Τζί­μης Πα­νού­σης: Ὁ σχι­ζο­φρε­νὴς δο­λο­φό­νος μὲ τὸ μπαμ­πά­κι



Τζί­μης Πα­νού­σης  (Ἀφιέρωμα, 4/6)


Ὁ σχι­ζο­φρε­νὴς δο­λο­φό­νος μὲ τὸ μπαμ­πά­κι


Δῶ­στε μου ἐ­πι­χο­ρή­γη­ση νὰ σπεί­ρω κα­λαμ­πό­κια,
νὰ φτά­σου­νε πο­λὺ ψη­λά, νὰ κρύ­ψου­νε τὰ κλώ­νια
τῆς ‘­βλο­γη­μέ­νης χα­σι­σιᾶς πού ‘ν στὴν πα­ρα­νο­μί­α,
γιὰ νὰ ξο­φλή­σω δά­νεια, νὰ φά­ει κι ἡ ἀ­στυ­νο­μί­α.

ΩΣ ΝΑ ΠΑΝΕ ΚΑΤΩ τὰ μπαμ­πά­κια μὲ τέ­τοι­ες τι­μές; Ἂν τό ‘­ξέ­ρα ὅ­τι θὰ βά­ζω καὶ ἀ­πὸ τὴν τσέ­πη μου τὴν τρύ­πια, θὰ κοί­τα­γα νὰ βρῶ σπό­ρο ὀλ­λαν­δι­κό, νὰ σπεί­ρω χαν­ζα­πλά­στ καὶ τσι­ρό­τα ποὺ τὰ ζη­τά­ει ἡ ἀ­γο­ρὰ ἡ νε­ό­πλου­τη. Στὴν ἀρ­χὴ ἔ­βα­ζα κα­πνά, ποὺ τὰ βρῆ­κα ἀ­πὸ τὸν πα­τέ­ρα μου, ὅ­πως τὰ εἶ­χε βρεῖ κι αὐ­τὸς ἀ­πὸ τὸν παπ­πού του. Με­τά, ἄρ­χι­σε νὰ πέ­φτει ἡ ζή­τη­ση για­τί ὁ κο­σμά­κης ἐ­θί­στη­κε στὸ Marlboro ποὺ ἔ­χει καὶ κά­τι ἄλ­λο μέ­σα ποὺ δὲν τὸ μαρ­τυ­ρᾶ­νε, ὅ­πως δὲν μαρ­τυ­ρᾶ­νε καὶ τὴ συν­τα­γὴ τῆς κό­κα-κό­λα, ποὺ τὴ συ­νή­θι­σε ἡ συ­χω­ρε­μέ­νη ἡ Χρι­στί­να Ὠ­νά­ση για­τὶ στὴν κό­κα, κολ­λᾶς. Σὰν νὰ μὴν ἔ­φτα­νε αὐ­τὸ μὲ τοὺς Ἀ­με­ρι­κά­νους ποὺ βά­ζου­νε ὅ,τι βρί­σκου­νε μέ­σα στὰ τσι­γά­ρα (ἀ­πὸ μέ­λι μέ­χρι πο­τά­σα, καὶ με­τὰ τὰ βρά­ζου­νε), βά­λα­νε καὶ τὶς ταμ­πέ­λες: «Τὸ κά­πνι­σμα βλά­πτει τρο­με­ρὰ τὴν ὑ­γεί­α», μᾶς κά­να­νε τοὺς πε­λά­τες ὑ­πο­ψή­φιους καρ­κι­νο­πα­θεῖς, καὶ τὰ ἔ­σο­δα ἀ­πὸ τὸν κα­πνὸ γί­να­νε κα­πνός. Γιὰ νὰ σοῦ δώ­σω νὰ κα­τα­λά­βεις τὴν προ­πα­γάν­δα τῶν ἐ­πεν­δυ­τῶν τοῦ τέ­ταρ­του Ρά­ιχ, τὶς ἀ­πα­γο­ρεύ­σεις τὶς κολ­λᾶ­νε ὅ­που τους συμ­φέ­ρει. Ξε­ρί­ζω­σα, λοι­πόν, τὰ κα­πνὰ κι ἔ­βα­λα μπαμ­πά­κι ἐ­πι­δο­τού­με­νο. Θά ‘­χω τὸ κε­φά­λι μου ἥ­συ­χο, σκέ­φτη­κα. Ποῦ νὰ φαν­τα­στῶ ὅ­τι θὰ πε­τά­γα­νε τὰ στρώ­μα­τα μὲ τὰ μπαμ­πά­κια καὶ θὰ τὴν ἀ­ρά­ζα­νε πά­νω σε εἰ­σα­γό­με­νους κο­κο­φοί­νι­κες! Με­τά, βγή­κα­νε καὶ οἱ σερ­βι­έ­τες μὲ τὰ πτε­ρύ­για — ἄλ­λο με­γά­λο πλῆγ­μα γιὰ τὸ ἀ­πορ­ρο­φη­τι­κὸ βαμ­βά­κι ποὺ δὲ δι­α­θέ­τει τὴν αἴ­γλη τοῦ πλα­στι­κοῦ. Ἔ­τσι ποὺ πᾶ­με, ἂν δὲ γί­νει πό­λε­μος νὰ ξε­σκαρ­τά­ρου­με, θὰ βά­ζου­με ἐμ­φι­α­λω­μέ­νο νε­ρὸ στὸ κα­ζα­νά­κι τῆς του­α­λέ­τας, ἐ­νῶ ἀ­π’ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν πόρ­τα μας θὰ ψο­φᾶ­νε κα­μιὰ δε­κα­ριὰ ἀ­προ­σάρ­μο­στοι ἀ­πὸ τὴ δί­ψα. «Ἔ­τσι εἶ­ναι ὁ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμὸς» μᾶς εἶ­πε ὁ γε­ω­πό­νος ἀ­πὸ τὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Γε­ωρ­γί­ας ποὺ μᾶς φέρ­νει μὲ τὸ ἀ­ζη­μί­ω­το τὰ δη­λη­τή­ρια τοῦ ὑ­πουρ­γοῦ γιὰ τὸν ἀρ­γὸ θά­να­το τῶν χω­ρα­φι­ῶν. Μπῆ­κα μέ­σα, λοι­πόν, καὶ μὲ τὸ μπαμ­πά­κι, καὶ τώ­ρα σκέ­φτο­μαι, ὅ­πως καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι στὸ χω­ριό, νὰ φυ­τέ­ψω ἄ­σφαλ­το. Θὰ ρί­ξω πίσ­σα, χα­λί­κι, ἄμ­μο, κι ἄ­σ’ τους νὰ κου­ρεύ­ον­ται. Θὰ πά­ω στὴν Ἀ­θή­να καὶ θὰ γί­νω κομ­μώ­τρια. Ποι­ὸς θὰ προ­σέ­ξει ὅ­τι εἶ­μαι ἄν­τρας, ἔ­τσι ποὺ τοὺς ζα­λί­ζει κά­θε βρά­δυ ἡ τη­λε­ό­ρα­ση μὲ τὴν ἡ­ρω­ί­νη τῶν σχο­λεί­ων;

       Σχό­λα­σα, λοι­πόν, πάρ­κα­ρα τὸ τρα­κτὲρ στὸ με­γα­λύ­τε­ρο μπλό­κο —μὴ μοῦ τὸ κλέ­ψου­νε— καὶ κα­τέ­βη­κα στὴν Ἀ­θή­να. Μοῦ λεί­πει, βέ­βαι­α, τὸ κα­φε­νεῖ­ο, ἀλ­λὰ ἔ­μα­θα ὅ­τι ἀ­νοί­γουν ἑ­ξα­κό­σια ἑ­ξήν­τα ἕ­ξι κα­ζί­να στὴν πε­ρι­φέ­ρεια, καὶ ὅ,τι βγά­ζω ἀ­πὸ τὸ ντα­βα­τζι­λί­κι, πά­ω, τοὺς τὰ ἀ­κουμ­πά­ω καὶ ξε­δί­νω. Για­τί τὸ κομ­μω­τή­ριο εἶ­ναι βι­τρί­να, ὅ­πως κα­τα­λά­βα­τε. Δὲν κα­τέ­βη­κα μό­νος μου στὴν πρω­τεύ­ου­σα, δι­ό­τι κά­τι σκαμ­πά­ζω κι ἐ­γὼ ὁ βλά­χος ἀ­πὸ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμό. Ἔ­χω ἕ­ναν ξά­δερ­φο μπά­τσο —μα­κρι­νό, βέ­βαι­α, για­τί ἡ οἰ­κο­γέ­νειά μας εἶ­ναι ἀ­ρι­στε­ρή—, καὶ μοῦ πού­λη­σε τέσ­σε­ρις Βουλ­γά­ρες πα­νε­πι­στη­μια­κοῦ ἐ­πι­πέ­δου μὲ εἰ­δί­κευ­ση στὸ πρω­κτι­κὸ ἄ­νευ προ­φυ­λα­χτι­κού.

       Ἔι­τζ νὰ φά­ν’ κι οἱ κό­τες οἱ παν­τρε­μέ­νες, ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι ζα­λι­σμέ­νες ἀ­πὸ τὶς τσόν­τες καὶ τοὺς ρυθ­μοὺς σύγ­κλι­σης. Ἄλ­λη ζω­ὴ ‘­δῶ στὴν πρω­τεύ­ου­σα! Δὲ σὲ ξέ­ρει κα­νέ­νας, δὲν ξέ­ρεις κα­νέ­ναν. Ἀλ­λά, δό­ξα τῷ Θε­ῶ, τοῦ που­λιοῦ τὸ γά­λα τὸ κερ­δί­ζω, καὶ μὲ τὸ πα­ρα­πά­νω. Τὸ μό­νο ποὺ στε­νο­χω­ρι­έ­μαι, εἶ­ναι ποὺ ὁ γιός μου ὁ μα­λά­κας ἔ­πε­σε στὴν πρέ­ζα, καὶ μό­λις πε­θά­νω, τὸ μπουρ­δέ­λο τὸ κομ­μω­τή­ριο θὰ πά­ει στρά­φι. Εἶ­μαι στὰ πα­ζά­ρια τώ­ρα μὲ ξέ­νους ἐ­πεν­δυ­τὲς νὰ τὸ που­λή­σω, νὰ πά­ω νὰ τσι­μεν­τώ­σω τὴν Ἐλ­βε­τί­α, νά ‘­μαι κον­τὰ καὶ στὸ παι­δί μου ποὺ μπαι­νο­βγαί­νει στὰ νο­σο­κο­μεῖα. Τώ­ρα ποὺ τὸ θυ­μή­θη­κα, ἔ­χω ξε­χά­σει καὶ τὸ τρα­κτὲρ ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βι­ο­καρ­πὲτ ποὺ φτιά­χνει βι­ο­νι­κὰ χα­λιὰ ντί­τζι­ταλ γιὰ ρα­δι­ό­φω­να. Δὲν ἐ­νο­χλεῖ, ὅ­μως, μοῦ ‘­πά­νε. Βα­ρε­θή­κα­νε οἱ πρω­τευ­ου­σιά­νοι τὶς βόλ­τες καὶ κλει­στή­κα­νε γιὰ πάν­τα στὰ σπί­τια τους. Ποῦ νὰ τρέ­χεις τώ­ρα στὶς κω­λο­ε­κλο­γές, ἀ­φοῦ τὰ δεί­χνει ὅ­λα ἡ τη­λε­ό­ρα­ση; Ἔ­χω δεῖ τό­σο πολ­λὲς φο­ρὲς τὸ αὐ­το­κί­νη­τό μου στὶς δι­α­φη­μί­σεις, ποὺ τὸ σι­χά­θη­κα. Θὰ τοῦ βά­λω φω­τιά, θὰ πά­ρω τὴν ἀ­σφά­λεια καὶ θὰ γυ­ρί­σω στὸ χω­ριό. Εἶ­μαι ἀ­κό­μα ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν πρώ­τη μου κα­τσί­κα.



Πη­γή: Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Β΄ ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2005.

[Αὐ­το-ερ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005:]

Τζί­μης Πα­νού­σης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1954, στὶς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὶς 12 τὰ με­σά­νυ­χτα […]. Γρά­φει τρα­γού­δια, βι­βλί­α καὶ κά­νει ἐκ­πομ­πὲς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­πὸ τὸ 1988. Ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ἐν­νέ­α χρό­νων παί­ζον­τας Κα­ραγ­κι­ό­ζη, μὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες φι­γοῦ­ρες ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λα πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα ἱ­δρύ­μα­τος ἀ­προ­σάρ­μο­στων παι­δι­ῶν στὸ Χο­λαρ­γό. Ἔ­χει ἀλ­λερ­γί­α στὸ ὀ­πα­δι­λί­κι ὅ­λων τῶν τύ­πων, ἀ­πὸ κόμ­μα­τα καὶ ὀρ­γα­νώ­σεις μέ­χρι πο­δο­σφαι­ρι­κὲς ὁ­μά­δες καὶ πα­τρί­δες. Σι­χαί­νε­ται τοὺς ἀ­με­ρι­να­νο­τσο­λιά­δες, τοὺς νε­ο­γε­νί­τσα­ρους ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς καὶ τοὺς χρη­μα­τό­δου­λους ἀρ­πα­κο­λα­τζῆ­δες […]. Κομ­πορ­ρη­μο­νεῖ ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε συγ­κι­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ντέρ­μπι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀν­τι­πά­λων Δό­ξας καὶ Χρή­μα­τος (τὸ παί­ζει στάν­ταρ Χί, καὶ μά­λι­στα μη­δὲν μη­δέν). Συμ­πα­γὴς καλ­λι­τέ­χνης βα­ρέ­ων βα­ρῶν, ἔ­χει στὴν πλά­τη του ἕ­να βα­ρὺ ἔμ­φραγ­μα κι ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος (;) μὲ τὴν εὐ­χή: «Νὰ μᾶς ἔ­χει ὁ θε­ὸς γε­ροὺς νὰ μπο­ροῦ­με ν’ ἀρ­ρω­στή­σου­με, δι­ό­τι ἡ ἀρ­ρώ­στια στὸ κα­πά­κι δὲ λέ­ει, εἶ­ναι του­μα­τσί­λα….».

