Γκύντερ Κοῦνερτ (Günter Kunert): Ὁ Μαρξ καὶ ὁ Φρόυντ


Γκύντερ Κοῦνερτ (Günter Kunert)

 

Ὁ Μὰρξ καὶ ὁ Φρό­υντ

(M­a­rx u­nd F­r­e­ud)


ΟΝΟΙ ΤΗΣ ΙΔΙΑΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ, τοὐ­τέ­στιν Ἑ­βραί­ων, καὶ λι­γό­τε­ρο ἀν­τί­θε­τοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λον ἀ­π’ ὅ τι θέ­λου­με νὰ πι­στεύ­ου­με. Ἐ­κεῖ ποὺ σχε­δὸν ταυ­τί­ζον­ται οἱ δύ­ο δη­μι­ουρ­γοὶ θε­ω­ρι­ῶν κα­τ’ ἐ­πί­φα­ση ἀλ­λη­λο­α­ναι­ρού­με­νων, εἶ­ναι ἡ ψυ­χι­κή τους ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα ποὺ πη­γά­ζει ἀ­π’ τὴν κα­τα­γω­γή τους: κοι­νω­νι­κὰ καὶ ψυ­χι­κὰ εὐ­αί­σθη­τοι, γεν­νη­μέ­νοι σὲ μιὰ μει­ο­νό­τη­τα αἰ­ω­νί­ως κα­τα­δι­ωγ­μέ­νων, ἀ­δι­κη­μέ­νων, ἀ­πο­κλει­σμέ­νων, καὶ ἔ­χον­τας πλή­ρη συ­νεί­δη­ση αὐ­τῆς τῆς κα­τά­στα­σης, ἔ­γι­ναν ἰ­δι­αι­τέ­ρως εὐ­αί­σθη­τοι ἀ­πέ­ναν­τι σὲ κά­θε εἴ­δους κα­τα­πί­ε­ση καὶ κα­κό­τη­τα. Ἦ­ταν ἐ­παρ­κῶς καλ­λι­ερ­γη­μέ­νοι, ὥ­στε νὰ δι­ε­ρευ­νή­σουν ἀ­να­λυ­τι­κὰ καὶ νὰ συλ­λά­βουν τὶς αἰ­τί­ες γι’ αὐ­τά. Μιὰ συγ­κυ­ρί­α μο­να­δι­κὴ ποὺ δὲν πρό­κει­ται πο­τὲ ν’ ἀ­να­δυ­θεῖ ξα­νὰ πί­σω ἀπ’ τοὺς σω­ροὺς τῶν πτω­μά­των τῆς «τε­λι­κῆς λύ­σης».

         Ἂν δε­χτοῦ­με τὴν ἄ­πο­ψη ὅ­τι χω­ρὶς τέ­τοι­α ἄ­κρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­να καὶ δι­α­φο­ρο­ποι­η­μέ­να ἄ­το­μα κα­μιὰ αὐ­θεν­τι­κὴ δρο­μο­λό­γη­ση γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ἀ­π’ αὐ­τοὺς τοὺς ἴ­διους δὲν μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξει, τό­τε δὲν μᾶς ἀ­πο­μέ­νει πα­ρὰ μιὰ ἀ­να­λαμ­πὴ ἐλ­πί­δας ὅ­τι στὸν κύ­κλο τῆς κα­τα­πι­ε­σμέ­νης εὐ­φυ­ΐ­ας σή­με­ρα ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ καὶ ἐ­ξω­τε­ρι­κή μας ὑ­γεί­α θὰ με­λε­τη­θοῦν ἐκ νέ­ου.

         Ὅ­μως, τὸ ἔρ­γο τῶν δύ­ο κλα­σι­κῶν, θῦ­μα κα­τα­χρα­στῶν, ἐ­πι­τη­δεί­ων ἐ­ξου­σια­στῶν καὶ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν τοῦ κα­κοῦ, ἔ­χει στρα­φεῖ ἐ­ναν­τί­ον ἐ­κεί­νων, γιὰ τὴ σω­τη­ρί­α τῶν ὁ­ποί­ων σχε­δι­ά­στη­κε.



Πηγή: Günter Kunert, Kurze Beschreibung eines Momentes der Ewigkeit [Σύν­το­μη περιγραφὴ μιᾶς στιγμῆς τῆς αἰωνιότητας], Reclam, Leipzig 1980, σελ. 26.

Γκύντερ Κοῦνερτ (Günter Kunert) (Βε­ρο­λῖ­νο, 1929). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος γερ­μα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας, ποι­η­τής, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἡ ἑ­βρα­ϊ­κὴ κα­τα­γω­γή του καὶ ὁ πό­λε­μος δὲν τοῦ ἐ­πέ­τρε­ψαν νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς σπου­δές του στὶς Γρα­φι­κὲς Τέ­χνες. T­ὸ 1948 προ­σχώ­ρη­σε στὸ Κομ­μου­νι­στι­κὸ κόμ­μα (S­ED), ὅ­που γνω­ρί­στη­κε μὲ τὸν B­r­e­c­ht, ἀ­π’ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πη­ρε­ά­στη­κε βα­θιά. Τὸ 1976 ὑ­πέ­γρα­ψε με­τα­ξὺ τῶν πρώ­των τὴν γνω­στὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴν δί­ω­ξη τοῦ Wo­lf Bier­mann. Τὸ 1979 κα­τέ­φυ­γε μὲ τὴν σύ­ζυ­γό του στὴν Ὁ­μο­σπον­δια­κὴ Δη­μο­κρα­τί­α τῆς Γερ­μα­νί­ας. Ἐκ­δί­δει βι­βλί­α ἀ­δι­α­λεί­πτως καὶ μὲ τα­χύ­τα­τους ρυθ­μοὺς ἀ­πὸ τὸ 1950 (οἱ τίτ­λοι ὑ­περ­βαί­νουν τοὺς ἑ­κα­τό). Ἡ γρα­φή του εἶ­ναι μιὰ πο­λυ­σχι­δὴς πε­ρι­πλά­νη­ση, κα­τα­βύ­θι­ση ὅ­σο καὶ ἀ­νά­λα­φρη ἐ­πί­σκε­ψη στὴν με­τα­πο­λε­μι­κὴ πό­λη, ἐν προ­κει­μέ­νῳ τὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Καλ­λι­ερ­γεῖ μὲ ἐ­πι­μο­νὴ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα (klei­ne Pro­sa) ἐ­κλε­πτύ­νον­τάς το μέ­χρι τὸν ἀ­φο­ρι­σμό. Ἐν­δει­κτι­κοὶ τίτ­λοι: Kur­ze Besch­reibung ei­nes Mo­men­tes d­er E­wig­keit (Σύν­το­μη πε­ρι­γρα­φὴ μιᾶς στιγ­μῆς τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας), Ca­me­ra οb­scu­ra, Vers­pä­te­te Mo­no­lo­ge (Κα­θυ­στε­ρη­μέ­νοι μο­νό­λο­γοι), Tag­traü­me in Ber­lin u­nd ander­norts (Ὀ­νει­ρο­πο­λή­μα­τα στὸ Βε­ρο­λῖ­νο καὶ κά­που ἀλ­λοῦ). Βλ. καὶ τὸ ἀφιέρωμα τοῦ ἱστολογίου μας στὸν G­ü­n­t­er K­u­n­e­rt ἐδῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Δι­δά­σκει τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λει­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς με­λέ­τες Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (Ἐκδ. Σύλ­λο­γος πρὸς Δι­ά­δο­σιν Ὠ­φε­λί­μων Βι­βλί­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 2006) καὶ Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες καὶ ση­μει­ώ­μα­τα γιὰ τὸν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, Ἀ­θή­να, 2009).


