Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης: Ἡ κυρία Σύνα



Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης


Ἡ κυ­ρί­α Σύ­να


ΙΣΩ ΤΟΥ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἕ­νας χάρ­της τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἐ­κεῖ­νος μὲ ὑ­πό­νοι­α ἀ­χυ­ρέ­νι­ων μαλ­λι­ῶν κά­θε­ται στὸ μο­νο­κόμ­μα­το ξύ­λι­νο θρα­νί­ο ἐ­πο­χῆς. Κρα­τά­ει στυ­λὸ καὶ τὸ λευ­κὸ τε­τρά­διο μπρο­στά του ἔ­χει μου­τζοῦ­ρες. Κα­μιὰ δὲν εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ τρα­βή­ξει ὁ ἴ­διος. Φο­ρά­ει πο­διὰ μπλέ, μὲ τὸ τρι­γω­νι­κὸ σῆ­μα στὸ ὕ­ψος τῆς καρ­διᾶς: 1ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Καλ­λι­θέ­ας. Χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν μῆ­νες γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν κο­ρι­τσί­στι­κη, κά­πως μα­κριά, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γό­ρια, εὐ­τυ­χῶς πλὴν ἑ­νός, φο­ροῦ­σαν κά­τι σὲ μέ­γε­θος σα­κα­κιοῦ. Οὔ­τε λό­γος, ὅ­μως, νὰ δι­ορ­θω­θεῖ τὸ σφάλ­μα τῶν ἀ­δα­ῶν καὶ ἐν­δε­ῶν γο­νέ­ων. Προ­στέ­θη­κε κι αὐ­τὸ στὶς ὑ­πό­λοι­πες πλη­γὲς ποὺ τὸν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Στὰ ἑλ­λη­νι­κά του ἔ­λει­παν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις, οἱ τρό­ποι του ἦ­ταν χον­τρο­κομ­μέ­νοι, ἐ­κεῖ­νος ντρο­πα­λὸς καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὸς συ­νά­μα, κι ἀ­πὸ τοὺς πιὸ κον­τοὺς στὴν τά­ξη… Λοι­πὸν τὸ στή­σι­μο γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α τὸ εἶ­χε φρον­τί­σει ἡ κυ­ρί­α Σύ­να, ἡ δα­σκά­λα. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ κρα­τών­τας τον ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­σερ­ναν οἱ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­δελ­φὲς γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἐ­νῶ ἡ γει­το­νιὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ τὰ ξε­φω­νη­τά. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βε για­τί αὐ­τὴ ἡ δα­σκά­λα τοῦ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος. Με­ρι­μνοῦ­σε νὰ παίρ­νει μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο ροῦ­χα ἀ­πὸ τὴν Πρό­νοι­α καὶ μιὰ φο­ρὰ ἀ­πὸ τὴ μά­να τοῦ ἀ­σθε­νι­κοῦ συμ­μα­θη­τῆ του Σ., τὰ ὁ­ποῖ­α πο­τὲ δὲν ἄν­τε­ξε νὰ φο­ρέ­σει στὸ σχο­λεῖ­ο. Σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς τρεῖς πρῶ­τες τά­ξεις βρῆ­κε ἐ­κεί­νη τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ συμ­με­τά­σχει στὴν ἡ­με­ρή­σια ἐκ­δρο­μὴ στὴν Ἀ­μά­ρυν­θο. Ἔ­τσι αὐ­τὸς ξό­δε­ψε τὰ ναῦ­λα ποὺ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τοῦ ἔ­δω­σαν οἱ γο­νεῖς του —ὁ ἴ­διος φο­βό­ταν ἢ ντρε­πό­ταν νὰ ζη­τή­σει— γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει τσίπς – ἀ­πέ­μει­νε κι ἕ­να τά­λι­ρο λα­δω­μέ­νο στὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῆς σα­κού­λας. Στὸ φόν­το τῆς φω­το­γρα­φί­ας ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν ἕ­νας χάρ­της μὲ τὶς ἐ­πο­χὲς τοῦ χρό­νου καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἐ­κεῖ­νος ἕ­σφιγ­γε δυ­να­τὰ τὸ στυ­λὸ καὶ τὰ φρύ­δια του. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά. Ὅ­μως δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη συ­ναί­σθη­ση τοῦ μέλ­λον­τος. Οὔ­τε ὅ­τι θὰ τοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ γί­νει πα­ρελ­θόν. Οὔ­τε ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­χε πο­τὲ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὴν κυ­ρί­α Σύ­να, ὅ­ταν πιὰ θὰ γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πεῖ καὶ πῶς.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Χρῖστος Δάλκος: Ζήτω ὁ ἥλιος



Χρῖστος Δάλκος


Ζήτω ὁ ἥλιος


ΕΡΝΑΩ συ­χνά, εἴ­τε μέ τό αὐ­το­κί­νη­το, εἴ­τε μέ τά πό­δια, ἀ­πό τή γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα. Τί ἐ­στί Καρ­πού­ζας; Καρ­πού­ζας ἐ­στί ἕ­νας πα­λιός μου συμ­μα­θη­τής ἀπ᾿ τό Δη­μο­τι­κό. Τόν ἔ­βλε­πα συ­χνά πα­λι­ό­τε­ρα ἀλ­λά δέν τοῦ ἔ­δι­να γνω­ρι­μί­α, κα­τά πᾶ­σαν πι­θα­νό­τη­τα αὐ­τός δέν θά μέ θυ­μό­ταν, ἴ­σως κι ἐ­γώ δέν θά τόν θυ­μό­μουν ἄν δέν τόν εἶ­χα συν­δέ­σει μέ μιάν ἀ­νά­μνη­ση.

       Εἴ­μα­στε στήν Πέμ­πτη τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ, στίς ἀ­παρ­χές τῆς ἄ­νοι­ξης, κι οἱ δά­σκα­λοι μᾶς λέ­νε πώς αὔ­ριο, ἄν κά­νῃ κα­λό και­ρό, θά πᾶ­με ἐκ­δρο­μή. Ἡ μέ­ρα περ­νά­ει μέ­σα σέ μιά γλυ­κειά προ­σμο­νή πώς αὔ­ριο, λέ­ει, θά εἶ­ναι χα­ρά θε­οῦ.

       Καί τί πι­κρή ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, τό πρω­ί τῆς ἄλ­λης μέ­ρας, πού μπλά­βα σύν­νε­φα ἔ­χουν σκε­πά­σει τόν οὐ­ρα­νό καί τόν ἥ­λιο, κι ἐ­μεῖς σκόρ­πιοι πε­ρί­λυ­ποι στό προ­αύ­λιο, νά κυτ­τᾶ­με πά­νω ψη­λά, πα­ρα­κα­λῶν­τας ἀ­πό μέ­σα μας νά σκά­σῃ μύ­τη ὁ ἥ­λιος, νά δι­ώ­ξῃ ὡς διά μα­γεί­ας τά σύν­νε­φα, ἐ­κεῖ, πέν­τε λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, ἔ­χου­με ἀ­κό­μα λί­γο και­ρό, ὅ­λα μπο­ροῦν νά συμ­βοῦν!

