Βασίλης Βασιλικός: Γράμμα στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη

 

 

Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός

 

Γράμ­μα στὸν Ἀ­λέ­ξαν­δρο Πα­πα­δι­α­μάν­τη

 

Ἀ­λί­μο­νο κι ἀ­λὶ κα­η­μὸς  / τοῦ γε­μιτ­ζῆ ὁ ξε­νι­τε­μός.

 

Πό­λη τῆς Κα­γι­ούγ­κα

Δε­κέμ­βριος 1960

 

ΓΑΠΗΤΕ μου Ἀ­λέ­ξαν­δρε,

στὴν πό­λη αὐ­τὴ ἀ­π’ ὅ­που σοῦ γρά­φω τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ γράμ­μα, καὶ δέ­ξου το σὲ πα­ρα­κα­λῶ σὰν μιὰ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη ἔκ­φρα­ση εὐ­γνω­μο­σύ­νης γιὰ τὸ ἔρ­γο σου πού, ἐ­δῶ στὴν ξε­νι­τιά, εἶ­ναι ἡ μό­νη πα­τρί­δα ποὺ ἔ­χω καὶ περ­νῶ ἀ­πὸ τὸ ἕ­να δι­ή­γη­μα στὸ ἄλ­λο ὅ­πως ἐ­σὺ περ­νοῦ­σες ἀ­πὸ τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο ἀ­κρο­γιά­λι τοῦ νη­σιοῦ σου, λοι­πὸν στὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τὴ λὲν Κα­γι­ούγ­κα, ἕ­ξι ὧ­ρες μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ἔ­φτα­σα προ­χτές. Τα­ξι­δεύ­α­με νύ­χτα καὶ σ’ ὅ­λο τὸ δρό­μο ἐ­νῶ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἔ­παι­ζε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κους ὕ­μνους, με­ρι­κοὺς τοὺς ἤ­ξε­ρα, κι ἔ­β­λε­πα ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὰ μι­κρὰ σπί­τια τῆς ἐ­ξο­χῆς, ὅ­λα φω­τι­σμέ­να μὲ γιρ­λάν­τες ἀ­πὸ φῶ­τα, μὲ δέν­τρα χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα στὰ κά­δρα τῶν πα­ρα­θυ­ρι­ῶν. Με­ρι­κὰ εἶ­χαν ὁ­λό­κλη­ρη τὴ σκη­νὴ τῆς Γέν­νη­σης ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς πόρ­τες τους. Εἶ­χε χι­ο­νί­σει, μὲς στὸ πυ­κνὸ σκο­τά­δι τοῦ πα­γε­τώ­να, μοιά­ζαν πα­ρα­μυ­θέ­νια. Μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ νο­σταλ­γοῦ­σα τὰ κά­λαν­τά σου: «Χρι­στού­γεν­να, πρω­τούγεν­να, πρώ­τη γι­ορ­τὴ τοῦ χρό­νου, ἐ­βγᾶ­τε, ἀ­κοῦ­στε, μά­θε­τε τώ­ρα ὁ Χρι­στὸς γεν­νι­έ­ται.»

