Θάνος Ξηρός: Ὁ κλαριτζής

 

 

Θάνος Ξηρός

 

Ὁ κλαριτζής

 

ΑΠΑΣ τό­τε ἐ­κεῖ σὲ μᾶς δὲν ὕ­παρ­χε. Ὅ­λες τὶς ἐκ­κλη­σι­ὲς τσ’ ἔ­κλει­σε ὁ Ἐμ­βέ­ρης ἀ­π’ ὅ­ταν ἦρ­θε. Πρι­χοῦ τὸν Ἐμ­βέ­ρη εἴ­χα­με κι ἐκ­κλη­σι­ὲς καὶ καμ­πά­νες ἐ­κρού­γα­νε, κι αὐ­γὰ κόκ­κι­να βά­φα­με τὴ Λαμ­πρή. Μὲ τὸ ποὺ ἦρ­θε πᾶνε ὅ­λα. Ἅ­μα σὲ πι­ά­να­νε, πά­γαι­νες φυ­λα­κή. Ἕ­νας ποὺ τὸν ἔ­βα­λαν νὰ γκρε­μί­σει μιὰ ἐκ­κλη­σιὰ σ’ ἕ­να χω­ριὸ πα­ρα­δί­πλα ἀ­πό μᾶς, ψυ­χό­πα­θε, τὸν πῆ­γαν στὸ τρε­λά­δι­κο, χρι­στια­νὸς ἦ­ταν, πῶς νὰ τ’ ἀν­τέ­ξει; Ποῦ νὰ λει­τουρ­γη­θοῦ­με; Μὲ τὸν και­ρὸ ξε­χά­σα­με καὶ πῶς σταυ­ρο­κο­πι­οῦν­ται.

       Μὴν σὲ πα­ρα­ξε­νεύ­ει αὐ­τό. Μὲ τὸν και­ρὸ ὅ­λα τὰ ξε­χνά­ει ὁ ἄν­θρω­πος. Κι ἐ­μᾶς ἐ­κεῖ μέ­σα ποὺ μᾶς εἶ­χαν κλει­σμέ­νους τό­σα χρό­νια, ἀ­λάρ­γα ἀπ΄ τὸν ἄλ­λο κό­σμο, ὅ­,τι μᾶς λέ­γαν τὸ πι­στεύ­α­με. Σά­μα­τις εἴ­χα­με δεῖ πῶς περ­νᾶ­νε οἱ ἄλ­λοι ἄν­θρω­ποι; Τί γί­νε­ται πα­ρό­ξω; Τοῦ­το μᾶς ἔ­λε­γε ὁ Ἐμ­βέ­ρης, τοῦ­το λέ­γα­με. Ἀλ­λὰ κι ὁ Μπε­ρί­σας κι ὁ Φα­τό­σης κι αὐ­τοί, ἴ­διοι καὶ χει­ρό­τε­ροι ἤ­τα­νε. Καὶ φά­γα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρα. Κι ἄ­σε τὶ λέ­νε.

      Με­τὰ ποὺ ἔ­πε­σε ὁ Κουμ­μου­νι­σμὸς κι ἦρ­θαν τοῦ­τοι, ἄρ­χι­σαν κι οἱ χρι­στια­νοὶ ἀ­νά­ρια-ἀ­νά­ρια νὰ ξα­να­νοί­γουν τὶς ἐκ­κλη­σί­ες. Τό­τε ἦ­ταν πού ‘καμαν καὶ τὴ συμ­φω­νί­α μὲ τοὺς Ἕλ­λη­νες νὰ τοὺς ἀ­φή­κουν νὰ ‘ρθοῦν νὰ πά­ρουν τὰ κό­κα­λα τῶν σκο­τω­μέ­νων τους στὸν πό­λε­μο μὲ τοὺς Ἰ­τα­λοὺς στὸ Ἀλ­βα­νι­κό. Γέ­μι­σε τό­τε ὁ τό­πος ἀ­πὸ Ἕλ­λη­νες πού ‘ρθαν νὰ πά­ρουν τὰ κό­κα­λα —ἄ­θα­φτα τό­σα χρό­νια— μέ­σα σὲ κά­τι κου­τιά, μὲς στὴ σκό­νη τό­σα χρό­νια καὶ τσὶ ‘­γρα­σί­ες, πε­τα­μέ­να σὲ κά­τι ἀ­πο­θῆ­κες, νὰ τὰ πᾶ­νε πί­σω, νὰ θα­φτεῖ στὸν τό­πο του ὁ κα­θέ­νας, νὰ βροῦν ἀ­νά­παυ­ση καὶ οἱ ψυ­χές.

