Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond): Ἅ­παν­τα τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τοῦ Γκά­ρυ, 3Γ, στοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ 4Γ (9 Ἰ­ου­νί­ου – 6 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003)



Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond)


Ἅ­παν­τα τὰ ση­μει­ώ­μα­τα τοῦ Γκά­ρυ, 3Γ,

στοὺς ἐ­νοί­κους τοῦ 4Γ (9 Ἰ­ου­νί­ου – 6 Ὀ­κτω­βρί­ου 2003)


9 Ἰ­ου­νί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Κα­λω­σο­ρί­σα­τε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Εἶ­μαι ὁ Γκά­ρυ ἀ­πὸ τὸ 3Γ ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ κά­τω σας (ἀ­κού­ω κά­θε θό­ρυ­βο ποὺ κά­νε­τε…Χὰ χά, ἀ­στειά­κι). Λοι­πόν, ἡ πο­λυ­κα­τοι­κί­α μας εἶ­ναι φο­βε­ρὴ καὶ εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι χά­ρη σ’ ἐ­σᾶς θὰ γί­νει ἀ­κό­μα φο­βε­ρό­τε­ρη – ἀρ­κεῖ νὰ μὴ φέ­ρε­τε στὰ κρυ­φὰ τί­πο­τα γά­τες (χὰ χά, ἀ­στειά­κι, εἶ­μαι σί­γου­ρος ὅ­τι δὲν θὰ φέ­ρε­τε). Τέ­λος πάν­των, ἀ­νυ­πο­μο­νῶ νὰ συ­ναν­τη­θοῦ­με στὸ ἰ­σό­γει­ο…Ἢ ἁ­πλῶς ἐ­λᾶ­τε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου γιὰ ἕ­να γειά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

23 Ἰ­ου­νί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Μέ­χρι στιγ­μῆς δὲν ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σω πά­νω σας. Γιὰ νὰ ξέ­ρε­τε, μπο­ρεῖ­τε πάν­τα νὰ κα­τε­βεῖ­τε γιὰ ἕ­να γειά! Τέ­λος πάν­των, ἐλ­πί­ζω νὰ βο­λευ­τή­κα­τε ἐ­δῶ. Ἐ­γὼ καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν ἀ­πὸ τὸ 2Α παί­ζου­με οὐ­ῒ­στ αὔ­ριο βρά­δυ στὴν τα­ρά­τσα καὶ εἶ­στε εὐ­πρόσ­δε­κτοι νὰ παί­ξε­τε μα­ζί μας! Τὰ λέ­με ἐ­κεῖ;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

1 Ἰ­ου­λί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Κοί­τα­ξα τί ἔ­φε­ρε ὁ τα­χυ­δρό­μος γιὰ νὰ μά­θω τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν μυ­στή­ρι­ων ἐ­νοί­κων τοῦ 4Γ, ὥ­στε νὰ μὴ σᾶς ἀ­πευ­θύ­νο­μαι μό­νο μὲ τὸν ἀ­ριθ­μὸ τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός σας (ὁ ξά­δερ­φός μου λέ­ει ὅ­τι εἶ­μαι μιὰ ἐ­ρα­σι­τέ­χνις Τζέ­σι­κα Φλέ­τσερ[i]!). Τέ­λος πάν­των, ἐλ­πί­ζω ὅ­τι ὅ­λα πᾶ­νε κα­λὰ ἐ­κεῖ πά­νω… Τί ἦ­ταν αὐ­τὸ χθὲς βρά­δυ; Ἀ­κου­γό­ταν σὰν νὰ σέρ­να­τε ἕ­να ψυ­γεῖ­ο τίγ­κα στὶς μπρι­ζό­λες! Ξέ­ρω ὅ­τι προ­κύ­πτουν ζη­τή­μα­τα, ἀλ­λὰ ἂν μπο­ρού­σα­τε νὰ εἶ­στε πιὸ ἥ­συ­χοι με­τὰ τὶς ἕν­τε­κα μ.μ., θὰ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σα. Ὁ Γκά­ρυ, γιὰ νὰ δι­α­τη­ρή­σει τὴ φρε­σκά­δα του, πρέ­πει νὰ κοι­μᾶ­ται κα­λά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

4 Ἰ­ου­λί­ου

Σᾶς εὔ­χο­μαι μιὰ ὑ­πέ­ρο­χη 4η Ἰ­ου­λί­ου. Κά­ποι­οι ἀ­πὸ μᾶς (ἐ­γὼ καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριάν) θ’ ἀ­νε­βοῦ­με τὸ βρά­δυ στὴν τα­ρά­τσα γιὰ νὰ δοῦ­με τὰ πυ­ρο­τε­χνή­μα­τα, μὴ δι­στά­σε­τε νὰ μᾶς κά­νε­τε πα­ρέ­α! Ἄ, ἡ ὀ­μορ­φιὰ τοῦ ἀ­πέ­ραν­του οὐ­ρα­νοῦ, σω­στά;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

8 Ἰ­ου­λί­ου

Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Δὲν θέ­λω νὰ γκρι­νιά­ζω ἀλ­λὰ τί ἦ­ταν αὐ­τὸς ὁ θό­ρυ­βος χθὲς στὴ 1 π.μ.; Μή­πως κά­νε­τε τά­ε κβὸ ντὸ ἐ­κεῖ πά­νω; Πρὶν ἀ­πὸ με­ρι­κὰ χρό­νια ἔ­κα­να τά­ε κβὸ ντὸ στὴν Κο­ρέ­α­τα­ουν. Ξέ­ρε­τε ὅ­τι τά­ε κβὸ ντὸ ση­μαί­νει «ὁ δρό­μος τῆς κλω­τσιᾶς καὶ τῆς γρο­θιᾶς»; Ἤ­μουν ἀρ­κε­τὰ κα­λός, ἀλ­λὰ κά­ποι­α στιγ­μὴ πει­ρά­χτη­κε ἕ­να νεῦ­ρο μου κι ἀ­ναγ­κά­στη­κα νὰ τὰ πα­ρα­τή­σω. Τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο νεῦ­ρο μὲ πο­νά­ει ἀ­κό­μα, γι’ αὐ­τὸ ἐρ­γά­ζο­μαι κυ­ρί­ως ἀ­πὸ τὸ σπί­τι (πράγ­μα ὄ­χι καὶ τό­σο κα­κό, μιὰ ποὺ μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ κυ­κλο­φο­ρῶ γυ­μνὸς ὅ­λη μέ­ρα… Ἀ­στειά­κι!). Τέ­λος πάν­των, θὰ ἤ­θε­λα νὰ μὴν κά­νε­τε τά­ε κβὸ ντὸ με­τὰ τὰ με­σά­νυ­χτα. Θὰ τὸ ἐ­κτι­μοῦ­σα ἂν ἤ­σα­σταν πιὸ ἥ­συ­χοι.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

9 Ἰ­ου­λί­ου

Παι­διά, σο­βα­ρὰ τώ­ρα, τί ἦ­ταν ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ φα­σα­ρί­α χθὲς βρά­δυ; Ἄ­κου­σα τρί­α δυ­να­τὰ χτυ­πή­μα­τα στὸ πά­τω­μά σας, ἕ­να στὶς 11:33 μ.μ., ἕ­να στὶς 12:23 μ.μ. καὶ ἕ­να στὶς 1:19 π.μ. Δὲν εἶ­στε ἐν­τά­ξει, παι­διά, προ­σπα­θῆ­στε νὰ ἠ­ρε­μή­σε­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

10 Ἰουλίου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Γειά σας. Λοι­πόν, πε­ρί­με­να μέ­χρι τὶς 4 π.μ. ἀλ­λὰ δὲν ἄ­κου­σα τί­πο­τα! Εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ ἠ­ρε­μή­σα­τε. Ἐ­πὶ τῇ εὐ­και­ρί­α, ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν κι ἐ­γὼ θὰ πᾶ­με στὴν ἀ­πο­γευ­μα­τι­νὴ προ­βο­λὴ τῆς ται­νί­ας Legally Blonde 2 καὶ σᾶς κα­λοῦ­με νὰ ἔρ­θε­τε μα­ζί μας. Θὰ μοῦ ἄ­ρε­σε νὰ με­γά­λω­νε λί­γο ἡ πα­ρέ­α μας για­τὶ ἀ­νη­συ­χῶ μή­πως ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν ἔ­χει ἀρ­χί­σει νὰ φαν­τά­ζε­ται ἕ­να ρο­μαν­τι­κὸ μέλ­λον γιὰ τοὺς δυ­ό μας, πράγ­μα ποὺ ὅ­πως σί­γου­ρα κα­τα­λα­βαί­νε­τε εἶ­ναι μιὰ τε­λεί­ως τρε­λὴ ἰ­δέ­α.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

17 Ἰ­ου­λί­ου

Γειά σας, παι­διά. Ἁ­πλῶς θέ­λω νὰ ζη­τή­σω συ­γνώ­μη γιὰ τὸν «θό­ρυ­βο» τὶς τε­λευ­ταῖ­ες δύ­ο μέ­ρες. Γιὰ νὰ πῶ τὴν ἀ­λή­θεια, γνώ­ρι­σα κά­ποι­α. Τὸ ὄ­νο­μά της εἶ­ναι Τζά­νετ καὶ κοι­μᾶ­ται ἐ­δῶ τὰ βρά­δια καὶ τὰ πράγ­μα­τα γί­νον­ται λί­γο ἄ­γρια – καὶ θο­ρυ­βώ­δη. (Συγ­γνώ­μη ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτω πολ­λά, ἀλ­λὰ εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­νή­λι­κες, σω­στά;). Ἴ­σως θὰ ἦ­ταν κα­λὸ νὰ βγαί­να­με οἱ τέσ­σε­ρίς μας δι­πλὸ ραν­τε­βού. Ξέ­ρω ὅ­τι τυ­πι­κὰ δὲν ἔ­χου­με γνω­ρι­στεῖ οὔ­τε ἔ­χου­με δεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λο οὔ­τε ἔ­χου­με μι­λή­σει, ἀλ­λὰ (αὐ­τὸ με­τα­ξύ μας) ἡ Τζά­νετ κι ἐ­γὼ δὲν ἔ­χου­με πολ­λὰ νὰ ποῦ­με. Μοῦ ἀ­ρέ­σει πραγ­μα­τι­κὰ ἀλ­λὰ νο­μί­ζω θὰ ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χα νὰ εἶ­στε κι ἐ­σεῖς πα­ρέ­α, σὰν ἕ­να φι­λι­κό μου ζευ­γά­ρι. Εἶ­στε ζευ­γά­ρι, σω­στά; Δὲν ἔ­χε­τε τὸ ἴ­διο ἐ­πώ­νυ­μο καὶ λαμ­βά­νε­τε ξε­χω­ρι­στὲς εἰ­δο­ποι­ή­σεις ἀ­πὸ τὴν τρά­πε­ζα… Ἀλ­λὰ εἶ­στε ζευ­γά­ρι, σω­στά; Ἐν­τά­ξει, πε­ρά­στε ἀ­π’ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά μου νὰ μοῦ πεῖ­τε ἂν συμ­φω­νεῖ­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