         Ἡ πό­λη «εἶ­ναι ἄ­σπρη σὰν τὸν Ἔ­λυμ­πο, σὰν τ’ ἄ­σπρο πε­ρι­στέ­ρι». Μι­κρή, σπι­τί­σια, ἴ­σως καὶ μι­κρό­χα­ρη, εἶ­ναι «ὁ­λό­γυ­ρα στὴ λί­μνη» ποὺ ὅ­μως δὲν ἔ­χει κα­μιὰ σχέ­ση μὲ τὴ λί­μνη ποὺ πε­ρι­γρά­φεις ἐ­σὺ στὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μά σου. Τού­τη ἡ λί­μνη ἡ Κα­γι­ούγ­κα, ἀ­π’ ὅ­που κι ἡ πό­λη τρά­βη­ξε τ’ ὄ­νο­μά της, δὲν ἔ­χει δυὸ οὐ­ρα­νοὺς οὔ­τε «κα­λα­μώ­νας σει­ό­με­νους ὑ­πὸ τοῦ ἀ­νέ­μου», οὔ­τε καὶ «βρύ­α, λύ­γους καὶ ἀ­σφό­δε­λους ποὺ ἀ­πέ­ζουν ἐκ τοῦ ἕ­λους τῆς λί­μνης καὶ ἐκ τοῦ λί­πους τοῦ βάλ­του κλί­νον­τα τὰς χθα­μα­λὰς κορυ­φάς των πρὸς τὸ ὕ­δωρ, ὡς ν’ ἀ­πέ­δι­δον εἰς τὴν λί­μνην τὴν ὀ­φει­λο­μέ­νην εὐ­γνώ­μο­να ὑ­πό­κλι­σιν». Τού­τη ἡ λί­μνη εἶ­ναι ἕ­να ἀ­δά­μα­στο θε­ριὸ καὶ τὰ λι­γο­στὰ σπί­τια τῆς πό­λης μιὰ χα­ψιὰ μπρο­στὰ στὸ ἀ­δη­φά­γο στό­μα της. Εἶ­ναι μιὰ προ­έ­κτα­ση ἄλ­λων λι­μνῶν ποὺ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν ὅ­λες με­τα­ξύ τους ὑ­πο­γεί­ως κι αὐ­τὸ τὸ συμ­πε­ραί­νουν ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι δὲ βρί­σκον­ται πο­τὲ στὸν πυθ­μέ­να τους τὰ πτώ­μα­τα τῶν πνιγ­μέ­νων. Τὴν εἶ­δα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πα­γω­μέ­νη. Πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ κα­θρέ­φτη της εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ γιὰ πάν­τα τὰ τε­λευ­ταῖ­α ρεύ­μα­τα τῶν νε­ρῶν. Κι ὡ­στό­σο ἡ ἀ­πά­τη φά­νη­κε ὅ­ταν πῆ­γα νὰ πα­τή­σω ἐ­πά­νω του, ἐμ­πι­στευ­ό­με­νος, εὐ­τυ­χῶς, πρῶ­τα τὸ ἕ­να μου πό­δι: ὁ πά­γος τό­τε ὑ­πο­χώ­ρη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ βρέ­θη­κα μὲ τὴν ἁρ­πά­γη ἑ­νὸς βάρ­βα­ρου θε­ριοῦ στὸν ἀ­στρά­γα­λο ποὺ ζη­τοῦ­σε νὰ μὲ ρου­φή­ξει ὅ­λον μέ­σα. Πιὸ πέ­ρα, μὲς στοὺς βρά­χους τῶν βου­νῶν καὶ τὰ πα­νύ­ψη­λα δέν­τρα τους, ἦ­ταν οἱ κα­ταρ­ρά­χτες. Ὁ κα­ταρ­ρά­χτης ἀ­πὸ μα­κριὰ ἔ­χει τὴν ὀ­μορ­φιά του. Ἀλ­λὰ ἀ­πὸ κον­τὰ δέ­χε­σαι τὴ βου­ή του σὰν μιὰ μπου­νιὰ στὸ στο­μά­χι σου καὶ θέ­λεις νὰ τὸν κλο­τσή­σεις μὲ τὸ πό­δι σου. Τὰ τύμ­πα­νά σου ὁ­λό­κλη­ρα δὲν τὸ χω­ρᾶν, ὅ­πως ἕ­να ἐκ­κλη­σά­κι, Ἀ­λέ­ξαν­δρε, δὲ δέ­χε­ται ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο χω­ριὸ κά­τω ἀπ’ τὶς στε­νὲς κα­μά­ρες του. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Κι ἔ­νι­ω­θα στε­γνός, πα­ρ’ ­ὅ­λο ποὺ βρε­χό­μου­να καὶ τὰ κό­κα­λά μου γί­ναν εὔ­θραυ­στα, σὰν ξε­ρό­κλα­δα κι εἶ­δα τὸ κορ­μί μου λί­πα­σμα γιὰ τὴν ἀ­νύ­παρ­κτη γῆ. Ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νο ποὺ μὲ τρό­μα­ξε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἦ­ταν κά­τι γι­γάν­τιοι στα­λα­κτί­τες ποὺ κρε­μό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὶς σπη­λι­ές, μὲ φόν­το τὸ μαῦ­ρο. Μοῦ φά­νη­καν ξαφ­νι­κὰ σὰν λα­ξευ­τι­κὰ σύ­νερ­γα κυ­κλώ­πων, σὰν μπρά­τσα σοῦ­περ μί­στερ ἀ­μέ­ρι­κα ποὺ ἀ­τρό­φη­σαν στὰ δά­χτυ­λα ἀλ­λὰ ποὺ κρά­τη­σαν ὅ­λη τὴν ἀρ­χι­κή τους δύ­να­μη στὰ πον­τί­κια.

