Χόρχε Λουὶς Μπόρχες (Jorge Luis Borges): Argumentum ornithologicum


Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges)


Argumentum ornithologicum


ΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ καὶ βλέ­πω ἕ­να σμῆ­νος που­λι­ῶν. Τὸ ὅ­ρα­μα δια­ρκεῖ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο, μπο­ρεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο· δὲν ξέ­ρω πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἦ­ταν κα­θο­ρι­σμέ­νος ἢ ἀ­κα­θό­ρι­στος ὁ ἀ­ριθ­μός τους; Τὸ πρό­βλη­μα ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸ ζή­τη­μα τῆς ὕ­παρ­ξης τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι κα­θο­ρι­σμέ­νος, για­τὶ ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἐ­ὰν δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­κα­θό­ρι­στος, για­τί κα­νεὶς δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σει. Σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση, εἶ­δα λι­γό­τε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα που­λιὰ (ἂς ποῦ­με), ἀλ­λὰ δὲν εἶ­δα ἐν­νέ­α, ὀ­κτώ, ἑ­πτά, ἕ­ξι, πέν­τε, τέσ­σε­ρα, τρί­α ἢ δύ­ο. Εἶ­δα ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὸ δέ­κα καὶ τὸ ἕ­να, ποὺ δὲν εἶ­ναι τὸ ἐν­νέ­α, τὸ ὀ­κτώ, τὸ ἑ­πτά, τὸ ἕ­ξι, τὸ πέν­τε κ.λπ. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­κέ­ραι­ος ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­σύλ­λη­πτος· ἄ­ρα, ὁ Θε­ὸς ὑ­πάρ­χει.



Πη­γή: El hacedor (1960)

Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1899-Γε­νεύ­η, Ἐλ­βε­τί­α, 1986). Δι­ή­γη­μα, Ποί­η­ση, Κρι­τι­κή, Δο­κί­μιο. Θε­ω­ρεῖ­ται μί­α ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μορ­φὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι πιὸ γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. Πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς πιὸ γνω­στές του ἱ­στο­ρί­ες ἀ­φο­ροῦν τὴ φύ­ση τοῦ χρό­νου, τὸ ἄ­πει­ρο, κα­θρέ­φτες, λα­βύ­ριν­θους, τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τα.  Πρώ­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του: Fervor de Buenos Aires (Πά­θος γιὰ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1923), ἄλ­λα ἔρ­γα του: Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Βα­βέλ, Τὸ Ἄ­λεφ, κ.ἄ. Ἡ δι­ε­θνὴς φή­μη τοῦ Μπόρ­χες ξε­κί­νη­σε στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960. Τὸ 1961 μοι­ρά­στη­κε μὲ τὸν Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ τὸ Βρα­βεῖ­ο Φορ­μεν­τόρ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Ἀλεξάνδρα Παπαδοπούλου: Χειραφεσία


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου


Χει­ρα­φε­σί­α


 Κ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΣ εἶ­νε ὑ­πὲρ τῆς χει­ρα­φε­σί­ας. Ἔ­γρα­ψε τρι­αν­τα­εν­νέ­α ἄρ­θρα διὰ τὸν σκο­πόν, καὶ ἐν τῷ με­τα­ξύ, ἐ­νώ­πιον πυ­κνοῦ ἀ­κρο­α­τη­ρί­ου, ἔ­δω­κε σα­ράν­τα πέν­τε δι­α­λέ­ξεις.

Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα, ἢ καλ­λί­τε­ρα τὸ προ­ϊ­ὸν ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν διὰ γλώσ­σης καὶ γρα­φί­δας ἀ­γώ­νων, ἦ­το ἡ ἀ­πο­θέ­ω­σις τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου. Αἱ γυ­ναῖ­κες, τῶν ὁ­ποί­ων τό­σῳ ἀ­φι­λο­κερ­δῶς ὁ κ. Δη­μό­που­λος ὑ­πε­στή­ρι­ζε τὰ δί­και­α, τὸν ἀ­πε­κά­λουν πλέ­ον ὁ Δη­μό­που­λός μας.

          Εἰς μί­αν ἑ­σπε­ρί­δα τοῦ συλ­λό­γου «Νέ­αι ἰδέ­αι», ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­γλύστρη­σεν εἰς τὸ ἀ­γα­πη­τὸν θέ­μα του.

          Γέ­ρων κα­θη­γη­τὴς ἔλε­γεν ὅτι εἶ­χε δί­και­ον ὁ Θου­κυ­δί­δης νὰ θε­ω­ρῇ ὡς τὴν καλ­λί­στην τῶν γυ­ναι­κῶν ἐκείνην, πε­ρὶ τῆς ὁ­ποί­ας δὲν γί­νε­ται λό­γος.

          Ἄ, τό­τε ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἄ­να­ψε καὶ κε­ραυ­νοὶ ἐ­ξῆλ­θον ἀ­πὸ τὸ στό­μα του.

          — Ὁ Πε­ρι­κλῆς τὰ εἶ­πεν αὐ­τά; Δὲν ξεύ­ρω ἂν τὰ εἶπε —δι­ό­τι εἶ­ναι ἐ­κτὸς τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός μου— ὅ­μως ἂν τὰ εἶ­πε, ἦ­το μέ­γας ὑ­πο­κρι­τής, καὶ μέ­γας ψεύ­στης· καὶ δὲν ἐ­ψεύδε­το, οὐ­δὲ ὑ­πε­κρί­νε­το, κυ­ρί­αι καὶ κύ­ριοι (ὁ κ. Δη­μό­που­λος ἐ­νόμι­σεν ὅτι ὁ­μι­λεῖ διὰ τεσ­σα­ρα­κο­στὴν ἕ­κτην φο­ρὰν ἀ­πὸ τοῦ βή­μα­τος), διὰ τοὺς συγ­χρό­νους. Ἐ­κεῖ­νοι ἐ­γνώρι­ζον ὅ­τι ἡ γυ­νὴ ἦ­το ὁ Ἥ­φαι­στος, ὁ ὁ­ποῖος ἐ­λάξευ­ε τοὺς κε­ραυ­νούς του.

          Ὅλοι ἐ­γνώ­ρι­ζον τὴν Ἀ­σπα­σί­αν, τὴν με­γά­λην ἐ­κεί­νην γυ­ναί­κα, τὴν ἐκτὸς τοῦ γυ­ναι­κω­νί­του γυ­ναῖ­κα, πρὸς τὴν ὁ­ποί­αν αὐ­τὸς ἦ­το ἄ­φω­σι­ω­μέ­νος καὶ εὐ­γνώ­μων, δι­ό­τι δὲν ἦ­το Ὀμ­φά­λη καὶ δὲν τὸν ὑ­πο­χρέ­ω­σε νὰ ὑ­φαί­νῃ.

          Ὁ Πε­ρι­κλῆς, κύ­ριοι, ὁ­μι­λῶν οὕ­τω πε­ρι­ύ­βρι­ζε δη­μο­σί­ᾳ τὴν Ἀ­σπα­σί­αν.

          Ἐν ὀ­νό­μα­τι τῆς πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νης με­γά­λης γυ­ναι­κὸς καὶ ὅ­λου τοῦ πε­ρι­υ­βρι­ζο­μέ­νου γυ­ναι­κεί­ου φύ­λου, ἂς κρά­ξω­μεν: «Κά­τω ὁ Πε­ρι­κλῆς καὶ ζή­τω ἡ Ἀ­σπα­σί­α».

          — Μὰ εὑ­ρί­σκε­ται βα­θειὰ στὴ γῆ ὁ Πε­ρι­κλῆς, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ πά­γῃ πα­ρα­κά­τω.

          Ἡ αἴ­θου­σα με­τε­βλή­θη εἰς παν­δαι­μό­νιον, καὶ μί­α μι­κρὰ ἰα­τρός, ἄ­σχη­μη καὶ στε­γνή, ἐνηγ­κα­λί­σθη τὸν κ. Δη­μό­που­λον καὶ τὸν κα­τε­φί­λη­σεν ἐκ μέ­ρους τοῦ ὡ­ραί­ου φύ­λου.

       Κα­τό­πιν προ­έ­τει­νε νὰ γεί­νουν ἔ­ρα­νοι καὶ νὰ στη­θῆ ὁ ἀνδριὰς τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Τὸ ἀ­κρο­α­τή­ριον ἐχει­ρο­κρότη­σε καὶ μί­α χει­ρα­φε­τη­μέ­νη, ἡ ὁ­ποί­α δι­ε­ζεύ­χθη τὸν σύ­ζυ­γόν της ὡς πο­λὺ ὀ­πι­σθο­δρο­μι­κόν, πα­ρε­κά­λε­σε τὸν κ. Δη­μόπου­λον νὰ δη­μο­σί­ευ­σῃ τὰς δι­α­λέ­ξεις του ἢ νὰ τῆς δώ­σῃ τὰ χει­ρό­γρα­φά του, νὰ τὰ με­τα­φρά­σῃ εἰς τὸ Ἀγ­γλι­κὸν ὡς ἀν­τα­πο­κρί­τρια τῆς πε­ρι­φή­μου ἐ­φη­με­ρί­δος «Ὀρ­νι­θὼν χω­ρὶς ἀ­λέ­κτο­ρα».

          Ὁ κα­θη­γη­τής, ἄν­θρω­πος πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νων ἰ­δε­ῶν, ἀ­νά­ξιος νὰ κα­τα­νο­ή­σῃ τὸ νέ­ον πνεῦ­μα, νὰ πλα­σθῇ μὲ τὸ νέ­ον δόγ­μα, νὰ ζυ­μω­θῇ ὑ­πὲρ αὐτοῦ, προ­έ­βαι­νεν ἀ­κρά­τη­τος εἰς τὸ ὀ­λι­σθη­ρὸν ἔ­δα­φος.

          Προ­σβλέ­πων τὴν ἐ­κτρω­μα­τι­κὴν ἀσχη­μίαν τῆς νε­α­ρᾶς ἰ­ατροῦ προ­τεί­νει:

          — Τὸ χει­ρά­φε­τον ὡ­ραῖ­ον φύ­λον νὰ παύ­σῃ φέ­ρον τὸν τί­τλον τοῦ­τον τῆς δου­λο­κρα­τί­ας.

