Φωτεινὴ Βασιλοπούλου: Βου­λιῶ


basilopouloufoteini-boulio-eikona-03


Φωτεινὴ Βασιλοπούλου

 

Βου­λιῶ


Στὸν Γι­ῶρ­γο Γάβ­βα­ρη

02-HttaΒΟΥΛΙΩ ἦ­ταν ὁ στά­βλος μας. Ἐ­κεῖ δέ­να­με τὶς γί­δες. «Πα­λι­ό­τε­ρα καὶ τὸν Ντο­ρή μας» ἔ­λε­γε ὁ παπ­πού­λης μου, μ’ ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μὸ πάν­τα. Ἡ Βου­λι­ῶ ἦ­ταν τε­ρά­στια. Ὁ πιὸ με­γά­λος στά­βλος ποὺ εἶ­χα δεῖ πο­τέ. Εἶ­χε κι ἕ­να με­σο­πά­τω­μα. Καὶ μιὰ μι­σο­ξερ­χα­βα­λω­μέ­νη ξύ­λι­νη σκά­λα. Αὐ­τοῦ πά­νου ἤ­τα­νε ὁ σα­νὸς γιὰ νὰ μὴν τὸν φτά­νου­νε τὰ ζων­τα­νά.

       Πα­λι­ό­τε­ρα ἐ­κεῖ περ­νοῦ­σαν τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους ὅ­λα τα ζευ­γά­ρια τῆς οἰ­κο­γέ­νειας, με­ρι­κὲς φο­ρὲς καὶ κά­ποι­οι πιὸ μα­κρι­νοὶ συγ­γε­νεῖς.

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ στά­βλος ἄ­δεια­ζε ἀ­π’ τὰ ζων­τα­νά, ποὺ ξε­ρο­στα­λιά­ζα­νε στ’ ἀ­γιά­ζι ἢ στέλ­νον­ταν σὲ γει­το­νι­κὰ σπί­τια ἂν ὁ και­ρὸς ἦ­ταν χιο­νιᾶς, στρώ­νον­ταν δυ­ὸ τρεῖς μπά­λες σα­νὸς κι ἀ­πὸ πά­νου τὰ νυ­φι­ά­τι­κα χα­σέ­νια σεν­τό­νια καὶ νιὰ χού­φτα ρύ­ζι. Τό ’­χαν δι­α­λέ­ξει για­τὶ δὲν ἀ­κούμ­πα­γε σ’ ἄλ­λο σπί­τι —πράγ­μα σπά­νιο γιὰ τὸ χω­ριό, ὅ­που ὅ­λοι μοι­ρα­ζόν­του­σαν τὸ με­σό­τοι­χο γιὰ λό­γους οἰ­κο­νο­μί­ας— κι ἔ­τσι κα­νεὶς δὲ θ’ ἄ­κου­γε τὶς ἀρ­χι­κὲς δι­α­μαρ­τυ­ρί­ες τῆς νύ­φης, ἔ­πει­τα τὶς κραυ­γὲς πό­νου τῆς πρώ­της φο­ρᾶς καὶ κα­τό­πιν τὰ βογ­κη­τὰ τῆς ἡ­δο­νῆς. Τό ’­χαν ἀ­κό­μα δι­α­λέ­ξει για­τὶ τ’ ἄ­χυ­ρο θ’ ἀγ­κά­λια­ζε καὶ θὰ ζέ­σται­νε τοὺς νι­ό­παν­τρους ἐ­ρα­στὲς καὶ θὰ ρού­φα­γε τὰ ἐ­ρω­τό­λο­γα καὶ τὶς φω­νές τους.

       Καὶ τί δὲ θά ’­χε ἀ­κού­σει αὐ­τὸ τὸ σπι­τά­κι!

       Τὴ Δευ­τέ­ρα τὸ σεν­τό­νι ἔ­πρε­πε νὰ βγεῖ μα­τω­μέ­νο. Πό­σα κο­κό­ρια εἶ­χαν σφα­χτεῖ, για­τὶ τὸ ἄγ­χος τοῦ γαμ­προῦ ἦ­ταν με­γά­λο ἢ ὁ ἔν­τι­μος πρό­τε­ρος βί­ος τῆς νύ­φης δὲν ἦ­ταν καὶ τό­σο ἔν­τι­μος! Ξέ­ρω καὶ τρα­γι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες. Μιᾶς νύ­φης τὸ σεν­τό­νι βά­φτη­κε μὲ αἷ­μα χυ­μέ­νο ἀ­π’ τὸν κομ­μέ­νο της λαι­μό. Τὴν ἔ­σφα­ξε ὁ ἴ­διος ὁ ἀ­δερ­φός της σὰν κο­κό­ρι, ὅ­ταν ὁ γαμ­πρὸς τοὺς ἔ­στει­λε τὸ χα­σὲ κά­τα­σπρο, μή­νυ­μα γιὰ τὶς πομ­πὲς τῆς κό­ρης.

       Αὐ­τὰ ἤ­ξε­ρα γιὰ τὴ Βου­λι­ῶ. Ὅ­τι ὁ στά­βλος μας ἤ­τα­νε τὸ σπι­τά­κι τῆς πρώ­της νύ­χτας κι ὅ­τι ὁ με­γά­λος μου ὁ μπάρ­μπας ἔ­βα­λε τέ­λος σ’ αὐ­τὴ τὴν πα­ρω­δί­α. «Μὴν τολ­μή­σε­τε» εἶ­πε «νὰ στα­θεῖ­τε ἀ­πό­ξω καὶ μὴν ψά­ξε­τε γιὰ σεν­τό­νια κι αἵ­μα­τα… Σᾶς ἔ­σφα­ξα.» Κι ἐ­πει­δὴ ἤ­τα­νε κομ­μα­τά­κι ντρέ­ου­ρος κι ὅ,τι ἔ­λε­γε τὸ ἐν­νο­οῦ­σε, δὲν τολ­μή­σα­νε νὰ συ­νε­χί­σουν τὸ ἔ­θι­μο.

       Με­τὰ τὸ γκρέ­μι­σμα τοῦ στά­βλου, ἔ­μα­θα ὅ­τι κά­πο­τε ἦ­ταν σπί­τι, τὸ σπί­τι τῆς Βου­λι­ῶς. Μιᾶς ἀ­γράμ­μα­της, ἁ­πλῆς κι ἁ­γνῆς γυ­ναί­κας. Ὅ­πως εἶ­ναι ὅ­λες οἱ γυ­ναῖ­κες τοῦ χω­ριοῦ, μὲ μιὰ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ τὴν αὐ­λα­κώ­νει κα­θη­μερ­νὰ ὁ ἥ­λιος, τὸ ξε­ρο­βό­ρι κι ἡ ἀ­γρο­τιά.

       Ὅ­μως, ἐ­κεῖ­νος —ὁ ἄν­τρας της— δὲν τά ’­βλε­πε αὐ­τά. Ἀλ­λι­ῶς, δὲ θὰ ’­φευ­γε μα­κριά της, γιὰ τὴν ξέ­νη χώ­ρα χω­ρὶς μιὰ στερ­νὴ κου­βέν­τα, ἕ­να στερ­νὸ ἀγ­κά­λια­σμα, ἕ­ναν ἀ­να­στε­ναγ­μό. Οὔ­τε λό­γος γιὰ δά­κρυ­α. Τὰ δά­κρυ­α δὲν ἦ­ταν γιὰ τοὺς ἄν­τρες.

       Κι ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ πρω­ι­νὸ τῆς ἀ­να­χώ­ρη­σης, οὔ­τε φω­νὴ οὔ­τε ἀ­κρό­α­ση. Οὔ­τε ἕ­να ἔμ­βα­σμα, ὅ­πως στὶς ἄλ­λες ποὺ οἱ ἄν­τρες τους εἴ­χα­νε πά­ει στὴν Ἀ­με­ρι­κή, οὔ­τε ἕ­να γράμ­μα νὰ τῆς πεῖ πὼς εἶ­ναι κα­λά, οὔ­τε κὰν δυ­ὸ ξε­ρὰ χαι­ρε­τί­σμα­τα. Κι ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ἐ­κεί­νη ἄ­κου­γε ὅ­τι γύ­ρι­σε κά­ποι­ος ἀ­πὸ τὴν Ἀρ­γεν­τί­να —πράγ­μα ποὺ μό­νο τρεῖς φο­ρὲς ἔ­ζη­σε στὸ βί­ο της (βλέ­πεις, ἡ χώ­ρα ἦ­ταν τό­σο μα­κρι­νὴ μὲ ἐ­λά­χι­στους με­τα­νά­στες ἀ­πὸ τὰ γύ­ρω χω­ριά, με­τρη­μέ­νους στὰ δά­χτυ­λα τοῦ ἑ­νὸς χε­ριοῦ)— ἔ­τρε­χε μὲ τὰ πό­δια ὁ­λά­κε­ρα χι­λι­ό­με­τρα γιὰ νὰ ρω­τή­σει ἂν εἴ­δα­νε τὸν ἄν­τρα της, ἂν εἶ­ναι κα­λά, ἂν τῆς στέλ­νει χαι­ρε­τί­σμα­τα. Εὐ­τυ­χῶς, ἡ ἁ­πλό­τη­τα τοῦ μυα­λοῦ της τὴν ἐμ­πό­δι­ζε νὰ δι­α­κρί­νει τὴν ἀ­μη­χα­νί­α, ποὺ με­τὰ βί­ας κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὰ μι­σο­πα­γω­μέ­να τους χα­μό­γε­λα. Φυ­σι­κὰ καὶ ρώ­τα­γε γιὰ τὴν ὑ­γεί­α της καὶ τῆς ἔ­στελ­νε χαι­ρε­τί­σμα­τα. «Νά κι αὐ­τὸ τὸ ξομ­πλια­στὸ μαν­τί­λι ποὺ φο­ροῦ­νε οἱ γυ­ναῖ­κες τῶν Ἀρ­γεν­τί­νων στὴν τρα­χη­λιὰ σὰν πᾶ­νε στὴν ἐκ­κλη­σά τους, μοῦ τό ’­δω­κε γιὰ σέ­να» τῆς εἶ­πε κά­πο­τε ἕ­νας με­τα­νά­στης.

       Καὶ σὰ γύ­ρι­σε ὁ­λό­χα­ρη μὲ τὸ μαν­τί­λι μπουρ­λι­α­σμέ­νο γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της, οἱ χω­ρια­νές της κά­να­νε πὼς χα­ρή­κα­νε μὲ τὴ χα­ρά της καὶ πο­τὲ κα­μιά τους δὲν ἔ­βγα­λε ἄ­χνα γιὰ τοὺς ψι­θύ­ρους π’ ἀ­κου­γόν­τα­νε, ὅ­τι τά­χα­τες ὁ προ­κομ­μέ­νος της εἶ­χε φκιά­σει και­νούρ­για οἰ­κο­γέ­νεια στὴν Ἀρ­γεν­τί­να μὲ μιὰ ντό­πια κι εἶ­χαν καὶ παι­διά.

       Καὶ κά­θε φο­ρὰ ποὺ κά­ποι­ος ἐρ­χό­ταν ἀ­π’ ὄ­ξω —το­ξω­τε­ρι­κὸ— ὅ­λο καὶ γέ­μι­ζε τὸ σπί­τι της μὲ κά­να ξε­ρὸ πα­ξι­μά­δι, κά­να μά­τσο ρί­γα­νη, κά­να πε­ρισ­σευ­ού­με­νο ζαρ­ζα­βα­τι­κό, ποὺ οἱ γει­τό­νισ­σες πα­ρὰ τὶς ἀ­νάγ­κες τους στε­ροῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ παι­διά τους, γρι­κών­τας τὴν ἐ­ρη­μιά της. Νι­ώ­θα­νε τύ­ψεις, ἀλ­λὰ καὶ τυ­χε­ρὲς μέ­σα στὴ φτώ­χεια τους μὲ τὴν σκέ­ψη ὅ­τι δὲν ἔ­χα­σαν τὸ ταί­ρι τους στὴν ξε­νι­τιά. Αὐ­τὲς του­λά­χι­στον καὶ νὰ κοι­μόν­τα­νε νη­στι­κὲς θὰ χόρ­ται­ναν μὲ μιὰ νυ­χτε­ρι­νὴ ἀγ­κα­λιά.

       Οἱ τύ­ψεις συ­νε­χί­στη­καν ἀ­κό­μα καὶ με­τὰ τὸ θά­να­το τῆς Βου­λι­ῶς. Ἴ­σως γι’ αὐ­τὸ νὰ δι­ά­λε­ξαν νὰ στέλ­νουν στὴ Βου­λι­ῶ τὰ νι­ό­παν­τρα ζευ­γά­ρια τὴν πρώ­τη νύ­χτα τοῦ γά­μου τους. Νι­ώ­θα­νε πὼς ἔ­πρε­πε νὰ πο­τί­ζουν τὸ στε­ρη­μέ­νο ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα σπί­τι, ὅ­πως ἔ­κα­ναν καὶ μὲ τὰ δι­ψα­σμέ­να ζων­τα­νά τους.


bonsai-03c-giaistologio-04


Πη­γή: Ἀπὸ τὸν τόμο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).

Φω­τει­νή Βα­σι­λο­πού­λου. Σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ Φιλολογία. Ζεῖ στὴν Καλαμάτα καὶ ἐργάζεται στὴν Πρωτοβάθμια Ἐκπαίδευση. Πρῶτο της βιβλίο Γιὰ μιὰ χούφτα ζωή, Δεκαεφτά Διηγήσεις (ἐκδ. Γαβριηλίδης, 2015).


		
Advertisements

Σάββας Παύλου: Τὰ ἐπικίνδυνα ὑποκοριστικά

paylousabbas-taepikindynaypokoristika-eikona-01


Σάβ­βας Παύ­λου


Τὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά

10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΝΑ σαντουϊτσάκι, τυ­ρο­πι­τού­λα;

— Μιὰ τυ­ρό­πι­τα.

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κά­κι, ἕ­να χυ­μού­λη;

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κό.

        — Κο­κα­κο­λί­τσα;

        — Κό­κα κό­λα.

        Μὲ ἐ­νο­χλεῖ καὶ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς τῶν πάν­των στὴ σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ὁ προ­η­γού­με­νος δι­ά­λο­γος εἶ­ναι κα­τα­γραμ­μέ­νος ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς εἰ­πώ­θη­κε. Εἶ­χα μπεῖ κου­ρα­σμέ­νος καὶ δι­ψα­σμέ­νος σ’ ἕ­να το­στά­δι­κο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἡ κο­ρα­σί­δα μὲ ὑ­πε­δέ­χθη εὔ­χα­ρις καὶ προ­ση­νής.

        Ἀ­κού­γον­τας τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά της, θυ­μή­θη­κα μιὰ ποὺ τῆς ἔ­μοια­ζε, ποὺ λί­γες μέ­ρες πρὶν εἶ­χε ξε­σα­λώ­σει ὅ­λους τοὺς με­σή­λι­κες ἄν­δρες στὴν κα­φε­τέ­ρια ὅ­που συ­χνά­ζω. Πῶς βρέ­θη­κε σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω, ἡ ἡ­λι­κί­α της ἔ­χει τὰ δι­κά της στέ­κια, ὅ­μως αὐ­τὴ ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες νὰ πί­νει τοὺς φρα­πέ­δες της καὶ νὰ τη­λε­φω­νεῖ, ἀ­πο­κά­λυ­πτε ὡ­ραῖ­ες γάμ­πες, χα­μο­γε­λοῦ­σε, κοι­τοῦ­σε τοὺς ἄν­δρες κι ἔ­παιρ­νε μοι­ραῖα ὕ­φη, ξε­φυ­σοῦ­σε κα­πνὸ κι ἄ­νοι­γε τὰ σκέ­λια δῆ­θεν νὰ πά­ρει πιὸ ἄ­νε­τη στά­ση, ὅ­λοι κοι­τοῦ­σαν καὶ σκέ­φτον­ταν τὸ με­ρί­διό τους ποὺ χά­θη­κε, ὁ φί­λος μου ποὺ στὴν ἀρ­χὴ τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σε μὲ θαυ­μα­σμὸ «— τὴν ἀ­φι­λό­τι­μη», στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη, ὅ­ταν τὸ πα­ρά­κα­νε μὲ τὰ τσα­λί­μια της, «— εἶ­δες τὸ αἰ­δοιά­κιον» εἶ­πε, καὶ ὅ­ταν ἐ­γὼ τὸν κοί­τα­ξα ξαφ­νι­α­σμέ­νος γιὰ τὴ λέ­ξη, πρό­σθε­σε μὲ ἔ­παρ­ση γιὰ τὴ γλωσ­σο­πλα­στι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα, «— νὰ εἶ­ναι ὑ­πε­ρυ­ποκο­ρι­στι­κό, ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά­ρα μᾶλ­λον».

        Ἀ­κού­γον­τας, λοι­πόν, τὰ λό­για τῆς κα­πη­λί­δος, σκέ­φτη­κα ἀ­κό­μη ὅ­τι καὶ σὲ μιὰ ἄλ­λη πε­ρί­ο­δο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας εἴ­χα­με ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης, κά­πο­τε κυ­ρι­ο­λε­κτών­τας, κά­πο­τε «πρὸς θω­πεί­αν ἢ χλεύ­ην»: τυ­ρὸς > τυ­ρί­ον > τυ­ρί, ὄ­φις > ὀ­φίδιον > φί­δι, ρύ­αξ > ρυά­κιον > ρυά­κι. Σή­με­ρα δὲν τὰ αἰ­σθα­νό­μα­στε ἔ­τσι, τὰ θε­ω­ροῦ­με κα­νο­νι­κὰ οὐ­σι­α­στι­κά, ἀ­γνο­οῦ­με τὴν προ­η­γού­με­νη ὑ­πο­κο­ρι­στι­κο­ποί­η­ση καὶ ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ ἐκ­φρά­σου­με τὴ σμί­κρυν­ση τῶν πραγ­μά­των, λό­γῳ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ κά­πο­τε ὑ­πο­τι­μη­τι­κά, φτι­ά­χνου­με και­νούρ­για ἐ­πὶ τῶν πα­λι­ῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν: φρύ­δι – φρυ­δά­κι, φί­δι – φι­δά­κι. Κά­πο­τε σκέ­φτο­μαι ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς ἔ­γι­νε καὶ μέ­σα στὰ πλαί­σια ἁ­πλο­ποί­η­σης τῆς γλώσ­σας ποὺ συ­νέ­βη­κε στοὺς ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὺς χρό­νους. Ἔ­τσι τὸ ὄ­φις (τοῦ ὄ­φε­ως) τῆς τρί­της κλί­σε­ως ἔ­γι­νε δευ­τε­ρό­κλι­το: ὀ­φί­διον, ὀ­φι­δί­ου. Τὸ ἴ­διο καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ριτ­το­σύλ­λα­βα: ἡ ὀ­φρὺς (τῆς ὀ­φρύ­ος) ἔ­γι­νε τὸ ὀ­φρύ­διον (τοῦ ὀ­φρυ­δί­ου),τὸ ὄμ­μα (τοῦ ὄμ­μα­τος) ἔ­γι­νε τὸ ὀμμά­τιον (τοῦ ὀμ­μα­τί­ου), ὁ ὄρ­χις (τοῦ ὄρ­χε­ος, οἱ ὄρ­χεις) ἔ­γι­ναν τὸ ὀρ­χί­διον, τοῦ ὀρ­χι­δί­ου, τὰ ὀρ­χί­δια. Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ ἡ ἔν­τα­ξή τους στὴν ὁ­μά­δα τῶν ὀ­νο­μά­των τῆς γραμ­μα­τι­κῆς ποὺ ἔ­χουν πιὸ ὁ­μα­λὴ κλί­ση.

        Μή­πως, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ δοῦ­με καὶ ἄλ­λες πα­ρα­μέ­τρους; Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι, ὅ­ταν μι­λᾶ­με στὰ παι­διά, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με συ­νε­χῶς τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό: ἡ τσαν­τού­λα, ἡ μα­μά­κα, τὸ μο­λυ­βά­κι σου. Ἔ­τσι τὰ ὑ­πο­κο­ρι­ζό­με­να, στὴ συ­νο­μι­λί­α μὲ τὰ παι­διά, λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­πό­σβε­ση τοῦ αἰχ­μη­ροῦ,τοῦ τρα­γι­κοῦ καὶ τοῦ δύ­σκο­λού τῆς ζω­ῆς. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­ναν κό­σμο γε­μά­το παι­γνί­δια καὶ ἀ­κίν­δυ­να πράγ­μα­τα. Για­τί, λοι­πόν, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ ἁ­πλώ­νουν καὶ κα­τα­λαμ­βά­νουν ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος ὅ­ταν ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε καὶ σὲ θέ­μα­τα πέ­ραν τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ ὅ­λες τὶς ἡ­λι­κί­ες καὶ σὲ ὅ­λα τὰ κοι­νω­νι­κὰ θέ­μα­τα; Μή­πως καὶ ἡ ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης στὴν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νὴ πε­ρί­ο­δο ἦ­ταν μιὰ ἔκ­φρα­ση νέ­ων δυ­να­το­τή­των τῆς κοι­νω­νί­ας (πε­ρισ­σό­τε­ρη ἠ­ρε­μί­α καὶ ἀ­σφά­λεια, πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­η­με­ρί­α), ποὺ ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε μιὰ ἄλ­λη μορ­φὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, λι­γό­τε­ρο αἰχ­μη­ρὴ καὶ σκλη­ρή; Κι αὐ­τὸ για­τί ἀ­να­κα­θο­ρί­στη­καν οἱ σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων με­τα­ξύ τους καὶ μὲ τὸν πε­ρι­βάλ­λον­τα κό­σμο; Ὁ Ὅ­μη­ρος δὲν ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά, μι­λοῦ­σε συ­νε­χῶς γιὰ τὰ ἡ­ρω­ι­κὰ καὶ τὰ ἐ­πηρ­μέ­να, οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὶ μπο­ροῦ­σαν νὰ σοῦ γρά­ψουν στὸ πὶ καὶ φὶ ἕ­να ποί­η­μα ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὴν ὀ­δον­το­γλυ­φί­δα.

        Λοι­πόν, ἡ νέ­α ἐ­πέ­λα­ση τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν μή­πως ση­μαί­νει ὅ­τι ἄλ­λα­ξε ἡ ἑλ­λα­δι­κὴ κοι­νω­νί­α; Ἀ­φή­νον­τας πα­λαι­ὰ πά­θη καὶ ἐ­θνι­κὲς πε­ρι­πλο­κὲς καὶ τρα­γι­κὲς ὁ­ρια­κὲς κα­τα­στά­σεις, ἔ­φτα­σε σὲ νέ­ο στά­διο ἠ­ρε­μί­ας καὶ κα­λο­πέ­ρα­σης, ποὺ ἀ­να­σύ­ρει συ­νε­χῶς στὴν ἐ­πι­φά­νεια τὸ φαι­νό­με­νο τοῦ ὑ­πο­κο­ρι­σμοῦ γιὰ μιὰ νέ­α μορ­φὴ κα­θο­ρι­σμοῦ τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ τῶν κοι­νω­νι­κῶν σχέ­σε­ων. Ἢ συμ­βαί­νει κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­να­πλή­ρω­ση τοῦ ἄ­ξε­νου καὶ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νου, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὶς ση­με­ρι­νὲς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις; ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τα, ὑ­πο­δυ­ό­μα­στε μιὰ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἕ­να πλη­σί­α­σμα με­τα­ξύ μας, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει; Οἱ Κύ­πριοι ἔ­χουν δε­χτεῖ ὅ­λες τὶς ἐκ­φρα­στι­κὲς κα­τευ­θύν­σεις τῆς πα­νελ­λή­νιας δη­μο­τι­κῆς, ἀρ­νοῦν­ται μό­νο τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό, ποὺ τε­λευ­ταῖ­α τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό­σο ἔν­το­να. Μή­πως αὐ­τὸ ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἡ ψυ­χὴ τῆς Κύ­πρου εἶ­ναι βα­ριά, για­τὶ οἱ κά­τοι­κοι της αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ζοῦν καὶ θὰ ζή­σουν σὲ σκλη­ρὲς καὶ αἰχ­μη­ρὲς ἐ­πο­χὲς καὶ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ δὲν τοὺς πᾶ­νε;

        Τὸ πράγ­μα ἔ­χει καὶ ἄλ­λες ὀ­δυ­νη­ρὲς συ­νέ­πει­ες, ἀ­πρό­σμε­νες. Φί­λος ἀ­πὸ τὴν Κύ­προ μοῦ εἶ­πε γιὰ τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀ­στυ­σί­α του ὅ­ταν, ὡς γό­νος ἀ­γρο­το­ποι­μέ­νων ποὺ θε­ω­ροῦ­σαν τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη ἐκ μέ­ρους τοῦ ἄρ­ρε­νος ὡς πρά­ξη δυ­να­μι­σμοῦ καὶ ἐ­πέ­λα­σης (τὴν ξε­πά­τω­σα, τὴν ξέ­σκι­σα), ἀ­νέ­βη­κε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὡ­ραί­ας Ἀ­θη­ναί­ας γιὰ τὰ πε­ραι­τέ­ρω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἐ­πί­μο­νο φλὲρτ τὴν προ­τε­ραί­α. Τὸν εἶ­χε κα­λέ­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της καὶ μὲ ἔ­παρ­ση χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι της, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος ὅ­τι σὲ λί­γη ὥ­ρα ἀ­κό­μη μιὰ ἐ­πι­τυ­χί­α θὰ κο­σμοῦ­σε τὸ στέμ­μα του. Στὸ κρε­βά­τι ξε­κί­νη­σαν τὰ ὡ­ραῖ­α, ἡ Ἀ­θη­ναί­α καλλί­πυ­γος καὶ τα­νύ­σφυ­ρος καὶ ἐ­κεῖ­νος λά­βρος καὶ ὁρ­μη­τι­κὸς ρο­πα­λο­φό­ρος, ὁ­πό­ταν ἐ­κεί­νη τὸν ρω­τᾶ. Θὲς γα­μη­σά­κι ἀ­μέ­σως ἢ νὰ ξε­κι­νή­σου­με μὲ μιὰ πι­πού­λα;

        Τοῦ ‘­πε­σε ἀ­μέ­σως. Για­τὶ ὅ­λα ξαφ­νι­κὰ γί­ναν παι­δι­κὸ δω­μά­τιο μὲ παι­χνι­δά­κια καὶ μπιμ­πε­λό, ἔ­τσι αὐ­τὸς κα­τέ­στη ἀ­νί­κα­νος εἰς τὸ ποι­εῖν τὰ τῆς Ἀ­φρο­δί­της.

        — Μὲ φά­γαν αὐ­τὰ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κού­λια, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή:  Ἀπὸ τήν συλλογὴ διηγημάτων Φώ­να­ξε τὰ παι­διά, ἐκδόσεις Κουκ­κίδα, Ἀθήνα, 2015.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).



		

	

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης: Διαγώνιος ὀρθοῦ χρόνου


Azelis,Agathoklis-DiagoniosOrthouChronou-Eikona-03


Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης


Δι­α­γώ­νιος ὀρ­θοῦ χρό­νου


02-OmikronΙ ΛΗΣΤΕΣ δι­έ­θε­ταν ἀ­κό­μη ἕ­ναν μο­νο­με­ρῆ κώ­δι­κα ἀρ­χῶν. Ὅ­ταν ὁ τσέ­λιγ­κας πα­ρα­βί­α­σε τοὺς ὅ­ρους τῆς συμ­φω­νί­ας πλη­ρω­μῆς δο­σί­μα­τος καὶ μέ­λη τῆς συμ­μο­ρί­ας πέ­σα­νε στὰ χέ­ρια τῆς χω­ρο­φυ­λα­κῆς, ὁ λή­σταρ­χος πῆ­ρε ὅ­μη­ρους τρί­α πα­λι­κά­ρια, με­τα­ξύ τῶν ὁ­ποί­ων ἕ­ναν γιὸ τοῦ πα­ρα­βά­τη, μὲ τὴν ἀ­παί­τη­ση νὰ πα­ρου­σια­στεῖ ὁ τε­λευ­ταῖ­ος μπρο­στά του. Ὁ Κό­λας πῆ­ρε τὴν πρω­το­βου­λί­α νὰ μι­λή­σει στοὺς λη­στὲς ζη­τών­τας τὴν ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­ση. Βρέ­θη­κε κι ἐ­κεῖ­νος αἰχ­μά­λω­τος. Ὁ τσέ­λιγ­κας δὲν ἐμ­φα­νι­ζό­ταν κι ὁ λή­σταρ­χος ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ σκο­τώ­σουν τοὺς ὁ­μή­ρους, ρί­χνον­τας στὸν κλῆ­ρο ποι­ὸς θὰ ξε­κά­νει ποι­όν. Ὁ ἕ­νας λη­στής, γνω­στός τοῦ Κό­λα, τοῦ ψι­θύ­ρι­σε τὰ κα­θέ­κα­στα. Τοῦ εἶ­πε ὅ­τι θὰ τὸν χτυ­ποῦ­σε ξώ­φαλ­τσα κι ἐ­κεῖ­νος ἂς ἔ­κα­νε τὸν πε­θα­μέ­νο, μέ­χρι νὰ ἀ­πο­μα­κρυν­θοῦ­νε ὅ­λοι. Σ’ αὐ­τὸν τόλ­μη­σε νὰ προ­τεί­νει τέ­τοι­ο πράγ­μα, ποὺ δὲν φο­βή­θη­κε τὸν Κε­μάλ; φώ­να­ξε ὁ Κό­λας ἀρ­πά­ζον­τας τὸ ὁ­πλι­σμέ­νο χέ­ρι. Ὅ­ταν βρῆ­καν τὰ κορ­μιά τους, ὁ Κό­λας ψυ­χορ­ρα­γοῦ­σε ἀ­κό­μη τὴν ἀ­πό­κο­τη ψυ­χή. Τοὺς ἔ­θα­ψαν ἐ­πι­τό­που στὸ Ἰ­ά­κω­βο Τρι­κά­λων, στὸ μέ­ρος ποὺ ἔ­μει­νε τὸ ὄ­νο­μα «μνῆ­μα τῶν πα­λι­κα­ρι­ῶν». Ὁ λή­σταρ­χος ἐ­κτε­λέ­στη­κε ἀρ­γό­τε­ρα. Ὁ τσέ­λιγ­κας κλη­ρο­νό­μη­σε τὴ μνή­μη τοῦ πα­λι­κα­ριοῦ του κι ἔ­χα­σε τὸ με­γά­λο βιός του στὴν Κα­το­χή. Ὁ Κό­λας ἄ­φη­σε πί­σω ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά. Ὅ­ταν ἔ­μα­θε τὴν καλ­μα­λί­νη, κα­τά­φερ­νε κά­πως νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὶς συ­νέ­πει­ες τοῦ νευ­ρι­κοῦ κλο­νι­σμοῦ της ποὺ πα­λιν­δρο­μοῦ­σε. Τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἀ­πὸ κα­θῆ­κον ὁ κου­νιά­δος της ὁ Ντά­σιος. Ἔ­κα­ναν τρί­α παι­διά. Τὸν μι­κρό­τε­ρο γιὸ τὸν ὀ­νό­μα­σαν Κό­λα. Με­τεμ­ψύ­χω­ση τοῦ θεί­ου, χά­θη­κε ἀ­πὸ βό­λι στὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε του. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο. Ἔ­φυ­γε ἀρ­γό­τε­ρα σὲ τρο­χαῖ­ο. Ὁ γιὸς του, τε­λευ­ταῖ­ος ἀρ­σε­νι­κὸς στὴν οἰ­κο­γέ­νεια, ἔ­μει­νε ν’ ἀ­φη­γεῖ­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλής Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Δημοσθένης Βουτυρᾶς: Τόπος Ψυχῶν


Boutyras,Dimosthenis-ToposPsychon-Eikona-01


Δημοσθένης Βου­τυ­ρᾶς

 

Τό­πος Ψυ­χῶν


06-OmikronΗΛΙΟΣ ἔ­δυ­ε. Καὶ ἡ σι­ω­πὴ πιὸ βα­ριὰ ἔ­πε­φτε τώ­ρα στὸ μέ­ρος αὐ­τὸ τὸ γε­μά­το ἐ­ρεί­πια, μὲ τὰ σπί­τια τὰ δί­χως στέ­γη, πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα, καὶ μὲ τὴν ἐκ­κλη­σί­α στὴ μέ­ση, γε­ρὴ ἀ­κό­μα, ἀ­πεί­ρα­χτη, ποὺ ὕ­ψω­νε πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα τὸν κουμ­πέ της καὶ τὸ κω­δω­νο­στά­σιο. Χόρ­τα ἄ­γρια φυ­τρώ­να­νε παν­τοῦ, ψη­λὰ ψη­λὰ καὶ πυ­κνά, στοὺς δρό­μους, στοὺς τοί­χους, στὰ πα­ρά­θυ­ρα, ποὺ σὰ μά­τια βγαλ­μέ­να, μά­τια σκε­λε­τοῦ ἤ­τα­νε. Μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ με­γά­λες πα­πα­ροῦ­νες φαι­νόν­τα­νε νὰ τρέ­μουν στὴν εἴ­σο­δο ἑ­νὸς σπι­τιοῦ, ποὺ ἤ­τα­νε γε­μά­τη χόρ­το. Καὶ στὸ βά­θος, μέ­σα στὴν αὐ­λή του, εἶ­δα ἕ­να πη­γά­δι, καὶ αὐ­τὸ χορ­τα­ρι­α­σμέ­νο…

       Πά­νω στὸν ἕ­να λο­φί­σκο, ἀ­π’ ἐ­κεί­νους ποὺ τρι­γυ­ρί­ζα­νε τὸ ἔ­ρη­μο χω­ριό, ὁ ἕ­νας καὶ μό­νος τοῖ­χος τοῦ γκρε­μι­σμέ­νου τούρ­κι­κου σπι­τιοῦ ὑ­ψω­νό­ταν μέ­γας, λευ­κός, μὲ τὶς τρύ­πες τὶς δυ­ὸ ἐ­πά­νω σὰν πα­ρα­θυ­ρά­κια στρογ­γυ­λά, χα­λα­σμέ­να, καὶ τὴν ἄλ­λη τὴ με­γά­λη, τὴ μι­σο­στρόγ­γυ­λη, κά­τω. Πιὸ πέ­ρα, στὸ κα­τη­φο­ρι­κὸ μέ­ρος τοῦ λο­φί­σκου, τὸ ἄλ­λο τούρ­κι­κο σπί­τι, ἀ­κέ­ραι­ο σχε­δόν, μὲ μό­νο τὰ πα­ρά­θυ­ρα, στέ­γη καὶ πόρ­τες βγαλ­μέ­νες, κα­λο­χτι­σμέ­νο, στε­ρε­ό, φαι­νό­τα­νε σὰ νέ­α οἰ­κο­δο­μὴ ποὺ πε­ρι­μέ­νει τοὺς μα­ραγ­κοὺς νὰ τῆς βά­λου­νε τὴ στέ­γη καὶ τὰ πα­ρά­θυ­ρα.

       — Ἔ, πᾶ­με; μοῦ εἶ­πε ὁ σύν­τρο­φός μου.

       — Στά­σου λί­γο!…

       Τὸν εἶ­δα ὅ­μως, ἀ­νή­συ­χο, νὰ κοι­τά­ζει πρὸς τὸ μέ­ρος τοῦ ἥ­λιου, ποὺ εἶ­χε χα­θεῖ καὶ ὅ­που σύν­νε­φα χρυ­σω­μέ­να, συν­νε­φά­κια μὲ λαμ­πε­ρὰ στίγ­μα­τα φαι­νόν­τα­νε σὰ νὰ πλέ­α­νε σὲ πρα­σι­νω­πὸ ἥ­συ­χο πέ­λα­γος…

       Ἐ­δέ­χτη­κα νὰ φύ­γου­με.

       Πά­νω στὰ ζῶ­α μας, πή­ρα­με πά­λι τὸ δρό­μο τοῦ χω­ριοῦ.

       Τὸ σκο­τά­δι, ἢ ἡ σκιά του, ἄρ­χι­σε νὰ πέ­φτει, καὶ μέ­σα σ’ αὐ­τὴν οἱ μαῦ­ροι σύν­τρο­φοι τῆς νύ­χτας ἀρ­χί­σα­νε νὰ πε­τοῦ­νε γρή­γο­ροι.

       Μό­λις θέ­λα­με νὰ στρί­ψου­με ἀ­πὸ ἕ­να ὕ­ψω­μα, ποὺ θὰ μᾶς ἔ­κρυ­βε τὸ χω­ριὸ τὸ ἔ­ρη­μο, γύ­ρι­σα καὶ εἶ­δα τὰ χα­λα­σμέ­να σπί­τια, τὴν ἔ­ρη­μη ἐκ­κλη­σιά. Ὁ τοῖ­χος ὁ μυ­τε­ρὸς τοῦ τούρ­κι­κου σπι­τιοῦ μοῦ φά­νη­κε σὰ χέ­ρι δεί­χνον­τας τὸν οὐ­ρα­νό!

       Σι­ω­πη­λὸς ἔ­μει­να πά­νω στὸ ὑ­πο­μο­νε­τι­κὸ καὶ δύ­στρο­πο ζῶ­ο. Ὅ­ταν πη­γαί­να­με, λί­γο ἔ­λει­ψε νὰ μὲ ρί­ξει.

       Καὶ κα­θὼς ἐ­μέ­να ἔ­τσι, ὅ­λη ἡ ἱ­στο­ρί­α τοῦ ἔ­ρη­μου χω­ριοῦ ξα­να­περ­νοῦ­σε ἀ­πρό­σκλη­τη ἀ­π’ τὸ νοῦ μου, ὅ­πως σχε­δὸν μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ὁ φί­λος μου. Ἤ­τα­νε πα­ρά­δο­ξη —μά τὴν ἀ­λή­θεια— ἱ­στο­ρί­α, ποὺ ὅ­μως, ἂν δὲ μὲ με­λαγ­χο­λοῦ­σε καὶ δὲ μοῦ ‘­σβη­νε καὶ τὴν πα­ρα­μι­κρὴ εὐ­θυ­μί­α ὁ τό­πος, τὰ χα­λά­σμα­τα, θὰ γε­λοῦ­σα ἴ­σως, κι ἂς θύ­μω­νε ὅ­σο ἤ­θε­λε ὁ φί­λος μου, ποὺ μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε καὶ ποὺ τὴν πί­στευ­ε καὶ πο­λὺ μά­λι­στα!

       Καὶ μοῦ τὴ δι­η­γή­θη­κε ἐ­κεῖ μέ­σα, στὸ ἔ­ρη­μο χω­ριό, κυ­κλω­μέ­νοι ἀ­π’ τὰ χα­λά­σμα­τα, ἀ­π’ τὰ χα­λα­σμέ­να σπί­τια, μὲ μιὰ φω­νὴ ἥ­συ­χη, σι­γα­λὴ σι­γα­λή, σὰ νὰ μοῦ τὴν ἔ­λε­γε μυ­στι­κὰ ἢ νὰ φο­βό­τα­νε νὰ μὴν τὴν ἀ­κού­σει κά­ποι­ος ἐ­κεῖ κρυμ­μέ­νος.

       «…Τὸν και­ρὸ τῆς τουρ­κο­κρα­τί­ας, τώ­ρα καὶ χρό­νια πολ­λά, ἕ­νας μπέ­ης ἦρ­θε δῶ κι ἔ­χτι­σε αὐ­τὰ ἐ­κεῖ τὰ σπί­τια. Αὐ­τοὶ ξέ­ρα­νε καὶ δι­α­λέ­γα­νε τὰ μέ­ρη καὶ δὲ λο­γα­ρι­ά­ζα­νε ἂν εἶ­ναι ἔ­ρη­μα!… Εἶ­ναι με­λαγ­χο­λι­κὸ —εἶ­ναι ἡ ἀ­λή­θεια— μέ­ρος, ἀλ­λὰ ἔ­τσι ἴ­σως θά ‘­τα­νε κι ἡ ψυ­χὴ αὐ­του­νοῦ τοῦ Τούρ­κου. Ἔ­μει­νε δῶ, ἔ­τσι ὅ­πως μᾶς τὸ δι­η­γη­θή­κα­νε οἱ πα­λιοί, ἀρ­κε­τὸν και­ρό, ὅ­ταν μιὰ μέ­ρα ὅ­μως ξαφ­νι­κὰ τ’ ἀ­φή­νει ἔ­ρη­μα καὶ φεύ­γει!… Πῶς καὶ για­τί, κα­νεὶς τό­τε δὲν ἤ­ξε­ρε…

       »Ὅ­ταν φύ­γα­νε ἀ­π’ τὸν τό­πο μας οἱ Τοῦρ­κοι, πολ­λοὶ χω­ριά­τες ἤρ­θα­νε δῶ ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρα χω­ριὰ καὶ χτί­σα­νε αὐ­τὰ τὰ σπι­τά­κια καὶ τὴν ἐκ­κλη­σί­α. Εἴ­χα­νε μιὰ ἰ­δέ­α, ὅ­τι κά­ποι­ος ἅ­γιος προ­στά­τευ­ε αὐ­τὸν τὸν τό­πο κι αὐ­τὸς θὰ ἔ­κα­νε τὸν μπέ­η νὰ φύ­γει. Κα­λὰ ἴ­σα­με δῶ! Τὸ χω­ριὸ ἦ­ταν ἕ­τοι­μο, οἱ δρό­μοι του γε­μί­ζα­νε θό­ρυ­βο ἀ­πὸ φω­νὲς ἀν­θρώ­πων, ζώ­ων, κου­δού­νια προ­βά­των…

       »Ἄλ­λα πά­νω σ’ αὐ­τὴ τὴν εὐ­τυ­χί­α κά­τι ἔ­τρε­χε στὰ στό­μα­τα ὅ­λων, κά­τι ποὺ τὸ λέ­γα­νε τρο­μαγ­μέ­νοι. Ἡ καμ­πά­να χτυ­ποῦ­σε τὴ νύ­χτα χω­ρὶς νὰ τρα­βᾶ κα­νεὶς τὸ σκοι­νί της! Αὐ­τὸ τὸ εἴ­χα­νε δεῖ κα­λά, για­τὶ φυ­λά­ξα­νε πολ­λοί. Μό­λις ἡ νύ­χτα προ­χω­ροῦ­σε κι ἔρ­χον­ταν οἱ μι­κρὲς ὧ­ρες, ἡ καμ­πά­να χτυ­ποῦ­σε ξαφ­νι­κὰ λί­γους χτύ­πους καὶ πέν­θι­μους!…

