Κά­θυ Φίς (Kathy Fish): Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα



Κά­θυ Φίς (Kathy Fish)


Μπέ­ϊμ­πυ Μπέ­ϊμ­πυ: 8 Μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα

(Baby Baby: Eight Micros)


ΛΟΙ βι­ά­ζον­ται.

Εἰ­δι­κὰ οἱ ἄν­τρες, ποὺ τρέ­χουν νὰ προ­λά­βουν τρέ­να καὶ θυ­σιά­ζουν τοὺς χαρ­το­φύ­λα­κές τους στὶς αὐ­τό­μα­τες πόρ­τες γιὰ νὰ τὶς ἐμ­πο­δί­σουν νὰ κλεί­σουν. Ἄν­τρες στὰ κα­θί­σμα­τα, δι­α­βά­ζον­τας τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα τους ἢ ἕ­να βι­βλί­ο τσέ­πης. Ἡ Λὶνγκ ἔ­χει βα­ρε­θεῖ αὐ­τοὺς τοὺς ἄν­τρες. Θέ­λει νὰ κολ­λή­σει τὴν φου­σκω­μέ­νη της κοι­λιὰ στὴ μού­ρη τους. Κοι­τά­ζει τὸ εἴ­δω­λό της στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Φο­ρά­ει ἕ­να κου­στού­μι ψα­ρο­κό­κα­λο γιὰ ἐγ­κύ­ους μὲ ἕ­να με­γά­λο κόκ­κι­νο φι­όγ­κο στὸ λαι­μό. Μοιά­ζει χον­τρὴ καὶ θυ­μω­μέ­νη, ἀλ­λὰ γι­ορ­τι­νή.


* * *


Ἕ­ξι ἑ­βδο­μά­δες με­τὰ τὴ γέν­να, ἡ Λὶνγκ ἐ­πι­στρέ­φει στὴ δου­λειά της στὸ κέν­τρο τῆς πό­λης. Βγά­ζει γά­λα μὲ τὸ θή­λα­στρο μέ­σα στὶς γυ­ναι­κεῖ­ες του­α­λέ­τες κα­θι­σμέ­νη πά­νω στὴ λε­κά­νη. Οἱ συ­νά­δελ­φοί της μπαί­νουν μέ­σα γιὰ νὰ κα­του­ρή­σουν ἢ νὰ πλύ­νουν τὰ δόν­τια τους καὶ τὸ θή­λα­στρο σφυ­ρί­ζει καὶ ἡ Λὶνγκ ἀ­πὸ τὴ θέ­ση της ζη­τά­ει συ­γνώ­μη… λέ­ει λυ­πᾶ­μαι.


* * *


Πρὶν ξη­με­ρώ­σει, βά­ζει τὴ ζώ­νη ἀ­σφα­λεί­ας στὸ μω­ρὸ μέ­σα στὸ Escort καὶ τοῦ χώ­νει στὸ στό­μα ἕ­να μπιμ­πε­ρό. Ἀ­φή­νει τὸ παι­δι­κὸ κά­θι­σμα αὐ­το­κι­νή­του στὸ σπί­τι τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ τὸ πά­ρει ὁ ἄν­τρας της ποὺ παίρ­νει τὸ παι­δὶ ὅ­ταν σχο­λά­ει ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ τὸ πη­γαί­νει σπί­τι μὲ τὸ Toyota του. Τὸ μω­ρὸ ἀ­κού­ει Bruce Springsteen στὸ Toyota καὶ τὴ Σο­νά­τα τοῦ Σε­λη­νό­φω­τος στὸ Escort.


* * *


Ἡ Λὶνγκ δί­νει στὴν μπείμ­πι σί­τερ μι­σὸ φλι­τζά­νι μη­τρι­κὸ γά­λα ἀ­π’ τὴν κα­τά­ψυ­ξη σὲ μιὰ σα­κού­λα. Ἡ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γνέ­φει ἀ­δι­ά­φο­ρα. «Θὰ τὸ ἀ­να­μεί­ξω μὲ τὸ γά­λα σὲ σκό­νη ποὺ παίρ­νει», λέ­ει. «Σοῦ ἔ­φυ­γε ἕ­νας πόν­τος ἀπ’ τὸ καλ­σόν.»


* * *


Ἡ Λὶνγκ δὲν κοι­μᾶ­ται κα­θό­λου καὶ δὲν εἶ­ναι ἀ­πο­δο­τι­κὴ στὴ δου­λειά της. Θὰ πα­ραι­τοῦν­ταν, ἀλ­λὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ἄ­φραγ­κοι. Ξαφ­νι­κά, δὲν κα­τα­λα­βαί­νει τί­πο­τα ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τά. Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Ρω­τά­ει τοὺς συ­να­δέλ­φους της. Ποι­οί εἶ­ναι οἱ κώ­δι­κες; Ποι­ά εἶ­ναι ἡ δι­α­δι­κα­σί­α; Πλη­κτρο­λο­γεῖ μιὰ σει­ρὰ ἐ­ρω­τη­μα­τι­κά, τρώ­ει λαί­μαρ­γα μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ τσάν­τα πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο της. Κα­μιὰ φο­ρὰ κλεί­νει τὰ μά­τια της καὶ ὀ­νει­ρεύ­ε­ται ὅ­τι τὸ μω­ρὸ ἔ­χει μπεῖ πά­λι μέ­σα στὸ στο­μά­χι της. Μό­νο ποὺ τώ­ρα τὸ μω­ρὸ εἶ­ναι μιὰ μα­ϊ­μοῦ.


* * *


Τὰ Σαβ­βα­το­κύ­ρια­κα παίρ­νει τὸ μω­ρὸ καὶ πά­ει μα­κριοὺς πε­ρι­πά­τους. Μιὰ φο­ρὰ εἶ­χαν κά­νει σχε­δὸν πέν­τε χι­λι­ό­με­τρα καὶ τὸ μω­ρὸ πεί­να­σε καὶ ἡ Λὶνγκ εἶ­χε ξε­χά­σει νὰ πά­ρει μα­ζί της μπιμ­πε­ρό. Γύ­ρι­σε πί­σω τρέ­χον­τας, σκον­τά­φτων­τας στὶς ρωγ­μὲς τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου, ἐ­νῶ τὸ μω­ρὸ οὔρ­λια­ζε.


* * *


Ὁ ἄν­τρας της κα­νο­νί­ζει νὰ βρεῖ μιὰ μπέ­ιμ­πι σί­τερ γιὰ νὰ πᾶ­νε σ’ ἕ­να Χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πάρ­τυ. Τὸ πάρ­τυ εἶ­ναι μιὰ βρα­διὰ στὸ Λὰς Βέγ­κας καὶ πον­τά­ρουν στὶς ρου­λέ­τες καὶ κου­τσομ­πο­λεύ­ουν μὲ τοὺς συ­να­δέλ­φους τοῦ ἄν­τρα της καὶ τὶς γυ­ναῖ­κες τους. Στὸ τρα­πέ­ζι τῶν ζα­ρι­ῶν, ἡ Λὶνγκ λέ­ει στὴν με­γα­λύ­τε­ρη γυ­ναί­κα δί­πλα της, ἔ­χω ἕ­να βρέ­φος τρι­ῶν μη­νῶν. Δὲν τὸ πι­στεύ­ω ὅ­τι εἶ­μαι ἐ­δῶ καὶ ἡ γυ­ναί­κα τῆς δί­νει μιὰ γου­λιὰ ἀ­π’ τὸ κο­κτέ­ιλ της.


* * *


Κά­θε ἐρ­γά­σι­μη μέ­ρα κα­τὰ τὸ σού­ρου­πο, ἡ Λὶνγκ μπαί­νει στὸ σπί­τι τρέ­χον­τας καὶ πε­τά­ει τ’ ἀ­θλη­τι­κά της πα­πού­τσια. Ξε­κουμ­πώ­νει τὴν φού­στα της καὶ κα­τε­βά­ζει τὸ καλ­σόν της καὶ παίρ­νει τὸ μω­ρὸ ἀ­πὸ τὴν ἀγ­κα­λιὰ τοῦ ἄν­τρα της. Ξα­πλώ­νει πί­σω, ση­κώ­νει τὸ μω­ρὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ κε­φά­λι της καὶ τὸ κου­νά­ει στὸν ἀ­έ­ρα μπρὸς καὶ πί­σω μέ­σα στὰ τεν­τω­μέ­να της χέ­ρια. Τρα­γου­δᾶ:

ἂχ μω­ρά­κι μω­ρά­κι

πά­νω ἀ­π’ τὸν κό­σμο πε­τᾶς

ψά­χνον­τας παι­χνί­δια καὶ κα­ρα­μέ­λες.