          Ἡ ἰα­τρὸς ἐξε­μά­νη καὶ εἶ­πε μὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸν ὕ­φος:

          — Ἁ­πλοῦς θνη­τὸς δὲν δύ­να­ται ν’ ἀ­να­τρέ­ψῃ τοὺς νό­μους τῆς φύ­σε­ως. Αἱ γυ­ναῖ­κες γεν­νῶν­ται ὡ­ρα­ῖαι.

          Ὁ φο­βε­ρὸς κα­θη­γη­τής, βλέ­πων πο­νή­ρως τὴν κόμ­μω­σιν μιᾶς χει­ρα­φέ­του, μὲ τοὺς τε­χνη­τοὺς κυ­μα­τι­σμούς, προ­τεί­νει:

          —Αἱ γυ­ναῖ­κες μὲ τὴν αὔ­ραν τῆς ἐ­λευ­θε­ρί­ας των, νὰ ἔ­χουν τὸ δι­καί­ω­μα νὰ δει­κνύ­ουν ἐ­λευ­θέ­ρως τὴν φα­λά­κραν των καὶ νὰ μὴ τὴν κρύ­πτουν δου­λο­πρε­πῶς κ.τ.λ.

          Ὁ κα­θη­γη­τὴς θὰ κα­τε­δι­κά­ζε­το εἰς θά­να­τον ἂν ἦ­το δι­κα­στή­ριον ζω­ῆς καὶ θα­νά­του.

Τὸ φῶς ἑ­νὸς κη­ρί­ου φω­τί­ζει τὸ χρυ­σό­μαλ­λο κε­φα­λά­κι τῆς Ἄν­νης Δη­μο­πού­λου. Ἀ­κού­ε­ται ἡ ἤ­ρε­μος ἀ­να­πνο­ὴ τοῦ μικροῦ της, τὸ ὁ­ποῖ­ον κοι­μᾶ­ται σὰν ἀγ­γε­λού­δι στὴν κού­νια του. Κἄπο­τε βή­χει καὶ φαί­νε­ται ἀ­νή­συ­χον.

          Ἡ Ἄν­να πλέ­κει πε­ρι­ώ­μιον καὶ ἀ­πὸ και­ροῦ εἰς και­ρὸν πα­ρα­τη­ρεῖ τὸ ἀνοι­κτόν ἐ­πὶ τῆς τρα­πέ­ζης μι­κρο­σκο­πι­κὸν ὡρο­λό­γιόν της, διὰ νὰ δώ­σῃ τὸ ἰ­α­τρι­κὸν τοῦ μι­κροῦ, τὸ ὁποῖ­ον τα­ράσ­σε­ται ἀ­πὸ πνι­γη­ρὸν βή­χα, ἢ καὶ διὰ νὰ μέ­τρη­σῃ τὰς ὥ­ρας τῆς ἀ­που­σί­ας τοῦ συ­ζύ­γου της.

          Πε­ρα­σμέ­να με­σά­νυ­κτα· ἔ­ξαφ­να ἀ­κού­ον­ται βή­μα­τα· εἶ­ναι ὁ κ. Δη­μο­που­λος.

Πε­τᾷ τὸν πῖ­λον του, γλυ­κο­φι­λεῖ τὴν Ἄν­ναν καὶ παίρ­νει τὸ κη­ρί­ον καὶ πλη­σιά­ζει εἰς τὸ λί­κνον.

          Τί ὡ­ραῖ­ο τὸ παι­δά­κι του! Ζα­ρώ­νει τὰ φρυ­δά­κια του μὲ τὸ φῶς, μὰ δὲν ξυ­πνᾷ.

          — Σή­με­ρα ἔ­βη­ξε πά­λιν πο­λύ.

          — Ἔ­βη­ξεν πά­λιν!!!

          — Ναί.

          — Μή­πως τὸ ἐμ­πι­στεύ­θη­κες στὰ χέ­ρια τῆς νταν­τᾶς;

          — Ἐ­γώ;

          — Ναί, βέ­βαι­α, σὲ εἶ­δα τὸ πρωῒ στὰ ἐμ­πο­ρι­κά.

          Ὁ κύ­ριος Φι­λά­ρε­τος Δη­μόπου­λος, μὲ τὸ ὕ­φος τῶν 45 δι­α­λέ­ξε­ών του, ἐξά­πτε­ται, βη­μα­τί­ζει πυ­ρε­τω­δῶς μὲ κίν­δυνον νὰ ἐ­ξυ­πνή­σῃ τὸ παι­δά­κι του καὶ λέ­γει:

          — Κυ­ρί­α, μιὰ μά­να ποὺ ἔ­χει παι­διά, δὲν ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται ἀ­πὸ τὴν κού­νια τοῦ παι­διοῦ της. Τὰ ξέ­να χέ­ρια δὲν ‘μ­πο­ροῦν βέ­βαι­α νὰ τὰ πε­ρι­ποι­η­θοῦν καὶ ἡ ξέ­νη καρ­διὰ δὲν ‘μ­πο­ρεῖ νὰ τὸ πο­νέ­σῃ. Τὴν ξεύ­ρω ἐ­γὼ τὴν Μαρ­γα­ρί­τα. Κα­λὸ κο­ρί­τσι, ἀλ­λὰ καρ­διὰ πο­λὺ τρυ­φε­ρή…

          — Μά, Φι­λά­ρε­τε, ἡ μη­τέ­ρα ἦ­ταν ἄρ­ρω­στη· καὶ πε­τά­χθη­κα μιὰ στιγ­μού­λα. Δὲν ἤ­μουν στὰ ἐμ­πο­ρι­κά. Ἄ… οὔ­τε μι­σὴ ὥ­ρα… σὲ τὸ ὁρ­κί­ζο­μαι.

          — Μὰ αὐ­τὴ ἡ μι­σὴ ὥ­ρα ἔ­φε­ρε αὐτὴ τὴν κα­τά­στα­σι.

          Τὸ ἀγ­γε­λού­δι πα­θαί­νει νέ­αν κρί­σιν βη­χός, ὁ κ. Δη­μό­που­λος νέ­αν κρί­σιν λύσ­σης, ἡ κ. Δη­μο­πού­λου νέ­αν κρί­σιν ἀ­πελ­πι­σί­ας.

          — Θα μα­ζέ­ψω ὅ­λους τοὺς ἰα­τροὺς τῆς πρω­τευ­ού­σης.

          — Μὰ, Φι­λά­ρε­τε, μὴ γί­νε­σαι παι­δί. Ὁ ἰα­τρὸς ἦλ­θε καὶ μὲ κα­θη­σύ­χα­σε. Τοῦ δί­δω τὰ ἰ­α­τρι­κὰ τα­κτι­κά. Θὰ τοῦ τὰ δώ­σω ὣς τὸ πρωῒ καὶ θὰ τοῦ πέ­ρα­σῃ ὁ βή­χας. Πή­γαι­νε σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ ἡ­συ­χά­σῃς. Δὲν φθά­νει ποὺ κο­πιά­ζεις στὸ γρα­φε­ῖ­ον τό­σῳ πο­λύ. Συ­χώ­ρε­σέ με ἂν νο­μί­ζῃς πὼς ἔ­σφα­λα, μὰ ἡ­σύ­χα­σε. Σὲ τὸ θερ­μο­πα­ρα­κα­λῶ.

          Τοῦ ἐ­φι­λοῦ­σε τὸ χέ­ρι. Ὁ κ. Δη­μόπου­λος κα­θη­συ­χά­ζει καὶ ἠ­ρε­μό­τε­ρος τώ­ρα, λέ­γει:

          — Ἄν­να μου, σὲ συγ­χω­ρῶ. Μὰ σὲ πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὸ ἐν­νο­ή­σῃς κα­λὰ ὅ­τι τὸ παι­δὶ ἀρ­ρω­στᾷ σὲ ξέ­να χέ­ρια.

Ἡ μι­κρὰ ἰα­τρὸς ἐ­σύ­να­ξε τὸ πο­σὸν τὸ ἀ­παι­τού­με­νον διὰ τὸν ἀν­δριά­ντα τοῦ κ. Δη­μο­πού­λου.

          Ὁ κ. Δη­μόπου­λος εἶ­ναι εὐ­τυ­χὴς καὶ ὑ­πε­ρή­φα­νος διὰ τὸ μάρ­μα­ρον, ἀλ­λά… θὰ ἐ­προ­τι­μοῦ­σε νὰ τοῦ τὸν ἀ­νή­γει­ρον δι’ ἄλ­λας ἐκ­δου­λεύσεις. Ἐ­κεί­νη ἡ ἐ­πι­γρα­φὴ —Τῷ Ἄτλαν­τι τῆς χει­ρα­φε­σί­ας, αἱ χει­ρά­φε­τοι— τὸν τα­ράτ­τει. Φο­βεῖ­ται μή­πως ἡ Ἄν­να, ἡ ὁ­ποί­α μὲ χι­λί­ας προ­φυ­λά­ξεις ἕ­ως τώ­ρα δὲν ἀνέγνω­σε τὰ ἄρ­θρα του, ἀν­τι­με­τω­πι­σθῇ μὲ τὸν ἀν­δριά­ντα.

          Τὸν τρο­μά­ζει, ὅ­πως βλέ­πε­τε, ἐ­κεῖ­νο ποὺ ἐ­τά­ρατ­τε τὸν πρό­γο­νόν του, τὸ δια­τὶ κεῖ­ται!

Πη­γή: Κόρη εὐπειθὴς καὶ ἄλλα διηγήματα (ἐκδ. Νεφέλη, 1993).


Ἀ­λε­ξάν­δρα Πα­πα­δο­πού­λου (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1867-1906). Δι­η­γη­μα­το­γρά­­φος. Φοί­τη­σε στὸ Παρ­θε­να­γω­γεῖ­ο «Παλ­λάς» καὶ ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δα­σκά­λα σὲ κοι­νο­τι­κὰ σχο­λεῖ­α τῆς Πό­λης. Ἐ­ξέ­δω­σε τὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῶν κυ­ρι­ῶν (1887) καὶ ἵ­δρυ­σε τὸν Προ­ο­δευ­τι­κὸ Σύλ­λο­γο τῶν Κυ­ρι­ῶν (1893). Τὸ 1896 ἀ­νέ­λα­βε, μα­ζὶ μὲ τὸν Ἰ­ω­άν­νη Γρυ­πά­ρη, τὴ δι­εύ­θυν­ση τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ τῆς Πό­­λης «Φι­λο­λο­γι­κὴ Ἠ­χώ». Πρῶ­το της βι­βλί­ο: Δε­σμὶς δι­η­γη­μά­των (Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, 1889).


