1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Χαρτιὰ χωρὶς ἀντίκρισμα

Μαρτυρία μιᾶς νεοελληνικῆς διαστροφῆς

[τοῦ Ἰωάννου Κωλέττη]


ΤΑ 1825 ἡ Κυ­βέρ­νη­ση γιὰ νὰ πε­ρι­ποι­η­θῇ τοὺς ἄ­τα­χτους κα­πε­τα­ναί­ους ποὺ τοὺς χρει­α­ζό­τα­νε πο­λὺ γιὰ νὰ χτυ­πή­σῃ τοὺς ἐ­χτρούς της, μοί­ρα­ζε μὲ τὴ φού­χτα τοὺς προ­βι­βα­σμούς, ἀν­τι­στρά­τη­γους καὶ τέ­τοι­α.

       Ὁ Κω­λέ­της τό­τε, τὸ δε­ξὶ χέ­ρι τῆς κυ­βέρ­νη­σης, ὑ­πουρ­γὸς τῶν Ἐ­σω­τε­ρι­κῶν, εἶ­πε σ’ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ τοῦ πα­ρα­τή­ρη­σε πό­σο αὐ­τὸ ἤ­τα­νε κα­κό.

       — Τί νὰ κά­νου­με; Ἀ­φοῦ δὲν ἔ­χου­με γρό­σια, μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Emerson, A picture of Greece in 1825. London, 1826, Β´ σ. 260.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. ­νέκ­δο­ταΓνω­μι­κάΠε­ρί­ερ­γα­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 16-17 [Τίτλος: «28.—Μοι­ρά­ζου­με χαρ­τιά.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.


			

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Ὅ,τι πι­στεύ­ει τού­τη!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Ὅ,τι πι­στεύ­ει τού­τη!


ATA τὰ 1820 ἕ­νας βο­σκὸς μὲ τὸ κο­πά­δι του κα­θι­σμέ­νος στὸ πε­ζοῦ­λι κά­ποι­ου ρη­μο­κλη­σιοῦ ἔ­παι­ζε τὴ φλο­γέ­ρα του. Ἐ­κεῖ ἕ­νας Ἄγ­γλος πε­ρι­η­γη­τής, πε­ρα­στι­κός, ἀ­φοῦ χαι­ρέ­τη­σε, ρώ­τη­σε τὸ βο­σκό:

       — Τί πι­στεύ­εις;

       Ὁ τσο­πά­νος σή­κω­σε τὴν ἀγ­κλί­τσα του καὶ χτύ­πη­σε τὸν τοῖ­χο τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς:

       — Ὅ,τι πι­στεύ­ει τού­τη! εἶ­πε.

       — Καὶ τί πι­στεύ­ει τού­τη;

       — Ὅ,τι πι­στεύ­ω γώ!



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Σημ. Ὁ Τερ­τσέ­της γρά­φει πὼς ἀ­κου­στὸ τὄ­χει αὐ­τὸ τ’ ἀ­νέκ­δο­το, ἀλ­λὰ δὲ μπό­ρε­σε νὰ βρῇ ποι­ὸς Ἄγ­γλος πε­ρι­η­γη­τὴς τὸ γρά­φει. (Γ. Τερ­τσέ­τη “Λό­γος ἐν τῷ Ἀ­να­γνω­στη­ρί­ῳ τῆς Βου­λῆς 1855, Ζά­κυν­θος, 1856” σ. 9).»

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 8-9 [τίτλος: «9.—Ὁ Δη­μο­σθέ­νης ἔρ­χε­ται!»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: «Ξωκκλήσι μὲ κυπαρίσσια». Ἔργο τοῦ Μιχάλη Οἰκονόμου (1888-1933).


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες (1/3)



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

Τ Ο  Ε Θ Ν Ο Σ  Ε Κ Π Α Ι Δ Ε Υ Τ Α Ι  !

Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες

Χορὸς καὶ Ἐπανάσταση

[1/3]

[τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια]


ΦΟΥ Ο ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ με­τά­φε­ρε τὴν κα­θέ­δρα του ἀ­πὸ τὴν Αἴ­γι­να στὸ Ναύ­πλιο, οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ τῶν ξέ­νων πο­λε­μι­κῶν, ποὺ ἦ­ταν ἀ­ραγ­μέ­να στὸ λι­μά­νι, ζη­τῆ­σαν ἄ­δεια καὶ στή­σα­νε μιὰ με­γά­λη μπα­ρά­κα ξύ­λι­νη ἀ­πά­νου στὴν τά­πια τοῦ ὁ­πλο­στα­σί­ου γιὰ νὰ προ­σφέ­ρου­νε στὸν Κυ­βερ­νή­τη καὶ τῆς πό­λης τοὺς προ­κρί­τους χο­ρό. Ὁ Κυ­βερ­νή­της ὅ­μως, φι­λό­τι­μος, εἶ­πε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ δώ­σῃ αὐ­τὸς πρῶ­τος κ’ οἱ πο­λῖ­τες τοῦ Ναυ­πλί­ου χο­ρὸ στοὺς ξέ­νους.

       Τἄ­κα­με ὅ­λα ἕ­τοι­μα ὁ Κυ­βερ­νή­της, καὶ τό­τε κά­λε­σε τοὺς προ­κρί­τους τῆς πό­λης καὶ τοὺς ἄλ­λους ἐ­πί­ση­μους καὶ τοὺς εἶ­πε:

       — Ἀ­ναγ­κά­σθη­κα ἀ­πὸ τοὺς ξέ­νους νὰ δώ­σω Εὐ­ρω­πα­ϊ­κὸ χο­ρό, ἂν καὶ το­νὲ θαρ­ρῶ γιὰ τὰ ἑλ­λη­νι­κά μας ἤ­θη ἀ­ταί­ρια­στο· θ’ ἀ­κού­σε­τε ὅ­μως καὶ θὰ φυ­λά­ξε­τε πι­στὰ τὴς ὁ­δη­γί­ες ποὺ θὰ σᾶς δώ­σω: Στὴς 9 μ.μ. θἀρ­θοῦν οἱ ξέ­νοι στὸ χο­ρό, ὅ­που θὰ εἴ­σα­στε σεῖς συ­ναγ­μέ­νοι· με­τὰ μι­σὴ ὥ­ρα θὰ μπῇ ὁ Κυ­βερ­νή­της καὶ θὰ μεί­νῃ δυ­ὸ ὧ­ρες σω­στές, ὄ­χι πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μι­σὴ ὥ­ρα ἀ­φοῦ φύ­γῃ ὁ Κυ­βερ­νή­της θὰ πά­ρε­τε τὴς οἰ­κο­γέ­νει­ές σας καὶ θὰ φύ­γε­τε καὶ σεῖς. Μὲ κα­τα­λά­βα­τε;

       Τὸ πρω­ῒ μα­θαί­νει ὁ Κυ­βερ­νή­της πὼς οἱ Ἕλ­λη­νες κα­λε­σμέ­νοι του μὲ τὴς κυ­ρά­δες καὶ τὴς κυ­ρά­τσες τους εἴ­χα­νε μεί­νει ὡς τὴν αὐ­γὴ γιὰ τὸ χα­τί­ρι τῶν θη­λυ­κῶν τους, ποὺ θέ­λα­νε κι’ αὐ­τὰ νὰ κά­νουν τὸ χα­τί­ρι τῶν ξέ­νων ἀ­ξι­ω­μα­τι­κῶν, καὶ μά­λι­στα τῶν πει­ὸ ἄ­ξι­ων στὰ χο­ρο­πη­δή­μα­τα. Αὐ­τὸ λύ­πη­σε πο­λὺ τὸν Κυ­βερ­νή­τη.

       Σὲ λί­γες μέ­ρες ἐ­πι­τρο­πὴ ἀ­πὸ τοὺς προ­κρί­τους ζή­τη­σε ἀ­πὸ τὸν Κυ­βερ­νή­τη ἄ­δεια νὰ δώ­σου­νε κι’ αὐ­τοὶ χο­ρό. Ὁ Κυ­βερ­νή­της εἶ­πε:

       — Ἂν ἤ­ξε­ρα πὼς οἱ οἰ­κο­γε­νειά­ρχες τοῦ Ναυ­πλί­ου ἔ­χου­νε λι­γώ­τε­ρο μυα­λὸ ἀ­πὸ τὰ πα­λι­ο­κό­ρι­τσα, οὔ­τε ἐ­γὼ χο­ρὸ δὲν ἔ­δι­να, ὅ­μως τώ­ρα δὲ σᾶς δί­νω τὴν ἄ­δεια.

