Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη: Ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να


12-Chatzimanolaki,Poly-ODonKichotisGennithikeKaiGiaMena-Eikona-02


Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη


Ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να


Φρο­νι­μό­τα­τε Σε­ΐτ Χα­μίτ,

        Μά­θε πὼς ὁ Δὸν Κι­χώ­της γεν­νή­θη­κε καὶ γιὰ μέ­να. Ὡς πα­ρά­δειγ­μα πρὸς ἀ­πο­φυ­γήν. Τοῦ­το για­τὶ ἐ­πέ­δει­ξε μιὰ ἀ­κραί­α ἀ­δυ­να­μί­α τῆς φαν­τα­σί­ας. Ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὴ δρά­ση γιὰ νὰ ἐκ­πλη­ρω­θοῦν οἱ βα­θύ­τε­ροι πό­θοι της. Ἐ­γώ, ἀν­τι­θέ­τως, δὲν βγῆ­κα πο­τὲ ἀ­πὸ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη μου. Ζῶ ἀ­πο­μο­νω­μέ­νος, φέρ­νον­τας στὸ φῶς τοὺς ἥ­ρω­ες τῶν ἀ­να­γνω­σμά­των μου. Δι­α­χει­ρί­ζο­μαι τὴν ἔκ­στα­ση μό­νο μὲ τὸ νοῦ, τὸ πνεῦ­μα μου καὶ μό­νο καλ­πά­ζει, ἐ­γώ, ὁ ἱπ­πό­της τῆς ἀ­νά­γνω­σης. Στὰ σύν­νε­φα ἔ­χτι­σα τὴν ἐ­πι­κρά­τειά μου καὶ χά­ρι­σα ἕ­να νη­σὶ στὸν ὑ­πη­ρέ­τη μου.

       Θλί­βο­μαι γιὰ τὴ γε­λοι­ο­ποί­η­ση στὴν ὁ­ποί­α τὸν ἔ­χε­τε ὑ­πο­βά­λει τό­σα χρό­νια. Καὶ ὅ­μως δὲν θὰ εἶ­χε ἀ­νάγ­κη τοὺς κα­κό­βου­λους μά­γους νὰ σώ­σουν τὰ προ­σχή­μα­τα, ἂν εἶ­χε τὸ σθέ­νος νὰ μὴν ἐ­πι­χει­ρή­σει τὴν ἔ­ξο­δο ἀ­πὸ τὸ χω­ριό του, νὰ μὴ ζη­τή­σει ἄλ­λη ἐκ­πλή­ρω­ση πλὴν αὐ­τῆς στὴ φαν­τα­σί­α του.

       Αὐ­τὸ ποὺ ζῶ εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ ὀ­νει­ρο­πο­λῶ.

 Φερ­νάν­το Κα­έ­ι­ρο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: ἐπιθεώρηση The Books’ Journal, ἀρ. 63, Φεβρουάριος 2016.

Πό­λυ Χα­τζη­μα­νω­λά­κη (Κά­λυ­μνος, 1958). Σπού­δα­σε Φυ­σι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ με­τὰ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό της στὴ Στα­τι­στι­κὴ Φυ­σι­κὴ στὶς Βρυ­ξέλ­λες, κον­τὰ στὸν νομ­πε­λί­στα I­lya Pri­go­gi­ne. Εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νη τοῦ Πα­νελ­λή­νιου Δι­α­γω­νι­σμοῦ Ἀ­νά­γνω­σης Παι­δι­κοῦ Βι­βλί­ου «Βι­βλι­ο­δρο­μί­ες» ποὺ τὰ τε­λευ­ταῖ­α δέ­κα χρό­νια δι­ορ­γα­νώ­νε­ται ἀ­πὸ τὰ Ἐκ­παι­δευ­τή­ρια Γεί­το­να.  Οἱ Μέ­λισ­σες τοῦ Κάλ­βου (2008) εἶ­ναι τὸ πρῶ­το της μυ­θι­στό­ρη­μα. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της Τὸ ἀλ­φα­βη­τά­ρι τῶν που­λι­ῶν (2014).



		

	

Δ.Γ. Μαγριπλῆς: Σοῦ στέλνω γράμμα νὰ ξέρεις τὴν τύχη μου

Magriplis,Dimitris-SouStelnoGrammaNaKsereisTinTychiMou-Eikona-03

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς


 

Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου

 


08-Kappa-Fair,_Brown,_and_Trembling_-_Initial_illustrationΑΘΟΜΑΙ ΔΙΠΛΑ στὴν τρύ­πα στὸν τοῖ­χο καὶ κοι­τά­ζω τὸ δρό­μο. Δὲν ὑ­πάρ­χει κα­νείς. Ἔ­φυ­γαν ὅ­λοι. Ἄλ­λος γιὰ τὰ ξέ­να, ἄλ­λος γιὰ πάν­τα, οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἁ­πλὰ μέ­χρι νὰ ἡ­συ­χά­σει ἡ κα­τά­στα­ση. Ἐ­γὼ τὸ ἀρ­νή­θη­κα. Ἀ­κό­μη καὶ ὅ­ταν ἦρ­θαν νὰ μοῦ ποῦν γιὰ­ ἐκ­κέ­νω­ση.

Ἐ­δῶ θὰ μεί­νω, ἀ­πάν­τη­σα καὶ ζή­τη­σα σφαῖ­ρες. Ἄ­φη­σαν μπό­λι­κες.

       Θὰ σοῦ χρεια­στοῦν, εἶ­παν καὶ ἀ­νέ­βη­καν στὴν κα­ρό­τσα τοῦ ἀ­γρο­τι­κοῦ.

       Τοὺς εἶ­δα ποὺ ἔ­στρι­βαν τὴν γω­νί­α. Ἀ­πὸ τό­τε ἔ­χω νὰ μι­λή­σω σὲ φί­λο. Ἀ­κού­ω φω­νὲς μὰ δὲν ξε­χω­ρί­ζω τί λέ­νε. Νο­μί­ζω μὲ ἀ­πο­κα­λοῦν τρο­μο­κρά­τη. Δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρος, μὰ τὸ ὕ­φος τοῦ λό­γου τους δεί­χνει πὼς στὰ χέ­ρια τους θὰ κα­τα­λή­ξω ἀ­κέ­φα­λο σῶ­μα. Δὲν τὸ ρι­σκά­ρω νὰ ἀ­πο­κρι­θῶ. Τοὺς στέλ­νω κά­πο­τε κα­νέ­να βό­λι. Ἔ­τσι γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σω τὴν θέ­ση τους. Εἶ­ναι παν­τοῦ. Τὶς προ­άλ­λες ἕ­να μαῦ­ρο ἁ­μά­ξι πέ­ρα­σε μὲ ἰ­λιγ­γι­ώ­δη τα­χύ­τη­τα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ὅ­πλι­σα μὰ δὲν πρό­λα­βα νὰ ρί­ξω. Εἶ­δα μό­νο σκό­νη καὶ ρι­πὲς στὸν ἀ­έ­ρα. Με­τὰ τὴν γω­νί­α κά­ποι­οι ἀ­λά­λα­ζαν στὸ ρυθ­μὸ τοῦ θα­νά­του. Πά­γω­σα. Λὲς νὰ ἔ­μει­να μό­νος στὴν κό­λα­ση;

       Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ σὲ σκέ­φτη­κα. Νὰ εἶ­σαι κα­λά; Σᾶς δῶ­σαν τρο­φὴ καὶ νε­ρό; Πῶς σᾶς φέρ­θη­καν; Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, φύ­γα­τε. Ὁ ἥ­λιος ἐ­κεῖ συ­νε­χί­ζει νὰ βγαί­νει μὲ δύ­να­μη καὶ τὸ φεγ­γά­ρι στρώ­νει στὴν θά­λασ­σα δρό­μους. Κα­ΐ­κια μὲ ἀ­νοιγ­μέ­να πα­νιὰ τα­ξι­δεύ­ουν στὸ πέ­λα­γο. Παι­διὰ χτί­ζου­νε κά­στρα στὴν ἄμ­μο. Ἐ­σὺ μὲ τὸ γα­λά­ζιο σου φό­ρε­μα νὰ περ­πα­τᾶς σὰν δορ­κά­δα καὶ πί­σω σου τρί­α κου­τσού­βε­λα νὰ φω­νά­ζουν: «μα­μά».

