Στῆ­βεν Μα­κλά­ουντ (Steven Macleod): Ὁ ἐ­πι­στά­της



Στῆ­βεν Μα­κλά­ουντ (Steven Macleod)


­πι­στά­της

(Τhe caretaker)


«ΜΗΝ ΠΕΡΠΑΤΑΣ πά­νω στὸ χορ­τά­ρι», φώ­να­ξε ὁ μι­κρό­σω­μος ἄν­δρας.

       «Μὴν εἶ­σαι ἠ­λί­θιος», ἀ­πάν­τη­σε ὁ με­γα­λό­σω­μος. «Δὲν νι­ώ­θει τί­πο­τα.»

       «Πρέ­πει νὰ τὸ φρον­τί­ζεις», ἀν­τέ­κρου­σε ὁ μι­κρό­σω­μος ἄν­δρας. «Μᾶς δί­νει ὀ­μορ­φιά, ἀλ­λὰ εἶ­ναι τρυ­φε­ρό.»

       «Ἂς εἶ­ναι.» Ὁ με­γα­λό­σω­μος ἄν­δρας ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε.

       Χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα εἶ­χαν φύ­γει καὶ οἱ δυό τους.

       Ἀ­δι­ά­φο­ρα, τὸ χορ­τά­ρι τοῦ κοι­μη­τη­ρί­ου, με­γα­λώ­νον­τας, σκέ­πα­σε καὶ τοὺς δύο.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The World’s Shor­test Sto­ries. Mur­der. Lo­ve. Hor­ror. Sus­pen­se. All this and much mo­re in the most a­ma­zing short sto­ries e­ver writ­ten-each o­ne just 55 words long! E­di­ted by Ste­ve Moss (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1998).

Στῆ­βεν Μα­κλά­ουντ (Steven Macleod). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι


		
Advertisements

Γιῶργος Τριλλίδης: Ἡμέρα ανεξαρτησίας


Γιῶργος Τριλλίδης


Ἡ­μέ­ρα ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας


ΑΡΥΘΥΜΟΣ καὶ κα­τη­φής, ὅ­πως πάν­τα τέ­τοι­α ὥ­ρα, ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι ἀ­π’ τὴ δου­λειά, παρ­κά­ρει, μπαί­νει ἀ­π’ τὴν πόρ­τα τῆς κου­ζί­νας, πε­τά­ει τὰ κλει­διὰ στὸ τρα­πέ­ζι καὶ βγά­ζει κραυ­γή; «Τζέ­ι­σο­ο­ον»

…….«Εἶ­μαι πά­νω», φω­νά­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

…….Ὁ Χα­ρί­λα­ος βα­ρυγ­κο­μεῖ στὴ σκά­λα. Στὴ δι­α­δρο­μὴ λύ­νει τὴ γρα­βά­τα του. Μπαί­νει στὸ δω­μά­τιο τοῦ Ἰ­ά­σο­να.

.      «Τί κά­νεις;»

.      «Δι­α­βά­ζω», λέ­ει ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Ὅ­λα κα­λά;» ρω­τά­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Ἔ­χω κά­ποι­ες ἀ­πο­ρί­ες», λέ­ει δι­στα­κτι­κὰ ὁ Ἰ­ά­σο­νας.

.      «Τί ἀ­πο­ρί­ες;» συν­νε­φιά­ζει ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Μπαμ­πά, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­α μας ἔ­γι­νε τὰ με­σά­νυ­χτα τῆς 15ης πρὸς τὴ 16η Αὐ­γού­στου», ψελ­λί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «για­τί τὴ γι­ορ­τά­ζου­με τὴν 1η τοῦ Ὀ­κτώ­βρη;»

.      Τὸ πρό­σω­πο τοῦ Χα­ρί­λα­ου φω­τί­ζε­ται, λὲς καὶ κά­ποι­ος μό­λις τοῦ ἐ­ξή­γη­σε πῶς ἀ­κρι­βῶς παί­ζε­ται τὸ μπέ­ιζ­μπολ.

.       «Τζέ­ι­σον», κρά­ζει μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση ὁ Χα­ρί­λα­ος, «εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κὸς γιὸς τοῦ πα­τέ­ρα σου!» Ἀ­κο­λού­θως, σκύ­βει καὶ φι­λά­ει τὸν Ἰ­ά­σο­να στὴ φύ­τρα.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν ἀν­τι­δρᾶ οὔ­τε στὸ φι­λὶ οὔ­τε στὴ φι­λο­φρό­νη­ση – ἡ ὁ­ποί­α, ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι πα­ρα­πει­στι­κή. Ἐ­πι­δα­ψι­λεύ­ει ἐ­παί­νους μᾶλ­λον σ’ αὐ­τὸν ποὺ τὴν ἀ­πευ­θύ­νει πα­ρὰ σ’ αὐ­τὸν πρὸς τὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πευ­θύ­νε­ται. Οὐ­σι­α­στι­κὰ δὲν εἶ­ναι καν φι­λο­φρό­νη­ση. Εἶ­ναι ξεδι­άν­τρο­πη αὐ­το­κο­λα­κεί­α ποὺ σερ­βί­ρε­ται ὡς γο­νι­κὴ ὑ­πε­ρη­φά­νεια. Ὁ Ἰ­ά­σο­νας εἶ­ναι πο­λὺ μι­κρὸς γιὰ νὰ τὸ ἀν­τι­λη­φθεῖ αὐ­τό. Εἶ­ναι, ὡ­στό­σο, ἀρ­κε­τὰ με­γά­λος ὥ­στε νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του δὲν ἀ­παν­τή­θη­κε.

.      «Μπαμ­πά», μουρ­μου­ρί­ζει ὁ Ἰ­ά­σο­νας, «δὲν μοῦ εἶ­πες». «Ἰ­ά­σων… Ἰ­ά­σων…» συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος ὁ Χα­ρί­λα­ος ποὺ πλέ­ει πλέ­ον σὲ πε­λά­γη πα­τρι­κῆς πλη­ρό­τη­τας, «ση­μα­σί­α δὲν ἔ­χουν οἱ ἀ­παν­τή­σεις, ση­μα­σί­α ἔ­χει νὰ ρω­τᾶς τὶς σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις».

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν λέ­ει τί­πο­τα. Ἐ­πε­ξερ­γά­ζε­ται τὸ ἀ­πό­φθεγ­μα τοῦ πα­τέ­ρα του. Δι­ε­ρω­τᾶ­ται, ἀ­να­πό­φευ­κτα, ἂν ἡ ἐ­ρώ­τη­σή του ἦ­ταν σω­στή. Πρέ­πει νὰ ἦ­ταν, ἀ­φοῦ ἀ­πάν­τη­ση δὲν πῆ­ρε. Ἐν πά­σῃ πε­ρι­πτώ­σει, ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ μεί­νει μὲ τὴν ἀ­πο­ρί­α καὶ νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σει τὴν πρό­σχα­ρη δι­ά­θε­ση τοῦ πα­τέ­ρα του ὥ­στε νὰ πε­τύ­χει κά­τι πο­λὺ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἀ­πὸ τὴ δι­α­λεύ­καν­ση τῶν λό­γων ποὺ ἕ­να θη­λυ­κὸ κρύ­βει μῆ­νες.