Advertisements

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της: Ἡ Τε­λευ­ταί­α Νύ­χτα



Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­της


Ἡ Τε­λευ­ταί­α Νύ­χτα


ΠΑΡΧΟΥΝ νύ­χτες ἀ­τε­λεί­ω­τες, κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες δὲν συμ­βαί­νει ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, καὶ ἄλ­λες, ὅ­ταν τὰ πάν­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν.»

       Αὐ­τὸ μό­νο πρό­λα­βε κι ἔ­γρα­ψε στὸ ἡ­με­ρο­λό­γιό της ἡ Μό­να πρὶν ἕ­να ξαφ­νι­κό, ἀ­δι­ό­ρα­το φῶς, ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀπ΄ἔ­ξω καὶ ὁ­λο­έ­να δυ­νά­μω­νε, ἀρ­χί­σει νὰ τυ­λί­γει τὰ βι­βλί­α καὶ τοὺς πί­να­κές της —τὰ «πα­ρά­θυ­ρά» της, ὅ­πως ἔ­λε­γε πάν­τα— στὸ πα­ρα­φορ­τω­μέ­νο ὑ­πνο­δω­μά­τιο.

       — Ὤ, ὄ­χι… ὄ­χι ἀ­κό­μα, ψέλ­λι­σε ἡ Μό­να.

       Τό­τε μό­νο ἀ­κού­στη­κε σο­βα­ρὴ ἡ Φω­νή:

       — Ἂν δὲν θέ­λεις ἀ­κό­μα, μὴν δι­α­μαρ­τύ­ρε­σαι γιὰ τὶς ἀ­τέ­λει­ω­τες νύ­χτες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Λυ­κο­τρα­φί­τη­ς (Πύ­λος,1964). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μι­κὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ Κα­νο­νι­κὸ Δί­και­ο στὸ Πον­τι­φι­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σα­λα­μάν­κα. Ἐρ­γά­ζε­ται στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει κυ­ρί­ως πε­ζο­γρα­φί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ καὶ ἱ­σπα­νό­φω­νη λο­γο­τε­χνί­α, ποί­η­ση τοῦ Auden, ἐ­νῶ ἔ­χει πρω­το­πα­ρου­σιά­σει τὸν Ἰρ­λαν­δὸ ποι­η­τὴ Louis MacNeice, σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ μέ­σα.


Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης: Ὁ Θράσος



Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης


Ὁ Θράσος


ΙΚΡΟΣ ὁ Θρά­σος κυ­νη­γοῦ­σε τὰ σκου­λή­κια. Τά­ι­ζε τὶς κό­τες του γιὰ κα­νέ­να αὐ­γό. Τώ­ρα στὰ γε­ρά­μα­τα κα­τάν­τη­σε λια­νὸς κι ἁ­γνό­φα­ος. Ἔ­χει σι­τέ­ψει. Θυ­μᾶ­ται τὰ σκου­λή­κια καὶ τρο­μά­ζει. Πα­σχί­ζει νὰ μὴ μεί­νει ξίγ­κι πά­νω του. Ἐ­κεῖ ποὺ τὸν ἀ­γνάν­τευ­ες στὶς ξό­βερ­γες ἀ­πὸ ρά­χη σὲ κλα­δὶ κι ἀ­πὸ κλα­δὶ σὲ ρά­χη, σέρ­νε­ται σκα­λὶ-σκα­λὶ στὸ φτω­χι­κό του, ἀ­πὸ τὴν ξό­βερ­γα τοῦ χά­ρου νὰ γλι­τώ­σει.



Πηγή: Ἀ­πὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).



		

	

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Εἰλικρινά

 



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Εἰ­λι­κρι­νά

(Sinceramente)


ΤΕΣ ΒΡΑΔΥ εἶ­δα ἕ­να ὄ­νει­ρο. Ἀ­πὸ μό­νη της δὲν εἶ­ναι καὶ κα­μιὰ ση­μαν­τι­κὴ εἴ­δη­ση: σύμ­φω­να μὲ ὅ­σα μᾶς λέ­νε οἱ εἰ­δι­κοὶ ὅ­λοι ὀ­νει­ρεύ­ον­ται, κά­θε νύ­χτα. Μὰ δὲν θυ­μοῦν­ται ὅ­λοι τὶς νυ­χτε­ρι­νές τους ἐμ­πει­ρί­ες, κι ἐ­γὼ εἶ­μαι, ἀ­κρι­βῶς, ἀ­πὸ κεί­νους ποὺ δὲν τὶς θυ­μοῦν­ται. Τὸ ὄ­νει­ρο τῆς προ­η­γού­με­νης νύ­χτας, ὡ­στό­σο, τὸ θυ­μᾶ­μαι κα­λά. Τό­σο κα­λὰ ποὺ σχε­δόν μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι τὸ μπερ­δεύ­ω μὲ τὴ μνή­μη ἑ­νὸς γε­γο­νό­τος ποὺ ἔ­χει συμ­βεῖ πραγ­μα­τι­κά.

       Βρι­σκό­μουν σὲ μιὰ μι­κρὴ πό­λη, σὲ μιὰ πλα­τεί­α ποὺ ἦ­ταν γε­μά­τη κό­σμο. Ὑ­πῆρ­χε ἕ­να χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ μουρ­μου­ρη­τὸ στὸ βά­θος, σὰν ἀ­πὸ συγ­κέν­τρω­ση ἀν­θρώ­πων ποὺ μι­λᾶ­νε ὅ­λοι μα­ζί. Ἤ­μουν πα­ρέ­α μὲ ἕ­να κο­ρί­τσι δέ­κα χρο­νῶν πε­ρί­που. Ἦ­ταν πο­λὺ ὄ­μορ­φη, συμ­πα­θη­τι­κή, ἐγ­κάρ­δια ἂν καὶ μὲ ὕ­φος λί­γο δα­σκα­λί­στι­κο. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση ἤ­ξε­ρα —ὅ­πως συμ­βαί­νει, βέ­βαι­α, στὰ ὄ­νει­ρα, χω­ρὶς νὰ στὸ ἔ­χει πεῖ κα­νείς— ὅ­τι ἦ­ταν φί­λη μου, καὶ βρι­σκό­ταν ἐ­κεῖ γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει ση­μαν­τι­κὰ πράγ­μα­τα. — Τώ­ρα ἂς ἀ­φαι­ρέ­σου­με τὸν ἦ­χο, – εἶ­πε κά­ποι­α στιγ­μή. Με­τὰ ἔ­κα­νε μιὰ κί­νη­ση, λὲς καὶ τύ­λι­γε ἕ­να φύλ­λο χαρ­τὶ γιὰ νὰ τὸ κά­νει μιὰ μι­κρὴ σφαί­ρα, κι ἀ­μέ­σως τὸ μουρ­μου­ρη­τὸ στα­μά­τη­σε.

       Συ­νέ­χι­σαν ὅ­λοι νὰ μι­λᾶ­νε καὶ νὰ χει­ρο­νο­μοῦν, μό­νο ποὺ ἡ σκη­νὴ ἐ­κτυ­λισ­σό­ταν τώ­ρα σὲ ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή.

       — Πα­ρα­τή­ρη­σε τὶς ἐκ­φρά­σεις αὐ­τῶν τῶν ἀν­θρώ­πων κα­θὼς μι­λοῦν με­τα­ξύ τους, – εἶ­πε ἡ φί­λη μου.

       — Για­τί;

       — Για­τί οἱ λέ­ξεις χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται συ­χνὰ γιὰ νὰ κρύ­ψουν αὐ­τὸ ποὺ σκε­φτό­μα­στε πα­ρὰ γιὰ νὰ τὸ ἀ­πο­κα­λύ­ψουν. Νὰ λὲς ψέ­μα­τα μὲ τὴν ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που εἶ­ναι πιὸ δύ­σκο­λο. Ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις θὰ σοῦ εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­το νὰ μά­θεις νὰ δι­α­βά­ζεις τὰ πρό­σω­πα πέ­ρα ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις.

       Μά, εἶ­μαι ἤ­δη με­γά­λος, εἶ­πα. Μπο­ρεῖ καὶ νὰ τὸ σκέ­φτη­κα μό­νο, δὲν ξέ­ρω. Εἶ­χε κι­ό­λας στρα­φεῖ πρὸς μιὰ μι­κρὴ ὁ­μά­δα ἀ­πὸ νε­α­ροὺς ποὺ στέ­κον­ταν ὄρ­θιοι κον­τὰ σ΄ ἕ­να φω­τι­στι­κὸ δρό­μου. Μοῦ ΄κα­νε νό­η­μα μὲ τὸ χέ­ρι, σὰν νὰ μοῦ ‘λέ­γε νὰ τοὺς προ­σέ­ξω κι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἀν­τι­λή­φθη­κα ὅ­τι ἐ­κεῖ­νοι δὲν μᾶς ἔ­βλε­παν. Ἤ­μα­σταν ἀ­ό­ρα­τοι, μπο­ρού­σα­με νὰ τοὺς κοι­τᾶ­με —νὰ τοὺς με­λε­τᾶ­με— ἀ­πὸ πο­λὺ κον­τὰ καὶ σύν­το­μα κα­τά­λα­βα ὅ­τι ἡ συν­τρό­φισ­σά μου εἶ­χε δί­κιο. Ἂν δὲν πα­ρα­συρ­θεῖς ἀ­πὸ τὶς λέ­ξεις, ἂν μπο­ρεῖς —καὶ τὸ θέ­λεις— νὰ δώ­σεις ση­μα­σί­α στὴ λε­πτο­μέ­ρεια, κα­τα­λα­βαί­νεις τὴν ἀ­λή­θεια ποὺ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται στὰ πρό­σω­πα. Χα­ρά, θυ­μός, λύ­πη, ἔκ­πλη­ξη, ἀ­η­δί­α, ἀ­μη­χα­νί­α, ἀ­να­σφά­λεια, σά­στι­σμα, ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, φό­βος, ἐν­θου­σια­σμὸς σὲ τό­σες ἀ­πο­χρώ­σεις ποὺ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὶς πε­ρι­γρά­ψεις.

       Με­τα­κι­νη­θή­κα­με ἀ­πὸ κεῖ καὶ μέ ‘κα­νε νὰ προ­σέ­ξω μιὰ κο­πέ­λα ποὺ μι­λοῦ­σε μὲ ἕ­ναν νε­α­ρὸ καὶ εἶ­χε ἕ­να πρό­σω­πο πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­χθρι­κό, γε­μά­το δυ­σα­ρέ­σκεια καὶ θυ­μό.

       — Τί δι­α­βά­ζεις στὸ πρό­σω­πο ἐ­κεί­νης τῆς κο­πέ­λας;

       — Θυ­μό. Με­γά­λη ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα καὶ θυ­μό.

       — Καὶ ξέ­ρεις τί λέ­ει;

       — Φαν­τά­ζο­μαι τὸν προ­σβά­λει.

       — Νο­μί­ζεις; – Κρο­τά­λι­σε τὰ δά­χτυ­λά της κι ὁ ἦ­χος ἐ­πέ­στρε­ψε.

       — Εἰ­λι­κρι­νὰ δὲν θέ­λω νὰ μα­λώ­σου­με. – Αὐ­τὸ ἔ­λε­γε ἡ κο­πέ­λα.

       — Λέ­ει τὴν ἀ­λή­θεια κα­τὰ τὴν γνώ­μη σου; – μὲ ρώ­τη­σε τὸ κο­ρί­τσι.

       — Ὄ­χι, νο­μί­ζω πὼς ὄ­χι.

       — Πράγ­μα­τι, δὲν λέ­ει τὴν ἀ­λή­θεια. Θέ­λει πο­λὺ νὰ πεῖ δυ­σά­ρε­στα πράγ­μα­τα, κι ὅ­μως τὰ λό­για της εἶ­ναι: «Εἰ­λι­κρι­νὰ δὲν θέ­λω νὰ μα­λώ­σου­με.» Τὰ ἐ­πιρ­ρή­μα­τα εἶ­ναι ἐ­πι­κίν­δυ­να πράγ­μα­τα, πρέ­πει νὰ φυ­λά­γε­σαι ἀ­πὸ αὐ­τά, εἴ­τε ὅ­ταν μι­λοῦν οἱ ἄλ­λοι εἴ­τε ὅ­ταν μι­λᾶ­με ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι.

       — Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω.

       — Ὅ­ταν σου λέ­ει κά­ποι­ος ὅ­τι εἰ­λι­κρι­νά, τί­μια, ἀ­λη­θι­νὰ θέ­λει ἢ δὲν θέ­λει νὰ κά­νει ἢ νὰ πεῖ κά­τι, τό­τε νὰ εἶ­σαι πο­λὺ προ­σε­χτι­κὸς για­τὶ εἶ­ναι πο­λὺ σα­φὴς ἔν­δει­ξη ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ κά­ποι­ος δὲν εἶ­ναι κα­θό­λου εἰ­λι­κρι­νής, τί­μιος ἢ ἀ­λη­θι­νὸς ἢ ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­χει δη­λώ­σει ὅ­τι εἶ­ναι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἕ­να ἐ­πίρ­ρη­μα. Τὰ χει­ρό­τε­ρα ψέ­μα­τα κρύ­βον­ται πί­σω ἀ­πὸ τὰ ἐ­πιρ­ρή­μα­τα. Καὶ ξέ­ρεις ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­λα τα ἐ­πιρ­ρή­μα­τα;

       — Ποι­ό;

       — Τὸ ἀ­πο­λύ­τως. Εἶ­ναι τὸ ἐ­πίρ­ρη­μα ποὺ κρύ­βει τὰ χει­ρό­τε­ρα ἀ­δι­κή­μα­τα. Νὰ τὸ θυ­μᾶ­σαι ὅ­ταν με­γα­λώ­σεις.

       Μὰ εἶ­μαι ἤ­δη με­γά­λος, σκέ­φτη­κα πά­λι. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ τῆς τὸ πῶ καὶ θὰ ἤ­θε­λα ἐ­πί­σης νὰ τὴν ρω­τή­σω κι ἄλ­λα πράγ­μα­τα —γιὰ πα­ρά­δειγ­μα πῶς τὴν λέ­γα­νε, καὶ πὼς γι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει τό­σα πολ­λά, πα­ρό­λο ποὺ δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ ἕ­να κο­ρι­τσά­κι— μὰ ξαφ­νι­κά, ὅ­πως συμ­βαί­νει, τὸ ὄ­νει­ρο τε­λεί­ω­σε κι ἐ­γὼ ξύ­πνη­σα.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Σέρζι Πάμιες (Serzi Pàmies): Τὸ πηγάδι

Σέρ­ζι Πά­μι­ες (Sergi Pàmies)

 

Τὸ πη­γά­δι

(El pou)

 

 ΤΣΑΡΛΑΤΑΝΟΣ δι­α­λα­λεῖ μπρο­στὰ στὸ πη­γά­δι. «Ὅ­ποι­ος πέ­σει μέ­σα», λέ­ει, «θὰ εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος». Ὅ­λοι ὅ­σοι κον­το­στε­κό­μα­στε νὰ τὸν ἀ­κού­σου­με, τι­θα­σεύ­ου­με τὴν πε­ρι­έρ­γειά μας μὲ μιὰ ἔκ­φρα­ση δυ­σπι­στί­ας. Ἀλ­λὰ τὸν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­με προ­σε­κτι­κά. Ἀ­πὸ τὴ μιά, για­τὶ ὁ ἄν­θρω­πος αὐ­τὸς ξέ­ρει νὰ τρα­βᾶ τὴν προ­σο­χὴ καί, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη, για­τὶ δὲν ἔ­χου­με τί­πο­τα κα­λύ­τε­ρο νὰ κά­νου­με. Ἀν­τί­θε­τα ἀ­πὸ ἄλ­λα πη­γά­δια, αὐ­τὸ ἔ­γι­νε δι­ά­ση­μο ὅ­ταν, μὲ τὴ βο­ή­θεια τῶν πύ­ρι­νων λό­γων τῆς ντουν­τού­κας του, ὁ τσαρ­λα­τά­νος ἄρ­χι­σε νὰ τὸ δι­α­φη­μί­ζει σὰν νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ παι­χνί­δι λού­να πάρκ. Δὲν χρε­ώ­νει εἴ­σο­δο, ζη­τᾶ μό­νο γιὰ ἀν­τί­τι­μο ὅ,τι ἔ­χει εὐ­χα­ρί­στη­ση ὁ κα­θέ­νας. Ἀ­φοῦ τὸ σκέ­φτη­κα γιὰ βδο­μά­δες, μιὰ μέ­ρα ρί­χνο­μαι στὸ κε­νό. Προ­η­γου­μέ­νως τοῦ πλη­ρώ­νω τὸ ἀν­τί­τι­μο ποὺ κρί­νω δί­και­ο γιὰ νὰ τὸν ἀ­κού­σω νὰ μοῦ λέ­ει «θὰ εἶ­σαι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος», ἔ­τσι ἁ­πλά, δί­χως νὰ μπεῖ σὲ λε­πτο­μέ­ρει­ες. Ἀρ­χι­κά, ἡ δι­έ­γερ­ση δὲν μοῦ ἐ­πι­τρέ­πει νὰ νι­ώ­σω κά­τι ἰ­δι­αί­τε­ρο. Πέ­φτω, αὐ­τὸ ὄν­τως τὸ νι­ώ­θω· ἐ­πί­σης ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι ὅ­τι τὸ πη­γά­δι εἶ­ναι πο­λὺ σκο­τει­νὸ καὶ πὼς ἡ τρύ­πα ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α μπῆ­κα ἀ­πο­μα­κρύ­νε­ται γρή­γο­ρα. Δί­χως νὰ βλέ­πω ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα, νιώ­θω ὅ­τι τὸ σκο­τά­δι ἐ­ξα­πλώ­νε­ται καὶ ὅ­τι, ἂν καὶ δὲν ἔ­χω κα­νέ­να στοι­χεῖ­ο ποὺ νὰ τὸ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει, δὲν εἶ­μαι μό­νος. Φω­νά­ζω. Φω­νά­ζω ξα­νά. Κα­θὼς δὲν ἀ­παν­τᾶ κα­νείς, συμ­πε­ραί­νω ὅ­τι καὶ οἱ ἄλ­λοι φω­νά­ζουν καὶ ὁ λό­γος ποὺ δὲν τοὺς ἀ­κού­ω εἶ­ναι ἐ­πει­δὴ ὁ κα­θέ­νας φω­νά­ζει μᾶλ­λον γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Πέ­φτω· πέ­φτω κι ἄλ­λο. Πο­τὲ δὲν εἶ­χα φαν­τα­στεῖ ὅ­τι θὰ ἦ­ταν ἕ­να ἀ­πύθ­με­νο πη­γά­δι. Ἀλ­λά, ὅ­ταν ὁ τσαρ­λα­τά­νος μὲ πα­ρα­κί­νη­σε νὰ πέ­σω, δὲν ἔ­δω­σε δι­ευ­κρι­νί­σεις, εἶ­πε μό­νο πώς, ἅ­μα τὸ ἔ­κα­να, θὰ ἤ­μουν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι, κα­θὼς ἐ­δῶ καὶ ὥ­ρα —ἢ μῆ­νες ἢ χρό­νια, δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α—, βυ­θί­ζο­μαι σ’ ἕ­να σκο­τά­δι πιὸ πυ­κνὸ ἀ­πὸ πρίν, συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πὸ ἄλ­λα ὄν­τα τὰ ὁ­ποῖ­α ἁ­πλῶς καὶ μό­νο δι­αι­σθά­νο­μαι, ἴ­σως νὰ εἶ­μαι πιὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ἀ­πὸ πρίν. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ τὸ πῶ για­τί πλέ­ον δὲν θυ­μᾶ­μαι τί­πο­τα, κοί­τα νὰ δεῖς.



Πη­γή: α­πό τη συλ­λο­γή δι­η­γη­μά­των Si menges una llimona sense fer ganyotes (Εκ­δό­σεις Quaderns Crema, Βαρ­κε­λώ­νη, 2006).

