Κώ­στας Ποῦ­λος: Τὸ νόημα



Κώ­στας Ποῦ­λος


Τὸ νό­η­μα


Ο ΣΗΜΕΙΩΜΑ εἶ­χε μό­νο τρεῖς λέ­ξεις. Τρεῖς ἁ­πλὲς λέ­ξεις γραμ­μέ­νες μὲ κε­φα­λαῖ­α γράμ­μα­τα: «ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». Αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ μό­νο γράμ­μα ποὺ ἔ­λα­βε ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα του. Πρῶ­το καὶ τε­λευ­ταῖ­ο. Γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια, δὲν τὸ ἔ­γρα­ψε εἰ­δι­κὰ γιὰ κεῖ­νον. Τὸ ἔ­γρα­ψε γε­νι­κά. Πα­ρα­λή­πτης ἡ ὑ­φή­λιος. Αὐ­τὸς ὅ­μως τὸ πῆ­ρε προ­σω­πι­κά. Ὁ ἴ­διος ὁ πα­τέ­ρας του… δὲν ἦ­ταν μι­κρὸ πράγ­μα. Εἶ­χε κλεί­σει τὰ δε­κα­ο­χτὼ ὅ­ταν τοῦ τὸ εἶ­πε. Ἡ μά­να. Και­ρὸ κρα­τοῦ­σε μέ­σα της αὐ­τὴ τὴν πέ­τρα. Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα. Στὴν ἀρ­χὴ ὁ πα­τέ­ρας ἤ­τα­νε, λέ­ει, στὰ κα­ρά­βια. Πό­σα χρό­νια νὰ εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­θρω­πος στὰ κα­ρά­βια; «Βα­σι­λι­κή, πές το τοῦ παι­διοῦ». Ἡ ἀ­δερ­φή της. «Τί πε­ρι­μέ­νεις; Νὰ τὸ ἀ­κού­σει ἀ­πὸ τοὺς ἄλ­λους;» Καὶ τὸ παι­δὶ με­γά­λω­νε μὲ τὸ παι­χνί­δι, μέ­σα σὲ πλα­για­στὰ βλέμ­μα­τα καὶ ψι­θύ­ρους. «Ἴ­διος ὁ μα­κα­ρί­της.» Κι ὕ­στε­ρα, μὲ νό­η­μα: «Ἀρ­κεῖ νὰ μὴν τοῦ μοιά­σει καὶ στ’ ἄλ­λα…».

       Μιὰ μέ­ρα τὸ ἀ­πο­φά­σι­σε. «Τὸ καί τό, παι­δί μου.» Ἡ Βα­σι­λι­κή. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ ση­μεί­ω­μα. Τοῦ ἔ­δει­ξε καὶ τὸ κλα­δὶ ποὺ ἔ­δε­σε τὴ θη­λιά. «Τὸ κλα­δὶ τοῦ πα­τέ­ρα.» Ἐ­κεῖ­νος δὲν εἶ­πε τί­πο­τα. Μό­νο πῆ­ρε τὸ ση­μεί­ω­μα καὶ τὸ ἔ­βα­λε στὴν τσέ­πη. Ἔ­τσι, νὰ ἔ­χει κι αὐ­τὸς κά­τι ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα. Ἀρ­γό­τε­ρα τὸ ση­μεί­ω­μα τσα­λα­κώ­θη­κε, τὸ ἔ­βα­λε στὸ πορ­το­φό­λι. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ τὸ ἄ­νοι­γε, τὸ ἔ­βλε­πε καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἔ­κα­νε μιὰ ἐ­πα­νά­λη­ψη. Σὰν κά­ποι­ος νὰ τοῦ εἶ­χε βά­λει μιὰ ἐρ­γα­σί­α γιὰ τὸ σπί­τι καὶ ἔ­πρε­πε ἀ­νυ­περ­θέ­τως νὰ τὸ μά­θει ἀ­πέ­ξω. «ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». Ἀρ­γό­τε­ρα, ἄ­νοι­ξε κλεῖ­σε τὸ πορ­το­φό­λι, τὸ ση­μεί­ω­μα ἄρ­χι­σε νὰ ξε­θω­ριά­ζει. Ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ φύ­γει. Τα­ξί­δε­ψε. Με­τὰ ἄ­ρα­ξε στὰ νη­σιά. Βρῆ­κε δου­λει­ές, γνώ­ρι­σε ἀν­θρώ­πους, μί­ση­σε, χά­ρη­κε, λυ­πή­θη­κε. Ὁ κό­σμος γύ­ρι­ζε μὲ με­γά­λες τα­χύ­τη­τες. Στὸ κέν­τρο αὐ­τός. Ὅ­λα ἔ­τρε­χαν γύ­ρω του, ὅ­λα ἄλ­λα­ζαν. Ἀ­κό­μα καὶ μέ­σα στὸ πορ­το­φό­λι του – κάρ­τες ἔμ­παι­ναν καὶ ἔ­βγαι­ναν, εἰ­σι­τή­ρια, λε­φτά. Πέ­ρα­σαν πολ­λὰ λε­φτὰ ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸ πορ­το­φό­λι. Ὅ­λα ἦ­ταν ὄ­μορ­φα καί, κυ­ρί­ως, ὅ­λα εἶ­χαν τὸ νό­η­μά τους καὶ σὲ φώ­να­ζαν νὰ τὸ ἀγ­γί­ξεις, νὰ τὸ βρεῖς. Ξα­μο­λοῦ­σε τὶς πέν­τε αἰ­σθή­σεις γιὰ θε­λή­μα­τα, μὲ μί­α μό­νη καὶ στα­θε­ρὴ πα­ραγ­γε­λί­α: τὰ θέ­λω ὅ­λα καὶ τὰ θέ­λω τώ­ρα. Ἦ­ταν τό­σο ὡ­ραῖ­ο νὰ εἶ­σαι τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου!

       Ἔ­πει­τα ἐ­ρω­τεύ­τη­κε, καὶ τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου ξαφ­νι­κὰ ἄλ­λα­ξε.Ἔ­γι­νε αὐ­τή. Τὸ ση­μεί­ω­μα στὸ πορ­το­φό­λι ἦ­ταν πάν­τα ἐ­κεῖ. Μό­νο ποὺ συ­νέ­χι­σε νὰ ξε­θω­ριά­ζει. Πρῶ­τα χά­θη­κε ἡ πρώ­τη λέ­ξη, ἀν­τι­στρέ­φον­τας τὴ ση­μα­σί­α. «… ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ». «Ἄ, ρὲ πα­τέ­ρα, δὲν εἶ­χες δί­κιο. Κα­θό­λου δί­κιο δὲν εἶ­χες» σκε­φτό­ταν, κι ἔ­σφιγ­γε ἀ­κό­μα πιὸ δυ­να­τὰ στὴν ἀγ­κα­λιά του τὸ κέν­τρο τοῦ κό­σμου.

       Ὅ­μως αὐ­τὰ ἦ­ταν πα­λιά. Ἡ σκέ­ψη τους ἄ­φη­νε μό­νο μιὰ πι­κρὴ γεύ­ση στὸν οὐ­ρα­νί­σκο. Ἡ ὑ­φή­λιος γύ­ρι­σε πολ­λὲς φο­ρὲς γύ­ρω ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της. Οἱ φυ­γό­κεν­τρες δυ­νά­μεις τὸν ἔ­σπρω­ξαν, τὸν πέ­τα­ξαν τό­σο μα­κριά, ποὺ ἀ­να­ρω­τι­έ­ται ποιός τοῦ ἔ­στη­σε αὐ­τὸ τὸ παι­χνί­δι. Ποι­ός τοῦ σκά­ρω­σε αὐ­τὸ τὸ κα­κό­γου­στο ἀ­στεῖ­ο – ἂν ἦ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ ἑ­αυ­τός του ἢ κά­ποι­ος ἄλ­λος. Εἶ­δε τὸν κό­σμο ὅ­πως πραγ­μα­τι­κὰ ἦ­ταν. Ἄ­θλιος, μί­ζε­ρος καὶ κα­κός. Εἶ­χε ὅ­μως ἀ­κό­μη τὴ δύ­να­μη, κυ­ρί­ως εἶ­χε τὴ θέ­λη­ση νὰ τὸν ἀλ­λά­ξει. Σι­γὰ-σι­γά, λί­γο-λί­γο. Πέ­ρα­σαν χρό­νια ἔ­τσι, μέ­σα σὲ αὐ­τὸ τὸ σι­γὰ-σι­γά, τὸ λί­γο-λί­γο. Αὐ­τὰ τὰ δυ­ό, τὸ σι­γὰ καὶ τὸ λί­γο, τοῦ ρο­κά­νι­σαν ἀρ­γὰ δύ­να­μη καὶ θέ­λη­ση. Τὴ θέ­λη­ση, κυ­ρί­ως αὐ­τή. Χτυ­ποῦ­σαν τὰ τη­λέ­φω­να. Δὲν τὰ σή­κω­νε. Τώ­ρα ἔ­με­νε σὲ τού­τη τὴν κα­λύ­βα στὸν λό­φο καὶ κοί­τα­ζε ἀ­πὸ τὸ νο­τι­σμέ­νο τζά­μι τὸν και­ρό, κα­θι­σμέ­νος στὸ μο­νὸ κρε­βά­τι, τὸ ἴ­διο ὅ­που ἡ Βα­σι­λι­κὴ μιὰ μέ­ρα κοι­μή­θη­κε δί­χως νὰ ξυ­πνή­σει. Τὸν εἰ­δο­ποί­η­σαν. «Ἔ­λα, ἡ μά­να σου» τοῦ εἶ­παν. Δὲν τὴν πρό­λα­βε. Ἔ­φυ­γε ἔ­τσι αὐ­τή, χω­ρὶς ση­μει­ώ­μα­τα.

       Ση­κώ­θη­κε καὶ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ και­ρὸς φαι­νό­ταν πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­γρι­ε­μέ­νος. Κα­μιὰ δε­κα­ριὰ μέ­τρα πιὸ πέ­ρα, τὸ με­γά­λο πλα­τά­νι, γυ­μνὸ ἀ­πὸ φύλ­λα, ἀ­πει­λη­τι­κό. Τὸ με­γά­λο κλα­δί, τὸ κλα­δὶ τοῦ πα­τέ­ρα, σὰν τε­ρά­στιο μπρά­τσο τεν­τω­μέ­νο, κόν­τευ­ε νὰ ἀγ­γί­ξει τὸ σπί­τι. Τού­τη τὴν ἄ­νοι­ξη μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὰ κα­τά­φερ­νε. Νὰ τὸ φτά­σει. Νὰ τὸ πιά­σει. Ὁ Φλε­βά­ρης ἦ­ταν στὰ τε­λευ­ταῖ­α του. Δί­σε­χτο ἔ­τος. Ὁ χει­μώ­νας εἶ­χε μιὰ ὕ­στα­τη εὐ­και­ρί­α νὰ ἀ­πο­δεί­ξει γιὰ πό­σο τρο­με­ρὰ πράγ­μα­τα ἦ­ταν ἄ­ξιος. Καὶ ἦ­ταν. Ὅ­λη τὴ νύ­χτα δού­λευ­ε. Κι ὅ­ταν τὸ πρω­ῒ τῆς 29ης τρα­βή­χτη­καν τὰ σκο­τά­δια, τὸ το­πί­ο ἄ­στρα­ψε λευ­κό, βου­λι­αγ­μέ­νο στὸ χι­ό­νι, ποὺ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ πέ­φτει πυ­κνό. Μι­κρές, ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στες νι­φά­δες, μι­κρὰ τί­πο­τα χό­ρευ­αν σὰν λι­λι­πού­τει­οι ἀ­λε­ξι­πτω­τι­στές, ἀ­πι­θώ­νον­τας τὴν ἀ­νυ­παρ­ξία τους πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν ἀ­δι­ά­φο­ρων πραγ­μά­των. Ἀ­λή­θεια, πό­σο ζυ­γί­ζει μιὰ νι­φά­δα; Τί­πο­τα. Βρά­χια, δέν­τρα, σπί­τια, ὅ­λα λευ­κά. Βγῆ­κε ἔ­ξω σπρώ­χνον­τας μὲ δυ­σκο­λί­α τὴν πόρ­τα.Ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, βου­λι­ά­ζον­τας ὣς τὴ μέ­ση στὸ χι­ό­νι. Ἔ­δει­χνε εὔ­κο­λο, ἀλ­λὰ δὲν ἦ­ταν. Δέ­κα μέ­τρα ὣς τὸν πλά­τα­νο τοῦ φά­νη­καν αἰ­ῶ­νες. Στα­μά­τη­σε νὰ πά­ρει μιὰ ἀ­νά­σα. Ἔ­βγα­λε τὸ πορ­το­φό­λι ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη καὶ ἔ­ψα­ξε τὸ ση­μεί­ω­μα. Φυ­σι­κὰ καὶ μπο­ροῦ­σε νὰ ξα­να­χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τὸ ἴ­διο. Εἶ­χε ξα­να­πα­τή­σει τὰ γράμ­μα­τα μὲ τὸ στι­λό, καὶ τώ­ρα οἱ τρεῖς λέ­ξεις ἔ­δει­χναν σὰν νὰ πρω­το­γρά­φτη­καν ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι του ψη­λά. Τὸ με­γά­λο κλα­δί, μὲ ὅ­λο αὐ­τὸ τὸ χι­ό­νι ποὺ εἶ­χαν ἀ­πο­θέ­σει οἱ νι­φά­δες πά­νω του, φάν­τα­ζε σὰν τέ­ρας, φορ­τω­μέ­νο μὲ χι­λιά­δες, ἑ­κα­τομ­μύ­ρια νι­φά­δες. Τὶς πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε πῶς ἔ­πε­φταν, σὰν τρε­λὲς μὲ τὸ ἀ­νύ­παρ­κτο βά­ρος τους. Τοῦ θύ­μι­σαν τὴ ζω­ή του, μὲ τὰ μι­κρὰ καὶ τὰ με­γά­λα πε­ρι­στα­τι­κά της ὅ­λα τό­σο μη­δα­μι­νά, τό­σο τι­πο­τέ­νια, ὑ­πε­ρε­κτι­μη­μέ­να, σὰν αὐ­τὲς τὶς νι­φά­δες δί­χως ὑ­πό­στα­ση, ποὺ ἦ­ταν σὲ λί­γο κα­τα­δι­κα­σμέ­νες νὰ λι­ώ­σουν καὶ νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στοῦν, δί­χως νὰ ἀ­φή­σουν ἴ­χνη πί­σω τους.

