Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Κα­λὴ αὐ­ρια­νή



Φωτεινὴ Βασιλοπούλου


Κα­λὴ αὐ­ρια­νή


Στὴν Πα­να­γι­ώ­τα Μαρ­κα­να­στα­σά­κη

ΧΑΡΑΓΑ ση­κώ­θη­κε ὁ ἐ­πί­τρο­πος ἀ­νή­με­ρα τῶν Φώ­των. Ἔ­πρε­πε νὰ πά­ρει ὅ­λα τα χρει­α­ζού­με­να ἀ­π’ τὸν Ἁ­γι­ώρ­γη, τὸν πο­λι­οῦ­χο τοῦ χω­ριοῦ, καὶ νὰ τὰ πά­ει μέ­χρι τ’ ἀ­πά­νου χω­ριὸ στὸν Ἁ­γιά­ννη. Ἐ­κεῖ γι­ορ­τά­ζα­νε κά­θε χρο­νιὰ τὰ Φῶ­τα.

       Σὰν ξε­κλεί­δω­σε τὴν ἐκ­κλη­σὰ κι ἔ­κα­νε νά ’μ­πει μέ­σα, ἕ­νας κρύ­ος βο­ριὰς τοῦ ’ρ­θε κα­τά­μου­τρα καὶ σὰ νὰ τὸν τύ­λι­ξε νιὰ μυ­ρου­διὰ ἀ­πὸ κρί­νους. «Ποιός ἀ­συλ­λό­ι­στος νὰ ξέ­χα­σε τὸ βο­ρι­νὸ πα­ρά­θε­ρο ἀ­νοι­χτό;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε κι ἔ­κα­νε τὸ σταυ­ρό του. Ἔ­σκυ­ψε στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι, ἀλ­λὰ προ­τοῦ προ­λά­βει νὰ ση­κώ­σει τὸ κε­φά­λι του, τὴν εἶ­δε μὲ τὸ λο­ξο­δρο­μι­σμέ­νο του βλέμ­μα. Μέ­σα στὸ πρω­ι­νὸ μι­σο­σκό­τα­δο στὴ μέ­ση τῆς ἐκ­κλη­σᾶς νιὰ κά­σα καὶ γύ­ρω-γύ­ρω κρί­νοι. «Σου­βή μου. Θὰ ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι» σκέ­φτη­κε. «Πῶς φύ­τρω­σαν στὴν ἐκ­κλη­σὰ κά­σα καὶ κρί­νοι;» Κι ἀ­νοι­γό­κλει­σε μὲ τρό­μο τὰ μά­τια του. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, τὰ ἔ­κλει­σε μὲ με­γά­λη εὐ­κο­λί­α, ἀλ­λὰ δὲν κό­τα­γε νὰ τὰ ξα­να­νοί­ξει. Οὔ­τε κι ὅ­ταν ἄ­κου­σε τὸν πε­θα­μέ­νο ν’ ἀ­να­στε­νά­ζει καὶ τὴν κά­σα νὰ τρί­ζει. Ἔ­κα­νε νὰ βγεῖ μὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ κά­νει βῆ­μα. Τὸ αἷ­μα του πά­γω­σε. Ὁ πα­γω­μέ­νος ἀ­έ­ρας τὸν πλη­σί­α­ζε. Φαί­νε­ται ὅ­τι ὁ πε­θα­μέ­νος κα­τόρ­θω­σε νὰ βγεῖ ἀ­π’ τὴν κά­σα. Ἔ­κα­νε νὰ φω­νά­ξει βο­ή­θεια, ἀλ­λὰ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το. Δὲν τολ­μοῦ­σε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του. Ἔ­κα­νε νά ’­βγει στὰ τυ­φλὰ ἀ­π’ τὴν ἐκ­κλη­σά. Πεν­τέ­ξι βή­μα­τα θά ’­ταν ὅ­λα κι ὅ­λα. Κι ὕ­στε­ρα θά ’­ταν ὄ­ξω. Μὰ ὁ πε­θα­μέ­νος τό­νε κρά­τα­γε γε­ρὰ ἀ­πὸ τὸ μα­νί­κι καὶ δὲν ἔ­λε­γε νὰ τὸν ἀ­φή­σει. Μὲ κλει­στὰ τὰ μά­τια ἄρ­χι­σε νὰ τὸν πα­ρα­κα­λεῖ. «Ἄ­σε με, ἄ­σε μὲ καὶ δὲ θὰ εἰ­πῶ τί­πο­τα σὲ κα­νέ­να. Κι ἂν ξα­ναμ­πεῖς στὴν κά­σα θὰ σοῦ ἀ­νά­βω τὸ καν­τή­λι ἀ­νελ­λι­πῶς.» Ὅ­σο κι ἂν ἤ­θε­λε ν’ ἀ­νοί­ξει τὰ μά­τια του, τὰ βλέ­φα­ρά του ἤ­τα­νε κολ­λη­μέ­να. Κρύ­ος ἵ­δρω­τας τὸν ἔ­κο­ψε. Εἶ­πε ἀ­πὸ μέ­σα του ἕ­να πα­τε­ρη­μὸ καὶ μ’ ὅ­λη του τὴ δύ­να­μη ὅρ­μη­ξε κα­τὰ ὄ­ξω. Ὁ Ἁ­γι­ώρ­γης τό­νε λυ­πή­θη­κε καὶ ἡ ἔ­ξο­δος ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πι­τυ­χής, μὲ μό­νη ἀ­πώ­λεια τὸ ἀ­ρι­στε­ρό του μα­νί­κι. Αὐ­τό, ποὺ εἶ­χε πια­στεῖ στὸ χε­ρού­λι τῆς ἐ­ξώ­πορ­τας καὶ τό­ση ὥ­ρα δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ κά­νει ρού­πι.

       Ἄ­φη­σε τὰ κλει­διὰ στὴν πόρ­τα, ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα ἀ­νοι­χτὴ κι πῆ­ρε τρέ­χον­τας τὴν κα­τη­φό­ρα νὰ τὰ ἱ­στο­ρή­σει οὗ­λα στὴ γυ­ναί­κα του, ποὺ ἦ­ταν σί­γου­ρος πὼς θὰ τὸν κο­ρό­ι­δευ­ε. Γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ δὲ θὰ τὸν πί­στευ­ε, πα­ρὰ θὰ τοῦ ’­λε­γε ὅ­τι τὰ βγά­ζει ὅ­λα ἀ­π’ τὸ μυα­λό του κι ἀ­π’ τὴ σκιά­χτρα του.

       Ἀ­πὸ τὶς σκέ­ψεις του τὸν ἔ­βγα­λε μιὰ σκυ­φτὴ φι­γού­ρα, ποὺ ἀ­νη­φό­ρι­ζε κα­τὰ τὴν ἐκ­κλη­σά.

      Ἦ­ταν ὁ Θα­νά­σης π’ ἄ­νοι­γε τὶς γοῦ­βες. «Ἄ­σχη­μα νέ­α, μπο­νό­ρα-μπο­νό­ρα» τοῦ ’­πε. «Χτὲς ἀρ­γὰ φέ­ρα­νε τὸ Φώ­τη ἀ­π’ τὴν Ἀ­θή­να καὶ οἱ ξε­χα­σμέ­νοι οἱ δι­κοί του δὲ βρί­σκα­νε τὰ κλει­διὰ τοῦ σπι­τιοῦ καὶ τό­νε πή­γα­νε στὴν ἐκ­κλη­σά. Πά­ω τώ­ρα νὰ χτυ­πή­σω τὶς καμ­πά­νες λυ­πη­τε­ρά, μέ­ρα πού ’­ναι, καὶ με­τὰ ν’ ἀ­νοί­ξω τὴ γού­βα. Ποι­ός νὰ τὸ ’­λε­γε; Νὰ μπεῖ στὸ χῶ­μα ἀ­νή­με­ρα τῆς γι­ορ­τῆς του! Πῶς μᾶς μπῆ­κε ἡ χρο­νιὰ φέ­τος! Ἔμ, τί νὰ πε­ρι­μέ­νει κα­νεὶς ποὺ κά­να­με Πρω­το­χρο­νιά, Θε­ού­λη μου, μὲ δυ­ὸ κη­δεῖ­ες, ὄ­ξω ἀ­πὸ κον­τά μας. Πά­ει ὁ Βα­σί­λης τῆς Ἀ­λέ­ξαι­νας κι ὁ Βά­σι­λας τοῦ Ντού­μου. Το­λά­χι­στο δὲν τὸν ἄ­φη­νε τὸ μα­κα­ρί­τη μέ­χρι αὔ­ριο νὰ κά­νει τὴ γι­ορ­τή του;»

        Ὁ ἐ­πί­τρο­πος ἔ­φτυ­σε τρεῖς φο­ρὲς στὸν κόρ­φο του. «Πρέ­πει νὰ φύ­γω» εἶ­πε ἔν­τρο­μος. «Μὲ πε­ρι­μέ­νει ἡ Γι­άν­ναι­να.»

       «Ἀ­λί­μο­νος. Νὰ πᾶς καὶ μὴ χα­σο­με­ρᾶς κα­θό­λου. Νὰ τὴ βο­η­θή­σεις. Τό­σες ἑ­τοι­μα­σί­ες θά ’­χει νὰ κά­νει γιὰ τὴ γι­ορ­τή σου αὔ­ριο. Νὰ τῆς δώ­κεις πολ­λὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Ἄιν­τε καὶ κα­λὴ αὐ­ρια­νή.»

        «Εὐ­χα­ρι­στῶ, Θα­νά­ση, μὰ δὲ γι­ορ­τά­ζω αὔ­ριο.»

        «Ἄλ­λο καὶ τοῦ­το! Ἀ­φοῦ οὖ­λοι οἱ Γι­άν­νη­δες σὰν αὔ­ριο γι­ορ­τά­ζουν στὸ χω­ριό μας.»

        «Ἐ­γὼ δὲν εἶ­μαι ἀ­πὸ δῶ. Μ’ ἔ­χου­νε πά­ρει ἀ­πὸ κά­τι κα­τσι­βέ­λους.»

        «Πά­ει τὰ ’­χα­σε ὁ Γιά­ννης» ἐ­σκέ­φτη ὁ Θα­νά­σης, μὰ εἶ­πε μό­νο «Ἒμ κα­νέμ, κα­λὴ ση­με­ρι­νή. Γεια καὶ χα­ρά σου.»

       «Οὔφ, τὸ Θά­νο τὸν ξε­γέ­λα­σα! Νὰ δῶ ὡς αὔ­ριο τί θὰ κά­νω μὲ τὸ Χά­ρο» εἶ­πε ὁ Γιά­ννης καὶ σκα­πέ­τη­σε στὴν κα­τη­φό­ρα. Ἔ­πρε­πε ὁ­πωσ­δή­πο­τε νὰ βρεῖ μὲ τὴ γυ­ναί­κα του ὣς αὔ­ριο μιὰ λύ­ση.



Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χού­φτα ζωή, Δε­κα­ε­φτά Δι­η­γή­σεις (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).


		
Advertisements

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος


ΥΤΕ ΝΑΙ, οὔ­τε ὄ­χι ἔ­λε­γαν τό­τε τὰ κο­ρί­τσια στὸν πα­τέ­ρα τους, ἔ­σκυ­βαν τὸ κε­φά­λι. Τὴν Κυ­ρια­κή, ποὺ κλεί­νει δε­κα­εν­νιά, ἡ Ρή­να πά­ει νύ­φη στὸν Τα­ΰ­γε­το, δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος. Θά ’ρ­θει νὰ τὴν πά­ρει ὁ γαμ­πρὸς μὲ τὸ ἄ­λο­γο στὸ σπί­τι του, τὸ δί­πα­το, νὰ στε­φα­νώ­σουν.

       Τὴ στό­λι­σαν, τὴν τρα­γού­δη­σαν, τὴν ἔν­τυ­σαν τὸ νυ­φι­κό, τὸ βέ­λο. Κάλ­τσες, πα­πού­τσια ἀπ΄ τὸ γαμ­πρό, ὥ­ρα τὴν ὥ­ρα.

       Τὸν εἶ­δε νὰ δέ­νει στὴν αὐ­λή τους τὸ ἄ­λο­γο, στο­λι­σμέ­νο. Φουρ­φού­ρι­σε ἡ καρ­διὰ ἀ­πὸ τα­ρα­χή. Ὄ­μορ­φος, νιός, ἀ­σί­κης!

       Τῆς φό­ρε­σε τὴν κάλ­τσα τὴ με­τα­ξω­τή, τὸ γο­βά­κι τὸ ἄ­σπρο. Μά­τι δὲ σή­κω­σε νὰ τὴν κοι­τά­ξει. Εἶ­χε πά­νω-κά­τω τὰ χρό­νια της, στὰ δά­χτυ­λα ποὺ ἔ­τρε­μαν, εἶ­δε τὴν τα­ρα­χή του.

       Τὴν ἔ­βα­λε πί­σω στὸ ἄ­λο­γο. Αὐ­τὲς οἱ πλά­τες οἱ γε­ρές, τοῦ­το τὸ σγου­ρὸ κε­φά­λι ἦ­ταν ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ μπρὸς τὸ ρι­ζι­κό της. Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μος μὲ τὸ ἄ­λο­γο, ὁ ἀ­χὸς μο­νά­χα τοῦ βου­νοῦ μέ­σα στὰ πεῦ­κα, τὰ πέ­τα­λα τοῦ ἀ­λό­γου, καὶ ἡ καρ­διά της ποὺ ἔ­δω­σε μιὰ καὶ ἄν­θι­σε ἀ­πὸ κα­τά­κλει­στο μπουμ­πού­κι.

       Δυ­ὸ ὧ­ρες δρό­μο κρά­τη­σε γιὰ τὴ Ρή­να ὁ ἔ­ρω­τας στὴν ἄ­χα­ρη ζω­ή της. Ὁ γαμ­πρὸς τὴν πε­ρί­με­νε στὸ σπί­τι του τὸ δί­πα­το μὲ τὰ βι­ο­λιά. Εἶ­χε τρι­πλᾶ τὰ χρό­νια της. Μὲ τὸν μπρα­ζέ­ρη*, ποὺ ἔ­στει­λε μὲ τὸ ἄ­λο­γο νὰ τὴν πο­δέ­σει τὸ γο­βά­κι, ἔ­κο­ψε τὰ πολ­λὰ-πολ­λά. Τὸ εἶ­δε στὰ μά­γου­λά του τὸ ζε­μά­τι­σμα, τὴ συν­νε­φιὰ ποὺ σκέ­πα­σε τὴ δι­κιά της ὄ­ψη.


* μπραζέρης· ἐγκάρδιος φίλος, ἀδελφοποιτός. (Γιὰ τὸ σχετικὸ ἔθιμο δεῖτε ἐδῶ καὶ ἐδῶ).



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998, 1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἰ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Πέ­τρα ρι­ζι­μιά



Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Πέ­τρα ρι­ζι­μιά


ΑΖΕΥΑΜΕ σπα­ράγ­για κι ἀ­πὸ χω­ρά­φι σὲ χω­ρά­φι βρε­θή­κα­με στὸ ξά­γναν­το κά­τω ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Πέ­τρο. Μοῦ ’­δει­ξε κά­τι σκόρ­πι­ες πέ­τρες. Ἦ­ταν κα­λύ­βι πέ­τρι­νο πα­λιά, ξε­ρο­λι­θιά. Πέ­θα­νε ἐ­δῶ φυ­μα­τι­κός, εἰ­κο­σι­δυ­ὸ χρο­νῶ παλ­λη­κα­ρά­κι, τοῦ Κώ­στα Νί­κου ὁ ἀ­δερ­φός. Τὰ σπί­τια μας μιὰ πόρ­τα.

       Τοὺς φυ­μα­τι­κοὺς δὲν τοὺς κρα­τοῦ­σαν τό­τε στὰ χω­ριά. Ἕ­να με­ση­με­ρά­κι, λεί­πα­νε ὅ­λοι, ἄ­φη­σε τὸ σπί­τι στὸ χω­ριὸ γιὰ νὰ πε­θά­νει ἐ­δῶ στὴν ἐ­ρη­μιά. Πῆ­ρε ἀρ­γὰ τὴν κα­τη­φό­ρα· λί­γο πιὸ κά­τω στα­μά­τη­σε. Ἔ­ρι­ξε πί­σω μιὰ μα­τιὰ σὰ νὰ χαι­ρέ­τα­γε τὸ σπί­τι του μὲ τὴν αὐ­λή, ὅ,τι χα­ρὰ εἶ­χε ζή­σει, κι ἔ­τσι ὅ­πως μά­ζε­ψε τὸ βλέμ­μα του νὰ φύ­γει, μὲ εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­γα μαρ­μα­ρω­μέ­νη στὴν πο­ριά. Σή­κω­σε σι­ω­πη­λὸς τὸ χέ­ρι, μὲ χαι­ρέ­τη­σε. Σὰ νὰ μοῦ ἔ­λε­γε «ἔ­χε γειά». Δε­κά­ξι θά ’μουν; Δε­κα­ε­φτά; Μ’ ἔ­πι­α­σε, ὅ­πως ἔ­φευ­γε, τὸ κλά­μα.

       Ἡ μά­να του κά­θε πρω­ῒ τοῦ πή­γαι­νε φρέ­σκο νε­ρὸ καὶ ζυ­μω­τὴ κου­λού­ρα, ὅ,τι ἄλ­λο τῆς βρι­σκό­ταν. Τὰ ἀ­κούμ­πα­γε σὲ τού­τη δῶ τὴ ρι­ζι­μιὰ τὴν πέ­τρα. Τὰ λέ­γαν μὲ τὰ μά­τια. Ὅ­λα εἰ­πω­μέ­να. Σκά­λος, χα­ρά­κι, βο­τα­νί­σμα­τα, ἡ μέ­ρα τὴν πε­ρί­με­νε· ἔ­φευ­γε ἡ μαυ­ρο­μά­να του φαρ­μά­κι.

       Ἕ­να πρω­ῒ βρῆ­κε τὴ βί­κα τὸ νε­ρὸ καὶ τὸ ζεμ­πί­λι τὸ ψω­μὶ πά­νω στὴν πέ­τρα ἀ­πεί­ρα­χτα. Τὸν ἔ­πλυ­νε, τὸν ἄλ­λα­ξε, τὸν στό­λι­σε ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα στὸ τρί­πλι­νο σεν­τό­νι. Τοῦ εἶ­πε ὅ­σα ἤ­ξε­ρε, γα­ζί, τὰ μοι­ρο­λό­για· τοῦ ’­πλε­ξε κι ἄλ­λα γιὰ τὰ νιά­τα του καὶ γιὰ τὴν ἐ­ρη­μιά του. Ὅ­ταν πιὰ χόρ­τα­σε τὰ δά­κρυ­α, τὰ τρα­γού­δια, βά­ρε­σε λυ­πη­τε­ρὰ τ΄ Ἅ­η-Πέ­τρου τὴν καμ­πά­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998,1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἱ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.



		

	

Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Βου­λιῶ


basilopouloufoteini-boulio-eikona-03


Φωτεινὴ Βασιλοπούλου

 

Βου­λιῶ


Στὸν Γι­ῶρ­γο Γάβ­βα­ρη

02-HttaΒΟΥΛΙΩ ἦ­ταν ὁ στά­βλος μας. Ἐ­κεῖ δέ­να­με τὶς γί­δες. «Πα­λι­ό­τε­ρα καὶ τὸν Ντο­ρή μας» ἔ­λε­γε ὁ παπ­πού­λης μου, μ’ ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μὸ πάν­τα. Ἡ Βου­λι­ῶ ἦ­ταν τε­ρά­στια. Ὁ πιὸ με­γά­λος στά­βλος ποὺ εἶ­χα δεῖ πο­τέ. Εἶ­χε κι ἕ­να με­σο­πά­τω­μα. Καὶ μιὰ μι­σο­ξερ­χα­βα­λω­μέ­νη ξύ­λι­νη σκά­λα. Αὐ­τοῦ πά­νου ἤ­τα­νε ὁ σα­νὸς γιὰ νὰ μὴν τὸν φτά­νου­νε τὰ ζων­τα­νά.

       Πα­λι­ό­τε­ρα ἐ­κεῖ περ­νοῦ­σαν τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους ὅ­λα τα ζευ­γά­ρια τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ κά­ποι­οι πιὸ μα­κρι­νοὶ συγ­γε­νεῖς.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ στά­βλος ἄ­δεια­ζε ἀ­π’ τὰ ζων­τα­νά, ποὺ ξε­ρο­στα­λιά­ζα­νε στ’ ἀ­γιά­ζι ἢ στέλ­νον­ταν σὲ γει­το­νι­κὰ σπί­τια ἂν ὁ και­ρὸς ἦ­ταν χιο­νιᾶς, στρώ­νον­ταν δυ­ὸ τρεῖς μπά­λες σα­νὸς κι ἀ­πὸ πά­νου τὰ νυ­φι­ά­τι­κα χα­σέ­νια σεν­τό­νια καὶ νιὰ χού­φτα ρύ­ζι. Τό ’­χαν δι­α­λέ­ξει για­τὶ δὲν ἀ­κούμ­πα­γε σ’ ἄλ­λο σπί­τι —πράγ­μα σπά­νιο γιὰ τὸ χω­ριό, ὅ­που ὅ­λοι μοι­ρα­ζόν­του­σαν τὸ με­σό­τοι­χο γιὰ λό­γους οἰ­κο­νο­μί­ας— κι ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θ’ ἄ­κου­γε τὶς ἀρ­χι­κὲς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῆς νύ­φης, ἔ­πει­τα τὶς κραυ­γὲς πό­νου τῆς πρώ­της φο­ρᾶς καὶ κα­τό­πιν τὰ βογ­κη­τὰ τῆς ἡ­δο­νῆς. Τό ’­χαν ἀ­κό­μα δι­α­λέ­ξει για­τὶ τ’ ἄ­χυ­ρο θ’ ἀγ­κά­λια­ζε καὶ θὰ ζέ­σται­νε τοὺς νι­ό­παν­τρους ἐ­ρα­στὲς καὶ θὰ ρού­φα­γε τὰ ἐ­ρω­τό­λο­γα καὶ τὶς φω­νές τους.

       Καὶ τί δὲ θά ’­χε ἀ­κού­σει αὐ­τὸ τὸ σπι­τά­κι!

       Τὴ Δευ­τέ­ρα τὸ σεν­τό­νι ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ μα­τω­μέ­νο. Πό­σα κο­κό­ρια εἶ­χαν σφα­χτεῖ, για­τὶ τὸ ἄγ­χος τοῦ γαμ­προῦ ἦ­ταν με­γά­λο ἢ ὁ ἔν­τι­μος πρό­τε­ρος βί­ος τῆς νύ­φης δὲν ἦ­ταν καὶ τό­σο ἔν­τι­μος! Ξέ­ρω καὶ τρα­γι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Μιᾶς νύ­φης τὸ σεν­τό­νι βά­φτη­κε μὲ αἷ­μα χυ­μέ­νο ἀ­π’ τὸν κομ­μέ­νο της λαι­μό. Τὴν ἔ­σφα­ξε ὁ ἴ­διος ὁ ἀ­δερ­φός της σὰν κο­κό­ρι, ὅ­ταν ὁ γαμ­πρὸς τοὺς ἔ­στει­λε τὸ χα­σὲ κά­τα­σπρο, μή­νυ­μα γιὰ τὶς πομ­πὲς τῆς κό­ρης.

       Αὐ­τὰ ἤ­ξε­ρα γιὰ τὴ Βου­λι­ῶ. Ὅ­τι ὁ στά­βλος μας ἤ­τα­νε τὸ σπι­τά­κι τῆς πρώ­της νύ­χτας κι ὅ­τι ὁ με­γά­λος μου ὁ μπάρ­μπας ἔ­βα­λε τέ­λος σ’ αὐ­τὴ τὴν πα­ρω­δί­α. «Μὴν τολ­μή­σε­τε» εἶ­πε «νὰ στα­θεῖ­τε ἀ­πό­ξω καὶ μὴν ψά­ξε­τε γιὰ σεν­τό­νια κι αἵ­μα­τα… Σᾶς ἔ­σφα­ξα.» Κι ἐ­πει­δὴ ἤ­τα­νε κομ­μα­τά­κι ντρέ­ου­ρος κι ὅ,τι ἔ­λε­γε τὸ ἐν­νο­οῦ­σε, δὲν τολ­μή­σα­νε νὰ συ­νε­χί­σουν τὸ ἔ­θι­μο.

       Με­τὰ τὸ γκρέ­μι­σμα τοῦ στά­βλου, ἔ­μα­θα ὅ­τι κά­πο­τε ἦ­ταν σπί­τι, τὸ σπί­τι τῆς Βου­λι­ῶς. Μιᾶς ἀ­γράμ­μα­της, ἁ­πλῆς κι ἁ­γνῆς γυ­ναί­κας. Ὅ­πως εἶ­ναι ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ριοῦ, μὲ μιὰ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ τὴν αὐ­λα­κώ­νει κα­θη­μερ­νὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ ξε­ρο­βό­ρι κι ἡ ἀ­γρο­τιά.

       Ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νος —ὁ ἄν­τρας της— δὲν τά ’­βλε­πε αὐ­τά. Ἀλ­λι­ῶς, δὲ θὰ ’­φευ­γε μα­κριά της, γιὰ τὴν ξέ­νη χώ­ρα χω­ρὶς μιὰ στερ­νὴ κου­βέν­τα, ἕ­να στερ­νὸ ἀγ­κά­λια­σμα, ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό. Οὔ­τε λό­γος γιὰ δά­κρυ­α. Τὰ δά­κρυ­α δὲν ἦ­ταν γιὰ τοὺς ἄν­τρες.

       Κι ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, οὔ­τε φω­νὴ οὔ­τε ἀ­κρό­α­ση. Οὔ­τε ἕ­να ἔμ­βα­σμα, ὅ­πως στὶς ἄλ­λες ποὺ οἱ ἄν­τρες τους εἴ­χα­νε πά­ει στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οὔ­τε ἕ­να γράμ­μα νὰ τῆς πεῖ πὼς εἶ­ναι κα­λά, οὔ­τε κὰν δυ­ὸ ξε­ρὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Κι ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­κου­γε ὅ­τι γύ­ρι­σε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τί­να —πράγ­μα ποὺ μό­νο τρεῖς φο­ρὲς ἔ­ζη­σε στὸ βί­ο της (βλέ­πεις, ἡ χώ­ρα ἦ­ταν τό­σο μα­κρι­νὴ μὲ ἐ­λά­χι­στους με­τα­νά­στες ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω χω­ριά, με­τρη­μέ­νους στὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς χε­ριοῦ)— ἔ­τρε­χε μὲ τὰ πό­δια ὁ­λά­κε­ρα χι­λι­ό­με­τρα γιὰ νὰ ρω­τή­σει ἂν εἴ­δα­νε τὸν ἄν­τρα της, ἂν εἶ­ναι κα­λά, ἂν τῆς στέλ­νει χαι­ρε­τί­σμα­τα. Εὐ­τυ­χῶς, ἡ ἁ­πλό­τη­τα τοῦ μυα­λοῦ της τὴν ἐμ­πό­δι­ζε νὰ δι­α­κρί­νει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α, ποὺ με­τὰ βί­ας κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μι­σο­πα­γω­μέ­να τους χα­μό­γε­λα. Φυ­σι­κὰ καὶ ρώ­τα­γε γιὰ τὴν ὑ­γεί­α της καὶ τῆς ἔ­στελ­νε χαι­ρε­τί­σμα­τα. «Νά κι αὐ­τὸ τὸ ξομ­πλια­στὸ μαν­τί­λι ποὺ φο­ροῦ­νε οἱ γυ­ναῖ­κες τῶν Ἀρ­γεν­τί­νων στὴν τρα­χη­λιὰ σὰν πᾶ­νε στὴν ἐκ­κλη­σά τους, μοῦ τό ’­δω­κε γιὰ σέ­να» τῆς εἶ­πε κά­πο­τε ἕ­νας με­τα­νά­στης.

       Καὶ σὰ γύ­ρι­σε ὁ­λό­χα­ρη μὲ τὸ μαν­τί­λι μπουρ­λι­α­σμέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της, οἱ χω­ρια­νές της κά­να­νε πὼς χα­ρή­κα­νε μὲ τὴ χα­ρά της καὶ πο­τὲ κα­μιά τους δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα γιὰ τοὺς ψι­θύ­ρους π’ ἀ­κου­γόν­τα­νε, ὅ­τι τά­χα­τες ὁ προ­κομ­μέ­νος της εἶ­χε φκιά­σει και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια στὴν Ἀρ­γεν­τί­να μὲ μιὰ ντό­πια κι εἶ­χαν καὶ παι­διά.

       Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ὄ­ξω —το­ξω­τε­ρι­κὸ— ὅ­λο καὶ γέ­μι­ζε τὸ σπί­τι της μὲ κά­να ξε­ρὸ πα­ξι­μά­δι, κά­να μά­τσο ρί­γα­νη, κά­να πε­ρισ­σευ­ού­με­νο ζαρ­ζα­βα­τι­κό, ποὺ οἱ γει­τό­νισ­σες πα­ρὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τους στε­ροῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ παι­διά τους, γρι­κών­τας τὴν ἐ­ρη­μιά της. Νι­ώ­θα­νε τύ­ψεις, ἀλ­λὰ καὶ τυ­χε­ρὲς μέ­σα στὴ φτώ­χεια τους μὲ τὴν σκέ­ψη ὅ­τι δὲν ἔ­χα­σαν τὸ ταί­ρι τους στὴν ξε­νι­τιά. Αὐ­τὲς του­λά­χι­στον καὶ νὰ κοι­μόν­τα­νε νη­στι­κὲς θὰ χόρ­ται­ναν μὲ μιὰ νυ­χτε­ρι­νὴ ἀγ­κα­λιά.

       Οἱ τύ­ψεις συ­νε­χί­στη­καν ἀ­κό­μα καὶ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς Βου­λι­ῶς. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ νὰ δι­ά­λε­ξαν νὰ στέλ­νουν στὴ Βου­λι­ῶ τὰ νι­ό­παν­τρα ζευ­γά­ρια τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους. Νι­ώ­θα­νε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πο­τί­ζουν τὸ στε­ρη­μέ­νο ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα σπί­τι, ὅ­πως ἔ­κα­ναν καὶ μὲ τὰ δι­ψα­σμέ­να ζων­τα­νά τους.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).



		

	

Σάββας Παύλου: Τὰ ἐπικίνδυνα ὑποκοριστικά

paylousabbas-taepikindynaypokoristika-eikona-01


Σάβ­βας Παύ­λου


Τὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά

10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΝΑ σαντουϊτσάκι, τυ­ρο­πι­τού­λα;

— Μιὰ τυ­ρό­πι­τα.

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κά­κι, ἕ­να χυ­μού­λη;

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κό.

        — Κο­κα­κο­λί­τσα;

        — Κό­κα κό­λα.

        Μὲ ἐ­νο­χλεῖ καὶ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς τῶν πάν­των στὴ σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ὁ προ­η­γού­με­νος δι­ά­λο­γος εἶ­ναι κα­τα­γραμ­μέ­νος ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς εἰ­πώ­θη­κε. Εἶ­χα μπεῖ κου­ρα­σμέ­νος καὶ δι­ψα­σμέ­νος σ’ ἕ­να το­στά­δι­κο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἡ κο­ρα­σί­δα μὲ ὑ­πε­δέ­χθη εὔ­χα­ρις καὶ προ­ση­νής.

        Ἀ­κού­γον­τας τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά της, θυ­μή­θη­κα μιὰ ποὺ τῆς ἔ­μοια­ζε, ποὺ λί­γες μέ­ρες πρὶν εἶ­χε ξε­σα­λώ­σει ὅ­λους τοὺς με­σή­λι­κες ἄν­δρες στὴν κα­φε­τέ­ρια ὅ­που συ­χνά­ζω. Πῶς βρέ­θη­κε σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω, ἡ ἡ­λι­κί­α της ἔ­χει τὰ δι­κά της στέ­κια, ὅ­μως αὐ­τὴ ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες νὰ πί­νει τοὺς φρα­πέ­δες της καὶ νὰ τη­λε­φω­νεῖ, ἀ­πο­κά­λυ­πτε ὡ­ραῖ­ες γάμ­πες, χα­μο­γε­λοῦ­σε, κοι­τοῦ­σε τοὺς ἄν­δρες κι ἔ­παιρ­νε μοι­ραῖα ὕ­φη, ξε­φυ­σοῦ­σε κα­πνὸ κι ἄ­νοι­γε τὰ σκέ­λια δῆ­θεν νὰ πά­ρει πιὸ ἄ­νε­τη στά­ση, ὅ­λοι κοι­τοῦ­σαν καὶ σκέ­φτον­ταν τὸ με­ρί­διό τους ποὺ χά­θη­κε, ὁ φί­λος μου ποὺ στὴν ἀρ­χὴ τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σε μὲ θαυ­μα­σμὸ «— τὴν ἀ­φι­λό­τι­μη», στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη, ὅ­ταν τὸ πα­ρά­κα­νε μὲ τὰ τσα­λί­μια της, «— εἶ­δες τὸ αἰ­δοιά­κιον» εἶ­πε, καὶ ὅ­ταν ἐ­γὼ τὸν κοί­τα­ξα ξαφ­νι­α­σμέ­νος γιὰ τὴ λέ­ξη, πρό­σθε­σε μὲ ἔ­παρ­ση γιὰ τὴ γλωσ­σο­πλα­στι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα, «— νὰ εἶ­ναι ὑ­πε­ρυ­ποκο­ρι­στι­κό, ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά­ρα μᾶλ­λον».

        Ἀ­κού­γον­τας, λοι­πόν, τὰ λό­για τῆς κα­πη­λί­δος, σκέ­φτη­κα ἀ­κό­μη ὅ­τι καὶ σὲ μιὰ ἄλ­λη πε­ρί­ο­δο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας εἴ­χα­με ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης, κά­πο­τε κυ­ρι­ο­λε­κτών­τας, κά­πο­τε «πρὸς θω­πεί­αν ἢ χλεύ­ην»: τυ­ρὸς > τυ­ρί­ον > τυ­ρί, ὄ­φις > ὀ­φίδιον > φί­δι, ρύ­αξ > ρυά­κιον > ρυά­κι. Σή­με­ρα δὲν τὰ αἰ­σθα­νό­μα­στε ἔ­τσι, τὰ θε­ω­ροῦ­με κα­νο­νι­κὰ οὐ­σι­α­στι­κά, ἀ­γνο­οῦ­με τὴν προ­η­γού­με­νη ὑ­πο­κο­ρι­στι­κο­ποί­η­ση καὶ ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ ἐκ­φρά­σου­με τὴ σμί­κρυν­ση τῶν πραγ­μά­των, λό­γῳ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ κά­πο­τε ὑ­πο­τι­μη­τι­κά, φτι­ά­χνου­με και­νούρ­για ἐ­πὶ τῶν πα­λι­ῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν: φρύ­δι – φρυ­δά­κι, φί­δι – φι­δά­κι. Κά­πο­τε σκέ­φτο­μαι ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς ἔ­γι­νε καὶ μέ­σα στὰ πλαί­σια ἁ­πλο­ποί­η­σης τῆς γλώσ­σας ποὺ συ­νέ­βη­κε στοὺς ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὺς χρό­νους. Ἔ­τσι τὸ ὄ­φις (τοῦ ὄ­φε­ως) τῆς τρί­της κλί­σε­ως ἔ­γι­νε δευ­τε­ρό­κλι­το: ὀ­φί­διον, ὀ­φι­δί­ου. Τὸ ἴ­διο καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ριτ­το­σύλ­λα­βα: ἡ ὀ­φρὺς (τῆς ὀ­φρύ­ος) ἔ­γι­νε τὸ ὀ­φρύ­διον (τοῦ ὀ­φρυ­δί­ου),τὸ ὄμ­μα (τοῦ ὄμ­μα­τος) ἔ­γι­νε τὸ ὀμμά­τιον (τοῦ ὀμ­μα­τί­ου), ὁ ὄρ­χις (τοῦ ὄρ­χε­ος, οἱ ὄρ­χεις) ἔ­γι­ναν τὸ ὀρ­χί­διον, τοῦ ὀρ­χι­δί­ου, τὰ ὀρ­χί­δια. Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ ἡ ἔν­τα­ξή τους στὴν ὁ­μά­δα τῶν ὀ­νο­μά­των τῆς γραμ­μα­τι­κῆς ποὺ ἔ­χουν πιὸ ὁ­μα­λὴ κλί­ση.

        Μή­πως, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ δοῦ­με καὶ ἄλ­λες πα­ρα­μέ­τρους; Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι, ὅ­ταν μι­λᾶ­με στὰ παι­διά, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με συ­νε­χῶς τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό: ἡ τσαν­τού­λα, ἡ μα­μά­κα, τὸ μο­λυ­βά­κι σου. Ἔ­τσι τὰ ὑ­πο­κο­ρι­ζό­με­να, στὴ συ­νο­μι­λί­α μὲ τὰ παι­διά, λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­πό­σβε­ση τοῦ αἰχ­μη­ροῦ,τοῦ τρα­γι­κοῦ καὶ τοῦ δύ­σκο­λού τῆς ζω­ῆς. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­ναν κό­σμο γε­μά­το παι­γνί­δια καὶ ἀ­κίν­δυ­να πράγ­μα­τα. Για­τί, λοι­πόν, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ ἁ­πλώ­νουν καὶ κα­τα­λαμ­βά­νουν ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος ὅ­ταν ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε καὶ σὲ θέ­μα­τα πέ­ραν τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ ὅ­λες τὶς ἡ­λι­κί­ες καὶ σὲ ὅ­λα τὰ κοι­νω­νι­κὰ θέ­μα­τα; Μή­πως καὶ ἡ ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης στὴν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νὴ πε­ρί­ο­δο ἦ­ταν μιὰ ἔκ­φρα­ση νέ­ων δυ­να­το­τή­των τῆς κοι­νω­νί­ας (πε­ρισ­σό­τε­ρη ἠ­ρε­μί­α καὶ ἀ­σφά­λεια, πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­η­με­ρί­α), ποὺ ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε μιὰ ἄλ­λη μορ­φὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, λι­γό­τε­ρο αἰχ­μη­ρὴ καὶ σκλη­ρή; Κι αὐ­τὸ για­τί ἀ­να­κα­θο­ρί­στη­καν οἱ σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων με­τα­ξύ τους καὶ μὲ τὸν πε­ρι­βάλ­λον­τα κό­σμο; Ὁ Ὅ­μη­ρος δὲν ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά, μι­λοῦ­σε συ­νε­χῶς γιὰ τὰ ἡ­ρω­ι­κὰ καὶ τὰ ἐ­πηρ­μέ­να, οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὶ μπο­ροῦ­σαν νὰ σοῦ γρά­ψουν στὸ πὶ καὶ φὶ ἕ­να ποί­η­μα ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὴν ὀ­δον­το­γλυ­φί­δα.

        Λοι­πόν, ἡ νέ­α ἐ­πέ­λα­ση τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν μή­πως ση­μαί­νει ὅ­τι ἄλ­λα­ξε ἡ ἑλ­λα­δι­κὴ κοι­νω­νί­α; Ἀ­φή­νον­τας πα­λαι­ὰ πά­θη καὶ ἐ­θνι­κὲς πε­ρι­πλο­κὲς καὶ τρα­γι­κὲς ὁ­ρια­κὲς κα­τα­στά­σεις, ἔ­φτα­σε σὲ νέ­ο στά­διο ἠ­ρε­μί­ας καὶ κα­λο­πέ­ρα­σης, ποὺ ἀ­να­σύ­ρει συ­νε­χῶς στὴν ἐ­πι­φά­νεια τὸ φαι­νό­με­νο τοῦ ὑ­πο­κο­ρι­σμοῦ γιὰ μιὰ νέ­α μορ­φὴ κα­θο­ρι­σμοῦ τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ τῶν κοι­νω­νι­κῶν σχέ­σε­ων. Ἢ συμ­βαί­νει κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­να­πλή­ρω­ση τοῦ ἄ­ξε­νου καὶ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νου, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὶς ση­με­ρι­νὲς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις; ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τα, ὑ­πο­δυ­ό­μα­στε μιὰ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἕ­να πλη­σί­α­σμα με­τα­ξύ μας, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει; Οἱ Κύ­πριοι ἔ­χουν δε­χτεῖ ὅ­λες τὶς ἐκ­φρα­στι­κὲς κα­τευ­θύν­σεις τῆς πα­νελ­λή­νιας δη­μο­τι­κῆς, ἀρ­νοῦν­ται μό­νο τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό, ποὺ τε­λευ­ταῖ­α τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό­σο ἔν­το­να. Μή­πως αὐ­τὸ ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἡ ψυ­χὴ τῆς Κύ­πρου εἶ­ναι βα­ριά, για­τὶ οἱ κά­τοι­κοι της αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ζοῦν καὶ θὰ ζή­σουν σὲ σκλη­ρὲς καὶ αἰχ­μη­ρὲς ἐ­πο­χὲς καὶ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ δὲν τοὺς πᾶ­νε;

        Τὸ πράγ­μα ἔ­χει καὶ ἄλ­λες ὀ­δυ­νη­ρὲς συ­νέ­πει­ες, ἀ­πρό­σμε­νες. Φί­λος ἀ­πὸ τὴν Κύ­προ μοῦ εἶ­πε γιὰ τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀ­στυ­σί­α του ὅ­ταν, ὡς γό­νος ἀ­γρο­το­ποι­μέ­νων ποὺ θε­ω­ροῦ­σαν τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη ἐκ μέ­ρους τοῦ ἄρ­ρε­νος ὡς πρά­ξη δυ­να­μι­σμοῦ καὶ ἐ­πέ­λα­σης (τὴν ξε­πά­τω­σα, τὴν ξέ­σκι­σα), ἀ­νέ­βη­κε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὡ­ραί­ας Ἀ­θη­ναί­ας γιὰ τὰ πε­ραι­τέ­ρω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἐ­πί­μο­νο φλὲρτ τὴν προ­τε­ραί­α. Τὸν εἶ­χε κα­λέ­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της καὶ μὲ ἔ­παρ­ση χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι της, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος ὅ­τι σὲ λί­γη ὥ­ρα ἀ­κό­μη μιὰ ἐ­πι­τυ­χί­α θὰ κο­σμοῦ­σε τὸ στέμ­μα του. Στὸ κρε­βά­τι ξε­κί­νη­σαν τὰ ὡ­ραῖ­α, ἡ Ἀ­θη­ναί­α καλλί­πυ­γος καὶ τα­νύ­σφυ­ρος καὶ ἐ­κεῖ­νος λά­βρος καὶ ὁρ­μη­τι­κὸς ρο­πα­λο­φό­ρος, ὁ­πό­ταν ἐ­κεί­νη τὸν ρω­τᾶ. Θὲς γα­μη­σά­κι ἀ­μέ­σως ἢ νὰ ξε­κι­νή­σου­με μὲ μιὰ πι­πού­λα;

        Τοῦ ‘­πε­σε ἀ­μέ­σως. Για­τὶ ὅ­λα ξαφ­νι­κὰ γί­ναν παι­δι­κὸ δω­μά­τιο μὲ παι­χνι­δά­κια καὶ μπιμ­πε­λό, ἔ­τσι αὐ­τὸς κα­τέ­στη ἀ­νί­κα­νος εἰς τὸ ποι­εῖν τὰ τῆς Ἀ­φρο­δί­της.

        — Μὲ φά­γαν αὐ­τὰ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κού­λια, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή:  Ἀπὸ τήν συλλογὴ διηγημάτων Φώ­να­ξε τὰ παι­διά, ἐκδόσεις Κουκ­κίδα, Ἀθήνα, 2015.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).



		

	

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Διαγώνιος ὀρθοῦ χρόνου


Azelis,Agathoklis-DiagoniosOrthouChronou-Eikona-03


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Δι­α­γώ­νιος ὀρ­θοῦ χρό­νου


02-OmikronΙ ΛΗΣΤΕΣ δι­έ­θε­ταν ἀ­κό­μη ἕ­ναν μο­νο­με­ρῆ κώ­δι­κα ἀρ­χῶν. Ὅ­ταν ὁ τσέ­λιγ­κας πα­ρα­βί­α­σε τοὺς ὅ­ρους τῆς συμ­φω­νί­ας πλη­ρω­μῆς δο­σί­μα­τος καὶ μέ­λη τῆς συμ­μο­ρί­ας πέ­σα­νε στὰ χέ­ρια τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς, ὁ λή­σταρ­χος πῆ­ρε ὅ­μη­ρους τρί­α πα­λι­κά­ρια, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων ἕ­ναν γιὸ τοῦ πα­ρα­βά­τη, μὲ τὴν ἀ­παί­τη­ση νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μπρο­στά του. Ὁ Κό­λας πῆ­ρε τὴν πρω­το­βου­λί­α νὰ μι­λή­σει στοὺς λη­στὲς ζη­τών­τας τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Βρέ­θη­κε κι ἐ­κεῖ­νος αἰχ­μά­λω­τος. Ὁ τσέ­λιγ­κας δὲν ἐμ­φα­νι­ζό­ταν κι ὁ λή­σταρ­χος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ σκο­τώ­σουν τοὺς ὁ­μή­ρους, ρί­χνον­τας στὸν κλῆ­ρο ποι­ὸς θὰ ξε­κά­νει ποι­όν. Ὁ ἕ­νας λη­στής, γνω­στός τοῦ Κό­λα, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὰ κα­θέ­κα­στα. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ τὸν χτυ­ποῦ­σε ξώ­φαλ­τσα κι ἐ­κεῖ­νος ἂς ἔ­κα­νε τὸν πε­θα­μέ­νο, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­νε ὅ­λοι. Σ’ αὐ­τὸν τόλ­μη­σε νὰ προ­τεί­νει τέ­τοι­ο πράγ­μα, ποὺ δὲν φο­βή­θη­κε τὸν Κε­μάλ; φώ­να­ξε ὁ Κό­λας ἀρ­πά­ζον­τας τὸ ὁ­πλι­σμέ­νο χέ­ρι. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὰ κορ­μιά τους, ὁ Κό­λας ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μη τὴν ἀ­πό­κο­τη ψυ­χή. Τοὺς ἔ­θα­ψαν ἐ­πι­τό­που στὸ Ἰ­ά­κω­βο Τρι­κά­λων, στὸ μέ­ρος ποὺ ἔ­μει­νε τὸ ὄ­νο­μα «μνῆ­μα τῶν πα­λι­κα­ρι­ῶν». Ὁ λή­σταρ­χος ἐ­κτε­λέ­στη­κε ἀρ­γό­τε­ρα. Ὁ τσέ­λιγ­κας κλη­ρο­νό­μη­σε τὴ μνή­μη τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ του κι ἔ­χα­σε τὸ με­γά­λο βιός του στὴν Κα­το­χή. Ὁ Κό­λας ἄ­φη­σε πί­σω ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε τὴν καλ­μα­λί­νη, κα­τά­φερ­νε κά­πως νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὶς συ­νέ­πει­ες τοῦ νευ­ρι­κοῦ κλο­νι­σμοῦ της ποὺ πα­λιν­δρο­μοῦ­σε. Τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἀ­πὸ κα­θῆ­κον ὁ κου­νιά­δος της ὁ Ντά­σιος. Ἔ­κα­ναν τρί­α παι­διά. Τὸν μι­κρό­τε­ρο γιὸ τὸν ὀ­νό­μα­σαν Κό­λα. Με­τεμ­ψύ­χω­ση τοῦ θεί­ου, χά­θη­κε ἀ­πὸ βό­λι στὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε του. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­φυ­γε ἀρ­γό­τε­ρα σὲ τρο­χαῖ­ο. Ὁ γιὸς του, τε­λευ­ταῖ­ος ἀρ­σε­νι­κὸς στὴν οἰ­κο­γέ­νεια, ἔ­μει­νε ν’ ἀ­φη­γεῖ­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλής Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Δημοσθένης Βουτυρᾶς: Τόπος Ψυχῶν


Boutyras,Dimosthenis-ToposPsychon-Eikona-01


Δημοσθένης Βου­τυ­ρᾶς

 

Τό­πος Ψυ­χῶν


06-OmikronΗΛΙΟΣ ἔ­δυ­ε. Καὶ ἡ σι­ω­πὴ πιὸ βα­ριὰ ἔ­πε­φτε τώ­ρα στὸ μέ­ρος αὐ­τὸ τὸ γε­μά­το ἐ­ρεί­πια, μὲ τὰ σπί­τια τὰ δί­χως στέ­γη, πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα, καὶ μὲ τὴν ἐκ­κλη­σί­α στὴ μέ­ση, γε­ρὴ ἀ­κό­μα, ἀ­πεί­ρα­χτη, ποὺ ὕ­ψω­νε πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὸν κουμ­πέ της καὶ τὸ κω­δω­νο­στά­σιο. Χόρ­τα ἄ­γρια φυ­τρώ­να­νε παν­τοῦ, ψη­λὰ ψη­λὰ καὶ πυ­κνά, στοὺς δρό­μους, στοὺς τοί­χους, στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ποὺ σὰ μά­τια βγαλ­μέ­να, μά­τια σκε­λε­τοῦ ἤ­τα­νε. Μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ με­γά­λες πα­πα­ροῦ­νες φαι­νόν­τα­νε νὰ τρέ­μουν στὴν εἴ­σο­δο ἑ­νὸς σπι­τιοῦ, ποὺ ἤ­τα­νε γε­μά­τη χόρ­το. Καὶ στὸ βά­θος, μέ­σα στὴν αὐ­λή του, εἶ­δα ἕ­να πη­γά­δι, καὶ αὐ­τὸ χορ­τα­ρι­α­σμέ­νο…

       Πά­νω στὸν ἕ­να λο­φί­σκο, ἀ­π’ ἐ­κεί­νους ποὺ τρι­γυ­ρί­ζα­νε τὸ ἔ­ρη­μο χω­ριό, ὁ ἕ­νας καὶ μό­νος τοῖ­χος τοῦ γκρε­μι­σμέ­νου τούρ­κι­κου σπι­τιοῦ ὑ­ψω­νό­ταν μέ­γας, λευ­κός, μὲ τὶς τρύ­πες τὶς δυ­ὸ ἐ­πά­νω σὰν πα­ρα­θυ­ρά­κια στρογ­γυ­λά, χα­λα­σμέ­να, καὶ τὴν ἄλ­λη τὴ με­γά­λη, τὴ μι­σο­στρόγ­γυ­λη, κά­τω. Πιὸ πέ­ρα, στὸ κα­τη­φο­ρι­κὸ μέ­ρος τοῦ λο­φί­σκου, τὸ ἄλ­λο τούρ­κι­κο σπί­τι, ἀ­κέ­ραι­ο σχε­δόν, μὲ μό­νο τὰ πα­ρά­θυ­ρα, στέ­γη καὶ πόρ­τες βγαλ­μέ­νες, κα­λο­χτι­σμέ­νο, στε­ρε­ό, φαι­νό­τα­νε σὰ νέ­α οἰ­κο­δο­μὴ ποὺ πε­ρι­μέ­νει τοὺς μα­ραγ­κοὺς νὰ τῆς βά­λου­νε τὴ στέ­γη καὶ τὰ πα­ρά­θυ­ρα.

       — Ἔ, πᾶ­με; μοῦ εἶ­πε ὁ σύν­τρο­φός μου.

       — Στά­σου λί­γο!…

       Τὸν εἶ­δα ὅ­μως, ἀ­νή­συ­χο, νὰ κοι­τά­ζει πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ ἥ­λιου, ποὺ εἶ­χε χα­θεῖ καὶ ὅ­που σύν­νε­φα χρυ­σω­μέ­να, συν­νε­φά­κια μὲ λαμ­πε­ρὰ στίγ­μα­τα φαι­νόν­τα­νε σὰ νὰ πλέ­α­νε σὲ πρα­σι­νω­πὸ ἥ­συ­χο πέ­λα­γος…

       Ἐ­δέ­χτη­κα νὰ φύ­γου­με.

       Πά­νω στὰ ζῶ­α μας, πή­ρα­με πά­λι τὸ δρό­μο τοῦ χω­ριοῦ.

       Τὸ σκο­τά­δι, ἢ ἡ σκιά του, ἄρ­χι­σε νὰ πέ­φτει, καὶ μέ­σα σ’ αὐ­τὴν οἱ μαῦ­ροι σύν­τρο­φοι τῆς νύ­χτας ἀρ­χί­σα­νε νὰ πε­τοῦ­νε γρή­γο­ροι.

       Μό­λις θέ­λα­με νὰ στρί­ψου­με ἀ­πὸ ἕ­να ὕ­ψω­μα, ποὺ θὰ μᾶς ἔ­κρυ­βε τὸ χω­ριὸ τὸ ἔ­ρη­μο, γύ­ρι­σα καὶ εἶ­δα τὰ χα­λα­σμέ­να σπί­τια, τὴν ἔ­ρη­μη ἐκ­κλη­σιά. Ὁ τοῖ­χος ὁ μυ­τε­ρὸς τοῦ τούρ­κι­κου σπι­τιοῦ μοῦ φά­νη­κε σὰ χέ­ρι δεί­χνον­τας τὸν οὐ­ρα­νό!

       Σι­ω­πη­λὸς ἔ­μει­να πά­νω στὸ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὸ καὶ δύ­στρο­πο ζῶ­ο. Ὅ­ταν πη­γαί­να­με, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ μὲ ρί­ξει.

       Καὶ κα­θὼς ἐ­μέ­να ἔ­τσι, ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἔ­ρη­μου χω­ριοῦ ξα­να­περ­νοῦ­σε ἀ­πρό­σκλη­τη ἀ­π’ τὸ νοῦ μου, ὅ­πως σχε­δὸν μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ὁ φί­λος μου. Ἤ­τα­νε πα­ρά­δο­ξη —μά τὴν ἀ­λή­θεια— ἱ­στο­ρί­α, ποὺ ὅ­μως, ἂν δὲ μὲ με­λαγ­χο­λοῦ­σε καὶ δὲ μοῦ ‘­σβη­νε καὶ τὴν πα­ρα­μι­κρὴ εὐ­θυ­μί­α ὁ τό­πος, τὰ χα­λά­σμα­τα, θὰ γε­λοῦ­σα ἴ­σως, κι ἂς θύ­μω­νε ὅ­σο ἤ­θε­λε ὁ φί­λος μου, ποὺ μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε καὶ ποὺ τὴν πί­στευ­ε καὶ πο­λὺ μά­λι­στα!

       Καὶ μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ἐ­κεῖ μέ­σα, στὸ ἔ­ρη­μο χω­ριό, κυ­κλω­μέ­νοι ἀ­π’ τὰ χα­λά­σμα­τα, ἀ­π’ τὰ χα­λα­σμέ­να σπί­τια, μὲ μιὰ φω­νὴ ἥ­συ­χη, σι­γα­λὴ σι­γα­λή, σὰ νὰ μοῦ τὴν ἔ­λε­γε μυ­στι­κὰ ἢ νὰ φο­βό­τα­νε νὰ μὴν τὴν ἀ­κού­σει κά­ποι­ος ἐ­κεῖ κρυμ­μέ­νος.

       «…Τὸν και­ρὸ τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας, τώ­ρα καὶ χρό­νια πολ­λά, ἕ­νας μπέ­ης ἦρ­θε δῶ κι ἔ­χτι­σε αὐ­τὰ ἐ­κεῖ τὰ σπί­τια. Αὐ­τοὶ ξέ­ρα­νε καὶ δι­α­λέ­γα­νε τὰ μέ­ρη καὶ δὲ λο­γα­ρι­ά­ζα­νε ἂν εἶ­ναι ἔ­ρη­μα!… Εἶ­ναι με­λαγ­χο­λι­κὸ —εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια— μέ­ρος, ἀλ­λὰ ἔ­τσι ἴ­σως θά ‘­τα­νε κι ἡ ψυ­χὴ αὐ­του­νοῦ τοῦ Τούρ­κου. Ἔ­μει­νε δῶ, ἔ­τσι ὅ­πως μᾶς τὸ δι­η­γη­θή­κα­νε οἱ πα­λιοί, ἀρ­κε­τὸν και­ρό, ὅ­ταν μιὰ μέ­ρα ὅ­μως ξαφ­νι­κὰ τ’ ἀ­φή­νει ἔ­ρη­μα καὶ φεύ­γει!… Πῶς καὶ για­τί, κα­νεὶς τό­τε δὲν ἤ­ξε­ρε…

       »Ὅ­ταν φύ­γα­νε ἀ­π’ τὸν τό­πο μας οἱ Τοῦρ­κοι, πολ­λοὶ χω­ριά­τες ἤρ­θα­νε δῶ ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα χω­ριὰ καὶ χτί­σα­νε αὐ­τὰ τὰ σπι­τά­κια καὶ τὴν ἐκ­κλη­σί­α. Εἴ­χα­νε μιὰ ἰ­δέ­α, ὅ­τι κά­ποι­ος ἅ­γιος προ­στά­τευ­ε αὐ­τὸν τὸν τό­πο κι αὐ­τὸς θὰ ἔ­κα­νε τὸν μπέ­η νὰ φύ­γει. Κα­λὰ ἴ­σα­με δῶ! Τὸ χω­ριὸ ἦ­ταν ἕ­τοι­μο, οἱ δρό­μοι του γε­μί­ζα­νε θό­ρυ­βο ἀ­πὸ φω­νὲς ἀν­θρώ­πων, ζώ­ων, κου­δού­νια προ­βά­των…

       »Ἄλ­λα πά­νω σ’ αὐ­τὴ τὴν εὐ­τυ­χί­α κά­τι ἔ­τρε­χε στὰ στό­μα­τα ὅ­λων, κά­τι ποὺ τὸ λέ­γα­νε τρο­μαγ­μέ­νοι. Ἡ καμ­πά­να χτυ­ποῦ­σε τὴ νύ­χτα χω­ρὶς νὰ τρα­βᾶ κα­νεὶς τὸ σκοι­νί της! Αὐ­τὸ τὸ εἴ­χα­νε δεῖ κα­λά, για­τὶ φυ­λά­ξα­νε πολ­λοί. Μό­λις ἡ νύ­χτα προ­χω­ροῦ­σε κι ἔρ­χον­ταν οἱ μι­κρὲς ὧ­ρες, ἡ καμ­πά­να χτυ­ποῦ­σε ξαφ­νι­κὰ λί­γους χτύ­πους καὶ πέν­θι­μους!…

       »Ἂλ­λ’ αὐ­τὸ δὲν ἤ­τα­νε τί­πο­τα μπρο­στὰ στὸ ἄλ­λο!…

       »Φαν­τά­σμα­τα, φαν­τά­σμα­τα γυ­ρί­ζα­νε στοὺς δρό­μους τοῦ χω­ριοῦ ὅ­ταν νύ­χτω­νε!… Καὶ ὅ­λοι, ὅ­λοι σι­γὰ σι­γὰ εἴ­χα­νε βρε­θεῖ νὰ δοῦ­νε κά­ποι­ον δι­κό τους, συγ­γε­νῆ ἢ φί­λο, ποὺ ἤ­τα­νε ἀ­πὸ χρό­νια πε­θα­μέ­νος νὰ γυ­ρί­ζει ἐ­κεῖ!… Κι ὅ­ταν τὸν βλέ­πα­νε, λη­σμο­νοῦ­σαν τὸ μέ­ρος ποὺ βρι­σκόν­του­σαν καὶ νο­μί­ζα­νε ὅ­τι ἤ­τα­νε στὸ μέ­ρος ποὺ τὸν εἴ­χα­νε γνω­ρί­σει καὶ ὅ­που ἤ­τα­νε θαμ­μέ­νος αὐ­τός!…

       »Αὐ­τὸ δυ­νά­μω­νε, ἔ­γι­νε μαρ­τύ­ριο γιὰ τοὺς κα­τοί­κους τοῦ χω­ριοῦ, κι ἕ­να πρω­ί, ὅ­λοι συ­νεν­νο­η­μέ­νοι, γε­μί­σα­νε τὰ κά­ρα τους, φορ­τώ­σα­νε τὰ ζῶ­α μὲ τὰ πράγ­μα­τά τους, πή­ρα­νε τὰ παι­διὰ καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες τους καὶ φύ­γα­νε…

       »Πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα, ἄλ­λα βγά­λα­νε αὐ­τοὶ οἱ ἴ­διοι, κα­θὼς φεύ­γα­νε, καὶ τὰ πή­ρα­νε μα­ζί τους κι ἄλ­λα τ’ ἁρ­πά­ξα­νε οἱ χω­ριά­τες τῶν κον­τι­νῶν χω­ριῶν ὕ­στε­ρα. Κι ἔ­τσι ἔ­μει­νε ἔ­ρη­μο, ἔ­ρη­μο τὸ χω­ριό, καὶ τὴν καμ­πά­να του χέ­ρι ἄν­θρω­που δὲν τὴ χτυ­πᾶ πιά, οὔ­τε πα­πᾶς πα­τᾶ στὴν ἐκ­κλη­σιὰ γιὰ νὰ τὴ λει­τουρ­γή­σει!…

       »Ὁ πε­ρα­στι­κὸς ἀ­π’ αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος κά­νει γρή­γο­ρα νὰ φύ­γει ἂν πε­ρά­σει, κι ὅ­ταν κον­τεύ­ει νὰ βα­σι­λέ­ψει ὁ ἥ­λιος, δὲν περ­νᾶ, ἀλ­λὰ παίρ­νει ἄλ­λο δρό­μο. Πολ­λὲς φο­ρὲς ποὺ τύ­χα­νε πολ­λοὶ νὰ νυ­χτω­θοῦ­νε δῶ, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν τί γι­νό­τα­νε, εἴ­δα­νε κι αὐ­τοὶ αὐ­τὰ ποὺ σοῦ εἶ­πα…»


       Ἡ νύ­χτα πύ­κνω­νε. Ψη­λὰ λάμ­πα­νε τ’ ἀ­στέ­ρια καὶ μιὰ σε­λή­νη λε­πτή, λε­πτὴ σὰ χά­ραγ­μα ἢ μα­γι­κὸ ση­μά­δι κά­ποι­ου φαν­τα­στι­κοῦ μά­γου…

       Με­τὰ μιᾶς ὥ­ρας καὶ κά­τι ἀ­κό­μα πο­ρεί­α φτά­σα­με στὸ χω­ριὸ καὶ στὸ σπί­τι τοῦ φί­λου μου. Ἔ­φα­γα κα­λὰ ἀλ­λὰ σὰν ἀ­φη­ρη­μέ­νος. Τὰ σπί­τια τὰ ἔ­ρη­μα, τὸ ἔ­ρη­μο χω­ριὸ μὲ τὴ σι­ω­πή του τὴ νε­κρι­κή, ἡ ἐκ­κλη­σιά, ὁ κουμ­πές της πα­ρου­σι­α­ζόν­τα­νε μπρο­στά μου.

       Ὁ φί­λος μου νύ­στα­ζε καὶ τρα­βή­χτη­κε νὰ κοι­μη­θεῖ. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲν αἰ­σθα­νό­μου­να ὄ­ρε­ξη γιὰ ὕ­πνο κι ἔ­μει­να κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κά­μα­ράς μου κοι­τά­ζον­τας ἔ­ξω τὸν ἥ­συ­χο δρό­μο, τὸ κοι­μι­σμέ­νο χω­ριό. Μυ­ρου­διὰ χόρ­του γέ­μι­ζε τὸν ἀ­έ­ρα, τὴν ἡ­συ­χί­α τὴ μαύ­ρη, ποὺ σὰν πα­ρα­μι­λη­τό της, κά­πο­τε φω­νὴ βα­τρά­χου, ἀ­κου­γό­τα­νε νὰ τρέ­χει. Ἔ­μει­να ὧ­ρες ἔ­τσι. Σκέ­ψεις, ἐν­θύ­μη­σες μοῦ ‘­χα­νε ἔρ­θει μα­κρι­νές. Ὁ ὕ­πνος δὲ φαι­νό­τα­νε.

       Ξαφ­νι­κά μοῦ ‘ρ­θε μιὰ ἐ­πι­θυ­μί­α. Θέ­λη­σα νὰ βρε­θῶ στὸ ἔ­ρη­μο χω­ριὸ ὅ­ταν θὰ βά­θαι­νε ἡ νύ­χτα. Ἤ­θε­λα ἔ­τσι νὰ τὸ δῶ, νὰ τὸ δῶ τὴ νύ­χτα, τὴ βα­θιὰ νύ­χτα, νὰ περ­πα­τή­σω στοὺς ἔ­ρη­μους δρό­μους του, νὰ προ­σκα­λέ­σω τὰ φαν­τά­σμα­τα καὶ νὰ αἰ­σθαν­θῶ τὸν τρό­μο. Καὶ μα­ζὶ ἤ­θε­λα νὰ ρί­ξω τὴν πί­στη τοῦ φί­λου μου. Θὰ τοῦ ‘­λε­γα…

       Καὶ τό ‘­κα­να. Κα­τέ­βη­κα κρυ­φὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι, ἀ­νέ­βη­κα πά­λι στὸ ζῶ­ο κι ἔ­φυ­γα.

       Ὁ δρό­μος ἤ­τα­νε ἕ­νας καὶ μο­να­χός. Μέ­σα ἀ­πὸ δέν­τρα πρῶ­τα καὶ δί­πλα στὸ ρέ­μα, ὅ­που οἱ βά­τρα­χοι, ἅ­μα πλη­σί­α­σα, ἄ­κου­γον­τα­νε νὰ φω­νά­ζουν, νὰ φλυ­α­ροῦ­νε, νὰ μα­λώ­νουν μὲ φω­νὲς βρα­χνές, γρι­ί­στι­κες, μα­λα­κές, λε­πτές, πολ­λοί, πλῆ­θος μα­ζί, σὰ νὰ εἴ­χα­νε συ­νέ­δριο ἐ­κεῖ ὅ­λες οἱ γρι­ὲς Μοῖ­ρες καὶ οἱ στρίγ­κλες τῆς χώ­ρας, ἔ­πει­τα μέ­σα ἀ­πὸ κλει­σμέ­νο ἀ­πὸ ὑ­ψώ­μα­τα, λό­φους δρό­μο.

       Καὶ τὸ ζῶ­ο περ­πα­τοῦ­σε μὲ τρε­χού­με­νο πά­λι βά­δι­σμα.

       Ἀ­έ­ρας δὲ φυ­σοῦ­σε καὶ τὰ γι­γάν­τια βα­ρυ­κέ­φα­λα πεῦ­κα, τὰ ψη­λὰ κυ­πα­ρίσ­σια μέ­να­νε ἀ­κί­νη­τα, μαῦ­ρα, σκο­τει­νά. Κι ὅ­λος ὁ τό­πος εὐ­ω­δί­α­ζε ἀ­π’ τὶς μυ­ρου­δι­ὲς τῶν ἀ­γρί­ων λου­λου­δι­ῶν.

       Ἀ­πὸ μα­κριὰ μα­κριὰ ἐρ­χόν­τα­νε τώ­ρα τὰ γα­βγί­σμα­τα σκύ­λων, οἱ φω­νὲς τῶν βα­τρά­χων καὶ κά­πο­τε μυ­κηθ­μὸς ἀ­γε­λά­δας. Ἀλ­λὰ κι αὐ­τὰ σι­γὰ σι­γὰ σβή­σα­νε, χά­θη­καν κι ἄρ­χι­σα νὰ βυ­θί­ζο­μαι μέ­σα σὲ μιὰ σι­ω­πή, σι­ω­πὴ βα­θιά! Τὸ ἔ­ρη­μο χω­ριὸ ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά. Ἐ­ρη­μιά, ἡ­συ­χί­α καὶ σκο­τά­δι πυ­κνό, ποὺ ὅ­μως μέ­σα, σὲ λί­γο, ξε­δι­ά­λυ­να τὰ χα­λα­σμέ­να σπί­τια, τὸ σκο­τει­νὸ καμ­πα­να­ριό.

       Τὸ βά­δι­σμα τοῦ ζώ­ου μου εἶ­χε γί­νει ἀρ­γὸ πο­λύ. Τὸ χτύ­πη­σα νὰ προ­χω­ρή­σει στοὺς δρό­μους τοῦ χω­ριοῦ.

       Ἡ χα­ρὰ ποὺ εἶ­χα δὲ βρι­σκό­τα­νε πιά, ἀλ­λὰ ἕ­να πεῖ­σμα μα­ζὶ μὲ φό­βο, ποὺ μ’ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σαν. Πέ­ρα­σα ἀ­πὸ ἕ­να δρό­μο δεύ­τε­ρο. Οὔ­τε σύρ­σι­μο φύλ­λου δὲν ἀ­κου­γό­τα­νε. Σι­ω­πή, σι­ω­πή, αὐ­τὴ μό­νο ἔ­με­νε.

       Μιὰ νάρ­κη ὅ­μως μ’ ἔ­πι­α­σε καὶ ζή­τη­σα νὰ τὴν πε­τά­ξω.

       Θὰ κου­ρά­στη­κα, σκέ­φτη­κα, καὶ τὸ σῶ­μα, ὅ­σο νὰ μὴ θέ­λω γώ, ζη­τᾶ τὴν ἀ­νά­πα­ψη…

       Ξαφ­νι­κά, μὰ δὲν ξέ­ρω πῶς, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι δὲν ἤ­μουν ἐ­κεῖ στὸ ἔ­ρη­μο χω­ριό, ἄλ­λ’ ὅ­τι βρι­σκό­μου­να σ’ ἕ­να δρό­μο τοῦ Πει­ραιᾶ σκο­τει­νὸ καὶ πέν­θι­μο καὶ ὅ­τι προ­χω­ροῦ­σα σὰν κυ­νη­γη­μέ­νος ἢ σὰ νὰ εἶ­χα κά­νει κά­τι κα­κὸ καὶ ζη­τοῦ­σα νὰ βρῶ κα­τα­φύ­γιο…

       Κεί­νη τὴ στιγ­μή, μα­ζὶ μ’ αὐ­τό, μιὰ σκιά, ἕ­να σκο­τει­νὸ μαῦ­ρο σχῆ­μα ἀν­θρώ­που ὀρ­θώ­θη­κε στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου, μὲ λαι­μὸ μα­κρὺ καὶ πλα­τύ­γυ­ρο κα­πέ­λο στὸ κε­φά­λι, κι ἄρ­χι­σε νὰ ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου!… Ὁ Γι­ώρ­γης ὁ Ἀγ­γε­λού­λης!…

       Ἄλ­λο ἀ­πὸ μαύ­ρη σκιὰ μὲ πλα­τὺ κα­πέ­λο καὶ μα­κρὺ λαι­μὸ δὲν εἶ­δα καὶ ὅ­μως εὐ­θὺς τὸν γνώ­ρι­σα, ἔ­τσι σκο­τει­νὸ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι, τὸν γνώ­ρι­σα δυ­να­τά, χτυ­πη­τά, ὅ­πως θὰ τὸν ἔ­γνω­ρι­ζά σε δυ­να­τὸ φῶς!…

       Καὶ ἡ σβη­σμέ­νη σχε­δὸν μορ­φὴ τοῦ φί­λου μου ἀ­π’ τὴ μνή­μη μου ξα­να­ζω­ή­ρε­ψε πά­λι, σὰ νὰ τὸν εἶ­χα δεῖ κα­λά!

       Πό­σα χρό­νια εἶ­χα νὰ τὸν δῶ!… Φί­λος πα­λιός, ἀ­γα­πη­τός!…

       Εἶ­χε χρό­νια πε­θα­μέ­νος στὸν Πει­ραι­ά, πολ­λὰ χρό­νια!…

       Καὶ ἐρ­χό­τα­νε πρὸς τὸ μέ­ρος μου μὲ κεῖ­νο τὸ ἴ­διο βά­δι­σμά του, ποὺ τώ­ρα τὸ θυ­μού­μουν κα­λά. Ἀλ­λὰ μὲ ὅ­ση ἐ­πι­θυ­μί­α κι ἂν εἶ­χα νὰ τοῦ μι­λή­σω, νὰ τὸν δῶ κα­λά, μιὰ σκέ­ψη ποὺ μοῦ ἦρ­θε, ὅ­τι ἂν μοῦ μι­λή­σει, κά­τι κα­κὸ θὰ πά­θω, μ’ ἔ­κα­νε νὰ γυ­ρί­σω ἀ­πό­το­μα τὸ κε­φά­λι ἀλ­λοῦ καὶ μὲ τρό­μο νὰ πε­ρι­μέ­νω νὰ πε­ρά­σει. Κι ἔ­τσι πέ­ρα­σε δί­πλα καὶ χω­ρὶς νὰ φα­νεῖ ὅ­τι μὲ εἶ­δε!…

       Ἀλ­λ’ ἡ μα­γεί­α δι­α­λύ­θη­κε. Εἶ­δα ποῦ βρι­σκό­μου­να καὶ χτύ­πη­σα δυ­να­τά, ὅ­σο μπο­ροῦ­σα, τὸ ζῶ­ο γιὰ νὰ φύ­γω, νὰ φύ­γω μα­κριά!…

       Καὶ κα­θὼς ἔ­τρε­χε αὐ­τὸ δρο­μαῖ­ο μέ­σα στὸν σκο­τει­νὸ δρό­μο, ἕ­να χτύ­πη­μα ἐ­λα­φρό, πέν­θι­μο καμ­πά­νας ἄ­κου­σα νὰ χύ­νε­ται μέ­σα στὴν ἡ­συ­χί­α, στὴν ἐ­ρη­μιὰ ποὺ ἁ­πλω­νό­τα­νε καὶ νὰ πά­ψει εὐ­θὺς ἀ­πό­το­μα…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἅ­παν­τα, τό­μος Β΄, Τρι­αν­τα­δύ­ο δι­η­γή­μα­τα, Ζω­ὴ ἀρ­ρω­στε­μέ­νη καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Δελ­φί­νι 1999. Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1921.

Δη­μο­σθέ­νης Βου­τυ­ρᾶς: (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1872-Ἀ­θή­να, 1954). Ση­μαν­τι­κός δι­η­γη­μα­το­γρά­φος τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου, τὸ ἔρ­γο του ἀ­σχο­λεί­ται κυ­ρί­ως μὲ τοὺς φτω­χοὺς καὶ τοὺς ἀ­πό­κλη­ρους. Πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται μὲ τὸ δι­ή­γη­μα Λαγ­κᾶς τὸ 1901, τὸ Αρ­γό ξη­μέ­ρω­μα τὸ 1950 ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο.