Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Τὸ προξενιό



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Τὸ προξενιό


ΘΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ἦ­ταν τριά­ντα χρο­νῶν κι ἀ­κό­μα δί­χως ἄν­τρα. Στὸ πα­ρελ­θόν, τῆς εἶ­χαν ἔρ­θει κάμ­πο­σα προ­ξε­νιά, μὰ ὁ παπ­ποὺς τὰ εἶ­χε ἀ­πορ­ρί­ψει ὅ­λα. Πλέ­ον δὲν χω­ρά­γα­νε ἀ­να­βο­λές, ἤ­δη στὸ χω­ριὸ γε­ρον­το­κό­ρη τὴν ἀ­νε­βά­ζα­νε, κα­κο­ρί­ζι­κη τὴν κα­τε­βά­ζα­νε. Τὸ πρῶ­το Σάβ­βα­το τοῦ Ἰ­ού­λη, ἡ θεί­α κι ὁ παπ­ποὺς ἦρ­θαν σπί­τι μας, τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ’ρ­χό­ταν κι ὁ ὑ­πο­ψή­φιος γαμ­πρός, κα­θό­τι ἔ­με­νε κον­τὰ στὰ μέ­ρη τὰ δι­κά μας.

       Οἱ με­γά­λοι μοῦ ’­χαν ρη­τῶς ἀ­πα­γο­ρέ­ψει νὰ πα­ρί­στα­μαι στὴ γνω­ρι­μί­α, τί δου­λειὰ ἔ­χουν τὰ πι­τσι­ρί­κια νὰ μπλέ­κον­ται σὲ τέ­τοι­ες δου­λει­ές, ἔ­λε­γε ὁ παπ­πούς. Ἡ ἀ­παί­τη­ση αὐ­τὴ μό­νο τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­ξά­ψει, τί ἤ­θε­λαν νὰ μοῦ κρύ­ψουν, τί φο­βοῦν­ταν; Ἐ­ρά­στρια τῶν Πέν­τε Φί­λων καὶ τῶν Μυ­στι­κῶν Ἑ­φτά, κρυ­φο­κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴ χα­ρα­μά­δα, κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις. Τὰ πρῶ­τα εὑ­ρή­μα­τα τῆς ἔ­ρευ­νας ἦ­ταν συ­ναρ­πα­στι­κά. Ὁ μέλ­λον­τας γαμ­πρὸς ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ βα­ριᾶς μορ­φῆς μυ­ω­πί­α. Ὁ φα­κὸς τῶν γυ­α­λιῶν του ἦ­ταν τό­σο πα­χὺς ποὺ τὰ μά­τια του φαί­νον­ταν πολ­λά­κις με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ κα­νο­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που. Ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ γυα­λιὰ-κιά­λια κι ἔ­τσι ἂν ὁ γαμ­πρὸς ἀ­γνάν­τευ­ε τὴ Ρού­με­λη ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι μας, νά ’­βλε­πε ἀν­θρώ­πους ν’ ἀ­γναν­τεύ­ου­νε τ’ αὐ­λά­κι. Ἢ γιὰ γυα­λιὰ-με­γε­θυν­τι­κοὺς φα­κούς, ποὺ τὸν βό­η­θα­γαν νὰ ξε­ψει­ρί­ζει κε­φά­λια μὲ εὐ­κο­λί­α ἢ νὰ ἐν­το­πί­ζει δα­κτυ­λι­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα σὲ πα­λιὰ σερ­βί­τσια τοῦ κα­φὲ κι ἐ­πι­δερ­μί­δες χρό­νια ἀ­νέγ­γι­χτες.

       Ἡ πιὸ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτη, ὡ­στό­σο, πα­ρα­τή­ρη­ση ἀ­φο­ροῦ­σε τὶς πα­λά­μες τῶν μελ­λό­νυμ­φων. Ἡ θεί­α εἶ­χε τρα­χιὰ χέ­ρια γε­μά­τα ρό­ζους καὶ νύ­χια φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ χω­ρα­φιοῦ. Ὁ κύ­ριος Βησ­σα­ρί­ων εἶ­χε δά­χτυ­λα τρυ­φε­ρὰ καὶ λε­πτε­πί­λε­πτα ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σαν ἐ­κτε­τα­μέ­νη πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση, ἐν­δε­χο­μέ­νως καὶ πι­α­νο­παι­ξί­α.

       Ὁ παπ­ποὺς ἀ­πέρ­ρι­ψε κι αὐ­τὸ τὸ προ­ξε­νιό, δὲ θὰ δώ­σω ἐ­γὼ τὴν κό­ρη μου σ’ αὐ­τὸν τὸν γκα­βού­λια­κα, εἶ­πε πρὶν κα­λὰ-κα­λὰ πε­ρά­σει ὁ πα­ρο­λί­γον θεῖ­ος μου τὴν ἔ­ξω πόρ­τα. Εὐ­τυ­χῶς ὅ­ταν φό­ρε­σα ἐ­γὼ γυα­λιά, ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.


		
Advertisements

Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια


Στὸν Γι­ῶρ­γο Πρίμ­πα


ΡΥΩΝΕ. Ἔ­κα­νε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του μὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ δεῖ τί­πο­τα. Τὰ ξα­νά­κλει­σε, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν σί­γου­ρος ὅ­τι τὰ εἶ­χε κὰν ἀ­νοί­ξει πρίν. Δο­κί­μα­σε νὰ κου­νη­θεῖ μὰ δὲν μπό­ρε­σε. Ἔ­κλει­σε σφι­χτὰ τού­τη τὴ φο­ρὰ τὰ μά­τια του καὶ γλά­ρια­σε. Ἀ­π’ τὸν ὕ­πνο τὸν ἔ­βγα­λε ἡ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἄρ­χι­σε ξαφ­νι­κὰ νὰ σκού­ζει καὶ νὰ χτυ­πι­έ­ται. Τρό­μα­ξε, ἀλ­λὰ δὲν μπό­ρε­σε νὰ κα­λο­κα­τα­λά­βει τί ἔ­λε­γε. Ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ «βού­λω­σ’ τὸ στό­μα σου, μᾶς ἀ­κοῦ­νε τό­σοι ξέ­νοι», ἀλ­λὰ δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὰ κά­νει χει­ρό­τε­ρα. Εὐ­τυ­χῶς οἱ στριγ­κλι­ὲς κό­πη­καν μα­χαί­ρι με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ ξε­ροὺς χτύ­πους.