.      «Νὰ πά­ω τώ­ρα στὸ πάρ­κο νὰ παί­ξω μπά­λα;» «Νὰ πᾶς ὅ­που θές, ἀρ­γο­ναύ­τη μου!» «Τί ὥ­ρα νὰ γυ­ρί­σω;» «Ὅ,τι ὥ­ρα θές, γι­ό­κα μου!»

.       Ὁ Ἰ­ά­σο­νας ἐκ­πλήσ­σε­ται ἀ­πὸ τὴν ἐν­θου­σι­ώ­δη ἀν­τα­πό­κρι­ση. Ὁ Χα­ρί­λα­ος δὲν τὸν ἔ­χει με­γα­λώ­σει μὲ λευ­κὲς ἐ­πι­τα­γές. Ἂν μπο­ρῶ νὰ κερ­δί­σω τό­σα πολ­λὰ κά­νον­τας ἁ­πλῶς καὶ μό­νο σω­στὲς ἐ­ρω­τή­σεις, σκέ­φτε­ται ὁ Ἰ­ά­σο­νας, στὸ ἑ­ξῆς θὰ κά­νω μό­νο αὐ­τό.

.      «Ἔ­φυ­γα.»

.      Δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ, ἀ­φοῦ στὴν ἡ­λι­κί­α του εἶ­ναι πάν­τα ντυ­μέ­νος μὲ στο­λὴ ἀ­θλο­παι­δι­ῶν.

.      «Ἀ­έ­ρα στὰ πα­νιά σου, Τζέ­ι­σον», τοῦ κλεί­νει τὸ μά­τι πο­νη­ρὰ ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      Ὁ Ἰ­ά­σο­νας δὲν πιά­νει τὸ ὑ­πο­νο­ού­με­νο, ἀλ­λὰ ἔ­χει ἤ­δη τὴν ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση στὴ δι­ά­θε­σή του. Ἐλ­πί­ζει μό­νο νὰ εἶ­ναι ἡ σω­στή.

.      Μὲ τὸ ποὺ ἀ­κού­ει τὴν πόρ­τα νὰ κλεί­νει, ὁ Χα­ρί­λα­ος κα­τε­βαί­νει τὴ σκά­λα. Ἀ­πὸ τὰ δε­κα­τέσ­σε­ρα σκα­λιὰ πα­τά­ει στὰ πέν­τε. Προ­σγει­ώ­νε­ται στὴν κου­ζί­να. Ἀ­νοί­γει τὸ ψυ­γεῖ­ο καὶ βγά­ζει μιὰ μπί­ρα. Ταυ­τό­χρο­να μὲ τὸ πῶ­μα ποὺ φεύ­γει ἀ­π’ τὸν λαι­μό, ἕ­να κλει­δὶ γυ­ρί­ζει στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα. Μπαί­νει μέ­σα ἡ Σό­νια.

.      «Δὲν μπο­ρεῖς νὰ φαν­τα­στεῖς τί μὲ ρώ­τη­σε πρὶν ἀ­πὸ λί­γο ὁ γιός μας», ἀ­να­κοι­νώ­νει ἔμ­πλε­ος χα­ρᾶς ὁ Χα­ρί­λα­ος.

.      «Εἶ­μαι πτῶ­μα», λέ­ει ἡ Σό­νια καὶ ἀ­φή­νει ἕ­ξι πρά­σι­νες σα­κοῦ­λες Marks & Spencer στὸ σα­λό­νι. «Πά­ω νὰ ἀλ­λά­ξω», λέ­ει καὶ ξε­κι­νᾶ νὰ βρεῖ τὰ σκα­λο­πά­τια.

.      «Ἄ­κου τί μοῦ εἶ­πε ὁ-», ἀρ­χί­ζει νὰ λέ­ει ὁ Χα­ρί­λα­ος, προ­χω­ρών­τας πρὸς τὴ σκά­λα γιὰ νὰ ἀ­κού­γε­ται κα­λύ­τε­ρα, ἀλ­λὰ ἡ Σό­νια ἐ­πεμ­βαί­νει:

.      «Τὸν εἶ­δα ποὺ ἔ­φευ­γε. Νά σοῦ πῶ… τοῦ εἶ­πες νὰ γυ­ρί­σει σπί­τι ὅ,τι ὥ­ρα θέ­λει;»

.      «Ναί. Ἄ­κου τώ­ρα τί μοῦ-».

.      «Πε­ρί­με­νε, εἴ­πα­με!» δι­α­τά­ζει ἡ Σό­νια καὶ χώ­νε­ται στὸ μπά­νιο.

.      Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἐ­πι­στρέ­φει στὴν κου­ζί­να μὲ τὴν μπί­ρα στὸ χέ­ρι. Πά­ει πά­νω ἀ­πὸ τὸν νε­ρο­χύ­τη καὶ στυ­λώ­νει τὸ μπου­κά­λι. Ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο φαί­νε­ται ἡ αὐ­λὴ καὶ ἡ πι­σί­να, γε­μά­τη ἀ­κό­μα καὶ φω­τι­σμέ­νη. Τό­τε θυ­μᾶ­ται πὼς στέ­κε­ται στὸ μο­να­δι­κὸ ση­μεῖ­ο τοῦ σπι­τιοῦ ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο μπο­ρεῖ κά­ποι­ος νὰ δεῖ ἀ­πρό­σκο­πτα τὴν πι­σί­να, ἀ­φοῦ δω­μά­τια, σα­λό­νι, τρα­πε­ζα­ρί­α καὶ χὼλ εἶ­ναι εἴ­τε τυ­φλὰ εἴ­τε τὰ πα­ρά­θυ­ρα καὶ οἱ μπαλ­κο­νό­πορ­τές τους βλέ­πουν ἄλ­λ’ ἀντ’ ἄλ­λων. Ὁ Χα­ρί­λα­ος ἀρ­χί­ζει νὰ ἐ­κνευ­ρί­ζε­ται.



Πηγή: ἀπὸ τὴν συλλογὴ διηγημάτων Μι­κρο­πρά­γμα­τα (ἐκδ. Κουκ­κί­δα/Αἰ­γαῖ­ον 2012).

Γιῶργος Τριλλίδης (Λευκωσία, 1976). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δι­κη­γό­ρος. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τρεῖς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των καὶ μία συλ­λο­γὴ μὲ μὴ-μυ­θο­πλα­στι­κὰ κεί­με­να.



		

	

Ντὰγκ Λόν (Doug Long): Ὁ χρό­νος καὶ τὸ χρῆ­μα



Ντὰγκ Λόν (Doug Long)


χρό­νος καὶ τὸ χρῆ­μα

(Time and money)


ΣΤΑ εἴ­κο­σί του ἦ­ταν ἐρ­γα­σι­ο­μα­νὴς στὰ τριά­ντα του πλού­σιος.

       «Ὁ χρό­νος εἶ­ναι χρῆ­μα», τοῦ ΄λέ­γε πάν­τα ὁ πα­τέ­ρας του. «Νὰ μὴ ση­κώ­νεις κε­φά­λι, νά ‘χεις τὸ νοῦ σου στὸν πα­ρά.»

