Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna): Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους



Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna)


Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους

(El sentenciado a diez muertes)


ΚΕΙΝΟΣ ὁ πε­ρι­πλα­νώ­με­νος ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε γυ­ρί­σει ὅ­λη τὴν γῆ, ἐ­πέ­στρε­ψε μιὰ μέ­ρα στὴν πό­λη του. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α τὸν ρώ­τη­σε πὼς τὸν ἔ­λε­γαν, ἀλ­λὰ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος μὲ ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἄ­ξι­ζαν τὴν προ­σο­χή του, αὐ­τὸ τὸ εἶ­χε ξε­χά­σει. Ἔ­τσι τὸν ἔ­βα­λαν στὴν φυ­λα­κή, τὸν τύ­λι­ξαν σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ καὶ ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­καν ὅ­λες οἱ δι­α­δι­κα­σί­ες, τὸν κα­τα­δί­κα­σαν δέ­κα φο­ρὲς σὲ θά­να­το γιὰ δέ­κα ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα ἐγ­κλή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­χαν βρεῖ τὸν δρά­στη καὶ τὸν σκό­τω­σαν μό­νο μιὰ φο­ρά, δι­ό­τι δὲν γι­νό­ταν ἀλ­λι­ῶς, ἀλ­λὰ μὲ τρό­πο ὁ­ρι­στι­κό. Αὐ­τός, ὁ κα­κό­μοι­ρος ἄν­τρας ποὺ δὲν εἶ­χε δι­α­πρά­ξει κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ τοῦ ἀ­πέ­δι­δαν, μέ­χρι ποὺ με­τα­νό­η­σε στὸ τέ­λος.

       Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀ­να­κου­φί­στη­κε δι­ό­τι, ὄ­χι μό­νο εἶ­χε σκο­τώ­σει τὸν δύ­στυ­χο κα­λὸ ἄν­τρα «ποὺ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του» ἀλ­λὰ εἶ­χε φέ­ρει εἰς πέ­ρας τὴν δι­α­λεύ­καν­ση ἐ­κεί­νων τῶν ἐγ­κλη­μά­των ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μεί­νουν ἀ­τι­μώ­ρη­τα, ἔχοντας ἐ­πί­σης δι­και­ώ­σει τὸ ἀ­ξί­ω­μά της «Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θρι­αμ­βεύ­ει».



Πη­γή: Antologia del microrrelato espanol (1906-2011), el cuatro genero narativo, Catedra Letras Hispanicas, 2013.

Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna) γεν­νή­θη­κε τὸ 1888 στὴ Μα­δρί­τη καὶ πέ­θα­νε τὸ 1963 στὸ Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες. Συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 100 βι­βλί­α: μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια, βι­ο­γρα­φί­ες καὶ θε­α­τρι­κά. Πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, ξε­χώ­ρι­σε καὶ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς παγ­κό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας ὡς ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τῆς γκρεγ­κε­ρί­ας (λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος δι­κῆς του ἐ­πι­νό­η­σης ποὺ συν­δυά­ζει τὴν με­τα­φο­ρὰ μὲ τὸ χι­οῦ­μορ) καὶ ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου τρό­που ζω­ῆς του, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τῆς προ­σω­πι­κῆς σχέ­σης ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε μὲ μιὰ κέ­ρι­νη κού­κλα ποὺ ἀ­γό­ρα­σε καὶ ἔ­φε­ρε ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


			

Περικλῆς Σφυρίδης: Στὴ σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων


Περικλῆς Σφυρίδης


Στὴ σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων


Στὸν γιό μου Ἀν­τρέα

ΕΚΑΕΤΙΑ τοῦ 1970, με­τὰ τὴ Χούν­τα, στὴ Σκή­τη τῶν Δα­νι­ηλαί­ων στὸ Ἅ­γιον Ὅρος. Γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα Αὐ­γού­στου με­τὰ τὸν ἑ­σπε­ρι­νό. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὸν ἡ­γού­με­νο, τὸν γέ­ρον­τα Μόδε­στο πού, σπρώ­χνον­τας ἕ­να ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι, πή­γαι­νε βόλ­τα τὸν πα­τέ­ρα Νή­φω­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε πά­θει συμ­φό­ρη­ση. Πα­ρό­τι ἡ Σκή­τη εἶ­ναι ψη­λὰ καὶ ἕ­να χα­ϊ­δευ­τι­κὸ ἀ­ε­ρά­κι δρό­σιζε κά­πως τὸ πρό­σω­πό μου, ἡ ζέ­στη εἶ­ναι ἀ­κό­μα βα­σα­νι­στι­κή. Ὁ γέ­ρον­τας ὁ­δή­γη­σε τὸ κα­ρο­τσά­κι στὴ σκιὰ μιᾶς δα­σύ­φυλ­λης μου­ριᾶς. Ὁ Νή­φων εἶ­χε γερ­μέ­νο τὸ κε­φά­λι του πλά­για, κά­θι­δρος, μὲ τὰ σά­λια του νὰ τρέ­χουν, τὸ βλέμ­μα ἀ­πλα­νές, σὰν νὰ κοί­τα­ζε τὸ ἐ­που­ρά­νιο ἄ­πει­ρο. Ὁ γέ­ρον­τας ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του μιὰ βρε­μέ­νη μι­κρὴ πε­τσέ­τα, τὸν σκού­πι­σε εὐ­λα­βι­κά, τὸν κα­θά­ρι­σε. Ὕ­στε­ρα ἔ­σκυ­ψε καὶ φί­λη­σε τὸ μέ­τω­πο τοῦ Νή­φω­να κι ἄρ­χι­σε νὰ τοῦ μι­λά­ει. Ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια πλη­σί­α­σα στὴ μου­ριὰ ν’ ἀ­κού­σω. Στά­θη­κα λί­γο ἀ­πό­μα­κρα, ὁ γέ­ρον­τας τσέ­βδι­ζε, τὸ μό­νο ποὺ ἔ­πι­α­σα ἦ­ταν ἕ­να «Συγ­χώ­ρα με, ἀ­δελ­φέ μου…»

