Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz): Χίλιες και δύο νύχτες


Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz)


Χί­λι­ες καὶ δύ­ο νύ­χτες

(Mil y dos noches)


ΤΑΝ ΕΦΤΑΣΕ στὸ τέ­λος της ἡ χι­λι­ο­στὴ καὶ μιὰ νύ­χτα, ἡ Σε­χρα­ζάντ, κου­ρα­σμέ­νη ἀ­πὸ τὶς τό­σες ἱ­στο­ρί­ες, ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δώ­σει ἕ­να τέ­λος σὲ αὐ­τὸ τὸ μαρ­τύ­ριο τῆς ἀ­φή­γη­σης ἐ­νώ­πιον ἑ­νὸς ἄν­τρα ποὺ κά­θε βρά­δυ τὸν ἔ­παιρ­νε ὁ ὕ­πνος χω­ρὶς νὰ τῆς δί­νει ἄ­φε­ση.

Νω­ρὶς τὸ πρω­ῒ ἔ­φυ­γε ἀ­πὸ τὸ πα­λά­τι. Ἀ­φοῦ τρι­γυρ­νοῦ­σε γιὰ ὧ­ρες ἔ­φιπ­πη, φτά­νον­τας στὰ βου­νὰ βρῆ­κε κα­τα­φύ­γιο στὴν κα­λύ­βα ἑ­νὸς βο­σκοῦ. Ἐ­κεῖ, ἀ­σφα­λὴς πιά, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὰ δύ­ο πράγ­μα­τα ποὺ λα­χτα­ροῦ­σε πιὸ πο­λύ. Τὰ πρω­ι­νὰ θὰ ἔ­γρα­φε τὴν πρώ­τη της νου­βέ­λα καὶ τὰ βρά­δια, θὰ ἔ­νι­ω­θε πά­νω στὸ σῶ­μα της τὴν ρυθ­μι­κὴ κί­νη­ση ἑ­νὸς ἄν­τρα, με­τὰ ἀ­πὸ τό­σες νύ­χτες πα­ρα­μυ­θι­ῶν καὶ ἀ­πο­χῆς.


Πη­γή: Irene Andres-Suárez: Anto­lo­gía del mi­cror­re­la­to espa­ñol (1906-2011), el cu­arto gé­nero nar­rativo, Cá­tedra Le­tras His­pánicas

Ἀν­τό­νιο Ρέ­γι­ες Ρου­ὶθ (Antonio Reyes Ruiz) γεν­νή­θη­κε τὸ 1957 στὴν πό­λη Κάν­τιθ τῆς Ἱ­σπα­νί­ας. Εἶ­ναι ἀ­πό­φοι­τος Φι­λο­σο­φί­ας καὶ δι­δά­κτωρ Φι­λο­λο­γί­ας ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Σε­βίλ­λης. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς φι­λό­λο­γος στὸ γυ­μνά­σιο καὶ πα­ράλ­λη­λα εἶ­ναι συν­το­νι­στὴς τοῦ πο­λι­τι­στι­κοῦ κέν­τρου τῆς Τε­του­ὰν καὶ μέ­λος τοῦ ἐ­ρευ­νη­τι­κοῦ ἐ­πι­τε­λεί­ου τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σε­βίλ­λης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ πα­ρα­κά­τω βι­βλί­α: La luna azul. Cuentos desde Tetúan (2005), Letras minúsculas y coda (2009), Cronicas de reojo (2011) κ.ἄ. καὶ ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ δι­ά­φο­ρες ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γὲς καὶ ἀν­θο­λο­γί­ες. Ἐ­πί­σης γρά­φει μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ ἄρ­θρα.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Μά­γδα Κόσ­συ­βα (Ἀ­θή­να, 1985). Κοι­νω­νι­ο­λό­γος, κα­θη­γή­τρια ἱ­σπα­νι­κῆς γλώσ­σας, συγ­γρα­φέ­ας μι­κρῶν δι­η­γη­μά­των. Δι­δά­σκει ἱ­σπα­νι­κὰ καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας.


			

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Lapsus

 


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Lapsus

(Лапсус)


Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ τῶν νε­κρῶν εἶ­ναι στα­θε­ρή, μπερ­δεύ­τη­κε ἡ ἐκ­φω­νή­τρια τῶν εἰ­δή­σε­ων… Καὶ τὴν ἴ­δια στιγ­μή, τὸ ρη­θὲν εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως ἀ­λη­θές. Δὲν μπο­ρῶ νὰ σκε­φτῶ πιὸ στα­θε­ρὴ κα­τά­στα­ση.


Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 120.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)


Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов): Spam



Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νοφ (Георги Господинов)


Spam

(Спам)


ΕΡΙΚΕΣ ΦΟΡΕΣ ἀ­νοί­γω τὸν φά­κε­λο μὲ τὰ spam καὶ δι­α­βά­ζω ἀρ­γά: ­ξέ­χα­στο κα­λο­καί­ρι στὴ Σι­κε­λί­αστὴν Το­σκά­νη. Σε­μι­νά­ριο Τά­ο. ­να­μνή­σεις ­πὸ τὴ μή­τρα. Are you looking for an affair, ρω­τά­ει κά­ποι­α Sabrine. Ἦρ­θε κι ἔ­δε­σε, κα­θὼς τώ­ρα μό­λις δι­α­πι­στώ­νω ὅ­τι τὸ μέ­ηλ μου κέρ­δι­σε 1 ἑ­κα­τομ­μύ­ριο λί­ρες.

       Πε­τά­γο­μαι γιὰ λί­γο στὴν κυ­ρί­ως ἀλ­λη­λο­γρα­φί­α: Ἀ­να­μέ­νου­με τὴν ἔκ­θε­σή σας. Ἡ ἀ­σφά­λεια τοῦ αὐ­το­κι­νή­του λή­γει. Τε­λευ­ταί­α ὑ­πεν­θύ­μι­ση. Θὰ ἀ­φι­ε­ρώ­σε­τε λί­γο χρό­νο στὸ χει­ρό­γρα­φο ἑ­νὸς ἄ­γνω­στου συγ­γρα­φέ­α;

       Ἄ, ὄ­χι, ἐ­πι­στρέ­φω στὸ spam. Δυ­ὸ κό­σμοι. Στὸν ἕ­να, μὲ προ­σκα­λοῦν στὴ Σι­κε­λί­α, οἱ γυ­ναῖ­κες πε­θαί­νουν γιὰ μέ­να, τὸ μέ­ηλ μου κερ­δί­ζει ἑ­κα­τομ­μύ­ρια, κλη­ρο­νό­μοι τοῦ Κα­τὰρ θέ­λουν νὰ μοῦ με­τα­φέ­ρουν τὰ χρή­μα­τα κά­ποι­ου… μῆ­τρες… ἄσ­ραμς… τά­ο… Ὁ ἄλ­λος – δου­λειά, ἀ­πλή­ρω­τες ἀ­σφά­λει­ες καὶ χει­ρό­γρα­φα σὲ ἀ­να­μο­νή. Ὑ­πο­πτεύ­ο­μαι πὼς ὅ­ταν πε­θά­νου­με, πη­γαί­νου­με κα­τ’ εὐ­θεί­αν στὸ spam. Τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­ναι, πι­θα­νόν, τὸ ἄλ­λο ὄ­νο­μα τοῦ πα­ρα­δεί­σου.