       Στὰ τριά­ντα ὀ­χτὼ ἡ ἐ­πι­χεί­ρη­σή του φα­λί­ρι­σε. Ἡ γυ­ναί­κα του τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε. Ἀρ­ρώ­στη­σε σο­βα­ρά.

       Τώ­ρα, ποὺ ἀ­νάρ­ρω­σε, θαυ­μά­ζει τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα καὶ λέ­ει στὰ παι­διά του: «Ὁ χρό­νος εἶ­ναι χρό­νος καὶ τὸ χρῆ­μα χρῆ­μα.»



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The world’s shor­test sto­ri­es of lo­ve end death. E­di­ted by Ste­ve Moss and John M. Da­niel (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1999).

Ντὰγκ Λόν (Doug Long). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Ἕλενα Πέγκα: Ἅγιος


Ἕ­λε­να Πέγ­κα


Ἅ­γιος


ΝΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΗ ΘΑΣΟ πή­γα­με στὸ μο­να­στή­ρι τοῦ Ἁ­γί­ου Παν­τε­λε­ή­μο­να. Ἕ­να μι­κρὸ μο­να­στή­ρι, γυ­ναι­κεῖ­ο. Ρω­τά­ω τὴν ἡ­γου­μέ­νη ποιός ἦ­ταν ὁ Ἅ­γιος; Ξε­ρο­κα­τά­πι­ε. Δυ­σα­ρε­στή­θη­κε ποὺ δὲν γνώ­ρι­ζα.

       Ἦ­ταν ἕ­νας νε­α­ρὸς για­τρός, μοῦ λέ­ει, ἀ­πὸ τὴ Νι­κο­μή­δεια τῆς Ρω­σί­ας. Ἡ μη­τέ­ρα του ἦ­ταν χρι­στια­νή. Ὁ πα­τέ­ρας του ὄ­χι. Ὁ πα­τέ­ρας του ἦ­ταν πλού­σιος καὶ εἰ­δω­λο­λά­τρης. Εἶ­χε χι­λιά­δες δού­λους. Σὲ μου­σεῖ­ο κα­τοι­κοῦ­σε. Πρὶν πε­θά­νει ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου εἶ­δε ἕ­να ἀ­πὸ τὰ θαύ­μα­τα τοῦ γιοῦ του. Εἶ­δε τὸν γιό του νὰ θε­ρα­πεύ­ει ἕ­ναν ἄν­τρα ἐκ γε­νε­τῆς τυ­φλό. «Τί ἔ­βλε­πα τό­σα χρό­νια;» ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ὁ πα­τέ­ρας. «Τί ἄ­κου­γα; Τί μοῦ μί­λα­γε τό­σα χρό­νια; Τί­πο­τα. Τί­πο­τα.» Καὶ οὐρ­λι­ά­ζον­τας ἀ­να­στα­τω­μέ­νος, χύ­μη­ξε μέ­σα στὸ μου­σεῖ­ο του ποὺ ἦ­ταν ἡ ἔ­παυ­λή του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πᾶ δε­ξιὰ κι ἀ­ρι­στε­ρά. Νὰ σπά­ει πράγ­μα­τα. «Τί ἔ­κα­να γιὰ τὴ γυ­ναί­κα μου τό­σα χρό­νια; Τί γιὰ τὸν γιό μου; Τί­πο­τα. Τί­πο­τα. Καὶ ὅ­ταν ἀ­κό­μη ὑ­πέ­φε­ρε ἡ γυ­ναί­κα μου, τί ἔ­κα­να γιὰ νὰ τῆς ἐ­λα­φρύ­νω τὸν πό­νο; Τί ἔ­κα­να;» Καὶ ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ὁ πα­τέ­ρας τοῦ Ἁ­γί­ου χτύ­πα­γε καὶ ἔ­σπα­γε τὴν πε­ρι­ου­σί­α του. Ἔ­τσι πέ­θα­νε πι­στός.

        «Ἀ­πὸ ποῦ εἶ­στε ἐ­σεῖς;» ρω­τῶ τὴν ἡ­γου­μέ­νη. «Ἀ­πὸ τὸ σπί­τι τοῦ Θε­οῦ καὶ ἐ­κεῖ θὰ ἐ­πι­στρέ­ψω. Πά­ρε τώ­ρα ἕ­να λου­κού­μι. Πά­ρε λου­κού­μι.»



Πη­γή: Σφι­χτὲς ζῶ­νες καὶ ἄλ­λα δέρ­μα­τα (ἔκδ. Ἄ­γρα, 2011).

Ἕλε­να Πέγ­κα (Θεσ­σα­λο­νί­κη). Θέ­α­τρο, Πε­ζο­γρα­φί­α. Σπού­δα­σε θέ­α­τρο καὶ φι­λο­σο­φί­α στὸ Πανεπιστήμιο Wesleyan τοῦ Κό­νε­τικατ τῶν ΗΠΑ. Κεί­με­νά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἰ­τα­λι­κά, σου­η­δι­κὰ καὶ ἔ­χουν πα­ρου­σια­στεῖ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ἔ­χει γρά­ψει τὸ σε­νά­ριο γιὰ τὴν βρα­βευ­μέ­νη ται­νί­α τοῦ Λά­κη Πα­πα­στά­θη Τὸ μό­νο τῆς ζω­ῆς του τα­ξί­διον. Δι­δά­σκει γρα­φὴ θε­α­τρι­κοῦ ἔρ­γου στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Πα­τρῶν. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Αὐ­τὴ θε­ρι­νή (ἔκδ. Ἄ­γρα, 1986).



		

	

Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham): Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος



Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham)


Ὁ χα­μέ­νος κρί­κος

(The missing link)


ΚΕΙΝΟΣ ἦ­ταν Κρὸ-Μα­νιόν, ἐ­κεί­νη Νε­άν­τερ­ταλ. Δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τε­κνο­ποι­ή­σουν.

Ἕ­νας μα­κρι­νὸς συγ­γε­νὴς —ὄρ­θιος, ἔ­ξυ­πνος καὶ μο­χθη­ρός— εἰ­σέ­βα­λε στὴ σπη­λιά τους, τὸν σκό­τω­σε, τὴν βί­α­σε, ἅρ­πα­ξε τὰ ὑ­πάρ­χον­τά τους καὶ τὴν ἄ­φη­σε συν­τε­τριμ­μέ­νη, πάμ­πτω­χη καὶ ἔγ­κυ­ο.

       Οἱ ἀν­θρω­πο­λό­γοι ἀ­να­ρω­τι­οῦν­ται ποι­ός νὰ ἦ­ταν.

       Ἀ­γνό­η­σέ τον.

       Δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ος ποὺ θά ΄θε­λες νὰ ξέ­ρεις.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὸ The world’s shor­test sto­ri­es of lo­ve end death. E­di­ted by Ste­ve Moss and John M. Da­niel (Phi­la­de­lphia, Pen­nsyl­va­nia, 1999).