       Τό­τε ἔ­γι­νε τὸ ἀ­πρό­σμε­νο: τὸ με­γά­λο κλα­δί, ἐ­κεῖ­νο τὸ κλα­δὶ ποὺ ἔ­δει­χνε νὰ τὸν πε­ρι­μέ­νει μὲ μιὰ ἀ­πί­στευ­τη σι­γου­ριά, γραμ­μέ­νη ἴ­σως σὲ ἕ­να στρα­βὸ ἀ­πει­ρο­ε­λά­χι­στο γο­νί­διο ποὺ περ­νά­ει ἀ­πὸ πα­τέ­ρα σὲ γιό, σω­ρι­ά­στη­κε ξαφ­νι­κὰ μὲ ἕ­ναν τρο­με­ρὸ θό­ρυ­βο ἐ­κεῖ, δυ­ὸ μέ­τρα μπρο­στά του. Ἑ­κα­τον­τά­δες, χι­λιά­δες μι­κρὲς νι­φά­δες πά­νω σε αὐ­τὸ τὸ κλα­δὶ πε­ρί­με­ναν αὐ­τὴ τὴ μί­α, τὴν κα­θο­ρι­στι­κή, αὐ­τὴ ποὺ ἔ­κα­νε τὴ δι­α­φο­ρά. Ἔ­μει­νε λί­γη ὥ­ρα ἔ­τσι, νὰ τὸ πα­ρα­τη­ρεῖ ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νος.

       Σὰν ζα­λι­σμέ­νος ἀ­κο­λού­θη­σε ἀ­νά­πο­δα τὸ μι­κρό, τὸ λί­γων μέ­τρων μο­νο­πά­τι ποὺ ὁ ἴ­διος εἶ­χε χα­ρά­ξει μὲ τό­ση δυ­σκο­λί­α. Ἡ ἐ­πι­στρο­φὴ ἦ­ταν πιὸ εὔ­κο­λη. Πο­λὺ πιὸ εὔ­κο­λη. Μπῆ­κε στὸ σπί­τι, ἀ­κούμ­πη­σε τὸ σχοι­νὶ πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι καὶ κά­θι­σε στὴν κα­ρέ­κλα, ποὺ ἦ­ταν σὰν νὰ μὴν πί­στευ­ε καὶ ἡ ἴ­δια στὰ μά­τια της. Ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ κα­θι­σμέ­νος πολ­λὴ ὥ­ρα. Τὸ κου­δού­νι­σμα τοῦ τη­λε­φώ­νου τὸν συ­νέ­φε­ρε. Ἔ­τρε­ξε νὰ τὸ ση­κώ­σει.

       — Ἐμ­πρός!



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀμ­φί­βια τέ­ρα­τα. Ἱ­στο­ρί­ες στὸν δρό­μο γιὰ τὴ λί­μνη (Με­ταίχ­μιο, 2020).

Κώ­στας Ποῦ­λος. Γεν­νήθη­κε στὸν Ἐ­λι­κώνα τῆς Βοι­ω­τίας. Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γία, Φι­λο­σο­φί­α καὶ Ἱ­στο­ρί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὴ Γερ­μα­νί­α. Ἔ­χει γρά­ψει, με­τα­φρά­σει καὶ δι­α­σκευ­ά­σει πλῆθος βι­βλί­ων γιὰ με­γά­­λους καὶ κυ­­ρί­ως γιὰ παι­διά. Ἔργα του ἔχουν λά­βει τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις (κρα­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο παι­δι­κοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ βι­βλί­ου) ἢ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ ἄλ­λες γλῶσ­σες.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ συγγραφέα.

1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Τὸ ἦθος τοῦ Κυβερνήτη



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα

Τὸ ἦθος τοῦ Κυβερνήτη

[τοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια]


ΜΦΟΡΟΥΜΕΝΟΣ ἐκ τῆς ἰ­δέ­ας ὅ­τι ὁ λα­ὸς τῆς Ἑλ­λά­δος πέ­νε­ται, προ­σε­πά­θει νὰ εἰ­σα­γά­γῃ διὰ τῆς βί­ας τὴν λι­τό­τη­τα, δί­δων αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος τὸ πα­ρά­δειγ­μα. Δὲν ἔ­φε­ρε πο­τὲ μα­ζί του πλέ­ον τοῦ ἑ­νὸς φύ­λα­κος, ἵ­να πεί­σῃ τοὺς εὐ­τε­λεῖς Ἕλ­λη­νας νὰ κα­ταρ­γή­σω­σι τὰς ὁ­ποί­ας ἔ­φε­ρον πάν­το­τε οὐ­ράς, διὰ τὴν συν­τή­ρη­σιν τῶν ὁ­ποί­ων ἐ­γέ­νε­το δα­πά­νη πολ­λή. Ἔ­τρω­γε λι­τό­τα­τα διὰ νὰ πεί­σῃ τοὺς εὐ­πο­ροῦν­τας νὰ κα­ταρ­γή­σω­σι τὴν πρὸς τὴν ποι­κι­λί­αν καὶ πο­λυ­δά­πα­νων φα­γη­τῶν τά­σιν. Ἐ­νε­δύ­ε­το ἁ­πλού­στα­τα καὶ ὁ­σά­κις ἔ­φε­ρε τὴν ἐ­πί­ση­μον στο­λήν του, διὰ νὰ δυ­νη­θῇ νὰ κα­ταρ­γή­σῃ τὸ χρυ­σο­εν­δύ­ε­σθαι εἰς ὃ ἦ­σαν ἐ­πιρ­ρε­πέ­στα­τοι τό­τε οἱ Ἕλ­λη­νες μι­μη­θέν­τες τοὺς πρώ­ην κυ­ρί­ους των Τούρ­κους, διὰ τοῦ­το ἐ­ξή­λεγ­χεν ὅ­λα τ’ ἀ­νω­τέ­ρω ἐ­λατ­τώ­μα­τα αὐ­στη­ρῶς καὶ πι­κρό­τα­τα.

       Ὅ­ταν ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης με­τέ­βαι­νε νὰ πα­ρου­σιά­σῃ εἰς τὸν Κυ­βερ­νή­την τὸν Γεν­ναῖ­ον, τὸν ἀ­πήν­τη­σε με­τα­βαί­νον­τα εἰς τὸν πε­ρί­πα­τον.

       — Ὑ­πε­ρε­ξο­χώ­τα­τε, τῷ εἶ­πε, Σοῦ πα­ρου­σιά­ζω τὸν Γεν­ναῖ­ον μου.

       Ὁ Κυ­βερ­νή­της εἶ­δε χρυ­σο­φό­ρον νέ­ον καὶ πα­ρ’ αὐ­τῷ ἕ­τε­ρον νέ­ον μὴ φέ­ρον­τα χρυ­σᾶ ἐν­δύ­μα­τα, ὅ­στις ἦ­τον ὁ Γραμ­μα­τεὺς τοῦ Γεν­ναί­ου Μι­μῖ­κος Πο­λυ­χρο­νό­που­λος, καὶ πρὸς τοῦ­τον ἀ­πέ­τει­νεν ὁ Κυ­βερ­νή­της τὴν χεῖ­ρα ὑ­πο­κρι­θεὶς ὅ­τι τὸν ὑ­πέ­λα­βεν ὡς τὸν Γεν­ναῖ­ον. Ὁ Κο­λο­κο­τρώ­νης τῷ εἶ­πεν ἀ­μέ­σως.

       — Αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Γεν­ναῖ­ος.

       — Ἄ, εἶ­πεν ὁ Κυ­βερ­νή­της ὡς μᾶλ­λον ἐ­ξιπ­πα­σθεὶς ἐ­γὼ ἰ­δὼν αὐ­τὸν μὲ τὰ χρυ­σᾶ τὸν ὑ­πέ­λα­βον ὡς τζο­χαν­τά­ρην του.


τζο­χαν­τά­ρης: σωματοφύλακας.


Πη­γή: Δη­μή­τριος Γ. Δη­μη­τρα­κά­κης, Ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­μα­τα Ἢ Ἐν­θυ­μή­μα­τα καὶ Δι­η­γή­σεις ἑ­νὸς κοι­νο­βου­λευ­τι­κοῦ τοῦ 19ου αἰ­ώ­να. Ἐ­πι­μέ­λεια: Θε­οδ. Δα­ρει­ώ­τη-Πε­λε­κά­νου, φι­λό­λο­γος. Πο­λι­τι­στι­κὸς σύλ­λο­γος Κα­στο­ρεί­ου «Ὁ Πο­λυ­δεύ­κης», Νο­μι­κὸ Πρό­σω­πο Πο­λι­τι­σμοῦ, Ἀ­θλη­τι­σμοῦ καὶ Πε­ρι­βάλ­λον­τος Δή­μου Σπάρ­της, Ἀ­θή­να, 2013, σελ. 48.

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Tho­mas Law­re­nce  (1769–1830), Πορ­τραῖ­το τοῦ Ἰω­άν­νη Κα­πο­δί­στρια (1818). Λά­δι σὲ καμ­βά, 128.3Χ102.9 ἑκ.


Τίνα Κάτσαρη: Survivor


Κά­τσα­ρη Τί­να


Survivor


ΧΕΙ ΑΡΧΗΓΙΚΕΣ ΤΑΣΕΙΣ σ’ αὐ­τὸ τὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ παι­χνί­δι. Κά­ποι­οι λέ­νε πὼς δὲν σκου­πί­ζει πο­τὲ τὴν κα­λύ­βα. Οὔ­τε κό­βει κλα­διὰ γιὰ τὴ φω­τιά. Οὔ­τε ση­κώ­νει τὰ στρώ­μα­τα γιὰ σκορ­πιούς, φί­δια ἢ πον­τί­κια. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ βρεῖ τὸν στό­χο οὔ­τε κο­λυμ­πᾶ γρή­γο­ρα. Ἤ­πι­ε νε­ρὸ καὶ τὸν ἔ­βγα­λαν ση­κω­τό. Κά­θε­ται μ’ ἕ­ναν συμ­παί­κτη πα­ρά­με­ρα στὴν πα­ρα­λί­α.

            Τί λέ­νε, κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει. Μι­λᾶ πα­ρά­ξε­να. Καὶ στὸν ὕ­πνο μι­λᾶ. Κι ἔ­χει καὶ βι­βλί­α μα­ζί του, κά­τι μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Πα­ρό­λη τὴ ζέ­στη κυ­κλο­φο­ρεῖ ντυ­μέ­νος μ’ αὐ­τὲς τὶς ἀ­στεῖ­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες ἀ­πὸ μέ­ταλ­λο καὶ δέρ­μα καὶ τὰ νού­με­ρα τῆς τη­λε­θέ­α­σης χτυ­πᾶ­νε κόκ­κι­νο.  Στὰ παι­χνί­δια γνώ­σε­ων κερ­δί­ζει πάν­τα τοὺς ἀν­τι­πά­λους σὲ κά­ποι­ες ρο­μαν­τι­κὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες, ὅ­πως ὅ­τι μιὰ λι­βε­λού­λα ζεῖ γιὰ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις ὧ­ρες μό­νο. Ξέ­ρει ὅ­τι εἶ­ναι πιὸ πι­θα­νὸ νὰ σκο­τω­θεῖ κα­νεὶς ἀ­πὸ ἄ­νοιγ­μα φελ­λοῦ, πα­ρὰ ἀ­πὸ δη­λη­τη­ρι­ώ­δη ἀ­ρά­χνη. Στὴ θά­λασ­σα δὲν μπαί­νει για­τί κι ὁ Λου­δο­βί­κος ὁ δέ­κα­τος τέ­ταρ­τος τῆς Γαλ­λί­ας ἔ­κα­νε μπά­νιο μό­νο μί­α φο­ρὰ τὸν χρό­νο.

