Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξαι ­πὲρ ­μοῦ, πά­τερ


ΔΙΗΓΗΣΑΤΟ τις τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῖν ἐν Θε­ου­πό­λει, λέ­γων, ὅ­τι.

       Ἀ­νήλ­θο­μεν ἐν μιᾷ εἰς τὸ ὄ­ρος τὸ Ἀ­μα­νόν, διά τι­να χρεί­αν, καὶ εὗ­ρον σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θὼν εὑ­ρί­σκω ἀ­να­χω­ρη­τὴν κλί­ναν­τα μὲν τὰ γό­να­τα αὐ­τοῦ, τὰς δὲ χεῖ­ρας ἐ­κτε­τα­μέ­νας ἔ­χον­τα εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, ἔ­χον­τα δὲ καὶ τὰς τρί­χας τῆς κε­φα­λῆς ἕ­ως ἐ­δά­φους. Ἐ­γὼ δὲ νο­μί­σας αὐ­τὸν ζῇν, ἔ­βα­λον αὐ­τῷ με­τά­νοι­αν, λέ­γων.

       «Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ.»

       Ὡς οὖν οὐ­δὲν ἀ­πε­κρί­θη μοι, ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θον πλη­σί­ον αὐ­τοῦ ἀ­σπά­ζε­σθαι αὐ­τὸν καὶ κρα­τή­σας αὐ­τὸν εὗ­ρον αὐ­τὸν νε­κρὸν καὶ ἐ­ά­σας ἐ­ξῆλ­θον. Ἀ­πελ­θὼν ὀ­λί­γον, θε­ω­ρῶ ἄλ­λο σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θών, εὗ­ρον γέ­ρον­τα. Ὁ δὲ λέ­γει μοι.

       «Κα­λῶς ἦλ­θες, ἀ­δελ­φέ· εἰ­σῆλ­θες εἰς τὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ον τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Ἐ­γὼ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πον αὐ­τῷ.

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ λέ­γει μοι.

       «Μή τι ἐ­κεῖ­θεν ἔ­λα­βες;»

       Καὶ εἶ­πον.

       «Οὔ.»

       Τό­τε λέ­γει μοι.

       «Φύ­σει, ἀ­δελ­φέ, ἔ­χει ὁ γέ­ρων τε­λει­ω­θεὶς ἔ­τη δε­κα­πέν­τε.»

       Οὕ­τω δὲ ἦν ὡς πρὸ μιᾶς ὥ­ρας κοι­μη­θεὶς καὶ ποι­ή­σαν­τός μοι τοῦ γέ­ρον­τος εὐ­χήν, ἀ­νε­χώ­ρη­σα δο­ξά­ζων τὸν Θε­όν.


Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ

ΚΑΠΟΙΟΣ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες στὴν Θε­ού­πο­λη μᾶς δι­η­γή­θη­κε λέ­γον­τάς μας τὰ ἑ­ξῆς:

       Ἀ­νε­βή­κα­με μιὰ φο­ρὰ στὸ Ἀ­μια­νὸ ὄ­ρος γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, καὶ βρῆ­κα ἕ­να σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βρί­σκω ἕ­ναν ἀ­να­χω­ρη­τὴ νὰ ἔ­χει πέ­σει στὰ γό­να­τα, νἄ­χει ἁ­πλώ­σει τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς του νὰ φτά­νουν μέ­χρι τὸ ἔ­δα­φος. Κι ἐ­γὼ ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι ζεῖ τοῦ βά­ζω με­τά­νοι­α καὶ τοῦ λέ­ω:

       «Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ.»

       Κα­θὼς λοι­πὸν δὲν μοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τί­πο­τα, ση­κώ­θη­κα πῆ­γα κον­τά του νὰ τὸν ἀ­σπα­στῶ κι ὅ­πως τὸν ἔ­πια­σα τὸν βρῆ­κα νε­κρὸ καὶ τὸν ἄ­φη­σα κι ἔ­φυ­γα. Κι ἀ­φοῦ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα λί­γο, βλέ­πω ἄλ­λο σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βλέ­πω ἄλ­λον γέ­ρον­τα. Καὶ μοῦ λέ­ει:

        «Κα­λῶς ἦρ­θες, ἀ­δελ­φέ. Μπῆ­κες στὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ο, τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Κι ἐ­γὼ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κα καὶ τοῦ εἶ­πα:

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ μοῦ λέ­ει:

       «Μή­πως πῆ­ρες τί­πο­τα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ;»

       Καὶ εἶ­πα:

       «Ὄ­χι.»

       Τό­τε μοῦ λέ­ει:

       «Ἀ­δελ­φέ, ὁ γέ­ρων φύ­σει ἔ­χει τε­λευ­τή­σει ἐ­δῶ καὶ δε­κα­πέν­τε χρό­νια.»

       Κι ἦ­ταν ἔ­τσι σὰ νὰ ἐ­κοι­μή­θη πρὶν ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, κι ἀ­φοῦ μοὔ­δω­σε ὁ γέ­ρον­τας εὐ­χὴ ἔ­φυ­γα δο­ξά­ζον­τας τὸν Θε­ό.

[Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 172-173.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]


			

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής


ΚΕΙΝΟΣ τῆς ἔ­στελ­νε μὲ εὐ­λά­βεια κά­θε κε­φά­λαι­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ με­τέ­φρα­ζε, ἀ­μέ­σως μό­λις τὸ τε­λεί­ω­νε. Ἦ­ταν ἕ­νας τρό­πος, τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σαν μα­κριά, νὰ φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι ἀ­σχο­λεῖ­ται μα­ζί του, νὰ ὑ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της ὅ­ταν τὸν δι­ά­βα­ζε, νὰ νι­ώ­θει τὸ βλέμ­μα της πά­νω σὲ κά­τι δι­κό του.

       Στα­δια­κὰ —με­γά­λο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα— πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι οἱ κα­τα­στά­σεις ποὺ βί­ω­νε ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα ἐ­πη­ρέ­α­ζαν τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λύ· κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι συ­νέ­πα­σχε μα­ζί της, χαι­ρό­ταν λυ­πό­ταν ἀγ­χω­νό­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­ταν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν μα­ζί της, θά ’­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι πολ­λὲς φο­ρὲς τὴ μι­μοῦν­ταν.

       Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δὲν ἔ­μα­θαν πο­τὲ ὅ­τι ἡ Πά­ου­λα ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὸν Κὶμ στὸ κε­φά­λαι­ο 17. Ἀν­τί­θε­τα τοὺς πα­ρα­κο­λού­θη­σαν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νους στὴ μέ­ση τῆς Ράμ­πλα νὰ μοι­ρά­ζον­ται ἕ­να πα­γω­τὸ χω­νά­κι καὶ νὰ κοι­τά­ζον­ται στὰ μά­τια μὲ τὸν τρό­πο ποὺ τό­σο πο­λὺ τοῦ ἄ­ρε­σε ἐ­κεί­νου.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.


Βαγγέλης Δημητριάδης: Ἀνακύκλωση


Βαγγέλης Δημητριάδης


Ἀνακύκλωση


ΤΑΝ σὲ ὅ­λα του προ­νο­η­τι­κός. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χε τυ­πώ­σει κρυ­φὰ τὸ κα­λύ­τε­ρό του βι­βλί­ο. Μυ­θο­πλα­σί­α γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸν θά­να­το μὲ πλαί­σιο ἀ­να­φο­ρᾶς τὴν πο­λυ­ση­μί­α τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ μέ­σα στὰ ὄ­νει­ρα. Ἤ­θε­λε νὰ μοι­ρα­στεῖ μὲ τὰ κόλ­λυ­βα στὴν κη­δεί­α του. Οἱ πα­ρι­στά­με­νοι θὰ ἔ­παιρ­ναν ἕ­να ἀν­τί­τυ­πο ὁ κα­θέ­νας, σὰν ἀ­νά­μνη­ση, ἀν­τί­δω­ρο πές, ἀ­πὸ τὸ νε­ω­κό­ρο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Εἶ­χε προ­βλέ­ψει καὶ τὰ τυ­πι­κά. Στὴ σε­λί­δα τρί­α εἶ­χε προ­σθέ­σει πά­νω ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, Λό­γῳ ἀ­δυ­να­μί­ας πα­ρα­κα­λῶ γρά­ψε­τε τὸ ὄ­νο­μά σας καὶ βά­λε­τε τὴν ἡ­με­ρο­μη­νία δι­α­νο­μῆς τοῦ βι­βλί­ου. Ὡ­στό­σο, πα­ρὰ τὶς προσ­δο­κί­ες, τὰ πράγ­μα­τα ἦρ­θαν ἀ­νά­πο­δα. Ὁ ἰ­ὸς τοῦ θα­νά­του δὲν ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ τὸν συ­νο­δέ­ψουν στὴν τε­λευ­ταί­α του κα­τοι­κί­α φί­λοι, πι­στοὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ τό­που του. Ὁ πα­πάς, ὁ ψάλ­της καὶ ἑ­φτὰ ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα κλη­ρο­νό­μους του βρέ­θη­καν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο στὴν ἐ­ξό­δια ἀ­κο­λου­θί­α. Οἱ συγ­γε­νεῖς μά­λι­στα πα­ρου­σι­ά­στη­καν με­τὰ φό­βου. Ὄ­χι φό­βου Θε­οῦ… Φο­ροῦ­σαν γάν­τια, μά­σκες, γυα­λιά. Εὐ­τυ­χῶς, ὅ­λα μαῦ­ρα γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Τὰ μέ­τρα μὲ τὰ προ­σχή­μα­τα… Φυ­σι­κά, οἱ βο­η­θη­τι­κοὶ ὑ­πάλ­λη­λοι τοῦ γρα­φεί­ου κη­δει­ῶν γιὰ τὰ γνω­στὰ πε­ραι­τέ­ρω ἦ­ταν πα­ρόν­τες. Κι αὐ­τοὶ δι­α­κρι­τι­κοί, μὲ τὰ μαῦ­ρα. Ὅ­ταν ὅ­λα τε­λεί­ω­σαν, ὁ νε­ω­κό­ρος κοί­τα­ζε τὰ κλει­στὰ κι­βώ­τια μὲ τὰ βι­βλί­α κι ἔ­τρι­βε τὸ πη­γού­νι του. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ποιά κα­τη­γο­ρί­α με­τα­κί­νη­σης ἀ­πὸ τὸ 1 μέ­χρι τὸ 6 νὰ ἐ­πι­λέ­ξει στὸ κι­νη­τό του, γιὰ νὰ τὰ με­τα­φέ­ρει αὔ­ριο στὸ χῶ­ρο τῆς ἀ­να­κύ­κλω­σης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).


Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Οἱ ἁμαρτίες μου τρέχουν πίσω μου καὶ δὲν τὶς βλέπω



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Οἱ ἁμαρτίες μου τρέχουν πίσω μου

καὶ δὲν τὶς βλέπω


ΔΕΛΦΟΣ πο­τε ἐ­σφά­λη εἰς Σκῆ­τιν· καὶ γε­νο­μέ­νου συ­νε­δρί­ου*, ἀ­πέ­στει­λαν πρὸς τὸν Ἀβ­βᾶν Μω­ϋ­σῆν· ὁ δὲ οὐκ ἤ­θε­λεν ἐλ­θεῖν· ἀ­πέ­στει­λεν οὖν πρὸς αὐ­τὸν ὁ πρε­σβύ­τε­ρος, λέ­γων· ἐλ­θὲ ὅ­τι σὲ ὁ λα­ὸς πε­ρι­μέ­νει· ὁ δὲ ἀ­να­στὰς ἦλ­θε· καὶ λα­βὼν σπυ­ρί­δα τε­τρη­μέ­νην* καὶ γε­μί­σας ἄμ­μου, ἐ­βά­στα­σεν· οἱ δὲ ἐ­ξελ­θόν­τες εἰς ἀ­πάν­τη­σιν αὐ­τοῦ, λέ­γου­σιν αὐ­τῷ· τί ἐ­στι τοῦ­το, πά­τερ; εἶ­πε δὲ αὐ­τοῖς ὁ γέ­ρων· αἱ ἁ­μαρ­τί­αι μού εἰ­σιν ὀ­πί­σω μου κα­ταρ­ρέ­ου­σαι καὶ οὐ βλέ­πω αὐ­τάς· καὶ ἦλ­θον ἐ­γὼ σή­με­ρον, ἁ­μαρ­τή­μα­τα ἀλ­λό­τρια κρῖ­ναι*· οἱ δὲ ἀ­κού­σαν­τες, οὐ­δὲν ἐ­λά­λη­σαν τῷ ἀ­δελ­φῷ· ἀλ­λὰ συ­νε­χώ­ρη­σαν αὐ­τῷ.


συ­νέ­δριον: σύ­σκε­ψη, δι­κα­στή­ριο.
σπυ­ρίς -δος: με­γά­λο κα­λά­θι, κο­φί­νι.
τε­τρη­μέ­νην σπυ­ρί­δα: κα­λά­θι μὲ τρύ­πες.
ἁ­μαρ­τή­μα­τα ἀλ­λό­τρια κρῖ­ναι: νὰ κρίνω ἄλλων ἁμαρτίες.


Πη­γή: Τὸ Γε­ρον­τι­κόν, ἤ­τοι ἀ­πο­φθέγ­μα­τα Ἁ­γί­ων Γε­ρόν­των, ἔκ­δο­σις δευ­τέ­ρα, Ἀλ. & Ἐ. Πα­πα­δη­μη­τρί­ου, Ἀ­θῆ­ναι, 1970.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Γιὰ ἕ­να μο­να­χὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος σύ­χνα­ζε στὰ κα­πη­λειά



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Γιὰ ἕ­να μο­να­χὸ ὁ ὁ­ποῖ­ος σύ­χνα­ζε στὰ κα­πη­λειά


ΑΠΟΙΟΣ γέ­ρον­τας ὁ ὁ­ποῖ­ος ἡ­σύ­χα­ζε στὴ Σκή­τη ἀ­νέ­βη­κε στὴν Ἀ­λε­ξάν­δρεια νὰ που­λή­σει τὸ ἐρ­γό­χει­ρό του· καὶ βλέ­πει ἕ­να νέ­ο μο­να­χὸ νὰ μπαί­νει στὸ κα­πη­λει­ό. Στε­νο­χω­ρή­θη­κε γι’ αὐ­τὸ ὁ γέ­ρον­τας καὶ πε­ρί­με­νε ἔ­ξω, γιὰ νὰ τὸν συ­ναν­τή­σει, ὅ­ταν θὰ βγεῖ, πράγ­μα ποὺ ἔ­γι­νε. Ὅ­ταν λοι­πὸν βγῆ­κε ὁ νέ­ος, τὸν πῆ­ρε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι ὁ γέ­ρον­τας, τὸν πῆ­γε κά­που ἰ­δι­αι­τέ­ρως καὶ τοῦ λέ­ει: «Κύ­ρι­ε ἀ­δελ­φέ, δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι φο­ρᾶς τὸ ἅ­γιο σχῆ­μα; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι εἶ­σαι νέ­ος; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι πολ­λὲς εἶ­ναι οἱ πα­γί­δες τοῦ δι­α­βό­λου; δὲν ξέ­ρεις ὅ­τι κι ἀ­πὸ τὰ μά­τια κι ἀ­πὸ τὴν ἀ­κο­ὴ κι ἀ­π’ τὶς χει­ρο­νο­μί­ες βλά­πτον­ται οἱ μο­να­χοί, ὅ­ταν ζοῦν στὶς πό­λεις; Ἐ­σὺ ὅ­μως,  μπαί­νον­τας χω­ρὶς φό­βο στὰ κα­πη­λειά, κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν θέ­λεις ἀ­κοῦς κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν θέ­λεις βλέ­πεις καὶ συ­να­να­στρέ­φε­σαι κι ἄ­σε­μνα μὲ γυ­ναῖ­κες. Μή, σὲ πα­ρα­κα­λῶ, ἀλ­λὰ πή­γαι­νε στὴν ἔ­ρη­μο, ὅ­που μπο­ρεῖς νὰ σω­θεῖς, ὅ­πως τὸ θέ­λεις.» Τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ νέ­ος: «Πή­γαι­νε, κα­λό­γε­ρε, ὁ Θε­ὸς δὲν θέ­λει τί­πο­τε ἄλ­λο πα­ρὰ “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”.» Τό­τε ὁ γέ­ρον­τας σή­κω­σε τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ εἶ­πε: «Δό­ξα Σοι ὁ Θε­ός, ἐ­πει­δὴ ἔ­χω στὴ Σκή­τη πε­νήν­τα χρό­νια κι ἀ­κό­μα δὲν ἀ­πό­κτη­σα “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”. Κι αὐ­τὸς γυ­ρί­ζον­τας στὰ κα­πη­λειά, ἀ­πό­κτη­σε “καρ­δί­αν κα­θα­ράν”». Καὶ στρά­φη­κε στὸν ἀ­δελ­φὸ καὶ τοῦ εἶ­πε: «Ὁ Θε­ὸς κι ἐ­σέ­να νὰ σώ­σει καὶ νὰ μὴ δι­α­ψεύ­σει τὴ δι­κή μου ἐλ­πί­δα.»



Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Λει­μω­νά­ριον, μτφ. Μο­να­χοῦ Θε­ο­λό­γου Σταυ­ρο­νι­κη­τια­νοῦ, ἔκδ. Ἱ­ε­ρᾶς Μο­νῆς Σταυ­ρο­νι­κή­τα, Ἅ­γιον Ὄ­ριος 1986, σ. 222.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]

Ἀν­τώ­νης Πά­σχος: Δη­μό­σιο



Ἀν­τώ­νης Πά­σχος


Δη­μό­σιο


ΤΟ ΤΑΧΥΔΡΟΜΕΙΟ ἔ­χει εἰ­κο­σι­κά­τι ἀν­θρώ­πους οὐ­ρὰ καὶ μιὰ τα­μί­α. Ἔρ­χε­ται ἡ σει­ρὰ ἑ­νὸς γέ­ρου, «πε­ρι­μέ­νε­τε». Ση­κώ­νει κι­νη­τὸ ἡ μαν­τάμ, «κα­λέ, ναί, ἔ­χω χρό­νο, πές».

       Πί­σω της, ἄλ­λοι τρεῖς κου­βεν­τιά­ζουν.

       Ἕ­νας πα­πὰς ξε­φυ­σά­ει. Ἕ­νας τρι­αν­τά­ρης κου­νά­ει τὸ κε­φά­λι. Εἶ­μαι τε­λευ­ταῖ­ος.

       Ἡ πόρ­τα βρον­τά­ει. Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος κρα­τά­ει πι­στό­λι.

       Τὰ γέ­λια κό­βον­ται, τὸ κι­νη­τὸ πέ­φτει.

       «Ὅ­λοι στὰ τα­μεῖ­α!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος.

       Γιὰ μιὰ στιγ­μὴ δι­στά­ζουν, ἔ­πει­τα τὰ τέσ­σε­ρα τα­μεῖ­α γε­μί­ζουν ὑ­πάλ­λη­λους ποὺ τρέ­μουν. Μυ­ρί­ζω κά­του­ρο.

       «Ἐμ­πρός, τεμ­πε­λό­σκυ­λα!» φω­νά­ζει ὁ κου­κου­λο­φό­ρος. «Ἐ­ξυ­πη­ρε­τεῖ­στε τους!»

       Οἱ πε­λά­τες σπεύ­δουν δει­λὰ-δει­λὰ στὰ τα­μεῖ­α. Ὁ γέ­ρος φεύ­γει, ὁ πα­πὰς φεύ­γει, ὁ τρι­αν­τά­ρης φεύ­γει. Χέ­ρια-χαρ­τιὰ βου­ί­ζουν. Δέ­κα λε­πτὰ με­τά, τὸ τα­χυ­δρο­μεῖ­ο ἀ­δειά­ζει. Ἀ­κού­ω σει­ρή­να.

       Ὁ κου­κου­λο­φό­ρος τι­νά­ζε­ται. Κοι­τά­ει δε­ξιὰ-ἀ­ρι­στε­ρά. Μοῦ πε­τά­ει τὸ πι­στό­λι κι ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται.

       Τὸ πε­ρι­ερ­γά­ζο­μαι.

       Ὅ­λοι κοι­τοῦν.

       Μο­νο­λο­γῶ: «εἶ­ναι ψεύ­τι­κο…»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Πά­σχος. Με­γά­λω­σε στὶς Σέρ­ρες καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κά, ἀν­θο­λο­γί­ες καὶ ἱ­στο­σε­λί­δες ὅ­πως ἡ Θρά­κα καὶ ὁ Ἀ­να­γνώ­στης. Τὸ δεύ­τε­ρο μυ­θι­στό­ρη­μά του μὲ τί­τλο «Με­τὰ Βί­ας» κυ­κλο­φο­ρεῖ ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Bell.

 

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Πε­ρὶ Μα­κα­ρί­ου τοῦ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ως



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Πε­ρὶ Μα­κα­ρί­ου τοῦ Ἀ­λε­ξαν­δρέ­ως (δ’)


ΟΥΤΟΥ κα­θε­ζο­μέ­νου πρω­ὶ ἐν τῷ κελ­λί­ῳ κώ­νωψ στὰς ἐ­πὶ τοῦ πο­δὸς ἐ­κέν­τη­σεν αὐ­τόν· καὶ ἀλ­γή­σας κα­τέ­α­ξεν αὐ­τὸν τῇ χει­ρὶ με­τὰ κό­ρον τοῦ αἵ­μα­τος. Κα­τα­γνοὺς οὖν ἑ­αυ­τοῦ ὡς ἐκ­δι­κή­σαν­τος ἑ­αυ­τόν, κα­τε­δί­κα­σεν ἑ­αυ­τὸν εἰς τὸ ἕ­λος τῆς Σκή­τε­ως, ὅ ἐ­στιν ἐν τῇ πα­νε­ρή­μῳ, κα­θί­σαι γυ­μνὸν ἐ­πὶ μῆ­νας ἕξ, ἔν­θα οἱ κώ­νω­πες καὶ συά­γρων δέρ­μα­τα τι­τρώ­σκου­σιν, ὡς σφῆ­κες ὄν­τες. Οὕ­τως οὖν κα­τε­τρώ­θη ὅ­λος καὶ σπον­δύ­λους ἐ­ξέ­βα­λεν ὡς νο­μί­σαι τι­νὰς ὅ­τι ἠ­λε­φαν­τί­α­σεν. Ἐλ­θὼν οὖν με­τὰ ἓξ μῆ­νας εἰς τὸ κελ­λί­ον αὐ­τοῦ, ἀ­πὸ τῆς φω­νῆς ἐ­γνώ­σθη ὅ­τι αὐ­τός ἐ­στιν ὁ Μα­κά­ριος.


Γιὰ τὸν Μα­κά­ριο τὸν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νό (δ’)

Αὐ­τόν, ἐ­νῶ κα­θό­ταν ἕ­να πρω­ῒ στὸ κε­λί του, κά­ποι­ο κου­νού­πι ἔ­κα­τσε πά­νω στὸ πό­δι του καὶ τὸν τσίμ­πη­σε· καὶ πο­νών­τας τὸ κο­πά­νη­σε μὲ τὸ χέ­ρι του γε­μί­ζον­τας αἵ­μα­τα. Κα­τα­λα­βαί­νον­τας ὅ­τι ἔ­τσι ἐκ­δι­κή­θη­κε ὁ ἴ­διος τὸν ἑ­αυ­τό του, αὐ­το­κα­τα­δι­κά­στη­κε νὰ κά­τσει γυ­μνὸς ἕ­ξι μῆ­νες στὸ ἕ­λος τῆς Σκή­τε­ως, δη­λα­δὴ στὴν ἀ­πό­λυ­τη ἐ­ρη­μιά, ἐ­κεῖ ποὺ τὰ κου­νού­πια, με­γά­λα σὰν σφῆ­κες, τρυ­πᾶ­νε καὶ δέρ­μα­τα ἀ­γρι­ο­γού­ρου­νων. Ἔ­τσι, λοι­πόν, φα­γώ­θη­κε ὁ­λό­κλη­ρος καὶ ἔ­βγα­λε ἐ­ξογ­κώ­μα­τα, ὥ­στε κά­ποι­οι νὰ νο­μί­σουν ὅ­τι ἔ­πα­θε ἐ­λε­φαν­τί­α­ση. Κι ὅ­ταν με­τὰ ἀ­πὸ ἕ­ξι μῆ­νες γύ­ρι­σε στὸ κε­λί του, ἀ­πὸ τὴ φω­νή του ἔ­γι­νε ἀν­τι­λη­πτὸ ὅ­τι αὐ­τὸς εἶ­ναι ὁ Μα­κά­ριος. [Μετάφραση: Γ.Π.]



Πη­γή: Παλ­λα­δί­ου Λαυ­σα­ϊ­κὴ Ἱ­στο­ρί­α, Με­τά­φρα­σις – εἰ­σα­γω­γὴ – σχό­λια ὑ­πὸ Ν. Θ. Μπου­γά­τσου – Δ. Μ. Μπα­τι­στά­του, Ὀρ­γα­νι­σμὸς Κλασ­σι­κῶν Ἐκ­δό­σε­ων, Ἀ­θῆ­ναι, 1970, σελ. 102-103.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]