       Ἔ­κα­νε ν’ ἀλ­λά­ξει πλευ­ρό, για­τί τό­νε πό­νη­γε οὗ­λο του τὸ κορ­μί, ἀλ­λὰ δὲ στά­θη­κε μπο­ρε­τό. Με­τὰ ἀ­πὸ κά­να-δυ­ὸ λε­πτὰ στὴν ἴ­δια θέ­ση πρέ­πει νὰ λα­γο­κοι­μή­θη­κε, ἀλ­λὰ πά­λε τό­νε ξυ­πνή­σα­νε. Τού­τη τὴ βο­λὰ ἤ­τα­νε οἱ ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρες τῆς με­γά­λης του θυ­γα­τέ­ρας. «Τὴν ξε­πάν­του­λη, κο­ρί­τσι τῆς παν­τρειᾶς, τί ἀ­ρου­λι­ώ­τα­νε(1) ἔ­τσι; Ποι­ός γαμ­πρὸς θὰ τὴν ἔ­παιρ­νε, ποὺ βέ­λα­ζε σὰ γί­δα ποὺ σούρ­νει; Θὰ τῆς δώ­κω κα­νιὰ ἀ­νά­στρο­φη, ποὺ θά ’­ναι οὕ­λη δι­κιά της» σκέ­φτη­κε. «Τί στὸ δι­ά­βο­λο σκού­ζα­νε οὗ­λοι καὶ δὲν τὸν ἀ­φή­να­νε νὰ κοι­τα­χτεῖ(2) μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α του;» Τώ­ρα πό­νη­γε πιὸ πο­λύ. Ἔ­κα­νε μιὰ τε­λευ­ταί­α προ­σπά­θεια νὰ τοὺς ἀ­γνο­ή­σει. Καὶ τὸ πέ­τυ­χε. Ἔ­πε­σε σὲ βα­θὺ ὕ­πνο.

       Ἕ­να δυ­να­τὸ τράν­ταγ­μα κι ἕ­νας θό­ρυ­βος σὰ νὰ πέ­σα­νε κο­τσί­ρια(3) στὰ κε­ρα­μί­δια τό­νε βγά­λα­νε ἀ­π’ τὸ λή­θαρ­γο. «Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το! Ποιός νὰ ’­ρι­νε κο­τσί­ρια στὰ κε­ρα­μί­δια νυ­χτι­ά­τι­κα καὶ μὲ τέ­τοι­ο κρύ­ο;» Πό­σο κρύ­ω­νε, πά­λι!

       Ἔ­κα­νε νὰ ξα­να­νοί­ξει τὰ μά­τια του, μὰ πά­λι δὲν μπό­ρε­σε νὰ δεῖ τί­πο­τα. Οὔ­τε μιὰ χα­ρα­μά­δα που­θε­νά. Μπό­ρε­σε μό­νο νὰ νι­ώ­σει ὅ­τι βρι­σκό­ταν σ’ ἕ­να ψυ­χρὸ καὶ σκο­τει­νὸ μέ­ρος. Τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν πη­χτό. Σοῦ ’­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα. Κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν στε­νὸς κι ὁ ἀ­έ­ρας λι­γο­στός. Ὁ πό­νος ἦ­ταν ἀ­βά­στα­χτος σὰ νὰ τοῦ ’­χα­νε μπή­ξει στὸ κορ­μὶ ἀ­χι­νάγ­κα­θα. Τὸν πο­νοῦ­σε ὅ­λη του ἡ ἀ­ρι­στε­ρὴ πλευ­ρά. Λὲς κι ἦ­ταν στὴν ἴ­δια θέ­ση γιὰ ὧ­ρες. Ἴ­σως καὶ μέ­ρες. Ναί, σί­γου­ρα μέ­ρες. Δο­κί­μα­σε νὰ κου­νη­θεῖ ξα­νὰ καὶ ξα­νά, μὰ δὲν μπό­ρε­σε. Ἡ προ­σπά­θεια τὸν τσά­κι­σε.

       Ὁ ἀ­έ­ρας ὁ­λο­έ­να καὶ λι­γό­στευ­ε. Ἔ­κα­νε μιὰ προ­σπά­θεια νὰ γε­μί­σει τ’ ἀ­δύ­να­μα πλε­μό­νια του, νὰ βρεῖ δυ­νά­μεις γιὰ νὰ γυ­ρί­σει ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη. Νὰ ξα­λα­φρώ­σει νιὰ στά­λα. Ἔ­κλει­σε πά­λι τὰ μά­τια του, ἕ­σφι­ξε τὰ δόν­τια, τὰ σταυ­ρω­μέ­να του χέ­ρια, τὰ πι­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὴν ἀ­κι­νη­σί­α πό­δια του. Ὁ ὦ­μος του κου­νή­θη­κε γιὰ λί­γο καὶ μὲ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες του δυ­νά­μεις κα­τόρ­θω­σε, ἐ­πι­τέ­λους, νὰ γυ­ρί­σει στὸ δε­ξί του πλευ­ρό. Κι ἀ­πέ­μει­νε σ’ αὐ­τὴ τὴ στά­ση γιὰ πάν­τα.

       Ἐ­κεῖ τὸν βρῆ­καν ἔν­τρο­μοι οἱ δι­κοί του πέν­τε χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα, τὴν ἡ­μέ­ρα τῆς ἐ­κτα­φῆς.


(1) οὔρλιαζε σὰ τσακάλι.
(2) κοιμηθεῖ.
(3) φασόλια φάβας.


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).


Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη: Ὀνομάτων ἐπίσκεψις



Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη

Ὀνομάτων ἐπίσκεψις


ΤΕΣ ἀ­κό­μα οἱ σύλ­λο­γοι ἔ­κο­βαν βα­σι­λό­πι­τες καὶ με­τὰ ὁ Ἅ­γιος Βα­λεν­τί­νος, ἡ Τσι­κνο­πέμ­πτη καὶ τὸ ἐ­πο­χια­κὸ μα­γα­ζὶ μὲ τὶς μπά­λες γιὰ τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο, μὲ τὰ δέν­τρα τὰ πρά­σι­να καὶ τὰ ἀ­ση­μιὰ καὶ τὰ φω­τά­κια, ἄλ­λα­ξε ἤ­δη πρό­σω­πο. Στο­λὲς καὶ μά­σκες τώ­ρα καὶ γιρ­λάν­τες καὶ μου­σι­κὲς λά­τιν. Τοῦ Τε­λώ­νου, τοῦ Ἀ­σώ­του, πρῶ­το Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Ἀ­πο­κριά, Τυ­ρι­νή, δεύ­τε­ρο Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Κα­θα­ρὰ Δευ­τέ­ρα, τρί­το Ψυ­χο­σάβ­βα­το, Χαι­ρε­τι­σμοί, Πά­σχα.

       Εἶ­χε κά­νει κόλ­λυ­βα γιὰ τὶς ψυ­χὲς καὶ τὰ πῆ­γε ἀρ­γο­πο­ρών­τας – τέ­λει­ω­νε ἀρ­γὰ σή­με­ρα ἡ ἐκ­κλη­σί­α. Ἔ­φτα­σε κα­τὰ τὸ τέ­λος ποὺ κοι­νω­νοῦ­σαν με­ρι­κοὶ καὶ με­τὰ ὁ πα­πὰς πῆ­ρε θέ­ση μπρὸς στὴν ὡ­ραί­α Πύ­λη μὲ τὰ χαρ­τιὰ στὸ χέ­ρι κι ἄρ­χι­σε νὰ ἀ­παγ­γέλ­λει τὰ ὀ­νό­μα­τα γιὰ τὸ μνη­μό­συ­νο, χαρ­τά­κι-χαρ­τά­κι, μα­σών­τας τὶς συλ­λα­βές, παίρ­νον­τας σβάρ­να τὶς κα­τα­λή­ξεις, τὰ κα­τε­βα­τὰ τῶν ὀ­νο­μά­των, ἕ­να κα­ται­γι­στι­κὸ ντό­μι­νο χω­ρὶς τέ­λος. Μιὰ Ἀρ­γυ­ρή, μιὰ Θελ­ξι­ό­πη —βάλ­θη­κε νὰ προ­σέ­χει τὴ μου­σι­κό­τη­τα τῶν πιὸ σπά­νι­ων ὀ­νο­μά­των— δυ­ὸ τρεῖς Κω­σταν­τι­νι­ές, μιὰ Πα­ρέ­σα, πέ­ρα­σαν τρέ­χον­τας κα­κο­πα­θη­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ στό­μα τοῦ πά­πα-Γρη­γό­ρη. Τὸ πρῶ­το ὄ­νο­μα σὲ κά­θε χαρ­τὶ με­τροῦ­σε, ἡ δε­σπό­ζου­σα, καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἔ­τρε­χαν ἀ­πὸ πί­σω λί­γο-πο­λὺ σι­γα­νὰ καὶ στρα­βο­πα­τη­μέ­να. Κά­πο­τε στα­μα­τοῦ­σε ἐ­κεῖ­νος, σώ­παι­νε προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­κω­δι­κο­ποι­ή­σει συλ­λα­βι­στὰ ἕ­να κα­κο­γραμ­μέ­νο ὄ­νο­μα, καὶ πά­λι με­τὰ νε­ρά­κι, κα­ταρ­ρά­κτης οἱ Δο­μνί­κες, οἱ Ἰ­φι­γέ­νει­ες, κά­ποι­ες μο­να­χὲς ποὺ συγ­χω­ρέ­θη­καν καὶ κά­ποι­ες Μελ­πο­μέ­νες, κα­τά­λο­γοι πο­λε­μι­στῶν στὸ ἰ­λι­α­δια­κὸ ἔ­πος.

       Ὁ κό­σμος —οἱ γυ­ναῖ­κες κυ­ρί­ως— κά­θον­ταν συγ­κεν­τρω­μέ­νες , στή­νον­τας τὸ ἀ­φτὶ ν’ ἀ­κού­σουν τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν νε­κρῶν τους, μέ­χρι ποὺ ξε­χνι­οῦν­ταν, ἀ­φαι­ροῦν­ταν νὰ κοι­τά­ζουν τὶς φω­τί­τσες τῶν κε­ρι­ῶν στὶς γυ­ά­λι­νες πι­α­τέ­λες μὲ τὰ κόλ­λυ­βα ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­θέ­σει ἐ­κεῖ, στο­λι­σμέ­να μὲ σπυ­ριὰ ἀ­πὸ ρό­δι οἱ πιὸ μα­στό­ρισ­σες, ἀ­λεύ­ρι σω­τα­ρι­σμέ­νο καὶ σου­σά­μι, χώ­ρια οἱ στα­φί­δες καὶ τὰ κα­ρύ­δια γιὰ νὰ χα­ρα­χτεῖ ὁ σταυ­ρὸς πά­νω στὴν ἄ­χνη, ἐ­κεῖ, σὲ τρί­α τέσ­σε­ρα τρα­πέ­ζια πά­νω, φί­σκα οἱ πι­α­τέ­λες – ἡ ἐ­νο­ρί­α ἦ­ταν με­γά­λη κι οἱ καν­τη­λα­νά­φτες πη­γαι­νο­έρ­χον­ταν πέ­ρα-δῶ­θε μὲ πρό­σφο­ρα καὶ κόλ­λυ­βα νέ­α ποὺ κα­τέ­φθα­ναν καὶ τὰ ἐ­να­πό­θε­ταν κι ἄλ­λες γυ­ναῖ­κες, ξα­νὰ καὶ ξα­νά, χω­ρὶς τε­λει­ω­μό. Ὁ ἕ­νας πα­πὰς βρα­χνι­α­σμέ­νος κι­ό­λας ἀ­πὸ τὴν πλημ­μυ­ρί­δα τῆς ἀ­παγ­γε­λί­ας εἶ­χε δώ­σει ἤ­δη τὴ σκυ­τά­λη σὲ ἕ­ναν νε­ό­τε­ρο ψη­λὸ γε­μά­το δύ­να­μη ἀ­κό­μα. Χα­μο­γε­λά­ει στὴ σκέ­ψη τῆς μά­νας της: δὲν ἤ­θε­λε νὰ ξέ­ρουν οἱ κό­ρες της ἀ­πὸ κόλ­λυ­βα καὶ τὰ πα­ρό­μοι­α ἔ­θι­μα.

       Τώ­ρα ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες συγ­χρό­νως πλη­σιά­ζουν νὰ πά­ρουν τὴν ἁ­γι­α­σμέ­νη τους πι­α­τέ­λα. Φι­λὶ κι ἀν­τί­δω­ρο, ἔ­ξο­δος καὶ στὸ σπί­τι γιὰ τὸν κα­φὲ τῆς συγ­χώ­ρε­σης.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴν συλλογή: Σκου­λα­ρί­κι στὴ μύ­τη (Δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νη­σί­δες, 2015). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Μαν­δρα­γό­ρας, ἀρ. 51, Δε­κέμ­βρι­ος 2014.

Ἀρ­χον­τού­λα Δι­α­βά­τη (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια νο­μι­κὸς στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία Στὴ μά­να τοῦ νε­ροῦ (Χρο­ν­ι­­κό, ἐκδ. Ρο­δα­κιό), Τὸ ἀ­λο­γά­κι τῆς Πα­να­γί­ας (Μυ­θι­στο­ρί­ες, Νη­σί­δες, 2012) κ.ἄ.

 

Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid): Κορίτσι



Τζαμάϊκα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid)


Κο­ρί­τσι

(Girl)