Υ.Γ. Ὑ­πό­σχο­μαι ὅ­τι θὰ κοι­τά­ξω νὰ μει­ώ­σω τὸν θό­ρυ­βο μὲ τὴν Τζά­νετ, ἀλ­λὰ ὅ­πως λέ­νε οἱ Γάλ­λοι «L’ amour, c’ est l’ amour», σω­στά; Τὸ λέ­νε αὐ­τό, σω­στά;

***

26 Ἰ­ου­λί­ου

Παι­διά, πραγ­μα­τι­κὰ θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ ζή­σω καὶ χω­ρὶς τοὺς πα­ρά­ξε­νους θο­ρύ­βους τῆς χθε­σι­νῆς νύ­χτας. Τί κά­νε­τε, κυ­νη­γᾶ­τε πον­τί­κια; Λοι­πόν, μὲ τὴ Τζά­νετ τὰ χα­λά­σα­με. Θὰ μπο­ρού­σα­τε, ξέ­ρε­τε, νὰ μὲ εἴ­χα­τε βο­η­θή­σει στὰ ραν­τε­βού μας. Τέ­λος πάν­των, δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ἡ Τζά­νετ μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λύ. Γα­μῶ­το, ἔ­τσι συμ­βαί­νει πάν­τα. Γυ­ναῖ­κες, σω­στά; (Χω­ρὶς πα­ρε­ξή­γη­ση, Ἔ­μι­λυ). Για­τί ἄ­ρα­γε ἡ πιὸ ση­μαν­τι­κὴ πα­ρου­σί­α στὴ ζω­ή μου εἶ­ναι ἡ κα Κα­τσου­λου­ριάν; Ὄ­χι ὅ­τι ἡ γυ­ναί­κα ἔ­χει κά­ποι­ο πρό­βλη­μα, ἀλ­λὰ μὲ περ­νά­ει τριά­ντα ἕ­ξι χρό­νια. Ἡ δι­κή σας δι­α­φο­ρὰ ἡ­λι­κί­ας ἐ­πη­ρε­ά­ζει τὴ σχέ­ση σας; Ὁ πα­τέ­ρας μου ἦ­ταν εἴ­κο­σι πέν­τε χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος ἀ­πὸ τὴ μη­τέ­ρα μου καὶ δὲν νο­μί­ζω νὰ ἦ­ταν πο­τέ τους εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι. Αὐ­το­κτό­νη­σαν καὶ οἱ δυ­ό. Ἐ­πί­σης, μή­πως μπο­ρεῖ­τε νὰ με­τα­κι­νή­σε­τε τὸ κλι­μα­τι­στι­κό σας στὸ ἄλ­λο πα­ρά­θυ­ρο; Τὸ νε­ρὸ στά­ζει στὸ μπαλ­κό­νι μου.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

29 Ἰ­ου­λί­ου

Ἀ­να­ρω­τι­έ­στε πο­τὲ ἂν ὅ­λα αὐ­τὰ μᾶς κά­νουν δυ­να­τό­τε­ρους; Ἡ καρ­διὰ ρα­γί­ζει καὶ με­τὰ τὴν ἀ­νάρ­ρω­ση μοιά­ζει ἀ­κό­μα πιὸ ἀ­δύ­να­μη. Ἀ­να­ρω­τι­έ­στε πο­τὲ ἂν ἐ­μεῖς ἐ­πι­νο­ή­σα­με τὸ κα­κό; Ἢ ἁ­πλῶς γλί­στρη­σε στὸν κό­σμο ἀ­πὸ μό­νο του, μιὰ φτυ­σιὰ ἀ­πὸ με­λά­νι στὴ σκο­τει­νὴ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ὠ­κε­α­νοῦ;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

8 Αὐ­γού­στου

Θὰ πα­ρα­βρε­θεῖ­τε ἄ­ρα­γε στὴν κη­δεί­α τῆς κας Κα­τσου­λου­ριάν; Ἀρ­κε­τὲς φο­ρὲς μοῦ μί­λη­σε μὲ ἀ­γά­πη γιὰ σᾶς. Θὰ γί­νει στὸ Μπέ­ι­σαϊντ – ξέ­ρω, εἶ­ναι λί­γο μα­κριά. Θὰ εἶ­μαι σ’ αὐ­τοὺς ποὺ θὰ ση­κώ­σουν τὸ φέ­ρε­τρο, πράγ­μα ποὺ μοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ νευ­ρι­κό­τη­τα. Κι ἂν γλι­στρή­σει ἀ­πὸ τὸν ὦ­μο μου καὶ πέ­σει στὰ σκα­λιὰ τῆς ἐκ­κλη­σί­ας κι ἀ­νοί­ξει καὶ ἡ κα Κα­τσου­λου­ριὰν πε­τα­χτεῖ ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι μὲ τὸ κυ­ρι­α­κά­τι­κο φό­ρε­μά της, τὸ σῶ­μα της ἀ­κί­νη­το καὶ φου­σκω­μέ­νο ἀ­πὸ τὰ ὑ­γρὰ τοῦ βαλ­σα­μω­τῆ, τὸ πρό­σω­πό της μιὰ μα­κι­γι­α­ρι­σμέ­νη μά­σκα θα­νά­του; Κι ἂν οἱ πα­ρευ­ρι­σκό­με­νοι ἀρ­χί­σουν νὰ οὐρ­λιά­ζουν καὶ ἡ Νί­να, ἡ δι­σέγ­γο­νη τῆς κας Κα­τσου­λου­ριάν, ἀρ­χί­σει νὰ κλαί­ει κι ὁ νε­ό­τε­ρος ξά­δερ­φός της, ὁ με­θύ­στα­κας, ἀρ­χί­σει νὰ γε­λά­ει; Κι ἂν τὸ μό­νο ποὺ μοῦ μέ­νει εἶ­ναι νὰ τὸ βά­λω στὰ πό­δια, νὰ τὸ σκά­σω ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ νὰ πά­ρω τὸ δρο­μά­κι πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α, κα­θὼς τ’ ἀ­ε­ρο­πλά­να θὰ περ­νοῦν ἀ­πὸ πά­νω μου γιὰ νὰ προ­σγει­ω­θοῦν στὸ Λαγ­κουά­ρντια κι ὁ ἱ­δρώ­τας θὰ λε­κιά­ζει τὸ μαῦ­ρο κο­στού­μι τοῦ πα­τέ­ρα μου ἐ­νῶ ἡ κα Κου­τσου­λου­ριὰν θὰ συ­νε­χί­σει νὰ τοὺς ἀν­τι­κρί­ζει ὅ­λους μ’ ἕ­να ἀ­πα­θὲς χα­μό­γε­λο σὰν στο­μω­μέ­νο μα­χαί­ρι; Τό­τε τί, Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό, τό­τε τί; Θε­έ μου, για­τί νὰ πε­θά­νει; Ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ τὴν εἶ­χα ἀ­γα­πή­σει ἔ­τσι ὅ­πως ἀ­γα­πᾶ ὁ Τζὸ τὴν Ἔ­μι­λυ. Για­τί ὅ­λοι γύ­ρω μου νὰ πε­θαί­νουν;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 3:30 μ.μ.

Πῶ πῶ, τί ζέ­στη ποὺ κά­νει σή­με­ρα, παι­διά!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 4:23 μ.μ.

Δὲν μοῦ λέ­τε, ἔ­χε­τε ρεῦ­μα; Πῆ­γα κι ἔ­λεγ­ξα τὸν πί­να­κα ἀ­σφα­λεί­ας καὶ νο­μί­ζω ὅ­τι μοῦ κό­πη­κε τὸ ρεῦ­μα. Ἐ­σᾶς;

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 6:45 μ.μ.

Φο­βε­ρὴ δι­α­κο­πὴ ρεύ­μα­τος, σω­στά; Ἄ­κου­σα ὅ­τι πιά­νει ὅ­λη τὴν πε­ρι­ο­χὴ μέ­χρι καὶ τὸ Κο­νέ­κτι­κατ. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι τρο­μο­κρα­τι­κὴ ἐ­νέρ­γεια, ἔ­τσι ἄ­κου­σα. Τέ­λος πάν­των, πά­ω στὴν τα­ρά­τσα γιὰ ν’ ἀ­πο­λαύ­σω τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα καὶ ν’ ἀ­να­πνεύ­σω λί­γο δρο­σε­ρὸ ἀ­έ­ρα. Μὴ δι­στά­σε­τε νὰ μοῦ κά­νε­τε πα­ρέ­α.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

13 Αὐ­γού­στου, 3:30 π.μ.

Ἐ­σεῖς ἤ­σα­σταν στὸ ἰ­σό­γει­ο πρὶν ἀ­πὸ λί­γο; Εἶ­χα πά­ει ν’ ἀ­γο­ρά­σω πά­γο καὶ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­φα στὸ κτί­ριο, τέ­λει­ω­σε ἡ μπα­τα­ρί­α στὸν φα­κό μου. Θὰ ἔ­παιρ­να ὅρ­κο ὅ­τι κά­ποι­οι βρί­σκον­ταν στὸ ἰ­σό­γει­ο ἐ­κεί­νη τὴν ὥ­ρα. Τὸ σκο­τά­δι ἦ­ταν ἀ­πό­λυ­το. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­νά­σες στὴ γω­νί­α στὸ βά­θος, κά­τω ἀ­πὸ τὶς σκά­λες. Ἤ­σα­σταν ἐ­σεῖς; Φώ­να­ξα ἀλ­λὰ δὲν ἀ­πάν­τη­σε κα­νέ­νας. Τέ­λος πάν­των, ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ θέ­λω πο­λὺ νὰ σᾶς γνω­ρί­σω!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

23 Αὐ­γού­στου

Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Σᾶς δη­μι­ουρ­γοῦν πρό­βλη­μα τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τα 4Α, 4Β ἢ 4Δ; Για­τί ἄ­κου­γα κά­τι πε­ρί­ερ­γους θο­ρύ­βους τε­λευ­ταί­α: σὰν με­ταλ­λι­κὰ ρομ­πὸτ νὰ ἔ­παι­ζαν πέ­ιν­τμπωλ. Ἐ­δῶ καὶ τρεῖς μέ­ρες δὲν ἔ­χω κλεί­σει μά­τι. Ἁ­πλῶς θέ­λω νὰ μά­θω ἂν εἶ­στε ἐν­τά­ξει ἢ σᾶς ἔ­χει δι­α­λύ­σει κι ἐ­σᾶς ὁ θό­ρυ­βος. Νὰ μά­θω ἂν εἶ­στε ἀ­κό­μα ἐ­δῶ ἢ χα­θή­κα­τε γιὰ πάν­τα. Εἶ­στε οἱ ἀ­γα­πη­μέ­νοι μου στὸν τέ­ταρ­το ὄ­ρο­φο, γι’ αὐ­τὸ πεῖ­τε μου ἂν χρει­ά­ζε­στε βο­ή­θεια. Θὰ σᾶς ὑ­πε­ρα­σπι­στῶ μέ­χρι θα­νά­του.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

3 Σε­πτεμ­βρί­ου

Παι­διά, ἐν­τά­ξει. Δὲν πά­ει ἄλ­λο. Νό­μι­ζα πὼς τὰ εἴ­χα­με βρεῖ με­τα­ξύ μας, ἀλ­λὰ τό­σος θό­ρυ­βος χθὲς βρά­δυ, αὐ­τὰ τὰ οὐρ­λια­χτὰ ζώ­ων, ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΜΕΧΡΙ ΠΡΩΪΑΣ. Τό­ση ἀ­δι­α­φο­ρί­α γιὰ τὸν ὕ­πνο τοῦ γεί­το­νά σας ΔΕΝ ΘΑ ΤΗΝ ΑΝΕΧΤΩ. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἔ­χα­σα καὶ τὴ δου­λειά μου. Σᾶς ἀ­ρέ­σει τώ­ρα; Σᾶς ἀ­ρέ­σει ΓΑΜΩΤΟ; Ἔ­κα­να λά­θος γιὰ τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό. Δὲν εἴ­μα­στε πιὰ φί­λοι. Σᾶς μι­σῶ.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

11 Σε­πτεμ­βρί­ου

Πρὸς τι­μὴν τῶν πε­σόν­των νε­κρῶν μας ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ συγ­χω­ρή­σω τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό. Πα­ρα­κα­λῶ λά­βε­τέ το αὐ­τὸ ὑ­πό­ψη σας, για­τὶ ὁ Γκά­ρυ συγ­χω­ρεῖ μί­α μό­νο φο­ρά. Ἐλ­πί­ζω νὰ τὸ ἐ­κτι­μή­σε­τε.

Γκά­ρυ, 3Γ

Υ.Γ. Δὲν εἶ­χα δου­λειὰ γιὰ νὰ τὴν χά­σω. Ἁ­πλῶς ἤ­μουν θυ­μω­μέ­νος καὶ ἤ­θε­λα νὰ σᾶς στε­νο­χω­ρή­σω. Στε­νο­χω­ρη­θή­κα­τε;

***

23 Σε­πτεμ­βρί­ου

Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι γρά­ψα­τε τὴ συγ­χώ­ρε­σή μου στὰ πα­λιά σας τὰ πα­πού­τσια. Δὲν εἶ­στε ἐν­τά­ξει. Ξέ­ρε­τε τί ἄλ­λο δὲν εἶ­ναι ἐν­τά­ξει, ΟΙ ΠΥΤΖΑΜΕΣ ΣΑΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΑΥΤΑ ΤΑ ΗΛΙΘΙΑ ΣΧΕΔΙΑ ΜΕ ΠΟΔΗΛΑΤΑΚΙΑ. Ἐ­πί­σης, Ἔ­μι­λυ, στὸν ὕ­πνο σου κα­θὼς ἀ­να­πνέ­εις σχη­μα­τί­ζεις σα­λι­ό­φου­σκες. Ἔ, ναί λοι­πόν. Ἀ­πο­κτή­σα­τε ἕ­ναν ἐ­χθρὸ στὸ πρό­σω­πο τοῦ Γκά­ρυ καὶ θὰ τὸ με­τα­νι­ώ­σε­τε. Ὁ Γκά­ρυ ἔ­χει θυ­μώ­σει μὲ τὴν Ἔ­μι­λυ καὶ τὸν Τζό.

Γκά­ρυ, 3Γ

***

30 Σε­πτεμ­βρί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ Ἔ­μι­λυ καὶ Τζό,

Πρό­σε­ξα ὅ­τι χθὲς με­τα­κο­μί­σα­τε, ἀλ­λὰ εἶ­στε σί­γου­ροι ὅ­τι τὰ πή­ρα­τε ὅ­λα; Για­τὶ ἀ­κου­γό­ταν σὰν θό­ρυ­βος ἀ­πὸ ἠ­λε­κτρι­κὸ πο­δο­σφαι­ρά­κι στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σας – μὲ κρά­τη­σε ξύ­πνιο ὅ­λη τὴ νύ­χτα. Στε­νο­χω­ρι­έ­μαι γιὰ τὸν τρό­πο ποὺ τέ­λει­ω­σαν ὅ­λα με­τα­ξὺ μας ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ἔ­χει ἡ ζω­ή. Εἴ­χα­με ὅ­μως καὶ τὶς κα­λὲς στιγ­μές μας, σω­στά; Τέ­λος πάν­των, ἐ­γὼ κα­κί­ες δὲν κρα­τά­ω. Πε­ρά­στε ὅ­πο­τε θέ­λε­τε ἀ­πὸ δῶ γιὰ νὰ παί­ξου­με οὐῒ­στ στὴν τα­ρά­τσα μα­ζὶ μὲ τὴν κα Κα­τσου­λου­ριὰν ὅ­πως τὸν πα­λιὸ κα­λὸ και­ρό! Κα­λὴ τύ­χη!

Γκά­ρυ, 3Γ

***

6 Ὀ­κτω­βρί­ου

Ἀ­γα­πη­τοὶ ἔ­νοι­κοι τοῦ 4Γ,

Γειά σας! Κα­λω­σο­ρί­σα­τε στὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Εἶ­μαι ὁ Γκά­ρυ ἀ­πὸ τὸ 3Γ.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἱστοσελίδα Fifty-Two Stories τοῦ Cal Morgan:

http://www.fiftytwostories.com/?p=1383#more-1383 Πα­ράλ­λη­λο κεί­με­νο: Γιῶρ­γος Πα­να­γιω­τί­δης: «Ση­μει­ώ­μα­τα στὸ Θα­νά­ση».

Τζώ­νυ Ντά­ια­μοντ (Jonny Diamond). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ ἐκ­δό­της ποὺ μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο του ἀ­νά­με­σα στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη καὶ τὴν Κοι­λά­δα Χάν­τσον. Πε­ζὰ καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ The Missouri Review, Geist, Hobart Pulp, Rolling Stone, Literary Hub καὶ ἀλ­λοῦ. Τὸν τε­λευ­ταῖ­ο και­ρὸ γρά­φει ἕ­να βι­βλί­ο γιὰ τὴν ἱ­στο­ρί­α τοῦ τσε­κου­ριοῦ, ἐν μέ­ρει με­λέ­τη τῶν συμ­βο­λι­σμῶν του κα­τὰ τὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ ἐ­πέ­κτα­ση πρὸς τὴ Δύ­ση, ἐν μέ­ρει δι­ε­ρώ­τη­ση τῶν σύγ­χρο­νων ἀ­πει­κο­νί­σε­ων τῆς ἀν­δρο­πρέ­πειας καὶ τῆς ζω­ῆς στὴν ἔ­ρη­μο. Ἔ­χει ἕ­ναν γιὸ καὶ εἶ­ναι δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ LitHub.com.

Δι­α­τη­ρεῖ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα https://www.jonnydiamond.me/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Τά­σος Ἀ­να­στα­σί­ου (Ἀ­θή­να, 1966). Σπού­δα­σε φι­λο­λο­γί­α στὸ Ρέ­θυ­μνο καὶ τώ­ρα ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς στὴ δευ­τε­ρο­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον ἔ­χει ἐκ­δο­θεῖ ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γή του Βρα­διὰ στὸ Flower (Ἀ­θή­να, 2001). Με­τα­φρά­σεις του τῶν ποι­η­τῶν Philip Larkin καὶ Douglas Dunn καὶ τοῦ πε­ζο­γρά­φου Tobias Wolff ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Πλα­νό­διον καὶ Γρα­φή.

[i] Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸς χα­ρα­κτή­ρας στὴν ἀ­με­ρι­κά­νι­κη τη­λε­ο­πτι­κὴ σει­ρὰ «Murder, she wrote» (1986-1990). Πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­α ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὰ μὲ τὴν ἐ­ξι­χνί­α­ση ἐγ­κλη­μά­των.

Advertisements

Ἀλέξιος Μάινας: Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας


Πράγματα ποὺ δὲν θὰ σοῦ ξαναπῶ στὸ Λὸς Ἄντζελες


caelumque aspicit et dulcis moriens reminiscitur Argos*

(Βιρ­γί­λιος)


ΕΝ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΠΟΥ νὰ μπῶ στὸ χαρ­τί, τί νὰ πρω­τα­να­φέ­ρω. Στὸ χαρ­τὶ ποὺ θὰ λά­βεις αὔ­ριο. Θὰ τὸ ρί­ξω ἡ ἴ­δια στὸ γραμ­μα­το­κι­βώ­τιο. Ἂν σὲ εἶ­χα κα­τα­λά­βει πο­τέ, θὰ ἔ­βλε­πα ἤ­δη τώ­ρα τὴν ἀν­τί­δρα­σή σου. Σά­στι­σμα, συν­τρι­βή, ὀρ­γή. Θὰ ἔ­πρατ­τες ἤ­δη μπρο­στὰ στὰ μά­τια μου, σὰν ὑ­πνο­βά­της, χω­ρὶς νὰ τὸ ξέ­ρεις. Ἡ αὐ­ρια­νή σου ἀν­τί­δρα­ση στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα θὰ ἀ­να­πα­ρι­στοῦ­σε, μὲ κά­ποι­α μα­νι­έ­ρα, τού­τη ‘δῶ τὴ μυ­στι­κὴ καὶ πρώ­τη. Ἡ ζω­ὴ θὰ μι­μοῦν­ταν τὴ γνώ­ση.

          Ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χω σα­φῆ εἰ­κό­να. Ἀ­δύ­να­τον νὰ δι­α­χει­ρι­στεῖ κα­νεὶς ἀ­να­μνή­σεις τριά­ντα ἐ­τῶν. Καὶ δὲν ὑ­πάρ­χει κα­τάλ­λη­λη εἰ­σα­γω­γὴ γιὰ κά­τι τέ­τοι­ο. Εἴ­μα­στε ἤ­δη στὴν αἴ­θου­σα ἀ­να­μο­νῆς. Τὰ ζά­ρια ἔ­χουν πέ­σει. Ἔ­χουν ὅ­λα ἤ­δη συμ­βεῖ.

          Σὲ θυ­μᾶ­μαι χω­ρὶς μού­σι, μὲ μαῦ­ρο μού­σι, με­τὰ μὲ γκρί­ζο. Σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ φω­νά­ζεις στὴν πα­λιὰ κου­ζί­να. Στὴ νέ­α κου­ζί­να. Θυ­μᾶ­μαι τὰ χέ­ρια σου ὅ­ταν δι­ά­βα­ζες. Θυ­μᾶ­μαι νὰ κοι­μᾶ­σαι. Κά­θε πε­ρί­ο­δος, κά­θε εἰ­κό­να σου, κά­θε ἀ­πό­φα­ση γιὰ τὸ τί τε­λι­κὰ νι­ώ­θω, δη­μι­ούρ­γη­σε μιὰ νέ­α γε­ω­λο­γι­κὴ στρώ­ση. Σκύ­βω πά­νω στὸ χαρ­τὶ καὶ νι­ώ­θω τὴν ἐγ­κάρ­σια το­μὴ ὅ­λων τῶν στρώ­σε­ων μέ­σα μου. Βλέ­πω τὴν κα­θε­μιὰ μὲ ζων­τα­νὰ χρώ­μα­τα, σὰν νὰ δη­μι­ουρ­γή­θη­κε μό­λις. Λάμ­πουν καὶ μοιά­ζουν νὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὰ πρό­σω­πα. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται σὲ σέ­να. Τριά­ντα χρό­νια δη­μι­ουρ­γεῖ­σαι μέ­σα μου.

          Τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ σὲ θυ­μᾶ­μαι νὰ γέρ­νεις τὸ κε­φά­λι στὸ πλά­ι γιὰ νὰ πεῖς ὄ­χι. Για­τὶ δὲν μπο­ροῦ­σες πιὰ νὰ μι­λή­σεις. Ἐ­σὺ ὁ κύ­ριος κα­θη­γη­τής, πά­νω στὴν ἕ­δρα, ἕ­τοι­μος νὰ ἐ­ξη­γή­σει με­τὰ τὸ βή­ξι­μο, ἕ­τοι­μος νὰ δεί­ξει ὅ­τι δὲν ἔ­χει νό­η­μα ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση με­τὰ τὸν βή­χα του. Ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει νό­η­μα με­τὰ τὸ δι­κό του. Τώ­ρα στὸ τη­λέ­φω­νο δὲν μπο­ρεῖς κὰν νὰ μι­λή­σεις. Σα­λι­α­ρί­ζεις καὶ σὲ ἔ­χει ἐ­ξου­θε­νώ­σει ἡ μο­να­ξιά, οἱ ὀ­ροὶ καὶ οἱ ἀ­σκή­σεις γιὰ τὰ σύμ­φω­να. Σὲ ἐ­ξου­θε­νώ­νει τ’ ὅ­τι ἔρ­χον­ται οἱ φοι­τη­τὲς καὶ τὸ βλέ­πουν.

          Για­τί βγά­ζα­με πάν­τα τὸν χει­ρό­τε­ρο ἑ­αυ­τό; Μὲ κα­τη­γο­ροῦ­σες στὰ γράμ­μα­τα, μ’ ἔ­λε­γες ἀ­χά­ρι­στη, μὴ-πλα­τω­νι­κή, ὅ,τι κι ἂν ση­μαί­νει αὐ­τό. Ἀλ­λὰ ἀ­να­φε­ρό­σουν στὰ λε­φτά. Εἴ­χα­με τέσ­σε­ρα χρό­νια νὰ εἰ­δω­θοῦ­με, ἀλ­λὰ ἐμ­φα­νί­στη­κες νὰ μὲ βρί­σεις στὴ νέ­α μου κου­ζί­να.

          Ἀ­νε­βαί­νου­με στὸν ἀ­έ­ρα. Κοι­τά­ζω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὸ πρω­ὶ κι ἔ­χει ἕ­να πεν­τα­κά­θα­ρο, συμ­πα­γὲς γα­λά­ζιο. Θέ­λει νὰ βγεῖ κα­νεὶς ἔ­ξω στὸ φτε­ρὸ νὰ τὸ πιά­σει μὲ τὰ χέ­ρια. Ὅ­ταν σὲ σκέ­φτο­μαι, σκέ­φτο­μαι πὼς τὸ γα­λά­ζιο δὲν ἔ­χει διά­ρκεια. Πὼς ἀ­νὰ πά­σα στιγ­μὴ θὰ δι­αρ­ρα­γεῖ καὶ θὰ φα­νεῖ ἡ ζω­ὴ – πο­λύ­πλο­κη, ὕ­που­λη, λε­ρω­μέ­νη.

          Δί­πλα μου κοι­μᾶ­ται ὁ μι­κρός, πρώ­τη φο­ρὰ πε­τά­ει, τὸ πε­ρί­με­νε ἑ­βδο­μά­δες. Ζω­γρά­φι­ζε ἀ­ε­ρο­πλά­να μὲ τρεῖς ἀν­θρώ­πους. Ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ σοῦ κά­νω ἔκ­πλη­ξη, νὰ σοῦ τὸν φέ­ρω γιὰ τὰ τριά­ντα μας. Με­γά­λω­σε καὶ θέ­λει νὰ γνω­ρί­σει τὸν πα­τέ­ρα του. Θέ­λει νὰ γε­μί­σει τὴ ζω­ή του καὶ μὲ σέ­να. Δὲν θέ­λει νὰ ρω­τά­ει μό­νο, θέ­λει νὰ σὲ ξέ­ρει καὶ νὰ σὲ βλέ­πει στὸν ὕ­πνο του.

          Νὰ ξέ­ρεις πὼς μὲ πῆ­ρε ὁ πα­θο­λό­γος σου. Μοῦ τά ’­πε σὲ δυ­ὸ προ­τά­σεις. Γι’ αὐ­τὸ ἔρ­χο­μαι.

          Γι’ αὐ­τὸ ἦρ­θα. Γι’ αὐ­τὸ εἶ­μαι ἐ­δῶ τώ­ρα ποὺ τὸ δι­α­βά­ζεις. Εἶ­μαι μὲ τὸν μι­κρὸ στὸ ἀ­πέ­ναν­τι κα­φέ. Πῆ­ρα τη­λέ­φω­νο καὶ ἔ­μα­θα πὼς ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα. Εἶ­παν δὲν χρει­ά­ζε­ται, ἀλ­λὰ ἔ­κα­να κρά­τη­ση. Σὲ πε­ρι­μέ­νου­με ἐ­δῶ στὸ τζά­μι καὶ ἴ­σως σὲ ἀ­να­γνωρίσει μό­λις σε δει νὰ ση­κώ­νεις τὸ κε­φά­λι. Αὐ­τὸς ἀ­πέ­ναν­τι, μά­τια μου, εἶ­ναι ὁ μπαμ­πάς σου.

          Ξέ­ρεις τὸ μί­σος εἶ­ναι πολ­λὰ συ­ναι­σθή­μα­τα, δὲν εἶ­ναι ἕ­να. Εἶ­ναι ἡ ἐκ­βο­λὴ ἑ­νὸς με­γά­λου πο­τα­μοῦ στὸ τέ­λος. Κά­θε με­γά­λος ἔ­ρω­τας ὀ­φεί­λει νὰ τε­λει­ώ­σει στὸ μί­σος, ἂν σέ­βε­ται τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἐ­μεῖς τὰ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἐ­γὼ σί­γου­ρα, για­τὶ σοῦ τά ’­χα δώ­σει ὅ­λα. Τά ’­δω­σα ὅ­λα, ἀλ­λὰ ἤ­σουν ἀ­νήμ­πο­ρος νὰ τὸ δεῖς. Για­τί ξέ­ρεις νὰ δι­α­βά­ζεις μό­νο σε­λί­δες. Ἀλ­λὰ αὐ­τὰ ποὺ συ­νέ­βαι­ναν, δὲν ἦ­ταν λέ­ξεις. Κι ἡ προ­σφο­ρά, ἡ κα­θη­με­ρι­νὴ θυ­σί­α δὲν ἐ­πι­δέ­χε­ται πε­ρί­λη­ψη. Ὁ ἐ­γω­ι­σμὸς ἐ­πι­δέ­χε­ται.

          Ἡ τά­φρος ἀ­νά­με­σά μας. Σὰν τὴ χα­ρά­δρα κά­τω ἀ­πὸ τὸ φτε­ρό. Ἡ ἀ­πύθ­με­νη ἀ­πό­κλι­ση ὅ­σων δώ­σα­με. Ὅ­ταν χω­ρί­σα­με, μοί­ρα­σες τσάμ­πα συγ­χω­ρο­χάρ­τια στὸν ἑ­αυ­τό σου. Αἰ­ώ­νια ἐ­ξι­λέ­ω­σή σου κά­ποι­ες ἀμ­φι­βο­λί­ες ἕ­να ἀ­πό­γευ­μα μὲ βρο­χή. Μι­σὴ συγ­γνώ­μη, ποὺ προ­δι­έ­θε­τε γιὰ νέ­α κύ­μα­τα ὑ­πε­ρη­φά­νειας. Κι ἕ­να βρεγ­μέ­νο μα­νί­κι.

          Λέ­νε πὼς τὸ ἐ­πί­πε­δό τῆς καρ­διᾶς φαί­νε­ται στὴ συ­νεί­δη­ση. Ἐ­γὼ λέ­ω πὼς φαί­νε­ται στὶς ἐ­πι­λο­γές, κι ὄ­χι στὶς τύ­ψεις. Ἄς εἶ­ναι. Τὸ ἔ­σχα­το ἐ­πει­σό­διο, με­τὰ τὸ μί­σος, δὲν μπο­ρεῖ πα­ρὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος ἐ­πί­γνω­σης ἢ ρωγ­μῆς. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πει­σό­διο ποὺ πο­τὲ δὲν προ­βάλ­λε­ται. Δὲν ξέ­ρω γιὰ ἐ­πι­στο­λὲς καὶ σκέ­ψεις, ἀλ­λὰ ἔ­χω γρά­ψει γιὰ χά­ρη σου ἕ­να ἀ­πὸ τὰ κομ­ψό­τε­ρα κε­φά­λαι­α στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς μα­ται­ό­τη­τας.

          Κι ὅ­ταν ἔρ­θει τὸ τέ­λος, εἶ­ναι ἀμ­φί­βο­λο ἂν θὰ στρέ­ψεις ἀλ­λοῦ τὴ μνή­μη γιὰ νὰ με­λαγ­χο­λή­σεις. Θὰ σκε­φτεῖς τὸν γιό μας, θὰ σκε­φτεῖς ἐ­μέ­να νὰ φι­λῶ τὸν ὦ­μο σου τὴν ὥ­ρα ποὺ γρά­φεις. Κι ὅ­μως αὐ­τὴ ἡ ἐ­λά­χι­στη νο­σταλ­γί­α δὲν θά ’­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ δι­και­ο­σύ­νη. Θὰ ὀ­φεί­λε­ται στὸ τέ­λος, ὄ­χι σὲ με­τα­μέ­λεια.

Στα­μα­τῶ για­τί ἕ­νας κύ­ριος ση­κώ­θη­κε στὸ δι­ά­δρο­μο καὶ φω­νά­ζει.


* Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ πε­θαί­νον­τας θυ­μᾶ­ται τὸ γλυ­κὸ Ἄρ­γος.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.


Ἀ­λέ­ξιος Μά­ι­νας (Ἀ­θή­να, 1976). Μὲ ἑλ­λη­νο­γερ­μα­νι­κὴ κα­τα­γω­γὴ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ με­γά­λω­σε. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Βόν­νη, με­λε­τᾶ καὶ πα­ρου­σιά­ζει τὸ ἔρ­γο Ἑλ­λή­νων ποι­η­τῶν στὸ γερ­μα­νό­φω­νο χῶ­ρο. Γρά­φει καὶ με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὶς δύ­ο γλῶσ­σες. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Τὸ πε­ρι­ε­χό­με­νο τοῦ ὑ­πό­λοι­που (ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2011).


 

Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη: Ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να


12-Chatzimanolaki,Poly-ODonKichotisGennithikeKaiGiaMena-Eikona-02


Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη


Ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να


Φρο­νι­μό­τα­τε Σε­ΐτ Χα­μίτ,

        Μά­θε πὼς ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να. Ὡς πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ἀ­πο­φυ­γήν. Τοῦ­το για­τὶ ἐ­πέ­δει­ξε μιὰ ἀ­κραί­α ἀ­δυ­να­μί­α τῆς φαν­τα­σί­ας. Ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὴ δρά­ση γιὰ νὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν οἱ βα­θύ­τε­ροι πό­θοι της. Ἐ­γώ, ἀν­τι­θέ­τως, δὲν βγῆ­κα πο­τὲ ἀ­πὸ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη μου. Ζῶ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος, φέρ­νον­τας στὸ φῶς τοὺς ἥ­ρω­ες τῶν ἀ­να­γνω­σμά­των μου. Δι­α­χει­ρί­ζο­μαι τὴν ἔκ­στα­ση μό­νο μὲ τὸ νοῦ, τὸ πνεῦ­μα μου καὶ μό­νο καλ­πά­ζει, ἐ­γώ, ὁ ἱπ­πό­της τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Στὰ σύν­νε­φα ἔ­χτι­σα τὴν ἐ­πι­κρά­τειά μου καὶ χά­ρι­σα ἕ­να νη­σὶ στὸν ὑ­πη­ρέ­τη μου.

       Θλί­βο­μαι γιὰ τὴ γε­λοι­ο­ποί­η­ση στὴν ὁ­ποί­α τὸν ἔ­χε­τε ὑ­πο­βά­λει τό­σα χρό­νια. Καὶ ὅ­μως δὲν θὰ εἶ­χε ἀ­νάγ­κη τοὺς κα­κό­βου­λους μά­γους νὰ σώ­σουν τὰ προ­σχή­μα­τα, ἂν εἶ­χε τὸ σθέ­νος νὰ μὴν ἐ­πι­χει­ρή­σει τὴν ἔ­ξο­δο ἀ­πὸ τὸ χω­ριό του, νὰ μὴ ζη­τή­σει ἄλ­λη ἐκ­πλή­ρω­ση πλὴν αὐ­τῆς στὴ φαν­τα­σί­α του.

       Αὐ­τὸ ποὺ ζῶ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νει­ρο­πο­λῶ.

 Φερ­νάν­το Κα­έ­ι­ρο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη (Κά­λυ­μνος, 1958). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ με­τὰ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὴ Στα­τι­στι­κὴ Φυ­σι­κὴ στὶς Βρυ­ξέλ­λες, κον­τὰ στὸν νομ­πε­λί­στα I­lya Pri­go­gi­ne. Εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη τοῦ Πα­νελ­λή­νιου Δι­α­γω­νι­σμοῦ Ἀ­νά­γνω­σης Παι­δι­κοῦ Βι­βλί­ου «Βι­βλι­ο­δρο­μί­ες» ποὺ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια δι­ορ­γα­νώ­νε­ται ἀ­πὸ τὰ Ἐκ­παι­δευ­τή­ρια Γεί­το­να.  Οἱ Μέ­λισ­σες τοῦ Κάλ­βου (2008) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της Τὸ ἀλ­φα­βη­τά­ρι τῶν που­λι­ῶν (2014).



		

	

Δ.Γ. Μαγριπλῆς: Σοῦ στέλνω γράμμα νὰ ξέρεις τὴν τύχη μου

Magriplis,Dimitris-SouStelnoGrammaNaKsereisTinTychiMou-Eikona-03

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς


 

Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου

 


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΟΜΑΙ ΔΙΠΛΑ στὴν τρύ­πα στὸν τοῖ­χο καὶ κοι­τά­ζω τὸ δρό­μο. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νείς. Ἔ­φυ­γαν ὅ­λοι. Ἄλ­λος γιὰ τὰ ξέ­να, ἄλ­λος γιὰ πάν­τα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἁ­πλὰ μέ­χρι νὰ ἡ­συ­χά­σει ἡ κα­τά­στα­ση. Ἐ­γὼ τὸ ἀρ­νή­θη­κα. Ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θαν νὰ μοῦ ποῦν γιὰ­ ἐκ­κέ­νω­ση.

Ἐ­δῶ θὰ μεί­νω, ἀ­πάν­τη­σα καὶ ζή­τη­σα σφαῖ­ρες. Ἄ­φη­σαν μπό­λι­κες.

       Θὰ σοῦ χρεια­στοῦν, εἶ­παν καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ.

       Τοὺς εἶ­δα ποὺ ἔ­στρι­βαν τὴν γω­νί­α. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ μι­λή­σω σὲ φί­λο. Ἀ­κού­ω φω­νὲς μὰ δὲν ξε­χω­ρί­ζω τί λέ­νε. Νο­μί­ζω μὲ ἀ­πο­κα­λοῦν τρο­μο­κρά­τη. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος, μὰ τὸ ὕ­φος τοῦ λό­γου τους δεί­χνει πὼς στὰ χέ­ρια τους θὰ κα­τα­λή­ξω ἀ­κέ­φα­λο σῶ­μα. Δὲν τὸ ρι­σκά­ρω νὰ ἀ­πο­κρι­θῶ. Τοὺς στέλ­νω κά­πο­τε κα­νέ­να βό­λι. Ἔ­τσι γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω τὴν θέ­ση τους. Εἶ­ναι παν­τοῦ. Τὶς προ­άλ­λες ἕ­να μαῦ­ρο ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὅ­πλι­σα μὰ δὲν πρό­λα­βα νὰ ρί­ξω. Εἶ­δα μό­νο σκό­νη καὶ ρι­πὲς στὸν ἀ­έ­ρα. Με­τὰ τὴν γω­νί­α κά­ποι­οι ἀ­λά­λα­ζαν στὸ ρυθ­μὸ τοῦ θα­νά­του. Πά­γω­σα. Λὲς νὰ ἔ­μει­να μό­νος στὴν κό­λα­ση;

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ σὲ σκέ­φτη­κα. Νὰ εἶ­σαι κα­λά; Σᾶς δῶ­σαν τρο­φὴ καὶ νε­ρό; Πῶς σᾶς φέρ­θη­καν; Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, φύ­γα­τε. Ὁ ἥ­λιος ἐ­κεῖ συ­νε­χί­ζει νὰ βγαί­νει μὲ δύ­να­μη καὶ τὸ φεγ­γά­ρι στρώ­νει στὴν θά­λασ­σα δρό­μους. Κα­ΐ­κια μὲ ἀ­νοιγ­μέ­να πα­νιὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὸ πέ­λα­γο. Παι­διὰ χτί­ζου­νε κά­στρα στὴν ἄμ­μο. Ἐ­σὺ μὲ τὸ γα­λά­ζιο σου φό­ρε­μα νὰ περ­πα­τᾶς σὰν δορ­κά­δα καὶ πί­σω σου τρί­α κου­τσού­βε­λα νὰ φω­νά­ζουν: «μα­μά».

       Πά­λι ἄ­να­ψαν φω­τι­ὲς στὸν λό­φο. Καῖ­νε τὰ πάν­τα. Στά­χτες καὶ ἐ­κεί­νη ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­μέ­νου κρέ­α­τος. Δὲν ἔ­χου­νε ἔ­λε­ος. Φο­βᾶ­μαι νὰ δῶ. Ὁ τοῖ­χος ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι γε­μά­τος εἰ­κό­νες. Τὶς ἔ­χω καρ­φώ­σει στὰ πρό­χει­ρα μὰ στέ­κον­ται ὄρ­θι­ες πα­ρὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις. Κά­νουν τὸν νοῦ μου νὰ φεύ­γει…

       Ἀ­κού­γον­ται πά­λι κραυ­γές. Σκυ­λιὰ τοῦ πο­λέ­μου. Κά­ποι­ον θὰ βρή­κα­νε πά­λι. Καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς ἦρ­θαν σὰν ἄγ­γε­λοι. Εἴ­χα­νε λύ­σεις γιὰ ὅ­λα. Στὴν ἀρ­χὴ τοὺς πι­στέ­ψα­με. Δί­ναν πρά­μα­τα καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις. Ποι­ός δὲν τὰ θέ­λει; Τὰ πή­ρα­με. Τὸ σπί­τι ἄλ­λα­ξε, ἡ γει­το­νιά, ἀ­κό­μη καὶ ὁ τρε­λὸς στὴν γω­νί­α ἐν­τύ­θη­κε. Με­τά…

       Ἄρ­χι­σε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­λε­μος. Ὁ ἕ­νας ἐ­ναν­τί­oν τοῦ ἄλ­λου. Πό­νος ἀ­φό­ρη­τος καὶ ὁ κό­σμος συν­νέ­φια­σε. Οἱ γρι­ὲς βά­λα­νε μαῦ­ρα μαν­τή­λια καὶ κου­ρέ­ψα­νε σύν­τρι­χα τὰ παι­διά. Τὰ πρά­μα­τα γί­ναν δε­σμὰ καὶ οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις δα­νει­κά. Τὰ ἤ­θε­λαν πί­σω. Μᾶς κλέ­ψαν τὰ πάν­τα. Δη­μεύ­σα­νε σπί­τια καὶ ὀρ­γώ­σα­νε ξέ­να χω­ρά­φια. Σφά­ξαν τὰ ζῶ­α μας καὶ πῆ­ραν μα­κριὰ τὴν σο­δειά μας. Κλεῖ­σαν σχο­λειὰ καὶ ἱ­δρύ­μα­τα. Πῆ­ραν ἀ­κό­μη καὶ τὰ παι­χνί­δια τῶν παι­δι­ῶν. Μᾶς ἄ­φη­σαν μό­νο, χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λουν, ἐλ­πί­δα. «Ἔ­τσι­ ὅ­πως ἦρ­θαν θὰ φύ­γουν», μο­νο­λο­γού­σα­με. Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ἄλ­λω­στε αἰ­ώ­νιο. Μό­νο τὸ χα­μό­γε­λό σου. Ἀ­πο­τύ­πω­μα πά­νω στὰ ἀ­στέ­ρια. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

       Ἦρ­θαν γιὰ μέ­να. Ἀ­κού­ω τὶς μη­χα­νές τους νὰ μουγ­κρί­ζουν καὶ βλέ­πω φι­γοῦ­ρες νὰ κά­νουν πα­ρέ­λα­ση. Με­τρά­ω τὸ χρό­νο, σφίγ­γω τὰ δόν­τια, σέρ­νο­μαι δί­πλα στὴν τρύ­πα. Ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι ὁ δρά­κος. Μὲ κοι­τᾶ καὶ οὐρ­λιά­ζει: «ἐ­κεῖ – ἐ­κεῖ».

       Ἀ­κού­ω το μπὰ­μ καὶ τρα­βι­έ­μαι. Νοι­ώ­θω τὸ κά­ψι­μο πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το. Ξυ­στὰ εὐ­τυ­χῶς. Πιά­νω τὸ αἷ­μα. Ζε­στό. Μὲ τὸ δά­χτυ­λο παίρ­νω τὸ κόκ­κι­νο καὶ τὸ ἀ­φή­νω­ πά­νω στὸ κά­τα­σπρο πά­τω­μα: «θέ­λω νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι ἔ­κα­να τὰ πάν­τα γιὰ νὰ μεί­νω ἐ­δῶ».

       Ὁ­μο­βρον­τί­ες. Βάλ­θη­καν νὰ μὲ ξε­κά­νουν. Κα­θάρ­μα­τα λέ­ω καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ρί­χνω. Μὲ ἀ­κοῦς;

       Εἶ­μαι ἀ­κό­μη ζων­τα­νός. Μὲ τὸ κε­φά­λι ψη­λὰ ἀ­παν­τά­ω στὶς φλό­γες τους. Τὸ ξέ­ρω πὼς σὲ ἔ­χω πάν­τα κον­τά μου. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μάν­να, τὰ ἀ­δέλ­φια μου, οἱ μνῆ­μες ποὺ ἔ­χου­νε κά­νει γι­ορ­τές, πα­νη­γύ­ρια καὶ λύ­πες. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ καὶ γι’ αὐ­τὸ πο­λε­μά­ω τὸ ἔ­ρε­βος. Πό­σο λί­γοι μοῦ φαί­νον­ται πιά. Ση­κώ­νο­μαι ὄρ­θιος καὶ­ περ­πα­τά­ω στὸ δω­μά­τιο ποὺ χτί­σα­με μὲ ἀ­γά­πη. Εἶ­μαι ἀ­η­τὸς καὶ μπο­ρῶ νὰ πε­τά­ξω. Ἀ­φή­νω τὰ μαλ­λιά μου στὸ κύ­μα ποὺ ἔρ­χε­ται. Κοι­τά­ω τὴν πόρ­τα. Ἀ­κού­ω τὸν θό­ρυ­βο. Σπά­ει καὶ χύ­νον­ται. Τὸ δά­χτυ­λο γί­νε­ται σκαν­δά­λη ποὺ ρί­χνει. Νοι­ώ­θω παν­τοῦ ἕ­να τσού­ξι­μο.

       Μεῖ­ναν ἐ­κεῖ. Νὰ ξέ­ρεις πὼς μέ­σα δὲν μπή­κα­νε. Στὸ λέ­ω για­τί προ­τοῦ ἀρ­χί­σω νὰ πε­τῶ ἀ­πὸ πά­νω τους, εἶ­δα. Δὲν τόλ­μη­σαν. Τὰ μά­ται­α κτή­νη. Κά­ναν στρο­φὴ καὶ χα­θῆ­καν, σκι­ὲς στὸ βά­θος τοῦ δρό­μου. Τώ­ρα πε­τῶ νὰ σᾶς βρῶ. Μὲ λο­γι­σμὸ καὶ ὕ­παρ­ξη ἐ­λεύ­θε­ρη. Πά­νω ἀ­πὸ κάμ­πους καὶ κά­τω ἀ­πὸ ἀ­στέ­ρια. Κρυμ­μέ­νος στὰ πιὸ γλυ­κὰ ὄ­νει­ρά σας. Σὲ βε­βαι­ῶ κα­νεὶ­ς δὲν μᾶς νί­κη­σε που­θε­νά. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ ὄ­νο­μα: «Κομ­πά­νι – Ἀ­θή­να – Βαρ­κε­λώ­νη», ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς. Ὁ φα­σι­σμὸς δὲν ἔ­χει φτε­ρὰ νὰ πε­τά­ξει.

       Στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς σκαρ­φα­λώ­νω στὸ σύν­νε­φο. Γί­νο­μαι ἕ­να μα­ζὶ μὲ χι­λιά­δες. Χέ­ρι μὲ χέ­ρι βου­τᾶ­με καὶ ρέ­ου­με. Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου. Δι­α­λέ­γω τὸ ρό­δο στὴν πόρ­τα σου. Ἐ­κεῖ θὰ εἶ­μαι ὅ­ταν ἀ­νοί­ξει­ καὶ βγοῦν τὰ παι­διά. Ἐ­κεῖ, στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς (Ἀθήνα). Διήγημα. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πά­ντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθή­ματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).

Μαρία Χοσὲ Μπάριος Γκονθάλεθ (María José Barrios González): Εἰδοποίηση

.

BarriosGonzález,MaríaJosé-Eidopoiisi-Eikona-01

.

Μαρία Χοσὲ Μπάριος Γκονθάλεθ (María José Barrios González)

.

Εἰδοποίηση

(Aviso)

 .

11-Alpha-607px-A_Vignette_svgΞΙΟΤΙΜΟΙ πε­λά­τες,

Βγῆ­κα ἕ­να λε­πτὸ νὰ ζη­τή­σω τὸ χέ­ρι τῆς Ρο­σά­ου­ρα, τῆς κό­ρης τοῦ ρά­φτη. Εἶ­μαι πά­ρα πο­λὺ και­ρὸ μό­νος.

       Ἂν δε­χτεῖ, θὰ τὸ σκά­σου­με μα­ζὶ ἀ­πὸ τὴν πό­λη, θὰ παν­τρευ­τοῦ­με στὴν πρώ­τη ἐκ­κλη­σί­α ποὺ θὰ βροῦ­με στὸ δρό­μο μας καὶ θὰ κά­νου­με δύ­ο γιούς. Τὸν με­γά­λο θὰ τὸν ποῦ­με Ἀν­σέλ­μο, ἀ­πὸ τὸν παπ­πού μου.  Δι­α­φο­ρε­τι­κά, θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω σὲ πέν­τε λε­πτά.

       Εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ συγ­γνώ­μη γιὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση.

       Μ.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Μα­ρί­α Χο­σὲ Μπά­ριος Γκον­θά­λεθ (María José Barrios González) (Σε­βίλ­λη, 1980). Γνω­στὴ γιὰ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ παι­δι­κὰ δι­η­γή­μα­τά της. Τὸ 2009 δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Monosabio (Μά­λα­γα, Δῆ­μος Μά­λα­γας) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Aviso».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ  ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Γιῶργος Παναγιωτίδης: Σημειώματα στο Θανάση

.

Panagiotidis,Giorgos-SimeiomataStoThanasi-Eikona-02a

.

Γι­ῶρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δης

.

Ση­μει­ώ­μα­τα στὸ Θα­νά­ση

.

04-KappaΥΡΙΕ ΘΑΝΑΣΗ, σᾶς ἀ­να­ζή­τη­σα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να. Ἔ­χε­τε φρά­ξει τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πα­λιὰ πράγ­μα­τα. Ἂν με­τα­κο­μί­ζε­τε, νὰ τὸ κά­νε­τε γρή­γο­ρα. Ἂν κά­να­τε ἀ­να­καί­νι­ση, κα­νο­νί­στε νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τὰ πα­λιὰ πράγ­μα­τά σας. Εἰ­δάλ­λως θὰ ἀ­ναγ­κα­στῶ νὰ σᾶς κά­νω ἀ­γω­γή.

Ἡ δι­α­χει­ρί­στρια

.

Θα­νά­ση μου, ἦρ­θα ὣς ἐ­δῶ καὶ δὲν σὲ βρῆ­κα παι­δί μου. Τὸ κι­νη­τό σου εἶ­ναι ἀ­πε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο ἐ­δῶ καὶ δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες. Ξέ­ρεις πὼς εἶ­μαι με­γά­λη γυ­ναί­κα. Παι­δί μου, ἂν δὲν θὲς νὰ πά­ω ἀ­πὸ καρ­διά, τη­λε­φώ­νη­σέ μου τὸ γρη­γο­ρό­τε­ρο.

Μα­μά

.

Ρὲ μα­λά­κα, Θα­νά­ση, ποῦ εἶ­σαι; Ἢ θὰ πά­ρεις τὸ σκύ­λο σου ὣς αὔ­ριο ἢ θὰ τὸν πά­ω στὴ φι­λο­ζω­ϊ­κή. Τρεῖς μέ­ρες μοῦ εἶ­πες.

Νί­κος

.

Ἀ­γά­πη μου, τρί­α χρό­νια! Ἀ­πί­στευ­το! Ὅ­ταν σὲ γνώ­ρι­σα, φο­βό­μουν πὼς θὰ μ’ ἄ­φη­νες σὲ κα­νέ­να ἑ­ξά­μη­νο. Οἱ φί­λες μου, ἔ­λε­γαν νὰ προ­σέ­χω, για­τὶ ἄν­θρω­πος τῆς νύ­χτας δὲν ἔ­χει μπέ­σα. Μὰ ἐ­σύ, μω­ρά­κι μου, ἐ­σὺ εἶ­σαι καλ­λι­τέ­χνης. Εἶ­σαι ὁ τρα­γου­δι­στής μου! Μὴ μ’ ἀ­φή­νεις, Θα­να­σά­κο μου, στὸ σκο­τά­δι. Ποῦ εἶ­σαι; Τί νὰ κά­νω; Νὰ τολ­μή­σω νὰ πά­ρω τὴ μα­μά σου; Σὲ φι­λῶ γλυ­κά.

Ἡ Μα­ρί­α σου

.

Θα­νά­ση, δυ­στυ­χῶς δὲν ἔ­χω τὰ χρή­μα­τα. Δὲν ξέ­ρω, ρὲ φί­λε, ποῦ χά­θη­κες. Νὰ τὸ ξέ­ρεις μοῦ τὰ πῆ­ρε ὅ­λα ἡ τρά­πε­ζα. Χαν­τα­κώ­θη­κα. Θὰ φύ­γω γιὰ τὴν Ἀρ­γεν­τι­νή. Ἔ­χω μιὰ θεί­α ἐ­κεῖ. Θὰ φτια­χτῶ καὶ θὰ σὲ πλη­ρώ­σω. Τὸ μα­γα­ζὶ μοῦ τὸ πή­ρα­νε. Μὴ μὲ ἀ­να­ζη­τή­σεις ἐ­κεῖ.

Νό­της

.

Ἔ­χω νὰ σὲ δῶ ἀ­π’ τὴ μέ­ρα ποὺ ἔ­κλει­σε τὸ μα­γα­ζὶ ποὺ τρα­γού­δα­γες. Για­τί Θα­νά­ση; Ἐ­σὺ μοῦ ἔ­λε­γες πὼς θὰ τὰ πεῖς ὅ­λα στὴ Μα­ρί­α καὶ πὼς θὰ χω­ρί­σεις καὶ πὼς θὰ ζού­σα­με μα­ζί. Δὲν τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις πὼς εἴ­μα­στε πλα­σμέ­νοι ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο; Θα­νά­ση μὴ φέ­ρε­σαι σὰν παι­δί. Σὲ πε­ρι­μέ­νω πάν­τα.

Γιά­ννα

.

Κύ­ρι­ε Ἀ­θα­νά­σι­ε Ἀ­θα­να­σιά­δη, εἴ­χα­με συμ­φω­νή­σει στὸ πάρ­τι τῶν γε­νε­θλί­ων μου θὰ τρα­γου­δού­σα­τε τρί­α τέ­ταρ­τα καὶ θὰ κλεί­να­τε μὲ ἕ­να στρὶπ σό­ου. Δὲν μὲ νοιά­ζει ποὺ δὲν ἐμ­φα­νι­στή­κα­τε. Μὲ νοιά­ζει ποὺ ἐ­ξα­φα­νι­στή­κα­τε μὲ τὴν προ­κα­τα­βο­λὴ τῶν 500 εὐ­ρώ. Ἂν νο­μί­ζε­τε θὰ μοῦ φᾶ­τε αὐ­τὰ τὰ λε­φτά, πλα­νά­στε πλά­νη οἰ­κτρά! Ὁ ἄν­τρας μου εἶ­ναι ἔ­ξαλ­λος!

Κα Ζω­ζὼ Μωϋ­σιά­δου

.

Ποῦ ’­σαι, ρὲ Θα­νά­ση; Κο­νό­μη­σα ἕ­να κάμ­πριο αὐ­το­κι­νη­τά­κι. Ὅ,­τι πρέ­πει γιὰ τὴν πάρ­τη σου. Ἀ­πὸ Βουλ­γα­ρί­α. Κά­νε γρή­γο­ρα, για­τὶ θὰ μοῦ τὸ πά­ρει κα­νέ­νας ἄλ­λος. Εἶ­ναι πε­ρί­πτω­ση, δι­κέ μου. Ξύ­πνα! Τὸ σα­ρα­βα­λά­κι σου εἶ­ναι γιὰ πα­λι­ο­σί­δε­ρα. Δὲν θὰ νοι­ά­ζο­μαι ἐ­γὼ γιὰ σέ­να πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ σέ­να στὴν τε­λι­κή!

Μα­νώ­λης

.

Μω­ρέ, μοῦ λεί­πεις! Ἐν­τά­ξει τὸ ξέ­ρω, δὲν ἔ­χεις ξα­να­πά­ει μὲ ἄν­τρα, ἀλ­λὰ μα­ζί μου ἤ­σουν θε­ός. Δὲν μπο­ρῶ νὰ σὲ ξε­χά­σω! Ἔ­χεις σφη­νώ­σει στὴ σκέ­ψη μου, στὶς μέ­ρες καὶ στὶς νύ­χτες μου. Πό­τε νὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω;

Στέ­λιος

.

Ἄν­τε νὰ χα­θεῖς, ρέ ξεφ­τί­λα! Τὸ σκύ­λο σου τὸν πα­ρέ­δω­σα στὴ φι­λο­ζω­ι­κή! Ἔ­τσι γιὰ νὰ μά­θεις νὰ ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­σαι τοὺς φί­λους! Καὶ νὰ μὴ σὲ ξα­να­δῶ μπρο­στά μου! Οὔ­στ!

Νί­κος

.

Θα­να­σά­κη μου, ἡ μα­νού­λα εἶ­μαι. Φο­βᾶ­μαι, παι­δί μου. Αὔ­ριο θὰ μπῶ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Γιὰ ’­κεί­νη τὴ λι­πο­α­ναρ­ρό­φη­ση. Δὲν θὰ ἔρ­θεις; Ἂχ, βρὲ παι­δί μου, πά­λι θὰ μ’ ἀ­φή­σεις μό­νη μου τὴ δύ­σκο­λη ὥ­ρα!

Μα­μὰ

.

Κύ­ρι­ε Θα­νά­ση, ἡ πο­λυ­κα­τοι­κί­α ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ με­τα­φέ­ρει τὰ πράγ­μα­τά σας σὲ μιὰν ἀ­πο­θή­κη στὸ Αἰ­γά­λε­ω. Νὰ μὲ εὐ­γνω­μο­νεῖ­τε ποὺ γλι­τώ­σα­τε τὴν ἀ­γω­γή. Νὰ κα­θα­ρί­σε­τε ἄ­με­σα τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σας, για­τὶ ἡ δυ­σω­δί­α ἔ­χει γί­νει ἀ­φό­ρη­τη. Τί ἔ­χε­τε κά­νει, κύ­ρι­ε Θα­νά­ση; Ἀ­φή­σα­τε τὸ σκύ­λο σας καὶ ψό­φη­σε τὸ κα­η­μέ­νο τὸ ζων­τα­νό; Θ’ ἀ­νοί­ξου­με τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα μὲ εἰ­σαγ­γε­λι­κὴ ἐν­το­λή.

Ἡ δι­α­χει­ρί­στρια

.

Κύ­ρι­ε Ἀ­θα­νά­σι­ε Ἀ­θα­να­σιά­δη, ξε­χά­στε αὐ­τὰ ποὺ σᾶς ἔ­γρα­ψα. Συμ­φώ­νη­σε κι ὁ ἄν­τρας μου, νὰ μᾶς κά­νε­τε ἐ­κεῖ­νο τὸ στρὶπ σό­ου τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν γε­νε­θλί­ων του. Εὐ­και­ρί­α νὰ ἐ­πα­νορ­θώ­σε­τε. Ἀλ­λὰ μό­νο μὲ τὰ 500 εὐ­ρὼ τῆς προ­κα­τα­βο­λῆς. Οὔ­τε εὐ­ρὼ πα­ρα­πά­νω.

Κα Ζω­ζὼ Μω­ϋ­σιά­δου

.

Μᾶλ­λον δὲν θέ­λεις νὰ μὲ ξα­να­δεῖς. Νὰ τὸ ξέ­ρεις. Θ’ αὐ­το­κτο­νή­σω καὶ θὰ τὸ ἔ­χεις κρί­μα. Ὑ­πο­χω­ρῶ Θα­νά­ση μου. Θὰ μεί­νω αἰ­ω­νί­ως τὸ τρί­το πρό­σω­πο. Ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα. Ἦ­ταν λά­θος μου νὰ ἐ­πι­μέ­νω νὰ χω­ρί­σεις μὲ τὴ Μα­ρία. Τί ἄ­μυα­λη ποὺ ἤ­μουν!

Γιά­ννα

.

Θα­νά­ση, τε­λει­ώ­σα­με! Εἶ­σαι ἴ­διος μὲ ὅ­λους τους ἄλ­λους! Γα­ϊ­δού­ρι! Τί νο­μί­ζες πῶς εἶ­μαι; Ἡ Πη­νε­λό­πη; Θα­νά­ση, πῆ­γα μὲ ἄλ­λον! Νὰ μὲ ξε­γρά­ψεις! Ἡ Μα­ρί­α σου ἔ­χει πε­θά­νει. Δὲν ἔ­χεις μπέ­σα τε­λι­κά, ρὲ Θα­νά­ση! Σὲ λυ­πᾶ­μαι!

Μα­ρί­α

.

Ἂχ βρὲ ἀ­γο­ρά­κι μου, ἐγ­χει­ρι­σμέ­νη καὶ μ’ ἀ­ναγ­κά­ζεις νὰ ἔρ­χο­μαι ὣς ἐ­δῶ κου­κου­λω­μέ­νη γιὰ νὰ μὴ μὲ κα­τα­λα­βαί­νουν ποι­ά εἶ­μαι. Πο­νά­ει τὸ κω­λα­ρά­κι μου ἀ­π’ τὴ λι­πο­α­ναρ­ρό­φη­ση. Νὰ τὸ ξέ­ρεις. Δὲν θὰ ἔρ­θω ξα­νά. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σου βρω­μά­ει! Μὲ πιά­νει λι­πο­θυ­μί­α μό­νο ποὺ πλη­σιά­ζω τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Σὲ φι­λῶ γλυ­κά.

Μα­μά

.

Σοῦ ὑ­πό­σχο­μαι ἄν­τρα μου πὼς θὰ κά­νω μιὰ ξε­γυ­ρι­σμέ­νη φα­σί­να στὸ σπί­τι σου μό­λις ἐ­πι­κοι­νω­νή­σεις μα­ζί μου. Μό­νο νὰ σὲ βλέ­πω καὶ τί στὸν κό­σμο. Συγ­γνώ­μη δη­λα­δή, δὲν τὸ λέ­ω γιὰ νὰ σὲ προ­σβά­λω, ἀλ­λὰ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σου, βρω­μά­ει ψο­φί­μι.

Στέ­λιος

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δης (Ἀ­λε­ξαν­δρού­πο­λη, 1965). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴν ἴ­δια πό­λη καὶ στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ζεῖ. Ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή, τὴν ὁ­ποί­α καὶ δι­δά­σκει. Συν­τά­χτη­κε μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μαν­δρα­γό­ρας γιὰ μιὰ δε­κα­ε­τί­α, ἕ­ως τὸ 2005 καὶ γιὰ τὰ τεύ­χη 12 ἕ­ως 33, ἀ­π’ ὅ­που πα­ρου­σί­α­ζε κυ­ρί­ως ποι­η­τές. Τὸ ἴ­διο ἔ­κα­νε καὶ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρών. Ἐ­ξέ­δω­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ρύ­νια (1985), Τὰ ὄν­τα ἐ­κεῖ καὶ Ὀ­νό­μα­τα μό­νΟ ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Τὰ δύ­ο ὅ­λα (1996) καὶ Δι’ ὁ­δῶν (2002) ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» καὶ τὸ Ὀ­μορ­φι­ὲς ἀ­φό­ρη­τες (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2012). Τὸ πρῶ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα Ἐ­ρώ­των καὶ Ἀ­ο­ρά­των (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2007) δι­α­κρί­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά: Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Δέ­λε­αρ, Συμ­πό­σιο, Ποι­η­τι­κή, Ἄ­νευ καὶ στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κά: e-poema, poeticanet κα­θὼς καὶ στὸ blog τοῦ Ε.ΚΕ.ΒΙ.

.

Ἔιμι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark): Ἀγαπητὲ κύριε Πρόεδρε

.

.

Ἔιμι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark)

 .

Ἀγαπητὲ κύριε Πρόεδρε

(Dear Mr. President)

.

Ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Πρό­ε­δρε,

       Ἀ­μέ­σως μό­λις πέ­ρα­σες ἕ­να-ἕ­να τὰ δά­χτυ­λά σου μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­πὸ τὸ αὐ­τί μου, ἄρ­χι­σες νὰ μι­λᾶς γιὰ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀ­σφά­λι­ση, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ ξε­χά­σω τὸ γε­γο­νὸς πὼς εἶ­σαι 35 χρό­νια πιὸ με­γά­λος ἀ­πὸ μέ­να. Ἀ­κό­μα καὶ στὸ ὄ­νει­ρό μου γνω­ρί­ζω πὼς εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ πι­θα­νὸν νὰ ὠ­φε­λη­θεῖς ἐ­σὺ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πο­λι­τι­κὲς ποὺ προ­ω­θεῖς πα­ρὰ ἐ­γώ. Τὸ Βιά­γκρα, μο­λο­νό­τι ὑ­πέ­ρο­χο γιὰ τὴ σχέ­ση μας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρύ­ψει τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἄρ­χι­σα νὰ δου­λεύ­ω σὲ ἡ­λι­κί­α 14 ἐ­τῶν καὶ ἀ­κό­μα δὲν πι­στεύ­ω πὼς θὰ μπο­ρέ­σω νὰ συν­τα­ξι­ο­δο­τη­θῶ προ­τοῦ πε­θά­νω ἐ­γὼ ἢ ἀ­να­τι­να­χτεῖ ὁ πλα­νή­της ἐκ τῶν ἔ­σω.

       Ξέ­ρω πὼς δὲν θὰ εἶ­χες γκρι­ζά­ρει ἂν δὲν εἶ­χες τό­σες τε­ρά­στι­ες κα­θη­με­ρι­νὲς εὐ­θύ­νες. Καὶ ναί, ὄν­τως ἡ ἰ­σχύς σου μὲ προ­σέλ­κυ­σε ἀρ­χι­κὰ κον­τά σου. Ἀλ­λὰ ἄ­κου τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους πρέ­πει νὰ δι­α­κό­ψου­με: με­τὰ τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, ἄ­κου­σα πολ­λοὺς συ­νο­μή­λι­κούς σου νὰ πα­ρο­μοιά­ζουν τὴν κα­τα­στρο­φὴ μὲ αὐ­τὴ στὸ Πὲρλ Χάρ­μπορ, μὲ τὴν ἔ­κρη­ξη στοὺς ἀ­με­ρι­κα­νι­κοὺς στρα­τῶ­νες στὴν Ἀ­φρι­κή, μὲ ὅ,τι ἔ­κα­ναν τὰ βομ­βαρ­δι­στι­κά μας στὴ Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α, μὲ τὸ Βι­ετ­νὰμ καὶ εἶ­πα: εἶ­μαι 21 ἐ­τῶν. Δὲν μοῦ θυ­μί­ζει τί­πο­τα. Τὰ μαλ­λιά μου γκρι­ζά­ρι­σαν ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

       Μέ­σα στὴ σε­ξου­α­λι­κή μου φαν­τα­σί­ω­ση, τὴν ὥ­ρα ποὺ εἴ­μα­στε καὶ οἱ δυ­ὸ γυ­μνοὶ καὶ τὸ στό­μα μου ἔ­χει κα­λύ­ψει τὴν ἀ­ρι­στε­ρή σου θη­λή, σὲ ρω­τά­ω γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά: ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το τοῦ θα­νά­του καὶ τῆς κα­τα­στρο­φῆς; Ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη, ἀλ­λὰ δὲν πι­στεύ­ω πὼς μα­ζί σου πρό­κει­ται γιὰ σέξ. Οὔ­τε γιὰ τί­πο­τε ἄλ­λο. Ὄ­χι ἀ­πό­ψε. Ὄ­χι στὸ ὄ­νει­ρό μου.

       Εἰ­λι­κρι­νὰ δι­κή σου,

Ἔι­μι

  .

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Bre­vi­ty & E­cho, An An­tho­lo­gy of Short Short Sto­ri­es, Be­ckel, A­bi­gail and Kath­leen Roo­ney, eds. Brook­line, MA: Ro­se Me­tal Press, 2006.

 .

Ἔι­μι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark). Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή. Ἔ­λα­βε τὸν με­τα­πτυ­χια­κὸ τίτ­λο της στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ κο­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον τὸ 2004, ὅ­που καὶ τῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο γιὰ μὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ γρα­φή. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ζεῖ στὸ Τζα­μά­ι­κα Πλέ­ιν, δι­δά­σκει στὸ Κέ­ιμ­πριτζ καὶ ζεῖ στὴ Βο­στό­νη. Ἤ­θε­λε πάν­το­τε νὰ γί­νει ἀ­στρο­ναύ­της.

 .

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

.