        Ὅ­ταν σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ μπαί­νον­τας τυ­χαῖ­α σ’ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο γιὰ νὰ φᾶ­με, μα­ζὶ μὲ τὴν Πό­πη, τὴν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου, γνώ­ρι­σα Ἀ­λέ­ξαν­δρε, ποι­ὸν νὰ φαν­τα­στεῖς, ναὶ τὸ Χρι­στο­δου­λή, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο παι­δὶ ποὺ λὲς στὸ δι­ή­γη­μά σου «Ὁ­λό­γυ­ρα στὴ Λί­μνη» ὅ­τι ἔ­πε­σε δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ νε­ρό της, τὴ μιὰ γιὰ νὰ σκα­λώ­σει σ’ ἕ­να νι­ο­βά­φτι­στο κα­ρά­βι «δὶς καὶ τρὶς τὸν ἐμ­πό­δι­σαν με­τ’ αὐ­στη­ρό­τη­τος πό­τε ὁ πρω­το­μά­στο­ρης, πό­τε εἷς τῶν μα­ραγ­κῶν» ὁ­πό­τε «τί νὰ κά­μῃ τό­τε καὶ αὐ­τός, ἀ­φοῦ δὲν ἠ­ξι­ώ­θη ν’ ἀ­να­βῇ ἐγ­καί­ρως εἰς τὸ πλοῖ­ον, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος ρι­φθεὶς εἰς τὴν θά­λασ­σαν, ἀ­κο­λου­θή­σας τὸ σκά­φος καὶ ἡ καρ­δί­α σου» λὲς σ’ αὐ­τὸν ποὺ ἀ­πευ­θύ­νε­ται τὸ δι­ή­γη­μά σου, «ἠ­σθάν­θης πι­κρὸν νυγ­μὸν ζη­λο­τυ­πί­ας καὶ ἡ καρ­δί­α σου ἐ­πλη­γώ­θη ἀ­πὸ τὸ παι­δα­ρι­ῶ­δες τοῦ­το κα­τόρ­θω­μα τοῦ πτω­χοῦ Χρι­στο­δου­λῆ» κα­θὼς τὴν ἄλ­λη φο­ρὰ ποὺ ρί­χτη­κε πά­λι στὸ νε­ρὸ «χω­ρὶς νὰ δι­στά­σει, μὲ τὸ ὑ­πο­κά­μι­σον καὶ τὴν πε­ρι­σκε­λί­δα, τὰ ὁ­ποί­α ἀ­πε­τέ­λουν πάν­το­τε ὅ­λην τὴν ἐν­δυ­μα­σί­αν του, ἐκ­πη­δή­σας ἀ­πὸ τὸν κα­λα­μῶ­να ἀ­προσ­δο­κή­τως, θαυ­μα­σί­ως γιὰ νὰ σώ­σει τὴ βάρ­κα τῆς ὡ­ραί­ας Πο­λυ­μνί­ας». Καὶ τε­λει­ώ­νεις τὸ δι­ή­γη­μα μὲ αὐ­τὲς τὶς γραμ­μές. «Καὶ ὁ Χρι­στο­δου­λής; Ἔ­γι­νε ναυ­τι­κὸς πε­ρί­φη­μος, ἀλ­λ’ ἀ­πὸ ἐ­τῶν δὲν ἤ­κου­σες τί πε­ρὶ αὐ­τοῦ. Ἴ­σως νὰ ἐ­πῆ­γεν εἰς τὴν Ἀ­με­ρι­κήν, κα­θὼς τό­σοι ἄλ­λοι». Κι ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς Ἀ­λέ­ξαν­δρε, τὸν βρῆ­κα καὶ νὰ πῶς.

        Τὸ γκαρ­σό­νι τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου ἀ­κού­γον­τάς μας νὰ μι­λᾶ­με μὲ τὴν Πό­πη ἑλ­λη­νι­κά, μᾶς εἶ­πε ὅ­τι ὁ «μπό­σης» ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας, ἀ­πὸ τὴ Σκιά­θο. Κα­θό­ταν στὸ γκι­σέ, ἕ­νας κο­τσο­νά­τος γέ­ρος, ἀ­χέ­πας, καὶ μοῦ μι­λοῦ­σε χω­ρὶς νὰ στα­μα­τή­σει νὰ χτυ­πᾶ στὸ μη­χά­νη­μα νού­με­ρα φαν­τα­στι­κά. Τὸν ρώ­τη­σα πῶς λε­γό­τα­νε καὶ μοῦ εἶ­πε Χρι­στο­δου­λὴς Πα­πα­δό­που­λος, ἀλ­λὰ ἐ­δῶ γιὰ λό­γους συν­το­μί­ας τὸ ἔ­κα­νε Κρὶς Πά­πας. Στὴν ἀρ­χή, γιὰ νά­ ‘μαι εἰ­λι­κρι­νής, δὲ σὲ σκέ­φτη­κα. Ἀλ­λὰ ἔ­πει­τα φω­τί­στη­κε τὸ μυα­λό μου. Τὸν ρώ­τη­σα ἂν σὲ ἤ­ξε­ρε καὶ μοῦ ἀ­πάν­τη­σε πὼς βέ­βαι­α σὲ θυ­μό­ταν ἀ­χνὰ «κα­λὸς ψάλ­της ὁ Ἄ­λεξ». Θυ­μό­ταν καὶ τὶς ἀ­δελ­φές σου ποὺ τοῦ δί­να­νε πάν­το­τε φρέ­σκα κα­ρύ­δια μέ­σα ἀ­π’ τὶς με­γά­λες τσέ­πες τους. Τὸν ρώ­τη­σα γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θῶ ἂν ἦ­ταν πο­τὲ ναυ­τι­κός. Ναί, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε, ἀ­πὸ ναυ­τι­κὸς ξε­κί­νη­σε, ἀλ­λὰ μιὰ μέ­ρα βα­ρέ­θη­κε τὶς θά­λασ­σες καὶ πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸ κα­ρά­βι. Σκα­στὸς καὶ λα­θραῖ­ος γιὰ πο­λὺ και­ρὸ κα­τά­φε­ρε νὰ κά­νει ἕ­ναν εἰ­κο­νι­κὸ γά­μο γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ὑ­πη­κο­ό­τη­τα. Με­τὰ κά­λε­σε τὴν κο­πέ­λα ἀ­π’ τὸ χω­ριό του καὶ παν­τρευ­τή­κα­νε ἐ­δῶ. Δού­λε­ψαν κι οἱ δυ­ὸ σκλη­ρά. «Στὰ χρό­νια τοῦ ντι­πρέ­σιο» μοῦ εἶ­πε «πε­ρά­σα­με με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ θα­νά­του». Που­λοῦ­σε σάν­του­ιτς στὴν ἀρ­χὴ σὲ μιὰ ἄλ­λη πό­λη καὶ μὲ τὰ σάν­του­ιτς ἔ­πια­σε λε­φτὰ καὶ μ’ αὐ­τὰ τὰ λε­φτὰ ἄ­νοι­ξε ἕ­να μι­κρὸ μα­γα­ζά­κι κι ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζά­κι ἔ­φτα­σε τώ­ρα νά ‘χει καὶ τὰ τρί­α ἑ­στι­α­τό­ρια στὴν Κα­γι­ούγ­κα δι­κά του. Κι εἶ­ναι πο­λὺ πε­ρή­φα­νος γιὰ τὰ λε­φτά του. Σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο τοῦ μα­γα­ζιοῦ κρέ­με­ται ἕ­να με­γά­λο ρο­λό­ι ποὺ οἱ δεῖ­χτες του δὲ δεί­χνουν ἀ­ριθ­μοὺς ἀλ­λὰ τὸ δω­δε­κά­θε­ο τῶν γραμ­μά­των τοῦ ἐ­κλα­τι­νι­σμέ­νου ὀ­νό­μα­τός του: C­h­r­i­ss P­a­p­p­as. Μοῦ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε ἔ­πει­τα ὅ­τι οἱ συγ­γε­νεῖς του ἀ­π’ τὸ νη­σὶ δὲ μέ­νουν πο­τὲ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ τὰ λε­φτὰ καὶ τὰ δέ­μα­τα ποὺ τοὺς στέλ­νει κι ὅ­λο τοῦ ζη­τοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρα. «Νο­μί­ζουν ἐ­κεῖ κά­τω», μοῦ εἶ­πε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, «ὅ­τι ἐ­δῶ τὰ ντό­λαρς πέ­φτουν ἀ­π’ τὸ σκά­ι. Δὲν ξέ­ρουν ὅ­τι δου­λεύ­ου­με ὂλ ντέ­ι λόγκ, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι κά­θον­ται στοὺς κα­φε­νέ­δες.­.­.­». Τὸ νη­σί του τὸ φαν­τα­ζό­ταν ἀ­κό­μα χω­ρὶς ἠ­λε­κτρι­σμό. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μί­σε­ψε δὲν ξα­να­πῆ­γε. «Θά ‘θε­λα νὰ ξα­να­πά­ω», πρό­σθε­σε «ἀλ­λὰ μο­νά­χα γιὰ βί­ζιτ. Ἐ­δῶ ἡ δου­λειὰ μᾶς χρει­ά­ζε­ται ὂλ ντέ­ι λόγκ». Κι ὕ­στε­ρα μᾶς προ­σκά­λε­σε νὰ πᾶ­με στὸ σπί­τι του τὴν ἄλ­λη μέ­ρα. Πρὶν φύ­γου­με μὲ ρώ­τη­σε τί σπου­δά­ζω ἐ­δῶ στὴν Ἀ­με­ρι­κή. «Τη­λε­ό­ρα­ση», εἶ­πα κι ὅ­πως δὲν ἔ­δει­ξε ὅ­τι κα­τα­λά­βαι­νε γιὰ τί πράγ­μα τοῦ μι­λοῦ­σα, δι­όρ­θω­σα: «Τε­λε­βί­ζιον». «Ὢ γκούντ, γκούντ» ἀ­να­φώ­νη­σε κι ἡ μη­χα­νὴ ση­μά­δε­ψε δε­κα­πέν­τε δο­λά­ρια. «Γκοὺντ νά­ιτ» εἶ­πα καὶ μὲ τὴν Πό­πη βγή­κα­με ἔ­ξω στὴν πα­γε­ρὴ νύ­χτα τῆς ἄ­γνω­στης αὐ­τῆς πό­λης, ἐ­νῶ θυ­μό­μου­να τὸν ἄλ­λον Χρι­στο­δου­λή, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο παι­δὶ ποὺ πε­ρι­γρά­φεις στὸ δι­ή­γη­μά σου, μὴν μπο­ρών­τας νὰ πι­στέ­ψω ὅ­τι ἔ­γι­νε αὐ­τὸς ὁ γέ­ρος, ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­δὶ «ἐκ­πη­δή­σαν ἀ­πὸ τὸν κα­λα­μώ­να ἀ­προσ­δο­κή­τως, θαυ­μα­σί­ως, ὡς τε­λευ­ταῖ­ον ἀ­πο­μει­νά­ριον ἀρ­χαί­ας θε­ότη­τος, λι­μναί­ας καὶ ὑ­δρο­βί­ου ἄ­γνω­στον καὶ νο­θο­γε­νές, δι­αι­τώ­με­νον ἐ­κεῖ εἰς τοὺς κα­λα­μώ­νας, δι­α­φυ­γὸν τὴν προ­σο­χὴν τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ κό­σμου, ποὺ ἐρ­ρί­φθη κο­λυμ­βῶν εἰς τὴν λί­μνην καὶ μὲ δέ­κα εἰ­ρε­σί­ας τῶν χει­ρῶν, μὲ ἄλ­λα τό­σα λα­κτί­σμα­τα τῶν πο­δῶν, μὲ τὴν κοι­λί­αν θί­γου­σαν κά­πο­τε εἰς τοὺς βάλ­τους, ἔ­φθα­σεν εἰς τὸ μέ­ρος ὅ­που εἶ­χε ἐμ­πλα­κεῖ ἡ βάρ­κα τῆς Πο­λυ­μνί­ας».

        Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα πή­γα­με στὸ σπί­τι του. Τὸ σπί­τι εἶ­ναι στὴν ἀ­νη­φο­ριά, μὲ θέ­α πά­νω στὴν πα­γω­μέ­νη λί­μνη. Ἔ­χει ὅ­λα τὰ κομ­φόρ: πι­κὰπ καὶ ἔγ­χρω­μη τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἕ­να τρί­πα­το ψυ­γεῖο. Ἡ γυ­ναί­κα, ἀ­πὸ τὴ Σκιά­θο κι αὐ­τή, εἶ­ναι ἐγ­γο­νὴ τοῦ μπαρ­μπα-Λού­κα, καὶ τρί­τη ξα­δέλ­φη τῆς Πο­λυ­μνί­ας. Θὰ τὴ θυ­μᾶ­σαι. Τώ­ρα βέ­βαι­α εἶ­ναι μιὰ συμ­πα­θέ­στα­τη ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα, μὲ με­γά­λα λυ­πη­μέ­να μά­τια καὶ μὲ γκρί­ζα μαλ­λιά. Καὶ ζεῖ ὁ­λο­μό­να­χη στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι κα­θὼς τὰ παι­διά της παν­τρεύ­τη­καν, δυ­ὸ κό­ρες κι ἕ­νας γιὸς καὶ ζοῦν σὲ ἄλ­λες πο­λι­τεῖ­ες. Μο­νά­χα ἡ μιὰ κό­ρη τους πῆ­ρε ἕ­να βέ­ρο Ἀ­με­ρι­κά­νο καὶ γι’ αὐ­τὸ δὲν τὴ συγ­χώ­ρε­σε ἀ­κό­μα ὁ Κρίς. Ἡ μά­να ὅ­μως ἔ­χει τὴ φω­το­γρα­φί­α της μὲς στὸ σα­λό­νι. Ἡ ἴ­δια περ­νά­ει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες της βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση, κα­θὼς τὸ κρύ­ο τῆς ἀ­πα­γο­ρεύ­ει νὰ βγεῖ. «Ξέ­ρε­τε» μᾶς λέ­ει «χι­ο­νί­ζει πο­λὺ ἐ­δῶ στὴν Κα­γι­ούγ­κα». Τὴ ρώ­τη­σα ἂν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σει πί­σω στὸ νη­σί. Ἤ­θε­λε ναί, ἀλ­λὰ ὄ­χι γιὰ πάν­τα. Ἀ­κό­μα κι ἡ Ἀ­θή­να δὲν τῆς ἄ­ρε­σε. Ἔ­χει ἄλ­λω­στε ἀ­γα­πή­σει τὸ μέ­ρος. «Κι ἔ­χει ὅ­λες τὶς ἀ­νέ­σεις». Μᾶς πρό­σφε­ρε κυ­δώ­νι γλυ­κὸ καὶ ρα­κὶ ἀ­π’ τὴν πα­τρί­δα.

