Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ: Κα­ρο­τό­σου­πα



Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ


Κα­ρο­τό­σου­πα


ΟΒΕΙΣ τὸ κρεμ­μύ­δι. Σὲ ἁ­δρὰ κομ­μά­τια, χον­τρά. Νὰ πι­ά­νον­ται στὸ χέ­ρι, νὰ με­τρᾶ­νε με­τὰ στὸ στό­μα. Ἡ προ­αι­ώ­νια αἴ­σθη­ση τῆς ἁ­φῆς καὶ τῆς γεύ­σης. Δέ­κα κο­πὲς κά­νεις, δὲν χρει­ά­ζον­ται πα­ρα­πά­νω. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ χει­ρί­ζε­σαι κα­λὰ τὸ μα­χαί­ρι ἐ­σύ. Μα­θαί­νε­ται μὲ τὸν και­ρὸ καὶ αὐ­τό. Κα­θα­ρί­ζεις προ­σε­κτι­κὰ τὰ κα­ρό­τα καὶ τὰ κό­βεις. Σὲ μι­κρό­τε­ρα κομ­μά­τια ἀ­πὸ ὅ,τι τὸ κρεμ­μύ­δι. Ἀ­νά­βεις τὴ φω­τιά, βά­ζεις ἐ­λαι­ό­λα­δο καὶ τσι­γα­ρί­ζεις τὸ κρεμ­μύ­δι. Νὰ ἀλ­λά­ξει χρῶ­μα. Νὰ με­λώ­σει, λέ­νε. Κα­τα­πῶς ἡ ζω­ή. Ναί, μὴ σοῦ φαί­νε­ται πα­ρά­ξε­νο. Ξε­κι­νά­ει ἀ­ψι­δε­ρή, κα­τα­λή­γει γλυ­κιὰ ὅ­σο ἀ­φή­νει τὴν ἀ­σπρι­δε­ρή της μορ­φὴ νὰ φύ­γει, νὰ χα­θεῖ. Για­τὶ —ἴ­σως τὸ ξέ­ρεις— τὸ ἄ­σπρο, ἡ ἀ­θώ­α λευ­κό­τη­τα εἶ­ναι τὸ χρῶ­μα τοῦ πέν­θους. Πλα­κώ­νει βα­ρύ­τε­ρα ἀ­πὸ τὸ μαῦ­ρο. Ἐλ­πί­δα; Ὄ­χι. Θά­να­τος. Συν­τρι­βή. Ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα στὸ κε­νὸ καὶ στὸν χρό­νο. Ἡ μί­α καὶ μό­νη. Ἡ δυ­να­τὴ ἀ­πο­λυ­τό­τη­τα. Ἡ δογ­μα­τι­κή. Ἡ στραγ­γα­λι­στι­κή. Μό­νο ποὺ οἱ ἄν­θρω­ποι θέ­λου­με νὰ ἀλ­λά­ζου­με τὰ νο­ή­μα­τα, νὰ φτι­ά­χνου­με ἐλ­πί­δες στὸν δι­κό μας καμ­βὰ καὶ νὰ βλέ­που­με ὅ,τι δὲν μπο­ροῦ­με γύ­ρω μας. Μιὰ ἄλ­λη νε­φε­λο­κοκ­κυ­γί­α. Νε­φε­λο­βα­σί­α στὸν κό­σμο ἑ­νὸς ἐ­πί­πλα­στου ὀ­νεί­ρου. Ποὺ δὲν κά­νει κα­κό. Λυ­τρώ­νει πολ­λὲς φο­ρὲς ἡ φε­νά­κη. Ἀλ­λὰ εἶ­ναι τέ­τοι­α. Λευ­κὲς ζω­ὲς δὲν ὑ­πάρ­χουν. Βε­βαι­ό­τη­τα.

       Ποῦ εἴ­χα­με μεί­νει; Ναί, τσι­γα­ρί­ζεις τὸ κρεμ­μύ­δι μέ­χρι νὰ μυ­ρί­σει τὸ τη­γά­νι σου. Παίρ­νεις λί­γο, τὸ δο­κι­μά­ζεις. Πάν­τα μα­γεύ­ει μί­α δο­κι­μὴ ἀ­πὸ τὸ τη­γά­νι, ἕ­να βού­τηγ­μα στὸ κε­νὸ ποὺ ἔ­χει πά­το. Ἀ­φαι­ρεῖς τὸ κρεμ­μύ­δι καὶ βά­ζεις τὸ κα­ρό­το. Νὰ πά­ρει τὴ γεύ­ση, λί­γο ἀ­πὸ τὰ σάκ­χα­ρα τοῦ κρεμ­μυ­διοῦ στὸ καυ­τὸ λά­δι. Ἔ­τσι τὸ ἔ­κα­νε ἡ μά­να μου καὶ με­θο­κο­ποῦ­σε ἀ­ρώ­μα­τα ὅ­λη ἡ γει­το­νιά. Νὰ πει­ρα­μα­τί­ζε­σαι, νὰ μα­θαί­νεις. Ἔ­τσι μοῦ ‘λε­γε. Τὰ ὑ­λι­κὰ δὲν θὰ σὲ προ­δώ­σουν. Ἡ τε­χνι­κή σου θὰ φτιά­ξει μὲ τὸν και­ρό. Καὶ δὲν εἶ­ναι μι­κρὸ πράγ­μα. Ὅ,τι ὑ­πάρ­χει στὸ τη­γά­νι εἶ­ναι μιὰ με­λω­δί­α ζω­ῆς. Ἔ­τσι νὰ τὸ σκέ­φτε­σαι. Νὰ τὴν ἀ­κοῦς. Νὰ τῆς μι­λᾶς. Νο­στι­μεύ­ει. Πα­τᾶς μί­α σκε­λί­δα σκόρ­δο μὲ τὸ μα­χαί­ρι. Δὲν κό­βεις ἐ­δῶ. Ὅ­λα θέ­λουν τὸν τρό­πο τους. Πα­τᾶς καὶ βγαί­νουν ὅ­λα τὰ ἀ­ρώ­μα­τα καὶ ὅ­λες οἱ γεύ­σεις. Κρα­σὶ λευ­κὸ καὶ λε­μο­νο­χυ­μός. Ὀ­ξύ­τη­τα ἀ­πὸ δά­κρυ. Εἶ­δες ποὺ τὰ πέν­θη ται­ριά­ζουν; Ἡ κα­τσα­ρό­λα εἶ­ναι μιὰ ζω­ή, τε­λι­κά, ἔ; Παίρ­νεις ἕ­να γε­ρὸ μα­χαί­ρι. Με­γά­λο στὴ θω­ριά του. Πλα­τὺ στὴ λε­πί­δα του. Ἀρ­χί­ζεις νὰ κο­νι­ορ­το­ποι­εῖς τὸ βρα­σμέ­νο κα­ρό­το. Ἔ­τσι τό ‘κά­ναν πα­λιά. Και­γόν­του­σαν, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­νι­ω­θαν πό­νο. Μα­θαί­νεις νὰ ζεῖς μὲ αὐ­τόν. Ὅ­λα μα­θαί­νον­ται. Ξα­να­φτιά­χνεις μέ­σα σου ὅ,τι χα­λά­ει τὴ σάρ­κα. Πολ­τός, ζε­μα­τι­στὸ νε­ρό, κρέ­μα γά­λα­κτος. Δι­κή μου ἐ­πι­νό­η­ση. Ζεῖς, μα­θαί­νεις. Ἡ μά­να δὲν τό ‘κα­νε ἔ­τσι. Ἁ­λά­τι, πι­πέ­ρι. Πάν­τα. Μιὰ ζω­ὴ νὰ εἶ­ναι ἁλ­μυ­ρή, ὅ­πως τὸ ἁ­λά­τι, καὶ γλυ­κιά, ὅ­πως εἶ­ναι ἡ ζά­χα­ρη. Αὐ­τὸ νὰ ζη­τᾶς.

       Μα­χαί­ρι. Τρα­βᾶς πί­σω το κρε­βα­τά­κι σου, νὰ μὴν ἀ­κουμ­πά­ει τὸν τοῖ­χο. Με­τα­κι­νεῖς κά­ποι­α μάρ­μα­ρα καὶ μπαί­νεις κά­τω ἀ­πὸ τὴ γῆ. Μὲ ἕ­να μα­χαί­ρι. Ἔ­χεις μα­ζί σου καὶ ἕ­να ἐ­λι­ό­ψω­μο. Λί­γα κα­ρό­τα. Γιὰ τὶς πολ­λὲς ἡ­μέ­ρες. Νο­μί­ζεις, ἐλ­πί­ζεις ὅ­τι θὰ ‘ρθοῦν. Σὲ στοι­χει­ώ­νει ἡ κρύ­πτη. Τὸ σκο­τά­δι πη­χτό, ὅ­πως ἡ σού­πα στὸ πιά­το σου. Γι’ αὐ­τὸ ἡ κρέ­μα γά­λα­κτος. Νὰ βα­ραί­νει τὸ ὑ­λι­κό, νὰ συμ­πυ­κνώ­νε­ται, νὰ σοῦ δί­νει ὅ,τι ἔ­ζη­σες. Καὶ δὲν φεύ­γει. Οὔ­τε ὁ χρό­νος τὸ δι­ώ­χνει οὔ­τε ἡ συ­νεί­δη­σή σου. Τὸ μαῦ­ρο στὸ λευ­κό. Καὶ τὸ ἀ­νά­πο­δο. Ἐ­κεῖ πάν­τα κα­τα­λή­γεις. Κά­ποι­ος σὲ βρί­σκει. Ἀ­κοῦς βή­μα­τα. Ἕ­νας; Μᾶλ­λον ἕ­νας. Φω­νά­ζει, βρί­ζει στὴ γλώσ­σα του, δὲν ἀ­παν­τᾶς. Ἀ­νοί­γει τὸ στό­μιο, κά­νει νὰ κα­τέ­βει καὶ σβή­νει γιὰ πάν­τα το φῶς. Καὶ δὲν εἶ­ναι εὔ­κο­λο, ξέ­ρεις. Δὲν μπαί­νει ὅ­που νά ‘ναι ἡ αἰχ­μή. Ἐ­δῶ νὰ μπεῖ; Ἐ­κεῖ; Δὲν ξέ­ρεις. Καὶ με­τὰ ἕ­νας ἀ­κό­μα. Μό­νος του. Καὶ τὸ τέ­λος. Τὸ ἴ­διο, ξα­νά.

       Τὸ μα­χαί­ρι εἶ­ναι δι­κό σου. Στὸ ἔ­δω­σαν, τὸ κρά­τη­σες γιὰ μιὰ στιγ­μή, τὸ ζύ­γι­σες στὸ μπό­ϊ σου καὶ τό ‘κα­νες ὁ­λο­δι­κό σου. Βί­ω­μα. Ἦ­ταν ὁ μό­νος τρό­πος νὰ φτιά­ξεις τὴν κα­ρο­τό­σου­πα. Νὰ ξε­γυ­μνώ­σεις ὅ,τι πρέ­πει ἀ­πὸ τὴ σάρ­κα καὶ νὰ φτιά­ξεις ὅ,τι φτιά­χνει τὴν ζω­ή. Ὀ­ξύ­μω­ρο; Σκο­τώ­νεις, γιὰ νὰ δώ­σεις ζω­ή; Λαν­θα­σμέ­νη μᾶλ­λον εἶ­ναι ἡ στί­ξη ἐ­δῶ, ἔ­τσι; Ρω­τᾶς γιὰ τὴ βε­βαι­ό­τη­τα; Τό­σα ἐ­ρω­τη­μα­τι­κὰ —καὶ ἕ­να ἀ­κό­μα αὐ­τὸ— γιὰ νὰ δεῖς ξα­νὰ ὅ,τι εἶ­δες καὶ νὰ μά­θεις ὅ,τι ἤ­δη ξέ­ρεις; Τὸ εἶ­δα κά­πο­τε καὶ σὲ ἕ­να δέν­τρο. Ὁ θά­να­τος ἔ­δι­νε ζω­ή. Σπουρ­γί­τι καὶ κο­ρά­κι. Μοί­ρα­σε ἐ­σὺ τοὺς ρό­λους. Φε­νά­κη. Ψευ­δαί­σθη­ση. Κά­τι προ­αι­ώ­νιο τὸ ἔ­χει κά­νει ἤ­δη. Με­τά­νι­ω­σες ἢ ὄ­χι, ὅ,τι σοῦ δό­θη­κε δὲν ἀλ­λά­ζει. Τὸ κρά­τη­σες, εἶ­ναι δι­κό σου. Ἰ­δέ­α. Με­γά­λη, ὑ­ψη­λή. Ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι καὶ πάν­τα θὰ εἶ­ναι γιὰ ἐ­κεῖ­να τὰ μπλὲ γράμ­μα­τα στὸν ἄ­σπρο τοῖ­χο. Ὅ­σα χρό­νια καὶ νὰ πε­ρά­σουν…

       Ἡ σού­πα σερ­βί­ρε­ται ζε­στή.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ση­μεί­ω­ση τοῦ συγ­γρα­φέα: Τὸ κεί­με­νο εἶ­ναι ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸν ἥ­ρω­α ἀ­γω­νι­στῆ τῆς ΕΟΚΑ Στέ­φα­νο Χα­τζη­μι­τσῆ, ὁ ὁ­ποῖ­ος «ἔ­φυ­γε» στὶς 11 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου γιὰ τὸ «τα­ξί­δι». Δὲν ζή­τη­σε ἀν­ταλ­λάγ­μα­τα καὶ (πα­ρα)θε­σμι­κὰ βο­λέ­μα­τα. Οἱ δι­η­γή­σεις του μὲ ἔ­χουν δι­δά­ξει πολ­λά. Ἱ­στο­ρι­κὰ καὶ ἀν­θρώ­πι­να.

Ἀν­δρέ­ας Σε­ρα­φείμ. Ἐ­ρευ­νη­τὴς στὸ Κέν­τρον Ἐ­ρεύ­νης τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς καὶ Λα­τι­νι­κῆς Γραμ­μα­τεί­ας τῆς Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ Τμή­μα­τος Κλα­σι­κῶν Σπου­δῶν καὶ Φι­λο­σο­φί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου, κά­το­χος με­τα­πτυ­χια­κοῦ τί­τλου ἀ­πὸ τὸ Uni­ver­si­ty of Te­xas at Au­stin καὶ δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου ἀ­πὸ τὸ Uni­ver­si­ty Col­le­ge Lon­don. Ἔ­χει κα­τα­λά­βει, στὴν πα­νε­πι­στη­μια­κή του στα­δι­ο­δρο­μί­α, δι­ά­φο­ρες ἐ­ρευ­νη­τι­κὲς καὶ δι­δα­κτι­κὲς θέ­σεις σὲ πα­νε­πι­στή­μια τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει μέ­χρι στιγ­μῆς 4 μο­νο­γρα­φί­ες, ἔ­χει συ­νε­πι­με­λη­θεῖ 5 συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους καὶ ἔ­χει κα­τα­θέ­σει πο­λυ­ά­ριθ­μα ἄρ­θρα σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ τό­μους, πα­ρου­σι­ά­ζον­τας πτυ­χὲς τῆς ἔ­ρευ­νάς του γιὰ τὴν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κὴ ρη­το­ρι­κή, τὴν ἐ­πι­τε­λε­στι­κό­τη­τα, τὴν ἀρ­χαί­α θρη­σκεί­α, τὴν πρόσ­λη­ψη τῶν ρη­το­ρι­κῶν κει­μέ­νων στὸν με­τα­κλα­σι­κὸ καὶ σύγ­χρο­νο κό­σμο, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ γιὰ δι­ά­φο­ρες θε­ω­ρη­τι­κὲς προ­σεγ­γί­σεις (π.χ. γλωσ­σο­λο­γι­κὲς θε­ω­ρί­ες, χι­οῦ­μορ, θε­ω­ρί­ες φύ­λου καὶ σε­ξου­α­λι­κό­τη­τας).

Εἰκόνα: Πάφος. Ἡ στήλη πρὸς τι­μὴ τῶν μα­θη­τῶν τῶν πε­σόν­των στὸν Ἀ­γώ­να τῶν Ἑλ­λή­νων τοῦ νη­σιοῦ ἐ­ναντί­ον τῶν Ἄγ­γλων ἀ­ποι­κιο­κρα­τῶν. Στὸ ἀ­νά­γλυ­φο εἰ­κονί­ζεται ὁ νε­α­ρὸς σπου­δα­στὴς νὰ λα­βώ­νει τὸ με­γά­λο Λιον­τά­ρι τῆς Βρε­τα­νι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας.


			

Ἀναστασία Κάτσικα: Τὸ δέρμα τοῦ σπιτιοῦ


Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα


Τὸ δέρ­μα τοῦ σπι­τιοῦ


ΤΑΝ ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο σπί­τι.

Ψη­λο­τά­βα­νο, μὲ με­γά­λα πα­ρά­θυ­ρα, χω­ρὶς κῆ­πο μπρο­στά. Τρί­α σκα­λιὰ τὸ χώ­ρι­ζαν ἀ­πὸ τὸ δρό­μο ποὺ περ­νοῦ­σαν τὰ αὐ­το­κί­νη­τα. Τρί­α σκα­λιὰ καὶ δυ­ὸ νε­ραν­τζι­ὲς φυ­τε­μέ­νες σὲ δυ­ὸ τε­τρά­γω­να παρ­τέ­ρια.

Ἦ­ταν ἕ­να εὐ­αί­σθη­το σπί­τι.

        Μά­ζευ­ε ἢ ξε­χεί­λω­νε ἀ­νά­λο­γα μὲ τὸν και­ρὸ καὶ τὶς ἀ­νάγ­κες. Ἀ­πο­τρα­βι­ό­ταν ὅ­ταν τὰ μη­χα­νή­μα­τα τοῦ δρό­μου κα­τά­βρε­χαν τὴν πρό­σο­ψή του. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὴ μαυ­ρί­λα τῆς πό­λης ποὺ εἶ­χε κα­θί­σει πά­νω του σχη­μα­τί­ζον­τας σκοῦ­ρες κη­λί­δες.

        Ἦ­ταν ἕ­να ζε­στὸ σπί­τι.

        Ἵ­δρω­νε πο­λύ το κα­λο­καί­ρι. Ἡ τα­ρά­τσα του γέ­μι­ζε ἀ­πὸ ὑ­γροὺς λε­κέ­δες. Στέ­γνω­ναν μό­νο με­τὰ τὴν παν­σέ­λη­νο τοῦ Αὐ­γού­στου, τό­τε ποὺ τὸ φεγ­γά­ρι στε­κό­ταν ὅ­λο το βρά­δυ πά­νω του.

        Ἦ­ταν ἕ­να μο­να­χι­κὸ σπί­τι.

        Στὴν πί­σω αὐ­λὴ ἦ­ταν σω­ρι­α­σμέ­να τὰ ἔ­πι­πλα ἀ­πὸ φὲρ φορ­ζὲ τῆς οἰ­κο­γέ­νειας ποὺ ἦ­ταν ἐ­ξα­φα­νι­σμέ­νη ἀ­πὸ και­ρό, πα­ρα­δο­μέ­νη σὲ μιὰ μοί­ρα δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ἀ­π’ αὐ­τὴ ποὺ ἦ­ταν γραμ­μέ­νη στὰ ἀ­στέ­ρια.

        Ἦ­ταν ἕ­να σπί­τι μὲ ἐ­λεύ­θε­ρο πνεῦ­μα.

        Πρὶν ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος τῆς οἰ­κο­γέ­νειας μά­ζε­ψε ὅ­λα τα κλει­διά. Πρῶ­τα τα κλει­διὰ ἀ­πὸ τὶς ντου­λά­πες καὶ τὸν μπου­φὲ κι ὕ­στε­ρα ὅ­λα τα μι­κρά, με­γά­λα καὶ με­γα­λύ­τε­ρα κλει­διὰ ποὺ ἀ­πα­γο­ρεύ­ουν σ’ ἕ­να σπί­τι νὰ κά­νει τοῦ κε­φα­λιοῦ του. Τὰ ἔ­κρυ­ψε σ’ ἕ­να με­ταλ­λι­κὸ κου­τί. Τὰ πέ­τα­ξε.

        Ἦ­ταν ἕ­να αἰ­ώ­νιο σπί­τι.

        Κρα­τοῦ­σε πει­σμα­τι­κὰ κλει­στὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρά του καὶ σκο­τει­νὴ τὴν εἴ­σο­δό του. Κά­θε χρό­νο, ἐ­πέ­τρε­πε στὶς νε­ραν­τζι­ὲς νὰ ρί­χνουν τοὺς καρ­πούς τους στὰ χω­μά­τι­να τε­τρά­γω­να. Ἀ­πα­γό­ρευ­ε στὰ φὲρ φορ­ζὲ νὰ σκου­ριά­σουν.

        Ἦ­ταν ἕ­να ἥ­συ­χο σπί­τι.

        Ὁ ἀ­έ­ρας μπαι­νό­βγαι­νε ἀ­θό­ρυ­βα ἀ­πὸ τοὺς πό­ρους του μέ­ρα-νύ­χτα. Δὲν τά­ρα­ζε τὸ δρο­σε­ρὸ ἐ­σω­τε­ρι­κό του. Μό­νο το ξε­χα­σμέ­νο στὸ πά­τω­μα τοῦ σα­λο­νιοῦ δέρ­μα τοῦ λι­ον­τα­ριοῦ ἀ­να­τρί­χια­ζε. Δὲν ἄν­τε­χε τὸ κρύ­ο ρεῦ­μα. Θυ­μό­ταν μό­νο τὴ ζέ­στη τῆς ζούγ­κλας. Ὅ­λοι εἶ­χαν κυ­λι­στεῖ πά­νω του. Τὰ παι­διὰ εἶ­χαν ἀγ­κα­λιά­σει τὸ κε­φά­λι του.

        Ἦ­ταν ἕ­να πι­στὸ σπί­τι.

        Στέ­κε­ται ἀ­κί­νη­το πά­νω ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα ποὺ ξα­πλώ­νει ἀ­νά­σκε­λα μὲ ἀ­νοι­χτὰ τὰ μά­τια. Ἀ­κού­ει σχε­δὸν ὁ­λο­κά­θα­ρα τὸν χτύ­πο τῆς λι­ον­τα­ρί­σιας καρ­διᾶς του.

        Θὰ κα­τα­πι­εῖς τὴν πεί­να καὶ τὴ δί­ψα γιὰ τὸ μα­κρι­νὸ τα­ξί­δι στὴ ζούγ­κλα.

        Θὰ στὴ χορ­τά­σω ἐ­γώ.

        Ἡ πόρ­τα ἀ­νοί­γει καὶ κλεί­νει.

        Τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἀ­νοί­γουν καὶ κλεί­νουν.

        Εἶ­ναι ἕ­να ἄ­σπλα­χνο σπί­τι.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα. Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να μὲ τὶς δύ­ο κό­ρες της. Εἶ­ναι δα­σκά­λα καὶ δι­δά­σκει σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο στὰ Βρι­λήσ­σια. Πα­ρα­κο­λου­θεῖ μα­θή­μα­τα δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς καὶ δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ κα­θὼς καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν βρα­βευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κοὺς δι­α­γω­νι­σμούς. Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τῆς Κί­τρι­νο σκο­τά­δι, ἐκ­δό­θη­κε πρό­σφα­τα ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἐ­νύ­πνιον. Ἀ­γα­πά­ει τὸ δι­ά­βα­σμα, τὸ θέ­α­τρο κι ἰ­δι­αί­τε­ρα τὸν κό­σμο τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου.


 

Μάγδα Κόσσυβα: “Ὁι Ἐραστές ΙΙ”


Μά­γδα Κόσ­συ­βα


«Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ»


 ΡΕΝΕ ἦ­ταν ψη­λὸς σὰν κα­λο­σχη­μα­τι­σμέ­νο σκιά­χτρο, εἶ­χε ἕ­να ἄ­βο­λο χα­μό­γε­λο ποὺ τὸν ἔ­κα­νε συμ­πα­θῆ καὶ δυ­ὸ ἀ­γω­νι­ώ­δη μά­τια ποὺ τὸν ἔ­κα­ναν νὰ φαί­νε­ται ἔ­ξυ­πνος. Ἐ­πί­σης εἶ­χε μιὰ πε­ρί­ερ­γη ἱ­κα­νό­τη­τα ἢ δυ­σκο­λί­α ἴ­σως.

        Ὅ­ταν ἔ­νι­ω­θε ἐ­ρω­τι­κὴ ἕλ­ξη γιὰ κά­ποι­ον καὶ ἤ­θε­λε νὰ τὸν φι­λή­σει, ταυ­τό­χρο­να ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε δι­α­κα­ῶς νὰ τὸν σκο­τώ­σει. Ὁ­πό­τε δὲν εἶ­χε φι­λή­σει πο­τὲ κα­νέ­ναν ἄν­θρω­πο, ἀ­πὸ ἀ­πο­στρο­φὴ στὰ δο­λο­φο­νι­κὰ ἔν­στι­κτα ποὺ γεν­νᾶ ὁ ἔ­ρω­τας.

        Ὅ­λα ἔ­γι­ναν χει­ρό­τε­ρα μό­λις γνώ­ρι­σε τὴν Λου­ΐζ. Μό­νο μὲ πλα­νη­τι­κὴ σύγ­κρου­ση θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ συγ­κρί­νει. Ἡ Λου­ῒζ τὸν συγ­κι­νοῦ­σε ἐ­πι­κίν­δυ­να. Ἀ­πρό­θυ­μος νὰ ἀν­τι­στέ­κε­ται, σκέ­φτη­κε νὰ προ­τεί­νει στὴν Λου­ῒζ νὰ φι­λι­οῦν­ται μὲ ἕ­ναν μο­να­δι­κὸ τρό­πο, νὰ φο­ρᾶ­νε κου­κοῦ­λες ὅ­σο φι­λι­οῦν­ται καὶ ἔ­τσι νὰ μὴν μπο­ρεῖ νὰ δεῖ ὁ ἕ­νας τὸν ἄλ­λον.

        Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να μή­να ἀ­που­σί­ας ἡ Λου­ῒζ τοῦ ἔ­στει­λε ἕ­να ἀν­τί­γρα­φο τοῦ πί­να­κα τοῦ Μαγ­κρίτ, «Οἱ Ἐ­ρα­στές ΙΙ».

        Σὰν εὐ­χα­ρι­στή­ρια ἀ­πάν­τη­ση τῆς ἔ­στει­λε ἕ­να τη­λε­γρα­φι­κὸ σχε­δὸν μή­νυ­μα ποὺ συ­νό­ψι­ζε τὴν κα­τά­στα­σή του.

        Ἕ­να βρά­δυ τὴν βρῆ­κε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι του νὰ φορᾶ ἕ­να λευ­κὸ σεν­τό­νι στὸ κε­φά­λι.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


Ζευγάρι ποὺ μιμεῖται τὸ γνωστὸ ἔργο τοῦ Ρενὲ Μαγκρὶτ «Ἐραστές II».

 

Γιῶργος Δουατζῆς: Μι­κρὸ δο­κί­μιο γιὰ τὸν Χρό­νο



Γιῶργος Δουατζῆς

 

Μι­κρὸ δο­κί­μιο γιὰ τὸν Χρό­νο


τοῦ­το γά­ρ ­στι­ν  χρό­νος
­ριθ­μὸς κι­νή­σε­ω­ς κα­τὰ τὸ πρό­τε­ρον καὶ ­στε­ρον
Ἀ­ρι­στο­τέ­λης (Φυ­σι­κά)

ΠΑΠΠΟΥΣ ἔ­τρε­χε μὲς στὸν χι­ο­νιᾶ κρα­τών­τας ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι τὸ ἐγ­γό­νι. Ἔ­τρε­χαν ὄ­μορ­φοι κι ἀν­τάλ­λα­ζαν τοὺς ρό­λους τους μέ­σα στοὺς αἰ­ῶ­νες ξε­γε­λών­τας τὸν χρό­νο μὲ ποι­ή­μα­τα καὶ τρα­γού­δια. Δι­ό­τι ὁ χρό­νος δὲν ἔ­μα­θε ὅ­τι εἰ­κό­νες, ποι­ή­μα­τα, τρα­γού­δια, δὲν ἔ­χουν τέ­λος. Βλέ­πεις, μό­νον νὰ με­τρά­ει γνώ­ρι­ζε…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Δουα­τζῆς (Ἀθήνα, 1948). Ποι­η­τής, συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1948 στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μί­α-Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες, πε­ρι­ο­δι­κά, ρα­δι­ο­τη­λε­ο­πτι­κοὺς σταθ­μούς. Πρώ­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐμ­φά­νι­ση τὸ 1971. Ἐ­ξέ­δω­σε 31 βι­βλί­α (ποί­η­ση, πε­ζό, θε­α­τρι­κά), συμ­με­τεῖ­χε σὲ 14 συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ 10 ἀν­θο­λο­γί­ες-λε­ξι­κά, με­τα­φρά­στη­κε σὲ 6 γλῶσ­σες, δη­μο­σί­ευ­σε σὲ 15 ἔν­τυ­πα καὶ 17 ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἰ­στο­σε­λί­δα: www.douatzis.gr



		

	

Ρουμπίνα Γκουγιουμτζιάν: Τὸ ἀγόρι καὶ τὸ σπίτι


Ρου­μπί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν


Τὸ ἀ­γό­ρι καὶ τὸ σπί­τι


 ΣΙΩΠΗ ἄ­νοι­ξε τὸ πρῶ­το συρ­τά­ρι τοῦ κο­μο­δί­νου καὶ γλί­στρη­σε προ­σε­κτι­κὰ στὸ πά­τω­μα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς στὸ δω­μά­τιο. Ἡ πόρ­τα ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὴ καὶ τὸ σπί­τι ἄ­δει­ο. Ὁ κα­θρέ­φτης τοῦ χὸλ ἦ­ταν πα­γω­μέ­νος καὶ βα­ρύς, ὅ­πως καὶ ὁ χρό­νος.

        Κά­θε ὥ­ρα ποὺ περ­νοῦ­σε, λει­τουρ­γοῦ­σε ἄλ­λο ρο­λό­ι στὸ σπί­τι καὶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα στα­μα­τοῦ­σαν. Ὁ χρό­νος δὲν εἶ­χε πο­τὲ τὴ σω­στὴ ἀ­κο­λου­θί­α. Μπο­ρεῖ τὴ μιὰ στιγ­μὴ νὰ ἦ­ταν νύ­χτα καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη με­ση­μέ­ρι. Ἄλ­λες φορές, οἱ ἐναλλαγές ἦταν πιὸ ὀμαλὲς καὶ ὅλα ἔδειχναν φυσιολογικά. Σὲ κάποια δωμά­τια ἦταν καλοκαίρι, σὲ ἄλλα χειμώνας. Σὲ κάποια ἔνιωθες τὴ νοσταλγία τοῦ φθινοπώρου, σὲ ἄλλα τὴ διαύγεια τῆς ἄνοιξης. Κανείς, ὅμως, δὲν βρισκόταν ἐκεῖ νὰ παρατηρήσει τὰ παράδοξα γεγονότα.

        Στὸ πρῶ­το πά­τω­μα ὑ­πῆρ­χε ἕ­να δω­μά­τιο μὲ βι­βλί­α καὶ μπερ­δε­μέ­νες ση­μει­ώ­σεις. Σὲ ὅ­λους τοὺς τοί­χους ὑ­ψώ­νον­ταν βι­βλι­ο­θῆ­κες. Στὸ κέν­τρο τοῦ δω­μα­τί­ου βα­σί­λευ­ε ἕ­να χά­ος ἀ­πὸ στοῖ­βες βι­βλί­ων, ζω­γρα­φι­ές, ση­μει­ώ­σεις καὶ σχέ­δια, καὶ στὴν κο­ρυ­φὴ τῆς ὑ­ψη­λό­τε­ρης στοί­βας, μιὰ ὑ­δρό­γει­ος σφαί­ρα ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη εὐ­λα­βι­κὰ ἀ­πέ­πνε­ε ἕ­να μυ­στη­ρι­ώ­δη σε­βα­σμό. Τὸ δω­μά­τιο αὐ­τὸ ἦ­ταν τὸ ση­μαν­τι­κό­τε­ρο δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ, για­τί ἦ­ταν τὸ μό­νο ση­μα­δε­μέ­νο ἀ­πὸ κά­ποι­α πα­ρου­σί­α.

       Ξαφ­νι­κά, ἡ σι­ω­πή, μὲ ἕ­να ἀ­δι­ό­ρα­το προ­αί­σθη­μα, γλί­στρη­σε πί­σω, κα­τέ­βη­κε τὶς σκά­λες καὶ γύ­ρι­σε στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἀ­π’ τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε βγεῖ. Σύρ­θη­κε πρὸς τὸ κο­μο­δί­νο καὶ μπῆ­κε πά­λι μέ­σα στὸ πρῶ­το συρ­τά­ρι, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­κλει­σε ἁ­πα­λά. Τό­τε, ἀ­κού­στη­κε ἕ­να τρί­ξι­μο καὶ ἡ ἐ­ξώ­πορ­τα ἄ­νοι­ξε ἀ­πό­το­μα. Ἕ­να μι­κρὸ ἀ­γο­ρά­κι, ποὺ ὅ­λη αὐ­τὴ τὴν ὥ­ρα ἔ­παι­ζε στὸν κῆ­πο, μπῆ­κε μέ­σα λα­χα­νι­α­σμέ­νο καὶ κοι­τά­χτη­κε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ στὸν πα­γω­μέ­νο κα­θρέ­φτη. Ὕ­στε­ρα ἔ­τρε­ξε πά­νω καὶ κλεί­στη­κε στὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ βι­βλί­α.

       Ὁ κα­θρέ­φτης ξε­πά­γω­σε γιὰ λί­γο καὶ ξα­να­πά­γω­σε πο­λὺ γρή­γο­ρα. Στὸ δω­μά­τιο, τὸ ἀ­γό­ρι ἅρ­πα­ξε τὴν ὑ­δρό­γει­ο καὶ ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει καὶ νὰ ση­μει­ώ­νει πε­ρι­ο­χὲς ἐ­πά­νω της μὲ μο­λύ­βι. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε νὰ γρά­φει τὶς ἀ­κα­τα­νό­η­τες ση­μει­ώ­σεις του μὲ ἕ­να μυ­στή­ριο χα­μό­γε­λο στὰ χεί­λη. Κι αὐ­τὸ συ­νέ­χι­σε νὰ τὸ κά­νει δί­χως νὰ προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ὁ χρό­νος ποὺ περ­νοῦ­σε, εἴ­τε εἶ­χε σκο­τά­δι εἴ­τε φῶς, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ποὺ ἔ­βγαι­νε στὸν κῆ­πο νὰ παί­ξει. Καὶ τὰ σκόρ­πια ἀν­τι­κεί­με­να ἄλ­λα­ξαν πολ­λὲς φο­ρὲς θέ­ση μέ­σα στὸ δω­μά­τιο, ἐ­νῶ πολ­λοὶ ἀ­πὸ ἐ­μᾶς πά­νω στὴν ὑ­δρό­γει­ο ἴ­σως ἀ­να­ρω­τη­θή­κα­με τί συμ­βαί­νει ἐ­κεῖ ἔ­ξω καὶ ἂν ὑ­πάρ­χει Θε­ός.



Πη­γή: Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν, ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή καὶ ἄλ­λα μι­κρὰ ­φη­γή­μα­τα, Κα­λύ­βια Ἀτ­τι­κῆς, 2019, σελ. 45-46.

Ρουμ­πί­να Γκου­γι­ουμ­τζιάν (Γι­ε­ρε­βὰν τῆς Ἀρ­με­νί­ας, 1989). Ζεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α. Σπού­δα­σε στὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ὀ­δον­τί­α­τρος καὶ γρά­φει μι­κρὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Πά­νω ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα (αὐ­το­έκ­δο­ση), τὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­λα­βε Βρα­βεῖ­ο Ὑ­περ­βα­τι­κοῦ Μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὸ 22ο Πα­νελ­λή­νιο Συμ­πό­σιο Ποί­η­σης καὶ Πε­ζο­γρα­φί­ας. Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ στὸ Ἡ­με­ρο­λό­γιο τῆς Γρα­φῆς, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὠ­ρί­ω­νας γιὰ τὸ ἔ­τος 2017. Τὸ Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ δὲν εἶ­χε δεῖ πο­τὲ τὴ βρο­χή εἶ­ναι ἡ πρώ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των ποὺ δη­μο­σι­εύ­ει.


Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Ὁ Θάνατος



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Ὁ Θάνατος

(καὶ ἡ ἀ­γά­πη γιὰ τὴ ζω­ή)


ΝΑΣ ΚΙΝΕΖΟΣ μαν­δα­ρί­νος πρό­τει­νε κά­πο­τε στὸν κυ­βερ­νή­τη μιᾶς ἐ­παρ­χί­ας ἕ­να μέ­τρο ποὺ δὲν ἄρ­γη­σε νὰ υἱ­ο­θε­τη­θεῖ. Τὴν ὥ­ρα ποὺ τὸ θύ­μα ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ κε­φά­λι στὸ κού­τσου­ρο γιὰ νὰ μπο­ρέ­σει ὁ δή­μιος νὰ τὸ ἀ­πο­κό­ψει, ἔ­φτα­νε καλ­πά­ζον­τας ἕ­νας πλου­μι­σμέ­νος ἱπ­πέ­ας καὶ φώ­να­ζε: «Στα­μα­τῆ­στε! Ὁ Ἄρ­χον­τας ἔ­δω­σε χά­ρη στὸν κα­τα­δι­κα­σμέ­νο.» Ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ τῆς ὑ­πέρ­τα­της εὐ­φο­ρί­ας ὁ δή­μιος ἔ­κο­βε τὸ κε­φά­λι τοῦ εὐ­τυ­χι­σμέ­νου θνη­τοῦ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 339.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.



		

	

Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel): Μιὰ ἱστορία καθὼς πρέπει


Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel)


Μιὰ ἱ­στο­ρί­α κα­θὼς πρέ­πει

(Una historia decente)

(1/2)


 ΚΑΡΜΕΝΘΙΤΑ ἦ­ταν πο­λὺ πει­θή­νια. Ἡ ἀ­θω­ό­τη­τα τῆς Καρ­μεν­θί­τα ἦ­ταν πα­ροι­μι­ώ­δης. Ἡ μη­τέ­ρα της ἐ­πα­γρυ­πνοῦ­σε γιὰ αὐ­τὴν νύ­χτα καὶ μέ­ρα καὶ ἔ­βα­ζε ἕ­να τεῖ­χος προ­στα­σί­ας ἀ­νά­με­σα στὴν κό­ρη της καὶ στὰ τε­χνά­σμα­τα τοῦ κό­σμου.

Ἡ μη­τέ­ρα, μὲ τὸ ποὺ ἔ­γι­νε ἡ Καρ­μεν­θί­τα δώ­δε­κα χρο­νῶν, φαί­νον­ταν πο­λὺ ἀ­νή­συ­χη. «Τὴν μέ­ρα ποὺ θὰ ἔ­χει πε­ρί­ο­δο ἡ κό­ρη μου γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ —σκε­φτό­ταν— ἀν­τί­ο στὴν χρυ­σή της ἀ­θω­ό­τη­τα.» Ὅ­μως κα­τά­φε­ρε νὰ λύ­σει τὸ πρό­βλη­μα. Ὅ­ταν εἶ­δε τὴν κό­ρη της νὰ χλο­μιά­ζει γιὰ πρώ­τη φο­ρά, ἔ­τρε­ξε στοὺς δρό­μους σὰν τρε­λὴ καὶ γύ­ρι­σε σύν­το­μα μὲ ἕ­να με­γά­λο μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. «Πά­ρε κό­ρη μου, πά­ρε, τώ­ρα ἀρ­χί­ζεις νὰ γί­νε­σαι γυ­ναί­κα.» Καὶ ἡ Καρ­μεν­θί­τα, ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη μὲ ἐ­κεῖ­να τὰ ὑ­πέ­ρο­χα κόκ­κι­να λου­λού­δια, ξέ­χα­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση. Ὅ­λους τους μῆ­νες, δώ­δε­κα φο­ρὲς τὸν χρό­νο, κα­τὰ τὴν διά­ρκεια πολ­λῶν χρό­νων, ἡ Καρ­μεν­θί­τα πα­ρέ­με­νε ἔ­τσι ἐ­ξα­πα­τη­μέ­νη καὶ ἀ­λη­θι­νὰ προ­φυ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ κα­κό. Μὲ τοὺς μαύ­ρους κύ­κλους γιὰ προ­άγ­γε­λο κά­θε 30 τοῦ μή­να, ἡ μά­να της τῆς ἔ­βα­ζε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια στὸ χέ­ρι.

        Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ἔ­κλει­σε τὰ σα­ράν­τα. Ἡ μά­να της, γριὰ πιά, ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σε νὰ τὴν φω­νά­ζει Καρ­μεν­θί­τα, ἀλ­λὰ ὅ­λοι τὴν ἀ­πο­κα­λοῦ­σαν Δό­νια Καρ­μέ­λα. Σὲ ἐ­κεί­νη τὴν ἡ­λι­κί­α, ἔ­φτα­σε ἕ­νας μή­νας ποὺ ἡ Καρ­μεν­θί­τα δὲν εἶ­χε μαύ­ρους κύ­κλους, τό­τε ἡ μη­τέ­ρα της, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το ἄ­σπρα λου­λού­δια. «Πά­ρε, κό­ρη μου, εἶ­ναι τὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπου­κέ­το ποὺ σοῦ προ­σφέ­ρω, ἔ­χεις στα­μα­τή­σει ἤ­δη νὰ εἶ­σαι γυ­ναί­κα.» Ἡ Καρ­μεν­θί­τα ξε­ση­κώ­θη­κε. «Μά, μα­μά, οὔ­τε κὰν τὸ κα­τά­λα­βα ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξα.» Σὲ αὐ­τὸ ἀ­πάν­τη­σε ἡ μη­τέ­ρα: «Τό­σο τὸ χει­ρό­τε­ρο γιὰ ἐ­σέ­να κό­ρη μου.» Ἐ­κεῖ­νο τὸ λευ­κὸ μπου­κέ­το, μα­ρα­μέ­νο πιά, μα­δη­μέ­νο, δι­α­λυ­μέ­νο, ξε­ρό, ἦ­ταν τὸ μπου­κέ­το ποὺ ἔ­βα­λαν στὸ φέ­ρε­τρο τῆς Καρ­μεν­θί­τα.


Μιὰ μὴ κα­θὼς πρέ­πει ἱ­στο­ρί­α

(Historia indecente)

(2/2)


ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΚΙΤΑ, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε τὴν κρί­σι­μη ἠ­λι­κί­α, ἡ μη­τέ­ρα της ἤ­θε­λε νὰ κά­νει τὸ ἴ­διο ποὺ ἔ­κα­νε ἡ μά­να τῆς Καρ­μεν­θί­τα, καὶ ὅ­ταν τὴν εἶ­δε νὰ γί­νε­ται χλω­μὴ καὶ νὰ ἔ­χει μαύ­ρους κύ­κλους, τῆς χά­ρι­σε ἕ­να μπου­κέ­το κόκ­κι­να λου­λού­δια. Ὅ­μως ἡ Μα­ρι­κί­τα ἦ­ταν πο­λὺ πιὸ ξε­δι­άν­τρο­πη ἀ­πὸ τὴν Καρ­μεν­θί­τα. Ἅρ­πα­ξε τὸ μπου­κέ­το, ἄ­νοι­ξε τὸ πα­ρά­θυ­ρο, πέ­τα­ξε τὰ λου­λού­δια καὶ ξε­κί­νη­σε νὰ ἔ­χει ἔμ­μη­νο ρή­ση.



Πη­γή: Antología del microrrelato español (1906-2011), el cuatro género narativo, Catedra Letras Hispánicas, 2013.

Λουῒς Μπουνιουέλ (Luis Buñuel) (Ἱ­σπα­νί­α 1900-Με­ξι­κὸ 1983). Γεν­νή­θη­κε στὴν Κα­λάν­τα (Calanda) τῆς Ἱ­σπα­νί­ας, κον­τὰ στὴν ἐ­παρ­χί­α τῆς Ἀ­ρα­γώ­νας, τὸ 1900.Ἦ­ταν γό­νος εὔ­πο­ρης οἰ­κο­γέ­νειας καὶ ἀ­να­τρά­φη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρα αὐ­στη­ρά. Τὴν πε­ρί­ο­δο 1917-1924 σπού­δα­σε στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Μα­δρί­της ὅ­που γνω­ρί­στη­κε —με­τα­ξὺ ἄλ­λων Ἱ­σπα­νῶν καλ­λι­τε­χνών— μὲ τὸν ζω­γρά­φο Σαλ­βα­δὸρ Ντα­λὶ κα­θὼς καὶ μὲ τὸν ποι­η­τὴ Φε­δε­ρί­κο Γκαρ­θί­α Λόρ­κα, μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους συν­δέ­θη­κε φι­λι­κά. Με­τὰ τὶς σπου­δές του ξε­κί­νη­σε νὰ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς βο­η­θὸς σκη­νο­θέ­τη στὸ Πα­ρί­σι. Ἡ πρώ­τη του προ­σω­πι­κὴ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ ἀ­πό­πει­ρα ἐκ­δη­λώ­θη­κε μὲ τὸν Ἀν­δα­λου­σια­νὸ σκύ­λο, τὸ 1929, μί­α ται­νί­α μι­κροῦ μή­κους, μό­λις 17 λε­πτῶν. Ὡς κι­νη­μα­το­γρα­φι­στὴς θε­ω­ρεῖ­ται πλέ­ον ἀ­να­πό­σπα­στο κομ­μά­τι τῆς παγ­κό­σμιας ἱ­στο­ρί­ας τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου, ὡς συγ­γρα­φέ­ας εἶ­ναι τὸ ἴ­διο τα­λαν­τοῦ­χος καὶ ἀ­πο­λαυ­στι­κός. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἀ­πὸ τὸ συγ­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ καὶ ἐκ­δο­θεῖ ἡ αὐ­το­βι­ο­γρα­φί­α του, Ἡ Τε­λευ­ταί­α μου Πνο­ή­, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ὀ­δυσ­σέ­α­ς, τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2015. Τὸ ἔρ­γο του χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ὅ­πως τὸ δι­α­τυ­πώ­νει ὁ ἴ­διος μι­λών­τας γιὰ τὴν παι­δι­κή του ἡ­λι­κί­α στὴν αὐ­τοβι­ογραφία του, «­ἀ­πὸ ἕ­ναν ἔν­το­νο ἐ­ρω­τι­σμό, ὑ­πο­ταγ­μέ­νο σὲ μιὰ βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη καὶ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α τοῦ θα­νά­του­». Ἐ­κεί­νη τὴν βα­θιὰ θρη­σκευ­τι­κὴ πί­στη θὰ ἀ­πο­δo­μή­σει μὲ κά­θε τρό­πο τό­σο στὸ κι­νη­μα­το­γρα­φι­κό του ἔρ­γο ὅ­σο καὶ στὸ συγ­γρα­φι­κό.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να,1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


 

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός: Οἱ φωνὲς τῆς Σιωπῆς



Κώ­στας Ἀ­ξε­λός


Οἱ φωνὲς τῆς Σιωπῆς

(τὸ τε­χνο-λο­γι­κὸ κι ἐ­σχα­το-λο­γι­κὸ τέ­λος καὶ ἡ νέ­α ἀπ-αρ­χὴ)


ΧΑΛΙΝΑΓΩΓΗΜΕΝΗ ἀ­το­μι­κὴ ἐ­νέρ­γεια ξε­χύ­θη­κε ἐ­πι­τέ­λους ἀ­χα­λί­νω­τη καὶ κα­τέ­στρε­ψε κά­θε ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ὴ στὸν πλα­νή­τη. Μό­νος δι­α­σω­θεὶς ἕ­νας κά­τοι­κος οὐ­ρα­νο­ξύ­στη στὸ Σι­κά­γο. Ἀ­φοῦ ἔ­φα­γε καὶ ἤ­πι­ε ὅ,τι εἶ­χε στὸ ψυ­γεῖ­ο του, δι­ά­βα­σε, εἶ­δε κι ἄ­κου­σε τὴν ἰ­δε­α­τή του βι­βλι­ο­θή­κη, τὸ φαν­τα­στι­κό του μου­σεῖ­ο καὶ τὴν ὑ­παρ­κτή του δι­σκο­θή­κη, ἀ­πελ­πι­σμέ­νος ποὺ ἔ­βλε­πε πὼς δὲν πέ­θαι­νε, ἀ­πο­φα­σί­ζει ν’ αὐ­το­κα­τα­στρα­φεῖ καὶ ρί­χνε­ται ἀ­πὸ τὸν τεσ­σα­ρα­κο­στὸ ὄ­ρο­φο στὸ κε­νό. Τὴ στιγ­μὴ ποὺ περ­νᾶ μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ δι­α­μέ­ρι­σμα τοῦ πρώ­του ὀ­ρό­φου ἀ­κού­ει τὸ τη­λέ­φω­νο ποὺ κα­λεῖ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἑ­νό­τη­τα «Φι­λο-σο­φι­κὰ Ἀν-έκ­δο­τα», περ. Ἡ λέ­ξη, τχ. 34, Μά­ϊ­ος 1984, σελ. 339.

Κώ­στας Ἀ­ξε­λός (1924-2010). Γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να. Πα­ράλ­λη­λα μὲ τὶς ἑλ­λη­νι­κὲς γυ­μνα­σια­κές του σπου­δὲς πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὸ Γαλ­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Ἀ­θη­νῶν καὶ στὴ Γερ­μα­νι­κὴ Σχο­λή. Γρά­φτη­κε στὴ Νο­μι­κή, ἀλ­λὰ ὁ πό­λε­μος τὸν ἔ­στρε­ψε πρὸς τὴν πο­λι­τι­κή: κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς γερ­μα­νο-ι­τα­λι­κῆς κα­το­χῆς πῆ­ρε ἐ­νερ­γὸ μέ­ρος στὴν Ἀν­τί­στα­ση ὡς ὀρ­γα­νω­τής, δη­μο­σι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρη­τι­κὸς τοῦ κομ­μου­νι­στι­κοῦ κι­νή­μα­τος (1941-1945). Τὸ ΚΚΕ τὸν δι­έ­γρα­ψε ἀ­πὸ τὶς τά­ξεις του καὶ ἕ­να κυ­βερ­νη­τι­κὸ στρα­το­δι­κεῖ­ο τὸν κα­τα­δί­κα­σε σὲ θά­να­το. Στὸ Πα­ρί­σι κα­τέ­φυ­γε στὰ τέ­λη τοῦ 1945, ἐ­πι­βι­βα­ζό­με­νος στὸ πλοῖ­ο Μα­τα­ρό­α, μὲ τὴ συν­δρο­μὴ τοῦ δι­ευ­θυν­τῆ τοῦ Γαλ­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Octave Merlier. Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὴ Σορ­βόν­νη, ὅ­που ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὶς δύ­ο δι­δα­κτο­ρι­κές του δι­α­τρι­βές («Ὁ Μὰρξ στο­χα­στὴς τῆς τε­χνι­κῆς» καὶ «Ὁ Ἠ­ρά­κλει­τος καὶ ἡ φι­λο­σο­φί­α»). Ὑ­πῆρ­ξε συ­νερ­γά­της καὶ ἀρ­γό­τε­ρα δι­ευ­θυν­τὴς σύν­τα­ξης τῆς ἐ­πι­θε­ώ­ρη­σης Arguments (1956-1962, ἐκδ. Minuit), ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα με­τέ­φρα­σε στὰ γαλ­λι­κὰ ἔρ­γα τῶν Χά­ιν­τεγ­κερ καὶ Λού­κατς. Τὸν Μάρ­τιο τοῦ 2009, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς τε­λευ­ταί­ας του ἐ­πί­σκε­ψης στὴν Ἑλ­λά­δα, ἀ­να­γο­ρεύ­θη­κε ἐ­πί­τι­μος δι­δά­κτο­ρας τοῦ ΑΠΘ. Πέ­θα­νε στὸ Πα­ρί­σι στὶς 4 Φε­βρου­α­ρί­ου 2010 σὲ ἡ­λι­κί­α 85 ἐ­τῶν. Δη­μο­σί­ευ­σε (ἑλ­λη­νι­κὰ στὴν ἀρ­χὴ καὶ ἀ­κο­λού­θως γαλ­λι­κὰ κα­τὰ κύ­ριο λό­γο, ἀλ­λὰ καὶ γερ­μα­νι­κά) σει­ρὰ βι­βλί­ων ποὺ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δε­κα­έ­ξι γλῶσ­σες.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Θω­μᾶς Σκάσ­σης (Ἀ­θή­να, 1953). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε με­τα­πτυ­χια­κὰ στὸ University College τοῦ Λον­δί­νου. Ἄ­σκη­σε τὸ ἐ­πάγ­γελ­μα τοῦ δι­κη­γό­ρου ἐ­πὶ 20 χρό­νια. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων καὶ πρό­ε­δρος τοῦ Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Κέν­τρου Με­τά­φρα­σης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Γιὰ τὴ με­τά­φρα­ση τοῦ Τρὰμ τοῦ Claude Simon τι­μή­θη­κε μὲ τὸ Κρα­τι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Με­τά­φρα­σης τὸ 2004. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα τῶν Henri Troyat, Don DeLillo, Graham Swift, Martin Winckler, Jean-Marie Laclavetine, Francois Salvaing, Claude Simon, κ.ἄ.



		

	

Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna): Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους



Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna)


Ὁ κα­τα­δι­κα­σμέ­νος σὲ δέ­κα θα­νά­τους

(El sentenciado a diez muertes)


ΚΕΙΝΟΣ ὁ πε­ρι­πλα­νώ­με­νος ἄν­τρας ποὺ εἶ­χε γυ­ρί­σει ὅ­λη τὴν γῆ, ἐ­πέ­στρε­ψε μιὰ μέ­ρα στὴν πό­λη του. Ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α τὸν ρώ­τη­σε πὼς τὸν ἔ­λε­γαν, ἀλ­λὰ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του, ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος μὲ ὅ­λα τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἄ­ξι­ζαν τὴν προ­σο­χή του, αὐ­τὸ τὸ εἶ­χε ξε­χά­σει. Ἔ­τσι τὸν ἔ­βα­λαν στὴν φυ­λα­κή, τὸν τύ­λι­ξαν σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ καὶ ἀ­φοῦ ὁ­λο­κλη­ρώ­θη­καν ὅ­λες οἱ δι­α­δι­κα­σί­ες, τὸν κα­τα­δί­κα­σαν δέ­κα φο­ρὲς σὲ θά­να­το γιὰ δέ­κα ἀ­νε­ξι­χνί­α­στα ἐγ­κλή­μα­τα, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν εἶ­χαν βρεῖ τὸν δρά­στη καὶ τὸν σκό­τω­σαν μό­νο μιὰ φο­ρά, δι­ό­τι δὲν γι­νό­ταν ἀλ­λι­ῶς, ἀλ­λὰ μὲ τρό­πο ὁ­ρι­στι­κό. Αὐ­τός, ὁ κα­κό­μοι­ρος ἄν­τρας ποὺ δὲν εἶ­χε δι­α­πρά­ξει κα­νέ­να ἀ­πὸ τὰ ἐγ­κλή­μα­τα ποὺ τοῦ ἀ­πέ­δι­δαν, μέ­χρι ποὺ με­τα­νό­η­σε στὸ τέ­λος.

       Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀ­να­κου­φί­στη­κε δι­ό­τι, ὄ­χι μό­νο εἶ­χε σκο­τώ­σει τὸν δύ­στυ­χο κα­λὸ ἄν­τρα «ποὺ δὲν θυ­μό­ταν τὸ ὄ­νο­μά του» ἀλ­λὰ εἶ­χε φέ­ρει εἰς πέ­ρας τὴν δι­α­λεύ­καν­ση ἐ­κεί­νων τῶν ἐγ­κλη­μά­των ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μεί­νουν ἀ­τι­μώ­ρη­τα, ἔχοντας ἐ­πί­σης δι­και­ώ­σει τὸ ἀ­ξί­ω­μά της «Ἡ Δι­και­ο­σύ­νη ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θρι­αμ­βεύ­ει».



Πη­γή: Antologia del microrrelato espanol (1906-2011), el cuatro genero narativo, Catedra Letras Hispanicas, 2013.

Ρα­μὸν Γκό­μεθ ντὲ λὰ Σέρ­να (Ramón Gómez de la Serna) γεν­νή­θη­κε τὸ 1888 στὴ Μα­δρί­τη καὶ πέ­θα­νε τὸ 1963 στὸ Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες. Συ­νέ­γρα­ψε πά­νω ἀ­πὸ 100 βι­βλί­α: μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια, βι­ο­γρα­φί­ες καὶ θε­α­τρι­κά. Πα­ρ’ ὅ­λ’ αὐ­τά, ξε­χώ­ρι­σε καὶ κα­τα­γρά­φη­κε στὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς παγ­κό­σμιας λο­γο­τε­χνί­ας ὡς ὁ δη­μι­ουρ­γὸς τῆς γκρεγ­κε­ρί­ας (λο­γο­τε­χνι­κὸ εἶ­δος δι­κῆς του ἐ­πι­νό­η­σης ποὺ συν­δυά­ζει τὴν με­τα­φο­ρὰ μὲ τὸ χι­οῦ­μορ) καὶ ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ ἐ­ξε­ζη­τη­μέ­νου τρό­που ζω­ῆς του, ὅ­πως γιὰ πα­ρά­δειγ­μα τῆς προ­σω­πι­κῆς σχέ­σης ποὺ δι­α­τη­ροῦ­σε μὲ μιὰ κέ­ρι­νη κού­κλα ποὺ ἀ­γό­ρα­σε καὶ ἔ­φε­ρε ἀ­πὸ τὸ Πα­ρί­σι.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.



		

	

Περικλῆς Σφυρίδης: Στὴ σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων


Περικλῆς Σφυρίδης


Στὴ σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων


Στὸν γιό μου Ἀν­τρέα

ΕΚΑΕΤΙΑ τοῦ 1970, με­τὰ τὴ Χούν­τα, στὴ Σκή­τη τῶν Δα­νι­ηλαί­ων στὸ Ἅ­γιον Ὅρος. Γλυ­κὸ ἀ­πό­γευ­μα Αὐ­γού­στου με­τὰ τὸν ἑ­σπε­ρι­νό. Πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα τὸν ἡ­γού­με­νο, τὸν γέ­ρον­τα Μόδε­στο πού, σπρώ­χνον­τας ἕ­να ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι, πή­γαι­νε βόλ­τα τὸν πα­τέ­ρα Νή­φω­να, ὁ ὁ­ποῖ­ος εἶ­χε πά­θει συμ­φό­ρη­ση. Πα­ρό­τι ἡ Σκή­τη εἶ­ναι ψη­λὰ καὶ ἕ­να χα­ϊ­δευ­τι­κὸ ἀ­ε­ρά­κι δρό­σιζε κά­πως τὸ πρό­σω­πό μου, ἡ ζέ­στη εἶ­ναι ἀ­κό­μα βα­σα­νι­στι­κή. Ὁ γέ­ρον­τας ὁ­δή­γη­σε τὸ κα­ρο­τσά­κι στὴ σκιὰ μιᾶς δα­σύ­φυλ­λης μου­ριᾶς. Ὁ Νή­φων εἶ­χε γερ­μέ­νο τὸ κε­φά­λι του πλά­για, κά­θι­δρος, μὲ τὰ σά­λια του νὰ τρέ­χουν, τὸ βλέμ­μα ἀ­πλα­νές, σὰν νὰ κοί­τα­ζε τὸ ἐ­που­ρά­νιο ἄ­πει­ρο. Ὁ γέ­ρον­τας ἔ­βγα­λε ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη του μιὰ βρε­μέ­νη μι­κρὴ πε­τσέ­τα, τὸν σκού­πι­σε εὐ­λα­βι­κά, τὸν κα­θά­ρι­σε. Ὕ­στε­ρα ἔ­σκυ­ψε καὶ φί­λη­σε τὸ μέ­τω­πο τοῦ Νή­φω­να κι ἄρ­χι­σε νὰ τοῦ μι­λά­ει. Ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια πλη­σί­α­σα στὴ μου­ριὰ ν’ ἀ­κού­σω. Στά­θη­κα λί­γο ἀ­πό­μα­κρα, ὁ γέ­ρον­τας τσέ­βδι­ζε, τὸ μό­νο ποὺ ἔ­πι­α­σα ἦ­ταν ἕ­να «Συγ­χώ­ρα με, ἀ­δελ­φέ μου…»

        Τὴ Σκή­τη αὐ­τὴ ἵ­δρυ­σε τὸ 1881 ὁ γέ­ρων Δα­νι­ὴλ Κα­του­νακι­ώ­της. Ἡ κα­τα­γω­γή του ἦ­ταν ἀ­πὸ τὴ Σμύρ­νη. Εἶ­χε πα­ρα­γιὸ τὸν πα­τέ­ρα Γε­ρόν­τιο ἀ­πὸ τὸ Ἀ­ϊ­βα­λί. Ὅταν κοι­μή­θη­κε τὸ 1929, ἡ­γού­με­νος ἔ­γι­νε ὁ Γε­ρόν­τιος. Ἀ­πέ­κτη­σε δύ­ο ὑ­πο­τα­κτι­κούς: Τὸν ἱ­ε­ρο­μό­να­χο πα­τέ­ρα Νήφω­να, Κρη­τι­κὸ ἀ­πὸ τὰ Χα­νιά, καὶ τὸν πα­τέ­ρα Μό­δε­στο ἀ­πὸ τὴν Ἀτ­τά­λεια, Μι­κρα­σιά­τη. Καὶ οἱ δύ­ο πῆ­γαν ἔ­φη­βοι στὴ Σκή­τη, ὅ­που ὁ Γε­ρόν­τιος τοὺς δί­δα­ξε τὴν τέ­χνη τῆς ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας βυ­ζαν­τι­νῶν εἰ­κό­νων. Ἑ­πτὰ χρό­νια με­γα­λύ­τε­ρος ἦ­ταν στὴν ἡ­λι­κί­α ὁ Νή­φω­νας ἀ­πὸ τὸν Μόδε­στο καὶ —ὅ­πως ἔ­λε­γαν— πιὸ μορ­φω­μέ­νος. Ὁ μό­νος ποὺ στὴν ἁ­γι­ο­γρα­φί­α χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε λά­δια κι ὄ­χι αὐ­γο­τέμ­πε­ρες. Τα­πει­νὸς ὁ Μό­δε­στος, χα­μη­λό­φω­νος καὶ ὀ­λί­γον τσε­βδός, γι’ αὐ­τὸ τὸ δι­α­κό­νη­μά του ἦ­ταν μά­γει­ρας στὴν κου­ζί­να. Ἀρ­γό­τε­ρα στὴ συ­νο­δεί­α προ­στέ­θη­καν καὶ τέσ­σε­ρις νέ­οι ἀ­πὸ τὸ Παγ­γαῖ­ο τῆς Κα­βά­λας, παι­διὰ ἀ­κό­μα πές, οἱ πα­τέ­ρες Δα­νι­ήλ, Ἀ­κά­κιος καὶ Γρη­γό­ριος μὲ τὸν ἐν ζω­ῇ μι­κρὸ ἀ­δελ­φό του Στέ­φα­νο. Ἐ­ξε­λί­χτη­καν σὲ σπου­δαί­ους ἁ­γι­ο­γρά­φους καὶ ψαλ­τά­δες· φη­μι­σμέ­νοι σ’ ὅ­λη τὴ μο­να­στι­κὴ κοι­νό­τη­τα καὶ ἐ­κτὸς αὐ­τῆς. Ἔ­τσι με­γά­λω­σε ἡ Σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων, μα­κρου­λὴ ὡς κτή­ριο, μὲ τὸ κα­θο­λι­κὸ στὴ μέ­ση νὰ τὴ χω­ρί­ζει στὰ δύ­ο, καὶ τὸ ἐρ­γα­στή­ριο ἁ­γι­ο­γρα­φί­ας τους, ποὺ ἔ­βλε­πε ἀ­πὸ ψη­λὰ τὸ Αἰ­γαῖ­ο, εἶ­ναι ἴ­σως τὸ ὡ­ραι­ό­τε­ρο ἀ­τε­λι­ὲ ζω­γρα­φι­κῆς ποὺ ἔ­χω δεῖ.

        Τὸ 1973, ποὺ ἐ­κοι­μή­θη ὁ γέ­ρων Γε­ρόν­τιος, ὅ­λοι πί­στευ­αν ὅ­τι θὰ ἔ­χρι­ζε ἡ­γού­με­νο τὸν Νή­φω­να, ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νος προ­τί­μη­σε τὸν Μό­δε­στο. Ὁ Νή­φων ἔ­πνι­ξε τὴ λύ­πη ἐν­τός του, μὰ ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κὸ τὸν ἄ­φη­σε ἀ­νά­πη­ρο σὲ ἀ­φα­σί­α. Ὁ ἡ­γού­με­νος πλέ­ον Μό­δε­στος πα­ρέ­δω­σε τὴν δι­α­χεί­ρι­ση τῆς Σκή­της στὸν πα­τέ­ρα Γρη­γό­ριο καί, χω­ρὶς νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὸ δι­α­κό­νη­μά του στὴν κου­ζί­να, ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε στὸν Νήφω­να· τὸν ἔπλε­νε, τὸν κα­θά­ρι­ζε, τὸν τά­ϊ­ζε, τοῦ δι­ά­βα­ζε Πη­δά­λιο, τὸν Μι­κρὸ Εὐ­ερ­γε­τι­νό, βι­ο­γρα­φί­ες ἁ­γί­ων καὶ συγ­γράμ­μα­τα πα­τέ­ρων τοῦ Ἁ­γί­ου Ὅ­ρους, ἐ­νῶ, φαν­τά­ζο­μαι, δὲν ἤ­ξε­ρε ἂν ὁ Νή­φω­νας τὸν ἄκουε ἤ κα­τα­λά­βαι­νε. Προ­σευ­χό­ταν πάν­τως ν’ ἀ­κού­ει καὶ νὰ κα­τα­λα­βαί­νει – μᾶλ­λον τὸ πί­στευ­ε. Καὶ κά­θε μέ­ρα, πρω­ῒ κι ἀ­πό­γευ­μα, ὅ­ταν ὁ και­ρὸς ἦ­ταν κα­λός, τὸν ἔ­βα­ζε στὸ ἀ­να­πη­ρι­κὸ κα­ρο­τσά­κι καὶ τὸν σερ­γι­α­νοῦ­σε στὸ μο­να­στή­ρι. Τὸν πή­γαι­νε στὴ σκιὰ ἑ­νὸς με­γά­λου δέν­τρου, μου­ριὰ θαρ­ρῶ πὼς ἦ­ταν, κι ἄλ­λο­τε κά­τω ἀ­πὸ τὴ σκι­ε­ρὴ πέρ­γου­λα τῆς κλη­μα­τα­ριᾶς τοῦ κή­που. Κα­λο­καί­ρι ἦ­ταν καὶ κά­θε τό­σο τοῦ σκού­πι­ζε τὸν ἵ­δρω­τα μ’ ἕ­να λευ­κὸ προ­σόψι. Ὕ­στε­ρα, ὅ­ταν δρο­σι­ζό­ταν ὁ ἄρ­ρω­στος, τοῦ ψι­θύ­ρι­ζε πάν­τα κά­τι στ’ αὐ­τί, σι­γὰ κι εὐ­λα­βι­κά, καὶ τὸν πή­γαι­νε πά­λι στὸ κε­λί του. Ἀ­να­ρω­τι­ό­μουν τί νὰ τοῦ ἔ­λε­γε ἄ­ρα­γε. Κά­πο­τε ἡ πε­ρι­έρ­γεια ὑ­περ­νί­κη­σε τὸν δι­σταγ­μό μου κι ἀ­θό­ρυ­βα στά­θη­κα πί­σω του ν’ ἀ­κού­σω. «Εὐ­λό­γη­σον», τοῦ ἔ­λε­γε, μό­νο αὐ­τό, πολ­λὲς ὅ­μως φο­ρές. Δὲν ἦ­ταν ὁ συ­νη­θι­σμέ­νος χαι­ρε­τι­σμὸς ποὺ ἀ­κοῦ­με ὅ­λοι στὸ ‘Ἅγιον Ὅ­ρος, «εὐ­λό­γη­σον» ὁ ἕ­νας, «ὁ Κύ­ριος», ὁ ἄλ­λος. Αὐ­τὸ τὸ «εὐ­λό­γη­σον» τοῦ γέ­ρον­τα ἦ­ταν κά­τι πιὸ βα­θὺ· ἔ­βγαι­νε ἀ­πὸ τὰ σπλά­χνα του. Αὐ­τὸ κρά­τη­σε μέ­χρι τὸ 1977 ποὺ ὁ Νή­φω­νας ἐ­κοι­μή­θη κι ὁ ἡ­γού­με­νος ἀ­φο­σι­ώ­θη­κε ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὴν κου­ζί­να του μέ­χρι τὸ 2001, ὅ­ταν κι αὐ­τὸς ἀ­να­παύ­τη­κε.

        Γιατὶ τὰ θυ­μή­θη­κα ὅ­λα αὐ­τὰ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τό­σα χρό­νια; Ἴσως για­τὶ ὁ Βα­σί­λης μ­ε πα­ρό­τρυ­νε νὰ γρά­ψω καὶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α-μπον­ζάϊ γιὰ τὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος. «Γρά­ψε», μοῦ εἶ­πε, «καὶ μα­ζὶ μὲ τὶς ἄλ­λες, τὶς Γι­ορ­τές, θέ­λω νὰ κά­νω ἕ­να ὀ­κτα­σέ­λι­δο. Ἐ­σὺ ἔχεις γυρίσει ὅ­λο τὸ Ἅ­γιον Ὅ­ρος κι ὁ δε­σμός σου μὲ τοὺς Δα­νιηλαί­ους ὑ­πῆρ­ξε μα­κρό­χρο­νος.» «Σω­στά», ἀ­πάν­τη­σα, «για­τί ἀ­γα­πῶ τὴ θρη­σκευ­τι­κή μας πα­ρά­δο­ση, ἀλ­λὰ πι­στὸς σὰν ἐ­σέ­να δὲν ἤ­μουν πο­τέ». «Θὰ βρεῖς ἐ­σύ», ἐ­πέ­με­νε, «τὸν τρό­πο».

        Ἔ­τσι ἀ­πὸ τὸ πη­γά­δι τῆς μνή­μης ἀ­να­δύ­θη­κε τὸ πε­ρι­στα­τι­κὸ αὐ­τὸ ἀ­πὸ τὴ Σκή­τη τῶν Δα­νι­η­λαί­ων. Αὐ­τὴ ἡ «εἰ­κό­να» τῶν δύ­ο γε­ρόν­των, κι ὄ­χι μιὰ μι­κρὴ ἱ­στο­ρί­α, ποὺ συ­νη­θί­σα­με νὰ τὴν ἀ­πο­κα­λοῦ­με «μπον­ζά­ϊ», ὡς μιὰ ἀ­κό­μα ἐ­πιρ­ρο­ή, ὄ­χι ὅ­πως εἴ­θι­σται ἀ­πὸ τὴν Εὐ­ρώ­πη ἢ τὴν Ἀ­με­ρι­κή, ἀλ­λὰ ἀ­κό­μα καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­κρι­νὴ Ἰ­α­πω­νί­α. Κοι­τά­ζον­τας προ­σε­κτι­κὰ τὴν «εἰ­κό­να», συ­νει­δη­το­ποί­η­σα τώ­ρα στὰ γε­ρά­μα­τα, ὅ­τι ἡ συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τοῦ ἡ­γού­με­νου δὲν ὀ­φεί­λον­ταν σὲ τύ­ψεις —τί ἔ­φται­γε αὐ­τὸς γιὰ τὴν ἐ­πι­λο­γὴ τοῦ γέ­ρον­τά τους;— ἀλ­λὰ ἐ­κεῖ­νο τὸ «εὐ­λό­γη­σον» ἦ­ταν ἡ δύ­να­μη τῆς ἀ­γά­πης τοῦ γέ­ρον­τα Μό­δε­στου, σὲ συν­δυα­σμὸ μὲ μί­αν ἄ­κρα τα­πεί­νω­ση. Καὶ σκέ­φτη­κα: μή­πως αὐ­τὸ εἶ­χε δι­αι­σθαν­θεῖ ὁ γέ­ρων Γε­ρόν­τιος καὶ λί­γο πρὶν πε­θά­νει ἔ­κα­νε τὴν ἐ­πι­λο­γή του; Φί­λη­σα τὴν εἰ­κό­να καί, πρὶν τὴν ἐ­να­πο­θέ­σω ξα­νὰ στὸ εἰ­κο­νο­στά­σι τῆς μνή­μης, τὴν ἁ­γι­ο­γρά­φη­σα μὲ τὸν μό­νο τρό­πο ποὺ ἐ­γὼ ἔ­χω μά­θει.



Πηγή: Ἱστορίες «Μπον­ζάϊ», Γιορ­τὲς τοῦ Ἁ­γί­ου Ὄ­ρους, ἐκδ. Ὀκτα­σέ­λι­δο τοῦ Μπι­λιέ­του, 102/2020.

Πε­ρι­κλῆς Σφυ­ρί­δης (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1933). Ποίη­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, δο­κί­μιο, ἀν­θο­λο­γί­α. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς καρ­δι­ο­λό­γος ἕ­ως τὸ 1994. Δι­α­τέ­λε­σε πρό­ε­δρος τοῦ Ἰ­α­τρι­κοῦ Συλ­λό­γου Θεσ­σα­λο­νί­κης ἀ­πὸ τὸ 1975 μέ­χρι τὸ 1981. Συ­νερ­γά­στη­κε στε­νὰ μὲ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Δι­α­γώ­νιος. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Πε­ρι­στά­σεις (Ποι­ή­μα­τα, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1974). Συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση δι­η­γη­μά­των του: Δι­η­γή­μα­τα. 1977-2002. Ἐ­πι­λο­γὴ-εἰ­σα­γω­γή: Ἀ­λέ­ξης Ζή­ρας (ἐκδ. Κα­στα­νι­ώ­της, Ἀ­θή­να, 2005).