       Ἔ­δω­σαν ὅ­μως οἱ Ναύ­αρ­χοι τῶν Προ­στα­τί­δων Δυ­νά­με­ων χο­ρό, καὶ πῆ­γε ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴς δυ­ό του ὧ­ρες, μὰ ὁ χο­ρὸς κρά­τη­σε πά­λι ὡς τὰ ξη­με­ρώ­μα­τα, καὶ κάμ­πο­σα σκάν­τα­λα καὶ πα­ρα­τρά­γου­δα γε­νή­κα­νε μὲ τὴς Ἀ­να­πλι­ώ­τισ­σες καὶ τὴς Ἀ­να­πλι­ω­το­ποῦ­λες.

       Εἶ­δε ὁ Κυ­βερ­νή­της τέ­λος πὼς οἱ Ἀ­να­πλι­ῶ­τες ἦ­ταν ἀ­δι­όρ­θω­τοι καὶ ζή­τη­σε ἀ­πὸ τοὺς Ναυά­ρχους νὰ χα­λά­σουν τὴ μπα­ρά­κα για­τὶ τά­χα ἤ­θε­λε νὰ δι­ορ­θώ­σῃ τὸν προ­μα­χῶ­να [ντά­πια].

       Ἔ­τσι ὁ χο­ρὸς δὲν τρι­πλώ­θη­κε.



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: Δ. Γ. Δη­μη­τρα­κά­κη ἀ­νέκ­δο­τα ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα.

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 31-32 [Τίτλος: «58.—Τοῦ χο­ροῦ οἱ χά­ρες.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς χει­ρο­νο­μί­ας

(Историята на един жест)


ΤΕΣ ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ, μοῦ ἔ­τυ­χε κά­τι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χα νὰ δῶ του­λά­χι­στον ἐ­δῶ καὶ εἴ­κο­σι χρό­νια. Ἄ­να­ψα τσι­γά­ρο ἀ­πὸ τὸ τσι­γά­ρο μιᾶς γυ­ναί­κας. Ζή­τη­σα φω­τιά, δὲν εἶ­χε καὶ μοῦ πρό­σφε­ρε τὸ τσι­γά­ρο της, ἐ­νῶ πιὸ πρὶν ρού­φη­ξε βα­θιὰ γιὰ νὰ φουν­τώ­σει ἡ κά­φτρα του. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χα ξε­χά­σει αὐ­τὴ τὴ σκη­νὴ – ρού­φηγ­μα, πλη­σί­α­σμα τῶν προ­σώ­πων, ἄγ­γιγ­μα τῶν δα­κτύ­λων, γρή­γο­ρη ἀν­ταλ­λα­γὴ βλεμ­μά­των… Πα­λιά, ἔ­τσι ἀ­νά­βα­νε τσι­γά­ρα οἱ ἄν­θρω­ποι στοὺς δρό­μους καὶ στὶς ται­νί­ες. Οἱ πρῶ­τοι ἀ­πὸ ἀ­νάγ­κη, οἱ δεύ­τε­ροι, γιὰ νὰ βροῦν τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ με­τα­δώ­σουν τὸ συν­θη­μα­τι­κό, ἂν εἶ­ναι κα­τά­σκο­ποι, ἢ γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­θοῦν, ἂν πά­λι τὸ ἔρ­γο ἦ­ταν γαλ­λι­κό.

       Ὁ χρό­νος γιὰ ν’ ἀ­νά­ψεις ἕ­να τσι­γά­ρο ἀ­πὸ ἄλ­λο, εἶ­ναι γύ­ρω στὰ 3 δευ­τε­ρό­λε­πτα. Τὸ ἄγ­γιγ­μα τῶν δύ­ο τσι­γά­ρων δη­μι­ουρ­γεῖ γέ­φυ­ρα, βολ­τα­ϊ­κὸ τό­ξο. Δὲν μπο­ρεῖς νὰ κοι­τά­ξεις κά­ποι­ον ἀ­πὸ τό­σο κον­τὰ καὶ νὰ μὴ νι­ώ­σεις κά­τι. Ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι θέ­μα ἀ­πό­στα­σης. Πρὶν ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια σί­γου­ρα θὰ κα­ψου­ρευ­ό­μουν (τὸ ρῆ­μα εἶ­ναι ἀ­κρι­βές, ἂν καὶ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κο), ὅ­μως τώ­ρα δυ­σκο­λεύ­ο­μαι καὶ κα­τα­φέρ­νω νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτῶ μα­ζὶ μὲ τὸ ἀ­ναμ­μέ­νο μου τσι­γά­ρο. Γερ­νά­ω.


Υ.Γ.

       Θυ­μή­θη­κα, ὅ­τι στὸν στρα­τὸ ὑ­πῆρ­χε ὁ­λό­κλη­ρη τε­λε­τή, φτι­αγ­μέ­νη γύ­ρω ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Πῶς ὁ νέ­ος θὰ ζη­τοῦ­σε φω­τιὰ ἀ­πὸ τὴν «πα­λι­ο­σει­ρά». Ὁ­ρί­στε, μὲ ποιά πα­ρω­χη­μέ­νη φρά­ση: «Σύν­τρο­φε, πα­λαι­ὲ στρα­τι­ώ­τη, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ πλη­σιά­σω τὴ φλο­γώ­δη εὐ­τυ­χί­α σας, δί­χως νὰ σᾶς τὴν ἀ­φαι­ρέ­σω.» Ὁ­ποί­α με­γα­λει­ώ­δης τα­πεί­νω­ση.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 53-54.

 

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Χρῆστος Σακελλαρίδης: Ἕνα λεμόνι στὸ χέρι


Χρῆστος Σακελλαρίδης


Ἕ­να λε­μό­νι στὸ χέ­ρι


ΚΕΙΝΟ τὸ ἄ­ρω­μα πί­σω ἀ­πὸ τὸ σχο­λεῖ­ο τοῦ χω­ριοῦ. Στά­χια, ἐ­λι­ές, πρό­βα­τα καὶ κα­τσί­κες μὰ πιὸ πο­λὺ τὸ ἁλ­μυ­ρί­κι, ποὺ στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιά του κρύ­βου­με τὰ πα­κέ­τα μὲ τὰ τσι­γά­ρα. Ἔ­τσι ὅ­ποι­ος πη­γαί­νει πρῶ­τος ἔ­χει πάν­τα του­λά­χι­στον ἕ­να.

            Κρυ­βό­μα­στε για­τὶ ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ μπο­ρεῖ νὰ πε­ρά­σει ὁ μπάρ­μπα-Μα­νώ­λης καὶ νὰ μᾶς δεῖ νὰ κα­πνί­ζου­με καὶ τό­τε θὰ τὸ πεῖ στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ τὴ φω­νά­ζου­με ρό­ι­τερ, για­τὶ εἶ­ναι ἡ πιὸ κου­τσομ­πό­λα ἀ­π’ τὶς γρι­ές. Με­τὰ οἱ γο­νεῖς μας δὲ θὰ μᾶς ἀ­φή­νουν ἔ­ξω στὸ σχο­λεῖ­ο τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα καὶ εἶ­ναι κα­λο­καί­ρι. Δὲν ἔ­χου­με κά­που ἀλ­λοῦ νὰ πᾶ­με. Τὴν κα­λύ­βα ποὺ χτί­σα­με ὅ­λοι μα­ζὶ πέ­ρυ­σι τὴ δι­έ­λυ­σε ὁ Ἀν­τώ­νης, ὁ γιὸς τοῦ κὺρ-Μι­χά­λη, ποὺ ἦ­ταν κα­λὸς καὶ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε ποὺ στὴ μέ­ση τοῦ χω­ρα­φιοῦ του φτι­ά­ξα­με αὐ­τὴν τὴν κα­λύ­βα καὶ μα­ζευ­ό­μα­σταν καὶ κα­πνί­ζα­με καὶ πί­να­με καὶ λέ­γα­με βλα­κεῖ­ες.

            Ὅταν παί­ζου­με πό­λε­μο, τὸ ἕ­να στρα­τό­πε­δο εἶ­ναι ἡ κα­λύ­βα καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ σχο­λεῖ­ο. Περ­πα­τᾶ­με δύ­ο μα­ζὶ πάν­τα, κι ὅ­ταν ἤ­μα­σταν μὲ τὸν Νί­κο μιὰ φο­ρὰ βα­θειὰ μέ­σα στοὺς ἐ­λαι­ῶ­νες, κον­τὰ στὸ μι­κρὸ Βυ­ζαν­τι­νὸ πα­ρεκ­κλή­σι τὸν φί­λη­σα στὸ στό­μα. Ἔτρεμα στὴ σκέ­ψη ὅ­τι κά­ποι­ος θὰ μᾶς δεῖ ἢ ὅ­τι θὰ τὸν πει­ρά­ξει, ἀλ­λὰ ὁ Νί­κος ἁ­πλὰ χα­μο­γέ­λα­σε καὶ εἶ­πε «πᾶ­με νὰ τοὺς νι­κή­σου­με!». Ψά­χνα­με μιὰ ὥ­ρα νὰ τοὺς βροῦ­με, πή­γα­με ἀ­κό­μα καὶ μέ­χρι τὸ πε­σμέ­νο δέν­τρο στὸν ξε­ρο­πό­τα­μο ἀλ­λὰ δὲ βρή­κα­με κα­νέ­ναν. Ἐ­κεῖ γύ­ρω ἔ­χει πλα­τά­νια καὶ πά­ω πό­τε-πό­τε μό­νος μου καὶ γρά­φω, ἢ ἁ­πλὰ κοι­τά­ω τὸν τε­ρά­στιο ἱ­στὸ ποὺ ἔ­χουν φτιά­ξει οἱ ἀ­ρά­χνες.