Πη­γή: http://www.friggmagazine.com/issuetwentyfour/poemsstories/fiction/fish/babybaby.htm

Κά­θυ Φὶς (Kathy Fish). Ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κὴ σύμ­βου­λος στὸ με­τα­πτυ­χια­κὸ πρό­γραμ­μα Κα­λῶν Τε­χνῶν καὶ Δη­μι­ουρ­γι­κῆς Γρα­φῆς (M.F.A program) τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ντέν­βερ, Regis University. Ἡ τέ­ταρ­τη συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των της ὑ­πὸ τὸν τί­τλο Rift (Ρωγ­μή), γραμ­μέ­νη σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὸν Robert Vaughan, ἐκ­δό­θη­κε τὸν Δε­κέμ­βριο τοῦ 2015 ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Unknown Press. Διατηρεῖ τὴν ἱστοσελίδα: https://www.kathy-fish.com/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/


		
Advertisements

Στάθης Ἀντωνίου: Μιὰ ἀκόμη μέρα στὸ μυαλὸ ἑνὸς μαθηματικοῦ

 

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου

 

Μιὰ ἀ­κό­μη μέ­ρα στὸ μυα­λὸ ἑ­νὸς μα­θη­μα­τι­κοῦ


ΑΝΤΑΖΟΜΑΙ ΤΟ ΓΑΛΑ τοῦ πρω­ι­νοῦ μου νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται σὰν σύν­νε­φο πά­νω ἀ­πὸ τὴν κού­πα μου. Τὸ σύν­νε­φο παίρ­νει τὸ σχῆ­μα ἑ­νὸς ἀ­ε­ρό­στα­του, δι­ογ­κώ­νε­ται μέ­χρι νὰ γί­νει σχε­δὸν δι­ά­φα­νο κι ἔ­πει­τα ξα­να­σερ­βί­ρε­ται στὴν κού­πα μου.

Στὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο βλέ­πω ἕ­να ἀν­θι­σμέ­νο κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Τὰ πέ­τα­λα πάλ­λον­ται ἐ­λα­φρὰ μέ­χρι ποὺ τὸ κα­θέ­να ἀ­πο­κτά­ει τὸ δι­κό του ρυθ­μό. Τὸ τρι­αν­τά­φυλ­λο ἀ­νοί­γει καὶ κά­θε πέ­τα­λο εἶ­ναι ἕ­να κύ­μα σὲ μιὰ και­νού­ρια θά­λασ­σα. Ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ φεύ­γω.

        Ἁ­πλώ­νω τὰ βι­βλί­α στὸ γρα­φεῖ­ο μου καὶ μπαί­νω στὸ γνώ­ρι­μο κό­σμο τῶν ἐ­ξι­σώ­σε­ων. Τὰ ἐ­ξω­τε­ρι­κὰ ἐ­ρε­θί­σμα­τα στα­μα­τᾶ­νε καὶ βυ­θί­ζο­μαι στὴν ἡ­συ­χί­α τῆς ἀ­να­πνο­ῆς μου. Σ’ αὐ­τὸ τὸν κό­σμο, οἱ ἔν­νοι­ες γί­νον­ται κα­θο­λι­κὲς καὶ ἀ­πό­μα­κρες. Σὰν νὰ πε­τᾶς σ’ ἕ­ναν ἄ­δει­ο οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ χαρ­το­γρα­φεῖς ἀ­πὸ ψη­λά. Ἡ ἄμ­μος, τὸ χῶ­μα καὶ ἡ πέ­τρα γί­νον­ται στε­ριὰ καὶ ὁ­τι­δή­πο­τε μπλὲ γί­νε­ται νε­ρό. Γί­νε­σαι ἄρ­χον­τας καὶ ὅ,τι ἀ­πο­δει­κνύ­εις ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται γιὰ ὅ­λους καὶ γιὰ πάν­τα.

        Ἕ­νας ἐ­νο­χλη­τι­κὸς ἦ­χος μὲ ἐ­πα­να­φέ­ρει στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, πρέ­πει νὰ πά­ω νὰ φά­ω. Ἔ­χω ρυθ­μί­σει τὸ ρο­λό­ι μου νὰ χτυ­πά­ει σὲ ὅ­λα τὰ γεύ­μα­τα τῆς μέ­ρας ὥ­στε νὰ μὴν μὲ ἀ­πα­σχο­λεῖ τὸ θέ­μα «φα­γη­τό». Στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α κά­θο­μαι μὲ ἄλ­λους ἐ­ρευ­νη­τὲς καί, ὅ­πως συ­νή­θως, συ­ζη­τᾶ­με γιὰ τὴ δου­λειά μας. Θὰ ΄θε­λα νὰ μι­λή­σω καὶ γιὰ ἄλ­λα πράγ­μα­τα, ὅ­πως τὴν ὄ­μορ­φη κί­τρι­νη θά­λασ­σα ποὺ φαν­τά­στη­κα τὸ πρω­ί, ἀλ­λὰ ντρέ­πο­μαι.

        Κοι­τά­ω ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ γρα­φεί­ου μου, ὁ ἀ­έ­ρας παί­ζει μὲ τὰ φύλ­λα τῶν δέν­τρων. Τὸ δα­σά­κι τοῦ πα­νε­πι­στη­μί­ου εἶ­ναι τέ­λει­ο. Ὅ­λα εἶ­ναι τέ­λεια. Ἡ δου­λειά μου, οἱ φί­λοι μου, ἡ γυ­ναί­κα μου, ὅ­λα τέ­λεια, μὰ κά­τι λεί­πει. Σὰν νὰ ὑ­πάρ­χει ἕ­να μι­κρὸ κομ­μά­τι τοῦ ἐ­αυ­τοῦ μου ποὺ ΄χει κλει­στεῖ σ’ ἕ­να κου­τὶ καὶ δὲν μπο­ρεῖ νὰ εὐ­χα­ρι­στη­θεῖ. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ μό­νο πρό­βλη­μα ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ λύ­σω για­τί δὲν ξέ­ρω πῶς νὰ ξε­κι­νή­σω. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ μὲ πιά­νει ἀν­τι­δρά­ω δι­α­φο­ρε­τι­κά. Κά­ποι­ες φο­ρὲς παίρ­νω μιὰ λευ­κὴ σε­λί­δα καὶ ἀ­φή­νω τὸ χέ­ρι μου νὰ κυ­λή­σει. Ἄλ­λες, πιά­νω τὰ πα­λιά μου πι­νέ­λα καὶ σκι­τσά­ρω κά­τι ἀ­φη­ρη­μέ­νο.

        Κα­θὼς κλεί­νω τὰ βι­βλί­α μου, σκέ­φτο­μαι πὼς ἂν θέ­λω νὰ λύ­σω τὸ πρό­βλη­μα, πρέ­πει νὰ δο­κι­μά­σω κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό.

        Περ­πα­τά­ω στὸν ἴ­διο δρό­μο ποὺ περ­πα­τοῦ­σα τὸ πρω­ὶ μό­νο ποὺ τώ­ρα εἶ­ναι νύ­χτα. Ἴ­σως ἡ λύ­ση δὲν μοιά­ζει μὲ λύ­ση. Ἴ­σως γιὰ ν’ ἀ­νοί­ξει τὸ κου­τὶ θέ­λει πολ­λὲς μι­κρὲς κι­νή­σεις. Ὅ­λα εἶ­ναι πι­θα­νὰ καὶ τί­πο­τα δὲν εἶ­ναι σί­γου­ρο κι αὐ­τὸ μὲ μπερ­δεύ­ει ἀ­κό­μα πε­ρισ­σό­τε­ρο.

        Στα­μα­τά­ω ἔ­ξω ἀ­π’ τὸ ἀν­θο­πω­λεῖ­ο καὶ ἐν­στι­κτω­δῶς ψά­χνω τὸ κί­τρι­νο τρι­αν­τά­φυλ­λο. Πρὶν προ­λά­βω νὰ τὸ βρῶ, ἀ­κού­ω μιὰ φω­νὴ «θέ­λε­τε νὰ σᾶς βο­η­θή­σω;», χα­μο­γε­λά­ω καὶ λέ­ω «βε­βαί­ως».



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Στά­θης Ἀν­τω­νί­ου (1982) Σπού­δα­σε μα­θη­μα­τι­κὰ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­ρευ­νη­τὴς Ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων Μα­θη­μα­τι­κῶν στὸ Ἐ­θνι­κὸ Με­τσό­βιο Πο­λυ­τε­χνεῖ­ο καὶ ὡς σύμ­βου­λος στὴν ἑ­ται­ρεί­α Avon. Ἔ­χει πα­ρα­κο­λου­θή­σει μα­θή­μα­τα λο­γο­τε­χνί­ας στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Shakespeare & Co τοῦ Πα­ρι­σιοῦ καὶ στὸ ποιητικὸ έργατήριο τοῦ «Ἱ­δρύ­ματος Τά­κης Σι­νό­που­λος» στὴν Ἀ­θή­να. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει σὲ δι­α­δι­κτυα­κὰ καὶ ἔν­τυ­πα πε­ρι­ο­δι­κὰ στὴν Ἑλ­λά­δα καὶ στὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό.


Χόρχε Λουὶς Μπόρχες (Jorge Luis Borges): Argumentum ornithologicum


Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges)


Argumentum ornithologicum


ΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ καὶ βλέ­πω ἕ­να σμῆ­νος που­λι­ῶν. Τὸ ὅ­ρα­μα δια­ρκεῖ ἕ­να δευ­τε­ρό­λε­πτο, μπο­ρεῖ καὶ λι­γό­τε­ρο· δὲν ξέ­ρω πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἦ­ταν κα­θο­ρι­σμέ­νος ἢ ἀ­κα­θό­ρι­στος ὁ ἀ­ριθ­μός τους; Τὸ πρό­βλη­μα ἐμ­πε­ρι­έ­χει τὸ ζή­τη­μα τῆς ὕ­παρ­ξης τοῦ Θε­οῦ. Ἐ­ὰν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι κα­θο­ρι­σμέ­νος, για­τὶ ὁ Θε­ὸς γνω­ρί­ζει πό­σα που­λιὰ εἶ­δα. Ἐ­ὰν δὲν ὑ­πάρ­χει Θε­ός, ὁ ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­κα­θό­ρι­στος, για­τί κα­νεὶς δὲν μπό­ρε­σε νὰ τὸν ὑ­πο­λο­γί­σει. Σὲ αὐ­τὴν τὴν πε­ρί­πτω­ση, εἶ­δα λι­γό­τε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα που­λιὰ (ἂς ποῦ­με), ἀλ­λὰ δὲν εἶ­δα ἐν­νέ­α, ὀ­κτώ, ἑ­πτά, ἕ­ξι, πέν­τε, τέσ­σε­ρα, τρί­α ἢ δύ­ο. Εἶ­δα ἕ­ναν ἀ­ριθ­μὸ ἀ­νά­με­σα στὸ δέ­κα καὶ τὸ ἕ­να, ποὺ δὲν εἶ­ναι τὸ ἐν­νέ­α, τὸ ὀ­κτώ, τὸ ἑ­πτά, τὸ ἕ­ξι, τὸ πέν­τε κ.λπ. Αὐ­τὸς ὁ ἀ­κέ­ραι­ος ἀ­ριθ­μὸς εἶ­ναι ἀ­σύλ­λη­πτος· ἄ­ρα, ὁ Θε­ὸς ὑ­πάρ­χει.



Πη­γή: El hacedor (1960)

Χόρχε Λουὶς Μπόρ­χες (Jorge Luis Borges) (Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Ἀρ­γεν­τι­νὴ 1899-Γε­νεύ­η, Ἐλ­βε­τί­α, 1986). Δι­ή­γη­μα, Ποί­η­ση, Κρι­τι­κή, Δο­κί­μιο. Θε­ω­ρεῖ­ται μί­α ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μορ­φὲς τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Εἶ­ναι πιὸ γνω­στὸς γιὰ τὰ δι­η­γή­μα­τά του ὅ­που κυ­ρια­ρχεῖ τὸ στοι­χεῖ­ο τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ. Πολ­λὲς ἀ­πὸ τὶς πιὸ γνω­στές του ἱ­στο­ρί­ες ἀ­φο­ροῦν τὴ φύ­ση τοῦ χρό­νου, τὸ ἄ­πει­ρο, κα­θρέ­φτες, λα­βύ­ριν­θους, τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καὶ τὴν ταυ­τό­τη­τα.  Πρώ­τη συλ­λο­γὴ ποι­η­μά­των του: Fervor de Buenos Aires (Πά­θος γιὰ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες, 1923), ἄλ­λα ἔρ­γα του: Ἡ βι­βλι­ο­θή­κη τῆς Βα­βέλ, Τὸ Ἄ­λεφ, κ.ἄ. Ἡ δι­ε­θνὴς φή­μη τοῦ Μπόρ­χες ξε­κί­νη­σε στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960. Τὸ 1961 μοι­ρά­στη­κε μὲ τὸν Σά­μι­ου­ελ Μπέ­κετ τὸ Βρα­βεῖ­ο Φορ­μεν­τόρ.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Κων­σταν­τῖ­νος Πα­λαι­ο­λό­γος (Ἀ­θή­να 1963). Ἀναπληρωτὴς κα­θη­γη­τὴς Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­ας στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης. Δι­δά­σκει, ἐ­πί­σης, Ἰ­σπα­νι­κὴ Λο­γο­τε­χνί­α στὸ Ἑλ­λη­νι­κὸ Ἀ­νοι­κτὸ Πα­νε­πι­στή­μιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ ἔρ­γα τῶν Ἐ. Σάμ­πα­το, Μ. Ἀλ­το­λαγ­κί­ρε, Ἰ. Ἀλ­δε­κό­α, Μ. Βάθ­κεθ Μον­ταλ­μπάν, Χ. Γι­α­μα­θά­ρες, Ρ. Τσίρ­μπες, Χ. Ἀ­γέ­στα, Λ.Μ. Πα­νέ­ρο, Σ. δὲ Τό­ρο, Ἀ. Μπρά­ις Ἐ­τσε­νί­κε, Ἀ. Τρα­πι­έ­γιο, Ἀ. Γκα­μο­νέ­δα, Σ. Πά­μι­ες καὶ Ἀ. Κου­έ­το με­τα­ξὺ ἄλ­λων.



		

	

Σάββας Παύλου: Τὰ ἐπικίνδυνα ὑποκοριστικά

paylousabbas-taepikindynaypokoristika-eikona-01


Σάβ­βας Παύ­λου


Τὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά

10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΝΑ σαντουϊτσάκι, τυ­ρο­πι­τού­λα;

— Μιὰ τυ­ρό­πι­τα.

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κά­κι, ἕ­να χυ­μού­λη;

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κό.

        — Κο­κα­κο­λί­τσα;

        — Κό­κα κό­λα.

        Μὲ ἐ­νο­χλεῖ καὶ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς τῶν πάν­των στὴ σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ὁ προ­η­γού­με­νος δι­ά­λο­γος εἶ­ναι κα­τα­γραμ­μέ­νος ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς εἰ­πώ­θη­κε. Εἶ­χα μπεῖ κου­ρα­σμέ­νος καὶ δι­ψα­σμέ­νος σ’ ἕ­να το­στά­δι­κο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἡ κο­ρα­σί­δα μὲ ὑ­πε­δέ­χθη εὔ­χα­ρις καὶ προ­ση­νής.

        Ἀ­κού­γον­τας τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά της, θυ­μή­θη­κα μιὰ ποὺ τῆς ἔ­μοια­ζε, ποὺ λί­γες μέ­ρες πρὶν εἶ­χε ξε­σα­λώ­σει ὅ­λους τοὺς με­σή­λι­κες ἄν­δρες στὴν κα­φε­τέ­ρια ὅ­που συ­χνά­ζω. Πῶς βρέ­θη­κε σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω, ἡ ἡ­λι­κί­α της ἔ­χει τὰ δι­κά της στέ­κια, ὅ­μως αὐ­τὴ ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες νὰ πί­νει τοὺς φρα­πέ­δες της καὶ νὰ τη­λε­φω­νεῖ, ἀ­πο­κά­λυ­πτε ὡ­ραῖ­ες γάμ­πες, χα­μο­γε­λοῦ­σε, κοι­τοῦ­σε τοὺς ἄν­δρες κι ἔ­παιρ­νε μοι­ραῖα ὕ­φη, ξε­φυ­σοῦ­σε κα­πνὸ κι ἄ­νοι­γε τὰ σκέ­λια δῆ­θεν νὰ πά­ρει πιὸ ἄ­νε­τη στά­ση, ὅ­λοι κοι­τοῦ­σαν καὶ σκέ­φτον­ταν τὸ με­ρί­διό τους ποὺ χά­θη­κε, ὁ φί­λος μου ποὺ στὴν ἀρ­χὴ τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σε μὲ θαυ­μα­σμὸ «— τὴν ἀ­φι­λό­τι­μη», στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη, ὅ­ταν τὸ πα­ρά­κα­νε μὲ τὰ τσα­λί­μια της, «— εἶ­δες τὸ αἰ­δοιά­κιον» εἶ­πε, καὶ ὅ­ταν ἐ­γὼ τὸν κοί­τα­ξα ξαφ­νι­α­σμέ­νος γιὰ τὴ λέ­ξη, πρό­σθε­σε μὲ ἔ­παρ­ση γιὰ τὴ γλωσ­σο­πλα­στι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα, «— νὰ εἶ­ναι ὑ­πε­ρυ­ποκο­ρι­στι­κό, ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά­ρα μᾶλ­λον».

        Ἀ­κού­γον­τας, λοι­πόν, τὰ λό­για τῆς κα­πη­λί­δος, σκέ­φτη­κα ἀ­κό­μη ὅ­τι καὶ σὲ μιὰ ἄλ­λη πε­ρί­ο­δο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας εἴ­χα­με ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης, κά­πο­τε κυ­ρι­ο­λε­κτών­τας, κά­πο­τε «πρὸς θω­πεί­αν ἢ χλεύ­ην»: τυ­ρὸς > τυ­ρί­ον > τυ­ρί, ὄ­φις > ὀ­φίδιον > φί­δι, ρύ­αξ > ρυά­κιον > ρυά­κι. Σή­με­ρα δὲν τὰ αἰ­σθα­νό­μα­στε ἔ­τσι, τὰ θε­ω­ροῦ­με κα­νο­νι­κὰ οὐ­σι­α­στι­κά, ἀ­γνο­οῦ­με τὴν προ­η­γού­με­νη ὑ­πο­κο­ρι­στι­κο­ποί­η­ση καὶ ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ ἐκ­φρά­σου­με τὴ σμί­κρυν­ση τῶν πραγ­μά­των, λό­γῳ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ κά­πο­τε ὑ­πο­τι­μη­τι­κά, φτι­ά­χνου­με και­νούρ­για ἐ­πὶ τῶν πα­λι­ῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν: φρύ­δι – φρυ­δά­κι, φί­δι – φι­δά­κι. Κά­πο­τε σκέ­φτο­μαι ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς ἔ­γι­νε καὶ μέ­σα στὰ πλαί­σια ἁ­πλο­ποί­η­σης τῆς γλώσ­σας ποὺ συ­νέ­βη­κε στοὺς ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὺς χρό­νους. Ἔ­τσι τὸ ὄ­φις (τοῦ ὄ­φε­ως) τῆς τρί­της κλί­σε­ως ἔ­γι­νε δευ­τε­ρό­κλι­το: ὀ­φί­διον, ὀ­φι­δί­ου. Τὸ ἴ­διο καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ριτ­το­σύλ­λα­βα: ἡ ὀ­φρὺς (τῆς ὀ­φρύ­ος) ἔ­γι­νε τὸ ὀ­φρύ­διον (τοῦ ὀ­φρυ­δί­ου),τὸ ὄμ­μα (τοῦ ὄμ­μα­τος) ἔ­γι­νε τὸ ὀμμά­τιον (τοῦ ὀμ­μα­τί­ου), ὁ ὄρ­χις (τοῦ ὄρ­χε­ος, οἱ ὄρ­χεις) ἔ­γι­ναν τὸ ὀρ­χί­διον, τοῦ ὀρ­χι­δί­ου, τὰ ὀρ­χί­δια. Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ ἡ ἔν­τα­ξή τους στὴν ὁ­μά­δα τῶν ὀ­νο­μά­των τῆς γραμ­μα­τι­κῆς ποὺ ἔ­χουν πιὸ ὁ­μα­λὴ κλί­ση.

        Μή­πως, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ δοῦ­με καὶ ἄλ­λες πα­ρα­μέ­τρους; Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι, ὅ­ταν μι­λᾶ­με στὰ παι­διά, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με συ­νε­χῶς τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό: ἡ τσαν­τού­λα, ἡ μα­μά­κα, τὸ μο­λυ­βά­κι σου. Ἔ­τσι τὰ ὑ­πο­κο­ρι­ζό­με­να, στὴ συ­νο­μι­λί­α μὲ τὰ παι­διά, λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­πό­σβε­ση τοῦ αἰχ­μη­ροῦ,τοῦ τρα­γι­κοῦ καὶ τοῦ δύ­σκο­λού τῆς ζω­ῆς. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­ναν κό­σμο γε­μά­το παι­γνί­δια καὶ ἀ­κίν­δυ­να πράγ­μα­τα. Για­τί, λοι­πόν, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ ἁ­πλώ­νουν καὶ κα­τα­λαμ­βά­νουν ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος ὅ­ταν ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε καὶ σὲ θέ­μα­τα πέ­ραν τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ ὅ­λες τὶς ἡ­λι­κί­ες καὶ σὲ ὅ­λα τὰ κοι­νω­νι­κὰ θέ­μα­τα; Μή­πως καὶ ἡ ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης στὴν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νὴ πε­ρί­ο­δο ἦ­ταν μιὰ ἔκ­φρα­ση νέ­ων δυ­να­το­τή­των τῆς κοι­νω­νί­ας (πε­ρισ­σό­τε­ρη ἠ­ρε­μί­α καὶ ἀ­σφά­λεια, πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­η­με­ρί­α), ποὺ ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε μιὰ ἄλ­λη μορ­φὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, λι­γό­τε­ρο αἰχ­μη­ρὴ καὶ σκλη­ρή; Κι αὐ­τὸ για­τί ἀ­να­κα­θο­ρί­στη­καν οἱ σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων με­τα­ξύ τους καὶ μὲ τὸν πε­ρι­βάλ­λον­τα κό­σμο; Ὁ Ὅ­μη­ρος δὲν ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά, μι­λοῦ­σε συ­νε­χῶς γιὰ τὰ ἡ­ρω­ι­κὰ καὶ τὰ ἐ­πηρ­μέ­να, οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὶ μπο­ροῦ­σαν νὰ σοῦ γρά­ψουν στὸ πὶ καὶ φὶ ἕ­να ποί­η­μα ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὴν ὀ­δον­το­γλυ­φί­δα.

        Λοι­πόν, ἡ νέ­α ἐ­πέ­λα­ση τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν μή­πως ση­μαί­νει ὅ­τι ἄλ­λα­ξε ἡ ἑλ­λα­δι­κὴ κοι­νω­νί­α; Ἀ­φή­νον­τας πα­λαι­ὰ πά­θη καὶ ἐ­θνι­κὲς πε­ρι­πλο­κὲς καὶ τρα­γι­κὲς ὁ­ρια­κὲς κα­τα­στά­σεις, ἔ­φτα­σε σὲ νέ­ο στά­διο ἠ­ρε­μί­ας καὶ κα­λο­πέ­ρα­σης, ποὺ ἀ­να­σύ­ρει συ­νε­χῶς στὴν ἐ­πι­φά­νεια τὸ φαι­νό­με­νο τοῦ ὑ­πο­κο­ρι­σμοῦ γιὰ μιὰ νέ­α μορ­φὴ κα­θο­ρι­σμοῦ τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ τῶν κοι­νω­νι­κῶν σχέ­σε­ων. Ἢ συμ­βαί­νει κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­να­πλή­ρω­ση τοῦ ἄ­ξε­νου καὶ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νου, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὶς ση­με­ρι­νὲς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις; ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τα, ὑ­πο­δυ­ό­μα­στε μιὰ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἕ­να πλη­σί­α­σμα με­τα­ξύ μας, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει; Οἱ Κύ­πριοι ἔ­χουν δε­χτεῖ ὅ­λες τὶς ἐκ­φρα­στι­κὲς κα­τευ­θύν­σεις τῆς πα­νελ­λή­νιας δη­μο­τι­κῆς, ἀρ­νοῦν­ται μό­νο τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό, ποὺ τε­λευ­ταῖ­α τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό­σο ἔν­το­να. Μή­πως αὐ­τὸ ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἡ ψυ­χὴ τῆς Κύ­πρου εἶ­ναι βα­ριά, για­τὶ οἱ κά­τοι­κοι της αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ζοῦν καὶ θὰ ζή­σουν σὲ σκλη­ρὲς καὶ αἰχ­μη­ρὲς ἐ­πο­χὲς καὶ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ δὲν τοὺς πᾶ­νε;

        Τὸ πράγ­μα ἔ­χει καὶ ἄλ­λες ὀ­δυ­νη­ρὲς συ­νέ­πει­ες, ἀ­πρό­σμε­νες. Φί­λος ἀ­πὸ τὴν Κύ­προ μοῦ εἶ­πε γιὰ τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀ­στυ­σί­α του ὅ­ταν, ὡς γό­νος ἀ­γρο­το­ποι­μέ­νων ποὺ θε­ω­ροῦ­σαν τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη ἐκ μέ­ρους τοῦ ἄρ­ρε­νος ὡς πρά­ξη δυ­να­μι­σμοῦ καὶ ἐ­πέ­λα­σης (τὴν ξε­πά­τω­σα, τὴν ξέ­σκι­σα), ἀ­νέ­βη­κε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὡ­ραί­ας Ἀ­θη­ναί­ας γιὰ τὰ πε­ραι­τέ­ρω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἐ­πί­μο­νο φλὲρτ τὴν προ­τε­ραί­α. Τὸν εἶ­χε κα­λέ­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της καὶ μὲ ἔ­παρ­ση χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι της, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος ὅ­τι σὲ λί­γη ὥ­ρα ἀ­κό­μη μιὰ ἐ­πι­τυ­χί­α θὰ κο­σμοῦ­σε τὸ στέμ­μα του. Στὸ κρε­βά­τι ξε­κί­νη­σαν τὰ ὡ­ραῖ­α, ἡ Ἀ­θη­ναί­α καλλί­πυ­γος καὶ τα­νύ­σφυ­ρος καὶ ἐ­κεῖ­νος λά­βρος καὶ ὁρ­μη­τι­κὸς ρο­πα­λο­φό­ρος, ὁ­πό­ταν ἐ­κεί­νη τὸν ρω­τᾶ. Θὲς γα­μη­σά­κι ἀ­μέ­σως ἢ νὰ ξε­κι­νή­σου­με μὲ μιὰ πι­πού­λα;

        Τοῦ ‘­πε­σε ἀ­μέ­σως. Για­τὶ ὅ­λα ξαφ­νι­κὰ γί­ναν παι­δι­κὸ δω­μά­τιο μὲ παι­χνι­δά­κια καὶ μπιμ­πε­λό, ἔ­τσι αὐ­τὸς κα­τέ­στη ἀ­νί­κα­νος εἰς τὸ ποι­εῖν τὰ τῆς Ἀ­φρο­δί­της.

        — Μὲ φά­γαν αὐ­τὰ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κού­λια, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή:  Ἀπὸ τήν συλλογὴ διηγημάτων Φώ­να­ξε τὰ παι­διά, ἐκδόσεις Κουκ­κίδα, Ἀθήνα, 2015.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).



		

	

Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο: Σήματα Ὁδικῆς Κυκλοφορίας


Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο

 

Σήματα Ὁδικῆς Κυκλοφορίας


AgnostosMeGousto-SimataKykloforias


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μαίλι προωθημένο ἀπὸ Ἡρὼ Νικοπούλου (29 Μαΐου 2016).

Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο (;).



		

	

Μιχαὴλ Μήτρας: Ἡ ἐκδοχὴ μιᾶς συνάντησης


Mitras,Michail-IEkdochiMiasSynantisis-Eikona-02


Μιχαὴλ Μήτρας


Ἡ ἐκ­δο­χὴ μιᾶς συ­νάν­τη­σης


ΗΜΕΡΑ βρο­χε­ρὴ μὲ γκρί­ζο φῶς πί­σω ἀ­π’ τὸ τζά­μι τῆς κα­φε­τέ­ριας


Βγά­ζον­τας ἀρ­γὰ τὰ μαῦ­ρα της γάν­τια τὸν κοί­τα­ξε


Ἕ­νας ἀ­δέ­ξιος δι­ά­λο­γος μὲ δι­α­στή­μα­τα σι­ω­πῆς καὶ βλέμ­μα­τα


Στὸ φλυ­τζά­νι πά­γω­νε τὸ τσά­ι, μὲ χρῶ­μα ποὺ σκού­ραι­νε


Ἕ­νας συ­νε­χὴς θό­ρυ­βος: συ­νο­μι­λί­ες, σερ­βι­ρί­σμα­τα, τη­λε­ο­πτι­κὸ ρε­πορ­τὰζ γιὰ τὸν πό­λε­μο, κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, μαρ­σά­ρι­σμα μο­το­συ­κλέ­τας


«Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ νο­μί­ζεις», τοῦ εἶ­πε χα­μη­λό­φω­να


Ἔ­νι­ω­σε σὰν νὰ βρι­σκό­ταν σὲ ἄ­δει­ο δω­μά­τιο


Πρὸς στιγ­μὴν τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή του ἡ πρω­το­σέ­λι­δη εἴ­δη­ση τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ποὺ δι­ά­βα­ζε κά­ποι­ος δί­πλα τους


Μιὰ φω­τει­νὴ λω­ρί­δα στὸ δά­πε­δο


Ὅ­πως ἡ αἰφ­νι­δι­α­στι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση ἑ­νὸς γε­γο­νό­τος: πρὶν δε­κα­ο­κτὼ χρό­νια σὲ ὑ­πε­ρα­στι­κὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, δι­α­σχί­ζον­τας τὸ ὀ­ρει­νὸ το­πί­ο ἑ­νὸς νη­σιοῦ κα­θὼς τέ­λει­ω­νε τὸ κα­λο­καί­ρι


Ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα ἔ­βγα­λε τὸ κρα­γιὸν κι ἄρ­χι­σε νὰ βά­φει τὰ χεί­λη της, κλεί­νον­τας τὰ μά­τια


Κα­θὼς ἡ πό­λη ἔ­παιρ­νε τὴ νυ­χτε­ρι­νή της ὄ­ψη


Τὸ πρω­ὶ τῆς ἴ­διας μέ­ρας στὴν μπὲζ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ γρα­φεί­ου, ὅ­ταν τῆς τη­λε­φώ­νη­σε κι ἐ­κεί­νη δί­στα­ζε


«Μή­πως αὔ­ριο τὸ ἀ­πό­γευ­μα;», ἄ­κου­σε τὴ φω­νή του ἀλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­δη­μο­νί­α


Στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ ἀ­σαν­σὲρ εἶ­δε τὰ πρό­σω­πά τους, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­φύ­γουν τὸ βλέμ­μα του


Βγῆ­κε στὸν δρό­μο καὶ μὲ γρή­γο­ρο βη­μα­τι­σμὸ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε γιὰ ὧ­ρες στὴν πό­λη, φαν­τα­σι­ώ­νον­τας ἐκ­δο­χὲς τῆς αὐ­ρια­νῆς τους συ­νάν­τη­σης


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἐ­κεί­νη ἦρ­θε φο­ρών­τας γυα­λιὰ ἡ­λί­ου, κι ἂς ἦ­ταν προ­χω­ρη­μέ­νο ἀ­πό­γευ­μα


Ἡ ἁ­φὴ τοῦ δέρ­μα­τος σὲ μιὰ χει­ρα­ψί­α ἀ­να­δρο­μι­κῆς οἰ­κει­ό­τη­τας


Πα­ρα­τή­ρη­σε τὰ μαλ­λιά της ὑ­γρὰ ἀ­π’ τὴ βρο­χή


«Ποῦ τὸ θυ­μή­θη­κες τώ­ρα αὐ­τό,..», εἶ­πε σχε­δὸν ἐ­νο­χλη­μέ­νη


Ἡ εἰ­κό­να ἑ­νὸς ἀν­θι­σμέ­νου κή­που πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μυα­λό του ἀ­στρα­πια­ῖα, γιὰ ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει ἀ­μέ­σως με­τὰ ἡ εἰ­κό­να μιᾶς βρα­χώ­δους ἀ­κτῆς


Βγαί­νον­τας ἀ­π’ τὸν κλει­στὸ χῶ­ρο, δι­α­πί­στω­σαν ὅ­τι ἡ βρο­χὴ εἶ­χε στα­μα­τή­σει κι ἐ­κεῖ­νος πρό­τει­νε νὰ βα­δί­σουν μὲς στὴ νύ­χτα


Ὁ θό­ρυ­βος ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του τὸν ἐμ­πό­δι­σε ν’ ἀ­κού­σει τὴν ἀ­πάν­τη­σή της


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μι­χα­ὴλ Μή­τρας, Μη­χα­νὴ Ἀ­να­ζή­τη­σης, πε­ζο-γρα­φή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2008.

Μι­χα­ὴλ Μή­τρας (Βό­λος, 1944). Ποί­η­ση, πεζογραφία, δι­ή­γη­μα, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση, m­a­il a­rt. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ρα­δι­ο­σκη­νο­θε­σί­α στὸ Λον­δί­νο. Συ­νερ­γά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Χρο­νι­κό, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Φανταστικὴ νουβέλα (πεζογραφία, 1972).



		

	

Λουίτζι Πιραντέλλο (Luigi Pirandello): Μιὰ ἰδέα


Pirandello,Luigi-MiaIdea-Eikona-02


Λουίτζι Πιραντέλλο (Luigi Pirandello)


Μιὰ ἰ­δέ­α

(Un’idea)


18-MiΟΛΙΣ ἀ­φή­νει τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὁ­μή­γυ­ρη στὸ κα­φε­νεῖ­ο (μὲ τὸν κα­πνὸ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται ἀ­νά­με­σα στὰ φῶ­τα καὶ στοὺς κα­θρέ­φτες), βρί­σκει μπρο­στά του τὴ νύ­χτα: γυ­ά­λι­νη, σχε­δὸν εὔ­θραυ­στη μὲς στὴν κα­θα­ρό­τη­τα τῶν λαμ­πε­ρῶν ἀ­στε­ρι­ῶν πά­νω στὴν ἀ­πέ­ραν­τη, ἔ­ρη­μη πλα­τεί­α.

       Τοῦ φαί­νε­ται ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ δι­α­σχί­σει· ἡ ζω­ὴ μὲς στὴν ὁ­ποί­α πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει, ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στα μα­κρι­νὴ ἀ­πὸ αὐ­τή· καὶ ὅ­λη ἡ πό­λη, λὲς καὶ εἶ­ναι ἀ­κα­τοί­κη­τη ἐ­δῶ καὶ αἰ­ῶ­νες, μὲ τοὺς φα­νο­στά­τες ποὺ ἀ­κό­μη τὴν ξα­γρυ­πνοῦν μὲς στὴ μυ­στη­ρι­ώ­δη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α ἐ­κεί­νου τοῦ ψυ­χροῦ γα­λά­ζιου χρώ­μα­τος τῆς νύ­χτας. Ἀ­δύ­να­τος καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά του μέ­σα σὲ κεί­νη τὴ σι­ω­πὴ ποὺ μοιά­ζει αἰ­ώ­νια.

       Ἄχ! Ἂν ὡς ἐκ θαύ­μα­τος ἔ­σβη­νε ἡ ζω­ὴ τῆς πό­λης! Κα­θι­σμέ­νος σὰν ἐ­παί­της στὸ στη­θαῖ­ο τοῦ δρό­μου, μπρο­στὰ στὴν πλα­τεί­α, θὰ μεί­νει ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι οἱ πε­ριτ­τοὶ φα­νο­στά­τες νὰ κοι­τά­ζει τὴν ἀ­κί­νη­τη ἔκ­πλη­ξη ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν πραγ­μά­των ποὺ ἔ­χουν πλέ­ον χά­σει κά­θε ση­μα­σί­α.

       Ξυ­πνᾶ στὸ τέ­λος ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ μα­γεί­α καὶ δι­α­σχί­ζει τὴν πλα­τεί­α.

       Ἐ­λα­φρὺ σὰν ἴ­σκιος τὸ σῶ­μα του· καὶ κα­θὼς προ­χω­ρᾶ, κα­νέ­νας ἦ­χος. Ποῦ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε τὸ φορ­τί­ο ποὺ ἔ­νι­ω­σε νὰ τὸν βα­ραί­νει λί­γο νω­ρί­τε­ρα; Τώ­ρα, ὁ­λό­γυ­ρα ἡ πό­λη λὲς καὶ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη σὲ μιὰ ὀ­νει­ρι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ τὸ σῶ­μα του κι­νεῖ­ται ἐν­τός της σὰν νὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ρευ­στό, ἴ­σκιος ἀ­νά­με­σά σε ἴ­σκιους.

       Εἶ­ναι λοι­πὸν μιὰ ἰ­δέ­α. Πά­λι, πάν­τα, αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δὲν κα­τορ­θώ­νει μὲ κα­νέ­ναν τρό­πο νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σει. Μό­λις δι­αι­σθά­νε­ται συγ­κε­χυ­μέ­να τὴν πα­ρου­σί­α της, νι­ώ­θει νὰ τὸν κα­τα­πι­έ­ζει αὐ­τὸ τὸ φορ­τί­ο. Μό­λις ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, νά ποὺ ἀ­δειά­ζει σὰν ἴ­σκιος.

       Δὲν πρέ­πει ὅ­μως νὰ ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὸ τὸ φορ­τί­ο. Τὸ φορ­τί­ο ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὸν χρό­νο ποὺ χά­νει, βλέ­πον­τας τοὺς ἄλ­λους νὰ ζοῦν. Δὲν κα­τα­φέρ­νει πιὰ νὰ κα­τα­λά­βει τὴν αἰ­τί­α, ἢ κα­λύ­τε­ρα, πε­ρι­μέ­νει νὰ κα­τα­λά­βει τί ἄλ­λο ἀ­να­ζη­τοῦν, ἂν αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ζω­ή, ἔ­τσι κα­μω­μέ­νη κα­θὼς εἶ­ναι μὲ πράγ­μα­τα ποὺ γνω­ρί­ζεις, συ­νη­θι­σμέ­να καὶ ἀ­πα­ραί­τη­τα, τὰ ἴ­δια κά­θε μέ­ρα, ἴ­σως μὲ τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς κά­θε τό­σο μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξουν καὶ και­νούρ­για μό­νο καὶ μό­νο δι­ό­τι πῆ­ραν μιὰ πιὸ πλα­τιὰ ὄ­ψη, μὲ κά­τι ἀ­προσ­δό­κη­το στὴν ἀρ­χή, μιὰ ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη αἴ­σθη­ση, ἔ­τσι ποὺ νὰ φαί­νε­ται πὼς ἀ­νοί­γε­ται ἐμ­πρός σου ἕ­νας ἄλ­λος κό­σμος· καὶ με­τά, ἢ συ­νη­θί­ζεις γρή­γο­ρα ἢ ξα­να­πέ­φτεις ἀ­μέ­σως, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη κα­τά­στα­ση μιᾶς συ­νε­χοῦς ἀ­δι­α­φο­ρί­ας. Γιὰ τὴ μαλ­θα­κό­τη­τα ὁ­ρι­σμέ­νων κα­λο­συ­νά­των καὶ κά­πως ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νων πρά­ξε­ών του νι­ώ­θει μιὰν τέ­τοι­α ἀ­η­δί­α ποὺ ἂν κά­τσει καὶ τὸ σκε­φτεῖ, πολ­λὲς φο­ρὲς θὰ ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο κτῆ­νος. Καὶ αὐ­τὲς οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀλ­λοι­ώ­νουν τὸ πρό­σω­πό τους γιὰ νὰ τὸ με­τα­μορ­φώ­σουν σὲ μά­σκα! Ἂν τὶς ρω­τή­σεις «Τί σκέ­φτε­σαι;», δὲν σκέ­φτον­ται τί­πο­τα· ἀρ­κεῖ ὅ­μως νὰ τὶς ρω­τή­σεις καὶ ἀ­να­δύ­ε­ται στὸ μυα­λό τους κά­τι ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ σοῦ ποῦ­νε. Εἶ­ναι σὰν νὰ ξυ­πνᾶς τὶς γά­τες. Καὶ ἡ μα­ται­ό­τη­τα ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν μυ­στι­κῶν συλ­λο­γι­σμῶν, πάν­τα μ’ ἕ­να ἠ­λί­θιο χα­μό­γε­λο ἕ­τοι­μο νὰ σχη­μα­τι­στεῖ στὰ χεί­λη σου στὸ πα­ρα­μι­κρὸ κά­λε­σμα τῶν ἀ­γα­πη­τῶν φί­λων, ποὺ σὲ χλευά­ζουν, για­τὶ δὲν ξέ­ρεις νὰ τοὺς πεῖς οὔ­τε τί ἔ­χεις οὔ­τε τί θέ­λεις. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ βά­ρος. Ἐ­νῶ, ἴ­σως, ἀ­πὸ μό­νη της ἡ ἰ­δέ­α εἶ­ναι τὸ ἐ­λα­φρύ, τὸ πιὸ ἁ­πλὸ καί, για­τί ὄ­χι, τὸ πιὸ σύ­νη­θες πράγ­μα.

       Δι­έ­σχι­σε τὴν πλα­τεί­α. Προ­τοῦ μπεῖ στὸ στε­νὸ μὲ τὰ σπί­τια κον­το­στέ­κε­ται πά­λι. Στὴν κα­τά­στα­ση ποὺ βρί­σκε­ται τὸ νὰ πά­ει νὰ κλει­στεῖ τοῦ προ­κα­λεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ζα­λά­δα φό­βο. Στρί­βει δε­ξιά, κα­τὰ μῆ­κος τῆς λε­ω­φό­ρου ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ γέ­φυ­ρα, καὶ στὴ συ­νέ­χεια στὶς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νες συ­νοι­κί­ες πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι. Εἶ­ναι σί­γου­ρο πὼς θὰ κά­νει πί­σω μό­λις φτά­σει στὴ γέ­φυ­ρα. Δὲν θὰ τὴν ἀ­νέ­βει τὴ γέ­φυ­ρα. Χω­ρὶς νὰ θέ­λει νὰ τὸ νιώ­σει, ἕ­να ρί­γος τὸν δι­α­περ­νᾶ καὶ μό­νο στὴ σκέ­ψη. Τὸ κρύ­ο εἶ­ναι δι­α­πε­ρα­στι­κό· ἀ­κό­μη καὶ τὸ πλα­κό­στρω­το μοιά­ζει νὰ ἔ­χει με­λα­νιά­σει. Κα­θὼς περ­πα­τᾶ, πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς κά­θε φο­ρὰ ποὺ περ­νᾶ κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν ἠ­λε­κτρι­κὸ λαμ­πτή­ρα ποὺ κρέ­με­ται στὴ σει­ρά, ψη­λά, κα­τα­με­σῆς της λε­ω­φό­ρου, ὁ ἴ­σκιος τοῦ σώ­μα­τός του ἐ­πι­μη­κύ­νε­ται, με­γα­λώ­νον­τας πα­ρά­δο­ξα καὶ τὸ ἕ­να πό­δι καὶ τὸ ἄλ­λο, καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πι­μη­κύ­νε­ται τό­σο ἐ­ξα­ϋ­λώ­νε­ται, μέ­χρις ὅ­του ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται. Καὶ ὁ ἴ­σκιος τοῦ σώ­μα­τός του λοι­πὸν ὅ­πως καὶ αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α.

       Δὲν δύ­να­ται πλέ­ον νὰ βαυ­κα­λι­στεῖ μὲ τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ί, ἀ­να­νε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ ὕ­πνο, θὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω του τὴ θύ­μη­ση αὐ­τῶν τῶν βα­σα­νι­στι­κῶν στιγ­μῶν, ἀ­να­φω­νών­τας γιὰ νὰ μὴν τοὺς δώ­σει ση­μα­σί­α: «εἶ­ναι ἡ κού­ρα­ση!».

       Τὸ ἔ­χει πεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τό. Τοῦ φαί­νε­ται πλέ­ον πὼς πρό­κει­ται γιὰ τὰ λό­για κά­ποι­ου ἄλ­λου, γιὰ μιὰν πα­ρη­γο­ριὰ πού, μο­λο­νό­τι εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο νὰ δώ­σεις, τὸ κά­νεις. Ἂν εἶ­ναι ἐ­ξάλ­λου στ’ ἀ­λή­θεια ἡ κού­ρα­ση, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ δὲν πρό­κει­ται πλέ­ον γιὰ στιγ­μὲς καὶ ποὺ δὲν ἀρ­κεῖ οὔ­τε ὁ ὕ­πνος οὔ­τε κά­τι ἄλ­λο γιὰ νὰ τοῦ πε­ρά­σει, τί ἀ­να­κού­φι­ση καὶ τί πα­ρη­γο­ριὰ μπο­ρεῖ πιὰ νὰ ὑ­πάρ­ξει γι’ αὐ­τὸν ὀ­νο­μά­ζον­τας ἔ­τσι αὐ­τὴν τὴν ἰ­δέ­α; Καὶ δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ἀ­πέ­χθεια γιὰ τὸ εἶ­δος τῆς ζω­ῆς ποὺ κά­νει. Ὄ­χι, εἶ­ναι ὅ­τι στ’ ἀ­λή­θεια δὲν ξέ­ρει τί εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς οὔ­τε ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται στὸ μυα­λό του τό­σο συ­χνὰ πλέ­ον αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α, σὰν μιὰ αἰφ­νί­δια παύ­ση ποὺ τὸν κρα­τᾶ με­τέ­ω­ρο καὶ βυ­θι­σμέ­νο σὲ μιὰ θο­λὴ ἀ­να­μο­νή.

       Μὰ τί ἔ­γι­νε; Ἔ­χει ἤ­δη μπεῖ μέ­σα;

       Ἀ­πὸ μό­να τους, τὰ πό­δια του τὸν ὁ­δή­γη­σαν σὲ μιὰν ἐ­ξώ­πορ­τα πο­λὺ γνω­στὴ σὲ κεί­νη τὴ λε­ω­φό­ρο· καὶ μά­λι­στα ἀ­νέ­βη­καν τὴν πρώ­τη στρο­φὴ μιᾶς σκά­λας, τὴν ὁ­ποί­α ἄλ­λες φο­ρὲς εἶ­χε ἀ­νέ­βει μὲ μιὰ ἀ­ό­ρι­στη ἐλ­πί­δα στὴν καρ­διὰ καὶ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε κα­τέ­βει μὲ τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ μὴν τὴν ξα­να­νέ­βει πο­τὲ πιά.

       Ἕ­να προ­θά­λα­μος καὶ με­τὰ τὸ γρα­φεῖ­ο, ὁ­λο­σκό­τει­νο, μὲ τὸ φῶς νὰ πέ­φτει μό­νο πά­νω στὰ με­γά­λα ἄ­σπρα φύλ­λα ἑ­νὸς κα­τά­στι­χου, ἀ­νοιγ­μέ­νου πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ σε­κρε­ταίρ. Μό­λις ποὺ δι­α­φαί­νε­ται μὲς σὲ κεί­νη τὴ σκιὰ ἕ­να πορ­τα­τὶφ μὲ πρά­σι­νο γυα­λί. Καὶ πά­νω σε κεῖ­να τὰ φω­τι­σμέ­να φύλ­λα δύ­ο μι­κρὰ ρο­δα­λὰ χε­ρά­κια, μὲ τό­σα λακ­κά­κια ὅ­σα καὶ τὰ δά­χτυ­λα. Μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὴ σκιά. Χω­ρὶς ἴ­χνος ἔκ­πλη­ξης, χω­ρὶς ἐ­πί­πλη­ξη, σὰν νὰ δι­α­γρά­φε­ται ἕ­να ἁ­πα­λό, εὐ­τυ­χι­σμέ­νο χα­μό­γε­λο: «Ἄ, ἦρ­θες πά­λι;».

       Πρέ­πει νὰ συ­νη­θί­σεις στὸ σκο­τά­δι γιὰ νὰ μπο­ρεῖς νὰ δι­α­κρί­νεις· αὐ­τὸς βλέ­πει κα­θα­ρὰ ὅ­μως καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴ φω­νὴ καὶ ἔ­χει, ὡς συ­νή­θως, τὰ χέ­ρια του πα­νέ­τοι­μα· ὡς συ­νή­θως αὐ­τὴ τὰ παίρ­νει καὶ κά­νει σὰν νὰ τοῦ τὰ ἐ­πι­στρέ­φει μᾶλ­λον πα­ρὰ σὰν νὰ τὰ ἀ­πω­θεῖ. Ἔ­τσι δὲν τὰ θέ­λει· ἀ­κό­μη κι ἂν αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε πά­ψει νὰ εἶ­ναι ὁ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κός της. Τί; Εἶ­ναι ἀ­κό­μη; Τί θρά­σος! Δὲν ἔ­χει φα­νεῖ ἐ­δῶ καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες. Αὐ­τὴ δὲν τοῦ ξα­να­τη­λε­φώ­νη­σε· δὲν θὰ τοῦ ξα­να­τη­λε­φω­νή­σει ὅ­μως πο­τέ. Ἂν θέ­λει νὰ ἔρ­χε­ται, θὰ εἶ­ναι πάν­τα κα­λο­δε­χού­με­νος καὶ θὰ τὴ βρί­σκει κά­θε βρά­δυ νὰ δου­λεύ­ει στὸ σπί­τι, με­τὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της δου­λειὰ στὴν τρά­πε­ζα: ἐ­κεῖ, μὲ τὰ κα­τά­στι­χά της, ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ τοὺς δύ­ο κον­δυ­λο­φό­ρους, μά­λι­στα, καὶ τὰ δύ­ο με­λά­νια, τοὺς κόκ­κι­νους καὶ τοὺς μαύ­ρους ἀ­ριθ­μούς, τοὺς χά­ρα­κες, τὰ μο­λύ­βια καὶ τὴν ἀ­ριθ­μο­μη­χα­νὴ γιὰ τὶς ἀ­ριθ­μη­τι­κὲς πρά­ξεις.

       «Θεί­α!»

       Ἄ­δι­κος κό­πος νὰ τὴν ξυ­πνή­σεις, τὴν κα­η­μέ­νη τὴ θεί­α. Συ­νή­θως κοι­μᾶ­ται στὸν κα­να­πὲ κά­νον­τας πὼς πλέ­κει. Ἐ­πι­μέ­νει νὰ τὴ πε­ρι­μέ­νει, μὲ τὰ γυα­λιὰ στὴ μύ­τη, μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σει τὴ δου­λειά της γιὰ νὰ πᾶ­νε μα­ζὶ γιὰ ὕ­πνο. Τὸ κε­φά­λι της γέρ­νει πό­τε πρὸς τὸν ἕ­ναν ὦ­μο καὶ πό­τε πρὸς τὸν ἄλ­λον· τὰ χέ­ρια της ἔ­χουν γλι­στρή­σει στὸ στῆ­θος: καὶ τὰ γυα­λιά της θὰ γλι­στρή­σουν σὲ λί­γο ἀ­πὸ τὴ μύ­τη της.

       Αὐ­τοὶ οἱ ἀ­ριθ­μοί; Μὰ ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα ση­μαν­τι­κὸ γιὰ κεί­νη. Ἁ­πλὰ ἡ δου­λειά της, ποὺ πρέ­πει νὰ τὴν ἐ­κτε­λέ­σει μὲ τὴ μέ­γι­στη προ­σο­χή. Ἔ­πει­τα, ἡ θέ­ση τους εἶ­ναι ἐ­κεῖ, γιὰ τὴν τρά­πε­ζα. Δὲν τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρουν κα­θό­λου. Καὶ λέ­γον­τας αὐ­τὰ περ­νά­ει τὰ δά­κτυ­λά της στὰ ξαν­θὰ γυ­α­λι­στε­ρὰ καὶ ἴ­σια μαλ­λιά της καὶ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει μὲ τὰ ἀ­νοι­χτό­χρω­μα γα­λά­ζια μά­τια της. Τὰ χεί­λη της εἶ­ναι τό­σο τρυ­φε­ρὰ καὶ τὸ μέ­τω­πό της τό­σο ἤ­ρε­μο! Μὰ δὲν ἔ­χει πο­τὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες;

       «Ὄ­χι. Καὶ για­τί νὰ ἔ­χει;».

       Ἄχ, Θε­έ μου, ναί, κά­ποι­ες, φευ­γα­λέ­ες, καὶ μό­νο ἂν εἶ­ναι ἐ­φι­κτές. Εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι.

       Κι ἂν αὐ­τὸς τὴν παν­τρευ­ό­ταν;

       Μὰ ἀ­σφα­λῶς, για­τί ὄ­χι, θὰ ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη.

       Αὐ­τὸς ὅ­μως δὲν θὰ τὴν παν­τρευ­τεῖ πο­τέ. Τώ­ρα τὴν ρω­τά­ει ἁ­πλῶς γιὰ νὰ μά­θει τί θὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σει.

       Ὡ­ραί­α, ἔ­τσι τοῦ ἀ­παν­τά­ει. Εἶ­ναι ὄ­μορ­φο νὰ κά­νει αὐ­τὴν τὴν ὑ­πο­θε­τι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση ἀ­κό­μη κι ἂν δὲν τὴν πι­στεύ­ει.

       Ἐ­ξάλ­λου, εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν παν­τρεύ­ε­ται μιὰ γυ­ναί­κα σὰν κι αὐ­τή. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ κά­νει μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ζω­ή. Αὐ­τὸ τὸ ἀρ­χον­τι­κὸ δι­α­με­ρι­σμα­τά­κι, μο­λο­νό­τι στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο, ὅ­λα κα­λο­βαλ­μέ­να, μὲ τὰ σω­στὰ χρώ­μα­τα, κουρ­τί­νες, χα­λιά, ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση πὼς ὅ­λα τὰ ὀ­φεί­λει στὴ δου­λειά της, ἡ ἠ­ρε­μί­α τῆς θεί­ας, κά­ποι­ες μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις ποὺ κά­θε τό­σο μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν, οἱ θε­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς στὴ θά­λασ­σα ἢ στὸ βου­νό, κά­ποι­οι πε­ρί­πα­τοι, οἱ γι­ορ­τές, μὲ τὴν τά­δε ἢ τὴν δεί­να φί­λη. Μὰ ἀ­σφα­λῶς, ναί, ἔ­χει με­ρι­κὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Καὶ χα­μο­γε­λά­ει. Για­τί δὲν θά ’­πρε­πε νὰ ἔ­χει; Καὶ κά­ποι­ον νε­α­ρό, για­τί ὄ­χι! Λί­γες γυ­ναῖ­κες ξέ­ρουν νὰ χα­μο­γε­λοῦν μὲ μιὰ τό­σο ἀ­πό­μα­κρη γλυ­κύ­τη­τα. Μοιά­ζει μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λα, μα­κριὰ καὶ ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της, λὲς καὶ οὔ­τε τὸ σῶ­μα της τῆς ἀ­νή­κει καὶ δὲν ἔ­χει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ὑ­πο­ψί­α οὔ­τε γιὰ τὸν πό­θο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ξυ­πνή­σει οὔ­τε γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει. Ἐκ­πέμ­πει πράγ­μα­τι μιὰ τέρ­ψη τό­σο ἀρ­χον­τι­κὰ ἤ­ρε­μη καὶ ἁ­γνὴ ποὺ κα­νέ­νας σαρ­κι­κὸς πό­θος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­δυ­θεῖ σὲ αὐ­τὸν ποὺ τὴν κοι­τά­ζει. Μὰ εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὴν σκέ­φτε­ται τί­πο­τα; Του­λά­χι­στον τὸ μέλ­λον της! Μὰ θὰ ζή­σει πάν­τα ἔ­τσι, μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐγ­κρά­τεια, πάν­τα μὲ αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος τῆς πα­ραί­τη­σης ἀ­πὸ ὅ­λα; Ὑ­πάρ­χουν οἱ ἄλ­λοι· ὑ­πάρ­χει ἡ ζω­ή, ἀρ­κεῖ νὰ κά­νει ἕ­να βῆ­μα. Δὲν θέ­λει. Οἱ σκέ­ψεις τῆς μέ­ρας, τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει. Ἐ­νί­ο­τε δι­α­βά­ζει κά­ποι­ο βι­βλί­ο· ἔ­χει ὅ­μως τό­σο λί­γο χρό­νο γιὰ τὸ δι­ά­βα­σμα! Τα­ξι­δι­ω­τι­κὰ βι­βλί­α. Μὲ τα­ξί­δια στὸ βό­ρει­ο πό­λο; Ὄ­χι. Για­τί τὸ λέ­ει αὐ­τό; Ἕ­να ἀ­κό­μη ὡ­ραῖ­ο, ρευ­στό, κα­θα­ρό, φω­τει­νὸ γέ­λιο. Πι­στεύ­ει στ’ ἀ­λή­θεια πὼς εἶ­ναι τό­σο ψυ­χρή; Κι ὅ­μως, λέ­νε πὼς οἱ Ἐ­σκι­μῶ­ες εἶ­ναι τό­σο θερ­μές!

       «Ἐ­γώ; Δὲν ξέ­ρω. Τὸ χει­μώ­να δὲν τὸ ἀν­τέ­χω τὸ κρύ­ο. Κά­τω τὰ χέ­ρια. Εἶ­ναι κρύ­α, τὸ ξέ­ρω.»

       Ἔ­πει­τα αὐ­τὴ ἡ σι­ω­πή. Πάν­τα αὐ­τὴ ἡ σι­ω­πή.

       «Κοι­μᾶ­μαι ἤ­ρε­μα. Σπά­νια ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι.»

       Στὴ γέ­φυ­ρα, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, τί κα­θα­ρό­τη­τα ποὺ ἔ­χουν τὰ ἀ­στέ­ρια!

       Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό, γιὰ νὰ μὴν κοι­τά­ξει κά­τω, τὸ νε­ρὸ στὸ πο­τά­μι. Ἡ ἰ­δέ­α τὴν ὁ­ποί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σει ἴ­σως εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή. Δὲν ἔ­χει ὅ­μως τὸ κου­ρά­γιο. Ἀ­κουμ­πά­ει τὰ χέ­ρια του στὴν κου­πα­στὴ τῆς γέ­φυ­ρας· τὰ νι­ώ­θει νὰ ἐ­πι­στρέ­φουν καὶ τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο τῆς πέ­τρας, ὅ­πως νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ θαλ­πω­ρὴ ἐ­κεί­νων τῶν ἄλ­λων χε­ρι­ῶν. Καὶ ἀ­πο­μέ­νει ἐ­κεῖ, βυ­θι­σμέ­νος ξα­νά, θο­λά, σὲ κεί­νη τὴν πα­ρά­ξε­νη δι­κή του προ­σμο­νή. Ὁ χρό­νος ἔ­χει στα­μα­τή­σει, καὶ ἀ­νά­με­σα στὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χουν ἀ­πο­μεί­νει τρι­γύ­ρω ἀ­πο­σβο­λω­μέ­να, σὲ ἔκ­στα­ση, φαί­νε­ται πὼς ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο μυ­στι­κὸ βρί­σκε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μέ­σα σὲ τό­ση ἀ­κι­νη­σί­α μό­νο το νε­ρὸ τοῦ πο­τα­μοῦ κι­νεῖ­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: L. Pirandello, «Un’idea» στὸ Il meg­lio dei rac­con­ti di Lui­gi Pi­ra­ndel­lo, Mon­da­do­ri, Mi­la­no, 1993, pp. 1014-1018.

Λου­ί­τζι Πι­ραν­τέλ­λο (Luigi Pirandello) (Ἀ­κρά­γαν­τας 1867 – Ρώ­μη 1936). Ξε­κί­νη­σε νὰ γρά­φει νου­βέ­λες στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τίας τοῦ 1890 καὶ συ­νέ­χι­σε ὣς τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες τῆς ζω­ῆς του. Τὸ δι­ή­γη­μα δὲν ἦ­ταν μό­νο το ση­μεῖ­ο ἀ­φε­τη­ρί­ας γιὰ τὰ θε­α­τρι­κά του ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τὸ προ­νο­μι­οῦ­χο ἔ­δα­φος γιὰ κά­θε ψυ­χι­κὴ ἐν­δο­σκό­πη­ση, ἰ­δα­νι­κὸ γιὰ νὰ δώ­σει ζω­ὴ σὲ ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα, νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σει ἀ­το­μι­κὲς τρα­γω­δί­ες ἢ νὰ πα­ρα­πέμ­ψει σὲ πιὸ ἐ­κτε­νεῖς ἱ­στο­ρι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς κρί­σεις. Τὸ πλῆ­ρες corpus τῶν σύν­το­μων δι­η­γη­μά­των τοῦ Πι­ραν­τέλ­λο (τρι­α­κό­σια ἑ­ξήν­τα δι­η­γή­μα­τα) ἐκ­δό­θη­κε μὲ τὸν τί­τλο Νου­βέ­λες γιὰ ­να χρό­νο σὲ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις τό­μους τὸ δι­ά­στη­μα 1922-1937 καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν τέ­λει­ο ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ μη­χα­νι­σμό, ἐ­πι­δέ­ξια κα­τα­σκευ­α­σμέ­νους δι­α­λό­γους, ἐκ­πλη­κτι­κὰ μον­τέρ­νους χα­ρα­κτῆ­ρες. Ἱ­στο­ρί­ες “χω­ρὶς ἤ­ρω­ες”, μὲ τὰ ἀν­θρώ­πι­να ζη­τή­μα­τα νὰ δι­α­θλῶν­ται ὅ­πως σὲ ἕ­ναν κα­θρέ­φτη ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­δύ­ον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὲς καὶ ἀλ­λό­κο­τες εἰ­κό­νες. Κεί­με­να-ὁ­ρό­ση­μα ἀ­π’ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­γρά­φει κα­νεὶς τὸ πα­ρά­λο­γο τῶν ἀν­θρώ­πι­νων πα­θῶν, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται τὸ ὑ­πο­συ­νεί­δη­το, ρί­χνει ἕ­να βλέμ­μα σὲ μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­νώ­μα­λη, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νη, ἀ­νοί­κεια, ποὺ στε­ρεῖ­ται ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε κα­θη­συ­χα­στι­κῆς σι­γου­ριᾶς.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι τὸ Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α τὸ Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).