ­το­μα­ρα­θώ­νιου» ποὺ δι­ορ­γά­νω­σε ἡ ἀγ­γλι­κὴ Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων τὸν Σε­πτέμ­βριο-Ὀ­κτώ­βριο τοῦ 2011.

 .

Νταβίντ Ρόας (David Roas): Κόψε μου το δεσμό, τον γόρδιο

.

Roas,David-KopseMouTonDesmoTonGordio-Eikona-03

.

Ντα­βὶδ Ρό­ας (David Roas)

.

Κόψε μου τὸ δεσμό, τὸν γόρδιο

(Córtame el nudo, gordiano)

.

12-Omikron-Hymnus_in_Romam_61_2 ΙΣΜΑΕΛ ΓΚΟΝΤΙΝΕΘ, δια­υγὴς ἀ­κό­μα, πα­ρα­τη­ρεῖ πῶς τὸ σῶ­μα του τα­λαν­τεύ­ε­ται, σὰν κού­κλα, κρε­μα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὸ τα­βά­νι τοῦ δω­μα­τί­ου καὶ με­τα­νι­ώ­νει ποὺ ὑ­πέ­κυ­ψε σὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἀ­νό­η­τη πα­ρόρ­μη­ση. Τὰ χέ­ρια του ἐ­νερ­γοῦν αὐ­τό­νο­μα, προ­σπα­θών­τας νὰ στα­μα­τή­σουν τὸ τρο­με­ρὸ σφί­ξι­μο στὸ λαι­μό, κα­θὼς οἱ πνεύ­μο­νές του πα­λεύ­ουν νὰ ρου­φή­ξουν λί­γο ἀ­έ­ρα ἀ­κό­μα. Ξαφ­νι­κά, μιὰ μι­κρὴ δέ­σμη φω­τὸς γλι­στρά­ει κά­τω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα. Ὁ Ἰ­σμα­ὲλ ξέ­ρει ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ κα­τα­φθά­νει ἡ σω­τη­ρί­α του, ἀλ­λὰ δὲν τολ­μά­ει νὰ κου­νη­θεῖ: αὐ­τὸ θὰ ἐ­πι­τά­χυ­νε τὸ στραγ­γα­λι­σμό του. Γιὰ νὰ τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χή, βγά­ζει πνι­χτὰ βογ­κη­τά. Ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς πόρ­τας, οἱ γο­νεῖς του ἀ­κοῦ­νε σι­ω­πη­λοί, εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ποὺ ὁ Ἰ­σμα­έλ, ἐ­πι­τέ­λους, ἔ­φε­ρε στὸ σπί­τι μιὰ φι­λε­να­δί­τσα.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐπιμέλεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Νταβὶδ Ρόας (David Roas) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1965). Δι­δά­σκει Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Συγ­κρι­τι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Αὐ­τό­νο­μο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Βαρ­κε­λώ­νης. Εἰ­δι­κεύ­ε­ται στὴ φαν­τα­στι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων βι­βλί­ων ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των H­o­r­r­o­r­es c­o­t­i­d­i­a­n­os (2007) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των D­i­s­t­o­r­s­i­o­n­es (2010). (Παλένθια, menoscuarto, 2007) ὅπου περιλαμβάνεται καὶ τὸ «Córtame el nudo, gordiano».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α…).

Ρομπέρτο Μπολάνιο (Roberto Bolaño): Τὸ μυστικὸ τοῦ κακοῦ

.

Bolano,Roberto-ToMystikoTouKakou-03

.

Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο (Roberto Bolaño)

.

Τὸ μυ­στι­κὸ τοῦ κα­κοῦ

(El secreto del mal)

.