       »Ἂλ­λ’ αὐ­τὸ δὲν ἤ­τα­νε τί­πο­τα μπρο­στὰ στὸ ἄλ­λο!…

       »Φαν­τά­σμα­τα, φαν­τά­σμα­τα γυ­ρί­ζα­νε στοὺς δρό­μους τοῦ χω­ριοῦ ὅ­ταν νύ­χτω­νε!… Καὶ ὅ­λοι, ὅ­λοι σι­γὰ σι­γὰ εἴ­χα­νε βρε­θεῖ νὰ δοῦ­νε κά­ποι­ον δι­κό τους, συγ­γε­νῆ ἢ φί­λο, ποὺ ἤ­τα­νε ἀ­πὸ χρό­νια πε­θα­μέ­νος νὰ γυ­ρί­ζει ἐ­κεῖ!… Κι ὅ­ταν τὸν βλέ­πα­νε, λη­σμο­νοῦ­σαν τὸ μέ­ρος ποὺ βρι­σκόν­του­σαν καὶ νο­μί­ζα­νε ὅ­τι ἤ­τα­νε στὸ μέ­ρος ποὺ τὸν εἴ­χα­νε γνω­ρί­σει καὶ ὅ­που ἤ­τα­νε θαμ­μέ­νος αὐ­τός!…

       »Αὐ­τὸ δυ­νά­μω­νε, ἔ­γι­νε μαρ­τύ­ριο γιὰ τοὺς κα­τοί­κους τοῦ χω­ριοῦ, κι ἕ­να πρω­ί, ὅ­λοι συ­νεν­νο­η­μέ­νοι, γε­μί­σα­νε τὰ κά­ρα τους, φορ­τώ­σα­νε τὰ ζῶ­α μὲ τὰ πράγ­μα­τά τους, πή­ρα­νε τὰ παι­διὰ καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες τους καὶ φύ­γα­νε…

       »Πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα, ἄλ­λα βγά­λα­νε αὐ­τοὶ οἱ ἴ­διοι, κα­θὼς φεύ­γα­νε, καὶ τὰ πή­ρα­νε μα­ζί τους κι ἄλ­λα τ’ ἁρ­πά­ξα­νε οἱ χω­ριά­τες τῶν κον­τι­νῶν χω­ριῶν ὕ­στε­ρα. Κι ἔ­τσι ἔ­μει­νε ἔ­ρη­μο, ἔ­ρη­μο τὸ χω­ριό, καὶ τὴν καμ­πά­να του χέ­ρι ἄν­θρω­που δὲν τὴ χτυ­πᾶ πιά, οὔ­τε πα­πᾶς πα­τᾶ στὴν ἐκ­κλη­σιὰ γιὰ νὰ τὴ λει­τουρ­γή­σει!…

       »Ὁ πε­ρα­στι­κὸς ἀ­π’ αὐ­τὸ τὸ μέ­ρος κά­νει γρή­γο­ρα νὰ φύ­γει ἂν πε­ρά­σει, κι ὅ­ταν κον­τεύ­ει νὰ βα­σι­λέ­ψει ὁ ἥ­λιος, δὲν περ­νᾶ, ἀλ­λὰ παίρ­νει ἄλ­λο δρό­μο. Πολ­λὲς φο­ρὲς ποὺ τύ­χα­νε πολ­λοὶ νὰ νυ­χτω­θοῦ­νε δῶ, χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν τί γι­νό­τα­νε, εἴ­δα­νε κι αὐ­τοὶ αὐ­τὰ ποὺ σοῦ εἶ­πα…»


       Ἡ νύ­χτα πύ­κνω­νε. Ψη­λὰ λάμ­πα­νε τ’ ἀ­στέ­ρια καὶ μιὰ σε­λή­νη λε­πτή, λε­πτὴ σὰ χά­ραγ­μα ἢ μα­γι­κὸ ση­μά­δι κά­ποι­ου φαν­τα­στι­κοῦ μά­γου…

       Με­τὰ μιᾶς ὥ­ρας καὶ κά­τι ἀ­κό­μα πο­ρεί­α φτά­σα­με στὸ χω­ριὸ καὶ στὸ σπί­τι τοῦ φί­λου μου. Ἔ­φα­γα κα­λὰ ἀλ­λὰ σὰν ἀ­φη­ρη­μέ­νος. Τὰ σπί­τια τὰ ἔ­ρη­μα, τὸ ἔ­ρη­μο χω­ριὸ μὲ τὴ σι­ω­πή του τὴ νε­κρι­κή, ἡ ἐκ­κλη­σιά, ὁ κουμ­πές της πα­ρου­σι­α­ζόν­τα­νε μπρο­στά μου.

       Ὁ φί­λος μου νύ­στα­ζε καὶ τρα­βή­χτη­κε νὰ κοι­μη­θεῖ. Ἐ­γὼ ὅ­μως δὲν αἰ­σθα­νό­μου­να ὄ­ρε­ξη γιὰ ὕ­πνο κι ἔ­μει­να κον­τὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο τῆς κά­μα­ράς μου κοι­τά­ζον­τας ἔ­ξω τὸν ἥ­συ­χο δρό­μο, τὸ κοι­μι­σμέ­νο χω­ριό. Μυ­ρου­διὰ χόρ­του γέ­μι­ζε τὸν ἀ­έ­ρα, τὴν ἡ­συ­χί­α τὴ μαύ­ρη, ποὺ σὰν πα­ρα­μι­λη­τό της, κά­πο­τε φω­νὴ βα­τρά­χου, ἀ­κου­γό­τα­νε νὰ τρέ­χει. Ἔ­μει­να ὧ­ρες ἔ­τσι. Σκέ­ψεις, ἐν­θύ­μη­σες μοῦ ‘­χα­νε ἔρ­θει μα­κρι­νές. Ὁ ὕ­πνος δὲ φαι­νό­τα­νε.

       Ξαφ­νι­κά μοῦ ‘ρ­θε μιὰ ἐ­πι­θυ­μί­α. Θέ­λη­σα νὰ βρε­θῶ στὸ ἔ­ρη­μο χω­ριὸ ὅ­ταν θὰ βά­θαι­νε ἡ νύ­χτα. Ἤ­θε­λα ἔ­τσι νὰ τὸ δῶ, νὰ τὸ δῶ τὴ νύ­χτα, τὴ βα­θιὰ νύ­χτα, νὰ περ­πα­τή­σω στοὺς ἔ­ρη­μους δρό­μους του, νὰ προ­σκα­λέ­σω τὰ φαν­τά­σμα­τα καὶ νὰ αἰ­σθαν­θῶ τὸν τρό­μο. Καὶ μα­ζὶ ἤ­θε­λα νὰ ρί­ξω τὴν πί­στη τοῦ φί­λου μου. Θὰ τοῦ ‘­λε­γα…

       Καὶ τό ‘­κα­να. Κα­τέ­βη­κα κρυ­φὰ ἀ­π’ τὸ σπί­τι, ἀ­νέ­βη­κα πά­λι στὸ ζῶ­ο κι ἔ­φυ­γα.

       Ὁ δρό­μος ἤ­τα­νε ἕ­νας καὶ μο­να­χός. Μέ­σα ἀ­πὸ δέν­τρα πρῶ­τα καὶ δί­πλα στὸ ρέ­μα, ὅ­που οἱ βά­τρα­χοι, ἅ­μα πλη­σί­α­σα, ἄ­κου­γον­τα­νε νὰ φω­νά­ζουν, νὰ φλυ­α­ροῦ­νε, νὰ μα­λώ­νουν μὲ φω­νὲς βρα­χνές, γρι­ί­στι­κες, μα­λα­κές, λε­πτές, πολ­λοί, πλῆ­θος μα­ζί, σὰ νὰ εἴ­χα­νε συ­νέ­δριο ἐ­κεῖ ὅ­λες οἱ γρι­ὲς Μοῖ­ρες καὶ οἱ στρίγ­κλες τῆς χώ­ρας, ἔ­πει­τα μέ­σα ἀ­πὸ κλει­σμέ­νο ἀ­πὸ ὑ­ψώ­μα­τα, λό­φους δρό­μο.

       Καὶ τὸ ζῶ­ο περ­πα­τοῦ­σε μὲ τρε­χού­με­νο πά­λι βά­δι­σμα.

       Ἀ­έ­ρας δὲ φυ­σοῦ­σε καὶ τὰ γι­γάν­τια βα­ρυ­κέ­φα­λα πεῦ­κα, τὰ ψη­λὰ κυ­πα­ρίσ­σια μέ­να­νε ἀ­κί­νη­τα, μαῦ­ρα, σκο­τει­νά. Κι ὅ­λος ὁ τό­πος εὐ­ω­δί­α­ζε ἀ­π’ τὶς μυ­ρου­δι­ὲς τῶν ἀ­γρί­ων λου­λου­δι­ῶν.

       Ἀ­πὸ μα­κριὰ μα­κριὰ ἐρ­χόν­τα­νε τώ­ρα τὰ γα­βγί­σμα­τα σκύ­λων, οἱ φω­νὲς τῶν βα­τρά­χων καὶ κά­πο­τε μυ­κηθ­μὸς ἀ­γε­λά­δας. Ἀλ­λὰ κι αὐ­τὰ σι­γὰ σι­γὰ σβή­σα­νε, χά­θη­καν κι ἄρ­χι­σα νὰ βυ­θί­ζο­μαι μέ­σα σὲ μιὰ σι­ω­πή, σι­ω­πὴ βα­θιά! Τὸ ἔ­ρη­μο χω­ριὸ ἦ­ταν ἐ­κεῖ κον­τά. Ἐ­ρη­μιά, ἡ­συ­χί­α καὶ σκο­τά­δι πυ­κνό, ποὺ ὅ­μως μέ­σα, σὲ λί­γο, ξε­δι­ά­λυ­να τὰ χα­λα­σμέ­να σπί­τια, τὸ σκο­τει­νὸ καμ­πα­να­ριό.

       Τὸ βά­δι­σμα τοῦ ζώ­ου μου εἶ­χε γί­νει ἀρ­γὸ πο­λύ. Τὸ χτύ­πη­σα νὰ προ­χω­ρή­σει στοὺς δρό­μους τοῦ χω­ριοῦ.

       Ἡ χα­ρὰ ποὺ εἶ­χα δὲ βρι­σκό­τα­νε πιά, ἀλ­λὰ ἕ­να πεῖ­σμα μα­ζὶ μὲ φό­βο, ποὺ μ’ εὐ­χα­ρι­στοῦ­σαν. Πέ­ρα­σα ἀ­πὸ ἕ­να δρό­μο δεύ­τε­ρο. Οὔ­τε σύρ­σι­μο φύλ­λου δὲν ἀ­κου­γό­τα­νε. Σι­ω­πή, σι­ω­πή, αὐ­τὴ μό­νο ἔ­με­νε.

       Μιὰ νάρ­κη ὅ­μως μ’ ἔ­πι­α­σε καὶ ζή­τη­σα νὰ τὴν πε­τά­ξω.

       Θὰ κου­ρά­στη­κα, σκέ­φτη­κα, καὶ τὸ σῶ­μα, ὅ­σο νὰ μὴ θέ­λω γώ, ζη­τᾶ τὴν ἀ­νά­πα­ψη…

       Ξαφ­νι­κά, μὰ δὲν ξέ­ρω πῶς, μοῦ φά­νη­κε ὅ­τι δὲν ἤ­μουν ἐ­κεῖ στὸ ἔ­ρη­μο χω­ριό, ἄλ­λ’ ὅ­τι βρι­σκό­μου­να σ’ ἕ­να δρό­μο τοῦ Πει­ραιᾶ σκο­τει­νὸ καὶ πέν­θι­μο καὶ ὅ­τι προ­χω­ροῦ­σα σὰν κυ­νη­γη­μέ­νος ἢ σὰ νὰ εἶ­χα κά­νει κά­τι κα­κὸ καὶ ζη­τοῦ­σα νὰ βρῶ κα­τα­φύ­γιο…

       Κεί­νη τὴ στιγ­μή, μα­ζὶ μ’ αὐ­τό, μιὰ σκιά, ἕ­να σκο­τει­νὸ μαῦ­ρο σχῆ­μα ἀν­θρώ­που ὀρ­θώ­θη­κε στὴν ἄ­κρη τοῦ δρό­μου, μὲ λαι­μὸ μα­κρὺ καὶ πλα­τύ­γυ­ρο κα­πέ­λο στὸ κε­φά­λι, κι ἄρ­χι­σε νὰ ἔρ­χε­ται πρὸς τὸ μέ­ρος μου!… Ὁ Γι­ώρ­γης ὁ Ἀγ­γε­λού­λης!…

       Ἄλ­λο ἀ­πὸ μαύ­ρη σκιὰ μὲ πλα­τὺ κα­πέ­λο καὶ μα­κρὺ λαι­μὸ δὲν εἶ­δα καὶ ὅ­μως εὐ­θὺς τὸν γνώ­ρι­σα, ἔ­τσι σκο­τει­νὸ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι, τὸν γνώ­ρι­σα δυ­να­τά, χτυ­πη­τά, ὅ­πως θὰ τὸν ἔ­γνω­ρι­ζά σε δυ­να­τὸ φῶς!…

       Καὶ ἡ σβη­σμέ­νη σχε­δὸν μορ­φὴ τοῦ φί­λου μου ἀ­π’ τὴ μνή­μη μου ξα­να­ζω­ή­ρε­ψε πά­λι, σὰ νὰ τὸν εἶ­χα δεῖ κα­λά!

       Πό­σα χρό­νια εἶ­χα νὰ τὸν δῶ!… Φί­λος πα­λιός, ἀ­γα­πη­τός!…

       Εἶ­χε χρό­νια πε­θα­μέ­νος στὸν Πει­ραι­ά, πολ­λὰ χρό­νια!…

       Καὶ ἐρ­χό­τα­νε πρὸς τὸ μέ­ρος μου μὲ κεῖ­νο τὸ ἴ­διο βά­δι­σμά του, ποὺ τώ­ρα τὸ θυ­μού­μουν κα­λά. Ἀλ­λὰ μὲ ὅ­ση ἐ­πι­θυ­μί­α κι ἂν εἶ­χα νὰ τοῦ μι­λή­σω, νὰ τὸν δῶ κα­λά, μιὰ σκέ­ψη ποὺ μοῦ ἦρ­θε, ὅ­τι ἂν μοῦ μι­λή­σει, κά­τι κα­κὸ θὰ πά­θω, μ’ ἔ­κα­νε νὰ γυ­ρί­σω ἀ­πό­το­μα τὸ κε­φά­λι ἀλ­λοῦ καὶ μὲ τρό­μο νὰ πε­ρι­μέ­νω νὰ πε­ρά­σει. Κι ἔ­τσι πέ­ρα­σε δί­πλα καὶ χω­ρὶς νὰ φα­νεῖ ὅ­τι μὲ εἶ­δε!…

       Ἀλ­λ’ ἡ μα­γεί­α δι­α­λύ­θη­κε. Εἶ­δα ποῦ βρι­σκό­μου­να καὶ χτύ­πη­σα δυ­να­τά, ὅ­σο μπο­ροῦ­σα, τὸ ζῶ­ο γιὰ νὰ φύ­γω, νὰ φύ­γω μα­κριά!…

       Καὶ κα­θὼς ἔ­τρε­χε αὐ­τὸ δρο­μαῖ­ο μέ­σα στὸν σκο­τει­νὸ δρό­μο, ἕ­να χτύ­πη­μα ἐ­λα­φρό, πέν­θι­μο καμ­πά­νας ἄ­κου­σα νὰ χύ­νε­ται μέ­σα στὴν ἡ­συ­χί­α, στὴν ἐ­ρη­μιὰ ποὺ ἁ­πλω­νό­τα­νε καὶ νὰ πά­ψει εὐ­θὺς ἀ­πό­το­μα…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Ἅ­παν­τα, τό­μος Β΄, Τρι­αν­τα­δύ­ο δι­η­γή­μα­τα, Ζω­ὴ ἀρ­ρω­στε­μέ­νη καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Δελ­φί­νι 1999. Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1921.