Πηγή: Георги Господинов, Всичките наши тела, Жанет 45, Σόφια 2018, σ. 119.

Γκε­όρ­γκι Γκο­σπον­τί­νο­φ (Георги Господинов, Γιά­μπολ, 1968). Πο­λυ­βρα­βευ­μέ­νος ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κὸς συγ­γρα­φέ­ας, κρι­τι­κὸς λο­γο­τε­χνί­ας καὶ σε­να­ρι­ο­γρά­φος. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους σύγ­χρο­νους λο­γο­τέ­χνες τῆς Βουλ­γα­ρί­ας, καὶ εἶ­ναι ὁ πλέ­ον με­τα­φρα­σμέ­νος στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ με­τὰ τὸ 1989. Μὲ τὸ πρῶ­το με­τα­μον­τέρ­νο μυ­θι­στό­ρη­μά του, μὲ τί­τλο Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (1999) ἔ­δω­σε —σύμ­φω­να μὲ τὴν κρι­τι­κο­γρα­φία— τὸ «πρῶ­το, ὡς γέν­νη­μα καὶ δό­ξα, μυ­θι­στό­ρη­μα τῆς γε­νιᾶς τοῦ ’90». Κυ­ρι­ό­τε­ρα ἔρ­γα του ἀ­νὰ κα­τη­γο­ρί­α: Ποί­η­ση: Lapida­rium (Ла­пи­да­риум, 1992)·  κε­ρα­σιὰ ­νὸς ­θνου­ς (Че­реша­та на един на­род, 1996)· Γράμ­μα­τα στὸν Γκα­ου­στί­ν (Писма до Гау­стин, 2003). Μυ­θι­στό­ρη­μα: Φυ­σι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα (Е­стес­твен ро­ман, 1999)· Φυ­σι­κὴ τῆς με­λαγ­χο­λί­α­ς (Физи­ка на тъга­та, 2011)· Χρο­νο­κα­τα­φύ­γιο (Времеубежище, 2020). Δι­ή­γη­μα: Καὶ ἄλ­λες ­στο­ρί­ες (И дру­ги исто­рии, 2000)· Καὶ ­λα ­γι­ναν φεγ­γά­ρι (И всич­ко ста­на луна, 2013)· ­λα τὰ κορ­μιά μας (Вси­чките наши те­ла, 2018). Δρα­μα­τουρ­γί­α: D.J. (2004)·  ­πο­κά­­λυ­ψη ἔρ­χε­ται στὶς 6 τὸ ­πό­γευ­μα (Апо­ка­лип­си­сът идва в 6 вече­рта, 2010). Δο­κί­μιο: Οἱ ἀ­ό­ρα­τες κρί­σει­ς (Не­види­­мите кризи, 2013). Σε­να­ρι­ο­γρα­φί­α: Ἡ Τε­λε­τή (Ритуа­лът, 2005 – μέ­ρος τῆς εὐ­ρω­πα­ϊ­κῆς συμ­πα­ρα­γω­γῆς Lost and Found, μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γι­νε ἡ ἔ­ναρ­ξη τοῦ προ­γράμ­μα­τος «Forum» τῆς Berlinale 2005)· Ὀ­με­λέ­τα (Омл­ет, 2008). Τὰ τε­λευ­ταῖ­α χρό­νια, τὸ πε­ζο­γρα­φι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκο­σπον­τί­νοφ ἔ­χει τρα­βή­ξει τὴν προ­σο­χὴ τῶν σκη­νο­θε­τῶν ποὺ μὲ ἐ­πι­τυ­χί­α τὸ ἀ­ξι­ο­ποί­η­σαν στὰ ἀ­κό­λου­θα κι­νη­μα­το­γρα­φι­κὰ ἔρ­γα: Αὐ­τὴ ποὺ γνέφει ἀπὸ τὸ τρέ­νο (2016), Ἡ τυ­φλὴ Βάισα (2016) 8 λε­πτὰ καὶ 19 δευτε­ρό­λεπτα (8΄19΄΄) (2018), Φυσι­κὴ τῆς Με­λαγ­χολίας (2019). (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Γκεόργκι Γκο­σπο­ντί­νοφ (Ге­о­рги Го­спо­ди­нов)», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ Βούλγαρου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Σπῦρο Ν. Παππᾶ. Βλ. ἐ­δῶ καὶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τοῦ με­τα­φρα­στῆ στὸ πα­ρὸν ἀ­φι­έ­ρω­μα.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ βουλγαρικά:

Σπ­ρος Ν. Παπ­πς (Ἀ­θή­να, 1975). Ἐ­ρευ­νη­τής, συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στής. Κεί­με­να καὶ με­λέ­τες του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ ἔγ­κρι­τα πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ σὲ συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους.

(Ἐ­πι­μέ­λεια ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τος – ἐ­πι­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των: Σπῦ­ρος Ν. Παπ­πᾶς – Γιά­ννης  Πατίλης.)



		

	

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα: Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ



Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα


Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ


Α ΣΠΙΤΙΑ ἔ­μοια­ζαν σὰν δυ­ὸ στα­γό­νες νε­ρό. Σὰν νὰ εἶ­χε δι­πλώ­σει κά­ποι­ος ἕ­να ἄ­σπρο χαρ­τὶ στὴ μέ­ση καὶ νὰ εἶ­χε κό­ψει μὲ προ­σο­χὴ τὸ σχέ­διό τους. Μὲ ὅ­λες τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες. Μὲ μυ­τε­ρὸ ψα­λί­δι.

       Εἶ­χαν ἕ­ναν τοῖ­χο κοι­νό, μιὰ λα­σπω­μέ­νη λου­ρί­δα χῶ­μα μπρο­στὰ καὶ μιὰ πιὸ με­γά­λη λου­ρί­δα πί­σω σκε­πα­σμέ­νη μὲ γκρί­ζες πλά­κες. Καὶ στὶς δυὸ πί­σω αὐ­λὲς σέρ­νον­ταν ξε­χαρ­βα­λω­μέ­να πο­δή­λα­τα, πα­τί­νια, μπά­λες καὶ ἄ­δεια μπὸλ γιὰ τὰ ἀ­δέ­σπο­τά της γει­το­νιᾶς.

       Στὰ κάγ­κε­λα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σπι­τιοῦ τυ­λι­γό­ταν ἕ­να γι­α­σε­μὶ μὲ λί­γα ἄ­σπρα λου­λού­δια. Ἀ­γρι­ό­χορ­τα καὶ τρι­φύλ­λι ἔ­πνι­γαν τὰ παρ­τέ­ρια.

       Στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι, οἱ θά­μνοι, κου­ρε­μέ­νοι καὶ συμ­με­τρι­κοί, κά­λυ­πταν τὰ κάγ­κε­λα κι ἐμ­πό­δι­ζαν τὸ φῶς νὰ ζε­στά­νει τὰ θα­λασ­σι­νὰ βό­τσα­λα ποὺ σχε­δί­α­ζαν μο­νο­πά­τια μὲ σπεῖ­ρες καὶ κύ­κλους.

       Στὸ ἀ­ρι­στε­ρὸ σπί­τι τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν πάν­τα ἀ­νοι­χτά. Οἱ κουρ­τί­νες τρε­μού­λια­ζαν κα­μέ­νες ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο, ξε­θω­ρι­α­σμέ­νες καὶ βα­ρι­ὲς ἀ­πὸ τὴ σκό­νη.

       Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ, ἀ­πὸ τὴν ἀ­νοι­χτὴ πόρ­τα ἔμ­παι­ναν τὸ φῶς καὶ ἡ ζέ­στη, προ­χω­ροῦ­σαν στὸ δι­ά­δρο­μο, περ­νοῦ­σαν τὸ χὸλ μὲ τὸν ἄ­δει­ο κα­λό­γε­ρο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σαν γιὰ τὸ σα­λό­νι κι ἔ­φτα­ναν στὴν κου­ζί­να, ἐ­κεῖ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὰ μα­κριὰ μαλ­λιὰ καὶ τὴ χρω­μα­τι­στὴ πο­διὰ ἔ­κο­βε τὰ κο­λο­κύ­θια σὲ τέ­λει­ους κύ­κλους, τὶς με­λι­τζά­νες καὶ τὶς πι­πε­ρι­ὲς σὲ κα­ρε­δά­κια, τὶς πα­τά­τες, τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὶς ντο­μά­τες σὲ φέ­τες. Τὰ ἔ­βα­ζε ὅ­λα στὸ τα­ψί, τὸ κου­νοῦ­σε δυ­να­τὰ κι ἔ­ρι­χνε λά­δι καὶ κόκ­κι­νο πι­πέ­ρι.

       Ὅ­ση ὥ­ρα ψη­νό­ταν τὸ μπριάμ, ἡ μυ­ρω­διά του μπλε­κό­ταν στὰ μαλ­λιὰ τῆς γυ­ναί­κας, ἀγ­κά­λια­ζε τὴ φω­το­γρα­φί­α τοῦ ἀ­γο­ριοῦ μὲ τὸ ἀ­χνὸ μου­στά­κι καὶ ζά­λι­ζε τὶς μύ­γες ποὺ μα­ζεύ­ον­ταν σὰν μαύ­ρη μπά­λα στὴν τρυ­πη­τὴ κου­τά­λα.

       Στὸ δι­πλα­νὸ σπί­τι, τὰ πα­ρά­θυ­ρα ἦ­ταν πάν­τα κλει­στὰ καὶ οἱ βα­ρι­ὲς κουρ­τί­νες σκο­τει­νὲς κι ἀ­κί­νη­τες. Κά­θε Κυ­ρια­κὴ τοῦ Κα­λο­και­ριοῦ ἡ μυ­ρω­διὰ τῆς κλει­σού­ρας προ­χω­ροῦ­σε στὸ δι­ά­δρο­μο, περ­νοῦ­σε τὸ χὸλ μὲ τὸν φορ­τω­μέ­νο ροῦ­χα κα­λό­γε­ρο, ἀ­δι­α­φο­ροῦ­σε γιὰ τὸν σκε­πα­σμέ­νο κα­θρέ­φτη καὶ ἔ­φτα­νε στὴν κου­ζί­να, ἐ­κεῖ ποὺ ἡ γυ­ναί­κα μὲ τὸν κό­τσο καὶ τὰ μαῦ­ρα ροῦ­χα ἔ­τρι­βε μὲ τὸν χον­τρὸ τρί­φτη τὶς ντο­μά­τες, τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὶς πι­πε­ρι­ές. Τὰ ἔ­βα­ζε ὅ­λα στὸ τη­γά­νι, ἀ­να­κά­τευ­ε ἁ­πα­λὰ κι ἔ­ρι­χνε λά­δι καὶ μαῦ­ρο πι­πέ­ρι.

       Ὅ­ση ὥ­ρα ἔ­βρα­ζε ἡ σάλ­τσα γιὰ τὰ μα­κα­ρό­νια, ἡ μυ­ρω­διά της μαύ­ρι­ζε τὴ χω­ρί­στρα τῆς γυ­ναί­κας, κα­λη­σπέ­ρι­ζε τὴ φω­το­γρα­φία τοῦ ἀ­γο­ριοῦ μὲ τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ καὶ ξε­σή­κω­νε τὶς ζω­γρα­φι­σμέ­νες στὰ πλα­κά­κια πε­τα­λοῦ­δες.

       Πρώ­τη ἔ­φτα­νε στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι ἀ­πὸ ἄ­σπρο μάρ­μα­ρο, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ σπι­τιοῦ. Δί­πλα στὴ γέ­φυ­ρα ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ σκε­πα­σμέ­νο μὲ χρω­μα­τι­στῆ πε­τσέ­τα πιά­το κι ἔ­φευ­γε.

       Σὲ λί­γο, ἡ γυ­ναί­κα τοῦ δι­πλα­νοῦ σπι­τιοῦ ἀ­κουμ­ποῦ­σε τὸ σκε­πα­σμέ­νο μὲ ἄ­σπρη πε­τσέ­τα πιά­το, δί­πλα στὴ γέ­φυ­ρα, στὸ προ­σκυ­νη­τά­ρι ἀ­πὸ μαῦ­ρο γρα­νί­τη.

       Τὸ ἀ­γό­ρι μὲ τὸ ἀ­χνὸ μου­στά­κι κα­θι­σμέ­νο στὴ μη­χα­νή, κοί­τα­ζε ψη­λά. Χα­μο­γε­λοῦ­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι μὲ τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ κα­θό­ταν πί­σω του. Κοί­τα­ζε κά­τω. Τὸ πο­τά­μι ποὺ ἄ­φρι­ζε.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­να­στα­σί­α Κά­τσι­κα γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Εἶ­ναι δα­σκά­λα καὶ δι­δά­σκει σὲ δη­μό­σιο σχο­λεῖ­ο στὰ Βρι­λήσ­σια. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο μὲ τί­τλο «Κί­τρι­νο σκο­τά­δι» θὰ ἐκ­δο­θεῖ σύν­το­μα ἀ­πὸ τὶς Ἐκ­δό­σεις Θρά­κα.



		

	

Γι­ῶρ­γος Ἀ­ραμ­πα­τζῆς: Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα στὸ ὕ­φος τοῦ Ζὼρζ Πε­ρέκ


Romeo and Juliet balcony in Verona, Italy


Γι­ῶρ­γος Ἀ­ραμ­πα­τζῆς


Ρω­μαῖ­ος καὶ Ἰ­ου­λι­έ­τα στὸ ὕ­φος τοῦ Ζὼρζ Πε­ρέκ


ΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ τῶν ἡ­δο­νι­στι­κῶν μον­τέ­λων, ἔ­χει γε­νι­κὰ δει­χθεῖ, στὴ σχε­τι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α, ὅ­τι ἡ πα­ρα­δο­χὴ γραμ­μι­κό­τη­τας γιὰ τὴ σχέ­ση τῶν με­τα­βλη­τῶν δὲν εἶ­ναι βι­ώ­σι­μη. Συ­νή­θως ἔ­χει προ­τα­θεῖ ὅ­τι οἱ πα­ρα­τη­ρή­σεις με­γα­λύ­τε­ρων ὁ­μά­δων (π.χ. φα­τρί­ες) ἢ πα­λαι­ό­τε­ρων κτι­ρί­ων (π.χ. ἀ­νά­κτο­ρα) τεί­νουν νὰ ἐ­νέ­χουν με­γα­λύ­τε­ρη ἔν­τα­ση ἀ­πὸ αὐ­τὲς μι­κρό­τε­ρων ὁ­μά­δων ἢ νε­ό­τε­ρων κτι­ρί­ων. Λαμ­βά­νον­τας ὑ­πό­ψη αὐ­τὸ τὸ πρό­βλη­μα, οἱ Daddy καὶ Love (1968) χρη­σι­μο­ποί­η­σαν ἕ­να μον­τέ­λο-ἐ­κτι­μη­τὴ δι­α­κύ­μαν­σης στα­θε­ρῆς με­τα­βλη­τό­τη­τας γιὰ τὶς πι­θα­νὲς πα­ραλ­λα­γές. Ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἡ ἀ­ξί­α ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ μπο­ρεῖ νὰ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται καὶ ἀ­πὸ τὴ γε­ω­γρα­φι­κὴ θέ­ση τῶν σχε­τι­κῶν κα­τα­σκευ­ῶν. Ἡ ἀ­νε­πάρ­κεια τῶν πα­ραλ­λα­γῶν τῶν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κῶν τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ σὲ μιὰ δε­δο­μέ­νη γε­ω­γρα­φι­κὴ θέ­ση κα­θι­στᾶ δύ­σκο­λη τὴ με­λέ­τη τῆς ἀ­ξί­ας ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ γε­νι­κῶς. Ἡ ἔ­ρευ­να τῶν δυ­ὸ με­λε­τη­τῶν ἐμ­πλου­τί­ζει τὴ σχε­τι­κὴ βι­βλι­ο­γρα­φί­α μὲ τὴν προ­βο­λή, κα­θὼς καὶ τὴ δι­ε­ρεύ­νη­ση τῆς ἀ­ξί­ας συ­ναλ­λα­γῆς τοῦ πρά­σι­νου στοι­χεί­ου ἑ­νὸς μον­τέ­λου ἡ­δο­νι­κῆς ἀ­ξι­ο­λό­γη­σης (π.χ. κισ­σός). Ἐξ ἄλ­λου, ἡ λο­γι­κὴ γραμ­μι­κὴ ἡ­δο­νι­κὴ ἐ­ξί­σω­ση τῆς ἀ­ξί­ας προ­ϋ­πο­θέ­τει ὅ­τι οἱ ἐ­λα­στι­κὲς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πρά­σι­νων στοι­χεί­ων εἶ­ναι στα­θε­ρὲς καὶ δὲν θὰ πα­ρα­τη­ρη­θοῦν ἀ­πρό­ο­πτα (π.χ. πτώ­ση). Δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν ὑ­πάρ­χει προ­η­γού­με­νη γνώ­ση σχε­τι­κὰ μὲ τὴ γε­νι­κευ­μέ­νη λει­τουρ­γι­κὴ μορ­φὴ τοῦ πρά­σι­νου στοι­χεί­ου τοῦ μον­τέ­λου ἡ­δο­νι­κῆς ἀ­ξί­ας, μπο­ρεῖ καὶ πρέ­πει νὰ ἀμ­φι­σβη­τη­θεῖ ἡ ἐγ­κυ­ρό­τη­τα ἑ­νὸς τυ­χὸν δεύ­τε­ρου στοι­χεί­ου (π.χ. σχοι­νί). Ἕ­να μπαλ­κό­νι, ὁ­πωσ­δή­πο­τε, ἔ­χει θε­τι­κὴ ἐ­πί­δρα­ση στὴν ἀ­ξί­α τοῦ ἀ­κι­νή­του ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πὸ τὴν ποι­ό­τη­τα τῶν πα­ραλ­λα­γῶν. Ὁ σκο­πὸς τῆς με­λέ­της τῶν Daddy καὶ Love εἶ­ναι νὰ δι­ε­ρευ­νή­σει τὴν ἔμ­με­ση ἀ­ξί­α ἑ­νὸς μπαλ­κο­νιοῦ κα­τὰ τὴν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τά του στὴ μεί­ω­ση τῶν δυ­σμε­νῶν ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν πε­ρι­βαλ­λον­τι­κῶν ἐ­πι­δρά­σε­ων καὶ ἐ­ὰν κά­τι τέ­τοι­ο ὄν­τως πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται στὶς τρέ­χου­σες πρά­ξεις τῆς ἀ­γο­ρᾶς. Γιὰ νὰ δι­α­κρί­νου­με ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο ἀ­πὸ ἕ­να μπαλ­κό­νι, ὀ­φεί­λου­με νὰ ἐκ­κι­νή­σου­με ἀ­πὸ τὴν πα­ρα­δο­χὴ ὅ­τι ἕ­να ἐ­ξω­τε­ρι­κὸ ἄ­νοιγ­μα θε­ω­ρεῖ­ται ὡς μπαλ­κό­νι μό­νο ἂν εἶ­ναι ἀ­νοι­χτὸ του­λά­χι­στον σὲ δύ­ο πλευ­ρὲς καὶ ἔ­χει ὕ­ψος ἀ­πὸ τὸ δά­πε­δο μέ­χρι τὴν ὀ­ρο­φή. Στὴν ἰ­δα­νι­κὴ πε­ρί­πτω­ση, κα­τὰ τὴν με­λέ­τη τῶν δυ­ὸ ἐ­πι­στη­μό­νων, τρεῖς τύ­ποι μπαλ­κο­νι­ῶν (ὑ­ψη­λὸ ἢ χα­μη­λό, στρογ­γυ­λὸ ἢ γω­νι­ῶ­δες, μὲ κάγ­κε­λα ἢ ὄ­χι) καὶ τρεῖς τύ­ποι δρά­μα­τος (τρα­γι­κό, κω­μι­κό, σα­τι­ρι­κὸ) θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ δώ­σουν ἐν­νέ­α πι­θα­νοὺς συν­δυα­σμοὺς ἀ­νὰ πε­ρί­πτω­ση. Ἡ ὡ­ραί­α δη­μο­σί­ευ­ση τῆς με­λέ­της ἔ­χει γί­νει στὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Verona Press.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­ρα­µ­πα­τζῆς. Ἀ­να­πλη­ρω­τὴς Κα­θη­γη­τὴς Βυ­ζαν­τι­νῆς Φι­λο­σο­φί­ας στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν, γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀ­θή­να, µε­γά­λω­σε στὴν Θεσ­σα­λο­νί­κη καὶ σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Πα­ρί­σι. Ἀ­πὸ τὸ 1998 ἕ­ως τὸ 2012 ἐρ­γά­σθη­κε ὡς Ἐ­ρευ­νη­τὴς στὸ Κέν­τρο Ἐ­ρεύ­νης τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Φι­λο­σο­φί­ας τῆς Ἀ­κα­δη­µ­ί­ας Ἀ­θη­νῶν. Τὸ 2010 ἐ­κλέ­χθη­κε στὸ Πα­νε­πι­στή­µ­ιο Ἀ­θη­νῶν ὅ­που καὶ δι­ο­ρί­σθη­κε τὸ 2012. Τὰ ἐ­ρευ­νη­τι­κά του ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα ἑ­στι­ά­ζον­ται στὴ Βυ­ζαν­τι­νὴ φι­λο­σο­φί­α, τὶς ἀρ­χαῖ­ες πη­γές της καὶ τὶς νε­ω­τε­ρι­κὲς προσ­λή­ψεις της. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴ νου­βέ­λα Μπρο­στὰ στὸ Δι­οι­κη­τή­ριο (Σμί­λη, 2018), ἔ­χει με­τα­φρά­σει Ὄρ­σον Οὐ­ὲλς (Mr Arcadin, Αἰ­γό­κε­ρως) καὶ Γκὺ ντὲ Μω­πα­σᾶν (Λό­για τοῦ Ἔ­ρω­τα, Ρο­ές), ἐ­νῶ ἔ­χει γρά­ψει με­λέ­τες γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο (Λα­ϊ­κι­σμὸς καὶ Κι­νη­μα­το­γρά­φος, Ρο­ές, κ.ἄ.).

Εἰκόνα: Τὸ μπαλκόνι τῆς Ἰουλιέτας, στὴ Βερόνα τῆς Ἰταλίας.



		

	

Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ: Ἡ ἐ­πέ­τει­ος



Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ


Ἡ ἐ­πέ­τει­ος


ΟΙΤΑΖΩ γιὰ ἄλ­λη μιὰ φο­ρὰ τὸ κι­νη­τό μου, 15.45. Εἶ­ναι ὥ­ρα νὰ ξε­κι­νή­σω. Κα­τε­βαί­νω τὶς σκά­λες πα­τών­τας στὶς μύ­τες. Δὲν θέ­λω νὰ μὲ ἀ­κού­σει ἡ μά­να. Μὲ τὴν ἄ­κρη τοῦ μα­τιοῦ μου τὴ βλέ­πω στὴν κου­ζί­να ἀλ­λὰ προ­λα­βαί­νω νὰ βγῶ πρὶν μὲ ρω­τή­σει. Ἂν καὶ ξέ­ρει τὴν ἀ­πάν­τη­σή μου δὲν λέ­ει νὰ τὸ πά­ρει ἀ­πό­φα­ση ἑ­φτὰ χρό­νια τώ­ρα.

       «Ναί, θὰ πά­ω » τῆς φω­νά­ζω ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ πί­σω ἀ­πὸ τὴν κλει­στὴ πόρ­τα.

       Ὁ δρό­μος ἔ­χει κί­νη­ση καὶ κολ­λά­ω γιὰ ἕ­να τέ­ταρ­το στὸ φα­νά­ρι πρὶν τὴν ἐ­θνι­κή. Δὲν θὰ προ­λά­βω. Αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ δὲν θὰ προ­λά­βω. Ἀρ­χί­ζω νὰ ἱ­δρώ­νω . Χτυ­πά­ω τὰ χέ­ρια μου στὸ τι­μό­νι καὶ πα­τά­ω τὴν κόρ­να. Κά­ποι­ο αὐ­το­κί­νη­το μπῆ­κε στὸ ἀν­τί­θε­το ρεῦ­μα κυ­κλο­φο­ρί­ας καὶ μπλό­κα­ρε τὸ δρό­μο. Ἀ­νοί­γω τὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ βρί­ζω τὸν ὁ­δη­γό. Τὸ με­τα­νι­ώ­νω ὅ­μως καὶ στα­μα­τά­ω. Πρέ­πει νὰ ἠ­ρε­μή­σω. Δὲν τῆς ἀ­ρέ­σει ὅ­ταν ἐ­κνευ­ρί­ζο­μαι. Παίρ­νω μιὰ βα­θιὰ ἀ­νά­σα καὶ φέρ­νω στὸ μυα­λό μου τὴ με­λω­δί­α τοῦ τρα­γου­διοῦ μας. Βά­ζω τὸ cd καὶ ἡ βρα­χνὴ φω­νὴ τοῦ Κοὲν χτυ­πά­ει σὰ γρο­θιὰ στὸ στο­μά­χι μου. «Dance me to the end of love». Φτά­νω στὸ 65ο χι­λι­ό­με­τρο Ἀ­θη­νῶν-Λα­μί­ας στὶς ἕ­ξι καὶ τέ­ταρ­το ἀ­κρι­βῶς. Ἔ­χω ἀρ­γή­σει πά­νω ἀ­πὸ μι­σὴ ὥ­ρα καὶ φο­βᾶ­μαι πὼς δὲν θὰ μὲ πε­ρι­μέ­νει. Ἁρ­πά­ζω τὸ μπου­κέ­το μὲ τὶς ἀ­νε­μῶ­νες καὶ βγαί­νω ἀ­πὸ τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ὁ ἥ­λιος ἂν καὶ ὁ­δεύ­ει πρὸς τὴ δύ­ση του εἶ­ναι ἀρ­κε­τὰ δυ­να­τὸς γιὰ νὰ μοῦ θαμ­πώ­σει τὰ μά­τια. Κά­νω με­ρι­κὰ βή­μα­τα μὲ δυ­σκο­λί­α για­τί τὰ πό­δια λυ­γί­ζουν ἀ­πὸ τὴν ἀ­γω­νί­α καὶ τό­τε τὴ βλέ­πω.

       Εἶ­ναι ἐ­κεῖ ἀ­κί­νη­τη, ξα­πλω­μέ­νη στὴν ἄ­σφαλ­το, καὶ μοῦ χα­μο­γε­λά­ει μὲ τὸ ἴ­διο γλυ­κὸ χα­μό­γε­λο ποὺ μοῦ χα­μο­γε­λοῦ­σε πάν­τα ὅ­ταν ἀγ­χω­νό­μουν.



Σω­τη­ρί­α Τσέ­λιου-Παπ­πᾶ γεν­νή­θη­κε στὴν Ἀρ­γι­θέ­α τῆς Καρ­δί­τσας. Σὲ μι­κρὴ ἡ­λι­κί­α με­τα­κό­μι­σε στὸν Μα­ρα­θώ­να. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ καὶ Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Κα­πο­δι­στρια­κὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Δι­δά­σκει στὰ παι­διὰ τὴν Ἀγ­γλι­κὴ Γλώσ­σα καὶ δι­δά­σκε­ται συ­νε­χῶς ἀ­πὸ αὐ­τά. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­να ἀ­το­μι­κὸ βι­βλί­ο μὲ δι­η­γή­μα­τα τὸ Ση­μά­δι Ἀ­δυ­να­μί­ας καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ τρεῖς συλ­λο­γι­κοὺς τό­μους: Ὑ­πὸ σκιάν, Δι­η­γή­μα­τα παν­τὸς και­ροῦ, Πά­λι μα­ζί. Ἐ­πί­σης, δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ κα­τὰ και­ροὺς σὲ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὸ θέ­α­τρο ὡς ἐ­ρα­σι­τέ­χνης ἠ­θο­ποι­ὸς γιὰ πολ­λὰ χρό­νια.



		

	

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης: Μοναχικὸς καφές



Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Μοναχικὸς καφές


ΠΙΝΕ τὸν κα­φέ του σ’ ἕ­να τρα­πε­ζά­κι ἔ­ξω, μό­νος, ὄ­χι ἀ­πὸ ἐ­πι­λο­γή, ἀλ­λὰ για­τὶ εἶ­χε ξε­μεί­νει χω­ρὶς κα­νέ­ναν σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη. Δού­λευ­ε σὲ μιὰ ἐρ­γα­σί­α ὅ­που δὲ γι­νό­ταν ν’ ἀ­να­πτύ­ξει σχέ­σεις μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους καί, με­τά, κου­ρα­σμέ­νος, ἔ­με­νε σπί­τι. Ἀλ­λὰ κά­ποι­ες φο­ρὲς πή­γαι­νε γιὰ ἕ­ναν κα­φέ, μό­νος. Τὸν πλη­σί­α­σε μιὰ ὄ­μορ­φη νέ­α κο­πέ­λα ποὺ ζη­τοῦ­σε οἰ­κο­νο­μι­κὴ ἐ­νί­σχυ­ση γιὰ κά­ποι­α ὁ­μά­δα ἀν­θρώ­πων σὲ ἀ­νάγ­κη, τυ­φλοὺς ἢ κω­φούς, δὲν κα­τά­λα­βε. Φο­ροῦ­σε φού­στα λί­γο πά­νω ἀ­π’ τὸ γό­να­το, μπό­τες, εἶ­χε πλού­σια κα­στα­νό­ξαν­θα μαλ­λιὰ σὲ ζω­η­ρὲς μποῦ­κλες καὶ ζε­στὸ χα­μό­γε­λο.  Τοῦ εἶ­πε, σκύ­βον­τας εὐ­γε­νι­κὰ πά­νω του, ὅ­τι μπο­ροῦ­σε νὰ ἔ­δι­νε πέν­τε εὐ­ρὼ καὶ νὰ ἔ­παιρ­νε ἕ­να πε­ρι­ο­δι­κό, ποὺ φαι­νό­ταν, ὡ­στό­σο, ἔ­τσι ὅ­πως τὸ κρα­τοῦ­σε, ὀ­λι­γο­σέ­λι­δο καὶ μὲ ἀ­δι­ά­φο­ρη ὕ­λη. Τὸ ξε­φύλ­λι­σε γιὰ λί­γο καὶ τῆς τό ‘δω­σε πί­σω ἔ­χον­τας ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἐν­τύ­πω­σή του. Τῆς εἶ­πε πὼς θὰ τῆς ἔ­δι­νε ἕ­να εὐ­ρὼ καὶ δὲν ἤ­θε­λε τὸ πε­ρι­ο­δι­κό. Ἕ­να εὐ­ρὼ ἁ­πλὰ γιὰ ἐ­νί­σχυ­ση. Πε­ρί­με­νε πὼς ἡ κο­πέ­λα θὰ ἐ­πέ­με­νε γιὰ τὰ πέν­τε ἀλ­λὰ δὲν ἔ­κα­νε κά­τι τέ­τοι­ο. Ἔ­βγα­λε ἕ­να μπλο­κά­κι καὶ τοῦ ‘πε πὼς θὰ τοῦ ‘δί­νε μιὰ ἀ­πό­δει­ξη γιὰ τὸ ἕ­να. Τοῦ ‘δω­σε πράγ­μα­τι κά­τι σὰν ἀ­πό­δει­ξη. Τὴν κρά­τη­σε. Εἶ­χε γρά­ψει κά­τι πά­νω. Τὸ τη­λέ­φω­νό της! Τοῦ χα­μο­γέ­λα­σε πά­λι ζε­στά, λυ­γί­ζον­τας μά­λι­στα λί­γο καὶ τὰ γό­να­τα, καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Σί­γου­ρα δὲν ἔ­μοια­ζε κα­θό­λου μὲ ὅ­σες τρι­γύ­ρι­ζαν κά­νον­τας αὐ­τὴ τὴ δου­λειά. Δὲν τὴν εἶ­δε κὰν νὰ στα­μα­τά­ει σὲ κά­ποι­ο ἄλ­λο τρα­πέ­ζι, λὲς καὶ δὲν τὴν ἐν­δι­έ­φε­ρε πιὰ αὐ­τό. Χά­θη­κε ἁ­πλὰ στὸ βά­θος. Τό­τε, τὴν ἔ­βγα­λε ἀ­π’ τὸ μυα­λό του, καὶ μό­νος μὲ τὸν κα­φέ του, συ­νέ­χι­σε νὰ φαν­τα­σι­ώ­νε­ται ἄλ­λα πράγ­μα­τα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).



		

	

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ



Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά


Εὔ­ξαι ­πὲρ ­μοῦ, πά­τερ


ΔΙΗΓΗΣΑΤΟ τις τῶν πα­τέ­ρων ἡ­μῖν ἐν Θε­ου­πό­λει, λέ­γων, ὅ­τι.

       Ἀ­νήλ­θο­μεν ἐν μιᾷ εἰς τὸ ὄ­ρος τὸ Ἀ­μα­νόν, διά τι­να χρεί­αν, καὶ εὗ­ρον σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θὼν εὑ­ρί­σκω ἀ­να­χω­ρη­τὴν κλί­ναν­τα μὲν τὰ γό­να­τα αὐ­τοῦ, τὰς δὲ χεῖ­ρας ἐ­κτε­τα­μέ­νας ἔ­χον­τα εἰς τὸν οὐ­ρα­νόν, ἔ­χον­τα δὲ καὶ τὰς τρί­χας τῆς κε­φα­λῆς ἕ­ως ἐ­δά­φους. Ἐ­γὼ δὲ νο­μί­σας αὐ­τὸν ζῇν, ἔ­βα­λον αὐ­τῷ με­τά­νοι­αν, λέ­γων.

       «Εὔ­ξαι ὑ­πὲρ ἐ­μοῦ, πά­τερ.»

       Ὡς οὖν οὐ­δὲν ἀ­πε­κρί­θη μοι, ἐ­γερ­θεὶς ἀ­πῆλ­θον πλη­σί­ον αὐ­τοῦ ἀ­σπά­ζε­σθαι αὐ­τὸν καὶ κρα­τή­σας αὐ­τὸν εὗ­ρον αὐ­τὸν νε­κρὸν καὶ ἐ­ά­σας ἐ­ξῆλ­θον. Ἀ­πελ­θὼν ὀ­λί­γον, θε­ω­ρῶ ἄλ­λο σπή­λαι­ον καὶ εἰ­σελ­θών, εὗ­ρον γέ­ρον­τα. Ὁ δὲ λέ­γει μοι.

       «Κα­λῶς ἦλ­θες, ἀ­δελ­φέ· εἰ­σῆλ­θες εἰς τὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ον τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Ἐ­γὼ δὲ ἀ­πο­κρι­θεὶς εἶ­πον αὐ­τῷ.

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ λέ­γει μοι.

       «Μή τι ἐ­κεῖ­θεν ἔ­λα­βες;»

       Καὶ εἶ­πον.

       «Οὔ.»

       Τό­τε λέ­γει μοι.

       «Φύ­σει, ἀ­δελ­φέ, ἔ­χει ὁ γέ­ρων τε­λει­ω­θεὶς ἔ­τη δε­κα­πέν­τε.»

       Οὕ­τω δὲ ἦν ὡς πρὸ μιᾶς ὥ­ρας κοι­μη­θεὶς καὶ ποι­ή­σαν­τός μοι τοῦ γέ­ρον­τος εὐ­χήν, ἀ­νε­χώ­ρη­σα δο­ξά­ζων τὸν Θε­όν.


Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ

ΚΑΠΟΙΟΣ ἀ­πὸ τοὺς Πα­τέ­ρες στὴν Θε­ού­πο­λη μᾶς δι­η­γή­θη­κε λέ­γον­τάς μας τὰ ἑ­ξῆς:

       Ἀ­νε­βή­κα­με μιὰ φο­ρὰ στὸ Ἀ­μια­νὸ ὄ­ρος γιὰ κά­ποι­ο λό­γο, καὶ βρῆ­κα ἕ­να σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βρί­σκω ἕ­ναν ἀ­να­χω­ρη­τὴ νὰ ἔ­χει πέ­σει στὰ γό­να­τα, νἄ­χει ἁ­πλώ­σει τὰ χέ­ρια του στὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ τὰ μαλ­λιὰ τῆς κε­φα­λῆς του νὰ φτά­νουν μέ­χρι τὸ ἔ­δα­φος. Κι ἐ­γὼ ποὺ νό­μι­σα ὅ­τι ζεῖ τοῦ βά­ζω με­τά­νοι­α καὶ τοῦ λέ­ω:

       «Εὐ­χή­σου καὶ γιὰ μέ­να, πά­τερ.»

       Κα­θὼς λοι­πὸν δὲν μοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κε τί­πο­τα, ση­κώ­θη­κα πῆ­γα κον­τά του νὰ τὸν ἀ­σπα­στῶ κι ὅ­πως τὸν ἔ­πια­σα τὸν βρῆ­κα νε­κρὸ καὶ τὸν ἄ­φη­σα κι ἔ­φυ­γα. Κι ἀ­φοῦ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κα λί­γο, βλέ­πω ἄλ­λο σπή­λαι­ο. Μπαί­νω μέ­σα καὶ βλέ­πω ἄλ­λον γέ­ρον­τα. Καὶ μοῦ λέ­ει:

        «Κα­λῶς ἦρ­θες, ἀ­δελ­φέ. Μπῆ­κες στὸ ἄλ­λο σπή­λαι­ο, τοῦ γέ­ρον­τος;»

       Κι ἐ­γὼ τοῦ ἀ­πο­κρί­θη­κα καὶ τοῦ εἶ­πα:

       «Ναί, πά­τερ.»

       Καὶ μοῦ λέ­ει:

       «Μή­πως πῆ­ρες τί­πο­τα ἀ­πὸ ἐ­κεῖ;»

       Καὶ εἶ­πα:

       «Ὄ­χι.»

       Τό­τε μοῦ λέ­ει:

       «Ἀ­δελ­φέ, ὁ γέ­ρων φύ­σει ἔ­χει τε­λευ­τή­σει ἐ­δῶ καὶ δε­κα­πέν­τε χρό­νια.»

       Κι ἦ­ταν ἔ­τσι σὰ νὰ ἐ­κοι­μή­θη πρὶν ἀ­πὸ μιὰ ὥ­ρα, κι ἀ­φοῦ μοὔ­δω­σε ὁ γέ­ρον­τας εὐ­χὴ ἔ­φυ­γα δο­ξά­ζον­τας τὸν Θε­ό.

[Μετάφραση: Ἄγγελος Καλογερόπουλος]


Πη­γή: Ἰ­ω­άν­νου Μό­σχου, Πνευ­μα­τι­κὸς Λει­μών. Με­τά­φρα­ση: Χρῆ­στος Μή­τσιου, Πα­τε­ρι­καὶ Ἐκ­δό­σεις «Γρη­γό­ριος ὁ Πα­λα­μᾶς», Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1987, σς 172-173.

Μι­κρὰ Πα­τε­ρι­κά: ἐ­πι­μέ­λεια: Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος καὶ Γιά­ννης Πα­τί­λης. [Βλ. Εἰ­σα­γω­γι­κὸ κεί­με­νο καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγ­γρα­φὴ 25.11.2019.]



		

	

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος: Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής



Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος


Ὁ κα­λὸς με­τα­φρα­στής


ΚΕΙΝΟΣ τῆς ἔ­στελ­νε μὲ εὐ­λά­βεια κά­θε κε­φά­λαι­ο τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος ποὺ με­τέ­φρα­ζε, ἀ­μέ­σως μό­λις τὸ τε­λεί­ω­νε. Ἦ­ταν ἕ­νας τρό­πος, τώ­ρα ποὺ ζοῦ­σαν μα­κριά, νὰ φαν­τά­ζε­ται ὅ­τι ἀ­σχο­λεῖ­ται μα­ζί του, νὰ ὑ­πο­θέ­τει τὴν ἀ­δη­μο­νί­α της ὅ­ταν τὸν δι­ά­βα­ζε, νὰ νι­ώ­θει τὸ βλέμ­μα της πά­νω σὲ κά­τι δι­κό του.

       Στα­δια­κὰ —με­γά­λο τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα— πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι οἱ κα­τα­στά­σεις ποὺ βί­ω­νε ἡ ἡ­ρω­ΐ­δα ἐ­πη­ρέ­α­ζαν τὴν ἀ­γα­πη­μέ­νη του πο­λύ· κα­τα­λά­βαι­νε ὅ­τι συ­νέ­πα­σχε μα­ζί της, χαι­ρό­ταν λυ­πό­ταν ἀγ­χω­νό­ταν ἀ­πο­γο­η­τευ­ό­ταν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν μα­ζί της, θά ’­λε­γε κα­νεὶς ὅ­τι πολ­λὲς φο­ρὲς τὴ μι­μοῦν­ταν.

       Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ ἀ­να­γνῶ­στες τοῦ μυ­θι­στο­ρή­μα­τος στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ δὲν ἔ­μα­θαν πο­τὲ ὅ­τι ἡ Πά­ου­λα ἐγ­κα­τέ­λει­πε τὸν Κὶμ στὸ κε­φά­λαι­ο 17. Ἀν­τί­θε­τα τοὺς πα­ρα­κο­λού­θη­σαν ἀγ­κα­λι­α­σμέ­νους στὴ μέ­ση τῆς Ράμ­πλα νὰ μοι­ρά­ζον­ται ἕ­να πα­γω­τὸ χω­νά­κι καὶ νὰ κοι­τά­ζον­ται στὰ μά­τια μὲ τὸν τρό­πο ποὺ τό­σο πο­λὺ τοῦ ἄ­ρε­σε ἐ­κεί­νου.


 

Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Βαγγέλης Δημητριάδης: Ἀνακύκλωση


Βαγγέλης Δημητριάδης


Ἀνακύκλωση


ΤΑΝ σὲ ὅ­λα του προ­νο­η­τι­κός. Ἀ­πὸ και­ρὸ εἶ­χε τυ­πώ­σει κρυ­φὰ τὸ κα­λύ­τε­ρό του βι­βλί­ο. Μυ­θο­πλα­σί­α γιὰ τὴ ζω­ὴ καὶ τὸν θά­να­το μὲ πλαί­σιο ἀ­να­φο­ρᾶς τὴν πο­λυ­ση­μί­α τοῦ πραγ­μα­τι­κοῦ μέ­σα στὰ ὄ­νει­ρα. Ἤ­θε­λε νὰ μοι­ρα­στεῖ μὲ τὰ κόλ­λυ­βα στὴν κη­δεί­α του. Οἱ πα­ρι­στά­με­νοι θὰ ἔ­παιρ­ναν ἕ­να ἀν­τί­τυ­πο ὁ κα­θέ­νας, σὰν ἀ­νά­μνη­ση, ἀν­τί­δω­ρο πές, ἀ­πὸ τὸ νε­ω­κό­ρο τῆς ἐκ­κλη­σί­ας. Εἶ­χε προ­βλέ­ψει καὶ τὰ τυ­πι­κά. Στὴ σε­λί­δα τρί­α εἶ­χε προ­σθέ­σει πά­νω ἀ­πὸ τὴν ὑ­πο­γρα­φή του, Λό­γῳ ἀ­δυ­να­μί­ας πα­ρα­κα­λῶ γρά­ψε­τε τὸ ὄ­νο­μά σας καὶ βά­λε­τε τὴν ἡ­με­ρο­μη­νία δι­α­νο­μῆς τοῦ βι­βλί­ου. Ὡ­στό­σο, πα­ρὰ τὶς προσ­δο­κί­ες, τὰ πράγ­μα­τα ἦρ­θαν ἀ­νά­πο­δα. Ὁ ἰ­ὸς τοῦ θα­νά­του δὲν ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ τὸν συ­νο­δέ­ψουν στὴν τε­λευ­ταί­α του κα­τοι­κί­α φί­λοι, πι­στοὶ ἀ­να­γνῶ­στες καὶ ἡ κοι­νω­νί­α τοῦ τό­που του. Ὁ πα­πάς, ὁ ψάλ­της καὶ ἑ­φτὰ ἀ­πὸ τοὺς δώ­δε­κα κλη­ρο­νό­μους του βρέ­θη­καν γύ­ρω ἀ­πὸ τὸ φέ­ρε­τρο στὴν ἐ­ξό­δια ἀ­κο­λου­θί­α. Οἱ συγ­γε­νεῖς μά­λι­στα πα­ρου­σι­ά­στη­καν με­τὰ φό­βου. Ὄ­χι φό­βου Θε­οῦ… Φο­ροῦ­σαν γάν­τια, μά­σκες, γυα­λιά. Εὐ­τυ­χῶς, ὅ­λα μαῦ­ρα γιὰ τὴν πε­ρί­στα­ση. Τὰ μέ­τρα μὲ τὰ προ­σχή­μα­τα… Φυ­σι­κά, οἱ βο­η­θη­τι­κοὶ ὑ­πάλ­λη­λοι τοῦ γρα­φεί­ου κη­δει­ῶν γιὰ τὰ γνω­στὰ πε­ραι­τέ­ρω ἦ­ταν πα­ρόν­τες. Κι αὐ­τοὶ δι­α­κρι­τι­κοί, μὲ τὰ μαῦ­ρα. Ὅ­ταν ὅ­λα τε­λεί­ω­σαν, ὁ νε­ω­κό­ρος κοί­τα­ζε τὰ κλει­στὰ κι­βώ­τια μὲ τὰ βι­βλί­α κι ἔ­τρι­βε τὸ πη­γού­νι του. Ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ποιά κα­τη­γο­ρί­α με­τα­κί­νη­σης ἀ­πὸ τὸ 1 μέ­χρι τὸ 6 νὰ ἐ­πι­λέ­ξει στὸ κι­νη­τό του, γιὰ νὰ τὰ με­τα­φέ­ρει αὔ­ριο στὸ χῶ­ρο τῆς ἀ­να­κύ­κλω­σης.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Βαγ­γέ­λης Δη­μη­τριά­δης (Πυ­θα­γό­ρει­ο Σά­μου, 1948). Ὑ­πη­ρέ­τη­σε στὴν πρω­το­βάθ­μια ἐκ­παί­δευ­ση σὲ σχο­λεῖ­α τῆς γε­νι­κῆς καὶ εἰ­δι­κῆς ἀ­γω­γῆς καὶ ὡς σχο­λι­κὸς σύμ­βου­λος στὴν Πε­ρι­φέ­ρεια Σά­μου. Ἱ­δρυ­τι­κὸ καὶ μό­νι­μο μέ­λος τῆς συν­τα­κτικῆς ἐ­πι­τρο­πῆς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Ἀ­πό­πλους (1991κἑξ) καὶ ἐκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Τη­γά­νι (2010κἑξ). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει πέν­τε ποιητι­κὲς συλ­λο­γές, βι­βλί­α γιὰ τὴν ἐκ­παί­δευ­ση καὶ τὴν το­πι­κὴ ἱ­στο­ρί­α. Ποι­ή­μα­τα καὶ κρι­τι­κά του κεί­με­να δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἔν­τυ­πα καὶ ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Τε­λευ­ταῖο του ποι­η­τι­κὸ βι­βλίο: Κυ­πα­ρίσ­σια (Γα­βρι­η­λί­δης, 2017).