      Πῶς νὰ τὰ πά­ρουν ὅ­μως καὶ νὰ τὰ πᾶ­νε τό­σες ὧ­ρες μα­κριὰ καὶ κά­ποι­οι καὶ μέ­ρες, ἀ­δι­ά­βα­στα κι ἀ­λει­τούρ­γη­τα; Τί ἤ­τα­νε; Σα­κιὰ ἀ­ρα­πο­σί­τι ἤ­τα­νε νὰ τὰ φορ­τώ­σουν γιὰ τὸ μύ­λο; Ἀ­πά­νω κεῖ δί­νουν φα­νέ­σι­μο δυ­ὸ γε­ρα­λέ­οι, ἄ­ξου­ροι, ντυ­μέ­νοι μὲ κά­τι πα­λι­ο­ρά­σα τριμ­μέ­να, τρύ­πια κα­λυμ­μαύ­χια κι ἕ­να χον­τρὸ βαγ­γέ­λιο λι­ω­μέ­νο στὸ χέ­ρι, ποι­ὸς ξέ­ρει ἀ­πὸ ποῦ βγαλ­μέ­να.

      «Εἴ­μα­στε πα­πά­δες πα­λιά, μᾶς κα­τάρ­γη­σε ὁ Ἐμ­βέ­ρης, κι ἤρ­θα­με νὰ τοὺς δι­α­βά­σου­με» λέ­νε καὶ πιά­νουν νὰ δι­α­βά­σουν. Τί νὰ δι­α­βά­σουν; Ὅ­λα μι­σὰ τὰ λέ­γα­νε, τσά­τρα-πά­τρα τὰ πη­γαί­να­νε, οὔ­τε νὰ σταυ­ρο­κο­πη­θοῦ­νε δὲν ξέ­ρα­νε. Ποι­ὸς ξέ­ρει ποῦ βρή­κα­νε τὰ ρά­σα καὶ τὰ βά­λα­νε μό­λις μυ­ρί­στη­καν πα­ρά­δες. Φά­νη­κε πὼς δὲν γι­νό­τα­νε δου­λειὰ μ’ αὐ­τοὺς καὶ τοὺς διώ­ξα­νε.

      Ἔρ­χον­ται ὕ­στε­ρις τρεῖς γρι­ὲς ντυ­μέ­νες στὰ μαῦ­ρα, μοι­ρο­λο­γί­στρες τά­χα μου, νὰ τοὺς μοι­ρο­λο­γή­σου­νε, νὰ μὴ φύ­γουν ἔ­τσι. Ἀρ­χί­ζουν αὐ­τές, τί­πο­τα, γρὺ ἑλ­λη­νι­κά. Ἀ­κοῦ­νε τὰ μοι­ρο­λό­για στ’ ἀλ­βα­νι­κὰ οἱ Ἕλ­λη­νες, τρο­μά­ξα­νε, ἄν­τε φευ­γᾶ­τε λέ­νε, τὶς δι­ώ­χνουν κι αὐ­τές.

      Καὶ τό­τες κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο ἦρ­θε κεῖ­νος ὁ κλα­ριτ­ζής, ὁ Λα­βὲρ Μπα­ρί­ου ὁ ξα­κου­στός, ποὺ ὁ τό­πος του ἔ­πε­φτε μα­κριὰ πέ­ρα ἀ­π’ τὴ Σκό­δρα, ἀλ­λὰ τὸν ἤ­ξε­ραν ὁ­λοῦ­θε στὴν Ἀλ­βα­νί­α.

      Ἀ­πὸ κά­ποι­ον θὰ τό ‘­μα­θε κι’ ἦρ­θε.