Δη­μο­σθέ­νης Βου­τυ­ρᾶς: (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1872-Ἀ­θή­να, 1954). Ση­μαν­τι­κός δι­η­γη­μα­το­γρά­φος τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου, τὸ ἔρ­γο του ἀ­σχο­λεί­ται κυ­ρί­ως μὲ τοὺς φτω­χοὺς καὶ τοὺς ἀ­πό­κλη­ρους. Πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται μὲ τὸ δι­ή­γη­μα Λαγ­κᾶς τὸ 1901, τὸ Αρ­γό ξη­μέ­ρω­μα τὸ 1950 ἦ­ταν τὸ τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο.

Γιορντὰν Γιόφκωφ (Йордан Йовков): Τὸ ἄσπρο χελιδόνι


Giofkof,Giorntan-ToAsproChelidoni-LeykoChelidoni-03


Γιορ­ντὰν Γι­όφ­κω­φ (Йордан Йовков)


Τὸ ἄσπρο χελιδόνι

(Бялата Лястовица)


02-OmikronΠΕΤΡΟΣ ΜΟΚΑΝΙΝ, κα­θὼς μαύ­λι­ζε τὰ σκυ­λιά του, κα­τά­λα­βε πὼς ὁ ἄ­γνω­στος χω­ρι­κὸς δὲν ἐρ­χό­ταν ἔ­τσι δί­χως λό­γο κα­τὰ τὴ με­ριά του, μὰ πὼς κά­ποι­α στε­νο­χώ­ρια τὸν ἔ­φερ­νε. Τά ’­βα­ζε μὲ τὰ σκυ­λιά του ποὺ γά­βγι­ζαν κι ὕ­στε­ρα κοί­τα­ξε ξα­νὰ τὸ χω­ρι­κό. Ἀ­π’ τὸ κόκ­κι­νο γι­λέ­κι του, τό ’­βλε­πες πὼς δὲν ἦ­ταν ἀ­π’ τὰ μέ­ρη τοῦ Ντε­λῆ-Ὁρ­μάν. Με­γα­λό­σω­μος καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος — ὡ­στό­σο ξε­σποῦ­σε ἀ­μέ­σως στὸ μά­τι σου πὼς ἦ­ταν φτω­χὸς κι ἀ­πὸ φτω­χι­κιὰ φα­μί­λια. Τὸ που­κά­μι­σό του ἦ­ταν γι­ο­μά­το χον­τρομ­πα­λώ­μα­τα, τὸ ἴ­διο κι ἡ ζώ­νη του. Ἦ­ταν ξυ­πό­λυ­τος. Ἀ­πὸ πρώ­τη μα­τιὰ φαι­νό­τα­νε ἀ­σί­κης, λε­βέν­της, μὰ ὁ Μο­κά­νιν εἶ­δε πὼς ἔ­χει νὰ κά­μει μ’ ἕ­ναν ἀ­πὸ κεί­νους τοὺς ἀ­γα­θοὺς ἀν­θρώ­πους πού, ὅ­πως λέ­νε, πα­ρα­με­ρί­ζου­νε μπρο­στὰ καὶ σ’ ἕ­να μερ­μήγ­κι.

       Ὁ χω­ρι­κὸς χαι­ρέ­τη­σε, κά­τι μουρ­μού­ρι­σε, κά­τι σάν: «πῶς τὰ πο­ρεύ­ε­τε δῶ;», μὰ ἦ­ταν ὁ­λο­φά­νε­ρο πὼς ἀλ­λοῦ γύ­ρι­ζε τὸ μυα­λό του, πὼς με­γά­λες ἔ­γνοι­ες τὸν βα­σά­νι­ζαν.

       Κοί­τα­ξε ἴ­σα μπρο­στὰ καί, κου­νών­τας ἔ­τσι τὰ χέ­ρια, ρώ­τη­σε ἂν ἔ­χει πο­λὺ δρό­μο ἀ­κό­μα ὣς τὸ χω­ριὸ Μαν­τζι­λά­ρι. Ὁ Μο­κά­νιν, κα­θὼς τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε, εἶ­δε κά­του στὸ δρό­μο ἕ­να κά­ρο ζε­μέ­νο σ’ ἕ­να ἄ­λο­γο. Τὸ δί­χως ἄλ­λο θά ’­ταν του­του­νοῦ τοῦ χω­ρι­κοῦ καὶ θὰ τό ’­χε ἀ­φή­σει ἐ­κεῖ γιὰ νά ’ρ­θει νὰ ρω­τή­σει. Μέ­σα στὸ κά­ρο κα­θό­ταν μιὰ γυ­ναί­κα, δι­πλω­μέ­νη στὰ δυ­ό, μὲ τὰ χέ­ρια της κρυμ­μέ­να κά­του ἀ­π’ τὸ ζα­κέ­το της, καὶ μὲ λυ­τὸ τὸ τσεμ­πέ­ρι της ποὺ οἱ δυ­ὸ ἄ­κρες του πέ­φταν στοὺς ὤ­μους της. Ἔ­κα­νε πολ­λὴ ζέ­στη, μὰ ὁ Μο­κά­νιν ἤ­ξε­ρε πὼς οἱ γυ­ναῖ­κες λύ­νουν ἔ­τσι τὸ τσεμ­πέ­ρι τους σὰν εἶ­ναι τσα­κι­σμέ­νες ὄ­χι τό­σο ἀ­π’ τὴ ζέ­στη, μὰ ἀ­πὸ κά­ποι­α βα­ριὰ ἔ­γνοι­α. Στὸ βά­θος τοῦ ἁ­μα­ξιοῦ ἦ­ταν καὶ μιὰ ἄλ­λη γυ­ναί­κα, πιὸ ἀ­χα­μνή — μιὰ νέ­α κο­πέ­λα φαι­νό­τα­νε, ξα­πλω­μέ­νη καὶ τυ­λιγ­μέ­νη μὲ μιὰ κου­βέρ­τα, μὲ τὸ κε­φά­λι της χω­μέ­νο σὲ κά­τι χω­ρι­ά­τι­κα σκου­ρό­χρω­μα μα­ξι­λά­ρια. Κοί­τα­ζε πλά­ι, καὶ δὲ φαι­νό­τα­νε τὸ πρό­σω­πό της.

       — Ἔ­χεις κά­ναν ἄρ­ρω­στο; ρώ­τη­σε ὁ Μο­κά­νιν.

       — Ναί. Ἡ θυ­γα­τέ­ρα μου εἶ­ναι ἄρ­ρω­στη.

       Ὁ χω­ρι­κὸς ἔ­ρι­ξε τὴ μα­τιά του στὰ πρό­βα­τα ποὺ στά­λια­ζαν γιὰ τὸ με­ση­μέ­ρι στὸ ξέ­φω­το, μὰ δὲν τά ’­βλε­πε — τὰ μά­τια του ἔ­δει­χναν μο­νά­χα τὴ στε­νο­χώ­ρια του.

       — Ἄν σοῦ ’­λε­γα τὰ βά­σα­νά μας, εἶ­πε, μὰ κάλ­λιο μὴ μι­λᾶ­με γι’ αὐ­τά.

       — Δὲν εἶ­σαι ἀ­π’ τὰ μέ­ρη μας· ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι; ρώ­τη­σε ὁ Μο­κά­νιν.

       — Ἀ­π’ τὸ Κι­τσοὺκ-Ἀκ­μέντ — τὸ λέ­νε Ναν­τέζ­ντα τώ­ρα, ἐ­κεῖ σι­μὰ στὸ Ρόκ. Πέ­ρα­σα κι­ό­λας ἀ­πὸ κεῖ. Πα­γαί­νω ἀ­πὸ χω­ριὸ σὲ χω­ριὸ που­λών­τας ἀρ­γι­λό­χω­μα γιὰ λεύ­κα­σμα. Πολ­λοὶ δῶ πέ­ρα, καὶ οἱ γυ­ναῖ­κες ἀ­γο­ρά­ζουν. Σὰν φτά­νω ὣς κά­του στὴ θά­λασ­σα ἀ­γο­ρά­ζω τί­πο­τα ψά­ρια, τί­πο­τα στα­φύ­λια — ὅ,τι βρε­θεῖ. Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός, κου­τσὰ στρα­βὰ τὰ βο­λεύ­ου­με. Ἂν δὲ μᾶς εἶ­χε βρεῖ τοῦ­το τὸ κα­κό…

       Κά­θι­σε κα­τα­γῆς, ἔ­βγα­λε τὴν πέ­τσι­νη κα­πνο­σα­κού­λα του κι ἄρ­χι­σε νὰ στρί­βει τσι­γά­ρο. Ὁ Μο­κά­νιν κά­θι­σε δί­πλα του καὶ πρό­σε­ξε ποὺ τὰ χον­τρά, ρο­ζι­α­σμέ­να του δά­χτυ­λα τρέ­μα­νε.

       — Δὲν εἴ­χα­με τύ­χη μὲ τὰ παι­διά μας, ἄρ­χι­σε. Τὰ τρί­α πε­θά­να­νε μι­κρὰ μι­κρά. Δὲ μᾶς ἔ­μει­νε πά­ρεξ ἐ­τού­τη. Ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ ἐ­κεῖ ποὺ ἦ­ταν τὸ κά­ρο. Τῆ­νε κοι­τά­ζα­με σὰν τὴν κό­ρη τοῦ μα­τιοῦ μας. Ἔ­βγα­ζα τὴ μπου­κιά μου ἀ­π’ τὸ στό­μα, μὴ καὶ τῆς λεί­ψει τὸ κα­λὸ φου­στά­νι καὶ δεῖ τὶς ἄλ­λες ὀ­μορ­φον­τυ­μέ­νες καὶ μοῦ κα­κο­καρ­δι­στεῖ. Ὁ Θε­ὸς βο­ή­θη­σε καὶ τὴ φυ­λά­ξα­με ὣς τὰ τώ­ρα. Μὰ δῶ καὶ λί­γον και­ρὸ ἄρ­χι­σε νὰ μα­ρα­ζώ­νει. Ἀρ­ρώ­στια δὲν ἔ­χει τί­πο­τες, κι ὥ­ρα τὴν ὥ­ρα σβή­νει. Ἄ­κου­σα πού ’­λε­γε στὴ μά­να της, οἱ ἄλ­λες, λέ­ει, οἱ φι­λε­νά­δες της παν­τρευ­τή­κα­νε κι αὐ­τὴ δὲν παν­τρεύ­τη­κε γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι πι­κρα­μέ­νη.

       — Ἔ, τῆς λέ­ω, τί σκᾶς μω­ρὲ παι­δί μου, θά ’ρ­θει κι ἡ ἀ­ρά­δα σου. Τὶς ἄλ­λες τη­ρᾶς; Ἐ­λό­γου τους εἶ­ναι πλού­σι­ες. Τὰ πα­λι­κά­ρια σή­με­ρις κοι­τᾶ­νε τὸν πα­ρά. Ἔ­γνοι­α σου, θὰ παν­τρευ­τεῖς κι ἐ­σύ, μὴ χο­λο­σκᾶς, δὲ σὲ πή­ρα­νε δὰ τὰ χρό­νια. Κα­λὴ καρ­διά.

       — Πό­σω χρο­νῶ εἶ­ναι;

       — Κον­τεύ­ει τὰ εἴ­κο­σι. Τῆς Πα­να­γί­ας θὰ τὰ κλεί­σει.

       — Ἄ­μ’ τό­τες εἶ­ναι νιά.

       — Ἔ­τσι λέ­ω καὶ λό­ου μου — νιά.

       Ὁ χω­ρι­κὸς σώ­πα­σε κι ἔ­ρι­ξε πά­λι τὴ μα­τιά του στὰ πρό­βα­τα χω­ρὶς νὰ τὰ δεῖ. Κεῖ πλά­ι, στὸν πυ­ρω­μέ­νο ἀ­έ­ρα, ὑ­ψώ­θη­κε ἡ στριγ­γιὰ κραυ­γὴ τοῦ τζί­τζι­κα.

       — Τοῦ­το τὸ κα­λο­καί­ρι μ’ ἄρ­χε­ψε στὰ πα­ρα­κά­λια νὰν τὴν ἀ­φή­κω νὰ θε­ρί­σει μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες. Τί νὰ κά­νω; Φτω­χοὶ ἀν­θρῶ­ποι εἴ­μα­στε, ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ τί­πο­τις πα­ρά­δες ἔ­χου­με, μὰ ἔ­τσι ποὺ τὴν ἔ­γλε­πα ἀ­χα­μνή, σὰν ἀρ­ρω­στε­μέ­νη, δὲ μοῦ ’­κα­νε καρ­διὰ νὰ τὴν ἀ­φή­κω. Πα­ρα­κά­λια πά­λι: «ἄ­σε με, πα­τέ­ρα, ἄ­σε με νὰ πά­ω κι ἐ­γὼ μὲ τὶς ἄλ­λες». Τί νά ’­κα­να; Κα­λά, μιὰ καὶ τὸ θές, πά­γαι­νε. Δὲν ξέ­ρω τί ἔ­τρε­ξε — δὲν ἤ­μα­στε κεῖ νὰ δῶ. Πλα­γι­ά­ζα­νε, λέ­ει, στὰ χω­ρά­φια. Δὲν ξέ­ρω πῶς μοῦ τά ’­πε. Μιὰ φο­ρά, λέ­ει, εἴ­χα­νε ὁ­λη­με­ρὶς θε­ρί­σει, τὸ βρα­δά­κι δει­πνή­σα­νε, τρα­γου­δή­σα­νε, γλεν­τή­σα­νε κι ἀ­πὲ πλα­γι­ά­σα­νε. Ἡ Νόν­κα, ἔ­τσι τὴ λέ­νε τὴ θυ­γα­τέ­ρα μου, πλά­για­σε κι αὐ­τὴ ὅ­πως κι οἱ ἄλ­λες. «Εἶ­χα πλα­γιά­σει, πα­τέ­ρα», μοῦ ’­πε, «ἀ­νά­με­σα στὰ δε­μά­τια, πί­σω ἀ­πὸ μιὰ θη­μω­νιά, εἶ­χα κου­κου­λω­θεῖ κι ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα. Ξάφ­νου, κά­τι ἔ­νι­ω­σα στὸ στῆ­θος μου, κά­τι βα­ρὺ καὶ κρύ­ο. Ἄ­νοι­ξα τὰ μά­τια μου. Ἕ­να φί­δι».

       — Λοι­πόν;

       — Ναί, ἕ­να φί­δι. Πλα­γι­α­σμέ­νο στὸν κόρ­φο της, κου­λού­ρα. Ἡ θυ­γα­τέ­ρα μου φώ­να­ξε καὶ μ’ ὅ­λο της τὸν τρό­μο, ἅρ­πα­ξε τὸ φί­δι καὶ τὸ πέ­τα­ξε μα­κριά.

       — Τὸ πέ­τα­ξε, λοι­πόν; Κά­τι τέ­τοι­α λα­χαί­νουν τὸ θέ­ρο. Ἔ­χω ἀ­κου­στὰ ποὺ μιὰ βο­λὰ ἕ­να φί­δι μπῆ­κε στὸ στό­μα μιᾶς γυ­ναί­κας. Δὲν τῆ­νε δάγ­κω­σε ὅ­μως; Δὲν τῆ­νε δάγ­κω­σε, ἔ;

       — Ὄ­χι. Ἦ­ταν στὸν κόρ­φο της. Τ’ ἅρ­πα­ξε καὶ τὸ πέ­τα­ξε. Αὐ­τὸ μοῦ ’­πε. Ἀ­λή­θεια ἔ­γι­νε, τί­πο­τες ὄ­νει­ρο ἦ­ταν; δὲν ξέ­ρω. Μὰ ἀ­πὸ κεί­νη τὴ μέ­ρα, ὅ­λο καὶ χει­ρό­τε­ρα. Ἡ κό­ρη μου ξε­ραί­νε­ται σὰν τὸ κλα­δί. Πο­νά­ει στὸ στῆ­θος. Ἔ­χω πό­νο, λέ­ει, ἐ­κεῖ ποὺ εἶ­χε πλα­γιά­σει τὸ φί­δι.

       — Ἄ­κου πρά­μα­τα, εἶ­πε ὁ Μο­κά­νιν σα­στι­σμέ­νος. Καὶ ποῦ τὴν πη­γαί­νεις τώ­ρα; Σὲ κά­να για­τρό;

       — Ἄ, οἱ για­τροί… Τὴν εἴ­δα­νε τό­σοι καὶ τό­σοι! Τώ­ρα τὴν πα­γαί­νω… πῶς νὰ στὸ πῶ… Ἂν ἤ­τα­νε μο­νά­χα στὸ χέ­ρι μου… ἐ­λό­ου μου δὲν τὰ πι­στεύ­ω αὐ­τά… μά, ξέ­ρεις, σὰν ἔ­χεις νὰ κά­νεις μὲ γυ­ναῖ­κες… Κι ὕ­στε­ρις, εἶ­ναι ἄρ­ρω­στη, κι εἶ­ναι παι­δί μου…

       Ἡ φω­νή του τρε­μού­λια­σε. Σώ­πα­σε. Ἔ­ρι­ξε πά­λι γύ­ρω μιὰ μα­τιά, κι ὕ­στε­ρα τρά­βη­ξε μιὰ το ’­να μιὰ τ’ ἄλ­λο μου­στά­κι του, καὶ τὰ ψα­ρά, σκλη­ρά, κα­κο­ξυ­ρι­σμέ­να γέ­νια του. Ὁ Μο­κά­νιν κα­τα­λά­βαι­νε κα­λὰ πὼς ὅ­λες τοῦ­τες οἱ ἄ­σπρες τρί­χες ἦ­ταν ἀπ’ τὶς πολ­λὲς ἔ­γνοι­ες.

       — Τ’ ἄλ­λο βρά­δυ, ξα­νάρ­χι­σε ὁ χω­ρι­κός, εἶ­χαν γυ­ρί­σει ἀ­π’ τὰ καρ­νά­για κά­τι ντό­πιοι ποὺ δού­λευ­αν ἐ­κεῖ. Εἶ­παν τό ’­να, εἴ­πα­νε τ’ ἄλ­λο, ξέ­ρω κι ἐ­γώ… Αὐ­τοὶ δὲν ἔ­χου­νε σκο­τοῦ­ρες. Μπο­ρεῖ νὰ χω­ρά­τευ­αν κι­ό­λας. Καὶ νά, ποὺ κα­τα­φτά­νει σπί­τι μας ἡ Στο­γι­έ­νι­τσα, ἡ πο­λυ­λο­γού, ποὺ δὲν εἶ­ναι πρά­μα στὸν κό­σμο ποὺ νὰ μὴν τὸ ξέ­ρει.

       — Γκοῦν­τσο, φώ­να­ξε ἀ­π’ τὸ κα­τώ­φλι, εἶ­σαι τυ­χε­ρός. Κι ἐ­σύ, Νόν­κα — ἄ­νοι­ξε ἡ τύ­χη σου. Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε μιὰ χα­ρά.

       — Μὰ τί τρέ­χει; λέ­ω. Τὸ καί τό. Ὁ Νι­κό­λας κι ὁ Πέ­νυ Σιν­τε­βό­ρι γυ­ρί­σα­νε ἀ­πὸ τὰ καρ­νά­για. Λέ­νε τὸ λοι­πὸν πὼς στὸ Μαν­τζι­λά­ρι ἔ­χει φα­νεῖ… λέ­ει, ἔ­χει φα­νεῖ ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι. Ὁ­λό­α­σπρο σὰν τὸ χι­ό­νι. — Ἔ, καί; — Μὰ δὲν ξέ­ρεις, λοι­πόν, ποὺ ἅ­μα ἕ­νας ἄρ­ρω­στος τὸ δεῖ γι­α­τρεύ­ε­ται με­μιᾶς ὅ,τι ἀρ­ρώ­στια νά ’­χει; Ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, μιὰ φο­ρὰ στὰ ’­κα­τό χρό­νια φαί­νε­ται. Ξέ­ρεις, Γκοῦν­τσο, λέ­ει, δὲν πρέ­πει ν’ ἀρ­γο­πο­ρᾶς! Πά­γαι­νε τὴ Νόν­κα κεῖ κά­του! Δὲν μπό­ρα­γα νὰ κά­νω ἀλ­λι­ῶς, ἡ μι­κρὴ ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα, τὸ ἴ­διο κι ἡ μά­να της καὶ νά μᾶς.

       — Μὰ νά ’­ναι ἀ­λή­θεια, τά­χα; Καὶ ποῦ βρί­σκε­ται αὐ­τὸ τὸ χε­λι­δό­νι;

       — Σοῦ τό ’­πα, φά­νη­κε στὸ Μαν­τζι­λά­ρι.

       — Ἄ­σπρο εἶ­πες;

       — Ὁ­λό­α­σπρο.

       Ὁ Μο­κά­νιν, πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος, ἔ­ρι­ξε μιὰ μα­τιὰ κα­τὰ τὸ δρό­μο. Αὐ­τός, κά­θε μέ­ρα, στα­μά­τα­γε σὲ τοῦ­το τὸ ξέ­φω­το μὲ τὰ πρό­βα­τά του, μὰ τοῦ φαί­νε­ται πο­τὲ δὲν εἶ­χε δεῖ τό­σα χε­λι­δό­νια, ὅ­σα σή­με­ρα, πά­νω στὰ τη­λε­γρα­φι­κὰ σύρ­μα­τα. Καὶ τί τὸ πα­ρά­ξε­νο, μα­θές; Κον­το­ζύ­γω­νε τῆς Με­τα­μορ­φώ­σε­ως καὶ σὲ τού­τη­να τὴν ἐ­πο­χὴ τὰ χε­λι­δό­νια καὶ τὰ λε­λέ­κια μα­ζεύ­ον­ται γιὰ νὰ ξα­να­γυ­ρί­σουν στὶς ζε­στὲς χῶ­ρες. Ἦ­ταν τό­σα χε­λι­δό­νια κολ­λη­τὰ κολ­λη­τά, ποὺ τὸ σύρ­μα λύ­γι­ζε ἀ­π’ τὸ βά­ρος του κι ἔ­μοια­ζε σὰν κομ­πο­λό­ι. Μι­λι­ού­νια χε­λι­δό­νια, μὰ ὅ­λα μαῦ­ρα.

       — Νὰ για­τὶ βρέ­θη­κα στὰ μέ­ρη σας, εἶ­πε ὁ χω­ρι­κός, τού­τη τὴ φο­ρὰ ξε­θαρ­ρε­μέ­νος καὶ ξα­λα­φρω­μέ­νος. Καὶ σὰν εἶ­δα τοῦ λό­γου σου, συλ­λο­γί­στη­κα: δὲν πα­γαί­νω νὰν τό­νε ρω­τή­σω, μπο­ρεῖ καὶ νά ’­δε τ’ ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, μπο­ρεῖ νά ’­χει ἀ­κού­σει νὰ λέ­νε…

       — Ὄ­χι, ἀ­δερ­φέ μου. Ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι; Μή­τε εἶ­δα, μή­τε ἄ­κου­σα νὰ λέ­νε.

       Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ σκέ­φτη­κε πὼς θ’ ἀ­πόλ­πι­ζε ὁ­λό­τε­λα τού­τους τοὺς ἀν­θρώ­πους καὶ ξα­νά­πε:

       — Μὰ μπο­ρεῖ μιὰ χα­ρὰ νὰ ὑ­πάρ­χει. Ναί, καὶ βέ­βαι­α μπο­ρεῖ. Για­τί ὄ­χι; Ὑ­πάρ­χου­νε ἄ­σπρα βου­βά­λια, ἄ­σπρα πον­τί­κια, ἄ­σπρες κου­ροῦ­νες. Για­τί τό­τε­νες νὰ μὴν ὑ­πάρ­χει κι ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι; Καὶ τὴ στιγ­μὴ ποὺ μι­λᾶ­με γι’ αὐ­τό, στὰ σί­γου­ρα θὰ ὑ­πάρ­χει…

       — Ποι­ός ξέ­ρει; ἔ­κα­νε ὁ χω­ρι­κὸς μ’ ἕ­να στε­ναγ­μό. Ἐ­γὼ δὲν τὰ πι­στεύ­ω, μὰ οἱ γυ­ναῖ­κες, ξέ­ρεις…

       Ση­κώ­θη­κε νὰ φύ­γει. Συγ­κι­νη­μέ­νος ὁ Μο­κά­νιν ση­κώ­θη­κε κι αὐ­τὸς νὰ τὸν ξε­βγά­λει καὶ γιὰ νὰ δεῖ τὴ νέ­α. Ὅ­ταν κον­το­ζύ­γω­σαν στὸ δρό­μο, ἡ μά­να, μιὰ γυ­ναί­κα χλω­μή, σκε­λε­τω­μέ­νη ἀ­π’ τὸ μό­χτο καὶ τὰ βά­σα­να, ξε­ψά­χνι­σε ἀ­πὸ μα­κριὰ ἀ­κό­μα τὸ πρό­σω­πο τοῦ ἄν­τρα της, πα­σκί­ζον­τας νὰ μαν­τέ­ψει τί μαν­τά­τα ἔ­φερ­νε. Ἡ κο­πέ­λα, ἔ­με­νε πάν­τα γυ­ρι­σμέ­νη στὸ πλά­ι καὶ κοί­τα­ζε τὰ χε­λι­δό­νια ποὺ εἶ­χαν κουρ­νιά­σει στὸ τη­λε­γρα­φι­κὸ σύρ­μα.

       Ἡ κο­πέ­λα, ἀ­κού­γον­τας τὴ φω­νή του, γύ­ρι­σε. Ἦ­ταν λε­πτο­κα­μω­μέ­νη. Τὸ κορ­μί της κα­τα­φα­γω­μέ­νο ἀ­π’ τὴν ἀρ­ρώ­στια ὅ,τι ποὺ σχε­δι­ά­ζον­ταν κά­τω ἀ­π’ τὴν κου­βέρ­τα. Στὸ κέ­ρι­νο πρό­σω­πό της μο­νά­χα τὰ μά­τια ἔ­λαμ­παν ἀ­κό­μη μὲ τὴν ἀ­στρα­πὴ τῆς νι­ό­της. Κοί­τα­ζε πό­τε τὸν πα­τέ­ρα της, πό­τε τὸν Μο­κά­νιν.

       — Νόν­κα, αὐ­τὸς ἐ­δῶ, τό ’­χει δεῖ κι­ό­λας τὸ χε­λι­δό­νι, εἶ­πε ὁ χω­ρι­κὸς βά­ζον­τας μάρ­τυ­ρα τὸν Μο­κά­νιν. Εἶ­ναι κεῖ κά­τω, στὸ χω­ριό. Φτά­νει μο­νά­χα νὰ τὸ δοῦ­με κι ἐ­μεῖς.

       Ὁ Μο­κά­νιν ἔ­νι­ω­σε ἕ­να βά­ρος, ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ λαι­μό, τὰ μά­τια του βούρ­κω­σαν.

       — Θὰ τὸ δεῖ­τε κι ἐ­σεῖς, παι­δί μου, εἶ­πε δυ­να­μώ­νον­τας τὴ φω­νή του. Μιὰ καὶ τό ‘δὰ ἐ­γώ, για­τί τά­χα νὰ μὴν τὸ δεῖ­τε κι ἐ­σεῖς; Τό ’­δα μὲ τὰ ἴ­δια μου τὰ μά­τια, ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, κά­τα­σπρο. Θὰ τὸ δεῖς κι ἐ­σύ. Ὁ Θε­ὸς θὰ σοῦ κά­νει τού­τη τὴ χά­ρη, θὰ τὸ δεῖς, παι­δί μου, καὶ θὰ γιά­νεις… εἶ­σαι τό­σο νέ­α! Στὸ λέ­ω, θὰ τὸ δεῖς καὶ θὰ γιά­νεις, μὴ φο­βᾶ­σαι τί­πο­τις…

       Ἡ μη­τέ­ρα ἔ­κρυ­ψε τὰ μά­τια της στὰ χέ­ρια της καὶ ξέ­σπα­σε σ’ ἀ­να­φι­λη­τά. Ὁ με­γα­λό­σω­μος γε­ρο­δε­μέ­νος ἄν­τρας σι­γό­βη­ξε, ἅρ­πα­ξε τὰ γκέ­μια τοῦ ἀ­λό­γου καὶ ξε­κί­νη­σε.

       — Ἄν­τε τέ, στὸ κα­λό, κα­λὴ τύ­χη! φώ­να­ξε ὁ Μο­κά­νιν. Τὸ χω­ριὸ δὲν εἶ­ναι μα­κριά. Θὰ τρα­βή­ξε­τε ἴ­σα ὅ­πως πᾶ­νε τὰ σύρ­μα­τα τοῦ τη­λέ­γρα­φου!

       Ἔ­μει­νε κάμ­πο­σο στὸ δρό­μο κοι­τά­ζον­τας τὸ κά­ρο ποὺ μά­κραι­νε. Μιὰ κοί­τα­ζε τὴ μά­να μὲ τὸ μαῦ­ρο τσεμ­πέ­ρι, μιὰ τὴν κο­πέ­λα πλα­γι­α­σμέ­νη στὸ πλευ­ρό της, μιὰ τὸν ψη­λό­κορ­μο χω­ρι­κὸ ποὺ πή­γαι­νε σκυ­φτὸς τρα­βών­τας τ’ ἄ­λο­γο ἀ­π’ τὰ γκέ­μια, καὶ τὰ χε­λι­δό­νια ποὺ φτε­ρού­γι­ζαν πά­νω τους, κα­θὼς ἐ­κεῖ­νοι περ­νοῦ­σαν, κι ἀ­μέ­σως ὕ­στε­ρα ξα­να­γύ­ρι­ζαν νὰ κά­τσουν στὰ τη­λε­γρα­φι­κὰ σύρ­μα­τα.

       Ὁ Μο­κά­νιν ξα­να­γύ­ρι­σε συλ­λο­γι­σμέ­νος στὸ κο­πά­δι του καὶ ξα­νάρ­χι­σε τὴ δου­λειά του — ἔ­κο­βε ἀ­πὸ πε­τσὶ ἀ­λό­γου τσα­ρού­χια. Ἕ­να ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι, ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε. Καὶ μή­πως εἶ­ναι αὐ­τὸ μο­νά­χα;

       Ἔ­νι­ω­θε με­γά­λο βά­ρος στὸ στῆ­θος, κά­τι τὸν τυ­ρα­γνοῦ­σε. Ὕ­στε­ρα, πα­ρα­τών­τας τὸ σου­βλί του ἀ­π’ τὸ χέ­ρι, σή­κω­σε τὰ μά­τια στὸν οὐ­ρα­νὸ κι εἶ­πε:

       — Κύ­ρι­ε Με­γα­λεύ­σπλα­χνε, τί βά­σα­να σὲ τού­τη τὴ γῆς!

       Κι ἔ­ρι­ξε ξα­νὰ τὴ μα­τιά του στὸ κά­ρο ποὺ μά­κραι­νε πέ­ρα στὸ δρό­μο.


μαυ­λί­ζω: φω­νά­ζω κά­ποι­ο ζῶ­ο ἢ που­λὶ μι­μού­με­νος τὴ φω­νή του.

ἀ­σί­κης: πα­λι­κα­ράς, λε­βέν­της.

στα­λιά­ζω: ξε­κου­ρά­ζο­μαι στὴ σκιά.

λεύ­κα­σμα: ἄ­σπρι­σμα, ἀ­σβέ­στω­μα.

καρ­νά­γιο: σκά­ρα ὅ­που πλα­γιά­ζουν τὰ πλοῖ­α γιὰ κα­θα­ρι­σμό.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 Πη­γή:

http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-B125/668/4445,19947/index_b_08.html

Giofkof,Giorntan-Eikona-01Γιορ­ντὰν Γι­όφ­κω­φ (Йордан Йовков) (Ζέραβ­να, 1880 – Πλόβ­ντιβ, 1937). Βούλ­γα­ρος πε­ζο­γρά­φος καὶ θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας. Δὲν μπό­ρε­σε νὰ τε­λει­ώ­σει τὰ Νο­μι­κὰ καὶ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δου­λέ­ψει, ἀρ­χι­κά, ὡς δά­σκα­λος. Ἀρ­γό­τε­ρα, ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς πρε­σβευ­τὴς στὸ Βου­κου­ρέ­στι. Πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης καὶ χῶ­ρος δρά­σης τῶν ἔρ­γων τοῦ εἶ­ναι τὰ Βαλ­κά­νια. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα (Θρύ­λοι τοῦ βου­νοῦ Στά­ρα Πλά­νι­να, 1927), μυ­θι­στο­ρή­μα­τα (Τὸ τσι­φλί­κι κον­τὰ στὰ σύ­νο­ρα, 1934) καὶ θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα (Βρα­δι­ὲς στὸ παν­δο­χεῖ­ο τοῦ Ἀν­τί­μο­βο, 1928· Ὁ ἑ­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος, 1930· Ἡ καρ­διὰ μιᾶς γυ­ναί­κας, 1935).

Με­τά­φρα­ση (ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά):

Γιά­ννης Ρί­τσος (Μο­νεμ­βα­σιά, 1 Μα­ΐ­ου 1909 – Ἀ­θή­να, 11 Νο­εμ­βρί­ου 1990). Ποί­η­ση, μυ­θι­στό­ρη­μα, θέ­α­τρο, με­τά­φρα­ση, με­λέ­τη. Πολ­λὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες. Δη­μο­σί­ευ­σε πά­νω ἀ­πὸ ἑ­κα­τὸ ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ συν­θέ­σεις, ἐν­νέ­α μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, τέσ­σε­ρα θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα καὶ με­λέ­τες.

Ση­μεί­ω­ση τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου:

Ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ φί­λος καὶ τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἱ­στο­σε­λί­δας μας, με­τα­φρα­στὴς ἀ­πὸ τὰ βουλ­γα­ρι­κά, Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς, στὶς 12 Ἰ­ου­λί­ου 2010 ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­να σπά­νιο ἄ­σπρο χε­λι­δό­νι στὴν πό­λη Ταρ­γκό­βι­στε τῆς Βουλ­γα­ρί­ας! Ἐ­δῶ βλέ­που­με τὸ σχε­τι­κὸ βίν­τε­ο:




		

	

Δη­μή­τρης Λε­βέν­της: Μιὰ λέ­ξη ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα


Lebentis,Dimitris-MiaLeksiPouDenIksera-Eikona-04


Δη­μή­τρης Λε­βέν­της


Μιὰ λέ­ξη ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα


02-PiΡΕΠΕΙ, ΝΑ ΗΤΑΝ ΤΟ 1987, δεύ­τε­ρη χρο­νιὰ πα­ρα­μο­νῆς μου στὰ Κύ­θη­ρα. Τό­τε συ­νή­θι­ζα νὰ πη­γαί­νω μιὰ φο­ρὰ τὴ βδο­μά­δα στὴ βρύ­ση στὰ Βι­α­ρά­δι­κα καὶ νὰ γε­μί­ζω μπου­κά­λια μὲ νε­ρὸ γιὰ τὸ σπί­τι. Τὸ ἔ­κα­να ἀ­πὸ τὴ μιὰ για­τί εἶ­χα πει­στεῖ ὅ­τι τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο νε­ρὸ ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο ἀ­πὸ αὐ­τὸ τῆς ὕ­δρευ­σης, καὶ ἦ­ταν, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη ὅ­μως, καὶ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, γιὰ τὴ γα­λή­νια ὀ­μορ­φιὰ τῶν ἤ­χων καὶ τῶν ὀ­σμῶν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν πη­γή.

       Τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ πῆ­γα, καὶ μό­λις εἶ­χα ἀρ­χί­σει νὰ γε­μί­ζω τὰ πρῶ­τα μπου­κά­λια, ἐμ­φα­νί­στη­κε σὰν ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά —το χω­ριὸ ἦ­ταν καὶ τό­τε σχε­δὸν ἀ­κα­τοί­κη­το— ἕ­νας μι­κρό­σω­μος καὶ ἐν­τυ­πω­σια­κὰ εὐ­κί­νη­τος γέ­ρον­τας. Ἰ­σχυ­ρί­στη­κε ὅ­τι πή­γαι­νε γιὰ δου­λειὰ στὰ πε­ρι­βό­λια του, στὴν οὐ­σί­α ὅ­μως μὲ ὑ­πέ­βα­λε σὲ μιὰ ἀ­ρι­στο­τε­χνι­κὰ ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κὴ ἀ­νά­κρι­ση, μα­θαί­νον­τας ὄ­χι ἁ­πλά τὸ λό­γο τῆς ἐ­κεῖ πα­ρου­σί­ας μου, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ μέ­να ἴ­σως καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ­σα κά­ποι­οι κα­λοί μου φί­λοι ἤ­ξε­ραν.

       Ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α δὲν μὲ ἐ­νό­χλη­σε. Ἀ­πὸ τὴ με­ριά του φαί­νε­ται ὅ­τι καὶ ἐ­κεῖ­νος μὲ ἐ­νέ­κρι­νε. Τὸν κέρ­δι­σα ἐ­παι­νών­τας, μὲ εἰ­λι­κρί­νεια καὶ ἐν­θου­σια­σμό, τὸ νη­σί, τὸ χω­ριὸ καὶ τὸ νε­ρό του. Ὁ γέ­ρον­τας ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε στὸ πυ­κνὸ πρά­σι­νο καί, λί­γο πρὶν φύ­γω, ἐ­πα­νεμ­φα­νί­στη­κε, καὶ πά­λι σὰν ἀ­πὸ τὸ που­θε­νά, φι­λεύ­οντάς μὲ κάμ­πο­σα σκαν­δα­λω­δῶς νό­στι­μα πε­τρο­κέ­ρασα. Μοῦ ἔ­δω­σε νὰ κα­τα­λά­βω, χω­ρὶς νὰ μοῦ τὸ πεῖ, ὅ­τι πο­τὲ δὲν ἔ­πρε­πε νὰ πά­ω νὰ κό­ψω μό­νος μου κε­ρά­σια. Τοῦ ἔ­δω­σα νὰ κα­τα­λά­βει, λέ­γον­τάς το, ὅ­τι δὲν θὰ τὸ ἔ­κα­να. Τὸ μέλ­λον ἀ­πέ­δει­ξε πὼς ἤ­μουν ψεύ­της. Ὅ­πο­τε ἀ­να­με­τρή­θη­καν ἡ νο­στι­μιὰ τῶν κε­ρα­σι­ῶν μὲ τὸν κώ­δι­κα τι­μῆς μου, ὁ δεύ­τε­ρος ἡτ­τή­θη­κε κα­τὰ κρά­τος, κα­τα­δει­κνύ­ον­τας ὅ­τι τό­τε ζοῦ­σα σὲ ἕ­να σύμ­παν στιγ­μῶν ἀρ­χέ­γο­νης εὐ­τυ­χί­ας.

       Κα­τὰ τὶς ἑ­πό­με­νες ἐ­πι­σκέ­ψεις μου, ἐ­κεῖ­νος ἄλ­λο­τε ἐμ­φα­νι­ζό­ταν καὶ ἄλ­λο­τε ὄ­χι. Περ­νού­σα­με ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα μα­ζί, ἀλ­λὰ οἱ κου­βέν­τες μας ἤ­τα­νε λι­γο­στές. Δύ­ο πράγ­μα­τα θυ­μᾶ­μαι πιὸ πο­λύ. Τὸν ἀ­βί­α­στα ἁρ­μο­νι­κὸ τρό­πο μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο συμ­πλέ­κον­ταν καὶ συγ­χρο­νί­ζον­ταν τὸ τέμ­πο καὶ ὁ τό­νος τῆς φω­νῆς του μὲ τ’ ἀ­κού­σμα­τα τοῦ ἀ­νέ­μου, τοῦ νε­ροῦ καὶ τῶν ὄν­των, καὶ ποὺ συ­νέ­θε­ταν μιὰν ἀ­ξέ­χα­στα εὐ­ή­κο­η ἐμ­πει­ρί­α, καὶ τὴν ὑ­πέ­ρο­χη μο­να­δι­κό­τη­τα τῶν συ­ναι­σθη­μά­των μου ποὺ ἀ­να­δύ­ον­ταν στὰ με­σο­δι­α­στή­μα­τα τῆς σι­ω­πῆς. Δὲν θυ­μᾶ­μαι κα­θό­λου τί λέ­γα­με.

       Τὴ μέ­ρα ἐ­κεί­νη δὲν εἶ­χε ἔρ­θει. Εἶ­χα ἀ­φή­σει στὶς τρεῖς βρυ­σοῦ­λες ἰ­σά­ριθ­μα μπου­κά­λια νὰ ξε­χει­λί­ζουν, εἶ­χα ἀ­νά­ψει τσι­γά­ρο καὶ χά­ζευ­α. Καὶ τό­τε εἶ­δα τὸν Νί­κο. Στε­κό­ταν ἀ­νά­με­σα στὰ φυλ­λώ­μα­τα, σὲ μιὰν ἀρ­κε­τὰ μα­κρι­νὴ ἀ­πό­στα­ση, ὄ­χι ὅ­μως τό­σο ποὺ νὰ μὲ κά­νει νὰ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι πὼς ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος. Μὲ κοι­τοῦ­σε κα­τά­μα­τα, ἀ­νέκ­φρα­στος καὶ ἀ­μί­λη­τος. Τοῦ ἔ­κα­να νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι καὶ τὸν φώ­να­ξα μὲ τὸ ὄ­νο­μά του, πι­στεύ­ον­τας πὼς ἴ­σως καὶ νὰ μὴ μὲ εἶ­χε ἀν­τι­λη­φθεῖ. Κα­μί­α ἀλ­λα­γή. Θε­ώ­ρη­σα ὅ­τι θὰ ἦ­ταν μᾶλ­λον ἀ­γε­νὲς νὰ ἐ­πι­μεί­νω. Πῆ­γα λοι­πὸν πρὸς τὴ βρύ­ση νὰ μα­ζέ­ψω τὰ γε­μά­τα μπου­κά­λια καί, σβή­νον­τας τὸ τσι­γά­ρο, ἔ­ρι­ξα μιὰ μα­τιὰ πρὸς τὸ μέ­ρος ποὺ εἶ­χα δεῖ πιὸ πρὶν τὸν φί­λο μου. Δὲν ἦ­ταν πιὰ ἐ­κεῖ.