15-tΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΥΤΟ εἶ­ναι πο­λὺ ἁ­πλό, πα­ρό­λο ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι πο­λὺ πε­ρί­πλο­κο. Ἐ­πί­σης: εἶ­ναι ἕ­να δι­ή­γη­μα ἀ­νο­λο­κλή­ρω­το, για­τί οἱ ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους δὲν ἔ­χουν τέ­λος. Εἶ­ναι νύ­χτα στὸ Πα­ρί­σι καὶ ἕ­νας ἀ­με­ρι­κα­νὸς δη­μο­σι­ο­γρά­φος κοι­μᾶ­ται. Ξαφ­νι­κὰ χτυ­πά­ει τὸ τη­λέ­φω­νο καὶ κά­ποι­ος, μὲ ἀγ­γλι­κὰ ποὺ δὲν ἔ­χουν κα­μί­α χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ προ­φο­ρά, ζη­τᾶ τὸν Τζό­ε Κέλ­σο. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ἀ­παν­τᾶ ὅ­τι εἶ­ναι ὁ ἴ­διος καὶ με­τὰ κοι­τά­ζει τὸ ρο­λό­ι. Εἶ­ναι τέσ­σε­ρις τὸ πρω­ί, δὲν ἔ­χει κοι­μη­θεῖ πά­νω ἀ­πὸ τρεῖς ὧ­ρες καὶ εἶ­ναι κου­ρα­σμέ­νος. Ἡ φω­νὴ ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ τη­λε­φώ­νου τοῦ λέ­ει ὅ­τι πρέ­πει νὰ τὸν δεῖ γιὰ νὰ τοῦ με­τα­φέ­ρει μιὰ πλη­ρο­φο­ρί­α. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος ρω­τᾶ πε­ρὶ τί­νος πρό­κει­ται. Ὅ­πως συμ­βαί­νει συ­νή­θως σὲ τέ­τοι­ου εἴ­δους τη­λε­φω­νή­μα­τα, ἡ φω­νὴ δὲν ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸ πα­ρα­μι­κρό. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος τοῦ ζη­τᾶ του­λά­χι­στον κά­ποι­ο στοι­χεῖ­ο. Ἡ φω­νή, σὲ ἄ­πται­στα ἀγ­γλι­κά, πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τοῦ Κέλ­σο, τοῦ λέ­ει ὅ­τι προ­τι­μά­ει νὰ τὸν δεῖ προ­σω­πι­κά. Ἀ­μέ­σως, προ­σθέ­τει, δὲν ὑ­πάρ­χει και­ρὸς γιὰ χά­σι­μο. Ποῦ; ρω­τᾶ ὁ Κέλ­σο. Ἡ φω­νὴ ἀ­να­φέ­ρει μιὰ γέ­φυ­ρα τοῦ Πα­ρι­σιοῦ. Καὶ προ­σθέ­τει: Μπο­ρεῖ­τε νὰ εἶ­στε ἐ­κεῖ σὲ εἴ­κο­σι λε­πτὰ μὲ τὰ πό­δια. Ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος, ποὺ ἔ­χει πραγ­μα­το­ποι­ή­σει ἑ­κα­τον­τά­δες συ­ναν­τή­σεις σὰν κι αὐ­τή, ἀ­παν­τᾶ ὅ­τι θὰ εἶ­ναι ἐ­κεῖ σὲ μι­σὴ ὥ­ρα. Ὅ­ση ὥ­ρα ντύ­νε­ται σκέ­φτε­ται ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­νας ἀρ­κε­τὰ ἄ­χα­ρος τρό­πος γιὰ νὰ κα­τα­στρέ­ψει τὸ βρά­δυ του, ἀλ­λὰ συγ­χρό­νως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, ἐ­λα­φρῶς ἔκ­πλη­κτος, ὅ­τι δὲν νυ­στά­ζει πιά, ὅ­τι τὸ τη­λε­φώ­νη­μα, ἂν καὶ προ­βλέ­ψι­μο, τὸν ἔ­κα­νε νὰ ξα­γρυ­πνή­σει. Ὅ­ταν φθά­νει στὴ γέ­φυ­ρα, πέν­τε λε­πτὰ ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ εἶ­χαν συμ­φω­νή­σει, βλέ­πει μό­νο αὐ­το­κί­νη­τα. Στέ­κε­ται γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος στὸ ἕ­να ἄ­κρο της, πε­ρι­μέ­νον­τας. Με­τὰ δι­α­σχί­ζει τὴ  γέ­φυ­ρα, ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ εἶ­ναι ἔ­ρη­μη καί, με­τὰ ἀ­πὸ με­ρι­κὰ λε­πτὰ ἀ­να­μο­νῆς στὸ ἄλ­λο ἄ­κρο, στὸ τέ­λος τὴ δι­α­σχί­ζει ξα­νὰ καὶ ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ θε­ω­ρή­σει λῆ­ξαν τὸ νυ­χτε­ρι­νὸ συμ­βὰν καὶ νὰ γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι γιὰ ὕ­πνο. Κα­θὼς παίρ­νει τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς σκέ­φτε­ται τὴ φω­νή: σί­γου­ρα δὲν ἦ­ταν Ἀ­με­ρι­κα­νός, οὔ­τε Ἄγ­γλος, πα­ρό­λο ποὺ αὐ­τὸ δὲν θὰ τὸ ἔ­λε­γε μὲ σι­γου­ριά. Ἴ­σως Νο­τι­ο­α­φρι­κα­νὸς ἢ Αὐ­στρα­λός, σκέ­φτε­ται, ἢ μπο­ρεῖ καὶ Ὀλ­λαν­δός, ἢ κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴ βό­ρεια Εὐ­ρώ­πη ποὺ ἔ­μα­θε ἀγ­γλι­κὰ στὸ σχο­λεῖ­ο καὶ με­τὰ τὰ τε­λει­ο­ποί­η­σε σὲ δι­ά­φο­ρες ἀγ­γλό­φω­νες χῶ­ρες. Κα­θὼς δι­α­σχί­ζει ἕ­να δρό­μο ἀ­κού­ει κά­ποι­ον νὰ τὸν φω­νά­ζει. Κύ­ρι­ε Κέλ­σο. Ἀ­μέ­σως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι αὐ­τὸς ποὺ τὸν φώ­να­ξε εἶ­ναι τὸ πρό­σω­πο ποὺ τοῦ εἶ­χε κλεί­σει τὸ ραν­τε­βοὺ στὴ γέ­φυ­ρα. Ἡ φω­νὴ βγαί­νει ἀ­πὸ τὴ σκο­τει­νὴ εἴ­σο­δο μιᾶς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας. Ὁ Κέλ­σο κά­νει νὰ στα­μα­τή­σει, ὅ­μως ἡ φω­νὴ τὸν προ­στά­ζει νὰ συ­νε­χί­σει νὰ περ­πα­τᾶ.

