Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia): Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη



Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia)


Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη

(Un cadaver sobre la ciudad)


ΑΠΟΙΟ σού­ρου­πο ὁ Χου­ὰν Κ. Μαρ­τί­νι Ρε­ὰλ μοῦ ἔ­δει­ξε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴν ἀ­γρυ­πνί­α τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ ἦ­ταν μιὰ λή­ψη μὲ τὸ φέ­ρε­τρο νὰ κρέ­με­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲ σκοι­νιὰ καὶ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Εἶ­χαν το­πο­θε­τή­σει τὴν κά­σα στὴ θέ­ση της, ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ τὴ βγά­λουν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ πα­λάγ­κα καὶ τρο­χα­λί­ες για­τὶ ὁ Ἂρλτ πα­ρα­ῆ­ταν με­γά­λος γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν δι­ά­δρο­μο.

       Τὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τὸ ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες δί­νει μιὰ κα­λὴ εἰ­κό­να τῆς θέ­σης τοῦ Ἂρλτ στὴν ἀρ­γεν­τι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α. Πέ­θα­νε στὰ σα­ράν­τα δύ­ο του χρό­νια καὶ πάν­τo­τε θὰ εἶ­ναι νέ­ος καὶ κά­θε φο­ρὰ θὰ βγά­ζου­με τὸ πτῶ­μα του ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος ποὺ δι­α­τρέ­χει τὸ ἔρ­γο του στὶς μέ­ρες μας εἶ­ναι αὐ­τὸς τῆς κα­θι­έ­ρω­σης. Ὣς τώ­ρα τὸ ὕ­φος του τὸν εἶ­χε σώ­σει ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­τα­λή­ξει στὸ μου­σεῖ­ο: εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κα­τα­στεῖ οὐ­δέ­τε­ρη αὐ­τὴ ἡ γρα­φή, συγ­κρού­ε­ται με­τω­πι­κὰ μὲ τὸ πρό­τυ­πο τῆς ὑ­περ­δι­όρ­θω­σης ποὺ κα­θο­ρί­ζει τὸ μέ­σο ὕ­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας.

       Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τυ­πη πα­ρέκ­κλι­ση στὴ γλώσ­σα τοῦ Ἂρλτ, μιὰ σχέ­ση ἀ­πό­στα­σης καὶ δι­α­φο­ρο­ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ μη­τρι­κὴ γλώσ­σα, κά­τι ποὺ πάν­το­τε εἶ­ναι δεῖγ­μα με­γά­λου συγ­γρα­φέ­α. Ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο Ἀρ­γεν­τι­νὸς ἀ­πὸ τὸν Ἂρλτ (κα­νεὶς δὲν ἀν­τι­τί­θε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν «ἀρ­γεν­τι­νὴ πα­ρά­δο­ση»): ὁ γρά­φων εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος, κά­ποι­ος ἄρ­τι ἀ­φι­χθεὶς ποὺ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στὸν ἴ­λιγ­γο μιᾶς ἄ­γνω­στής του πο­λι­τεί­ας. Πα­ρα­δό­ξως, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἔ­χει φτά­σει νὰ προ­σεγ­γί­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λὺ τὸ «ἐκ­κεν­τρι­κὸ» ὅ­ρα­μα τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ ἔρ­γο του μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὰν προ­φη­τεί­α: ἀν­τὶ νὰ ἀν­τα­να­κλοῦν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν φτά­σει στὸ ὁ­ρια­κὸ ση­μεῖο νὰ συ­νο­ψί­ζουν τὴ μελ­λον­τι­κή της μορ­φή.

       Οἱ δι­η­γή­σεις τοῦ Ἂρλτ (καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἔ­ξο­χες ἀ­φρι­κα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς ὑ­ψη­λό­τε­ρες κο­ρυ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας) ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ ὅ­τι ὁ Ἂρλτ πάν­το­τε ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὴν ἀ­φή­γη­ση στοὺς τρα­χεῖς τρό­πους τοῦ με­λο­δρά­μα­τος καὶ στὶς δι­α­δε­δο­μέ­νες χρή­σεις τῆς κουλ­τού­ρας (στὰ βι­βλί­α ἐ­κλα­ϊ­κευ­μέ­νης ἐ­πι­στή­μης, στὰ ἐγ­χει­ρί­δια σε­ξο­λο­γί­ας, στὶς ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τῆς Βί­βλου, στὶς τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ἀ­πὸ ἐ­ξω­τι­κὲς χῶ­ρες, στὶς πα­λι­ὲς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἀ­να­το­λῆς, στὶς στῆ­λες τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ρε­πορ­τάζ). Ἡ σα­γή­νη τῆς δι­ή­γη­σης περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τοῦ Χό­λι­γουντ καὶ τὸν κί­τρι­νο τύ­πο. Ἡ κουλ­τού­ρα τῶν μα­ζῶν οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται τὰ συμ­βάν­τα καὶ τὰ ἐ­πι­βάλ­λει σὲ μιὰ λο­γι­κὴ στε­ρε­ό­τυ­που καὶ σκαν­δά­λου. Ὁ Ἂρλτ με­τα­ποι­εῖ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα σὲ πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὰ κεί­με­νά του. Οἱ δι­η­γή­σεις του συλ­λαμ­βά­νουν τὸν πυ­ρή­να τῆς πα­ρά­νοι­ας τοῦ σύγ­χρο­νου κό­σμου: τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν λα­ϊ­κῶν ἀ­φη­γή­σε­ων, τὴ χει­ρα­γώ­γη­ση τῆς πί­στης, τὴν ἐ­πι­νό­η­ση γε­γο­νό­των, τὸν κα­τα­τε­μα­χι­σμὸ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος, τὴ λο­γι­κὴ τῆς συ­νω­μο­σί­ας.

       Ὁ Ἂρλτ εἶ­ναι ὁ πιὸ σύγ­χρο­νος ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς μας. Τὸ πτῶ­μα του πα­ρα­μέ­νει πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Οἱ τρο­χα­λί­ες καὶ τὰ σκοι­νιὰ ποὺ τὸ στη­ρί­ζουν εἶ­ναι κομ­μά­τι τῶν μη­χα­νῶν καὶ τῶν πα­ρά­ξε­νων ἐ­φευ­ρέ­σε­ων ποὺ κι­νοῦν τὴ μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ μέλ­λον.



Πη­γή: Ricardo Piglia, Formas Βreves, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2000 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Temas Grupo Editorial, 1999].

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia) (1940, Ἀν­τρογ­κέ, ἐ­παρ­χί­α τοῦ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 2017, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὸς λο­γο­τέ­χνης καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὰ γρα­πτά του μπο­ροῦν νὰ ἰ­δω­θοῦν ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ πει­ρά­μα­τα ποὺ ξε­φεύ­γουν ἀ­πὸ τὶς συ­νή­θεις τα­ξι­νο­μή­σεις. Ὅ­πως ἔ­χει γρά­ψει ὁ ἴ­διος στὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ βι­βλί­ου του Formas Breves, «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ σκε­φτοῦ­με τὸ ὑ­πάρ­χον ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο ποὺ προ­ει­κο­νί­ζε­ται κι ἂς μὴν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Διαφημίσεις

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips): Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α



Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips)


Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α

(The Impossible Angle)


Α ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­α. Δὲν γνώ­ρι­ζαν, ὅ­ταν ἡ καρ­διά τους ὅ­μοι­α μὲ σκύ­λου, φού­σκω­σε ἀ­πὸ χα­ρὰ γιὰ τὴν ἀ­γο­ρά τους λί­γα χρό­νια πρίν, πῶς θὰ κα­τέ­λη­γε ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τους. Εἶ­χαν ἁ­πλές, ἀλ­λὰ ἐ­πι­τα­κτι­κὲς ἀ­ναγ­κές: νὰ περ­πα­τή­σουν καί, πε­ρι­στα­σια­κά, νὰ τρέ­ξουν, νὰ πε­ρι­πλα­νη­θοῦν σὲ πε­ζο­δρό­μια πό­λε­ων, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ σὲ ἐ­ξο­χι­κοὺς δρό­μους. Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες ἔ­γι­ναν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, κρέ­μον­ται μὲ δερ­μα­το­ει­δῆ ἀ­θω­ό­τη­τα ἀ­π’ τὰ πό­δια του, δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ες. Τὶς ἀ­πα­σχο­λοῦν κυ­ρί­ως οἱ δί­δυ­μες τρύ­πες τους, μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ δε­ξιοῦ πο­διοῦ καὶ μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ πο­διοῦ. Θυ­μοῦν­ται ἀό­ρι­στα ἐ­κεί­νη τὴν φο­ρὰ ποὺ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα τὶς μαν­τά­ρι­σε, και­ρὸ πρίν. Ἀλ­λὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει μῆ­νες ἀ­πὸ τό­τε, ἂν ὄ­χι χρό­νια. Θυ­μοῦν­ται τὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά της δά­χτυ­λα. Θυ­μοῦν­ται ἐ­πί­σης πὼς κά­πο­τε ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἄ­σπρες, πα­ρὰ κα­φέ. Ὅ­μοι­α μὲ τὰ πα­πού­τσια του, οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Τὸ παν­τε­λό­νι τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τοῦ εἶ­ναι πο­λὺ κον­τὸ καὶ ἔ­τσι ἦ­ταν πάν­τα. Μιὰ φο­ρά, ἕ­να κο­ρί­τσι κο­ρό­ι­δε­ψε τὸν νε­κρὸ ἄν­τρα γιὰ τὸ κον­τό του παν­τε­λό­νι ποὺ δὲν ἔ­φτα­νε νὰ κα­λύ­ψει τοὺς ἀ­στρα­γά­λους του. Ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας ὑ­πε­ρα­σπί­στη­κε τὸ παν­τε­λό­νι του. Εἶ­πε στὸ κο­ρί­τσι ὅ­τι τὸ παν­τε­λό­νι τὸ εἶ­χε ρά­ψει μιὰ κα­λὴ γυ­ναί­κα σ’ ἕ­να κα­λὸ μέ­ρος. Τὸ παν­τε­λό­νι ἀ­γνο­εῖ τὴν ὁ­λο­έ­να αὐ­ξα­νό­με­νη ὑ­πο­ψί­α του ὅ­τι ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας εἶ­ναι ἴ­σως νε­κρός.

       Τὸ ἐ­σώ­ρου­χο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, γε­μά­το τώ­ρα κό­πρα­να καὶ οὖ­ρα, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ που­κά­μι­σο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, μου­σκε­μέ­νο ὣς τὸ κόκ­κα­λο, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ κα­πέ­λο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο, κεί­τε­ται μέ­τρα μα­κριά.

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ χω­νέ­ψω. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἔ­χει σφηνω­θεῖ στὸ μυα­λό μου σὰν ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φία. Ἡ ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ κά­τω ποὺ μοιά­ζει μὲ τὴν ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν ἑ­νὸς ζων­τα­νοῦ ἄν­τρα, ὁ στε­νὸς βρώ­μι­κος δρό­μος, τὰ χα­λί­κια καὶ οἱ τρο­χοὶ τῶν ἐ­λα­στι­κῶν, τὸ παν­τε­λό­νι του, οἱ κάλ­τσες του, τὰ πα­πού­τσια του, ἡ ἀ­καμ­ψί­α τοῦ δε­ξιοῦ του πο­διοῦ, ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α κλί­σης τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ http://newlimestonereview.as.uky.edu/2017/09/01/two-flash-fictions/#more-307

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τέσ­σε­ρα βι­βλί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τῆς τε­λευ­ταί­ας της συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των So­me Pos­sible So­lu­tions ποὺ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο John Gar­dner Fi­ction Book A­ward γιὰ τὸ 2017. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Beau­ti­ful Bu­reau­crat ἦ­ταν μέ­σα στὴ λί­στα τῶν New York Times γιὰ τὰ βι­βλί­α ποὺ ξε­χώ­ρι­σαν τὸ 2015 καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α The Los An­ge­les Ti­mes Book Pri­ze καὶ New York Pu­blic Li­bra­ry’s Young Li­ons A­ward. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ ἐ­πί­σης, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ro­na Jaf­fe Foun­da­tion Wri­ter’s A­ward, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο I­ta­lo Cal­vi­no Pri­ze. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ ἔν­τυ­πα The Atlan­­ticThe New York Ti­mesTin Hou­se καὶ Se­le­cted Shorts. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­πί­κου­ρη κα­θη­γή­τρια στὸ Broo­klyn Col­lege. https://www.helencphillips.com/home/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016),  ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/


Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Τὸ δωμάτιο



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Τὸ δωμάτιο


ΟΛΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ὅ­τι ὑ­πάρ­χεις, τὴν στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή, τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ θὰ κά­νεις εἶ­ναι νὰ ἐ­ξε­τά­σεις μὲ τὴν με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τὴ προ­σο­χὴ τὰ πράγ­μα­τα. Στὴν ἀρ­χὴ ὅ­λα εἶ­ναι τό­σο ὅ­μοι­α, ποὺ δὲν θὰ πε­τύ­χεις καὶ πολ­λά. Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, ἀρ­γὰ ἤ γρή­γο­ρα θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρεις καὶ τό­τε μὲ ἔκ­πλη­ξη θὰ δι­α­πι­στώ­σεις κά­τι, κά­τι ποὺ κι­νεῖ­ται. Καὶ θὰ γεν­νη­θεῖ μέ­σα σου ὁ λό­γος καὶ θὰ ψι­θυ­ρί­σεις πρώ­τη φο­ρὰ: ὁ Ἄλ­λος.


       Εἶ­μαι ἕ­να δω­μά­τιο καὶ σκέ­φτο­μαι ὅ­λα ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὰ δω­μά­τια. Μὰ θὰ ρω­τή­σε­τε, τί στὸ κα­λὸ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πα­σχο­λή­σει ἕ­να δω­μά­τιο. Καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ἁ­πλή: ἕ­να δω­μά­τιο δὲν τὸ ἀ­πα­σχο­λεῖ τί­πο­τε. Δη­λα­δή θά ’­λε­γε κά­ποι­ος ἀ­φε­λής: ἕ­να δω­μά­τιο εἶ­ναι ἀ­νέ­με­λο; Ὄ­χι κύ­ρι­ε, ἕ­να δω­μά­τιο εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νο! Θὰ πρέ­πει νὰ περ­νᾶ πο­λὺ χρό­νο, πα­ρα­τη­ρών­τας τὸν χρό­νο νὰ περ­νᾶ, νὰ σκέ­φτε­ται πῶς θά ’­ταν ἂν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ. Κι αὐ­τὰ ποὺ λέ­ω, φυ­σι­κά, φαί­νον­ται ἁ­πλὰ σ’ ὅ­ποι­ον περ­νᾶ τὴν ὥ­ρα κοι­τών­τας τὸ τα­βά­νι. Τὸ δω­μά­τιο πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σο­βα­ρό, πρέ­πει νὰ κα­τα­με­τρά­ει κά­θε πρω­ῒ τὰ πράγ­μα­τά του, τὴν κα­ρέ­κλα, τὸ ντι­βά­νι, τὸ γρα­φειά­κι του· θὰ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χει τὶς πι­τζά­μες, καὶ ἰ­δί­ως ἐ­κεί­να τὰ μι­κρο­πράγ­μα­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ χα­θοῦν.

       Κά­ποι­ος θ’ ἀ­πο­ροῦ­σε ἐ­δῶ ἐ­ὰν ἕ­να δω­μά­τιο ὑ­πάρ­χει, ἐ­πει­δὴ ὑ­πάρ­χουν σ’ αὐ­τὸ κα­ρέ­κλες, ντι­βά­νια ἢ ντου­λά­πες. Καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι στοι­χει­ώ­δης: ἕ­να δω­μά­τιο ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς πράγ­μα­τα, ὅ­πως ἀ­κρι­βώς ἕ­νας ἄν­θρω­πος ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς ροῦ­χα. Κι ἕ­να δω­μά­τιο κα­τα­λα­βαί­νει κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ τὸν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε τί ση­μαί­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος χω­ρὶς ροῦ­χα. Ἕ­να δω­μά­τιο μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει ἄ­δει­ο ἀ­πὸ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει χω­ρίς κά­ποι­ον νὰ τὸ κα­τοι­κεῖ. Ὑ­πάρ­χουν δω­μά­τια ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πὸ τὴν ὕ­παρ­ξη ἑ­νὸς βρό­μι­κου ἰ­δι­ο­κτή­τη, δω­μά­τια ποὺ ἀν­τέ­χουν νὰ τὰ κα­κο­ποι­οῦν, κι ἄλ­λα ποὺ τὰ ἀ­φή­νουν ἕρ­μαι­α τοῦ χρό­νου. Ὅ­μως τὰ πιὸ λυ­πη­μέ­να εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να ποὺ ζοῦν στὴν σι­ω­πὴ καὶ τὴν ἀ­κι­νη­σί­α, σκο­τει­νὰ δω­μά­τια, δί­χως κα­τοι­κη­τή, δί­χως ψυ­χή, κι ὅ­μως ἀν­τέ­χουν. Κα­ταρ­ρέ­ουν σι­γὰ-σι­γά, μὰ ἀν­τέ­χουν. Ἔ­χω ἀ­κού­σει ἀ­π’ τοὺς σω­λῆ­νες καὶ τὶς ὑ­δρορ­ρό­ες νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν γιὰ δω­μά­τια ποὺ ὑ­πέ­φε­ραν πραγ­μα­τι­κά, ποὺ ἔ­γι­ναν πνευ­μα­τι­κὰ ἐ­ρεί­πια· δὲν θέ­λω νὰ τὰ σκέ­φτο­μαι, τὰ λυ­πᾶ­μαι.

       Προ­σω­πι­κὰ εἶ­μαι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο ἀ­π’ αὐ­τὸν ποὺ βρί­σκε­ται μέ­σα μου. Ἀ­ε­ρί­ζει κά­θε πρω­ΐ, προ­σέ­χει νὰ μὴν λε­ρώ­νει τοὺς τοί­χους, εἶ­ναι σι­ω­πη­λός, δὲν φέρ­νει συ­χνὰ κό­σμο. Εἶ­ναι κα­λός ἰ­δι­ο­κτή­της. Ἴ­σως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πε­ρί­ερ­γα τὴν τά­ξη, πάν­τα χά­νει κά­τι, πάν­τα χα­λά­ει τὸν κό­σμο νὰ τὸ βρεῖ κι ὅ­ταν τὸ βρί­σκει τὸ ξε­χνά­ει. Δὲν μ’ ἐ­νο­χλεῖ. Ἕ­να δω­μά­τιο ἔ­χει πολ­λὲς εὐ­θύ­νες: θὰ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χει, νὰ φυ­λά­γε­ται, νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μο κά­θε στιγ­μὴ γιὰ κά­θε πα­ρά­λο­γη ἀλ­λα­γὴ. Ἄς ποῦ­με, τὶς προ­άλ­λες προ­στέ­θη­καν δύ­ο κά­δρα – προ­σω­πι­κὰ δὲν τὸ θε­ώ­ρη­σα ἀ­ναγ­καῖ­ο. Ὑ­πῆρ­χε ἤ­δη ἕ­να κά­δρο καὶ δύ­ο βι­βλι­ο­θῆ­κες… Ἄ! καὶ μί­α κρε­μά­στρα. Τώ­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει ἐ­λεύ­θε­ρος χῶ­ρος, πράγ­μα ποὺ ἐ­γεί­ρει ἀ­νη­συ­χί­ες· ἴ­σως ὑ­πο­θάλ­πε­ται κά­τι, κά­τι προ­ε­τοι­μά­ζε­ται. Δὲν ξέ­ρω. Εἴ­δα­τε πό­σα πράγ­μα­τα ἀ­πα­σχο­λοῦν ἕ­να δω­μά­τιο; Μό­νο τὶς νύ­χτες ξε­κλέ­βω λί­γο χρό­νο νὰ σκε­φτῶ, νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­τι ὑ­πάρ­χω. Για­τὶ ἡ ὥ­ρα περ­νά­ει μὲς στὴν μέ­ρι­μνα κι ὅ­λο κά­τι γί­νε­ται κι ἀ­φαι­ρεῖ­σαι καὶ τε­λι­κὰ ὑ­πάρ­χουν αὐ­τὰ μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­σχο­λεῖ­σαι καὶ δὲν ὑ­πάρ­χεις ἐ­σὺ, ὁ­πό­τε κι αὐ­τὰ δὲν ἔ­χουν νό­η­μα κι ἔ­τσι δὲν ἔ­χεις οὔ­τ’ ἐ­σύ.

       Μὲ τρο­μά­ζουν τὰ δω­μά­τια, ἰ­δί­ως οἱ πόρ­τες… Ἰ­δί­ως τὰ πα­ρά­θυ­ρα, πο­τὲ δὲν εἶ­δα τί ὑ­πάρ­χει ἔ­ξω ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα, πο­τὲ δὲν εἶ­δα τί ὑ­πάρ­χει ἔ­ξω ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο. Δὲν θά ’­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χουν πα­ρά­θυ­ρα καὶ πόρ­τες, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χω μό­νο ἐ­γὼ καὶ ὁ ἄλ­λος. Κλει­σμέ­νος μέ­σα μου, κλει­σμέ­νος μό­νο μέ­σα μου, δί­χως πόρ­τες —τὸ εἶ­πα;— δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Μό­νο τοῖ­χοι. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χουν μό­νο τοῖ­χοι! Ἐ­κεῖ­νος φεύ­γει καὶ ποῦ πά­ει δὲν ξέ­ρω. Μα­κριὰ, φαί­νε­ται τὸ σα­λό­νι. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α τί ὑ­πάρ­χει πέ­ρα ἀ­π’ τὸ σα­λό­νι. Ἴ­σως ἁ­πλῶς ἄλ­λο ἕ­να δω­μά­τιο, ἴ­σως χι­λιά­δες… Τὶ ὑ­πάρ­χει πέ­ρα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα; Τὸ ξέ­ρει κα­νεὶς σας;! ΤΟ ΞΕΡΕΙ;



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λογὴ Τὸ τυ­φλὸ ἄ­λο­γο (ἐκδ. Σμί­λη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βι­βλίο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λογὴ Τὸ τυ­φλὸ ἄ­λο­γο (ἐκδ. Σμί­λη, Ἀθ. 2018).



		

	

Κά­θυ Φίς (Kathy Fish): Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα



Κά­θυ Φίς (Kathy Fish)


Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα

(Baby Baby: Eight Micros)


ΛΟΙ βι­ά­ζον­ται.

Εἰ­δι­κὰ οἱ ἄν­τρες, ποὺ τρέ­χουν νὰ προ­λά­βουν τρέ­να καὶ θυ­σιά­ζουν τοὺς χαρ­το­φύ­λα­κές τους στὶς αὐ­τό­μα­τες πόρ­τες γιὰ νὰ τὶς ἐμ­πο­δί­σουν νὰ κλεί­σουν. Ἄν­τρες στὰ κα­θί­σμα­τα, δι­α­βά­ζον­τας τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τους ἢ ἕ­να βι­βλί­ο τσέ­πης. Ἡ Λὶνγκ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες. Θέ­λει νὰ κολ­λή­σει τὴν φου­σκω­μέ­νη της κοι­λιὰ στὴ μού­ρη τους. Κοι­τά­ζει τὸ εἴ­δω­λό της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Φο­ρά­ει ἕ­να κου­στού­μι ψα­ρο­κό­κα­λο γιὰ ἐγ­κύ­ους μὲ ἕ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο φι­όγ­κο στὸ λαι­μό. Μοιά­ζει χον­τρὴ καὶ θυ­μω­μέ­νη, ἀλ­λὰ γι­ορ­τι­νή.


* * *


Ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴ γέν­να, ἡ Λὶνγκ ἐ­πι­στρέ­φει στὴ δου­λειά της στὸ κέν­τρο τῆς πό­λης. Βγά­ζει γά­λα μὲ τὸ θή­λα­στρο μέ­σα στὶς γυ­ναι­κεῖ­ες του­α­λέ­τες κα­θι­σμέ­νη πά­νω στὴ λε­κά­νη. Οἱ συ­νά­δελ­φοί της μπαί­νουν μέ­σα γιὰ νὰ κα­του­ρή­σουν ἢ νὰ πλύ­νουν τὰ δόν­τια τους καὶ τὸ θή­λα­στρο σφυ­ρί­ζει καὶ ἡ Λὶνγκ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση της ζη­τά­ει συ­γνώ­μη… λέ­ει λυ­πᾶ­μαι.


* * *


Πρὶν ξη­με­ρώ­σει, βά­ζει τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας στὸ μω­ρὸ μέ­σα στὸ Escort καὶ τοῦ χώ­νει στὸ στό­μα ἕ­να μπιμ­πε­ρό. Ἀ­φή­νει τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα αὐ­το­κι­νή­του στὸ σπί­τι τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ τὸ πά­ρει ὁ ἄν­τρας της ποὺ παίρ­νει τὸ παι­δὶ ὅ­ταν σχο­λά­ει ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ πη­γαί­νει σπί­τι μὲ τὸ Toyota του. Τὸ μω­ρὸ ἀ­κού­ει Bruce Springsteen στὸ Toyota καὶ τὴ Σο­νά­τα τοῦ Σε­λη­νό­φω­τος στὸ Escort.


* * *


Ἡ Λὶνγκ δί­νει στὴν μπείμ­πι σί­τερ μι­σὸ φλι­τζά­νι μη­τρι­κὸ γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τά­ψυ­ξη σὲ μιὰ σα­κού­λα. Ἡ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γνέ­φει ἀ­δι­ά­φο­ρα. «Θὰ τὸ ἀ­να­μεί­ξω μὲ τὸ γά­λα σὲ σκό­νη ποὺ παίρ­νει», λέ­ει. «Σοῦ ἔ­φυ­γε ἕ­νας πόν­τος ἀπ’ τὸ καλ­σόν.»


* * *


Ἡ Λὶνγκ δὲν κοι­μᾶ­ται κα­θό­λου καὶ δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­δο­τι­κὴ στὴ δου­λειά της. Θὰ πα­ραι­τοῦν­ταν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ἄ­φραγ­κοι. Ξαφ­νι­κά, δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά. Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Ρω­τά­ει τοὺς συ­να­δέλ­φους της. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ κώ­δι­κες; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ δι­α­δι­κα­σί­α; Πλη­κτρο­λο­γεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, τρώ­ει λαί­μαρ­γα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τσάν­τα πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο της. Κα­μιὰ φο­ρὰ κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ὅ­τι τὸ μω­ρὸ ἔ­χει μπεῖ πά­λι μέ­σα στὸ στο­μά­χι της. Μό­νο ποὺ τώ­ρα τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι μιὰ μα­ϊ­μοῦ.


* * *


Τὰ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα παίρ­νει τὸ μω­ρὸ καὶ πά­ει μα­κριοὺς πε­ρι­πά­τους. Μιὰ φο­ρὰ εἶ­χαν κά­νει σχε­δὸν πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα καὶ τὸ μω­ρὸ πεί­να­σε καὶ ἡ Λὶνγκ εἶ­χε ξε­χά­σει νὰ πά­ρει μα­ζί της μπιμ­πε­ρό. Γύ­ρι­σε πί­σω τρέ­χον­τας, σκον­τά­φτων­τας στὶς ρωγ­μὲς τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου, ἐ­νῶ τὸ μω­ρὸ οὔρ­λια­ζε.


* * *


Ὁ ἄν­τρας της κα­νο­νί­ζει νὰ βρεῖ μιὰ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πάρ­τυ. Τὸ πάρ­τυ εἶ­ναι μιὰ βρα­διὰ στὸ Λὰς Βέγ­κας καὶ πον­τά­ρουν στὶς ρου­λέ­τες καὶ κου­τσομ­πο­λεύ­ουν μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους τοῦ ἄν­τρα της καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες τους. Στὸ τρα­πέ­ζι τῶν ζα­ρι­ῶν, ἡ Λὶνγκ λέ­ει στὴν με­γα­λύ­τε­ρη γυ­ναί­κα δί­πλα της, ἔ­χω ἕ­να βρέ­φος τρι­ῶν μη­νῶν. Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι εἶ­μαι ἐ­δῶ καὶ ἡ γυ­ναί­κα τῆς δί­νει μιὰ γου­λιὰ ἀ­π’ τὸ κο­κτέ­ιλ της.


* * *


Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη μέ­ρα κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, ἡ Λὶνγκ μπαί­νει στὸ σπί­τι τρέ­χον­τας καὶ πε­τά­ει τ’ ἀ­θλη­τι­κά της πα­πού­τσια. Ξε­κουμ­πώ­νει τὴν φού­στα της καὶ κα­τε­βά­ζει τὸ καλ­σόν της καὶ παίρ­νει τὸ μω­ρὸ ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄν­τρα της. Ξα­πλώ­νει πί­σω, ση­κώ­νει τὸ μω­ρὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι της καὶ τὸ κου­νά­ει στὸν ἀ­έ­ρα μπρὸς καὶ πί­σω μέ­σα στὰ τεν­τω­μέ­να της χέ­ρια. Τρα­γου­δᾶ:

ἂχ μω­ρά­κι μω­ρά­κι

πά­νω ἀ­π’ τὸν κό­σμο πε­τᾶς

ψά­χνον­τας παι­χνί­δια καὶ κα­ρα­μέ­λες.



Πη­γή: http://www.friggmagazine.com/issuetwentyfour/poemsstories/fiction/fish/babybaby.htm

Κά­θυ Φὶς (Kathy Fish). Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ σύμ­βου­λος στὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ πρό­γραμ­μα Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ντέν­βερ, Regis University. Ἡ τέ­ταρ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Rift (Ρωγ­μή), γραμ­μέ­νη σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Robert Vaughan, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2015 ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Unknown Press. Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα: https://www.kathy-fish.com/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Στάθης Ἀντωνίου: Μιὰ ἀκόμη μέρα στὸ μυαλὸ ἑνὸς μαθηματικοῦ

 

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου

 

Μιὰ ἀ­κό­μη μέ­ρα στὸ μυα­λὸ ἑ­νὸς μα­θη­μα­τι­κοῦ


ΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὴν κού­πα μου. Τὸ σύν­νε­φο παίρ­νει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς ἀ­ε­ρό­στα­του, δι­ογ­κώ­νε­ται μέ­χρι νὰ γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νο κι ἔ­πει­τα ξα­να­σερ­βί­ρε­ται στὴν κού­πα μου.

Στὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο βλέ­πω ἕ­να ἀν­θι­σμέ­νο κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Τὰ πέ­τα­λα πάλ­λον­ται ἐ­λα­φρὰ μέ­χρι ποὺ τὸ κα­θέ­να ἀ­πο­κτά­ει τὸ δι­κό του ρυθ­μό. Τὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο ἀ­νοί­γει καὶ κά­θε πέ­τα­λο εἶ­ναι ἕ­να κύ­μα σὲ μιὰ και­νού­ρια θά­λασ­σα. Ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ φεύ­γω.

        Ἁ­πλώ­νω τὰ βι­βλί­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ μπαί­νω στὸ γνώ­ρι­μο κό­σμο τῶν ἐ­ξι­σώ­σε­ων. Τὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα στα­μα­τᾶ­νε καὶ βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου. Σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, οἱ ἔν­νοι­ες γί­νον­ται κα­θο­λι­κὲς καὶ ἀ­πό­μα­κρες. Σὰν νὰ πε­τᾶς σ’ ἕ­ναν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ χαρ­το­γρα­φεῖς ἀ­πὸ ψη­λά. Ἡ ἄμ­μος, τὸ χῶ­μα καὶ ἡ πέ­τρα γί­νον­ται στε­ριὰ καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε μπλὲ γί­νε­ται νε­ρό. Γί­νε­σαι ἄρ­χον­τας καὶ ὅ,τι ἀ­πο­δει­κνύ­εις ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ πάν­τα.

        Ἕ­νας ἐ­νο­χλη­τι­κὸς ἦ­χος μὲ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρέ­πει νὰ πά­ω νὰ φά­ω. Ἔ­χω ρυθ­μί­σει τὸ ρο­λό­ι μου νὰ χτυ­πά­ει σὲ ὅ­λα τὰ γεύ­μα­τα τῆς μέ­ρας ὥ­στε νὰ μὴν μὲ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ θέ­μα «φα­γη­τό». Στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α κά­θο­μαι μὲ ἄλ­λους ἐ­ρευ­νη­τὲς καί, ὅ­πως συ­νή­θως, συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὴ δου­λειά μας. Θὰ ΄θε­λα νὰ μι­λή­σω καὶ γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, ὅ­πως τὴν ὄ­μορ­φη κί­τρι­νη θά­λασ­σα ποὺ φαν­τά­στη­κα τὸ πρω­ί, ἀλ­λὰ ντρέ­πο­μαι.

        Κοι­τά­ω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ γρα­φεί­ου μου, ὁ ἀ­έ­ρας παί­ζει μὲ τὰ φύλ­λα τῶν δέν­τρων. Τὸ δα­σά­κι τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου εἶ­ναι τέ­λει­ο. Ὅ­λα εἶ­ναι τέ­λεια. Ἡ δου­λειά μου, οἱ φί­λοι μου, ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­λα τέ­λεια, μὰ κά­τι λεί­πει. Σὰν νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου ποὺ ΄χει κλει­στεῖ σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πρό­βλη­μα ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ λύ­σω για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ ξε­κι­νή­σω. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πιά­νει ἀν­τι­δρά­ω δι­α­φο­ρε­τι­κά. Κά­ποι­ες φο­ρὲς παίρ­νω μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα καὶ ἀ­φή­νω τὸ χέ­ρι μου νὰ κυ­λή­σει. Ἄλ­λες, πιά­νω τὰ πα­λιά μου πι­νέ­λα καὶ σκι­τσά­ρω κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο.

        Κα­θὼς κλεί­νω τὰ βι­βλί­α μου, σκέ­φτο­μαι πὼς ἂν θέ­λω νὰ λύ­σω τὸ πρό­βλη­μα, πρέ­πει νὰ δο­κι­μά­σω κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.

        Περ­πα­τά­ω στὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ περ­πα­τοῦ­σα τὸ πρω­ὶ μό­νο ποὺ τώ­ρα εἶ­ναι νύ­χτα. Ἴ­σως ἡ λύ­ση δὲν μοιά­ζει μὲ λύ­ση. Ἴ­σως γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ κου­τὶ θέ­λει πολ­λὲς μι­κρὲς κι­νή­σεις. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ καὶ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρο κι αὐ­τὸ μὲ μπερ­δεύ­ει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Στα­μα­τά­ω ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο καὶ ἐν­στι­κτω­δῶς ψά­χνω τὸ κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πρὶν προ­λά­βω νὰ τὸ βρῶ, ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ λέ­ω «βε­βαί­ως».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου (1982) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­ρευ­νη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Μα­θη­μα­τι­κῶν στὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο καὶ ὡς σύμ­βου­λος στὴν ἑ­ται­ρεί­α Avon. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Shakespeare & Co τοῦ Πα­ρι­σιοῦ καὶ στὸ ποιητικὸ έργατήριο τοῦ «Ἱ­δρύ­ματος Τά­κης Σι­νό­που­λος» στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει σὲ δι­α­δι­κτυα­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


Χόρχε Λουὶς Μπόρχες (Jorge Luis Borges): Argumentum ornithologicum


Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges)


Argumentum ornithologicum


ΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ καὶ βλέ­πω ἕ­να σμῆ­νος που­λι­ῶν. Τὸ ὅ­ρα­μα δια­ρκεῖ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο, μπο­ρεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο· δὲν ξέ­ρω πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἦ­ταν κα­θο­ρι­σμέ­νος ἢ ἀ­κα­θό­ρι­στος ὁ ἀ­ριθ­μός τους; Τὸ πρό­βλη­μα ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸ ζή­τη­μα τῆς ὕ­παρ­ξης τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι κα­θο­ρι­σμέ­νος, για­τὶ ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἐ­ὰν δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­κα­θό­ρι­στος, για­τί κα­νεὶς δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σει. Σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση, εἶ­δα λι­γό­τε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα που­λιὰ (ἂς ποῦ­με), ἀλ­λὰ δὲν εἶ­δα ἐν­νέ­α, ὀ­κτώ, ἑ­πτά, ἕ­ξι, πέν­τε, τέσ­σε­ρα, τρί­α ἢ δύ­ο. Εἶ­δα ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὸ δέ­κα καὶ τὸ ἕ­να, ποὺ δὲν εἶ­ναι τὸ ἐν­νέ­α, τὸ ὀ­κτώ, τὸ ἑ­πτά, τὸ ἕ­ξι, τὸ πέν­τε κ.λπ. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­κέ­ραι­ος ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­σύλ­λη­πτος· ἄ­ρα, ὁ Θε­ὸς ὑ­πάρ­χει.



Πη­γή: El hacedor (1960)

Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1899-Γε­νεύ­η, Ἐλ­βε­τί­α, 1986). Δι­ή­γη­μα, Ποί­η­ση, Κρι­τι­κή, Δο­κί­μιο. Θε­ω­ρεῖ­ται μί­α ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μορ­φὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι πιὸ γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. Πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς πιὸ γνω­στές του ἱ­στο­ρί­ες ἀ­φο­ροῦν τὴ φύ­ση τοῦ χρό­νου, τὸ ἄ­πει­ρο, κα­θρέ­φτες, λα­βύ­ριν­θους, τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τα.  Πρώ­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του: Fervor de Buenos Aires (Πά­θος γιὰ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1923), ἄλ­λα ἔρ­γα του: Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Βα­βέλ, Τὸ Ἄ­λεφ, κ.ἄ. Ἡ δι­ε­θνὴς φή­μη τοῦ Μπόρ­χες ξε­κί­νη­σε στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960. Τὸ 1961 μοι­ρά­στη­κε μὲ τὸν Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ τὸ Βρα­βεῖ­ο Φορ­μεν­τόρ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Σάββας Παύλου: Τὰ ἐπικίνδυνα ὑποκοριστικά

paylousabbas-taepikindynaypokoristika-eikona-01


Σάβ­βας Παύ­λου


Τὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά

10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΝΑ σαντουϊτσάκι, τυ­ρο­πι­τού­λα;

— Μιὰ τυ­ρό­πι­τα.

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κά­κι, ἕ­να χυ­μού­λη;

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κό.

        — Κο­κα­κο­λί­τσα;

        — Κό­κα κό­λα.

        Μὲ ἐ­νο­χλεῖ καὶ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς τῶν πάν­των στὴ σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ὁ προ­η­γού­με­νος δι­ά­λο­γος εἶ­ναι κα­τα­γραμ­μέ­νος ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς εἰ­πώ­θη­κε. Εἶ­χα μπεῖ κου­ρα­σμέ­νος καὶ δι­ψα­σμέ­νος σ’ ἕ­να το­στά­δι­κο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἡ κο­ρα­σί­δα μὲ ὑ­πε­δέ­χθη εὔ­χα­ρις καὶ προ­ση­νής.

        Ἀ­κού­γον­τας τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά της, θυ­μή­θη­κα μιὰ ποὺ τῆς ἔ­μοια­ζε, ποὺ λί­γες μέ­ρες πρὶν εἶ­χε ξε­σα­λώ­σει ὅ­λους τοὺς με­σή­λι­κες ἄν­δρες στὴν κα­φε­τέ­ρια ὅ­που συ­χνά­ζω. Πῶς βρέ­θη­κε σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω, ἡ ἡ­λι­κί­α της ἔ­χει τὰ δι­κά της στέ­κια, ὅ­μως αὐ­τὴ ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες νὰ πί­νει τοὺς φρα­πέ­δες της καὶ νὰ τη­λε­φω­νεῖ, ἀ­πο­κά­λυ­πτε ὡ­ραῖ­ες γάμ­πες, χα­μο­γε­λοῦ­σε, κοι­τοῦ­σε τοὺς ἄν­δρες κι ἔ­παιρ­νε μοι­ραῖα ὕ­φη, ξε­φυ­σοῦ­σε κα­πνὸ κι ἄ­νοι­γε τὰ σκέ­λια δῆ­θεν νὰ πά­ρει πιὸ ἄ­νε­τη στά­ση, ὅ­λοι κοι­τοῦ­σαν καὶ σκέ­φτον­ταν τὸ με­ρί­διό τους ποὺ χά­θη­κε, ὁ φί­λος μου ποὺ στὴν ἀρ­χὴ τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σε μὲ θαυ­μα­σμὸ «— τὴν ἀ­φι­λό­τι­μη», στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη, ὅ­ταν τὸ πα­ρά­κα­νε μὲ τὰ τσα­λί­μια της, «— εἶ­δες τὸ αἰ­δοιά­κιον» εἶ­πε, καὶ ὅ­ταν ἐ­γὼ τὸν κοί­τα­ξα ξαφ­νι­α­σμέ­νος γιὰ τὴ λέ­ξη, πρό­σθε­σε μὲ ἔ­παρ­ση γιὰ τὴ γλωσ­σο­πλα­στι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα, «— νὰ εἶ­ναι ὑ­πε­ρυ­ποκο­ρι­στι­κό, ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά­ρα μᾶλ­λον».

        Ἀ­κού­γον­τας, λοι­πόν, τὰ λό­για τῆς κα­πη­λί­δος, σκέ­φτη­κα ἀ­κό­μη ὅ­τι καὶ σὲ μιὰ ἄλ­λη πε­ρί­ο­δο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας εἴ­χα­με ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης, κά­πο­τε κυ­ρι­ο­λε­κτών­τας, κά­πο­τε «πρὸς θω­πεί­αν ἢ χλεύ­ην»: τυ­ρὸς > τυ­ρί­ον > τυ­ρί, ὄ­φις > ὀ­φίδιον > φί­δι, ρύ­αξ > ρυά­κιον > ρυά­κι. Σή­με­ρα δὲν τὰ αἰ­σθα­νό­μα­στε ἔ­τσι, τὰ θε­ω­ροῦ­με κα­νο­νι­κὰ οὐ­σι­α­στι­κά, ἀ­γνο­οῦ­με τὴν προ­η­γού­με­νη ὑ­πο­κο­ρι­στι­κο­ποί­η­ση καὶ ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ ἐκ­φρά­σου­με τὴ σμί­κρυν­ση τῶν πραγ­μά­των, λό­γῳ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ κά­πο­τε ὑ­πο­τι­μη­τι­κά, φτι­ά­χνου­με και­νούρ­για ἐ­πὶ τῶν πα­λι­ῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν: φρύ­δι – φρυ­δά­κι, φί­δι – φι­δά­κι. Κά­πο­τε σκέ­φτο­μαι ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς ἔ­γι­νε καὶ μέ­σα στὰ πλαί­σια ἁ­πλο­ποί­η­σης τῆς γλώσ­σας ποὺ συ­νέ­βη­κε στοὺς ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὺς χρό­νους. Ἔ­τσι τὸ ὄ­φις (τοῦ ὄ­φε­ως) τῆς τρί­της κλί­σε­ως ἔ­γι­νε δευ­τε­ρό­κλι­το: ὀ­φί­διον, ὀ­φι­δί­ου. Τὸ ἴ­διο καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ριτ­το­σύλ­λα­βα: ἡ ὀ­φρὺς (τῆς ὀ­φρύ­ος) ἔ­γι­νε τὸ ὀ­φρύ­διον (τοῦ ὀ­φρυ­δί­ου),τὸ ὄμ­μα (τοῦ ὄμ­μα­τος) ἔ­γι­νε τὸ ὀμμά­τιον (τοῦ ὀμ­μα­τί­ου), ὁ ὄρ­χις (τοῦ ὄρ­χε­ος, οἱ ὄρ­χεις) ἔ­γι­ναν τὸ ὀρ­χί­διον, τοῦ ὀρ­χι­δί­ου, τὰ ὀρ­χί­δια. Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ ἡ ἔν­τα­ξή τους στὴν ὁ­μά­δα τῶν ὀ­νο­μά­των τῆς γραμ­μα­τι­κῆς ποὺ ἔ­χουν πιὸ ὁ­μα­λὴ κλί­ση.

        Μή­πως, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ δοῦ­με καὶ ἄλ­λες πα­ρα­μέ­τρους; Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι, ὅ­ταν μι­λᾶ­με στὰ παι­διά, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με συ­νε­χῶς τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό: ἡ τσαν­τού­λα, ἡ μα­μά­κα, τὸ μο­λυ­βά­κι σου. Ἔ­τσι τὰ ὑ­πο­κο­ρι­ζό­με­να, στὴ συ­νο­μι­λί­α μὲ τὰ παι­διά, λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­πό­σβε­ση τοῦ αἰχ­μη­ροῦ,τοῦ τρα­γι­κοῦ καὶ τοῦ δύ­σκο­λού τῆς ζω­ῆς. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­ναν κό­σμο γε­μά­το παι­γνί­δια καὶ ἀ­κίν­δυ­να πράγ­μα­τα. Για­τί, λοι­πόν, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ ἁ­πλώ­νουν καὶ κα­τα­λαμ­βά­νουν ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος ὅ­ταν ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε καὶ σὲ θέ­μα­τα πέ­ραν τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ ὅ­λες τὶς ἡ­λι­κί­ες καὶ σὲ ὅ­λα τὰ κοι­νω­νι­κὰ θέ­μα­τα; Μή­πως καὶ ἡ ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης στὴν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νὴ πε­ρί­ο­δο ἦ­ταν μιὰ ἔκ­φρα­ση νέ­ων δυ­να­το­τή­των τῆς κοι­νω­νί­ας (πε­ρισ­σό­τε­ρη ἠ­ρε­μί­α καὶ ἀ­σφά­λεια, πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­η­με­ρί­α), ποὺ ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε μιὰ ἄλ­λη μορ­φὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, λι­γό­τε­ρο αἰχ­μη­ρὴ καὶ σκλη­ρή; Κι αὐ­τὸ για­τί ἀ­να­κα­θο­ρί­στη­καν οἱ σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων με­τα­ξύ τους καὶ μὲ τὸν πε­ρι­βάλ­λον­τα κό­σμο; Ὁ Ὅ­μη­ρος δὲν ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά, μι­λοῦ­σε συ­νε­χῶς γιὰ τὰ ἡ­ρω­ι­κὰ καὶ τὰ ἐ­πηρ­μέ­να, οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὶ μπο­ροῦ­σαν νὰ σοῦ γρά­ψουν στὸ πὶ καὶ φὶ ἕ­να ποί­η­μα ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὴν ὀ­δον­το­γλυ­φί­δα.

        Λοι­πόν, ἡ νέ­α ἐ­πέ­λα­ση τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν μή­πως ση­μαί­νει ὅ­τι ἄλ­λα­ξε ἡ ἑλ­λα­δι­κὴ κοι­νω­νί­α; Ἀ­φή­νον­τας πα­λαι­ὰ πά­θη καὶ ἐ­θνι­κὲς πε­ρι­πλο­κὲς καὶ τρα­γι­κὲς ὁ­ρια­κὲς κα­τα­στά­σεις, ἔ­φτα­σε σὲ νέ­ο στά­διο ἠ­ρε­μί­ας καὶ κα­λο­πέ­ρα­σης, ποὺ ἀ­να­σύ­ρει συ­νε­χῶς στὴν ἐ­πι­φά­νεια τὸ φαι­νό­με­νο τοῦ ὑ­πο­κο­ρι­σμοῦ γιὰ μιὰ νέ­α μορ­φὴ κα­θο­ρι­σμοῦ τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ τῶν κοι­νω­νι­κῶν σχέ­σε­ων. Ἢ συμ­βαί­νει κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­να­πλή­ρω­ση τοῦ ἄ­ξε­νου καὶ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νου, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὶς ση­με­ρι­νὲς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις; ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τα, ὑ­πο­δυ­ό­μα­στε μιὰ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἕ­να πλη­σί­α­σμα με­τα­ξύ μας, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει; Οἱ Κύ­πριοι ἔ­χουν δε­χτεῖ ὅ­λες τὶς ἐκ­φρα­στι­κὲς κα­τευ­θύν­σεις τῆς πα­νελ­λή­νιας δη­μο­τι­κῆς, ἀρ­νοῦν­ται μό­νο τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό, ποὺ τε­λευ­ταῖ­α τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό­σο ἔν­το­να. Μή­πως αὐ­τὸ ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἡ ψυ­χὴ τῆς Κύ­πρου εἶ­ναι βα­ριά, για­τὶ οἱ κά­τοι­κοι της αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ζοῦν καὶ θὰ ζή­σουν σὲ σκλη­ρὲς καὶ αἰχ­μη­ρὲς ἐ­πο­χὲς καὶ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ δὲν τοὺς πᾶ­νε;

        Τὸ πράγ­μα ἔ­χει καὶ ἄλ­λες ὀ­δυ­νη­ρὲς συ­νέ­πει­ες, ἀ­πρό­σμε­νες. Φί­λος ἀ­πὸ τὴν Κύ­προ μοῦ εἶ­πε γιὰ τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀ­στυ­σί­α του ὅ­ταν, ὡς γό­νος ἀ­γρο­το­ποι­μέ­νων ποὺ θε­ω­ροῦ­σαν τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη ἐκ μέ­ρους τοῦ ἄρ­ρε­νος ὡς πρά­ξη δυ­να­μι­σμοῦ καὶ ἐ­πέ­λα­σης (τὴν ξε­πά­τω­σα, τὴν ξέ­σκι­σα), ἀ­νέ­βη­κε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὡ­ραί­ας Ἀ­θη­ναί­ας γιὰ τὰ πε­ραι­τέ­ρω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἐ­πί­μο­νο φλὲρτ τὴν προ­τε­ραί­α. Τὸν εἶ­χε κα­λέ­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της καὶ μὲ ἔ­παρ­ση χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι της, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος ὅ­τι σὲ λί­γη ὥ­ρα ἀ­κό­μη μιὰ ἐ­πι­τυ­χί­α θὰ κο­σμοῦ­σε τὸ στέμ­μα του. Στὸ κρε­βά­τι ξε­κί­νη­σαν τὰ ὡ­ραῖ­α, ἡ Ἀ­θη­ναί­α καλλί­πυ­γος καὶ τα­νύ­σφυ­ρος καὶ ἐ­κεῖ­νος λά­βρος καὶ ὁρ­μη­τι­κὸς ρο­πα­λο­φό­ρος, ὁ­πό­ταν ἐ­κεί­νη τὸν ρω­τᾶ. Θὲς γα­μη­σά­κι ἀ­μέ­σως ἢ νὰ ξε­κι­νή­σου­με μὲ μιὰ πι­πού­λα;

        Τοῦ ‘­πε­σε ἀ­μέ­σως. Για­τὶ ὅ­λα ξαφ­νι­κὰ γί­ναν παι­δι­κὸ δω­μά­τιο μὲ παι­χνι­δά­κια καὶ μπιμ­πε­λό, ἔ­τσι αὐ­τὸς κα­τέ­στη ἀ­νί­κα­νος εἰς τὸ ποι­εῖν τὰ τῆς Ἀ­φρο­δί­της.

        — Μὲ φά­γαν αὐ­τὰ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κού­λια, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή:  Ἀπὸ τήν συλλογὴ διηγημάτων Φώ­να­ξε τὰ παι­διά, ἐκδόσεις Κουκ­κίδα, Ἀθήνα, 2015.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).