       Ὁ Νί­κος δὲν ἦ­ταν ἀ­κρι­βῶς φί­λος μου. Εἴ­χα­με βρε­θεῖ μα­ζὶ τὴν πε­ρα­σμέ­νη χρο­νιά, Κυ­ρια­κὴ τῆς Τυ­ρι­νῆς, μὲ τὸν Τά­σο ἀρ­χη­γό, νὰ τρα­γου­δᾶ­με καν­τά­δες στὰ «καν­τού­νια», ἀλ­λὰ καὶ σὲ σπί­τια τῆς Χώ­ρας, ὅ­που ἔκ­πλη­κτοι οἱ νοι­κο­κυ­ραῖ­οι, με­ρι­κοὶ μά­λι­στα φο­ρών­τας τὶς πι­τζά­μες τους, μᾶς σέρ­βι­ραν κα­λο­συ­νά­τα τσί­που­ρο ἐ­κλε­κτὸ καὶ λι­κὲρ φτη­νό. Ὁ Νί­κος ξε­χώ­ρι­ζε για­τί ἦ­ταν κά­πως με­γα­λύ­τε­ρος καὶ ντό­πιος, σὲ ἀν­τί­θε­ση μὲ τὴν πλει­ο­ψη­φί­α τῆς ὑ­πό­λοι­πης πα­ρέ­ας. Ται­ρι­ά­ξα­με καὶ ἀ­φή­νον­τας κα­τὰ μέ­ρος τὶς ση­μαν­τι­κές μας δι­α­φο­ρές, βρε­θή­κα­με ἀρ­κε­τὲς φο­ρές, ἄλ­λο­τε σα­χλα­μα­ρί­ζον­τας καὶ ἄλ­λο­τε συ­ζη­τών­τας σο­βα­ρά. Περ­νού­σα­με κα­λὰ ἀ­νι­χνεύ­ον­τας καὶ ἀ­να­κα­λύ­πτον­τας ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον πράγ­μα­τα ἁ­πλὰ μὰ καὶ ἀ­πρό­σμε­να.

       Τὸ τε­λε­τουρ­γι­κό μας ἦ­ταν νὰ μοῦ κά­νει ἐ­κεῖ­νος νό­η­μα, ὅ­ταν μὲ ἔ­βλε­πε νὰ δι­α­σχί­ζω μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το τὸν κεν­τρι­κὸ δρό­μο, ἐ­γὼ νὰ στα­μα­τάω καὶ νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θῶ σὲ κά­ποι­ο τρα­πε­ζά­κι τοῦ «Πι­έρ­ρου», ποὺ τό­τε ἦ­ταν τὸ μο­να­δι­κὸ στέ­κι τοῦ Λι­βα­διοῦ. Κερ­νοῦ­σε πάν­τα ἐ­κεῖ­νος, κι ἐ­γὼ τὸ ἀ­πο­δε­χό­μουν, νι­ώ­θον­τας πὼς ἂν δὲν τὸ ἔ­κα­να, θὰ χα­λοῦ­σα κά­τι στὴν ἰ­σορ­ρο­πί­α αὐ­τῆς τῆς σχέ­σης.

       Γυρ­νών­τας ἀ­πὸ τὰ Βι­α­ρά­δι­κα, ἀ­πό­γευ­μα πιά, ἐ­κεί­νη τὴ μέ­ρα τὸ τε­λε­τουρ­γι­κὸ πα­ρα­βι­ά­στη­κε. Τὸν εἶ­δα νὰ κά­θε­ται μό­νος στὸ τρα­πε­ζά­κι, ἔ­ξω ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα τοῦ κα­φε­νεί­ου. Πάρ­κα­ρα ἀ­πέ­ναν­τι καὶ πῆ­γα νὰ τὸν συ­ναν­τή­σω. Μὲ πῆ­ρε εἴ­δη­ση ὅ­ταν πιὰ εἶ­χα φτά­σει πο­λὺ κον­τά. Κά­θι­σα χω­ρὶς νὰ μοῦ τὸ προ­τεί­νει. Μοῦ χα­μο­γέ­λα­σε κά­πως νευ­ρι­κὰ καὶ μεί­να­με γιὰ λί­γο ἀ­μί­λη­τοι. Ἐν τῷ με­τα­ξύ, ἦρ­θε καὶ ὁ κύ­ριος Γιά­ννης, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­φοῦ, ὅ­πως πάν­τα, εἶ­πε κά­τι γου­στό­ζι­κο, ταυ­τό­χρο­να, γρή­γο­ρα καὶ ἀ­λάν­θα­στα, ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴν ἐ­πι­κίν­δυ­νη ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα μιᾶς ἐν ἀ­να­μο­νῇ λαν­θά­νου­σας κα­τάρ­ρευ­σης καί, παίρ­νον­τας τὴν πα­ραγ­γε­λί­α μου, ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε σὲ ἐ­λά­χι­στο χρό­νο. Ἔ­νι­ω­θα κά­πως ἀ­μή­χα­νος μὲ τὴν κα­τά­στα­ση, ξε­περ­νών­τας ὅ­μως τὶς ἀ­να­στο­λές μου, καὶ ἀ­πο­φεύ­γον­τας ἐ­σκεμ­μέ­να νὰ ρω­τή­σω τί στὸ κα­λὸ γύ­ρευ­ε στὶς ἐ­ρη­μι­ές, τὸν ρώ­τη­σα πῶς τὰ κα­τά­φε­ρε νὰ ἔρ­θει πρὶν ἀ­πὸ μέ­να ἀ­πὸ τὰ Βι­α­ρά­δι­κα ποὺ τὸν εἶ­χα δεῖ στὸ Λι­βά­δι, καὶ νὰ ἔ­χει κι­ό­λας πι­εῖ τὸν μι­σὸ κα­φέ του. Γύ­ρι­σε ἀρ­γὰ τὸ κε­φά­λι καὶ μὲ κοί­τα­ξε ὁ­λο­φά­νε­ρα τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος. «Καὶ σύ;» ρώ­τη­σε. Ἔ­πει­τα ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­φυ­γε χω­ρὶς νὰ πεῖ τί­πο­τε ἄλ­λο καὶ χω­ρὶς νὰ πλη­ρώ­σει. Ἦ­ταν ἡ πρώ­τη καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὸν κέ­ρα­σα, πι­θα­νό­τα­τα ἐν ἀ­γνοί­α του, καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ τὸν εἶ­δα.

       Τὴν ἑ­πό­με­νη βδο­μά­δα στὴν κη­δεί­α του, στὶς πα­ρά­ται­ρα ἀ­νά­λα­φρες συ­ζη­τή­σεις ποὺ συ­νη­θί­ζον­ται στὸν γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α χῶ­ρο σὲ τέ­τοι­ες πε­ρι­πτώ­σεις, καὶ ποὺ εἶ­ναι ἕ­νας πιὸ ἀ­νε­πί­ση­μος ἀλ­λὰ ὁ­πωσ­δή­πο­τε οὐ­σι­α­στι­κό­τε­ρος ἐ­πι­κή­δει­ος γιὰ τὸν νε­κρό, ἔ­μα­θα πὼς του­λά­χι­στον ἄλ­λοι δύ­ο εἴ­χα­νε δεῖ τὸ ἀ­νά­ρα­χο τοῦ Νί­κου. Ὁ ἕ­νας κον­τὰ στὴν Ὁ­δη­γή­τρια, νὰ ξε­μα­κραί­νει ἀ­πὸ τὸ δρό­μο, καὶ ὁ ἄλ­λος στὸ πα­ζά­ρι τοῦ Πο­τα­μοῦ, ἀ­νά­με­σα στὸ πλῆ­θος.

       Δὲν ἤ­ξε­ρα τό­τε τί θὰ πεῖ ἀ­νά­ρα­χο. Τώ­ρα ξέ­ρω, κι ἔ­χω κι ἄλ­λα δεῖ. Μὰ πιὰ δὲν τὸ συ­ζη­τά­ω. Ὄ­χι πὼς ἔ­τσι ἀ­πο­τρέ­πω τὸ μοι­ραῖ­ο. Ἁ­πλῶς ἀρ­νοῦ­μαι νὰ πα­ρα­δε­χτῶ ὅ­τι κά­τι τέ­τοι­ο ἀ­νάρ­μο­στο συμ­βαί­νει σ’ ἐ­μέ­να, ἕ­ναν ἄρ­ρω­στα κολ­λη­μέ­νο τοῦ ὀρ­θοῦ λό­γου ζη­λω­τῆ.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).

Δη­μή­τρης Λε­βέν­της (Ἀ­λε­ξάν­δρεια τῆς Αἰ­γύ­πτου, 1957). Διήγημα. Ἦρ­θε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1961. Με­γά­λω­σε στὸ Πα­λαι­ὸ Φά­λη­ρο καὶ σπού­δα­σε χη­μι­κὸς στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὰ Κύ­θη­ρα ὡς κα­θη­γη­τὴς δευ­τε­ρο­βάθ­μιας ἐκ­παί­δευ­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Οὐ παν­τὸς πλεῖν ἐς Κύ­θη­ρα (δε­κα­ο­κτὼ μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2010).



		

	

Γιῶργος Γκόζης: Κέρνα μας, κέρνα μας


Gkozis,Giorgos-KernaMas,KernaMas-Εικονα-01a


Γιῶργος Γκόζης


Κέρ­να μας, κέρ­να μας


01-TaphΟ ΤΡΑΠΕΖΙ πρὶν ἀ­πὸ τὸν γά­μο του, ἦ­ταν στρω­μέ­νο στὸ πα­τρι­κό του ἐ­δῶ καὶ ἕ­ναν μή­να καὶ κά­θε μέ­ρα, μὰ κά­θε μέ­ρα, ὅ­λοι οἱ δι­κοί του Βλά­χοι, οἱ σκόρ­πιοι στὰ τέσ­σε­ρα ση­μεῖ­α, ἔ­φτα­ναν ἐ­πὶ τῷ αὐ­τῷ νὰ τοῦ εὐ­χη­θοῦν ἀ­πὸ κον­τά, ποὺ εἴ­χα­νε νὰ τὸν δοῦν ἀ­πὸ μι­κρό, νὰ τὸν φι­λή­σουν, νὰ τοῦ δώ­σουν ἕ­να τρυ­φε­ρὸ σὰ χά­δι σκαμ­πί­λι στὸ μά­γου­λο, νὰ φᾶ­νε καὶ νὰ πιοῦ­νε στὴν ὑ­γειά του, νὰ κα­θί­σουν στὰ τρα­πέ­ζια ποὺ ἦ­ταν στρω­μέ­να μὲ λευ­κὸ τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο σὲ ὅ­λα τὰ δω­μά­τια τοῦ χα­μη­λο­τά­βα­νου σπι­τιοῦ, κα­τά­φορ­τα ἀ­πὸ πί­τες, ἀ­πὸ πέ­του­ρα κι ἀ­πὸ κρα­σὶ – κι ὅ­ταν ἔ­λε­γαν κρα­σὶ ἐν­νο­οῦ­σαν μό­νο τὸ κόκ­κι­νο, μαυ­ρο­τρά­γα­νο, ξι­νό­μαυ­ρο τρα­γα­νό, ἐ­νῶ τὸ τρα­γού­δι ἦ­ταν μα­κρό­συρ­το καὶ τὸ τρα­γου­δοῦ­σαν δί­χως ὄρ­γα­να ὅ­λοι μα­ζί, μου­σι­κῶς ἄ­το­νοι καὶ μή, μὲ ὅ­λη τους τὴν καρ­διά, δι­α­κό­πτον­τας τὶς κου­βέν­τες ποὺ εἶ­χαν ὁ κα­θέ­νας χω­ρι­στὰ στὰ δω­μά­τια τοῦ χα­μη­λο­τά­βα­νου σπι­τιοῦ γιὰ τὰ νέ­α τους, πῶς ζού­σα­νε στὴν με­γά­λη πο­λι­τεία, τί κά­νουν τὰ παι­διά, πό­τε πῆ­γαν στὸ χω­ριὸ τε­λευ­ταί­α φο­ρά, ση­κώ­νον­τας τὰ πο­τή­ρια τους στὸ κέν­τρο τῆς τρά­πε­ζας καὶ τὰ ἕ­νω­ναν ἐ­κεῖ ὅ­λοι μα­ζί,

Ἐ­μεῖς ἐ­δῶ δὲν ἤρ­θα­με, κέρ­να μας, κέρ­να μας, 

νὰ φᾶ­με καὶ νὰ πι­οῦ­με, κέρ­να μας, κέρ­να μας,   

ἄν­τε νὰ κερ­νᾶς, νὰ κα­λο­περ­νᾶς

 

Μό­νο σᾶς ἀ­γα­πού­σα­με, κέρ­να μας, κέρ­να μας

ἤρ­θα­με νὰ σᾶς δοῦ­με, ἄν­τε νὰ κερ­νᾶς, νὰ κα­λο­περ­νᾶς

 

Μᾶς παί­νε­ψαν καὶ τὸ κρα­σί, κέρ­να μας, κέρ­να μας

ἤρ­θα­με νὰ τὸ πι­οῦ­με, ἄν­τε νὰ κερ­νᾶς νὰ κα­λο­περ­νᾶς.

Σή­με­ρα, κά­θε σή­με­ρα, εἶ­ναι, θὰ ἦ­ταν, ἡ γι­ορ­τή του κι ἂν στὸν γά­μο του δὲν εὐ­τύ­χη­σε, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ἡ νύ­φη ἦ­ταν Γκρέ­κα κι ὄ­χι δι­κιά τους κι ἂς τοῦ τά ‘­λε­γαν ἐ­κεῖ­νοι, μά ποῦ μυα­λὸ ἐ­κεῖ­νος, κε­φά­λι ἀ­γύ­ρι­στο, σή­με­ρα, κά­θε σή­με­ρα πί­νω ἕ­να πο­τη­ρά­κι μαυ­ρο­τρά­γα­νο ξι­νό­μαυ­ρο, νέ­κταρ κα­νο­νι­κό, στὴν ὑ­γειά του.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Γκό­ζης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1970). Δι­ή­γη­μα. Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Α.Π.Θ., μὲ με­τα­πτυ­χια­κὸ τί­τλο στὴν Ἐκ­κλη­σι­α­στι­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Χρι­στι­α­νι­κὴ Γραμ­μα­τεί­α, Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α καὶ Τέ­χνη, καὶ εἰ­δί­κευ­ση στὴν Ἁ­γι­ο­λο­γί­α. Κεί­με­νά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ σου­η­δι­κά. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Ὁ νυ­χτε­ρι­νὸς στὸ βά­θος (Νε­φέ­λη, 2002) καὶ Ἀ­φῆ­στε με νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω (Πό­λις, 2014).