      Ἔ­κα­τσε πα­ρα­δί­πλα σταυ­ρο­πό­δι, ἀ­κούμ­πη­σε τὴν πλά­τη σὲ μιὰ πε­ζού­λα κι ἄρ­χι­σε ἕ­να μοι­ρο­λό­ι μὲ τὸ κλα­ρί­νο νὰ σοῦ ση­κώ­νε­ται ἡ τρί­χα. Τρί­α με­ρό­νυ­χτα ἔ­παι­ζε χω­ρὶς νὰ πά­ρει ἀ­νά­σα κι ἄς κόν­τευ­ε τὰ ὀ­γδόν­τα. Οὔ­τε πρὸς νε­ροῦ του δὲν προ­λά­βαι­νε νὰ πά­ει. Ρα­γί­σα­νε κι οἱ πέ­τρες μὲ τέ­τοι­ο κλα­ρί­νο. Ὅ­λα τὰ κου­τιὰ μὲ τὰ κό­κα­λα τῶν σκο­τω­μέ­νων ἀ­πὸ μπρο­στά του τὰ πε­ρά­σα­νε. Οὔ­τε ξέ­ρω πό­σα λε­φτὰ μά­ζε­ψε. Ὅ­λων τὰ μά­τια ἦ­ταν δα­κρυ­σμέ­να στὰ πρό­σω­πα τῶν Ἑλ­λή­νων μιὰ γλύ­κα εἶ­χε χυ­θεῖ. Οὔ­τε πα­πὰ συλ­λεί­τουρ­γο, οὔ­τε ἄλ­λες ψαλ­μου­δι­ὲς ἔ­βγαι­ναν μπρο­στὰ σὲ τέ­τοι­ο θρῆ­νο. Καὶ κα­νέ­νας δὲν ἔ­δει­ξε νὰ νοι­ά­στη­κε ἂν ἦ­ταν Ἕλ­λη­νας ἢ Ἀρ­βα­νί­της, Χρι­στια­νὸς ἢ Μου­σουλ­μά­νος ὁ κλα­ριτ­ζής.

      Ἀ­φοῦ ὅ­που γῆς τὴν ἴ­δια πα­τρί­δα ἔ­χει ὁ πό­νος: Τ’ ἀν­θρώ­που τὴν καρ­διά.

 

 

 Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

 

Θά­νος Ξη­ρός (Γκρέ­κα Αἰγια­λεί­ας, 1943). Πε­ζο­γρα­φί­α, Ποί­η­ση Θέ­ατρο. Σπού­δα­σε Οἰκο­νο­μικὰ στὴν Α.Σ.Ο.Ε.Ε, Ἱστο­ρί­α στὴν Φι­λο­σο­φικὴ Ἀθηνῶν καὶ Σκη­νο­θε­σί­α Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴ σχο­λή Σταυ­ρά­κου. Πρῶτο του βι­βλί­ο: Μα­κρινὸ τα­ξί­δι (Θέ­α­τρο, 1965). Τε­λευ­ταῖο του: Ἡ τρυ­φε­ρό­τη­τα τοῦ φό­βου (Ποί­η­ση,  2010).

 

Στὸ πα­ρα­κά­τω βί­ντε­ο μπο­ρεῖτε νὰ δεῖτε καὶ ν’ ἀκού­σε­τε τὸν πε­ρί­φη­μο Ἀλβανὸ μου­σικὸ Λαβὲρ Μπα­ρί­ου (στὸ εἰ­σα­γωγι­κὸ ὁ ἴδιος μὲ τὸν Σπε­τὶμ Λε­βέ­ντι):

 

 

 

Γιελένα Σβάρτς (Елена Шварц): Ἄβακας στὸ νερό

 

 

Γι­ε­λέ­να Σβαρτς (Е­л­е­на Ш­в­а­рц)

 

Ἄ­βα­κας στὸ νε­ρό

(­ Г­р­и­ф­е­л­ь­н­ая д­о­с­ка на в­о­де)

 

ΙΑ ΜΕ­ΡΑ τοῦ Μά­η, τὴν πα­ρα­μο­νὴ τῆς Ἡ­μέ­ρας τῆς Νί­κης, τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ μαυ­ρο­βε­λου­δέ­νι­ες φλα­μου­ρι­ὲς ἅ­πλω­ναν ἕ­ναν ἀ­νά­λα­φρο πρά­σι­νο κα­πνὸ πά­νω ἀ­πὸ τὸ κιγ­κλί­δω­μα τοῦ Θε­ρι­νοῦ Κή­που, κα­τέ­πλευ­σαν στὸν Νέ­βα με­ρι­κὰ ὑ­πέ­ρο­χα σκά­φη.

         Κα­τα­δρο­μι­κά, ἀν­τι­τορ­πι­λι­κά, ἀ­κό­μα κι ἕ­να ἱ­στι­ο­φό­ρο.

        Ὡ­στό­σο, κα­νέ­να ἀ­πὸ αὐ­τὰ δὲν μὲ μά­γε­ψε τό­σο, ὅ­σο ἕ­να ὑ­πο­βρύ­χιο, τὸ τέ­λεια δελ­φι­νί­σιο σῶ­μα τοῦ ὁ­ποί­ου ἁ­πλω­νό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸν Κῆ­πο, δί­νον­τας τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι τὸ σκου­ρόγ­κρι­ζο τό­ξο τῆς ρά­χης του βρι­σκό­ταν ἀ­νέ­κα­θεν ἐ­δῶ καὶ δὲν ἐ­πρό­κει­το νὰ λεί­ψει πο­τέ.

        Ἡ ἐ­πί­πε­δη, ψη­λὴ γέ­φυ­ρά του ἦ­ταν σὰν ἕ­νας ἄ­βα­κας, ποὺ πρό­βαλ­λε κα­τα­με­σῆς στὸ νε­ρό, θαρ­ρεῖς γιὰ κά­ποι­α μα­θη­τού­δια. Ὅ­μως μα­θη­τού­δια δὲν ὑ­πῆρ­χαν, οὔ­τε δά­σκα­λος, ἕ­νας Ντερ­ζά­βιν, ποὺ νὰ γλι­στρά­ει στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ βι­ά­ζε­ται νὰ χα­ρά­ξει πά­νω σ’ αὐ­τὸ τὴν «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ» του(1). Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, χά­ρη σ’ αὐ­τήν, ὁ Νέ­βας κυ­λοῦ­σε ἤ­δη σὰν τὸ «πο­τά­μι τοῦ και­ροῦ» ἢ σὰν ἐ­κεῖ­νο τὸ «τρε­χού­με­νο νε­ρό»(2), ποὺ πάν­τα βρί­σκει μα­θη­τές.

        Ὁ ἄ­βα­κας ἐ­ξεῖ­χε στὴ μέ­ση τοῦ Νέ­βα, σὰν πρό­κλη­ση, γιὰ τρεῖς πε­ρί­που μέ­ρες, κι ἔ­πει­τα τὰ νε­ρὰ ἐ­πού­λω­σαν τὴν πλη­γή τους στὸ μέ­ρος ὅ­που μέ­χρι πρό­τι­νος βρι­σκό­ταν.

        Ὅ­πως γί­νε­ται καὶ μὲ τὸν ἀ­έ­ρα, στὸν ὁ­ποῖ­ο δὲν μέ­νουν οὐ­λές, τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς ποὺ τὸν ἀ­να­πνέ­ει κά­ποι­α ψυ­χή.

 

 

(1) Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Μὲ τὶς φρά­σεις «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ» καί, στὴ συ­νέ­χεια, «πο­τά­μι τοῦ και­ροῦ», ἡ Σβάρτς ἀ­να­φέ­ρε­ται στὸ ἄ­τιτ­λο ὀ­κτά­στι­χο ποὺ ὁ Γκα­βρί­λα Ντερ­ζά­βιν συ­νέ­θε­σε στὶς 6 Ἰ­ου­λί­ου 1816, τρεῖς μέ­ρες πρὶν ἀ­πὸ τὸν θά­να­τό του, πά­νω σὲ μιὰ μα­θη­τι­κὴ πλά­κα (ἄ­βα­κα). Σὲ ὅ­λες τὶς με­τα­θα­νά­τι­ες ἐκ­δό­σεις τοῦ ἔρ­γου τοῦ ποι­η­τῆ, τὸ συγ­κε­κρι­μέ­νο ποί­η­μα ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο «Τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποί­η­μα τοῦ Ντερ­ζά­βιν». Ἐ­νί­ο­τε, ἐμ­φα­νί­ζε­ται καὶ ὑ­πὸ τὸν τίτ­λο «Στὸ ἐ­φή­με­ρο».

 

(2) Ση­μεί­ω­ση τοῦ με­τα­φρα­στῆ: Ἡ φρά­ση «τρε­χού­με­νο νε­ρό» πε­ρι­έ­χε­ται στὴν ἕ­βδο­μη στρο­φὴ τοῦ κρυ­πτι­κοῦ ποι­ή­μα­τος τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στὰμ «Ὠ­δὴ τοῦ κον­τυ­λιοῦ». Εἶ­ναι γνω­στὸ ἀ­πὸ τὶς πη­γὲς ὅ­τι ἐ­ρέ­θι­σμα γιὰ τὴ συγ­γρα­φὴ τῆς «Ὠ­δῆς τοῦ κον­τυ­λιοῦ» ἀ­πο­τέ­λε­σε γιὰ τὸν Μαν­τελ­στὰμ τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ποί­η­μα τοῦ Ντερ­ζά­βιν.

 

Πη­γή: Ἱ­στό­το­πος В­А­В­И­Л­ОН: С­о­в­р­е­м­е­н­н­ая м­а­л­ая п­р­о­за-В с­т­о­р­о­ну а­н­т­о­л­о­г­ии. (Ἰ­στό­το­πος ΒΑ­ΒΥ­ΛΩΝ: Σύγ­χρο­νη μι­κρὴ πρό­ζα-Προ­σπά­θεια ἀν­θο­λό­γη­σης).

 

Γι­ε­λέ­να Ἀν­τρέ­γι­εβ­να Σβάρτς (Е­л­е­на А­н­д­р­е­е­в­на Ш­в­а­рц) (Λε­νιν­γκράτ, 17 Μα­ΐ­ου 1948 – Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη, 11 Μαρ­τί­ου 2010). Ρω­σί­δα ποι­ή­τρια, μιὰ ἀ­πὸ τὶς ἡ­γε­τι­κὲς φυ­σι­ο­γνω­μί­ες τῆς ἀ­νε­πί­ση­μης πο­λι­τι­στι­κῆς κί­νη­σης τοῦ Λε­νιν­γκρὰτ κα­τὰ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ 1970. Σπού­δα­σε γιὰ ὁ­ρι­σμέ­νο δι­ά­στη­μα στὴ Φι­λο­λο­γι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Λε­νιν­γκράτ, ἐ­νῶ τὸ 1971 ὁ­λο­κλή­ρω­σε δι’ ἀλ­λη­λο­γρα­φί­ας τὴ Θε­α­τρι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἰν­στι­τού­του Θε­ά­τρου, Μου­σι­κῆς καὶ Κι­νη­μα­το­γρα­φί­ας τῆς γε­νέ­τει­ράς της. Ἐ­πὶ πολ­λὰ ἔ­τη ἐ­ξέ­δι­δε τὸ ἔρ­γο της στὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση μό­νο σὲ αὐ­το­εκ­δό­σεις (σα­μιζ­ντάτ) καί, ἐ­νί­ο­τε, μὲ ψευ­δώ­νυ­μο. Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐ­ξέ­δι­δε στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό, σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς ρω­σι­κῆς δι­α­σπο­ρᾶς. Εἶ­ναι κά­το­χος πολ­λῶν λο­γο­τε­χνι­κῶν βρα­βεί­ων. Τὸ 2002 ἐκ­δό­θη­καν στὴν Ἁ­γί­α Πε­τρού­πο­λη τέσ­σε­ρις τό­μοι μὲ μιὰ ἐ­κλο­γὴ τοῦ ἔρ­γου της.

 

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ ρω­σι­κά:

Γι­ῶρ­γος Χα­βου­τσᾶς (Πει­ραι­ᾶς, 1965). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Ἡ φοι­νι­κιά (Γα­βρι­η­λί­δης, 2005). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης τὸ πε­ζο­γρά­φη­μα Τα­ξί­δι στὴν Ἀρ­με­νί­α, τοῦ Ὄ­σιπ Μαν­τελ­στάμ (Ἴν­δι­κτος, 2007).