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Τὸ με­λαγ­χο­λι­κὸ δί­χως ἀ­κτὴ νη­σί…]


03-kirschsarah-tomelancholiko-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Τὸ με­λαγ­χο­λι­κὸ δί­χως ­κτὴ νη­σί]

[Die düstere strandlose Insel…]


10-Taph-Chronica_Polonorum_TΟ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ δί­χως ἀ­κτὴ νη­σὶ εἶ­ναι ἐ­πί­σης τώ­ρα ἕ­να ἀ­πὸ τὰ οὐ­ρά­νια τό­ξα αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ χρό­νου. Ἀ­π’ ὅ­ποι­ο πα­ρά­θυ­ρο κι ἂν τὸ κοι­τά­ξεις, κι ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τέ­τοι­α καὶ στὰ ὀ­χτὼ ση­μεῖ­α τοῦ ὁ­ρί­ζον­τα, βλέ­πεις τὰ βα­θυ­σκό­τει­να σύν­νε­φα τοῦ νη­σιοῦ κι ἐ­πά­νω τους κεν­τη­μέ­να τὰ συ­νή­θως δι­πλὰ οὐ­ρά­νια τό­ξα. Δρό­μοι μα­κρι­νοὶ μέ­σα στὴ θύ­ελ­λα: τὰ πό­δια μι­λοῦν γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀ­να­στε­νά­ζουν. Ἡ βρε­τα­νι­κὴ θά­λασ­σα, γλά­ροι, μαυ­ρό­χη­νες καὶ πά­πι­ες τοῦ πο­τα­μοῦ Eyder. Νε­κρὲς μὲ ὑ­δά­τι­να μαρ­γα­ρι­τά­ρια στὰ ὄ­μορ­φα φτε­ρά. Ράμ­φη σφη­νο­ει­δῆ μὲ χρῶ­μα πρά­σι­νο τῆς ἐ­λιᾶς καὶ με­γά­λα ρου­θού­νια, ἀ­νοι­χτο­πρά­σι­να μά­γου­λα, φτέ­ρω­μα στὸ στῆ­θος ρο­δα­λό. Ἕ­να τό­σο εὐ­γε­νι­κὸ ἀ­σπρό­μαυ­ρο ροῦ­χο φτε­ρω­τό. Δη­λη­τη­ρι­α­σμέ­νες ἀ­πὸ πε­τρέ­λαι­ο. Πλά­ϊ στὴ νε­κρὴ ἀρ­σε­νι­κὴ πά­πια φτε­ρού­γι­ζε πεν­θών­τας την μιὰ θη­λυ­κιά. Ἔ­δει­χνε κι­ό­λας ἀρ­ρω­στη­μέ­νη. Τέ­τοι­ες στιγ­μὲς μοῦ προ­κα­λοῦν ἀ­νεί­πω­τη ὀρ­γὴ ὁ ἀν­θρώ­πι­νος πα­ρα­σι­τι­σμὸς καὶ ἡ κα­τά­στα­ση στὸν πλα­νή­τη, ὀ­λι­σθη­ρὴ καὶ πά­ει λέ­γον­τας. [23-24]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος…


10-buzzati-stinkoryfitoukymatos-mtf-apotaitalikap-fournarisl1125-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος,

ἢ στὸν κο­λο­φώ­να τῆς δό­ξας

(Sulla cresta dell’ onda)


12-EpsilonΙΜΑΙ ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ὀρ­χή­στρας τοῦ μου­σι­κοῦ συ­νό­λου ποὺ κά­νει τοὺς πα­νη­γυ­ρι­σμοὺς στὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος.

       Εἴ­μα­στε τριά­ντα δύ­ο ἄν­θρω­ποι καὶ στε­κό­μα­στε πά­νω σ΄ἕ­να εἶ­δος μι­κρῆς σχε­δί­ας ποὺ σκαμ­πα­νε­βά­ζει ἰ­σορ­ρο­πών­τας πά­νω στὴν ὑ­δά­τι­νη κο­ρυ­φή· δὲν ὑ­πάρ­χει, ὅ­μως, κίν­δυ­νος νὰ γλι­στρή­σου­με καὶ νὰ πέ­σου­με ἀ­πὸ τὴν μιὰ ἢ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρά, για­τὶ εἶ­ναι δη­μι­ούρ­γη­μα τοῦ θε­οῦ.

       Ὅ­ταν παί­ζου­με, εἴ­μα­στε μοι­ρα­σμέ­νοι στὰ τέσ­σε­ρα ἄ­κρα τῆς σχε­δί­ας, μὲ τὸ πρό­σω­πο πρὸς τὰ ἔ­ξω, γιὰ νὰ μπο­ρεῖ νὰ μᾶς ἀ­κού­ει ὅ­λος ὁ κό­σμος. Στὸ κέν­τρο ὑ­ψώ­νε­ται μιὰ ξύ­λι­νη κα­τα­σκευ­ὴ ποὺ μᾶς χρη­σι­μεύ­ει γιὰ κα­τοι­κί­α. Πά­νω στὴ στέ­γη ὑ­πάρ­χει ἕ­να μπαλ­κό­νι ἀπ΄ὅ­που δι­ευ­θύ­νω. Οἱ μου­σι­κοί, ἂν καὶ ἔ­χουν τὶς πλά­τες τους στραμ­μέ­νες πρὸς ἐ­μέ­να, ἀ­κο­λου­θοῦν τὶς ὁ­δη­γί­ες μου μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ τους.

       Πα­ρό­μοι­α μου­σι­κὰ σύ­νο­λα ὑ­πάρ­χουν χι­λιά­δες, ἴ­σως δε­κά­δες χι­λιά­δες, για­τί τὸ κύ­μα ἁ­πλώ­νε­ται μέ­χρι ἐ­κεῖ ποὺ φτά­νει τὸ μά­τι, σὲ ὅ­λα τα μή­κη καὶ πλά­τη τῆς γῆς, ἀ­κό­μη καὶ μέ­χρι τὶς πιὸ ἄ­θλι­ες χῶ­ρες: ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ, ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι λί­γο πιὸ φτω­χοί, γυ­ναῖ­κες λί­γο πιὸ ἄ­σχη­μες, κυ­νη­γοὶ λί­γο πιὸ ἄ­τυ­χοι, ἡ κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος ἀ­φο­ρᾶ καὶ σὲ αὐ­τούς.

       Αὐ­τὴ εἶ­ναι μιὰ θέ­ση ποὺ δὲν λὲς ὅ­τι εἶ­σαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος, ἂν πα­ρα­δε­χτοῦ­με ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­χει εὐ­τυ­χί­α, εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ θέ­ση ἐ­πι­τυ­χη­μέ­νη, θέ­ση ἐ­ξου­σί­ας, πλού­του καὶ δό­ξας.

       Ἀ­πὸ ψη­λά, ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος ξε­χω­ρί­ζου­με κα­θα­ρὰ καὶ τὶς δυ­ό του πλευ­ρές: ἐ­κεί­νη ποὺ ἀ­νε­βαί­νει εἶ­ναι λεί­α ἀλ­λὰ ἀ­πό­το­μη – ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸ τε­λευ­ταῖ­ο κομ­μά­τι της· ἐ­κεί­νη, ἀν­τί­θε­τα, ποὺ κα­τε­βαί­νει, εἶ­ναι τρα­χιὰ καὶ ἀ­πρό­βλε­πτη: ἄλ­λο­τε κι­νεῖ­ται μα­ζὶ μὲ τὸ κύ­μα, ἄλ­λο­τε γκρε­μί­ζε­ται ἐν­τε­λῶς κά­θε­τα κι ἄλ­λο­τε σπά­ει καὶ θρυμ­μα­τί­ζε­ται σὲ ἀ­φρώ­δεις καὶ κα­τα­στρο­φι­κὲς δί­νες.

       Κι ἐ­γώ, ὅ­ταν ἤ­μουν νέ­ος καὶ σπού­δα­ζα στὸ ὠ­δεῖ­ο, ὀ­νει­ρευ­ό­μουν νὰ φτά­σω ἐ­κεῖ πά­νω νι­κη­τής, δι­ά­ση­μος, ἕ­νας νέ­ος Το­σκα­νί­νι, πιὸ φη­μι­σμέ­νος ἀ­κό­μα. Με­τά, ἡ ζω­ή. Τώ­ρα πιά, ἀ­πὸ τὰ σα­ράν­τα μου ποὺ μοῦ προ­σφέρ­θη­κε αὐ­τὴ ἡ θέ­ση, εἶ­μαι συμ­βι­βα­σμέ­νος μὲ τὴν με­τρι­ό­τη­τά μου. Τώ­ρα εἶ­μαι ἑ­ξήν­τα τρι­ῶν. Καὶ νὰ ξέ­ρα­τε τί ἔ­χω δεῖ! Καὶ τὸ κύ­μα προ­χω­ρᾶ, προ­χω­ρᾶ ἀ­πὸ τὰ χρό­νια τῶν πρώ­των Φα­ρα­ώ, πο­τὲ δὲν στα­μά­τη­σε, πο­τὲ δὲν θὰ στα­μα­τή­σει, ἡ ἐ­πέ­λα­σή του εἶ­ναι τρο­με­ρή· ὅ­ταν στυ­λώ­νου­με τὰ μά­τια μας στὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λά­ει ἀ­πὸ κά­τω, μᾶς πιά­νει ἴ­λιγ­γος καὶ φό­βος.

       Πρὶν δε­χτῶ τὴ θέ­ση, πί­στευ­α ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ μιὰ εὐ­χά­ρι­στη καὶ λαμ­πρὴ δου­λειά, πάν­τα σ΄ἐ­πα­φὴ μὲ τὶς δι­α­ση­μό­τη­τες καὶ τοὺς με­γά­λους τῆς γῆς.

       Ἀν­τι­θέ­τως, εἶ­ναι μιὰ κου­ρα­στι­κὴ δου­λειά, για­τί ζοῦ­με, βέ­βαι­α, μέ­σα στὸ φῶς τῆς δό­ξας, ἀλ­λὰ μό­νο ὡς ὑ­πη­ρέ­τες· κι ἔ­πει­τα, ὅ­σα συμ­βαί­νουν κά­τω ἀπ΄τὰ μά­τια μας, ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ ὣς τὸ βρά­δυ, κα­θὼς παι­α­νί­ζου­με τὰ θρι­αμ­βι­κὰ ἐμ­βα­τή­ρια, τὰ ὡ­σαν­νά, τοὺς χαι­ρε­τι­σμοὺς καὶ τὶς δο­ξο­λο­γί­ες, μᾶς πο­νᾶ­νε καὶ μᾶς ρα­γί­ζουν τὴν καρ­διά.

       Βλέ­που­με ἐ­κεῖ κά­τω, ὅ­που το κύ­μα ἀρ­χί­ζει νὰ ὑ­ψώ­νε­ται, τὸ ἀ­τε­λεί­ω­το, ἄ­μορ­φο πλῆ­θος. Ἐ­ξαι­τί­ας τῆς ἀ­πό­στα­σης μοιά­ζει μὲ μιὰ σκο­τει­νὴ συ­νά­θροι­ση ποὺ χά­νε­ται στὸν μα­κρι­νὸ ὁ­ρί­ζον­τα. Μὰ ἀπ΄ τὸ ἀ­ξε­δι­ά­λυ­το πλῆ­θος ξε­χω­ρί­ζουν συ­νε­χῶς οἱ ἐν­θου­σι­α­σμέ­νοι, ἢ οἱ ὀ­νει­ρο­πό­λοι, ἢ ἁ­πλῶς οἱ τυ­χε­ροί· καὶ ξε­κι­νοῦν τὴν ἀ­νά­βα­ση.

       Νέ­οι, ἀ­τρό­μη­τοι, μὲ ἀ­κτι­νο­βό­λα μά­τια, φαί­νε­ται νὰ προ­χω­ροῦν στὴν ἄ­κρη τοῦ νε­ροῦ καὶ νὰ ρί­χνον­ται πρὸς τὰ πά­νω. Γρή­γο­ρα κερ­δί­ζουν ἔ­δα­φος, ἤ­δη μπο­ροῦ­με νὰ δι­α­κρί­νου­με τὰ πρό­σω­πά τους. Περ­πα­τοῦν μὲ κό­πο τεν­τώ­νον­τας τὰ χέ­ρια, φω­νά­ζον­τας, τρα­γου­δών­τας. Ὅ­μως, ξαφ­νι­κά, τοὺς κό­βε­ται ἡ φό­ρα, τρε­κλί­ζουν, στα­μα­τοῦν, δι­στά­ζουν· τὸ κύ­μα —κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει πῶς— ἔ­χει στα­μα­τή­σει νὰ τοὺς πα­ρα­σύ­ρει.

       Εἶ­ναι μιὰ σύν­το­μη κρί­ση, ἐν­νο­εῖ­ται, μιὰ ἀ­ναγ­καί­α παύ­ση γιὰ νὰ πά­ρεις ἀ­νά­σα, με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να τέ­τοι­ον ἀ­νή­φο­ρο· σὲ λί­γο θὰ γί­νει ἡ τε­λι­κὴ προ­σπά­θεια. Μὰ τὰ νε­ρὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ κυ­λοῦν ὁρ­μη­τι­κὰ ἀ­πὸ κά­τω τους, ἔ­τσι ποὺ χέ­ρια καὶ πό­δια δὲν μπο­ροῦν νὰ πια­στοῦν ἀ­πὸ που­θε­νά. Τοὺς βλέ­που­με, λοι­πόν, ἐ­κεῖ κά­τω, ποὺ μᾶς κοι­τοῦν τα­ραγ­μέ­νοι: κά­ποι­οι ζη­τοῦν βο­ή­θεια, γιὰ νὰ τοὺς πε­τά­ξου­με ἕ­να σκοι­νί, ἄλ­λοι μᾶς ρί­χνουν τσάν­τες γε­μά­τες μὲ χρυ­σὲς λί­ρες, γιὰ νὰ τοὺς παι­α­νί­σου­με ἕ­να ὡ­ραῖ­ο ἐμ­βα­τή­ριο, ὥ­στε νὰ τὸ μά­θουν οἱ συγ­γε­νεῖς καὶ οἱ φί­λοι τους, λὲς καὶ ἔ­φτα­σαν, πράγ­μα­τι, στὴν κο­ρυ­φή.

       Μὰ καὶ τὰ δυ­ὸ αὐ­τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πα­γο­ρεύ­ον­ται αὐ­στη­ρῶς, κι ἐ­γὼ δὲν θέ­λω νὰ χά­σω τὴ δου­λειά μου. Κλεί­νου­με, λοι­πόν, τ΄ αὐ­τιά μας στὶς ἀ­πελ­πι­σμέ­νες ἐ­πι­κλή­σεις καὶ τοὺς ξα­να­ρί­χνου­με τὶς τσάν­τες μὲ τὸ χρυ­σά­φι.

       Καὶ νὰ πού, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς ἀ­πὸ τὴν κο­ρυ­φή, οἱ δυ­στυ­χεῖς δὲν ἀν­τέ­χουν ἄλ­λο, τὸ ρεῦ­μα ποὺ λί­γο πρὶν τοὺς πα­ρέ­συ­ρε πρὸς τὰ πά­νω, με­τα­τρέ­πε­ται σὲ μιὰ ὀ­λι­σθη­ρὴ τσου­λή­θρα ποὺ τοὺς ρου­φᾶ στὴν τά­φρο τῆς ἥτ­τας τους. Κα­η­μέ­νοι νέ­οι, δὲν ἔ­χουν ἀ­πὸ ποῦ νὰ πια­στοῦν, ὑ­πο­χω­ροῦν: ὅ­λο καὶ πιὸ κά­τω, μὲ ὅ­λο καὶ με­γα­λύ­τε­ρη τα­χύ­τη­τα, γκρε­μί­ζον­ται, σφα­δά­ζουν, με­τα­μορ­φώ­νον­ται, τὰ γε­ρά­κια σὲ ἀ­ρου­ραί­ους, οἱ νε­ρά­ι­δες σὲ καμ­ποῦ­ρες μά­γισ­σες, ὅ­λο καὶ πιὸ μα­κρυ­ά, γί­νον­ται θρύ­ψα­λα, χά­νον­ται ὁ­ρι­στι­κά, τοὺς κα­τα­πί­νει ξα­νὰ τὸ ἐ­ξα­θλι­ω­μέ­νο πλῆ­θος.

       Ὅ­μως, κα­μιὰ φο­ρά, κά­ποι­ος ἔ­χει τὴν τύ­χη μὲ τὸ μέ­ρος του, καὶ τὸν κά­νει νὰ ξε­πε­ρά­σει τὸ τε­λευ­ταῖ­ο ἐμ­πό­διο. Ἔ­τσι, τὸν βλέ­που­με ποὺ ξε­πε­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ φρύ­δι τοῦ κύ­μα­τος, μὲ τὸ πρό­σω­πό του νὰ συ­σπᾶ­ται σ΄ ἕ­να πα­ρά­ξε­νο χα­μό­γε­λο. Νά ΄τος, νά ΄τη ποὺ ἐμ­φα­νί­ζε­ται μπρο­στά μας, στὸν κο­λο­φώ­να τῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν του: μιὰ με­γα­λο­φυ­ΐ­α, ἕ­νας καλ­λι­τέ­χνης, ἕ­νας ἐ­πι­στή­μο­νας, ἕ­νας τρα­πε­ζί­της, ἕ­νας με­γα­λό­πνο­ος πο­λι­τι­κός, ἕ­νας ἡ­γέ­της, ἕ­νας βι­ο­μή­χα­νος, ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας, ἕ­νας ἠ­θο­ποι­ός, μιὰ στάρ, μιὰ δι­σε­κα­τομ­μυ­ρι­οῦ­χος, μιὰ βα­σί­λισ­σα. Τόκ, τόκ, τὸ σι­νιά­λο τῆς μπαγ­κέ­τας μου ποὺ ὑ­ψώ­νε­ται: ὁ πρῶ­τος ἐ­ξαί­σιος ἦ­χος τῆς σάλ­πιγ­γας.

       Ἡ δό­ξα; Ἡ δύ­να­μη; Οἱ πα­ρε­λά­σεις στὸ Μπρόν­τγουα­ιη; Ὁ ἔ­ρω­τας τῶν ὄ­μορ­φων κο­ρι­τσι­ῶν; Εἶ­ναι νέ­οι, ἔ­χουν ὅ­λη τὴ ζω­ὴ μπρο­στά τους, τί μα­κρὺ τα­ξί­δι χω­ρὶς ὅ­ριο, ἀ­νά­με­σα στὰ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα, τὰ λου­λού­δια, τὰ φῶ­τα, τὰ φι­λιά, τὰ με­γα­λεῖ­α, τὰ ὡ­ραῖ­α μας σαλ­πί­σμα­τα. Κοι­τᾶ­νε γύ­ρω τους θρι­αμ­βευ­τι­κά, τὸ ἀ­πο­λαμ­βά­νουν, λα­τρεύ­ον­ται, θε­ω­ροῦν­ται θε­οί.

       Ἕ­να γλί­στρη­μα, μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τη κί­νη­ση, ἕ­νας μυι­κὸς σπα­σμός. Κα­λὰ-κα­λὰ δὲν ἔ­χουν φτά­σει στὴν κο­ρυ­φή. Μό­νο ἕ­να λε­πτό, λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να λε­πτό. Οἱ μου­σι­κοὶ δὲν ἔ­χου­με φτά­σει ἀ­κό­μα στὴν πρώ­τη ἐ­πω­δό. Ἡ ἄ­βυσ­σος χαί­νει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια τους, τὸ ἀ­φρῶ­δες βά­ρα­θρο, ἡ τρο­μα­κτι­κὴ τα­χύ­τη­τα τοῦ χρό­νου. Οἱ εὐ­νο­ού­με­νοι τῆς τύ­χης δὲν ἔ­χουν κὰν τὸν χρό­νο νὰ στρα­φοῦν γιὰ νὰ ζη­τή­σουν βο­ή­θεια, νὰ προ­βάλ­λουν ἔ­στω μιὰ κά­ποι­α ἀν­τί­στα­ση. Ἡ εὐ­τυ­χί­α στὴν κο­ρυ­φὴ κρά­τη­σε ὅ­σο καὶ μιὰ ἀ­νά­σα. Κα­τε­βαί­νουν κι­ό­λας· γκρε­μί­ζον­ται, ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται μὲς στὸ λάκ­κο. Λη­σμο­νή­θη­καν, πο­τὲ δὲν ὑ­πῆρ­ξαν · ἡ ἀ­νυ­παρ­ξί­α· ἡ σι­ω­πή.

       Καὶ τό­τε, ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ποὺ προ­κα­λεῖ τὸ δέ­ος, ση­κώ­νω ξα­νὰ τὴν μπαγ­κέ­τα. Ἡ κο­ρυ­φὴ τοῦ κύ­μα­τος εἶ­ναι πρὸς στιγ­μὴν ἄ­δεια. Βρα­διά­ζει. Εἴ­μα­στε μό­νοι. Κου­ρά­γιο. Κατ΄ ἐ­ξαί­ρε­ση παί­ζου­με γιὰ μᾶς τοὺς ἴ­διους, τὴ φη­μι­σμέ­νη «Scalata del cielo» τοῦ Widmar Johannsen, ὕ­ψι­στη δο­ξο­λο­γί­α σὲ ρὲ μα­τζό­ρε. Γιὰ μᾶς τοὺς φου­κα­ρά­δες ποὺ ἐλ­πί­σα­με κά­πο­τε, μὰ δὲν εἴ­χα­με τὴ δύ­να­μη.

       Σύν­νε­φα ποὺ φέρ­νουν κα­ται­γί­δα, βαγ­κνε­ρι­κὰ σύν­νε­φα, κρέ­μον­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴ με­λα­νὴ ρά­χη τοῦ κύ­μα­τος – αὐ­τὸ τὸ ἄ­σπλα­χνο τέ­ρας τοῦ βί­ου. Ἂς προ­σποι­η­θοῦ­με, φί­λοι. Ἂς προ­σπα­θή­σου­με νὰ παί­ξου­με κα­λά. Ἂς βαυ­κα­λί­σου­με τοὺς ἑ­αυ­τούς μας ὅ­τι εἴ­μα­στε οἱ νι­κη­τές.

       Πο­λὺ ἀρ­γά. Ἡ νύ­χτα. Κα­νεὶς δὲν παί­ζει στὸ σκο­τά­δι. Εἴ­μα­στε μέ­σα στὴν πα­ράγ­κα μας. Στὸ φῶς τοῦ κε­ριοῦ: τὸ δεῖ­πνο. Κα­νεὶς δὲν μι­λᾶ: οἱ σκέ­ψεις. Μὰ ἀ­πὸ ἔ­ξω, ἀ­κό­μα κι ἐ­δῶ πά­νω, ἐ­ξα­πλώ­νε­ται ἡ ἀ­έ­να­η βου­ὴ τοῦ κύ­μα­τος —ἡ δό­ξα, τὸ χρυ­σά­φι, ἡ κυ­ρι­αρ­χί­α, ἡ πο­λυ­τέ­λεια, τὸ ἐ­φή­με­ρο, ἡ σκό­νη— βου­η­τὸ ἀ­πὸ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα καὶ θά­να­το.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.



		

	

Σάββας Παύλου: Ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου


paylousabbas-iektasitiskyprou-eikona-03


Σάββας Παύλου


Ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου


Χαι­ρε­τι­σμὸς στοὺς Μάν­τελ­προτ καὶ Στέρ­γιο

03-piΟΣΗ ΕΙΝΑΙ ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς Κύ­πρου; Εἶ­ναι ἕ­να ἐ­ρώ­τη­μα ἁ­πλὸ καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση τὸ ἴ­διο ἁ­πλή. Καὶ ἂν δὲν τὴν ξέ­ρεις ἀ­νοί­γεις τὸ σχε­τι­κὸ ἐγ­χει­ρί­διο. Ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς Κύ­πρου ἰ­σοῦ­ται μὲ 9267 τε­τρα­γω­νι­κὰ χι­λι­ό­με­τρα. Ὅ­μως αὐ­τὴ ὁ­ρί­ζε­ται ὡς τὸ ἐμ­βα­δὸν ἑ­νὸς χώ­ρου ἐ­πί­πε­δου ποὺ ὁ­ρι­ο­θε­τοῦν οἱ ἀ­κτο­γραμ­μές του σὲ ὑ­ψό­με­τρο μη­δέν.

       Δὲν εἶ­ναι ἔ­τσι ἡ Κύ­προς. Βου­νὰ καὶ κοι­λά­δες, ἀ­νυ­ψώ­σεις καὶ κοι­λώ­μα­τα, κοῖ­τες πο­τα­μῶν καὶ λό­φοι, φρέ­α­τα καὶ βρά­χοι δι­α­μορ­φώ­νουν τὸ χῶ­ρο της. Καὶ κά­θε ἀ­νύ­ψω­ση καὶ κοί­λω­μα ἐ­παυ­ξά­νει τὴν εὐ­ρυ­χω­ρί­α. Για­τὶ ἕ­νας λάκ­κος ποὺ σκά­ψα­με σὲ ἕ­να τε­τρα­γω­νι­κὸ μέ­τρο καὶ φτά­σα­με σὲ βά­θος πέν­τε μέ­τρων δί­νει μιὰ νέ­α ἔ­κτα­ση, για­τὶ πρέ­πει νὰ συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με καὶ τὰ νέ­α τοι­χώ­μα­τα. Τό­τε δι­α­πι­στώ­νου­με ὅ­τι ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἑ­νὸς μέ­τρου αὐ­ξή­θη­κε σὲ 21. Ἀ­κό­μη πρέ­πει νὰ συμ­πε­ρι­λά­βου­με τὴν αὔ­ξη­σή της ποὺ δη­μι­ούρ­γη­σε τὸ βου­να­λά­κι μὲ τὰ χώ­μα­τα τῆς ἐ­ξό­ρυ­ξης. Ἔ­τσι ἂν συ­νυ­πο­λο­γί­σου­με τὰ βου­νά, τοὺς λό­φους, τὰ μι­κρὰ ὑ­ψώ­μα­τα, τὰ κοι­λώ­μα­τα, τὰ βα­θύ­πε­δα καὶ ὑ­ψί­πε­δα, τοὺς λάκ­κους καὶ τὶς σπη­λι­ές, ὁ χῶ­ρος με­γε­θύ­νε­ται συ­νε­χῶς.

       Κι ἂν με­τὰ συμ­πε­ρι­λά­βου­με τὶς πέ­τρες, τὶς μι­κρο­α­νυ­ψώ­σεις καὶ ρωγ­μὲς κι ὑ­στέ­ρα τὶς ἄλ­λες τὶς ἐ­λά­χι­στες, τὶς σχε­δὸν ἀ­ό­ρα­τες καὶ με­τὰ αὐ­τὲς ποὺ εἶ­ναι ὁ­ρα­τὲς μό­νο μὲ τὸ μι­κρο­σκό­πιο, ἡ ἐ­πι­φά­νεια συ­νε­χῶς ἐ­παυ­ξά­νε­ται κι ὅ­ταν φτά­σεις στὴν κλί­μα­κα τοῦ μο­ρί­ου καὶ τοῦ ἀ­τό­μου συ­νει­δη­το­ποι­εῖς ὅ­τι ἡ ἔ­κτα­ση τῆς Κύ­πρου τεί­νει πρὸς τὸ ἄ­πει­ρο.

       Αὐ­τὸ τὸ ἄ­πει­ρο ποὺ κοί­τα­ζε ἡ μα­τιὰ τοῦ Σο­λω­μοῦ ἀ­νε­βαί­νον­τας γιὰ τὸ ση­μεῖ­ο τῆς πτώ­σης στὸν ἱ­στὸ μὲ τὴν κα­το­χι­κὴ ση­μαί­α.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: περ. Τὰ Νεφούρια, ἀρ. 5, Πρωτοχρονιὰ 2001.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).



		

	

Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Λε­πτό­τη­τα


06-buzzati-leptotita-mtf-apotaitalikap-fournarisl1314-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Λε­πτό­τη­τα

(Delicatezza)


05-Sigma-Harald_Hardraades_saga-Initial-G__MuntheΕ ΚΑΠΟΙΑ ΧΩΡΑ ἡ ποι­νὴ τοῦ θα­νά­του ἐ­κτε­λεῖ­ται μὲ ἰ­δι­αί­τε­ρη λε­πτό­τη­τα. Ἰ­δοὺ ἕ­να πα­ρά­δειγ­μα:

       Ὅ­ταν ἔρ­θει ἡ στιγ­μὴ νὰ ἐ­κτε­λε­στεῖ ἡ δι­κα­στι­κὴ ἀ­πό­φα­ση, πρὶν ἀ­κό­μη τοῦ κοι­νο­ποι­η­θεῖ ἡ ἡ­με­ρο­μη­νί­α ἐ­κτέ­λε­σης, ὁ δρά­στης —ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με ὅ­τι ὀ­νο­μά­ζε­ται Ἐρ­νέ­στο Τρόλ, εἶ­ναι τα­πε­τσι­έ­ρης κι ἔ­χει σκο­τώ­σει τὴ σύ­ζυ­γό του μὲ δη­λη­τή­ριο—, ὁ­δη­γεῖ­ται δί­χως χει­ρο­πέ­δες στὴν Δι­εύ­θυν­ση τῶν Φυ­λα­κῶν.

       Ἐ­δῶ τὸν βά­ζουν νὰ κα­θί­σει στὸ γρα­φεῖ­ο τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ σὲ μιὰ ἀ­να­παυ­τι­κὴ πο­λυ­θρό­να, τοῦ προ­σφέ­ρουν τσι­γά­ρο, κα­φέ, κα­ρα­μέ­λες, κι ὕ­στε­ρα οἱ φύ­λα­κες βγαί­νουν, ἀ­φή­νον­τας μό­νους δι­ευ­θυν­τὴ καὶ κα­τα­δι­κα­σμέ­νο.

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς ξε­κι­νᾶ νὰ μι­λά­ει:

       «Λοι­πόν, κύ­ρι­ε Τρόλ, κα­τα­δι­κα­στή­κα­τε σὲ θά­να­το. Ὅ­μως εἶ­ναι κα­θῆ­κον μου νὰ σᾶς κα­θη­συ­χά­σω· νὰ σᾶς πλη­ρο­φο­ρή­σω δη­λα­δὴ ὅ­τι, κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο, πρό­κει­ται γιὰ μιὰ ποι­νὴ μᾶλ­λον θε­ω­ρη­τι­κή.»

       «Θε­ω­ρη­τι­κή;»

       «Ἀ­κρι­βῶς. Θε­ω­ρη­τι­κή. Δι­ό­τι ὁ θά­να­τος, στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, δὲν ὑ­πάρ­χει.»

       «Τί ἐν­νο­εῖ­ται δὲν ὑ­πάρ­χει;»

       «Ἐν­νο­ῶ δὲν ὑ­πάρ­χει ὡς ποι­νή, ὡς τι­μω­ρί­α, ὡς τρα­γι­κὸ γε­γο­νός, πη­γὴ φό­βου καὶ ἀ­γω­νί­ας. Πά­νω σὲ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα κυ­ρια­ρχοῦν, παν­τοῦ στὸν κό­σμο, ἀ­νό­η­τες προ­κα­τα­λή­ψεις. Ἂς ἀ­φή­σου­με κα­τὰ μέ­ρος τὸ σω­μα­τι­κὸ πό­νο πού, του­λά­χι­στον στὴν πε­ρί­πτω­σή σας, κύ­ρι­ε Τρόλ, εἶ­ναι ἀ­νύ­παρ­κτος, λό­γῳ τῆς ἀρ­τι­ό­τη­τας τῶν ἐ­ξο­πλι­σμῶν μας.» Ἕ­να μι­κρὸ δι­πλω­μα­τι­κὸ χα­μό­γε­λο. «Γιὰ τὸν ἠ­θι­κὸ πό­νο μι­λῶ, ποὺ φο­βᾶ­ται κα­νεὶς ἄ­δι­κα, ὅ­πως ἐλ­πί­ζω νὰ μπο­ρέ­σω νὰ σᾶς πεί­σω.

       »Γιὰ νὰ δοῦ­με, λί­γο: για­τί ὁ ἄν­θρω­πος φο­βᾶ­ται νὰ πε­θά­νει; Ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ἁ­πλού­στα­τη. Φο­βᾶ­ται για­τί με­τὰ ἀ­πὸ τὸ θά­να­τό του δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζεῖ πιά, δη­λα­δὴ νὰ κά­νει πράγ­μα­τα, νὰ βλέ­πει, νὰ ἀ­κού­ει κι ὅ,τι ἄλ­λο ἔ­κα­νε ἐ­νῶ ζοῦ­σε. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ τὸν δυ­σα­ρε­στεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο. Μὰ γιὰ νὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ αἰ­σθά­νε­ται τὸν πό­νο εἶ­ναι ἀ­ναγ­καῖ­ο, conditio sine qua non, νὰ εἶ­ναι ζων­τα­νός. Συ­νε­πῶς ὁ νε­κρὸς δὲν ὑ­πο­φέ­ρει πιά, δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἔ­χει κὰν πί­κρες, νο­σταλ­γί­α καὶ τέ­τοι­ου εἴ­δους ἀ­γω­νί­ες. Μὲ λί­γα λό­για, ὅ­ταν ἔ­χει ἔρ­θει ὁ θά­να­τος ὁ ἄν­θρω­πος δὲν στε­νο­χω­ρι­έ­ται ποὺ ἔ­χει πε­θά­νει. Ἠ­θι­κὸ δί­δαγ­μα: ἡ ἀρ­νη­τι­κὴ ὄ­ψη τοῦ θα­νά­του πού, σὲ γε­νι­κὲς γραμ­μές, προ­κα­λεῖ τό­σο τρό­μο, εἶ­ναι μιὰ ἀ­νό­η­τη αὐ­τα­πά­τη.»

       Ὁ κύ­ριος Τρὸλ ἀν­τι­κρού­ει: «Εὔ­κο­λο νὰ τὸ λέ­τε, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, μὰ τὸ κα­κὸ μὲ τὸ θά­να­το δὲν εἶ­ναι μο­νά­χα ὅ­τι δὲ θὰ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις ὅ,τι ἔ­κα­νες ὅ­ταν ἤ­σουν ζων­τα­νός. Εἶ­ναι κι ἡ πί­κρα ποὺ θ΄ἀ­φή­σεις ὁ­ρι­στι­κὰ ὅ­λους αὐ­τοὺς ποὺ ἀ­γα­πᾶς.»

       «Ὡ­ραί­α! Ἀ­κό­μη κι αὐ­τὴ τὴν πί­κρα, νε­α­ρέ μου, δὲ θὰ μπο­ρεῖ­τε πιὰ νὰ τὴ νι­ώ­σε­τε, ἀ­φοῦ θὰ εἶ­στε νε­κρός.»

       «Κι ὕ­στε­ρα, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, ποι­ός σᾶς λέ­ει ὅ­τι με­τὰ θά­να­τον δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα;»

       «Τὸ ἤ­ξε­ρα ὅ­τι θὰ τὸ πεῖ­τε αὐ­τό, κύ­ρι­ε Τρόλ. Μιὰ ἀν­τίρ­ρη­ση μᾶλ­λον δι­και­ο­λο­γη­μέ­νη. Ἀ­κρι­βῶς ἐ­δῶ εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ θέ­μα­τος.»

       «Σᾶς ἀ­κού­ω, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά.»

       «Ὡ­ραῖα. Προ­φα­νῶς, ὑ­πάρ­χουν δύο πε­ρι­πτώ­σεις: εἴ­τε ὑ­πάρ­χει ἄλ­λη ζω­ὴ με­τὰ θά­να­τον, ὅ­ποι­α καὶ νὰ εἶ­ναι αὐ­τή, εἴ­τε δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα. Κα­τα­νο­η­τό. Ἁ­πλού­στα­το, θά ΄λε­γα. Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με τώ­ρα ὅ­τι ἐ­σεῖς…»

       «Ἀ­λή­θεια, ἐ­γώ…»

       «Σᾶς ξα­να­λέ­ω, μό­νο μιὰ ὑ­πό­θε­ση κά­νω, χω­ρὶς νὰ δι­α­κυ­βεύ­ον­ται οἱ προ­σω­πι­κές σας πε­ποι­θή­σεις. Ἂς ὑ­πο­θέ­σου­με δη­λα­δὴ ὅ­τι ἐ­σεῖς, κύ­ρι­ε Τρόλ, δὲν πι­στεύ­ε­τε στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ή. Σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση, ἂν βρεῖ­τε μιὰ ἄλ­λη ζω­ὴ θὰ εἶ­ναι μιὰ εὐ­χά­ρι­στη ἔκ­πλη­ξη πρὸς ὄ­φε­λός σας. Δὲ θὰ ἔ­χε­τε κα­νέ­να λό­γο νὰ πα­ρα­πο­νι­έ­στε. Δι­και­ο­λο­γη­μέ­να ἡ πί­κρα γιὰ τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να πρό­σω­πα ποὺ θὰ πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σε­τε θὰ με­τρια­στεῖ κα­τὰ πο­λὺ ἀ­πὸ τὴν βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι κι αὐ­τά, ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα, θὰ τὰ συ­ναν­τή­σε­τε. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι ἡ πα­ρη­γο­ριὰ ὅ­τι θὰ ξα­να­βρεῖ­τε ἐ­κεῖ πέ­ρα συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους ποὺ ἔ­χουν πε­θά­νει πρὶν ἀ­πό σᾶς.»

       «Πα­ρα­κα­λῶ, μὲ τὸ μα­λα­κό, ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ τοὺς συγ­γε­νεῖς…»

       «Ὤ! Σᾶς ζη­τῶ συ­γνώ­μη…», κά­νει ὁ δι­ευ­θυν­τής, ποὺ ξέ­χα­σε πὼς ἔ­χει νὰ κά­νει μὲ ἕ­ναν συ­ζυ­γο­κτό­νο. «Πάν­τως, ὣς ἐ­δῶ δὲν νο­μί­ζω πὼς ὑ­πάρ­χουν ἀν­τιρ­ρή­σεις. Τώ­ρα ἂς ἐ­ξε­τά­σου­με τὸ ἄλ­λο ἐν­δε­χό­με­νο, δη­λα­δὴ ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριά. Μά, ἀ­κρι­βῶς ἐ­πει­δὴ δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι οὔ­τε ἐ­σεῖς ὑ­πάρ­χε­τε, δὲν ὑ­πάρ­χει πι­θα­νό­τη­τα νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθεῖ­τε, ὅ­πως εἴ­δα­με ἤ­δη. Μὲ λί­γα λό­για: κα­μιὰ στε­νο­χώ­ρια. Ὁ­ρί­στε, λοι­πόν, για­τὶ ἡ συ­νη­θι­σμέ­νη ἀ­πελ­πι­σί­α ὅ­σων δὲν ἔ­χουν πί­στη στε­ρεῖ­ται κά­θε νο­ή­μα­τος.»

       «Πάν­τως, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά… Ὄ­χι πὼς εἶ­μαι τό­σο σκε­πτι­κι­στής… Ἔ­χω, μᾶλ­λον, τὴν ἐν­τύ­πω­ση ὅ­τι…»

       «Ὡ­ραι­ό­τα­τα. Ἂς πά­ρου­με τώ­ρα τὸν ἄν­θρω­πο ποὺ πι­στεύ­ει στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ή. Κα­τὰ πρώ­τον εἶ­ναι λο­γι­κό, λό­γῳ αὐ­τῆς του τῆς πε­ποί­θη­σης, νὰ ἀν­τι­με­τω­πί­ζει τὸ θά­να­το μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ ἠ­ρε­μί­α. Ἐ­λᾶ­τε νὰ τὸν ἀ­κο­λου­θή­σου­με τὴ στιγ­μὴ ποὺ δι­α­σχί­ζει τὸ πε­ρί­φη­μο σύ­νο­ρο. Προ­χω­ρά­ει· τὸ πέ­ρα­σε· κοι­τά­ζει γύ­ρω του· ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται ὅ­τι ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μα, ἴ­σως μὲ ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὴ μορ­φή, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει. Ἡ πί­στη του τὸν ἀν­τά­μει­ψε, νιώ­θει πα­ρη­γο­ρη­μέ­νος καὶ ἀ­παλ­λαγ­μέ­νος ἀ­πὸ κά­θε ὑ­λι­κὸ βά­ρος· ἴ­σως καὶ νὰ βρεῖ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ μά­ται­α ἔ­ψα­ξε στὴ γῆ.

       »Καὶ νά ΄μα­στε δεύ­τε­ρη φο­ρὰ μπρὸς στὸ ἀρ­νη­τι­κὸ ἐν­δε­χό­με­νο: ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ πι­στεύ­ει στὴ με­τὰ θά­να­τον ζω­ὴ πε­θαί­νει μὰ ἐ­κεῖ πέ­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα· ὡ­στό­σο, ὅ­λα πᾶ­νε ρο­λό­ι: δὲν τὸν ἔ­χει ἐ­ξα­πα­τή­σει κα­νείς. Γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με ἔ­τσι: δὲν ὑ­πῆρ­ξε χρό­νος καὶ τρό­πος γιὰ δι­ά­ψευ­ση. Γιὰ αὐ­τὸ τὸ λό­γο βρί­σκο­μαι μα­ζί σας, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Τρόλ: ἡ πί­στη, ὅ­πως καὶ νὰ τὸ κά­νου­με, θὰ εἶ­ναι πάν­τα σπου­δαί­α ὑ­πό­θε­ση.»

       «Ἕ­να σί­γου­ρο στοί­χη­μα, ἔ;»

       «Βλέ­πω ἔ­χου­με δι­α­βά­σει Πα­σκάλ! Σᾶς συγ­χαί­ρω γι΄ αὐ­τό. Ἀλ­λὰ γιὰ νὰ σᾶς ἐ­ξη­γή­σω κα­λύ­τε­ρα αὐ­τὲς τὶς σκέ­ψεις, για­τί δὲν κά­νου­με μιὰ δο­κι­μή;»

       «Τί δο­κι­μή;»

       «Κά­τι σὰν συμ­βο­λι­κὴ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ δρώ­με­νο, μιὰ ζων­τα­νὴ ἐ­πε­ξή­γη­ση, ἕ­να εἶ­δος παι­χνι­διοῦ.»

       «Τί θὰ πρέ­πει νὰ κά­νω;»

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς πι­έ­ζει τὸ κουμ­πὶ τῆς ἐν­δο­ε­πι­κοι­νω­νί­ας. Μιὰ βρα­χνὴ φω­νὴ ἀ­παν­τᾶ μέ­σα ἀ­πὸ τὴ συ­σκευ­ή: «Δι­α­τάξ­τε, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά!»

       «Νὰ μοῦ στεί­λε­τε ἀ­μέ­σως τὴ Φι­ο­ρέλ­λα.»

       Ὁ κα­τά­δι­κος εἶ­ναι ἀ­νή­συ­χος. «Κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά, νο­μί­ζω ὅ­τι δι­και­οῦ­μαι νὰ ξέ­ρω. Σὲ τί συ­νί­στα­ται αὐ­τὴ ἡ ἀ­να­πα­ρά­στα­ση; Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­ο κόλ­πο.»

       «Κόλ­πο; Ὄ­χι δά! Ὁ σκο­πὸς εἶ­ναι νὰ σᾶς κα­θη­συ­χά­σω. Μέ­χρι τώ­ρα εἴ­πα­με μό­νο λό­για. Στὰ λό­για ὅ­λα κα­λὰ· πρῶ­τος ἐ­γὼ τὸ ἀ­να­γνω­ρί­ζω. Αὐ­τὸ ποὺ θὰ κά­νου­με τώ­ρα εἶ­ναι μιὰ δο­κι­μὴ στὴν πρά­ξη. Σκε­φτεῖ­τε τὶς δι­α­στη­μι­κὲς πτή­σεις: πρὶν ἀ­πὸ τὴν ἐ­κτό­ξευ­ση οἱ κο­σμο­ναῦ­τες κλεί­νον­ται μέ­σα σὲ μιὰ δι­α­στη­μι­κὴ κά­ψου­λα γιὰ νὰ κα­τα­νο­ή­σουν, νὰ συ­νη­θί­σουν καὶ νὰ ἐ­ξοι­κει­ω­θοῦν μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Ἀλ­λὰ ἡ κά­ψου­λα δὲν ἀ­να­χω­ρεῖ, δὲν ὑ­πάρ­χει τέ­τοι­ος κίν­δυ­νος. Τὸ ἴ­διο καὶ μὲ σᾶς. Αὐ­τὴ ἡ δο­κι­μή, σᾶς τὸ ξα­να­λέω, θὰ ξε­κα­θα­ρί­σει τὶς σκέ­ψεις σχε­τι­κὰ μὲ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ κα­τά­στα­ση. Σᾶς δι­α­βε­βαι­ώ­νω ὅ­τι με­τὰ θὰ αἰ­σθά­νε­στε πο­λὺ κα­λύ­τε­ρα. Δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νά… Ὤ, νά καὶ ἡ κα­λή μας ἡ Φι­ο­ρέλ­λα!»

       Ἔ­χει μπεῖ στὸ δω­μά­τιο μιὰ κο­πέ­λα γύ­ρω στὰ εἴ­κο­σι· ὡ­ραι­ό­τα­τη καὶ προ­κλη­τι­κή. Φο­ρά­ει μιὰ πο­λὺ κον­τὴ φού­στα καὶ ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κὸ ντε­κολ­τέ. Μιὰ εἰ­κό­να, ἂν μή τι ἄλ­λο, ἀ­πί­στευ­τη στὴ φυ­λα­κὴ τοῦ θα­νά­του.

       «Θε­ω­ρῶ πε­ριτ­τὲς τὶς συ­στά­σεις», πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ δι­ευ­θυν­τής, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στὸν κα­τά­δι­κο. «Ἡ Φι­ο­ρέλ­λα μας εἶ­ναι εἰ­δι­κὴ σὲ αὐ­τὰ τὰ μι­κρὰ σκη­νι­κὰ δρώ­με­να. Ἡ Φι­ο­ρέλ­λα μας, στὴν πε­ρί­πτω­σή μας, συμ­βο­λί­ζει —κάλ­λι­στα θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ πεῖ κα­νεὶς ἐν­σαρ­κώ­νει—, τὴν ἄλ­λη ζω­ή. Καί, ἀ­κρι­βῶς γι΄ αὐ­τό, τώ­ρα ἀ­πο­σύ­ρε­ται… Τὰ λέ­με Φι­ο­ρέλ­λα…»

       Ἡ κο­πέ­λα ἀ­πευ­θύ­νει στὸν κα­τά­δι­κο ἕ­να ξε­δι­άν­τρο­πο χα­μό­γε­λο, τοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι καὶ με­τὰ βγαί­νει ἀπ΄τὸ δω­μά­τιο.

       Δι­ευ­θυν­τὴς καὶ δρά­στης μέ­νουν ξα­νὰ μό­νοι.

       «Αὐ­τὴ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα;» ρω­τά­ει ὁ κύ­ριος Τρόλ, κά­νον­τας μιὰ κί­νη­ση μὲ νό­η­μα.

       Ὁ δι­ευ­θυν­τὴς γε­λά­ει. «Βέ­βαι­α, βέ­βαι­α, φυ­σι­κὰ · ἂν τύ­χει ἡ πε­ρί­πτω­ση… Τώ­ρα θὰ κα­τα­λά­βε­τε πό­σο ἁ­πλὰ εἶ­ναι τὰ πράγ­μα­τα. Βλέ­πε­τε ἐ­κεί­νη τὴν πόρ­τα; Δὲν ἔ­χε­τε πα­ρὰ νὰ τὴν ἀ­νοί­ξε­τε καὶ νὰ πε­ρά­σε­τε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο.Τώ­ρα, ἴ­σως ἀ­πὸ ἐ­κεῖ νὰ εἶ­ναι τὸ σκο­τά­δι. Τὸ σκο­τά­δι θὰ σή­μαι­νε τὸ τί­πο­τα. Μὰ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­ναι καὶ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα ποὺ σᾶς πε­ρι­μέ­νει. Δὲν εἶ­ναι, ἀ­λή­θεια, εὑ­ρη­μα­τι­κὴ ἀλ­λη­γο­ρί­α;»

       «Κι ἂν βρε­θῶ στὸ σκο­τά­δι; Ἐ­γώ…»

       «Ἐ­σεῖς, τί­πο­τα, ἀ­γα­πη­τὲ κύ­ρι­ε Τρόλ. Σὲ αὐ­τὴ τὴν πε­ρί­πτω­ση, ἀ­φοῦ δὲν θὰ ὑ­πάρ­χει τί­πο­τα, θὰ γυ­ρί­σε­τε ὡ­ραῖ­α-ὡ­ραῖ­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Δὲν εἶ­ναι ἁ­πλό; Νο­μί­ζω τώ­ρα ὅ­τι ἀ­πὸ κεῖ εἶ­ναι ὅ­λα ἕ­τοι­μα.»

       «Καὶ ποι­ός ἀ­πο­φα­σί­ζει; Θέ­λω νὰ πῶ: ποι­ός κα­θο­ρί­ζει ἐ­ὰν θὰ βρῶ σκο­τά­δι ἢ τὴν κο­πέ­λα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ; Ἐ­σεῖς τὸ ἀ­πο­φα­σί­ζε­ται, κύ­ρι­ε δι­ευ­θυν­τά;»

       «Κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κὰ ὄ­χι. Ἡ κο­πέ­λα τὸ ἀ­πο­φα­σί­ζει. Καὶ ἡ Φι­ο­ρέλ­λα εἶ­ναι τὸ πιὸ ἀ­πρό­βλε­πτο πλά­σμα στὸν κό­σμο. Ἐμ­πρός, κου­ρά­γιο. Δο­κι­μά­ζου­με;»

       Ὁ κα­τά­δι­κος ση­κώ­νε­ται καὶ μὲ ἀ­βέ­βαι­α βή­μα­τα πλη­σιά­ζει πρὸς τὴν πόρ­τα. Πιά­νει δι­στα­κτι­κὰ τὸ πό­μο­λο, τὸ γυ­ρί­ζει ἀρ­γά, σπρώ­χνει μὲ πολ­λὴ προ­σο­χὴ τὸ πορ­τό­φυλ­λο. Δι­α­κρί­νει μιὰ λε­πί­δα ἀ­πὸ φῶς, μιὰ σχι­σμή, μιὰ λάμ­ψη στὸ ρὸζ χρῶ­μα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης σάρ­κας.

       Ἀ­κρι­βῶς τό­τε, ἀ­πὸ μιὰ ἐ­λά­χι­στη χα­ρα­γὴ —κα­λὰ κρυμ­μέ­νη στὸν τοῖ­χο, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη με­ριὰ τοῦ γρα­φεί­ου—, ἕ­νας δει­νὸς σκο­πευ­τὴς πυ­ρο­βο­λεῖ καὶ σκο­τώ­νει τὸν κύ­ριο Τρὸλ μὲ μιὰ βο­λὴ στὸν αὐ­χέ­να.


Δραματοποίηση: Filippo Tognazzo


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati): Οἱ χα­μέ­νες μέ­ρες


05-buzzati-oichamenesmeres-mtf-apotaitalikap-fournarisl363-eikona-01


Ντίνο Μπουτζάτι (Dino Buzzati)


Οἱ χα­μέ­νες μέ­ρες

(I giorni perduti)


02-OmikronΕΡΝΕΣΤΟ ΚΑΖΙΡΑ, με­ρι­κὲς ἡ­μέ­ρες με­τὰ τὴν ἐγ­κα­τά­στα­σή του στὴν πο­λυ­τε­λῆ βί­λα, ἐ­πι­στρέ­φον­τας, δι­έ­κρι­νε ἀ­πὸ μα­κριὰ ἕ­ναν ἄν­δρα μ΄ ἕ­να κι­βώ­τιο στὶς πλά­τες… Ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ μιὰ πλα­ϊ­νὴ πορ­τού­λα τοῦ μαν­τρό­τοι­χου καὶ τὸ φόρ­τω­νε σ΄ ἕ­να φορ­τη­γό.

       Δὲν τὸν προ­λά­βαι­νε πρὶν φύ­γει. Τὸν ἀ­κο­λού­θη­σε, λοι­πόν, μὲ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Τὸ φορ­τη­γὸ ἔ­κα­νε πο­λὺ δρό­μο μέ­χρι τὶς ἀ­πό­μα­κρες πα­ρυ­φὲς τῆς πό­λης καὶ στα­μά­τη­σε στὸ χεῖ­λος μιᾶς χα­ρά­δρας.

       Ὁ Κα­ζί­ρα κα­τέ­βη­κε ἀ­πὸ τὸ ἁ­μά­ξι καὶ πῆ­γε νὰ δεῖ. Ὁ ἄ­γνω­στος ξε­φόρ­τω­σε τὸ κι­βώ­τιο ἀ­πὸ τὸ φορ­τη­γὸ καί, ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε με­ρι­κὰ βή­μα­τα, τὸ πέ­τα­ξε στὴν τά­φρο ποὺ ἦ­ταν ξέ­χει­λη ἀ­πὸ χι­λιά­δες ἄλ­λα πα­ρό­μοι­α κι­βώ­τια.

       Πλη­σί­α­σε τὸν ἄν­θρω­πο καὶ τὸν ρώ­τη­σε: «Σὲ εἶ­δα νὰ βγά­ζεις ἐ­κεῖ­νο τὸ κι­βώ­τιο ἀ­πὸ τὸν κῆ­πο μου. Τί εἶ­χε μέ­σα; Καὶ τί εἶ­ναι ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ κι­βώ­τια;»

       Ἐ­κεῖ­νος τὸν κοί­τα­ξε καὶ χα­μο­γέ­λα­σε: «Ἔ­χω κι ἄλ­λα στὸ φορ­τη­γὸ γιὰ πέ­τα­μα. Δὲν τὸ ξέ­ρεις; Εἶ­ναι οἱ μέ­ρες.»

       «Ποι­ὲς μέ­ρες;»

       «Οἱ μέ­ρες σου.»

       «Οἱ μέ­ρες μου;»

       «Οἱ χα­μέ­νες σου μέ­ρες. Οἱ μέ­ρες ποὺ ἔ­χα­σες. Δὲν τὶς πε­ρί­με­νες, ἔ; Ἦρ­θαν. Τί ἔ­κα­νες γιὰ αὐ­τές; Κοί­τα­ξέ τες, εἶ­ναι ἀ­νέ­πα­φες, ἀ­κό­μα ζω­η­ρές. Καὶ τώ­ρα…»

       Ὁ Κα­ζί­ρα κοί­τα­ξε. Τὰ κι­βώ­τια σχη­μά­τι­ζαν ἕ­να πε­λώ­ριο σω­ρό. Κα­τέ­βη­κε τὴν πλα­γιὰ κι ἄ­νοι­ξε ἕ­να.

       Μέ­σα ἦ­ταν ἕ­νας φθι­νο­πω­ρι­νὸς δρό­μος καὶ στὸ βά­θος ἡ Γκρα­τσι­έλ­λα, ἡ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κιά του, ποὺ ἔ­φευ­γε ὁ­ρι­στι­κά. Κι αὐ­τὸς οὔ­τε κὰν τὴν κα­λοῦ­σε.

       Ἄ­νοι­ξε ἕ­να δεύ­τε­ρο. Ἦ­ταν ἕ­να δω­μά­τιο νο­σο­κο­μεί­ου καὶ στὸ κρε­βά­τι ὁ ἀ­δελ­φός του, ὁ Τζό­σου­α, ποὺ ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος καὶ τὸν πε­ρί­με­νε· αὐ­τὸς ὅ­μως ἔ­τρε­χε γιὰ τὶς δου­λει­ές του.

       Ἄ­νοι­ξε ἕ­να τρί­το. Στὸ κάγ­κε­λο τοῦ πα­λιοῦ φτω­χι­κοῦ σπι­τιοῦ στε­κό­ταν ὁ Ντιούκ, ὁ πι­στὸς μο­λοσ­σός, ποὺ τὸν πε­ρί­με­νε ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ χρό­νια, πα­ρα­τη­μέ­νος, πε­τσὶ καὶ κόκ­κα­λο. Μὰ ἐ­κεῖ­νος δὲν σκε­φτό­ταν νὰ γυ­ρί­σει.

       Αἰ­σθάν­θη­κε ἕ­να σφί­ξι­μο στὸ στο­μά­χι. Ὁ ἐκ­φορ­τω­τὴς στε­κό­ταν στη­τὸς στὸ χεῖ­λος τῆς χα­ρά­δρας, ψυ­χρὸς σὰν ἐ­κτε­λε­στής.

       «Κύ­ρι­ε!» φώ­να­ξε ὁ Κα­ζί­ρα. «Ἀ­κοῦ­στέ με. Ἀ­φῆ­στέ με νὰ πά­ρω μό­νο αὐ­τὰ τὰ τρί­α κι­βώ­τια. Σᾶς ἱ­κε­τεύ­ω. Μό­νο αὐ­τὰ τὰ τρί­α. Εἶ­μαι πλού­σιος. Θὰ σᾶς δώ­σω ὅ,τι θέ­λε­τε.»

       Ὁ ἐκ­φορ­τω­τὴς ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση μὲ τὸ δε­ξὶ χέ­ρι σὰν νὰ ἔ­δει­χνε ἕ­να ἀ­πρό­σι­το μέ­ρος, σὰν νὰ ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά, ὅ­τι κα­μιὰ βελ­τί­ω­ση δὲν ἦ­ταν πι­θα­νή. Με­τὰ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ὡς διὰ μα­γεί­ας καὶ μο­νο­μιᾶς ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε κι ὁ γι­γαν­τια­ῖος σω­ρὸς τῶν μυ­στη­ρι­ω­δῶν κι­βω­τί­ων. Καὶ ἡ σκιὰ τῆς νύ­χτας ἔ­πε­φτε.


Δραματοποίηση: Monica Mainardi


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Le not­ti dif­fi­ci­li (Οἱ δύσκολες νύχτες), Mon­da­do­ri, Mi­la­no 1971.

Ντί­νο Μπουτ­ζά­τι (Dino Buzzati) (S­an P­e­l­­l­e­­g­r­i­­no di Bel­lu­no, 1906 – Mi­la­no, 1972). Ἰτα­λὸς συγ­γρα­φέ­ας καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔγρα­ψε θε­α­τρικὰ ἔρ­γα, μυ­θι­στο­ρη­μά­τα καὶ δι­η­γή­μα­τα. Γνω­στό­τε­ρο ἔρ­γο του: Il d­e­s­e­r­to d­ei t­a­r­t­a­ri (Ἡ ἔρη­μος τῶν Ταρ­τά­ρων). Τὸ 1942 δη­μο­σι­εύ­ει τὴ συλ­λογὴ δι­η­γη­μά­των I s­e­t­te m­e­s­s­a­g­g­e­ri (Οἱ ἑπτὰ ἀγγε­λι­ο­φό­ροι) καὶ τὸ 1958 κερ­δί­ζει τὸ βρα­βεῖο Στρέγ­κα μὲ τὸ βι­βλί­ο S­e­s­s­a­n­ta r­a­c­c­o­n­ti (Ἑξήν­τα δι­η­γή­μα­τα). Ἔχει πα­ραλ­λη­λι­στεῖ μὲ τὸν Κάφ­κα λό­γῳ τῆς ἐφια­λτικῆς ἀτμό­σφαι­ρας πολ­λῶν ἔρ­γων του, τὰ ὁποῖ­α συν­δυά­ζουν τὴν κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα μὲ πα­ρά­δο­ξες κα­τα­στά­σεις ποὺ πα­ρει­σφρέ­ουν στὴν κα­νο­νι­κό­τη­τα τῆς ζωῆς καὶ τὴν ἀνα­τρέ­πουν. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ.) Στὸ ἱ­στο­­λό­γιό μας ἔ­χουν ἤδη παρου­σι­α­στεῖ τὰ δι­η­γή­μα­τά του «Δή­λω­ση εἰ­σο­δή­μα­τος», «Ὁ­μα­δι­κὴ φω­το­γρα­φία» καὶ «Ἡ μα­θή­τρια».

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου.