Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου: Μά­θη­μα ἀ­νά­γνω­σης



Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου


Μά­θη­μα ἀ­νά­γνω­σης


ΤΑΝ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ τοῦ 1948, σὲ μιὰ ἐ­παρ­χια­κὴ πό­λη τῆς Ἑλ­λά­δας, ὅ­ταν ἕ­να μι­κρὸ ἀ­γό­ρι πρω­το­πῆ­γε σχο­λεῖ­ο μὲ πλά­κα καὶ κον­τύ­λι. Κά­θε με­ση­μέ­ρι, γυρ­νών­τας σπί­τι, περ­νοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο τῆς γει­το­νιᾶς. Ἡ μη­τέ­ρα του εἶ­χε πα­ρα­κα­λέ­σει τὸν κα­φε­τζῆ νὰ τοῦ δί­νει τὴν ἄ­χρη­στη ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πε­ρα­σμέ­νης μέ­ρας, «γιὰ νὰ ἐ­ξα­σκεῖ­ται τὸ παι­δὶ στὴν ἀ­νά­γνω­ση».

       Ἀ­πὸ τὸν και­ρὸ ποὺ ὁ πα­τέ­ρας εἶ­χε ὁ­δη­γη­θεῖ στὴ φυ­λα­κή, δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς ἄλ­λος στὸ σπί­τι ποὺ νὰ γνω­ρί­ζει γράμ­μα­τα. Μὰ τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι, χά­ρη στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τῆς πε­ρα­σμέ­νης μέ­ρας, ἔ­μα­θε μέ­χρι τὰ Χρι­στού­γεν­να νὰ δι­α­βά­ζει νε­ρά­κι.

       Σύμ­φω­να μὲ τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α τῆς μη­τέ­ρας του, πρώ­τη δου­λειὰ μό­λις ἔ­φτα­νε σπί­τι, ἦ­ταν νὰ τὴν ἀ­νοί­ξει στὴ δεύ­τε­ρη σε­λί­δα καὶ νὰ δι­α­βά­σει με­γα­λό­φω­να τὸν κα­τά­λο­γο μὲ τὰ ὀ­νό­μα­τα τῶν ἐ­κτε­λε­σμέ­νων. Ὅ­ταν τε­λεί­ω­νε, ἡ μη­τέ­ρα καὶ ἡ για­γιὰ ἔ­κα­ναν τὸν σταυ­ρό τους. Τὰ μι­κρὰ ἀ­δέρ­φια του συ­νέ­χι­ζαν νὰ παί­ζουν.

       Στὸ τέ­λος τῆς σχο­λι­κῆς χρο­νιᾶς, ὁ ἔ­λεγ­χός του στὸ μά­θη­μα τῆς ἀ­νά­γνω­σης ἔ­γρα­φε δέ­κα μὲ τό­νο. Στὴ γι­ορ­τὴ ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε, ἀ­νέ­βη­κε σ’ ἕ­να σα­νι­δέ­νιο βῆ­μα καὶ ἀ­πήγ­γει­λε φαρ­σὶ τὸ ποί­η­μα «Τί εἶ­ν’ ἡ πα­τρί­δα μας…»

       Οἱ κα­λο­και­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς περ­νοῦ­σαν μὲ σφεν­τό­νες, πε­τρο­πό­λε­μο καὶ κα­θη­με­ρι­νὴ ἀ­νά­γνω­ση τῆς δεύ­τε­ρης σε­λί­δας. Τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα τοῦ Αὐ­γού­στου χτύ­πη­σε ἡ ἐ­ξώ­θυ­ρα. Μιὰ γει­τό­νισ­σα, ποὺ εἶ­χε ρα­δι­ό­φω­νο, ἦρ­θε τρέ­χον­τας νὰ τοὺς φέ­ρει τὰ κα­λὰ μαν­τά­τα : «Τε­λεί­ω­σε ὁ πό­λε­μος! Στα­μα­τοῦν οἱ ἐ­κτε­λέ­σεις! Τὸ εἶ­πε τὸ ρά­διο!»

       Ἡ μη­τέ­ρα ἀγ­κά­λια­σε σφι­χτά τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι κι ἔ­πει­τα χώ­ρε­σε στὴν ἀγ­κα­λιά της ὅ­λα της τὰ παι­διά. Ἡ για­γιὰ ἔ­βα­λε τὴ χύ­τρα στὴ φου­φού, γιὰ νὰ ἑ­τοι­μά­σει χαλ­βα­δο­κου­τα­λι­ές, νὰ κε­ρά­σει τὶς γει­τό­νισ­σες.

       Τὸ ἄλ­λο με­ση­μέ­ρι τὸ μι­κρὸ ἀ­γό­ρι πέ­ρα­σε ὅ­πως πάν­τα ἀ­πὸ τὸ κα­φε­νεῖ­ο. Οἱ τί­τλοι τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ἐ­πι­βε­βαί­ω­ναν τὶς ρα­δι­ο­φω­νι­κὲς εἰ­δή­σεις. Ὁ ἐμ­φύ­λιος εἶ­χε τε­λει­ώ­σει.

       Ἀ­πὸ συ­νή­θεια τὸ παι­δὶ γύ­ρι­σε σε­λί­δα κι ἀν­τί­κρι­σε τὸν κα­τά­λο­γο μὲ τὶς τε­λευ­ταῖ­ες ἐ­κτε­λέ­σεις. Ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­βά­ζει ἄ­νε­τα, κα­θα­ρά, μὲ ἄ­ρι­στη ἄρ­θρω­ση, ὥ­σπου ἔ­φτα­σε στὸ δι­κό του ἐ­πί­θε­το.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Λί­α Με­γά­λου-Σε­φε­ριά­δου (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1945). Σὲ ἡ­λι­κί­α εἴ­κο­σι ἐ­τῶν με­τοί­κη­σε στὴν Ἀ­θή­να, ὅ­που καὶ ζεῖ μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ 1966 πρω­το­εμ­φα­νί­στη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κό Ἐ­πο­χέ­ς τοῦ Ἄγ­γέ­λου Τερ­ζά­κη μὲ τὸ δι­ή­γη­μα «Ἕντεκα γράμ­μα­τα κι ἕ­να ὑ­στε­ρό­γρα­φο». Ξε­κί­νη­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φι­κὴ κα­ρι­έ­ρα, ἡ ὁ­ποί­α δι­α­κό­πη­κε ἐ­ξαι­τί­ας τῆς δι­κτα­το­ρί­ας. Στὴ συ­νέ­χεια συ­νί­δρυ­σε τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Ρόμ­βος καὶ τὸ ὁ­μώ­νυ­μο βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο. Τὸ 1972 ἐκ­δό­θη­κε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ μὲ τί­τλο Ὁ Δρα­πέ­της στὸ Δέν­τρο. Ποι­ή­μα­τα καὶ πε­ζά της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες. Ἐ­πί­σης ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ με­τα­φρά­σεις βι­βλί­ων, κυ­ρί­ως κοι­νω­νι­κο­πο­λι­τι­κῶν. Τε­λευ­ταῖ­ο της βι­βλί­ο: Οἱ σα­ράν­τα τρεῖς σι­ω­πές (μυ­θι­στό­ρη­μα, Κέ­δρος, 2018).


			
Διαφημίσεις

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας: Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα



Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας


Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα


ΟΤΕ δὲν κά­να­με με­γά­λη ζω­ή. Γιὰ ἐ­μᾶς μι­κρὴ ὑ­πῆρ­ξε πάν­το­τε. Χω­ρὶς αὐ­τὸ νὰ ση­μαί­νει πὼς δὲν εἴ­χα­με τὶς χα­ρὲς ἢ τὶς λύ­πες μας. Μι­κρο­βι­ώ­μα­τα γιὰ τὰ ὁ­ποῖ­α θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ γρα­φοῦν ὁ­λό­κλη­ρες ἱ­στο­ρί­ες. Μι­κρὲς γιὰ νὰ ἀν­τι­στοι­χοῦν σὲ μι­κρὲς ἐμ­πει­ρί­ες. Ἢ ἔ­στω στὴ μι­κρό­τη­τα ποὺ μᾶς ἔ­δει­ξαν ὅ­σοι τὶς γρά­φουν καὶ τὶς δι­α­βά­ζουν.

       Εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξαν καὶ ὑ­πάρ­χουν κα­κοὶ ἀ­νά­με­σά μας. Ἀλ­λὰ σὲ ποι­ό χῶ­ρο δὲν ὑ­πάρ­χουν; Δὲν ὑ­πάρ­χουν κα­κοὶ συγ­γρα­φεῖς, ἄ­θλιοι κρι­τι­κοί, χει­ρό­τε­ροι ἀ­να­γνῶ­στες;

       Εἶ­ναι αὐ­τὸς λό­γος; Μι­λῶ ἐκ μέ­ρους τῶν συ­να­δέλ­φων. Εἶ­ναι αὐ­τὸ δι­και­ο­λο­γί­α γιὰ νὰ μᾶς βά­ζουν ὅ­λους στὸ στό­χα­στρο; Για­τί, μιὰ ζω­ὴ μᾶς κα­τα­δί­ω­ξαν χω­ρὶς ἔ­λε­ος. Ἀ­κό­μη καὶ ἂν τὰ πράγ­μα­τα ἔ­χουν κά­πως βελ­τι­ω­θεῖ τε­λευ­ταῖ­α.

       Ἔ­χου­με ὑ­πο­στεῖ τὰ μαρ­τύ­ρια τοῦ νε­ροῦ, καυ­τοῦ καὶ πα­γω­μέ­νου, τὴ δο­κι­μα­σί­α τῆς φω­τιᾶς, τοῦ χώ­μα­τος καὶ τοῦ ἀ­έ­ρα, στρα­τι­ὲς ὁ­λό­κλη­ρες ὅ­σων βά­ζουν νὰ μᾶς κυ­νη­γοῦν, χω­ρὶς νὰ λυ­γί­σου­με. Για­τί, ὅ­που καὶ ἂν πᾶ­με ἐ­πι­βι­ώ­νου­με. Σὲ κλί­μα τρο­πι­κὸ ἢ πο­λι­κό, σὲ ἄ­πλε­το φῶς ἢ στὸ δια­ρκὲς σκο­τά­δι.

       Ἂς ἔ­χουν δυ­σκο­λί­ες κά­ποι­οι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ ἐ­ξα­σφα­λί­σουν τὴν τρο­φή τους. Ἂς ἔ­χουν δυ­σκο­λί­ες κά­ποι­οι ἀ­πὸ ἐ­μᾶς νὰ ἀ­να­στή­σουν ἀ­πο­γό­νους. Ἂς ἔ­χου­με τὶς δυ­σκο­λί­ες συμ­βί­ω­σης ποὺ κα­νεὶς δὲν ἀ­πο­φεύ­γει στὴ ζω­ή.

       Καὶ τί νὰ πῶ ποὺ τό­σα χρό­νια ζή­σα­με κα­τα­δι­κα­σμέ­νοι σὲ μιὰ ἀ­ό­ρα­τη ὕ­παρ­ξη; Ἐ­πει­δὴ δὲν ἤ­θε­λαν ἢ δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ μᾶς δοῦν. Πέ­ρα­σαν αἰ­ῶ­νες γιὰ ὅ­σους δὲν βλέ­πουν οὔ­τε τὸν ἑ­αυ­τό τους. Ἂς φαί­νον­ται λι­γό­τε­ρα τὰ χρό­νια γιὰ ἐ­μᾶς ποὺ ἡ φύ­τρα μας πά­ει μα­κριά. Τώ­ρα γνέ­φου­με σὲ ἐ­κεί­νους ποὺ μᾶς κοι­τά­ζουν μὲ μι­κρο­σκο­πι­κὰ γυα­λιά.

       Δὲν μπο­ρῶ νὰ πῶ πὼς δὲν πε­ρά­σα­με κα­λά. Τα­ξι­δέ­ψα­με παν­τοῦ, σχε­δὸν μὲ κά­θε μέ­σο. Μπή­κα­με σὲ κά­θε σπί­τι. Σὲ χώ­ρους κλει­στοὺς καὶ ἐν­τε­λῶς ἰ­δι­ω­τι­κὲς στιγ­μές. Ὅ­που ὑ­πῆρ­χε ζω­ή, δώ­σα­με τὸ πα­ρών. Χω­ρὶς νὰ φαι­νό­μα­στε.

       Δὲν χρει­ά­ζε­ται ὅ­μως νὰ τὰ θυ­μᾶ­μαι. Δὲν χρει­ά­ζον­ται συγ­κι­νή­σεις σὲ μι­κρό­βια.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Γι­ῶρ­γος Χου­λιά­ρας (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1951). Σπού­δα­σε στὸ Ὄ­ρεγ­κον (Reed College) καὶ στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη (Graduate Faculty, New School for Social Research). Ἔ­ζη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ εἴ­κο­σι χρό­νια στὸ Ὄ­ρεγ­κον καὶ τὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, δου­λεύ­ον­τας ὡς πα­νε­πι­στη­μια­κός, σύμ­βου­λος πο­λι­τι­στι­κῶν φο­ρέ­ων (με­τα­ξὺ τῶν ὁ­ποί­ων τὸ Μου­σεῖ­ο Σύγ­χρο­νης Τέ­χνης τῆς Νέ­ας Ὑ­όρ­κης καὶ ἡ Πο­λι­τι­στι­κὴ Πρω­τεύ­ου­σα τῆς Εὐ­ρώ­πης), ἀν­τα­πο­κρι­τὴς καὶ ἀ­κό­λου­θος τύ­που, πρὶν με­τα­κι­νη­θεῖ στὴν Ὀτ­τά­βα ὡς Σύμ­βου­λος Τύ­που τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς Πρε­σβεί­ας. Στὸν Κα­να­δὰ ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε πρῶ­το Ἐ­πί­τι­μο Μέ­λος τοῦ Συμ­βου­λί­ου τοῦ Δι­ε­θνοῦς Φε­στι­βὰλ Συγ­γρα­φέ­ων στὴν Ὀτ­τά­βα. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 2003, ἐ­ξε­λέ­γη στὸ δι­οι­κη­τι­κὸ συμ­βού­λιο τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­που ὑ­πη­ρε­τεῖ ὡς Ἀν­τι­πρό­ε­δρος γιὰ δι­ε­θνεῖς σχέ­σεις. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Τράμ καὶ Χάρ­της, κα­θὼς ἐ­πί­σης ἐ­πι­με­λη­τὴς τοῦ Journal of the Hellenic Diaspora καὶ ἄλ­λων λο­γο­τε­χνι­κῶν καὶ ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει ἕ­ξι βι­βλί­α ποί­η­σης (μεταξὺ αὐτῶν τὴν συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση Δρό­μοι τῆς Με­λά­νης, Νε­φέ­λη, 2005), ἕ­να βι­βλί­ο ποι­η­τι­κῆς πρό­ζας, ἀ­να­μνή­σε­ων καὶ στο­χα­σμῶν (Λε­ξι­κὸ ἀ­να­μνή­σε­ων, Με­λά­νι, 2013) καὶ ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει με­γά­λο ἀ­ριθ­μὸ δο­κι­μί­ων καὶ ἄρ­θρων, στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ στὰ ἀγ­γλι­κά, γιὰ θέ­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας, ἱ­στο­ρί­ας τοῦ πο­λι­τι­σμοῦ καὶ δι­ε­θνῶν σχέ­σε­ων. Τὸ 2014 τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Κώ­στα καὶ Ἑ­λέ­νης Οὐ­ρά­νη της Ἀ­κα­δη­μί­ας Ἀ­θη­νῶν γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.


Δημοσθένης Καμπούρης: Τὸ μέλλον ποὺ ἔφευγε


Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης


Τὸ μέλ­λον ποὺ ἔ­φευ­γε


ΤΑΝ ΜΙΑ ΜΕΓΑΛΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ποὺ κα­τα­λά­βαι­νε πὼς θὰ κα­θό­ρι­ζε τὸ μέλ­λον του: θὰ χώ­ρι­ζε μα­ζί της. Ἀ­γα­πι­όν­του­σαν καὶ εἶ­χαν ἀ­πο­φα­σί­σει πὼς θὰ περ­νοῦ­σαν τὴ ζω­ή τους μα­ζί, ἀλ­λὰ τώ­ρα ἐ­κεῖ­νος θά ‘φευ­γε ἀ­π’ τὸ χω­ριό, θὰ πή­γαι­νε στὴν πό­λη, θὰ γνώ­ρι­ζε κά­ποι­α ἄλ­λη ἐ­κεῖ ἢ καὶ ἄλ­λες. Ἡ προ­ο­πτι­κὴ τὸν ἀ­να­στά­τω­νε. Κι ἔ­τσι κά­θι­σε γιὰ μιὰ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ μα­ζί της στὸ παγ­κά­κι τοῦ πάρ­κου καὶ τῆς εἶ­πε τί ἤ­θε­λε. Τὴν εἶ­δε νὰ ξε­σπά­ει σὲ λυγ­μούς, νὰ τραν­τά­ζε­ται, κι αὐ­τὸ ἔ­σκι­ζε καὶ τὴ δι­κή του καρ­διά, ἀλ­λὰ δὲ μπο­ροῦ­σε πιὰ ν’ ἀλ­λά­ξει γνώ­μη. Τὰ χαρ­το­μάν­τι­λα μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α σκού­πι­ζε τὰ μά­τια της τά ‘χω­νε στὴν τσέ­πη της. «Θέ­λω νὰ τὰ κρα­τή­σω νὰ θυ­μᾶ­μαι», τοῦ εἶ­πε. Ἡ ὥ­ρα περ­νοῦ­σε. Ἐ­κεί­νη δὲν ἔ­φευ­γε ἀ­κό­μα. Ἐ­κεῖ­νος κου­νοῦ­σε τὰ πό­δια του νευ­ρι­κά. Ἡ στιγ­μὴ ἐρ­χό­ταν. Ση­κώ­θη­κε καὶ τί­να­ξε τὸ τζίν της μὲ τὶς πα­λά­μες της. Τὴν κοί­τα­ζε μὲ τὸ μυα­λό του ἄ­δει­ο. Ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο ἀ­κό­μα ἐ­κεῖ, ὄρ­θια ἀ­πέ­ναν­τί του, καὶ με­τὰ ἔ­κα­νε με­τα­βο­λὴ καὶ ἀ­πο­μα­κρύν­θη­κε. Πε­τά­χτη­κε τό­τε κι ἐ­κεῖ­νος λί­γο πιὸ ἐ­κεῖ, σ’ ἕ­ναν θά­μνο, ξε­κουμ­πώ­θη­κε, κι ἄρ­χι­σε νὰ κα­του­ρά­ει ὁρ­μη­τι­κά, ἀ­συγ­κρά­τη­τα, ἀ­τε­λεί­ω­τα. Εἶ­χε σκά­σει τό­ση ὥ­ρα καὶ ἡ ἀ­να­κού­φι­ση ἦ­ταν τε­ρά­στια, σκέ­πα­ζε τὴν αἴ­σθη­ση καὶ τὴν βα­ρύ­τη­τα ὅ­λων των ἄλ­λων.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Δη­μο­σθέ­νης Καμ­πού­ρης (1977). Σπού­δα­σε Θε­ο­λο­γί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο. Βι­βλί­ο του Στὴ βρο­χὴ μὲ μη­χα­νά­κι (Ἑλ­λη­νι­κὰ Γράμ­μα­τα, 2001).


Ἡ­ρώ Σκά­ρου: Ὁ ἑστιαζόμενος



Ἡ­ρώ Σκά­ρου


Ὁ ἑ­στι­α­ζό­με­νος


ΟΝ ΠΡΟΣΕΞΕ πρώ­τη φο­ρὰ πρὶν ἀ­πὸ με­ρι­κοὺς μῆ­νες. Κα­θό­ταν ἀ­πέ­ναν­τί του στὴν τα­βέρ­να. Κοι­νὴ ὥ­ρα δι­α­λείμ­μα­τος γιὰ με­ση­με­ρια­νό. Ἴ­δια θέ­ση κά­θε φο­ρά. Ὅ­μοι­ο μὲ κεῖ­νον πα­ρου­σι­α­στι­κό, ὅ­μοι­ο κου­στού­μι καὶ τη­λέ­φω­νο. Ὅ­σο ἔ­τρω­γαν καὶ οἱ δύ­ο, τοῦ ἔ­ρι­χνε κλε­φτὲς μα­τι­ές. Τὸν πρῶ­το και­ρὸ τὰ που­κά­μι­σά του ἦ­ταν κα­λο­σι­δε­ρω­μέ­να καὶ οἱ γρα­βά­τες του χα­ρού­με­νες. Ἔ­στελ­νε κι ἔ­παιρ­νε μη­νύ­μα­τα καὶ κά­θε φο­ρά χα­μο­γε­λοῦ­σε. Ἔ­τρω­γε μὲ ὄ­ρε­ξη. Ἀρ­γό­τε­ρα οἱ γι­α­κά­δες του στρά­βω­ναν κά­πως. Ὁ κόμ­πος τοῦ λαι­μο­δέ­τη του ἦ­ταν σφι­χτὸς καὶ τὸ τη­λέ­φω­νό του στα­μά­τη­σε νὰ δο­νεῖ­ται. Κοι­τοῦ­σε τὴ μαύ­ρη ὀ­θό­νη κα­θὼς κα­τά­πι­νε μὲ δυ­σκο­λί­α. Με­τὰ πα­ρα­τή­ρη­σε ἕ­να ση­μά­δι ποὺ τοῦ αὐ­λά­κω­νε τὸ μέ­τω­πο. Μέ­ρα μὲ τὴ μέ­ρα ἡ χα­ρα­κιὰ με­γά­λω­νε. Ὥ­σπου ἕ­να με­ση­μέ­ρι δὲν τὸν εἶ­δε. Ρώ­τη­σε τὸν σερ­βι­τό­ρο καὶ τοῦ εἶ­πε ὅ­τι ὁ κα­θρέ­φτης ἦ­ταν ἕ­τοι­μος νὰ γί­νει κομ­μά­τια. Θὰ βά­ζα­νε και­νού­ριο το ἀ­πό­γευ­μα.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἡ­ρώ Σκά­ρου (Ἰ­κα­ρί­α). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α καὶ μάρ­κε­τινγκ. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κός. Ἔχει ἐκδόσει μία συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μιὰ χα­ρὰ εἶ­ναι (Γκο­βό­στης, 2018).



		

	

Χάρης Ψαρρᾶς: Ὁ σκύλος καὶ ἡ γάτα



Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς


Ὁ σκύ­λος καὶ ἡ γά­τα


ΠΟ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ φο­ρὰ ποὺ εἴ­χα­με μι­λή­σει πά­ει και­ρός. Πῆ­ρε τη­λέ­φω­νο σή­με­ρα. Μοῦ εἶ­πε γιὰ τὸν σκύ­λο του ποὺ πέ­θα­νε. Τὸν εἶ­χε κά­ποι­α χρό­νια. Τὸν σκό­τω­σε αὐ­το­κί­νη­το προ­χθές. Εἶ­πα νὰ τὸν πα­ρη­γο­ρή­σω. Ἔ­πει­τα ἄρ­χι­σε νὰ θέ­λει συμ­βου­λές. Νὰ πά­ρει ἄλ­λο σκύ­λο ἢ νὰ μὴν πά­ρει; Μὲς στὸν χει­μώ­να; Ἀρ­γό­τε­ρα; Ἀ­φό­του κλεί­σει χρό­νος; Τί ρά­τσα καὶ τί χρῶ­μα; Νὰ μοιά­ζει στὸν πα­λιό; Ὅ­ση ὥ­ρα κου­βεν­τι­ά­ζα­με, ἡ γά­τα μου, ἡ Μέρ­λιν, χου­ζού­ρευ­ε. Στὸ χα­λί. Ὅ­ταν ἔ­κλει­σα, ση­κώ­θη­κε με­μιᾶς. Μὲ ἀ­κο­λού­θη­σε στὴν κου­ζί­να. Πῆ­γα νὰ βρά­σω γά­λα. Μιὰ κού­πα ζε­στή, πρὶν πέ­σω γιὰ ὕ­πνο. Ἄ­να­ψα τὸ γκα­ζά­κι. Ἐ­κεί­νη κου­λου­ρι­ά­στη­κε σ’ ἕ­να σκα­μνί. «Ἐ­γὼ εἶ­μαι ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὸν θά­να­το τοῦ σκύ­λου τοῦ Νι­κό­λα», τὴν ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει. Δὲν τα­ρά­χτη­κα. Τὴν εἶ­χα ἱ­κα­νὴ γιὰ πα­νουρ­γί­ες. Ἦ­ταν φο­ρέ­ας σκο­τει­νῶν δυ­νά­με­ων. Μι­λᾶ τὴ γλώσ­σα μας κο­φτά. Μι­λᾶ λὲς κι εἶ­ναι σὰν κι ἐ­μᾶς. Τὴν πλη­σί­α­σα. Τὴν ἄ­κου­σα νὰ γουρ­γου­ρί­ζει. «Ἐ­γώ, με­τὰ τὸν θά­να­τό σου, δὲν θὰ πά­ρω ἄλ­λο γα­τί», τῆς εἶ­πα, «σοῦ τὸ ὑ­πό­σχο­μαι». Σκέ­φτη­κα ὅ­τι αὐ­τὸ θὰ τὴν εὐ­χα­ρι­στοῦ­σε. Δὲν ἔ­δει­ξε νὰ χαί­ρε­ται. Οὔ­τε νὰ δυ­σα­να­σχε­τεῖ. Τὴν πῆ­ρα στὸ κρε­βά­τι. Κοι­μη­θή­κα­με ἀγ­κα­λιά, ὅ­πως κά­νου­με κι ἄλ­λες φο­ρὲς τὶς κρύ­ες νύ­χτες. Περ­νοῦ­σαν οἱ ὧ­ρες. Μᾶς κα­τά­πι­νε τὸ σκο­τά­δι. Ξάφ­νου εἶ­δα τὰ μά­τια της νὰ γυ­α­λί­ζουν κά­τω ἀ­πὸ ἕ­να ὑ­πό­στε­γο, μὲς στὴ βρο­χή. «Ἐ­σὺ θὰ πε­θά­νεις πρώ­τη», τὴν ἄ­κου­σα νὰ λέ­ει μέσ’ ἀ­π’ τὰ δόν­τια της, «ἐ­σύ». Πε­τά­χτη­κα ἱ­δρω­μέ­νη. Ἀ­να­κά­θη­σα. Ἡ ὥ­ρα δύ­ο καὶ μι­σή. Στὸν δρό­μο ἕ­να σκυ­λὶ γά­βγι­ζε πει­σμω­μέ­νο. Ζη­τοῦ­σε ἐ­ξή­γη­ση γιὰ κά­ποι­ο ἀ­πρό­σμε­νο κα­κό. Καὶ λέ­ω τό­τε, τί κα­λὰ ποὺ θά ‘ταν ὁ Νι­κό­λας κι ἐ­γὼ νὰ μὴν εἴ­χα­με χω­ρί­σει. Νὰ μὴν εἴ­χα­με ἐμ­πι­στευ­τεῖ τὴ μο­να­ξιά μας σὲ τε­τρά­πο­δα τέ­ρα­τα. Μι­λοῦν τὴ γλώσ­σα μας φαρ­σί, ἀλ­λὰ δὲν ἔ­χουν ἀν­θρω­πιὰ οὔ­τε γιὰ δεῖγ­μα.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς (Ἀ­θή­να, 1982). Ὁ Χά­ρης Ψαρ­ρᾶς σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὰ Πα­νε­πι­στή­μια Ἀ­θη­νῶν καὶ Ὀξ­φόρ­δης. Ἔ­λα­βε δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴ Φι­λο­σο­φί­α τοῦ Δι­καί­ου ἀ­πὸ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Ἐ­διμ­βούρ­γου. Εἶ­ναι λέ­κτο­ρας καὶ fellow Νο­μι­κῆς τοῦ Κο­λε­γί­ου St Catharine’s στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Καίμ­πρι­τζ. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τὰ βι­βλία ποι­η­μά­των Σπίρ­τα χει­ρός (Πλα­νό­διον, 2002), Στὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ κύ­κλου (Κέ­δρος, 2004), Τὰ ὄν­τως ὄν­τα (Κέ­δρος, 2012) κ.ἄ. Ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ ἀγ­γλι­κά, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ρου­μα­νι­κὰ καὶ σλο­βε­νι­κά. Ἔ­χει, κα­τὰ και­ρούς, δη­μο­σι­εύ­σει δο­κί­μια, με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ἀ­φη­γή­μα­τα. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Gloria in Excelsis (Κέ­δρος, 2017).