            Δὲν πα­ρα­πο­νι­έ­ται οὔ­τε γιὰ τὴ νυ­χτε­ρι­νὴ βρο­χὴ οὔ­τε γιὰ τὸ κρύ­ο καὶ τὴν ὑ­γρα­σί­α. Ἡ κά­με­ρα τὸν ἔ­χει κα­τα­γρά­ψει νὰ πιά­νει ἕ­να δαυ­λὸ με­τὰ τὰ συμ­βού­λια τοῦ νη­σιοῦ καὶ νὰ τὸν προ­τάσ­σει σὰν ξί­φος μπρο­στὰ στὰ το­τέμ. Τὸ βα­σι­κό­τε­ρο πρό­βλη­μα μὲ τοὺς συμ­παῖ­κτες εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κοι­νω­νί­α. Μᾶλ­λον δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τὰ πει­ράγ­μα­τά τους. Ἀ­πο­τρα­βι­έ­ται καὶ πο­τέ, μὰ πο­τέ, δὲν ἀν­τα­πο­δί­δει. Δὲν εἶ­ναι τό­σο γρή­γο­ρος οὔ­τε καὶ σω­μα­τώ­δης, ἀλ­λὰ κερ­δί­ζει τοὺς πάν­τες στὴν εὐ­γέ­νεια. Ὅ­ταν νι­κοῦν, οἱ ἄλ­λοι βγά­ζουν πο­λε­μι­κὲς κραυ­γές, ὅ­ταν νι­κᾶ αὐ­τὸς δὲν μι­λά­ει. Κά­ποι­οι τὸν λέ­νε ψώ­νιο, ἄλ­λοι μι­λοῦν γιὰ στρα­τη­γι­κή. Κά­ποι­οι λέ­νε ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ γρα­φι­κὸς δὲν θ’ ἀν­τέ­ξει μέ­χρι τὸ τέ­λος, θὰ εἶ­ναι ὁ ἑ­πό­με­νος ὑ­πο­ψή­φιος γιὰ ἀ­πο­χώ­ρη­ση.

            Ἂν κά­τι τοῦ ἀ­να­γνω­ρί­ζουν, εἶ­ναι ἡ στιγ­μὴ ποὺ κέρ­δι­σε τὸ ἔ­πα­θλο φα­γη­τοῦ. Ἡ αὐ­τοῦ ἐ­ξο­χό­της του τὸ μοί­ρα­σε στοὺς συμ­παῖ­κτες. Ἀ­κρι­βο­δί­και­α, ἔ­τσι κά­νει ἕ­νας ἱπ­πό­της. Ὅ­ταν ρω­τή­θη­κε για­τί ἦρ­θε στὸ παι­χνί­δι, εἶ­πε για­τὶ μό­νο ἕ­νας ἱπ­πό­της μπο­ρεῖ νὰ κον­τα­ρο­χτυ­πη­θεῖ μὲ τὴν πεί­να. Δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρουν τὰ σχό­λια στὰ κοι­νω­νι­κὰ μέ­σα δι­κτύ­ω­σης, ἕ­νας ἱπ­πό­της δὲν ἀ­να­κα­τεύ­ε­ται μ’ αὐ­τά. Γι’ αὐ­τὸ οὔ­τε τὸ ἔ­πα­θλο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει. Ἐ­ξάλ­λου, ὁ μό­νος ποὺ τὸν κα­τα­λα­βαί­νει εἶ­ναι αὐ­τὸς ὁ συμ­παί­κτης μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο κά­θε­ται πα­ρά­με­ρα κά­ποι­ες φο­ρὲς στὴν πα­ρα­λί­α.

            Ὁ πα­ρά­ξε­νος ἱπ­πό­της χαι­ρε­τᾶ τὸν ἀν­τί­πα­λο μὲ μιὰ ὑ­πό­κλι­ση, λέ­γον­τας: «vamos;»  Ὅ­λο ρω­τά­ει ἂν θὰ δι­α­γω­νι­στεῖ καὶ στὴν ἱπ­πα­σί­α, ὅ­λο ὑ­πο­σχέ­σεις εἶ­ναι ἡ πα­ρα­γω­γή.

            Ἀ­πὸ ποῦ τὸν ξε­θά­ψα­νε αὐ­τὸν τὸν πα­λι­ο­μο­δί­τη; λέ­νε κά­ποι­οι. Στὴν ὁ­μά­δα τῶν δι­α­σή­μων, κά­ποι­ος ἀ­π’ τὰ πε­ρα­σμέ­να.

            Μιὰ μέ­ρα κα­βα­λᾶ ἕ­ναν κορ­μὸ καὶ μὲ τὸ βλέμ­μα στὸν ὁ­ρί­ζον­τα φω­νά­ζει: ἐ­πί­θε­ση! Αὐ­τὸς ὁ ρο­μαν­τι­κὸς τρε­λὸς ποὺ κα­βα­λᾶ τὸν κορ­μὸ καὶ τὸν φω­νά­ζει Ρο­σι­νάν­τε, θὰ βγεῖ γρή­γο­ρα ἀ­π’ τὸ παι­χνί­δι. Θὰ ξε­χα­στεῖ. Δὲν εἶ­ναι γιὰ ρο­μαν­τι­κοὺς αὐ­τὲς οἱ ἐ­πο­χές, λέ­νε κά­ποι­οι.

            Ὁ Δὸν Κι­χώ­της ὅ­μως, ἕ­νας ἀ­λη­θι­νὸς survivor, δὲν εἶ­ναι πε­ρα­στι­κός.  Γι’ αὐ­τὸν μι­λᾶ­με ἤ­δη τε­τρα­κό­σια χρό­νια.



Τί­να Κά­τσα­ρη (Αθήνα, 1978). Σπούδασε φιλολογία. Εἶναι φοιτήτρια στὸ Μεταπτυχιακὸ Πρόγραμμα Δημιουργικῆς Γραφῆς τοῦ Πανεπιστημίου Δυτικῆς Μακεδονίας. Διηγήματά της ἔχουν δημοσιευτεί στὴ συλλογική ἔκ­δοση Ὁδὸς Δημιουργικῆς Γραφῆς 2 (ἐκδ. Ὀσελότος, Ἀθήνα 2013).

Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα: Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει!



1821: Τὰ Μικρὰ τοῦ Μεγάλου Ἀγώνα


Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει!

[τοῦ Λάζαρου Κουντουριώτη]


«ΗΤΟΝ κα­τὰ τὸ 1826, ὅ­τε ἡ Ἑλ­λὰς ἐ­θρή­νει τὴν πτῶ­σιν τοῦ Με­σο­λογ­γί­ου· ἡ Πε­λο­πόν­νη­σος, ἐ­κτὸς ὀ­λί­γων τι­νῶν φρου­ρί­ων, ἔ­βλε­πε παν­τα­χοῦ πε­ρι­φε­ρο­μέ­νας τὰς φά­λαγ­γας τοῦ Ἰμ­βρα­ΐ­μου, καὶ ἡ εἰς Ὕ­δραν ἀ­πό­βα­σις ἐ­με­λε­τᾶ­το καὶ πα­ρε­σκευ­ά­ζε­το με­τὰ κρό­του. Τό­τε δὲν ἦ­σαν μό­νοι οἱ εὔ­πο­ροι οἱ θέ­λον­τες νὰ σω­θῶ­σι διὰ τῆς φυ­γῆς· ὁ φό­βος δι­ε­δό­θη εἰς τὸν λα­όν, ὠρ­γα­νί­σθη ἐν ἀ­κα­ρεὶ παμ­πλη­θὴς συ­νέ­λευ­σις εἰς τὴν θέ­σιν τὴν λε­γο­μέ­νην Σπι­τά­λια, καὶ ὅ­λοι οἱ παν­τα­χό­θεν συρ­ρέ­ον­τες ἤρ­χον­το μὲ σκο­πὸν νὰ συ­ζη­τή­σω­σιν ὄ­χι πε­ρὶ τοῦ ἂν πρέ­πει νὰ μεί­νω­σιν ἢ φύ­γω­σιν, ἀλ­λὰ πε­ρὶ τοῦ τρό­που καὶ τῶν μέ­σων τῆς φυ­γῆς. Τὴν σκη­νὴν ταύ­την γνω­ρί­ζο­μεν ἐκ μάρ­τυ­ρος αὐ­τό­πτου.

       »Προ­σε­κλή­θη εἰς τὴν συ­νέ­λευ­σιν καὶ ὁ ἀ­οί­δι­μος Λά­ζα­ρος Κουν­του­ρι­ώ­της, καὶ ἐλ­θόν­τα τὸν ὑ­πε­δέ­χθη­σαν με­τὰ τῆς συ­νή­θους εὐ­λα­βεί­ας. Ἐ­δό­θη εἰς αὐ­τὸν πρῶ­τον ὁ λό­γος, ἀλ­λὰ δὲν ἠ­θέ­λη­σε νὰ λα­λή­σῃ, καὶ ἔ­μει­νε σι­ω­πῶν με­χρι­σό­του πολ­λὰ ἐρ­ρέ­θη­σαν, καὶ ἡ φυ­γὴ ἀ­πε­φα­σί­σθη. Τό­τε μό­νον, λα­βὼν τὸν λό­γον,

       — »Κα­τευ­ό­διον, εἶ­πεν, ἀ­δελ­φοί, εὔ­χο­μαι νὰ εὐ­τυ­χή­σε­τε εἰς τὴν ξέ­νην γῆν, καὶ κα­λὴν ἀν­τά­μω­σιν εἰς τοῦ­τον ἢ εἰς τὸν ἄλ­λον κό­σμον. Ἐ­γώ, ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μου, οἱ συγ­γε­νεῖς μου, οἱ πλοί­αρ­χοί μου καὶ αἱ οἰ­κο­γέ­νειαι τῶν πλοιά­ρχων μου δὲν ἔ­χο­μεν σκο­πὸν νὰ με­τα­το­πί­σω­μεν.

       »Οἱ λό­γοι οὗ­τοι ἠ­λέ­κτρι­σαν διὰ μιᾶς τὰ πλή­θη· αἱ φω­ναί:

       — Καὶ ὅ­λοι ἡ­μεῖς δὲν φεύ­γο­μεν· κα­νεὶς δὲν φεύ­γει! ἀν­τή­χη­σαν εἰς τὸν ἀ­έ­ρα.

       »Καὶ τῷ ὄν­τι, κα­νεὶς δὲν ἔ­φυ­γε, καὶ ἡ Ὕ­δρα ἐ­σώ­θη, καὶ ἐ­σώ­θη ὁ­λό­κλη­ρος ἡ Ἑλ­λὰς διὰ τῆς ἀ­πο­φά­σε­ως ἐ­κεί­νης.»



Βι­βλι­ο­γρα­φι­κὴ ση­μεί­ω­ση τοῦ Γ. Βλα­χο­γιά­ννη: «Πα­νελ­λή­νιον» 21 Σε­πτ. 1854 (λό­γος Ε. Σί­μου στὸ μνη­μό­συ­νο τοῦ Λαζ. Κουν­του­ρι­ώ­τη).

Πη­γή: Γιά­ννη Βλα­χο­γιά­ννη, Ἱ­στο­ρι­κὴ Ἀν­θο­λο­γί­α. Ἀ­νέκ­δο­τα – Γνω­μι­κά – Πε­ρί­ερ­γα – Ἀ­στεῖ­α ἐκ τοῦ βί­ου δι­α­σή­μων Ἑλ­λή­νων 1820-1864. Πα­τρι­ω­τι­κὴ χο­ρη­γί­α Ἐμ. Ἀ. Μπε­νά­κη εἰς τι­μὴν τῆς Ἑ­κα­τον­τα­ε­τη­ρί­δος τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐ­πα­να­στά­σε­ως. Ἀ­θῆ­ναι, 1927, σελ. 287 [Τίτλος: «611.— Αὐ­τὸς δὲ φεύ­γει.»].

Εἰσαγωγὴ (βλ. ἐδῶ) καὶ ἐπιμέλεια ἀφιερώματος: Γιάννης Πατίλης.

Εἰκόνα: Διονύσιος Τσόκος (1814/1820-1862), Λάζαρος Κου­ντου­ριώ­της (1859). Ἐ­λαι­ο­γρα­φία. Ἑ­θνι­κὸ Ἱ­στο­ρι­κὸ Μου­σεῖο.



		

	

Γιῶργος Δουατζῆς: Τὸ ποδήλατo


Γιῶργος Δουατζῆς


Τὸ πο­δή­λα­το


ΙΧΑ ΗΔΗ ΠΕΡΑΣΕΙ τὰ πε­νῆν­τα χρό­νια μου καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ κά­νω βόλ­τες μὲ τὸ πο­δή­λα­το τῆς ἐ­φη­βεί­ας μου. Μὲ συμ­βού­λευ­αν νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να και­νούρ­γιο, ἀλ­λὰ τὸ πο­δή­λα­τό μου προ­έ­λευ­σης Πο­λω­νί­ας ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι μο­να­δι­κό, νυ­κτό­βιο, προ­κλη­τι­κό. Ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τά του εἶ­ναι στὸ χρῶ­μα. Σκε­λε­τὸς καὶ ἀ­κτί­νες στὶς ρό­δες ἔ­χουν ἕ­να ἔν­το­νο φω­σφο­ρί­ζον πρα­σι­νο­κί­τρι­νο χρῶ­μα ποὺ ὅ­ταν τὸ βλέ­πεις μέ­σα στὴ νύ­χτα τρε­λαί­νε­σαι. Καὶ αὐ­τό, δι­ό­τι τὸ ξάφ­νια­σμα τῶν πε­ρα­στι­κῶν στὴν ὄ­ψη του εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως δι­και­ο­λο­γη­μέ­νο. Σκέ­ψου νὰ δεῖς ξαφ­νι­κὰ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι δύ­ο φω­τει­νοὺς κύ­κλους νὰ κυ­λοῦν στὸ δρό­μο καὶ ἕ­ναν σκε­λε­τὸ πο­δη­λά­του νὰ βρί­σκε­ται λὲς στὸν ἀ­έ­ρα καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θεῖ τὶς ἀ­κτί­νες ἀ­πὸ στα­θε­ρὴ ἀ­πό­στα­ση. Ἡ ὀ­μορ­φιά. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πε­ρι­γρα­φὴ πές μου, θὰ ἄ­φη­νες πο­τὲ τὸ ἐ­φη­βι­κό σου πο­δή­λα­το; Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι μὲ στοι­χει­ώ­δη συν­τή­ρη­ση, οὔ­τε αὐ­τὸ μὲ ἄ­φη­σε πο­τέ. Ξέ­χα­σα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι τὶς βόλ­τες ποὺ σοῦ εἶ­πα πὼς συ­νε­χί­ζω νὰ κά­νω τὶς νύ­χτες, μοῦ τὶς κα­τα­στρέ­φουν συ­χνὰ κά­τι ἀ­νό­η­τοι ποὺ ρί­χνουν πά­νω μου τὸ φῶς τῶν αὐ­το­κι­νή­των τους καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζουν ἔ­τσι ὅ­λη τὴν μα­γεί­α. Δι­ό­τι μὲ τὸ φῶς τὸ ἐ­ξαί­σιο πο­δή­λα­τό μου με­τα­τρέ­πε­ται σὲ ἕ­να ἁ­πλὸ πο­δή­λα­το. Ἐ­νῶ στὸ σκο­τά­δι…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Δουα­τζῆς (Ἀθήνα, 1948). Ποι­η­τής, συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1948 στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μί­α-Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες, πε­ρι­ο­δι­κά, ρα­δι­ο­τη­λε­ο­πτι­κοὺς σταθ­μούς. Πρώ­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐμ­φά­νι­ση τὸ 1971. Ἐ­ξέ­δω­σε 31 βι­βλί­α (ποί­η­ση, πε­ζό, θε­α­τρι­κά), συμ­με­τεῖ­χε σὲ 14 συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ 10 ἀν­θο­λο­γί­ες-λε­ξι­κά, με­τα­φρά­στη­κε σὲ 6 γλῶσ­σες, δη­μο­σί­ευ­σε σὲ 15 ἔν­τυ­πα καὶ 17 ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἰ­στο­σε­λί­δα: www.douatzis.gr



		

	

Χρῆστος Βακαλόπουλος: Ψιλὴ ἄμμος


Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος


Ψι­λὴ ἄμ­μος


Ο ΞΗΜΕΡΩΜΑ φτά­νουν στὸν πα­ρά­δει­σο, στὸ προ­στα­τευ­μέ­νο βα­σί­λει­ο τῆς ἄμ­μου. Ἔ­χουν ἀρ­κε­τὲς ὧ­ρες μέ­χρι νὰ κα­τα­φθά­σουν οἱ κυ­νη­γοὶ τῆς ψυ­χα­γω­γί­ας, οἱ πο­λύ­χρω­μες ρα­κέ­τες, τὰ δι­α­στη­μι­κὰ φου­σκω­τά, τὰ ἀ­στρα­φτε­ρὰ ἀν­τί­σκη­να. Με­λα­χρι­νή, πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, ἔ­χει με­ρι­κὲς ὧ­ρες πα­ρέ­α μὲ τὰ κο­πά­δια ποὺ βολ­τά­ρουν ἀ­μέ­ρι­μνα. Σὲ λί­γο θὰ σφα­για­σθοῦν καὶ θὰ σερ­βι­ρι­σθο­ῦν μὲ ὡρα­ῖ­α μα­κα­ρό­νια.

       Ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα. Πρὶν εἰ­σβά­λει μα­ζι­κὰ ὁ ξαν­θὸς κό­σμος ὑ­πῆρ­χε πολ­λὴ ὥ­ρα, ἀ­πί­στευ­τα πολ­λὴ ὥ­ρα. Ἡ μέ­ρα ἔ­μοια­ζε ἀ­τε­λεί­ω­τη για­τί βά­ραι­ναν πά­νω της οἱ αἰ­ῶ­νες, αὐτοὶ οἱ μυ­στή­ριοι αἰ­ῶ­νες ποὺ ἐ­πι­μέ­νουν νὰ κά­νουν αἰ­σθη­τὴ τὴν πα­ρου­σί­α τους ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ποὺ πλημ­μύ­ρι­σαν τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τὸ πα­ρόν, αὐ­τὸ τὸ πα­ρά­ξε­νο πράγ­μα ποὺ ἔ­φε­ρε σὲ τοῦ­τα ἐ­δῶ τὰ μέ­ρη ὁ ξαν­θὸς κό­σμος. Κά­πο­τε ὑ­πῆρ­χε ἐ­λά­χι­στο πα­ρόν, ὅ­σο ἀ­κρι­βῶς χρει­α­ζό­ταν ὥ­στε νὰ μὴν ξε­χνι­έ­ται ἡ μέ­ρα, νὰ μὴ λυ­γί­ζει κά­τω ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τῶν αἰ­ώ­νων. Τό­τε ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κό τὸ πα­ρόν, ἦ­ταν ντρο­πα­λό, ἄ­κου­γε τοὺς με­γα­λυ­τέ­ρους του, πε­ρί­με­νε τὴ σει­ρά του, δὲν ἔ­βγα­ζε γλώσ­σα, δὲν κρα­τοῦ­σε κα­κί­α, ἔ­λε­γε τὸν πό­νο του. Τό­τε ἦ­ταν τρυ­φε­ρὸ τὸ πα­ρὸν για­τί εἶ­χε κα­εῖ ἡ γού­να του ἀπὸ τὸν ἔ­ρω­τα. Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει νὰ εἶ­ναι εὐγε­νι­κό, νὰ στέ­κε­ται στὴν ἄ­κρη καὶ νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ, νὰ μὴν προ­δί­δει ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὰ βά­σα­νά του, νὰ μὴ δι­εκ­δι­κεῖ ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὰ δι­και­ώ­μα­τά του, νὰ μὴν χτυ­πά­ει τὸ πο­δα­ρά­κι του στὸ πά­τω­μα, νὰ μὴ μου­τρώ­νει, νὰ μὴν κα­κο­λο­γεῖ, νὰ μὴν γκρι­νιά­ζει. Ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κό τὸ πα­ρὸν ἔ­τσι ὅ­πως ἔ­στε­κε ἀ­μή­χα­νο, ἔ­τσι ὅ­πως περ­νοῦ­σε ἀ­πα­ρα­τή­ρη­το, ἔ­τσι ὅ­πως προ­σευ­χό­ταν κά­θε τό­σο στὸν ἄ­γνω­στο Θε­ό του. Τὸ με­γά­λω­ναν ὅ­πως μπο­ροῦ­σαν οἱ αἰ­ῶ­νες, κα­μιὰ φο­ρὰ τοῦ ἔ­δι­ναν ἀ­πὸ τὸ ὑ­στέ­ρη­μά τους, τοὺς ἔ­λε­γε κα­νέ­να εὐ­χα­ρι­στῶ, αἰ­σθα­νό­ταν πραγ­μα­τι­κὴ εὐ­γνω­μο­σύ­νη, δὲν τοὺς γύ­ρι­ζε ἔ­τσι εὔ­κο­λα τὴν πλά­τη. Ζοῦ­σε μα­ζί τους στὴν ἴ­δια γει­το­νιά, πή­γαι­νε στὸ ἴ­διο σχο­λεῖ­ο, ψώ­νι­ζε ἀ­πό τὰ ἴ­δια μα­γα­ζιά, σύ­χνα­ζε στὰ ἴ­δια στέ­κια, ἐ­ρω­τευ­ό­ταν τὶς ἴ­δι­ες γυ­ναῖ­κες, εἶ­χε κα­εῖ μά­λι­στα ἡ γού­να του ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα. Τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1965 ἡ γού­να τοῦ πα­ρόν­τος κά­η­κε γιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ἀ­πὸ ἔ­ρω­τα καὶ οἱ αἰ­ῶ­νες ἀνη­σύ­χη­σαν σο­βα­ρά, μέ­χρι τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 1965 ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νο τὸ πα­ρὸν κι αὐτὸ τὸ ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι στὴ γει­το­νιά, τὸ ἔ­λε­γαν στὰ μα­γα­ζιά, τὸ ψι­θύ­ρι­ζαν στὰ σχο­λεῖ­α.

        Τρι­αν­τα­δύ­ο χρό­νων, πο­λι­τι­κὲς ἔ­πι­στη­μες, ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα μέ­χρι νὰ κα­τα­λη­φθεῖ ἀ­πὸ τὰ ἀ­σκέ­ρια τῶν δι­α­κο­πῶν ἡ πα­ρα­λί­α, κά­τι θυ­μᾶ­ται ἀ­πὸ τὴν ἐπο­χὴ ποὺ τὸ πα­ρὸν με­γά­λω­νε ὅ­πως-ὅ­πως μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν τα­πει­νῶν αἰ­ώ­νων. Ὕ­στε­ρα ἦρ­θε ὁ ξαν­θὸς κό­σμος καὶ τὸ ξε­σή­κω­σε, τοῦ σφύ­ρι­ξε στὸ αὐτί, τὸ χτύ­πη­σε στὴν πλά­τη, τὸ ἔ­πει­σε ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μό­νο αὐ­τό, ὅ­λοι οἱ ἄλ­λοι τὸ προ­ε­τοί­μα­ζαν, τὸ ἐμ­πό­δι­ζαν, δὲν τὸ ἄ­φη­ναν νὰ τρα­βή­ξει τὸ δρό­μο του, τὸ στε­νο­χω­ροῦ­σαν, τοῦ ἔ­στη­ναν πα­γί­δες, τὸ εἶ­χαν φυ­λα­κί­σει σ’ αὐ­τὴ τὴν ἄ­θλια γει­το­νιά, τὸ κρα­τοῦ­σαν αἰχ­μά­λω­το, τοῦ πέ­τα­γαν ψί­χου­λα ἐ­νῶ ἦ­ταν ὅ­λα δι­κά του, ἔ­πρε­πε νὰ τὰ δι­εκ­δι­κή­σει, νὰ ση­κω­θεῖ νὰ τὰ πά­ρει. Ἔ­πρε­πε νὰ σπά­σει τὰ δε­σμά, ν’ ἀ­γο­ρά­σει μη­χα­νή­μα­τα, νὰ μα­σου­λά­ει κά­τι ὅ­λη μέ­ρα, νὰ ντύ­νε­ται στὰ κα­λύ­τε­ρα μα­γα­ζιά, νὰ δι­εκ­δι­κεῖ τὰ δι­και­ώ­μα­τά του, νὰ φω­νά­ζει παν­τοῦ τὸ δί­κιο του, νὰ συν­δι­κα­λί­ζε­ται, νὰ κα­τα­στρέ­φει ὅ,τι ἔ­βρι­σκε μπρο­στά του, νὰ χαί­ρε­ται, ν’ ἀ­πο­λαμ­βά­νει, νὰ ἔ­χει ἄγ­χος, νὰ μὴν ἔ­χει κα­θό­λου χρό­νο, οὔ­τε γιὰ δεῖγ­μα. Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ 1965 τὸ πα­ρὸν στά­θη­κε στὰ πό­δια του κι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ κα­τα­πι­εῖ τὰ πάν­τα, σι­γὰ σι­γὰ τὰ κα­τά­φε­ρε κι ἔ­τσι ἔ­χα­σε τε­λεί­ως τὸ χρό­νο του, ἀ­γό­ρα­σε μη­χα­νή­μα­τα, ἤ­πι­ε τὰ πιὸ ἀκρι­βὰ πο­τά, γκρί­νια­ξε, γά­μη­σε, ἔ­δει­ρε, τὰ ἔ­κα­νε ὅ­λα μὲ τὴν εὐ­λο­γί­α τοῦ ξαν­θοῦ κό­σμου. Ἀπὸ τὸν Αὔγου­στο τοῦ 1965 καὶ με­τὰ τὸ πα­ρὸν προ­ό­δευ­σε ση­μαν­τι­κά, κά­λυ­ψε τὰ πάν­τα καὶ δὲν ἄ­φη­σε τί­πο­τα ὄρ­θιο, ἀνέ­τρε­ψε τὰ πάν­τα, ἄλ­λα­ξε γνώ­μη τρι­αν­τα­o­χτὼ χι­λιά­δες φο­ρές, ἔ­κα­νε τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σή του γιὰ νὰ ἔ­χει ἀ­να­μνή­σεις στὴ συν­τή­ρη­σή του, ἐγ­κα­θίδρυ­σε παν­τοῦ τὴν κα­χυ­πο­ψί­α, ἔ­φα­γε χι­λιά­δες μπρι­ζό­λες, σπού­δα­σε πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, κα­τέ­λα­βε τὰ μέ­σα μα­ζι­κῆς ἐ­νη­μέ­ρω­σης καὶ δὲν τὰ ἄ­φη­σε νὰ πά­ρουν ἀνά­σα, τὰ ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ λει­τουρ­γοῦν ἀ­στα­μά­τη­τα καὶ νὰ πλη­ρο­φο­ροῦν τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα ὅ­τι οἱ αἰ­ῶ­νες ὑ­πῆρ­ξαν πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας της. Ἔτσι συ­νέ­βαι­νε πάν­τα, ὑ­πῆρ­χε μό­νο πα­ρὸν καὶ μᾶς τὸ ἔ­κρυ­βαν, ὁ ξαν­θὸς κό­σμος μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σε, οἱ ρα­κέ­τες μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν, τὰ δι­α­στη­μι­κὰ φου­σκω­τὰ μᾶς ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νουν συ­νε­χῶς, οἱ αἰ­ῶ­νες βά­ραι­ναν ἐ­πι­κίν­δυ­να πά­νω μας καὶ δὲν μᾶς ἄ­φη­ναν ν’ ἀ­πο­λαύσου­με, ὅ­λα ἦ­ταν βα­ρε­τὰ καὶ ὑ­πῆρ­χε ἀ­πίστευ­τα πολ­λὴ ὥ­ρα. Ὑ­πῆρ­χε μό­νο πα­ρὸν καὶ δὲν μᾶς τὸ ἔ­λε­γαν, θυ­μόν­του­σαν πα­λι­ὲς ἀ­νύ­παρ­κτες ἱ­στο­ρί­ες, πλά­σμα­τα τῆς φαν­τα­σί­ας τους. Μᾶς εἶ­χαν φυ­λα­κί­σει στὴ φαν­τα­σί­α μας, νο­μί­ζα­με ὅ­τι οἱ γει­το­νι­ές μας εἶ­χαν τὸ ἀ­να­φαί­ρε­το δι­καί­ω­μα νὰ δι­αρ­κέ­σουν χί­λια χρό­νια. Οἱ πο­λύ­χρω­μες ρα­κέ­τες μᾶς ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σαν, τὰ μπα­λά­κια ποὺ ἔρ­χον­ται μὲ φου­σκω­τὰ σὲ λί­γη ὥ­ρα τὰ ξαν­θὰ μαυ­ρισμέ­να κορ­μιά, ὁ στρα­τὸς τοῦ πα­ρόν­τος, ὁ ἐ­ξο­λο­θρευ­τὴς τῶν τα­πει­νῶν αἰ­ώ­νων ποὺ νο­μί­σα­με ὅ­τι μᾶς με­γά­λω­σαν ὅ­πως-ὅ­πως. Κά­πο­τε τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κὸ κι ἀρ­γό­τε­ρα κα­τά­λα­βε τὸ λά­θος του, στά­θη­κε στὸ ὕ­ψος του καὶ κυ­ρί­ευ­σε τὴν οἰκου­μέ­νη.

        Τρι­αν­τα­δύ­ο χρό­νων, συ­νο­μή­λι­κη τοῦ πα­ρόν­τος. Σπού­δα­σε πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, γνώ­ρι­σε τὸν Γιά­ννη στὴ Βε­νε­τί­α, ἀ­πο­φά­σι­σαν νὰ ζή­σουν ὅ­σο μπο­ροῦ­σαν κα­λύ­τε­ρα στὸ πα­ρόν, μὲ λί­γα λο­γι­κὰ σχέ­δια γιὰ τὸ μέλ­λον. Ἡ Ἔρση ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, παν­τρεύ­τη­κε ἕ­ναν δη­μο­σι­ο­γρά­φο. Ἡ Βά­να ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, ἡ Μί­να ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ ζή­σει στὸ πα­ρόν, δη­μι­ουρ­γοῦν τὸ πα­ρόν τους καὶ δὲν ἔ­χουν κα­θό­λου χρό­νο, κυ­νη­γᾶ­νε τὸ πα­ρὸν καὶ σκέ­φτον­ται τί θὰ γί­νει με­τά, ἕ­να τε­ρά­στιο με­τὰ τοὺς ἐμ­πο­δί­ζει νὰ ζή­σουν στὸ πα­ρὸν ὅ­πως ἔ­χουν ἀ­πο­φα­σί­σει μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες, μὲ τὶς ρα­κέ­τες τοῦ ξαν­θοῦ κό­σμου. Ὑ­πάρ­χει συ­νε­χῶς ἕ­να με­τὰ ἀπὸ τό­τε ποὺ ἀ­πο­σύρ­θη­καν οἱ τα­πει­νοὶ αἰ­ῶ­νες, προ­βάλ­λει ἀόρι­στο καὶ ἀ­πει­λη­τι­κό, δὲν ὑ­πάρ­χει χρό­νος γιὰ τί­πο­τα, ὑ­πάρ­χει ἕ­να ἀ­δη­φά­γο με­τά, στέ­κε­ται ἀ­δυ­σώ­πη­το, ἀ­γέ­ρω­χο, ἀ­πει­λη­τι­κό. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ τὸ μέλ­λον, ἐ­κεῖ­νο ἀ­πο­τε­λοῦ­σε προ­ϊ­ὸν τῆς φαν­τα­σί­ας τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας ἐ­ξί­σου μὲ τοὺς αἰ­ῶ­νες, βά­ραι­νε μὲ τὴν ἴ­δια τα­πει­νό­τη­τα στὸν αἰώ­να τὸν ἅ­παν­τα, συγ­χω­νευ­ό­ταν κά­θε τό­σο μὲ τὸ πα­ρελ­θόν, ἦ­ταν ἐ­πι­κίν­δυ­νο κι ἔ­πρε­πε νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ μέ­ση. Πρό­κει­ται γιὰ τὸ με­τά, αὐτὸ τὸ με­τὰ ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ καὶ τὸ μο­να­δι­κὸ ὑ­παρ­κτὸ πα­ρόν, τὸ εἰ­ρω­νι­κὸ με­τὰ ποὺ κά­νει τὸν Γιά­ννη ἀ­νύ­παρ­κτο, τὴν Ἔρση ἀ­νύ­παρκτη, τὴ Βά­να ἀ­νύ­παρ­κτη, τὴ Μί­να ἀνύ­παρ­κτη, τὶς πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες ἐν­τε­λῶς ἀνυ­πόλη­πτες, τὸν ξαν­θὸ κό­σμο νευ­ρι­κό, μὲ ἄγ­χος, χω­ρὶς κα­θό­λου χρό­νο. Τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν τρυ­φε­ρό, εὐ­αί­σθη­το, ἀπρο­στάτευ­το, μπο­ροῦ­σες νὰ τοῦ δώ­σεις μιὰ καὶ νὰ τὸ λι­ώ­σεις σὰν ζω­ΰ­φιο καὶ τώ­ρα στέ­κει πά­νο­πλο, θω­ρα­κι­σμέ­νο, ἐ­ξο­πλι­σμέ­νο, μπου­κω­μέ­νο ἀπὸ πο­λι­τι­κὲς ἐ­πι­στῆ­μες, σι­δη­ρο­δέ­σμιο στὸ ὑ­πό­γει­ο ἑ­νὸς με­τὰ ἀ­πὸ τὸ ὁ­ποῖ­ο τοῦ εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον ν’ ἁ­παλ­λα­γεῖ ἀπὸ τό­τε ποὺ ἔ­κα­νε πέ­ρα τοὺς τα­πει­νοὺς αἰ­ῶ­νες. Ἔ­χει λί­γη ὥ­ρα, μπο­ρεῖ νὰ ξα­πλώ­σει στὴν ἄμ­μο, σὲ λί­γο θὰ κα­τα­φθά­σουν τὰ φου­σκω­τά, θὰ κα­τέ­βουν σὲ πλή­ρη ἐ­ξάρ­τυ­ση καὶ θὰ ἐ­φαρμό­σουν τὸ πρό­γραμ­μα, θὰ προ­σπα­θή­σουν νὰ δι­α­σκε­δά­σουν σω­στά, νὰ μὴν χά­σουν πο­λύ­τι­μο χρό­νο. Θὰ τοὺς δεῖ νὰ ἔρ­χον­ται θρι­αμ­βευ­τὲς ἀπὸ τὴ θά­λασ­σα, θὰ πλη­σιά­σουν σχη­μα­τί­ζον­τας ἕ­να τε­ρά­στιο με­τά, τί θὰ φᾶ­νε με­τά, θὰ σφά­ξου­νε κα­νέ­να ζῶ­ο. Τὸ πα­ρὸν ἦ­ταν ἄ­μη­χα­νο, ἀ­προ­στά­τευ­το, τρυ­φε­ρὸ καὶ τώ­ρα ἀ­να­ρω­τι­έ­ται τί πρό­κει­ται νὰ τοῦ συμ­βεῖ, τώ­ρα ποὺ ἔ­στει­λε στὸν ἀγύ­ρι­στο τοὺς αἰ­ῶ­νες.



Πη­γή: Ἡ γραμ­μὴ τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα (Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ον τῆς Ἑ­στί­ας, 1991, 3η ἀ­να­τύ­πω­ση, 2004)

Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος (Ἀθήνα, 1956-1993). Συγγραφέας, σκηνοθέτης καὶ ρα­διο­φω­νικὸς παραγωγὸς. Σπούδασε οικονομικὰ στὴν ΑΣΟΕ καὶ κινη­μα­το­γράφο στὸ Παρίσι μὲ δάσκαλό του τὸν Ἐρὶκ Ρομέρ. Πρῶτο του βιβλίο Ὑ­πό­θεση Μπεστ-σέλερ (1980). Συνεργάστηκε μὲ τὸ περιοδικὸ Ἀντὶ καὶ τὸν ρα­διοφωνικὸ σταθμὸ τοῦ Δεύτερου Προγράμματος τῆς ΕΡΤ. Τὸ 1992 ἔγρα­ψε καὶ σκηνοθέτησε, μαζὶ μὲ τὸν Σταῦρο Τσιώλη, τὴν ται­νία Παρακαλῶ, γυ­ναῖ­κες, μὴν κλαῖτε, ποὺ πῆρε τὸ Βραβεῖο Σεναρίου καὶ Σκηνοθεσίας στὸ Φεστιβὰλ Κινηματογράφου Θεσ­σα­λονίκης ὅπως καὶ τὸ Βραβείο Καλύ­τε­ρης Ταινίας τῆς Ἔνωνης Κριτικῶν Κινηματογράφου. Πέθανε ἀπὸ καρκί­νο τοῦ πνεύμονα σὲ ἡλικία 37 ἐτῶν.



		

	

Χρῖστος Δάλκος: Τό κοτσάρι



Χρῖστος Δάλκος


Τό κοτσάρι


«ΣΦΙΞΟΥ, κυρά μου», εἶπε ἡ νοσοκόμα.

       «Γιά προσέξτε πῶς μοῦ μιλᾶτε», εἶπε ἡ κυρία. «Ἐγὼ δὲ σᾶς πρόσβαλα, ἔτσι;»

       «Τί, ἐπειδὴ σᾶς εἶπα “κυρά μου”; Ὡραῖα, τὸ παίρνω πίσω, σφιχτῆτε κυρία μου!»

       «Κάτι εἶναι κι αὐτό, ἀρχίσαμε νὰ συνεννοούμαστε…»

       «Ναί, ἀλλὰ δὲ βλέπω νὰ σφίγγεστε», ἐπέμεινε ἡ νοσοκόμα.

       «Ἔ, πόσο πιὰ νὰ σφιχτῶ, θὰ χαλάσῃ καὶ ἡ φόρμα μου…»

       «Μ᾿ ὅλο τὸ θάρρος, εἶναι σφίξιμο αὐτό; Ἐδῶ, ἡ διπλανή σας, μ᾿ ἕνα σφίξιμο ἔβγαλε τρίδυμα, κι ἐσεῖς μᾶς παιδεύετε τόσες μέρες, πότε ὁ Γιάννης δέ μπορεῖ, πότε…»

       «Ἄ, δὲν ὑποφέρεστε, δὲν ἤθελα νὰ ἀπευθυνθῶ στὴ δι­εύ­θυν­ση τῆς κλινικῆς, ἀλλὰ μὲ ἀναγκάζετε νὰ σᾶς ἀναφέρω! Δὲν εἶναι κατάσταση αὐτὴ πλέον!»

       «Εἶναι ἡ τρίτη φορὰ κυρία μου ποὺ μοῦ κάνετε καταγγελία, καὶ ἐντάξει, καταγγεῖλτε με, ἀλλὰ σφιχτῆτε πα­ραλ­λή­λως σᾶς παρακαλῶ, ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ γεννήσετε καὶ κάποτε…»

       «Ἔστω, θὰ καταβάλω μιὰ τελευταία προσπάθεια πα­ραλ­λή­λως, ἀπαιτῶ ὅμως νὰ μεταβιβάσετε στοὺς ὑπευθύνους τὰ ἐντονώτατά μου παράπονα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τα­λαι­πω­ροῦ­μαι ἐπὶ τρεῖς συναπτὲς ἡμέρες, καὶ νὰ σκοντάφτω πάνω στὴν πιὸ ἀπίστευτη ἀναλγησία!»

       «Ἄ, σὰν κάτι νὰ γίνεται…», ἀναθάρρησε ἡ νοσοκόμα, «γιὰ σφιχτῆτε λίγο παραπάνω… λίγο ἀκόμα… κι ἄλλο λίγο… μὰ αὐτὸ εἶναι ἀπίστευτο… κυρία μου, κάνατε ἕνα τεράστιο κοτσάρι!*…»


* Ξερὸ χοντρὸ ἀνθρώπινο περίττωμα. Στὰ Τρόπαια Ἀρκαδίας, καὶ σὲ ἄλλα γειτονικὰ ἰδιώματα τῆς Γορτυνίας.

[Σ.τ.Ε.: Ἡ πα­ρού­σα δη­μο­σίευ­ση ἀ­φιε­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δό­τη στὴ μνή­­μη τοῦ Πρί­­μο Λέ­βι (1919-1987) καὶ τοῦ συγκλο­νι­στι­κοῦ ἔρ­γου του Ἂν αὐτὸ εἶ­ναι ἄν­θρω­πος.]


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Χρῖ­στος Δάλ­κο­ς (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲ­ς ἱ­στο­ρί­ε­ς (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­α­ς (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007), Γλωσ­σι­κὴ δι­δα­σκα­λί­α: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λά­θη μας; (Πα­ρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖo του βι­βλίo τὸ ποι­η­τι­κὸ Τὰ Δί­λο­γα (Με­λά­νι, 2020). καὶ τὸ δο­κί­μιο.

Εἰκόνα: James Ensor (1860-1949), A­lime­na­tion Doc­tri­nai­re [Δογ­μα­τι­κὴ Δι­α­τρο­φή], 1889. Πε­ρισ­σό­τε­ρα γιὰ τὸν πίνακα στὸ James Ensor. An online museum.



		

	

Κίμων Καλαμάρας: Ἀ­να­στο­λὴ δι­α­βου­λεύ­σε­ων πε­ρὶ ἐ­πα­νί­δρυ­σης τῆς Πε­ρι­πα­τη­τι­κῆς



Κίμων Καλαμάρας


Ἀ­να­στο­λὴ δι­α­βου­λεύ­σε­ων

πε­ρὶ ἐ­πα­νί­δρυ­σης τῆς Πε­ρι­πα­τη­τι­κῆς


ΕΚΙΝΗΣΑΝ τοὺς μα­κρεῖς πε­ρι­πά­τους ἕ­να καυ­τὸ κα­λο­και­ρι­νὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τρεῖς μὲ τέσ­σε­ρις ὧ­ρες ἀρ­χι­κὰ καὶ με­τὰ τὴν δεύ­τε­ρη συ­νάν­τη­ση, ἔ­φτα­σαν νὰ πε­ρι­φέ­ρον­ται στο­χα­στι­κά, γιὰ πέν­τε, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ ἑ­φτὰ ὧ­ρες. Δι­έ­σχι­ζαν τὴν Ἀ­θή­να μέ­σα ἀ­πὸ τὶς γει­το­νι­ές της, πη­γαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ Χα­λάν­δρι στὸ Πα­να­θη­να­ϊ­κὸ Στά­διο, καὶ ἀ­πὸ τὸν πα­λιὸ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μό, μέ­χρι τὸ Μο­σχά­το στὶς ἐκ­βο­λὲς τοῦ Κη­φι­σοῦ· ἀ­πὸ τὸν Πει­ραι­ᾶ ὣς στὴν Βού­λα· ἀ­πὸ τὰ Ἄ­νω Πα­τή­σια μέ­χρι τὴν Ὁ­μό­νοι­α, καὶ ἀ­πὸ κεῖ, στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Πλά­τω­νος. Θαύ­μα­σαν τὰ μον­τερ­νι­στι­κὰ τῆς Δρο­σο­πού­λου, τῆς Νά­ξου, τὴν κα­τα­πρά­σι­νη Σε­φέ­ρη, τὴν νω­χε­λι­κό­τη­τα τῆς Πα­ρί­τση· τὸν ἀ­νοι­χτὸ καὶ πλα­τὺ ὁ­ρί­ζον­τα σὲ κά­ποι­ους δρό­μους τῆς Βού­λας καὶ τῆς Γλυ­φά­δας, πού, θύ­μι­ζαν γει­το­νι­ὲς ἄλ­λης χώ­ρας. Ἡ κά­θε συ­νοι­κί­α μπο­ροῦ­σε σχε­δὸν νὰ δι­α­βα­στεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­νά­λυ­ση κοι­νω­νι­κῆς γε­ω­γρα­φί­ας, ἱ­στο­ρί­ας, ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς καὶ πο­λε­ο­δο­μι­κοῦ σχε­δια­σμοῦ. Ἡ Νέ­α Χαλ­κη­δό­να μὲ τὶς μο­νο­κα­τοι­κί­ες της καὶ τὶς ἔν­το­νες ἀ­να­φο­ρὲς στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ἡ Κη­φι­σιὰ μὲ τὰ ἀρ­χον­τι­κά της, ἡ ἄ­νω Κυ­ψέ­λη μὲ τὶς ἀ­νη­φό­ρες καὶ τὶς ἀ­να­πάν­τε­χες ὁ­ρι­ζόν­τι­ες ὀ­πτι­κές της· ὁ Ταῦ­ρος μὲ τὸ βι­ο­μη­χα­νι­κὸ σκη­νι­κό, νὰ δι­α­σχί­ζει ὅ­λο το το­πί­ο μέ­χρι τὸ λι­μά­νι, κι ἡ Καλ­λι­θέ­α, μὲ τὰ ἀ­σφυ­κτι­κά της δι­ώ­ρο­φα, τὰ στε­νὰ πε­ζο­δό­μια μὲ τὶς νε­ρα­τζι­ές, καὶ τὴν ἀ­πρό­σμε­νη ἐκ­βο­λή της στὴν θά­λασ­σα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ ποι­κι­λί­α τῶν σπι­τι­ῶν, ἀ­πὸ γω­νιὰ σὲ γω­νιά, ἦ­ταν τό­σο με­γά­λη, ποὺ τοὺς δη­μι­ουρ­γοῦ­σε μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς ἴ­σως πε­ρι­πλα­νῶν­ται γιὰ μέ­ρες. Καὶ τὸ πέ­ρα­σμα, ἀ­πὸ τὴν μιὰ πε­ρι­ο­χὴ στὴν ἄλ­λη, ὅ­πως ἀ­πὸ τὸ Ψυ­χι­κὸ στὴν Ἑλ­λη­νο­ρώ­σων γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­μοια­ζε μὲ τα­ξί­δι στὸν χρό­νο.

       Ὁ χρό­νος ποὺ πέρ­να­γε περ­πα­τών­τας, ἄ­φη­νε στὶς ψυ­χὲς τοὺς ἕ­να ἐ­λα­φρὺ αἴ­σθη­μα πο­λυ­τε­λοῦς ἀ­νά­παυ­λας, καὶ στὸ σῶ­μα τους, μιὰ βρα­δυ­φλε­γῆ εὐ­χα­ρί­στη­ση, σὰν νὰ βρί­σκον­ται σὲ σά­ου­να. Τὰ θέ­μα­τα τῶν συ­ζη­τή­σε­ων ἦ­ταν ποι­κί­λα καὶ αὐ­τά: ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις, με­τα­κι­νοῦν­ταν μὲ εὐ­κο­λί­α στὰ ἐ­σω­τε­ρι­κά, φι­λο­σο­φι­κὰ ἀ­να­πάν­τη­τα ἐ­ρω­τή­μα­τα, χω­ρὶς κα­μί­α δι­ά­θε­ση νὰ τὰ ἐ­πι­λύ­σουν, καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, πέρ­να­γαν προ­σε­κτι­κὰ στὰ πιὸ προ­σω­πι­κά, στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς ἀ­πο­τυ­χί­ες, ἄλ­λο­τε ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κές, ἄλ­λο­τε ἐ­ρω­τι­κές.

       Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ προ­σω­πι­κὰ δρά­μα­τα, μέ­σα στὸν με­γά­λο πε­ρί­πα­το, φω­τί­ζον­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά. Δι­α­χέ­αν κά­τι ἀ­πὸ τὴν πι­κρί­α τους, σκορ­ποῦ­σαν κά­τι ἀ­πὸ τὴν γύ­ρη τους, στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το τῆς πό­λης. Καὶ ἡ πό­λη θώ­πευ­ε αὐ­τὲς τὶς μι­κρὲς γιὰ ἐ­κεί­νη τρα­γω­δί­ες, καὶ ἔ­πει­τα τὶς δι­έ­χε­ε στὰ σπλά­χνα της ἀ­να­νε­ω­μέ­νες· ἀ­πο­κα­θηρ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ δά­κρυ καὶ τὸν πό­νο, μὲ ὅ­λη τους τὴν πρω­ταρ­χι­κὴ δό­ξα. Ἔ­τσι τὸ περ­πά­τη­μα στὴν πό­λη ἐ­πε­νερ­γοῦ­σε μὲ κά­ποι­ο ἀ­νε­ξή­γη­το μη­χα­νι­σμό, θε­τι­κὰ στοὺς δύ­ο πε­ρι­πα­τη­τές μας καὶ οἱ καρ­ποὶ μιᾶς πρώ­ι­μης φι­λί­ας ἄρ­χι­σαν νὰ ἀ­να­φύ­ον­ται. Μιᾶς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς ἀν­δρι­κῆς φι­λί­ας.

       Τὸ ἅ­δραγ­μα τῶν πρώ­των φαι­νο­με­νι­κὰ ὥ­ρι­μων αὐ­τῶν καρ­πῶν, ἦρ­θε τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ φθι­νο­πώ­ρου, Σε­πτέμ­βριο, ὅ­που στὴν Ἀτ­τι­κή, δὲν δι­α­φέ­ρει καὶ τό­σο ἀ­πὸ τὸ θέ­ρος. Ξε­κί­νη­σε δει­λά, μὲ ἀ­μοι­βαῖ­ες ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις πε­ρὶ ἀ­νέ­φι­κτου ἔ­ρω­τα καὶ τὴν συ­νή­θεια ποὺ ἔ­χουν οἱ ποι­η­τὲς νὰ ἐ­ξυ­μνοῦν τὴν ὀ­μορ­φιά του, δί­χως ἡ σάρ­κα, νὰ ἔ­χει κο­ρέ­σει τὴν δί­ψα της. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἄ­κομ­ψες ἀ­πορ­ρί­ψεις, ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα. Καὶ ὅ­πως συμ­βαί­νει πάν­τα μὲ τοὺς ποι­η­τές, τὶς συ­χνὰ δον­κι­χω­τι­κὲς αὐ­τὲς φι­γοῦ­ρες, ἡ προ­ο­πτι­κὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τος, δεί­χνει νὰ ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα ἀ­πὸ τὴν πραγ­μά­τω­ση ἑ­νὸς ἀ­νέλ­πι­στου καὶ ἀ­λη­θι­νὰ τρελ­λοὺ ἔ­ρω­τα. Για­τί τὸ φῶς του εἶ­ναι τέ­τοι­ο, ποὺ θαμ­πώ­νει τὴν κα­θε­αυ­τὴ πρά­ξη. Καὶ μό­νο ποὺ ζεῖς, σοῦ εἶ­ναι ἀρ­κε­τό, χω­ρὶς νὰ σὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ ἐ­πι­τυ­χὴς κα­τά­λη­ξη τοῦ πά­θους. Καὶ ὅ­σο γιὰ τὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ δη­μι­ούρ­γη­μα, μή­πως δὲν στέ­κει κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α ὡς τὸ νό­θο παι­δί, κά­θε με­γά­λου καὶ ἀ­νέ­φι­κτου ἔ­ρω­τα;

       Συ­νέ­χι­ζαν τοὺς ἀρ­γό­συρ­τους πε­ρι­πά­τους συ­ζη­τών­τας γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ καί, στα­δια­κά, ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­χω­ρί­ζουν τὶς ἀ­πό­ψεις τους, σὰν δυ­ὸ κλα­διὰ ποὺ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται. Ὁ ἕ­νας θὰ ὑ­πο­στή­ρι­ζε ἀ­κρά­δαν­τα, πὼς τὸ φῶς καὶ ἡ ἰ­δέ­α, ἡ σύλ­λη­ψη ἑ­νὸς ἀ­κό­μη ποι­ή­μα­τος γιὰ Ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι ἀρ­κε­τά· πὼς ἕ­να χα­ϊ­κού, εἶ­ναι τὸ ὕ­ψι­στο ἐ­πί­πε­δο εὐ­τυ­χί­ας, τὸ ὁ­ποῖ­ο, ἕ­νας με­γά­λος ἔ­ρω­τας μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­νε­βά­σει. Ὁ ἄλ­λος θὰ δι­α­τυμ­πά­νι­ζε τὴν πραγ­μα­τι­κή του λα­τρεί­α γιὰ τὸν ἐ­πί­γει­ο ἔ­ρω­τα, τὸ ἄγ­γιγ­μα, τὰ φι­λιά· τὶς ἀ­προ­σμέ­τρη­τες σαρ­κι­κὲς ἀ­πο­λαύ­σεις. Τὴν ζω­ὴ δί­πλα στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ τρι­βὴ τῶν πραγ­μά­των. Καὶ πώς, ἀ­κό­μη κι ἐ­κεῖ, συ­νή­θως ἐ­κεῖ, καρ­πο­φο­ρεῖ τὸ ὡ­ραῖ­ο καὶ ὑ­ψη­λό· πὼς ἐ­κεῖ ἀν­θί­ζει, ἕ­νας κῆ­πος μὲ πραγ­μα­τι­κὰ λου­λού­δια.

       Μὲ λί­γα λό­για, εἶ­χαν καὶ οἱ δυ­ό, μιὰ βα­θιὰ πί­στη στὰ θαύ­μα­τα.

       Ὅ­ταν τε­λι­κὰ κου­ρά­στη­καν, κά­θι­σαν σὲ ἕ­να τα­βερ­νεῖ­ο, πα­ρήγ­γει­λαν χω­ρι­ά­τι­κη, δυ­ὸ με­ρί­δες μπι­φτέ­κια, πα­τά­τες τη­γα­νη­τές, τυ­ρὶ σα­γα­νά­κι καὶ μπύ­ρες. Βού­τη­ξαν μα­νι­α­σμέ­νοι τὸ ψω­μὶ στὴν σα­λά­τα καί, ὅ­ταν αὐ­τὴ ἄ­δεια­σε, πα­ρήγ­γει­λαν κι ἄλ­λη. Ἔ­φα­γαν κά­πως ἀρ­γὰ τὰ ὑ­πό­λοι­πα, τσιμ­πο­λο­γών­τας, σχε­δὸν ἀ­μί­λη­τοι ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο στὸ ὁ­ποῖ­ο φαι­νό­ταν, νὰ ἔ­χει πε­ρι­έλ­θει, ἡ ἀρ­χι­κή τους συ­ζή­τη­ση. Ὁ χρό­νος πά­γω­σε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς μπου­κι­ές, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς πα­πά­ρες, καί οἱ πε­ρι­παι­χτι­κὲς ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου πό­τε ἔ­λαμ­παν, πό­τε κρύ­βον­ταν, κά­τω ἀ­πὸ τὴν ζε­λα­τί­να. Τὸ γκαρ­σό­νι πρό­τει­νε νὰ κα­τε­βά­σει τὴν τέν­τα. Ἔ­γνε­ψαν κα­τα­φα­τι­κὰ καί, κα­θὼς ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τύ­λι­γε σὰν σά­βα­νο τὶς σκέ­ψεις τους, ἄ­κου­γαν σι­ω­πη­λοί το ἀρ­γό­συρ­το στρίγ­κλι­σμα τῆς μα­νι­βέ­λας.


[06 .07. 2021]


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀ­θή­να, 1976). Εἶ­ναι ψυ­χο­λό­γος-ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τὴς καὶ ἐκ­παι­δευ­τὴς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν ψυ­χι­κῆς ὑ­γεί­ας στὴν συ­στη­μι­κὴ οἰ­κο­γε­νεια­κὴ θε­ρα­πεί­α. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σί­ευ­σε στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ­δε­ο­δρό­μιοἘν­τευ­κτή­ριοΔέ­κα­τα καὶ στοὺς ἱ­στό­το­πους Πλα­νό­διον­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΝέ­ο Πλα­νό­διον. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Γράμ­μα­τα σὲ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α­ (ἐ­πι­στο­λι­κὴ νου­βέ­λα, Ἐκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, 2020).



		

	

Μα­ρί­α Δρι­μῆ: Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των



Μα­ρί­α Δρι­μῆ


Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των


Α ΣΥΡΤΑΡΙΑ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ἔ­χα­σκαν ἄ­δεια σὰν πει­να­σμέ­να στό­μα­τα. Πρώ­τη φο­ρὰ φαι­νό­ταν ὁ πά­τος τους, ἀ­νοιγ­μέ­νος σὲ πολ­λὰ ση­μεῖ­α. Λί­γο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γλι­στροῦ­σαν τὰ χαρ­τιὰ ἀ­πὸ τὰ πά­νω στὰ κά­τω συρ­τά­ρια. Δί­πλα στὴν πόρ­τα ἦ­ταν στοι­βαγ­μέ­νες πέν­τε με­γά­λες σκου­πι­δο­σα­κοῦ­λες. Ὁ Ἄ­γης μά­ζε­ψε τὰ στυ­λό του καὶ τὰ ἔ­χω­σε στὴ μα­κρό­στε­νη ὑ­φα­σμά­τι­νη κα­σε­τί­να. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο σκε­φτι­κός. Ξα­νά­νοι­ξε τὴν κα­σε­τί­να κι ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ μέ­σα ἕ­να μαῦ­ρο Parker. Ἡ σε­λί­δα Α4 ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὴ πά­νω στὸ γρα­φεῖο. Ἴ­δια κι ἀ­πα­ράλ­λα­χτη ἡ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὰ ἔν­τυ­πα αἰ­τή­σε­ων· μό­νο οἱ λέ­ξεις ἦ­ταν ἄλ­λες: αἴ­τη­ση συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης. Ἔ­βα­λε τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, λο­ξὴ καὶ κυ­μα­τι­στή, σὰν γιρ­λάν­τα. Ἔ­κα­νε τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη ὑ­πο­γρα­φὴ ἀ­π’ ὅ­λους τους συ­να­δέλ­φους.

       Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των. Τριά­ντα πέν­τε χρό­νια στὸ ἴ­διο γρα­φεῖ­ο, κα­τέ­γρα­φε χα­μέ­να ἀν­τι­κεί­με­να. Εἶ­χε δι­ο­ρι­στεῖ ἐ­κεῖ ἀ­μέ­σως με­τὰ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, σὰν μιὰ προ­σω­ρι­νὴ λύ­ση ἀ­νάγ­κης. Εὔ­κο­λη δου­λειά, ρου­τι­νι­ά­ρι­κη καὶ ταυ­τό­χρο­να χρή­σι­μη. Ὁ κό­σμος ἔ­χα­νε ὅ,τι δὲν φαν­τά­ζε­ται κα­νείς· ἀ­πὸ στυ­λό, ρο­λό­για καὶ πορ­το­φό­λια μέ­χρι πο­δή­λα­τα, αὐ­το­κί­νη­τα καὶ ἄ­λο­γα. Ὁ το­μέ­ας τους ἀ­σχο­λι­ό­ταν μὲ μι­κρὰ ἀν­τι­κεί­με­να. Ὁ Ἄ­γης πα­ρα­λάμ­βα­νε τὶς δη­λώ­σεις ἀ­πώ­λειας, τοὺς ἔ­δι­νε κω­δι­κὸ καὶ τὶς τα­ξι­νο­μοῦ­σε μὲ χρο­νο­λο­γι­κὴ σει­ρὰ σὲ με­γά­λα ντο­σι­έ. Μὲ τὰ χρό­νια ἡ ὑ­πη­ρε­σί­α ψη­φι­ο­ποι­ή­θη­κε. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ χαρ­τιά, ντο­σι­ὲ καὶ κω­δι­κοί, ἀλ­λὰ ὑ­πο­λο­γι­στές, ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ ἀρ­χεῖ­α καὶ barcodes. Ἑ­κα­τον­τά­δες χι­λιά­δες χα­μέ­να μι­κρο­αν­τι­κεί­με­να εἶ­χε κα­τα­γρά­ψει ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ χρό­νια ὁ Ἄ­γης. Ἡ μι­σή του ζω­ὴ ἦ­ταν τὰ ἀ­πο­λε­σθέν­τα τῶν ἄλ­λων.

       Πά­ει και­ρὸς ποὺ εἶ­χε πε­θά­νει καὶ ὁ γέ­ρος ποὺ σύ­χνα­ζε στὰ γρα­φεῖ­α τους. Ἐ­δῶ καὶ δε­κα­ε­τί­ες, σχε­δὸν κά­θε δεύ­τε­ρη μέ­ρα, πάν­τα τὸ ἴ­διο βι­ο­λί. Θε­ο­πά­λα­βος. Πό­τε εἶ­χε χά­σει ἕ­ναν χρό­νο ἀ­πὸ τὴ ζω­ή του καὶ ζη­τοῦ­σε βο­ή­θεια νὰ τὸν ξα­να­θυ­μη­θεῖ, πό­τε τοῦ εἶ­χε ξε­γλι­στρή­σει μι­σο­τε­λει­ω­μέ­νο τὸ ὄ­νει­ρο στὸν ὕ­πνο. Μιὰ μέ­ρα εἶ­χε ἔρ­θει νὰ δη­λώ­σει ὅ­τι χά­θη­καν οἱ πραγ­μα­τι­κοὶ ἄν­θρω­ποι. «Ὅ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ βλέ­πε­τε εἶ­ναι ὁ­μοι­ώ­μα­τα», ἔ­λε­γε καὶ ξα­νά­λε­γε.

       Στὸ γρα­φεῖ­ο τὸν ἔ­κα­ναν χά­ζι. «Πά­λι ἐ­δῶ εἶ­ναι ὁ χα­μέ­νος. Ἄ­γη, ἀ­νά­λα­βέ τον», τοῦ ἔ­λε­γε ὁ προ­ϊ­στά­με­νος. Ὁ Ἄ­γης τὸν ἔ­βα­ζε νὰ κα­θί­σει στὸ γρα­φεῖ­ο του. Ἄ­νοι­γε δῆ­θεν τὸν ὑ­πο­λο­γι­στὴ νὰ κα­τα­γρά­ψει τὸ ἀ­πο­λε­σθὲν τῆς ἡ­μέ­ρας. Ὁ γέ­ρος εἶ­χε γα­λα­νὰ μά­τια καὶ σα­κου­λι­α­σμέ­να βλέ­φα­ρα. Χει­μώ­να-κα­λο­καί­ρι φο­ροῦ­σε τὴν ἴ­δια λε­ρὴ κα­παρ­ντί­να, μό­νο ποὺ τὸ κα­λο­καί­ρι τὴν ἔ­βγα­ζε καὶ τὴν κρα­τοῦ­σε δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του. Εὐ­τυ­χῶς, δὲν μύ­ρι­ζε. Ὁ Ἄ­γης δὲν ἄν­τε­χε τὴν ξι­νί­λα τοῦ ἱ­δρώ­τα.

       «Τί χά­σα­τε σή­με­ρα;»

       Μὲ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση αὐ­τὴ ὁ γέ­ρος ἄρ­χι­ζε ἕ­ναν μο­νό­λο­γο χω­ρὶς τέ­λος, γιὰ τὰ χα­μέ­να του χρό­νια καὶ τὸ πε­θα­μέ­νο του παι­δί, τὴ «Χα­μέ­νη Ἄ­νοι­ξη» τοῦ Τσίρ­κα, τὴ μου­σι­κὴ ποὺ ἀ­κού­γε­ται γιὰ μιὰ στιγ­μὴ κι ὕ­στε­ρα χά­νε­ται. Ὁ Ἄ­γης ἄλ­λο­τε ἄ­κου­γε δι­α­σκε­δά­ζον­τας κι ἄλ­λο­τε ἔ­κα­νε πὼς γρά­φει κι ἔ­παι­ζε σκά­κι στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ὁ γέ­ρος ἦ­ταν κον­τὰ στὴ δι­κή του ἡ­λι­κί­α, ὅ­μως ἐ­κεῖ­νον κα­νεὶς δὲν τὸν ἀ­πο­κα­λοῦ­σε «γέ­ρο», ὅ­λοι τὸν ἔ­λε­γαν Ἄ­γη. Φο­βό­ταν ὅ­τι θὰ τὸν ἔ­τρω­γε στὴ μά­πα μέ­χρι τὴ σύν­τα­ξη, ὅ­μως νὰ ποὺ ὁ γέ­ρος τὸν πρό­λα­βε, τερ­μά­τι­σε πρῶ­τος. Καὶ νά, ἐ­πί­σης, ποὺ τώ­ρα τε­λευ­ταῖ­α εἶ­χε φτά­σει νὰ τοῦ λεί­πει. Ἀ­κό­μα καὶ ἡ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι, χω­ρὶς τὸ κα­κο­σου­λού­πω­το σῶ­μα μὲ τὴν κα­παρ­ντί­να, ἔ­στε­κε ἄ­δεια καὶ ἀ­μή­χα­νη.

       Ἔ­ρι­ξε μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ γύ­ρω του, μὴν εἶ­χε ξε­χά­σει τί­πο­τα. Ἔ­βα­λε τὴν κα­σε­τί­να στὴν τσάν­τα του καὶ ξε­κρέ­μα­σε τὴν κα­παρ­ντί­να του ἀ­πὸ τὸν κα­λό­γε­ρο. Ἔ­κα­νε ζέ­στη, δὲν τὴ φό­ρε­σε. Πῆ­ρε τὸ ἔν­τυ­πο τῆς πα­ραί­τη­σης, νὰ τὸ κα­τα­θέ­σει στὴ γραμ­μα­τεί­α φεύ­γον­τας.

       Τὸ κτή­ριο ἦ­ταν ἔ­ρη­μο. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἔ­κα­ναν τη­λερ­γα­σί­α. Στὴ γραμ­μα­τεί­α ὑ­πῆρ­χε μό­νο μί­α ὑ­πάλ­λη­λος. Δὲν τὴν ἤ­ξε­ρε, μᾶλ­λον και­νού­ρια. Πά­νω ἀ­πὸ τὴν πο­λύ­χρω­μη μά­σκα, τὰ μά­τια της ἔ­λαμ­παν σὰ νὰ εἶ­χε κλά­ψει.

       «Αἴ­τη­ση ἀ­δεί­ας;» τὸν ρώ­τη­σε.

       «Ὄ­χι. Πα­ραί­τη­ση λό­γω συν­τα­ξι­ο­δό­τη­σης.»

       «Μά­λι­στα» τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε. Πέ­ρα­σε τὰ στοι­χεῖ­α τῆς αἴ­τη­σης στὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Ἔ­γρα­φε γρή­γο­ρα, λὲς καὶ τὰ δά­χτυ­λά της εἶ­χαν ξαφ­νι­κὰ ξε­κολ­λή­σει ἀ­πὸ τὰ χέ­ρια της καὶ εἶ­χαν ξα­μο­λη­θεῖ ἐ­λεύ­θε­ρα πά­νω στὸ πλη­κτρο­λό­γιο. «Εἶ­στε ἕ­τοι­μος» τοῦ εἶ­πε. «Κα­λὴ συ­νέ­χεια.»

       «Εὐ­χα­ρι­στῶ» ἀ­πάν­τη­σε ὁ Ἄ­γης.

       Πῆ­ρε τὴ σκά­λα τῆς κα­θό­δου. Συ­νή­θως ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­σαν­σέρ, ὅ­μως σή­με­ρα δὲν βι­α­ζό­ταν. Κα­θὼς κα­τέ­βαι­νε, ἔ­ρι­χνε μα­τι­ὲς ἀ­ρι­στε­ρὰ καὶ δε­ξιὰ στὶς γνώ­ρι­μες πόρ­τες. Οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἦ­ταν κλει­στές. Φαν­τά­στη­κε τὴ μέ­ρα ποὺ θὰ γύ­ρι­ζε ὡς ἐ­πι­σκέ­πτης γιὰ νὰ γνω­ρί­σει τὸν ἀν­τι­κα­τα­στά­τη του. Εἶ­χαν ἤ­δη προ­κη­ρύ­ξει τὴ θέ­ση. Μὲ σχε­δὸν τρε­λὴ χα­ρὰ πρό­σμε­νε τὴ στιγ­μὴ ποὺ θὰ κα­θό­ταν στὴν ἀ­δεια­νὴ κα­ρέ­κλα ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ πα­λιό του γρα­φεῖ­ο, κρα­τών­τας τὴν κα­παρ­ντί­να δι­πλω­μέ­νη στὸ μπρά­τσο του, καὶ θὰ δή­λω­νε ὅ­λα τὰ χρό­νια τῆς ζω­ῆς του ποὺ ἔ­χα­σε μέ­σα στὸ Τμῆ­μα Ἀ­πο­λε­σθέν­των.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Μα­ρί­α Δρι­μῆ (Ἀ­θή­να, 1968). Ἰ­α­τρὸς Ἐν­τα­τι­κο­λό­γος σὲ Μο­νά­δα Ἐν­τα­τι­κῆς Θε­ρα­πεί­ας τοῦ ΕΣΥ καὶ ἀ­πό­φοι­τη τοῦ Τμή­μα­τος Φι­λο­λο­γί­ας ΕΚΠΑ (κα­τεύ­θυν­ση Με­σαι­ω­νι­κῆς καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς Φι­λο­λο­γί­ας). Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α καὶ τὸ θέ­α­τρο. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν δι­α­κρι­θεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Στὸ δι­α­δί­κτυ­ο κυ­κλο­φο­ροῦν ἐ­λεύ­θε­ρα τὰ θε­α­τρι­κά της ἔρ­γα: Ἐν τό­πῳ χλο­ε­ρῷ (2019), Οὔ­ριος ἄ­νε­μος (2020), Ἀ­πὸ ἕ­δρας (2020). Τὸ θε­α­τρι­κό της ἔρ­γο Ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες οἱ εἰ­κό­νες (2020) ἀ­πέ­σπα­σε τρί­το βρα­βεῖ­ο στὸν δι­α­γω­νι­σμὸ «Σὲ κλει­στὸ κύ­κλο» τῆς Ἕ­νω­σης Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων Κύ­πρου.



		

	

Θο­δω­ρῆς Δη­μη­τρα­κό­που­λος: Ἐ­θνι­κὴ ἑ­ορ­τή



Θο­δω­ρῆς Δη­μη­τρα­κό­που­λος (συντάκτης)


Ἐ­θνι­κὴ ἑ­ορ­τή


ΣΗΜΕΡΑ τί γι­ορ­τά­ζου­με;

— Ποὺ φύ­γα­νε οἱ Τοῦρ­κοι.

— Τοὺς Τούρ­κους ποι­ός τοὺς ἔ­δι­ω­ξε;

— Ξέ­ρω ‘γώ, οἱ Ἀ­με­ρι­κά­νοι.

— Οἱ Ἕλ­λη­νες τί κά­να­νε;

— Ἦ­ταν κι αὐ­τοὶ στὸ κόλ­πο.

— Ξέ­ρεις μιὰ μά­χη, νὰ μᾶς πεῖς;

— Αὐ­τὴ στὸ Μα­ρα­θώ­να.

— Αὐτὸ τὸ λὲς μὲ σι­γου­ριά;

— Φί­λε, πά­ω γιὰ ΑΣΟΕΕ, δὲν ἀ­σχο­λοῦ­μαι μὲ αὐ­τά.


* * *


ΣΗΜΕΡΑ τί γι­ορ­τά­ζου­με;

— Τὸ ΟΧΙ πρὸς τοὺς Γερ­μα­νούς.

— Καὶ ποι­ός εἶ­πε τὸ ΟΧΙ;

— Ὁ Λε­ω­νί­δας στὰ στε­νά… ὄ­χι, ὄ­χι, ἕ­νας Με­τα­ξᾶς.

— Κι οἱ Γερ­μα­νοὶ ποι­όν εἴ­χα­νε γι’ ἀρ­χη­γό τους τό­τε;

— Ξέ­ρω κι ἐ­γώ, ἕ­ναν μουρ­λὸ πού ‘χε ἕ­να μου­στά­κι.

— Τὸν Χί­τλερ μή­πως ἐν­νο­εῖς;

— Ναί, ναί, ἐ­κεῖ­νον τὸ μουρ­λό, πού ‘χε κι ἕ­να λυ­κό­σκυ­λο.


* * *


ΞΕΡΕΙΣ τὸν Κο­λο­κο­τρώ­νη;

— Ἦταν ἕ­νας στρα­τη­γός.

— Ποῦ πο­λέ­μη­σε αὐ­τός;

— Τώ­ρα… ἦ­ταν στὸν ἐμ­φύ­λιο, βό­ρει­οι καὶ νό­τιοι.

— Μὲ ποι­ούς ἤ­τα­νε αὐ­τός;

— Μᾶλ­λον μὲ τοὺς νό­τιους, ἀ­π’ τὴν Πε­λο­πόν­νη­σο.


* * *


ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ νὰ μᾶς πεῖς τρεῖς ἥ­ρω­ες τῆς Ἐ­πα­νά­στα­σης;

— Πα­πα­φλέσ­σας, ὁ Πα­πα­μι­χα­ήλ, ἡ Μαν­τὼ ἡ Μαυ­ρο­γέ­νους, ποὺ τὴν ἔ­κα­νε ἡ Κα­ρέ­ζη καὶ ὁ Πρέ­κας ποὺ κρυ­βό­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να ὀ­χυ­ρό.

— Ξέ­ρεις πό­τε ζή­σα­νε;

— Τὸ ’60, τὸ ’70, κά­που ἐ­κεῖ.


* * *


ΤΙ ‘ΤΑΝΕ ἡ Φι­λι­κὴ Ἐ­ται­ρί­α;

— Ξέ­ρω ‘γώ, κα­μιὰ ΜΚΟ;

— Ἐ­γώ ἐ­σέ­να­νε ρω­τῶ.

— Γιὰ τοὺς πρό­σφυ­γες, ΜΚΟ.

— Μή­πως ξέ­ρεις τοὺς ἱ­δρυ­τές της;

— Ὄχι, αὐ­τὰ δὲν τὰ μπο­ρῶ, εἶ­μαι καὶ ἀ­πὸ τὴ Λέ­σβο, αἷ­μα φτύ­σα­με ἐ­κεῖ, μα­ζευ­τῆ­καν ὅ­λοι οἱ γύ­φτοι, κι ἅ­μα ἀ­κού­ω ΜΚΟ, στὸ λε­πτὸ μοῦ τὴ βα­ρᾶ.


* * *


ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Ὕ­μνου.

— Δὲν τὰ ξέ­ρω ἐ­γὼ αὐ­τά.

— Ἔ, δο­κί­μα­σε στὴν τύ­χη.

— Ξέ­ρω ‘γώ, ὁ Πα­λα­μᾶς;

— Ἀ­παν­τᾶς ἢ μὲ ρω­τᾶς;

— Ἐν­τά­ξει κλεί­νω, Πα­λα­μᾶς. Λά­θος;

— Λά­θος, εἶ­ναι ὁ Σο­λω­μός.

— Δὲν τὸν ἤ­ξε­ρα αὐ­τόν.


* * *


— ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Ὕ­μνου.

— Ὁ Δι­ο­νύ­σιος Σο­λω­μός.

— Ἄτσα, μὲ τὴν πρώ­τη ὁ παί­κτης!

— Τά ‘χα μὲ ζα­κυν­θι­νιὰ καὶ μοῦ τά ‘μα­θε αὐ­τά.

— Τά ‘χε­τε ἀ­κό­μα οἱ δυ­ό σας;

— Μπά, χω­ρί­σα­με και­ρό.

— Σοῦ ‘μεῖ­νε ὁ Σο­λω­μός.


* * *


— ΠΩΣ ΑΡΧΙΖΕΙ ὁ Ἐ­θνι­κὸς Ὕ­μνος;

— ΘΡΥΛΕ ΤΩΝ ΓΗ­ΠΕ­ΔΩΝ Ο­ΛΥ­ΜΠΙ­Α­ΚΕ ΔΑΦΝΟ­ΣΤΕ­ΦΑ­ΝΩ­ΜΕ­ΝΕ ΜΕ­ΓΑ­ΛΕ ΚΑΙ ΤΡΑ­ΝΕ…

— Γαῦρος;

— Ὣς τὸ κόκ­κα­λο, γιὰ τὴ χώ­ρα δὲν μὲ νοιά­ζει, γιὰ τὸν Ὀ­λυμ­πια­κὸ πε­θαί­νω, κι ἀ­π’ τὸν Πρό­ε­δρο μα­κριά, νὰ μὴ λέ­νε τί­πο­τα.


[Σημείωση Τ. Σ.: Ἀ­πο­σπά­σμα­τα συ­νεν­τεύ­ξε­ων ποὺ πῆ­ραν ἀ­πὸ ἐ­φή­βους στὸ κέν­τρο τῆς Ἀ­θή­νας, με­τα­πτυ­χια­κοὶ φοι­τη­τὲς τοῦ Τμή­μα­τος Ἱ­στο­ρί­ας τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ ΕΚΠΑ.]


Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Θο­δω­ρῆς Δη­μη­τρα­κό­που­λος (1982). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά. Δημοσίευσε τὴν ποιητικὴ συλλογὴ Κουκούλα Ἀραχνοΰφαντη (Πλανόδιον, 2011).