Α ΠΛΕΝΕΙΣ τὰ ἀ­σπρό­ρου­χα τὶς Δευ­τέ­ρες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις πά­νω στὶς πέ­τρες. Νὰ πλέ­νεις τὰ χρω­μα­τι­στὰ τὶς Τρί­τες καὶ νὰ τὰ ἁ­πλώ­νεις στὸ σκοι­νὶ γιὰ νὰ στε­γνώ­σουν. Μὴν βγαί­νεις στὸν καυ­τὸ ἥ­λιο μὲ τὸ κε­φά­λι ἀ­κά­λυ­πτο. Νὰ μα­γει­ρεύ­εις τὴν τη­γα­νη­τὴ κο­λο­κύ­θα σὲ πο­λὺ καυ­τὸ γλυ­κὸ λά­δι. Μού­λια­ζε στὸ νε­ρὸ τὰ ἐ­σώ­ρου­χά σου ἀ­μέ­σως μό­λις τὰ βγά­ζεις. Ὅ­ταν ἀ­γο­ρά­ζεις βαμ­βά­κι γιὰ νὰ φτιά­ξεις γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό σου μιὰ ὡ­ραί­α μπλού­ζα, πρό­σε­χε νὰ μὴν ἔ­χει κόλ­λα, για­τὶ ἀλ­λι­ῶς θὰ χα­λά­σει στὸ πλύ­σι­μο. Ξαλ­μύ­ρι­ζε ἀ­πο­βρα­δὶς τὸ πα­στὸ ψά­ρι πρὶν τὸ μα­γει­ρέ­ψεις. Ἀ­λη­θεύ­ει ὅ­τι τρα­γου­δᾶς benna(1) στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο τὶς Κυ­ρια­κές; Νὰ τρῶς πάν­τα μὲ τέ­τοι­ο τρό­πο ποὺ νὰ μὴν ἀ­να­κα­τεύ­ει τὸ στο­μά­χι τοῦ ἄλ­λου, ὅ­ταν σὲ βλέ­πει. Τὶς Κυ­ρια­κὲς νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ περ­πα­τᾶς σὰν κυ­ρί­α, ὄ­χι σὰν τὴν τσού­λα ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ μὴν τρα­γου­δᾶς benna στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ τὶς Κυ­ρια­κές. Νὰ μὴν μι­λᾶς σὲ ἀ­λῆ­τες, οὔ­τε κὰν ὅ­ταν σοῦ ζη­τᾶ­νε ὁ­δη­γί­ες. Μὴν τρῶς φροῦ­τα στὸ δρό­μο, θὰ σὲ πά­ρουν στὸ κυ­νή­γι οἱ μύ­γες. Μὰ δὲν τρα­γου­δά­ω πο­τὲ benna τὶς Κυ­ρια­κὲς καὶ εἰ­δι­κὰ στὸ κα­τη­χη­τι­κὸ σχο­λεῖ­ο. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἕ­να κουμ­πί. Ἔ­τσι ρά­βε­ται ἡ κουμ­πό­τρυ­πα γιὰ τὸ κουμ­πὶ ποὺ μό­λις ἕ­ρα­ψες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται τὸ στρί­φω­μα τοῦ πο­δό­γυ­ρου ὅ­ταν βλέ­πεις ὅ­τι ἔ­χει ξη­λω­θεῖ, γιὰ νὰ μὴν κυ­κλο­φο­ρεῖς σὰν τὴν πόρ­νη ποὺ ἔ­χεις τὴν τά­ση νὰ γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Ἔ­τσι σι­δε­ρώ­νε­ται τὸ χα­κὶ παν­τε­λό­νι τοῦ πα­τέ­ρα σου γιὰ νὰ μὴν ἔ­χει τσα­κί­σεις. Ἔ­τσι φυ­τεύ­ε­ται ἡ μπά­μια – μα­κριὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι για­τὶ στὸ φυ­τὸ τῆς μπά­μιας φω­λιά­ζουν τὰ κόκ­κι­να μυρ­μήγ­κια. Ὅ­ταν φυ­τεύ­εις κο­λο­κά­σι(2), βε­βαι­ώ­σου ὅ­τι ἔ­χει πάν­τα ἀρ­κε­τὸ νε­ρό, ἀλ­λι­ῶς σοῦ καί­ει τὸν λαι­μὸ ὅ­ταν τὸ τρῶς. Ἔ­τσι σκου­πί­ζεις μιὰ γω­νί­α, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις ὁ­λό­κλη­ρο τὸ σπί­τι, ἔ­τσι σκου­πί­ζεις τὸν αὐ­λό­γυ­ρο. Ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς πο­λύ, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ δὲν συμ­πα­θεῖς κα­θό­λου, ἔ­τσι χα­μο­γε­λᾶς σὲ κά­ποι­ον ποὺ συμ­πα­θεῖς πο­λύ. Ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ τσά­ι, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ δεῖ­πνο μὲ ἕ­ναν ση­μαν­τι­κὸ προ­σκε­κλη­μέ­νο, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ με­ση­με­ρια­νό, ἔ­τσι στρώ­νε­ται τὸ τρα­πέ­ζι γιὰ πρω­ι­νό. Ἔ­τσι πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­σαι πα­ρου­σί­ᾳ ἀν­δρῶν οἱ ὁ­ποῖ­οι δὲν σὲ γνω­ρί­ζουν κα­λά, κι ἔ­τσι δὲν θὰ κα­τα­λά­βουν ἀ­μέ­σως τὴν πόρ­νη ποὺ σὲ προ­ει­δο­ποί­η­σα νὰ μὴν γί­νεις ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις. Νὰ πλέ­νε­σαι κά­θε μέ­ρα, ἐν ἀ­νάγ­κῃ μὲ τὸ ἴ­διο σου τὸ σά­λιο. Μὴν γο­να­τί­ζεις στὸ χῶ­μα γιὰ νὰ παί­ξεις μὲ τοὺς βό­λους, δὲν εἶ­σαι ἀ­γό­ρι, ξέ­ρεις. Μὴν ἀγ­γί­ζεις τὰ φυ­τὰ τῶν ἄλ­λων, μπο­ρεῖ νὰ κολ­λή­σεις τί­πο­τα. Μὴν πε­τᾶς πέ­τρες στοὺς κό­τσυ­φες, για­τὶ μπο­ρεῖ νὰ μὴν εἶ­ναι κό­τσυ­φες. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἡ ζύ­μη γιὰ τὸ ψω­μί, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πί­τες ἀ­πὸ πλα­τα­νό­φυλ­λα, ἔ­τσι φτι­ά­χνον­ται οἱ πι­πε­ρι­ὲς στὴν κα­τσα­ρό­λα. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ κα­τὰ τοῦ κρυ­ώ­μα­τος. Ἔ­τσι φτι­ά­χνε­ται ἕ­να κα­λὸ γι­α­τρι­κὸ γιὰ νὰ ρί­ξεις τὸ παι­δί, πρὶν ἀ­κό­μα γί­νει κα­λὰ-κα­λὰ παι­δί. Ἔ­τσι πι­ά­νε­ται ἕ­να ψά­ρι. Ἔ­τσι πε­τᾶς πί­σω στὴ θά­λασ­σα ἕ­να ψά­ρι ποὺ δὲν σοῦ ἀ­ρέ­σει, κι ἔ­τσι κα­νέ­να κα­κὸ δὲν θὰ σὲ βρεῖ ποὺ τὸ πέ­τα­ξες. Ἔ­τσι ἐκ­φο­βί­ζεις ἕ­ναν ἄν­δρα, ἔ­τσι σὲ ἐκ­φο­βί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας. Ἔ­τσι ἀ­γα­πᾶς ἕ­ναν ἄν­δρα. Ἂν αὐ­τὸ δὲν λει­τουρ­γή­σει, ὑ­πάρ­χουν κι ἄλ­λοι τρό­ποι, κι ἂν κι αὐ­τοὶ δὲν λει­τουρ­γή­σουν, μὴν νι­ώ­θεις καὶ τό­σο ἄ­σχη­μα ἂν πα­ραι­τη­θεῖς ἀ­π’ τὴν προ­σπά­θεια. Ἔ­τσι φτύ­νεις στὸν ἀ­έ­ρα, ἂν νι­ώ­σεις τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ τὸ κά­νεις, κι ἔ­τσι πρέ­πει νὰ κου­νη­θεῖς γρή­γο­ρα γιὰ νὰ μὴν πέ­σει πά­νω σου. Ἔ­τσι τὰ βγά­ζεις πέ­ρα οἰ­κο­νο­μι­κὰ μέ­χρι τὸ τέ­λος τοῦ μή­να. Νὰ ζου­λᾶς πάν­τα το ψω­μὶ γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖς ὅ­τι εἶ­ναι φρέ­σκο. Κι ἂν ὁ φούρ­να­ρης δὲν μ’ ἀ­φή­σει νὰ πιά­σω τὸ ψω­μί; Θὲς νὰ πεῖς ὅ­τι με­τὰ ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά, θὰ γί­νεις πραγ­μα­τι­κὰ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος γυ­ναί­κας τὴν ὁ­ποί­α ὁ φούρ­να­ρης δὲν ἀ­φή­νει νὰ πλη­σιά­σει τὸ ψω­μί;