        Καὶ σύ, Ἀ­λέ­ξαν­δρε, «φι­λο­σο­φεῖς ὡς ἐ­γὼ καὶ οὐ­δὲν πράτ­τεις».

 

 

Πη­γή: Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’­40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’­67, Τό­μος Β’, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀθήνα, 1989. [Πρώτη δημοσίευση: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὸν Χεί­ρω­να, Δι­η­γή­μα­τα, Βιβλιοπωλεῖο τῆς «Ἑστίας», Ἰ.Δ. Κολλάρου, Ἀ­θή­να 1974].

 

Βασίλης Βασιλικός (Καβάλα, 1933). Σπούδασε σκηνοθεσία τηλεόρασης στὴ σχολὴ R.C.A. τῆς Νέας Ὑόρκης. Πρῶτο του βιβλίο: Ἡ διήγηση τοῦ Ἰάσονα, Μυθιστόρημα, Θεσσαλονίκη, 1953. Δημοσίευσε μυθιστορήματα, διηγήματα, νουβέλες, θέατρο, δοκίμια κ.ἄ.

 

Εἰκόνα: Ὁμίχλη στὴ Λίμνη Καγιούγκα, στὴν περιοχὴ τῶν Μεγάλων Λιμνῶν τῶν ΗΠΑ.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 16-04-2010).

 

Διαφημίσεις

Ἀλκίφρων: [Σαλταδῶρος καὶ ἀνοιχτοχέρης]

 

 

Ἀλ­κί­φρων

 

[Σαλ­τα­δῶ­ρος καὶ ἀ­νοι­χτο­χέ­ρης]

 

ΘΕΣ ΚΑΡΙΩΝΟΣ πε­ρὶ τὸ φρέ­αρ ἀ­σχο­λου­μέ­νου εἰ­σέ­φρη­σα εἰς τοὐ­πτά­νιον· ἔ­πει­τα εὑ­ρὼν λο­πά­δα εὖ μά­λα κε­κα­ρυ­κευ­μέ­νην καὶ ἀ­λε­κτρυ­ό­να ὀ­πτὸν καὶ χύ­τραν μεμ­βρά­δας ἔ­χου­σαν καὶ ἀ­φύ­ας Με­γα­ρι­κὰς ἐ­ξήρ­πα­σα͵ καὶ ἀ­πο­πη­δή­σας͵ ποῖ κα­τα­χθε­ί­ην ἐ­ζή­τουν καὶ εὐ­κα­ί­ρως ἐμ­φά­γοι­μι μό­νος. Ἀ­πο­ρί­ᾳ δὲ τό­που δρα­μὼν ἐ­πὶ τὴν Ποι­κί­λην καὶ γὰρ οὐκ ἠ­νώ­χλει τα­ύ­την οὐ­δὲ εἷς τῶν ἀ­δο­λέ­σχων του­τω­νὶ φι­λο­σό­φων κεῖ­θι τῶν πό­νων ἀ­πέ­λαυ­ον. Ἀ­να­νε­ύ­σας δὲ τῆς λο­πά­δος ὁ­ρῶ προ­σι­ό­ντας τῶν ἀ­πὸ τῆς τη­λί­ας τι­νὰς νε­α­νί­σκων͵ καὶ δε­ί­σας τὰ μὲν βρώ­μα­τα ὄ­πι­σθεν ἀ­πε­θέ­μην͵ αὐ­τὸς δὲ εἰς τοὔ­δα­φος ἐ­κε­ί­μην κρύ­πτων τὰ κλέμ­μα­τα εὐ­χό­με­νός τε τοῖς Ἀ­πο­τρο­πα­ί­οις τὸ νέ­φος πα­ρελ­θεῖν͵ χόν­δρους ὑ­πο­σχό­με­νος λι­βα­νω­τοῦ ἱ­κα­νο­ύς͵ οὓς οἴ­κοι ἀ­να­λε­ξά­με­νος τῶν ἱ­ε­ρῶν ἔ­χω εὖ μά­λα εὐ­ρω­τι­ῶν­τας. Καὶ οὐκ ἠ­στό­χη­σα· οἱ θε­οὶ γὰρ αὐ­τοὺς ἄλ­λην ὁ­δὸν ἔ­τρε­ψαν. Κἀ­γὼ σπου­δῇ κα­τα­βρο­χθί­σας πάνθ΄ ὅ­σα ἐ­νέ­κει­το τοῖς σκε­ύ­ε­σι͵ φί­λῳ παν­δο­κεῖ τὴν χύ­τραν καὶ τὸ λο­πά­διον͵ τὰ λε­ί­ψα­να τῶν κλεμ­μά­των͵ χά­ρι­σμα δοὺς ἔ­χειν ἀ­πε­χώ­ρη­σα͵ ἐ­πι­ει­κής τις καὶ δε­ξιὸς ἐκ τῶν δω­ρη­μά­των ἀ­να­φα­νε­ίς.