Εἰ­κό­να: Εἰ­κό­να: Πέτρος Ζερβός, ἐφ. Ἐλευθεροτυπία, 15/07/2011.



		

	

Τζί­μης Πα­νού­σης: Πο­νά­ω, ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω



Τζί­μης Πα­νού­σης  (Ἀφιέρωμα, 2/6)


Πονά­ω, ἄ­ρα ὑ­πάρ­χω


ΑΧΝΩ ΝΑ ΒΡΩ μιὰ γριά! Μιὰ συγ­κε­κρι­μέ­νη γριὰ μ’ ἕ­να βά­τρα­χο! Συ­χνά­ζει σὲ πα­ζά­ρι στὰ βά­θη τῆς Ἀ­να­το­λῆς, — Βιρ­μα­νί­α, Τα­ϊ­λάν­δη, Ἀ­να­το­λι­κὸ Τι­μόρ, θὰ σὲ γε­λά­σω καὶ δὲν εἶ­ναι σω­στό, κα­νο­νι­κὰ ἐ­σὺ θὰ πρέ­πει νὰ γε­λᾶς μ’ αὐ­τὰ ποὺ λέ­ω! Τὴν εἶ­δα σὲ δελ­τί­ο εἰ­δή­σε­ων, ἀ­π’ αὐ­τὰ τὰ ἄ­χρη­στα, ποὺ τοὺς ξε­φεύ­γει μί­α στὸ ἑ­κα­τομ­μύ­ριο καὶ κά­τι χρή­σι­μο. Αὐ­τὴ ἡ γριὰ εἶ­ναι ἡ σω­τη­ρί­α μου! Τῆς δί­νεις ἕ­να εὐ­ρὼ καὶ σοῦ βά­ζει τὸν ζων­τα­νὸ βά­τρα­χο στὴ γυ­μνή σου πλά­τη, τὴ βα­τρα­χο­σφουγ­γί­ζει καὶ σοῦ παίρ­νει τὸν πό­νο. Ἡ κοι­λιὰ τοῦ βα­τρά­χου ἔ­χει κά­ποι­α ἀ­ναι­σθη­τι­κὴ οὐ­σί­α, ἔ­χει καὶ ἡ γριὰ μιὰ ἀ­φα­σί­α, νά ὁ συν­δυα­σμὸς ποὺ σκο­τώ­νει τοὺς πό­νους. Χρό­νια πολ­λὰ ὑ­πο­φέ­ρω, ἀ­γά­πη μου, ἀ­πὸ πό­νους στὴν πλά­τη, καὶ σ’ τὸ ἀ­να­φέ­ρω για­τὶ τὰ αἴ­τια εἶ­ναι ψυ­χο­λο­γι­κὰ μὲ κοι­νω­νι­κὲς προ­ε­κτά­σεις. Εἶ­ναι τὸ ἀρ­χέ­γο­νο σύν­δρο­μο τοῦ Ἄ­τλαν­τος. Ὁ γί­γαν­τας δὲν εἶ­χε πρό­βλη­μα νὰ κου­βα­λά­ει ὁ­λά­κε­ρη τὴ Γῆ στὴν πλά­τη του, ἐ­γώ, ὅ­μως, πῶς ν’ ἀν­τέ­ξω τὰ παγ­κό­σμια βά­σα­να ποὺ μα­ζο­χι­στι­κὰ ἔ­χω ἀ­να­λά­βει νὰ κου­βα­λή­σω; Τυ­ραν­νι­κή, οὕ­τως εἰ­πεῖν, ἡ συ­νή­θεια νὰ φορ­τώ­νε­σαι στὴν πλά­τη τὰ βά­σα­να τοῦ κό­σμου καὶ νά ‘ρ­χε­ται ὁ νο­τιᾶς, ὁ γαρ­μπὴς καὶ ὁ που­νέν­τες νὰ σοῦ χώ­νου­νε πυ­ρω­μέ­να καρ­φιὰ στὰ πλευ­ρὰ καὶ στὶς κλει­δώ­σεις. Ὑ­πάρ­χου­νε καὶ χει­ρό­τε­ρα, ὅ­πως τὸ σύν­δρο­μο τῆς σταυ­ρώ­σε­ως τοῦ Σω­τῆ­ρος, ποὺ ἔ­χεις πο­νο­κέ­φα­λο ἐ­κεῖ ποὺ κά­θε­ται τὸ ἀγ­κά­θι­νο στε­φά­νι, ἢ αὐ­χε­νι­κὸ στὸ ὑ­πο­ζύ­γιον πλη­ρω­μῶν τῆς ἀ­πλη­στί­ας τῶν ἀ­φεν­τι­κῶν.



Πη­γή: Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Β΄ ἔκ­δο­ση, Ἀ­θή­να, 2005.

[Αὐ­το-ερ­γο­βι­ο­γρα­φι­κὸ ἀ­πὸ τὴν ἔκ­δο­ση Πού­στευ­ε καὶ μὴ ἐ­ρεύ­να, Ἔκδ. Ὄ­πε­ρα, Ἀ­θή­να, 2005:]

Τζί­μης Πα­νού­σης. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1954, στὶς 12 Φε­βρου­α­ρί­ου, λί­γο πρὶν τὶς 12 τὰ με­σά­νυ­χτα […]. Γρά­φει τρα­γού­δια, βι­βλί­α καὶ κά­νει ἐκ­πομ­πὲς στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἀ­πὸ τὸ 1988. Ξε­κί­νη­σε τὴν κα­ρι­έ­ρα του ἐν­νέ­α χρό­νων παί­ζον­τας Κα­ραγ­κι­ό­ζη, μὲ αὐ­το­σχέ­δι­ες φι­γοῦ­ρες ἀ­πὸ ἐ­ξώ­φυλ­λα πε­ρι­ο­δι­κῶν, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ σύρ­μα­τα ἱ­δρύ­μα­τος ἀ­προ­σάρ­μο­στων παι­δι­ῶν στὸ Χο­λαρ­γό. Ἔ­χει ἀλ­λερ­γί­α στὸ ὀ­πα­δι­λί­κι ὅ­λων τῶν τύ­πων, ἀ­πὸ κόμ­μα­τα καὶ ὀρ­γα­νώ­σεις μέ­χρι πο­δο­σφαι­ρι­κὲς ὁ­μά­δες καὶ πα­τρί­δες. Σι­χαί­νε­ται τοὺς ἀ­με­ρι­να­νο­τσο­λιά­δες, τοὺς νε­ο­γε­νί­τσα­ρους ἐκ­συγ­χρο­νι­στὲς καὶ τοὺς χρη­μα­τό­δου­λους ἀρ­πα­κο­λα­τζῆ­δες […]. Κομ­πορ­ρη­μο­νεῖ ὁ ἴ­διος, ὅ­τι οὐ­δέ­πο­τε συγ­κι­νή­θη­κε ἀ­πὸ τὸ ντέρ­μπι τῶν αἰ­ω­νί­ων ἀν­τι­πά­λων Δό­ξας καὶ Χρή­μα­τος (τὸ παί­ζει στάν­ταρ Χί, καὶ μά­λι­στα μη­δὲν μη­δέν). Συμ­πα­γὴς καλ­λι­τέ­χνης βα­ρέ­ων βα­ρῶν, ἔ­χει στὴν πλά­τη του ἕ­να βα­ρὺ ἔμ­φραγ­μα κι ἕ­να βα­ρὺ ἐγ­κε­φα­λι­κό, ἀλ­λὰ συ­νε­χί­ζει ἀ­πτό­η­τος (;) μὲ τὴν εὐ­χή: «Νὰ μᾶς ἔ­χει ὁ θε­ὸς γε­ροὺς νὰ μπο­ροῦ­με ν’ ἀρ­ρω­στή­σου­με, δι­ό­τι ἡ ἀρ­ρώ­στια στὸ κα­πά­κι δὲ λέ­ει, εἶ­ναι του­μα­τσί­λα….».

Εἰ­κό­να: Ἀ­πὸ τὴν εἰ­κο­νο­γρά­φη­ση τῆς πη­γῆς.



		

	

Νών­τας Τσίγ­κας: Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη ἱ­στο­ρί­α σὲ μπλὲ φόν­το



Νών­τας Τσίγ­κας


Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κη ἱ­στο­ρί­α σὲ μπλὲ φόν­το


στὸν ἐκ Νε­βέ­σκης Λυγ­κη­στί­δος Κω­στά­κη Λού­στα τὸν ΙΙΙ
Θε­ο­δώ­ρου τοῦ ΙΙ, τῆς Πε­λα­γο­νί­ας
καὶ τῆς Ἄ­νω Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας Ἔ­ξαρ­χον

ΙΣΩ αὐ­τὸ τὸ μπλέ. Βρί­σκε­ται παν­τοῦ ἁ­πλω­μέ­νο σὰν ἐ­κτό­πλα­σμα κι ἔ­χει κα­λύ­ψει τὰ πάν­τα ἀ­πὸ τό­τε ποὺ πρω­τομ­πῆ­κα δῶ μέ­σα. Ἕ­να κομ­μά­τι ἀ­πὸ μπλὲ χον­τρὸ χαρ­τὶ μὲ κά­πως γυ­α­λι­σμέ­νη τὴ μιά του ἐ­πι­φά­νεια. Κα­λύ­πτει φυ­ρὰ πα­ρα­θύ­ρια σὰν σκιά­διο. Κά­πο­τε ἀν­τι­κα­θι­στᾶ ἀ­κό­μα καὶ τζά­μια ποὺ λεί­πουν. Στὴν ἕ­δρα τῆς δα­σκά­λας κά­τω ἀ­πὸ τὸ γυ­ά­λι­νο ἀν­θο­δο­χεῖ­ο, μὲ τὰ χρυ­σάν­θε­μα τὸ Φθι­νό­πω­ρο ἢ τὰ τρι­αν­τά­φυλ­λα καὶ τὶς μαρ­γα­ρί­τες τὴν Ἄ­νοι­ξη, στέ­κει τσι­τω­μέ­νο ὁ­λο­καί­νουρ­γιο ἀ­τσα­λά­κω­το ἀ­θάμ­πω­το. Κα­θη­λω­μέ­νο μὲ ἀ­ό­ρα­τες πι­νέ­ζες στὶς γω­νί­ες παίρ­νει τὴ μορ­φὴ τοῦ ξύ­λι­νου τρα­πε­ζιοῦ ποὺ κα­λύ­πτει. Στὰ τε­τρά­δια καὶ τὰ σχο­λι­κὰ βι­βλί­α σὰν τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το καὶ ἐ­πί­ση­μο κα­πλάν­τι­σμα.

       Νό­μος τῆς ὁ­μοι­ο­μορ­φί­ας. Βά­φει μὲ μπλὲ ρου­ὰ καὶ τὶς πο­δι­ὲς τῶν κο­ρι­τσι­ῶν. Ἕ­να λευ­κὸ κο­λά­ρο μὲ πρι­ο­νω­τὴ πε­ρι­φέ­ρεια τυ­λί­γε­ται γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ λαι­μὸ κι ἀ­πο­δε­σμεύ­ει τὸ πρό­σω­πο ἀ­πὸ τὸ ὑ­πό­λοι­πο σῶ­μα. Τὸ κά­νει νὰ κεί­τε­ται πα­ρα­δο­μέ­νο σὲ ὁ­λο­στρόγ­γυ­λο τά­σι. Καὶ τὰ πρῶ­τα χάρ­τι­να δη­μι­ουρ­γή­μα­τα στὴ χαρ­το­κο­πτι­κὴ ἦ­σαν μπλὲ κου­νε­λά­κια ποὺ κου­νοῦ­σαν τ’ αὐ­τιά τους καὶ μπλὲ ἐ­πί­σης οἱ ἀ­τα­ξί­δευ­τες βαρ­κοῦ­λες. Τί γύ­ρευ­αν αὐ­τὲς οἱ ἔρ­μες στὰ ὀ­κτα­κό­σια μέ­τρα ὑ­ψό­με­τρο; Εἶ­ναι ἕ­να ἀ­δυ­σώ­πη­το μπλέ, ποὺ κά­πο­τε ἀγ­γί­ζει τὸ βα­θὺ κυα­νὸ τῆς με­λά­νης, σκοῦ­ρο καὶ ἔν­το­νο στὸν ὑ­περ­θε­τι­κὸ βαθ­μὸ ποὺ λὲς καὶ ὑ­πάρ­χει γιὰ νὰ ἐ­πι­βάλ­λε­ται σ’ ὅ­λα τ’ ἄλ­λα χρώ­μα­τα. Σο­βα­ρό, ἐ­πί­ση­μο καὶ αὐ­στη­ρό, ἐ­πι­θε­τι­κὸ καὶ ἱ­κα­νὸ νὰ δι­α­βρώ­σει τὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δῆ καὶ νὰ μο­λύ­νει τοὺς νευ­ρῶ­νες. Στὸ ἴ­διο σχε­δὸν χρῶ­μα ρὰφ κι οἱ φθαρ­μέ­νες στο­λὲς τῶν ἀν­δρῶν τῶν ΤΕΑ ποὺ ἡ για­γιά μου ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ ἀ­πο­κα­λεῖ ΜΑΥδες. Καὶ τὰ φαρ­διὰ ροῦ­χα τοῦ εὔ­σω­μου κλη­τή­ρα τῆς Κοι­νό­τη­τας. Κε­πέγ­κια καὶ πορ­το­πα­ρά­θυ­ρα στὰ μα­γα­ζιὰ τῆς πλα­τεί­ας ἀ­κο­λου­θοῦν στὸ ἴ­διο βι­ο­λί: σι­έλ, γα­λά­ζιο, μπλὲ σκοῦ­ρο. Ποι­όν Θε­ὸ ἄ­ρα­γε προ­σπα­θεῖ νὰ μᾶς κρύ­ψει αὐ­τὸ τὸ ἁ­πλό­χε­ρα χυ­μέ­νο χρῶ­μα; Πε­θα­μέ­νο χρῶ­μα καὶ μιὰ χάρ­τι­νη πα­τρί­δα…

       Στε­ρε­ώ­νω μὲ ρευ­στὴ κόλ­λα, πά­νω σε χάρ­τι­νο μπλὲ φόν­το, κομ­μά­τια σὲ σχῆ­μα ἀ­στε­ρι­ῶν ἀ­πὸ τὸ ἀ­ση­μό­χαρ­το τῶν πα­κέ­των τῶν τσι­γά­ρων. Βρα­διὰ Χρι­στου­γέν­νων χω­ρὶς ξά­στε­ρο οὐ­ρα­νὸ ποὺ γι­ορ­τά­ζει, πῶς νὰ ὑ­πάρ­ξει; Σω­ρὸς πα­κέ­των ἀ­πὸ τσι­γά­ρα ἔ­χουν μα­ζευ­τεῖ: Ἄ­ρω­μα Κε­ρά­νης, Κα­ρέ­λια, Πα­πα­στρά­τος 5, Ἔ­θνος ἐ­ξαι­ρε­τι­κά, Μα­τσάγ­γος, Santé. Ἀ­πὸ σέρ­τι­κα ἄ­φιλ­τρα ὅ­λα. Ἡ ἀρ­χι­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α πε­ρι­λαμ­βά­νει τὴν ἀ­πό­σπα­ση καὶ συλ­λο­γὴ τῶν χρή­σι­μων στοι­χεί­ων. Τὸ λε­πτὸ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το ἀ­πο­χω­ρί­ζε­ται μὲ μιὰ λε­πτὴ κί­νη­ση ἀ­πὸ τὸ σχε­δὸν δι­α­φα­νὲς χαρ­τὶ ποὺ κα­λύ­πτει τὴ μιά του πλευ­ρά. Ἡ μυ­ρω­διὰ τῶν τσι­γά­ρων ἔν­το­νη ἀ­κό­μα. Κι ἂς ἔ­χουν πε­ρά­σει μέ­ρες ποὺ φου­μα­ρί­στη­κε τὸ τε­λευ­ταῖ­ο. Συ­νή­θεια ὅ­λων τῶν πι­τσι­ρι­κά­δων τὴ στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τὴ νὰ ἐ­φαρ­μό­ζουν τὴν λε­πτὴ ἀ­ση­μέ­νια ἐ­πι­φά­νεια στὰ χεί­λη καὶ νὰ ἐκ­φω­νοῦν φω­νή­εν­τα ἢ χει­λι­κὰ σύμ­φω­να βββ, πππ καὶ δι­φθόγ­γους ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον «οὔ». Συν­το­νι­σμὸς σὲ μέ­ταλ­λα καὶ ἄ­γου­ρα χεί­λη. Μιὰ δό­νη­ση ποὺ ἐ­ξα­πλώ­νε­ται σὰν ρί­γος σὲ ὅ­λο το πρό­σω­πο. Ἀ­πὸ τὶς πρῶ­τες ἡ­δο­νές. Μὲ πό­σα λί­γα μπο­ροῦ­σε νὰ χα­ρεῖ κα­νείς…

       Σὲ ἀ­δεια­νοὺς με­γά­λους ντε­νε­κέ­δες ἀ­πὸ τυ­ρὶ ἔ­χου­με μπή­ξει, μέ­σα σὲ χῶ­μα βα­ρὺ μο­λύ­βι, κλα­διὰ ἀ­πὸ πο­ώ­δεις κέ­δρους ποὺ οἱ ξυ­λο­κό­ποι φέρ­νουν ἀ­πὸ τὸ ρου­μά­νι πά­νω στὰ σα­μά­ρια τῶν μου­λα­ρι­ῶν. Ἀν­τι­κρί­ζω τώ­ρα τοὺς κέ­δρους στο­λι­σμέ­νους μὲ πο­λύ­χρω­μες εὐ­ρω­πα­ϊ­κὲς χαλ­κο­μα­νί­ες. Στὰ κλα­διά τους κρέ­μον­ται ἀλ­λο­πρό­σαλ­λα ἀγ­γε­λού­δια ποὺ ἔ­χουν τὸ πρό­σω­πο τῆς Θε­ο­δό­τας. Ἐ­κεί­νης ποὺ ἀ­πο­δό­θη­κε νω­ρὶς στὸ Θε­ό. Τῆς μι­κρῆς συμ­μα­θή­τριας ποὺ στὰ ὀ­κτώ της κά­η­κε μὲ κα­μι­νέ­το ποὺ ἔ­σκα­σε στὰ χέ­ρια της κα­θὼς οἱ γο­νεῖς της ἔ­λει­παν ἀ­πὸ τὸ σπί­τι. Τὸ ρο­δα­λό της πρό­σω­πο στὸ φέ­ρε­τρο δὲν κι­νοῦ­σε κα­μιὰ ὑ­πο­ψί­α γιὰ τὸν θά­να­το ποὺ τὸ κα­τοι­κοῦ­σε. Κι οἱ ξαν­θές της μποῦ­κλες ἔ­παι­ζαν πά­νω στὸ ἤ­ρε­μο πρό­σω­πο μὲ κά­θε σεί­σι­μο τῆς λυγ­μι­κῆς πομ­πῆς… Ἕ­νας ὕ­πνος μο­νά­χα. Ἑ­νὸς ἀ­πρό­σε­χτου μι­κροῦ παι­διοῦ. Τὴν ξα­να­συ­νάν­τη­σα αὐ­τὴ τὴ μορ­φὴ πολ­λὰ χρό­νια ἀρ­γό­τε­ρα στὰ πό­δια τῆς «Μαν­τό­να Σιξ­τί­να» τοῦ Ρα­φα­ὴλ στὴν Πι­να­κο­θή­κη τῆς Δρέσ­δης. Ἑ­ξήν­τα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα ἄν­θρω­ποι καί­γον­ταν κι ἐ­κεῖ σε ὑ­πό­γεια, στὶς ὄ­χθες καὶ τὰ νε­ρὰ τοῦ Ἔλ­βα, ὅ­πως ἡ Θε­ο­δό­τα. Ἀ­νύ­πο­πτοι, σι­ω­πη­λοί, ἀ­πελ­πι­στι­κὰ μό­νοι κι ἀ­βο­ή­θη­τοι…

       Ἂν λά­βεις ὑ­πό­ψη πὼς τὰ πυ­κνὰ καὶ ἀ­τί­θα­σα κλα­διὰ τοῦ κέ­δρου σ’ ἔ­χουν πρω­τύ­τε­ρα ἀγ­κα­θί­σει ὕ­που­λα καὶ ἀ­λύ­πη­τα, σὲ κά­θε προ­σπά­θεια νὰ τὸν στο­λί­σεις, αὐ­τὸ ποὺ βλέ­πεις εἶ­ναι χω­ρὶς κα­μιὰ ἀμ­φι­βο­λί­α ἕ­να χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο δέν­τρο γιὰ κλά­μα­τα. Δί­πλα ἡ με­γά­λη σχο­λι­κὴ φάτ­νη κα­λυμ­μέ­νη —μὲ τί ἄλ­λο;— μπλὲ κό­λα καὶ τοῦ­φες ἀ­πὸ βαμ­βά­κι ποὺ ὑ­πο­δύ­ον­ται μὲ ἀ­πελ­πι­στι­κὸ τρό­πο τὸ χι­ό­νι. Μὲ ξύ­λι­νες χει­ρο­λα­βὲς μπρὸς πί­σω σὰν φο­ρεῖ­ο, ἕ­τοι­μη γιὰ με­τα­φο­ρὰ ἀ­πὸ σπί­τι σὲ σπί­τι στὰ χέ­ρια τῶν παι­διῶν. Φω­τί­ζε­ται μὲ λαμ­πά­κι ποὺ φέγ­γει μὲ μιὰ κρυμ­μέ­νη πί­σω ἀ­πὸ τὸ πα­χνὶ τῶν ζώ­ων μπα­τα­ρί­α Berec. Ἀ­πὸ τὶς ἑ­φτὰ τὸ πρω­ὶ ἡ κου­στω­δί­α τοῦ σχο­λεί­ου περ­νᾶ μὲ τὴ σει­ρὰ τὶς γει­το­νι­ές:

Χι­ό­νια στὸ καμ­πα­να­ριὸ

ποὺ Χρι­στού­γεν­να ση­μαί­νει

       Στὰ σπί­τια μὲ πρό­σφα­τα πέν­θη σε­βα­σμός, κα­τε­βα­σμέ­νο κε­φά­λι, σιω­πη­λὴ ἀ­πο­χώ­ρη­ση. Τὰ γνω­ρί­ζου­με ἕ­να πρὸς ἕ­να αὐ­τά. Τὰ σπί­τια «τῶν λυ­πη­μέ­νων»… Ἀλ­λὰ ξέ­ρου­με καὶ τὰ σπί­τια ὅ­που οἱ ἄν­θρω­ποί τους δὲν εἶ­ναι σὲ θέ­ση ν’ ἀ­κοῦ­νε πιὰ μή­τε τὶς φω­νὲς τῶν ἀγ­γέλ­λων οὔ­τε τὶς δι­κές μας, ἀ­φοῦ τὸ στοι­χει­ὸ τῆς ἀ­που­σί­ας καὶ τῶν ἀ­πο­χω­ρι­σμῶν κά­νει κου­μάν­το μέ­σα τους. Ἡ λύ­πη κι ἐ­κεῖ ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη στὴν ἐ­ξώ­πορ­τα σὰν οἰ­κό­ση­μο. Τὰ ρό­πτρα ἀ­ρα­χνι­α­σμέ­να, ἀ­κού­νη­τα και­ρό. Ὁ σύρ­της πε­ρα­σμέ­νος μὲ ἀ­σφά­λεια στὴ θέ­ση του. Στὸ σπί­τι τῆς χή­ρας Κούλ­κως βρί­σκου­με ξαφ­νι­α­σμέ­νοι τὸ δι­ά­δη­μα τοῦ Χά­ρου: τὸ κα­πά­κι ἀ­πὸ τὸ σα­νι­δέ­νιο φέ­ρε­τρο, ποὺ κα­τα­σκεύ­α­σε ὁ Ντά­φας δε­ξιὸς ψάλ­της τῆς ἐκ­κλη­σιᾶς καὶ μα­ραγ­κὸς κα­τὰ κύ­ριο ἐ­πάγ­γελ­μα. Τό ’­χει ντύ­σει μὲ μαῦ­ρο πα­νὶ κι ἔ­χει στε­ρε­ώ­σει ἐ­πά­νω τα ἀ­πα­ραί­τη­τα θρη­σκευ­τι­κὰ σύμ­βο­λα μὲ λε­πτὲς λευ­κὲς ται­νί­ες. Ἀ­πὸ και­ρὸ τὰ ση­μά­δια τῆς ἀρ­ρώ­στιας τῆς μο­νά­κρι­βης θυ­γα­τέ­ρας εἶ­χαν ἀ­πελ­πί­σει για­τροὺς καὶ συγ­γε­νεῖς. Καὶ νὰ ποὺ ἡ μέ­ρα ἔ­φτα­σε χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα. Δὲν ἔ­χει κλεί­σει τὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε. Πέν­τε ἀ­πὸ μᾶς θὰ χρεια­στεῖ μὲ ἐν­το­λὴ τοῦ δα­σκά­λου νὰ συ­νο­δέ­ψουν τὴν νε­κρὴ μέ­χρι τὴν ἐκ­κλη­σιὰ καὶ τὸ νε­κρο­τα­φεῖ­ο ὡς ἑ­ξα­πτέ­ρυ­γα. Ἐ­πί­γεια Σε­ρα­φεὶμ καὶ Χε­ρου­βεὶμ ἀ­πο­σβο­λω­μέ­να μπρο­στὰ στὸ θρῆ­νο τῆς μά­νας. Πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων καὶ μιὰ νέ­α γυ­ναί­κα ντυ­μέ­νη τὸ νυ­φι­κό της κοι­μᾶ­ται κά­τω ἀ­πὸ τὸ βλέμ­μα ἐ­κεί­νου ποὺ τὰ βλέ­πει ὅ­λα κά­τω ἀ­πὸ τὸ σκο­τει­νὸ τροῦ­λο. Εἶ­ναι βα­θὺ σού­ρου­πο ὅ­ταν ἔ­χουν τε­λει­ώ­σει ὅ­λα…

       Ξα­νὰ στὸ σχο­λεῖ­ο. Νύ­χτα. Ἡ πα­ρω­δί­α χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κου δέν­τρου, ἔν­θεν καὶ ἔν­θεν της σκη­νῆς, μέ­σα σὲ βά­σεις τυ­λιγ­μέ­νες μὲ τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο μπλέ. Ἡ σχο­λι­κὴ γι­ορ­τὴ ποὺ ἀ­πὸ στιγ­μὴ σὲ στιγ­μὴ ἀρ­χι­νᾶ. Τὸ πο­δο­βο­λη­τὸ τῶν νη­πί­ων πί­σω ἀ­πὸ τὴ σκη­νή. Ἡ μα­δη­μέ­νη φάτ­νη. Τὰ πα­ρά­φω­να τρα­γού­δια ἀ­πὸ τὶς παι­δι­κὲς φω­νές. Δὲν ἀρ­γεῖ τὸ γέ­λιο ν’ ἀν­θί­σει στὰ πρό­σω­πα καὶ σὰν με­τα­δο­τι­κὸ ἐ­ξάν­θη­μα νὰ ἐ­ξα­πλω­θεῖ μιὰ ἔ­ξα­ψη πά­νω τους. Τὰ ἀ­να­πό­φευ­κτα λά­θη, οἱ στρα­βο­τι­μο­νι­ὲς τῆς θε­α­τρι­κῆς δι­δα­σκα­λί­ας, οἱ ξε­χα­σμέ­νοι στί­χοι τῶν ποι­η­μά­των ποὺ ἀ­ναγ­κα­στι­κὰ πα­ρα­λεί­πον­ται, ἡ ἀ­νυ­πο­μο­νη­σί­α γιὰ τὶς δε­κα­πέν­τε μέ­ρες σχό­λης ποὺ ἔρ­χον­ται. Ἡ χαρ­μο­λύ­πη. Τὸ χον­τρὸ ἀ­στεῖ­ο της ψεύ­τρας ζω­ῆς. Καὶ μιὰ ξύ­λι­νη σόμ­πα στὸ μέ­σον της αἴ­θου­σας ὅ­που πά­νω της ἔ­χουν ξε­χα­στεῖ λί­γες φλοῦ­δες πορ­το­κά­λι. Τὸ χι­ό­νι ποὺ πέ­φτει ψι­θυ­ρι­στὰ ἔ­ξω καὶ σκε­πά­ζει τώ­ρα ἐ­κεί­νην μὲ τὸ νυ­φι­κὸ στὰ φρε­σκο­σκαμ­μέ­να χώ­μα­τα.

       Ὅ­ταν ὁ δά­σκα­λος μοι­ρά­ζει μέ­σα σὲ χει­ρο­κρο­τή­μα­τα τὰ φτω­χι­κὰ δῶ­ρα ποὺ κλη­ρώ­νον­ται κι ὕ­στε­ρα τὴ συγ­κεν­τρω­μέ­νη ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ συγ­κο­μι­δὴ ἀ­πὸ τὰ κά­λαν­τα: πορ­το­κά­λια, μαν­τα­ρί­νια, κα­ρύ­δια, μύ­γδα­λα, φι­στί­κια, ξε­ρὰ σύ­κα, μῆ­λα, κά­στα­να ὡς καὶ χα­ρού­πια, κά­τι ἀ­νά­με­σά σε «Δεῦ­τε τε­λευ­ταῖ­ον ἀ­σπα­σμὸν» ἢ «Δι­ε­μοι­ρά­σαν­το…» καὶ «Κα­λὴν ἑ­σπέ­ραν ἄρ­χον­τες…» σὰ νὰ μοῦ σι­γο­μουρ­μου­ρί­ζει ἡ σκλη­ρὴ ἐ­δῶ πά­νω βι­ω­τὴ μὲ κεῖ­νο τὸ μπλέ της, ποὺ μέ­σα του πέ­φτουν καὶ σκο­τώ­νον­ται ὅ­λα τα χρώ­μα­τα, θυ­μί­ζον­τάς μου τὸ «Δυ­ὸ πόρ­τες ἔ­χει ἡ ζω­ὴ» κι ὅ­που βέ­βαι­ά τα παι­διὰ μπαι­νο­βγαί­νουν «μὲ ἐ­λευ­θέ­ρας».



Πηγή: Ἀπὸ τὴν συλλογὴ δι­η­γη­μά­των Ἐ­πο­χι­α­κὸς Δι­α­νο­μέ­ας (ἐκδ. Πα­νο­πτι­κόν, Θεσ­σα­λο­νί­κη, 2013).

Νών­τας Τσίγ­κας (Ἀ­θή­να (1959). Ἔ­ζη­σε μέ­χρι τὴν ἐ­φη­βεί­α του στὸ Βο­γα­τσι­κὸ Κα­στο­ριᾶς. Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴ Νευ­ρο­λο­γί­α. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη. Εἶ­ναι ἐ­πι­με­λη­τὴς τῶν ἀ­δη­μο­σί­ευ­των ἡ­με­ρο­λο­γί­ων τοῦ Ἴ­ω­νος Δρα­γού­μη. Τὸ 2021 ἐκ­δό­θη­καν σὲ δι­κή του Εἰ­σα­γω­γὴ-ἐ­πι­μέ­λεια-σχό­λια-ἐ­πί­με­τρο Ἴ­ω­νος Δρα­γού­μη, Τὰ «κρυμ­μέ­να» ἡ­με­ρο­λό­για, Ὀ­κτώ­βριος 1912-Αὔ­γου­στος 1913 (Πα­τά­κης). Βι­βλί­α του ποὺ ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ: Οὑ ἀ­πά­ν’ κι οὑ κά­τ’ οὑ κό­σμους (2009)· Μαῦ­ρο χι­ό­νι, «Δι­ά­πυ­ροΝ» (2010)· Ἐ­πο­χια­κὸς δι­α­νο­μέ­ας (Δι­η­γη­μα­τα, «Πα­νο­πτι­κόν», 2013)· Μα­θή­μα­τα Πα­τρι­δο­γνω­σί­ας Ι – δυ­ὸ δι­η­γή­μα­τα· Μα­θή­μα­τα Πα­τρι­δο­γνω­σί­ας ΙΙ, Ἡ κοι­μω­μέ­νη (2019). Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.



		

	

Ἱωάννα Γαλανάκη: ὅ,τι κι ἄν ἔπαθες


Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη


ὅ,τι κιν ἔ­πα­θες


ΤΑΣΑΜΕ ΣΤΟ ΜΠΑΛΟΥΚΛΙ βα­ρὺ ἕ­να αὐ­γου­στι­ά­τι­κο ἀ­πο­με­σή­με­ρο. Προ­σκυ­νή­σα­με, ἤ­πια­με ἁ­γί­α­σμα ἀ­πὸ τὴν πη­γή. Κά­θι­σα ἔ­πει­τα πα­ρά­με­ρα σὲ μιὰ δρο­σιὰ κι ἐ­κεί­νη ἄρ­χι­σε νὰ τρα­βᾶ φω­το­γρα­φί­ες. Φω­το­γρά­φι­σε τὴν δε­ξα­με­νὴ μὲ τὰ μι­σο­τη­γα­νι­σμέ­να ψά­ρια, τὸ τέμ­πλο τοῦ να­οῦ, τὴν ἐ­σω­τε­ρι­κὴ αὐ­λὴ μὲ τοὺς τά­φους τῶν Πα­τρια­ρχῶν κι ἄλ­λων ἐ­πι­φα­νῶν, τὸν με­γά­λο πλά­τα­νο, τὰ παγ­κά­κια μὲ τὴν ἐ­πι­γρα­φὴ «Zeytinburnu», τὶς στρω­μέ­νες στὴν μπρο­στι­νὴ αὐ­λὴ τα­φό­πλα­κες μὲ λα­ξευ­μέ­να πά­νω τους ἕ­να-ἕ­να ὅ­λα τὰ σύ­νερ­γα τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τος τῶν νε­κρῶν ποὺ κά­πο­τε προ­στά­τευ­αν, τὸ φτε­ρω­τὸ ἄ­γαλ­μα ποὺ στό­λι­ζε τὸν τά­φο ἑ­νὸς νε­α­ροῦ κο­ρι­τσιοῦ ποὺ εἶ­χε ἄ­δι­κα χα­θεῖ, τὰ δυ­ὸ πα­πα­γα­λά­κια στὰ κρε­μα­σμέ­να κλου­βιὰ στὸν τοῖ­χο δί­πλα ἀ­π’ τὴν κου­ζί­να τοῦ μο­να­στη­ριοῦ.

        Πά­νω ποὺ νό­μι­σα πὼς ἡ μα­νί­α της ἐ­κεί­νη ποὺ ὧ­ρες-ὧ­ρες μὲ πε­ρί­ζω­νε ἀ­κό­μη πιὸ πο­λὺ κι ἀ­πὸ τὴν πνι­γε­ρὴ ὑ­γρα­σί­α τῆς πο­λί­τι­κης ζέ­στης εἶ­χε ἐ­πι­τέ­λους χορ­τά­σει, τὴν εἶ­δα νὰ γυρ­νά­ει πρὸς τὰ πί­σω. Λὲς καὶ θυ­μή­θη­κε ἀ­πό­το­μα πὼς κά­που εἶ­χε ξε­χά­σει κά­τι ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ πο­λύ­τι­μο. Ἴ­σως τὸ κι­νη­τό της. Στὴν πί­σω αὐ­λὴ ἕ­να σχοι­νὶ πε­ρα­σμέ­νο σὲ με­ταλ­λι­κὸ κρί­κο ἔ­φρα­ζε ἐμ­πο­δί­ζον­τας τὴν δι­έ­λευ­ση τῶν ἐ­πι­σκε­πτῶν πρὸς μιὰ μαρ­μά­ρι­νη σκά­λα. Ἀ­πὸ μα­κριὰ τὴν εἶ­δα νὰ ἀ­φαι­ρεῖ τὴν θη­λιὰ τοῦ σχοι­νιοῦ ἀ­πὸ τὸν κρί­κο. Ὁ φύ­λα­κας τῆς φώ­να­ξε αὐ­στη­ρὰ «ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ κεῖ καὶ πά­νω». «Και για­τί;» ἀν­τέ­τει­νε ἐ­κεί­νη ἐ­κνευ­ρι­σμέ­νη. «Ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται! Ἀ­πὸ κεῖ εἶ­ν’ τὰ κε­λιά!»

        Δι­ά­βα­σα τὸ θυ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὰ φρύ­δια της ποὺ ἔ­σμι­ξαν ἀ­στρα­πια­ῖα τὶς ρη­χὲς ρυ­τί­δες τους, γύ­ρω ἀ­π’ τὸ στό­μα της ποὺ βί­αι­α συγ­κρά­τη­σε τὰ λό­για ποὺ τό­σο ἤ­θε­λε νὰ τοῦ ἐ­κτο­ξεύ­σει. Προ­σποι­ή­θη­κε τὴν ἀ­δι­ά­φο­ρη. Κι ὅ­ταν λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα ὁ φύ­λα­κας ἀ­πορ­ρο­φή­θη­κε σὲ μιὰ κου­βέν­τα του μὲ τὸν πα­πὰ ἐ­κεί­νη ἐκ­δι­κη­τι­κὰ τοῦ ξε­γλί­στρη­σε. Κι ἀ­νέ­βη­κε τὴν ἀ­πα­γο­ρευ­μέ­νη σκά­λα.

        Εἶ­χε ξε­κρε­μά­σει τὸ λου­ρὶ τῆς Nikon ἀ­πὸ τὸ λαι­μό της καὶ εἶ­χε σκύ­ψει πά­νω σὲ κά­τι γλά­στρες μὲ τρι­αν­τά­φυλ­λα νὰ τὰ φω­το­γρα­φί­σει ἀ­πὸ κον­τά. Τὸ λου­ρὶ πι­ά­στη­κε στὰ ἀγ­κά­θια μιᾶς τρι­αν­τα­φυλ­λιᾶς, καὶ μό­λις πῆ­γε νὰ ἀ­να­ση­κω­θεῖ ἡ μη­χα­νὴ τρα­βή­χτη­κε ἀ­πό­το­μα ἀ­π’ τὰ χέ­ρια της καὶ ἔ­πε­σε στὶς πλά­κες κά­τω ἀ­πὸ τὴν σκά­λα. Χω­ρί­στη­κε στὰ δυ­ό, τὸ ἕ­να κομ­μά­τι ἔ­κα­νε γκὲλ καὶ προ­σγει­ώ­θη­κε μὲς στὸν κου­βὰ μὲ τὸ νε­ρὸ ποὺ εἶ­χαν ἀ­φή­σει γιὰ τὸ πό­τι­σμα. Τὸ μπλοὺμ ἀ­πὸ τὸ βά­πτι­σμα τῆς μη­χα­νῆς ἀ­κού­στη­κε δυ­να­τά, τρέ­ξα­με ὅ­λοι καὶ ἀ­κο­λού­θη­σε κα­βγὰς τρι­κού­βερ­τος.

        Τὸ βρά­δυ μοῦ ’­πε παν­τε­λῶς ἀ­πελ­πι­σμέ­νη: «καὶ νὰ φαν­τα­στεῖς τό ’­ξε­ρα, τὸ ’­ξε­ρα πὼς δὲν θά ’­χε τί­πο­τα νὰ δεῖς ἐ­κεῖ ἐ­πά­νω… Ὅ­μως ἐ­κεῖ­νο τὸ σκοι­νὶ ποὺ ἔ­φρα­ζε τὴ σκά­λα τὸ ἔ­νοι­ω­σα σὰ νὰ τυ­λί­γε­ται τρι­γύ­ρω ἀ­π’ τὸ λαι­μό μου κι ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­λευ­θε­ρω­θῶ πά­σῃ θυ­σίᾳ.» Ὕ­στε­ρα ἄρ­χι­σε νὰ κλαί­ει γιὰ ὅ­λες τὶς χα­μέ­νες πιὰ φω­το­γρα­φί­ες τοῦ τα­ξι­διοῦ, γιὰ τὴν κα­τε­στραμ­μέ­νη μη­χα­νή, γιὰ τὶς προ­σβο­λὲς ποὺ ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ ὑ­πο­στεῖ σι­ω­πη­λά, γιὰ ὅ­σα θλι­βε­ρὰ τῆς εἶ­χαν συμ­βεῖ ὣς τώ­ρα στὴ ζω­ή της ποὺ ὅ­που κι ἂν τα­ξί­δευ­ε τὴν ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Καὶ δὲν τῆς ἄ­φη­ναν χα­ρά.

        Γιὰ νὰ τὴν πα­ρη­γο­ρή­σω σκέ­φτη­κα νὰ τῆς πῶ μιὰ ἱ­στο­ρί­α ποὺ εἶ­χα ἠ­χο­γρα­φή­σει ἀ­πὸ ἕ­να γη­ραι­ὸ Πο­λί­τη στὸ προ­η­γού­με­νο τα­ξί­δι μου στὴν Ἴ­σταν­μπουλ:

        «Πο­λύ πα­λιά, στὸν τό­πο ποὺ τώ­ρα λέ­νε Μπα­λου­κλὶ βρέ­θη­κε λέ­νε κά­ποι­ος ποὺ εἶ­χε χά­σει τὴν ὅ­ρα­σή του. Ξέ­πλυ­νε τὰ μά­τια του στὸ νε­ρὸ τῆς πη­γῆς καὶ λί­γο με­τὰ γι­α­τρεύ­τη­κε. Αὐ­τὸ τὸ ἄ­κου­σε ὁ βα­σι­λιὰς Ἰ­ου­στι­νια­νὸς καὶ πί­στε­ψε πὼς ἦ­ταν θαῦ­μα ἐ­νῶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι ἂν καὶ μι­λοῦ­σαν μὲ εὐ­λά­βεια θε­ω­ροῦ­σαν αὐ­τὴν τὴν ἱ­στο­ρί­α ἕ­ναν ἀ­κό­μη πα­λιὸ θρύ­λο. Ἔ­τσι ἐ­πει­δὴ πί­στε­ψε στὴν ἁ­γι­ό­τη­τα τοῦ τό­που ὁ βα­σι­λιὰς ὅ,τι ὑ­λι­κὰ πε­ρίσ­σε­ψαν ἀ­πὸ τὸ χτί­σι­μο τῆς Ἁ­γιὰ Σο­φιᾶς δι­έ­τα­ξε νὰ τὰ με­τα­φέ­ρουν ὅ­λα ἐ­κεῖ, ἔ­ξω ἀ­πὸ τὰ στε­ρε­ὰ τεί­χη τῆς Πό­λης, στὸ κα­τά­φυ­το ἐ­κεῖ­νο μέ­ρος μὲ τὶς πη­γές, τὰ ψη­λὰ κυ­πα­ρίσ­σια, τὰ συμ­με­τρι­κὰ πλα­τά­νια, τὰ ἄν­θη καὶ τὸν κα­λὸ ἀ­έ­ρα ποὺ ἔ­κα­νε τοὺς ἀν­θρώ­πους τό­σο πο­λὺ νὰ ξε­χνοῦν τὶς φρον­τί­δες τους ὥ­σπου στὸ τέ­λος θε­ρα­πεύ­ον­ταν ἀ­π’ τὸ κά­θε τί ποὺ τοὺς βα­σά­νι­ζε. Κά­πο­τε ἀ­κό­μη κι ἀ­πὸ τὶς ἀρ­ρώ­στι­ες. Ἐ­κεῖ ὁ Ἰ­ου­στι­νια­νὸς ἔ­φτια­ξε ἐκ­κλη­σί­α καὶ κα­θώς μοῦ ’­λε­γε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νος Πο­λί­της μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν βέ­βαι­α ὁ βα­σι­λιὰς πε­ρή­φα­νος γιὰ τὴν Ἁ­γιὰ Σο­φιὰ μὰ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο αὐ­τὸν τὸν μι­κρὸ να­ὸ τῆς Ζω­ο­δό­χου Πη­γῆς. Ἐ­κεῖ λέ­ει ἔ­νοι­ω­θε ἐ­λευ­θε­ρω­μέ­νος ἀ­π’ τὶς ἔ­γνοι­ες του, ἐ­κεῖ ἔ­νοι­ω­θε σὰν νὰ ἦ­ταν πά­λι παι­δὶ καὶ ὄ­χι ὁ βα­σι­λιάς. Τὰ βα­σί­λεια ἄλ­λω­στε στὰ παι­διὰ ἀ­νή­κουν, κα­τέ­λη­ξε ὁ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νος Πο­λί­της. Κι ἦ­ταν ἀ­κλό­νη­τος στὴν πε­ποί­θη­σή του πὼς ἔ­ξω ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν Πό­λη δὲν ὑ­πάρ­χουν καὶ πολ­λὲς ἀ­λή­θει­ες γι’ αὐ­τὸ κι ἀ­ξί­ζει νὰ θυ­μό­μα­στε τὸ κά­θε της κομ­μά­τι.»


Κι ἀ­φοῦ τῆς τέ­λει­ω­σα τὴν ἱ­στο­ρί­α τῆς εἶ­πα: Νὰ ξέ­ρεις κα­λύ­τε­ρα ποὺ δὲν ἄ­φη­σες ἐ­κεῖ­νο τὸ σχοι­νὶ νὰ σὲ στα­μα­τή­σει. Ἄ­ξι­ζε ὅ,τι κι ἂν ἔ­πα­θες.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ω­άν­να Γα­λα­νά­κη (Χα­νιά). Σπού­δα­σε Ἱ­στο­ρί­α καὶ Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ μὲ ὑ­πο­τρο­φί­ες στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Durham (Ἀγ­γλί­α). Εἶ­ναι ὑ­πο­ψή­φια δι­δά­κτωρ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Leiden (Ὀλ­λαν­δί­α). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὴ Νέ­α Εὐ­θύ­νη, ἐ­πί­σης κεί­με­νά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Monumenta, στὸ μπλὸγκ Σταυ­ρο­δρό­μι καὶ ἀλ­λοῦ. Πρῶ­το της βι­βλί­ο Ἀ­ρα­δή­ν (ποί­η­ση, Publibook 2010).

Ἰάσονας Μικρώνης: Ἡ ποινὴ


Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώνης


Ἡ ποι­νὴ


ΑΞΙΔΕΥΩ μὲ τὸ ὑ­πε­ρω­κε­ά­νιο «Βι­κτω­ρί­α». Εἶ­μαι κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ χα­ρού­με­νος, πλέ­ω σὲ πε­λά­γη εὐ­τυ­χί­ας, για­τί κα­τά­φε­ρα ἐ­πι­τέ­λους ν’ ἀ­φή­σω πί­σω τὴν πα­λιά μου ζω­ή, νὰ ξε­φύ­γω ἀ­π’ ὅ­λους κι ἀ­π’ ὅ­λα, νὰ βά­λω πλώ­ρη γιὰ μιὰ νέ­α ἀρ­χή. Οὔ­τε ποὺ ξέ­ρω σὲ ποι­ό λι­μά­νι θὰ κα­τα­λή­ξου­με, μὰ οὔ­τε ποὺ ρώ­τη­σα κι οὔ­τε καὶ ποὺ μὲ νοιά­ζει. Μοῦ ἀρ­κεῖ ν’ ἀ­να­κου­φί­ζο­μαι στὴ σκέ­ψη πὼς θὰ πά­ψει πιὰ νὰ ἠ­χεῖ στ’ αὐ­τιά μου ἡ γλώσ­σα μου· ὅ­λα τὰ λό­για θὰ μέ­νουν στὸ νέ­ο τό­πο με­τέ­ω­ρα, ἀ­κω­δι­κο­ποί­η­τα, κε­νά· κα­μιὰ κα­κεν­τρέ­χεια, κα­νέ­νας ψό­γος καὶ κα­νεὶς ψι­θυ­ρι­σμὸς πιὰ δὲ θὰ μ’ ἀγ­γί­ζει.

        Οἱ μέ­ρες μου ἐν πλῶ εἶ­ναι μα­κά­ρι­ες κι ἀ­νέ­φε­λες. Ὁ­ρι­ζον­τι­ω­μέ­νος τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες ὧ­ρες στὸ στε­νὸ κρε­βά­τι τῆς ἰ­δι­ω­τι­κῆς μου καμ­πί­νας, δι­α­βά­ζω καὶ ξα­να­δι­α­βά­ζω τὰ ἀ­γα­πη­μέ­να μου ἀ­να­γνώ­σμα­τα κρα­τών­τας στὸ πλά­ι ση­μει­ώ­σεις κι ὑ­πο­γραμ­μί­ζον­τας τὰ πιὸ ση­μαν­τι­κά. Τὸ με­ση­με­ρά­κι ἀ­νε­βαί­νω μὲ τὸ πά­σο μου στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο: ἔ­χω ἐ­ξα­σκή­σει τὸ στο­μά­χι μου ἔ­τσι ποὺ νὰ μὴ ζη­τά­ει πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ ἕ­να γεῦ­μα ἡ­με­ρη­σί­ως. Ἂν καὶ τὸ πλή­ρω­μα με­τρᾶ με­ρι­κὲς δε­κά­δες ἀν­θρώ­πους, ἐ­γὼ ἔ­χω κα­τα­φέ­ρει μέ­σα σὲ ὅ­λο ἐ­τοῦ­το τὸ δι­ά­στη­μα νὰ τοὺς μά­θω ὅ­λους τους μὲ τὰ μι­κρά. Κι εἶ­ναι μά­λι­στα ὅ­λοι τους πρό­θυ­μοι, ἴ­σως ἐ­πει­δὴ ξέ­ρουν πὼς οἱ δρό­μοι μας ἀρ­γὰ ἢ γρή­γο­ρα θὰ χω­ρί­σουν, νὰ μοῦ μι­λή­σουν μὲ τὸ κα­λη­μέ­ρα γιὰ τοὺς κα­η­μοὺς καὶ γιὰ τὰ ὄ­νει­ρα ποὺ πνί­γουν στὴ στε­ριά.

        Ὅ­ταν τὸ μυα­λό μου θο­λώ­νει ἀ­π’ τὴν πολ­λὴ με­λέ­τη, ξε­πορ­τί­ζω ὣς τὸ κα­τά­στρω­μα γιὰ νὰ ξε­μου­διά­σουν τὰ ἄ­κρα μου καὶ γιὰ νὰ τα­ΐ­σω μὲ τὶς χοῦ­φτες μου ἀ­πο­φά­για τὰ γλα­ρο­πού­λια.

        Μιὰ τέ­τοι­α μέ­ρα ἔρ­χε­ται ὁ Στέρ­γιος —ἕ­να ὀρ­φα­νὸ πού ‘χει ἐ­πι­φορ­τι­σθεῖ μὲ ἕ­να καὶ μο­να­δι­κὸ κα­θῆ­κον, νὰ τρί­βει ἀ­δι­α­κό­πως, μὲ μιὰ εἰ­δι­κὴ βούρ­τσα, ὅ­λες τὶς κου­πα­στὲς— καί, τρα­βών­τας με ἀ­π’ τὸ μα­νί­κι, μοῦ λέ­ει:

        «Μπάρ­μπα, ἐ­κεῖ­νος ἐ­κεῖ ὁ μπάρ­μπας εἶ­ναι ἀ­π’ τὰ μέ­ρη σου. Τό­νε ξέ­ρεις;»

        Εἶ­ναι ἕ­νας ἄν­τρας τῆς ἡ­λι­κί­ας μου: ψη­λός, βλο­συ­ρός, εὐ­ρύ­στερ­νος καὶ σμι­χτο­φρύ­δης. Μὲ κοι­τᾶ κι ἐ­κεῖ­νος ἐ­τα­στι­κὰ ἀ­π’ τὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κα­τα­στρώ­μα­τος.

        «Μὰ πῶς δὲν τὸν ξέ­ρω», λέ­ω ἀ­μέ­σως τοῦ μι­κροῦ καὶ τοῦ ἀ­φή­νω ἕ­να κέρ­μα στὴν ἁ­πλω­μέ­νη του πα­λά­μη, δι­πλα­σι­ά­ζον­τάς του ἔ­τσι καὶ τὸ μπο­να­μά: στοί­χη­μα τὸ πά­ω πὼς τὸ ὀρ­φα­νό, μ’ αὐ­τὸ τὸ λαν­θά­νον ἐ­πι­χει­ρη­μα­τι­κὸ δαι­μό­νιο ποὺ τὸ δέρ­νει, κα­τά­φε­ρε ν’ ἀ­φαι­μά­ξει πρῶ­τα καὶ τὸν συν­το­πί­τη μου τσιμ­πών­τας κι ἀ­πὸ ‘κεῖ τὸ εὐ­ρου­λά­κι του.

        Χω­ρὶς νὰ χά­νω χρό­νο, κι­νῶ πρὸς τὸ με­ριὰ τοῦ ἄν­τρα, ὁ ὁ­ποῖ­ος φαί­νε­ται πάν­τως νὰ δυ­σκο­λεύ­ε­ται ἀ­κό­μα στὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ση καὶ νὰ τὰ ἔ­χει ὀ­λί­γον τί χα­μέ­να.

        «Ἀρ­γύ­ρη», τοῦ λέ­ω, ἀ­φοῦ μει­ώ­σω τὴ με­τα­ξὺ μας ἀ­πό­στα­ση ἀρ­κε­τά.

        «Ρὲ σύ», μοῦ φω­νά­ζει κι αὐ­τός, «ἐ­σὺ δὲν εἶ­σαι;». Ἡ φω­νή του, ἔ­τσι τσα­κι­σμέ­νη καὶ σπη­λαι­ώ­δης ποὺ εἶ­ναι, σὲ τί­πο­τα δὲ θυ­μί­ζει ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­πεί­θαρ­χο καὶ ζω­η­ρὸ παι­δί: ὑ­πο­κι­νη­τὴς πάν­τα τῶν κα­τα­λή­ψε­ων καὶ κόκ­κι­νο πα­νὶ γιὰ τοὺς κα­θη­γη­τές, κα­κὴ ἐ­πιρ­ρο­ὴ γιὰ τοὺς συ­νο­μη­λί­κους του κι ὄ­νει­δος γιὰ τὴν κοι­νω­νί­α. Ἡ πιὸ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση ποὺ κρα­τῶ ὡς τὰ σή­με­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὸν εἶ­ναι πού, γιὰ νὰ δι­α­σκε­δά­σει κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ μα­θή­μα­τος τὴν ἀ­νί­α του, μᾶς μοί­ρα­ζε ἐ­μᾶς τῶν συμ­μα­θη­τῶν του ρα­βα­σά­κια ποὺ ‘κρυ­βαν μέ­σα τὶς τρί­χες ποὺ εἶ­χε στὸ με­τα­ξὺ ἀ­πο­ψι­λώ­σει ἀ­π’ τὴ βου­βω­νι­κή του χώ­ρα.

        Πι­ά­νου­με πα­ρευ­θὺς τὴν κου­βέν­τα. Στὴν ἀρ­χὴ τὰ πα­ρα­φου­σκώ­νου­με ἀμ­φό­τε­ροι, καυ­χι­ό­μα­στε γιὰ ἐ­πι­τεύγ­μα­τα ποὺ φέ­ρα­με σὲ πέ­ρας, γιὰ λε­φτὰ ποὺ κά­να­με, γιὰ γυ­ναῖ­κες ποὺ κα­τα­φέ­ρα­με. Ἀλ­λὰ σὲ λί­γο σπᾶ­με κι οἱ δύ­ο, λυ­γί­ζου­με, κι ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νοι ἀ­να­λυ­ό­μα­στε σὲ δά­κρυ­α: τί­πο­τα δὲν κα­τορ­θώ­σα­με, ἡ μιὰ ἀ­πο­τυ­χί­α ἔ­φε­ρε τὴν ἄλ­λη κι ὅ­λες μα­ζί μᾶς ἔ­φε­ραν ὣς ἐ­δῶ.

        «…ἄ­σε, ἀ­δερ­φέ, ἔμ­πλε­ξα», κλεί­νει τὴν ἐ­ξο­μο­λό­γη­σή του ὁ Ἀρ­γύ­ρης, «κι ἔ­κτο­τε ἐ­κτί­ω τὴν ποι­νή».

        Καί, με­τὰ κι ἀ­π’ αὐ­τό, χω­ρί­ζου­με.

        Τὸ ἴ­διο βρά­δυ, κα­θὼς ἀ­να­θυ­μᾶ­μαι τὴν ἀ­κρο­τε­λεύ­τια φρά­ση τοῦ πα­λαι­οῦ μου συμ­μα­θη­τῆ καὶ πα­σχί­ζω νὰ τὴν ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φή­σω, μί­α ψι­λὴ φω­νὴ ἔρ­χε­ται καὶ μ’ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται τρυ­πώ­νον­τας ἀ­πὸ τὸ φι­νι­στρί­νι.

        «Χα­ζέ», μοῦ λέ­ει ἡ φω­νή, «ἀ­κό­μα νὰ τὸ κα­τα­λά­βεις; Δὲν πη­γαί­νου­με, ἐρ­χό­μα­στε».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἰ­ά­σο­νας Μι­κρώ­νης (Ἀ­θή­να, 1990). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Φι­λο­λο­γί­α στὸ ΕΚΠΑ καὶ κλα­σι­κὴ κι­θά­ρα στὸ Ὠ­δεῖ­ο Ἀ­θη­νῶν.


Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret): Κό­τες (ἕ­να ἀ­ναρ­χι­κὸ πα­ρα­μύ­θι)



Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret)


Κό­τες (ἕ­να ἀ­ναρ­χι­κὸ πα­ρα­μύ­θι)

Gallinas (un cuento anarquista)


ΣΟ ΔΕΝ ΕΙΧΑ στὴν κα­το­χή μου τί­πο­τα πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­να κρεβ­βά­τι καὶ τὰ βι­βλί­α μου, ἤ­μουν εὐ­τυ­χής. Τώ­ρα ἔ­χω στὴν κα­το­χή μου ἐν­νιὰ κό­τες καὶ ἕ­ναν κό­κο­ρα καὶ ἡ ψυ­χή μου εἶ­ναι ἀ­νά­στα­τη.

       Ἡ ἰ­δι­ο­κτη­σί­α μὲ σκλή­ρυ­νε. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἀ­γό­ρα­ζα μιὰ κό­τα τὴν ἔ­δε­να δυ­ὸ μέ­ρες σὲ ἕ­να δέν­τρο γιὰ νὰ τῆς ἐ­πι­βάλ­λω τὴν κα­τοι­κί­α μου, κα­τα­στρέ­φον­τας στὴν εὔ­θραυ­στη μνή­μη της τὴν ἀ­γά­πη γιὰ τὸν πα­λιό της τό­πο δι­α­μο­νῆς. Μπά­λω­σα τὸν φρά­χτη τῆς αὐ­λῆς μου, μὲ σκο­πὸ νὰ γλυ­τώ­σω τὴν ἀ­πό­δρα­ση τῶν που­λε­ρι­κῶν μου καὶ τὴν ἐ­πι­δρο­μὴ τε­τρά­πο­δων καὶ δί­πο­δων ἀ­λε­πού­δων. Ἀ­πο­μο­νώ­θη­κα, ἐ­νί­σχυ­σα τὸ σύ­νο­ρο, σχε­δί­α­σα μιὰ δι­α­βο­λι­κὴ γραμ­μὴ ἀ­νά­με­σα στὸν πλη­σί­ον καὶ ἐ­μέ­να. Δι­αί­ρε­σα τὴν ἀν­θρω­πό­τη­τα σὲ δυ­ὸ κα­τη­γο­ρί­ες: ἐ­γώ, ἀ­φέν­της τῶν κο­τῶν μου καὶ οἱ ὑ­πό­λοι­ποι ποὺ μπο­ροῦ­σαν νὰ μοῦ τὶς πά­ρουν. Προσ­δι­ό­ρι­σα τὸ ἀ­δί­κη­μα. Ὁ κό­σμος γιὰ μέ­να γε­μί­ζει ἀ­πὸ ὑ­πο­τι­θέ­με­νους κλέ­φτες καὶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔ­ρι­ξα στὴν ἄλ­λη με­ριὰ τῆς πε­ρί­φρα­ξης μιὰ ἐ­χθρι­κὴ μα­τιά.

       Ὁ κό­κο­ράς μου ἦ­ταν ἀρ­κε­τὰ νε­α­ρός. Ὁ κό­κο­ρας τοῦ γεί­το­να πή­δη­ξε τὸ φρά­χτη καὶ βάλ­θη­κε νὰ φλερ­τά­ρει μὲ τὶς κό­τες μου καὶ νὰ κά­νει δύ­σκο­λη τὴ ζω­ὴ τοῦ δι­κοῦ μου κό­κο­ρα. Ἔ­δι­ω­ξα μὲ πε­τρι­ὲς τὸν πα­ρεί­σα­κτο, ἀλ­λὰ οἱ κό­τες πή­δα­γαν τὸν φρά­χτη καὶ ἔ­κα­ναν αὐ­γὰ στὸ σπί­τι τοῦ γεί­το­να. Ἀ­παί­τη­σα τὰ αὐ­γὰ καὶ ὁ γεί­το­νάς μου μὲ μί­ση­σε. Ἀ­πὸ τό­τε, ἔ­βλε­πα τὴ φά­τσα του πά­νω στὸ φρά­χτη, τὴν ἐ­χθρι­κὴ καὶ ἱ­ε­ρο­ε­ξε­τα­στι­κὴ μα­τιά του, ἴ­δια μὲ τὴν δι­κή μου. Τὰ κο­τό­που­λά του περ­να­γαν τὸν φρά­χτη καὶ κα­τα­βρό­χθι­ζαν τὸ μου­λι­α­σμέ­νο κα­λαμ­πό­κι ποὺ προ­ό­ρι­ζα γιὰ τὰ δι­κά μου. Τὰ ξέ­να κο­τό­που­λα μοῦ ἔ­μοια­ζαν ἐγ­κλη­μα­τί­ες. Τὰ κα­τα­δί­ω­ξα καὶ τυ­φλω­μέ­νος ἀ­πὸ λύσ­σα σκό­τω­σα ἕ­να. Ὁ γεί­το­νας προ­σέ­δω­σε τε­ρά­στια ση­μα­σί­α στὴν ἐ­πί­θε­ση. Δὲν θέ­λη­σε νὰ δε­χτεῖ μιὰ χρη­μα­τι­κὴ ἀ­πο­ζη­μί­ω­ση. Τρά­βη­ξε μὲ σο­βα­ρό­τη­τα τὸ πτῶ­μα τοῦ κο­τό­που­λου καὶ ἀν­τὶ νὰ τὸ φά­ει, τὸ ἔ­δει­ξε στοὺς φί­λους του, γε­γο­νὸς μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἄρ­χι­σε νὰ κυ­κλο­φο­ρεῖ στὸ χω­ριὸ ὁ θρύ­λος τῆς ἰμ­πε­ρι­α­λι­στι­κῆς μου κτη­νω­δί­ας. Ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­νι­σχύ­σω τὴν πε­ρί­φρα­ξη, νὰ ἐ­παυ­ξή­σω τὴν ἐ­πα­γρύ­πνη­ση, νὰ ἀ­νε­βά­σω μὲ μιὰ λέ­ξη, τὸν πο­λε­μι­κό μου προ­ϋ­πο­λο­γι­σμό. Ὁ γεί­το­νας δι­έ­θε­τε ἕ­ναν σκύ­λο ἀ­πο­φα­σι­σμέ­νο γιὰ ὅ­λα· ἐ­γὼ σκέ­φτο­μαι νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να πι­στό­λι.

       Ποῦ εἶ­ναι ἡ πα­λιά μου ἡ­συ­χί­α; Εἶ­μαι πο­τι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν κα­χυ­πο­ψί­α καὶ τὸ μί­σος. Τὸ πνεῦ­μα τοῦ κα­κοῦ μὲ ἔ­χει κα­τα­λά­βει. Πρὶν ἤ­μουν ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τώ­ρα εἶ­μαι ἕ­νας ἰ­δι­ο­κτή­της.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα El libertario.

Gallinas (un cuento anarquista) (periodicoellibertario.blogspot.com)

Ρα­φα­ὲλ Μπάρ­ρετ (Rafael Barret): Γεν­νή­θη­κε στὴν Τορ­ρε­λα­βέγ­κα τῆς Καν­τά­βρια (Ἱ­σπα­νί­α) τὸ 1876 καὶ πέ­θα­νε στὴν Ἀρ­κα­σὸν (Γαλ­λί­α) τὸ 1910. Ὑ­πῆρ­ξε μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ του ἔρ­γου πα­ρή­χθη στὴν Πα­ρα­γουά­η, για­υτὸ καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ δι­α­κε­κρι­μέ­νη φι­γού­ρα τῆς πα­ρα­γουα­νῆς λο­γο­τε­χνί­ας τῶν ἀρ­χῶν τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του καὶ τὰ δο­κί­μιά του, βα­θέ­ως φι­λο­σο­φι­κοῦ πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, πα­ρά­δειγ­μα ἑ­νὸς βι­τα­λι­σμοῦ ποὺ ἦ­ταν κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο πρό­δρο­μος τοῦ ὑ­παρ­ξι­σμοῦ. Γνω­στὲς εἶ­ναι ἐ­πί­σης οἱ φι­λο­σο­φι­κὸ-πο­λι­τι­κές του θέ­σεις ὑ­πὲρ τοῦ ἀ­ναρ­χι­σμοῦ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Χρη­στά­κου Βα­σι­λι­κή. Ἰ­α­τρὸς καρ­δι­ο­λό­γος καὶ ἀ­ρι­στοῦ­χος ἀ­πό­φοι­τος τοῦ τμή­μα­τος Ἱ­σπα­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ Πο­λι­τι­σμὸς τοῦ Ἑλ­λη­νι­κοῦ Ἀ­νοι­χτοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Με­τα­φρά­ζει λο­γο­τε­χνί­α ἀ­πὸ τὴν ἱ­σπα­νι­κὴ στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα.



		

	

Γιώτα Ἀναγνώστου: Δὲν θ’ ἀργήσει


Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου 

 

Δὲν θ’ ἀρ­γή­σει


ΡΧΕΤΑΙ ΑΠΟ τὰ ἄ­με­τρα,  τὰ ἀ­βυσ­σα­λέ­α βά­θη,  τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο κῆ­τος. Τὸν ὄγ­κο του ὠ­θεῖ μὲς στὸ νε­ρὸ ση­κώ­νον­τας τὴν ἄμ­μο ἀ­π’ τὸν πυθ­μέ­να. Τὸν ὕ­πνο τῶν πε­τα­λού­δων τοῦ βυ­θοῦ τα­ρά­ζει καὶ σπᾶ­νε ἐ­κεῖ­νες τὰ κου­κού­λια καὶ φτε­ρο­κο­ποῦν τρι­γύ­ρω φω­σφο­ρί­ζου­σες. Τὸ μά­τι του θο­λὸ ἀ­πὸ δά­κρυ­α θυ­μοῦ γιὰ τὰ μι­κρό­τε­ρα ψα­ρά­κια ποὺ ἐ­νο­χλοῦ­νε τὴν πο­ρεί­α του. Κά­νει ἑ­λιγ­μοὺς νὰ τὰ ἀ­πο­φύ­γει ἐ­πι­δέ­ξιους. Τὸν μυ­ρί­ζει ἀ­πὸ μα­κριὰ τὸν φό­βο ποὺ τρι­γύ­ρω σπέρ­νει κι ἀ­κού­ει τῶν ὠ­κε­α­νῶν τὸ λά­λον ὕ­δωρ ποὺ τοῦ με­τα­φέ­ρει τὴν ἀ­πό­γνω­ση μι­κρῶν ζω­ῶν.

        Πτε­ρύ­για καὶ οὐ­ρὰ ἔ­χει ἀ­πὸ με­τά­ξι. Γα­λα­ζο­πρά­σι­νο τὸ χρῶ­μα του μὰ τὸ κε­φά­λι φού­ξια, ξε­χω­ρί­ζει. Τὸ στό­μα σὰν ἀ­νοί­γει κα­τα­πί­νει ὅ­λο τὸ πλαγ­κτὸν τῆς θά­λασ­σας κι ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τὸν φυ­ση­τή­ρα του ἐ­κτι­νάσ­σει ἀ­πεί­θαρ­χα βρο­χὴ ἀ­στε­ρι­ῶν ποὺ σκᾶ­νε ἄλ­λα μέ­σα στὸ νε­ρὸ καὶ ἄλ­λα, ἀ­κό­μα πιὸ με­γά­λα, ἔ­ξω στὸν κα­τα­σκό­τει­νο οὐ­ρα­νό.

        Ἕ­να πε­λώ­ριο κῆ­τος. Πλέ­ει πρὸς τὰ ρη­χὰ γιὰ νὰ μὲ βρεῖ. Ἕ­νας βα­ρὺς καὶ ἐ­ξαί­σιος ὑ­πο­βρύ­χιος κό­σμος θὰ ἐ­ξο­κεί­λει στὰ ρη­χὰ καὶ θὰ μὲ κα­τα­πι­εῖ για­τί ἄλ­λο σκο­πὸ δὲν ἔ­χει ἡ ὕ­παρ­ξή του καὶ ἡ πλεύ­ση του αὐ­τὴ ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­δώ­σει δι­και­ο­σύ­νη. Εἶ­ναι ἕ­να κῆ­τος δι­κα­στής. Μοῦ στέλ­νει τὴ φω­νή του μὲ τὰ ρεύ­μα­τα καὶ σὲ συ­χνό­τη­τες ποὺ ξέ­ρει πὼς δι­α­κρί­νω ἀ­πὸ χι­λι­ό­με­τρα μα­κριά, ἐ­νῶ τὸ πε­ρι­μέ­νω μὲ λα­χτά­ρα, ἄ­ο­πλη ἐν­τε­λῶς – ὅ­πως αὐ­τὸς ποὺ ξέ­ρει ὅ­τι φταί­ει ποὺ τὰ ὅ­πλα του ἀ­παρ­νή­θη­κε καὶ λα­χτα­ρᾶ τὴν τι­μω­ρί­α, κι εἶ­ναι ἡ φω­νὴ καὶ τὸ τρα­γού­δι του κλά­μα μω­ροῦ πού μοῦ ζη­τά­ει νὰ τὸ θη­λά­σω.

        Τὸ νι­ώ­θω. Πλη­σιά­ζει. Δὲν εἶ­ναι ποὺ τὸ στῆ­θος μου φου­σκώ­νει καὶ  τὴν ἄ­φι­ξή του ἀ­ναγ­γέλ­λει. Εἶ­ναι ποὺ ξέ­ρει, τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο κῆ­τος, ὅ­τι δὲν ἀν­τέ­χω γιὰ πο­λὺ νὰ πε­ρι­μέ­νω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ώ­τα Ἀ­να­γνώ­στου (Ἀ­θή­να). Τε­λεί­ω­σε τὴ Νο­μι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ζεῖ ἀ­πὸ τὴ δι­κη­γο­ρί­α.


Χρῖστος Δάλκος: Ἡ πραγματική κυρία Μίνα


Χρῖ­στος Δάλ­κος


Ἡ πραγ­μα­τι­κὴ κυ­ρί­α Μί­να


«ΩΡΑΙΑ ΜΠΟΥΤΑΚΙΑ, ἔ­τσι;» εἶ­πε ὁ Ζα­ρού­χλας, ἐ­κεῖ γύ­ρω στὸ ᾿67, ἤ­μα­στε δὲ θά ᾿μα­στε δε­κά­ξι χρο­νῶ, κι ἑ­νώ­νον­τας τὸν ἀν­τί­χει­ρα μὲ τὸν δεί­κτη καὶ τὸν μέ­σο τὰ ἔ­συ­ρε πρὸς τὰ κά­τω, ἡ χού­φτα ἀ­νά­σκε­λη, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α ἐ­κτί­μη­σης τοῦ ὡ­ραί­ου.

            Εἴ­χα­με βγῆ ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα τῶν ἀγ­γλι­κῶν τοῦ δευ­τέ­ρου ὀ­ρό­φου τοῦ Ἰν­στι­τού­του καὶ περ­νά­γα­με ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴν αἴ­θου­σα τοῦ πρώ­του ὀ­ρό­φου τοῦ Ἰν­στι­τού­του, ποὺ ἡ πόρ­τα της ἤ­τα­νε ἀ­νοι­χτὴ καὶ μπο­ροῦ­σες νὰ δῇς τὴν κυ­ρί­α Μί­να κα­θι­σμέ­νη στὴν ἕ­δρα. Ἡ φού­στα τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας ἦ­ταν τρα­βηγ­μέ­νη λί­γο πρὸς τὰ πά­νω καὶ ἄ­φη­νε νὰ φαί­νων­ται τὰ πό­δια της μέ­χρι τὴν μέ­ση πε­ρί­που τῶν μη­ρῶν. Τό­τε ὁ Ζα­ρού­χλας μὲ κύτ­τα­ξε μὲ λί­γο πο­νη­ρό, λί­γο θαυ­μα­στι­κὸ ὕ­φος, ἕ­νω­σε τὰ τρί­α δά­χτυ­λα καὶ τὰ κί­νη­σε πρὸς τὰ κά­τω λέ­γον­τας: «Ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;» Μπο­ρεῖ νὰ πρό­σθε­σε κι­ό­λας: «Μὴ μοῦ πῇς!», ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν τὸ θυ­μᾶ­μαι κα­λά.

            Ἐ­κεῖ­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι εἶ­ναι πὼς ἡ κυ­ρί­α Μί­να, στὸ ἄν­θος τῆς νι­ό­της της, κά­που εἰ­κο­σι­δύ­ο χρο­νῶ, φο­ροῦ­σε μαῦ­ρες νά­υ­λον κάλ­τσες καὶ μαῦ­ρα λου­στρι­νέ­νια γο­βά­κια, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ τοῦ μα­κρι­νοῦ ᾿67, ποὺ ὁ Ζα­ρού­χλας γύ­ρι­σε καὶ μοῦ ᾿πε πὼς «ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;» καὶ ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ εἶ­πε κι­ό­λας «Μὴ μοῦ πῇς!», μ᾿ ἕ­να πο­νη­ρὸ ἐ­φη­βι­κὸ χα­μό­γε­λο.

            Τό­τε ἦ­ταν ποὺ ἡ κυ­ρί­α Μί­να γύ­ρι­σε τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τῶν εἰ­κο­σι­δύ­ο της χρό­νων καὶ μᾶς κύτ­τα­ξε, ἐ­κεῖ, στὴν πόρ­τα τῆς αἴ­θου­σας τῶν ἀγ­γλι­κῶν τοῦ Ἰν­στι­τού­του, τὴν ὥ­ρα ποὺ ὁ Ζα­ρού­χλας κα­τέ­βα­ζε τὴν ἀ­νά­σκε­λη χού­φτα του μὲ τὰ τρί­α δά­χτυ­λα ἑ­νω­μέ­να, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α θαυ­μα­σμοῦ, καὶ σὰν νὰ κα­τά­λα­βε, για­τὶ τὰ γα­λα­νά της μά­τια τῶν εἰ­κο­σι­δύ­ο χρό­νων μᾶς χα­μο­γέ­λα­σαν εὔ­θυ­μα, καὶ λί­γο αὐ­τά­ρε­σκα, κι ἐ­γὼ ἔ­σκυ­ψα τὸ κε­φά­λι κα­τα­κόκ­κι­νος. Ὁ Ζα­ρού­χλας δὲν ξέ­ρω τί ἔ­κα­νε, για­τὶ τὸ μό­νο ποὺ θυ­μᾶ­μαι ἀ­πὸ ᾿κεῖ κι ἔ­πει­τα εἶ­ναι τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας νὰ μοῦ χα­μο­γε­λοῦν ὅ­λο εὐ­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση, ἐ­κεί­νη τὴν μα­κρι­νὴ βρα­διὰ τοῦ ᾿67.


Αὐ­τὰ τὰ γα­λα­νὰ μά­τια τὰ ξα­να­συ­νάν­τη­σα με­τὰ ἀ­πὸ πε­νῆν­τα πε­ρί­που χρό­νια, στὸν προ­θά­λα­μο ἑ­νὸς ἰ­α­τρεί­ου καὶ τὰ ἀ­να­γνώ­ρι­σα ἀ­μέ­σως: ἦ­ταν τῆς κυ­ρί­ας Μί­νας. Ὅ­μως ἡ κυ­ρί­α Μί­να δὲν ἦ­ταν ἡ κυ­ρί­α Μί­να. Κά­τω ἀ­πὸ τὰ γα­λα­νά της μά­τια σά­λευ­αν οἱ δί­πλες ἑ­νὸς πλα­δα­ροῦ προ­γου­λιοῦ, καὶ στὰ κον­τό­χον­τρα γε­ρα­σμέ­να της πό­δια ἕ­νας θύ­σα­νος ἀ­πὸ γα­λα­ζό­μαυ­ρες σπα­σμέ­νες φλέ­βες χυ­μοῦ­σε ἀ­πὸ τὴν ἄ­κρη τῶν μη­ρῶν καὶ τὰ γό­να­τα, μέ­χρι κά­τω, τὰ πρη­σμέ­να της δά­χτυ­λα.

            Δὲν φά­νη­κε νὰ μὲ ἀ­να­γνώ­ρι­σε, οὔ­τε κι ἐ­γὼ θέ­λη­σα νὰ δώ­σω γνω­ρι­μί­α. Ἐξ ἄλ­λου αὐ­τὴ ἡ κυ­ρί­α Μί­να δὲν ἦ­ταν ἡ πραγ­μα­τι­κὴ κυ­ρί­α Μί­να, ποὺ τὴν εἶ­χε δεῖ ὁ Ζα­ρού­χλας καὶ εἶ­χε πεῖ «ὡ­ραῖ­α μπου­τά­κια, ἔ­τσι;», ἑ­νώ­νον­τας τὸν ἀν­τί­χει­ρα, τὸν δεί­κτη καὶ τὸν μέ­σο, ἡ χού­φτα ἀ­νά­σκε­λη, σὲ μιὰ χει­ρο­νο­μί­α θαυ­μα­σμοῦ.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλία τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016) καὶ τὸ δο­κί­μιο Γλωσ­σικὴ δι­δα­σκα­λία: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λάθη μας; (Παρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019).



		

	

Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier): Φιλάνθρωπος ἤ ἀδελφικὸς κερατᾶς


Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier)


Κ έ ρ α τ ο  κ α ὶ  Δ η μ ο κ ρ α τ ί α

[3/3]

 

Φι­λάν­θρω­πος ἤ ἀ­δελ­φι­κὸς κε­ρα­τᾶς

(Cocu philanthrope ou fraternel)


ΙΛΑΝΘΡΩΠΟΣ ἤ ἀ­δελ­φι­κὸς κε­ρα­τᾶς εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ θε­ω­ρεῖ τοὺς ἀν­θρώ­πους ὡς μί­α οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­πὸ ἀ­δέρ­φια, ἀ­νά­με­σα στὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­λα τὰ ἀ­γα­θὰ ὀ­φεί­λουν νὰ εἶ­ναι κοι­νά. Δι­ό­τι θρέ­φει κα­λό­καρ­δα ἕ­να πλῆ­θος παι­δι­ῶν τὰ ὅ­ποι­α φέ­ρουν τὸ ὄ­νο­μά του, ἀ­νή­κουν ὅ­μως στοὺς γεί­το­νες καὶ συμ­πο­λί­τες του καὶ ὁ κό­σμος κα­το­νο­μά­ζει τοὺς πα­τε­ρά­δες τους: τὰ ὀ­νό­μα­τά τους ἐ­ξάλ­λου ἐγ­γρά­φον­ται στὰ ἴ­δια τὰ πρό­σω­πα τῶν παι­δι­ῶν. Τοῦ­το δὲν στέ­κε­ται ἐμ­πό­διο στὴν ἰ­σο­δύ­να­μη ἀ­γά­πη ποὺ τρέ­φει γιὰ ὅ­λα τους, ἀ­λη­θι­νὸ ὑ­πό­δειγ­μα τῆς φι­λαν­θρω­πί­ας, τῆς ἀ­δελ­φο­σύ­νης, τῆς ἰ­σό­τη­τας καὶ τῶν ἀ­ρε­τῶν τῆς δη­μο­κρα­τί­ας.



Πη­γή: Char­les Fou­rier, ­να­λυ­τι­κὸς Κα­τά­λο­γος τῶν Κε­ρα­τά­δων [Tab­leau A­na­ly­ti­­que du Co­cu­a­ge, 1808 (;/συγ­γρα­φή), 1856, 1924)], Με­τά­φρα­ση: Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου, Σχέ­δια: Τά­σος Παυ­λό­που­λος, Ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2009 (κεί­με­­νο ἀρ. 54). [Ἡ θε­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρί­λη­ψη τῶν τρι­ῶν κει­μέ­νων ὑ­πὸ τὸν ὑ­πέρ­τι­τλο «Κέρα­το καὶ Δη­μο­κρα­τία» εἶ­ναι τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου]

* * *

[…] Φου­ρι­έ, ποὺ δὲν κε­ρα­τώ­θη­κε πο­τὲ δι­ό­τι τοῦ ­ρε­σαν πο­λὺ οἱ γυ­ναῖ­κες (βλ. νο­μα­δι­κὸ πά­θος) γιὰ νὰ βρε­θεῖ παν­τρε­μέ­νος, δὲν θε­ω­ρεῖ κα­θό­λου δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τὸ κε­ρά­τω­μα. Δι­α­σκε­δά­ζει ­διος καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κι ­μᾶς μὲ τὸ ἀν­τί­κει­με­νό του, δὲν ­στει­εύ­ε­ται ­μως μὲ αὐ­τό. Καὶ λέ­ω δι­α­σκε­δά­ζει ­πει­δὴ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ποὺ δι­α­τρέ­χει ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του […], δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει αὐ­τὸ κα­θε­αυ­τό: τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὶς κοι­νω­νι­κὲς δυσ­λει­τουρ­γί­ες ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ γά­μο.

[…] Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, εἶ­ναι μα­νια­κὸς μὲ τοὺς δι­ά­φο­ρους κα­τα­λό­γους, τὰ κα­τά­στι­χα, τὶς κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις, τὶς ἀ­πα­ριθ­μή­σεις. Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, θέ­τει στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἔρ­γου του τὴν ἡ­δο­νή, τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ καὶ ἰ­δί­ως τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ἐπιθυ­μί­α. Ἡ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Σὰντ γί­νε­ται φι­λό­σο­φος τοῦ «κα­κοῦ» ὅ­ταν πα­ρου­σιά­ζει κά­θε ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς φυ­σι­κή, ἐ­νῶ ὁ Φου­ρι­ὲ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μιὰ ἀ­κτι­νο­βό­λο ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὅ­που ὅ­λες οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θὰ ἐκ­πλη­ρώ­νον­ται ἐφό­σον εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χρήσι­μες στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅ­τι «δὲν θὰ βλά­πτουν καὶ δὲν θὰ θί­γουν τὸν ἄλ­λον». Δέ­χε­ται πάν­τως τὶς σαδι­στι­κὲς ἢ μα­ζο­χι­στι­κὲς «δι­α­στρο­φὲς», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει συ­ναί­νε­ση.

[Ἀπὸ τὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἔ­κδο­σης (ὅπ.π.) τοῦ Ro­main Pe­hel «Ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῶν κε­ρα­τά­δων»]


Σὰρλ Φου­ρι­έ (Charles Fourier) (Μπε­ζαν­σόν, 07.04.1772-Πα­ρί­σι, 10.10.1837): Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ οὐ­το­πι­κοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ. Μο­να­δι­κὸ παι­δὶ ἑ­νὸς ἐμ­πό­ρου ὑ­φα­σμά­των, ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στὴς καὶ ἀλ­λη­λο­γρά­φος τοῦ οἴ­κου Κέρ­τις καὶ Λάμπ. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, μοι­ρα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὴ ρου­τί­να τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ καὶ τὸν τολ­μη­ρὸ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὁ­ρα­μα­τι­σμό. Ἡ σκέ­ψη καὶ τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς σο­σι­α­λι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὁ Φου­ρι­ὲ πρό­τει­νε τὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ προ­σω­πι­κοῦ βί­ου, ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων ἕ­ως αὐ­τὸν τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὁ νέ­ος ἐ­ρω­τι­κὸς κό­σμος ποὺ βρέ­θη­κε στὰ πα­ρα­με­λη­μέ­να χει­ρό­γρα­φά του, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1967, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Si­mo­ne De­bout-O­le­szkie­wicz.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου (Κά­ϊ­ρο, 1966). Σπού­δα­σε στὴ Σορ­βόν­νη συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κλα­σι­κὸ τρα­γού­δι καὶ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­χει γρά­ψει μιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν μὲ τί­τλο Μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν νε­κρῶν (ἐκδ. Ἄ­γρα) καὶ τὰ ἑ­ξῆς θε­α­τρι­κὰ κεί­με­να: «Νυ­χτω­δί­α» (ἐκδ. Ἄ­γρα), «Νε­ρο­πομ­πή» (ἐκδ. Νε­φέ­λη), «Ἰ­φι­γέ­νεια τῆς Εὐ­ρι­πί­δου» (ἐκδ. Νε­φέ­λη). Ἡ «Νυ­χτω­δί­α» ἔ­χει πά­ρει τὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ παί­χτη­κε στὸ φε­στι­βὰλ Intercity τῆς Φλο­ρεν­τί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α καὶ ἔ­χει ἀ­νε­βά­σει ἕ­ξι πα­ρα­στά­σεις. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων Κα­ζα­νό­βα (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σαὶν Τζὸν Πέρς (περ. Ποί­η­ση), Μο­λι­έ­ρο (ἐκδ. Ἐ­πι­και­ρό­τη­τα), Μπαλ­ζάκ (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σάντ (ἐκδ. Ἄ­γρα), κα­θὼς καὶ λιμ­πρέ­τα γιὰ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Λυ­ρι­κὴ Σκη­νή.


Εἰ­κό­να: Σχέ­διο Τά­σου Παυ­λό­που­λου (ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πη­γὴ τοῦ κει­μέ­νου).



		

	

Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier): Ἔμ­φυ­τος κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στής


Σὰρλ Φουριέ (Charles Fourier)


Κ έ ρ α τ ο  κ α ὶ  Δ η μ ο κ ρ α τ ί α

[2/3]

 

Ἔμ­φυ­τος κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στής

(Cocu de vocation ou de grâce ou cocu quiétiste)


ΕΜΦΥΤΟΣ κε­ρα­τᾶς, χα­ρι­σμα­τι­κὸς ἤ ἡ­συ­χα­στὴς εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δι­α­θέ­τει ἐκ φύ­σε­ως ὅ,τι τὸ ἐ­πί­κτη­το ἔ­χει ὁ Ὀρ­θό­δο­ξος (βλ. ἀρ. 35), εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος ποὺ δὲν γνώ­ρι­σε πο­τὲ τὴν ὑ­πο­ψί­α οὔ­τε καὶ τὶς προ­ει­δο­ποι­ή­σεις, ἐ­κεῖ­νος ποὺ ἔ­φε­ρε στὸ γά­μο μιὰ κα­θα­ρὴ καὶ ἔν­τι­μη ψυ­χή, τὴ θε­ϊ­κὴ εὐφο­ρία ἐν ὀ­λί­γοις, εἶ­ναι αὐ­τὸς ποὺ βρί­σκει στὴ στα­δι­ο­δρο­μί­α τοῦ κε­ρα­τώμα­τος ὅ­λα τὰ ἀ­γα­θὰ ποὺ τὸ πε­ρί­φη­μο Σύν­ταγ­μα ὑ­πο­σχό­ταν στοὺς Γάλ­λους: τὴν εἰ­ρή­νη, τὴν ἑ­νότη­τα, τὴν ὁ­μό­νοι­α, συ­νο­δευ­ό­με­να ἀ­πὸ τὴν ἠ­ρε­μί­α καὶ τὴ γα­λή­νη. Εἶ­ναι ἡ κα­λύ­τε­ρη πά­στα κερα­τᾶ σὲ ὁ­λό­κλη­ρη τὴν ἀ­δελ­φό­τη­τα.



Πη­γή: Char­les Fou­rier, ­να­λυ­τι­κὸς Κα­τά­λο­γος τῶν Κε­ρα­τά­δων [Tab­leau A­na­ly­ti­­que du Co­cu­a­ge, 1808 (;/συγ­γρα­φή), 1856, 1924)], Με­τά­φρα­ση: Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου, Σχέ­δια: Τά­σος Παυ­λό­που­λος, Ἐκ­δό­σεις Ἄ­γρα, Ἀ­θή­να, 2009 (κεί­με­­νο ἀρ. 50). [Ἡ θε­μα­τι­κὴ συμ­πε­ρί­λη­ψη τῶν τρι­ῶν κει­μέ­νων ὑ­πὸ τὸν ὑ­πέρ­τι­τλο «Κέρα­το καὶ Δη­μο­κρα­τία» εἶ­ναι τοῦ ἐ­πι­με­λη­τῆ τοῦ πα­ρόν­τος ἱ­στο­λο­γί­ου]

* * *

[…] Φου­ρι­έ, ποὺ δὲν κε­ρα­τώ­θη­κε πο­τὲ δι­ό­τι τοῦ ­ρε­σαν πο­λὺ οἱ γυ­ναῖ­κες (βλ. νο­μα­δι­κὸ πά­θος) γιὰ νὰ βρε­θεῖ παν­τρε­μέ­νος, δὲν θε­ω­ρεῖ κα­θό­λου δι­α­σκε­δα­στι­κὸ τὸ κε­ρά­τω­μα. Δι­α­σκε­δά­ζει ­διος καὶ δι­α­σκε­δά­ζει κι ­μᾶς μὲ τὸ ἀν­τί­κει­με­νό του, δὲν ­στει­εύ­ε­ται ­μως μὲ αὐ­τό. Καὶ λέ­ω δι­α­σκε­δά­ζει ­πει­δὴ αὐ­τὸ τὸ θέ­μα ποὺ δι­α­τρέ­χει ­λό­κλη­ρο τὸ ἔρ­γο του […], δὲν τὸν ἐν­δι­α­φέ­ρει αὐ­τὸ κα­θε­αυ­τό: τὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ ὡς χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ πα­ρά­δειγ­μα γιὰ νὰ κα­τα­δεί­ξει τὶς κοι­νω­νι­κὲς δυσ­λει­τουρ­γί­ες ποὺ συν­δέ­ον­ται μὲ τὸ γά­μο.

[…] Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, εἶ­ναι μα­νια­κὸς μὲ τοὺς δι­ά­φο­ρους κα­τα­λό­γους, τὰ κα­τά­στι­χα, τὶς κα­τη­γο­ρι­ο­ποι­ή­σεις, τὶς ἀ­πα­ριθ­μή­σεις. Ὅ­πως καὶ ὁ Σάντ, θέ­τει στὸ ἐ­πί­κεν­τρο τοῦ ἔρ­γου του τὴν ἡ­δο­νή, τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ καὶ ἰ­δί­ως τὴ σε­ξου­α­λι­κὴ ἐπιθυ­μί­α. Ἡ βα­σι­κὴ δι­α­φο­ρὰ εἶ­ναι ὅ­τι ὁ Σὰντ γί­νε­ται φι­λό­σο­φος τοῦ «κα­κοῦ» ὅ­ταν πα­ρου­σιά­ζει κά­θε ἐ­πι­θυ­μί­α ὡς φυ­σι­κή, ἐ­νῶ ὁ Φου­ρι­ὲ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται μιὰ ἀ­κτι­νο­βό­λο ἀν­θρω­πό­τη­τα, ὅ­που ὅ­λες οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες θὰ ἐκ­πλη­ρώ­νον­ται ἐφό­σον εἶ­ναι ἀ­πὸ τὴ φύ­ση τους χρήσι­μες στὴν κοι­νω­νί­α τῆς ἁρ­μο­νί­ας, ὑπὸ τὸν ὅρο ὅ­τι «δὲν θὰ βλά­πτουν καὶ δὲν θὰ θί­γουν τὸν ἄλ­λον». Δέ­χε­ται πάν­τως τὶς σαδι­στι­κὲς ἢ μα­ζο­χι­στι­κὲς «δι­α­στρο­φὲς», ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει συ­ναί­νε­ση.

[Ἀπὸ τὸ ἐ­πί­με­τρο τῆς ἔ­κδο­σης (ὅπ.π.) τοῦ Ro­main Pe­hel «Ὁ πο­λι­τι­σμὸς τῶν κε­ρα­τά­δων»]


Σὰρλ Φου­ρι­έ (Charles Fourier) (Μπε­ζαν­σόν, 07.04.1772-Πα­ρί­σι, 10.10.1837): Ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ἐ­πι­φα­νέ­στε­ρους ἐκ­προ­σώ­πους τοῦ οὐ­το­πι­κοῦ σο­σι­α­λι­σμοῦ. Μο­να­δι­κὸ παι­δὶ ἑ­νὸς ἐμ­πό­ρου ὑ­φα­σμά­των, ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος, λο­γι­στὴς καὶ ἀλ­λη­λο­γρά­φος τοῦ οἴ­κου Κέρ­τις καὶ Λάμπ. Ἡ ζω­ή του ἦ­ταν, στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α, μοι­ρα­σμέ­νη ἀ­νά­με­σα στὴ ρου­τί­να τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βι­ο­πο­ρι­σμοῦ καὶ τὸν τολ­μη­ρὸ καὶ δη­μι­ουρ­γι­κὸ κοι­νω­νι­κὸ ὁ­ρα­μα­τι­σμό. Ἡ σκέ­ψη καὶ τὸ ἔρ­γο του ἐ­πη­ρέ­α­σαν ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὴν ἀ­νά­πτυ­ξη τῆς σο­σι­α­λι­στι­κῆς θε­ω­ρί­ας. Ὁ Φου­ρι­ὲ πρό­τει­νε τὴ συ­νο­λι­κὴ ἀ­να­μόρ­φω­ση τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καὶ προ­σω­πι­κοῦ βί­ου, ἀ­πὸ τὸ χῶ­ρο τῶν οἰ­κο­νο­μι­κῶν σχέ­σε­ων ἕ­ως αὐ­τὸν τῆς ἐ­ρω­τι­κῆς ζω­ῆς. Ὁ νέ­ος ἐ­ρω­τι­κὸς κό­σμος ποὺ βρέ­θη­κε στὰ πα­ρα­με­λη­μέ­να χει­ρό­γρα­φά του, πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε τὸ 1967, σὲ ἐ­πι­μέ­λεια τῆς Si­mo­ne De­bout-O­le­szkie­wicz.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Σο­φί­α Δι­ο­νυ­σο­πού­λου (Κά­ϊ­ρο, 1966). Σπού­δα­σε στὴ Σορ­βόν­νη συγ­κρι­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α καὶ στὴν Ἑλ­λά­δα κλα­σι­κὸ τρα­γού­δι καὶ φω­το­γρα­φί­α. Ἔ­χει γρά­ψει μιὰ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν μὲ τί­τλο Μὲ τὶς εὐ­λο­γί­ες τῶν νε­κρῶν (ἐκδ. Ἄ­γρα) καὶ τὰ ἑ­ξῆς θε­α­τρι­κὰ κεί­με­να: «Νυ­χτω­δί­α» (ἐκδ. Ἄ­γρα), «Νε­ρο­πομ­πή» (ἐκδ. Νε­φέ­λη), «Ἰ­φι­γέ­νεια τῆς Εὐ­ρι­πί­δου» (ἐκδ. Νε­φέ­λη). Ἡ «Νυ­χτω­δί­α» ἔ­χει πά­ρει τὸ βρα­βεῖ­ο πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νου θε­α­τρι­κοῦ συγ­γρα­φέ­α καὶ παί­χτη­κε στὸ φε­στι­βὰλ Intercity τῆς Φλο­ρεν­τί­ας. Ἀ­πὸ τὸ 2000 ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴ σκη­νο­θε­σί­α καὶ ἔ­χει ἀ­νε­βά­σει ἕ­ξι πα­ρα­στά­σεις. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἐ­πί­σης πολ­λοὺς συγ­γρα­φεῖς, με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων Κα­ζα­νό­βα (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σαὶν Τζὸν Πέρς (περ. Ποί­η­ση), Μο­λι­έ­ρο (ἐκδ. Ἐ­πι­και­ρό­τη­τα), Μπαλ­ζάκ (ἐκδ. Ἄ­γρα), Σάντ (ἐκδ. Ἄ­γρα), κα­θὼς καὶ λιμ­πρέ­τα γιὰ τὴν Ἐ­θνι­κὴ Λυ­ρι­κὴ Σκη­νή.


Εἰ­κό­να: Σχέ­διο Τά­σου Παυ­λό­που­λου (ἀ­πὸ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ πη­γὴ τοῦ κει­μέ­νου).