       (1) Εἶ­δος ὁ­μα­δι­κοῦ τρα­γου­διοῦ (calypso music) τῶν κα­τοί­κων τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς σὲ μορ­φὴ ἐ­ρω­τα­παν­τή­σε­ων, μέ­σῳ τοῦ ὁ­ποί­ου ἀν­τάλ­λα­σαν σκαν­δα­λώ­δη νέ­α ἢ κου­τσομ­πο­λιά.
       (2) Κο­λο­κα­σί­α ἡ ἐ­δώ­δι­μος ἢ ἁ­πλά, κο­λο­κά­σι, εἶ­ναι ἕ­να φυ­τὸ ποὺ καλ­λι­ερ­γεῖ­ται γιὰ τοὺς βρώ­σι­μους κον­δύ­λους του ποὺ μοιά­ζουν μὲ γλυ­κο­πα­τά­τα. Ἂν καὶ εὐ­δο­κι­μεῖ κυ­ρί­ως σὲ τρο­πι­κὲς πε­ρι­ο­χές, ὅ­πως στὰ νη­σιὰ τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ, τὴν Ἀ­σί­α ἢ τὴν Δυ­τι­κὴ Ἀ­φρι­κή, ἀ­παν­τᾶ­ται σὲ πολ­λὰ μέ­ρη τοῦ κό­σμου, συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης τῆς Κύ­πρου.


Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Κο­ρί­τσι», ἢ «Girl» σύμ­φω­να μὲ τὸν πρω­τό­τυ­πο τί­τλο, δη­μο­σι­εύ­τη­κε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker στὸ τεῦ­χος Ἰ­ου­νί­ου τοῦ 1978 καὶ συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται στὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των At the Bottom of the River ποὺ ἐκ­δό­θη­κε τὸ 1983.

Ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ διαβάζει τὸ πεζό της «Κορίτσι» («Girl»):

Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ (Jamaica Kincaid), ἢ ἀλ­λι­ῶς Maria Elaine Cynthia Potter Richardson, ὅ­πως εἶ­ναι τὸ ἀ­λη­θι­νό της ὄ­νο­μα, γεν­νή­θη­κε στὶς Ἀν­τίλ­λες τὸ 1949 καὶ εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σὲ ἡ­λι­κί­α 17 χρο­νῶν ἔ­φυ­γε γιὰ τὴν Β. Ἀ­με­ρι­κή, ὅ­που σπού­δα­σε φω­το­γρα­φί­α καὶ συ­νερ­γά­στη­κε μὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ἄρ­θρα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New Yorker κα­θὼς καὶ σὲ ἄλ­λα ἔν­τυ­πα. Δί­δα­ξε δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φὴ καὶ θή­τευ­σε ὡς κα­θη­γή­τρια Ἀ­φρι­κα­νι­κῶν καὶ Ἀ­φρο­α­με­ρι­κά­νι­κων Σπου­δῶν στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Χάρ­βαρντ. Στὰ βι­βλί­α της θί­γον­ται θέ­μα­τα ὅ­πως ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τί­α καὶ ἡ ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κὴ κλη­ρο­νο­μιά, ὁ δι­α­χω­ρι­σμὸς τῶν φύ­λων καὶ ἡ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τα, οἱ σχέ­σεις μη­τέ­ρας-κό­ρης, κα­θὼς καὶ οἱ τα­ξι­κὲς καὶ φυ­λε­τι­κὲς δι­α­φο­ρές.

       Ὁ τρό­πος γρα­φῆς τῆς Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ δι­χά­ζει τοὺς με­λε­τη­τές της, κα­θὼς κά­ποι­οι ἀ­π’ αὐ­τοὺς θε­ω­ροῦν πὼς τὸ ἔρ­γο της ἑ­στι­ά­ζε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν κοι­νω­νι­κὴ καὶ πο­λι­τι­κὴ κρι­τι­κὴ ποὺ ἀ­σκεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο στὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς At the Bottom of the River, κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The Autobiography of My Mother, ἀν­τα­να­κλοῦν τὰ πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη καὶ ἔ­θι­μα τῆς χώ­ρας της καὶ τοὺς ἔ­χει ἀ­πο­δο­θεῖ ὁ ὅ­ρος «μα­γι­κὸς ρε­α­λι­σμός». Ἡ ἴ­δια ἡ Κίνκεϊντ μι­λών­τας σχε­τι­κὰ μὲ τὸν τρό­πο γρα­φῆς της, πα­ρα­δέ­χε­ται πὼς στὰ βι­βλί­α της συ­ναν­τῶν­ται τὸ «μα­γι­κὸ» καὶ τὸ «ρε­α­λι­στι­κὸ» στοι­χεῖ­ο, χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει ἀ­πα­ραί­τη­τα πὼς τὰ ἔρ­γα ἀ­παν­τοῦν στὰ κρι­τή­ρια τοῦ «μα­γι­κοῦ ρε­α­λι­σμοῦ». Ἄλ­λοι, ὡ­στό­σο, κα­τα­τάσ­σουν πρω­τί­στως τὸ ἔρ­γο της στὰ πλαί­σια τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ, χά­ρη στὸν πο­λι­τι­στι­κὰ φορ­τι­σμέ­νο καὶ πει­ρα­μα­τι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα τῆς γρα­φῆς της. Χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ δεῖγ­μα αὐ­τοῦ εἶ­ναι τὸ δι­ή­γη­μα μὲ τί­τλο «Κορίτσι» («Girl»). Σ’ αὐ­τὴν τὴν σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση, ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ με­τα­τρέ­πει σὲ λο­γο­τε­χνι­κὸ ἀ­φή­γη­μα τὶς ὁ­δη­γί­ες συμ­μόρ­φω­σης μιᾶς μη­τέ­ρας ἀ­πὸ ἕ­να χω­ριὸ τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς πρὸς τὴν κό­ρη της καὶ μᾶς με­τα­φέ­ρει μέ­σῳ τῶν εἰ­κό­νων, τῶν γεύ­σε­ων καὶ τῶν ἀ­ρω­μά­των στὸν δι­κό της τό­πο κα­τα­γω­γῆς, ἐμ­πνευ­σμέ­νη κα­τὰ πά­σα πι­θα­νό­τη­τα ἀ­π’ τὴν δι­κή της παι­δι­κὴ ἡ­λι­κί­α. Πρό­κει­ται κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ γιὰ μιὰ λί­στα προ­τρο­πῶν καί, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς σὲ μιὰ πρώ­τη ἀ­νά­γνω­ση ἡ ζων­τα­νὴ πε­ρι­γρα­φὴ τῶν ἠ­θῶν τῆς ἀν­τιλ­λι­ά­νι­κης κοι­νω­νί­ας μοιά­ζει νὰ πε­ρι­ο­ρί­ζει τὸ κεί­με­νο γε­ω­γρα­φι­κὰ ἢ νὰ τοῦ ἀ­πο­δί­δει ἕ­ναν κα­θα­ρὰ το­πι­κὸ χα­ρα­κτή­ρα, τὸ ἔρ­γο κα­τα­φέρ­νει τε­λι­κὰ νὰ με­τα­δώ­σει ἕ­να πο­λὺ εὐ­ρύ­τε­ρο μή­νυ­μα ποὺ ἀν­τα­να­κλᾶ οἰ­κου­με­νι­κὰ σχε­δὸν τὶς ἀν­τι­λή­ψεις ποὺ ἐ­πι­κρα­τοῦν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τῶν γυ­ναι­κὼν καὶ τὸ πέ­ρα­σμα ἀ­πὸ νε­α­ρὸ κο­ρί­τσι σὲ γυ­ναί­κα. Ἔ­τσι, στὸ δι­ή­γη­μα ἀ­να­δει­κνύ­ον­ται οἱ ὁ­μοι­ό­τη­τες στὴν δι­δα­σκα­λί­α καὶ τὶς προ­κα­τα­λή­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὸ γυ­ναι­κεῖ­ο φύ­λο ἀ­νά­με­σα στὶς «πρω­τό­γο­νες» καὶ τὶς «πο­λι­τι­σμέ­νες» κοι­νω­νί­ες. Πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς φαι­νο­με­νι­κὰ πρό­κει­ται γιὰ δυ­ὸ δι­α­φο­ρε­τι­κοὺς κό­σμους ποὺ λει­τουρ­γοῦν ἀρ­χι­κὰ σὰν ἀν­τι­θε­τι­κοὶ πό­λοι, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τό­σο ὁ ἐ­ξω­τι­κὸς κό­σμος τῆς Κα­ρα­ϊ­βι­κῆς, ὅ­σο καὶ ὁ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­να­πτυγ­μέ­νος οἰ­κο­νο­μι­κὰ καὶ τε­χνο­λο­γι­κὰ δυ­τι­κὸς κό­σμος, εἶ­ναι τὸ ἴ­διο βα­θιὰ ἀν­δρο­κρα­τού­με­νοι.