Τέ­υ­λορ Μπί­ναμ (Taylor Bingham). [Χωρὶς ἐργοβιογραφικὰ στοιχεῖα στὴν πηγή.]

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός: Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κός


Μί­α πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πα­ρα­κα­λῶ


ΤΟΥΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ προ­σε­κτι­κά. Αὐ­τιὰ τεν­τω­μέ­να, μά­τια ὀρ­θά­νοι­χτα. Μ’ ὅ­λες τὶς αἰ­σθή­σεις. Εὐ­αί­σθη­το θέ­μα, κρέ­μο­μαι ἀ­π’ τὰ χεί­λη τους, εἶ­ναι εἰ­δι­κοί. Κα­λε­σμέ­νοι σὲ τη­λε­ο­πτι­κὴ ἐκ­πομ­πή, συ­ζη­τοῦν γιὰ τὴν ψυ­χο­λο­γί­α τῶν νέ­ων στὶς μέ­ρες μας. Ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν πολ­λοὺς κιν­δύ­νους. Εἶ­ναι ἐγ­κλω­βι­σμέ­νοι στὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας. Ἴν­τερ­νετ, ἀ­δη­φά­γο σερ­φά­ρι­σμα, παι­χνί­δια τρισ­δι­ά­στα­τα, κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α. Μέ­σα σ’ ὅ­λα, μέ­σα ζων­τα­νά. Δυ­σκο­λεύ­ον­ται ὅ­μως νὰ δρά­σουν μέ­σα στὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Στὸ πά­νελ κι ἕ­νας ἀν­τι­δρα­στι­κός, ἀμ­φι­σβη­τί­ας. Ἕ­νας γο­νιός, μὴ κα­ταρ­τι­σμέ­νος ἐ­πι­στη­μο­νι­κά. Ὀ­νο­μά­ζει τὴν ἴ­δια τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, φαι­νο­με­νι­κή. Μι­λά­ει γιὰ τὴ ζω­ή του, τοῦ φαί­νε­ται σὰν κά­τι νὰ κρύ­βε­ται. Σὰ νὰ τὴ χά­νει. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Συ­νε­χί­ζει, μὲ τράκ. Βι­ώ­νου­με τὸ εὔ­κο­λο πρῶ­το πλά­νο, αὐ­τὸ ποὺ ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ τοὺς εἰ­κο­νι­κοὺς σκη­νο­θέ­τες τῆς ζω­ῆς, αὐ­τοὺς ποὺ πα­ρα­πλα­νοῦν ἠ­θο­ποι­ούς, πά­σης κα­τη­γο­ρί­ας θε­α­τὲς κι ἄλ­λους συν­τε­λε­στές. Χρει­ά­ζε­ται ἀ­δι­ά­κο­πη προ­σπά­θεια, ἐ­ξάν­τλη­ση ὅ­λων τῶν χρο­νι­κῶν πε­ρι­θω­ρί­ων, γιὰ νὰ γνω­ρί­σεις τὸν συ­νάν­θρω­πο, νὰ ἐμ­βα­θύ­νεις, νὰ ἀν­τι­λη­φθεῖς. Νὰ φτά­σεις στὸ με­δού­λι. Τὸ ἴ­διο καὶ γιὰ τὴ ζω­ή. Ὅ­σα καὶ νὰ φα­νε­ρώ­νεις ἀ­πὸ δαύ­τη, θὰ συ­νε­χί­ζει νὰ κρύ­βε­ται κι ἐ­σὺ νὰ προ­σπα­θεῖς μπᾶς καὶ κα­τα­λά­βεις τί κα­πνὸ φου­μά­ρει. Χω­ρὶς νὰ εἶ­σαι πο­τὲ σί­γου­ρος γιὰ τὴν κρί­ση σου, τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς προ­σπά­θειάς σου. Γιὰ ὅ­λους καὶ ὅ­λα. Τὸ πά­νελ μει­διᾶ. Ἐ­κεῖ­νος μὲ κόκ­κι­να μά­γου­λα, πρώ­τη φο­ρὰ στὸ τη­λε­ο­πτι­κὸ το­πί­ο.

       Κα­λού­τσι­κος. Δι­ά­βα­ζα τὶς προ­άλ­λες σ’ ἕ­να βι­βλί­ο ἀ­στρο­φυ­σι­κῆς ὅ­τι τὸ φῶς ποὺ βλέ­που­με ἀ­πὸ κά­θε ἀ­στέ­ρι εἶ­ναι πα­ρελ­θόν­τος χρό­νου. Πολ­λὰ βρί­σκον­ται ἑ­κα­τομ­μύ­ρια ἔ­τη φω­τὸς μα­κριά μας. Πα­ρὰ τὴν τα­χύ­τη­τα τοῦ φω­τὸς μὲ τὴν ὁ­ποί­α τα­ξι­δεύ­ει ἡ λάμ­ψη τους ἐ­μεῖς τὴν βλέ­που­με τώ­ρα. Ἡ λάμ­ψη αὐ­τὴ μπο­ρεῖ νὰ δη­λώ­νει ὅ­τι πράγ­μα­τι ζοῦν. Μπο­ρεῖ καὶ ὄ­χι. Βλέ­που­με, στὸ πα­ρόν, τὸ φῶς ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θόν τους ποὺ τα­ξι­δεύ­ει στὸ μέλ­λον, χω­ρὶς νὰ εἴ­μα­στε σί­γου­ροι σὲ τί κα­τά­στα­ση βρί­σκον­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ καὶ πι­θα­νὸν νὰ μὴν τὸ μά­θου­με πο­τέ. Εἶ­ναι καὶ τὰ πε­φτα­στέ­ρια. Γι­νό­μα­στε θι­α­σῶ­τες τῆς στιγ­μῆς ποὺ σβή­νουν, χω­ρὶς νὰ γνω­ρί­ζου­με τὴ χρο­νι­κὴ στιγ­μὴ τοῦ θα­νά­του τους.

       Μπέρ­δε­μα. Οἱ εἰ­δι­κοὶ ψυ­χο­λό­γοι μι­λοῦν γιὰ τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς τε­χνο­λο­γί­ας, ποὺ ἐγ­κλω­βί­ζει τοὺς νέ­ους. Οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες τῆς ἑρ­μη­νεί­ας τοῦ σύμ­παν­τος μᾶς ἐ­νη­με­ρώ­νουν ὅ­τι αὐ­τὸ ποὺ φαί­νε­ται δὲν εἶ­ναι σὲ πραγ­μα­τι­κὸ χρό­νο, ὅ­τι ἡ δρά­ση στὴν τρέ­χου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πο­δη­λώ­νει μιὰ φαι­νο­με­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἐ­πα­λη­θεύ­ε­ται ὁ ἀν­τι­δρα­στι­κός; Συμ­βαί­νει κά­τι ἄλ­λο; Μή­πως δι­α­φεύ­γει, γιὰ κά­ποι­ους λό­γους, μιὰ λαν­θά­νου­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα;

       Μᾶς λέ­νε, δη­λα­δή, ὅ­τι ἂν ὁ ἄν­θρω­πος κα­τοι­κή­σει τώ­ρα σὲ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες καὶ προ­σπα­θή­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ νὰ με­λε­τή­σει τὸ φῶς τῆς γῆς καὶ τῶν νέ­ων της, θὰ λά­βει μιὰ πλα­σμα­τι­κὴ εἰ­κό­να. Ἔ­τσι, ἡ εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, μέ­σα στὴν ὁ­ποί­α οἱ εἰ­δι­κοὶ ὑ­πο­στη­ρί­ζουν ὅ­τι ζοῦν οἱ νέ­οι σή­με­ρα, θὰ εἶ­ναι ἡ ἐ­πι­κρα­τοῦ­σα πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Θὰ εἶ­ναι μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ποὺ θὰ τὴ βλέ­πουν στὸ μέλ­λον ἀ­πὸ ἄλ­λους πλα­νῆ­τες δί­χως, ὅ­μως, νὰ ἐμ­φα­νί­ζον­ται μα­ζὶ καὶ οἱ συ­νέ­πει­ες τῶν πρά­ξε­ων τῶν νέ­ων τοῦ δι­κοῦ μας πλα­νή­τη. Μή­πως οἱ νέ­οι δι­αι­σθά­νον­ται ἢ γνω­ρί­ζουν κά­τι πα­ρα­πά­νω;

       Πῶς νὰ μὴ μπερ­δέ­ψουν οἱ ἐ­πι­στή­μο­νες ὄ­χι μό­νο τοὺς νέ­ους ἀλ­λὰ ὅ­λους; Ἂς ἀ­πευ­θυν­θοῦ­με κα­λύ­τε­ρα στοὺς εἰ­δι­κούς, ποὺ γνω­ρί­ζουν ἄ­ρι­στα τὴν ψυ­χο­λο­γί­α νέ­ων, ἐ­φή­βων καὶ παι­δι­ῶν. Ἂς συμ­με­ρι­στοῦ­με τὴν ἀ­λη­θι­νή, ἐ­πι­στη­μο­νι­κή, θλι­βε­ρή τους δι­α­πί­στω­ση, ὅ­πως τὴν δι­α­τυ­πώ­νουν, τώ­ρα δά, μέ­σα ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ο­πτι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ὅ­τι οἱ νέ­οι βι­ώ­νουν τὴν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα.

       Μό­λις, ὅ­μως, ἐμ­φα­νί­στη­κε ἕ­νας κα­θη­γη­τὴς πα­νε­πι­στη­μί­ου σὲ ἄλ­λη ἐκ­πομ­πή. Λέ­ει ὅ­τι ἐ­μεῖς, τὰ τα­πει­νὰ ὄν­τα, ποὺ ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μό­νο τὸ τρισ­δι­ά­στα­το σύμ­παν, γιὰ νὰ μπο­ρέ­σου­με νὰ ἐ­πω­φε­λη­θοῦ­με τῶν πλε­ο­νε­κτη­μά­των τῆς τα­χύ­τη­τας τοῦ φω­τὸς καὶ νὰ κι­νη­θοῦ­με ἀ­νά­λο­γα, θὰ πρέ­πει πρῶ­τα ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι νὰ γί­νου­με φῶς. Αὐ­τό, μὲ τὰ πολ­λὰ χρώ­μα­τα. Μπλέ, πρά­σι­νο, Κόκ­κι­νο. Ἀ­γα­πῶ τοὺς ἀ­στρο­φυ­σι­κούς. Τὶς ἐ­πι­στῆ­μες ποὺ ἀ­σχο­λοῦν­ται μὲ τὴν ἑρ­μη­νεί­α τοῦ σύμ­παν­τος. Εἶ­ναι σὰν πα­ρα­μύ­θι. Ἀ­πὸ μι­κρὸς ἤ­θε­λα κι ἐ­γὼ νὰ ἀ­σχο­λη­θῶ, δὲν τὰ κα­τά­φε­ρα. Ἐλ­πί­ζω νὰ γνω­ρί­σω κά­ποι­ον ἀ­πὸ κον­τά. Νὰ τοῦ πῶ γιὰ τὰ τα­ξί­δια τοῦ νοῦ ποὺ μοῦ χα­ρί­ζει. Νὰ τοῦ πῶ πὼς ἐλ­πί­ζω κι ἐ­γὼ σὲ μιὰ φω­τει­νὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Τὴν πε­ρί­με­να πῶς καὶ πῶς κι ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ τὴν προ­σμέ­νω, πί­νον­τας τὸ πρω­ι­νό μου κα­φε­δά­κι, δου­λεύ­ον­τας, πη­γαί­νον­τας τὰ παι­διὰ στὸ σχο­λεῖ­ο, κά­νον­τας βόλ­τες μα­ζί τους στὴ θά­λασ­σα καὶ στὸ βου­νό, βγά­ζον­τας βόλ­τα τὸ σκύ­λο, παί­ζον­τας παι­χνί­δια τε­χνο­λο­γί­ας, σερ­φά­ρον­τας στὸ ἴν­τερ­νετ καὶ σχο­λι­ά­ζον­τας στὰ κοι­νω­νι­κὰ δί­κτυ­α, δι­α­βά­ζον­τας πα­ρα­μύ­θια, συ­ζη­τών­τας ἄλ­λο­τε γιὰ τὸ σά­κο καὶ τὰ ἀ­θλη­τι­κὰ πα­πού­τσια ποὺ ἤ­θε­λαν νὰ τοὺς ἀ­γο­ρά­σω καὶ τώ­ρα γιὰ τὶς σπου­δές τους, λέ­γον­τάς τους πό­σο πο­λύ τα ἀ­γα­πῶ, τὴν προ­σμέ­νω πνιγ­μέ­νος στὰ φι­λιά τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο μοῦ θυ­μί­ζουν ὅ­τι δὲ θέ­λουν νὰ χά­σουν τὸ φῶς τους. Εἶ­ναι ἀ­γρί­μια, ἀν­τι­δροῦν. Σὲ ὅ­λα. Γιὰ νὰ μὴν ἐ­ξη­με­ρω­θοῦν. Γιὰ νὰ μὴ χά­σουν τὸ φῶς τους. Κι ὅ­σο πιὸ πο­λὺ μὲ φι­λοῦν τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο βυ­θί­ζο­μαι μέ­σα τους. Μοῦ θυ­μί­ζουν τὸ δι­κό μου παι­δι­κὸ φῶς. Μοῦ θυ­μί­ζουν τί πρέ­πει ν’ ἀλ­λά­ξω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Γραμ­μα­τι­κὸς (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1969). Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κὰ στὸ ΑΠΘ κι ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὸ στὴν Ἀγ­γλί­α. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ χῶ­ρο τῆς ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας καὶ τῆς δι­α­φή­μι­σης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Λά­θρα Beach καὶ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα (Ἐκ­δ. Νη­σί­δες, 2009).



		

	

Νάνσυ Ἀγγελῆ: Θανατόριο



Νάνσυ Ἀγγελῆ


Θανατόριο


ΕΝ ΑΡΧΗι ἦν ἡ ἀμ­φι­βο­λί­α.

       Δὲν ξέ­ρω κὰν ποιό εἶ­ναι τὸ σω­στὸ ὄ­νο­μα γι’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ ἄν­θρω­ποι τῶν με­γά­λων πό­λε­ων συγ­κεν­τρώ­νον­ται γιὰ νὰ κλά­ψουν, γιὰ νὰ ἀ­πο­χαι­ρε­τή­σουν αὐ­τὸν ποὺ φεύ­γει. Δὲν ξέ­ρω κὰν ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να σω­στὸ ὄ­νο­μα γιὰ τὰ μέ­ρη αὐ­τὰ ἢ ἂν θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πάρ­χουν τὰ μέ­ρη αὐ­τά, ἐ­κτὸς ἂν πρό­κει­ται γιὰ τὴν αὐ­λὴ ἑ­νὸς σπι­τιοῦ ἢ τὸ ἐ­σω­τε­ρι­κὸ ἑ­νὸς σπι­τιοῦ, αὐ­τοῦ τοῦ σπι­τιοῦ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­ζη­σε, ὅ­σο ἦ­ταν ζων­τα­νός, ὁ νε­κρὸς καὶ μέ­σα στὸ ὁ­ποῖ­ο θὰ συ­νε­χί­σουν νὰ ζοῦν αὐ­τοὶ ποὺ θὰ συ­νε­χί­ζουν νὰ θυ­μοῦν­ται αὐ­τὸν ποὺ ἔ­φυ­γε, τὸ κρε­βά­τι πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο κοι­μό­ταν, οἱ κουρ­τί­νες ποὺ ἀ­νοί­γον­ταν κά­θε πρω­ί, ἡ κού­πα τοῦ κα­φέ, ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα ποὺ τρί­ζει.

       Τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ δὲν ὑ­πάρ­χει μέ­σα στὰ μον­τέρ­να, δυ­τι­κὰ νε­κρο­το­μεῖ­α. «Νε­κρο­το­μεῖ­ο» εἶ­ναι ἄλ­λο ἕ­να πι­θα­νὸ ὄ­νο­μα γι’ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη, ἂν καὶ μᾶλ­λον ὄ­χι ἀρ­κε­τὸ ἢ ἀρ­κε­τὰ σω­στό. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α τὸ ὄ­νο­μα, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ με­τά­φρα­σή του, ση­μα­σί­α ἔ­χει ἡ αἴ­σθη­ση κι ἄλ­λω­στε δὲν παύ­ει νὰ εἶ­ναι «θά­να­τος» τὸ ὄ­νο­μα σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, σὲ κά­θε γλώσ­σα κι ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ σκέ­ψεις μοῦ ἦρ­θαν στὸ μυα­λὸ μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το κα­θὼς δι­α­σχί­ζα­με τὴν Λε­ω­φό­ρο τῆς Νί­κης, «Ἀ­βε­νί­δα ντὲ λὰ Βι­κτώ­ρια». Ἐ­σὺ καὶ γὼ μέ­σα στὸ αὐ­το­κί­νη­το, τὸ ρά­διο ἀ­νοι­χτό, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἐ­πί­σης, τὸ μό­νο σχε­τι­κὸ μὲ τὸ θά­να­το ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν ἡ ζέ­στη, μιὰ ζέ­στη τοῦ θα­να­τᾶ ποὺ ἔ­κο­βε τὴν ἀ­νά­σα. Κι ἔ­τσι ὅ­πως γλι­στροῦ­σε τὸ αὐ­το­κί­νη­το πά­νω στὴν καυ­τὴ ἄ­σφαλ­το, νο­μί­ζω μᾶς ἔ­πι­α­σε κά­ποι­ο φά­να­ρι, εἶ­ναι ἀ­να­πό­φευ­κτο, πάν­τα ὑ­πάρ­χουν φα­νά­ρια στὶς λε­ω­φό­ρους, πάν­τα κά­τι σοῦ κό­βει τὴ φό­ρα, καὶ τό­τε τὸ βλέμ­μα μου ἀ­νυ­ψώ­θη­κε, ἔ­πε­σε πά­νω στὴν δι­α­φη­μι­στι­κὴ ἐ­πι­γρα­φή, κόκ­κι­να γράμ­μα­τα γραμ­μέ­να μὲ χον­τρὸ πι­νέ­λο πά­νω στὸν γυ­μνὸ τοῖ­χο ἑ­νὸς ἐγ­κα­τα­λε­λει­μέ­νου βι­ο­μη­χα­νι­κοῦ κτη­ρί­ου. Ἔ­λε­γε: «Ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νοι ἀ­π’ τὴν τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἡ ἀ­σφα­λι­στι­κή σας ἑ­ται­ρί­α δὲν σᾶς ἄ­φη­σε νὰ ἐ­πι­λέ­ξε­τε τὸ θα­να­τό­ριο τῆς ἀ­ρε­σκεί­ας σας;». Ὑ­πάρ­χουν θα­να­τό­ρια γιὰ ὅ­λα τὰ γοῦ­στα μοῦ λὲς κι αὐ­τὸ δὲν εἶ­ναι κά­ποι­ο δυ­στο­πι­κὸ μέλ­λον, μὰ τὸ πα­ρόν. Ὑ­πάρ­χουν «θα­να­τό­ρια ἀ­ρε­σκεί­ας» καὶ «θα­να­τό­ρια μὴ ἀ­ρε­σκεί­ας» κα­τὰ τὸν ἴ­διο τρό­πο ποὺ ὑ­πάρ­χουν ἀ­σφα­λι­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες γιὰ ὅ­λα τὰ βα­λάν­τια καὶ γοῦ­στα, ἢ νε­κροὶ κά­θε τύ­που, ποι­ό­τη­τος, χρώ­μα­τος. Ὅ­λα μπο­ροῦν νὰ ἀ­πο­τε­λέ­σουν ἀν­τι­κεί­με­νο ἐ­πι­λο­γῆς καὶ κα­τὰ συ­νέ­πεια δι­α­φη­μι­στι­κῆς καμ­πά­νιας σ’ αὐ­τὸ τὸ πα­ρὸν ποὺ μοιά­ζει μὲ δυ­στο­πι­κὸ μέλ­λον, πα­ρὰ τὸ γε­γο­νὸς πὼς δὲν εἶ­ναι τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ πα­ρόν. Ὑ­πάρ­χει δη­λα­δή, σκέ­φτο­μαι, μιὰ ἀ­πό­λυ­τα μὴ δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μη πλευ­ρὰ τοῦ θα­νά­του, ἡ ἀ­πώ­λεια κα­θαυ­τή, κι ὑ­πάρ­χουν τό­σες ἄλ­λες πλευ­ρὲς τοῦ θα­νά­του ἀ­πό­λυ­τα δι­α­πραγ­μα­τεύ­σι­μες ἐ­δῶ, τώ­ρα, σ’ ὅ­λες τὶς σύγ­χρο­νες δυ­τι­κὲς κοι­νω­νί­ες καὶ ἡ ἐ­πι­λο­γὴ θα­να­το­ρί­ου εἶ­ναι ἁ­πλῶς μιὰ ἀ­π’ αὐ­τές. Κά­θε θα­να­τό­ριο ἔ­χει τὸν δι­κό του κα­τά­λο­γο ὑ­πη­ρε­σι­ῶν καὶ τι­μῶν ἀ­κό­μα καὶ τὴν δι­κή του ἱ­στο­σε­λί­δα στὴν ὁ­ποί­α, ἂν πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να κα­λὰ ὀρ­γα­νω­μέ­νο θα­να­τό­ριο, θὰ ἀ­να­φέ­ρον­ται ἀ­κό­μα καὶ τὰ τε­τρα­γω­νι­κὰ μέ­τρα, τὸ συ­νο­λι­κὸ ἐμ­βα­δὸν τοῦ κτη­ρί­ου καὶ ἄλ­λες τέ­τοι­ες λε­πτο­μέ­ρει­ες ποὺ εἶ­ναι ση­μαν­τι­κὲς μιὰ τέ­τοι­α στιγ­μή. Τὰ θα­να­τό­ρια «Ἀ­φοὶ Σουά­ρεθ», γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­χουν ἐ­θνι­κὴ κά­λυ­ψη ἐ­νῶ προ­σφέ­ρουν καὶ κέ­τε­ρινγκ, τὸ ὁ­ποῖ­ο πε­ρι­λαμ­βά­νει με­νοὺ γιὰ χορ­το­φά­γους, γιὰ ἄ­το­μα μὲ ἀλ­λερ­γί­α στὴ λα­κτό­ζη καὶ οὕ­τω κα­θε­ξῆς. Ἡ μου­σι­κὴ εἶ­ναι ἐ­πί­σης μιὰ ἀ­πὸ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες και­νο­το­μί­ες στὸν το­μέ­α αὐ­τό: μου­σι­κὴ δω­μα­τί­ου, κλα­σι­κὴ μου­σι­κὴ ἢ κά­τι τέ­τοι­ο, ἕ­να εἶ­δος χα­λα­ρω­τι­κῆς μου­σι­κῆς ποὺ θὰ ἠ­ρε­μεῖ τὴν ψυ­χὴ καὶ τὸ πνεῦ­μα, με­λω­δί­ες κα­τάλ­λη­λες γιὰ νὰ προ­κα­λέ­σουν ἢ νὰ συ­νο­δεύ­σουν δά­κρυ­α… Κι εἶ­ναι κι ἄλ­λα τό­σα πράγ­μα­τα ποὺ τώ­ρα δὲν σκέ­φτε­ται κα­νεὶς μὰ εἶ­ναι χρή­σι­μα στὴν ὀρ­γά­νω­ση ἑ­νὸς θρή­νου, ἑ­νὸς εὐ­πα­ρου­σί­α­στου τε­λευ­ταί­ου ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμοῦ, ὅ­πως ὁ στο­λι­σμὸς τοῦ νε­κροῦ, τὰ λου­λού­δια, ὁ χῶ­ρος ὑ­πο­δο­χῆς, ὁ κλι­μα­τι­σμός, τὸ ἀ­να­μνη­στι­κὸ λεύ­κω­μα μὲ τὶς ὑ­πο­γρα­φὲς τῶν πα­ρόν­των ποὺ το­πο­θε­τεῖ­ται συ­νή­θως στὴν εἴ­σο­δο, τό­σα ἄλ­λα πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­ναι πραγ­μα­τι­κὰ δύ­σκο­λο νὰ σκε­φτεῖ κα­νεὶς ἂν δὲν βρε­θεῖ στὴν δυ­σά­ρε­στη θέ­ση νὰ βι­ώ­σει μιὰ τέ­τοι­α δύ­σκο­λη στιγ­μὴ ἤ, ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ὄν­τας ἐν τῷ μέ­σῳ μιᾶς τέ­τοι­ας δύ­σκο­λης στιγ­μῆς. Τὰ θα­να­τό­ρια, ὅ­μοια μὲ τὶς σύγ­χρο­νες κοι­νω­νί­ες, ἔ­χουν προ­βλέ­ψει γιὰ ὅ­λα, για­τὶ δὲν ξέ­ρω ἂν τὸ ἔ­χει κα­νεὶς συ­νει­δη­το­ποι­ή­σει ὅ­τι οἱ νε­κροὶ πλη­θαί­νουν, τὰ σπί­τια με­τα­τρέ­πον­ται σὲ δι­α­με­ρί­σμα­τα, οἱ αὐ­λὲς σὲ φεγ­γί­τες, οἱ ζων­τα­νοὶ σὲ ζόμ­πι ποὺ παίρ­νουν τὸν ἠ­λε­κτρι­κὸ κά­θε πρω­ὶ κι ὅ­ταν ἐ­πι­στρέ­φουν σπί­τι τους εἶ­ναι πο­λὺ κου­ρα­σμέ­νοι γιὰ νὰ ξε­νυ­χτή­σουν ἀ­κού­γον­τας τὸν θρῆ­νο τοῦ γεί­το­να, οὔ­τε κὰν ξέ­ρουν ποι­ός εἶ­ναι ὁ γεί­το­νας, πό­σο μᾶλ­λον ὁ νε­κρὸς τοῦ γεί­το­να, κι ἄλ­λω­στε, γι’ αὐ­τὸ ὑ­πάρ­χουν τὰ θα­να­τό­ρια, αὐ­τὰ τὰ τε­τρά­γω­να λευ­κὰ κου­τιὰ στὴν πε­ρι­φέ­ρεια τῶν με­γα­λου­πό­λε­ων, γιὰ νὰ γί­νε­ται ὁ θρῆ­νος ἀ­θό­ρυ­βα, δὲν χρει­ά­ζε­ται νὰ τὸ κά­νει θέ­μα κα­νείς, ἄν­θρω­ποι πε­θαί­νουν κά­θε μέ­ρα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ὑ­πάρ­χει ἔλ­λει­ψη χώ­ρου, παι­διὰ ποὺ κοι­μοῦν­ται, ἐ­νή­λι­κες ποὺ πά­σχουν ἀ­πὸ ἀ­ϋ­πνί­α, ἐρ­γα­ζό­με­νοι μὲ σπα­σμέ­να νεῦ­ρα, ἕ­νας ὁ­λό­κλη­ρος κό­σμος, μιὰ ἀ­πό­λυ­τα ὀρ­γα­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ στα­μα­τή­σει μό­νο καὶ μό­νο για­τί κά­ποι­ος θέ­λει νὰ κλά­ψει.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ  (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


 

Χαί­ρε­σαι νά… πε­θαί­νεις!

(μι­κρὸ ἐ­πι­λο­γι­κὸ σχό­λιο τοῦ ἐκ­δό­τη)

Γιὰ τὶς ἄ­ψο­γες καὶ ἀ­ση­πτι­κὲς δι­α­βα­τή­ρι­ες τε­λε­τουρ­γί­ες ἀ­ξι­ο­πρε­ποῦς κη­δεί­ας στὸν δυ­τι­κὸ ‘πο­λι­τι­σμέ­νο’ κό­σμο μᾶς εἶ­χε προ­ϊ­δε­ά­σει τὸ σαρ­κα­στι­κὸ δι­ή­γη­μα «Ὑστεροφημία» τοῦ Κα­τα­λα­νοῦ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ποὺ εἴ­χα­με ἀ­ναρ­τή­σει πρὸ δι­ε­τί­ας στὸ ἱ­στο­λό­γιό μας. Μὲ τὸ πρω­το­δη­μο­σι­ευ­ό­με­νο πα­ρα­πά­νω πε­ζὸ τῆς συ­νερ­γά­τι­δός μας Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ, τὸ ἴ­διο θέ­μα προ­σεγ­γί­ζε­ται ἀ­πὸ τὸν ἥ­ρε­μο με­λαγ­χο­λι­κὸ στο­χα­σμὸ πά­νω σὲ μιὰ κοι­νω­νί­α ποὺ θέ­λει νὰ ‘ἐ­ξη­με­ρώ­σει’ τὸν θρῆ­νο ‘στε­γνώ­νον­τά­ς’ τον ἀ­πὸ κά­θε με­τα­φυ­σι­κὸ ρί­γος μὲ τὴν ἔν­τα­ξή του σ’ ἕ­να ὑ­ψη­λὸ ἐ­μπο­ρι­κὸ τε­χνο­λο­γι­κὸ πρό­γραμ­μα ὅ­που ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή, δι­α­κό­σμη­ση, μου­σι­κὸ πε­ρι­βάλ­λον κά­νουν τὸν θά­να­το ἕ­να κερ­δο­φό­ρο κο­σμι­κὸ γε­γο­νός… Τέ­τοι­ες ὑ­ψη­λὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες δι­α­φη­μί­ζον­ται πιὰ ἀ­πὸ τὸ δί­κτυ­ο,  ὅ­πως τῆς ἐπιχείρησης Los Jardines στὴν πό­λη Λε­ὸν στὴ βό­ρει­ο Ἱ­σπα­νί­α. Γιὰ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α τῶν χώ­ρων αὐ­τῶν ἡ ἰ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα προ­σφεύ­γει στὴν ἑλ­λη­νό­πλα­στη ἰ­σπα­νι­κὴ λέ­ξη «Tanatorio», ἢ «θα­να­τό­ριο» ὅ­πως θὰ τὴν με­τα­φέ­ρα­με στὰ νε­ο­ελ­λη­νι­κά, ἀλ­λὰ χω­ρὶς τοὺς ἄ­με­σους μα­κά­βριους συ­νειρ­μοὺς ποὺ δη­μι­ουρ­γεῖ στὸν ἑ­λλη­νό­γλωσ­σο ἡ λέ­ξη «θά­να­τος», μιὰ καὶ γι΄ αὐ­τὸν στὰ ἰ­σπα­νι­κὰ ὑ­πάρ­χει ἡ κα­θη­με­ρινὴ λέ­ξη «muerte». Εἶ­ναι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ σί­γου­ρο ὅ­τι ἡ κα­θο­λι­κὴ Ἰ­σπα­νί­α τῆς ἐ­φι­αλ­τι­κῆς Ἱ­ε­ρᾶς Ἐ­ξέ­τα­σης ἀ­νή­κει ἀ­με­τά­κλη­τα στὸ πα­ρελ­θόν!  Ὁ θά­να­τος τοῦ ἀν­θρώ­που —ὅ­πως ἀ­ξί­ζει σ’ ἔ­ναν ‘πο­λι­τι­σμέ­νο’ ἀποϊεροποιημένο κό­σμο— δὲν ἔ­χει πιὰ τί­πο­τα τὸ τρο­μα­κτι­κό…

            Ἤ­δη ὁ ὑ­πο­ψι­α­σμέ­νος καλ­λι­τέ­χνης τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου δι­αι­σθα­νό­με­νος τὸν δυ­στο­πι­κὸ ἐ­φιά­λτη τοῦ σύγ­χρο­νου τε­χνο­κα­πι­τα­λι­σμοῦ δὲν πα­ρα­λεί­πει νὰ τὸν σχο­λιά­ζει μὲ δρα­στι­κὸ τρό­πο, ὅ­πως ὁ Βρετ­τα­νὸς Mark Wallinger μὲ τὴν βίν­τε­ο ἐγ­κα­τά­στα­σή του Δρα­σκε­λών­τας τὸ Κα­τώ­φλι τῆς Βα­σι­λεί­ας (Threshold to the Kingdom), ἔρ­γο τοῦ 2000, ποὺ εἴ­χα­με τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ δοῦ­με καὶ στὴν Ἀ­θή­να τὸν Ἰ­α­νουά­ριο τοῦ 2017 στὴν ἔκ­θε­ση Ἡ Ὑ­πέρ­βα­ση τῆς Ἀ­βύσ­σου στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν. Ἡ με­τά­βα­ση στὸν ἄλ­λο κό­σμο κά­τω ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «International Arrivals» (!), πα­ρω­δεῖ­ται στὸ ἔρ­γο αὐ­τὸ ὡς ‘πο­λι­τι­σμέ­νη’ κα­θη­συ­χα­στι­κὴ ἄ­φι­ξη τῶν τε­θνε­ώ­των σὲ ἀ­σφα­λῆ δι­ε­θνῆ ἀ­ε­ρο­λι­μέ­να, κά­τω ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους τοῦ Miserere mei, Deus τοῦ ἀ­να­γεν­νη­σια­κοῦ συν­θέ­τη Gregorio Allegri (1582-1652), ποὺ ψάλ­λε­ται κα­τὰ τὴν Ἑ­βδο­μά­δα τῶν Πα­θῶν στὴν Κα­πέ­λα Σιξ­τί­να (παρακάτω ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βίντεο):

       Δι­α­βά­ζον­τας τὴν κα­τα­λη­κτή­ρια πε­ρί­ο­δο τοῦ ση­με­ρι­νοῦ πε­ζο­γρα­φή­μα­τος, «μιὰ ἀ­πό­λυ­τα ὀρ­γα­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ στα­μα­τή­σει μό­νο καὶ μό­νο για­τί κά­ποι­ος θέ­λει νὰ κλά­ψει», ἀ­να­κα­λῶ στὴ μνή­μη μου τὴν φρά­ση τοῦ Πεν­τζί­κη «πρὸ τοῦ τά­φου τοῦ προ­σφι­λοῦς, μά­ται­ος εἶ­ναι ὁ θρῆ­νος, δί­χως τὴν πα­ρου­σί­α τοῦ ἱ­ε­ρέ­α» καὶ κα­τα­λα­βαί­νω βα­θιὰ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Κύπριου συγγραφέα Σάβ­βα Παύ­λου νὰ μπεῖ τὸ σκή­νω­μα του στὸ χῶ­μα δί­χως ἐ­πι­κή­δει­ους λό­γους καὶ ἄλ­λες κο­σμι­κὲς ἐκ­δη­λώ­σεις πέν­θους μὲ μο­να­δι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ἔν­δυ­μά του, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἑλληνικὴ σημαία, τὴν νε­κρώ­σι­μη ἐ­ξό­διο ἀ­κο­λου­θί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἰ­ω­άν­νου τοῦ Δα­μα­σκη­νοῦ τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας…

Γιάννης Πατίλης