 

* * *

 

[Ἀλ­κί­φρων, {Σαλ­τα­δῶ­ρος καὶ ἀ­νοι­χτο­χέ­ρης}

Με­τά­φρα­ση: Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης

 

ΕΧΤΕΣ, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Κα­ρί­ων ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μὲ τὸ πη­γά­δι του, τρύ­πω­σα στὸ μα­γει­ριό του. Ἐ­κεῖ ἀ­να­κά­λυ­ψα ἕ­να πιά­το μα­γει­ρε­μέ­νο φα­γη­τὸ μὲ μπό­λι­κη σάλ­τσα, ἕ­ναν κό­κο­ρα ψη­τὸ καὶ μιὰ χύ­τρα λι­α­νό­ψα­ρα καὶ με­γα­ρί­τι­κες σαρ­δέ­λες. Τὰ ἅρ­πα­ξα καὶ πή­δη­σα ἔ­ξω κι ἔ­ψα­χνα νὰ βρῶ ἕ­να μέ­ρος γιὰ νὰ τὰ πε­ρι­δρο­μιά­σω, μό­νος μου καὶ μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α μου.

       Κι ἐ­κεῖ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα ποῦ νὰ πά­ω, ἔ­τρε­ξα στὴν Ποι­κί­λη Στο­ὰ —ἦ­ταν ὥ­ρα ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε ἕ­νας ἀ­πὸ κεί­νους τοὺς φι­λο­σό­φους, τοὺς φα­φλα­τά­δες, νὰ μ΄ ἐ­νο­χλή­σει— κι ἐ­κεῖ κά­θι­σα κι ἀ­πο­λάμ­βα­να τοὺς κό­πους μου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ σή­κω­σα τὸ κε­φά­λι μου ἀ­πὸ τὸ πιά­το, βλέ­πω κι ἐρ­χόν­του­σαν ἀ­πὸ τὴ μπαρ­μπου­τι­έ­ρα κά­τι νε­α­ροί. Φο­βή­θη­κα κι ἔ­βα­λα πί­σω μου τὰ φα­γώ­σι­μα, ἔ­πε­σα μπρού­μυ­τα στὸ ἔ­δα­φος κι ἔ­κρυ­βα τὰ κλεμ­μέ­να μου. Καὶ συ­νά­μα προ­σεύ­χο­μουν στοὺς Ἀ­πο­τρό­παι­ους θε­οὺς νὰ πε­ρά­σει ἡ μπό­ρα καὶ τοὺς ἔ­τα­ζα με­γά­λα σπει­ριὰ λι­βά­νι, ποὺ τὰ ξε­δι­ά­λε­ξα ἀ­πὸ τοὺς βω­μούς, ὅ­που μου­χλι­ά­ζα­νε, καὶ τὰ φυ­λά­ω στὸ σπί­τι μου. Καὶ δὲν ἐ­λά­θε­ψα, οἱ θε­οὶ τοὺς ἔ­κα­ναν νὰ πά­ρουν ἄλ­λο δρό­μο. Κι ἐ­γὼ κα­τα­βρό­χθι­σα στὰ γρή­γο­ρα ὅ,τι ὑ­πῆρ­χε καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε. Κι ὕ­στε­ρα, τὴ χύ­τρα καὶ τὸ πιά­το, τὰ μό­να ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει ἀ­πὸ τὰ κλο­πι­μαῖα, τά ΄δω­σα χά­ρι­σμα στὸν χα­νιτ­ζὴ νὰ τά ΄χεῖ κι ἔ­φυ­γα, πε­ρή­φα­νος ποὺ φά­νη­κα μὲ τὰ δῶ­ρα μου τό­σο κα­λὸς φί­λος κι ἀ­νοι­χτο­χέ­ρης.]

 

 

Πη­γή: T­LG [T­h­e­s­a­u­r­us L­i­n­g­u­ae G­r­a­e­c­ae], A­l­k­i­p­h­r­on, «Λο­πα­δί­ων Εὐ­κνίσ­σῳ», 3.17.1-3.17.4.

 

Ἀλ­κί­φρων (περ. 2ο-3ο αἰ. μ.Χ.­). Ἐ­ρω­τι­κὸς ποι­η­τὴς, ἐ­πι­στο­λο­γρά­φος καὶ σο­φι­στής. Ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὶς δύ­ο ἐ­πι­νο­η­μέ­νες ἐ­πι­στο­λές του τοῦ Μέ­ναν­δρου πρὸς τὴ Γλυ­κέ­ρα.