 

Γιώργης Μανουσάκης: Ἡ ἱστορία ἑνὸς ἐρειπίου

 

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης

 

Ἡ ἱστορία ἑνὸς ἐρειπίου

 

ΤΑΝ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ ΜΕΓΑΛΟ, μὲ δυ­ὸ πα­τώ­μα­τα, πί­σω ἀ­πὸ τὰ κάγ­κε­λα, μέ­σα στὰ δέν­τρα. Ὅ­μοι­ο μὲ τ’ ἄλ­λα σπί­τια τοῦ με­γά­λου δρό­μου καὶ μα­ζὶ ἀ­νό­μοι­ο, ξε­χω­ρι­στό. Μέ­σα του ἔ­σφυ­ζε ἡ ζω­ή: Ἄν­θρω­ποι ἀ­νέ­βαι­ναν καὶ κα­τέ­βαι­ναν τὶς σκά­λες του, ἄ­νοι­γαν κι ἔ­κλει­ναν τὶς πόρ­τες, κά­θι­ζαν στὶς κα­ρέ­κλες, μι­λοῦ­σαν με­τα­ξύ τους, ἔ­τρω­γαν κι ἔ­πι­ναν, κοι­μοῦν­ταν. Ἄν­θρω­ποι. Μὲ χα­ρὲς καὶ μὲ λύ­πες, μὲ σκέ­ψεις, μὲ ὄ­νει­ρα.

         Καὶ κά­ποι­α μέ­ρα ἔ­φυ­γε κι ὁ τε­λευ­ταῖ­ος του ἔ­νοι­κος κι ἔ­μει­νε νὰ τὸ κα­τοι­κεῖ ἡ σι­ω­πή. Αὐ­τὴ ἡ πυ­κνὴ σι­ω­πὴ ποὺ παίρ­νει τὴ θέ­ση τῶν ἀν­θρώ­πων, ὅ­ταν ἐ­κεῖ­νοι ἐγ­κα­τα­λεί­πουν ἕ­να χῶ­ρο. Ἡ σκό­νη ἄρ­χι­σε νὰ κα­θί­ζει στρώ­μα­τα στρώ­μα­τα στὰ πα­τώ­μα­τα καὶ στοὺς τοί­χους, στὰ τζά­μια τῶν πα­ρα­θύ­ρων. Ὁ ἀ­έ­ρας βρῆ­κε κά­ποι­ες τρύ­πες, τὶς με­γά­λω­νε ὅ­λο καὶ πιὸ  πο­λὺ κι ἄρ­χι­σε νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται μέ­σα στὸ ἄ­δει­ο σπί­τι, κά­νον­τας νὰ σα­λεύ­ει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κουρ­τι­νά­κι ποὺ ἀ­πό­μει­νε ξε­χα­σμέ­νο σὲ κά­ποι­ο πα­ρά­θυ­ρο.

        Ὥ­σπου κά­πο­τε ἤρ­θα­νε τὰ τέ­ρα­τα μὲ τὰ σι­δε­ρέ­νια δόν­τια. Μουγ­κρί­ζον­τας ἀ­πει­λη­τι­κὰ ἄρ­χι­σαν νὰ ρί­χνου­νε κομ­μά­τι κομ­μά­τι τὸ σπί­τι τῆς σιω­πῆς. Ἔ­κα­μαν ἕ­να με­γά­λο σω­ρὸ ἀ­πὸ πέ­τρες καὶ χῶ­μα, ἀ­πὸ σπα­σμέ­να ξύ­λα καὶ κε­ρα­μί­δια  – κι ἔ­φυ­γαν μὲ τὴν ἱ­κα­νο­ποί­η­ση τοῦ κα­τα­στρο­φέ­α. Στὴ θέ­ση τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ ἔ­μει­νε τὸ τί­πο­τα. Δυ­ὸ με­γά­λοι ὄ­ρο­φοι κε­νοῦ. Τά που­λιὰ ποὺ εἴ­χα­νε τρο­μά­ξει ἀ­πὸ τὸ θό­ρυ­βο τῶν μη­χα­νῶν ἀ­να­θάρ­ρε­ψαν καὶ ξα­νάρ­θα­νε στὰ δέν­τρα τοῦ κή­που. Κοί­τα­ζαν ἐ­κεῖ ποὺ ἔ­στε­κε ψη­λὸ τὸ ἐγ­κα­τα­λειμ­μέ­νο σπί­τι κι ἀ­πο­ρού­σα­νε. Δει­λὰ πε­τά­ξα­νε πρὸς τὰ ἐ­κεῖ καὶ βάλ­θη­καν νὰ δι­α­σχί­ζουν τὸν ἄ­δει­ο χῶ­ρο ὁ­ρι­ζόν­τια καὶ κά­θε­τα, χω­ρὶς νὰ συ­ναν­τοῦν κα­νέ­να ἐμ­πό­διο. Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, λοι­πόν. Τὸ κε­νὸ εἶ­χε ἁ­πλω­θεῖ στὴ θέ­ση τοῦ ἀλ­λο­τι­νοῦ σπι­τιοῦ.

        Στὸ δρό­μο περ­νοῦ­σαν οἱ ἄν­θρω­ποι καί ξαφ­νι­ά­ζον­ταν, μὰ εἴ­χα­νε τό­σες δου­λει­ὲς καὶ σκο­τοῦ­ρες ποὺ ἀ­μέ­σως ξε­χνοῦ­σαν ὅ,τι εἴ­δα­νε. Πέ­ρα­σε κι ὁ ποι­η­τὴς κι ἔ­νι­ω­σε ἕ­να βα­θὺ πό­νο, για­τὶ δὲν ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι ποὺ ἔ­λει­πε, μὰ ἕ­να ἀ­κό­μη κομ­μά­τι τῆς πο­λι­τεί­ας, ἕ­να κομ­μά­τι τῆς ἴ­διας του τῆς ψυ­χῆς. Πῆ­ρε τρυ­φε­ρὰ τὴν εἰ­κό­να του, ὅ­πως ἦ­ταν ἄλ­λο­τε καὶ τὴν ἀ­πό­θε­σε στὸ βυ­θὸ τῆς μνή­μης, ἐ­κεῖ ὅ­που εἶ­χε κα­θί­σει, σὰν ἀρ­χαῖ­ο ναυά­γιο ἡ πο­λι­τεί­α τῶν παι­δι­κῶν του χρό­νων.

        Τώ­ρα τὸ φῶς τοῦ ἥ­λιου σοῦ δεί­χνει μὲ κυ­νι­σμὸ τὸ βου­βὸ σω­ρὸ τῶν ἐ­ρει­πί­ων καὶ βε­βαι­ώ­νει, μὲ τὴν ἀ­κα­τα­μά­χη­τη λο­γι­κή του τὴ νί­κη τοῦ ἀ­νύ­παρ­κτου: Δυ­ὸ κο­λό­νες ποὺ δὲ στη­ρί­ζου­νε κα­μιὰ καγ­κε­λό­πορ­τα, μιὰ σκά­λα ποὺ δέν ὁ­δη­γεῖ που­θε­νά. Ὅ­λα νε­κρά.

        Κά­πο­τε ὅ­μως, στὶς ὧ­ρες τῆς βα­θειᾶς νύ­χτας, οἱ δυ­ὸ πε­σμέ­νοι ὄ­ρο­φοι τοῦ πα­λιοῦ σπι­τιοῦ στή­νον­ται πά­λι στὴ θέ­ση τους, ἀ­έ­ρι­νοι, κι ἀρ­χί­ζει μέ­σα τους ἡ κί­νη­ση τῶν ἴ­σκι­ων. Τὰ πα­ρά­θυ­ρα εἶ­ναι φω­τι­σμέ­να, ἀ­κού­γον­ται ἀν­θρώ­πι­νες κου­βέν­τες, ἐ­νῶ ἀ­πό κά­ποι­ο πιά­νο στά­ζουν ἀρ­γά, ρεμ­βα­στι­κὰ οἱ νό­τες στὸν κόρ­φο τῆς νύ­χτας. Ἄν ἀ­νοί­ξεις τό­τε τὴν καγ­κε­λό­πορ­τα κι ἀ­νε­βεῖς τὴ σκά­λα θὰ βρε­θεῖς μπρο­στὰ σὲ μιὰ πόρ­τα. Θὰ ση­κώ­σεις τὸ χάλ­κι­νο ἐ­πί­θυ­ρο χε­ρά­κι καὶ θὰ χτυ­πή­σεις μιά, δυ­ό, τρεῖς φο­ρές. Θ’ ἀ­κού­σεις τὰ βή­μα­τα ἐ­κεί­νου ποὺ θά ’ρ­θει νὰ σοῦ ἀ­νοί­ξει καὶ θὰ βρε­θεῖς στὸ εὐ­ρύ­χω­ρο σα­λό­νι, ὅ­που ἡ κό­ρη τῆς οἰ­κο­γέ­νειας θὰ σὲ κε­ρά­σει, μέ­σα σὲ δί­σκο, τὸ γλυ­κὸ τοῦ κου­τα­λιοῦ ποὺ ἔ­φτια­ξε ἡ μη­τέ­ρα. Κι ἐ­σὺ θὰ δι­στά­ζεις ν’ ἁ­πλώ­σεις τὸ χέ­ρι καὶ νὰ τὸ πά­ρεις, για­τὶ τὸ ξέ­ρεις πὼς ὅ­λα ὅ­σα βλέ­πεις κι ἀ­κοῦς εἶ­ναι φα­σμα­τι­κά, γεν­νή­μα­τα τῆς μνή­μης καὶ τῆς μα­γι­κῆς νύ­χτας. Κι ὅ­ταν ἀγ­γί­ξεις τὸ πι­α­τά­κι μὲ τὸ βύσ­σι­νο, θὰ δι­α­λυ­θοῦν ὅ­λα κι ἐ­σὺ θὰ βρε­θεῖς νὰ στέ­κε­σαι στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σκα­λο­πά­τι τῆς σκά­λας ποὺ δὲν ὁ­δη­γεῖ που­θε­νά. Καὶ τό­τε θ’ ἀ­κού­σεις ἕ­να σι­γα­νὸ κλά­μα, ποὺ ἴ­σως νά ’­ναι καὶ δι­κό σου. Ἕ­να κλά­μα γιὰ τὴ ζω­ὴ ποὺ περ­νᾶ ἀ­νε­πί­στρο­φα καὶ γιὰ τὰ ἐ­ρεί­πια ποὺ σω­ρι­ά­ζον­ται μέ­σα μας, κά­θε μέ­ρα καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρο, καὶ μᾶς πνί­γουν. Καὶ κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ βο­η­θή­σει.

 

  

Πη­γή: Πρώτη γραπτὴ δημοσίευση.

 

Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης (Χα­νιά, 1933-2008). Ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ δί­δα­ξε στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Μο­νό­λο­γοι (Χα­νιά, 1967), Τὸ σῶ­μα τῆς σι­ω­πῆς (Χα­νιά, 1970) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­ο με­τα­θα­νά­τιο βι­βλί­ο του τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ὁ Ἐ­θε­λον­τὴς (Κί­χλη, 2008).

 

Βίντεο: Τὸ βρά­δυ τῆς 27-09-1995 ὁ ποι­η­τὴς Γι­ώρ­γης Μα­νου­σά­κης δι­άβα­σε σ’ ἕ­να δη­μό­σιο δρώ­με­νο τὸ δι­ή­γη­μά του “Ἡ ἱ­στο­ρί­α ἑ­νὸς ἐ­ρει­πί­ου” μπρο­στὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἐ­ρει­πω­μέ­νο ἀρ­χον­τι­κὸ στὴ γω­νί­α Τσόν­του Βάρ­δα καὶ Ἡ­ρώ­ων Πο­λυ­τε­χνεί­ου στὰ Χα­νιά. Σή­με­ρα ὑ­ψώ­νε­ται στὴ θέ­ση του πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Τὸ δρώ­με­νο ἔ­γι­νε λί­γο πρὶν ἀρ­χί­σουν οἱ ἐρ­γα­σί­ες τῆς οἰ­κο­δο­μῆς. Λή­ψη: Λε­ω­νί­δας Μα­νω­λι­κά­κης. Ἰ­δέ­α καὶ εἰ­κα­στι­κὴ ἀν­τί­λη­ψη: Γι­ῶρ­γος Κου­νά­λης, ζω­γρά­φος. Πα­ρα­χώ­ρη­ση: Ἀγ­γε­λι­κὴ Κα­ρα­θα­νά­ση-Μα­νου­σά­κη. Τὸ ἐ­ρα­σι­τε­χνι­κὸ βίν­τεο ποὺ μνη­μει­ώ­νει τὴν ζων­τα­νὴ πα­ρου­σία τοῦ Γιώρ­γη Μα­νου­σά­κη ἀ­να­με­τα­δό­θη­κε ἀ­πὸ τὸν τη­λε­ο­πτι­κὸ σταθ­μὸ «Κρή­τη».