            Πρὶν με­ρι­κοὺς μῆ­νες εἶ­χα δεῖ ἐ­κεῖ κα­θι­σμέ­νη τὴν Ἀγ­γε­λι­κού­λα, τὴν κό­ρη τοῦ πα­πᾶ. Ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα εἶ­ναι γύ­ρω στὰ τριά­ντα, ἀλ­λὰ τὸ μυα­λό της δὲν ἔ­χει με­γα­λώ­σει. Κυ­κλο­φο­ρεῖ γύ­ρω-γύ­ρω στὸ χω­ριὸ μό­νη της κρα­τών­τας πάν­τα στὸ χέ­ρι ἕ­να λε­μό­νι. Ὅταν μὲ βλέ­πει, μὲ ρω­τά­ει πάν­τα τί κά­νω, καὶ τί κά­νουν ἡ μα­μά μου κι ὁ μπαμ­πάς μου, μὲ μιὰ ἀρ­γό­συρ­τη φω­νὴ σὰν μοι­ρο­λό­ϊ. Πολ­λὲς φο­ρὲς μὲ ρω­τά­ει πῶς τὰ πά­ω στὸ σχο­λεῖ­ο, καὶ με­τὰ μοῦ λέ­ει τοὺς βαθ­μούς της στὸ γυ­μνά­σιο· ἦ­ταν πο­λὺ κα­λὴ μα­θή­τρια. Οἱ γλῶσ­σες τοῦ χω­ριοῦ λέ­νε ὅ­τι ἡ Ἀγ­γε­λι­κού­λα τὸ ἔ­πα­θε αὐ­τό, ἐ­πει­δὴ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ἕ­να ἀ­γό­ρι καὶ τὸ κά­να­νε, κι ἔ­τσι ὁ πα­πὰς καὶ ἡ πα­πα­διὰ τὴν κλεί­σα­νε μέ­σα καὶ τὴ δέρ­να­νε. Κά­θε τό­σο ἀ­κού­ω λυγ­μοὺς μέ­σα ἀ­πὸ τὸ σπί­τι της καὶ θέ­λω τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ ποὺ θὰ πά­ω νὰ κοι­νω­νή­σω νὰ φτύ­σω τὸν πα­πά. Εἶ­ναι καὶ κα­κο­μού­τσου­νος καὶ μιὰ φο­ρὰ πῆ­γε νὰ κλω­τσή­σει τὴ γά­τα μου ὁ­πό­τε τοῦ τά’ χω μα­ζε­μέ­να.

            Πρὶν δύ­ο χρό­νια, τὴ Με­γά­λη Πα­ρα­σκευ­ὴ στὸν Ἐ­πι­τά­φιο, μὲ εἶ­χε βά­λει νὰ κρα­τά­ω τὸ ἕ­να ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γο γιὰ τὴν πομ­πή, ἐ­πει­δὴ κα­νεὶς ἄλ­λος δὲν ἤ­θε­λε κι ἐ­μέ­να ὁ παπ­ποῦς μου ἦ­ταν κι αὐ­τὸς πα­πᾶς. Ὁ Μα­νοῦ­σος κρα­τοῦ­σε τὸ ἄλ­λο καὶ ὁ Γι­ῶρ­γος τὴ λαμ­πά­δα καὶ τὸ θυ­μια­τό. Πε­ρά­σα­με ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ δρο­μά­κια τοῦ χω­ριοῦ καὶ σὲ κά­θε σπί­τι μᾶς ρί­χνα­νε οἱ γρι­ὲς κο­λώ­νια ἢ ἁ­γι­α­σμέ­νο νε­ρό. Με­τὰ ὅ­ταν μα­ζευ­τή­κα­με τὰ παι­διὰ πά­λι στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­λοι μᾶς κο­ροϊ­δεύ­α­νε, για­τὶ εἴ­χα­με φο­ρέ­σει κά­τι ἄ­θλι­ες ἄ­σπρες ρόμ­πες σχε­δὸν σκι­σμέ­νες, καὶ σκυ­λο­βρω­μού­σα­με Μυρ­τώ.

            Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη καὶ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ δέ­χτη­κα, κι ἀ­πὸ τό­τε κά­θε χρό­νο πη­γαί­νω ἐξ ἀρ­χῆς στὸ σχο­λεῖ­ο μὲ τὸ Βαγ­γέ­λη καὶ τοὺς ἄλ­λους ἀ­λῆ­τες μὲ τὰ μη­χα­νά­κια. Μ’ ἀ­ρέ­σει ὁ Βαγ­γέ­λης, για­τὶ εἶ­ναι ντόμ­προς καὶ σκλη­ρα­γω­γη­μέ­νος καὶ κά­πο­τε μοῦ εἶ­χε πεῖ ὅ­τι ἐ­γὼ εἶ­μαι τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ καὶ ὁ πιὸ μάγ­κας ἀ­π’­ ὅ­λους, ὅ,τι κι ἂν λέ­νε οἱ ἄλ­λοι γιὰ μέ­να. Ἄ ναί, καὶ για­τὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ πά­ει στὸ σχο­λεῖ­ο, ἀ­φή­νει ὅ,τι τσι­γά­ρα τοῦ ἔ­χουν μεί­νει στὴ βα­θειὰ χα­ρα­κιὰ στὸ ἁλ­μυ­ρί­κι.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῆστος Σακελλαρίδης. Ποι­η­τὴς καὶ δά­σκα­λος ποὺ γεν­νή­θη­κε στὸ Λον­δί­νο καὶ με­γά­λω­σε στὴν Κρή­τη. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Queen Mary, Κοι­νω­νι­κὴ Ἀν­θρω­πο­λο­γί­α στὸ UCL καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε Με­τα­πτυ­χια­κὸ Πι­στο­ποι­η­τι­κὸ στὴν Ἐκ­παί­δευ­ση στὸ Bath Spa. Τὰ ποι­ή­μα­τα καὶ οἱ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο, τὴν Ἰρ­λαν­δί­α, τὴν Ἱ­σπα­νί­α, τὴν Ἰ­τα­λί­α καὶ τὴν Ἑλ­λά­δα. Ἔ­χει ἐ­πί­σης ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὴν πα­ρα­γω­γὴ ρα­δι­ο­φώ­νου, τὴν κι­νού­με­νη εἰ­κό­να καὶ τὴν τέ­χνη τοῦ ἤ­χου.



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Τσικνοπέμπτη



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Τσι­κνο­πέμ­πτη


ΤΡΑΓΩΔΙΑ προ­χω­ροῦ­σε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο. Ὁ­λο­κλη­ρώ­να­με τὸ τρί­το ἐ­πει­σό­διο: «Ὁ δό­λος, τὸ εἶ­ναι καὶ φαί­νε­σθαι, ἡ γνώ­ση καὶ ἡ ἄ­γνοι­α» ἦ­ταν τὰ βα­σι­κὰ θέ­μα­τα τῆς ἑ­νό­τη­τας.

       Στὸ χῶ­ρο τοῦ σχο­λεί­ου ἔ­τρε­χαν γε­γο­νό­τα καὶ ἀ­να­μέ­νον­ταν ἐ­ξε­λί­ξεις.

       «Τοὺς ἔ­πια­σε χθές, ὁ ἄν­τρας της σὲ ραν­τε­βου­δά­κι» εἶ­πε ἕ­να πρω­ὶ ὁ Μίλ­τος.

       Μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν μα­θη­μα­τι­κὸ καὶ τὴν Ἀγ­γλι­κοῦ. Εὐ­τυ­χῶς ὅ­μως δὲν ἄ­νοι­ξε μύ­τη. Δὲν ἔ­μα­θα πο­τὲ ποὺ κα­τέ­λη­ξε ἡ ἱ­στο­ρί­α, ἀλ­λὰ ὅ­λα ἔ­δει­χναν νὰ κυ­λοῦν φυ­σι­ο­λο­γι­κά. Τί­πο­τε δὲν τα­ρα­κού­νη­σε τὴν τελ­μα­τώ­δη ἀ­κι­νη­σί­α τοῦ σχο­λι­κοῦ πε­ρι­βάλ­λον­τος.