.

       Ὅ­ταν ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος φθά­νει στὴν ἑ­πό­με­νη γω­νί­α, γυρ­νᾶ καὶ βλέ­πει ὅ­τι δὲν τὸν ἀ­κο­λου­θεῖ κα­νέ­νας. Μπαί­νει στὸν πει­ρα­σμὸ νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει ἀ­κο­λου­θών­τας τὸν ἴ­διο δρό­μο, ὅ­μως, ἀ­φοῦ δι­στά­ζει γιὰ μιὰ στιγ­μή, ἀ­πο­φα­σί­ζει ὅ­τι εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ συ­νε­χί­σει τὸν δρό­μο του. Ξαφ­νι­κά, ἕ­νας τύ­πος ξε­προ­βάλ­λει ἀ­πὸ κά­ποι­ο στε­νὸ καὶ τὸν χαι­ρε­τᾶ. Ὁ Κέλ­σο τοῦ ἀν­τα­πο­δί­δει τὸν χαι­ρε­τι­σμό. Ὁ τύ­πος τοῦ ἁ­πλώ­νει τὸ χέ­ρι. Σά­σα Πίν­σκι, λέ­ει. Ὁ Κέλ­σο τοῦ σφίγ­γει τὸ χέ­ρι καὶ λέ­ει καὶ αὐ­τὸς τὸ ὄ­νο­μά του. Ὁ Πίν­σκι τὸν χτυ­πᾶ φι­λι­κὰ στὴν πλά­τη. Τὸν ρω­τᾶ τί θὰ ἔ­λε­γε γιὰ ἕ­να οὐ­ί­σκι. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα λέ­ει: ἕ­να οὐ­ι­σκά­κι. Τὸν ρω­τᾶ ἂν πει­νά­ει. Τὸν δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι γνω­ρί­ζει ἕ­να μπάρ, ἀ­νοι­χτὸ τέ­τοι­α ὥ­ρα, ποὺ που­λᾶ φρε­σκο­ψη­μέ­να, ζε­στὰ κρουα­σάν. Ὁ Κέλ­σο τὸν κοι­τά­ζει στὸ πρό­σω­πο. Ὁ Πίν­σκι φο­ρά­ει κα­πέ­λο, ὅ­μως ἀ­κό­μη καὶ ἔ­τσι δι­α­κρί­νε­ται ἡ ἄ­σπρη μού­ρη του, χλω­μὴ σὰν νὰ ἦ­ταν γιὰ χρό­νια ἔγ­κλει­στος. Ποῦ, ὅ­μως; σκέ­φτε­ται ὁ Κέλ­σο. Σὲ κά­ποι­α φυ­λα­κὴ ἢ σὲ κά­ποι­ο ψυ­χι­α­τρι­κὸ ἵ­δρυ­μα. Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, εἶ­ναι πιὰ ἀρ­γὰ γιὰ νὰ κά­νει πί­σω καὶ τὰ ζε­στὰ κρουα­σὰν εἶ­ναι πει­ρα­σμὸς γιὰ τὸν Κέλ­σο. Τὸ μέ­ρος λέ­γε­ται Chez Pain καὶ πα­ρό­λο ποὺ βρί­σκε­ται στὴ γει­το­νιά του, ἂν καὶ σὲ κά­ποι­ο μι­κρὸ καὶ δι­ό­λου πο­λυ­σύ­χνα­στο δρό­μο, εἶ­ναι ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ μπαί­νει καί, πι­θα­νό­τα­τα, ἡ πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ τὸ βλέ­πει. Τὰ μα­γα­ζιὰ στὰ ὁ­ποῖ­α συ­χνά­ζει ὁ δη­μο­σι­ο­γρά­φος βρί­σκον­ται, κυ­ρί­ως, στὸ Μον­παρ­νὰς καὶ εἶ­ναι μέ­ρη ποὺ φέ­ρουν τὴν αὔ­ρα κά­ποι­ου ἀμ­φι­λε­γό­με­νου θρύ­λου: τὸ μπὰρ ὅ­που ἔ­φα­γε κά­ποι­α φο­ρὰ ὁ Σκὸτ Φιτ­ζέ­ραλντ, τὸ μπὰρ ὅ­που ὁ Τζό­ις καὶ ὁ Μπέ­κετ ἤ­πιαν ἰρ­λαν­δέ­ζι­κο οὐ­ί­σκι,  τὸ μπὰρ τοῦ Χε­μιν­γου­έ­ι, τοῦ Τζὸν Ντὸς Πά­σος, τοῦ Τρού­μαν Κα­πό­τε, τοῦ Τέ­νε­σι Οὐ­ί­λιαμς. Στὸ Chez Pain τὰ κρουα­σὰν εἶ­ναι πράγ­μα­τι νό­στι­μα καὶ φρε­σκο­ψη­μέ­να καὶ ὁ κα­φὲς δὲν εἶ­ναι δι­ό­λου κα­κός. Γε­γο­νὸς ποὺ ὁ­δη­γεῖ τὸν  Κέλ­σο στὴ σκέ­ψη ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ Πίν­σκι ἴ­σως νὰ εἶ­ναι, ἐ­φι­αλ­τι­κὴ πι­θα­νό­τη­τα, κά­τοι­κος τῆς γει­το­νιᾶς. Ὅ­σο ζυ­γιά­ζει αὐ­τὴ τὴν πι­θα­νό­τη­τα, ὁ Κέλ­σο ἀ­να­τρι­χιά­ζει ὁ­λό­κλη­ρος. Ἕ­νας φορ­τι­κός, ἕ­νας πα­ρα­νο­ϊ­κός, ἕ­νας πα­λα­βὸς ποὺ πα­ρα­τη­ρεῖ περ­νών­τας ὁ ἴ­διος ἀ­πα­ρα­τή­ρη­τος, κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὸν ὁ­ποῖ­ο θὰ δυ­σκο­λευ­τεῖ νὰ ἀ­παλ­λα­γεῖ. Λοι­πόν, λέ­ει τε­λι­κά, πεῖ­τε μου. Ὁ χλω­μὸς τύ­πος, ποὺ δὲν τρώ­ει ἀλ­λὰ ρου­φά­ει μὲ μι­κρὲς γου­λι­ὲς τὸν κα­φέ του, τὸν κοι­τά­ζει καὶ χα­μο­γε­λᾶ. Θὰ ἔ­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι τὸ χα­μό­γε­λό του εἶ­ναι ἀ­φάν­τα­στα θλιμ­μέ­νο, ἀλ­λὰ καὶ κου­ρα­σμέ­νο, λὲς καὶ μό­νο ἔ­τσι ἐ­πι­τρέ­πει στὸν ἑ­αυ­τό του νὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κεύ­σει τὴν κού­ρα­ση, τὴν ἐ­ξάν­τλη­ση καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη ὕ­πνου. Ὡ­στό­σο, ὅ­ταν παύ­ει νὰ χα­μο­γε­λᾶ, τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του προ­σώ­που του ἀ­να­κτοῦν, στὴ στιγ­μή, τὴν πα­γε­ρὴ ὄ­ψη τους.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πη­γή: El secreto del mal, Anagrama, Βαρ­κε­λό­νη, 2007.

Ρομ­πέρ­το Μπο­λά­νιο (Roberto Bolaño), (Σαν­τιά­γο, 1953 – Βαρ­κε­λό­νη, 2003). Χι­λια­νὸς ποι­η­τὴς καὶ πε­ζο­γρά­φος, ἀ­πὸ τοὺς σπου­δαι­ό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λα­τι­νο­α­με­ρι­κα­νοὺς συγ­γρα­φεῖς. Τὸ 1999  κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Romulo Gallegos γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του Οἱ ἄ­γριοι ντε­τέ­κτιβ καὶ τὸ 2008 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε, με­τὰ θά­να­τον, τὸ Nacional Book Critics Circle Award γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του 2666,  τὸ ὁ­ποῖ­ο χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ὡς «μιὰ δου­λειὰ τό­σο πλού­σια καὶ ἐκ­θαμ­βω­τι­κὴ ποὺ χω­ρὶς ἀμ­φι­βο­λία θὰ προ­σελ­κύ­σει ἀ­να­γνῶ­στες καὶ με­λε­τη­τὲς γιὰ πο­λὺ και­ρό».

Μετάφραση ἀπό τα ἱσπανικά:

Χρυ­σού­λα Κλή­μη καὶ Ματ­θίλ­δη Σιμ­χά. Ἡ με­τά­φρα­ση εἶ­ναι προ­ϊ­ὸν τῶν ἐξ ἀ­πο­στά­σε­ως σε­μι­να­ρί­ων λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης τοῦ ἱ­σπα­νι­κοῦ τμή­μα­τος τοῦ ΕΚΕΜΕΛ κα­τὰ τὸ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὸ ἔ­τος 2010-2011. Δί­δα­ξε ὁ Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ συμ­με­τεῖ­χαν οἱ σπου­δά­στρι­ες Χρυ­σού­λα Κλή­μη καὶ Ματ­θίλ­δη Σιμ­χά.

.