Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη: Τοῦ Λαζάρου



Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη


Τοῦ Λα­ζά­ρου


ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ὑ­πῆρ­ξε γιὰ μέ­να τὸ με­γά­λο αἴ­νιγ­μα. Τὸν πρω­το­γνώ­ρι­σα ἐ­κεῖ γύ­ρω στὰ ὀ­κτώ μου ὅ­ταν προ­σφυ­γά­κι κα­τέ­φευ­γα στὶς γει­το­νι­ές του. Ἔμ­παι­να λα­θραῖ­α στὸ σπί­τι του τὶς Κυ­ρια­κὲς με­τὰ τὸ κα­τη­χη­τι­κὸ καὶ προ­σπα­θοῦ­σα νὰ τὸν προ­σεγ­γί­σω μὲ τὶς σι­ω­πὲς καὶ τὶς τη­λε­πα­θη­τι­κὲς προ­σευ­χές μου. Ἄλ­λο­τε στε­κό­μουν σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη, μὲ κολ­λη­μέ­νο τὸ ἕ­να μά­γου­λο στὶς πέ­τρι­νες κο­λό­νες τοῦ να­οῦ, εἰ­σπνέ­ον­τας τὴν ὑ­γρα­σί­α τῆς πί­στης καὶ τοῦ φό­βου, ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ τὸ ἡ­μί­φως τῶν κε­ρι­ῶν καὶ τὴ νε­κρι­κὴ μυ­ρω­διὰ τοῦ μο­σχο­λί­βα­νου. Προ­τι­μοῦ­σα τὸ μι­κρὸ αὐ­το­σχέ­διο κρη­σφύ­γε­τό μου, ἀ­πὸ τὶς θέ­σεις γυ­ναι­κῶν καὶ ἀν­δρῶν ὅ­που ἄν­θρω­ποι ἀ­μί­λη­τοι καὶ σκυ­θρω­ποὶ συμ­με­τεῖ­χαν στὴν ἀ­κο­λου­θί­α ἄλ­λο­τε κα­θή­με­νοι ἢ ὄρ­θιοι, γο­νυ­πε­τεῖς ἢ σκυ­φτοί, κά­νον­τας τὸ σταυ­ρὸ τοὺς ρυθ­μι­κὰ καὶ συν­το­νι­σμέ­να ἢ ψι­θυ­ρί­ζον­τας φο­βε­ρές, μυ­στι­κὲς προ­σευ­χές. Ἀ­πὸ τὴν κρύ­πτη μου μπο­ροῦ­σα νὰ προ­σποι­η­θῶ πὼς δὲν ὑ­πῆρ­χα ὡς σῶ­μα κι ἔ­τσι ἀ­πε­ρί­σπα­στη καὶ συγ­κεν­τρω­μέ­νη μὲ τὸ βλέμ­μα καρ­φω­μέ­νο στὴν εἰ­κό­να του, ἴ­σως πε­τύ­χαι­να τὴν ὀ­πτι­κὴ ἐ­πα­φὴ καὶ τὴν προ­σο­χή του, γιὰ νὰ μοῦ ἐ­ξη­γή­σει ἐ­πι­τέ­λους τί ἐν­νο­οῦ­σε μὲ κεῖ­νο τὸ «εἶ­δα φό­βους, εἶ­δα πό­νους, εἶ­δα βά­σα­να καὶ τρό­μους, δῶ­στε μου λί­γο νε­ρά­κι νὰ ξε­πλύ­νω τὸ φαρ­μά­κι». Τό­τε ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τάς μου ἐν­δε­χο­μέ­νως ὁ φί­λος τοῦ Χρι­στοῦ τὸ μυ­στι­κό του, νὰ κα­τά­φερ­να νὰ ξε­πλύ­νω τὸ δι­κό μου τὸ φαρ­μά­κι.


* * *


       Κα­τε­βαί­νω μὲ συγ­κί­νη­ση τὴ μι­κρὴ σκά­λα ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὸ ὑ­πό­γει­ο τοῦ να­οῦ μὲ τὶς λάρ­να­κες. Συ­νει­δη­το­ποι­ῶ πὼς τὸ νε­ρὸ ποὺ ρέ­ει ὡς ἁ­γί­α­σμα εἶ­ναι ἕ­να δῶ­ρο κα­θαρ­τι­κό. Καὶ τό­τε νί­πτω τὰ χέ­ρια καὶ τὸ πρό­σω­πο.

       Εἶ­ναι ὄ­μορ­φη ἡ ζω­ὴ Λά­ζα­ρε, γι’ αὐ­τὸ ἀ­να­στή­θη­κες.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγ­γέ­λα Κα­ϊ­μα­κλι­ώ­τη (Ἀμ­μό­χω­στος, 1967). Εἶ­ναι κά­το­χος Πτυ­χί­ου Παι­δα­γω­γι­κῶν καὶ Με­τα­πτυ­χια­κοῦ Τί­τλου στὴν Ἐκ­παι­δευ­τι­κὴ Ἡ­γε­σί­α καὶ Πο­λι­τι­κή. Ἔ­χει ἐ­πί­σης με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς σὲ θέ­μα­τα δι­α­χεί­ρι­σης κρί­σε­ων καὶ δι­α­με­σο­λά­βη­σης. Εί­ναι δι­ευ­θύν­τρια σχο­λεί­ων Δη­μο­τι­κῆς Ἐκ­παί­δευ­σης, πρό­ε­δρος τῆς Πο­λι­τι­στι­κῆς Ἕ­νω­σης Λάρ­να­κας καὶ ἀ­ρι­στίν­δην μέ­λος τοῦ Δι­οι­κη­τι­κοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Πο­λι­τι­σμοῦ γιὰ παι­διὰ καὶ νέ­ους. Δι­ε­τέ­λε­σε ἀν­τι­πρό­ε­δρος τῆς Ἕ­νω­σης Λο­γο­τε­χνῶν Κύ­πρου. Δη­μο­σί­ευ­σε πέν­τε βι­βλί­α ποί­η­σης καὶ ἕ­να μὲ δι­η­γή­μα­τα. Τε­λευ­ταῖ­ο της ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Οἱ πι­κρο­δάφ­νες θέ­λουν κού­ρε­μα (Βακ­χι­κόν, 2020).

Εἰ­κό­να: Ἡ Ἀ­νά­στα­σις τοῦ Λα­ζά­ρου. Κρύ­πτη στὸ να­ὸ τοῦ Ἁ­γί­ου Λα­ζά­ρου, στὴ Λάρ­να­κα τῆς Κύ­πρου. Φω­το­γρα­φί­α: Γιά­ννης Πα­τί­λης, 30 Ἰ­ου­λί­ου 2011.


			

Ζέτα Κουντούρη: Ζήτημα τύχης


Ζέ­τα Κουν­τού­ρη


Ζή­τη­μα τύ­χης


Ο ΒΡΑΔΥ ΠΟΥ πνί­γη­κε ὁ ἀ­δελ­φός μου εἶ­χε παν­σέ­λη­νο καὶ ὅ­λη ἡ πα­ρέ­α εἴ­χα­με μα­ζευ­τεῖ στὴν πα­ρα­λί­α καὶ δι­α­σκε­δά­ζα­με. Τέ­λος Αὐ­γού­στου καὶ οἱ γο­νεῖς μας ἑ­τοί­μα­ζαν τὶς βα­λί­τσες, για­τί τὴν ἑ­πο­μέ­νη θὰ παίρ­να­με τὸ κα­ρά­βι νὰ γυ­ρί­σου­με στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που ὁ Χά­ρης, ὁ ἀ­δελ­φός μου, θὰ ξε­κι­νοῦ­σε φρον­τι­στή­ριο. Ἤ­θε­λε νὰ γί­νει για­τρός. Γιὰ μέ­να, ποὺ εἶ­μαι μι­κρό­τε­ρος, ἡ σχο­λι­κὴ χρο­νιὰ θὰ ξε­κι­νοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἤ­θε­λα νὰ μεί­νω λί­γες μέ­ρες πα­ρα­πά­νω στὸ νη­σί, στὸ σπί­τι μιᾶς ἀ­γα­πη­μέ­νης μου θεί­ας. Ὅ­μως ὁ πα­τέ­ρας ἦ­ταν ἀ­νέν­δο­τος.

        — Ὅ­πως ἤρ­θα­με ὅ­λοι μα­ζὶ ἔ­τσι καὶ θὰ ἐ­πι­στρέ­ψου­με, μοῦ ἀ­πάν­τη­σε κο­φτὰ ὅ­ταν τόλ­μη­σα νὰ τοῦ τὸ πῶ.

       Θύ­μω­να ποὺ ἀ­παι­τοῦ­σε ἀ­πὸ ὅ­λους μας ὁ λό­γος του νὰ εἶ­ναι δι­α­τα­γή, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὸ τί­πο­τα, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως θύ­μω­να μὲ τὴν μη­τέ­ρα μου πού, μὲ  τὴν  ὑ­πο­χω­ρη­τι­κό­τη­τά της, τοῦ  ἐ­πέ­τρε­πε νὰ γί­νε­ται ὅ­λο καὶ πιὸ κα­τα­πι­ε­στι­κός. Ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ σχε­δὸν τὸν μι­σοῦ­σα, κυ­ρί­ως ὅ­ταν ξε­κί­να­γα νὰ τοῦ μι­λά­ω καὶ ἀ­πὸ τὸν τό­νο τῆς φω­νῆς μου μάν­τευ­ε πὼς  ἐ­πρό­κει­το κά­τι νὰ τοῦ ζη­τή­σω καὶ ἔ­νευ­ε μὲ τὸ κε­φά­λι ἀρ­νη­τι­κά, πρὶν  προ­λά­βω νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σω τὴν πρό­τα­σή μου. Μὲ τὸν ἴ­διο προ­σβλη­τι­κὸ τρό­πο φε­ρό­ταν συ­χνὰ καὶ σὲ ἐ­κεί­νη.