       Τέ­λος, πολ­λοὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης αὐ­τοὶ ποὺ ξε­χω­ρί­ζουν τὸ ἔρ­γο τῆς Ἀ­φρο­α­με­ρι­κα­νῆς συγ­γρα­φέ­ως, ἀ­νά­με­σά τους ἡ λο­γο­τέ­χνις καὶ φι­λό­σο­φος Susan Sontag (Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1933-2004), γιὰ τὴν συ­ναι­σθη­μα­τι­κὴ αὐ­θεν­τι­κό­τη­τα ποὺ τὸ δι­α­κρί­νει, γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ ἀ­τρό­μη­τη καὶ μὲ ἀ­κρί­βεια ἡ Τζα­μά­ϊ­κα Κίνκεϊντ μι­λᾶ γι’ αὐ­τὰ ποὺ θέ­λει νὰ πεῖ, ἀν­τι­βαί­νον­τας τὰ πα­ρα­δο­σια­κὰ πρό­τυ­πα γρα­φῆς. Ὅ­πως χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ γρά­φει ἡ Giovanna Covi, κα­θη­γή­τρια Ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς Λο­γο­τε­χνί­ας καὶ Σπου­δῶν Φύ­λου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Τρέν­το καὶ με­λε­τή­τρια τῆς Κίνκεϊντ, «οἱ ἱ­στο­ρί­ες τῆς χο­ρεύ­ουν στὸν χτύ­πο τῶν ταμ­πούρ­λων καὶ τὸν ρυθ­μὸ τῆς τζάζ (…)».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φία καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν συγ­γρα­φὴ καὶ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα Πλα­νό­διον-Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι καὶ ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἔκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα καὶ πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὴν ἐ­τή­σια ἀν­θο­λο­γί­α «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (τό­μοι 2014-2017), ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/.



		

	

Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Κα­λὴ αὐ­ρια­νή



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Κα­λὴ αὐ­ρια­νή


Στὴν Πα­να­γι­ώ­τα Μαρ­κα­να­στα­σά­κη

ΧΑΡΑΓΑ ση­κώ­θη­κε ὁ ἐ­πί­τρο­πος ἀ­νή­με­ρα τῶν Φώ­των. Ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει ὅ­λα τα χρει­α­ζού­με­να ἀ­π’ τὸν Ἁ­γι­ώρ­γη, τὸν πο­λι­οῦ­χο τοῦ χω­ριοῦ, καὶ νὰ τὰ πά­ει μέ­χρι τ’ ἀ­πά­νου χω­ριὸ στὸν Ἁ­γιά­ννη. Ἐ­κεῖ γι­ορ­τά­ζα­νε κά­θε χρο­νιὰ τὰ Φῶ­τα.

       Σὰν ξε­κλεί­δω­σε τὴν ἐκ­κλη­σὰ κι ἔ­κα­νε νά ’μ­πει μέ­σα, ἕ­νας κρύ­ος βο­ριὰς τοῦ ’ρ­θε κα­τά­μου­τρα καὶ σὰ νὰ τὸν τύ­λι­ξε νιὰ μυ­ρου­διὰ ἀ­πὸ κρί­νους. «Ποιός ἀ­συλ­λό­ι­στος νὰ ξέ­χα­σε τὸ βο­ρι­νὸ πα­ρά­θε­ρο ἀ­νοι­χτό;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε κι ἔ­κα­νε τὸ σταυ­ρό του. Ἔ­σκυ­ψε στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι, ἀλ­λὰ προ­τοῦ προ­λά­βει νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι του, τὴν εἶ­δε μὲ τὸ λο­ξο­δρο­μι­σμέ­νο του βλέμ­μα. Μέ­σα στὸ πρω­ι­νὸ μι­σο­σκό­τα­δο στὴ μέ­ση τῆς ἐκ­κλη­σᾶς νιὰ κά­σα καὶ γύ­ρω-γύ­ρω κρί­νοι. «Σου­βή μου. Θὰ ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι» σκέ­φτη­κε. «Πῶς φύ­τρω­σαν στὴν ἐκ­κλη­σὰ κά­σα καὶ κρί­νοι;» Κι ἀ­νοι­γό­κλει­σε μὲ τρό­μο τὰ μά­τια του. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, τὰ ἔ­κλει­σε μὲ με­γά­λη εὐ­κο­λί­α, ἀλ­λὰ δὲν κό­τα­γε νὰ τὰ ξα­να­νοί­ξει. Οὔ­τε κι ὅ­ταν ἄ­κου­σε τὸν πε­θα­μέ­νο ν’ ἀ­να­στε­νά­ζει καὶ τὴν κά­σα νὰ τρί­ζει. Ἔ­κα­νε νὰ βγεῖ μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει βῆ­μα. Τὸ αἷ­μα του πά­γω­σε. Ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας τὸν πλη­σί­α­ζε. Φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ πε­θα­μέ­νος κα­τόρ­θω­σε νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴν κά­σα. Ἔ­κα­νε νὰ φω­νά­ξει βο­ή­θεια, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Δὲν τολ­μοῦ­σε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του. Ἔ­κα­νε νά ’­βγει στὰ τυ­φλὰ ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σά. Πεν­τέ­ξι βή­μα­τα θά ’­ταν ὅ­λα κι ὅ­λα. Κι ὕ­στε­ρα θά ’­ταν ὄ­ξω. Μὰ ὁ πε­θα­μέ­νος τό­νε κρά­τα­γε γε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι καὶ δὲν ἔ­λε­γε νὰ τὸν ἀ­φή­σει. Μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια ἄρ­χι­σε νὰ τὸν πα­ρα­κα­λεῖ. «Ἄ­σε με, ἄ­σε μὲ καὶ δὲ θὰ εἰ­πῶ τί­πο­τα σὲ κα­νέ­να. Κι ἂν ξα­ναμ­πεῖς στὴν κά­σα θὰ σοῦ ἀ­νά­βω τὸ καν­τή­λι ἀ­νελ­λι­πῶς.» Ὅ­σο κι ἂν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του, τὰ βλέ­φα­ρά του ἤ­τα­νε κολ­λη­μέ­να. Κρύ­ος ἵ­δρω­τας τὸν ἔ­κο­ψε. Εἶ­πε ἀ­πὸ μέ­σα του ἕ­να πα­τε­ρη­μὸ καὶ μ’ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη ὅρ­μη­ξε κα­τὰ ὄ­ξω. Ὁ Ἁ­γι­ώρ­γης τό­νε λυ­πή­θη­κε καὶ ἡ ἔ­ξο­δος ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πι­τυ­χής, μὲ μό­νη ἀ­πώ­λεια τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του μα­νί­κι. Αὐ­τό, ποὺ εἶ­χε πια­στεῖ στὸ χε­ρού­λι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ τό­ση ὥ­ρα δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ κά­νει ρού­πι.

       Ἄ­φη­σε τὰ κλει­διὰ στὴν πόρ­τα, ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα ἀ­νοι­χτὴ κι πῆ­ρε τρέ­χον­τας τὴν κα­τη­φό­ρα νὰ τὰ ἱ­στο­ρή­σει οὗ­λα στὴ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἦ­ταν σί­γου­ρος πὼς θὰ τὸν κο­ρό­ι­δευ­ε. Γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ δὲ θὰ τὸν πί­στευ­ε, πα­ρὰ θὰ τοῦ ’­λε­γε ὅ­τι τὰ βγά­ζει ὅ­λα ἀ­π’ τὸ μυα­λό του κι ἀ­π’ τὴ σκιά­χτρα του.

       Ἀ­πὸ τὶς σκέ­ψεις του τὸν ἔ­βγα­λε μιὰ σκυ­φτὴ φι­γού­ρα, ποὺ ἀ­νη­φό­ρι­ζε κα­τὰ τὴν ἐκ­κλη­σά.

      Ἦ­ταν ὁ Θα­νά­σης π’ ἄ­νοι­γε τὶς γοῦ­βες. «Ἄ­σχη­μα νέ­α, μπο­νό­ρα-μπο­νό­ρα» τοῦ ’­πε. «Χτὲς ἀρ­γὰ φέ­ρα­νε τὸ Φώ­τη ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να καὶ οἱ ξε­χα­σμέ­νοι οἱ δι­κοί του δὲ βρί­σκα­νε τὰ κλει­διὰ τοῦ σπι­τιοῦ καὶ τό­νε πή­γα­νε στὴν ἐκ­κλη­σά. Πά­ω τώ­ρα νὰ χτυ­πή­σω τὶς καμ­πά­νες λυ­πη­τε­ρά, μέ­ρα πού ’­ναι, καὶ με­τὰ ν’ ἀ­νοί­ξω τὴ γού­βα. Ποι­ός νὰ τὸ ’­λε­γε; Νὰ μπεῖ στὸ χῶ­μα ἀ­νή­με­ρα τῆς γι­ορ­τῆς του! Πῶς μᾶς μπῆ­κε ἡ χρο­νιὰ φέ­τος! Ἔμ, τί νὰ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς ποὺ κά­να­με Πρω­το­χρο­νιά, Θε­ού­λη μου, μὲ δυ­ὸ κη­δεῖ­ες, ὄ­ξω ἀ­πὸ κον­τά μας. Πά­ει ὁ Βα­σί­λης τῆς Ἀ­λέ­ξαι­νας κι ὁ Βά­σι­λας τοῦ Ντού­μου. Το­λά­χι­στο δὲν τὸν ἄ­φη­νε τὸ μα­κα­ρί­τη μέ­χρι αὔ­ριο νὰ κά­νει τὴ γι­ορ­τή του;»

        Ὁ ἐ­πί­τρο­πος ἔ­φτυ­σε τρεῖς φο­ρὲς στὸν κόρ­φο του. «Πρέ­πει νὰ φύ­γω» εἶ­πε ἔν­τρο­μος. «Μὲ πε­ρι­μέ­νει ἡ Γι­άν­ναι­να.»

       «Ἀ­λί­μο­νος. Νὰ πᾶς καὶ μὴ χα­σο­με­ρᾶς κα­θό­λου. Νὰ τὴ βο­η­θή­σεις. Τό­σες ἑ­τοι­μα­σί­ες θά ’­χει νὰ κά­νει γιὰ τὴ γι­ορ­τή σου αὔ­ριο. Νὰ τῆς δώ­κεις πολ­λὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Ἄιν­τε καὶ κα­λὴ αὐ­ρια­νή.»

        «Εὐ­χα­ρι­στῶ, Θα­νά­ση, μὰ δὲ γι­ορ­τά­ζω αὔ­ριο.»

        «Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το! Ἀ­φοῦ οὖ­λοι οἱ Γι­άν­νη­δες σὰν αὔ­ριο γι­ορ­τά­ζουν στὸ χω­ριό μας.»

        «Ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι ἀ­πὸ δῶ. Μ’ ἔ­χου­νε πά­ρει ἀ­πὸ κά­τι κα­τσι­βέ­λους.»

        «Πά­ει τὰ ’­χα­σε ὁ Γιά­ννης» ἐ­σκέ­φτη ὁ Θα­νά­σης, μὰ εἶ­πε μό­νο «Ἒμ κα­νέμ, κα­λὴ ση­με­ρι­νή. Γεια καὶ χα­ρά σου.»

       «Οὔφ, τὸ Θά­νο τὸν ξε­γέ­λα­σα! Νὰ δῶ ὡς αὔ­ριο τί θὰ κά­νω μὲ τὸ Χά­ρο» εἶ­πε ὁ Γιά­ννης καὶ σκα­πέ­τη­σε στὴν κα­τη­φό­ρα. Ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ βρεῖ μὲ τὴ γυ­ναί­κα του ὣς αὔ­ριο μιὰ λύ­ση.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


ΥΤΕ ΝΑΙ, οὔ­τε ὄ­χι ἔ­λε­γαν τό­τε τὰ κο­ρί­τσια στὸν πα­τέ­ρα τους, ἔ­σκυ­βαν τὸ κε­φά­λι. Τὴν Κυ­ρια­κή, ποὺ κλεί­νει δε­κα­εν­νιά, ἡ Ρή­να πά­ει νύ­φη στὸν Τα­ΰ­γε­το, δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος. Θά ’ρ­θει νὰ τὴν πά­ρει ὁ γαμ­πρὸς μὲ τὸ ἄ­λο­γο στὸ σπί­τι του, τὸ δί­πα­το, νὰ στε­φα­νώ­σουν.

       Τὴ στό­λι­σαν, τὴν τρα­γού­δη­σαν, τὴν ἔν­τυ­σαν τὸ νυ­φι­κό, τὸ βέ­λο. Κάλ­τσες, πα­πού­τσια ἀπ΄ τὸ γαμ­πρό, ὥ­ρα τὴν ὥ­ρα.

       Τὸν εἶ­δε νὰ δέ­νει στὴν αὐ­λή τους τὸ ἄ­λο­γο, στο­λι­σμέ­νο. Φουρ­φού­ρι­σε ἡ καρ­διὰ ἀ­πὸ τα­ρα­χή. Ὄ­μορ­φος, νιός, ἀ­σί­κης!

       Τῆς φό­ρε­σε τὴν κάλ­τσα τὴ με­τα­ξω­τή, τὸ γο­βά­κι τὸ ἄ­σπρο. Μά­τι δὲ σή­κω­σε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Εἶ­χε πά­νω-κά­τω τὰ χρό­νια της, στὰ δά­χτυ­λα ποὺ ἔ­τρε­μαν, εἶ­δε τὴν τα­ρα­χή του.

       Τὴν ἔ­βα­λε πί­σω στὸ ἄ­λο­γο. Αὐ­τὲς οἱ πλά­τες οἱ γε­ρές, τοῦ­το τὸ σγου­ρὸ κε­φά­λι ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ μπρὸς τὸ ρι­ζι­κό της. Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος μὲ τὸ ἄ­λο­γο, ὁ ἀ­χὸς μο­νά­χα τοῦ βου­νοῦ μέ­σα στὰ πεῦ­κα, τὰ πέ­τα­λα τοῦ ἀ­λό­γου, καὶ ἡ καρ­διά της ποὺ ἔ­δω­σε μιὰ καὶ ἄν­θι­σε ἀ­πὸ κα­τά­κλει­στο μπουμ­πού­κι.

       Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο κρά­τη­σε γιὰ τὴ Ρή­να ὁ ἔ­ρω­τας στὴν ἄ­χα­ρη ζω­ή της. Ὁ γαμ­πρὸς τὴν πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι του τὸ δί­πα­το μὲ τὰ βι­ο­λιά. Εἶ­χε τρι­πλᾶ τὰ χρό­νια της. Μὲ τὸν μπρα­ζέ­ρη*, ποὺ ἔ­στει­λε μὲ τὸ ἄ­λο­γο νὰ τὴν πο­δέ­σει τὸ γο­βά­κι, ἔ­κο­ψε τὰ πολ­λὰ-πολ­λά. Τὸ εἶ­δε στὰ μά­γου­λά του τὸ ζε­μά­τι­σμα, τὴ συν­νε­φιὰ ποὺ σκέ­πα­σε τὴ δι­κιά της ὄ­ψη.


* μπραζέρης· ἐγκάρδιος φίλος, ἀδελφοποιτός. (Γιὰ τὸ σχετικὸ ἔθιμο δεῖτε ἐδῶ καὶ ἐδῶ).



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998, 1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἰ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Πέ­τρα ρι­ζι­μιά



Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Πέ­τρα ρι­ζι­μιά


ΑΖΕΥΑΜΕ σπα­ράγ­για κι ἀ­πὸ χω­ρά­φι σὲ χω­ρά­φι βρε­θή­κα­με στὸ ξά­γναν­το κά­τω ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Πέ­τρο. Μοῦ ’­δει­ξε κά­τι σκόρ­πι­ες πέ­τρες. Ἦ­ταν κα­λύ­βι πέ­τρι­νο πα­λιά, ξε­ρο­λι­θιά. Πέ­θα­νε ἐ­δῶ φυ­μα­τι­κός, εἰ­κο­σι­δυ­ὸ χρο­νῶ παλ­λη­κα­ρά­κι, τοῦ Κώ­στα Νί­κου ὁ ἀ­δερ­φός. Τὰ σπί­τια μας μιὰ πόρ­τα.

       Τοὺς φυ­μα­τι­κοὺς δὲν τοὺς κρα­τοῦ­σαν τό­τε στὰ χω­ριά. Ἕ­να με­ση­με­ρά­κι, λεί­πα­νε ὅ­λοι, ἄ­φη­σε τὸ σπί­τι στὸ χω­ριὸ γιὰ νὰ πε­θά­νει ἐ­δῶ στὴν ἐ­ρη­μιά. Πῆ­ρε ἀρ­γὰ τὴν κα­τη­φό­ρα· λί­γο πιὸ κά­τω στα­μά­τη­σε. Ἔ­ρι­ξε πί­σω μιὰ μα­τιὰ σὰ νὰ χαι­ρέ­τα­γε τὸ σπί­τι του μὲ τὴν αὐ­λή, ὅ,τι χα­ρὰ εἶ­χε ζή­σει, κι ἔ­τσι ὅ­πως μά­ζε­ψε τὸ βλέμ­μα του νὰ φύ­γει, μὲ εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­γα μαρ­μα­ρω­μέ­νη στὴν πο­ριά. Σή­κω­σε σι­ω­πη­λὸς τὸ χέ­ρι, μὲ χαι­ρέ­τη­σε. Σὰ νὰ μοῦ ἔ­λε­γε «ἔ­χε γειά». Δε­κά­ξι θά ’μουν; Δε­κα­ε­φτά; Μ’ ἔ­πι­α­σε, ὅ­πως ἔ­φευ­γε, τὸ κλά­μα.

       Ἡ μά­να του κά­θε πρω­ῒ τοῦ πή­γαι­νε φρέ­σκο νε­ρὸ καὶ ζυ­μω­τὴ κου­λού­ρα, ὅ,τι ἄλ­λο τῆς βρι­σκό­ταν. Τὰ ἀ­κούμ­πα­γε σὲ τού­τη δῶ τὴ ρι­ζι­μιὰ τὴν πέ­τρα. Τὰ λέ­γαν μὲ τὰ μά­τια. Ὅ­λα εἰ­πω­μέ­να. Σκά­λος, χα­ρά­κι, βο­τα­νί­σμα­τα, ἡ μέ­ρα τὴν πε­ρί­με­νε· ἔ­φευ­γε ἡ μαυ­ρο­μά­να του φαρ­μά­κι.

       Ἕ­να πρω­ῒ βρῆ­κε τὴ βί­κα τὸ νε­ρὸ καὶ τὸ ζεμ­πί­λι τὸ ψω­μὶ πά­νω στὴν πέ­τρα ἀ­πεί­ρα­χτα. Τὸν ἔ­πλυ­νε, τὸν ἄλ­λα­ξε, τὸν στό­λι­σε ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα στὸ τρί­πλι­νο σεν­τό­νι. Τοῦ εἶ­πε ὅ­σα ἤ­ξε­ρε, γα­ζί, τὰ μοι­ρο­λό­για· τοῦ ’­πλε­ξε κι ἄλ­λα γιὰ τὰ νιά­τα του καὶ γιὰ τὴν ἐ­ρη­μιά του. Ὅ­ταν πιὰ χόρ­τα­σε τὰ δά­κρυ­α, τὰ τρα­γού­δια, βά­ρε­σε λυ­πη­τε­ρὰ τ΄ Ἅ­η-Πέ­τρου τὴν καμ­πά­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998,1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἱ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.