        Τὴ Σκή­τη αὐ­τὴ ἵ­δρυ­σε τὸ 1881 ὁ γέ­ρων Δα­νι­ὴλ Κα­του­νακι­ώ­της. Ἡ κα­τα­γω­γή του ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴ Σμύρ­νη. Εἶ­χε πα­ρα­γιὸ τὸν πα­τέ­ρα Γε­ρόν­τιο ἀ­πὸ τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί. Ὅταν κοι­μή­θη­κε τὸ 1929, ἡ­γού­με­νος ἔ­γι­νε ὁ Γε­ρόν­τιος. Ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο ὑ­πο­τα­κτι­κούς: Τὸν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο πα­τέ­ρα Νήφω­να, Κρη­τι­κὸ ἀ­πὸ τὰ Χα­νιά, καὶ τὸν πα­τέ­ρα Μό­δε­στο ἀ­πὸ τὴν Ἀτ­τά­λεια, Μι­κρα­σιά­τη. Καὶ οἱ δύ­ο πῆ­γαν ἔ­φη­βοι στὴ Σκή­τη, ὅ­που ὁ Γε­ρόν­τιος τοὺς δί­δα­ξε τὴν τέ­χνη τῆς ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας βυ­ζαν­τι­νῶν εἰ­κό­νων. Ἑ­πτὰ χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος ἦ­ταν στὴν ἡ­λι­κί­α ὁ Νή­φω­νας ἀ­πὸ τὸν Μόδε­στο καὶ —ὅ­πως ἔ­λε­γαν— πιὸ μορ­φω­μέ­νος. Ὁ μό­νος ποὺ στὴν ἁ­γι­ο­γρα­φί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε λά­δια κι ὄ­χι αὐ­γο­τέμ­πε­ρες. Τα­πει­νὸς ὁ Μό­δε­στος, χα­μη­λό­φω­νος καὶ ὀ­λί­γον τσε­βδός, γι’ αὐ­τὸ τὸ δι­α­κό­νη­μά του ἦ­ταν μά­γει­ρας στὴν κου­ζί­να. Ἀρ­γό­τε­ρα στὴ συ­νο­δεί­α προ­στέ­θη­καν καὶ τέσ­σε­ρις νέ­οι ἀ­πὸ τὸ Παγ­γαῖ­ο τῆς Κα­βά­λας, παι­διὰ ἀ­κό­μα πές, οἱ πα­τέ­ρες Δα­νι­ήλ, Ἀ­κά­κιος καὶ Γρη­γό­ριος μὲ τὸν ἐν ζω­ῇ μι­κρὸ ἀ­δελ­φό του Στέ­φα­νο. Ἐ­ξε­λί­χτη­καν σὲ σπου­δαί­ους ἁ­γι­ο­γρά­φους καὶ ψαλ­τά­δες· φη­μι­σμέ­νοι σ’ ὅ­λη τὴ μο­να­στι­κὴ κοι­νό­τη­τα καὶ ἐ­κτὸς αὐ­τῆς. Ἔ­τσι με­γά­λω­σε ἡ Σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων, μα­κρου­λὴ ὡς κτή­ριο, μὲ τὸ κα­θο­λι­κὸ στὴ μέ­ση νὰ τὴ χω­ρί­ζει στὰ δύ­ο, καὶ τὸ ἐρ­γα­στή­ριο ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας τους, ποὺ ἔ­βλε­πε ἀ­πὸ ψη­λὰ τὸ Αἰ­γαῖ­ο, εἶ­ναι ἴ­σως τὸ ὡ­ραι­ό­τε­ρο ἀ­τε­λι­ὲ ζω­γρα­φι­κῆς ποὺ ἔ­χω δεῖ.

        Τὸ 1973, ποὺ ἐ­κοι­μή­θη ὁ γέ­ρων Γε­ρόν­τιος, ὅ­λοι πί­στευ­αν ὅ­τι θὰ ἔ­χρι­ζε ἡ­γού­με­νο τὸν Νή­φω­να, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος προ­τί­μη­σε τὸν Μό­δε­στο. Ὁ Νή­φων ἔ­πνι­ξε τὴ λύ­πη ἐν­τός του, μὰ ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κὸ τὸν ἄ­φη­σε ἀ­νά­πη­ρο σὲ ἀ­φα­σί­α. Ὁ ἡ­γού­με­νος πλέ­ον Μό­δε­στος πα­ρέ­δω­σε τὴν δι­α­χεί­ρι­ση τῆς Σκή­της στὸν πα­τέ­ρα Γρη­γό­ριο καί, χω­ρὶς νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ δι­α­κό­νη­μά του στὴν κου­ζί­να, ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὸν Νήφω­να· τὸν ἔπλε­νε, τὸν κα­θά­ρι­ζε, τὸν τά­ϊ­ζε, τοῦ δι­ά­βα­ζε Πη­δά­λιο, τὸν Μι­κρὸ Εὐ­ερ­γε­τι­νό, βι­ο­γρα­φί­ες ἁ­γί­ων καὶ συγ­γράμ­μα­τα πα­τέ­ρων τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, ἐ­νῶ, φαν­τά­ζο­μαι, δὲν ἤ­ξε­ρε ἂν ὁ Νή­φω­νας τὸν ἄκουε ἤ κα­τα­λά­βαι­νε. Προ­σευ­χό­ταν πάν­τως ν’ ἀ­κού­ει καὶ νὰ κα­τα­λα­βαί­νει – μᾶλ­λον τὸ πί­στευ­ε. Καὶ κά­θε μέ­ρα, πρω­ῒ κι ἀ­πό­γευ­μα, ὅ­ταν ὁ και­ρὸς ἦ­ταν κα­λός, τὸν ἔ­βα­ζε στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι καὶ τὸν σερ­γι­α­νοῦ­σε στὸ μο­να­στή­ρι. Τὸν πή­γαι­νε στὴ σκιὰ ἑ­νὸς με­γά­λου δέν­τρου, μου­ριὰ θαρ­ρῶ πὼς ἦ­ταν, κι ἄλ­λο­τε κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκι­ε­ρὴ πέρ­γου­λα τῆς κλη­μα­τα­ριᾶς τοῦ κή­που. Κα­λο­καί­ρι ἦ­ταν καὶ κά­θε τό­σο τοῦ σκού­πι­ζε τὸν ἵ­δρω­τα μ’ ἕ­να λευ­κὸ προ­σόψι. Ὕ­στε­ρα, ὅ­ταν δρο­σι­ζό­ταν ὁ ἄρ­ρω­στος, τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε πάν­τα κά­τι στ’ αὐ­τί, σι­γὰ κι εὐ­λα­βι­κά, καὶ τὸν πή­γαι­νε πά­λι στὸ κε­λί του. Ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν τί νὰ τοῦ ἔ­λε­γε ἄ­ρα­γε. Κά­πο­τε ἡ πε­ρι­έρ­γεια ὑ­περ­νί­κη­σε τὸν δι­σταγ­μό μου κι ἀ­θό­ρυ­βα στά­θη­κα πί­σω του ν’ ἀ­κού­σω. «Εὐ­λό­γη­σον», τοῦ ἔ­λε­γε, μό­νο αὐ­τό, πολ­λὲς ὅ­μως φο­ρές. Δὲν ἦ­ταν ὁ συ­νη­θι­σμέ­νος χαι­ρε­τι­σμὸς ποὺ ἀ­κοῦ­με ὅ­λοι στὸ ‘Ἅγιον Ὅ­ρος, «εὐ­λό­γη­σον» ὁ ἕ­νας, «ὁ Κύ­ριος», ὁ ἄλ­λος. Αὐ­τὸ τὸ «εὐ­λό­γη­σον» τοῦ γέ­ρον­τα ἦ­ταν κά­τι πιὸ βα­θὺ· ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὰ σπλά­χνα του. Αὐ­τὸ κρά­τη­σε μέ­χρι τὸ 1977 ποὺ ὁ Νή­φω­νας ἐ­κοι­μή­θη κι ὁ ἡ­γού­με­νος ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὴν κου­ζί­να του μέ­χρι τὸ 2001, ὅ­ταν κι αὐ­τὸς ἀ­να­παύ­τη­κε.

        Γιατὶ τὰ θυ­μή­θη­κα ὅ­λα αὐ­τὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια; Ἴσως για­τὶ ὁ Βα­σί­λης μ­ε πα­ρό­τρυ­νε νὰ γρά­ψω καὶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α-μπον­ζάϊ γιὰ τὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος. «Γρά­ψε», μοῦ εἶ­πε, «καὶ μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες, τὶς Γι­ορ­τές, θέ­λω νὰ κά­νω ἕ­να ὀ­κτα­σέ­λι­δο. Ἐ­σὺ ἔχεις γυρίσει ὅ­λο τὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος κι ὁ δε­σμός σου μὲ τοὺς Δα­νιηλαί­ους ὑ­πῆρ­ξε μα­κρό­χρο­νος.» «Σω­στά», ἀ­πάν­τη­σα, «για­τί ἀ­γα­πῶ τὴ θρη­σκευ­τι­κή μας πα­ρά­δο­ση, ἀλ­λὰ πι­στὸς σὰν ἐ­σέ­να δὲν ἤ­μουν πο­τέ». «Θὰ βρεῖς ἐ­σύ», ἐ­πέ­με­νε, «τὸν τρό­πο».

        Ἔ­τσι ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι τῆς μνή­μης ἀ­να­δύ­θη­κε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὴ Σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων. Αὐ­τὴ ἡ «εἰ­κό­να» τῶν δύ­ο γε­ρόν­των, κι ὄ­χι μιὰ μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α, ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λοῦ­με «μπον­ζά­ϊ», ὡς μιὰ ἀ­κό­μα ἐ­πιρ­ρο­ή, ὄ­χι ὅ­πως εἴ­θι­σται ἀ­πὸ τὴν Εὐ­ρώ­πη ἢ τὴν Ἀ­με­ρι­κή, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­κρι­νὴ Ἰ­α­πω­νί­α. Κοι­τά­ζον­τας προ­σε­κτι­κὰ τὴν «εἰ­κό­να», συ­νει­δη­το­ποί­η­σα τώ­ρα στὰ γε­ρά­μα­τα, ὅ­τι ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἡ­γού­με­νου δὲν ὀ­φεί­λον­ταν σὲ τύ­ψεις —τί ἔ­φται­γε αὐ­τὸς γιὰ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ γέ­ρον­τά τους;— ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ «εὐ­λό­γη­σον» ἦ­ταν ἡ δύ­να­μη τῆς ἀ­γά­πης τοῦ γέ­ρον­τα Μό­δε­στου, σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ μί­αν ἄ­κρα τα­πεί­νω­ση. Καὶ σκέ­φτη­κα: μή­πως αὐ­τὸ εἶ­χε δι­αι­σθαν­θεῖ ὁ γέ­ρων Γε­ρόν­τιος καὶ λί­γο πρὶν πε­θά­νει ἔ­κα­νε τὴν ἐ­πι­λο­γή του; Φί­λη­σα τὴν εἰ­κό­να καί, πρὶν τὴν ἐ­να­πο­θέ­σω ξα­νὰ στὸ εἰ­κο­νο­στά­σι τῆς μνή­μης, τὴν ἁ­γι­ο­γρά­φη­σα μὲ τὸν μό­νο τρό­πο ποὺ ἐ­γὼ ἔ­χω μά­θει.



Πηγή: Ἱστορίες «Μπον­ζάϊ», Γιορ­τὲς τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, ἐκδ. Ὀκτα­σέ­λι­δο τοῦ Μπι­λιέ­του, 102/2020.

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1933). Ποίη­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ἀν­θο­λο­γί­α. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς καρ­δι­ο­λό­γος ἕ­ως τὸ 1994. Δι­α­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πὸ τὸ 1975 μέ­χρι τὸ 1981. Συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πε­ρι­στά­σεις (Ποι­ή­μα­τα, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση δι­η­γη­μά­των του: Δι­η­γή­μα­τα. 1977-2002. Ἐ­πι­λο­γὴ-εἰ­σα­γω­γή: Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2005).


Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Θεός



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Θεός

(ἢ τὸ ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὸ καὶ θεο-λο­γι­κὸ Ἀ­πόλυ­το)


ΝΑΣ ΒΡΑΧΜΑΝΟΣ ἀρ­χι­ε­ρέ­ας κα­λεῖ τοὺς ἀν­τιρ­ρη­σί­ες νὰ πά­ρουν τὸ λό­γο. «Ὁ θε­ός σας εἶ­ναι φε­νά­κη», πα­ρα­τη­ρεῖ δί­και­α κά­ποι­ος. «Ἡ θρη­σκεί­α σας εἶ­ναι ψέ­μα καὶ χί­μαι­ρα κι ἐ­σεῖς, οἱ ἱ­ε­ρεῖς, τὸ στή­ριγ­μα τῆς κα­ται­σχύ­νης. Θε­ός, θρη­σκεί­α καὶ ἱ­ε­ρεῖς πρέ­πει νὰ κα­τα­πο­λε­μη­θοῦν καὶ νὰ ἐκ­μη­δε­νι­στοῦν. Τί ἔ­χεις νὰ μοῦ πεῖς, ἐ­σύ, ἀρ­χι­ε­ρέ­α;». «Κι ἐ­σὺ δι­κός μας εἶ­σαι», τοῦ ἁ­παν­τᾶ γα­λή­νια ὁ βραχ­μά­νος.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 336.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Πραγματικὸ καὶ Φανταστικό



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Πραγματικὸ καὶ Φανταστικό

(οἱ μυθο-λο­γι­κὲς πα­γί­δες)


ΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ κέν­ταυ­ροι ἀ­πο­θαυ­μά­ζει τὸ παι­δί του ποὺ χο­ρο­πη­δά­ει ἀ­πὸ δῶ κι ἀ­πὸ ‘­κεῖ σὲ μιὰ πα­ρα­λί­α τῆς Με­σο­γεί­ου. Ὁ πα­τέ­ρας γυρ­νά­ει πρὸς τὴ μά­να καὶ τὴ ρω­τά­ει: «Πρέ­πει ἄ­ρα­γε νὰ τοῦ ποῦ­με πὼς δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ ἕ­νας μύ­θος;»



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 337.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (Kostas Axelos): Η Γλώσσα



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (Kostas Axelos)


Ἡ Γλώσσα

(ὀν­το-λο­γί­α: ὁ λό­γος τοῦ ὄν­τος)


ΠΤΑ ΚΑΤΟΙΚΟΙ τῆς Ἀ­τλαν­τί­δας ξε­κι­νοῦν γιὰ ἕ­να πε­ρί­πα­το. Ἕ­νας ποι­η­τής. Ἕ­νας ζω­γρά­φος. Ἕ­νας λη­στής. Ἕ­νας το­κο­γλύ­φος. Ἕ­νας ἐ­ρω­τευ­μέ­νος. Ἕ­νας στο­χα­στής. Φτά­νουν στὴν εἴ­σο­δο μιᾶς σπη­λιᾶς. «Τί μέ­ρος κα­τάλ­λη­λο γιὰ ἔμ­πνευ­ση!» ἀ­να­φω­νεῖ ὁ ποι­η­τής. «Τί ὑ­πέ­ρο­χο ζω­γρα­φι­κὸ θέ­μα!» λέ­ει ὁ ζω­γρά­φος. «Τί τό­πος πρό­σφο­ρος γιὰ προ­σευ­χή!» ψαλ­μω­δεῖ ὁ ἱ­ε­ρέ­ας. «Τί ὀ­νει­ρε­μέ­νη το­πο­θε­σί­α γιὰ ἐ­νέ­δρα!» ὁ­μο­λο­γεῖ ὁ λη­στής. «Μιὰ ἀ­νυ­πέρ­βλη­τη κρυ­ψώ­να!» μουρ­μου­ρί­ζει ὁ το­κο­γλύ­φος. «Τί κα­τα­φύ­γιο γιὰ τὸν ἔ­ρω­τά μου!» ὀ­νει­ρο­πο­λεῖ φω­να­χτὰ ὁ ἐ­ρω­τευ­μέ­νος. «Εἶ­ναι μιὰ σπη­λιά!» συμ­πλη­ρώ­νει ὁ στο­χα­στής.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 336.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (Kostas Axelos) (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Και­νούρ­γι­ες ἀ­νη­συ­χί­ες

(Нови безпокойства)


Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ τοῦ τη­λε­φώ­νου, πραγ­μα­τι­κὰ πρό­σφε­ρε πολ­λὰ στὸν κό­σμο. Καὶ κυ­ρί­ως, μιὰ ἀ­πὸ τὶς βα­σι­κές του ἀ­νη­συ­χί­ες: για­τί δὲν μοῦ τη­λε­φω­νεῖ κα­νείς;

      Πρίν, αὐ­τὸ τὸ ἐ­ρώ­τη­μα δὲν ἐ­τί­θε­το.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 29.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης Πα­τί­λης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Μέ­χρι τὴν πόρ­τα



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Μέ­χρι τὴν πόρ­τα

(До вратата)


Ε ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ κα­τα­λα­βαί­νεις, ὅ­τι τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις εἶ­ναι νὰ πα­ρη­γο­ρη­θεῖς. Πρὶν νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ ἡ για­γιά μου, —ἔ­λι­ω­νε πιά— ἔ­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι μου καὶ φώ­να­ζε, φο­βε­ρὸ πράμα, ἀ­κό­μα θέ­λω τὴ ζω­ή, αὔ­ριο θ’ ἀρ­μέ­ξω λί­γο γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τσί­κα νὰ πι­ῶ. Ἡ κα­τσί­κα εἶ­χε πε­θά­νει πρὶν 20 χρό­νια, ἐ­νῶ ἡ για­γιά μου δὲν εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἐ­δῶ καὶ ἕ­ξι μῆ­νες…

       Μι­κρός, ὅ­ταν μ’ ἔ­πι­α­νε φό­βος νὰ κοι­μη­θῶ στὸ σκο­τά­δι, ἅ­πλω­να τὸ χέ­ρι ἀπ’ τὸ κρε­βά­τι μου, ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὸ δι­κό της, ἤ­τα­νε στε­νὸ τὸ δω­μά­τιο, καὶ αὐ­τὴ ἡ γέ­φυ­ρα ἔ­δι­ω­χνε τὸν φό­βο μου. Σάμ­πως καὶ συμ­πο­ρευ­ό­μα­σταν ἕ­ως ἕ­να ση­μεῖ­ο, πι­α­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸ χέ­ρι, μέ­χρι νὰ δι­α­βοῦ­με τὸ τρο­μα­κτι­κό. Ἔ­πει­τα, μὲ ἄ­φη­νε στὸν ὕ­πνο.

       Τώ­ρα μό­νο μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς ἀν­τα­πο­δώ­σω τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Στὸν ὕ­πνο καὶ στὸν θά­να­το ὁ κα­θέ­νας μπαί­νει μό­νος, ὅ­μως, μέ­χρι τὴν πόρ­τα, εἶ­ναι κα­λὸ νὰ ‘σαι μὲ κά­ποι­ον.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 40.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Τὸ φι­νά­λε τοῦ Ἀ­σχη­μό­πα­που (ἀ­κα­τάλ­λη­λο γιὰ παι­διά)

Краят на Грозното пате (не е за деца)


…ΚΑΙ ΠΗΓΕ στὸ τέ­λος τὸ ἀ­σχη­μό­πα­πο στοὺς ὑ­πό­λοι­πους κύ­κνους, με­τὰ ἀ­πὸ ὅ­λες τὶς ἀν­τι­ξο­ό­τη­τες καὶ τὶς προ­σβο­λὲς ποὺ ὑ­πέ­στη ἀ­πὸ πά­πι­ες, ἀ­πὸ γα­λο­ποῦ­λες, ἀ­πὸ σκύ­λους, ἀ­π’ τὸ κρύ­ο… Ἐ­πι­τέ­λους, τέ­λος τὰ τρα­βήγ­μα­τα, ὅ­μως… οἱ κύ­κνοι φέρ­θη­καν ψυ­χρὰ καὶ ὑ­πε­ρο­πτι­κά. Ποῦ ἤ­σουν ὁ­λό­κλη­ρο χρό­νο; Δὲν ἤ­σουν μα­ζί μας ἀ­νὰ τὸν κό­σμο. Ξέ­μει­νες σὲ αὐ­τὸ τὸ ξε­χα­σμέ­νο χω­ριὸ μὲ τὶς ἀ­παί­σι­ες πά­πι­ες καὶ τὶς κό­τες. Ἀ­πὸ ποῦ μᾶς ἔρ­χε­σαι; Ἀ­πὸ τὴν αὐ­λὴ τοῦ χω­ριοῦ, χα­χα­χά. Δὲν μοι­ρα­ζό­μα­στε κοι­νὸ πα­ρελ­θόν, δὲν ἔ­χου­με γιὰ τί πράγ­μα νὰ μι­λή­σου­με. Στὸ χω­ριὸ μπο­ρεῖς νὰ εἶ­σαι πρῶ­τος ἀ­νά­με­σα στὶς πά­πι­ες, ὁ ἀ­σχη­μό­τε­ρος ἢ ὁ πιὸ ὄ­μορ­φος, τὸ ἴ­διο κά­νει. Σὲ ἐ­μᾶς, θὰ στρι­μώ­ξεις τὰ φτε­ρά σου ἐ­κεῖ πί­σω, στὸ τέ­λος, γκέγ­κε;! Δὲν θὰ σὲ ξε­που­που­λι­ά­σου­με, δὲν θὰ σὲ σκο­τώ­σου­με, μά­λι­στα θὰ σοῦ ἐ­πι­τρέ­ψου­με νὰ μεί­νεις. Ὅ­μως, πάν­το­τε θὰ εἶ­σαι τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο. Ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ στὸ ἑ­ξῆς, θὰ εἶ­σαι ξέ­νος ἀ­νά­με­σά μας… θὰ ἔ­λε­γε ὁ δι­κός τους Τόκ­βιλ, στὸ ἔρ­γο του Γιὰ τὴ δη­μο­κρα­τί­α στὸ κο­πά­δι. (Εἶ­μαι σί­γου­ρος, ὅ­τι οἱ κύ­κνοι, ὅ­πως καὶ ὅ­λα τὰ πτη­νά, ἀμ­φί­βια καὶ θη­λα­στι­κὰ ὄν­τα, ἔ­χουν ἀ­νε­πτυγ­μέ­νες δι­κές τους φι­λο­σο­φι­κὲς σχο­λές.)

       Ἔ­τσι, τὸ Ἀ­σχη­μό­πα­πο δὲν βρῆ­κε ἀ­νά­παυ­ση οὔ­τε ἀ­νά­με­σα στοὺς ξέ­νους, οὔ­τε καὶ ἀ­νά­με­σα στοὺς δι­κούς του.


Δι­δάγ­μα­τα:

       «Δὲν εἶ­ναι δυ­στύ­χη­μα νὰ γεν­νη­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ πά­πι­ες, ἀρ­κεῖ νὰ βγεῖς ἀ­πὸ αὐ­γὸ κύ­κνου», ὁ­ρί­ζει ρο­μαν­τι­κὰ ὁ Ἀν­τερ­σεν.

       Ἀ­πὸ ὅ,τι αὐ­γὸ θέ­λεις ξε­πε­τά­ξου, φτά­νει μό­νο νὰ βρε­θεῖς ἀ­νά­με­σα σὲ ὁ­μοί­ους σου, ἀ­πο­κρί­νε­ται τὸ πο­λύ­πα­θο Ἀ­σχη­μό­πα­πο.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 11-12.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Ἀντώνης Γιαννακός: Ἀριθμητήριο


Ἀν­τώ­νη Γι­α­ν­να­κός


Ἀ­ριθ­μη­τή­ριο


 ΒΑΓΓΕΛΙΤΣΑ ἤ­τα­νε λί­γο πά­νω ἀ­πὸ τρι­ῶν χρο­νῶν. Εἶ­χε πε­ρά­σει τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες μέ­ρες ἐ­κεί­νης τῆς ἄ­νοι­ξης σκαρ­φα­λω­μέ­νη πά­νω στὸ ντι­βά­νι νὰ βλέ­πει ἀ­πὸ τὸ με­γά­λο πα­ρά­θυ­ρο τοῦ δώ­μα­τος τὰ αὐ­το­κί­νη­τα νὰ περ­νοῦν κά­τω στὸ δρό­μο. Ἔ­φευ­γαν οἱ γο­νεῖς της νὰ δου­λέ­ψουν βάρ­δια στὸ ἐρ­γο­στά­σιο καὶ οἱ βάρ­δι­ες ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ ἦ­ταν πε­ρί­ερ­γες, τύ­χαι­νε νὰ λεί­πουν καὶ οἱ δύ­ο μα­ζὶ ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Ἄλ­λες φο­ρὲς τοὺς κρά­τα­γαν γιὰ δι­πλή, πρω­ὶ – βρά­δυ.

        Ὅ­ταν ἡ γερ­μα­νί­δα ἀ­πὸ τὸν κά­τω ὄ­ρο­φο γύ­ρι­ζε νω­ρίς, εἶ­χε κλει­δὶ καὶ ἀ­νέ­βαι­νε πά­νω στὸ δῶ­μα ποὺ ἔ­με­ναν. Τὴν ἔ­παιρ­νε στὸ σπί­τι της μέ­χρι νὰ ἔρ­θει ἡ ὥ­ρα νὰ γυ­ρί­σουν. Ὅ­μως κά­θε ξη­μέ­ρω­μα ἐ­κεί­νης τῆς Ἄ­νοι­ξης ἡ Βαγ­γε­λί­τσα ἔ­πι­νε τὸ γά­λα της καὶ κα­θό­ταν στὸ πα­ρά­θυ­ρο νὰ βλέ­πει τὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Τῆς εἶ­χε δώ­σει ὁ πα­τέ­ρας της ἕ­να κομ­μά­τι χαρ­τὶ μὲ γραμ­μὲς καὶ ἕ­να μο­λύ­βι καὶ τῆς ἔ­λε­γε κά­θε φορ­τη­γὸ ἢ λε­ω­φο­ρεῖ­ο ποὺ περ­νά­ει νὰ βά­ζει μιὰ γραμ­μὴ στὸ χαρ­τί. Ὅ­ταν με­τὰ τὸ τέ­λος τῆς βάρ­διας ἔ­φτα­νε σπί­τι, μέ­χρι νὰ ἑ­τοι­μά­σει τὸ φα­γη­τὸ ἡ μά­να της, κα­θό­τα­νε στὸ ντι­βά­νι καὶ με­τρού­σα­νε πό­σα φορ­τη­γὰ καὶ λε­ω­φο­ρεῖ­α εἴ­χα­νε πε­ρά­σει.

        Πάν­τα το με­ση­μέ­ρι ὅ­ταν γυρ­νοῦ­σε εἶ­χε κά­τι στὰ χέ­ρια του γιὰ τὴν μο­νά­κρι­βή του κό­ρη. Μιὰ κα­ρα­μέ­λα, μιὰ σο­κο­λά­τα, μπι­σκό­τα, κά­τι σὰν ἀν­τα­μοι­βή, σὰν ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση καὶ ἐ­ξι­λέ­ω­ση γιὰ τὶς ὧ­ρες ποὺ ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ τὴν ἀ­φή­νουν μό­νη της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἐ­κεί­νη πε­ρή­φα­νη ἔ­πε­φτε στὴν ἀγ­κα­λιά του, κρε­μό­ταν ἀ­πὸ τὸν λαι­μό του καὶ τοῦ ἔ­δει­χνε τὸ χαρ­τὶ μὲ τὶς γραμ­μὲς ποὺ εἶ­χε τρα­βή­ξει μὲ τὰ φορ­τη­γὰ ποὺ πέ­ρα­σαν. Ἐ­κεῖ­νος τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να με­γά­λο φι­λὶ καὶ τὴν λι­χου­διά της.

        Εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι τὸ κα­λο­καί­ρι μὲ τὴν ἄ­δεια ποὺ θὰ ἔ­παιρ­νε ἡ μά­να της, θὰ τὴν κα­τέ­βα­ζε στὸ χω­ριὸ στὶς γι­α­γιά­δες. Ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν ἡ δου­λειὰ στὸ ἐρ­γο­στά­σιο δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ μεί­νει πιὰ μα­ζί τους στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κα­νε και­ρὸ νὰ τὴν δεῖ. Μό­νο ἐ­κεί­νη θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἔρ­θει στὸ Ντί­σελ­ντορφ κά­ποι­α στιγ­μὴ μὲ τοὺς παπ­ποῦ­δες. Ἐ­κεῖ­νος ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ μπεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα μὲ στε­ρη­μέ­νο τὸ δι­α­βα­τή­ριο ἀ­πὸ τὴν χούν­τα.

        Κα­θὼς ἔ­βλε­πε τὸ χαρ­τὶ μὲ τὶς γραμ­μὲς γιὰ τὰ φορ­τη­γά, κά­ποι­α στιγ­μή, ὅ­ταν θὰ γί­νει κο­πέ­λα, θὰ ἤ­θε­λε νὰ τῆς πεῖ τὴν δι­κή του ἱ­στο­ρί­α, πὼς ἔ­μα­θε ἐ­κεῖ­νος νὰ με­τρά­ει. Τό­τε ποὺ λί­γο πιὸ με­γά­λος ἀ­πὸ ὅ­τι ἐ­κεί­νη τώ­ρα, πή­γαι­νε στὸ πλά­τω­μα ψη­λὰ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ χω­ριό. Ἔ­κα­νε πὼς ἔ­παι­ζε βό­λους ἀλ­λὰ τὸν εἴ­χα­νε βά­λει τὰ με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­δέρ­φια του καὶ πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε τὴν δη­μο­σιά. Κά­θε φορ­τη­γὸ ποὺ πέρ­να­γε ἔ­βα­ζε μιὰ με­γά­λη πέ­τρα στὴ σει­ρά. Ἂν ἦ­ταν κούρ­σα ἔ­βα­ζε μιὰ μι­κρή. Καὶ ἀ­νά­λο­γα τὴν κα­τεύ­θυν­ση ἤ­τα­νε οἱ πέ­τρες σὲ ἄλ­λη σει­ρά. Πά­νω ἦ­ταν ὁ δρό­μος γιὰ τὰ Σέρ­βια, κά­τω ὁ δρό­μος γιὰ τὴν Ἐ­λασ­σό­να. Σὰν ἔ­πε­φτε τὸ φῶς κα­τέ­βαι­ναν δυ­ὸ ἀν­τάρ­τες ἀ­πὸ τὸ λη­μέ­ρι με­τροῦ­σαν τὶς πέ­τρες καὶ βλέ­πα­νε πό­σα φορ­τη­γά τοῦ στρα­τοῦ πε­ρά­σα­νε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀντώ­νης Γιαν­νακός. Ἔχει ἐκδώσει Σκαλίζοντας ἀνα­μνή­σεις (διηγήματα, Γαβριηλίδης, 2014) καὶ δύο ποιητικές συλλογές. Τελευταῖο του βιβλίο εἶναι Τέσσερις βολικοί θάνα­τοι (μυ­θιστόρημα, Κέδρος, 2016).


Κωνσταντία Σωτηρίου: « Ἔρχονται οἱ Τοῦρκοι καὶ μᾶς παίρνουν τὶς γάτες μας!»


Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου


«Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!»


ΕΙΔΗΣΗ εἶ­χε πε­ρά­σει τό­τε στὰ ψι­λὰ τῶν ἐ­φη­με­ρί­δων, ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν εἶ­χε με­γά­λη ση­μα­σί­α γιὰ τὴν βα­ρύ­τη­τά της. Δύ­ο Κυ­πρια­κὰ εἴ­δη γα­τι­ῶν, ἔ­λε­γε, κα­θα­ρό­αι­μα καὶ αὐ­τό­χθο­να, τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν μά­λι­στα ὀ­νό­μα­τα ποὺ συν­δύ­α­ζαν τὸν ἀρ­χαῖ­ο Ἑλ­λη­νι­κὸ πο­λι­τι­σμὸ καὶ τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α, κιν­δύ­νευ­αν μὲ ἀ­φα­νι­σμὸ ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Ἡ ρά­τσα «Ἀ­φρο­δί­τη» καὶ ἡ ρά­τσα «Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη», ρά­τσες γα­τι­ῶν ἑλ­λη­νι­κῶν τῆς Κύ­πρου μας, μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, κιν­δύ­νευ­αν ἀ­πὸ Τούρ­κους ποὺ τὶς ἔ­κλε­βαν καὶ τὶς με­τέ­φε­ραν στὰ κα­τε­χό­με­να, ὅ­που τὶς δι­α­σταύ­ρω­ναν μὲ τουρ­κι­κές, μω­α­με­θα­νὲς γά­τες. Στό­χος ἔ­λε­γε τὸ δη­μο­σί­ευ­μα ἦ­ταν νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν μιὰ τρί­τη, και­νούρ­για ρά­τσα, ποὺ θὰ τὴν κα­το­χύ­ρω­ναν ὡς κυ­πρια­κὴ γιὰ νὰ τὴν ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σουν ἀρ­γό­τε­ρα ἐμ­πο­ρι­κά. Τὸ θέ­μα ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὴ Βου­λὴ ὅ­που ἕ­νας Οἰ­κο­λό­γος Βου­λευ­τὴς φαί­νε­ται νὰ ἔ­φε­ρε τὸ θέ­μα στὴν Ὁ­λο­μέ­λεια φω­νά­ζον­τας ἐμ­φαν­τι­κά: «Ἔρ­χον­ται οἱ Τοῦρ­κοι καὶ μᾶς κλέ­βουν τὶς γά­τες μας!». Ὅ­ταν φυ­σι­κὰ ἐμ­πλά­κη­καν οἱ μυ­στι­κές μας ὑ­πη­ρε­σί­ες, δι­α­φά­νη­κε πὼς τέ­τοι­ο θέ­μα δὲν ὑ­πῆρ­χε. Μιὰ ὁ­μά­δα γυ­ναι­κῶν ἀ­πὸ τὴ Ρω­σί­α, ἦρ­θε λέ­ει σὲ μιὰ ἐκ­δή­λω­ση γιὰ κα­θα­ρό­αι­μες γά­τες στὴ Λε­με­σὸ καὶ ὑ­πο­στή­ρι­ξε μὲ πά­θος πὼς ἔ­πρε­πε νὰ κα­τα­χω­ρη­θοῦν οἱ δύ­ο ἀρ­χαῖ­ες γά­τες ἀ­πὸ τὸ κρά­τος νο­μι­κά, γιὰ νὰ προ­στα­τευ­τεῖ ἡ ὀ­νο­μα­σί­α προ­έ­λευ­σης. Στό­χος τους ἦ­ταν νὰ ἐκ­με­ταλ­λευ­τοῦν οἱ ἴ­δι­ες τὶς γά­τες ἐμ­πο­ρι­κά. Σκά­ρω­σαν τό­τε τὴν ἱ­στο­ρί­α μὲ τοὺς Τούρ­κους ποὺ ἀ­πή­γα­γαν τὶς γά­τες καὶ τὶς ἀλ­λοί­ω­ναν. Καὶ ἔ­βα­λαν στὴν ἱ­στο­ρί­α τὴν Ἀ­φρο­δί­τη καὶ τὴν Ἁ­γί­α Ἑ­λέ­νη καὶ τὴν ἑλ­λη­νι­κό­τη­τά μας ποὺ κιν­δυ­νεύ­ει κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ τοὺς Τούρ­κους. Συν­τα­γὴ δο­κι­μα­σμέ­νη νὰ τα­ρά­ξει τὰ νε­ρά. Ἄ­σχε­τα ἂν στὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, δύ­ο ἴ­δι­ες γά­τες μὲ κον­τὸ τρί­χω­μα καὶ με­γά­λη μου­σού­δα, σερ­γι­α­νί­ζουν κά­θε μέ­ρα ἀ­πὸ ἐ­δῶ καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ ἀ­ψη­φών­τας τὸ ὁ­δό­φραγ­μα. «Gel kucuk kedim», ἔ­λα ἐ­δῶ μι­κρό μου γα­τί, ψι­θυ­ρί­ζει τὶς νύ­χτες ὁ Τοῦρ­κος σκο­πὸς κα­θὼς φω­νά­ζει γιὰ φαῒ τὴν «Βε­νούς»* καὶ τὴν «Οὒμ Χα­ράμ»*.


Σ.τ.Συγγραφέως: Βέ­νους λέ­νε οἱ Τουρ­κο­κύ­πριοι τὴν Ἀ­φρο­δί­τη. Οὒμ Χα­ρὰμ εἶ­ναι συγ­γε­νὴς τοῦ προ­φή­τη Μω­ά­μεθ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πάρ­χει ση­μαν­τι­κὸ τέ­με­νος στὴ Λάρ­να­κα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τί­α Σω­τη­ρί­ου γεν­νή­θη­κε στὴν  Λευ­κω­σί­α. Ἡ νου­βέ­λα της Ἡ Ἀ­ϊ­σὲ πά­ει δι­α­κο­πὲς βρα­βεύ­τη­κε μὲ τὸ «Athens Prize for Literature» καὶ ἦ­ταν στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ δεύ­τε­ρή της νου­βέ­λα μὲ τί­τλο Φω­νὲς ἀ­πὸ χῶ­μα ἦ­ταν ἐ­πί­σης στὴ βρα­χεί­α λί­στα τῶν κρα­τι­κῶν βρα­βεί­ων Ἑλ­λά­δας καὶ Κύ­πρου. Ἡ τρί­τη νου­βέ­λα της Πι­κρί­α χώ­ρα κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸν Νο­έμ­βριο τοῦ 2019. Οἱ τρεῖς νου­βέ­λες ἀ­πο­τε­λοῦν μιὰ τρι­λο­γί­α γιὰ τὸ πῶς οἱ γυ­ναῖ­κες τῆς Κύ­πρου δι­η­γοῦν­ται τὸν πό­λε­μο. Ἔ­χει γρά­ψει θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἀ­νε­ξάρ­τη­τες σκη­νὲς ἀλ­λὰ καὶ γιὰ τὸν Θε­α­τρι­κὸ Ὀρ­γα­νι­σμὸ Κύ­πρου. Τὸ δι­ή­γη­μα της «Ἔ­θι­μα Θα­νά­του» κέρ­δι­σε τὸν παγ­κό­σμιο δι­α­γω­νι­σμὸ δι­η­γή­μα­τος τῆς Κοι­νο­πο­λι­τεί­ας γιὰ τὸ 2019.