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της: Ἄ, ρὲ μάνα



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της


Ἄ ρέ, μά­να


ΙΧΑ ΚΟΙΜΗΘΕΙ μό­νο δύ­ο ὧ­ρες. Τὸ με­ση­μέ­ρι ζή­τη­σα ν’ ἀλ­λά­ξουν οἱ σκο­πι­ὲς γιὰ νὰ νὰ πά­ω στὴν ἀ­να­στά­σι­μη λει­τουρ­γί­α στὸ δι­πλα­νὸ χω­ριό. Μοῦ φαι­νό­ταν μιὰ πρά­ξη ἀν­θρώ­πι­νη. Στὸ στρα­τό­πε­δο ἦρ­θε ἕ­νας ἱ­ε­ρέ­ας στὶς 11 τὸ βρά­δυ. Μα­ζευ­τή­κα­με καὶ ἀ­φοῦ δι­ά­βα­σε με­ρι­κὲς εὐ­χὲς καὶ τὸ εὐ­αγ­γέ­λιο, εἴ­πα­με τὸ «Χρι­στὸς Ἀ­νέ­στη». Ἄ­χα­ρη Ἀ­νά­στα­ση.

       Μὲ εἶ­χαν ὑ­πη­ρε­σί­α στὴν πύ­λη. Ἀ­πὸ τὴν ἐκ­κλη­σί­α ἐ­πέ­στρε­ψα κα­τευ­θεί­αν στὴ σκο­πιὰ στὶς δύ­ο τὸ πρωΐ. Εἶ­χα κοι­νω­νή­σει καὶ δὲν ἔ­νι­ω­θα κού­ρα­ση. Ἤ­μουν χα­ρού­με­νος. Μέ­σα μου συν­τε­λοῦν­ταν μιὰ ἀ­νά­στα­ση ἀ­πὸ τὸ δρά­μα τῶν προ­η­γού­με­νων ἡ­με­ρῶν. Σι­γο­έ­ψαλ­λα τὸ «Ἀ­να­στά­σε­ως ἡ­μέ­ρα λαμ­πρυν­θῶ­μεν λα­οί, Πά­σχα Κυ­ρί­ου, Πά­σχα». Δά­κρυ­ζα. Σκε­φτό­μουν τὸ σπί­τι καὶ τοὺς συγ­γε­νεῖς ποὺ σὲ λί­γο θὰ ἔ­ψη­ναν τὸ ἀρ­νὶ στὸ χω­ριό. Ἄ­δεια μοῦ εἶ­χαν δώ­σει τὴ Με­γά­λη Δευ­τέ­ρα. Ἐ­πέ­στρε­ψα τὴ Με­γά­λη Πέμ­πτη. Οἱ «κα­λὲς» μέ­ρες δί­νον­ταν σὲ ὅ­σους εἶ­χαν μέ­σον. Οἱ ἄλ­λοι… στὸ ἔ­λε­ος τοῦ Θε­οῦ. Ὅ­λη τὴ Μ. Ἑ­βδο­μά­δα τὸ στρα­τό­πε­δο ἦ­ταν σὲ ἀ­να­βρα­σμό. Τὸ Πά­σχα θὰ τὸ γι­όρ­τα­ζε μα­ζί μας ὁ στρα­τη­γὸς μὲ τὴ γυ­ναί­κα του. Ἀ­πὸ τὴν ὥ­ρα ποὺ ἐ­πέ­στρε­ψα ἀ­πὸ τὴν ἄ­δεια ὣς καὶ τὸ Μ. Σάβ­βα­το ὅ­λοι κοι­μό­μα­σταν ἐ­λά­χι­στα. Γυ­α­λί­ζα­με ἅρ­μα­τα μά­χης καὶ τζὶπ στὸν ὄρ­χο, σκου­πί­ζα­με, ἀ­πο­ψι­λώ­να­με ἀ­πὸ τὰ χόρ­τα τὸ στρα­τό­πε­δο, μὲ τὰ χέ­ρια, ἀ­φοῦ τὰ σκα­πτι­κὰ δὲν ἔ­φτα­ναν γιὰ ὅ­λους, ἀ­σβε­στώ­να­με τοί­χους. Με­τέ­φε­ρα ἕ­να τρέ­ι­λερ γε­μά­το χόρ­τα. Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ δέ­σω στὸν κο­τσα­δό­ρο τοῦ τζίπ. Δὲν εἶ­χα βο­ή­θεια. Τὸ τρέ­ι­λερ κύ­λη­σε καὶ μοῦ ἔ­πι­α­σε τὸ χέ­ρι. Πά­λευ­α νὰ τὸ βγά­λω, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ροῦ­σα. Τὸ χέ­ρι ἄρ­χι­σε νὰ πρή­ζε­ται. Περ­νοῦ­σε τυ­χαῖα ἕ­νας ἀν­θυ­πο­λο­χα­γὸς καὶ μὲ εἶ­δε. Ἔ­σπρω­ξε τὸ τρέ­ι­λερ κι ἀ­πε­λευ­θέ­ρω­σα τὸ χέ­ρι. «Πά­γο» μοῦ εἶ­πε. «Μὴν πᾶς στὸ για­τρὸ για­τὶ θὰ σὲ τι­μω­ρή­σουν. Θὰ ποῦν ὅ­τι τὸ ἔ­κα­νες ἐ­πί­τη­δες γιὰ ἀ­ναρ­ρω­τι­κή.»

       Τὸν ἄ­κου­σα. Ἔ­βα­ζα πά­γο καὶ τὸ ἔ­κρυ­βα στὴν τσέ­πη. Εὐ­τυ­χῶς ποὺ δὲν ἔ­σπα­σε. Μὲ πο­νοῦ­σε πο­λὺ ὅ­μως.

       Τὴν Κυ­ρια­κὴ τὸ πρω­ῒ δὲν μὲ ἄ­φη­σαν νὰ πά­ω στὸ προ­σκλη­τή­ριο. «Μεῖ­νε στὴ σκο­πιά» μοῦ εἶ­πε ὁ ἔ­φε­δρος ἀ­ξι­ω­μα­τι­κὸς ποὺ ἦ­ταν ὑ­πη­ρε­σί­α στὸ φυ­λά­κιο τῆς πύ­λης. «Θὰ ἔρ­χον­ται ἐ­πί­ση­μοι καὶ εἶ­σαι ἀ­πὸ τοὺς λί­γους μὲ σι­δε­ρω­μέ­νη στο­λή.» «Ἄ ρέ, μά­να», σκέ­φτη­κα. «Τί μοῦ ἔ­κα­νες;» Θυ­μή­θη­κα μὲ τί σχο­λα­στι­κό­τη­τα σι­δέ­ρω­νε τὰ φρε­σκο­πλυ­μέ­να ροῦ­χα μου. «Ποι­ός ξέ­ρει πό­τε θὰ ξα­ναρ­θεῖς» ἔ­λε­γε. Κόν­τευ­ε δώ­δε­κα τὸ με­ση­μέ­ρι καὶ ἀ­κό­μη δὲν μὲ εἶ­χαν ἀλ­λά­ξει. Δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κα. Ἤ­μουν νη­στι­κός. Ὁ ἔ­φε­δρος μὲ ἄ­φη­σε μό­νο δέ­κα λε­πτὰ νὰ ξε­μου­διά­σω καὶ νὰ φά­ω κά­τι, για­τὶ ὁ ἀν­τι­κα­τα­στά­της μου ἦ­ταν γιὰ κλά­μα­τα. Ἡ στο­λὴ τοῦ ἐρ­χό­ταν μι­κρὴ καὶ εἶ­χε παν­τοῦ τσα­λά­κες. Ἀ­νέ­λα­βα πά­λι. Ζα­λι­ζό­μουν, ἀλ­λὰ σὲ ποι­όν νὰ τὸ πῶ. Τὰ μά­τια μου βούρ­κω­ναν. Κα­τὰ τὴ μί­α ἔ­γι­νε πα­νι­κός. Κα­τέ­βη­κε ὁ δι­οι­κη­τὴς καὶ οἱ ἀ­ξι­ω­μα­τι­κοὶ στὴν πύ­λη. Ἐρ­χό­ταν ὁ στρα­τη­γός. Με­τὰ τὰ «πα­ρου­σιά­στε», τὰ «στρα­τι­ώ­της τε­θω­ρα­κι­σμέ­νων κλπ.» γιὰ τὴν ὑ­πο­τι­θέ­με­νη γνω­ρι­μί­α, πῆ­ρα πά­λι τὴ θέ­ση μου στὴ σκο­πιά. Μὲ φώ­να­ξε σχε­δὸν ἀ­μέ­σως ὅ­μως ὁ ἔ­φε­δρος. Μᾶς εἶ­χαν στή­σει ὅ­λους τοῦ φυ­λα­κί­ου τὸν ἕ­ναν δί­πλα στὸν ἄλ­λον σὰν γιὰ ἐ­κτέ­λε­ση. Μᾶς ἔ­δω­σαν ἀ­πὸ ἕ­να αὐ­γό. Τὸ μυα­λό μου κοι­μό­ταν. Δὲν θυ­μᾶ­μαι πολ­λά. Μό­νο τὴ φω­νὴ τοῦ στρα­τη­γοῦ νὰ μὲ ρω­τά­ει ἀ­πὸ ποῦ εἶ­μαι καὶ «Δέ­κα μέ­ρες ἄ­δεια στὸν Καρ­δι­τσι­ώ­τη». Τσουγ­κρί­σα­με καὶ τοῦ ἔ­σπα­σα τὸ αὐ­γό. Μᾶλ­λον ἡ ἔκ­φρα­σή μου ἔ­δει­χνε ὅ­τι δὲν τὸ πί­στευ­α καὶ γι’ αὐ­τὸ πιὸ δυ­να­τὰ καὶ ἐ­πι­τα­κτι­κὰ ὁ στρα­τη­γὸς εἶ­πε στὸν δι­οι­κη­τή: «Φεύ­γει τώ­ρα!». «Ἄ ρέ, μά­να» ἦ­ταν τὸ μό­νο ποὺ σκέ­φτη­κα.

       Μὲ ὠ­το­στόπ, λε­ω­φο­ρεῖ­α καὶ τραῖ­να στὶς δύ­ο τὸ βρά­δυ ἔ­φτα­σα στὸ σπί­τι κι ἔ­βα­λα τὸ κλει­δὶ στὴν πόρ­τα.



Πη­γή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Βα­ναρ­γι­ώ­της (Τρί­κα­λα Θεσ­σα­λί­ας, 1966). Σπού­δα­σε στὸ Κλα­σι­κὸ Τμῆ­μα τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς Ἰ­ω­αν­νί­νων. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς κα­θη­γη­τὴς Φι­λό­λο­γος στὴ δη­μό­σια Μέ­ση Ἐκ­παί­δευ­ση. Δη­μο­σί­ευ­σε τὶς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των Δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ τέ­λος τῆς μέ­ρας (Ἐκ­δό­σεις Λο­γεῖ­ον, Τρί­κα­λα, 2009) καὶ Ἡ θε­ω­ρί­α τῶν χαρ­τα­ε­τῶν (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες, Ἀ­θή­να, 2014).

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Ἄ­ναρ­χος ποι­μὴν κα­τα­βέ­βη­κεν, ἐ­ρου­ρέμ



Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου


Ἄ­ναρ­χος ποι­μὴν κα­τα­βέ­βη­κεν, ἐ­ρου­ρέμ


ΑΘΕ ἔμ­πα τοῦ Σε­πτέμ­βρη, στὰ Τρι­πό­τα­μα Ψω­φί­δος, χω­ριὸ κον­τὰ στὰ χω­ριὰ τῶν γο­νι­ῶν μου, καὶ σταυ­ρο­δρό­μι τρι­ῶν πο­τα­μῶν, ὅ­πως τὸ ὄ­νο­μά του μαρ­τυ­ρεῖ, τοῦ Ἐ­ρύ­μαν­θου, τοῦ Ἀ­ρο­ά­νιου καὶ τοῦ Σει­ραί­ου, ἀ­νά­με­σα στὰ Λάμ­πεια ὅ­ρη καὶ τὸ Ἀ­φρο­δί­σιο, γι­νό­ταν με­γά­λη ἐμ­πο­ρο­ζω­ο­πα­νή­γυ­ρη, κι ἀ­κό­μα γί­νε­ται δη­λα­δὴ χω­ρὶς ὅ­μως πιὰ νὰ ἀ­γο­ρα­πω­λοῦ­νε ζῶ­α. Πρα­μα­τευ­τά­δες ἀ­πὸ ὅ­λα τὰ γύ­ρω μέ­ρη μα­ζεύ­ον­ται καὶ γε­μί­ζουν μὲ πάγ­κους τοὺς δρό­μους ὣς τὴν ἐκ­κλη­σί­α τῆς Πα­να­γί­ας. Γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν πλα­τεί­α, στή­νον­ται πρό­χει­ρες πί­στες γιὰ τὰ κλα­ρί­να κι ἕ­να σω­ρὸ τρα­πέ­ζια γιὰ τὴ βρα­δι­νὴ ἐ­πι­δρο­μὴ στὴ γί­δα καὶ τὴ γουρ­νο­πού­λα.

       Στὸ πα­νη­γύ­ρι πη­γαί­να­με συ­νή­θως με­ση­μέ­ρι καὶ κα­θό­μα­στε ὣς τὸ βρά­δυ. Κι ἐ­νῶ ἡ μη­τέ­ρα μου καὶ ἡ θεί­α κοι­τά­ζαν τοὺς πάγ­κους μὲ τὰ ροῦ­χα καὶ τὰ κου­ζι­νι­κά, ἐ­γὼ προ­πο­ρευ­ό­μουν καὶ χά­ζευ­α γιὰ ὧ­ρες τὰ τσο­κά­νια. Τὰ ἔ­πι­α­να ἕ­να-ἕ­να καὶ τὰ πε­ρι­ερ­γα­ζό­μουν, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σω τὸν ἰ­δι­αί­τε­ρο με­ταλ­λι­κό τους ἦ­χο. Λέ­νε πὼς τὰ πιὸ με­γά­λα τα κρε­μοῦ­σαν στὰ πιὸ ἄ­τα­κτα ζῶ­α γιὰ νὰ ἐμ­πο­δί­ζουν τὶς σκαν­τα­λι­ές τους.

       Μιὰ χρο­νιά, θὰ γι­νό­μουν λυ­κει­ο­κό­ρι­τσο θαρ­ρῶ, ὅ­πως κα­τη­φό­ρι­ζα πρὸς τὴν πλα­τεί­α, πλά­ι μου χα­μη­λώ­νει τα­χύ­τη­τα ἕ­να πα­πά­κι. Ἐ­πο­χού­με­νος ἕ­νας κα­τά­ξαν­θος νε­α­ρὸς ὀ­νό­μα­τι Γιά­ννης, ὅ­πως αὐ­το­βού­λως μοῦ συ­στή­θη­κε, μὲ μά­γου­λα ρο­δα­λά, βου­νί­σια, τὰ εἴ­κο­σι θὰ τά ’­χε πα­τη­μέ­να καὶ ἤ­δη, κα­θὼς φαι­νό­ταν, κα­ζα­νό­βας. Νὰ μαρ­σά­ρει καὶ μὲ προ­φο­ρὰ βα­ριά, νὰ μὲ ρω­τά­ει πῶς σὲ λέ­νε, ἀ­πὸ ποῦ εἶ­σαι, πῶς περ­νᾶς καὶ ὅ­λα τὰ σχε­τι­κά. Ἐ­γὼ σὰν χέ­λι τοῦ ξε­γλί­στρη­σα καὶ χά­θη­κα στὸ πλῆ­θος, ἔ­χον­τας γευ­τεῖ γιὰ πρώ­τη μου φο­ρὰ αὐ­τὸ ποὺ συ­νη­θί­ζα­νε νὰ λέ­νε νυ­φο­πά­ζα­ρο.

       Πέ­ρα­σαν πέν­τε-ἕ­ξι χρό­νια μέ­χρι νὰ ξα­να­πά­ω στὸ χω­ριό. Ὁ Γιά­ννης φό­ρα­γε ρά­σα καὶ κρα­τοῦ­σε σὲ κά­θε χέ­ρι κι ἀ­πὸ ἕ­να κου­τσού­βε­λο. Ἦ­ταν πιὰ πα­τέ­ρας καὶ ποι­μήν. Ὑ­πὸ τὴν ἐ­πί­βλε­ψή του, μά­λι­στα, χτί­στη­κε ἡ πρώ­τη ἐκ­κλη­σί­α μὲ τὸ ἱ­ε­ρὸ νὰ κοι­τά­ζει στὴ δύ­ση κι ὄ­χι στὴν ἀ­να­το­λή, πράγ­μα πρω­το­φα­νὲς κι ἀ­νό­σιο. Οἱ χω­ρια­νοὶ τὸν ἔ­βρι­ζαν γιὰ ἄ­θε­ο, ἔ­λε­γαν πὼς θὰ κα­εῖ στὴν κό­λα­ση γιὰ τὸ ἀ­νό­μη­μά του καὶ στὴ δι­α­βο­λε­μέ­νη ἐκ­κλη­σί­α δὲν πα­τοῦ­σαν.

       Κι ἐ­γὼ ἔ­βλε­πα τὸν πα­τέ­ρα Ἰ­ω­άν­νη μό­νο του νὰ ψάλ­λει τὴ λει­τουρ­γί­α κά­θε Κυ­ρια­κή, καὶ σκε­φτό­μουν πῶς οὔ­τε ρά­σο, οὔ­τε τσο­κά­νι φτά­νει νὰ βά­λει χα­λι­νά­ρι σ’ ἄ­ναρ­χη ψυ­χή.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ρά­νια Κα­ρα­χά­λιου: Γεν­νή­θη­κε καὶ με­γά­λω­σε στὴν Πά­τρα, ἀλ­λὰ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Ἐκ­πο­νεῖ δι­α­τρι­βὴ στὴν Ἀ­νά­λυ­ση τῆς Συ­νο­μι­λί­ας. Μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς ὁ­μά­δας τοῦ ποι­η­τι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν.