Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Τὸ προξενιό



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Τὸ προξενιό


ΘΕΙΑ ΔΗΜΗΤΡΑ ἦ­ταν τριά­ντα χρο­νῶν κι ἀ­κό­μα δί­χως ἄν­τρα. Στὸ πα­ρελ­θόν, τῆς εἶ­χαν ἔρ­θει κάμ­πο­σα προ­ξε­νιά, μὰ ὁ παπ­ποὺς τὰ εἶ­χε ἀ­πορ­ρί­ψει ὅ­λα. Πλέ­ον δὲν χω­ρά­γα­νε ἀ­να­βο­λές, ἤ­δη στὸ χω­ριὸ γε­ρον­το­κό­ρη τὴν ἀ­νε­βά­ζα­νε, κα­κο­ρί­ζι­κη τὴν κα­τε­βά­ζα­νε. Τὸ πρῶ­το Σάβ­βα­το τοῦ Ἰ­ού­λη, ἡ θεί­α κι ὁ παπ­ποὺς ἦρ­θαν σπί­τι μας, τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ ’ρ­χό­ταν κι ὁ ὑ­πο­ψή­φιος γαμ­πρός, κα­θό­τι ἔ­με­νε κον­τὰ στὰ μέ­ρη τὰ δι­κά μας.

       Οἱ με­γά­λοι μοῦ ’­χαν ρη­τῶς ἀ­πα­γο­ρέ­ψει νὰ πα­ρί­στα­μαι στὴ γνω­ρι­μί­α, τί δου­λειὰ ἔ­χουν τὰ πι­τσι­ρί­κια νὰ μπλέ­κον­ται σὲ τέ­τοι­ες δου­λει­ές, ἔ­λε­γε ὁ παπ­πούς. Ἡ ἀ­παί­τη­ση αὐ­τὴ μό­νο τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου κα­τά­φε­ρε νὰ ἐ­ξά­ψει, τί ἤ­θε­λαν νὰ μοῦ κρύ­ψουν, τί φο­βοῦν­ταν; Ἐ­ρά­στρια τῶν Πέν­τε Φί­λων καὶ τῶν Μυ­στι­κῶν Ἑ­φτά, κρυ­φο­κοί­τα­ζα ἀ­π’ τὴ χα­ρα­μά­δα, κρα­τών­τας ση­μει­ώ­σεις. Τὰ πρῶ­τα εὑ­ρή­μα­τα τῆς ἔ­ρευ­νας ἦ­ταν συ­ναρ­πα­στι­κά. Ὁ μέλ­λον­τας γαμ­πρὸς ἔ­πα­σχε ἀ­πὸ βα­ριᾶς μορ­φῆς μυ­ω­πί­α. Ὁ φα­κὸς τῶν γυ­α­λιῶν του ἦ­ταν τό­σο πα­χὺς ποὺ τὰ μά­τια του φαί­νον­ταν πολ­λά­κις με­γα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ κα­νο­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που. Ἐν­δε­χο­μέ­νως νὰ ἐ­πρό­κει­το γιὰ γυα­λιὰ-κιά­λια κι ἔ­τσι ἂν ὁ γαμ­πρὸς ἀ­γνάν­τευ­ε τὴ Ρού­με­λη ἀ­π’ τὸ μπαλ­κό­νι μας, νά ’­βλε­πε ἀν­θρώ­πους ν’ ἀ­γναν­τεύ­ου­νε τ’ αὐ­λά­κι. Ἢ γιὰ γυα­λιὰ-με­γε­θυν­τι­κοὺς φα­κούς, ποὺ τὸν βό­η­θα­γαν νὰ ξε­ψει­ρί­ζει κε­φά­λια μὲ εὐ­κο­λί­α ἢ νὰ ἐν­το­πί­ζει δα­κτυ­λι­κὰ ἀ­πο­τυ­πώ­μα­τα σὲ πα­λιὰ σερ­βί­τσια τοῦ κα­φὲ κι ἐ­πι­δερ­μί­δες χρό­νια ἀ­νέγ­γι­χτες.

       Ἡ πιὸ ἀ­ξι­ο­πρό­σε­χτη, ὡ­στό­σο, πα­ρα­τή­ρη­ση ἀ­φο­ροῦ­σε τὶς πα­λά­μες τῶν μελ­λό­νυμ­φων. Ἡ θεί­α εἶ­χε τρα­χιὰ χέ­ρια γε­μά­τα ρό­ζους καὶ νύ­χια φα­γω­μέ­να ἀ­πὸ τὶς δου­λει­ὲς τοῦ χω­ρα­φιοῦ. Ὁ κύ­ριος Βησ­σα­ρί­ων εἶ­χε δά­χτυ­λα τρυ­φε­ρὰ καὶ λε­πτε­πί­λε­πτα ποὺ μαρ­τυ­ροῦ­σαν ἐ­κτε­τα­μέ­νη πνευ­μα­τι­κὴ ἐ­να­σχό­λη­ση, ἐν­δε­χο­μέ­νως καὶ πι­α­νο­παι­ξί­α.

       Ὁ παπ­ποὺς ἀ­πέρ­ρι­ψε κι αὐ­τὸ τὸ προ­ξε­νιό, δὲ θὰ δώ­σω ἐ­γὼ τὴν κό­ρη μου σ’ αὐ­τὸν τὸν γκα­βού­λια­κα, εἶ­πε πρὶν κα­λὰ-κα­λὰ πε­ρά­σει ὁ πα­ρο­λί­γον θεῖ­ος μου τὴν ἔ­ξω πόρ­τα. Εὐ­τυ­χῶς ὅ­ταν φό­ρε­σα ἐ­γὼ γυα­λιά, ὁ παπ­ποὺς εἶ­χε πε­θά­νει δέ­κα χρό­νια.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.


		
Advertisements

Βασίλης Καραβίτης: Τὸ τρένο τῆς ζωῆς καὶ γιατὶ δὲν τὸ προλάβαμε


Βα­σί­λης Κα­ρα­βί­της


Τὸ τραῖ­νο τῆς ζω­ῆς

καὶ για­τί δὲν τὸ προ­λα­βαί­νου­με


Δο­σμέ­νος σὲ κα­τε­πεί­γουσες δου­λει­ὲς

Ξέ­χα­σα πὼς κά­πο­τε κα­νεὶς πε­θαί­νει.

Τ. Ρού­ζε­βιτς


ΣΑ ΠΟΥ ΠΡΟΛΑΒΑ νὰ γεν­νη­θῶ (θρη­νών­τας γο­ε­ρὰ γιὰ τὸν κό­σμο ποὺ μὲ προ­ό­ρι­ζαν) καὶ μᾶς πρό­λα­βε ἡ Κα­το­χὴ στὸν Πει­ραι­ά. Ὡ­στό­σο πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­λαύ­σω κά­τι πρω­ι­νὰ μὲ φρυ­γα­νι­ές, βού­τυ­ρο καὶ μέ­λι (ποὺ τώ­ρα τοὺς ἀν­τι­στέ­κο­μαι ἡ­ρω­ι­κὰ λό­γῳ χο­λη­στε­ρί­νης) κι ἔ­πει­τα πεί­να καὶ τῶν γο­νέ­ων. Στὸ τέ­λος, τί νὰ γί­νει, ἐ­πέ­ζη­σα ἀ­π’ τὸν κα­το­χι­κὸ ἐ­φιά­λτη ὅ­πως καὶ ἄλ­λοι πολ­λοί, πι­τσι­ρι­κὰς ὅ­μως δε­κά­χρο­νος, ἀ­νύ­πο­πτος κι ἀ­δε­νο­πα­θής, ἔ­τσι ποὺ δὲν δι­εκ­δι­κῶ σή­με­ρα νὰ ἱ­στο­ρή­σω τί­πο­τα γιὰ τὸ κα­κὸ παι­δι­κό μου ὄ­νει­ρο ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς. Γλί­τω­σα λοι­πὸν ἀ­π’ τὴν ἀ­σι­τί­α, τὶς ἀ­δέ­σπο­τες, τὰ μπλό­κα (τὸ πῶς δὲν ἔ­χει κα­νέ­να ἡ­ρω­ι­κὸ στοι­χεῖ­ο) ἀλ­λὰ ἀ­μέ­σως μὲ πρό­λα­βε τὸ ὄ­ψι­μο μαρ­τύ­ριο τῆς σχο­λι­κῆς θη­τεί­ας μου στὸ Δη­μο­τι­κό τῆς συ­νοι­κί­ας μας. Καὶ μά­λι­στα φορ­τω­μέ­νο τὸν ἀ­σή­κω­το ρό­λο τοῦ πρώ­του μα­θη­τῆ, σὲ μιὰ κρύ­α αἴ­θου­σα γε­μά­τη κου­ρε­μέ­νους μὲ τὴν ψι­λὴ μη­χα­νὴ καὶ ἀ­μή­χα­νους συμ­μα­θη­τές μου. Μὴν ἔ­χον­τας συ­νεί­δη­ση τοῦ θαύ­μα­τος τῆς σω­τη­ρί­ας μου σχι­ζό­μου­να ἀ­π’ τὰ χα­ρά­μα­τα νὰ προ­λά­βω τὸ ἄ­ρι­στα, ἐ­νῶ τὰ με­ση­μέ­ρια ἔ­τρε­χα νὰ προ­λά­βω καὶ τὸ πο­δό­σφαι­ρο τῆς γει­το­νιᾶς μὲ κά­τι τό­πια πά­νι­να τῆς συμ­φο­ρᾶς, ποὺ ὅ­ταν ἔ­βρε­χε βά­ραι­ναν μὲ τὶς ὀ­κά­δες (ἕ­να τέ­τοι­ο μὲ πρό­λα­βε ἀ­νέ­τοι­μο μ’ ἀ­νοι­χτὸ τὸ στό­μα κι ἀ­κό­μα θρη­νῶ κά­ποι­ο ὡ­ραῖ­ο μου μπρο­στι­νὸ δόν­τι). Λα­χτα­ροῦ­σα νὰ δι­α­κρι­θῶ στὴν ἐ­πί­θε­ση κι ὅλο βρι­σκό­μου­να στὴν ἄ­μυ­να ἢ «φυ­λα­ρού­χας», για­τί κι ἐ­δῶ τὶς ἐ­πι­λο­γὲς τὶς εἴ­χα­νε κά­τι δυ­να­τὰ μαγ­κά­κια ποὺ δὲν ση­κώ­να­νε κου­βέν­τα (ἀ­πὸ τέ­τοι­α καὶ κά­τι ἄλ­λα πε­ρισ­σεύ­ει ἔ­κτο­τε ἀ­νι­κα­νο­ποί­η­τη ἡ ἔμ­φυ­τη ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τα τοῦ χα­ρα­κτή­ρα μου καὶ δὲν γνω­ρί­ζει μέ­χρι σή­με­ρα φρέ­νο). Με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­να ἄ­χα­ρο δι­ά­λειμ­μα ἐ­φη­βεί­ας (ποὺ κά­πο­τε πρέ­πει νὰ μι­λή­σω δι­ε­ξο­δι­κό­τε­ρα), ἰ­δοὺ σω­τή­ριον ἔ­τος 1952 κι ἐ­γὼ πρω­το­ε­τὴς στὴ Νο­μι­κὴ νὰ πα­ρι­στά­νω τὸν ἄν­τρα πρὶν τῆς ὥ­ρας μου.

         Μὲ τα­χύ­τη­τα σχε­δὸν κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὴ εἶ­χαν πε­ρά­σει κι­ό­λας 18 χρό­νια. Δὲν εἶ­χα προ­λά­βει νὰ ζή­σω τί­πο­τε ἀ­κό­μα κι ἔ­πρε­πε νὰ προ­λά­βω νὰ σπου­δά­σω καὶ ἀ­μέ­σως με­τὰ νὰ προ­λά­βω νὰ ἀ­ξι­ο­ποι­ή­σω τὶς σπου­δές μου. Ταγ­μέ­νος μη­χα­νι­κὰ σ’ ἕ­να ἐ­πάγ­γελ­μα ποὺ ἀρ­γό­τε­ρα δι­α­πί­στω­σα τὴν τρα­γι­κὴ ἀ­πα­ξί­α του, βρέ­θη­κα γρή­γο­ρα πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να γρα­φεῖ­ο, γε­μά­τος ἀπ΄ τὸ φα­να­τι­σμὸ τοῦ νε­ο­σύλ­λε­κτου δι­κη­γό­ρου ποὺ προ­ο­ρί­ζε­ται λο­γι­κὰ νὰ πε­τύ­χει. Λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα, γιὰ νὰ ἐ­νι­σχύ­σουν, φαί­νε­ται, τὴν τέ­τοι­α ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἀ­πο­στο­λῆς μου, ἦρ­θαν καὶ κά­τι γλυ­κὰ λε­φτὰ καὶ μά­λι­στα διὰ τι­μίας ἐρ­γα­σί­ας (ποὺ ἔ­τρε­χα σὰν τρε­λὸς νὰ προ­λά­βω νὰ τὰ ἐ­πεν­δύ­σω πρὶν τὰ ξο­δέ­ψω ἀ­νό­η­τα καὶ μεί­νω στὸν ἄσ­σο). Δο­σμέ­νος σ’ ἀ­νά­λο­γους σχε­δια­σμοὺς καὶ προ­ο­πτι­κὲς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ φά­ω καὶ νὰ κοι­μη­θῶ κι ἔ­τσι μὲ πρό­λα­βε νω­ρὶς μιὰ σπα­στι­κὴ κο­λί­τι­δα ποὺ ἀ­κό­μα μὲ βα­σα­νί­ζει μὲ τα­κτι­κὲς δυ­σκοι­λι­ό­τη­τες. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἔ­νι­ω­σα ξαφ­νι­κὰ πὼς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ ἐ­ρω­τευ­τῶ (πο­λὺ εἶ­χα τρα­βη­χτεῖ μὲ ἀλα­νιά­ρες τοῦ σω­ροῦ καὶ πή­γαι­να στρά­φι κι ἐ­γὼ καὶ τὸ σπέρ­μα μου). Γύ­ρω στὰ τριά­ντα δύ­ο μου, τό­τε, καὶ κά­τω ἀ­π’ τὴν πί­ε­ση ἑ­νὸς γε­λοί­ου πα­νι­κοῦ, πρό­λα­βα κι ἐ­ρω­τεύ­τη­κα μιὰ πλεγ­μα­τι­κὴ ξαν­θό­κω­λη ποὺ μοῦ ‘­κα­νε γιὰ κά­να χρό­νο τὴ ζω­ὴ πο­δή­λα­το. Ὅ­πως ὅ­μως εἶ­χα βγεῖ γιὰ κα­λὰ στὴν πιά­τσα τῶν ἀ­κρι­βῶν αἰ­σθη­μά­των πρό­λα­βε νὰ μ’ ἐ­ρω­τευ­τεῖ μιὰ ἀ­γα­θού­λα κα­στα­νὴ πού, μπλεγ­μέ­νος στὸν χω­ρὶς ἀν­τα­πό­κρι­ση ἐ­ρω­τά μου, δὲν πρό­λα­βα ν’ ἀ­πο­λαύ­σω τὴν παρ­θε­νί­α της ὅ­πως τῆς ἄ­ξι­ζε. Τέ­λει­ω­σα γρή­γο­ρα μὲ τὸν ἐ­ρω­τὰ κι ὅ,τι πρό­λα­βα νὰ θη­σαυ­ρί­σω ἦ­ταν μιὰ ἄλ­λη αἴ­σθη­ση ἔλ­λει­ψης ὅ­πως τό­σες ἄλ­λες κι ἔ­πε­σα ξα­νὰ στὶς βο­λι­κὲς με­σημ­βρι­νὲς βί­ζι­τες, ποὺ καὶ τώ­ρα ἀ­κό­μα δὲν λέ­ω νὰ τὶς κό­ψω…

         Ὁ χρό­νος μὲ πί­ε­ζε ἀ­φό­ρη­τα, για­τί κον­τὰ στ’ ἄλ­λα ἔ­πρε­πε νὰ ξε­νυ­χτά­ω γιὰ νὰ προ­λά­βω τὰ δι­α­βά­σμα­τα ποὺ ἔ­χα­σα ἀ­π’ τὴν ἐ­ρω­το­μα­νία μου. Μὲ ἀ­νοι­χτὸ ἔ­κτο­τε (καὶ μέ­χρι σή­με­ρα) τὸ πρό­βλη­μα τῆς κα­θυ­στε­ρη­μέ­νης πνευ­μα­τι­κῆς μου ἀ­νά­πτυ­ξης, ἀ­να­κά­λυ­ψα γύ­ρω στὰ σα­ράν­τα μου πὼς μό­λις προ­λά­βαι­να νὰ παν­τρευ­τῶ. Ἔ­πρε­πε νὰ προ­λά­βω νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σω καὶ τὸν γέ­ρο μου ποὺ γκρί­νια­ζε, πρό­ω­ρα καρ­δι­ο­πα­θής, γιὰ τὴν ἀ­νε­ξή­γη­τη ἀ­γα­μί­α μου (ἐ­νῶ ἡ μά­να μου μυ­στι­κὰ χαι­ρό­τα­νε τὴν τό­ση ἀ­δρά­νειά μου). Μὲ τὸ σκο­πὸ ν’ ἁ­γιά­ζει τὰ μέ­σα πρό­λα­βα νὰ ἐμ­φα­νι­στῶ γλυ­κού­τσι­κα σο­βα­ρὸς μὲς στὰ ἀμ­πι­γὲ κο­στού­μια μου σ’ ἀ­πα­νω­τὰ προ­ξε­νιά, ὀρ­γα­νω­μέ­να ἀ­πὸ συγ­γε­νεῖς καὶ φί­λους, ὅ­που ἡ γνω­στὴ πα­ρέ­λα­ση τῶν σι­τε­μέ­νων κο­ρι­τσι­ῶν ποὺ εἶ­χαν μεί­νει στὸ ρά­φι ἔ­γι­νε μιὰ κρυ­φὴ σα­δι­στι­κή μου δι­α­σκέ­δα­ση. Ἡ γυ­ναί­κα μου ἀ­κό­μα μὲ θυ­μᾶ­ται μὲ τὴ γνω­στὴ ὑ­πε­ρο­χὴ τοῦ δῆ­θεν πε­πει­σμέ­νου ἐρ­γέ­νη στὸ μοι­ραῖ­ο προ­ξε­νιό, ποὺ κι ἐ­κεί­νη ἀ­φέ­θη­κε ἀ­πὸ ἀ­νί­α καὶ πα­ρό­μοι­ες νο­ση­ρὲς δι­ερ­γα­σί­ες. Ξε­πε­ρά­σα­με ἀ­να­πάν­τε­χα τὸ κω­μι­κὸ σκη­νι­κό τῆς γνω­ρι­μί­ας μας γιὰ νὰ ἐ­ξαν­τλη­θοῦ­με συ­νέ­χεια σὲ βα­θυ­στό­χα­στες ἀ­να­λύ­σεις τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης καὶ νὰ κα­τα­λή­ξου­με στὸ ἐ­πί­σης βα­θυ­στό­χα­στο συμ­πέ­ρα­σμα πὼς ἡ ἀν­θρώ­πι­νη ἐ­πα­φὴ εἶ­ναι κά­τι σὰν χα­μέ­νο ἀρ­χέ­τυ­πο. Ὅ,τι μπο­ρεῖ νὰ ἐλ­πί­ζει ἕ­νας ἄν­δρας ἀ­πὸ μιὰ γυ­ναί­κα κι ἀν­τί­στρο­φα εἶ­ναι ἕ­να ἀ­μοι­βαῖ­ο αἴ­σθη­μα ἀ­νο­χῆς, ἀρ­κε­τὸ ὡ­στό­σο γιὰ νὰ συν­τη­ρή­σει καὶ τὴ γα­μή­λια συμ­βί­ω­ση. Με­τὰ ἀ­πὸ τό­σο βαθ­μὸ αὐ­το­γνω­σί­ας νι­ώ­σα­με ξαφ­νι­κὰ μο­να­δι­κὰ ὥ­ρι­μοι γιὰ ἕ­να γά­μο ποι­ό­τη­τας, ποὺ ὑ­πο­τί­θε­ται ὅ­τι ἦ­ταν ἐ­λεύ­θε­ρη ἐ­πι­λο­γή μας. Ἡ φυ­σι­κὴ ἕλ­ξη κι ὁ φό­βος τῆς μο­να­ξιᾶς κα­θὼς μᾶς παίρ­να­νε τὰ χρό­νια δού­λε­ψαν κρυ­φὰ σὰν συγ­κολ­λη­τι­κὲς οὐ­σί­ες, ἐ­νῶ ὅ­λες οἱ ἄλ­λες ἐ­κλο­γι­κεύ­σεις μας ἦ­ταν ἡ σάλ­τσα ποὺ γαρ­νί­ρα­με τὸ ἄ­νο­στο φα­γη­τὸ τῆς συ­νύ­παρ­ξης.

         Πο­λύ τὸ τρά­βη­ξα ὅ­μως πά­λι σὲ προ­σω­πι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις, σὰν νὰ ἔ­χουν κά­ποι­α ἀ­ξί­α γιὰ τὴν ἄν­θρω­πο­τη­τα ποὺ κοι­μᾶ­ται πάν­το­τε μα­κά­ρια (καὶ κα­λὰ κά­νει). Κι αὐ­τὰ πα­θαί­νω ἐ­νῶ μέ­σα μου ἔ­χω πα­ραι­τη­θεῖ ἀ­πὸ τ’ ὄ­νει­ρο τοῦ συγ­γρα­φέ­α, ποὺ βέ­βαι­α δὲν προ­σφέ­ρε­ται, γιὰ δῶ­ρο ἐ­πει­δὴ καί­γε­σαι, νὰ γρά­ψεις κά­τι, γιὰ τὴν ἀ­το­μι­κή σου πε­ρι­πέ­τεια στὸν κό­σμο. Πα­ρα­μέ­νει ὅ­μως τώ­ρα, κα­θὼς χώ­νο­μαι γιὰ κα­λὰ στὴν κλι­μα­κτή­ριο, τὸ ἄλ­λο γνω­στὸ πρό­βλη­μα: Μέ­σα ἀ­πὸ τό­σες ἐμ­πει­ρί­ες καὶ βι­ώ­μα­τα θὰ προ­λά­βω νὰ ἐν­το­πί­σω κά­ποι­ο νό­η­μα στὴ ζω­ή μου; Θὰ προ­λά­βω, ἔ­στω, νὰ δι­α­σώ­σω κά­ποι­ες ἀ­ξί­ες ἀ­π’ τὸ χρό­νο ὥ­στε νὰ χτί­σω πά­νω τους τὴν προ­σω­πι­κή μου, ποὺ λέ­νε, φι­λο­σο­φί­α; Παι­δι­ά­στι­κες ἀ­πο­ρί­ες. Μό­λις σκε­φτῶ σο­βα­ρά τὸ σκο­πὸ τῆς ζω­ῆς μας, τὴν οὐ­σί­α τῆς ὕ­παρ­ξης καὶ τὰ τέ­τοι­α μὲ προ­λα­βαί­νει σύν­νε­φο ἡ σύγ­χυ­ση κι ἀρ­χί­ζω νὰ νυ­στά­ζω. Καὶ τὸ μό­νο ποὺ προ­λα­βαί­νω νὰ κα­τα­λά­βω πρὶν πά­ω γιὰ ὕ­πνο εἶ­ναι πῶς ὅ­λη ἡ προ­σω­πι­κή μας ἱ­στο­ρί­α μέ­νει στὸ τέ­λος τὸ λει­ψὸ σε­νά­ριο τῆς ἀ­πὸ κα­τα­βο­λῆς μπερ­δε­μέ­νης ζω­ῆς πού, γρά­φον­τας ἢ ὄ­χι, δὲν γί­νε­ται οὔ­τε τὸν ἴ­σκιο της νὰ προ­λά­βου­με.


 

Πη­γή: Ὀ­κνη­ρί­ας ἐγ­κώ­μιον (ἐκδ. Στιγ­μή, 1985)

Βα­σί­λης Κα­ρα­βί­της (Νέ­α Ὀ­ρε­στιά­δα, 1934 – Ἀ­θή­να, 2016). Σπού­δα­σε Νο­μι­κά καὶ δι­κη­γο­ροῦ­σε γιὰ ἀρ­κε­τὰ χρό­νια. Ἐ­ξέ­δω­σε ἐν­νέ­α ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, δύ­ο πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ εἶ­χε με­τα­φρά­σει ξέ­νη με­τα­πο­λε­μι­κὴ ποί­η­ση καὶ ἰ­δι­αι­τέ­ρως ὁ­ρι­σμέ­νους και­νο­τό­μους καὶ ἄ­γνω­στους τό­τε στὴν Ἑλ­λά­δα Πο­λω­νοὺς ποι­η­τές (Χέρ­μπετ, Μι­λότς, Ρου­ζέ­βιτς, Σιμ­πόρ­σκα, κ.ἄ.). Ὑ­πῆρ­ξε ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κού Δι­α­γώ­νιος στὴ Θεσ­σα­λο­νί­κη.


Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου: Πέ­τρα ρι­ζι­μιά



Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου


Πέ­τρα ρι­ζι­μιά


ΑΖΕΥΑΜΕ σπα­ράγ­για κι ἀ­πὸ χω­ρά­φι σὲ χω­ρά­φι βρε­θή­κα­με στὸ ξά­γναν­το κά­τω ἀ­πὸ τὸν Ἅ­γιο Πέ­τρο. Μοῦ ’­δει­ξε κά­τι σκόρ­πι­ες πέ­τρες. Ἦ­ταν κα­λύ­βι πέ­τρι­νο πα­λιά, ξε­ρο­λι­θιά. Πέ­θα­νε ἐ­δῶ φυ­μα­τι­κός, εἰ­κο­σι­δυ­ὸ χρο­νῶ παλ­λη­κα­ρά­κι, τοῦ Κώ­στα Νί­κου ὁ ἀ­δερ­φός. Τὰ σπί­τια μας μιὰ πόρ­τα.

       Τοὺς φυ­μα­τι­κοὺς δὲν τοὺς κρα­τοῦ­σαν τό­τε στὰ χω­ριά. Ἕ­να με­ση­με­ρά­κι, λεί­πα­νε ὅ­λοι, ἄ­φη­σε τὸ σπί­τι στὸ χω­ριὸ γιὰ νὰ πε­θά­νει ἐ­δῶ στὴν ἐ­ρη­μιά. Πῆ­ρε ἀρ­γὰ τὴν κα­τη­φό­ρα· λί­γο πιὸ κά­τω στα­μά­τη­σε. Ἔ­ρι­ξε πί­σω μιὰ μα­τιὰ σὰ νὰ χαι­ρέ­τα­γε τὸ σπί­τι του μὲ τὴν αὐ­λή, ὅ,τι χα­ρὰ εἶ­χε ζή­σει, κι ἔ­τσι ὅ­πως μά­ζε­ψε τὸ βλέμ­μα του νὰ φύ­γει, μὲ εἶ­δε ποὺ τὸν κοί­τα­γα μαρ­μα­ρω­μέ­νη στὴν πο­ριά. Σή­κω­σε σι­ω­πη­λὸς τὸ χέ­ρι, μὲ χαι­ρέ­τη­σε. Σὰ νὰ μοῦ ἔ­λε­γε «ἔ­χε γειά». Δε­κά­ξι θά ’μουν; Δε­κα­ε­φτά; Μ’ ἔ­πι­α­σε, ὅ­πως ἔ­φευ­γε, τὸ κλά­μα.

       Ἡ μά­να του κά­θε πρω­ῒ τοῦ πή­γαι­νε φρέ­σκο νε­ρὸ καὶ ζυ­μω­τὴ κου­λού­ρα, ὅ,τι ἄλ­λο τῆς βρι­σκό­ταν. Τὰ ἀ­κούμ­πα­γε σὲ τού­τη δῶ τὴ ρι­ζι­μιὰ τὴν πέ­τρα. Τὰ λέ­γαν μὲ τὰ μά­τια. Ὅ­λα εἰ­πω­μέ­να. Σκά­λος, χα­ρά­κι, βο­τα­νί­σμα­τα, ἡ μέ­ρα τὴν πε­ρί­με­νε· ἔ­φευ­γε ἡ μαυ­ρο­μά­να του φαρ­μά­κι.

       Ἕ­να πρω­ῒ βρῆ­κε τὴ βί­κα τὸ νε­ρὸ καὶ τὸ ζεμ­πί­λι τὸ ψω­μὶ πά­νω στὴν πέ­τρα ἀ­πεί­ρα­χτα. Τὸν ἔ­πλυ­νε, τὸν ἄλ­λα­ξε, τὸν στό­λι­σε ἀ­γρι­ο­λού­λου­δα στὸ τρί­πλι­νο σεν­τό­νι. Τοῦ εἶ­πε ὅ­σα ἤ­ξε­ρε, γα­ζί, τὰ μοι­ρο­λό­για· τοῦ ’­πλε­ξε κι ἄλ­λα γιὰ τὰ νιά­τα του καὶ γιὰ τὴν ἐ­ρη­μιά του. Ὅ­ταν πιὰ χόρ­τα­σε τὰ δά­κρυ­α, τὰ τρα­γού­δια, βά­ρε­σε λυ­πη­τε­ρὰ τ΄ Ἅ­η-Πέ­τρου τὴν καμ­πά­να.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ώ­τα Ἀρ­γυ­ρο­πού­λου (Κων­σταν­τί­νοι Μεσ­ση­νί­ας). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴ Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Ζεῖ στὴν Κα­λα­μά­τα. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς συλ­λο­γές: Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (Κα­στα­νι­ώ­της 1998,1999), Τοι­χο­γρα­φί­α τῆς ἄ­νοι­ξης (συμ­πλη­ρω­μέ­νη ἔκ­δο­ση, Με­ταίχ­μιο 2006, 2010), Νε­ρὰ ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τα (Πλα­νό­διον, 2004, 2009), Δι­η­γή­μα­τα (Με­ταίχ­μιο 2010), Ποι­η­τῶν καὶ Ἁ­γί­ων Πάν­των (Με­ταίχ­μιο 2013), Γιὰ Σί­κι­νο, Ἀ­νά­φη, Ἀ­μορ­γὸ (Gutenberg, 2017). Ποι­ή­μα­τά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἱ­σπα­νι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Οὐγ­γρι­κά.



		

	

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Σκαμ­πί­λι καὶ Σωσ­σύρ

 



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Σκαμ­πί­λι καὶ Σωσ­σύρ


ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΤΟΣ φι­λο­λο­γί­ας, σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­δό­σεις τῆς γε­νι­κῆς γλωσ­σο­λο­γί­ας, ἕ­να μά­θη­μα ὄ­α­ση ποὺ ἔ­παι­ξε κα­θο­ρι­στι­κὸ ρό­λο γιὰ τὸ δαγ­κω­τὸ ποὺ ἔ­ρι­ξα ἔ­πει­τα στὴ γλωσ­σο­λο­γί­α, δι­δα­χτή­κα­με τὴν ἀρ­χὴ αὐ­θαι­ρε­σί­ας τοῦ γλωσ­σι­κοῦ ση­μεί­ου τοῦ Φερ­ντι­νὰντ ντὲ Σωσ­σύρ. Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἀρ­χὴ αὐ­τή, ἡ σχέ­ση με­τα­ξὺ ση­μαί­νον­τος καὶ ση­μαι­νο­μέ­νου, με­τα­ξὺ δη­λα­δὴ τῆς ἠ­χη­τι­κῆς ἀ­κο­λου­θί­ας μιᾶς λέ­ξης καὶ τῆς ἔν­νοι­άς της, δι­έ­πε­ται ἀ­πὸ αὐ­θαι­ρε­σί­α. Μ’ ἄλ­λα λό­για, ἡ ἔν­νοι­α μῆ­λο δὲν σχε­τί­ζε­ται αἰ­τια­κὰ μὲ τὴν ἀ­κου­στι­κὴ ἀ­κο­λου­θί­α μου-ι-λοῦ-ο, γι’ αὐ­τὸ καὶ ἀν­τι­προ­σω­πεύ­ε­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἀ­νὰ γλῶσ­σες. Ἡ γνώ­ση αὐ­τὴ θὰ μὲ εἶ­χε γλι­τώ­σει ἀ­πὸ ἕ­να τραυ­μα­τι­κὸ ἐ­πει­σό­διο, ἂν εἶ­χε εἰ­σα­χθεῖ στὶς γνω­στι­κές μου ἀ­πο­θῆ­κες κάμ­πο­σα χρό­νια νω­ρί­τε­ρα. Καὶ νά για­τὶ.

       Τὸν Αὔ­γου­στο τοῦ ’95, πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ Ἰ­τα­λά­κια ποὺ ἔρ­χον­ταν κά­θε κα­λο­καί­ρι στὴ γει­το­νιά, ἦρ­θε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ὁ Στέ­φα­νο, ἕ­να μαυ­ρο­τσού­κα­λο μὲ μά­τια κα­τα­γά­λα­να ποὺ δὲν σκάμ­πα­ζε γρὺ ἑλ­λη­νι­κά. Στὸ παι­χνί­δι, ὅ­μως, συ­νεν­νο­ού­μα­σταν ἄ­ψο­γα, ἔ­δι­ναν κι ἔ­παιρ­ναν τὰ νο­ή­μα­τα κι ἡ παν­το­μί­μα. Ἕ­να βρά­δυ ποὺ παί­ζα­με κρυ­φτό, μό­λις ξε­κί­νη­σε τὸ πέν­τε-δέ­κα-δε­κα­πέν­τε, ὁ Στέ­φα­νο κι ἐ­γὼ τρέ­ξα­με πρὸς τὴν ἴ­δια με­ριὰ καὶ κρυ­φτή­κα­με πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να μη­χα­νά­κι πού ’­ταν πί­σω ἀ­πὸ ἕ­να τρο­χό­σπι­το. Κα­θό­τι ἡ κρυ­ψώ­να ἦ­ταν ὀ­λί­γον τι στε­νό­χω­ρη, τὰ γο­να­τι­σμέ­να σώ­μα­τά μας εἶ­χαν ἀρ­χί­σει ἐ­λα­φρῶς νὰ ἐ­φά­πτον­ται. Μὲς στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς θε­ρι­νῆς νυ­κτός, ἀ­κου­γό­ταν μο­νά­χα τὸ χτυ­πο­κάρ­δι μας κι ὁ γκι­ό­νης, μέ­χρι ποὺ ὁ Στέ­φα­νο γέρ­νει στὸ αὐ­τί μου καὶ μοῦ ψι­θυ­ρί­ζει λό­για ἀ­προσ­δό­κη­τα. Εὐ­θύς, τοῦ ρί­χνω ἕ­να σκαμ­πί­λι λυσ­σα­σμέ­νο, ἐ­γὼ ποὺ δὲν εἶ­χα ση­κώ­σει χέ­ρι σ’ ἄν­θρω­πο, ἐ­ξὸν τοῦ ἀ­δερ­φοῦ μου κι αὐ­τὸ πά­νω σὲ ἄ­μυ­να. Ὁ Στέ­φα­νο ἔμ­πη­ξε τὰ κλά­μα­τα κι ἐ­γὼ ἔ­τρε­ξα νὰ κλει­δαμ­πα­ρω­θῶ στὸ σπί­τι.

       Ἔ­κα­να τέσ­σε­ρις ὁ­λό­κλη­ρες μέ­ρες νὰ βγῶ στὴ γει­το­νιά. Οἱ φί­λες καὶ γει­τό­νισ­σες περ­να­γαν μπρο­στὰ ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρό μου καὶ μὲ φώ­να­ζαν. Σή­κω­να λί­γο το σκοῦ­ρο, ἔ­λε­γα εἶ­μαι ἄρ­ρω­στη καὶ τὸ ξα­νά­ρι­χνα. Τί ἔ­πα­θες καὶ χα­στού­κι­σες τὸν Στέ­φα­νο; πρό­λα­βαν νὰ μοῦ ποῦν μιὰ μέ­ρα. Νὰ σᾶς πεῖ αὐ­τός! ἀ­πάν­τη­σα. Αὐ­τὸς λέ­ει δὲν ξέ­ρει, εἶ­πε ἡ Ἀν­τριά­να, ἡ ξα­δέρ­φη του ποὺ γνώ­ρι­ζε κα­λὰ καὶ τὶς δυ­ὸ γλῶσ­σες, καὶ μοῦ ἀ­νέ­βα­σε τὸ αἷ­μα στὸ κε­φά­λι.

       Τὴν πέμ­πτη μέ­ρα ἐγ­κλει­σμοῦ μὲ ἐ­πι­σκέ­φτη­κε ὁ Μα­ο­ρί­τσιο, ὁ θεῖ­ος τοῦ Στέ­φα­νο. Ντὲν εἶ­ναι σω­στὰ πρά­μα­τα νὰ μα­λώ­νε­τε πρέ­πει νὰ παί­ζε­τε, τί ἔ­γι­νε, φά μου πεῖς;. Μὴ ἔ­χον­τας ἄλ­λη ἐ­πι­λο­γή, ἄρ­χι­σα νὰ δι­η­γοῦ­μαι τὸ πε­ρι­στα­τι­κό. Στὸ ἐ­πί­μα­χο ση­μεῖ­ο κόμ­πια­σα μιά, κόμ­πια­σα δυ­ό, τὴν τρί­τη τὸ ξε­στό­μι­σα. Πού­τσα, μοῦ εἶ­πε, πού­τσα! Ὁ Μα­ο­ρί­τσιο ξέ­σπα­σε στὰ γέ­λια κι ἐ­γὼ τὸν κοί­τα­ζα ἀ­πο­σβο­λω­μέ­νη. Κι ὅ­σο ἐ­κεῖ­νος κα­κά­ρι­ζε δι­πλω­μέ­νος στὰ δύ­ο, τό­σο προ­σπα­θοῦ­σα νὰ κρα­τή­σω τὶς πα­λά­μες μου νὰ μὴν ξα­να­χει­ρο­δι­κή­σουν. Μό­λις ἴ­σι­ω­σε, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε πὼς πού­τσα ση­μαί­νει βρώ­μα στὰ ἰ­τα­λι­κά, φὰ βρώ­μα­γε τὸ μη­κα­νά­κι!

       Ντρο­πι­α­σμέ­νη πού ’­χα ξε­ση­κώ­σει ἑλ­λη­νο­ϊ­τα­λι­κὴ δι­α­μά­χη στὰ κα­λὰ κα­θού­με­να, ζή­τη­σα σκού­ζι ἀ­πὸ τὸν Στέ­φα­νο καὶ τὸν πῆ­ρα νὰ παί­ξου­με εἰ­ρή­νη ἢ πό­λε­μο γιὰ νὰ ξορ­κί­σω τὸ κα­κό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.



		

	

Λίνα Βαλετοπούλου: Ἡ σολίστ “μὲ τὸ γάντι”


Λί­να Βα­λε­το­πού­λου


Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι»


ΛΑ ΑΡΧΙΣΑΝ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ἀ­πό­γευ­μα πά­νω στὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου τεν­τώ­θη­καν, λύ­γι­σαν καὶ σὲ μιὰ ἄρ­τια πο­ζι­σιὸν πά­τη­σαν πά­νω στὸ ἀ­λέ­κια­στο τρα­πε­ζο­μάν­τη­λο τῆς μα­μᾶς σὰν σὲ πλῆ­κτρα πιά­νου. Δὲν κι­νοῦν­ταν τυ­χαί­α, μὰ ἔ­παι­ζαν στ’ ἀ­λή­θεια μιὰ με­λω­δί­α ποὺ μό­νο ἐ­γὼ μπο­ροῦ­σα ν’ «ἀ­κού­σω». Θὰ ἦ­ταν, βέ­βαι­α, ἐ­ξω­πραγ­μα­τι­κὸ ἂν σᾶς ἔ­λε­γα ὅ­τι δὲν ξέ­ρω νὰ παί­ζω πιά­νο. Ἀ­φι­έ­ρω­σα τὰ κα­λύ­τε­ρά μου χρό­νια στὰ ὠ­δεῖ­α καὶ πέ­ρα­σα ἀ­τε­λεί­ω­τες ὧ­ρες με­λε­τών­τας σὲ ὄρ­θια πιά­να καὶ σὲ πιά­να μὲ οὐ­ρά. Τὸ γε­γο­νὸς ὅ­μως ποὺ σᾶς ἀ­να­φέ­ρω δὲν ἔ­γι­νε ἔ­πει­τα ἀ­πὸ με­λέ­τη ὥ­στε νὰ ἐ­ξη­γεῖ τὴν κι­νη­τι­κό­τη­τα τῶν δα­χτύ­λων. Γι’ αὐ­τὸ καὶ μὲ τρό­μα­ξε.

        Νὰ πά­ρου­με τὰ πράγ­μα­τα μὲ τὴ σει­ρά. Δε­σποι­νὶς ἐ­τῶν τριά­ντα ἐν­νέ­α, ἔ­με­να μα­ζὶ μὲ τοὺς ἡ­λι­κι­ω­μέ­νους γο­νεῖς μου καὶ δὲν θὰ ἤ­θε­λα κά­ποι­ο σχό­λιο πά­νω σ’ αὐ­τό. Μ’ ἀ­νά­θρε­ψαν μὲ τὴ λε­γό­με­νη κλα­σι­κὴ παι­δεί­α, ποὺ πά­ει νὰ πεῖ ἀ­πα­ραι­τή­τως πιά­νο καὶ γαλ­λι­κὰ σὺν τὶς σπου­δὲς στὴ φι­λο­λο­γί­α, γιὰ νὰ ἔ­χω γε­ρὲς βά­σεις στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα, στ’ ἀρ­χαί­α καὶ στὰ λα­τι­νι­κά. Ὕ­στε­ρα ἀ­π’ αὐ­τά, ἀ­να­με­νό­ταν νὰ μὲ βροῦν ὅ­λες οἱ τύ­χες, ἀλ­λὰ μά­ται­α. Κι ἐ­πει­δὴ ἔ­χω τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ξέ­φυ­γα ἀ­π’ τὸ θέ­μα, δὲν μοῦ ἔ­φτα­νε ἡ ἄ­χα­ρη ζω­ή μου, ἦρ­θε καὶ τὸ ἀ­να­πάν­τε­χο γε­γο­νὸς νὰ μοῦ τὴν κά­νει ἀ­κό­μα δυ­σκο­λο­τε­ρη.

        Θὰ μοῦ πεῖ­τε, ποι­ὸ εἶ­ναι τὸ πρό­βλη­μα, ἐ­πει­δὴ κι­νοῦν­ται τὰ δά­χτυ­λα σὰν σὲ πιά­νο; Δὲν ἦ­ταν μό­νο αὐ­τό. Ὅ­που κι ἂν στε­κό­μουν, τὰ δά­χτυ­λα ξε­κι­νοῦ­σαν μιὰ φρε­νή­ρη κί­νη­ση ὄ­χι ἐ­πι­τό­που ἀλ­λὰ σὲ μιὰ ἀ­κτί­να ἑ­νά­μι­σι μέ­τρου μὲ κίν­δυ­νο νὰ χτυ­πή­σω ὅ­ποι­ον βρι­σκό­ταν κον­τά μου ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή. Καὶ τὸ πιὸ πε­ρί­ερ­γο ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­πρε­πε νὰ τε­λει­ώ­σει τὸ μου­σι­κὸ ἔρ­γο ποὺ ἔ­παι­ζαν καὶ με­τὰ νὰ στα­μα­τή­σουν. Φαν­τα­στεῖ­τε, λοι­πόν, τί φρί­κη, τὴν ὥ­ρα ποὺ πή­γαι­να μὲ τὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο στὸ κέν­τρο ἢ ἔ­κα­να τὰ ψώ­νια στὸ σου­περ­μάρ­κετ ἢ στὴ λα­ϊ­κή, ν’ ἁ­πλώ­νον­ται τὰ χέ­ρια μου καὶ νὰ γα­ζώ­νουν μὲ τὰ δά­χτυ­λα τὸν ἀ­έ­ρα.

        Ζή­τη­σα βο­ή­θεια ἀ­πὸ εἰ­δι­κό, για­τί οἱ γο­νεῖς ἂν τὸ ἀν­τι­λαμ­βά­νον­ταν θὰ εἴ­χα­με κο­πε­τούς, τοῦ τύ­που «τὸ κα­η­μέ­νο το κο­ρι­τσά­κι μας τί τοῦ ‘­μέλ­λε νὰ πά­θει». Νό­στι­μος ὁ νευ­ρο­λό­γος, δὲν λέ­ω. Εἶ­χε κά­νει κι ἕ­να ἀ­κα­τα­λα­βί­στι­κο με­τα­δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό. Ξε­κί­νη­σε παίρ­νον­τας τὸ ἱ­στο­ρι­κό μου. Μᾶλ­λον δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε ἐ­ξαρ­χῆς τὴν ἡ­λι­κί­α μου καὶ τὸ ἕ­να Α4 δὲν τοῦ ἔ­φτα­σε. Ση­κώ­θη­κε νὰ φέ­ρει καὶ δεύ­τε­ρο. Τὸ πιὸ ση­μαν­τι­κὸ ἦ­ταν ὅ­τι ἔ­γι­νε μάρ­τυ­ρας μιᾶς κρί­σης τῶν ἀλ­λό­κο­των δαχτύ­λων μου. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὰ στα­μα­τή­σει. Μά­ται­α. Ἐ­κεῖ­να ἠ­ρέ­μη­σαν με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ σύν­το­μη, εὐ­τυ­χῶς, φούγ­κα τοῦ Μπάχ. Αὐ­τό, βέ­βαι­α, τὸ ἤ­ξε­ρα μό­νο ἐ­γώ. Ὁ για­τρὸς ἀ­πέ­μει­νε μ’ ἔκ­πλη­κτο βλέμ­μα καὶ στοι­χη­μα­τί­ζω ὅ­τι ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ σκί­σει τὰ πτυ­χί­α του.

        Ἐ­γὼ πά­λι εἶ­χα τὸν κα­η­μό μου. Δὲν ἔ­φτα­νε ποὺ ἔ­χα­να «τὸ τρέ­νο τῆς ζω­ῆς», εἶ­χα ν’ ἀν­τι­με­τω­πί­σω καὶ τὸ ἀλ­λό­κο­το αὐ­τὸ συμ­βὰν ποὺ μ’ ἔ­κα­νε νὰ κλεί­νο­μαι ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο στὸν ἑ­αυ­τό μου καὶ νὰ μει­ώ­νω τὶς πι­θα­νό­τη­τες γιὰ μιὰ σχέ­ση. Νά, ὁ νευ­ρο­λό­γος, ἄς ποῦ­με. Στὴν ἀρ­χή, ἦ­ταν εὐ­γε­νι­κὸς καὶ δι­α­χυ­τι­κός. Με­τὰ τὴν κρί­ση τῶν δα­χτύ­λων, μὲ κοί­τα­ζε πα­ρά­ξε­να καὶ εἶ­χα τὴν αἴ­σθη­ση πὼς ἤ­θε­λε νὰ μὲ ξε­φορ­τω­θεῖ. Φεύ­γον­τας, μοῦ ἔ­δω­σε δυ­ὸ εἰ­δῶν χά­πια: ἠ­ρε­μι­στι­κὰ καὶ μυ­ο­χα­λα­ρω­τι­κά. Δὲν ξα­να­πῆ­γα.

        Τὴ λύ­ση τὴν βρῆ­κα μό­νη μου, τυ­χαῖ­α. Ἔ­κα­νε τσου­χτε­ρὸ κρύ­ο καὶ φό­ρε­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἐ­κεί­νη τὴ χρο­νιὰ γάν­τια. Πέ­ρα­σε ὁ­λό­κλη­ρο τὸ πρω­ι­νὸ χω­ρὶς νὰ ἐ­κτε­λέ­σουν τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λά μου κά­ποι­ο μου­σι­κὸ ἔρ­γο. Ὅ­ταν ὅ­μως ἔ­βγα­λα τὰ γάν­τια, τὰ ἀν­τι­λή­φθη­κα νὰ λυ­γί­ζουν καὶ νὰ τεν­τώ­νον­ται σὲ μιὰ προ­ε­τοι­μα­σί­α βιρ­του­ό­ζι­κης ἐ­κτέ­λε­σης. Τὰ πρό­λα­βα ξα­να­φο­ρών­τας τὰ γάν­τια. Αὐ­τὸ ἦ­ταν. Κα­μί­α κί­νη­ση. Κοι­μή­θη­κα ἔ­τσι ἀ­κό­μα καὶ τὸ βρά­δυ. Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα προ­μη­θεύ­τη­κα γάν­τια ὅ­λων των εἰ­δῶν: μάλ­λι­να, βαμ­βα­κε­ρά, σα­τέν, δερ­μά­τι­να, πλα­στι­κὰ καὶ τῆς μιᾶς χρή­σης. Δὲν εἶ­χα σκο­πὸ νὰ τὸ ἀ­φή­σω νὰ μοῦ ξα­να­συμ­βεῖ. Θὰ ἔ­παι­ζα μό­νο σὲ πιά­νο κι ὄ­χι στὸν ἀ­έ­ρα.

        Ὁ Λου­κᾶς μὲ γνώ­ρι­σε νὰ φο­ρά­ω τὰ γάν­τια μου καὶ νὰ πί­νω κα­φέ. Τὸ θε­ώ­ρη­σε πο­λὺ σὶκ καὶ θέ­λη­σε νὰ ξα­να­βρε­θοῦ­με. Τὴν ἑ­πό­με­νη φο­ρὰ δὲν κρα­τή­θη­κε καὶ μὲ ρώ­τη­σε ἂν ἡ ἐμ­μο­νή μου μὲ τὰ γάν­τια εἶ­ναι κά­τι σὰν μό­δα ἢ ἔ­χω κά­ποι­ο πρό­βλη­μα στὰ χέ­ρια. Τὰ ἔ­βγα­λα, λοι­πόν, καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο τὰ μα­κριὰ μυ­ώ­δη δά­χτυ­λα πῆ­ραν θέ­ση στὸ τρα­πέ­ζι, κι ἀ­π’ ὅ­σο κα­τά­λα­βα ἀ­πὸ τὴν ἔ­ναρ­ξη καὶ τὰ με­γά­λα ἀρ­πὲζ τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ χε­ριοῦ, ἦ­ταν ἡ σο­νά­τα «ὑ­πὸ τὸ σε­λη­νό­φως» τοῦ Μπε­τό­βεν. Ὁ Λου­κᾶς στὴν ἀρ­χὴ νό­μι­ζε ὅ­τι ἀ­στει­εύ­ο­μαι. Ἔ­βλε­πε ὅ­μως ὅ­τι δὲν στα­μα­τοῦ­σα, κι ἄρ­χι­σε νὰ κοι­τά­ζει γύ­ρω του σα­στι­σμέ­νος. Τέ­λος, θυ­μή­θη­κε μιὰ ση­μαν­τι­κὴ δου­λειὰ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ κά­νει κι ἔ­φυ­γε τρέ­χον­τας.

        Μὲ τὰ χρό­νια συ­νή­θι­σα τὰ γάν­τια καὶ ξέ­χα­σα τ’ ἀλ­λό­κο­τα δά­χτυ­λα. Σὲ για­τροὺς δὲν ξα­να­πῆ­γα, ἔ­φτα­σα πε­νήν­τα χρό­νων καὶ ζῶ μό­νη μου. Ἐρ­γά­ζο­μαι ὡς μου­σι­κὸς καὶ δὲν εἶ­ναι λί­γες οἱ φο­ρὲς ποὺ σὲ κον­τσέρ­τα καὶ συ­ναυ­λί­ες ἀ­να­τρέ­χω στὴ μου­σι­κὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ μυα­λοῦ μου, βρί­σκω τὰ πρὸς ἐ­κτέ­λε­ση ἔρ­γα καὶ βά­ζω στὴν κυ­ρι­ο­λε­ξί­α τὸν αὐ­τό­μα­το πι­λό­το. Τὰ δά­χτυ­λα τῶν χε­ρι­ῶν μου, ὅ­ταν ἀ­παλ­λάσ­σον­ται ἀ­π’ τὰ γάν­τια, με­γα­λουρ­γοῦν κι ὅ­λοι μὲ θε­ω­ροῦν μιὰ με­γά­λη σο­λί­στ μὲ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸ τα­λέν­το. Ἡ σο­λί­στ «μὲ τὸ γάν­τι».



Πη­γή: Ζω­ὲς σὲ ἀ­να­δί­πλω­ση (δι­η­γή­μα­τα, ἔκδ. Γα­βρι­η­λί­δης, 2014)

Λί­να Βα­λε­το­πού­λου (Βό­λος). Σπού­δα­σε κλα­σι­κὴ φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ εἶ­ναι δι­πλω­μα­τοῦ­χος πιά­νου. Ἐρ­γά­στη­κε στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση ὡς κα­θη­γή­τρια μου­σι­κῆς. Ἔ­χει κά­νει σπου­δὲς στὸ Με­τα­πτυ­χια­κὸ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Δυ­τι­κῆς Μα­κε­δο­νί­ας. Γνω­ρί­ζει ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­τη­καν στὴ συλ­λο­γι­κὴ ἔκ­δο­ση «Ὁ­δὸς Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς 2» (ἔκδ. Ὀ­σε­λό­τος, Ἀ­θή­να 2013), καὶ ἀλλοῦ.


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Ὁ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πές…]


- TO GO WITH AFP STORIES : RUSSIA-POLITICS-HISTORY - People buy newspapers on which is written a "Statement to the Soviet People" by leaders of the coup in Moscow on August 20, 1991. Russia marks on August 19-22, 2011, the 20th anniversary of the abortive 1991 coup against then Soviet president Mikhail Gorbachev. Tanks rolled through Moscow towards the Russian White House, where Boris Yeltsin, leader of the Soviet-era Russian republic at the time, gathered his supporters after denouncing the coup from the roof of a tank, which resulted later in the collapse of the Soviet empire. AFP PHOTO/ ALEXANDER NEMENOV

– TO GO WITH AFP STORIES : RUSSIA-POLITICS-HISTORY – People buy newspapers on which is written a “Statement to the Soviet People” by leaders of the coup in Moscow on August 20, 1991. Russia marks on August 19-22, 2011, the 20th anniversary of the abortive 1991 coup against then Soviet president Mikhail Gorbachev. Tanks rolled through Moscow towards the Russian White House, where Boris Yeltsin, leader of the Soviet-era Russian republic at the time, gathered his supporters after denouncing the coup from the roof of a tank, which resulted later in the collapse of the Soviet empire. AFP PHOTO/ ALEXANDER NEMENOV


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πές]

[Gorbatschow sei im Urlaub…]


05-OmikronΓΚΟΡΜΠΑΤΣΩΦ εἶ­ναι, λέ­νε, σὲ δι­α­κο­πὲς δῆ­θεν ἄρ­ρω­στος καὶ οἱ ἐκ­πρό­σω­ποί του πιά­νουν κι­ό­λας δου­λειά! Συ­νά­μα κη­ρύσ­σε­ται γιὰ ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες κα­τά­στα­ση ἔ­κτα­κτης ἀ­νάγ­κης. Πρα­ξι­κό­πη­μα; Ὁ ἐ­χι­νό­κα­κτος ἀν­θί­ζει πά­λι. Ἀ­κού­ω NDR 4. Εἰ­δι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς μὲ εἰ­κα­σί­ες ἁ­πλῶς. Ὁ Μποὺς πέ­φτει ἀ­πὸ τὰ σύν­νε­φα παί­ζον­τας τὸ ἀ­γα­πη­μέ­νο του γκόλφ. Τὰν­κς φέ­ρον­ται νὰ κα­τευ­θύ­νον­ται στὴν Μό­σχα. Πτώ­ση στὸ Χρη­μα­τι­στή­ριο. Ὁ Γι­έλ­τσιν κα­λεῖ σὲ δι­α­δή­λω­ση. Ὁ Μω­ϋ­σὴς θέ­λει νὰ πά­ει στὴν Βαλ­τι­κή. Ἐ­γὼ μέ­νω ἐ­δῶ. Ἀ­κού­ω μα­γε­μέ­νη ρα­δι­ό­φω­νο σὰν ἔκ­πλη­κτο κά­πο­τε παι­δὶ τοῦ κα­ταρ­ρέ­ον­τος ἀ­να­το­λι­κοῦ μπλόκ. Ὁ Γκορ­μπα­τσὼφ συ­νε­λή­φθη στὸ κα­τα­φύ­γιό του. Στὴν TV ὁ Γι­έλ­τσιν μι­λᾶ ὄρ­θιος πά­νω σ’ ἕ­να τάνκ. Νέ­οι συ­ζη­τοῦν μὲ στρα­τι­ῶ­τες. Ἄ­γριοι και­ροὶ τοῦ ‘91. Ὁ Κὸλ ἐν­δι­α­φέ­ρε­ται ζω­η­ρὰ γιὰ τὸν φί­λο του: «Ἐλ­πί­ζου­με ὅ­τι ἡ προ­σω­πι­κὴ ἀ­κε­ραι­ό­τη­τα τοῦ Μι­χα­ὴλ Γκορ­μπα­τσὼφ εἶ­ναι ἐγ­γυ­η­μέ­νη.» Ὅ­λες οἱ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς ποὺ πα­ρα­κα­λου­θῶ, μα­ται­ώ­νον­ται γιὰ σή­με­ρα. Προ­σε­χῶς πο­λι­τι­κὸ ἀ­στυ­νο­μι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Αὔ­ριο πρό­κει­ται νὰ ὑ­πο­γρα­φεῖ πα­νε­νω­σια­κὴ συμ­φω­νί­α στὴν Μό­σχα. Δυ­σω­δί­α ἀ­πὸ τὰ ἀ­νά­κτο­ρα. [77-78]


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.



		

	

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch): [Δρο­σε­ρὰ καὶ χρυ­σο­πρά­σι­να εἶ­ναι ὅ­λα ἐ­δῶ…]


10-kirschsarah-drosera-eikona-01


Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch)


[Δρο­σε­ρὰ καὶ χρυ­σο­πρά­σι­να εἶ­ναι ὅ­λα ἐ­δῶ…]

[Kühl und goldgrün ist alles hier…]


04-Delta-590px-Dilluminated_svgΡΟΣΕΡΑ καὶ χρυ­σο­πρά­σι­να εἶ­ναι ὅ­λα ἐ­δῶ. Οἱ πλα­νῆ­τες κά­θον­ται μα­ζὶ τὸ βρά­δυ ὀ­κλα­δὸν στὸν δυ­τι­κὸ ὁ­ρί­ζον­τα, ἡ Ἀ­φρο­δί­τη, ὁ Δί­ας, ὁ Ἄ­ρης. Χον­τροὶ τρο­μα­κτι­κοὶ σβῶ­­λοι, ὅ­πως τοὺς εἶ­δα. Τὸ με­ση­μέ­ρι ἀ­κού­σα­με τὴ «Μου­σι­κὴ τοῦ κο­ρυ­δα­λοῦ» τοῦ Pan Górecki.* Πα­ρα­φρο­σύ­νη σὲ τρί­α ὄρ­γα­να. Μί­α συμ­πε­ρί­λη­ψη ὅ­πως στὴν ἐ­πο­χή του ὁ Μά­λερ. Νὰ βι­ώ­νεις ταυ­τό­χρο­να τὸν Μπε­τό­βεν καὶ τὸν Μπό­ρις Γκουν­τού­νωφ. Ὁ κο­ρυ­δα­λὸς χά­νε­ται ἀ­νε­πί­στρε­πτα. Στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος. Τὸ φι­νά­λε τοῦ τρί­του εἶ­ναι ἁ­πλῶς ἡ ὑ­πό­μνη­ση ὅ­τι σὲ γνώ­ρι­ζαν ἢ κά­τι πα­ρό­μοι­ο. Δύ­σκο­λα ν’ ἀν­τέ­ξεις αὐ­τὸ τὸ θαυ­μα­στὸ φο­βε­ρὸ κομ­μά­τι. Τὸ κλα­ρι­νέτ­το ποὺ πνί­γε­ται στὸ δεύ­τε­ρο μέ­ρος, ἐ­πει­δὴ χρει­ά­ζε­ται τὴν ἀ­να­πνο­ὴ ὅ­πως ἕ­νας ἄν­θρω­πος. Τὸ κα­θη­συ­χα­στι­κὸ γόγ­γυ­σμα τοῦ βι­ο­λον­τσέ­λου. Στὸν ὄ­μορ­φο, θη­ρι­ώ­δη κό­σμο. Ἡ μου­σι­κὴ ἔ­χει μιὰ σπά­νια συγ­γέ­νεια μὲ τὴν τέ­φρι­νη βρο­χή, τὶς εἰ­κό­νες τῶν ἀ­τμῶν ἀ­πὸ τὴν ἡ­φαι­στια­κὴ ἔ­κρη­ξη στὶς Φι­λιπ­πί­νες. Μέ­σα στὸ και­νούρ­γιο γυ­ά­λι­νο μοῦ­τρο. Θέ­λω νὰ πῶ μὲ τέ­τοι­α συ­σκευ­ὴ ὁ πό­λε­μος τοῦ Κόλ­που θὰ ἦ­ταν ὑ­πέ­ρο­χος. Θέ μου! Οἱ πε­τρε­λαι­ο­πη­γὲς καί­γον­ται ἀ­κό­μα. Στὴν Ἀ­με­ρι­κὴ γι­ορ­τά­ζουν τὰ ἐ­πι­νί­κια. Τὸ γε­ρά­κι μου κοί­τα­ξε κι­ό­λας πρὸς τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Τὰ πε­ρι­στέ­ρια δὲν ἔρ­χον­ται τό­σο κον­τά. Ὁ Μω­ϋ­σὴς κω­πη­λα­τεῖ στὸν Eyder. Πλῆ­θος λευ­κὰ ἔν­το­μα στρι­φο­γυ­ρί­ζουν σὰν ὕ­λη στὸ δει­λι­νό. [64]


* Henryk Górecki (Χ. Γκο­ρέ­τσκι, 1933- 2010). Πο­λω­νὸς συν­θέ­της.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Sarah Kirsch, Das simple Leben. Deutsche Verlags-Anstalt (DVA), Stuttgart ²1994.

Σά­ρα Κίρς (Sarah Kirsch) (πραγ­μα­τι­κὸ ὄ­νο­μα Ingrid Bernstein, Lim­lin­ge­ro­de τοῦ κρα­τι­δί­ου τῆς Θου­ριγ­γί­ας, 1935 – Tielenhemme, 2013). Σπού­δα­σε Βι­ο­λο­γί­α στὴν Halle (1954-1958) καὶ ἀρ­γό­τε­ρα στὸ «Λο­γο­τε­χνι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Johannes R. Becher» στὴν Λι­ψί­α (1963-1965). Σύ­ζυ­γος (μέ­χρι τὸ 1968) τοῦ ποι­η­τῆ Reiner Kirsch. Ἀ­πὸ τὸ πρῶ­το της ποι­η­τι­κὸ βι­βλί­ο, Landaufenthalt (­παί­θρια δι­α­μο­νή, 1967), θε­μα­το­ποί­η­σε τὴ σχέ­ση τοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὴ φύ­ση. Τὸ 1976 προ­συ­πέ­γρα­ψε τὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α γιὰ τὴ δί­ω­ξη τοῦ Wolf Biermann καὶ τὸν ἑ­πό­με­νο χρό­νο με­τοί­κη­σε στὸ Δυ­τι­κὸ Βε­ρο­λῖ­νο. Ἀ­πὸ τὸ 1983 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της ἔ­ζη­σε στὸ χω­ριὸ Tielenhemme (Τη­λεν­χέμ­με) στὴν βό­ρεια Γερ­μα­νί­α. Στὴ λο­γο­τε­χνι­κή της γρα­φὴ ἑ­νο­ποί­η­σε τὴν ποί­η­ση καὶ τὴ μι­κρὴ πρό­ζα, τὸ χρο­νι­κό, τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, τὴν πο­λι­τι­κὴ δι­α­μαρ­τυ­ρί­α. Γρα­φὴ αὐ­θόρ­μη­τη, συ­χνὰ εἰ­δυλ­λια­κή· ἐν­τύ­πω­ση πρω­τό­γο­νου αὐ­θορ­μη­τι­σμοῦ. Στά­θη­κε πά­νω ἀ­πὸ τὸ νο­η­τὸ ὕ­ψος τῶν ἰ­δε­ο­λο­γι­ῶν γρά­φον­τας γιὰ τὴν ἐ­ναρ­μό­νι­ση τοῦ οἰ­κου­με­νι­κοῦ ἀν­θρώ­που μὲ τὸ πε­ρι­βάλ­λον. Τι­μή­θη­κε, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὰ «Friedrich-Hölderlin-Preis» (1984) καὶ «Georg-Büchner-Preis» (1996). Μί­α ἀ­πὸ τὶς σπου­δαι­ό­τε­ρες με­τα­πο­λε­μι­κὲς φω­νὲς τῆς γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ.)

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ (Ἀ­θή­να, 1954). Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα γερ­μα­νό­φω­νων κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνῶν τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γιό μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς γερ­μα­νό­φω­νους συγ­γρα­φεῖς Günter Kunert καὶ Peter Altenberg καὶ στὸν λα­τί­νο συγ­γρα­φέ­α Aulus Gellius.