Σέρζι Πάμιες (Sergi Pàmies) (Πα­ρί­σι, 1960). Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ γράμ­μα­τα μὲ τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των T’hauria de caure la cara de vergonya τὸ 1986 καὶ Infecció τὸ 1987. Μὲ τὸ La primera pedra (1990) ὁ Πά­μι­ες θὰ ξε­κι­νή­σει τὸ μυ­θι­στο­ρη­μα­τι­κό του ἔρ­γο γιὰ νὰ ἀ­κο­λου­θή­σουν τὰ L’instint τὸ 1992 καὶ τὸ Sentimental τὸ 1995. Ὁ συγ­γρα­φέ­ας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει στὴ σύν­το­μη ἀ­φή­γη­ση μὲ τὶς συλ­λο­γὲς La gran novel·la sobre Barcelona τὸ 1997, L’últim llibre del Sergi Pàmies τὸ 2000, Si menges una llimona sense fer ganyotes τὸ 2006 [Μπο­ρεῖς νὰ φᾶς λε­μό­νι καὶ νὰ μὴν ξι­νί­σεις τὰ μοῦ­τρα σου;, Ἐκ­δό­σεις Πά­πυ­ρος, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός], La bicicleta estàtica (Τὸ στα­τι­κὸ πο­δή­λα­το, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, μφρ. Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος) καὶ Cancons d’amor i de pluja τὸ 2013. Ἀρ­θρο­γρα­φεῖ στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς Βαρ­κε­λώ­νης La Vanguardia. Ὁ Σέρ­ζι Πά­μι­ες ἔ­χει με­τα­φρά­σει στὰ κα­τα­λα­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Guillaume Apollinaire, Jean-Philippe Toussaint, Agota Kristof, Frédéric Beigbeder κ.ἄ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά: Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος καὶ Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἐ­πί­κου­ρος κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, ἰ­σπα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ε. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ι. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Α. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

Εὐ­ρυ­βιά­δης Σο­φός: Δι­δά­σκει Ἰ­σπα­νι­κὴ Γλώσ­σα στὸ Δι­δα­σκα­λεῖο Ξέ­νων Γλωσ­σῶν τοῦ ΕΚΠΑ καὶ ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Pàmies, Monzó καὶ Cabré.

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Δράκοι



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Δρά­κοι

(Draghi)


ΡΙΝ ΑΠΟ ΚΑΙΡΟ, στὸ ἀ­ε­ρο­δρό­μιο, συ­νάν­τη­σα μιὰ πα­λιὰ φί­λη. Ζοῦ­με σὲ δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πό­λεις καὶ πραγ­μα­τι­κὰ δὲν βλε­πό­μα­στε συ­χνά. Γι’ αὐ­τὸ τὸ λό­γο ἀ­πο­φα­σί­σα­με νὰ πᾶ­με γιὰ κα­φὲ καὶ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξου­με νέ­α γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ ποὺ εἶ­χαν συμ­βεῖ τὴν τε­λευ­ταί­α δε­κα­ε­τί­α.

       Με­ρι­κὰ χρό­νια πρὶν εἶ­χε γνω­ρί­σει κά­ποι­ον, τὸν εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ καὶ σὲ δι­ά­στη­μα ἐν­νιὰ-δέ­κα μη­νῶν εἴ­χα­νε παν­τρευ­τεῖ. Ἦ­ταν συμ­πα­θη­τι­κός, ἔ­ξυ­πνος κι ἐν­δι­α­φε­ρό­ταν γιὰ ἐ­κεί­νη· μᾶλ­λον πο­λὺ κα­λὸ γιὰ νὰ εἶ­ναι ἀ­λη­θι­νό.

       Καὶ πράγ­μα­τι, δὲν ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό. Με­τὰ τὸ γά­μο εἶ­χε με­τα­μορ­φω­θεῖ ἀ­πὸ Δό­κτο­ρα Τζέ­κιλ σὲ κύ­ριο Χά­ιντ. Εἶ­χε πά­ψει νὰ εἶ­ναι εὐ­γε­νι­κός· εἶ­χε γί­νει ἐ­νο­χλη­τι­κός, ζη­λιά­ρης καὶ βί­αι­ος, καὶ εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ τὴν προ­σβάλ­λει καὶ νὰ τὴν τα­πει­νώ­νει μπρο­στὰ σὲ φί­λους καὶ ξέ­νους. Ἡ ζω­ὴ εἶ­χε με­τα­τρα­πεῖ σὲ ἕ­ναν ἐ­φιά­λτη ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη δὲν τὰ κα­τά­φερ­νε νὰ βρεῖ τὴ δύ­να­μη γιὰ νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτεῖ ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ γά­μο.

       Μιὰ μέ­ρα κάποια συ­νά­δελ­φος τῆς δι­η­γή­θη­κε μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χε συμ­βεῖ, ἀπ΄ ὅ,­τι φαι­νό­ταν, σὲ γνω­στὴ τῆς ἐ­ξα­δέλ­φης της.

       Αὐ­τὴ ἡ κο­πέ­λα παν­τρευ­ό­ταν. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε τὶς συ­νη­θι­σμέ­νες προ­ε­τοι­μα­σί­ες, ἕ­να πρω­ι­νὸ τοῦ Μα­ΐ­ου ὅ­λα ἦ­σαν ἕ­τοι­μα. Οἱ προ­σκε­κλη­μέ­νοι, οἱ κουμ­πά­ροι, ὁ ἱ­ε­ρέ­ας κι ὁ γαμ­πρὸς ἤ­τα­νε στὴν ἐκ­κλη­σί­α καὶ τὴν πε­ρί­με­ναν σύμ­φω­να μὲ τὸ ἔ­θι­μο. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στὴν ἐκ­κλη­σί­α ζή­τη­σε νὰ πεῖ δυ­ὸ λό­για πρὶν νὰ ξε­κι­νή­σει ἡ τε­λε­τὴ τοῦ γά­μου. Ἦ­ταν μιὰ ἀ­συ­νή­θι­στη ἐ­πι­θυ­μί­α, ἀλ­λὰ κα­νεὶς δὲν ἔ­φε­ρε ἀν­τίρ­ρη­ση.

       — Ζή­τη­σα νὰ μι­λή­σω, πρῶ­τα ἀπ΄ ὅ­λα γιὰ νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τοὺς γο­νεῖς μου. Γιὰ ὅ­λα ὅ­σα ἔ­κα­ναν γιὰ μέ­να μέ­χρι σή­με­ρα. Ἦ­ταν κον­τά μου ὅ­ταν ἔ­πρε­πε καὶ μὲ ἄ­φη­σαν νὰ κά­νω τὸ δι­κό μου ὅ­ταν ἦ­ταν σω­στό. Νὰ ξέ­ρεις τὴν στιγ­μὴ γιὰ νὰ κά­νεις εἴ­τε τὸ ἕ­να εἴ­τε τὸ ἄλ­λο, δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο. Πρέ­πει νὰ ἔ­χεις καρ­διὰ κι ἐ­ξυ­πνά­δα. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μα­μά. Εὐ­χα­ρι­στῶ, μπαμ­πά. Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν σᾶς ἀ­πο­γο­η­τεύ­σω πο­τέ.

       Οἱ γο­νεῖς χα­μο­γέ­λα­σαν κι ἐ­κεί­νη συ­νέ­χι­σε ἀ­φοῦ στρά­φη­κε πρῶ­τα στοὺς προ­σκε­κλη­μέ­νους.

       — Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ ποὺ εἶ­στε ἐ­δῶ. Ἐλ­πί­ζω, πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, αὐ­τὴ ἡ τε­λε­τὴ νὰ εἶ­ναι γιὰ σᾶς μιὰ κα­λὴ ἀ­νά­μνη­ση.

       Ἀ­κού­στη­κε ἕ­νας ἐ­λα­φρὸς ψί­θυ­ρος. Κά­ποι­ος ἔ­βη­ξε. Ὁ γαμ­πρὸς πῆ­ρε μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἔκ­φρα­ση.

       — Καὶ τώ­ρα θέ­λω νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σω τὸν ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κό μου καὶ τὴν κα­λύ­τε­ρή μου φί­λη, ποὺ εἶ­ναι καὶ κουμ­πά­ρα μου. Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ καὶ τοὺς δύ­ο, ποὺ μὲ συ­νο­δέ­ψα­τε, μα­ζί, γιὰ νὰ κά­νω αὐ­τὸ τὸ βή­μα.

       Μέ­σα στὴν ἐκ­κλη­σί­α ἡ ἀ­μη­χα­νί­α ἦ­ταν αἰ­σθη­τή.

       — Σᾶς εὐ­χα­ρι­στῶ ἰ­δι­αί­τε­ρα ποὺ πε­ρά­σα­τε μα­ζὶ τὴν χτε­σι­νὴ νύ­χτα. Καὶ τό­σες ἄλ­λες, τοὺς τε­λευ­ταί­ους μῆ­νες, πάν­τα στὸ ἴ­διο ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Σᾶς εὔ­χο­μαι νὰ εἶ­στε εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι. Εἶ­ναι κρί­μα ποὺ εἶ­σαι ἤ­δη παν­τρε­μέ­νη, ἀλ­λὰ εἶ­μαι σί­γου­ρη ὅ­τι, μα­ζὶ μὲ τὸ σύ­ζυ­γό σου, θὰ βρεῖ­τε μιὰ λύ­ση. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, πι­στεύ­ω ὅ­τι αὐ­τὲς οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες θὰ τοῦ φα­νοῦν ἐν­δι­α­φέ­ρου­σες.

       Ὕ­στε­ρα βγῆ­κε ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α, ὅ­που ἐ­πι­κρα­τοῦ­σε ἀ­πό­λυ­τη σι­ω­πή, καὶ ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε μέ­σα σὲ ἕ­να αὐ­το­κί­νη­το ποὺ τὴν πε­ρί­με­νε ἔ­χον­τας ἀ­νοι­χτὴ τὴ μη­χα­νή.

       Ἡ φί­λη μου ἔ­κα­νε μιὰ πα­ρα­τε­τα­μέ­νη παύ­ση πρὶν συ­νε­χί­σει.

       — Αὐ­τὴ ἡ ἱ­στο­ρί­α μοῦ ἔ­κα­νε με­γά­λη ἐν­τύ­πω­ση. Σκέ­φτο­μαι ὅ­τι ἐ­ὰν αὐ­τὴ μπό­ρε­σε νὰ κά­νει ὅ,­τι ἔ­κα­νε, ἔ­πρε­πε νὰ μπο­ρῶ κι ἐ­γὼ νὰ ἀ­πο­τρα­βη­χτῶ ἀ­πὸ τὴν πα­γί­δα ποὺ εἶ­χα πέ­σει. Ἦ­ταν δύ­σκο­λο ἀλ­λὰ δυ­ὸ ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ ἤ­μουν ἐ­λεύ­θε­ρη.

       Τὴν κοί­τα­ξα λί­γο ἀ­μή­χα­νος. Ἦ­ταν κά­τι ποὺ δὲν ἤ­ξε­ρα ἂν ἔ­πρε­πε νὰ τῆς τὸ πῶ. Δι­ά­βα­σε τὶς σκέ­ψεις μου.

       — Τὴν ἤ­ξε­ρες ἤ­δη αὐ­τὴ τὴν ἱ­στο­ρί­α, ἔ;

       Κα­τέ­νευ­σα κι ἐ­κεί­νη χα­μο­γέ­λα­σε.

       — Ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ με­τὰ τὸν χω­ρι­σμό, δι­α­βά­ζον­τας ἕ­να βι­βλί­ο, ἀ­να­κά­λυ­ψα ὅ­τι μιὰ τέ­τοι­α ἱ­στο­ρί­α ὑ­πάρ­χει, σχε­δὸν ἡ ἴ­δια, σὲ δε­κά­δες ἐκ­δο­χές, σὲ δε­κά­δες πό­λεις. Στὴν ἀρ­χή μοῦ κα­κο­φά­νη­κε. Ἐ­κεί­νη ἡ γυ­ναί­κα εἶ­χε γί­νει ὁ προ­σω­πι­κός μου μύ­θος καὶ τώ­ρα ἀ­να­κά­λυ­πτα ὅ­τι ἦ­ταν ὁ χα­ρα­κτή­ρας μιᾶς ἐ­πι­νο­η­μέ­νης ἱ­στο­ρί­ας. Με­τὰ ἀ­πο­φά­σι­σα ὅ­τι δὲν μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε κα­θό­λου. Γιὰ μέ­να ἡ ἱ­στο­ρί­α ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὴ κι ἡ κο­πέ­λα ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νή. Ἴ­σως ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ μὲ κα­τα­λά­βεις.

       — Ξέ­ρεις ἕ­να συγ­γρα­φέ­α ποὺ τὸν λέ­νε Τσέ­στερ­τον; – τὴν ρώ­τη­σα.

       — Δὲν τὸν ἔ­χω δι­α­βά­σει πο­τέ, για­τί;

       — Ὁ Τσέ­στερ­τον ἔ­λε­γε ὅ­τι τὰ πα­ρα­μύ­θια δὲν χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν δρά­κοι. Αὐ­τὸ τὰ παι­διὰ ἤ­δη τὸ ξέ­ρουν.

       — Καὶ σὲ τί χρη­σι­μεύ­ουν; – ρώ­τη­σε ἐ­κεί­νη.

       — Τὰ πα­ρα­μύ­θια χρη­σι­μεύ­ουν γιὰ νὰ ἐ­ξη­γοῦν στὰ παι­διὰ ὅ­τι οἱ δρά­κοι μπο­ροῦν νὰ νι­κη­θοῦν.


Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι



		

	

Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio): Ἄρθρο 29



Τζι­αν­ρί­κο Κα­ρο­φί­λιο (Gianrico Carofiglio)


Ἄρ­θρο 29

(Articolo 29)


ΞΩ ΝΥΧΤΑ. Βε­ράν­τα στὴ Ρώ­μη. Πο­λι­τι­κοί, δη­μο­σι­ο­γρά­φοι, συγ­γρα­φεῖς, κό­σμος ἀ­πὸ τὴν τη­λε­ό­ρα­ση καὶ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Συ­νο­μι­λοῦν πε­ρὶ παν­τὸς ἐ­πι­στη­τοῦ μέ­χρι ποὺ ἡ κου­βέν­τα ἔρ­χε­ται στὴν ἀ­πό­φα­ση τοῦ Ἀ­νώ­τα­του Δι­κα­στη­ρί­ου τῆς Ἀ­με­ρι­κῆς ποὺ πρὶν λί­γες μέ­ρες ἀ­να­γνώ­ρι­σε τὸ δι­καί­ω­μα τοῦ γά­μου ἀ­νά­με­σά σε ἄ­το­μα τοῦ ἰ­δί­ου φύ­λου. Στὴν ἀρ­χὴ ὅ­λοι λέ­νε τὴ γνώ­μη τους, ἀλ­λὰ σύν­το­μα κα­τα­λή­γουν νὰ μι­λᾶ­νε δύ­ο: μιὰ ὄ­μορ­φη γυ­ναί­κα γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα κι ἕ­νας βου­λευ­τής, γνω­στὸς γιὰ τὶς μᾶλ­λον συ­χνὲς —ἀπ΄ ὅ,­τι φαί­νε­ται— ἐ­πι­σκέ­ψεις του σὲ πλη­ρω­μέ­νες κο­πέ­λες.

       — Εἶ­ναι ξε­κά­θα­ρο, δὲν ἔ­χω τί­πο­τα ἐ­ναν­τί­ον τῶν ὁ­μο­φυ­λό­φι­λων, ἀλ­λὰ στὸ Σύν­ταγ­μά μας ὁ γά­μος εἶ­ναι μό­νο γιὰ ἄ­το­μα τοῦ ἰ­δί­ου φύλ­ου, λέ­ει ὁ πο­λι­τι­κός.

       — Ποι­ός κα­νό­νας τοῦ Συν­τάγ­μα­τος, ἀ­κρι­βῶς; ρω­τά­ει ἡ γυ­ναί­κα.

       — Αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ δὲν θυ­μᾶ­μαι ἀ­κρι­βῶς τὸ ἄρ­θρο…

       — Τὸ ἄρ­θρο τοῦ Συν­τάγ­μα­τος ποὺ μι­λᾶ γιὰ τὴν οἰ­κο­γέ­νεια εἶ­ναι τὸ 29. Σὲ αὐ­τὸ ἀ­να­φέ­ρε­στε;

       — Ἀ­κρι­βῶς σὲ αὐ­τό.

       — Τυ­χαί­νει νὰ τὸ ξέ­ρω ἀ­πὸ μνή­μης. «Ἡ Δη­μο­κρα­τί­α ἀ­να­γνω­ρί­ζει τὰ δι­και­ώ­μα­τα τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ὡς φυ­σι­κῆς κοι­νω­νι­κῆς ὁ­μά­δας ποὺ βα­σί­ζε­ται στὸ γά­μο.» Μοῦ δι­α­φεύ­γει ὡ­στό­σο ἡ ἀ­να­φο­ρὰ στὸ δι­α­φο­ρε­τι­κὸ φύ­λο ὡς ἀ­πα­ραί­τη­τος ὅ­ρος γιὰ τὸ γά­μο.

       — Λέ­ει: «Φυ­σι­κὴ κοι­νω­νι­κὴ ὁ­μά­δα».

       — Λοι­πόν;

       — Λοι­πόν, ἡ ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α κά­θε ἄλ­λο πα­ρὰ φυ­σι­κὴ εἶ­ναι.

       — Λυ­πᾶ­μαι ποὺ πρέ­πει νὰ δι­α­φω­νή­σω ἀλ­λὰ ἡ ὁ­μο­φυ­λο­φι­λι­κὴ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ εἶ­ναι δι­α­δε­δο­μέ­νη στοὺς σκύ­λους, τὶς γά­τες, τοὺς κύ­κνους, τοὺς γλά­ρους, τὶς πά­πι­ες, τοὺς πιγ­κου­ί­νους, τὰ δελ­φί­νια, τὰ λι­ον­τά­ρια, τοὺς ἐ­λέ­φαν­τες καὶ σὲ πολ­λὰ ἄλ­λα εἴ­δη. Ὅ­πως καὶ νὰ ἔ­χει, ἐ­πι­τρέψ­τε μου νὰ ἀ­κο­λου­θή­σω τὸ συλ­λο­γι­σμό σας: φυ­σι­κὰ πράγ­μα­τα εἶ­ναι ὁ καρ­κί­νος, ἡ πα­νού­κλα, ἡ φυ­μα­τί­ω­ση, οἱ σει­σμοί. Ἀν­τί­θε­τα δὲν εἶ­ναι φυ­σι­κά: ἡ ἀ­σπι­ρί­νη, τὰ ἀν­τι­βι­ο­τι­κά, οἱ θε­ρα­πεῖ­ες κα­τὰ τοῦ καρ­κί­νου, οἱ ἀ­πι­νι­δω­τές, τὰ κομ­πι­οῦ­τερ, τὰ αὐ­το­κί­νη­τα, τὰ ἀ­ε­ρο­πλά­να, τὰ γυα­λιά. Δε­χό­μα­στε τὰ πρῶ­τα κι ἀ­πορ­ρί­πτου­με τὰ δεύ­τε­ρα;

       — Μὰ τί σχέ­ση ἔ­χουν ὅ­λα αὐ­τά; «Φυ­σι­κή» για­τί ὁ γά­μος ἔ­χει σκο­πὸ τὴν τε­κνο­ποί­η­ση. Για­υτὸ πρέ­πει νὰ ἐ­πι­τρέ­πε­ται μό­νο σὲ ἄ­το­μα δι­α­φο­ρε­τι­κοῦ φύ­λου.

       — Ἐ­δῶ εἴ­μα­στε. Ἕ­να ζευ­γά­ρι, λοι­πόν, ἐν­νο­ῶ ἕ­ναν ἄν­τρα καὶ μιὰ γυ­ναί­κα, ἕ­να στεῖ­ρο ἢ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο ζευ­γά­ρι, δὲν μπο­ρεῖ νὰ παν­τρεύ­ε­ται;

       — Ποὺ ση­μαί­νει…

       — Αὐ­τὸ ποῦ εἶ­πα: δυ­ὸ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νοι μπο­ροῦν νὰ παν­τρεύ­ον­ται;

       — Ὁ γά­μος ἀ­νά­με­σά σε ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες συμ­φω­νεῖ μὲ τὴν πα­ρά­δο­ση.

       — Ἄ­ρα ἡ τε­κνο­ποί­η­ση δὲν ἔ­χει κα­μιὰ σχέ­ση. Ση­μα­σί­α ἔ­χει αὐ­τὴ κα­θαυ­τὴ ἡ πα­ρά­δο­ση;

       — Λοι­πόν…

       — Σᾶς ρω­τῶ, για­τὶ με­τα­ξύ των πα­ρα­δό­σε­ων —σὲ ἄλ­λους πο­λι­τι­σμούς, βέ­βαι­α— ὑ­πάρ­χουν ὁ κα­νι­βα­λι­σμός, ἡ τε­λε­τουρ­γι­κὴ αὐ­το­κτο­νί­α, τὸ κά­ψι­μο τῶν χή­ρων γυ­ναι­κών, ὁ ἀκρωτη­ρια­σμός. Ἡ πα­ρά­δο­ση, καὶ ὁ νό­μος μέ­χρι τὸ 1975, στὴν Ἰ­τα­λί­α λέ­γα­νε ὅ­τι ἡ σύ­ζυ­γος ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πα­κού­ει τὸν σύ­ζυ­γο, γιὰ νὰ τὸ ποῦ­με ἔ­τσι.

       — Ἐν­τά­ξει, ἀλ­λὰ δὲν κα­τα­λα­βαί­νω γιὰ ποι­ό λό­γο δυ­ὸ ὁ­μο­φυ­λό­φι­λοι νὰ θέ­λουν νὰ παν­τρευ­τοῦν. Ποι­ός τοὺς ἀ­πα­γο­ρεύ­ει νὰ μέ­νουν μα­ζί, νὰ κά­νουν ὅ­τι θέ­λουν; Τὰ δι­και­ώ­μα­τά τους εἶ­ναι ἤ­δη ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν ἀ­στι­κὸ κώ­δι­κα.

       — Λέ­τε; Ἐ­ὰν δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες ζοῦν μα­ζὶ καὶ ἡ μί­α ἀ­πὸ αὐ­τὲς πα­θαί­νει ἕ­να ἀ­τύ­χη­μα καὶ ἔ­χει ἀ­πώ­λεια συ­νεί­δη­σης, ἡ ἄλ­λη μπο­ρεῖ νὰ παίρ­νει ἀ­πο­φά­σεις γιὰ τὴν ἄρ­ρω­στη σύν­τρο­φό της; Ὄ­χι. Ἂν πε­θά­νει μί­α ἀ­πὸ τὶς δύ­ο, ἡ ἄλ­λη παίρ­νει σύν­τα­ξη χη­ρεί­ας; Ὄ­χι. Μπο­ρῶ νὰ τὸ προ­χω­ρή­σω κι ἄλ­λο ἂν θέ­λε­τε. Εἴ­πα­τε ὅ­τι δὲν κα­τα­λα­βαί­νε­τε, τὸ δέ­χο­μαι, εἶ­ναι πρό­βλη­μά σας. Μὰ αὐ­τὸ δὲν θὰ πρέ­πει νὰ με­τα­φρα­στεῖ ὡς πα­ρέμ­βα­ση στὴν ἐ­λευ­θε­ρί­α τῶν προ­σω­πι­κῶν ἐ­πι­λο­γῶν, ἂν αὐ­τὲς δὲν βλά­πτουν τοὺς ἄλ­λους. Ἂν οἱ ὁ­μο­φυ­λό­φι­λοι μπο­ροῦ­σαν νὰ παν­τρεύ­ον­ται, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν πα­ρέμ­βα­ση στὴν ἀ­το­μι­κή σας ἐ­λευ­θε­ρί­α; Θὰ ἔ­βλα­πτε κα­νέ­ναν;

       — Τὸ νὰ πα­ρα­δε­χτοῦ­με τοὺς ὁ­μο­φυ­λο­φι­λι­κοὺς γά­μους θὰ ση­μά­νει καὶ τὸ τέ­λος τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς οἰ­κο­γέ­νειας.

       — Για­τί;

       — Θὰ αὔ­ξαι­νε τὴν ὁ­μο­φυ­λο­φι­λί­α.

       — Ἐν­δι­α­φέ­ρον. Οἱ ἑ­τε­ρο­φυ­λό­φι­λοι ἀ­να­κα­λύ­πτουν ὅ­τι μπο­ροῦν νὰ παν­τρεύ­ον­ται ἄ­το­μα ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο φύλ­ο καὶ λέ­νε: «Οὐά­ου! ἔ­τσι μοῦ΄ρχε­ται νὰ γί­νω γκέ­ι, ἀ­μέ­σως τώ­ρα.» Πι­στεύ­ε­τε ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ συμ­βεῖ καὶ σὲ σᾶς;

       Χα­χα­νη­τὰ τρι­γύ­ρω, καὶ μά­λι­στα οὔ­τε κὰν δι­α­κρι­τι­κά. Ἡ οἰ­κο­δέ­σποι­να φαί­νε­ται λί­γο ἀ­μή­χα­νη. Ὁ βου­λευ­τὴς φαί­νε­ται πο­λὺ ἀ­μή­χα­νος. Κον­τά μου βρί­σκε­ται ἕ­νας γνω­στὸς πα­ρου­σια­στὴς τῆς τη­λε­ό­ρα­σης, ποὺ προ­φα­νῶς ἔ­χει πι­εῖ λί­γο πα­ρα­πά­νω.

       — Κα­λή, ἔ! Καὶ ὡ­ραῖ­ο κομ­μά­τι! Οἱ λε­σβί­ες μὲ φτιά­χνουν πο­λύ, λέ­ει ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος σὲ κά­ποι­ον στὰ ἀ­ρι­στε­ρά του.

       — Κα­λή, πράγ­μα­τι. Καὶ ὡ­ραῖ­ο κομ­μά­τι. Ἀλ­λὰ δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι εἶ­ναι λε­σβί­α, ἀ­παν­τᾶ ὁ ἄλ­λος.

       — Ποῦ τὸ ξέ­ρεις; ρω­τά­ει ὁ με­θυ­σμέ­νος πα­ρου­σια­στής.

       — Εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα μου.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλ­λο­γὴ πε­ζῶν Νυ­κτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Pas­seg­ge­ri not­tur­ni, E­i­na­u­di, 2016).

 

Gianrico Carofiglio (Μπά­ρι τῆς Ἰ­τα­λί­ας, 1961). Ἀ­νώ­τε­ρος δι­κα­στι­κός, μὲ πο­λύ­χρο­νη δρά­ση κα­τὰ τῆς Μα­φί­ας καὶ συγ­γρα­φέ­ας νο­μι­κῶν κει­μέ­νων. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὴ λο­γο­τε­χνί­α τὸ 2002 μὲ τὸ­ν Ἀ­κού­σιο μάρ­τυ­ρα ποὺ γνώ­ρι­σε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α καὶ πολ­λα­πλὲς βρα­βεύ­σεις. Σὲ αὐ­τό του τὸ βι­βλί­ο πρώ­τη φο­ρὰ πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὁ δη­μο­φι­λὴς χα­ρα­κτή­ρας τοῦ με­λαγ­χο­λι­κοῦ δι­κη­γό­ρου Guido Guerrieri. Τὰ τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλί­α εἶ­ναι τὸ Νυ­χτε­ρι­νοὶ ἐ­πι­βά­τες (Passeggeri notturni, Einaudi, 2016) καὶ τὸ Ψυ­χρὸ κα­λο­καί­ρι (L’ estate fredda, Einaudi, 2016). Τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ εἴ­κο­σι ὀ­κτὼ γλῶσ­σες. (Γιὰ περισσότερα βλ. ἐδῶ τὴν εἰσαγωγὴ τοῦ μεταφραστῆ καθὼς καὶ τὸ «Ἡμερολόγιο Καταστρώματος Β’», ἐγγραφὴ 03-12-2017.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὸ ἀ­φι­έ­ρω­μα στὸν Ἰ­τα­λὸ συγ­γρα­φέα Ντί­νο Μπου­τζά­τι