       Ὅ­ταν τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἦ­ταν ἤ­δη δι­ευ­θυν­τὴς κλι­νι­κῆς, χρό­νια χῆ­ρος καὶ χω­ρὶς παι­διά. Συ­ναν­τή­θη­καν ἕ­να κα­λο­καί­ρι, ποὺ εἶ­χε ἔρ­θει ἐ­κεῖ­νος γιὰ δι­α­κο­πές, σ’ ἕ­να κοι­νὸ κά­λε­σμα, ἦ­ταν καὶ οἱ δύ­ο ἀ­πὸ τὸ ἴ­διο νη­σί, καὶ ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ τρεῖς μῆ­νες τῆς πρό­τει­νε γά­μο. Θε­ω­ρή­θη­κε φυ­σι­κὰ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὴ τύ­χη, κι ἄς τὴν περ­νοῦ­σε δε­κα­πέν­τε χρό­νια, κι ἄς τοῦ ἦ­ταν δύ­σκο­λο, ἀ­κό­μη κι ἂν τὸ ἤ­θε­λε, νὰ κρύ­βει τὸν αὐ­ταρ­χι­κό του χα­ρα­κτή­ρα. Οἱ γο­νεῖς της εἶ­χαν ἄλ­λες δύ­ο κό­ρες ἀ­νύ­παν­τρες καὶ κα­μί­α πε­ρι­ου­σί­α.

       Ἡ μη­τέ­ρα μου ὑ­πῆρ­ξε πο­λὺ ὄ­μορ­φη στὰ νιά­τα της. Καὶ ἀ­κό­μη… Ἴ­σως κον­τὰ σὲ ἕ­ναν ἄλ­λον ἄν­τρα νὰ ἦ­ταν ὅ­πως τῆς ἄ­ξι­ζε, πιὸ χα­ρού­με­νη καὶ πιὸ λαμ­πε­ρή.

       — Μά­να, ποῦ τὸν βρῆ­κες; Δὲν κυ­κλο­φο­ροῦ­σε τί­πο­τα κα­λύ­τε­ρο στὴν ἀ­γο­ρά; τὴν πεί­ρα­ζα κά­ποι­ες φο­ρὲς ποὺ βρι­σκό­μα­σταν μό­νοι οἱ δυ­ό μας, καὶ ἀ­πὸ τὸ  με­λαγ­χο­λι­κὸ ὕ­φος της δι­αι­σθα­νό­μουν πὼς ἔ­κρυ­βε μυ­στι­κά.   Χα­μο­γε­λοῦ­σε ὕ­στε­ρα, ἕ­να χα­μό­γε­λο ποὺ χω­ρὶς νὰ τὸ κα­τα­λα­βαί­νει ἁ­πλω­νό­ταν σὲ ὁ­λό­κλη­ρό τὸ πρό­σω­πό της, μα­ζὶ μὲ ἕ­να ἁ­πα­λὸ κοκ­κί­νι­σμα, καὶ ἀ­παν­τοῦ­σε μὲ βι­α­σύ­νη πὼς ἡ ζω­ὴ δὲν τὰ φέρ­νει πάν­τα ὅ­πως τὰ θέ­λου­με. Πὼς ἀ­λη­θι­νὴ ση­μα­σί­α ἔ­χει τὸ ὅ­τι τὴν ἀ­γά­πη­σε καὶ τὴν παν­τρεύ­τη­κε ἕ­νας ἄν­θρω­πος ἀ­ξι­ό­λο­γος, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἔ­φτια­ξε μιὰ εὐ­τυ­χι­σμέ­νη οἰ­κο­γέ­νεια.

       — Κι ἐ­σύ, ρὲ μά­να; Ἐ­σὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κες πο­τέ σου; συ­νέ­χι­ζα νὰ ρω­τά­ω χω­ρὶς ἔ­λε­ος, παίρ­νον­τας εἴ­τε μο­νο­λε­κτι­κὲς εἴ­τε μπερ­δε­μέ­νες ἀ­παν­τή­σεις, πάν­τα ὡ­στό­σο ἀρ­νη­τι­κές. Ὅ­μως, τὸ κοκ­κί­νι­σμα τοῦ προ­σώ­που της κά­θε φο­ρὰ τὴν δι­έ­ψευ­δε.

       Συ­χνὰ τὴν λυ­πό­μου­να ποὺ δὲν εἶ­χε ἀ­πο­κτή­σει μιὰ κό­ρη. Οἱ μα­νά­δες δέ­νον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο μὲ τὰ κο­ρί­τσια τους. Τοὺς ἐκ­μυ­στη­ρεύ­ον­ται τὰ ἐ­σώ­ψυ­χά τους εὐ­κο­λό­τε­ρα ἀ­πὸ ὅ,τι σ’ ἕ­ναν γιό.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου εἶ­χε ἀ­δυ­να­μί­α στὸν ἀ­δελ­φό μου. Ὁ Χά­ρης μὲ περ­νοῦ­σε τέσ­σε­ρα χρό­νια καὶ ἦ­ταν ἄ­ρι­στος μα­θη­τής, ἐ­νῶ ἐ­γὼ μό­λις ποὺ πέρ­να­γα τὶς τά­ξεις. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι ἀ­πέ­φευ­γε νὰ κά­νει, του­λά­χι­στον μπρο­στά μου, δυ­σά­ρε­στες συγ­κρί­σεις. Ἁ­πλῶς πο­τὲ δὲν μι­λοῦ­σε σ’ ἐ­κεῖ­νον μὲ τὸν πε­ρι­φρο­νη­τι­κὸ τρό­πο ποὺ ἀ­πευ­θυ­νό­ταν σὲ μέ­να καὶ στὴ μη­τέ­ρα μας.

       Ἔ­χουν πε­ρά­σει με­ρι­κὰ χρό­νια ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ἔ­γι­νε τὸ ἀ­τύ­χη­μα. Ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θῶ, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ φέ­ρω στὸ νοῦ μου πολ­λὲς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Ἴ­σως καὶ νὰ μὴν ὑ­πάρ­χουν.

       Θυ­μᾶ­μαι ἀ­μυ­δρά, σὰν μέ­σα ἀ­πὸ ὄ­νει­ρο, πὼς κά­ποι­α στιγ­μή, ἐ­νῶ δι­α­σκε­δά­ζα­με στὴν πα­ρα­λί­α, τρεῖς ἀ­πὸ τὴν πα­ρέ­α ἀ­πο­φά­σι­σαν σὲ πλή­ρη εὐ­θυ­μί­α νὰ πε­τά­ξουν τὰ ροῦ­χα τους καὶ νὰ πᾶ­νε νὰ κο­λυμ­πή­σουν. Ἀ­νά­με­σά τους καὶ ὁ Χά­ρης, ἀ­συ­να­γώ­νι­στος στὸ κο­λύμ­πι. Ἡ θά­λασ­σα ἦ­ταν ἤ­ρε­μη, λου­σμέ­νη στὸ φῶς τοῦ φεγ­γα­ριοῦ.

      Στὴν ἀρ­χή, ὅ­πο­τε κοι­τά­ζα­με πρὸς τὴ με­ριά τους, δι­α­κρί­να­με καὶ τὰ τρί­α κε­φά­λια, πό­τε πό­τε μά­λι­στα, ἀ­κού­γα­με τὰ γέ­λια καὶ τὶς φω­νές τους. Εἶ­χε πε­ρά­σει ἀρ­κε­τὴ ὥ­ρα, ὅ­ταν βγῆ­καν μό­νον οἱ δύ­ο ἀ­πὸ τὸ νε­ρό, χο­ρο­πη­δών­τας σὰν τρε­λοὶ γιὰ νὰ ζε­στα­θοῦ­νε.

       Τὸν ἀ­δελ­φό μου τὸν ἔ­βγα­λε ἔ­ξω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα τὸ Λι­με­νι­κό.

      Τὸ χαρ­τὶ ποὺ χρει­ά­στη­κε γιὰ νὰ τὸν κη­δέ­ψου­με ἔ­γρα­φε ἀ­νεύ­ρυ­σμα, ἀ­κού­στη­καν ὅ­μως καὶ δι­ά­φο­ρες ἄλ­λες ἀ­νο­η­σί­ες, ἀ­νά­ξι­ες νὰ ἀ­να­φερ­θοῦν.

       Γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἡ μη­τέ­ρα μου ὕ­ψω­σε τὸ ἀ­νά­στη­μά της καὶ δή­λω­σε ἀ­πο­φα­σι­στι­κά:

       —  Τὸ παι­δὶ θὰ τα­φεῖ ἐ­δῶ, στὸ νη­σί.

       Ὁ πα­τέ­ρας μου δὲν ἔ­φε­ρε πα­ρα­δό­ξως κα­μιὰ ἀν­τίρ­ρη­ση, ἔ­μοια­ζε ξαφ­νι­κὰ γέ­ρος, ἕ­νας ἐν­τε­λῶς ἀ­νήμ­πο­ρος γέ­ρος.

       Ἡ μη­τέ­ρα δὲν γύ­ρι­σε μα­ζί του στὴν Ἀ­θή­να. Οὔ­τε κι ἐ­γώ. Γρά­φτη­κα στὸ  σχο­λεῖ­ο τῆς πε­ρι­ο­χῆς. Ἂν μπῶ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο, ποὺ δὲν τὸ πο­λυ­πι­στεύ­ω, ἴ­σως ἐ­πι­στρέ­ψω καὶ τό­τε θὰ ἔλ­θει κι ἐ­κεί­νη μα­ζί μου. Τὸ σπί­τι τοῦ πα­τέ­ρα εἶ­ναι πάν­τα ἀ­νοι­χτὸ καὶ μᾶς πε­ρι­μέ­νει. Ὁ ἴ­διος, ὅ­πο­τε τη­λε­φω­νι­ό­μα­στε, λέ­ει πὼς ἀ­νυ­πο­μο­νεῖ. Μπο­ρεῖ κά­πο­τε καὶ νὰ πᾶ­με… μπο­ρεῖ νὰ γί­νω κι ἐ­γὼ για­τρός.

       Με­ρι­κὰ πράγ­μα­τα, τε­λι­κά, εἶ­ναι ζή­τη­μα τύ­χης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ζέ­τα Κου­ντού­ρη (Ἀθή­να, 1947). Πε­ζο­γρά­φος (δι­ή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα). Σπού­δα­σε στὴ Νο­μικὴ Σχολὴ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Ἀθηνῶν. Πρῶτο της βι­βλί­ο: Ἡ πρε­μιέ­ρα, Ἀθή­να, 1992 (δι­η­γή­μα­τα) καὶ τε­λευ­ταῖο: Ρωγ­μές στὴ σιω­πή, Ἀθή­να, 2010 (μυ­θι­στόρη­μα).


Βαγγέλης Παπαδιόχος: Μπάγκειον


Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος


Μπάγ­κει­ον


ΡΑΦΩ ΣΕ ΌΛΟΥΣ ἐσᾶς ποὺ περ­νᾶ­τε συ­νέ­χεια ἀ­πὸ μπρο­στά μου κι ὅ­μως πο­τὲ δὲν μὲ βλέ­πε­τε. Γεν­νή­θη­κα γύ­ρω στὸ 1890. Στὴν ἀρ­χὴ μὲ ἔ­λε­γαν Φί­λιπ­πο Β΄ καὶ τὸν ἀ­δερ­φό μου Με­γα­λέ­ξαν­δρο. Μό­λις ὁ πα­τέ­ρας μας, Ἰ­ω­άν­νης Μπάγ­κας, μᾶς ἄ­φη­σε πῆ­ρα τὸ ὄ­νο­μά του. Τό­τε, χά­ζευ­α τὴν ἥ­συ­χη πλα­τεί­α μὲ τοὺς φοί­νι­κες, τοὺς φα­νο­στά­τες, τὰ παγ­κά­κια καὶ τὶς ἅ­μα­ξες. Πό­σος κα­λὸς κό­σμος πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὰ δι­α­με­ρί­σμα­τά μου χα­ζεύ­ον­τας τοὺς εὐ­ρύ­χω­ρους δι­α­δρό­μους μου, τοὺς ἀ­ρι­στο­κρα­τι­κούς μου κα­θρέ­φτες, τοὺς ἀ­κρι­βούς μου πί­να­κες καὶ τὰ σκα­λι­στά μου ἀ­γαλ­μα­τά­κια…

        Μὰ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, ἕ­νας ἄλ­λος κό­σμος μα­ζευ­ό­ταν στὸ λου­κου­μα­τζί­δι­κο ποὺ εἶ­χα στὸ ὑ­πό­γει­ο. Αὐ­τοὺς —τὸ ὁ­μο­λο­γῶ— προ­τι­μοῦ­σα νὰ τοὺς κρυ­φα­κού­ω πε­ρισ­σό­τε­ρο. Κά­ποι­ους τοὺς θυ­μᾶ­μαι ἀ­κό­μα —Λα­πα­θι­ώ­της, Πα­πα­νι­κο­λά­ου, Ἄ­γρας, Ρί­τσος, Λά­σκος, Βαμ­βα­κά­ρης— καὶ ἄλ­λους πολ­λοὺς τοὺς ἔ­χω πιὰ ξε­χά­σει. Ἡ φτώ­χεια, ἡ φυ­μα­τί­ω­ση, τὸ πο­τό, τὸ χα­σὶς καὶ ἡ τέ­χνη βα­σί­λευ­αν ἐ­κεῖ μέ­σα. «Κά­τω ἀ­π’ τὰ τό­ξα τοῦ ὑ­πο­γεί­ου μὲ τὶς τε­φρὲς σκι­ές των καὶ μὲς στὴν κού­φια ἀ­τμό­σφαι­ρα ποὺ μιὰ σι­γὴ ἀν­τη­χεῖ, τῆς κοι­νω­νί­ας οἱ ἄ­χρη­στοι κη­φῆ­νες μο­να­χοὶ στὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς ζω­ῆς δι­α­γρά­φουν τὶς τρο­χι­ὲς των»(1), θυ­μᾶ­μαι εἶ­χε γρά­ψει ἕ­νας.

       Με­τὰ τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν γρή­γο­ρα· πό­λε­μος, κα­το­χὴ καὶ ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση. Τὰ αὐ­το­κί­νη­τα στρι­φο­γυρ­νοῦ­σαν ἀ­στα­μά­τη­τα, τὸ τσι­μέν­το σκέ­πα­σε τὰ δέν­τρα κι ἐ­γὼ ἄρ­χι­σα νὰ γερ­νά­ω. Ὅ­λο καὶ λι­γό­τε­ροι ἀν­τί­κρι­ζαν πιὰ τοὺς γδαρ­μέ­νους τοί­χους καὶ τὰ τρυ­πη­μέ­να μου πα­τώ­μα­τα. Στὴν αὐ­γὴ τῆς νέ­ας χι­λι­ε­τί­ας τὰ φῶ­τα μου ξαφ­νι­κὰ ἔ­σβη­σαν. Ἀ­πὸ τό­τε, τὸν ἀ­πρό­θυ­μο ὕ­πνο μου δι­α­κό­πτουν εὐ­χά­ρι­στα κά­θε τό­σο ζω­γρά­φοι καὶ θε­α­τρί­νοι ποὺ μοῦ θυ­μί­ζουν ἐ­κεί­νους τοὺς πα­λιούς. Μό­νο αὐ­τοὶ βλέ­πουν μιὰ ὀ­μορ­φιὰ στὸ σκο­τά­δι μου.


(1) Στί­χοι ἀ­πὸ τὸ ποί­η­μα «Τὸ Μπάγ­κει­ον» τοῦ Ὀ­ρέ­στη Λά­σκου.

 

Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Πα­πα­δι­ό­χος (Χο­λαρ­γός, 1986). Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ τὸ Ἀ­λι­βέ­ρι Εὐ­βοί­ας. Σπού­δα­σε οἰ­κο­νο­μι­κά, δη­μό­σια δι­οί­κη­ση καὶ σκη­νο­θε­σί­α κι­νη­μα­το­γρά­φου. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς δη­μό­σιος ὑ­πάλ­λη­λος. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των (Λα­θρε­πι­βά­τες [Ὀ­σε­λό­τος, 2018] καὶ Σκο­τει­νὰ δω­μά­τια [Συμ­παν­τι­κὲς δι­α­δρο­μές, 2019]).



		

	

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás): Προσευχή


Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás)


Προ­σευ­χή

[Oración]


ΤΑΝ ΔΙΑΒΑΖΩ ἕ­να ἀ­ρι­στουρ­γη­μα­τι­κὸ ποί­η­μα στὰ ὄ­νει­ρά μου, ξυ­πνά­ω καὶ πε­τά­γο­μαι ἀ­πὸ τὰ σκε­πά­σμα­τα ὅ­πως ὁ πνιγ­μέ­νος μό­λις βρεῖ ἀ­έ­ρα. Ξά­γρυ­πνος πιά, ἀ­να­ζη­τῶ σὲ ὅ­λα τὰ βι­βλί­α, δί­χως νὰ τοὺς βρί­σκω, τοὺς στί­χους ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ μά­τια μου νὰ ἀ­νοί­ξουν. Ἀ­να­ζη­τῶ τὸ ποί­η­μα ποὺ ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­πως ἀ­να­ζη­τεῖ τὸν Θε­ὸ ἐ­κεῖ­νος ποὺ γνω­ρί­ζει ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει. Ποί­η­μα τοῦ ὀ­νεί­ρου, σῶ­σέ με, ἔ­λα νὰ μὲ βρεῖς, φύ­λα­ξέ με ἀ­πὸ αὐ­τὸν τὸν ὠ­κε­α­νὸ σά­πιας πρό­ζας ποὺ εἶ­ναι ἡ ἀ­γρύ­πνια. Ἁ­γι­α­σθή­τω τὸ ὄ­νο­μά σου, Σίλ­βια Πλάθ, ἐλ­θέ­τω ἡ βα­σι­λεί­α σου, Ἔ­μι­λι Ντί­κιν­σον, δὸς ἡ­μῖν σή­με­ρον τὸν στί­χον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­σιον, Χόρ­χε Μαν­ρί­κε, προ­σευ­χή­σου ὑ­πὲρ ἡ­μῶν, τῶν ξα­γρυ­πνι­σμέ­νων, Βι­θέν­τε Ἀ­λε­ϊ­ξάν­τρε. Γεν­νη­θή­τω τὸ θέ­λη­μά σου ὡς ἐν οὐ­ρα­νῷ καὶ ἐ­πὶ τῆς γῆς, Χὶλ δὲ Μπι­έδ­μα, καὶ μὴ εἰ­σε­νέγ­κῃς ἠ­μᾶς εἰς πει­ρα­σμόν, Πέ­δρο Σα­λί­νας. Πι­στεύ­ω στὰ σο­νέ­τα τοῦ Λό­πε δὲ Βέγ­κα καὶ στὶς ρί­μες τοῦ Μπέ­κερ καὶ στὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τοῦ Ἐ­σπρον­θέ­δα. Συγ­χώ­ρα, Σαίξ­πηρ, τὰ ἀ­νο­μή­μα­τά μας. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, δῶ­σε μας μιὰ με­τα­φο­ρά. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, ἀ­πο­κά­λυ­ψέ μας ἕ­να ρυθ­μό. Ἀ­μνὲ τοῦ Θε­οῦ ποὺ ση­κώ­νεις τὶς ἁ­μαρ­τί­ες τοῦ κό­σμου, βγά­λε ἕ­ναν ἑν­δε­κα­σύλ­λα­βο ἀ­πὸ τὸ κα­πέ­λο σου. Χαῖ­ρε, Σιμ­πόρ­σκα, μή­τηρ ἐ­λε­ή­μων, ζω­ὴ καὶ γλυ­κύ­τη­τα, ἐλ­πί­δα μας, χαῖ­ρε. Τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νω ἔ­γρα­ψε ἡ Λου­ὶζ Γκλὶκ στοὺς ἀ­να­γνῶ­στες της: «Θυ­μᾶ­μαι τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α ὡς μιὰ μα­κρὰ ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ βρί­σκο­μαι ἀλ­λοῦ.» Καὶ εἶ­πεν ὁ Κύ­ριος γε­νη­θή­τω ποί­η­μα, καὶ τὸ ποί­η­μα ἐ­γέ­νε­το σὰρξ καὶ ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡ­μῖν. Ἐν ἀρ­χὴ ἦ­το τὸ χά­ος καὶ βα­σί­λευ­ε τὸ σκό­τος καὶ τὸ πνεῦ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου φτε­ρο­κο­ποῦ­σε πά­νω ἀ­πὸ τοὺς δα­κτύ­λους καὶ πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἔ­ρε­βος. Ἰ­δέ­α Βι­λα­ρί­νιο, ἔ­λα στὶς ψυ­χές μας, ποὺ ἐ­σέ­να λα­χτα­ροῦν. Πι­στεύ­ω στὸν Ρίλ­κε, στὸν Βερ­λαὶν καὶ στὸν Ρεμ­πώ, κα­θὼς καὶ στὸν Λόρ­κα, στὸν Οὐ­ι­δόμ­προ, στὸν Θερ­νού­δα καὶ στὸν Ὀ­κτά­βιο Πάς, στὸν Μπόρ­χες καὶ στὴν Πι­σαρ­νίκ. Πη­γαί­νω γιὰ ὕ­πνο μὲ τὸν Λου­ὶς δὲ Γκόν­γκο­ρα, μὲ τὸν Μπων­τλαὶρ ξυ­πνά­ω, μὲ τὸ Τα­ξί­δι στὴν Ἰ­θά­κη καὶ μὲ τὸν δὸν Ἀν­τό­νιο Μα­τσά­δο. Ἀ­μήν.


 

Πη­γή: Ἐ­φη­με­ρί­δα El País, 30 Ὀ­κτω­βρί­ου 2020: https://elpais.com/opinion/2020-10-29/oracion.html

Χου­ὰν Χο­σὲ Μι­γιάς (Juan José Millás) (Βα­λέν­θια, 1946). Πο­λυ­γρα­φό­τα­τος καὶ πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος, θε­ω­ρεῖ­ται αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ ὁ ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἐν ζω­ῇ πε­ζο­γρά­φος τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. [Γιὰ μιὰ ἄλλη πιὸ ρεαλιστικὴ καὶ λιγότερο δημοκοπικὴ προσέγγιση στὸ θέμα, μπορεῖ ὁ ἀναγνώστης τοῦ ἱστολογίου μας νὰ διαβάσει τὸ μπονζάϊ «Ποιητές» τῆς Ἄνα Μαρίας Σούα, σὲ μετάφραση τῆς Ἄννας Βερροιοπούλου. Σ.Τ.Ἐ.]

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Μαίρη Λίντα



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Μαί­ρη Λίν­τα


ΤΗ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΦΟΡΑ ποὺ πῆ­γα στὴ Βε­νε­τί­α, δὲν εἶ­χα γεν­νη­θεῖ ἀ­κό­μα.

       Στὶς 6 Μα­ΐου τοῦ 1962 ὁ Φά­νης καὶ ἡ Καί­τη, μὲ αὐ­τὴ τὴ σει­ρά, ἀ­νέ­βη­καν τὰ σκα­λιὰ τοῦ Ἁ­γί­ου Βα­σι­λεί­ου στὰ Ἑ­ξάρ­χεια. Ἔ­μελ­λε νὰ μεί­νουν μα­ζὶ μέ­χρι τὸ 2010, ἀλ­λὰ τό­τε οὔ­τε τὸ ἤ­ξε­ραν οὔ­τε τοὺς ἐν­δι­έ­φε­ρε. Ἡ τε­λε­τὴ ἔ­χει τὰ γνω­στά: νυ­φι­κό, κου­στού­μια, του­α­λέ­τες, παι­δά­κια ποὺ πιὰ βρί­σκον­ται στὴν ἀρ­χὴ τῆς τρί­της ἡ­λι­κί­ας, ἐ­νή­λι­κες ποὺ πιὰ δὲν ὑ­πάρ­χουν.

       Πο­τὲ δὲν μὲ ἐν­δι­έ­φε­ρε τὸ ἄλ­μπουμ μὲ τὶς φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­ξιά­τι­κο ἀ­πό­γευ­μα στὸν Ἅ­γιο Βα­σί­λει­ο Ἑ­ξαρ­χεί­ων· στὴ μνή­μη μου ἔ­χει μεί­νει ἀ­νε­ξί­τη­λο τὸ με­τά, κι ἂς ἔ­χει φτά­σει ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ με­τὰ μί­α καὶ μό­νο ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φί­α στὰ χέ­ρια μου: ΚΟΣΜΙΚΟΝ ΚΕΝΤΡΟΝ ΤΡΙΑΝΑ, ἐ­πὶ τῆς λε­ω­φό­ρου Συγ­γροῦ. Ἐ­κεῖ, ἀ­π’ ὅ,τι φαί­νε­ται, ἔ­γι­νε τὸ γα­μή­λιο γλέν­τι· τρα­γου­δοῦν ὁ Μα­νώ­λης Χι­ώ­της καὶ ἡ Μαί­ρη Λίν­τα, ἀλ­λὰ στὴ φω­το­γρα­φί­α ποὺ προ­α­νέ­φε­ρα, δὲν ὑ­πάρ­χει ὁ Χι­ώ­της, ὅ­πως οὔ­τε καὶ ἡ Καί­τη. Μὲ φόν­το κα­μιὰ ντου­ζί­να δι­ο­πτρο­φό­ρους ἄν­τρες, ποὺ μοῦ εἶ­ναι παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στοι, ἡ Μαί­ρη Λίν­τα ἔ­χει πλη­σιά­σει, μὲ τὸ μι­κρό­φω­νο στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ χέ­ρι [τρα­γου­δών­τας τὸ «Μοιά­ζεις καὶ σὺ μὲ θά­λασ­σα», για­τὶ αὐ­τὸ θέ­λω νὰ τρα­γου­δά­ει] μὲ ἕ­να κόκ­κι­νο ἐ­φαρ­μο­στὸ μα­κρὺ φό­ρε­μα καὶ τὴ λευ­κή της πλά­τη ἐ­κτε­θει­μέ­νη στὸ φλὰς τοῦ φω­το­γρά­φου, στὸ τρα­πέ­ζι ὅ­που κά­θον­ται οἱ νε­ό­νυμ­φοι καί, μὲ τὸ δε­ξί της χέ­ρι τσιμ­πά­ει τσαχ­πί­νι­κα τὸ πη­γού­νι ἑ­νὸς ἔκ­θαμ­βου Φά­νη, ποὺ τὴν κοι­τά­ζει στὰ μά­τια ὑ­πο­μει­δι­ών­τας, μὲ βλέμ­μα λά­γνο καὶ κρα­τών­τας καὶ μὲ τὰ δυ­ό του χέ­ρια τὴν μπρο­στι­νή του κα­ρέ­κλα ὅ­που ἀ­να­παύ­ε­ται τὸ κα­πέ­λο του πά­νω σὲ κά­τι ποὺ πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βα τί εἶ­ναι.

       Ἐ­γὼ γεν­νή­θη­κα ἀ­κρι­βῶς ἐν­νέ­α μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα, στὶς 6 Φε­βρου­α­ρί­ου τοῦ 1963. Ἐν­δι­ά­με­σα, στὰ τέ­λη Ἰ­ου­νί­ου, εἶ­χα πά­ει στὴ Βε­νε­τί­α, στὴν κοι­λιὰ τῆς Καί­της ποὺ μὲ πε­ρι­έ­φε­ρε ὅ­λο κα­μά­ρι στὴν πλα­τεί­α τοῦ Ἁ­γί­ου Μάρ­κου, τα­ΐ­ζον­τας τὰ πε­ρι­στέ­ρια καὶ κοι­τά­ζον­τας τὸν Φά­νη σὰν νὰ μὴν τοῦ εἶ­χε συγ­χω­ρέ­σει ἀ­κό­μη τὸ λά­γνο βλέμ­μα τῆς 6ης Μα­ΐ­ου.


Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Νατάσα Κεσμέτη: Ἀναγνωστικὴ Διαμεσολάβηση


Νατάσα Κεσμέτη


Ἀ­να­γνω­στι­κή Δι­α­με­σο­λά­βη­ση


ΙΤΕ ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΙ ἀ­πο­ρη­μέ­να εἴ­τε μᾶς ρω­τοῦν εὐ­θέ­ως: Για­τί τή λέ­τε ἔ­τσι; Τί ἐν­νο­εῖ­τε; Το­ύς ἐ­ξη­γοῦ­με, καί μᾶλ­λον μᾶς περ­νᾶ­νε γιά μι­σό­τρελ­λους, ἐ­κτός κι ἄν ἀ­νή­κουν σ’ αὐ­το­ύς πού ἔ­χουν πα­ρό­μοι­α σχέ­ση μέ τίς ἀ­να­γνώ­σεις, το­ύς ἥ­ρω­ες τῶν βι­βλί­ων ἤ κά­ποι­α ἀ­πό τά πε­ρι­γρα­φό­με­να ἐ­κεῖ πράγ­μα­τα.

        Ἀ­να­φέ­ρο­μαι σέ μι­άν ἐ­ρώ­τη­ση πού κα­τ’ ἐ­πα­νά­λη­ψη μᾶς ἔ­χουν κά­μει γνω­στοί ἤ φί­λοι, ἄν ἡ πε­ρί­στα­ση ἤ ὁ λό­γος τό ἔ­χει φέ­ρει στίς λάμ­πες θυ­έλ­λης ὁ­πό­τε μᾶς ἀ­κοῦ­νε νά λέ­με π.χ. Ποῦ εἶ­ναι ἡ Νόμιμη; Νά κρε­μά­σου­με μιά Νόμιμη!, Μήν ξε­χά­σου­με νά βά­λου­με στή βάρ­κα τή Νόμιμη… Ἡ ὀ­νο­μα­σί­α σχε­τί­ζε­ται μέ τό σχε­τι­κό δι­ή­γη­μα γνω­στοῦ συγ­γρα­φέ­ως, ὅ­που πρω­τα­γω­νι­στεῖ μιά λάμ­πα θυ­έλ­λης, τήν ὁ­πο­ί­α τό­σο ἔ­χου­με οἰ­κει­ω­θεῖ ὡς Νόμιμη, ὥ­στε νά ὀ­νο­μά­ζου­με ἔ­τσι κά­θε ἄλ­λο πα­ρό­μοι­ο φα­νό !

        Ὑ­πο­θέ­τω πώς ἕ­να δά­νει­ο, ὅ­πως τό πα­ρα­πά­νω γιά τόν κό­σμο τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας ἀ­πό τόν κό­σμο τῆς ἀ­νά­γνω­σης λο­γο­τε­χνι­κῶν βι­βλί­ων, δέν εἶ­ναι κά­τι και­νο­φα­νές οὔ­τε συμ­βα­ί­νει μό­νο στήν οἰ­κο­γέ­νειά μας. Ὅ­πως ἐ­πί­σης ὑ­πο­θέ­τω πώς ἡ ὀ­νο­μα­το­δο­σί­α αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­δους ση­μα­το­δο­τεῖ (ἄν δέν συ­νι­στᾶ) τήν ὕ­παρ­ξη γνω­ρι­μί­ας καί φι­λί­ας, σέ ἀμ­φί­δρο­μη λει­τουρ­γί­α, ἀ­νά­με­σα στο­ύς δυό κό­σμους.

        Ἐ­κεῖ­νο πού δέν φαν­τα­ζό­μου­να ὥς πο­λύ πρό­σφα­τα, εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἀ­να­γνω­στι­κή γνω­ρι­μί­α μπο­ρεῖ νά λει­τουρ­γεῖ κα­τά τρό­πο ἀ­κα­ρια­ῖο σέ μιά πο­λύ συγ­κε­κρι­μέ­νη στιγμή. Ἐ­ξη­γοῦ­μαι ἀ­μέ­σως:

        Στό σπί­τι τῆς ποι­ή­τριας Α.Σ. δέν εἶ­χε τύ­χει νά μπῶ σέ δω­μά­τιο ὅ­που βρί­σκε­ται μιά ἐ­ξαι­ρε­τι­κή τρί­πτυ­χη φω­το­γρα­φί­α. Πρό­κει­ται γιά μιά πό­ζα ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ἡ ἴ­δια, σέ τρεῖς δι­α­φο­ρε­τι­κές ἡ­λι­κια­κά ἐ­πο­χές, πέν­τε φι­λη­νά­δων. Στήν πρώ­τη οἱ εἰ­κο­νι­ζό­με­νες εἶ­ναι κο­πε­λοῦ­δες, στή δε­ύ­τε­ρη ἔ­χουν φτά­σει πε­ρί­που στή μέ­ση ἡ­λι­κί­α καί στήν τρί­τη βρί­σκον­ται πιά στό γῆ­ρας.

        Μόλις τήν ἀν­τί­κρυ­σα, ἡ φω­το­γρα­φί­α κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά μέ μα­γνή­τι­σε καί γιά ἀρ­κε­τή ὥ­ρα προ­σπα­θοῦ­σα νά ἐν­το­πί­σω ποιά νά εἶ­ναι ἡ μη­τέ­ρα τῆς φί­λης μου πού εἶ­χε ἤ­δη ἀ­πέλ­θει τοῦ κό­σμου, ὅ­ταν ἐ­μεῖς γνω­ρι­στή­κα­με. Ἡ Α.Σ. στό με­τα­ξύ γύ­ρι­σε στό δω­μά­τιο καί ξαφ­νι­κά μέ ρώ­τη­σε ἄν ἀ­να­γνω­ρί­ζω ὄ­χι τή μη­τέ­ρα της, ἀλ­λά τή θεί­α της Περ­σε­φό­νη.

        – Αὐ­τή, ἀ­πάν­τη­σα χω­ρίς τόν πα­ρα­μι­κρό δι­σταγμό καί ἔ­δει­ξα μι­άν ἀ­πό τίς εἰ­κο­νι­ζό­με­νες.

        Ἡ φί­λη μου μέ κο­ί­τα­ξε ἐμ­βρόν­τη­τη:

        – Κα­λά πῶς τή βρῆ­κες ἀ­μέ­σως; μέ ρώ­τη­σε.

        – Ἀ­πό τό πο­ί­η­μά σου καί ὅ­σα ἔ­χεις γρά­ψει γι αὐ­τήν, ἀ­πάν­τη­σα αὐ­θόρ­μη­τα, μέ μιά φυ­σι­κό­τη­τα πού τήν ξάφ­νια­σε ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο καί μᾶλ­λον τήν ἔ­κα­νε νά προ­σθέ­σει ὅ­τι αἰ­σθά­νε­ται συγ­κλο­νι­σμέ­νη.

        – Δέν θά μπο­ροῦ­σε νά εἶ­ναι κα­μιά ἄλ­λη ! – αὐ­τό ἔ­νι­ω­σα, εἶ­πα ἐ­ξα­κο­λου­θών­τας νά τά βρί­σκω ὅ­λα φυ­σι­κά καί ἐ­ξαι­ρε­τι­κά οἰ­κεῖ­α.

        Μόνον ὅ­ταν ἔ­φυ­γα ἄρ­χι­σα νά σκέ­πτο­μαι τό πε­ρί­ερ­γο τοῦ πράγ­μα­τος: πῶς ἀ­νά­με­σα σέ δε­κα­πέν­τε παν­τε­λῶς ἄ­γνω­στές μου μορ­φές μό­νο μί­α ξε­χώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως στά μά­τια μου ὡς ἡ θε­ί­α Περ­σε­φό­νη – πού βέ­βαι­α οὔ­τε δι­κή μου συγ­γε­νής ἦ­ταν οὔ­τε τή συ­νάν­τη­σα πο­τέ. Ἀ­νέ­τρε­ξα λοι­πόν στά γρα­φό­με­να τῆς Α.Σ. τά ὁ­πο­ῖ­α εἶ­χα ἀ­να­γνώ­σει πρίν ἀρ­κε­τό και­ρό, καί γιά νά εἶ­μαι εἰ­λι­κρι­νής τά εἶ­χα μι­σο­ξε­χα­σμέ­να, γιά νά ἀ­να­κα­λύ­ψω πρός δι­κή μου, αὐ­τή τή φο­ρά, κα­τά­πλη­ξη πώς που­θε­νά δέν πε­ρι­γρά­φε­ται οὔ­τε ἡ κορ­μο­στα­σιά οὔ­τε τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ προ­σώ­που τῆς Περ­σε­φό­νης! Στή φω­το­γρα­φί­α εἶ­ναι με­γα­λό­σχη­μη, ἐ­πι­βλη­τι­κή καί ἡ μορφή της ξε­χει­λί­ζει ζωή.

        Τώρα αἰ­σθά­νο­μαι πώς νο­μι­μο­ποι­οῦ­μαι νά δι­α­με­σο­λα­βή­σω, κα­τά τό ρό­λο πού ἀ­να­λαμ­βά­νουν εἴ­τε τό θέ­λουν εἴ­τε ὄ­χι οἱ ἀ­να­γνώ­σεις, τά κε­ί­με­να καί τά βι­βλί­α, ἀ­νά­με­σα στήν φω­το­γρα­φί­α της καί στήν Α.Σ. γιά νά σᾶς τήν γνω­ρί­σω:

        Ἡ πο­λυ­α­γα­πη­μέ­νη θε­ί­α Φώνη, τό­σο θα­λε­ρή, δρα­στή­ρια, ἀ­ει­κί­νη­τη – τή θυ­μᾶ­μαι νά δι­δά­σκει μέ τίς ὧ­ρες πι­ά­νο δί­χως ἀ­μοι­βή σ’ ὅ­λα τά γει­το­νό­που­λα, στά παι­διά ἀ­κό­μα καί τῶν πιό μα­κρι­νῶν συγ­γε­νῶν, στά κα­τη­χη­τό­που­λα, καί του­λά­χι­στον μιά φο­ρά τήν ἑ­βδο­μά­δα νά πη­γα­ί­νει στό γη­ρο­κο­μεῖ­ο καί μέ τίς νο­σταλ­γι­κές νό­τες της νά ξε­ση­κώ­νει το­ύς γέ­ρους μέ ξε­χα­σμέ­να βάλς.

        Ἦ­ταν τό­σο δη­μο­φι­λής καί γνω­στή στό Ἄ­στρο τῆς Κυ­νου­ρί­ας (ἀ­π’ ὅ­που ἡ κα­τα­γω­γή μας) πού ὅ­ταν κά­ποι­ος ἤ­θε­λε νά συ­στη­θεῖ, πλά­ι στ’ ­ὄ­νο­μά του σάν ἀ­ξί­ω­μα προ­σέ­θε­τε: Τάδε…τά­δε.., συγ­γε­νής Φώνη .

                    Καί λί­γο πα­ρα­κά­τω:

                    Σάν τ’ ὄ­νο­μά της

                    μι­σό στόν Ἅ­δη

                    καί τ’ ἄλ­λο στέ­ρε­ο στή γῆ

                    χω­ρί­στη­κε στά δύ­ο

                    Ἡ μιά πλευ­ρά πα­ρα­δο­μέ­νη

                    κι­ό­λας στή λη­σμο­νιά,

                    ἡ ἄλ­λη μι­σή τήν δι­α­ψε­ύ­δει….

                    ……………………………………………………..

        Ἐ­λά­χι­στες πα­ρά­γρα­φοι καί ἕ­να πο­ί­η­μα στά­θη­καν ἀρ­κε­τά γιά νά μοῦ τή φα­νε­ρώ­σουν σέ μιά στιγμή καί, θά τολ­μοῦ­σα πιά νά πῶ, ἀρ­κε­τά γιά νά μοῦ τή συ­στή­σουν ὡς μιά με­τα­θα­νά­τια φί­λη μου .

        Ἡ ἀ­νά­γνω­ση εἶ­ναι τό­πος προ­βλε­πτῶν ἀλ­λά πρω­τί­στως ἀ­πρό­βλε­πτων συ­ναν­τή­σε­ων καί γνω­ρι­μι­ῶν μέ­σα στό γνω­στό χρό­νο καί πέ­ρα… στόν ἄ­γνω­στο.

        Πα­ρεμ­πι­πτόν­τως, ἡ Α.Σ. λέ­ει πώς ἡ Περ­σε­φό­νη ἦ­ταν ὁ μό­νος ἄν­θρω­πος πού γνώ­ρι­σε χω­ρίς κα­νέ­να φό­βο θα­νά­του. Κι ἀ­κό­μα πώς ὥς τό τέ­λος της πε­ρί­με­νε μέ με­γά­λη χα­ρά τό βρά­δυ, για­τί τό­τε ἐρ­χό­ταν ἡ ὁ­ρι­σμέ­νη της ὥ­ρα γιά νά προ­σευ­χη­θεῖ.

       Τήν πα­ρα­κα­λῶ τώ­ρα νά εὔ­χε­ται καί γιά μᾶς. Πρέ­πει νά μέ ἀ­κο­ύ­σει, ἡ φί­λη μου. Κι ἐ­γώ θά ἀ­νά­ψω στό ὄ­νο­μά της, νά λάμ­πει, τή Νόμιμη.

6/3/2003



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Να­τά­σα Κε­σμέ­τη (Ἀ­θή­να, 1947): Πε­ζο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ καὶ Ἀγ­γλι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α. Πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε μὲ τὴν συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Τὰ 7 τῆς Ἄρ­κτου (1972). Τε­λευ­ταία της βι­βλί­α: Ἐξόριστες φωνές. Στοχασμοὶ καὶ ἱστορίες 2006-2012 καὶ IVA. Ἔ­σοπ­τρο μυ­στη­ρι­ώ­δους ὀ­θό­νης, Ἁρμός, 2017.

Εἰ­κό­να: Μα­ται­ό­της. Νε­κρὴ φύ­ση μὲ Βι­βλί­α, Χει­ρό­γρα­φα καὶ Κρα­νί­ο (1663). Ἔρ­γο τοῦ Ὀλ­λαν­δοῦ ζω­γρά­φου Evert Collier per. 1640-1708).

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Μέ­χρι τὴν πόρ­τα



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Μέ­χρι τὴν πόρ­τα

(До вратата)


Ε ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ κα­τα­λα­βαί­νεις, ὅ­τι τὸ μό­νο ποὺ μπο­ρεῖς νὰ κά­νεις εἶ­ναι νὰ πα­ρη­γο­ρη­θεῖς. Πρὶν νὰ φύ­γει ἀ­πὸ τὴ ζω­ὴ ἡ για­γιά μου, —ἔ­λι­ω­νε πιά— ἔ­σφιγ­γε τὸ χέ­ρι μου καὶ φώ­να­ζε, φο­βε­ρὸ πράμα, ἀ­κό­μα θέ­λω τὴ ζω­ή, αὔ­ριο θ’ ἀρ­μέ­ξω λί­γο γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τσί­κα νὰ πι­ῶ. Ἡ κα­τσί­κα εἶ­χε πε­θά­νει πρὶν 20 χρό­νια, ἐ­νῶ ἡ για­γιά μου δὲν εἶ­χε ση­κω­θεῖ ἐ­δῶ καὶ ἕ­ξι μῆ­νες…

       Μι­κρός, ὅ­ταν μ’ ἔ­πι­α­νε φό­βος νὰ κοι­μη­θῶ στὸ σκο­τά­δι, ἅ­πλω­να τὸ χέ­ρι ἀπ’ τὸ κρε­βά­τι μου, ἐ­κεί­νη ἅ­πλω­νε τὸ χέ­ρι ἀ­π’ τὸ δι­κό της, ἤ­τα­νε στε­νὸ τὸ δω­μά­τιο, καὶ αὐ­τὴ ἡ γέ­φυ­ρα ἔ­δι­ω­χνε τὸν φό­βο μου. Σάμ­πως καὶ συμ­πο­ρευ­ό­μα­σταν ἕ­ως ἕ­να ση­μεῖ­ο, πι­α­σμέ­νοι ἀ­π’ τὸ χέ­ρι, μέ­χρι νὰ δι­α­βοῦ­με τὸ τρο­μα­κτι­κό. Ἔ­πει­τα, μὲ ἄ­φη­νε στὸν ὕ­πνο.

       Τώ­ρα μό­νο μπο­ροῦ­σα νὰ τῆς ἀν­τα­πο­δώ­σω τὴ χει­ρο­νο­μί­α. Στὸν ὕ­πνο καὶ στὸν θά­να­το ὁ κα­θέ­νας μπαί­νει μό­νος, ὅ­μως, μέ­χρι τὴν πόρ­τα, εἶ­ναι κα­λὸ νὰ ‘σαι μὲ κά­ποι­ον.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 40.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς: Ἄτιτλο



Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς


Ἄ­τι­τλο


ΡΟΣΠΑΘΟΥΣΑ μά­ται­α —μι­σὸν αἰ­ώ­να πρίν—, νὰ ἀ­να­μορ­φώ­σω ἕ­να ἐ­ρω­τι­κὸ μο­νό­στι­χο. Ἀ­πό­λυ­τη ἀ­φλο­γι­στί­α: «Οἱ ἀ­πό­ψεις σου ἐμ­μέ­νουν στὴν καμ­πύ­λη». Ἐ­πα­νερ­χό­μουν κα­τὰ και­ρούς, ἀλ­λὰ χω­ρὶς ἀ­πο­τέ­λε­σμα. Ὥ­σπου ἀ­πο­φά­σι­σα νὰ ἐμ­πλέ­ξω ἕ­ναν συ­νο­μή­λι­κο Ἰ­τα­λὸ μὲ κοι­νὰ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα. Ἦ­ταν 16 Ὀ­κτω­βρί­ου τοῦ 1971. Μέ­ρα μὲ ρα­γδαί­α βρο­χή. Εἴ­χα­με γνω­ρι­στεῖ πρὶν δυ­ὸ μέ­ρες στὸ Youth-hostel τῆς Γέ­νο­βας καὶ κα­θί­σα­με μα­ζὶ γιὰ πρω­ϊνό. Πρό­θυ­μος, ἔ­τρω­γε καὶ ἐ­ξέ­τα­ζε τὴ φρά­ση, σκε­πτό­ταν κοι­τά­ζον­τας τοὺς θα­μῶ­νες, καὶ πά­λι ἔ­σκυ­βε στὸ ἀ­δρα­νὲς νό­η­μα. «Inverti!» εἶ­πε ξαφ­νι­κά, μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ἐ­πι­με­λη­τή («Νὰ ἀν­τι­στρέ­ψεις!»). «Ἡ καμ­πύ­λη ἐμ­μέ­νει στὶς ἀ­πό­ψεις σου». Ὁ νε­ό­τευ­κτος στί­χος πῆ­ρε τὴ θέ­ση του στὴν πρώ­τη συλ­λο­γή μου κι ἐ­κεῖ βρί­σκε­ται ἀ­κό­μα. Ὁ ἀ­φο­ρι­σμός, ὁ στί­χος, ἡ φρά­ση-ἀ­στρα­πή, πο­λὺ συ­χνά —γιὰ νὰ μὴν πῶ κα­τὰ κα­νό­να—, ἀ­πο­κτοῦν νό­η­μα ἢ ὁ­λο­κλη­ρώ­νον­ται μὲ μιὰ μι­κρὴ κί­νη­ση. «Με­τα­κι­νών­τας ἕ­ναν προ­βο­λέ­α καὶ ἀ­νά­βον­τας ἕ­ναν ἄλ­λον, μπο­ρεῖ νὰ ἀλ­λά­ξει ὄ­χι μό­νο τὸ σα­σπὲνς ἀλ­λὰ καὶ τὸ νό­η­μα ποὺ εἶ­χε δώ­σει τὸ φῶς», ἐ­ξη­γοῦ­σε κά­πο­τε ἕ­νας κι­νη­μα­το­γρα­φι­στής. Δι­α­θέ­τω ἄ­πει­ρα πα­ρα­δείγ­μα­τα γιὰ τὴ μα­γι­κὴ κί­νη­ση, ἀλ­λὰ ὑ­πάρ­χει κά­τι πο­λὺ πρό­σφα­το: Ἕ­νας πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης, ἀ­γο­ρά­ζον­τας με­τὰ θά­να­τον ὁ­λό­κλη­ρη τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ κρι­τι­κοῦ Γ., βρῆ­κε ἑ­κα­τον­τά­δες βι­βλί­α μὲ θερ­μὲς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν συγ­γρα­φέ­ων. «Ἔ­πε­σε στὰ χέ­ρια μου ἡ προ­τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γή σας ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ ἀ­εί­μνη­στου Γ.», πλη­ρο­φό­ρη­σε ἕ­ναν γνω­στό του ποι­η­τή (κα­τὰ κό­σμον συν­τα­ξι­οῦ­χο για­τρό). «Του­λά­χι­στον εἶ­χε κό­ψει τὰ φύλ­λα;», ρώ­τη­σε ἀ­μέ­σως ἐ­κεῖ­νος, μὲ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν προ­σε­χτεῖ ὅ­πως ἤ­θε­λαν. Ἡ ἐ­πι­φύ­λα­ξή του, ὄν­τως, ἐ­πι­βε­βαι­ώ­θη­κε, ὅ­ταν πέ­ρα­σε καὶ τὸ πα­ρέ­λα­βε ἀ­π’ τὸ μι­κρὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς ὁ­δοῦ Κύ­πρου.

       Ἂν ὁ πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης εἶ­χε σκη­νο­θε­τή­σει δι­α­φο­ρε­τι­κὰ τὴ στά­ση τοῦ κρι­τι­κοῦ, ἂν σκε­πτό­ταν δη­λα­δὴ νὰ τὸν «κα­λύ­ψει», θὰ εἴ­χα­με ὄ­χι μό­νο ἄλ­λη ἐ­ξέ­λι­ξη, ἀλ­λὰ τὴν ὕ­λη ἑ­νὸς ἀ­φη­γή­μα­τος ἐκ τοῦ φυ­σι­κοῦ, μιὰν ἀ­ξι­ο­σύ­στα­τη «ἠ­θι­κὴ ἱ­στο­ρί­α». Τὴν ξα­να­γρά­φω: «Ἕ­νας πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης, ἀ­γο­ρά­ζον­τας, με­τὰ θά­να­τον, ὁ­λό­κλη­ρη τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ κρι­τι­κοῦ Γ., βρῆ­κε ἑ­κα­τον­τά­δες βι­βλί­α μὲ θερ­μὲς ἀ­φι­ε­ρώ­σεις τῶν συγ­γρα­φέ­ων. “Ἔ­πε­σε στὰ χέ­ρια μου ἡ προ­τε­λευ­ταί­α συλ­λο­γή σας ἀ­π’ τὴ βι­βλι­ο­θή­κη τοῦ ἀ­εί­μνη­στου Γ.”, πλη­ρο­φό­ρη­σε ἕ­ναν γνω­στό του ποι­η­τή (κα­τὰ κό­σμον συν­τα­ξι­οῦ­χο για­τρό). “Του­λά­χι­στον εἶ­χε κό­ψει τὰ φύλ­λα;” ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ­νος, μὲ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα τῶν συγ­γρα­φέ­ων ποὺ δὲν ἔ­χουν προ­σε­χτεῖ ὅ­πως ἤ­θε­λαν. Πέ­ρα­σε καὶ τὸ πα­ρέ­λα­βε ἀ­π’ τὸ μι­κρὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο τῆς ὁ­δοῦ Κύ­πρου. Ἡ ἐ­πι­φύ­λα­ξή του θὰ ἐ­πι­βε­βαι­ω­νό­ταν, ἂν ἐν­τω­με­τα­ξὺ ὁ εὐ­γε­νὴς πα­λαι­ο­βι­βλι­ο­πώ­λης δὲν εἶ­χε πα­ρέμ­βει μὲ τὸν χαρ­το­κό­πτη του. Ὄ­χι μό­νο ἔ­κο­ψε ὅ­λα τὰ φύλ­λα καὶ ἀ­φαί­ρε­σε τὸ χνού­δι ἀ­π’ τὶς ἄ­κρες, ἀλ­λὰ ὑ­πο­γράμ­μι­σε ἀρ­κε­τοὺς στί­χους. Ἐ­πι­πλέ­ον, στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ πε­ρι­θώ­ριο τῆς σε­λί­δας 22 ἔ­γρα­ψε τὴ λέ­ξη “Σπου­δαῖ­ο”, προ­σθέ­τον­τας, με­τὰ ἀ­πὸ σύν­το­μη σκέ­ψη, καὶ ἕ­να θαυ­μα­στι­κό».



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Κώ­στας Μαυ­ρου­δῆς (Τῆ­νος, 1948). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἐμ­φα­νί­στη­κε στὰ γράμ­μα­τα μὲ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Λό­γοι δύο (Τράμ, 1973), τὴν ὁ­ποί­α ἀ­κο­λού­θη­σαν τὰ ποι­η­τι­κὰ βι­βλί­α: Ποί­η­ση (Ἐ­γνα­τία, 1977), Τὸ δά­νει­ο τοῦ χρό­νου (Κέ­δρος, 1990) καὶ ἡ συλ­λο­γὴ ἡ­με­ρο­λο­για­κῶν ση­μει­ώ­σε­ων (ἢ πε­ζῶν ποι­η­μά­των) Μὲ εἰ­σι­τή­ριο ἐ­πι­στρο­φῆς: ση­μει­ώ­σεις 1976-81 (Ἑ­στί­α, 1983), κ.ἄ. Ἀ­πὸ τὸ 1978 ἐκ­δί­δει ἀ­νελ­λι­πῶς τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο.



		

	

Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης: Ἡ κυρία Σύνα



Ἀ­γα­θο­κλῆς Ἀ­ζέ­λης


Ἡ κυ­ρί­α Σύ­να


ΙΣΩ ΤΟΥ ἀ­πει­κο­νί­ζε­ται ἕ­νας χάρ­της τῆς Ἑλ­λά­δας. Ἐ­κεῖ­νος μὲ ὑ­πό­νοι­α ἀ­χυ­ρέ­νι­ων μαλ­λι­ῶν κά­θε­ται στὸ μο­νο­κόμ­μα­το ξύ­λι­νο θρα­νί­ο ἐ­πο­χῆς. Κρα­τά­ει στυ­λὸ καὶ τὸ λευ­κὸ τε­τρά­διο μπρο­στά του ἔ­χει μου­τζοῦ­ρες. Κα­μιὰ δὲν εἶ­χε τολ­μή­σει νὰ τρα­βή­ξει ὁ ἴ­διος. Φο­ρά­ει πο­διὰ μπλέ, μὲ τὸ τρι­γω­νι­κὸ σῆ­μα στὸ ὕ­ψος τῆς καρ­διᾶς: 1ο Δη­μο­τι­κὸ Σχο­λεῖ­ο Καλ­λι­θέ­ας. Χρει­ά­στη­κε νὰ πε­ρά­σουν μῆ­νες γιὰ νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἦ­ταν κο­ρι­τσί­στι­κη, κά­πως μα­κριά, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀ­γό­ρια, εὐ­τυ­χῶς πλὴν ἑ­νός, φο­ροῦ­σαν κά­τι σὲ μέ­γε­θος σα­κα­κιοῦ. Οὔ­τε λό­γος, ὅ­μως, νὰ δι­ορ­θω­θεῖ τὸ σφάλ­μα τῶν ἀ­δα­ῶν καὶ ἐν­δε­ῶν γο­νέ­ων. Προ­στέ­θη­κε κι αὐ­τὸ στὶς ὑ­πό­λοι­πες πλη­γὲς ποὺ τὸν δι­α­φο­ρο­ποι­οῦ­σαν ἀ­πὸ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Στὰ ἑλ­λη­νι­κά του ἔ­λει­παν με­ρι­κὲς φο­ρὲς οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις, οἱ τρό­ποι του ἦ­ταν χον­τρο­κομ­μέ­νοι, ἐ­κεῖ­νος ντρο­πα­λὸς καὶ ἐ­πι­θε­τι­κὸς συ­νά­μα, κι ἀ­πὸ τοὺς πιὸ κον­τοὺς στὴν τά­ξη… Λοι­πὸν τὸ στή­σι­μο γιὰ τὴ φω­το­γρα­φί­α τὸ εἶ­χε φρον­τί­σει ἡ κυ­ρί­α Σύ­να, ἡ δα­σκά­λα. Ἦ­ταν τό­τε ποὺ κρα­τών­τας τον ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι, τὸν ἔ­σερ­ναν οἱ δύ­ο με­γα­λύ­τε­ρες ἀ­δελ­φὲς γιὰ τὸ σχο­λεῖ­ο, ἐ­νῶ ἡ γει­το­νιὰ ἔ­βγαι­νε στὸ μπαλ­κό­νι ἀ­πὸ τὰ ξε­φω­νη­τά. Πο­τὲ δὲν κα­τά­λα­βε για­τί αὐ­τὴ ἡ δα­σκά­λα τοῦ ἦ­ταν φύ­λα­κας ἄγ­γε­λος. Με­ρι­μνοῦ­σε νὰ παίρ­νει μιὰ φο­ρὰ τὸν χρό­νο ροῦ­χα ἀ­πὸ τὴν Πρό­νοι­α καὶ μιὰ φο­ρὰ ἀ­πὸ τὴ μά­να τοῦ ἀ­σθε­νι­κοῦ συμ­μα­θη­τῆ του Σ., τὰ ὁ­ποῖ­α πο­τὲ δὲν ἄν­τε­ξε νὰ φο­ρέ­σει στὸ σχο­λεῖ­ο. Σὲ κά­ποι­α ἀ­πὸ τὶς τρεῖς πρῶ­τες τά­ξεις βρῆ­κε ἐ­κεί­νη τὰ χρή­μα­τα γιὰ νὰ τοῦ προ­σφέ­ρει τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ συμ­με­τά­σχει στὴν ἡ­με­ρή­σια ἐκ­δρο­μὴ στὴν Ἀ­μά­ρυν­θο. Ἔ­τσι αὐ­τὸς ξό­δε­ψε τὰ ναῦ­λα ποὺ τὴν τε­λευ­ταί­α στιγ­μὴ τοῦ ἔ­δω­σαν οἱ γο­νεῖς του —ὁ ἴ­διος φο­βό­ταν ἢ ντρε­πό­ταν νὰ ζη­τή­σει— γιὰ νὰ ἀ­γο­ρά­σει τσίπς – ἀ­πέ­μει­νε κι ἕ­να τά­λι­ρο λα­δω­μέ­νο στὰ πε­ρισ­σεύ­μα­τα τῆς σα­κού­λας. Στὸ φόν­το τῆς φω­το­γρα­φί­ας ἀ­πει­κο­νί­ζον­ταν ἕ­νας χάρ­της μὲ τὶς ἐ­πο­χὲς τοῦ χρό­νου καὶ τὶς ἀν­τί­στοι­χες δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἐ­κεῖ­νος ἕ­σφιγ­γε δυ­να­τὰ τὸ στυ­λὸ καὶ τὰ φρύ­δια του. Κοι­τοῦ­σε μπρο­στά. Ὅ­μως δὲν εἶ­χε ἀ­κό­μη συ­ναί­σθη­ση τοῦ μέλ­λον­τος. Οὔ­τε ὅ­τι θὰ τοῦ δι­νό­ταν ἡ εὐ­και­ρί­α νὰ γί­νει πα­ρελ­θόν. Οὔ­τε ὅ­τι δὲν θὰ εἶ­χε πο­τὲ τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ εὐ­χα­ρι­στή­σει τὴν κυ­ρί­α Σύ­να, ὅ­ταν πιὰ θὰ γνώ­ρι­ζε τί ἔ­πρε­πε νὰ τῆς πεῖ καὶ πῶς.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀγαθοκλῆς Ἀζέλης (Μη­λιὰ Με­τσό­βου, 1963). Φι­λό­λο­γος στὴ Δευ­τε­ρο­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση, ἀ­πό­φοι­τος τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Ἀ­θη­νῶν καὶ δι­δά­κτο­ρας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Βι­έν­νης. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Νύ­χτες στὸ θρυμ­μα­τι­σμέ­νο ἐ­νυ­δρεῖ­ο, Ἀ­θή­να, 2008, (ποί­η­ση). Δη­μο­σί­ευ­σε με­τα­φρά­σεις γερ­μα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.

Χρῖστος Δάλκος: Ζήτω ὁ ἥλιος



Χρῖστος Δάλκος


Ζήτω ὁ ἥλιος


ΕΡΝΑΩ συ­χνά, εἴ­τε μέ τό αὐ­το­κί­νη­το, εἴ­τε μέ τά πό­δια, ἀ­πό τή γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα. Τί ἐ­στί Καρ­πού­ζας; Καρ­πού­ζας ἐ­στί ἕ­νας πα­λιός μου συμ­μα­θη­τής ἀπ᾿ τό Δη­μο­τι­κό. Τόν ἔ­βλε­πα συ­χνά πα­λι­ό­τε­ρα ἀλ­λά δέν τοῦ ἔ­δι­να γνω­ρι­μί­α, κα­τά πᾶ­σαν πι­θα­νό­τη­τα αὐ­τός δέν θά μέ θυ­μό­ταν, ἴ­σως κι ἐ­γώ δέν θά τόν θυ­μό­μουν ἄν δέν τόν εἶ­χα συν­δέ­σει μέ μιάν ἀ­νά­μνη­ση.

       Εἴ­μα­στε στήν Πέμ­πτη τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ, στίς ἀ­παρ­χές τῆς ἄ­νοι­ξης, κι οἱ δά­σκα­λοι μᾶς λέ­νε πώς αὔ­ριο, ἄν κά­νῃ κα­λό και­ρό, θά πᾶ­με ἐκ­δρο­μή. Ἡ μέ­ρα περ­νά­ει μέ­σα σέ μιά γλυ­κειά προ­σμο­νή πώς αὔ­ριο, λέ­ει, θά εἶ­ναι χα­ρά θε­οῦ.

       Καί τί πι­κρή ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση, τό πρω­ί τῆς ἄλ­λης μέ­ρας, πού μπλά­βα σύν­νε­φα ἔ­χουν σκε­πά­σει τόν οὐ­ρα­νό καί τόν ἥ­λιο, κι ἐ­μεῖς σκόρ­πιοι πε­ρί­λυ­ποι στό προ­αύ­λιο, νά κυτ­τᾶ­με πά­νω ψη­λά, πα­ρα­κα­λῶν­τας ἀ­πό μέ­σα μας νά σκά­σῃ μύ­τη ὁ ἥ­λιος, νά δι­ώ­ξῃ ὡς διά μα­γεί­ας τά σύν­νε­φα, ἐ­κεῖ, πέν­τε λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, ἔ­χου­με ἀ­κό­μα λί­γο και­ρό, ὅ­λα μπο­ροῦν νά συμ­βοῦν!

       Καί νά πού δυ­ό λε­πτά πρίν χτυ­πή­σῃ τό κου­δού­νι, μιά χλο­μή ἡ­λι­α­χτί­δα, φορ­τω­μέ­νη ὅ­λες τίς παι­δι­κές ἐλ­πί­δες, ξε­πρό­βα­λε γιά λί­γο μέ­σα ἀπ᾿ τά βα­ριά σύν­νε­φα. Τά μα­θη­τού­δια στή­σα­νε πα­νη­γύ­ρι τρε­λό κι ἀρ­χί­σα­νε νά κραυ­γά­ζου­νε τήν γνώ­ρι­μη ἰα­χή: Ἐ-κδρο-μή! Ἐ-κδρο-μή!

       Μά ἐ­γώ ἀπ᾿ ὅλ᾿ αὐ­τά θυ­μᾶ­μαι μό­νο τόν Καρ­πού­ζα: Χο­ρο­πη­δοῦ­σε σάν τρε­λός, μέ μιά ἄ­φα­τη χα­ρά στό πρό­σω­πό του καί λές κι ἡ εἰ­κό­να του, μέ φόν­το τήν ἀ­ναι­μι­κή ἀ­χτί­δα τοῦ ἥ­λιου, ἀ­κι­νη­τεῖ γιά χρό­νια στό μυα­λό μου, τά πό­δια του λυ­γι­σμέ­να κι αἰ­ω­ρού­με­να στόν ἀ­έ­ρα, τά χέ­ρια του ὑ­ψω­μέ­να θρι­αμ­βι­κά, τό γέ­λιο του, γέ­λιο παι­διοῦ πιό λαμ­πε­ρό κι ἀ­πό τόν ἥ­λιο, τήν ὥ­ρα πού κραύ­γα­ζε: «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Δέν πή­γα­με βέ­βαι­α ἐκ­δρο­μή αὐ­τή τήν ἡ­μέ­ρα, πή­γα­με τήν ἑ­πό­με­νη πού ᾿χε ξα­στε­ριά, ὅ­μως δέν ἦ­ταν τό ἴ­διο, ἔ­λει­πε ἐ­κεί­νη ἡ γλύ­κα τῆς προ­σμο­νῆς καί ἡ πί­κρα τῆς δι­ά­ψευ­σης.

       Ἔ­κτο­τε, πάν­τως, κά­θε φο­ρά πού πέρ­να­γα, ἀ­κό­μα καί με­γά­λος, ἀ­πό τήν γει­το­νιά τοῦ Καρ­πού­ζα, ἔ­λε­γα ἀ­πό μέ­σα μου: «Γειά σου ρέ Καρ­πού­ζα, Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!»

       Ὥ­σπου μιά μέ­ρα, πρίν δυ­ό χρό­νια, εἶ­δα στήν κο­λώ­να τῆς γει­το­νιᾶς του ἕ­να κη­δει­ό­ση­μο πού γνω­στο­ποι­οῦ­σε τόν θά­να­το τοῦ προ­σφι­λοῦς πα­τέ­ρα, θεί­ου καί ἀ­δελ­φοῦ Γιά­ννη Καρ­πού­ζα. Ἀμ­φι­βάλ­λω ἄν κά­ποι­ος ἀπ᾿ τούς συμ­μα­θη­τές μου τοῦ Δη­μο­τι­κοῦ θυ­μό­ταν —ἤ εἶ­χε ἀ­πο­τυ­πώ­σει— ἐ­κεί­νη τήν σκη­νή τοῦ «Ζή­τω ὁ ἥ­λιος!», καί δέν ξέ­ρω ἄν τήν θυ­μό­ταν στήν κα­το­πι­νή του ζω­ή κι ὁ ἴ­διος ὁ Καρ­πού­ζας.

       Αὐ­τό ὅ­μως πού μπο­ρῶ νά πῶ μέ σχε­δόν ἀ­πό­λυ­τη βε­βαι­ό­τη­τα εἶ­ναι πώς σί­γου­ρα δέν θά τή θυ­μᾶ­ται ἐ­κεῖ πού βρί­σκε­ται.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Χρῖ­στος Δάλ­κος (Τρό­παι­α Ἀρ­κα­δί­ας, 1951). Σπού­δα­σε στὴ Φι­λο­σο­φι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε: Μι­κρὲς βι­ο­μη­χα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες (Δι­η­γή­μα­τα, Ἀ­θή­να, 1987), Τὰ ἰ­δε­ο­λο­γή­μα­τα τῆς νέ­ας γλωσ­σο­λο­γί­ας (Δί­αυ­λος, 1995), Νευ­ρό­σπα­στο τη­λε­χει­ρι­στη­ρί­ου (Ποι­ή­μα­τα, Πλα­νό­διον, 2007) κ.ἄ. Τε­λευ­ταῖ­α του βι­βλία τὸ πεζό Με­λαν­θώ (Μελάνι, 2016) καὶ τὸ δο­κί­μιο Γλωσ­σικὴ δι­δα­σκα­λία: μή­πως ἦρ­θε και­ρὸς νὰ δι­ορ­θώ­σου­με τὰ λάθη μας; (Παρα­σκή­νιο/Δί­θυ­ρον, 2019).