       Καί νά πού δυ­ό λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, μιά χλο­μή ἡ­λι­α­χτί­δα, φορ­τω­μέ­νη ὅ­λες τίς παι­δι­κές ἐλ­πί­δες, ξε­πρό­βα­λε γιά λί­γο μέ­σα ἀπ᾿ τά βα­ριά σύν­νε­φα. Τά μα­θη­τού­δια στή­σα­νε πα­νη­γύ­ρι τρε­λό κι ἀρ­χί­σα­νε νά κραυ­γά­ζου­νε τήν γνώ­ρι­μη ἰα­χή: Ἐ-κδρο-μή! Ἐ-κδρο-μή!

       Μά ἐ­γώ ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐ­τά θυ­μᾶ­μαι μό­νο τόν Καρ­πού­ζα: Χο­ρο­πη­δοῦ­σε σάν τρε­λός, μέ μιά ἄ­φα­τη χα­ρά στό πρό­σω­πό του καί λές κι ἡ εἰ­κό­να του, μέ φόν­το τήν ἀ­ναι­μι­κή ἀ­χτί­δα τοῦ ἥ­λιου, ἀ­κι­νη­τεῖ γιά χρό­νια στό μυα­λό μου, τά πό­δια του λυ­γι­σμέ­να κι αἰ­ω­ρού­με­να στόν ἀ­έ­ρα, τά χέ­ρια του ὑ­ψω­μέ­να θρι­αμ­βι­κά, τό γέ­λιο του, γέ­λιο παι­διοῦ πιό λαμ­πε­ρό κι ἀ­πό τόν ἥ­λιο, τήν ὥ­ρα πού κραύ­γα­ζε: «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Δέν πή­γα­με βέ­βαι­α ἐκ­δρο­μή αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα, πή­γα­με τήν ἑ­πό­με­νη πού ᾿χε ξα­στε­ριά, ὅ­μως δέν ἦ­ταν τό ἴ­διο, ἔ­λει­πε ἐ­κεί­νη ἡ γλύ­κα τῆς προ­σμο­νῆς καί ἡ πί­κρα τῆς δι­ά­ψευ­σης.

       Ἔ­κτο­τε, πάν­τως, κά­θε φο­ρά πού πέρ­να­γα, ἀ­κό­μα καί με­γά­λος, ἀ­πό τήν γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα, ἔ­λε­γα ἀ­πό μέ­σα μου: «Γειά σου ρέ Καρ­πού­ζα, Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Ὥ­σπου μιά μέ­ρα, πρίν δυ­ό χρό­νια, εἶ­δα στήν κο­λώ­να τῆς γει­το­νιᾶς του ἕ­να κη­δει­ό­ση­μο πού γνω­στο­ποι­οῦ­σε τόν θά­να­το τοῦ προ­σφι­λοῦς πα­τέ­ρα, θεί­ου καί ἀ­δελ­φοῦ Γιά­ννη Καρ­πού­ζα. Ἀμ­φι­βάλ­λω ἄν κά­ποι­ος ἀπ᾿ τούς συμ­μα­θη­τές μου τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ θυ­μό­ταν —ἤ εἶ­χε ἀ­πο­τυ­πώ­σει— ἐ­κεί­νη τήν σκη­νή τοῦ «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!», καί δέν ξέ­ρω ἄν τήν θυ­μό­ταν στήν κα­το­πι­νή του ζω­ή κι ὁ ἴ­διος ὁ Καρ­πού­ζας.

       Αὐ­τό ὅ­μως πού μπο­ρῶ νά πῶ μέ σχε­δόν ἀ­πό­λυ­τη βε­βαι­ό­τη­τα εἶ­ναι πώς σί­γου­ρα δέν θά τή θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ πού βρί­σκε­ται.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλία τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016) καὶ τὸ δο­κί­μιο Γλωσ­σικὴ δι­δα­σκα­λία: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λάθη μας; (Παρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019).


Στά­θης Κου­τσού­νης: Κεράσια



Στά­θης Κου­τσού­νης


Κε­ρά­σια


— ΠΑΜΕ γιὰ κε­ρά­σια;

       Ἡ πρό­τα­ση ἔ­γι­νε στὸ μο­να­δι­κὸ δι­ά­λειμ­μα τοῦ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νοῦ προ­γράμ­μα­τος. Ἦ­ταν τέσ­σε­ρις πε­ρί­που καὶ σὲ μιὰ ὥ­ρα θὰ σχο­λά­γα­με. Ὁ Δι­α­μαν­τῆς τὸ πρό­τει­νε. Ὄ­χι σὲ ὅ­λους, ἀλ­λὰ σὲ μέ­να, τὴν Ντί­να καὶ τὸν Γιάν­νη. Δὲν ξέ­ρω ἂν μᾶς ἐ­πέ­λε­ξε ἢ ἁ­πλῶς ἔ­τυ­χε νὰ πέ­σει πά­νω μας τὴ στιγ­μὴ ποὺ τοῦ ἦρ­θε ἡ ἰ­δέ­α. Ὁ Δι­α­μαν­τὴς ἦ­ταν ἕ­να χρό­νο με­γα­λύ­τε­ρος καὶ πο­λὺ πιὸ ψη­λὸς καὶ γε­ρο­δε­μέ­νος ἀ­πὸ μᾶς. Εἶ­χε χά­σει χρο­νιὰ καὶ ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε τὴν τά­ξη. Πη­γαί­να­με στὴ Δευ­τέ­ρα Δη­μο­τι­κοῦ.

       Ἡ ἀ­πάν­τη­ση ἦ­ταν ἐν­θου­σι­ώ­δης.

       — Ναίι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι­ι, ξε­φω­νί­σα­με ὅ­λοι με­μιᾶς, χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτοῦ­με.

       Στὴν ὥ­ρα τοῦ μα­θή­μα­τος εἶ­χα τό­σο πο­λὺ ξε­ση­κω­θεῖ ποὺ δὲν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σα κα­θό­λου τὴ δα­σκά­λα, μιὰ χον­τρὴ καὶ στριμ­μέ­νη, μὲ κό­τσο στὸ κε­φά­λι της σὰν πε­ρι­κε­φα­λαί­α. Μοῦ ἄ­ρε­σε πο­λὺ ἡ Ντί­να, ἤ­θε­λα νὰ εἴ­μα­στε συ­νέ­χεια μα­ζί, ἀλ­λὰ τὴ λο­ξο­κοι­τοῦ­σε κι ὁ Δι­α­μαν­τῆς. Τὸν ἀν­τι­πα­θοῦ­σα αὐ­τόν, μὲ νεύ­ρια­ζε ποὺ τὸν γυ­ρό­φερ­ναν ἀ­προ­κά­λυ­πτα οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες συμ­μα­θή­τρι­ές μας. Ἡ Ντί­να ἦ­ταν ἕ­να ὄ­μορ­φο καὶ πρό­σχα­ρο κο­ρί­τσι, μὲ ἀ­νοι­χτὴ στα­ρέ­νια ἐ­πι­δερ­μί­δα, σαρ­κώ­δη χεί­λη καὶ βα­θιὰ γα­λα­ζω­πὰ μά­τια. Ὅ­ταν τὴν κοι­τοῦ­σα ἀ­να­στα­τω­νό­μουν, κι ἂς μὴν κα­τα­λά­βαι­να για­τί. Στὸ δρό­μο μ’ ἔ­πι­α­σε κι ἕ­νας ἄλ­λος φό­βος. Μιὰ κε­ρα­σιὰ εἴ­χα­με ὅ­λη κι ὅ­λη, στὴν Πά­νω Ρού­γα, κον­τὰ στὸ σπί­τι τοῦ Δι­α­μαν­τῆ, ἀλ­λὰ ἦ­ταν θε­ό­ρα­τη. Θὰ μπο­ροῦ­σα ἄ­ρα­γε ν’ ἀ­νε­βῶ; Καὶ τί ντρο­πή, μπρο­στὰ στὴν Ντί­να, ἂν δὲν τὰ κα­τά­φερ­να…

       Περ­πα­τού­σα­με καὶ πει­ρα­ζό­μα­στε.

       — Ν’ ἀ­νε­βά­σου­με τὴν Ντί­να στὴν κε­ρα­σιά, νὰ μᾶς ρί­χνει κε­ρά­σια νὰ τρῶ­με, εἶ­πε κά­ποι­α στιγ­μὴ ὁ Γιά­ννης.

       — Ναί, κα­λά…, ἀ­πάν­τη­σε γε­λών­τας ἐ­κεί­νη.

       Μό­λις φτά­σα­με, ὁ Δι­α­μαν­τῆς σκαρ­φά­λω­σε σὰν αἴ­λου­ρος στὸ δέν­τρο κι ἔ­φτα­σε γρή­γο­ρα στὴν κο­ρυ­φή. Τὸν κοι­τού­σα­με ὅ­λοι μὲ θαυ­μα­σμὸ καὶ ζή­λεια. Με­τὰ ἀ­πὸ δυ­ὸ-τρεῖς ἀ­πο­τυ­χη­μέ­νες ἀ­πό­πει­ρες τὰ κα­τά­φε­ρε κι ὁ Γιά­ννης.

       Ἐ­γὼ οὔ­τε κὰν τὸ ἐ­πι­χεί­ρη­σα. Ντρε­πό­μουν ἀλ­λὰ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ δεί­χνω ἄ­νε­τος. Κοι­τοῦ­σα στὰ κλε­φτὰ τὴν Ντί­να – εὐ­τυ­χῶς δὲν μοῦ ἔ­κα­νε κα­νέ­να σχό­λιο. Θαύ­μα­ζα τὴν ὡ­ραί­α πλι­σὲ φού­στα καὶ τὶς καλ­λί­γραμ­μες γάμ­πες της. Οἱ ἄλ­λοι ἐ­πά­νω τρώ­γα­νε καὶ ποῦ καὶ ποῦ, μα­ζὶ μὲ τὰ κου­κού­τσια ποὺ φτύ­να­νε, πε­τοῦ­σαν καὶ κα­νέ­να κε­ρά­σι. Τὰ μά­ζευ­α καὶ τὰ πρό­σφε­ρα εὐ­γε­νι­κὰ σὲ κεί­νη. Χαι­ρό­ταν καὶ τὰ μα­σου­λοῦ­σε λαί­μαρ­γα. Τὰ χεί­λη της κοκ­κί­νι­ζαν ἀ­πὸ τὰ ζου­μιά, λὲς κι εἶ­χε βά­λει κρα­γιόν.

       — Ἄν­τε, φά­ε κι ἐ­σύ, μοῦ ἔ­λε­γε.

       Ἐ­μέ­να, τὸ μό­νο ποὺ μ’ ἔ­νοια­ζε ἦ­ταν νὰ τὴν εὐ­χα­ρι­στή­σω, νὰ κερ­δί­σω τὴ συμ­πά­θειά της.

       Κά­ποι­α στιγ­μὴ ἀ­κοῦ­με μιὰ δυ­να­τὴ φω­νὴ ἀ­πὸ ψη­λά.

       — Ντί­να!

Βλέ­που­με τό­τε τὸν Δι­α­μαν­τῆ νὰ κρα­δαί­νει τὴ χού­φτα του γε­μά­τη μὲ κε­ρά­σια.

       — Νά, πιά­σ’ τα, τῆς λέ­ει, κι ἀ­νοί­γον­τας τὰ χέ­ρια του τ’ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σουν.

       Τὰ κε­ρά­σια πῆ­ραν τὴν κα­τι­ού­σα. Γυ­ά­λι­ζαν στὸ μπλὲ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ σὰν κόκ­κι­να μι­κρὰ μπα­λό­νια ποὺ χτυ­ποῦ­σαν με­τα­ξύ τους καὶ ἁ­πλώ­νον­ταν, δι­α­γρά­φον­τας ἄ­τα­κτες τρο­χι­ές. Καὶ τὰ χέ­ρια νὰ ση­κώ­να­με ἕ­να-δυ­ὸ τὸ πο­λὺ ὁ κα­θέ­νας θὰ πι­ά­να­με, κι αὐ­τὰ ἦ­ταν πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι. Τό­τε ἡ Ντί­να ἐν­στι­κτω­δῶς, γιὰ νὰ μα­ζέ­ψει ὅ­σο γί­νε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρα κε­ρά­σια, ση­κώ­νει ἀ­πό­το­μα τὴ φού­στα της, σχη­μα­τί­ζον­τας μιὰ ὑ­φα­σμά­τι­νη λε­κά­νη.

       Γιὰ κλά­σμα­τα τοῦ δευ­τε­ρο­λέ­πτου βλέ­πω τὰ πό­δια της ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ πά­νω, ποὺ πο­τὲ δὲν τὰ εἶ­χα ξα­να­δεῖ, δυ­ὸ χυ­τοὺς κα­τά­λευ­κους χει­μάρ­ρους, κι ἐ­κεῖ ποὺ σμί­γα­νε, ἀ­νά­με­σά σε μιὰ χλό­η ξαν­θή, ἕ­να με­γά­λο μα­κρου­λὸ κε­ρά­σι ρόζ, σκα­σμέ­νο μπρο­στὰ ἀ­πὸ πά­νω μέ­χρι κά­τω.

       Ἡ ἀ­νά­σα μου κό­πη­κε. Ζα­λί­στη­κα κι ἔ­χα­σα τὴ μι­λιά μου. Δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω πῶς ἀ­κρι­βῶς βρέ­θη­κε ἐ­κεῖ­νο τὸ πε­ρί­ερ­γο κε­ρά­σι ἀ­νά­με­σα στὰ πό­δια της. Ἡ καρ­διά μου χτυ­ποῦ­σε δυ­να­τὰ καὶ τὰ μέ­λη μου μού­δια­ζαν.

       Στὸ με­τα­ξὺ ἐ­κεί­νη, χα­μο­γε­λών­τας πλα­τιά, ἔ­λα, μοῦ λέ­ει, πᾶ­ρε, καὶ μοῦ ἔ­τει­νε τὴ φού­στα της, γε­μά­τη κε­ρά­σια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Στά­θης Κου­τσού­νης (Νέ­α Φι­γα­λί­α Ὀ­λυμ­πί­ας, 1959). Σπo­ύ­δα­σε Νο­μι­κά, Φι­λο­λο­γί­α καὶ Κλα­σι­κὴ Μου­σι­κή. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να. Στὰ Γράμ­μα­τα ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ 1987 μὲ τὴ δη­μο­σί­ευ­ση τεσ­σά­ρων ποι­η­μά­των του στὸ τεῦ­χος 10 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Νέ­ες Το­μές. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές: Σπου­δὲς γιὰ Φω­νὴ καὶ Ποί­η­ση (Ὑ­ά­κιν­θος, 1987), Τρύ­γος αἱ­μά­των (Σμί­λη, 1991), Πα­ραλ­λα­γὲς τοῦ μαύ­ρου (Δελ­φί­νι, 1998), Ἡ τρο­μο­κρα­τί­α τῆς ὀ­μορ­φιᾶς (Με­ταίχ­μιο, 2004). Πα­ράλ­λη­λα, δη­μο­σι­εύ­ει κεί­με­να κρι­τι­κῆς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά. Εἶ­ναι μέ­λος τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων.



		

	

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας: Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα



Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα


ΥΣΑΡΕΣΤΑ πράγ­μα­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν στὸν κα­θέ­να, ἀλ­λὰ μό­νον κά­ποι­ους μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἀλ­λά­ξουν χα­ρα­κτή­ρα. Νὰ με­τα­μορ­φώ­σουν ἕ­ναν κα­λὸ ἄν­θρω­πο πχ. σὲ δι­ά­βο­λο. Θὰ μοῦ πεῖ­τε πὼς ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος σέρ­νει μα­ζὶ μὲ τὰ πο­δά­ρια καὶ τὴ μοί­ρα του, καὶ οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πι­ση­μαί­νουν οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι ἤ­δη μὲς στὶς ἀ­πο­σκευ­ὲς ποὺ σέρ­νει πί­σω του. Δὲν ξέ­ρω. Πα­ρά­ξε­να φέγ­γει στὴ μνή­μη μου ἡ ἀρ­χή. Νέ­ος ψυ­χί­α­τρος τό­τε ἐ­πε­δεί­κνυ­α με­γα­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση σὲ ἀ­χα­ρα­κτή­ρι­στες συμ­πε­ρι­φο­ρές. Ὑ­πε­ρέ­βα­λα ἑ­αυ­τὸν καὶ ψυ­χι­α­τρι­κο­ποι­οῦ­σα ἀ­κό­μη καὶ τὴν κοι­νὴ χυ­δαι­ο­λο­γί­α, τὶς μνη­σί­κα­κες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ ἄ­το­μα τοῦ εὐ­ρέ­ως πε­ρι­βάλ­λον­τός μου, ἀ­κό­μη καὶ τὶς συ­κο­φαν­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις, τὴν ἐ­ξύ­βρι­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τὸν δι­α­συρ­μὸ ὑ­πο­λή­ψε­ων. Τὸν ὑ­πο­τί­μη­σα ὡς ἕ­ναν ἀ­κό­μη «τρε­λό», ἀ­γνο­ών­τας πὼς αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο ποὺ προ­σποι­οῦνταν τὸ φί­λο μου, πει­ρα­μα­τι­ζό­ταν πῶς νὰ ἐ­λέγ­χει καὶ νὰ κα­θο­δη­γεῖ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις μου.

       Δὲν θὰ ξε­χά­σω αὐ­τὸ τὸ φέγ­γος στὸ σταθ­μό. Ἐ­κεῖ κα­τα­γρά­φτη­κε στὸ χαρ­τὶ ἕ­να λε­πτο­με­ρὲς καὶ πα­ρα­στα­τι­κὸ σχέ­διο ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ τὸ ἔ­γρα­ψε ἦ­ταν ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὸ μυα­λό. Ἕ­να μυα­λὸ ποὺ εἶ­χε μο­να­δι­κὸ σκο­πὸ καὶ σκέ­ψη τὴν κα­τα­στρο­φὴ μιᾶς ἄλ­λης ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Πή­γαι­νε στὴν Ἀ­θή­να νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα: ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὴ δου­λειὰ καὶ φω­το­γρά­φι­ζε ὅ­λα τὰ πρό­σω­πα ποὺ ἔρ­χον­ταν σὲ ἐ­πα­φὴ μα­ζί της. Κα­τέ­γρα­φε σὲ ἕ­να τε­φτέ­ρι τὰ ὀ­νό­μα­τά τους, τὶς δι­ευ­θύν­σεις τους, τὰ τη­λέ­φω­να, καὶ κα­θὼς ἡ δου­λειὰ τῆς πρώ­ην συ­ζύ­γου του ἦ­ταν σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο, ἔ­βα­λε στὸ στό­χα­στρο δι­ά­φο­ρους λο­γο­τέ­χνες μι­κροῦ ἢ με­γα­λύ­τε­ρου βε­λη­νε­κοῦς. Τὴν ἀ­πει­λοῦ­σε πὼς θὰ τὴν ξε­φτί­λι­ζε μέ­ρες, ἑ­βδο­μά­δες, μῆ­νες καὶ χρό­νια. Ξα­να­γύ­ρι­ζε στὸ στρα­τό­πε­δο καὶ τοὺς ἔ­λε­γε πὼς κα­λο­πέ­ρα­σε μὲ τὸ γκο­με­νά­κι στὴν Κα­τε­ρί­νη.


Ὅ­λα τε­λει­ώ­νουν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο. Ἡ θλί­ψη, ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α, ἡ ἄ­γρια ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἐκ­δί­κη­ση καὶ τι­μω­ρί­α εἶ­χαν φω­λιά­σει πιὰ στὴν καρ­διά του. Προι­κι­σμέ­νος μὲ ἕ­να ψυ­χρὸ θυ­μό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ τοῦ Λι­το­χώ­ρου ἕ­ως τὴν τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­νώ­φε­λης καὶ πρό­στυ­χης ζω­ῆς του, με­τα­βλή­θη­κε σὲ ἕ­να μο­χθη­ρὸ καὶ κα­κό­βου­λο ὂν ποὺ μό­λυ­νε μὲ τὴν ἀ­νά­σα του ὅ­ποι­ον στε­κό­ταν δί­πλα του. Τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τί ἔ­κα­ναν οἱ λο­γο­τέ­χνες στὴ ζω­ὴ τους ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ ὅ,­τι ἔ­γρα­φαν. Ἀ­νί­κα­νος νὰ ἀ­πο­λαύ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο, κα­τέ­γρα­φε τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου τους, ὑ­πο­λο­γι­στι­κὰ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Ἐ­πώ­α­ζε στὴ ψυ­χή του μυ­ριά­δες κου­τσομ­πο­λιά, κα­θο­δη­γού­με­νος πάν­τα ἀ­πὸ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α νὰ κα­τα­στρέ­ψει τοὺς ἄλ­λους. Μιᾶς ἔμ­μο­νης ἰ­δέ­ας ποὺ τὸν τρι­βέ­λι­ζε ἀ­δι­ά­κο­πα κι ἀ­πέ­κτη­σε τε­ρά­στι­ες δι­α­στά­σεις κι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­πα­ψε νὰ με­τρά­ει γι’ αὐ­τόν. Θε­ό­στρα­βος, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς ἔ­βλε­πε πράγ­μα­τα ποὺ δὲν βλέ­πουν οἱ ἄλ­λοι. Ἔ­τσι ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να σω­ρὸ ἀ­κα­τα­νό­η­τες θε­ω­ρί­ες σχε­τι­κὲς μὲ τὴ Ψυ­χο­λο­γί­α καὶ πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα πὼς κολ­λᾶ­νε σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση. «Ἂν εἶ­σαι ἄρ­ρω­στος» ἔ­λε­γε στὸν ἑ­κά­στο­τε ἐ­χθρό του «δὲν θὰ χρε­ω­θοῦ­με ἐ­μεῖς τὴν ἀρ­ρώ­στια σου». Μι­λοῦ­σε στὸν πλη­θυν­τι­κό, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στοὺς ὑ­πο­τε­λεῖς του κι ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τάς τους πὼς «ἐ­μεῖς» θὰ σᾶς ἐ­πι­φυ­λά­ξου­με τὴν ἴ­δια τύ­χη, ἔ­τσι κι ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ­τε. Ἐ­κεῖ στὴν ἀ­πο­βά­θρα μὲ τὶς χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς νὰ στά­ζουν ἀ­πὸ τὰ λι­γδι­α­σμέ­να του μαλ­λιά, ρεύ­τη­κε τὸν πι­τό­γυ­ρο ποὺ εἶ­χε κα­τα­βρο­χθί­σει στὰ ὄρ­θια, τὶς τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες μὲ τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὰ τζα­τζί­κια, σκού­πι­σε πά­λι μὲ τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ του τὰ γέ­νια ποὺ θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα, κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο. Τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο μὲ τὸ ἀ­πο­λυ­τή­ριο στρα­τοῦ στὴν τσέ­πη, ἀ­πέ­κτη­σε αὐ­το­μά­τως τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ θα­νά­του του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τεῦχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆς, Ὁ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ου, Τὸ πα­ρα­μι­λη­τό, Σπαρ­μός, Ποί­η­ση, Μαν­δρα­γό­ρας, Νέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



		

	

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Τὰ ποι­ή­μα­τα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Τὰ ποι­ή­μα­τα

(Die Gedichte)


Ο ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ πο­τὲ δὲν ἔ­γρα­ψα κα­νέ­να ποί­η­μα. Ἡ ἄν­θι­ση, ἡ δια­ύγεια ἤ­τα­νε πο­λὺ αἰ­σθη­σια­κὴ γιὰ μέ­να. Ἤ­μου­να λυ­πη­μέ­νος τὸ κα­λο­καί­ρι. Μὲ τὸ φθι­νό­πω­ρο κα­τέ­βαι­νε μιὰ με­λω­δί­α στὸν κό­σμο. Ἤ­μουν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν κα­τα­χνιά, τὴ σκο­τει­νιὰ ποὺ ξε­κι­νοῦ­σε κι­ό­λας ἀ­πὸ νω­ρίς, τὴν πα­γω­νιά. Τὸ χι­ό­νι τό ’­βρι­σκα θε­ϊ­κό, μὰ ἴ­σως ἀ­κό­μα πιὸ ὄ­μορ­φες καὶ θε­ϊ­κὲς μοῦ φαι­νόν­του­σαν οἱ σκο­τει­νές, ἄ­γρι­ες, θερ­μὲς κα­ται­γί­δες τῆς πρώ­ι­μης ἄ­νοι­ξης. Μὲς στὸν πα­γε­ρὸ χει­μώ­να λαμ­πυ­ρί­ζα­νε κι ἀ­χνί­ζα­νε μα­γι­κὰ τὰ βρά­δια. Οἱ ἦ­χοι μὲ γο­ή­τευ­αν, τὰ χρώ­μα­τα μοῦ μι­λοῦ­σαν. Δὲ χρει­ά­ζε­ται κὰν νὰ τὸ πῶ, πὼς ζοῦ­σα σ’ ἀ­τέ­λει­ω­τη μο­να­ξιά. Ἡ μο­να­ξιὰ ἦ­ταν ἡ νύ­φη ποὺ λά­τρευ­α, ὁ σύν­τρο­φος ποὺ προ­τι­μοῦ­σα, ἡ συ­νο­μι­λί­α ποὺ ἀ­γα­ποῦ­σα, ἡ ὀ­μορ­φιὰ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­να, ἡ πα­ρέ­α ποὺ μέ­σα της ζοῦ­σα. Δὲν ὑ­πῆρ­χε γιὰ μέ­να­νε τί­πο­τα πιὸ φυ­σι­κό, πιὸ φι­λι­κό. Ἤ­μουν ὑ­παλ­λη­λά­κος, πο­λὺ συ­χνὰ δί­χως τὴν ἁρ­μό­ζου­σα θέ­ση. Κι αὐ­τὸ ἅρ­μο­ζε σὲ μέ­να. Ὤ, πό­ση τρυ­φε­ρὰ ὀ­νει­ρι­κὴ με­λαγ­χο­λί­α, ἡ­δο­νι­κὴ ἀ­πελ­πι­σί­α, οὐ­ρά­νια ἀ­θυ­μί­α, ἀ­γα­πη­μέ­νη θλί­ψη, γλυ­κιὰ σκλη­ρό­τη­τα. Ἀ­γα­ποῦ­σα τὰ προ­ά­στια μὲ τὶς μο­να­χι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῶν ἐρ­γα­τῶν. Τὰ χι­ο­νι­σμέ­να λι­βά­δια μοῦ μι­λού­σα­νε μ’ οἰ­κει­ό­τη­τα, τὸ φεγ­γά­ρι μοῦ φαι­νό­τα­νε σὰ νὰ χα­μη­λώ­νει γιὰ νὰ κλά­ψει ἀ­πά­νω στὸ χι­ό­νι, τὸ λευ­κὸ σὰν τὸ φάν­τα­σμα· τ’ ἀ­στέ­ρια! Τό­σο λαμ­πρά! Ἤ­μου­να τό­σο ἀρ­χον­τι­κὰ φτω­χός, τό­σο βα­σι­λι­κὰ λεύ­τε­ρος. Στε­κό­μουν μὲς στὴ χει­μω­νι­ά­τι­κη νύ­χτα, πρὸς τὸ ξη­μέ­ρω­μα, πλά­ι στ’ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο· μὲ τὴν πα­γε­ρὴ πνο­ὴ νὰ φυ­σά­ει στὸ πρό­σω­πό μου καὶ τὸ στῆ­θος, κα­λυμ­μέ­νο μο­νά­χα μὲ τὴ νυ­χτι­κιά. Καὶ τό­τε μοῦ ’ρ­χό­ταν μιὰ πα­ρά­ξε­νη ὀ­πτα­σί­α, πὼς ὁ­λό­γυ­ρά μου φώ­τι­ζε. Πο­λὺ συ­χνά, μέ­σα στὴν ἀ­πο­μο­νω­μέ­νη κά­μα­ρα ποὺ κα­τοι­κοῦ­σα, ἔ­πε­φτα στὰ γό­να­τα κι ἱ­κέ­τευ­α τὸ Θε­ὸ γιὰ ἕ­ναν ὄ­μορ­φο στί­χο. Ὕ­στε­ρα, ἄ­νοι­γα τὴν πόρ­τα, ἔ­βγαι­να ἔ­ξω καὶ χα­νό­μου­να μὲς στὴ Φύ­ση.

(1912)


Πη­γή: «Τὰ ποι­ή­μα­τα» («Die Ge­di­chte»), Klei­ne Dich­tun­gen von Ro­bert Wal­ser, Kurt Wolff Verlag, Leipzig, 1914, S. 65.

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878-1956). Γερ­μα­νό­φω­νος Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας, ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς πιὸ σπου­δαί­ους λο­γο­τέ­χνες ποὺ ἀ­σχο­λή­θη­καν μὲ τὴ σύν­το­μη πρό­ζα κα­τὰ τὸν 20ὸ αἰ­ώ­να, μο­λο­νό­τι τὸ ἔρ­γο του δὲν εἶ­ναι ἐ­παρ­κῶς γνω­στὸ στὴ χώ­ρα μας. Ἔ­γρα­ψε καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ συν­το­μό­τε­ρα πε­ζά, ἐ­νί­ο­τε ἐ­λά­χι­στης ἔ­κτα­σης, τὰ ὁ­ποῖ­α δη­μο­σι­εύ­ον­ταν ὡς «μι­κρὰ ποι­ή­μα­τα», «μι­κρὰ πε­ζά», «πε­ζὰ ποι­ή­μα­τα» κτλ. Αὐ­τὰ τὰ κεί­με­να, γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο γνω­στὸς ὁ Βάλ­ζερ, ἀ­γα­πή­θη­καν πο­λὺ κα­τὰ τὶς πρῶ­τες δε­κα­ε­τί­ες τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, καὶ μά­λι­στα ἀ­πὸ σπου­δαί­ους συγ­γρα­φεῖς. Με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ὁ Φρὰν­τς Κάφ­κα δέ­χτη­κε σα­φεῖς ἐ­πιρ­ρο­ές. Τὸ ἔρ­γο τοῦ Βάλ­ζερ στα­δια­κὰ ξε­χά­στη­κε: ἔ­τσι καὶ ἀλ­λι­ῶς, ὁ συγ­γρα­φέ­ας ἀ­ναγ­κα­ζό­ταν ἀ­πὸ νω­ρὶς νὰ βι­ο­πο­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες μι­κρο­δου­λει­ές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα ἡ ψυ­χι­κή του ἀ­στά­θεια τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ πε­ρά­σει με­γά­λο μέ­ρος τῆς ζω­ῆς του σὲ δι­ά­φο­ρα ἱ­δρύ­μα­τα. Πάν­τως, τὰ κεί­με­νά του ἀ­να­κα­λύ­φτη­καν ἐκ νέ­ου πρὸς τὰ τέ­λη τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να, ὁ­πό­τε καὶ ἐ­πη­ρέ­α­σαν ση­μαν­τι­κοὺς νε­ό­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς, ὅ­πως ὁ B. Γκ. Ζέμ­παλντ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ Γερ­μα­νι­κά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­κε ἡ συλ­λο­γὴ τοῦ Peter Huchel Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (Βακ­χι­κόν, 2017), μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe. Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά.

Ἕλενα Στριγγάρη: Ἡ φί­λη μου ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ



Ἕλενα Στριγγάρη


Ἡ φί­λη μου ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ


OTE, ἡ κα­φε­τέ­ρια κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου ἔ­βγα­ζε τρα­πε­ζο­κα­θί­σμα­τα, πί­σω ἀ­πὸ τὸ πε­ρί­πτε­ρο ποὺ βρί­σκε­ται ἐ­πὶ τῆς ὁ­δοῦ Βε­ΐ­κου καὶ τοῦ πε­ζό­δρο­μου τῆς Δρά­κου, στὸ Κου­κά­κι. Ἐ­κεῖ, ἔ­πι­να τὸν κα­φέ μου τὰ πρω­ι­νά, ἀ­πο­λαμ­βά­νον­τας μπρο­στά μου τὸ παρ­κά­κι ποὺ εἶ­χα φυ­τέ­ψει μὲ εἰ­δι­κὴ ἄ­δεια Ἀν­τι­δη­μάρ­χου καὶ πε­ρι­φρά­ξει μὲ τὴν βο­ή­θεια γει­τό­νων. Ἐ­κεῖ, ἄρ­χι­σε νὰ ἔρ­χε­ται καὶ ἡ Δή­μη­τρα. Μιὰ τραν­σέ­ξου­αλ, μὲ τὸ σκυ­λά­κι της πάν­τα ἀγ­κα­λιά. Ἤ­μουν ἀ­πὸ τὰ ἀ­γα­πη­τὰ πρό­σω­πα στὴν γει­το­νιά. Ἀν­τί­θε­τα, τὴν Δή­μη­τρα τὴν ἀ­πέ­φευ­γαν ὅ­λοι, για­τί ἦ­ταν τραν­σέ­ξου­αλ. Ἄρ­χι­σα νὰ τῆς μι­λάω καὶ νὰ τὴν κά­νω πα­ρέ­α, θέ­λον­τας νὰ δώ­σω τὸ πα­ρά­δειγ­μα πὼς δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­μο­νώ­νου­με κα­νέ­ναν, ὅ­ταν δὲν βλά­πτει. Ὁ και­ρὸς περ­νοῦ­σε…

       Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς ἔ­κα­να ντούς, ἀ­να­κά­λυ­ψα στὸν ἀ­ρι­στε­ρό μου μα­στὸ ἕ­να ὀγ­κί­διο. Δὲν εἶ­πα τί­πο­τα. Προ­πάν­των, δὲν εἶ­πα τί­πο­τα στὸν με­γα­λο­για­τρὸ Σ.Τ. ὁ ὁ­ποῖ­ος ἦ­ταν ὀγ­κο­λό­γος καὶ μὲ ἐ­πι­σκε­πτό­ταν, συ­ζη­τά­γα­με καὶ παί­ζα­με τά­βλι. Με­τὰ δὲν ξέ­ρω πό­σες βδο­μά­δες, τό ‘πα σὲ δυ­ὸ φί­λες μου τὴν Σου­ζά­να καὶ τὴν Ἔλ­σα καὶ αὐ­τὲς πα­νι­κό­βλη­τες μαρ­τύ­ρη­σαν τὸ μυ­στι­κό μου στὸν για­τρό, ὁ ὁ­ποῖ­ος μὲ μά­ζε­ψε ἀ­πὸ τὸν πε­ζό­δρο­μο, κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι μου, ὅ­που πί­να­με κα­φέ, μ’ ἀ­νέ­βα­σε στὸ σπί­τι μου καὶ ζή­τη­σε νὰ μὲ ἐ­ξε­τά­σει ἀ­μέ­σως. Νὰ μὴν τὰ πο­λυ­λο­γῶ, βρέ­θη­κα μὲ καρ­κί­νο μα­στοῦ. Χει­ρουρ­γή­θη­κα ἀ­πὸ τὸν ὑ­πέ­ρο­χο Θα­νά­ση Πο­λυ­χρό­νη, ἔ­κα­να ἀ­κτι­νο­βο­λί­ες καὶ με­τά, ὁ ὀγ­κο­λό­γος μου ὁ Σ.Τ. μοῦ ἔ­κα­νε χη­μει­ο­θε­ρα­πεῖ­ες στὸ σπί­τι (πράγ­μα ποὺ ἀ­πα­γο­ρεύ­ε­ται) για­τί δὲν θὰ ἄν­τε­χα τὴν πο­λύ­ω­ρη τα­λαι­πω­ρί­α στὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο, ἀ­φοῦ εἶ­χα καὶ κα­τά­θλι­ψη! Δὲν ἤ­θε­λε δραχ­μὴ γι’ αὐ­τό. Μά­λι­στα, ἔ­φερ­νε δω­ρε­ὰν καὶ τὰ φάρ­μα­κα τῶν χη­μει­ο­θε­ρα­πει­ῶν, τὰ ὁ­ποῖ­α ὅ­ταν ζή­τη­σε νὰ τὰ δεῖ ὁ φαρ­μα­κο­ποι­ός μου, στὸ ψυ­γεῖ­ο μου, μιὰ μέ­ρα ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει σπί­τι, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι ἦ­ταν πα­νά­κρι­βα. Ὅ­πο­τε εἶ­χα χη­μει­ο­θε­ρα­πεί­α, σπί­τι μου μα­ζευ­όν­του­σαν του­λά­χι­στον ἕξι ἄ­το­μα γιὰ νὰ μοῦ δί­νουν κου­ρά­γιο καὶ ὅ­σο δι­αρ­κοῦ­σε κά­ναν ἡ­συ­χί­α, ἐ­νῶ μό­λις τε­λεί­ω­νε λέ­γα­νε ἀ­στεῖ­α γιὰ νὰ μὲ δι­α­σκε­δά­σουν. Γε­νι­κά, δὲν ἀν­τι­με­τώ­πι­σα προ­βλή­μα­τα. Οὔ­τε ὅ­ταν πέ­σαν τὰ μαλ­λιά μου. Μά­λι­στα, θυ­μᾶ­μαι πὼς στὴν γι­ορ­τή μου, ἐ­νῶ ἔ­πι­να τὸ κα­φε­δά­κι μου στὸν πε­ζό­δρο­μο, μό­λις μὲ ἀν­τι­λή­φθη­καν ἄρ­χι­σαν νὰ μοῦ στέλ­νουν ἀν­θο­δέ­σμες καὶ γλα­στρά­κια τὰ παι­διὰ τῶν γύ­ρω μα­γα­ζι­ῶν. Ὄ­χι, δὲν εἶ­χα προ­βλή­μα­τα. Μό­νον δύ­ο ἄ­το­μα μοῦ ‘κό­ψαν καὶ τὴν «κα­λη­μέ­ρα». Λὲς καὶ ὁ καρ­κί­νος κολ­λά­ει!… Ἡ μί­α ἦ­ταν ἡ Δή­μη­τρα, ἡ τραν­σέ­ξου­αλ!

       Ἔ­γι­να κα­λὰ καί, δὲν θυ­μᾶ­μαι πό­σο και­ρὸ με­τά, ἡ Δή­μη­τρα ἄρ­χι­σε πά­λι νὰ μοῦ μι­λά­ει. Ἡ ἀλ­λα­γὴ αὐ­τὴ ὀ­φει­λό­ταν στὸ ὅ­τι ἦ­ταν ἡ ἴ­δια ἄρ­ρω­στη μὲ καρ­κί­νο στὸν πνεύ­μο­να, καὶ μά­λι­στα, σὲ προ­χω­ρη­μέ­νο στά­διο. Γιὰ θε­ρα­πευ­τι­κὴ ἀ­γω­γὴ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­κού­σει κου­βέν­τα! Ἁ­πλά, πε­ρί­με­νε νὰ πε­θά­νει! Ἀ­δύ­να­τον νὰ τὴν με­τα­πεί­σω.

       Μιὰ μέ­ρα ἦρ­θε καὶ στὸ σπί­τι μου, γιὰ νὰ μοῦ χα­ρί­σει, ἀ­φοῦ θὰ πέ­θαι­νε, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ βιν­τε­ο­κα­σέ­τες σχε­τι­κὲς μὲ ἐ­ξω­γή­ι­νους, ποὺ τὴν εἶ­χε σὲ με­γά­λη ὑ­πό­λη­ψη. Δὲν πι­στεύ­ω στοὺς ἐ­ξω­γή­ι­νους, ἀλ­λὰ δὲν τὸ ἔ­δει­ξα. Με­τά, μοῦ δι­η­γή­θη­κε πῶς ἔ­κα­νε ἀλ­λα­γὴ φύ­λου στὴν Κα­ζαμ­πλάν­κα, πὼς τῆς εἶ­χαν πά­ρει τὸ δι­α­βα­τή­ριο, ὅ­τι ξύ­πνη­σε μὲ φο­βε­ροὺς πό­νους στὴν κλι­νι­κή, δί­πλα σε μιὰ κού­νια μω­ροῦ, γιὰ κά­λυ­ψη κ.λπ., κ.λπ. Στὸ φι­νά­λε ξε­βρα­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ μοῦ ἔ­δει­ξε τὸ αἰ­δοῖ­ο της, γιὰ νὰ μὲ πεί­σει ὅ­τι εἶ­χε γί­νει κα­νο­νι­κὴ γυ­ναί­κα. «Βε­βαί­ως!» τῆς εἶ­πα. ( Ἦ­ταν ἕ­να συ­νη­θι­σμέ­νο αἰ­δοῖ­ο, μό­νο πιὸ ψη­λὰ ἀ­πὸ τὰ νορ­μάλ.)

       Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἐ­πί­σκε­ψη δὲν ξα­νά­δα τὴν Δή­μη­τρα. Μᾶλ­λον θὰ πῆ­γε στὴ παν­σιὸν τῆς μη­τέ­ρας της, ὅ­πως μου εἶ­χε πεῖ, γιὰ νὰ ζή­σει ἐ­κεῖ ὅ­σο και­ρὸ τῆς ἀ­πέ­με­νε. Στὸ σπί­τι της, τὰ παν­τζού­ρια της ἦ­ταν κλει­στὰ γιὰ μῆ­νες, μέ­χρις ὅ­του ἐμ­φα­νί­στη­κε ἐ­κεῖ νέ­ος νοι­κά­ρης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἕ­λε­να Στριγ­γά­ρη (Ἀ­θή­να, 1950). Πα­ρα­κο­λού­θη­σε μα­θή­μα­τα στὴ σχο­λὴ Βα­κα­λὸ μὲ κα­θη­γη­τὲς τὸν Πα­να­γι­ώ­τη Τέ­τση τὴν Ἑ­λέ­νη Βα­κα­λὸ κ.ἄ. Στὴν πε­ρί­ο­δο 1971-1974 συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Καλ­λι­τε­χνι­κὸ Πνευ­μα­τι­κὸ Κέν­τρο «Ὥ­ρα» στὴν ἐ­τή­σια ἔκ­δο­ση Χρο­νι­κό καί, ἀρ­γό­τε­ρα μὲ τὸν Ρέ­­νο Ἀ­πο­στο­λί­δη στὴν ἔκ­δο­ση τοῦ πε­ρι­οδι­κοῦ Τε­τρά­μη­να, ἐ­νῶ εἶ­χε τὴν ἐ­πιμέ­λεια τῆς ἀν­θο­λο­γί­ας Μπα­λα­ντέ­ζα ποὺ ἔ­βγα­λε ἡ Νο­μαρ­χία Ἀτ­τι­κῆς μὲ χα­ρα­κτι­κὰ τῆς Ἐ­θνι­κῆς Πι­να­κο­θή­κης. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς Ὑ­πὸ τὸ φῶς τῶν προ­βο­λέ­ων (1970), Ἀ­κά­λυ­πτος Χῶ­ρος (1974), Ἐν πλῷ καὶ ἀ­κυ­βέρ­νη­τα (2009), Ἀντιχουντικὰ μέσα στὴ Χούντα (2017).



		

	

Λεία Χατζοπούλου-Καραβία: Ἑτεροχρονισμένη συνάντηση στὴ Μερζιφούντα


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου–Κα­ρα­βί­α


Ἑ­τε­ρο­χρο­νι­σμέ­νη συ­νάν­τη­ση στὴ Μερ­ζι­φούν­τα


ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΜΟΥ στὴν Τρα­πε­ζούν­τα ἀ­να­ζή­τη­σα τὸν πα­τέ­ρα μου, μὰ δὲν τὸν βρῆ­κα. Εἶ­χε ὀρ­φα­νέ­ψει ὀ­χτὼ χρο­νῶν, κι ἡ μά­να του ἡ Χα­ρί­κλεια τὸν εἶ­χε χα­ϊ­δε­μέ­νο, λα­λα­χέ­α, για­τί ἔ­θνη­σκαν τὰ μω­ρά της καὶ μό­νο αὐ­τὸς τῆς ἔ­ζη­σε. Τὸν εἶ­χε ἴ­σως στυ­λώ­σει ὁ Ἅ­ε Στυ­λια­νός, ποὺ τοῦ εἶ­χαν δώ­σει τ’ ὄ­νο­μά του. Τὸν φώ­να­ζε τρυ­φε­ρὰ «Ρί­ζα μ’, στε­ρέ­α μ’», κι ἅ­μα πο­νοῦ­σε κά­που τοῦ ἔ­λε­γε «Τὸ κα­κό σ’ νὰ παί­ρω», για­τὶ κάλ­λιο εἶ­χε νὰ πο­νά­ει ἐ­κεί­νη. Γιὰ τὸ παι­δί, ἡ Χα­ρί­κλεια ἦ­ταν ἁ­γί­α. Καὶ δὲν ἔ­κα­νε μὲ τὴ δεύ­τε­ρη γα­ρὴ τοῦ χή­ρου Πα­να­γι­ώ­τη. Μὰ κι αὐ­τὴ δὲν ἀ­γά­πη­σε τὸ ἀ­τί­θα­σο παι­δί.

        Ἡ Τρα­πε­ζούν­τα εἶ­ναι πιὰ με­γα­λού­πο­λη. Τὸ ξυ­λουρ­γεῖ­ο τοῦ παπ­ποῦ μου, ποὺ πο­τὲ δὲ γνώ­ρι­σα, δὲν ὑ­πάρ­χει πιά. Ρω­τῶ ποῦ νὰ κοι­τά­ξω γιὰ τὸ Στέ­λιο. «Κοί­τα στὴ Μερ­ζι­φούν­τα», λέ­νε οἱ γε­ρον­τά­δες. «Ἐ­κεῖ τὸν ἔ­στει­λαν σώ­κλει­στο σὲ σκο­λεῖ­ον, νὰ συ­χά­σει κι αὐ­τός, καὶ τὸ ζευ­γά­ρι.»

        Τὸ τα­ξί­δι στὴ Μερ­ζι­φούν­τα μῆ­τ’ εὔ­κο­λο εἶ­ναι μῆ­τε κον­τι­νό. Φτά­νω στὸ σχο­λεῖ­ο. Τὸ Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ Κολ­λέ­γιο εἶ­ναι δι­ώ­ρο­φο, μὰ δὲν ἔ­χει πόρ­τες οὔ­τε πα­ρά­θυ­ρα. Τὸ οἰ­κο­τρο­φεῖ­ο ὅ­μως εἶ­ναι φρε­σκο­βαμ­μέ­νο καὶ δὲν τοῦ λεί­πει τί­πο­τα, ἄ­ρα δὲν ἀ­νη­συ­χῶ γιὰ τὰ σώ­κλει­στα παι­διά.

        Βλέ­πω ἕ­να ἀ­γό­ρι, λι­γνὸ σὰν ἐ­μέ­να, λί­γο πιὸ μι­κρο­κα­μω­μέ­νο, μέ­χρι δέ­κα-ἕν­τε­κα χρο­νῶν. Μὲ κοι­τᾶ πα­ρα­ξε­νε­μέ­νο.

        — Ἐ­σὺ τί γυ­ρεύ­εις σὲ τοῦ­τα τὰ μέ­ρη; ρω­τᾶ.

        — Ἐ­σέ­να σὲ πει­ρά­ζω;

        — Δὲ μὲ πει­ρά­ζεις, μὰ τί γυ­ρεύ­εις ἐ­δῶ; Ἐ­μεῖς μα­θά­νου­με καὶ ἀγ­γλι­κά.

        — Παί­ζε­τε καὶ πο­δό­σφαι­ρο, λέ­ω ἔ­χον­τας φω­το­γρα­φί­α του, μει­ρά­κιον ἀ­κό­μη, μὲ με­γά­λο Π στὴν ἀ­θλη­τι­κὴ φα­νέ­λα.

        — Φοῦτ­μπολ. Καὶ τρα­γω­δοῦ­με. Ἄ­κου τὸν ὕ­μνο μας:

        «Anatolia, Anatolia, long be thy blessed day!…»

        — Τὸ ξέ­ρω κι ἐ­γώ, τοῦ λέ­ω καὶ τοῦ τὸ τρα­γου­δῶ ὁ­λό­ι­δια μ’ ἐ­κεῖ­νον.

        «Anatolia, Anatolia, long be thy blessed day!

        Anatolia for ever, Anatolia for ay!»

        — Ποι­ός σοῦ τὸ ἐ­μά­θι­σεν; ρω­τᾶ καὶ μὲ κοι­τά­ζει μὲ πε­ρι­έρ­γεια.

        — Ὁ πα­τέ­ρας μου. Ἦ­ταν στὸ σχο­λεῖ­ο ὅ­ταν εἶ­χε πόρ­τες καὶ πα­ρά­θυ­ρα.

        Στρέ­φει καὶ κοι­τᾶ τὸ κτί­ριο. Με­τὰ γυρ­νᾶ σὲ μέ­να καὶ γε­λᾶ.

        — Εἶ­σαι λί­γο πα­λα­λέσ­σα! Δὲν ἔ­χει πα­ρα­θυ­ρό­πορ­τας καὶ τώ­ρα; Ἀ­πὸ ποῦ ἔ­πε­σες ἐ­σὺ ἀφ­κά, ἄ­μον οὐ­ρα­νο­πούλ­λιν;

        — Ἦρ­θα ἀ­πὸ μα­κριά, ἀ­παν­τῶ. Μὰ ὄ­χι ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νό.

        — Καὶ πῶς ἐν΄ τ’­ ὄ­νε­μάν σου;

        — Χα­ρί­κλεια. Μὰ μὲ φω­νά­ζουν Λεί­α.

        — Κι ἐ­μέ­να τῆς μάν­νας μου τὸ ὄ­νε­μαν…

        Τὸν κό­φτω βι­α­στι­κά, μὲ τα­ρα­χή.

        — Μοῦ δί­νεις μιά–δυ­ὸ πέ­τρες, πα­ρα­κα­λῶ σε;

        Σκύ­βει, πιά­νει καὶ μοῦ δί­νει τρεῖς. Τὶς παίρ­νω καὶ φεύ­γω.

        Πί­σω μου ἐ­ρη­μιά. Δὲν ἀ­κού­γε­ται πα­ρὰ ἀ­νά­σα ἀ­πὸ ἐ­λα­φρὺ ἀ­ε­ρά­κι.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου–Κα­ρα­βί­α (Ἀ­θή­να, 1932). Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Κλασ­σι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α. Ἔκα­νε Δι­δα­κτο­ρι­κὸ Συγ­κρι­τι­κῆς Γραμ­μα­το­λο­γί­ας στὴ Σορ­βόν­νη (1992). Ἐ­ξέ­δω­σε 80 βι­βλί­α: ποί­η­ση, πε­ζο­γρα­φί­α, θέ­α­τρο (τρία κρα­τι­κὰ βρα­βεῖ­α γιὰ θε­α­τρι­κά ἔργα). Δί­δα­ξε γλῶσ­σες, ἔ­κα­νε με­τα­φρά­σεις ἀ­πὸ ἱ­σπα­νι­κά, γερ­μα­νι­κά, γαλ­λι­κά, ἀγ­γλι­κά. Τὸ 2003 πῆ­ρε βρα­βεῖ­ο με­τά­φρα­σης. Εἶ­ναι ἠ­θο­ποι­ὸς (βρα­βεῖ­α, Φε­στι­βὰλ Ἰ­θά­κης 1977, 1978). Πρό­ε­δρος Δι­ε­θνοῦς Φό­ρουμ Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων, ΙΤΙ, 2000-2006.