       Πά­λι ἄ­να­ψαν φω­τι­ὲς στὸν λό­φο. Καῖ­νε τὰ πάν­τα. Στά­χτες καὶ ἐ­κεί­νη ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ κα­μέ­νου κρέ­α­τος. Δὲν ἔ­χου­νε ἔ­λε­ος. Φο­βᾶ­μαι νὰ δῶ. Ὁ τοῖ­χος ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι γε­μά­τος εἰ­κό­νες. Τὶς ἔ­χω καρ­φώ­σει στὰ πρό­χει­ρα μὰ στέ­κον­ται ὄρ­θι­ες πα­ρὰ τὶς ἐ­κρή­ξεις. Κά­νουν τὸν νοῦ μου νὰ φεύ­γει…

       Ἀ­κού­γον­ται πά­λι κραυ­γές. Σκυ­λιὰ τοῦ πο­λέ­μου. Κά­ποι­ον θὰ βρή­κα­νε πά­λι. Καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς ἦρ­θαν σὰν ἄγ­γε­λοι. Εἴ­χα­νε λύ­σεις γιὰ ὅ­λα. Στὴν ἀρ­χὴ τοὺς πι­στέ­ψα­με. Δί­ναν πρά­μα­τα καὶ ὑ­πο­σχέ­σεις. Ποι­ός δὲν τὰ θέ­λει; Τὰ πή­ρα­με. Τὸ σπί­τι ἄλ­λα­ξε, ἡ γει­το­νιά, ἀ­κό­μη καὶ ὁ τρε­λὸς στὴν γω­νί­α ἐν­τύ­θη­κε. Με­τά…

       Ἄρ­χι­σε ἐ­κεῖ­νος ὁ πό­λε­μος. Ὁ ἕ­νας ἐ­ναν­τί­oν τοῦ ἄλ­λου. Πό­νος ἀ­φό­ρη­τος καὶ ὁ κό­σμος συν­νέ­φια­σε. Οἱ γρι­ὲς βά­λα­νε μαῦ­ρα μαν­τή­λια καὶ κου­ρέ­ψα­νε σύν­τρι­χα τὰ παι­διά. Τὰ πρά­μα­τα γί­ναν δε­σμὰ καὶ οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις δα­νει­κά. Τὰ ἤ­θε­λαν πί­σω. Μᾶς κλέ­ψαν τὰ πάν­τα. Δη­μεύ­σα­νε σπί­τια καὶ ὀρ­γώ­σα­νε ξέ­να χω­ρά­φια. Σφά­ξαν τὰ ζῶ­α μας καὶ πῆ­ραν μα­κριὰ τὴν σο­δειά μας. Κλεῖ­σαν σχο­λειὰ καὶ ἱ­δρύ­μα­τα. Πῆ­ραν ἀ­κό­μη καὶ τὰ παι­χνί­δια τῶν παι­δι­ῶν. Μᾶς ἄ­φη­σαν μό­νο, χω­ρὶς νὰ τὸ θέ­λουν, ἐλ­πί­δα. «Ἔ­τσι­ ὅ­πως ἦρ­θαν θὰ φύ­γουν», μο­νο­λο­γού­σα­με. Τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι ἄλ­λω­στε αἰ­ώ­νιο. Μό­νο τὸ χα­μό­γε­λό σου. Ἀ­πο­τύ­πω­μα πά­νω στὰ ἀ­στέ­ρια. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι;

       Ἦρ­θαν γιὰ μέ­να. Ἀ­κού­ω τὶς μη­χα­νές τους νὰ μουγ­κρί­ζουν καὶ βλέ­πω φι­γοῦ­ρες νὰ κά­νουν πα­ρέ­λα­ση. Με­τρά­ω τὸ χρό­νο, σφίγ­γω τὰ δόν­τια, σέρ­νο­μαι δί­πλα στὴν τρύ­πα. Ἀ­πέ­ναν­τι εἶ­ναι ὁ δρά­κος. Μὲ κοι­τᾶ καὶ οὐρ­λιά­ζει: «ἐ­κεῖ – ἐ­κεῖ».

       Ἀ­κού­ω το μπὰ­μ καὶ τρα­βι­έ­μαι. Νοι­ώ­θω τὸ κά­ψι­μο πά­νω ἀ­πὸ τὸ γό­να­το. Ξυ­στὰ εὐ­τυ­χῶς. Πιά­νω τὸ αἷ­μα. Ζε­στό. Μὲ τὸ δά­χτυ­λο παίρ­νω τὸ κόκ­κι­νο καὶ τὸ ἀ­φή­νω­ πά­νω στὸ κά­τα­σπρο πά­τω­μα: «θέ­λω νὰ ξέ­ρεις ὅ­τι ἔ­κα­να τὰ πάν­τα γιὰ νὰ μεί­νω ἐ­δῶ».

       Ὁ­μο­βρον­τί­ες. Βάλ­θη­καν νὰ μὲ ξε­κά­νουν. Κα­θάρ­μα­τα λέ­ω καὶ ἀρ­χί­ζω νὰ ρί­χνω. Μὲ ἀ­κοῦς;

       Εἶ­μαι ἀ­κό­μη ζων­τα­νός. Μὲ τὸ κε­φά­λι ψη­λὰ ἀ­παν­τά­ω στὶς φλό­γες τους. Τὸ ξέ­ρω πὼς σὲ ἔ­χω πάν­τα κον­τά μου. Ὁ πα­τέ­ρας καὶ ἡ μάν­να, τὰ ἀ­δέλ­φια μου, οἱ μνῆ­μες ποὺ ἔ­χου­νε κά­νει γι­ορ­τές, πα­νη­γύ­ρια καὶ λύ­πες. Εἴ­μα­στε ὅ­λοι ἐ­δῶ καὶ γι’ αὐ­τὸ πο­λε­μά­ω τὸ ἔ­ρε­βος. Πό­σο λί­γοι μοῦ φαί­νον­ται πιά. Ση­κώ­νο­μαι ὄρ­θιος καὶ­ περ­πα­τά­ω στὸ δω­μά­τιο ποὺ χτί­σα­με μὲ ἀ­γά­πη. Εἶ­μαι ἀ­η­τὸς καὶ μπο­ρῶ νὰ πε­τά­ξω. Ἀ­φή­νω τὰ μαλ­λιά μου στὸ κύ­μα ποὺ ἔρ­χε­ται. Κοι­τά­ω τὴν πόρ­τα. Ἀ­κού­ω τὸν θό­ρυ­βο. Σπά­ει καὶ χύ­νον­ται. Τὸ δά­χτυ­λο γί­νε­ται σκαν­δά­λη ποὺ ρί­χνει. Νοι­ώ­θω παν­τοῦ ἕ­να τσού­ξι­μο.

       Μεῖ­ναν ἐ­κεῖ. Νὰ ξέ­ρεις πὼς μέ­σα δὲν μπή­κα­νε. Στὸ λέ­ω για­τί προ­τοῦ ἀρ­χί­σω νὰ πε­τῶ ἀ­πὸ πά­νω τους, εἶ­δα. Δὲν τόλ­μη­σαν. Τὰ μά­ται­α κτή­νη. Κά­ναν στρο­φὴ καὶ χα­θῆ­καν, σκι­ὲς στὸ βά­θος τοῦ δρό­μου. Τώ­ρα πε­τῶ νὰ σᾶς βρῶ. Μὲ λο­γι­σμὸ καὶ ὕ­παρ­ξη ἐ­λεύ­θε­ρη. Πά­νω ἀ­πὸ κάμ­πους καὶ κά­τω ἀ­πὸ ἀ­στέ­ρια. Κρυμ­μέ­νος στὰ πιὸ γλυ­κὰ ὄ­νει­ρά σας. Σὲ βε­βαι­ῶ κα­νεὶ­ς δὲν μᾶς νί­κη­σε που­θε­νά. Τί ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ ὄ­νο­μα: «Κομ­πά­νι – Ἀ­θή­να – Βαρ­κε­λώ­νη», ἢ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς. Ὁ φα­σι­σμὸς δὲν ἔ­χει φτε­ρὰ νὰ πε­τά­ξει.

       Στὸ φῶς τῆς αὐ­γῆς σκαρ­φα­λώ­νω στὸ σύν­νε­φο. Γί­νο­μαι ἕ­να μα­ζὶ μὲ χι­λιά­δες. Χέ­ρι μὲ χέ­ρι βου­τᾶ­με καὶ ρέ­ου­με. Σοῦ στέλ­νω γράμ­μα νὰ ξέ­ρεις τὴν τύ­χη μου. Δι­α­λέ­γω τὸ ρό­δο στὴν πόρ­τα σου. Ἐ­κεῖ θὰ εἶ­μαι ὅ­ταν ἀ­νοί­ξει­ καὶ βγοῦν τὰ παι­διά. Ἐ­κεῖ, στὸν χρό­νο ποὺ ἔρ­χε­ται.


 

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δ.Γ. Μα­γρι­πλῆς (Ἀθήνα). Διήγημα. Σπού­δα­σε Πο­λι­τι­κὲς Ἐ­πι­στῆ­μες στὸ Πά­ντειο καὶ διδάσκει στὸ Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Μαθή­ματα κηπουρικῆς (Σοκόλης, Ἀθήνα, 2007, διηγήματα).

Μαρία Χοσὲ Μπάριος Γκονθάλεθ (María José Barrios González): Εἰδοποίηση

.

BarriosGonzález,MaríaJosé-Eidopoiisi-Eikona-01

.

Μαρία Χοσὲ Μπάριος Γκονθάλεθ (María José Barrios González)

.

Εἰδοποίηση

(Aviso)

 .

11-Alpha-607px-A_Vignette_svgΞΙΟΤΙΜΟΙ πε­λά­τες,

Βγῆ­κα ἕ­να λε­πτὸ νὰ ζη­τή­σω τὸ χέ­ρι τῆς Ρο­σά­ου­ρα, τῆς κό­ρης τοῦ ρά­φτη. Εἶ­μαι πά­ρα πο­λὺ και­ρὸ μό­νος.

       Ἂν δε­χτεῖ, θὰ τὸ σκά­σου­με μα­ζὶ ἀ­πὸ τὴν πό­λη, θὰ παν­τρευ­τοῦ­με στὴν πρώ­τη ἐκ­κλη­σί­α ποὺ θὰ βροῦ­με στὸ δρό­μο μας καὶ θὰ κά­νου­με δύ­ο γιούς. Τὸν με­γά­λο θὰ τὸν ποῦ­με Ἀν­σέλ­μο, ἀ­πὸ τὸν παπ­πού μου.  Δι­α­φο­ρε­τι­κά, θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω σὲ πέν­τε λε­πτά.

       Εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ συγ­γνώ­μη γιὰ τὴν ἀ­να­στά­τω­ση.

       Μ.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πη­γή: Mini71cuentos, Ἀν­θο­λο­γί­α ἰ­σπα­νό­φω­νου δι­η­γή­μα­τος, Δί­γλωσ­ση ἔκ­δο­ση, Ἐ­πι­λο­γὴ – Εἰ­σα­γω­γὴ – Με­τα­φρα­στικὴ ἐ­πι­μέ­λεια: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, Ἀ­θή­να 2012.

Μα­ρί­α Χο­σὲ Μπά­ριος Γκον­θά­λεθ (María José Barrios González) (Σε­βίλ­λη, 1980). Γνω­στὴ γιὰ τὰ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα καὶ τὰ παι­δι­κὰ δι­η­γή­μα­τά της. Τὸ 2009 δη­μο­σί­ευ­σε τὴ συλ­λο­γὴ μι­κρο­δι­η­γη­μά­των Monosabio (Μά­λα­γα, Δῆ­μος Μά­λα­γας) ὅ­που πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται τὸ «Aviso».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κά:

Ἐρ­γα­στή­ριο Με­τά­φρα­σης Μι­κρο­δι­η­γη­μά­των ἀ­πὸ τὰ  ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψη τοῦ Κων­σταν­τί­νου Πα­λαι­ο­λό­γου. Πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. «Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος» (Ἡ­με­ρο­μη­νί­α: 16-07-2013).

.

Γιῶργος Παναγιωτίδης: Σημειώματα στο Θανάση

.

Panagiotidis,Giorgos-SimeiomataStoThanasi-Eikona-02a

.

Γι­ῶρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δης

.

Ση­μει­ώ­μα­τα στὸ Θα­νά­ση

.

04-KappaΥΡΙΕ ΘΑΝΑΣΗ, σᾶς ἀ­να­ζή­τη­σα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­να. Ἔ­χε­τε φρά­ξει τὴν εἴ­σο­δο τῆς πο­λυ­κα­τοι­κί­ας μὲ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ πα­λιὰ πράγ­μα­τα. Ἂν με­τα­κο­μί­ζε­τε, νὰ τὸ κά­νε­τε γρή­γο­ρα. Ἂν κά­να­τε ἀ­να­καί­νι­ση, κα­νο­νί­στε νὰ φύ­γουν ἀ­πὸ τὴν εἴ­σο­δο τὰ πα­λιὰ πράγ­μα­τά σας. Εἰ­δάλ­λως θὰ ἀ­ναγ­κα­στῶ νὰ σᾶς κά­νω ἀ­γω­γή.

Ἡ δι­α­χει­ρί­στρια

.

Θα­νά­ση μου, ἦρ­θα ὣς ἐ­δῶ καὶ δὲν σὲ βρῆ­κα παι­δί μου. Τὸ κι­νη­τό σου εἶ­ναι ἀ­πε­νερ­γο­ποι­η­μέ­νο ἐ­δῶ καὶ δύ­ο ἑ­βδο­μά­δες. Ξέ­ρεις πὼς εἶ­μαι με­γά­λη γυ­ναί­κα. Παι­δί μου, ἂν δὲν θὲς νὰ πά­ω ἀ­πὸ καρ­διά, τη­λε­φώ­νη­σέ μου τὸ γρη­γο­ρό­τε­ρο.

Μα­μά

.

Ρὲ μα­λά­κα, Θα­νά­ση, ποῦ εἶ­σαι; Ἢ θὰ πά­ρεις τὸ σκύ­λο σου ὣς αὔ­ριο ἢ θὰ τὸν πά­ω στὴ φι­λο­ζω­ϊ­κή. Τρεῖς μέ­ρες μοῦ εἶ­πες.

Νί­κος

.

Ἀ­γά­πη μου, τρί­α χρό­νια! Ἀ­πί­στευ­το! Ὅ­ταν σὲ γνώ­ρι­σα, φο­βό­μουν πὼς θὰ μ’ ἄ­φη­νες σὲ κα­νέ­να ἑ­ξά­μη­νο. Οἱ φί­λες μου, ἔ­λε­γαν νὰ προ­σέ­χω, για­τὶ ἄν­θρω­πος τῆς νύ­χτας δὲν ἔ­χει μπέ­σα. Μὰ ἐ­σύ, μω­ρά­κι μου, ἐ­σὺ εἶ­σαι καλ­λι­τέ­χνης. Εἶ­σαι ὁ τρα­γου­δι­στής μου! Μὴ μ’ ἀ­φή­νεις, Θα­να­σά­κο μου, στὸ σκο­τά­δι. Ποῦ εἶ­σαι; Τί νὰ κά­νω; Νὰ τολ­μή­σω νὰ πά­ρω τὴ μα­μά σου; Σὲ φι­λῶ γλυ­κά.

Ἡ Μα­ρί­α σου

.

Θα­νά­ση, δυ­στυ­χῶς δὲν ἔ­χω τὰ χρή­μα­τα. Δὲν ξέ­ρω, ρὲ φί­λε, ποῦ χά­θη­κες. Νὰ τὸ ξέ­ρεις μοῦ τὰ πῆ­ρε ὅ­λα ἡ τρά­πε­ζα. Χαν­τα­κώ­θη­κα. Θὰ φύ­γω γιὰ τὴν Ἀρ­γεν­τι­νή. Ἔ­χω μιὰ θεί­α ἐ­κεῖ. Θὰ φτια­χτῶ καὶ θὰ σὲ πλη­ρώ­σω. Τὸ μα­γα­ζὶ μοῦ τὸ πή­ρα­νε. Μὴ μὲ ἀ­να­ζη­τή­σεις ἐ­κεῖ.

Νό­της

.

Ἔ­χω νὰ σὲ δῶ ἀ­π’ τὴ μέ­ρα ποὺ ἔ­κλει­σε τὸ μα­γα­ζὶ ποὺ τρα­γού­δα­γες. Για­τί Θα­νά­ση; Ἐ­σὺ μοῦ ἔ­λε­γες πὼς θὰ τὰ πεῖς ὅ­λα στὴ Μα­ρί­α καὶ πὼς θὰ χω­ρί­σεις καὶ πὼς θὰ ζού­σα­με μα­ζί. Δὲν τὸ κα­τα­λα­βαί­νεις πὼς εἴ­μα­στε πλα­σμέ­νοι ὁ ἕ­νας γιὰ τὸν ἄλ­λο; Θα­νά­ση μὴ φέ­ρε­σαι σὰν παι­δί. Σὲ πε­ρι­μέ­νω πάν­τα.

Γιά­ννα

.

Κύ­ρι­ε Ἀ­θα­νά­σι­ε Ἀ­θα­να­σιά­δη, εἴ­χα­με συμ­φω­νή­σει στὸ πάρ­τι τῶν γε­νε­θλί­ων μου θὰ τρα­γου­δού­σα­τε τρί­α τέ­ταρ­τα καὶ θὰ κλεί­να­τε μὲ ἕ­να στρὶπ σό­ου. Δὲν μὲ νοιά­ζει ποὺ δὲν ἐμ­φα­νι­στή­κα­τε. Μὲ νοιά­ζει ποὺ ἐ­ξα­φα­νι­στή­κα­τε μὲ τὴν προ­κα­τα­βο­λὴ τῶν 500 εὐ­ρώ. Ἂν νο­μί­ζε­τε θὰ μοῦ φᾶ­τε αὐ­τὰ τὰ λε­φτά, πλα­νά­στε πλά­νη οἰ­κτρά! Ὁ ἄν­τρας μου εἶ­ναι ἔ­ξαλ­λος!

Κα Ζω­ζὼ Μωϋ­σιά­δου

.

Ποῦ ’­σαι, ρὲ Θα­νά­ση; Κο­νό­μη­σα ἕ­να κάμ­πριο αὐ­το­κι­νη­τά­κι. Ὅ,­τι πρέ­πει γιὰ τὴν πάρ­τη σου. Ἀ­πὸ Βουλ­γα­ρί­α. Κά­νε γρή­γο­ρα, για­τὶ θὰ μοῦ τὸ πά­ρει κα­νέ­νας ἄλ­λος. Εἶ­ναι πε­ρί­πτω­ση, δι­κέ μου. Ξύ­πνα! Τὸ σα­ρα­βα­λά­κι σου εἶ­ναι γιὰ πα­λι­ο­σί­δε­ρα. Δὲν θὰ νοι­ά­ζο­μαι ἐ­γὼ γιὰ σέ­να πιὸ πο­λὺ ἀ­πὸ σέ­να στὴν τε­λι­κή!

Μα­νώ­λης

.

Μω­ρέ, μοῦ λεί­πεις! Ἐν­τά­ξει τὸ ξέ­ρω, δὲν ἔ­χεις ξα­να­πά­ει μὲ ἄν­τρα, ἀλ­λὰ μα­ζί μου ἤ­σουν θε­ός. Δὲν μπο­ρῶ νὰ σὲ ξε­χά­σω! Ἔ­χεις σφη­νώ­σει στὴ σκέ­ψη μου, στὶς μέ­ρες καὶ στὶς νύ­χτες μου. Πό­τε νὰ σὲ πε­ρι­μέ­νω;

Στέ­λιος

.

Ἄν­τε νὰ χα­θεῖς, ρέ ξεφ­τί­λα! Τὸ σκύ­λο σου τὸν πα­ρέ­δω­σα στὴ φι­λο­ζω­ι­κή! Ἔ­τσι γιὰ νὰ μά­θεις νὰ ἐκ­με­ταλ­λεύ­ε­σαι τοὺς φί­λους! Καὶ νὰ μὴ σὲ ξα­να­δῶ μπρο­στά μου! Οὔ­στ!

Νί­κος

.

Θα­να­σά­κη μου, ἡ μα­νού­λα εἶ­μαι. Φο­βᾶ­μαι, παι­δί μου. Αὔ­ριο θὰ μπῶ στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο. Γιὰ ’­κεί­νη τὴ λι­πο­α­ναρ­ρό­φη­ση. Δὲν θὰ ἔρ­θεις; Ἂχ, βρὲ παι­δί μου, πά­λι θὰ μ’ ἀ­φή­σεις μό­νη μου τὴ δύ­σκο­λη ὥ­ρα!

Μα­μὰ

.

Κύ­ρι­ε Θα­νά­ση, ἡ πο­λυ­κα­τοι­κί­α ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ με­τα­φέ­ρει τὰ πράγ­μα­τά σας σὲ μιὰν ἀ­πο­θή­κη στὸ Αἰ­γά­λε­ω. Νὰ μὲ εὐ­γνω­μο­νεῖ­τε ποὺ γλι­τώ­σα­τε τὴν ἀ­γω­γή. Νὰ κα­θα­ρί­σε­τε ἄ­με­σα τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σας, για­τὶ ἡ δυ­σω­δί­α ἔ­χει γί­νει ἀ­φό­ρη­τη. Τί ἔ­χε­τε κά­νει, κύ­ρι­ε Θα­νά­ση; Ἀ­φή­σα­τε τὸ σκύ­λο σας καὶ ψό­φη­σε τὸ κα­η­μέ­νο τὸ ζων­τα­νό; Θ’ ἀ­νοί­ξου­με τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα μὲ εἰ­σαγ­γε­λι­κὴ ἐν­το­λή.

Ἡ δι­α­χει­ρί­στρια

.

Κύ­ρι­ε Ἀ­θα­νά­σι­ε Ἀ­θα­να­σιά­δη, ξε­χά­στε αὐ­τὰ ποὺ σᾶς ἔ­γρα­ψα. Συμ­φώ­νη­σε κι ὁ ἄν­τρας μου, νὰ μᾶς κά­νε­τε ἐ­κεῖ­νο τὸ στρὶπ σό­ου τὴν ἡ­μέ­ρα τῶν γε­νε­θλί­ων του. Εὐ­και­ρί­α νὰ ἐ­πα­νορ­θώ­σε­τε. Ἀλ­λὰ μό­νο μὲ τὰ 500 εὐ­ρὼ τῆς προ­κα­τα­βο­λῆς. Οὔ­τε εὐ­ρὼ πα­ρα­πά­νω.

Κα Ζω­ζὼ Μω­ϋ­σιά­δου

.

Μᾶλ­λον δὲν θέ­λεις νὰ μὲ ξα­να­δεῖς. Νὰ τὸ ξέ­ρεις. Θ’ αὐ­το­κτο­νή­σω καὶ θὰ τὸ ἔ­χεις κρί­μα. Ὑ­πο­χω­ρῶ Θα­νά­ση μου. Θὰ μεί­νω αἰ­ω­νί­ως τὸ τρί­το πρό­σω­πο. Ἀ­δι­α­μαρ­τύ­ρη­τα. Ἦ­ταν λά­θος μου νὰ ἐ­πι­μέ­νω νὰ χω­ρί­σεις μὲ τὴ Μα­ρία. Τί ἄ­μυα­λη ποὺ ἤ­μουν!

Γιά­ννα

.

Θα­νά­ση, τε­λει­ώ­σα­με! Εἶ­σαι ἴ­διος μὲ ὅ­λους τους ἄλ­λους! Γα­ϊ­δού­ρι! Τί νο­μί­ζες πῶς εἶ­μαι; Ἡ Πη­νε­λό­πη; Θα­νά­ση, πῆ­γα μὲ ἄλ­λον! Νὰ μὲ ξε­γρά­ψεις! Ἡ Μα­ρί­α σου ἔ­χει πε­θά­νει. Δὲν ἔ­χεις μπέ­σα τε­λι­κά, ρὲ Θα­νά­ση! Σὲ λυ­πᾶ­μαι!

Μα­ρί­α

.

Ἂχ βρὲ ἀ­γο­ρά­κι μου, ἐγ­χει­ρι­σμέ­νη καὶ μ’ ἀ­ναγ­κά­ζεις νὰ ἔρ­χο­μαι ὣς ἐ­δῶ κου­κου­λω­μέ­νη γιὰ νὰ μὴ μὲ κα­τα­λα­βαί­νουν ποι­ά εἶ­μαι. Πο­νά­ει τὸ κω­λα­ρά­κι μου ἀ­π’ τὴ λι­πο­α­ναρ­ρό­φη­ση. Νὰ τὸ ξέ­ρεις. Δὲν θὰ ἔρ­θω ξα­νά. Τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σου βρω­μά­ει! Μὲ πιά­νει λι­πο­θυ­μί­α μό­νο ποὺ πλη­σιά­ζω τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Σὲ φι­λῶ γλυ­κά.

Μα­μά

.

Σοῦ ὑ­πό­σχο­μαι ἄν­τρα μου πὼς θὰ κά­νω μιὰ ξε­γυ­ρι­σμέ­νη φα­σί­να στὸ σπί­τι σου μό­λις ἐ­πι­κοι­νω­νή­σεις μα­ζί μου. Μό­νο νὰ σὲ βλέ­πω καὶ τί στὸν κό­σμο. Συγ­γνώ­μη δη­λα­δή, δὲν τὸ λέ­ω γιὰ νὰ σὲ προ­σβά­λω, ἀλ­λὰ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμά σου, βρω­μά­ει ψο­φί­μι.

Στέ­λιος

.

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σίευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Πα­να­γι­ω­τί­δης (Ἀ­λε­ξαν­δρού­πο­λη, 1965). Σπού­δα­σε Παι­δα­γω­γι­κὰ στὴν ἴ­δια πό­λη καὶ στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ζεῖ. Ἔ­χει με­τα­πτυ­χια­κὸ δί­πλω­μα στὴ δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή, τὴν ὁ­ποί­α καὶ δι­δά­σκει. Συν­τά­χτη­κε μὲ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Μαν­δρα­γό­ρας γιὰ μιὰ δε­κα­ε­τί­α, ἕ­ως τὸ 2005 καὶ γιὰ τὰ τεύ­χη 12 ἕ­ως 33, ἀ­π’ ὅ­που πα­ρου­σί­α­ζε κυ­ρί­ως ποι­η­τές. Τὸ ἴ­διο ἔ­κα­νε καὶ στὸ Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Πα­τρών. Ἐ­ξέ­δω­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Ρύ­νια (1985), Τὰ ὄν­τα ἐ­κεῖ καὶ Ὀ­νό­μα­τα μό­νΟ ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Τὰ δύ­ο ὅ­λα (1996) καὶ Δι’ ὁ­δῶν (2002) ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις «Μαν­δρα­γό­ρας» καὶ τὸ Ὀ­μορ­φι­ὲς ἀ­φό­ρη­τες (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2012). Τὸ πρῶ­το του μυ­θι­στό­ρη­μα Ἐ­ρώ­των καὶ Ἀ­ο­ρά­των (ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2007) δι­α­κρί­θη­κε μὲ τὸ Βρα­βεῖ­ο Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Δι­α­βά­ζω. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά: Πόρ­φυ­ρας, Μαν­δρα­γό­ρας, Δέ­λε­αρ, Συμ­πό­σιο, Ποι­η­τι­κή, Ἄ­νευ καὶ στὰ ἠ­λε­κτρο­νι­κά: e-poema, poeticanet κα­θὼς καὶ στὸ blog τοῦ Ε.ΚΕ.ΒΙ.

.

Ἔιμι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark): Ἀγαπητὲ κύριε Πρόεδρε

.

.

Ἔιμι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark)

 .

Ἀγαπητὲ κύριε Πρόεδρε

(Dear Mr. President)

.

Ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Πρό­ε­δρε,

       Ἀ­μέ­σως μό­λις πέ­ρα­σες ἕ­να-ἕ­να τὰ δά­χτυ­λά σου μέ­σα ἀ­πὸ τὰ μαλ­λιὰ ἀ­κρι­βῶς πά­νω ἀ­πὸ τὸ αὐ­τί μου, ἄρ­χι­σες νὰ μι­λᾶς γιὰ Κοι­νω­νι­κὴ Ἀ­σφά­λι­ση, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ δὲν μπο­ρῶ νὰ ξε­χά­σω τὸ γε­γο­νὸς πὼς εἶ­σαι 35 χρό­νια πιὸ με­γά­λος ἀ­πὸ μέ­να. Ἀ­κό­μα καὶ στὸ ὄ­νει­ρό μου γνω­ρί­ζω πὼς εἶ­ναι πο­λὺ πιὸ πι­θα­νὸν νὰ ὠ­φε­λη­θεῖς ἐ­σὺ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς πο­λι­τι­κὲς ποὺ προ­ω­θεῖς πα­ρὰ ἐ­γώ. Τὸ Βιά­γκρα, μο­λο­νό­τι ὑ­πέ­ρο­χο γιὰ τὴ σχέ­ση μας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ κρύ­ψει τὸ γε­γο­νὸς πὼς ἄρ­χι­σα νὰ δου­λεύ­ω σὲ ἡ­λι­κί­α 14 ἐ­τῶν καὶ ἀ­κό­μα δὲν πι­στεύ­ω πὼς θὰ μπο­ρέ­σω νὰ συν­τα­ξι­ο­δο­τη­θῶ προ­τοῦ πε­θά­νω ἐ­γὼ ἢ ἀ­να­τι­να­χτεῖ ὁ πλα­νή­της ἐκ τῶν ἔ­σω.

       Ξέ­ρω πὼς δὲν θὰ εἶ­χες γκρι­ζά­ρει ἂν δὲν εἶ­χες τό­σες τε­ρά­στι­ες κα­θη­με­ρι­νὲς εὐ­θύ­νες. Καὶ ναί, ὄν­τως ἡ ἰ­σχύς σου μὲ προ­σέλ­κυ­σε ἀρ­χι­κὰ κον­τά σου. Ἀλ­λὰ ἄ­κου τοὺς λό­γους γιὰ τοὺς ὁ­ποί­ους πρέ­πει νὰ δι­α­κό­ψου­με: με­τὰ τὴν 11η Σε­πτεμ­βρί­ου, ἄ­κου­σα πολ­λοὺς συ­νο­μή­λι­κούς σου νὰ πα­ρο­μοιά­ζουν τὴν κα­τα­στρο­φὴ μὲ αὐ­τὴ στὸ Πὲρλ Χάρ­μπορ, μὲ τὴν ἔ­κρη­ξη στοὺς ἀ­με­ρι­κα­νι­κοὺς στρα­τῶ­νες στὴν Ἀ­φρι­κή, μὲ ὅ,τι ἔ­κα­ναν τὰ βομ­βαρ­δι­στι­κά μας στὴ Γι­ουγ­κοσ­λα­βί­α, μὲ τὸ Βι­ετ­νὰμ καὶ εἶ­πα: εἶ­μαι 21 ἐ­τῶν. Δὲν μοῦ θυ­μί­ζει τί­πο­τα. Τὰ μαλ­λιά μου γκρι­ζά­ρι­σαν ἔ­τσι κι ἀλ­λι­ῶς.

       Μέ­σα στὴ σε­ξου­α­λι­κή μου φαν­τα­σί­ω­ση, τὴν ὥ­ρα ποὺ εἴ­μα­στε καὶ οἱ δυ­ὸ γυ­μνοὶ καὶ τὸ στό­μα μου ἔ­χει κα­λύ­ψει τὴν ἀ­ρι­στε­ρή σου θη­λή, σὲ ρω­τά­ω γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρά: ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἀν­τί­θε­το τοῦ θα­νά­του καὶ τῆς κα­τα­στρο­φῆς; Ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­μαι σί­γου­ρη, ἀλ­λὰ δὲν πι­στεύ­ω πὼς μα­ζί σου πρό­κει­ται γιὰ σέξ. Οὔ­τε γιὰ τί­πο­τε ἄλ­λο. Ὄ­χι ἀ­πό­ψε. Ὄ­χι στὸ ὄ­νει­ρό μου.

       Εἰ­λι­κρι­νὰ δι­κή σου,

Ἔι­μι

  .

.

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Bre­vi­ty & E­cho, An An­tho­lo­gy of Short Short Sto­ri­es, Be­ckel, A­bi­gail and Kath­leen Roo­ney, eds. Brook­line, MA: Ro­se Me­tal Press, 2006.

 .

Ἔι­μι Λ. Κλάρκ (Amy L. Clark). Δι­δά­σκει δη­μι­ουρ­γι­κὴ γρα­φή. Ἔ­λα­βε τὸν με­τα­πτυ­χια­κὸ τίτ­λο της στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ κο­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον τὸ 2004, ὅ­που καὶ τῆς ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο γιὰ μὴ μυ­θο­πλα­στι­κὴ γρα­φή. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τα σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ζεῖ στὸ Τζα­μά­ι­κα Πλέ­ιν, δι­δά­σκει στὸ Κέ­ιμ­πριτζ καὶ ζεῖ στὴ Βο­στό­νη. Ἤ­θε­λε πάν­το­τε νὰ γί­νει ἀ­στρο­ναύ­της.

 .

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ.

.

Βασίλης Βασιλικός: Γράμμα στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη

 

 

Βα­σί­λης Βα­σι­λι­κός

 

Γράμ­μα στὸν Ἀ­λέ­ξαν­δρο Πα­πα­δι­α­μάν­τη

 

Ἀ­λί­μο­νο κι ἀ­λὶ κα­η­μὸς  / τοῦ γε­μιτ­ζῆ ὁ ξε­νι­τε­μός.

 

Πό­λη τῆς Κα­γι­ούγ­κα

Δε­κέμ­βριος 1960

 

ΓΑΠΗΤΕ μου Ἀ­λέ­ξαν­δρε,

στὴν πό­λη αὐ­τὴ ἀ­π’ ὅ­που σοῦ γρά­φω τώ­ρα αὐ­τὸ τὸ γράμ­μα, καὶ δέ­ξου το σὲ πα­ρα­κα­λῶ σὰν μιὰ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στη ἔκ­φρα­ση εὐ­γνω­μο­σύ­νης γιὰ τὸ ἔρ­γο σου πού, ἐ­δῶ στὴν ξε­νι­τιά, εἶ­ναι ἡ μό­νη πα­τρί­δα ποὺ ἔ­χω καὶ περ­νῶ ἀ­πὸ τὸ ἕ­να δι­ή­γη­μα στὸ ἄλ­λο ὅ­πως ἐ­σὺ περ­νοῦ­σες ἀ­πὸ τὸ ἕ­να στὸ ἄλ­λο ἀ­κρο­γιά­λι τοῦ νη­σιοῦ σου, λοι­πὸν στὴν πό­λη αὐ­τὴ ποὺ τὴ λὲν Κα­γι­ούγ­κα, ἕ­ξι ὧ­ρες μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το ἀ­πὸ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, ἔ­φτα­σα προ­χτές. Τα­ξι­δεύ­α­με νύ­χτα καὶ σ’ ὅ­λο τὸ δρό­μο ἐ­νῶ τὸ ρα­δι­ό­φω­νο τοῦ αὐ­το­κι­νή­του ἔ­παι­ζε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κους ὕ­μνους, με­ρι­κοὺς τοὺς ἤ­ξε­ρα, κι ἔ­β­λε­πα ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὰ μι­κρὰ σπί­τια τῆς ἐ­ξο­χῆς, ὅ­λα φω­τι­σμέ­να μὲ γιρ­λάν­τες ἀ­πὸ φῶ­τα, μὲ δέν­τρα χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα στὰ κά­δρα τῶν πα­ρα­θυ­ρι­ῶν. Με­ρι­κὰ εἶ­χαν ὁ­λό­κλη­ρη τὴ σκη­νὴ τῆς Γέν­νη­σης ἔ­ξω ἀ­πὸ τὶς πόρ­τες τους. Εἶ­χε χι­ο­νί­σει, μὲς στὸ πυ­κνὸ σκο­τά­δι τοῦ πα­γε­τώ­να, μοιά­ζαν πα­ρα­μυ­θέ­νια. Μὰ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ νο­σταλ­γοῦ­σα τὰ κά­λαν­τά σου: «Χρι­στού­γεν­να, πρω­τούγεν­να, πρώ­τη γι­ορ­τὴ τοῦ χρό­νου, ἐ­βγᾶ­τε, ἀ­κοῦ­στε, μά­θε­τε τώ­ρα ὁ Χρι­στὸς γεν­νι­έ­ται.»

         Ἡ πό­λη «εἶ­ναι ἄ­σπρη σὰν τὸν Ἔ­λυμ­πο, σὰν τ’ ἄ­σπρο πε­ρι­στέ­ρι». Μι­κρή, σπι­τί­σια, ἴ­σως καὶ μι­κρό­χα­ρη, εἶ­ναι «ὁ­λό­γυ­ρα στὴ λί­μνη» ποὺ ὅ­μως δὲν ἔ­χει κα­μιὰ σχέ­ση μὲ τὴ λί­μνη ποὺ πε­ρι­γρά­φεις ἐ­σὺ στὸ ὁ­μώ­νυ­μο δι­ή­γη­μά σου. Τού­τη ἡ λί­μνη ἡ Κα­γι­ούγ­κα, ἀ­π’ ὅ­που κι ἡ πό­λη τρά­βη­ξε τ’ ὄ­νο­μά της, δὲν ἔ­χει δυὸ οὐ­ρα­νοὺς οὔ­τε «κα­λα­μώ­νας σει­ό­με­νους ὑ­πὸ τοῦ ἀ­νέ­μου», οὔ­τε καὶ «βρύ­α, λύ­γους καὶ ἀ­σφό­δε­λους ποὺ ἀ­πέ­ζουν ἐκ τοῦ ἕ­λους τῆς λί­μνης καὶ ἐκ τοῦ λί­πους τοῦ βάλ­του κλί­νον­τα τὰς χθα­μα­λὰς κορυ­φάς των πρὸς τὸ ὕ­δωρ, ὡς ν’ ἀ­πέ­δι­δον εἰς τὴν λί­μνην τὴν ὀ­φει­λο­μέ­νην εὐ­γνώ­μο­να ὑ­πό­κλι­σιν». Τού­τη ἡ λί­μνη εἶ­ναι ἕ­να ἀ­δά­μα­στο θε­ριὸ καὶ τὰ λι­γο­στὰ σπί­τια τῆς πό­λης μιὰ χα­ψιὰ μπρο­στὰ στὸ ἀ­δη­φά­γο στό­μα της. Εἶ­ναι μιὰ προ­έ­κτα­ση ἄλ­λων λι­μνῶν ποὺ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν ὅ­λες με­τα­ξύ τους ὑ­πο­γεί­ως κι αὐ­τὸ τὸ συμ­πε­ραί­νουν ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι δὲ βρί­σκον­ται πο­τὲ στὸν πυθ­μέ­να τους τὰ πτώ­μα­τα τῶν πνιγ­μέ­νων. Τὴν εἶ­δα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ πα­γω­μέ­νη. Πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ κα­θρέ­φτη της εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ γιὰ πάν­τα τὰ τε­λευ­ταῖ­α ρεύ­μα­τα τῶν νε­ρῶν. Κι ὡ­στό­σο ἡ ἀ­πά­τη φά­νη­κε ὅ­ταν πῆ­γα νὰ πα­τή­σω ἐ­πά­νω του, ἐμ­πι­στευ­ό­με­νος, εὐ­τυ­χῶς, πρῶ­τα τὸ ἕ­να μου πό­δι: ὁ πά­γος τό­τε ὑ­πο­χώ­ρη­σε ξαφ­νι­κὰ καὶ βρέ­θη­κα μὲ τὴν ἁρ­πά­γη ἑ­νὸς βάρ­βα­ρου θε­ριοῦ στὸν ἀ­στρά­γα­λο ποὺ ζη­τοῦ­σε νὰ μὲ ρου­φή­ξει ὅ­λον μέ­σα. Πιὸ πέ­ρα, μὲς στοὺς βρά­χους τῶν βου­νῶν καὶ τὰ πα­νύ­ψη­λα δέν­τρα τους, ἦ­ταν οἱ κα­ταρ­ρά­χτες. Ὁ κα­ταρ­ρά­χτης ἀ­πὸ μα­κριὰ ἔ­χει τὴν ὀ­μορ­φιά του. Ἀλ­λὰ ἀ­πὸ κον­τὰ δέ­χε­σαι τὴ βου­ή του σὰν μιὰ μπου­νιὰ στὸ στο­μά­χι σου καὶ θέ­λεις νὰ τὸν κλο­τσή­σεις μὲ τὸ πό­δι σου. Τὰ τύμ­πα­νά σου ὁ­λό­κλη­ρα δὲν τὸ χω­ρᾶν, ὅ­πως ἕ­να ἐκ­κλη­σά­κι, Ἀ­λέ­ξαν­δρε, δὲ δέ­χε­ται ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο χω­ριὸ κά­τω ἀπ’ τὶς στε­νὲς κα­μά­ρες του. Ἔ­τσι δὲν εἶ­ναι; Κι ἔ­νι­ω­θα στε­γνός, πα­ρ’ ­ὅ­λο ποὺ βρε­χό­μου­να καὶ τὰ κό­κα­λά μου γί­ναν εὔ­θραυ­στα, σὰν ξε­ρό­κλα­δα κι εἶ­δα τὸ κορ­μί μου λί­πα­σμα γιὰ τὴν ἀ­νύ­παρ­κτη γῆ. Ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νο ποὺ μὲ τρό­μα­ξε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἦ­ταν κά­τι γι­γάν­τιοι στα­λα­κτί­τες ποὺ κρε­μό­ταν ἔ­ξω ἀ­π’ τὶς σπη­λι­ές, μὲ φόν­το τὸ μαῦ­ρο. Μοῦ φά­νη­καν ξαφ­νι­κὰ σὰν λα­ξευ­τι­κὰ σύ­νερ­γα κυ­κλώ­πων, σὰν μπρά­τσα σοῦ­περ μί­στερ ἀ­μέ­ρι­κα ποὺ ἀ­τρό­φη­σαν στὰ δά­χτυ­λα ἀλ­λὰ ποὺ κρά­τη­σαν ὅ­λη τὴν ἀρ­χι­κή τους δύ­να­μη στὰ πον­τί­κια.

        Ὅ­ταν σή­με­ρα τὸ πρω­ὶ μπαί­νον­τας τυ­χαῖ­α σ’ ἕ­να ἑ­στι­α­τό­ριο γιὰ νὰ φᾶ­με, μα­ζὶ μὲ τὴν Πό­πη, τὴν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά μου, γνώ­ρι­σα Ἀ­λέ­ξαν­δρε, ποι­ὸν νὰ φαν­τα­στεῖς, ναὶ τὸ Χρι­στο­δου­λή, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο παι­δὶ ποὺ λὲς στὸ δι­ή­γη­μά σου «Ὁ­λό­γυ­ρα στὴ Λί­μνη» ὅ­τι ἔ­πε­σε δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ νε­ρό της, τὴ μιὰ γιὰ νὰ σκα­λώ­σει σ’ ἕ­να νι­ο­βά­φτι­στο κα­ρά­βι «δὶς καὶ τρὶς τὸν ἐμ­πό­δι­σαν με­τ’ αὐ­στη­ρό­τη­τος πό­τε ὁ πρω­το­μά­στο­ρης, πό­τε εἷς τῶν μα­ραγ­κῶν» ὁ­πό­τε «τί νὰ κά­μῃ τό­τε καὶ αὐ­τός, ἀ­φοῦ δὲν ἠ­ξι­ώ­θη ν’ ἀ­να­βῇ ἐγ­καί­ρως εἰς τὸ πλοῖ­ον, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος ρι­φθεὶς εἰς τὴν θά­λασ­σαν, ἀ­κο­λου­θή­σας τὸ σκά­φος καὶ ἡ καρ­δί­α σου» λὲς σ’ αὐ­τὸν ποὺ ἀ­πευ­θύ­νε­ται τὸ δι­ή­γη­μά σου, «ἠ­σθάν­θης πι­κρὸν νυγ­μὸν ζη­λο­τυ­πί­ας καὶ ἡ καρ­δί­α σου ἐ­πλη­γώ­θη ἀ­πὸ τὸ παι­δα­ρι­ῶ­δες τοῦ­το κα­τόρ­θω­μα τοῦ πτω­χοῦ Χρι­στο­δου­λῆ» κα­θὼς τὴν ἄλ­λη φο­ρὰ ποὺ ρί­χτη­κε πά­λι στὸ νε­ρὸ «χω­ρὶς νὰ δι­στά­σει, μὲ τὸ ὑ­πο­κά­μι­σον καὶ τὴν πε­ρι­σκε­λί­δα, τὰ ὁ­ποί­α ἀ­πε­τέ­λουν πάν­το­τε ὅ­λην τὴν ἐν­δυ­μα­σί­αν του, ἐκ­πη­δή­σας ἀ­πὸ τὸν κα­λα­μῶ­να ἀ­προσ­δο­κή­τως, θαυ­μα­σί­ως γιὰ νὰ σώ­σει τὴ βάρ­κα τῆς ὡ­ραί­ας Πο­λυ­μνί­ας». Καὶ τε­λει­ώ­νεις τὸ δι­ή­γη­μα μὲ αὐ­τὲς τὶς γραμ­μές. «Καὶ ὁ Χρι­στο­δου­λής; Ἔ­γι­νε ναυ­τι­κὸς πε­ρί­φη­μος, ἀλ­λ’ ἀ­πὸ ἐ­τῶν δὲν ἤ­κου­σες τί πε­ρὶ αὐ­τοῦ. Ἴ­σως νὰ ἐ­πῆ­γεν εἰς τὴν Ἀ­με­ρι­κήν, κα­θὼς τό­σοι ἄλ­λοι». Κι ἐ­δῶ ἀ­κρι­βῶς Ἀ­λέ­ξαν­δρε, τὸν βρῆ­κα καὶ νὰ πῶς.

        Τὸ γκαρ­σό­νι τοῦ ἑ­στι­α­το­ρί­ου ἀ­κού­γον­τάς μας νὰ μι­λᾶ­με μὲ τὴν Πό­πη ἑλ­λη­νι­κά, μᾶς εἶ­πε ὅ­τι ὁ «μπό­σης» ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας, ἀ­πὸ τὴ Σκιά­θο. Κα­θό­ταν στὸ γκι­σέ, ἕ­νας κο­τσο­νά­τος γέ­ρος, ἀ­χέ­πας, καὶ μοῦ μι­λοῦ­σε χω­ρὶς νὰ στα­μα­τή­σει νὰ χτυ­πᾶ στὸ μη­χά­νη­μα νού­με­ρα φαν­τα­στι­κά. Τὸν ρώ­τη­σα πῶς λε­γό­τα­νε καὶ μοῦ εἶ­πε Χρι­στο­δου­λὴς Πα­πα­δό­που­λος, ἀλ­λὰ ἐ­δῶ γιὰ λό­γους συν­το­μί­ας τὸ ἔ­κα­νε Κρὶς Πά­πας. Στὴν ἀρ­χή, γιὰ νά­ ‘μαι εἰ­λι­κρι­νής, δὲ σὲ σκέ­φτη­κα. Ἀλ­λὰ ἔ­πει­τα φω­τί­στη­κε τὸ μυα­λό μου. Τὸν ρώ­τη­σα ἂν σὲ ἤ­ξε­ρε καὶ μοῦ ἀ­πάν­τη­σε πὼς βέ­βαι­α σὲ θυ­μό­ταν ἀ­χνὰ «κα­λὸς ψάλ­της ὁ Ἄ­λεξ». Θυ­μό­ταν καὶ τὶς ἀ­δελ­φές σου ποὺ τοῦ δί­να­νε πάν­το­τε φρέ­σκα κα­ρύ­δια μέ­σα ἀ­π’ τὶς με­γά­λες τσέ­πες τους. Τὸν ρώ­τη­σα γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θῶ ἂν ἦ­ταν πο­τὲ ναυ­τι­κός. Ναί, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε, ἀ­πὸ ναυ­τι­κὸς ξε­κί­νη­σε, ἀλ­λὰ μιὰ μέ­ρα βα­ρέ­θη­κε τὶς θά­λασ­σες καὶ πή­δη­ξε ἀ­π’ τὸ κα­ρά­βι. Σκα­στὸς καὶ λα­θραῖ­ος γιὰ πο­λὺ και­ρὸ κα­τά­φε­ρε νὰ κά­νει ἕ­ναν εἰ­κο­νι­κὸ γά­μο γιὰ νὰ πά­ρει τὴν ὑ­πη­κο­ό­τη­τα. Με­τὰ κά­λε­σε τὴν κο­πέ­λα ἀ­π’ τὸ χω­ριό του καὶ παν­τρευ­τή­κα­νε ἐ­δῶ. Δού­λε­ψαν κι οἱ δυ­ὸ σκλη­ρά. «Στὰ χρό­νια τοῦ ντι­πρέ­σιο» μοῦ εἶ­πε «πε­ρά­σα­με με­τα­ξὺ ζω­ῆς καὶ θα­νά­του». Που­λοῦ­σε σάν­του­ιτς στὴν ἀρ­χὴ σὲ μιὰ ἄλ­λη πό­λη καὶ μὲ τὰ σάν­του­ιτς ἔ­πια­σε λε­φτὰ καὶ μ’ αὐ­τὰ τὰ λε­φτὰ ἄ­νοι­ξε ἕ­να μι­κρὸ μα­γα­ζά­κι κι ἀ­πὸ τὸ μα­γα­ζά­κι ἔ­φτα­σε τώ­ρα νά ‘χει καὶ τὰ τρί­α ἑ­στι­α­τό­ρια στὴν Κα­γι­ούγ­κα δι­κά του. Κι εἶ­ναι πο­λὺ πε­ρή­φα­νος γιὰ τὰ λε­φτά του. Σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο τοῦ μα­γα­ζιοῦ κρέ­με­ται ἕ­να με­γά­λο ρο­λό­ι ποὺ οἱ δεῖ­χτες του δὲ δεί­χνουν ἀ­ριθ­μοὺς ἀλ­λὰ τὸ δω­δε­κά­θε­ο τῶν γραμ­μά­των τοῦ ἐ­κλα­τι­νι­σμέ­νου ὀ­νό­μα­τός του: C­h­r­i­ss P­a­p­p­as. Μοῦ πα­ρα­πο­νέ­θη­κε ἔ­πει­τα ὅ­τι οἱ συγ­γε­νεῖς του ἀ­π’ τὸ νη­σὶ δὲ μέ­νουν πο­τὲ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νοι μὲ τὰ λε­φτὰ καὶ τὰ δέ­μα­τα ποὺ τοὺς στέλ­νει κι ὅ­λο τοῦ ζη­τοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρα. «Νο­μί­ζουν ἐ­κεῖ κά­τω», μοῦ εἶ­πε χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, «ὅ­τι ἐ­δῶ τὰ ντό­λαρς πέ­φτουν ἀ­π’ τὸ σκά­ι. Δὲν ξέ­ρουν ὅ­τι δου­λεύ­ου­με ὂλ ντέ­ι λόγκ, ἐ­νῶ ἐ­κεῖ­νοι κά­θον­ται στοὺς κα­φε­νέ­δες.­.­.­». Τὸ νη­σί του τὸ φαν­τα­ζό­ταν ἀ­κό­μα χω­ρὶς ἠ­λε­κτρι­σμό. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ μί­σε­ψε δὲν ξα­να­πῆ­γε. «Θά ‘θε­λα νὰ ξα­να­πά­ω», πρό­σθε­σε «ἀλ­λὰ μο­νά­χα γιὰ βί­ζιτ. Ἐ­δῶ ἡ δου­λειὰ μᾶς χρει­ά­ζε­ται ὂλ ντέ­ι λόγκ». Κι ὕ­στε­ρα μᾶς προ­σκά­λε­σε νὰ πᾶ­με στὸ σπί­τι του τὴν ἄλ­λη μέ­ρα. Πρὶν φύ­γου­με μὲ ρώ­τη­σε τί σπου­δά­ζω ἐ­δῶ στὴν Ἀ­με­ρι­κή. «Τη­λε­ό­ρα­ση», εἶ­πα κι ὅ­πως δὲν ἔ­δει­ξε ὅ­τι κα­τα­λά­βαι­νε γιὰ τί πράγ­μα τοῦ μι­λοῦ­σα, δι­όρ­θω­σα: «Τε­λε­βί­ζιον». «Ὢ γκούντ, γκούντ» ἀ­να­φώ­νη­σε κι ἡ μη­χα­νὴ ση­μά­δε­ψε δε­κα­πέν­τε δο­λά­ρια. «Γκοὺντ νά­ιτ» εἶ­πα καὶ μὲ τὴν Πό­πη βγή­κα­με ἔ­ξω στὴν πα­γε­ρὴ νύ­χτα τῆς ἄ­γνω­στης αὐ­τῆς πό­λης, ἐ­νῶ θυ­μό­μου­να τὸν ἄλ­λον Χρι­στο­δου­λή, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο παι­δὶ ποὺ πε­ρι­γρά­φεις στὸ δι­ή­γη­μά σου, μὴν μπο­ρών­τας νὰ πι­στέ­ψω ὅ­τι ἔ­γι­νε αὐ­τὸς ὁ γέ­ρος, ἐ­κεῖ­νο τὸ παι­δὶ «ἐκ­πη­δή­σαν ἀ­πὸ τὸν κα­λα­μώ­να ἀ­προσ­δο­κή­τως, θαυ­μα­σί­ως, ὡς τε­λευ­ταῖ­ον ἀ­πο­μει­νά­ριον ἀρ­χαί­ας θε­ότη­τος, λι­μναί­ας καὶ ὑ­δρο­βί­ου ἄ­γνω­στον καὶ νο­θο­γε­νές, δι­αι­τώ­με­νον ἐ­κεῖ εἰς τοὺς κα­λα­μώ­νας, δι­α­φυ­γὸν τὴν προ­σο­χὴν τοῦ χρι­στι­α­νι­κοῦ κό­σμου, ποὺ ἐρ­ρί­φθη κο­λυμ­βῶν εἰς τὴν λί­μνην καὶ μὲ δέ­κα εἰ­ρε­σί­ας τῶν χει­ρῶν, μὲ ἄλ­λα τό­σα λα­κτί­σμα­τα τῶν πο­δῶν, μὲ τὴν κοι­λί­αν θί­γου­σαν κά­πο­τε εἰς τοὺς βάλ­τους, ἔ­φθα­σεν εἰς τὸ μέ­ρος ὅ­που εἶ­χε ἐμ­πλα­κεῖ ἡ βάρ­κα τῆς Πο­λυ­μνί­ας».

        Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα πή­γα­με στὸ σπί­τι του. Τὸ σπί­τι εἶ­ναι στὴν ἀ­νη­φο­ριά, μὲ θέ­α πά­νω στὴν πα­γω­μέ­νη λί­μνη. Ἔ­χει ὅ­λα τὰ κομ­φόρ: πι­κὰπ καὶ ἔγ­χρω­μη τη­λε­ό­ρα­ση καὶ ἕ­να τρί­πα­το ψυ­γεῖο. Ἡ γυ­ναί­κα, ἀ­πὸ τὴ Σκιά­θο κι αὐ­τή, εἶ­ναι ἐγ­γο­νὴ τοῦ μπαρ­μπα-Λού­κα, καὶ τρί­τη ξα­δέλ­φη τῆς Πο­λυ­μνί­ας. Θὰ τὴ θυ­μᾶ­σαι. Τώ­ρα βέ­βαι­α εἶ­ναι μιὰ συμ­πα­θέ­στα­τη ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα, μὲ με­γά­λα λυ­πη­μέ­να μά­τια καὶ μὲ γκρί­ζα μαλ­λιά. Καὶ ζεῖ ὁ­λο­μό­να­χη στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι κα­θὼς τὰ παι­διά της παν­τρεύ­τη­καν, δυ­ὸ κό­ρες κι ἕ­νας γιὸς καὶ ζοῦν σὲ ἄλ­λες πο­λι­τεῖ­ες. Μο­νά­χα ἡ μιὰ κό­ρη τους πῆ­ρε ἕ­να βέ­ρο Ἀ­με­ρι­κά­νο καὶ γι’ αὐ­τὸ δὲν τὴ συγ­χώ­ρε­σε ἀ­κό­μα ὁ Κρίς. Ἡ μά­να ὅ­μως ἔ­χει τὴ φω­το­γρα­φί­α της μὲς στὸ σα­λό­νι. Ἡ ἴ­δια περ­νά­ει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες της βλέ­πον­τας τη­λε­ό­ρα­ση, κα­θὼς τὸ κρύ­ο τῆς ἀ­πα­γο­ρεύ­ει νὰ βγεῖ. «Ξέ­ρε­τε» μᾶς λέ­ει «χι­ο­νί­ζει πο­λὺ ἐ­δῶ στὴν Κα­γι­ούγ­κα». Τὴ ρώ­τη­σα ἂν ἤ­θε­λε νὰ γυ­ρί­σει πί­σω στὸ νη­σί. Ἤ­θε­λε ναί, ἀλ­λὰ ὄ­χι γιὰ πάν­τα. Ἀ­κό­μα κι ἡ Ἀ­θή­να δὲν τῆς ἄ­ρε­σε. Ἔ­χει ἄλ­λω­στε ἀ­γα­πή­σει τὸ μέ­ρος. «Κι ἔ­χει ὅ­λες τὶς ἀ­νέ­σεις». Μᾶς πρό­σφε­ρε κυ­δώ­νι γλυ­κὸ καὶ ρα­κὶ ἀ­π’ τὴν πα­τρί­δα.

        Καὶ σύ, Ἀ­λέ­ξαν­δρε, «φι­λο­σο­φεῖς ὡς ἐ­γὼ καὶ οὐ­δὲν πράτ­τεις».

 

 

Πη­γή: Ἡ με­τα­πο­λε­μι­κὴ πε­ζο­γρα­φί­α. Ἀ­πὸ τὸν πό­λε­μο τοῦ ’­40 ὣς τὴ δι­κτα­το­ρί­α τοῦ ’­67, Τό­μος Β’, Ἐκ­δό­σεις Σο­κό­λη, Ἀθήνα, 1989. [Πρώτη δημοσίευση: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀ­να­μνή­σεις ἀ­πὸ τὸν Χεί­ρω­να, Δι­η­γή­μα­τα, Βιβλιοπωλεῖο τῆς «Ἑστίας», Ἰ.Δ. Κολλάρου, Ἀ­θή­να 1974].

 

Βασίλης Βασιλικός (Καβάλα, 1933). Σπούδασε σκηνοθεσία τηλεόρασης στὴ σχολὴ R.C.A. τῆς Νέας Ὑόρκης. Πρῶτο του βιβλίο: Ἡ διήγηση τοῦ Ἰάσονα, Μυθιστόρημα, Θεσσαλονίκη, 1953. Δημοσίευσε μυθιστορήματα, διηγήματα, νουβέλες, θέατρο, δοκίμια κ.ἄ.

 

Εἰκόνα: Ὁμίχλη στὴ Λίμνη Καγιούγκα, στὴν περιοχὴ τῶν Μεγάλων Λιμνῶν τῶν ΗΠΑ.

 

Βλ. ἀκόμη ἐδῶ , Ἡμερολόγιο Καταστρώματος (ἐγγραφὴ 16-04-2010).

 

Ἀλκίφρων: [Σαλταδῶρος καὶ ἀνοιχτοχέρης]

 

 

Ἀλ­κί­φρων

 

[Σαλ­τα­δῶ­ρος καὶ ἀ­νοι­χτο­χέ­ρης]

 

ΘΕΣ ΚΑΡΙΩΝΟΣ πε­ρὶ τὸ φρέ­αρ ἀ­σχο­λου­μέ­νου εἰ­σέ­φρη­σα εἰς τοὐ­πτά­νιον· ἔ­πει­τα εὑ­ρὼν λο­πά­δα εὖ μά­λα κε­κα­ρυ­κευ­μέ­νην καὶ ἀ­λε­κτρυ­ό­να ὀ­πτὸν καὶ χύ­τραν μεμ­βρά­δας ἔ­χου­σαν καὶ ἀ­φύ­ας Με­γα­ρι­κὰς ἐ­ξήρ­πα­σα͵ καὶ ἀ­πο­πη­δή­σας͵ ποῖ κα­τα­χθε­ί­ην ἐ­ζή­τουν καὶ εὐ­κα­ί­ρως ἐμ­φά­γοι­μι μό­νος. Ἀ­πο­ρί­ᾳ δὲ τό­που δρα­μὼν ἐ­πὶ τὴν Ποι­κί­λην καὶ γὰρ οὐκ ἠ­νώ­χλει τα­ύ­την οὐ­δὲ εἷς τῶν ἀ­δο­λέ­σχων του­τω­νὶ φι­λο­σό­φων κεῖ­θι τῶν πό­νων ἀ­πέ­λαυ­ον. Ἀ­να­νε­ύ­σας δὲ τῆς λο­πά­δος ὁ­ρῶ προ­σι­ό­ντας τῶν ἀ­πὸ τῆς τη­λί­ας τι­νὰς νε­α­νί­σκων͵ καὶ δε­ί­σας τὰ μὲν βρώ­μα­τα ὄ­πι­σθεν ἀ­πε­θέ­μην͵ αὐ­τὸς δὲ εἰς τοὔ­δα­φος ἐ­κε­ί­μην κρύ­πτων τὰ κλέμ­μα­τα εὐ­χό­με­νός τε τοῖς Ἀ­πο­τρο­πα­ί­οις τὸ νέ­φος πα­ρελ­θεῖν͵ χόν­δρους ὑ­πο­σχό­με­νος λι­βα­νω­τοῦ ἱ­κα­νο­ύς͵ οὓς οἴ­κοι ἀ­να­λε­ξά­με­νος τῶν ἱ­ε­ρῶν ἔ­χω εὖ μά­λα εὐ­ρω­τι­ῶν­τας. Καὶ οὐκ ἠ­στό­χη­σα· οἱ θε­οὶ γὰρ αὐ­τοὺς ἄλ­λην ὁ­δὸν ἔ­τρε­ψαν. Κἀ­γὼ σπου­δῇ κα­τα­βρο­χθί­σας πάνθ΄ ὅ­σα ἐ­νέ­κει­το τοῖς σκε­ύ­ε­σι͵ φί­λῳ παν­δο­κεῖ τὴν χύ­τραν καὶ τὸ λο­πά­διον͵ τὰ λε­ί­ψα­να τῶν κλεμ­μά­των͵ χά­ρι­σμα δοὺς ἔ­χειν ἀ­πε­χώ­ρη­σα͵ ἐ­πι­ει­κής τις καὶ δε­ξιὸς ἐκ τῶν δω­ρη­μά­των ἀ­να­φα­νε­ίς.

 

* * *

 

[Ἀλ­κί­φρων, {Σαλ­τα­δῶ­ρος καὶ ἀ­νοι­χτο­χέ­ρης}

Με­τά­φρα­ση: Χρι­στό­φο­ρος Μη­λι­ώ­νης

 

ΕΧΤΕΣ, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Κα­ρί­ων ἦ­ταν ἀ­πα­σχο­λη­μέ­νος μὲ τὸ πη­γά­δι του, τρύ­πω­σα στὸ μα­γει­ριό του. Ἐ­κεῖ ἀ­να­κά­λυ­ψα ἕ­να πιά­το μα­γει­ρε­μέ­νο φα­γη­τὸ μὲ μπό­λι­κη σάλ­τσα, ἕ­ναν κό­κο­ρα ψη­τὸ καὶ μιὰ χύ­τρα λι­α­νό­ψα­ρα καὶ με­γα­ρί­τι­κες σαρ­δέ­λες. Τὰ ἅρ­πα­ξα καὶ πή­δη­σα ἔ­ξω κι ἔ­ψα­χνα νὰ βρῶ ἕ­να μέ­ρος γιὰ νὰ τὰ πε­ρι­δρο­μιά­σω, μό­νος μου καὶ μὲ τὴν ἡ­συ­χί­α μου.

       Κι ἐ­κεῖ ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα ποῦ νὰ πά­ω, ἔ­τρε­ξα στὴν Ποι­κί­λη Στο­ὰ —ἦ­ταν ὥ­ρα ποὺ δὲν ὑ­πῆρ­χε οὔ­τε ἕ­νας ἀ­πὸ κεί­νους τοὺς φι­λο­σό­φους, τοὺς φα­φλα­τά­δες, νὰ μ΄ ἐ­νο­χλή­σει— κι ἐ­κεῖ κά­θι­σα κι ἀ­πο­λάμ­βα­να τοὺς κό­πους μου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ποὺ σή­κω­σα τὸ κε­φά­λι μου ἀ­πὸ τὸ πιά­το, βλέ­πω κι ἐρ­χόν­του­σαν ἀ­πὸ τὴ μπαρ­μπου­τι­έ­ρα κά­τι νε­α­ροί. Φο­βή­θη­κα κι ἔ­βα­λα πί­σω μου τὰ φα­γώ­σι­μα, ἔ­πε­σα μπρού­μυ­τα στὸ ἔ­δα­φος κι ἔ­κρυ­βα τὰ κλεμ­μέ­να μου. Καὶ συ­νά­μα προ­σεύ­χο­μουν στοὺς Ἀ­πο­τρό­παι­ους θε­οὺς νὰ πε­ρά­σει ἡ μπό­ρα καὶ τοὺς ἔ­τα­ζα με­γά­λα σπει­ριὰ λι­βά­νι, ποὺ τὰ ξε­δι­ά­λε­ξα ἀ­πὸ τοὺς βω­μούς, ὅ­που μου­χλι­ά­ζα­νε, καὶ τὰ φυ­λά­ω στὸ σπί­τι μου. Καὶ δὲν ἐ­λά­θε­ψα, οἱ θε­οὶ τοὺς ἔ­κα­ναν νὰ πά­ρουν ἄλ­λο δρό­μο. Κι ἐ­γὼ κα­τα­βρό­χθι­σα στὰ γρή­γο­ρα ὅ,τι ὑ­πῆρ­χε καὶ δὲν ὑ­πῆρ­χε. Κι ὕ­στε­ρα, τὴ χύ­τρα καὶ τὸ πιά­το, τὰ μό­να ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­μεί­νει ἀ­πὸ τὰ κλο­πι­μαῖα, τά ΄δω­σα χά­ρι­σμα στὸν χα­νιτ­ζὴ νὰ τά ΄χεῖ κι ἔ­φυ­γα, πε­ρή­φα­νος ποὺ φά­νη­κα μὲ τὰ δῶ­ρα μου τό­σο κα­λὸς φί­λος κι ἀ­νοι­χτο­χέ­ρης.]

 

 

Πη­γή: T­LG [T­h­e­s­a­u­r­us L­i­n­g­u­ae G­r­a­e­c­ae], A­l­k­i­p­h­r­on, «Λο­πα­δί­ων Εὐ­κνίσ­σῳ», 3.17.1-3.17.4.

 

Ἀλ­κί­φρων (περ. 2ο-3ο αἰ. μ.Χ.­). Ἐ­ρω­τι­κὸς ποι­η­τὴς, ἐ­πι­στο­λο­γρά­φος καὶ σο­φι­στής. Ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὶς δύ­ο ἐ­πι­νο­η­μέ­νες ἐ­πι­στο­λές του τοῦ Μέ­ναν­δρου πρὸς τὴ Γλυ­κέ­ρα.