       «Ἡ γέν­νη­ση τοῦ δρά­μα­τος, ὁ Δι­θύ­ραμ­βος καὶ οἱ γι­ορ­τὲς τοῦ Δι­ο­νύ­σου ἐ­πα­νά­λη­ψη γιὰ τέ­στ τὴν ἄλ­λη Τε­τάρ­τη», ἀ­να­κοί­νω­σα στὴν τρί­τη Γυ­μνα­σί­ου πα­ρα­μο­νὲς Τσι­κνο­πέμ­πτης, ἀ­πο­βλέ­πον­τας μὲ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη νὰ ἀ­φο­μοι­ω­θοῦν κά­ποι­ες βα­σι­κὲς γνώ­σεις πρὶν χα­θοῦν στὴ λή­θη τοῦ χρό­νου.

       Τὸ βρά­δυ τῆς Τσι­κνο­πέμ­πτης τὸ κέ­φι στὴν τα­βέρ­να εἶ­χε κο­ρυ­φω­θεῖ. Κρα­σί, χο­ρὸς καὶ μιὰ κα­λὴ μι­κρὴ ὀρ­χή­στρα ὁ­δή­γη­σαν σὲ ἔ­ξα­ψη καὶ ἔκ­στα­ση τοὺς φαι­νο­με­νι­κὰ ἄ­καμ­πτους στὴ σχο­λι­κὴ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα συ­να­δέλ­φους. Κα­τὰ τὶς δώ­δε­κα ὅ­λοι ἦ­ταν στὴν πί­στα. Τὰ ζευ­γά­ρια ἀ­να­κα­τεύ­τη­καν. «Κα­νεὶς δὲν ἦ­ταν κα­νε­νὸς» σὲ κεῖ­νο τὸ μπου­λού­κι τῶν ἀ­να­ψο­κοκ­κι­νι­σμέ­νων προ­σώ­πων τῶν ὁ­ποί­ων ὁ ἐν­θου­σια­σμὸς ἄγ­γι­ζε τὴν ἱ­ε­ρὴ μα­νί­α. Τρεῖς φο­ρὲς ἕ­να χέ­ρι μοῦ χά­ι­δε­ψε τὸ σβέρ­κο καὶ πέ­ρα­σε τρυ­φε­ρὰ ἀ­πὸ τὴν πλά­τη μου. Δὲν ἦ­ταν τῆς γυ­ναί­κας μου, ἀλ­λὰ τῆς δι­ευ­θύν­τριας.

       Χα­ρά­μα­τα φύ­γα­με πα­ρα­πα­τών­τας ἀ­πὸ τὴν τα­βέρ­να τοῦ χω­ριοῦ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα εἴ­χα­με κα­νο­νί­σει νὰ πᾶ­με τὰ παι­διὰ ἐκ­δρο­μή. Ὅ­λοι ἀ­πο­φεύ­γα­με με­τα­ξὺ μας νὰ κοι­τα­ζό­μα­στε γιὰ πο­λὺ στὰ μά­τια, σὰν νὰ ὑ­πῆρ­χε μυ­στι­κὴ συμ­φω­νί­α. Τὸ ὕ­φος μας, στὴ μί­νι συ­νε­δρί­α­ση ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε προ­σπα­θοῦ­σε νὰ κρα­τή­σει τὰ προ­σχή­μα­τα. Ἕ­να «ὤ­πα», ποὺ πέ­τα­ξε ὁ γυ­μνα­στής, μᾶς ἔ­κα­νε νὰ ξε­σπά­σου­με σὲ ἕ­να σύν­το­μο γέ­λιο.

       Τὴ Δευ­τέ­ρα κου­βεν­τι­ά­ζον­τας τὸ θέ­μα τῆς συ­ζυ­γι­κῆς πί­στης στὴν «Ἑ­λέ­νη», προ­σπά­θη­σα νὰ ἐμ­βα­θύ­νουν οἱ μα­θη­τὲς στὴν ἔν­νοι­α τοῦ τρα­γι­κοῦ καὶ τῆς πε­ρι­πέ­τειας. Δὲν ἔ­δει­ξαν νὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται γιὰ κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ δύ­ο.

       Στὸ τέ­λος τῆς ἑ­βδο­μά­δας ὁ Μίλ­τος μὲ πλη­σί­α­σε στὸ τρί­το δι­ά­λειμ­μα καὶ ψι­θύ­ρι­σε συ­νω­μο­τι­κὰ στὸ αὐ­τί μου: «Ἔ­χου­με δι­α­ζύ­γιο.»

       Ἔκ­πλη­κτος σή­κω­σα τὰ μά­τια ἀ­μή­χα­να καὶ κοί­τα­ξα τὸν μα­θη­μα­τι­κὸ ποὺ κα­θό­ταν στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τῆς αἴ­θου­σας. «Ὄ­χι αὐ­τός», μουρ­μού­ρι­σε πά­λι ὁ Μίλ­τος. «Ὁ Κώ­στας».

       Μι­λοῦ­σε γιὰ τὸν Κώ­στα ποὺ δί­δα­σκε τὸ μά­θη­μα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Ὁ Κώ­στας ἦ­ταν κον­τὰ στὰ πε­νῆν­τα πέν­τε. Εἴ­κο­σι χρό­νια παν­τρε­μέ­νος, μὲ τρί­α παι­διά.

       «Κρί­μα, εἶ­πα. Πο­λὺ κρί­μα. Καὶ ποι­ά εἶ­ναι ἡ ὑ­παί­τιος;» ρώ­τη­σα μὲ πραγ­μα­τι­κὴ ἀ­πο­ρί­α.

       Ὁ Μίλ­τος ὕ­ψω­σε σι­γὰ-σι­γὰ τὸ βλέμ­μα καὶ μοῦ ἔ­δει­ξε μὲ νό­η­μα τὴ δι­ευ­θύν­τρια, ἡ ὁ­ποί­α μὲ γυ­ρι­σμέ­νη τὴν πλά­τη φω­το­τυ­ποῦ­σε ἔγ­γρα­φα στὸ μο­να­δι­κὸ φω­το­τυ­πι­κὸ τοῦ ἐ­παρ­χια­κοῦ μας σχο­λεί­ου, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν πα­λιὸ καὶ κα­θὼς λει­τουρ­γοῦ­σε βογ­κοῦ­σε καὶ βρυ­χό­ταν. Ὁ ἦ­χος του ἔ­μοια­ζε μὲ ἠ­χὼ ποὺ ἀ­νη­φό­ρι­ζε ἀ­πὸ βα­θιὰ δαι­δα­λώ­δη σπη­λιά.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­τη­ς (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­τω­ν Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρα­ς (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009), Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶ­ν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014) καὶ Κα­τὰ μῆ­κος τῆς Ἐ­θνι­κῆς Ὁ­δοῦ (Εὔ­μα­ρος 2019).



		

	

Αὐ­γὴ Λίλ­λη: Κρέας


 

Αὐ­γὴ Λίλ­λη


Κρέ­ας


ΓΚΑΒΙΑ’ΤΙΝΑ, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα. Οἱ πρῶ­τες λέ­ξεις ποὺ ἔ­μα­θα, οἱ μό­νες ποὺ θυ­μᾶ­μαι. Τώ­ρα νὰ μὲ ρω­τή­σεις πῶς εἶ­ναι, ἂς ποῦ­με, τὸ εὐ­χα­ρι­στῶ στὰ ρώ­σι­κα, θὰ κά­νω καὶ κα­μιὰ δε­κα­ριὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα νὰ σοῦ πῶ σπα­σίμ­πα. Βο­δι­νό, ἀρ­νί, κο­τό­που­λο – σασ­λίκ, στὴ σού­βλα. Τὸ κα­λύ­τε­ρο κρέ­ας ποὺ ἔ­χω φά­ει πο­τέ. Τρί­α χρό­νια ἔ­κα­τσα. Κα­λὰ ἤ­τα­νε, δὲν ἔ­χω πα­ρά­πο­νο. Βα­ρε­τὰ κά­πο­τε μέν, ὁ χει­μώ­νας δὲν τὸ κου­νοῦ­σε. Στὴν κα­λύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση νὰ δι­αρ­κοῦ­σε ἕ­ξι μῆ­νες, στὴ χει­ρό­τε­ρη ὀ­κτώ. Χει­μώ­νας ὅ­μως, ὄ­χι ἀ­στεῖ­α! Πλὴν τριά­ντα, πλὴν σα­ράν­τα καὶ βά­λε. Στοὺς πλὴν εἴ­κο­σι καὶ στοὺς πλὴν δε­κα­πέν­τε ἔ­λε­γες μπαί­νει ἡ ἄ­νοι­ξη ἢ σερ­γι­α­νά­ει ἀ­κό­μα τὸ φθι­νό­πω­ρο. Ἡ Πα­ρα­σκευ­ή μας ὅ­μως ἦ­ταν στα­θε­ρή, βρέ­ξει —ποὺ δὲν ἔ­βρε­χε—, χι­ο­νί­σει —ποὺ χι­ό­νι­ζε τοῦ πού­στη—, φυ­σή­σει, ποὺ φύ­σα­γε ἀ­έ­ρας σο­βα­ρός, νὰ σὲ πά­ρει καὶ νὰ σὲ ση­κώ­σει. Ἡ Πα­ρα­σκευ­ὴ σή­μαι­νε Café Real. Ἦ­ταν τρι­ώ­ρο­φο τὸ μα­γα­ζί, ἀ­πί­στευ­τα κὶτς —παρ­δα­λὲς κουρ­τί­νες, πλα­στι­κὰ λου­λού­δια, τέ­τοι­α— καὶ ἐ­νο­χλη­τι­κὰ φω­τει­νό. Καὶ κυ­ρί­ως θο­ρυ­βῶ­δες. Ἡ μου­σι­κὴ στὴ δι­α­πα­σῶν. Τὸ ἔ­χουν αὐ­τὸ οἱ ντό­πιοι. Ἀ­κοῦ­νε τὰ πάν­τα καὶ παν­τοῦ στὴ δι­α­πα­σῶν. Πᾶς στὸ μπάρ, φω­νά­ζεις. Μπαί­νεις στὸ τα­ξί, δυ­να­μώ­νει ὁ τα­ξι­τζῆς τὴ μου­σι­κὴ μὲ τὸ ποὺ σὲ βλέ­πει, φω­νά­ζεις – νὰ τὸ χα­μη­λώ­σει. Δὲν κα­τά­λα­βα πο­τὲ για­τί. Ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν ἀ­πὸ τὶς λί­γες τέ­χνες, ἡ μου­σι­κή, ποὺ ἀ­νέ­πτυ­ξαν. Τί νὰ ἀ­να­πτύ­ξεις μὲ τέ­τοι­α βα­ρυ­χει­μω­νιά, ἐ­ξάλ­λου; Τὴ μου­σι­κή, μό­νο μὲ ἕ­να δί­χορ­δο ντόμ­πρα δη­λα­δή, καὶ τὴν ποί­η­ση. Γιὰ θέ­α­τρο, ζω­γρα­φι­κὴ οὔ­τε λό­γος. Στὸ Café Real λοι­πὸν πη­γαί­να­με κά­θε Πα­ρα­σκευ­ή – ἦ­ταν τὸ πα­νη­γυ­ρι­κὸ κλεί­σι­μο ἄλ­λης μιᾶς δύ­σκο­λης ἑ­βδο­μά­δας. Καὶ κα­θό­μα­σταν πάν­τα στὸν τρί­το ὄ­ρο­φο. Πα­ραγ­γέλ­να­με σασ­λὶκ γκα­βι­ά­τι­να, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα. Οἱ με­ρί­δες ἦ­ταν τε­ρά­στι­ες, τὰ κομ­μά­τια τῆς σού­βλας με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι συ­νή­θως, ἀλ­λὰ κομ­μέ­να κα­λά: ἄ­φθο­να κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­να κομ­μά­τια ψη­τοῦ κρέ­α­τος ἔ­κα­ναν τὸ κα­λύ­τε­ρο σασ­λὶκ σὲ ὅ­λη τὴν πό­λη, μὴ σοῦ πῶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ χώ­ρα! Ζου­με­ρὸ ὅ­σο πρέ­πει, ψη­μέ­νο ὅ­σο πρέ­πει, μὲ λί­γο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἁ­λά­τι ἀ­πὸ ὅ,τι θὰ ἔ­πρε­πε γιὰ ἕ­ναν Με­σο­γεια­κὸ μὲ χο­λη­στε­ρό­λη, πί­ε­ση καὶ τὰ τοια­ῦτα, ἀλ­λὰ καὶ ὅ­σο πραγ­μα­τι­κὰ πρέ­πει. Τρώ­γα­με σὰν νὰ ἤ­μα­σταν αἰ­ώ­νια πει­να­σμέ­νοι, ἀλ­λὰ μα­σού­σα­με ἀρ­γά. Ἀρ­γά, σὰν νὰ μὴ θέ­λα­με νὰ ἀ­δειά­σουν πο­τὲ οἱ πι­α­τέ­λες μὲ τὸ κρέ­ας. Καὶ με­τά, κα­τὰ τὶς ἐν­τε­κά­μι­σι, ἔ­βγαι­ναν τὰ κο­ρί­τσια. Ἡ μου­σι­κὴ δυ­νά­μω­νε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο, τὰ φῶ­τα μό­νο τό­τε χα­μή­λω­ναν, γιὰ νὰ ἁ­πλώ­σουν στὸν χῶ­ρο πρά­σι­να καὶ κόκ­κι­να φω­το­ρυθ­μι­κὰ μιᾶς ἄλ­λης ἐ­πο­χῆς. Καὶ ἔ­βγαι­ναν. Καὶ χό­ρευ­αν. Ἀ­να­το­λί­τι­κα. Κά­τι μπού­τια, κά­τι στή­θη, ἕ­να λί­κνι­σμα συγ­χρο­νι­σμέ­νο καὶ νω­χε­λι­κὸ καὶ τὰ δά­χτυ­λα νὰ στρι­φο­γυρ­νᾶ­νε θελ­κτι­κὰ ἀ­πὸ τοὺς καρ­πούς… Καὶ ἐ­μεῖς νὰ θαυ­μά­ζου­με καὶ νὰ τσιμ­πο­λο­γᾶ­με ἀρ­γὰ ἀ­κό­μα γκα­βι­ά­τι­να, μπα­ρά­νι­να, κού­ρι­τσα ἀ­πὸ τὶς γεν­ναι­ό­δω­ρες πι­α­τέ­λες. Ναί, στὸ Café Real σέρ­βι­ραν τὸ κα­λύ­τε­ρο κρέ­ας. Νὰ μὴν ξέ­ρεις τί νὰ πρω­το­φᾶς.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Αὐ­γὴ Λίλ­λη (1980). Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Λευ­κω­σί­α. Σπού­δα­σε Κλα­σι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν μὲ θέ­μα τὸ κρι­τι­κὸ καὶ μυ­θι­στο­ρι­ο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Ἀ­λέ­ξαν­δρου Κο­τζιᾶ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Πρό­χει­ρες Ση­μει­ώ­σεις Πά­νω σ’ ἕ­να Σω­σί­βιο (Ἀρ­μί­δα, Λευ­κω­σί­α, 2011) καὶ Ἡ Σφα­γὴ τοῦ Αἰ­ώ­να (Θρά­κα, Ἀ­θή­να, 2018). Γρά­φει ἐ­πί­σης δρα­μα­τι­κοὺς μο­νο­λό­γους γιὰ τὸ θέ­α­τρο καὶ σε­νά­ρια ται­νι­ῶν μι­κροῦ μή­κους.



		

	

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα: Διώχνω



Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα


Δι­ώ­χνω


ΤΑΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ στὴ σει­ρὰ γέν­νη­σης με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ξι κο­ρί­τσια. Κα­κο­ρί­ζι­κο πράγ­μα τὰ κο­ρί­τσια στὴν ἐ­πο­χή της, εἰ­δι­κὰ γιὰ οἰ­κο­γέ­νει­ες, ὅ­πως ἡ δι­κή της. Τὶς ὀ­νό­μα­ζαν «βά­σα­να» καί, χα­ϊ­δευ­τι­κά, «βα­σα­νά­κια» γιὰ τὴ νέ­α φτώ­χεια ποὺ ἔ­σερ­ναν μα­ζί τους καὶ τὴν στοί­βα­ζαν πά­νω στὴν πα­λιά.

       Ὕ­στε­ρα κι ἀ­πὸ τὸ τέ­ταρ­το κο­ρί­τσι, οἱ γο­νεῖς ἀ­πελ­πί­στη­καν κι ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ στεί­λουν ἕ­να μή­νυ­μα στὴ μοί­ρα ἢ στὸ Θε­ό, δὲν ἤ­ξε­ραν ἀ­κρι­βῶς ποῦ νὰ ἀ­πο­ταν­θοῦν. Ἔ­τσι τὴν πέμ­πτη κό­ρη τους τὴν βά­φτι­σαν «Ἀ­γο­ρί­τσα», με­τέ­πει­τα «Ἀ­γό­ρω», μή­πως ξε­γε­λα­στεῖ τὸ πνεῦ­μα τῶν ἀ­γο­ρι­ῶν κι ἔρ­θει κον­τά. Τὴν ἕ­κτη, τὴν εἶ­παν ἀ­μέ­σως «Στα­μά­τα», σὰν πα­ρά­κλη­ση ἢ καὶ σὰν προ­στα­γὴ στὴν ἀ­δυ­σώ­πη­τη κο­ρι­τσί­στι­κη μοί­ρα. Αὐ­τή, ἕ­βδο­μη στὴ σει­ρά, ἀ­φοῦ εἶ­χαν χά­σει κά­θε ἐλ­πί­δα κι εἶ­χαν ἐ­ξαν­τλή­σει ὅ­λα τα κο­ρι­τσί­στι­κα ὀ­νό­μα­τα, τὴν βά­φτι­σαν «Δι­ώ­χνω», μή­πως δι­ώ­ξουν μιὰ γιὰ πάν­τα το ἐ­πί­μο­νο πνεῦ­μα τῶν θη­λυ­κῶν. Ὡ­στό­σο, πα­ρ’ ὅ­λα τὰ τε­χνά­σμα­τα ἀ­πελ­πι­σί­ας ποὺ μη­χα­νεύ­τη­καν, τὸ θέ­μα λύ­θη­κε ὁ­ρι­στι­κὰ μό­νο ὅ­ταν πέ­θα­νε ἡ μά­να πά­νω στὴ γέν­να μα­ζὶ μὲ τ’ ὄ­γδο­ο κο­ρί­τσι. Ἡ Δι­ώ­χνω ἀ­πό­μει­νε τε­λευ­ταί­α. Ὅ­λοι ἔ­λε­γαν πὼς αὐ­τὴ εἶ­χε δι­ώ­ξει ἀ­πὸ τὴ ζω­ή, ὄ­χι μό­νο τὶς ἀ­γέν­νη­τες ἀ­δερ­φές της, ἀλ­λὰ καὶ τὴ μά­να της τὴν ἴ­δια.

       Ἐ­κεί­νη πε­ρί­με­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ νὰ ἔρ­θει ἡ σει­ρά της νὰ παν­τρευ­τεῖ. Τὰ βρά­δια μὲ ἐ­πι­δέ­ξια χέ­ρια ἔ­φτια­χνε τὴν προί­κα της, κου­βέρ­τες, πε­τσέ­τες, σεν­τό­νια, μα­ξι­λά­ρια, τρα­πε­ζο­μάν­τη­λα. Ὅ­λη νύ­χτα κεν­τοῦ­σε, ἕ­ρα­βε, ἔ­πλε­κε μὲ βε­λό­νες, βε­λο­νά­κι, σταυ­ρο­βε­λο­νιά, κο­φτό, ἀ­ζούρ, γκομ­πλέν.

       «Εἶ­μαι μι­σὸς ἄν­θρω­πος», εἶ­πε αὐ­τός, «Δὲν μὲ πει­ρά­ζει», εἶ­πε αὐ­τή, ποὺ λα­χτα­ροῦ­σε συν­τρο­φιά. Κι ἔ­γι­νε ὁ γά­μος. Τὰ βρά­δια ἔ­βλε­πε στὸν ὕ­πνο του ἐ­φιά­λτες. Μιὰ με­γά­λη μη­χα­νὴ τοῦ μα­σοῦ­σε τὰ χέ­ρια, ὕ­στε­ρα τὰ πό­δια, με­τὰ τὸ κορ­μί, ἄ­φη­νε μό­νο το κε­φά­λι. Αὐ­τὴ κοι­μό­ταν δί­πλα του καὶ ὅ­λη τὴ νύ­χτα μὲ ἐ­πι­δέ­ξι­ες κι­νή­σεις συ­ναρ­μο­λο­γοῦ­σε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ τὰ κομ­μά­τια του. Σταυ­ρο­βε­λο­νιά, κο­φτό, ἀ­ζούρ, γκομ­πλέν. Τὸ ξη­μέ­ρω­μα τὸν ἔ­βρι­σκε ὁ­λό­κλη­ρο πά­λι. Ἔ­λει­πε μό­νο τὸ δε­ξί του χέ­ρι, αὐ­τὸ ποὺ γιὰ πάν­τα εἶ­χε χα­θεῖ στὸ μη­χα­νι­κὸ ζυ­μω­τή­ριο, ὅ­ταν δού­λευ­ε στὸ φοῦρ­νο. Τό­τε ξυ­πνοῦ­σε καὶ κα­θό­ταν στὸ κρε­βά­τι. Χτυ­ποῦ­σε τὰ πό­δια στὸ ξύ­λι­νο πά­τω­μα καὶ τῆς φώ­να­ζε: «Κάλ­τσες καὶ πα­πού­τσια!» Με­τὰ ἔ­λε­γε «Νὰ πλύ­νω τὰ δόν­τια μου», με­τὰ «Νὰ ξυ­ρι­στῶ», «Ἄ­να­ψέ μου τσι­γά­ρο!», «Βά­λε μου νε­ρό!», «Τί κοι­τᾶς ὅ­λο ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο;», «Ὅ­λο στὸν κα­θρέ­φτη εἶ­σαι, πε­ρι­μέ­νεις κα­νέ­ναν;». Κι ἔ­τσι περ­νοῦ­σε ἡ ζω­ή.

       Ἕ­να βρά­δυ, δὲν ἔ­πι­α­σε τὶς βε­λό­νες καὶ τὶς κλω­στές της. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ τὸν ἀ­φή­σει κομ­μά­τια. Γύ­ρι­σε πλευ­ρὸ κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε ἥ­συ­χα ἡ Δι­ώ­χνω. Ἡ Δι­ώ­χνω ἐ­νο­χές, πα­λι­ὲς καὶ νέ­ες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Εἰ­ρή­νη Σκού­ρα. Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να καὶ σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀ­θη­νῶν. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γή­τρια φι­λό­λο­γος καὶ ὡς σχο­λι­κὴ σύμ­βου­λος φι­λο­λό­γων στὴν δη­μό­σια ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε με­λέ­τες καὶ ἄρ­θρα σὲ παι­δα­γω­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος: Τραγούδι



Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος


Τρα­γού­δι


ΡΑΤΑ στὸ χέ­ρι ἕ­ναν πλα­στι­κὸ κου­βά, ἕ­να κον­τά­ρι κι ἕ­να ἐρ­γα­λεῖ­ο ποὺ μοιά­ζει μὲ ὑ­α­λο­κα­θα­ρι­στή­ρα αὐ­το­κι­νή­του. Τὰ τζά­μια σου εἶ­ναι λε­ρω­μέ­να, μοῦ λέ­ει, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; Φυ­σά­ει σή­με­ρα, τοῦ λέ­ω, θὰ λε­ρω­θοῦν ἀ­μέ­σως ξα­νά. Τό­τε νὰ ‘ρθῶ τὴν Πα­ρα­σκευ­ή; μὲ ρω­τᾶ, τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ κα­λύ­τε­ρα, τοῦ λέ­ω. Εἶ­ναι κον­τός, μὲ σκοῦ­ρο πρό­σω­πο καὶ λα­δω­μέ­νο μαλ­λί, μαῦ­ρο κα­τρά­μι στρω­μέ­νο κα­λά, τὰ μά­τια του εἶ­ναι κί­τρι­να καὶ δὲν ξέ­ρω ἂν αὐ­τὸ ἦ­ταν πάν­τα τὸ χρῶ­μα τους. Μὴ βά­λεις ἄλ­λον, μοῦ λέ­ει, ἐ­γὼ θὰ τὰ κα­θα­ρί­σω, μό­νο πέν­τε εὐ­ρώ, ἔ­λα τὴν Πα­ρα­σκευ­ή, τοῦ λέ­ω. Συ­νεν­νο­η­θή­κα­με μιὰ χα­ρά, ἂν καὶ τὰ ἑλ­λη­νι­κά του δὲν ἦ­ταν τό­σο κα­λά. Κα­θα­ρί­ζω καὶ τοῦ Τά­σου στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει. Δὲν ξέ­ρω κά­ποι­ον Τά­σο ἀ­πὸ τὸ Κιά­το, τοῦ λέ­ω. Ἔ­χει τὸ κα­φε­νεῖ­ο, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ δεί­χνει μὲ τὸ χέ­ρι του πῶς τοῦ κά­νει ὁ Τά­σος ὅ­ταν τὸν βλέ­πει. Σὲ σταυ­ρώ­νει, τοῦ λέ­ω, ὅ­πως σὲ σταύ­ρω­νε ἡ μά­να σου μι­κρό, ναί, μοῦ λέ­ει κι ἀ­μέ­σως με­τὰ μοῦ δεί­χνει μιὰ ἄλ­λη κί­νη­ση, σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει. Πρῶ­τα σὲ σταυ­ρώ­νει καὶ με­τὰ σὲ μουν­τζώ­νει, τοῦ λέ­ω, ναί, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει. Για­τί τὰ κά­νει αὐ­τά; τοῦ λέω, δὲν ξέ­ρω, μοῦ λέ­ει καὶ γε­λά­ει ξα­νά. Τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ ἄρ­γη­σε λί­γο, ἀλ­λὰ συ­νε­πής, εἶ­χε βρα­διά­σει, χτυ­πᾶ κι ἀ­νοί­γει ἐ­λα­φρῶς τὴν πόρ­τα, νὰ τὰ κα­θα­ρί­σω; μοῦ λέ­ει, κα­θά­ρι­σέ τα, τοῦ λέ­ω. Πέ­ρα­σα κι ἀ­πὸ τὸν Τά­σο στὸ Κιά­το, μοῦ λέ­ει καὶ μοῦ ‘δεῖ­ξε γρή­γο­ρα γρή­γο­ρα τὶς γνω­στὲς κι­νή­σεις τοῦ Τά­σου, γε­λα­στὸς πάν­τα, ἐ­γὼ δὲν ἔ­κα­να σχό­λιο για­τί τὰ εἴ­χα­με πεῖ αὐ­τά. Θὰ πά­ρω λί­γο νε­ρό, μοῦ λέ­ει, πά­ρε, τοῦ λέ­ω. Ἀ­κού­ω ἀ­πέ­ξω νὰ τρί­βει τὰ τζά­μια καὶ με­τὰ νὰ τὰ στε­γνώ­νει, ὅ­πως γρα­τσου­νά­ει ἡ γά­τα τὸ πορ­τό­φυλ­λο τὸ χει­μώ­να ποὺ κρυ­ώ­νει, δὲν τοῦ πῆ­ρε πο­λύ. Ἀ­νοί­γει τὴν πόρ­τα, τέ­λει­ω­σα, μοῦ λέ­ει, ὁ­ρί­στε τὰ λε­φτά, τοῦ λέ­ω, ἐ­νῶ αὐ­τὸς κα­θά­ρι­ζε τὸ μαρ­μα­ρά­κι τῆς εἰ­σό­δου, μὴν πα­τή­σεις ἐ­δῶ, μοῦ λέ­ει, μέ­χρι νὰ στε­γνώ­σει. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μοῦ λέ­ει. Ἡ κί­νη­ση ἀ­π’ ἔ­ξω εἶ­χε ἀ­ραι­ώ­σει. Ἔ­κλει­σε τὴν πόρ­τα καὶ βγῆ­κε. Ἀ­μέ­σως με­τὰ εἶ­πε ἕ­να τρα­γού­δι, στὴ γλώσ­σα του, ὄ­χι ὁ­λό­κλη­ρο, ἀλ­λὰ εἶ­πε με­ρι­κὰ λό­για καὶ νο­μί­ζω πὼς τὸ τρα­γού­δι ἦ­ταν ἕ­να εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­κό­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γε­ώρ­γιος Πα­πα­θα­να­σό­που­λος. (Κά­τω Χρυ­σο­βί­τσα, Αἰ­τωλ/νί­ας, 1955). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πει­ραι­ᾶ. Ἐρ­γά­σθη­κε στὴν Ἐμ­πο­ρι­κὴ Τρά­πε­ζα. Γρά­φει δι­η­γή­μα­τα ἐ­δῶ καὶ δύ­ο χρό­νια.



		

	

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Τελώνια



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Τε­λώ­νια


Ὁ Ἀν­τρέ­ας Ἀ­δελ­φου­λᾶ­κος (1941-2016), ὁ με­γα­λύ­τε­ρος γιὸς τοῦ κα­πε­τὰν-Νί­κου Ἀ­δελ­φου­λά­κου τοῦ Κα­ρα­πέ­τση, ἦ­ταν ναυ­τι­κὸς (μη­χα­νι­κὸς μὲ ἄ­ρι­στες γνώ­σεις ναυ­σι­πλο­ΐ­ας) ὅ­πως τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα μέ­λη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας. Ἕ­να βρά­δυ, στὶς 13 Μαρ­τί­ου 1991, ἀ­φη­γή­θη­κε στὴν πα­ρέ­α μας, ποὺ ἀ­πο­τε­λοῦν­ταν ἀ­πὸ 6-7 Πυ­θα­γο­ρί­τες —ἤ­μα­στε μα­ζε­μέ­νοι σὲ μιὰ τα­βέρ­να στὴ γει­το­νιά του, τὴν Καλ­λί­πο­λη τοῦ Πει­ραι­ὰ— τὴν πα­ρα­κά­τω ἱ­στο­ρί­α, ὑ­πο­στη­ρί­ζον­τας ὅ­τι τὰ πράγ­μα­τα ἔ­γι­ναν ὅ­πως τὰ λέ­ει. Δὲν εἶ­χα μα­ζί μου μα­γνη­τό­φω­νο, ἀλ­λὰ μό­λις γύ­ρι­σα στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου στὴν Ἀρ­γυ­ρού­πο­λη, ὅ­που ἔ­με­να ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ γιὰ κά­ποι­ες συμ­πλη­ρω­μα­τι­κὲς σπου­δές, κά­θι­σα καὶ ἔ­γρα­ψα τὴ μι­κρὴ πα­ρά­ξε­νη ἱ­στο­ρί­α. Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι ὅ­σοι τὴν ἀ­κού­σα­με νι­ώ­σα­με ἀ­μη­χα­νί­α, ἴ­σως καὶ δυ­σπι­στί­α. Τὴν πα­ρα­θέ­τω σὲ ἐ­λεύ­θε­ρη ἀ­πό­δο­ση στὴ μνή­μη του κα­θὼς καὶ στὴ μνή­μη τῶν πρό­ω­ρα χα­μέ­νων ἀ­δερ­φῶν του Γιά­ννη καὶ Σταύ­ρου.
Β. Δημ.

ΑΞΙΔΕΥΑΝ μὲ τὸ «Κων­σταν­τῖ­νος». Εἴ­χα­νε κα­βα­τζά­ρει τὸν Κα­βο-Πά­πα καὶ περ­νοῦ­σαν τὸν Τσι­κνιὰ ἀ­φή­νον­τας πί­σω τὴ ρα­χο­κο­κα­λιὰ τῆς Ἰ­κα­ρί­ας νὰ μι­κραί­νει καὶ νὰ θο­λώ­νει σὰ σύν­νε­φο ἀ­π’ τοὺς ἀ­γέ­ρη­δες ποὺ κα­τέ­βα­ζαν τὰ βου­νά της μέ­χρι τὴ θά­λασ­σα.

       Εἶ­χε μπό­λι­κη λοι­πὸν θα­λασ­σί­τσα ἀλ­λὰ συ­νη­θι­σμέ­να πρά­μα­τα γιὰ τὸ μι­κρὸ φορ­τη­γό, ποὺ μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα ἐ­κτε­λοῦ­σε με­τα­φο­ρὲς ἐμ­πο­ρευ­μά­των ἀ­πὸ τὴ Σά­μο στὸν Πει­ραι­ὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα.

       Κα­πε­τά­νιος στὸ «Κων­σταν­τῖ­νος» ἦ­ταν ὁ συ­χω­ρε­μέ­νος Ἄγ­γε­λος Μάρ­κου. Πλή­ρω­μα, τὸ Κολ­λη­μέ­νο, ὁ Μα­νό­λης ἡ Κα­βα­λί­να, ὁ Μα­νό­λης ὁ Κου­τσλί­της καὶ δυ­ὸ τρεῖς ἄλ­λοι, ὅ­λοι πα­λι­κα­ρό­που­λα ἀ­πὸ τὸ Τη­γά­νι τῆς Σά­μου. Ὁ Ἀν­τρέ­ας ὁ Κα­ρα­πέ­τσης, μου­τζού­ρης μέ­χρι χτὲς στὸ μη­χα­νο­στά­σιο τῆς Μπουν­τού­ραι­νας, μιᾶς χα­μη­λο­κώ­λας ἀ­νε­μό­τρα­τας τοῦ χω­ριοῦ, ἤ­τα­νε πρω­τόμ­παρ­κος μη­χα­νι­κός. Ἐ­ρω­τευ­μέ­νος στὸ φοὺλ μὲ μιὰ μι­κρὴ τῆς γει­το­νιᾶς του, μπαι­νό­βγαι­νε στὸ μη­χα­νο­στά­σιο, ἀ­νέ­βαι­νε στὸ χει­ρι­στή­ριο, κου­βέν­τια­ζε μὲ τὸ πλή­ρω­μα, ἦ­ταν ὅ­λο νεῦ­ρα καὶ τσα­τί­λα. Μὰ ὅ­πως καὶ νά ’­χε τὸ πρά­μα, τί νὰ κά­μεις ἅ­μα τα­ξι­δεύ­εις φορ­τω­μέ­νος μέ­χρι τὰ μπού­νια λά­δι καὶ χα­μά­δα καὶ ἀρ­με­νί­ζεις βί­α ἑ­φτὰ μί­λια τὴν ὥ­ρα δευ­τε­ρό­πρι­μα τὸν Τσι­κνιά…

       Ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα ποὺ ἦ­ταν νὰ γί­νει ὅ,τι ἔ­γι­νε, ὁ Ἀν­τρέ­ας μί­λα­γε μὲ τὸν κα­πε­τά­νιο βα­ρι­ε­στι­σμέ­να. Τὸν ἀ­πα­σχο­λοῦ­σε ἡ μι­κρὴ κα­θυ­στέ­ρη­ση τοῦ κα­ρα­βιοῦ ἀ­πὸ τὴ λο­ξὴ πο­ρεί­α ποὺ χά­ρα­ζαν, γιὰ ν’ ἀ­πο­φύ­γουν τὴ ρε­μα­τί­σια θά­λασ­σα. Βέ­βαι­α δὲν εἶ­χε κα­νέ­να σο­βα­ρὸ λό­γο ν’ ἀ­νη­συ­χεῖ. Στὸν Πει­ραι­ὰ πή­γαι­ναν, δὲν γύ­ρι­ζαν στὸ νη­σί. Μέ­χρι τό­τε εἶ­χαν ἕ­να σω­ρὸ σκο­τοῦ­ρες μπρο­στά τους.

       Ἀ­μή­χα­νος μπῆ­κε στὴν καμ­πί­να τῆς γέ­φυ­ρας, ἄ­νοι­ξε τὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ πα­σπά­τευ­ε τὰ κουμ­πιά του. Μέ­σα ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ὴ ἔ­βγαι­νε ἕ­να πε­ρί­ερ­γο πα­ρά­σι­το. Ὁ μη­χα­νι­κὸς ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς γυρ­νών­τας στὸν κα­πε­τά­νιο. «Πά­λι κα­νέ­νας σκα­τομ­πά­σταρ­δος θά ’­βα­λε τὸ χέ­ρι του.» Κι ὕ­στε­ρα, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸ πλή­ρω­μα ποὺ λι­α­ζό­ταν τοῦ κα­λοῦ και­ροῦ στὴν πλω­ριὰ κου­βέρ­τα πά­νω σε κά­τι ντα­νι­α­σμέ­νους μου­σα­μά­δες, φώ­να­ξε μὲ τὴν ἀ­γρι­ο­φω­νά­ρα του: «Ρὲ πού­στη­δες, ρὲ κω­λο­γα­μη­μέ­νοι, ποιός ἦρ­θε καὶ πα­σπά­τε­ψε τὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ τοῦ ’­βγα­λε τὰ μά­τια;»

       Τὸ πλή­ρω­μα δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Χω­ρια­νοὶ ὅ­λοι, ξέ­ρα­νε τὸν Κα­ρα­πέ­τση σὰν κάλ­πι­κη μο­νέ­δα, γε­λού­σα­νε.

       Στὸ με­τα­ξὺ ὁ κα­πε­τά­νιος εἶ­χε βγεῖ ἀ­πὸ τὸ κα­μα­ρί­νι του καὶ κοί­τα­ζε τὴν κε­ραί­α τοῦ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νου. Ὕ­στε­ρα φώ­να­ξε τὸ μη­χα­νι­κό. «Ἀν­τρέ­α, κοί­τα τὴν κε­ραία. Τε­λώ­νια. Ἄν­τε, φέ­ρε γρή­γο­ρα ἕ­ναν τε­νε­κέ.»

       Ὁ μη­χα­νι­κὸς γύ­ρι­σε καὶ κοί­τα­ξε τὴν κε­ραί­α πρὶν κά­νει αὐ­τὸ ποὺ τοῦ ’­λέ­γε ὁ κα­πε­τά­νιος. Πά­νω σ’ ὅ­λο το μῆ­κος της εἶ­χε κα­θί­σει ἕ­να πρά­μα, σὰν κόλ­λα, σὰ μύ­ξα. Ἔ­μοια­ζε μὲ δε­μά­τι ἀ­πὸ ξό­βερ­γες. Πρώ­τη φο­ρὰ τοῦ τύ­χαι­νε, ἀλ­λὰ εἶ­χε ξα­να­κού­σει γιὰ τε­λώ­νια. Μό­νο ποὺ δὲν τὰ πί­στευ­ε, ὅ­πως οἱ πιὸ πολ­λοὶ νέ­οι της ἡ­λι­κί­ας του.

       Κα­τέ­βη­κε στὸ μη­χα­νο­στά­σιο ἀ­να­στα­τω­μέ­νος. Πί­στευ­ε καὶ δὲν πί­στευ­ε αὐ­τὰ ποὺ γί­νον­ταν στὸ ρα­δι­ο­τη­λέ­φω­νο καὶ στὴν κε­ραί­α του.

       Σὲ λί­γο ἀ­νέ­βη­κε στὸ κα­τά­στρω­μα μὲ ἕ­ναν ἄ­δει­ο λα­δο­τε­νε­κὲ στὰ χέ­ρια καὶ βρέ­θη­κε μπρο­στά σε ἕ­να πα­ρά­ξε­νο θέ­α­μα, ποὺ τε­λι­κὰ τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ βά­λει τὰ γέ­λια. Ὁ κα­πε­τά­νιος, μαλ­λια­ρὸς καὶ χον­τρός, εἶ­χε κα­τε­βά­σει τὰ βρα­κιά του καὶ χτυ­ποῦ­σε τὸν κῶ­λο του μὲ τὶς πα­λά­μες του. Σὲ κά­θε χτύ­πη­μα τὰ ξίγ­κια καὶ τὰ κρε­μα­σμέ­να ἀ­παυ­τά του κου­νι­οῦν­ταν πά­νω-κά­τω καὶ μπρὸς-πί­σω σὰν τὸ καμ­πα­νά­κι τῆς πλώ­ρης. Πιὸ πέ­ρα ὅ­λα τὰ μέ­λη τοῦ πλη­ρώ­μα­τος μι­μοῦν­ταν στὸ ἀ­κέ­ραι­ο τὶς κι­νή­σεις του.

       Ὁ κα­πε­τά­νιος ἔ­δει­ξε νὰ πει­ρά­χτη­κε ἀ­πὸ τὰ χά­χα­να τοῦ μη­χα­νι­κοῦ.

       «Σκά­σε καὶ χτύ­πα τὸν τε­νε­κέ», τοῦ ’­βα­λε τὶς φω­νές. Τί νὰ κά­νει, χτύ­πα­γε ὁ Ἀν­τρέ­ας τὸ τούμ­πα­νο, χτυ­ποῦ­σαν οἱ λοι­ποὶ τοὺς κώ­λους τους, ὅ­λοι συγ­χρο­νι­σμέ­νοι στὸ ρυθ­μὸ τοῦ κα­πε­τὰν-Ἄγ­γε­λου, ὥ­σπου σὲ μιὰ στιγ­μὴ βλέ­πουν τὴν πα­ρά­ξε­νη μά­ζα νὰ μα­ζεύ­ε­ται στὸ κέν­τρο τῆς κε­ραί­ας, σὰν σμά­ρι ἀ­πὸ με­λίσ­σια καὶ νὰ φεύ­γει στὸν οὐ­ρα­νό.

       «Μπρά­βο παι­διά», λέ­ει ὁ κα­πε­τά­νιος στὸ πλή­ρω­μα ποὺ κοι­τοῦ­σε μὲ γουρ­λω­μέ­να μά­τια. «Τά ’­δες, βρὲ βλά­κα; Εἶ­σαι καὶ με­γα­λύ­τε­ρος…», ἀ­πο­σώ­νει στὸ μη­χα­νι­κὸ σο­βα­ρὰ-σο­βα­ρά, τρα­βά­ει τὰ βρα­κιά του καὶ μπαί­νει στὴν καμ­πί­να του σὰ νὰ μὴ συ­νέ­βη­κε τί­πο­τα…



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ περ. Τὸ Τηγάνι, ἀρ. 25 (Σεπτέμ­βριος-Δεκέμ­βριος 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Ἀπὸ δεξιά: Δημήτρης Βασιλειάδης, Ἀνδρέας Ἀδελφουλᾶκος, Τοῦρκος ὑπήκοος καὶ Νίκος Μανιάτης στὸ Κουσάντασι τὸ 1968.