Σάββας Παύλου: Τὰ ἐπικίνδυνα ὑποκοριστικά

paylousabbas-taepikindynaypokoristika-eikona-01


Σάβ­βας Παύ­λου


Τὰ ἐ­πι­κίν­δυ­να ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά

10-Epsilon-Magnus_Erlingssons_saga-initial-G__MuntheΝΑ σαντουϊτσάκι, τυ­ρο­πι­τού­λα;

— Μιὰ τυ­ρό­πι­τα.

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κά­κι, ἕ­να χυ­μού­λη;

        — Ἀ­να­ψυ­κτι­κό.

        — Κο­κα­κο­λί­τσα;

        — Κό­κα κό­λα.

        Μὲ ἐ­νο­χλεῖ καὶ μὲ προ­βλη­μα­τί­ζει ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς τῶν πάν­των στὴ σύγ­χρο­νη ἑλ­λη­νι­κὴ ἔκ­φρα­ση. Ὁ προ­η­γού­με­νος δι­ά­λο­γος εἶ­ναι κα­τα­γραμ­μέ­νος ὅ­πως ἀ­κρι­βῶς εἰ­πώ­θη­κε. Εἶ­χα μπεῖ κου­ρα­σμέ­νος καὶ δι­ψα­σμέ­νος σ’ ἕ­να το­στά­δι­κο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ ἡ κο­ρα­σί­δα μὲ ὑ­πε­δέ­χθη εὔ­χα­ρις καὶ προ­ση­νής.

        Ἀ­κού­γον­τας τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά της, θυ­μή­θη­κα μιὰ ποὺ τῆς ἔ­μοια­ζε, ποὺ λί­γες μέ­ρες πρὶν εἶ­χε ξε­σα­λώ­σει ὅ­λους τοὺς με­σή­λι­κες ἄν­δρες στὴν κα­φε­τέ­ρια ὅ­που συ­χνά­ζω. Πῶς βρέ­θη­κε σ’ αὐ­τὸν τὸν τό­πο δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ κα­τα­λά­βω, ἡ ἡ­λι­κί­α της ἔ­χει τὰ δι­κά της στέ­κια, ὅ­μως αὐ­τὴ ἐ­κεῖ μὲ τὶς ὧ­ρες νὰ πί­νει τοὺς φρα­πέ­δες της καὶ νὰ τη­λε­φω­νεῖ, ἀ­πο­κά­λυ­πτε ὡ­ραῖ­ες γάμ­πες, χα­μο­γε­λοῦ­σε, κοι­τοῦ­σε τοὺς ἄν­δρες κι ἔ­παιρ­νε μοι­ραῖα ὕ­φη, ξε­φυ­σοῦ­σε κα­πνὸ κι ἄ­νοι­γε τὰ σκέ­λια δῆ­θεν νὰ πά­ρει πιὸ ἄ­νε­τη στά­ση, ὅ­λοι κοι­τοῦ­σαν καὶ σκέ­φτον­ταν τὸ με­ρί­διό τους ποὺ χά­θη­κε, ὁ φί­λος μου ποὺ στὴν ἀρ­χὴ τὴν χα­ρα­κτή­ρι­σε μὲ θαυ­μα­σμὸ «— τὴν ἀ­φι­λό­τι­μη», στὴν ἐ­ξέ­λι­ξη, ὅ­ταν τὸ πα­ρά­κα­νε μὲ τὰ τσα­λί­μια της, «— εἶ­δες τὸ αἰ­δοιά­κιον» εἶ­πε, καὶ ὅ­ταν ἐ­γὼ τὸν κοί­τα­ξα ξαφ­νι­α­σμέ­νος γιὰ τὴ λέ­ξη, πρό­σθε­σε μὲ ἔ­παρ­ση γιὰ τὴ γλωσ­σο­πλα­στι­κή του ἱ­κα­νό­τη­τα, «— νὰ εἶ­ναι ὑ­πε­ρυ­ποκο­ρι­στι­κό, ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά­ρα μᾶλ­λον».

        Ἀ­κού­γον­τας, λοι­πόν, τὰ λό­για τῆς κα­πη­λί­δος, σκέ­φτη­κα ἀ­κό­μη ὅ­τι καὶ σὲ μιὰ ἄλ­λη πε­ρί­ο­δο τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς γλώσ­σας εἴ­χα­με ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης, κά­πο­τε κυ­ρι­ο­λε­κτών­τας, κά­πο­τε «πρὸς θω­πεί­αν ἢ χλεύ­ην»: τυ­ρὸς > τυ­ρί­ον > τυ­ρί, ὄ­φις > ὀ­φίδιον > φί­δι, ρύ­αξ > ρυά­κιον > ρυά­κι. Σή­με­ρα δὲν τὰ αἰ­σθα­νό­μα­στε ἔ­τσι, τὰ θε­ω­ροῦ­με κα­νο­νι­κὰ οὐ­σι­α­στι­κά, ἀ­γνο­οῦ­με τὴν προ­η­γού­με­νη ὑ­πο­κο­ρι­στι­κο­ποί­η­ση καὶ ὅ­ταν θέ­λου­με νὰ ἐκ­φρά­σου­με τὴ σμί­κρυν­ση τῶν πραγ­μά­των, λό­γῳ τρυ­φε­ρό­τη­τας, ἀλ­λὰ καὶ κά­πο­τε ὑ­πο­τι­μη­τι­κά, φτι­ά­χνου­με και­νούρ­για ἐ­πὶ τῶν πα­λι­ῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν: φρύ­δι – φρυ­δά­κι, φί­δι – φι­δά­κι. Κά­πο­τε σκέ­φτο­μαι ὅ­τι αὐ­τὸς ὁ ὑ­πο­κο­ρι­σμὸς ἔ­γι­νε καὶ μέ­σα στὰ πλαί­σια ἁ­πλο­ποί­η­σης τῆς γλώσ­σας ποὺ συ­νέ­βη­κε στοὺς ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὺς χρό­νους. Ἔ­τσι τὸ ὄ­φις (τοῦ ὄ­φε­ως) τῆς τρί­της κλί­σε­ως ἔ­γι­νε δευ­τε­ρό­κλι­το: ὀ­φί­διον, ὀ­φι­δί­ου. Τὸ ἴ­διο καὶ δι­ά­φο­ρα ἄλ­λα πε­ριτ­το­σύλ­λα­βα: ἡ ὀ­φρὺς (τῆς ὀ­φρύ­ος) ἔ­γι­νε τὸ ὀ­φρύ­διον (τοῦ ὀ­φρυ­δί­ου),τὸ ὄμ­μα (τοῦ ὄμ­μα­τος) ἔ­γι­νε τὸ ὀμμά­τιον (τοῦ ὀμ­μα­τί­ου), ὁ ὄρ­χις (τοῦ ὄρ­χε­ος, οἱ ὄρ­χεις) ἔ­γι­ναν τὸ ὀρ­χί­διον, τοῦ ὀρ­χι­δί­ου, τὰ ὀρ­χί­δια. Ἔ­τσι ἔ­γι­νε καὶ ἡ ἔν­τα­ξή τους στὴν ὁ­μά­δα τῶν ὀ­νο­μά­των τῆς γραμ­μα­τι­κῆς ποὺ ἔ­χουν πιὸ ὁ­μα­λὴ κλί­ση.

        Μή­πως, ὅ­μως, πρέ­πει νὰ δοῦ­με καὶ ἄλ­λες πα­ρα­μέ­τρους; Εἶ­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸ ὅ­τι, ὅ­ταν μι­λᾶ­με στὰ παι­διά, χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με συ­νε­χῶς τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό: ἡ τσαν­τού­λα, ἡ μα­μά­κα, τὸ μο­λυ­βά­κι σου. Ἔ­τσι τὰ ὑ­πο­κο­ρι­ζό­με­να, στὴ συ­νο­μι­λί­α μὲ τὰ παι­διά, λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­πό­σβε­ση τοῦ αἰχ­μη­ροῦ,τοῦ τρα­γι­κοῦ καὶ τοῦ δύ­σκο­λού τῆς ζω­ῆς. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δη­μι­ουρ­γοῦν ἕ­ναν κό­σμο γε­μά­το παι­γνί­δια καὶ ἀ­κίν­δυ­να πράγ­μα­τα. Για­τί, λοι­πόν, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ ἁ­πλώ­νουν καὶ κα­τα­λαμ­βά­νουν ἕ­να με­γά­λο μέ­ρος ὅ­ταν ἀ­πευ­θυ­νό­μα­στε καὶ σὲ θέ­μα­τα πέ­ραν τῆς παι­δι­κῆς ἡ­λι­κί­ας, ὅ­ταν ἀ­να­φε­ρό­μα­στε σὲ ὅ­λες τὶς ἡ­λι­κί­ες καὶ σὲ ὅ­λα τὰ κοι­νω­νι­κὰ θέ­μα­τα; Μή­πως καὶ ἡ ἐ­πέ­λα­ση τῆς σμί­κρυν­σης στὴν Ἀ­λε­ξαν­δρι­νὴ πε­ρί­ο­δο ἦ­ταν μιὰ ἔκ­φρα­ση νέ­ων δυ­να­το­τή­των τῆς κοι­νω­νί­ας (πε­ρισ­σό­τε­ρη ἠ­ρε­μί­α καὶ ἀ­σφά­λεια, πε­ρισ­σό­τε­ρη εὐ­η­με­ρί­α), ποὺ ἐ­πι­ζη­τοῦ­σε μιὰ ἄλ­λη μορ­φὴ ἐ­πι­κοι­νω­νί­ας, λι­γό­τε­ρο αἰχ­μη­ρὴ καὶ σκλη­ρή; Κι αὐ­τὸ για­τί ἀ­να­κα­θο­ρί­στη­καν οἱ σχέ­σεις τῶν ἀν­θρώ­πων με­τα­ξύ τους καὶ μὲ τὸν πε­ρι­βάλ­λον­τα κό­σμο; Ὁ Ὅ­μη­ρος δὲν ἀ­γα­ποῦ­σε τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κά, μι­λοῦ­σε συ­νε­χῶς γιὰ τὰ ἡ­ρω­ι­κὰ καὶ τὰ ἐ­πηρ­μέ­να, οἱ Ἀ­λε­ξαν­δρι­νοὶ μπο­ροῦ­σαν νὰ σοῦ γρά­ψουν στὸ πὶ καὶ φὶ ἕ­να ποί­η­μα ἀ­κό­μη καὶ γιὰ τὴν ὀ­δον­το­γλυ­φί­δα.

        Λοι­πόν, ἡ νέ­α ἐ­πέ­λα­ση τῶν ὑ­πο­κο­ρι­στι­κῶν μή­πως ση­μαί­νει ὅ­τι ἄλ­λα­ξε ἡ ἑλ­λα­δι­κὴ κοι­νω­νί­α; Ἀ­φή­νον­τας πα­λαι­ὰ πά­θη καὶ ἐ­θνι­κὲς πε­ρι­πλο­κὲς καὶ τρα­γι­κὲς ὁ­ρια­κὲς κα­τα­στά­σεις, ἔ­φτα­σε σὲ νέ­ο στά­διο ἠ­ρε­μί­ας καὶ κα­λο­πέ­ρα­σης, ποὺ ἀ­να­σύ­ρει συ­νε­χῶς στὴν ἐ­πι­φά­νεια τὸ φαι­νό­με­νο τοῦ ὑ­πο­κο­ρι­σμοῦ γιὰ μιὰ νέ­α μορ­φὴ κα­θο­ρι­σμοῦ τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καὶ τῶν κοι­νω­νι­κῶν σχέ­σε­ων. Ἢ συμ­βαί­νει κά­τι ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κό, τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ λει­τουρ­γοῦν ὡς ἀ­να­πλή­ρω­ση τοῦ ἄ­ξε­νου καὶ ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νου, ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζουν τὶς ση­με­ρι­νὲς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις; ὅ­τι χρη­σι­μο­ποι­ών­τας τα, ὑ­πο­δυ­ό­μα­στε μιὰ τρυ­φε­ρό­τη­τα καὶ ἕ­να πλη­σί­α­σμα με­τα­ξύ μας, ποὺ δὲν ὑ­πάρ­χει; Οἱ Κύ­πριοι ἔ­χουν δε­χτεῖ ὅ­λες τὶς ἐκ­φρα­στι­κὲς κα­τευ­θύν­σεις τῆς πα­νελ­λή­νιας δη­μο­τι­κῆς, ἀρ­νοῦν­ται μό­νο τὸν ὑ­πο­κο­ρι­σμό, ποὺ τε­λευ­ταῖ­α τὴ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τό­σο ἔν­το­να. Μή­πως αὐ­τὸ ἐ­ξη­γεῖ­ται ἀ­πὸ τὸ ὅ­τι ἡ ψυ­χὴ τῆς Κύ­πρου εἶ­ναι βα­ριά, για­τὶ οἱ κά­τοι­κοι της αἰ­σθά­νον­ται ὅ­τι ζοῦν καὶ θὰ ζή­σουν σὲ σκλη­ρὲς καὶ αἰχ­μη­ρὲς ἐ­πο­χὲς καὶ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κὰ δὲν τοὺς πᾶ­νε;

        Τὸ πράγ­μα ἔ­χει καὶ ἄλ­λες ὀ­δυ­νη­ρὲς συ­νέ­πει­ες, ἀ­πρό­σμε­νες. Φί­λος ἀ­πὸ τὴν Κύ­προ μοῦ εἶ­πε γιὰ τὴν πτώ­ση καὶ τὴν ἀ­στυ­σί­α του ὅ­ταν, ὡς γό­νος ἀ­γρο­το­ποι­μέ­νων ποὺ θε­ω­ροῦ­σαν τὴν ἐ­ρω­τι­κὴ πρά­ξη ἐκ μέ­ρους τοῦ ἄρ­ρε­νος ὡς πρά­ξη δυ­να­μι­σμοῦ καὶ ἐ­πέ­λα­σης (τὴν ξε­πά­τω­σα, τὴν ξέ­σκι­σα), ἀ­νέ­βη­κε στὸ δι­α­μέ­ρι­σμα ὡ­ραί­ας Ἀ­θη­ναί­ας γιὰ τὰ πε­ραι­τέ­ρω, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ ἐ­πί­μο­νο φλὲρτ τὴν προ­τε­ραί­α. Τὸν εἶ­χε κα­λέ­σει στὸ δι­α­μέ­ρι­σμά της καὶ μὲ ἔ­παρ­ση χτύ­πη­σε τὸ κου­δού­νι της, ἀ­να­λο­γι­ζό­με­νος ὅ­τι σὲ λί­γη ὥ­ρα ἀ­κό­μη μιὰ ἐ­πι­τυ­χί­α θὰ κο­σμοῦ­σε τὸ στέμ­μα του. Στὸ κρε­βά­τι ξε­κί­νη­σαν τὰ ὡ­ραῖ­α, ἡ Ἀ­θη­ναί­α καλλί­πυ­γος καὶ τα­νύ­σφυ­ρος καὶ ἐ­κεῖ­νος λά­βρος καὶ ὁρ­μη­τι­κὸς ρο­πα­λο­φό­ρος, ὁ­πό­ταν ἐ­κεί­νη τὸν ρω­τᾶ. Θὲς γα­μη­σά­κι ἀ­μέ­σως ἢ νὰ ξε­κι­νή­σου­με μὲ μιὰ πι­πού­λα;

        Τοῦ ‘­πε­σε ἀ­μέ­σως. Για­τὶ ὅ­λα ξαφ­νι­κὰ γί­ναν παι­δι­κὸ δω­μά­τιο μὲ παι­χνι­δά­κια καὶ μπιμ­πε­λό, ἔ­τσι αὐ­τὸς κα­τέ­στη ἀ­νί­κα­νος εἰς τὸ ποι­εῖν τὰ τῆς Ἀ­φρο­δί­της.

        — Μὲ φά­γαν αὐ­τὰ τὰ ὑ­πο­κο­ρι­στι­κού­λια, μοῦ ἐ­ξή­γη­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή:  Ἀπὸ τήν συλλογὴ διηγημάτων Φώ­να­ξε τὰ παι­διά, ἐκδόσεις Κουκ­κίδα, Ἀθήνα, 2015.

Σάβ­βας Παύ­λου (Λευ­κω­σί­α, 1951-2016). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν καὶ ἔ­κα­νε τὸ δι­δα­κτο­ρι­κό του στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου (τί­τλος τῆς δι­α­τρι­βῆς του: Σε­φέ­ρης καὶ Κύ­προς, 2005). Ἐρ­γά­σθη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Εκ­παί­δευ­ση τῆς Κύ­πρου. Ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κό­τε­ρους με­λε­τη­τὲς τοῦ ἔρ­γου τοῦ Γι­ώρ­γου Σε­φέ­ρη, καὶ πολ­λῶν ἄλ­λων. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νεκ­δό­της τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Μι­κρο­φι­λο­λο­γι­κά. Κεί­με­νά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ σὲ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἐ­φη­με­ρί­δες τῆς Ελ­λά­δας (Νέ­α Ἑ­στί­α, Ἀν­τί, Ἄρ­δην, Κα­θη­με­ρι­νή κ.ἄ.) καὶ τῆς Κύ­πρου (Ἀ­κτή, Ση­με­ρι­νή, Πο­λί­της, Τὰ Νέ­α κ.ἄ.).



		

	

Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο: Σήματα Ὁδικῆς Κυκλοφορίας


Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο

 

Σήματα Ὁδικῆς Κυκλοφορίας


AgnostosMeGousto-SimataKykloforias


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μαίλι προωθημένο ἀπὸ Ἡρὼ Νικοπούλου (29 Μαΐου 2016).

Ἄγνωστος Μὲ Γοῦστο (;).



		

	

Μιχαὴλ Μήτρας: Ἡ ἐκδοχὴ μιᾶς συνάντησης


Mitras,Michail-IEkdochiMiasSynantisis-Eikona-02


Μιχαὴλ Μήτρας


Ἡ ἐκ­δο­χὴ μιᾶς συ­νάν­τη­σης


ΗΜΕΡΑ βρο­χε­ρὴ μὲ γκρί­ζο φῶς πί­σω ἀ­π’ τὸ τζά­μι τῆς κα­φε­τέ­ριας


Βγά­ζον­τας ἀρ­γὰ τὰ μαῦ­ρα της γάν­τια τὸν κοί­τα­ξε


Ἕ­νας ἀ­δέ­ξιος δι­ά­λο­γος μὲ δι­α­στή­μα­τα σι­ω­πῆς καὶ βλέμ­μα­τα


Στὸ φλυ­τζά­νι πά­γω­νε τὸ τσά­ι, μὲ χρῶ­μα ποὺ σκού­ραι­νε


Ἕ­νας συ­νε­χὴς θό­ρυ­βος: συ­νο­μι­λί­ες, σερ­βι­ρί­σμα­τα, τη­λε­ο­πτι­κὸ ρε­πορ­τὰζ γιὰ τὸν πό­λε­μο, κι­νη­τὰ τη­λέ­φω­να, μαρ­σά­ρι­σμα μο­το­συ­κλέ­τας


«Δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ νο­μί­ζεις», τοῦ εἶ­πε χα­μη­λό­φω­να


Ἔ­νι­ω­σε σὰν νὰ βρι­σκό­ταν σὲ ἄ­δει­ο δω­μά­τιο


Πρὸς στιγ­μὴν τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή του ἡ πρω­το­σέ­λι­δη εἴ­δη­ση τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας ποὺ δι­ά­βα­ζε κά­ποι­ος δί­πλα τους


Μιὰ φω­τει­νὴ λω­ρί­δα στὸ δά­πε­δο


Ὅ­πως ἡ αἰφ­νι­δι­α­στι­κὴ ἀ­νά­μνη­ση ἑ­νὸς γε­γο­νό­τος: πρὶν δε­κα­ο­κτὼ χρό­νια σὲ ὑ­πε­ρα­στι­κὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο, δι­α­σχί­ζον­τας τὸ ὀ­ρει­νὸ το­πί­ο ἑ­νὸς νη­σιοῦ κα­θὼς τέ­λει­ω­νε τὸ κα­λο­καί­ρι


Ἀ­πὸ τὴν τσάν­τα ἔ­βγα­λε τὸ κρα­γιὸν κι ἄρ­χι­σε νὰ βά­φει τὰ χεί­λη της, κλεί­νον­τας τὰ μά­τια


Κα­θὼς ἡ πό­λη ἔ­παιρ­νε τὴ νυ­χτε­ρι­νή της ὄ­ψη


Τὸ πρω­ὶ τῆς ἴ­διας μέ­ρας στὴν μπὲζ ἀ­τμό­σφαι­ρα τοῦ γρα­φεί­ου, ὅ­ταν τῆς τη­λε­φώ­νη­σε κι ἐ­κεί­νη δί­στα­ζε


«Μή­πως αὔ­ριο τὸ ἀ­πό­γευ­μα;», ἄ­κου­σε τὴ φω­νή του ἀλ­λαγ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴν ἀ­δη­μο­νί­α


Στὸν κα­θρέ­φτη τοῦ ἀ­σαν­σὲρ εἶ­δε τὰ πρό­σω­πά τους, προ­σπα­θών­τας νὰ ἀ­πο­φύ­γουν τὸ βλέμ­μα του


Βγῆ­κε στὸν δρό­μο καὶ μὲ γρή­γο­ρο βη­μα­τι­σμὸ πε­ρι­πλα­νή­θη­κε γιὰ ὧ­ρες στὴν πό­λη, φαν­τα­σι­ώ­νον­τας ἐκ­δο­χὲς τῆς αὐ­ρια­νῆς τους συ­νάν­τη­σης


Τὴν ἄλ­λη μέ­ρα ἐ­κεί­νη ἦρ­θε φο­ρών­τας γυα­λιὰ ἡ­λί­ου, κι ἂς ἦ­ταν προ­χω­ρη­μέ­νο ἀ­πό­γευ­μα


Ἡ ἁ­φὴ τοῦ δέρ­μα­τος σὲ μιὰ χει­ρα­ψί­α ἀ­να­δρο­μι­κῆς οἰ­κει­ό­τη­τας


Πα­ρα­τή­ρη­σε τὰ μαλ­λιά της ὑ­γρὰ ἀ­π’ τὴ βρο­χή


«Ποῦ τὸ θυ­μή­θη­κες τώ­ρα αὐ­τό,..», εἶ­πε σχε­δὸν ἐ­νο­χλη­μέ­νη


Ἡ εἰ­κό­να ἑ­νὸς ἀν­θι­σμέ­νου κή­που πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μυα­λό του ἀ­στρα­πια­ῖα, γιὰ ν’ ἀ­κο­λου­θή­σει ἀ­μέ­σως με­τὰ ἡ εἰ­κό­να μιᾶς βρα­χώ­δους ἀ­κτῆς


Βγαί­νον­τας ἀ­π’ τὸν κλει­στὸ χῶ­ρο, δι­α­πί­στω­σαν ὅ­τι ἡ βρο­χὴ εἶ­χε στα­μα­τή­σει κι ἐ­κεῖ­νος πρό­τει­νε νὰ βα­δί­σουν μὲς στὴ νύ­χτα


Ὁ θό­ρυ­βος ἑ­νὸς αὐ­το­κι­νή­του τὸν ἐμ­πό­δι­σε ν’ ἀ­κού­σει τὴν ἀ­πάν­τη­σή της


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Μι­χα­ὴλ Μή­τρας, Μη­χα­νὴ Ἀ­να­ζή­τη­σης, πε­ζο-γρα­φή­μα­τα, Ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 2008.

Μι­χα­ὴλ Μή­τρας (Βό­λος, 1944). Ποί­η­ση, πεζογραφία, δι­ή­γη­μα, ὀ­πτι­κὴ ποί­η­ση, m­a­il a­rt. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ Ρα­δι­ο­σκη­νο­θε­σί­α στὸ Λον­δί­νο. Συ­νερ­γά­στη­κε στὴ σύν­τα­ξη τῶν πε­ρι­ο­δι­κῶν Χρο­νι­κό, Σῆ­μα καὶ Ρεύ­μα­τα. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Φανταστικὴ νουβέλα (πεζογραφία, 1972).



		

	

Λουίτζι Πιραντέλλο (Luigi Pirandello): Μιὰ ἰδέα


Pirandello,Luigi-MiaIdea-Eikona-02


Λουίτζι Πιραντέλλο (Luigi Pirandello)


Μιὰ ἰ­δέ­α

(Un’idea)


18-MiΟΛΙΣ ἀ­φή­νει τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ὁ­μή­γυ­ρη στὸ κα­φε­νεῖ­ο (μὲ τὸν κα­πνὸ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται ἀ­νά­με­σα στὰ φῶ­τα καὶ στοὺς κα­θρέ­φτες), βρί­σκει μπρο­στά του τὴ νύ­χτα: γυ­ά­λι­νη, σχε­δὸν εὔ­θραυ­στη μὲς στὴν κα­θα­ρό­τη­τα τῶν λαμ­πε­ρῶν ἀ­στε­ρι­ῶν πά­νω στὴν ἀ­πέ­ραν­τη, ἔ­ρη­μη πλα­τεί­α.

       Τοῦ φαί­νε­ται ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ δι­α­σχί­σει· ἡ ζω­ὴ μὲς στὴν ὁ­ποί­α πρέ­πει νὰ ἐ­πι­στρέ­ψει, ἀ­πε­ρι­ό­ρι­στα μα­κρι­νὴ ἀ­πὸ αὐ­τή· καὶ ὅ­λη ἡ πό­λη, λὲς καὶ εἶ­ναι ἀ­κα­τοί­κη­τη ἐ­δῶ καὶ αἰ­ῶ­νες, μὲ τοὺς φα­νο­στά­τες ποὺ ἀ­κό­μη τὴν ξα­γρυ­πνοῦν μὲς στὴ μυ­στη­ρι­ώ­δη ἀ­κτι­νο­βο­λί­α ἐ­κεί­νου τοῦ ψυ­χροῦ γα­λά­ζιου χρώ­μα­τος τῆς νύ­χτας. Ἀ­δύ­να­τος καὶ ὁ ἦ­χος ἀ­πὸ τὰ βή­μα­τά του μέ­σα σὲ κεί­νη τὴ σι­ω­πὴ ποὺ μοιά­ζει αἰ­ώ­νια.

       Ἄχ! Ἂν ὡς ἐκ θαύ­μα­τος ἔ­σβη­νε ἡ ζω­ὴ τῆς πό­λης! Κα­θι­σμέ­νος σὰν ἐ­παί­της στὸ στη­θαῖ­ο τοῦ δρό­μου, μπρο­στὰ στὴν πλα­τεί­α, θὰ μεί­νει ὅ­πως ἐ­κεῖ­νοι οἱ πε­ριτ­τοὶ φα­νο­στά­τες νὰ κοι­τά­ζει τὴν ἀ­κί­νη­τη ἔκ­πλη­ξη ὅ­λων ἐ­κεί­νων τῶν πραγ­μά­των ποὺ ἔ­χουν πλέ­ον χά­σει κά­θε ση­μα­σί­α.

       Ξυ­πνᾶ στὸ τέ­λος ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ μα­γεί­α καὶ δι­α­σχί­ζει τὴν πλα­τεί­α.

       Ἐ­λα­φρὺ σὰν ἴ­σκιος τὸ σῶ­μα του· καὶ κα­θὼς προ­χω­ρᾶ, κα­νέ­νας ἦ­χος. Ποῦ εἶ­ναι ἄ­ρα­γε τὸ φορ­τί­ο ποὺ ἔ­νι­ω­σε νὰ τὸν βα­ραί­νει λί­γο νω­ρί­τε­ρα; Τώ­ρα, ὁ­λό­γυ­ρα ἡ πό­λη λὲς καὶ εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­νη σὲ μιὰ ὀ­νει­ρι­κὴ ἀ­τμό­σφαι­ρα καὶ τὸ σῶ­μα του κι­νεῖ­ται ἐν­τός της σὰν νὰ εἶ­ναι σχε­δὸν ρευ­στό, ἴ­σκιος ἀ­νά­με­σά σε ἴ­σκιους.

       Εἶ­ναι λοι­πὸν μιὰ ἰ­δέ­α. Πά­λι, πάν­τα, αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α ποὺ δὲν κα­τορ­θώ­νει μὲ κα­νέ­ναν τρό­πο νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σει. Μό­λις δι­αι­σθά­νε­ται συγ­κε­χυ­μέ­να τὴν πα­ρου­σί­α της, νι­ώ­θει νὰ τὸν κα­τα­πι­έ­ζει αὐ­τὸ τὸ φορ­τί­ο. Μό­λις ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται, νά ποὺ ἀ­δειά­ζει σὰν ἴ­σκιος.

       Δὲν πρέ­πει ὅ­μως νὰ ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὴν ἰ­δέ­α αὐ­τὸ τὸ φορ­τί­ο. Τὸ φορ­τί­ο ἔ­χει σχέ­ση μὲ τὸν χρό­νο ποὺ χά­νει, βλέ­πον­τας τοὺς ἄλ­λους νὰ ζοῦν. Δὲν κα­τα­φέρ­νει πιὰ νὰ κα­τα­λά­βει τὴν αἰ­τί­α, ἢ κα­λύ­τε­ρα, πε­ρι­μέ­νει νὰ κα­τα­λά­βει τί ἄλ­λο ἀ­να­ζη­τοῦν, ἂν αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ ζω­ή, ἔ­τσι κα­μω­μέ­νη κα­θὼς εἶ­ναι μὲ πράγ­μα­τα ποὺ γνω­ρί­ζεις, συ­νη­θι­σμέ­να καὶ ἀ­πα­ραί­τη­τα, τὰ ἴ­δια κά­θε μέ­ρα, ἴ­σως μὲ τὴν ψευ­δαί­σθη­ση πὼς κά­θε τό­σο μπο­ρεῖ νὰ ὑ­πάρ­ξουν καὶ και­νούρ­για μό­νο καὶ μό­νο δι­ό­τι πῆ­ραν μιὰ πιὸ πλα­τιὰ ὄ­ψη, μὲ κά­τι ἀ­προσ­δό­κη­το στὴν ἀρ­χή, μιὰ ἀ­νυ­πο­ψί­α­στη αἴ­σθη­ση, ἔ­τσι ποὺ νὰ φαί­νε­ται πὼς ἀ­νοί­γε­ται ἐμ­πρός σου ἕ­νας ἄλ­λος κό­σμος· καὶ με­τά, ἢ συ­νη­θί­ζεις γρή­γο­ρα ἢ ξα­να­πέ­φτεις ἀ­μέ­σως, ἀ­πο­γο­η­τευ­μέ­νος, στὴ συ­νη­θι­σμέ­νη κα­τά­στα­ση μιᾶς συ­νε­χοῦς ἀ­δι­α­φο­ρί­ας. Γιὰ τὴ μαλ­θα­κό­τη­τα ὁ­ρι­σμέ­νων κα­λο­συ­νά­των καὶ κά­πως ἐ­πι­τη­δευ­μέ­νων πρά­ξε­ών του νι­ώ­θει μιὰν τέ­τοι­α ἀ­η­δί­α ποὺ ἂν κά­τσει καὶ τὸ σκε­φτεῖ, πολ­λὲς φο­ρὲς θὰ ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πάν­θρω­πο κτῆ­νος. Καὶ αὐ­τὲς οἱ γυ­ναῖ­κες ποὺ ἀλ­λοι­ώ­νουν τὸ πρό­σω­πό τους γιὰ νὰ τὸ με­τα­μορ­φώ­σουν σὲ μά­σκα! Ἂν τὶς ρω­τή­σεις «Τί σκέ­φτε­σαι;», δὲν σκέ­φτον­ται τί­πο­τα· ἀρ­κεῖ ὅ­μως νὰ τὶς ρω­τή­σεις καὶ ἀ­να­δύ­ε­ται στὸ μυα­λό τους κά­τι ποὺ δὲν μπο­ροῦν νὰ σοῦ ποῦ­νε. Εἶ­ναι σὰν νὰ ξυ­πνᾶς τὶς γά­τες. Καὶ ἡ μα­ται­ό­τη­τα ὅ­λων αὐ­τῶν τῶν μυ­στι­κῶν συλ­λο­γι­σμῶν, πάν­τα μ’ ἕ­να ἠ­λί­θιο χα­μό­γε­λο ἕ­τοι­μο νὰ σχη­μα­τι­στεῖ στὰ χεί­λη σου στὸ πα­ρα­μι­κρὸ κά­λε­σμα τῶν ἀ­γα­πη­τῶν φί­λων, ποὺ σὲ χλευά­ζουν, για­τὶ δὲν ξέ­ρεις νὰ τοὺς πεῖς οὔ­τε τί ἔ­χεις οὔ­τε τί θέ­λεις. Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ βά­ρος. Ἐ­νῶ, ἴ­σως, ἀ­πὸ μό­νη της ἡ ἰ­δέ­α εἶ­ναι τὸ ἐ­λα­φρύ, τὸ πιὸ ἁ­πλὸ καί, για­τί ὄ­χι, τὸ πιὸ σύ­νη­θες πράγ­μα.

       Δι­έ­σχι­σε τὴν πλα­τεί­α. Προ­τοῦ μπεῖ στὸ στε­νὸ μὲ τὰ σπί­τια κον­το­στέ­κε­ται πά­λι. Στὴν κα­τά­στα­ση ποὺ βρί­σκε­ται τὸ νὰ πά­ει νὰ κλει­στεῖ τοῦ προ­κα­λεῖ πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ζα­λά­δα φό­βο. Στρί­βει δε­ξιά, κα­τὰ μῆ­κος τῆς λε­ω­φό­ρου ποὺ ὁ­δη­γεῖ στὴ γέ­φυ­ρα, καὶ στὴ συ­νέ­χεια στὶς ἀ­πο­μο­νω­μέ­νες συ­νοι­κί­ες πέ­ρα ἀ­πὸ τὸ πο­τά­μι. Εἶ­ναι σί­γου­ρο πὼς θὰ κά­νει πί­σω μό­λις φτά­σει στὴ γέ­φυ­ρα. Δὲν θὰ τὴν ἀ­νέ­βει τὴ γέ­φυ­ρα. Χω­ρὶς νὰ θέ­λει νὰ τὸ νιώ­σει, ἕ­να ρί­γος τὸν δι­α­περ­νᾶ καὶ μό­νο στὴ σκέ­ψη. Τὸ κρύ­ο εἶ­ναι δι­α­πε­ρα­στι­κό· ἀ­κό­μη καὶ τὸ πλα­κό­στρω­το μοιά­ζει νὰ ἔ­χει με­λα­νιά­σει. Κα­θὼς περ­πα­τᾶ, πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς κά­θε φο­ρὰ ποὺ περ­νᾶ κά­τω ἀ­πὸ ἕ­ναν ἠ­λε­κτρι­κὸ λαμ­πτή­ρα ποὺ κρέ­με­ται στὴ σει­ρά, ψη­λά, κα­τα­με­σῆς της λε­ω­φό­ρου, ὁ ἴ­σκιος τοῦ σώ­μα­τός του ἐ­πι­μη­κύ­νε­ται, με­γα­λώ­νον­τας πα­ρά­δο­ξα καὶ τὸ ἕ­να πό­δι καὶ τὸ ἄλ­λο, καὶ ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πι­μη­κύ­νε­ται τό­σο ἐ­ξα­ϋ­λώ­νε­ται, μέ­χρις ὅ­του ἐ­ξα­φα­νί­ζε­ται. Καὶ ὁ ἴ­σκιος τοῦ σώ­μα­τός του λοι­πὸν ὅ­πως καὶ αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α.

       Δὲν δύ­να­ται πλέ­ον νὰ βαυ­κα­λι­στεῖ μὲ τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι τὸ ἑ­πό­με­νο πρω­ί, ἀ­να­νε­ω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν νυ­χτε­ρι­νὸ ὕ­πνο, θὰ δι­ώ­ξει ἀ­πὸ πά­νω του τὴ θύ­μη­ση αὐ­τῶν τῶν βα­σα­νι­στι­κῶν στιγ­μῶν, ἀ­να­φω­νών­τας γιὰ νὰ μὴν τοὺς δώ­σει ση­μα­σί­α: «εἶ­ναι ἡ κού­ρα­ση!».

       Τὸ ἔ­χει πεῖ πολ­λὲς φο­ρὲς αὐ­τό. Τοῦ φαί­νε­ται πλέ­ον πὼς πρό­κει­ται γιὰ τὰ λό­για κά­ποι­ου ἄλ­λου, γιὰ μιὰν πα­ρη­γο­ριὰ πού, μο­λο­νό­τι εἶ­ναι ἀ­νώ­φε­λο νὰ δώ­σεις, τὸ κά­νεις. Ἂν εἶ­ναι ἐ­ξάλ­λου στ’ ἀ­λή­θεια ἡ κού­ρα­ση, ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ δὲν πρό­κει­ται πλέ­ον γιὰ στιγ­μὲς καὶ ποὺ δὲν ἀρ­κεῖ οὔ­τε ὁ ὕ­πνος οὔ­τε κά­τι ἄλ­λο γιὰ νὰ τοῦ πε­ρά­σει, τί ἀ­να­κού­φι­ση καὶ τί πα­ρη­γο­ριὰ μπο­ρεῖ πιὰ νὰ ὑ­πάρ­ξει γι’ αὐ­τὸν ὀ­νο­μά­ζον­τας ἔ­τσι αὐ­τὴν τὴν ἰ­δέ­α; Καὶ δὲν εἶ­ναι οὔ­τε ἀ­πέ­χθεια γιὰ τὸ εἶ­δος τῆς ζω­ῆς ποὺ κά­νει. Ὄ­χι, εἶ­ναι ὅ­τι στ’ ἀ­λή­θεια δὲν ξέ­ρει τί εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς οὔ­τε ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται στὸ μυα­λό του τό­σο συ­χνὰ πλέ­ον αὐ­τὴ ἡ ἰ­δέ­α, σὰν μιὰ αἰφ­νί­δια παύ­ση ποὺ τὸν κρα­τᾶ με­τέ­ω­ρο καὶ βυ­θι­σμέ­νο σὲ μιὰ θο­λὴ ἀ­να­μο­νή.

       Μὰ τί ἔ­γι­νε; Ἔ­χει ἤ­δη μπεῖ μέ­σα;

       Ἀ­πὸ μό­να τους, τὰ πό­δια του τὸν ὁ­δή­γη­σαν σὲ μιὰν ἐ­ξώ­πορ­τα πο­λὺ γνω­στὴ σὲ κεί­νη τὴ λε­ω­φό­ρο· καὶ μά­λι­στα ἀ­νέ­βη­καν τὴν πρώ­τη στρο­φὴ μιᾶς σκά­λας, τὴν ὁ­ποί­α ἄλ­λες φο­ρὲς εἶ­χε ἀ­νέ­βει μὲ μιὰ ἀ­ό­ρι­στη ἐλ­πί­δα στὴν καρ­διὰ καὶ τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε κα­τέ­βει μὲ τὴν ἀ­πό­φα­ση νὰ μὴν τὴν ξα­να­νέ­βει πο­τὲ πιά.

       Ἕ­να προ­θά­λα­μος καὶ με­τὰ τὸ γρα­φεῖ­ο, ὁ­λο­σκό­τει­νο, μὲ τὸ φῶς νὰ πέ­φτει μό­νο πά­νω στὰ με­γά­λα ἄ­σπρα φύλ­λα ἑ­νὸς κα­τά­στι­χου, ἀ­νοιγ­μέ­νου πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ σε­κρε­ταίρ. Μό­λις ποὺ δι­α­φαί­νε­ται μὲς σὲ κεί­νη τὴ σκιὰ ἕ­να πορ­τα­τὶφ μὲ πρά­σι­νο γυα­λί. Καὶ πά­νω σε κεῖ­να τὰ φω­τι­σμέ­να φύλ­λα δύ­ο μι­κρὰ ρο­δα­λὰ χε­ρά­κια, μὲ τό­σα λακ­κά­κια ὅ­σα καὶ τὰ δά­χτυ­λα. Μιὰ φω­νὴ ἀ­κού­γε­ται ἀ­πὸ τὴ σκιά. Χω­ρὶς ἴ­χνος ἔκ­πλη­ξης, χω­ρὶς ἐ­πί­πλη­ξη, σὰν νὰ δι­α­γρά­φε­ται ἕ­να ἁ­πα­λό, εὐ­τυ­χι­σμέ­νο χα­μό­γε­λο: «Ἄ, ἦρ­θες πά­λι;».

       Πρέ­πει νὰ συ­νη­θί­σεις στὸ σκο­τά­δι γιὰ νὰ μπο­ρεῖς νὰ δι­α­κρί­νεις· αὐ­τὸς βλέ­πει κα­θα­ρὰ ὅ­μως καὶ κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴ φω­νὴ καὶ ἔ­χει, ὡς συ­νή­θως, τὰ χέ­ρια του πα­νέ­τοι­μα· ὡς συ­νή­θως αὐ­τὴ τὰ παίρ­νει καὶ κά­νει σὰν νὰ τοῦ τὰ ἐ­πι­στρέ­φει μᾶλ­λον πα­ρὰ σὰν νὰ τὰ ἀ­πω­θεῖ. Ἔ­τσι δὲν τὰ θέ­λει· ἀ­κό­μη κι ἂν αὐ­τὸς δὲν εἶ­χε πά­ψει νὰ εἶ­ναι ὁ ἀρ­ρα­βω­νι­α­στι­κός της. Τί; Εἶ­ναι ἀ­κό­μη; Τί θρά­σος! Δὲν ἔ­χει φα­νεῖ ἐ­δῶ καὶ τέσ­σε­ρις μῆ­νες. Αὐ­τὴ δὲν τοῦ ξα­να­τη­λε­φώ­νη­σε· δὲν θὰ τοῦ ξα­να­τη­λε­φω­νή­σει ὅ­μως πο­τέ. Ἂν θέ­λει νὰ ἔρ­χε­ται, θὰ εἶ­ναι πάν­τα κα­λο­δε­χού­με­νος καὶ θὰ τὴ βρί­σκει κά­θε βρά­δυ νὰ δου­λεύ­ει στὸ σπί­τι, με­τὰ τὴν κα­θη­με­ρι­νή της δου­λειὰ στὴν τρά­πε­ζα: ἐ­κεῖ, μὲ τὰ κα­τά­στι­χά της, ἀ­νά­με­σα στοὺς ἀ­ριθ­μοὺς καὶ τοὺς δύ­ο κον­δυ­λο­φό­ρους, μά­λι­στα, καὶ τὰ δύ­ο με­λά­νια, τοὺς κόκ­κι­νους καὶ τοὺς μαύ­ρους ἀ­ριθ­μούς, τοὺς χά­ρα­κες, τὰ μο­λύ­βια καὶ τὴν ἀ­ριθ­μο­μη­χα­νὴ γιὰ τὶς ἀ­ριθ­μη­τι­κὲς πρά­ξεις.

       «Θεί­α!»

       Ἄ­δι­κος κό­πος νὰ τὴν ξυ­πνή­σεις, τὴν κα­η­μέ­νη τὴ θεί­α. Συ­νή­θως κοι­μᾶ­ται στὸν κα­να­πὲ κά­νον­τας πὼς πλέ­κει. Ἐ­πι­μέ­νει νὰ τὴ πε­ρι­μέ­νει, μὲ τὰ γυα­λιὰ στὴ μύ­τη, μέ­χρι νὰ τε­λει­ώ­σει τὴ δου­λειά της γιὰ νὰ πᾶ­νε μα­ζὶ γιὰ ὕ­πνο. Τὸ κε­φά­λι της γέρ­νει πό­τε πρὸς τὸν ἕ­ναν ὦ­μο καὶ πό­τε πρὸς τὸν ἄλ­λον· τὰ χέ­ρια της ἔ­χουν γλι­στρή­σει στὸ στῆ­θος: καὶ τὰ γυα­λιά της θὰ γλι­στρή­σουν σὲ λί­γο ἀ­πὸ τὴ μύ­τη της.

       Αὐ­τοὶ οἱ ἀ­ριθ­μοί; Μὰ ὄ­χι, δὲν εἶ­ναι τί­πο­τα ση­μαν­τι­κὸ γιὰ κεί­νη. Ἁ­πλὰ ἡ δου­λειά της, ποὺ πρέ­πει νὰ τὴν ἐ­κτε­λέ­σει μὲ τὴ μέ­γι­στη προ­σο­χή. Ἔ­πει­τα, ἡ θέ­ση τους εἶ­ναι ἐ­κεῖ, γιὰ τὴν τρά­πε­ζα. Δὲν τὴν ἐν­δι­α­φέ­ρουν κα­θό­λου. Καὶ λέ­γον­τας αὐ­τὰ περ­νά­ει τὰ δά­κτυ­λά της στὰ ξαν­θὰ γυ­α­λι­στε­ρὰ καὶ ἴ­σια μαλ­λιά της καὶ τοῦ χα­μο­γε­λά­ει μὲ τὰ ἀ­νοι­χτό­χρω­μα γα­λά­ζια μά­τια της. Τὰ χεί­λη της εἶ­ναι τό­σο τρυ­φε­ρὰ καὶ τὸ μέ­τω­πό της τό­σο ἤ­ρε­μο! Μὰ δὲν ἔ­χει πο­τὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες;

       «Ὄ­χι. Καὶ για­τί νὰ ἔ­χει;».

       Ἄχ, Θε­έ μου, ναί, κά­ποι­ες, φευ­γα­λέ­ες, καὶ μό­νο ἂν εἶ­ναι ἐ­φι­κτές. Εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη ἔ­τσι ὅ­πως εἶ­ναι.

       Κι ἂν αὐ­τὸς τὴν παν­τρευ­ό­ταν;

       Μὰ ἀ­σφα­λῶς, για­τί ὄ­χι, θὰ ἦ­ταν εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νη.

       Αὐ­τὸς ὅ­μως δὲν θὰ τὴν παν­τρευ­τεῖ πο­τέ. Τώ­ρα τὴν ρω­τά­ει ἁ­πλῶς γιὰ νὰ μά­θει τί θὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σει.

       Ὡ­ραί­α, ἔ­τσι τοῦ ἀ­παν­τά­ει. Εἶ­ναι ὄ­μορ­φο νὰ κά­νει αὐ­τὴν τὴν ὑ­πο­θε­τι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση ἀ­κό­μη κι ἂν δὲν τὴν πι­στεύ­ει.

       Ἐ­ξάλ­λου, εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρα νὰ μὴν παν­τρεύ­ε­ται μιὰ γυ­ναί­κα σὰν κι αὐ­τή. Δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ φαν­τα­στεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ κά­νει μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κὴ ζω­ή. Αὐ­τὸ τὸ ἀρ­χον­τι­κὸ δι­α­με­ρι­σμα­τά­κι, μο­λο­νό­τι στὸν πέμ­πτο ὄ­ρο­φο, ὅ­λα κα­λο­βαλ­μέ­να, μὲ τὰ σω­στὰ χρώ­μα­τα, κουρ­τί­νες, χα­λιά, ἡ ἱ­κα­νο­ποί­η­ση πὼς ὅ­λα τὰ ὀ­φεί­λει στὴ δου­λειά της, ἡ ἠ­ρε­μί­α τῆς θεί­ας, κά­ποι­ες μι­κρὲς ἀ­πο­λαύ­σεις ποὺ κά­θε τό­σο μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν, οἱ θε­ρι­νὲς δι­α­κο­πὲς στὴ θά­λασ­σα ἢ στὸ βου­νό, κά­ποι­οι πε­ρί­πα­τοι, οἱ γι­ορ­τές, μὲ τὴν τά­δε ἢ τὴν δεί­να φί­λη. Μὰ ἀ­σφα­λῶς, ναί, ἔ­χει με­ρι­κὲς ἐ­πι­θυ­μί­ες. Καὶ χα­μο­γε­λά­ει. Για­τί δὲν θά ’­πρε­πε νὰ ἔ­χει; Καὶ κά­ποι­ον νε­α­ρό, για­τί ὄ­χι! Λί­γες γυ­ναῖ­κες ξέ­ρουν νὰ χα­μο­γε­λοῦν μὲ μιὰ τό­σο ἀ­πό­μα­κρη γλυ­κύ­τη­τα. Μοιά­ζει μα­κριὰ ἀ­π’ ὅ­λα, μα­κριὰ καὶ ἀ­πὸ τὸν ἑ­αυ­τό της, λὲς καὶ οὔ­τε τὸ σῶ­μα της τῆς ἀ­νή­κει καὶ δὲν ἔ­χει τὴν πα­ρα­μι­κρὴ ὑ­πο­ψί­α οὔ­τε γιὰ τὸν πό­θο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ ξυ­πνή­σει οὔ­τε γιὰ τὴν ἀ­πό­λαυ­ση ποὺ μπο­ρεῖ νὰ προ­σφέ­ρει. Ἐκ­πέμ­πει πράγ­μα­τι μιὰ τέρ­ψη τό­σο ἀρ­χον­τι­κὰ ἤ­ρε­μη καὶ ἁ­γνὴ ποὺ κα­νέ­νας σαρ­κι­κὸς πό­θος δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­δυ­θεῖ σὲ αὐ­τὸν ποὺ τὴν κοι­τά­ζει. Μὰ εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ μὴν σκέ­φτε­ται τί­πο­τα; Του­λά­χι­στον τὸ μέλ­λον της! Μὰ θὰ ζή­σει πάν­τα ἔ­τσι, μὲ αὐ­τὴν τὴν ἐγ­κρά­τεια, πάν­τα μὲ αὐ­τὸ τὸ ὕ­φος τῆς πα­ραί­τη­σης ἀ­πὸ ὅ­λα; Ὑ­πάρ­χουν οἱ ἄλ­λοι· ὑ­πάρ­χει ἡ ζω­ή, ἀρ­κεῖ νὰ κά­νει ἕ­να βῆ­μα. Δὲν θέ­λει. Οἱ σκέ­ψεις τῆς μέ­ρας, τὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χει νὰ κά­νει. Ἐ­νί­ο­τε δι­α­βά­ζει κά­ποι­ο βι­βλί­ο· ἔ­χει ὅ­μως τό­σο λί­γο χρό­νο γιὰ τὸ δι­ά­βα­σμα! Τα­ξι­δι­ω­τι­κὰ βι­βλί­α. Μὲ τα­ξί­δια στὸ βό­ρει­ο πό­λο; Ὄ­χι. Για­τί τὸ λέ­ει αὐ­τό; Ἕ­να ἀ­κό­μη ὡ­ραῖ­ο, ρευ­στό, κα­θα­ρό, φω­τει­νὸ γέ­λιο. Πι­στεύ­ει στ’ ἀ­λή­θεια πὼς εἶ­ναι τό­σο ψυ­χρή; Κι ὅ­μως, λέ­νε πὼς οἱ Ἐ­σκι­μῶ­ες εἶ­ναι τό­σο θερ­μές!

       «Ἐ­γώ; Δὲν ξέ­ρω. Τὸ χει­μώ­να δὲν τὸ ἀν­τέ­χω τὸ κρύ­ο. Κά­τω τὰ χέ­ρια. Εἶ­ναι κρύ­α, τὸ ξέ­ρω.»

       Ἔ­πει­τα αὐ­τὴ ἡ σι­ω­πή. Πάν­τα αὐ­τὴ ἡ σι­ω­πή.

       «Κοι­μᾶ­μαι ἤ­ρε­μα. Σπά­νια ὀ­νει­ρεύ­ο­μαι.»

       Στὴ γέ­φυ­ρα, ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, τί κα­θα­ρό­τη­τα ποὺ ἔ­χουν τὰ ἀ­στέ­ρια!

       Κοι­τά­ζει τὸν οὐ­ρα­νό, γιὰ νὰ μὴν κοι­τά­ξει κά­τω, τὸ νε­ρὸ στὸ πο­τά­μι. Ἡ ἰ­δέ­α τὴν ὁ­ποί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πο­σα­φη­νί­σει ἴ­σως εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή. Δὲν ἔ­χει ὅ­μως τὸ κου­ρά­γιο. Ἀ­κουμ­πά­ει τὰ χέ­ρια του στὴν κου­πα­στὴ τῆς γέ­φυ­ρας· τὰ νι­ώ­θει νὰ ἐ­πι­στρέ­φουν καὶ τώ­ρα, ἀ­πὸ τὸ κρύ­ο τῆς πέ­τρας, ὅ­πως νω­ρί­τε­ρα ἀ­πὸ τὴ θαλ­πω­ρὴ ἐ­κεί­νων τῶν ἄλ­λων χε­ρι­ῶν. Καὶ ἀ­πο­μέ­νει ἐ­κεῖ, βυ­θι­σμέ­νος ξα­νά, θο­λά, σὲ κεί­νη τὴν πα­ρά­ξε­νη δι­κή του προ­σμο­νή. Ὁ χρό­νος ἔ­χει στα­μα­τή­σει, καὶ ἀ­νά­με­σα στὰ πράγ­μα­τα ποὺ ἔ­χουν ἀ­πο­μεί­νει τρι­γύ­ρω ἀ­πο­σβο­λω­μέ­να, σὲ ἔκ­στα­ση, φαί­νε­ται πὼς ἕ­να ὑ­πέ­ρο­χο μυ­στι­κὸ βρί­σκε­ται στὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι μέ­σα σὲ τό­ση ἀ­κι­νη­σί­α μό­νο το νε­ρὸ τοῦ πο­τα­μοῦ κι­νεῖ­ται.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πηγή: L. Pirandello, «Un’idea» στὸ Il meg­lio dei rac­con­ti di Lui­gi Pi­ra­ndel­lo, Mon­da­do­ri, Mi­la­no, 1993, pp. 1014-1018.

Λου­ί­τζι Πι­ραν­τέλ­λο (Luigi Pirandello) (Ἀ­κρά­γαν­τας 1867 – Ρώ­μη 1936). Ξε­κί­νη­σε νὰ γρά­φει νου­βέ­λες στὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τίας τοῦ 1890 καὶ συ­νέ­χι­σε ὣς τὶς τε­λευ­ταῖ­ες μέ­ρες τῆς ζω­ῆς του. Τὸ δι­ή­γη­μα δὲν ἦ­ταν μό­νο το ση­μεῖ­ο ἀ­φε­τη­ρί­ας γιὰ τὰ θε­α­τρι­κά του ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα, ἀλ­λὰ κυ­ρί­ως τὸ προ­νο­μι­οῦ­χο ἔ­δα­φος γιὰ κά­θε ψυ­χι­κὴ ἐν­δο­σκό­πη­ση, ἰ­δα­νι­κὸ γιὰ νὰ δώ­σει ζω­ὴ σὲ ἕ­ναν χα­ρα­κτή­ρα, νὰ ἀ­πο­τυ­πώ­σει ἀ­το­μι­κὲς τρα­γω­δί­ες ἢ νὰ πα­ρα­πέμ­ψει σὲ πιὸ ἐ­κτε­νεῖς ἱ­στο­ρι­κὲς καὶ κοι­νω­νι­κὲς κρί­σεις. Τὸ πλῆ­ρες corpus τῶν σύν­το­μων δι­η­γη­μά­των τοῦ Πι­ραν­τέλ­λο (τρι­α­κό­σια ἑ­ξήν­τα δι­η­γή­μα­τα) ἐκ­δό­θη­κε μὲ τὸν τί­τλο Νου­βέ­λες γιὰ ­να χρό­νο σὲ εἰ­κο­σι­τέσ­σε­ρις τό­μους τὸ δι­ά­στη­μα 1922-1937 καὶ χα­ρα­κτη­ρί­ζε­ται ἀ­πὸ ἕ­ναν τέ­λει­ο ἀ­φη­γη­μα­τι­κὸ μη­χα­νι­σμό, ἐ­πι­δέ­ξια κα­τα­σκευ­α­σμέ­νους δι­α­λό­γους, ἐκ­πλη­κτι­κὰ μον­τέρ­νους χα­ρα­κτῆ­ρες. Ἱ­στο­ρί­ες “χω­ρὶς ἤ­ρω­ες”, μὲ τὰ ἀν­θρώ­πι­να ζη­τή­μα­τα νὰ δι­α­θλῶν­ται ὅ­πως σὲ ἕ­ναν κα­θρέ­φτη ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­δύ­ον­ται δι­α­φο­ρε­τι­κὲς καὶ ἀλ­λό­κο­τες εἰ­κό­νες. Κεί­με­να-ὁ­ρό­ση­μα ἀ­π’ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τα­γρά­φει κα­νεὶς τὸ πα­ρά­λο­γο τῶν ἀν­θρώ­πι­νων πα­θῶν, ἀ­φουγ­κρά­ζε­ται τὸ ὑ­πο­συ­νεί­δη­το, ρί­χνει ἕ­να βλέμ­μα σὲ μιὰ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­νώ­μα­λη, πα­ρα­μορ­φω­μέ­νη, ἀ­νοί­κεια, ποὺ στε­ρεῖ­ται ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε κα­θη­συ­χα­στι­κῆς σι­γου­ριᾶς.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰταλικά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι τὸ Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α τὸ Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).



		

	

Χάινριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Γερμανικὲς οὐτοπίες Νο 2


Böll,Heinrich-GermanikesOutopiesNo2(HelmutGrieshaber)-Eikona-0


Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)


Γερ­μα­νι­κὲς οὐ­το­πί­ες Νο 2

για τον Γκρή­σχάμ­περ

(Deutsche Utopien II

für Grieshaber)

 

1. Ὁ Κόπ­πικ δι­ο­ρί­ζε­ται ὁ­μο­σπον­δια­κὸς καὶ ὁ Χὸρστ Μά­λερ το­πι­κὸς ὑ­πουρ­γὸς ἐ­σω­τε­ρι­κῶν τῆς Βό­ρειας Ρη­να­νί­ας-Βε­στφα­λί­ας. Ὁ Ρούν­τι Ντοῦ­τσκε δι­ο­ρί­ζε­ται μὲ τὴ σει­ρὰ του ὑ­φυ­πουρ­γὸς ὑ­πὸ τὸν Μά­λερ, πα­ρὰ τὴ δι­α­φω­νί­α τοῦ ἀρ­χη­γοῦ τῆς ἀν­τι­πο­λί­τευ­σης, Ρά­ου, γιὰ τὰ μέ­τρα τοῦ ὁ­ποί­ου ὁ Ντοῦ­τσκε εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ συν­τη­ρη­τι­κός. Κόπ­πικ καὶ Μά­λερ ἱ­δρύ­ουν ἀ­πὸ κοι­νοῦ μιὰ ὁ­μά­δα ἐρ­γα­σί­ας, ἡ ὁ­ποί­α εἰ­σέρ­χε­ται στὴν ὁ­μο­σπον­δια­κὴ ρε­πουμ­πλι­κα­νι­κὴ δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α μὲ τὴν ὀ­νο­μα­σί­α «Ὁ­μά­δα δι­α­τά­σε­ων». Κά­ποι­οι —βι­α­στι­κὰ ψη­φι­σμέ­νοι— νό­μοι ἀ­πε­δεί­χθη­σαν ὑ­πὲρ τὸ δέ­ον ἐ­λα­στι­κοί. Ἕ­να εἶ­δος δι­α­τα­τι­κοῦ πυ­ρε­τοῦ κα­τα­λαμ­βά­νει τὴ νο­μο­θε­τι­κὴ ἐ­ξου­σί­α: ὁ νό­μος πε­ρὶ συν­τά­ξε­ων, ἡ «πα­ρά­γρα­φος πε­ρὶ βί­ας», τὸ βού­λευ­μα γιὰ τὸν πρω­θυ­πουρ­γὸ (κοι­νῶς: ἀ­παλ­λα­γὴ τῶν ρι­ζο­σπα­στι­κῶν), τὰ πάν­τα τεν­τώ­νον­ται, τα­νύ­ζον­ται, τρα­βι­οῦν­ται. Στὴ Βαυ­α­ρί­α ὁ­λο­έ­να δυ­να­μώ­νουν οἱ φω­νὲς ποὺ ἀ­παι­τοῦν τὸ δι­ο­ρι­σμὸ δα­σκά­λων μαρ­ξι­στι­κῶν πε­ποι­θή­σε­ων, ἐ­νῶ σὲ ἄλ­λα ὁ­μο­σπον­δια­κὰ κρα­τί­δια (βλέ­πε Ἔσ­ση), οἱ πο­λί­τες δι­εκ­δι­κοῦν ἀν­τὶ γιὰ χρι­στι­α­νο­δη­μο­κρά­τες, ἁ­πλῶς χρι­στια­νοὺς δα­σκά­λους καὶ δα­σκά­λες. Ὁ «Γερ­μα­να­ρᾶς» ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε ἀ­πὸ τὸ δι­ε­θνῆ Τύ­πο καὶ ἡ ὁ­μο­σπον­δια­κὴ δη­μο­κρα­τί­α παί­ζει τώ­ρα τὸ ρό­λο «ἀ­να­τέλ­λου­σας» χώ­ρας.


2. Τὰ ἐρ­γο­στά­σια ἀ­το­μι­κῆς ἐ­νέρ­γειας, με­τὰ τὴν ἀ­πο­μά­κρυν­ση ὅ­λων τῶν ἐ­πι­κίν­δυ­νων πυ­ρή­νων, θὰ δο­θοῦν στὸ κοι­νὸ ὡς «τε­ρα­τουρ­γή­μα­τα μιᾶς στρε­βλω­μέ­νης ἀ­να­πτυ­ξια­κῆς ἰ­δε­ο­λο­γί­ας» πρὸς ἐ­πί­σκε­ψη, οἰ­κο­δό­μη­ση σχο­λεί­ων κλπ. Οἱ πο­λί­τες πα­ρο­τρύ­νον­ται νὰ συμ­βά­λουν στὸ χρω­μα­τι­κὸ καλ­λω­πι­σμὸ τῶν τσι­μεν­τέ­νι­ων ὄγ­κων, ἐ­νῶ τὰ ὑ­πουρ­γεῖ­α οἰ­κο­νο­μι­κῶν, ἐ­πι­στη­μῶν καὶ πο­λι­τι­σμοῦ τσα­κώ­νον­ται με­τα­ξύ τους γιὰ τὴ χρη­μα­το­δό­τη­ση τοῦ ἔρ­γου. Κα­τα­λή­γουν σὲ συμ­βι­βα­σμὸ 40-40-20 ὑ­πὲρ τοῦ ὑ­πουρ­γεί­ου πο­λι­τι­σμοῦ. Τὰ τε­ρα­τουρ­γή­μα­τα θὰ συ­νι­στοῦν ἀ­γα­πη­μέ­νο προ­ο­ρι­σμὸ ἐκ­δρο­μῶν, ἀ­φοῦ ἐμ­πλου­τι­στοῦν μὲ καν­τί­νες καὶ χώ­ρους γιὰ πὶκ-νίκ.


3. Ἀ­φό­του ἡ ἐ­ξέ­τα­ση συ­νεί­δη­σης γιὰ τοὺς ἀ­νυ­πό­τα­κτους θε­σπί­στη­κε, κα­ταρ­γή­θη­κε, ξα­να­θε­σπί­στη­κε καὶ ξα­να­κα­ταρ­γή­θη­κε, θε­σπί­ζε­ται τώ­ρα ἐκ νέ­ου, κα­θὼς ἀ­πε­δεί­χθη ὅ­τι οἱ τά­ξεις τοῦ στρα­τοῦ δὲν ἐ­πω­φε­λή­θη­καν ἀ­πὸ τὴν ἐ­πι­μέ­νου­σα ἀ­νερ­γί­α. Ὁ πά­λαι πο­τὲ στρα­το­λο­γι­κὸς εἰ­δή­μων, Βόρ­νερ, κα­ταγ­γέλ­λει τοὺς «ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στους νέ­ους», γιὰ νὰ ἀ­να­κα­λέ­σει ἐν συ­νέ­χεια, δι­και­ο­λο­γού­με­νος ὅ­τι ἐν­νο­οῦ­σε τοὺς «ἀ­πρό­θυ­μους νὰ ὑ­πε­ρα­σπι­στοῦν νέ­ους». Στὴν Ὀλ­λαν­δί­α ἡ ἐ­ξέ­τα­ση συ­νεί­δη­σης θε­σπί­στη­κε γιὰ τοὺς πρό­θυ­μους νὰ κα­τα­τα­γοῦν καὶ νὰ ὑ­πη­ρε­τή­σουν, εἰ­δι­κὰ με­τὰ τὴν πε­ρί­πτω­ση ποὺ πρώ­ην ἀ­νυ­πό­τα­κτος δι­ο­ρί­στη­κε ὑ­πουρ­γὸς ἀ­μύ­νης.


4. Ὁ πά­λαι πο­τὲ ἀρ­χη­γὸς τῆς ἀν­τι­πο­λί­τευ­σης, Χέλ­μουτ Κόλ, συγ­γρά­φει μυ­θι­στό­ρη­μα πε­ρὶ πο­λι­τι­κῆς καὶ πο­λι­τι­κῶν. Ζη­τή­μα­τα ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­σης ἀ­πει­λοῦν νὰ τὸν ἐ­ξον­τώ­σουν καὶ οἱ νο­μεν­κλα­τοῦ­ρες τὸν προ­βλη­μα­τί­ζουν. Ἀ­φή­νε­ται λοι­πὸν στὰ ἔμ­πει­ρα χέ­ρια ἑ­νὸς συγ­γρα­φέ­α, ὁ ὁ­ποῖ­ος τὸν συμ­βου­λεύ­ει ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­δό­κι­μο νὰ γρά­φει ὅ­που λά­θος πά­θος, ὅ­που μέ­γα αἴ­γα, ὅ­που νό­μος δρό­μος, ὅ­που φθί­νει πί­νει, ὅ­που ὄ­φε­λος ὀ­φει­λὴ ἢ —πρὸς θε­οῦ! — ὅ­που κρά­τος πα­ρα­κρά­τος. Ἡ σύν­δε­ση ὅ­ρων μέ­σῳ τῆς ὁ­μοι­ό­τη­τας τῆς ὀ­νο­μα­σί­ας τους εἶ­ναι ἀ­να­ξι­ό­λο­γη. Ἀν­τι­θέ­τως, ὁ χα­ρα­κτη­ρι­σμὸς εἶ­ναι ἀ­πο­φα­σι­στι­κῆς ση­μα­σί­ας. Ἡ δὲ ἀλ­λα­γὴ φύ­λου συ­νι­στᾶ­ται. Ἔ­τσι, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, μπο­ρεῖ νὰ χρη­σι­μομ­ποι­η­θεῖ γιὰ τὸν Βάλ­τερ Σὲλ τοῦ Ἐ­λεύ­θε­ρου Δη­μο­κρα­τι­κοῦ Κόμ­μα­τος ἕ­νας γυ­ναι­κεῖ­ος χα­ρα­κτή­ρας μὲ τὸ ὄ­νο­μα Κυ­ρί­α Ντά­λο­γου­ε­η, ἐ­νῶ γιὰ τὸν Βίλ­λυ Μπρὰντ τοῦ Σο­σι­αλ­δη­μο­κρα­τι­κοῦ Κόμ­μα­τος ἐ­πί­σης γυ­ναι­κεῖ­ος χα­ρα­κτή­ρας, ὀ­νό­μα­τι Μαν­τὰμ Μπω­βα­ρύ. Θὰ δι­α­βά­ζουν Πρου­στ, θὰ πραγ­μα­το­ποι­οῦν πε­ρι­πά­τους σὲ νε­κρο­τα­φεῖ­α, θὰ φτιά­χνουν καὶ θὰ κα­τα­στρέ­φουν ὀ­νό­μα­τα. Ἀν­τι­θέ­τως, γιὰ λό­γους ἀ­πο­στα­σι­ο­ποί­η­σης, συ­νι­στᾶ­ται νὰ χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ τὸ ὄ­νο­μα Σμὶτ γιὰ τὸν Χέλ­μουτ Σμὶτ (ὁ Κὸλ εἶ­χε ἐ­πι­λέ­ξει τὴν πα­ρα­φθο­ρὰ Σμίτς!). Καὶ οἱ θρη­σκευ­τι­κὲς πε­ποι­θή­σεις κα­θε­νὸς ὀ­φεί­λουν νὰ ἀλ­λά­ξουν: ὁ Σμὶτ καὶ ὁ Κάρ­στενς πρέ­πει νὰ γί­νουν Κα­θο­λι­κοί, ὁ Στρά­ους —γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο συμ­φω­νή­θη­κε τὸ ψευ­δώ­νυ­μο Κρούσ­μπουλ— Προ­τε­στάν­της, ὁ Βέ­νερ —προ­τει­νό­με­νο ψευ­δώ­νυ­μο Τρό­σπελ— Ρε­φορ­μι­στής. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα θὰ ἔ­χει Happy End, ὅ­λα τα ἐμ­πλε­κό­με­να πρό­σω­πα —ἀ­κό­μη καὶ ὡς πο­λι­τι­κοὶ ἀν­τι­πα­λοι— θὰ φι­λι­ώ­νουν καὶ θὰ τρα­γου­δοῦν ὅ­λοι μα­ζὶ μὲ μιὰ φω­νὴ σὲ μιὰ τα­βέρ­να: «Καὶ ὅ­λοι ἄ­πι­στοι νὰ γί­νουν, μέ­νω ἐ­γὼ μό­νο πι­στός.»


5. Ὁ Ντρέ­κερ, ἀ­κό­μη (ἢ πά­λι) ἀρ­χη­γὸς τῆς ἀν­τι­πο­λί­τευ­σης στὴν Ἔσ­ση, προ­τεί­νει νὰ με­το­νο­μα­στεῖ τὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Φραν­κφούρ­της σὲ Πα­νε­πι­στή­μιο Ρό­ζα Λού­ξεν­μπουργκ. Κα­τη­γο­ρεῖ τοὺς Σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­τες, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἀ­πέρ­ρι­ψαν τὴν πρό­τα­σή του, γιὰ προ­δο­σί­α κα­τὰ τοῦ Μαρ­ξι­σμοῦ. Σκαν­δα­λώ­δεις οἱ δι­ε­νέ­ξεις ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν στὸ κοι­νο­βού­λιο τοῦ Βήσ­μπάν­τεν.


6. Ὁ Κλά­ους Στά­εκ ἔ­χει εἰ­δι­κευ­τεῖ ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου καὶ κα­θ’ ὁ­λο­κλη­ρί­αν σὲ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο, στὴν ἐ­ξέ­τα­ση τοῦ ὁ­ποί­ου κα­τόρ­θω­σε νὰ τὸν μυ­ή­σει ὁ Γκρή­σχάμ­περ: κα­τα­γί­νε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κὰ μὲ τὶς Μαν­τό­νες καὶ φέ­ρει σχε­δὸν τὴν ἰ­δι­ό­τη­τα τοῦ Μαν­το­νο­λό­γου —κά­ποι­οι μά­λι­στα τὸν θε­ω­ροῦν Ἀρ­χι­μαν­το­νο­λό­γο! —. Εἰ­σχω­ρεῖ στὶς τά­ξεις τῶν Φραγ­κι­σκα­νῶν μο­να­χῶν, τὸ ρά­σο τοῦ κά­νει καὶ μά­λι­στα τοῦ πη­γαί­νει τρέ­λα. Σὲ ἁ­πλο­ϊ­κὸ κε­λί, μὲ ἁ­πλο­ϊ­κὸ φαΐ, ἀ­φο­σι­ώ­νε­ται ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ στὴ με­γί­στη Μά­να ποὺ ὣς τό­τε ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ τὴν πα­ρα­γνώ­ρι­ζε, προ­σπα­θών­τας τώ­ρα νὰ κα­τα­τά­ξει τὶς ἀ­πει­κο­νί­σεις της σὲ ἕ­να κοι­νω­νι­κὸ-ἱ­στο­ρι­κὸ-αἰ­σθη­τι­κὸ σύ­στη­μα. Ὁ Γκρή­σχάμ­περ, στὸν ὁ­ποῖ­ο τὸ ρά­σο κα­θό­λου δὲν ταί­ρια­ζε (πα­ραέ­μοια­ζε ἀ­λη­θι­νὸς μέ­σα σὲ αὐ­τό), τὸν ἔ­πει­σε νὰ πραγ­μα­το­ποι­ή­σουν ἕ­να τα­ξί­δι ὡς προ­σκυ­νη­τὲς τῆς Μαν­τό­νας τῆς Κλου­ξαμ­πού­κα, στὴν ὁ­ποί­α ὁ ἴ­διος ὑ­πέ­θε­τε τὴν ἀ­πει­κό­νι­ση τῆς Μαν­τό­νας τοῦ προ­λε­τα­ριά­του. Στὴν Κλου­ξαμ­πού­κα συμ­βαί­νει κά­τι, τὸ ὁ­ποῖ­ο φέρ­νει τὸν Στά­εκ σὲ δύ­σκο­λη θέ­ση, προ­κα­λεῖ ὅ­μως τὸ θρι­αμ­βευ­τι­κὸ γέ­λιο τοῦ Γκρή­σχάμ­περ: ἕ­να θαῦ­μα στὸν Στά­εκ! Συ­νέ­βη αὐ­τὸ ποὺ δὲν κα­τόρ­θω­σαν νὰ ἐ­πι­τύ­χουν τὸ ρά­σο καὶ οἱ τό­σες Μαν­τό­νες: Ὁ Στά­εκ ἔ­γι­νε Κα­θο­λι­κός. Ἀν­τι­θέ­τως, ὁ Γκρή­σχάμ­περ, πα­ρὰ τὸ θαῦ­μα, πα­ρα­μέ­νει πει­σμα­τι­κὰ Προ­τε­στάν­της. Ἀ­πὸ κοι­νοῦ στέλ­νουν τη­λε­γρά­φη­μα στὸν Μπό­ις καὶ τὴν ἐ­φη­με­ρί­δα «Ἑρ­μῆς τῆς Βαυ­α­ρί­ας»: «Σ. ΠΡΟ­ΣΗ­ΛΥ­ΤΙ­ΣΤΗ­ΚΕ. ΜΑΡΤΥΡΑΣ: ΓΚ.» Στὴ ρε­πουμ­πλι­κα­νι­κὴ σκη­νὴ ὁ­λό­κλη­ρής τῆς Ὁ­μο­σπον­δια­κῆς Δη­μο­κρα­τί­ας ξε­σπά­ει σύγ­χυ­ση ἄ­νευ προ­η­γου­μέ­νου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen, dtv, München, 2004.

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μί­α κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πη­γή: http://www.perizitito.gr )

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς θε­ά­τρου, ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν γιὰ τὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας κα­τὰ τῶν γυ­ναι­κῶν. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

Εἰ­κό­να: Ὁ δρό­μος πρὸς τὸν Γολ­γο­θᾶ (1967). Ἔρ­γο τοῦ γερ­μα­νοῦ χα­ρά­κτη Χέλ­μουτ Γρή­σχάμ­περ (1909-1981), ἀν­τι­φα­σί­στα, εἰ­ρη­νι­στῆ καὶ πο­λι­τι­κοῦ ἀ­κτι­βι­στῆ.



		

	

Μάνος Καλπαδάκης: Ἡ πόρτα


 

Kalpadakis,Manos-IPorta-Eikona-02

 

Μά­νος Καλ­πα­δά­κης

 

Ἡ Πόρ­τα


01-PiΑΙΔΕΥΟΤΑΝ τί θὰ γί­νει: Να­πο­λέ­ων; Ἀ­ϊν­στά­ιν; Δη­μο­σθέ­νης; Γκαῖ­τε; Βε­νι­ζέ­λος; Ξαφ­νι­κὰ μπαί­νει τὸ ἀ­φεν­τι­κὸ ἀ­πει­λη­τι­κό: «Τσα­κί­σου νὰ σκου­πί­σεις!» Τί ὄ­μορ­φο ποὺ εἶ­ναι τὸ πάρ­κο τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀν­τρέ­α στὰ Πα­τή­σια… Θὰ πε­τά­ξου­με, Μυρ­τώ, στὴ μα­κρι­νή, ἐ­ρη­μι­κὴ πα­ρα­λί­α τῆς Ἀ­νά­φης νὰ τε­λει­ώ­σου­με τὸν πύρ­γο ποὺ ἀρ­χί­σα­με; Μὴν ξε­χά­σω τὸ συν­δι­κα­λι­στι­κό μου κα­θῆ­κον: «Ἡ Ἕ­νω­ση Ἀρ­τερ­γα­τῶν σᾶς προ­σκα­λεῖ τὴ Δευ­τέ­ρα 15:30 στὴν αἴ­θου­σα τοῦ κι­νη­μα­το­γρά­φου Κεν­τρι­κόν μὲ θέ­μα τὶς δί­και­ες δι­εκ­δι­κή­σεις τοῦ κλά­δου μας».

       Τί ἔρ­γο ἔ­χει σή­με­ρα ἡ τη­λε­ό­ρα­ση; Δι­ά­λειμ­μα: κλε­φτὸ τσι­γα­ρά­κι. Καὶ μα­τιὰ στὸ δρό­μο. Μά­να, για­τί μὲ τα­λαι­πω­ρεῖς μὲ τὴν γκρί­νια σου; Σή­με­ρα παίρ­νον­ται κρί­σι­μες γιὰ τὴν ἐρ­γα­τιὰ ἀ­πο­φά­σεις. Δὲν σᾶς ξε­τρε­λαί­νουν οἱ καμ­πυ­λω­τὲς ὑ­πάρ­ξεις ποὺ κυ­κλο­φο­ροῦν μὲ τὶς σκι­στὲς φοῦ­στες καὶ τὸ ἀρ­γὸ βά­δι­σμα;

       Ἂς προ­χω­ρή­σω στὸ μο­να­χι­κὸ δρό­μο. Ν’ ἀ­νοί­ξω τὴ μι­­σά­νοι­χτη πόρ­τα ποὺ προ­βάλ­λει μπρο­στά μου; Εἶ­ναι, αὐ­τὴ ἡ Πόρ­τα; Τὴν ἀ­νοί­γω δι­ά­πλα­τα, γε­μί­ζω φῶς, κλαί­ω, γε­λά­ω. Ναί, εἶ­ναι αὐ­τὴ ἡ Πόρ­τα. Τοὺς βλέ­πω ὅ­λους τώ­ρα. Καὶ ὅ­λα. Καὶ σέ­να. Καὶ σέ­να. Καὶ σέ­να. Εἶ­μαι κον­τά σας, εἶ­μαι δί­πλα σας. Εἶ­μαι πά­νω ἀ­π’ αὐ­τά. Ἀρ­κεῖ μιὰ φο­ρὰ νὰ δεῖς τοῦ­το τὸ φῶς γιὰ νὰ σφρα­γι­στεῖ ἀ­νε­ξί­τη­λα ἡ ζω­ή σου – κι ἂν ἀ­κό­μη πρό­κει­ται νὰ τὴν πε­ρά­σεις στὰ κά­τερ­γα ἢ στὰ κα­τά­βα­θα τῆς γῆς ἢ στὴν κό­λα­ση τοῦ πο­λέ­μου.

       Τὸ ρο­λό­ι τοῦ Ἁ­γί­ου Δη­μη­τρί­ου χτυ­πά­ει ἕν­τε­κα. Θὰ προ­λά­βει τὸ ἀ­σθε­νο­φό­ρο νὰ με­τα­φέ­ρει ἔγ­και­ρα στῶν Πρώ­των Βο­η­θει­ῶν τὸν Χρη­στί­δη μὲ τὸ ἔμ­φραγ­μα;

       Κα­θὼς ξε­φουρ­νί­ζει τὰ ἄ­σπρα φραν­τζο­λά­κια καὶ τὶς ζε­στὲς κου­λοῦ­ρες, χα­μο­γε­λά­ει…


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Δα­νει­κὰ το­πί­α, Ἐκδ. Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 1988.

Μά­νος Καλ­πα­δά­κης (Ἀ­θή­να, 1936). Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­πὸ τὸ 1963 ἕ­ως τὸ 1998 ὑ­πη­ρέ­τη­σε ὡς δι­πλω­μα­τι­κὸς στὸ Ὑ­πουρ­γεῖ­ο Ἐ­ξω­τε­ρι­κῶν. Ἐ­ξέ­δω­σε τὰ βι­βλί­α πε­ζο­γρα­φη­μά­των: Δα­νει­κὰ το­πί­α, (Ἐκδ. Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 1988), Στὶς ἴ­δι­ες ρά­γες(Ἐκδ. Ὀ­δυσ­σέ­ας, Ἀ­θή­να, 1993) καὶ Φῶτα ὁμίχλης (Ἐκδ. Πλανόδιον, Ἀ­θή­να, 2012).



		

	

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll): Γερ­μα­νι­κὲς οὐ­το­πί­ες Νο 1


 Gollwitzer, Prof. Dr. Helmut Einer der bekanntesten evangelischen Theologen Deutschlands, Helmut Gollwitzer, ist am Sonntag, 17.10.93, im Alter von 84 Jahren in Berlin an den Folgen eines Schlaganfalles gestorben. Der am 29.12.1908 als Sohn eines Pfarrers im bayerischen Pappenheim geborene Gollwitzer trat 1936 der Bekennenden Kirche bei, wandte sich während der Nazi-Diktatur öffentlich gegen die Ver folgung der Juden und galt nach 1945 als streitbarer Kämpfer im Dienste der Friedensbewegung.Foto: Auf einer Friedensdemonstration während des Kirchentages 1983 in Hannover.

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll)


Γερ­μα­νι­κὲς οὐ­το­πί­ες Νο 1

γιὰ τὸν Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ, τὸν ἀ­κα­τα­πό­νη­το

(Deutsche Utopien I

für Helmut

Gollwitzer, den Unermüdlichen)


 

1. Ο ΓΚΟΥΝΤΕΡ ΓΚΡΑΣ, προ­σκε­κλη­μέ­νος τῆς οἰ­κο­γέ­νειας Στρά­ους γιὰ κα­φέ, πα­ρα­δί­δει τὴ σκυ­τά­λη τοῦ φι­λο­ξε­νού­με­νου στὸν Ρούν­τι Ντοῦ­τσκε. Ἡ κυ­ρί­α, ὁ κύ­ριος, καὶ τὰ τέ­κνα τῆς οἰ­κί­ας Στρά­ους φω­νά­ζουν στὸν ἀ­περ­χό­με­νο Γκρὰς καὶ τὸν προ­σερ­χό­με­νο Ντοῦ­τσκε: «Νί­κη­σε ὁ Σο­σι­α­λι­σμός!» «Ὄ­χι ὁ Σο­σι­α­λι­σμός», τοὺς δι­ορ­θώ­νει ὁ Ντοῦ­τσκε, «ἀλ­λὰ ἕ­νας Σο­σι­α­λι­σμός». Ἀ­κο­λου­θοῦν ἀγ­κα­λι­ά­σμα­τα, δά­κρυ­α, ἄ­φθο­νος κα­φὲς κι ἀ­σύγ­κρι­τη θαλ­πω­ρὴ τὴ στιγ­μὴ ποὺ ὁ Ντοῦ­τσκε ἁρ­πά­ζει μὲ τὸ χέ­ρι ἀ­πο­φα­σι­στι­κὰ τὸ φρέ­σκο γλύ­κι­σμα ποὺ ἀρ­νι­ό­ταν νὰ ὑ­πα­κού­σει στὸ κου­τα­λά­κι τοῦ γλυ­κοῦ. Οἱ υἱ­οὶ Στρά­ους ρω­τοῦν νὰ μά­θουν γιὰ τὸν Χο­ζέ­α Τσέ. Στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο πε­ρι­μέ­νουν ντρο­πα­λὰ —μὲ δέ­ος σχε­δόν— ὁ Τάν­τλερ, ὁ Κὴσλ καὶ ὁ Σπράγ­κερ. Μό­λις συ­νέ­τα­ξαν ἕ­να φυλ­λά­διο ποὺ ξε­σκε­πά­ζει τὸν Λά­τμανν: πα­ρα­βά­της τοῦ νό­μου! Πε­ρι­μέ­νουν κα­τ’ ἐ­πέ­κτα­ση τὸν ἔ­παι­νο, ἕ­να κά­ποι­ο εἶ­δος τέ­λος πάν­των ἀ­να­γνώ­ρι­σης, καὶ ἂς εἶ­ναι μό­νο ἕ­να φι­λι­κὸ χτύ­πη­μα στὴν πλά­τη. Θὰ ἤ­θε­λαν τό­σο πο­λὺ νὰ γί­νουν μέ­ρος αὐ­τῆς τῆς τό­σο ἐγ­κάρ­διας ὁ­μή­γυ­ρης. Ὁ Ντοῦ­τσκε, συγ­κι­νη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ σε­βα­σμὸ πρὸς τὸ πρό­σω­πό του, τοὺς ἐ­πι­τρέ­πει τὴν εἴ­σο­δο. Ὁ Τάν­τλερ ξε­σπά­ει σὲ κλά­μα­τα, ἐ­νῶ οἱ Κὴσλ καὶ Σπράγ­κερ ἀρ­κοῦν­ται σὲ μά­τια ὑ­γρά.

 


2. Στὸ πλαί­σιο τοῦ νέ­ου ἀν­τι­τρο­μο­κρα­τι­κοῦ νό­μου, θὰ δη­μι­ουρ­γη­θεῖ μιὰ νέ­α ὑ­πη­ρε­σί­α, ἡ ὁ­ποί­α θὰ λά­βει τὴν ὀ­νο­μα­σί­α «Ἔμ­βιο θερ­μό­με­τρο ‘ὑ­πο­δεί­ξε­ω­ν’». Στό­χος τῆς νέ­ας αὐ­τῆς ὑ­πη­ρε­σί­ας θὰ εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­φυ­γὴ νὰ κα­τα­λή­γουν καυ­τὲς ὑ­πο­δεί­ξεις στὶς ψυ­χρὲς λί­στες τῶν ἀ­ζή­τη­των. Ἔ­τσι, ἀ­νὰ ὑ­πό­δει­ξη ἢ ἀ­νώ­νυ­μο τη­λε­φώ­νη­μα θὰ συν­δέ­ον­ται στὴ γραμ­μὴ συγ­χρο­νι­κὰ δέ­κα ψυ­χο­λό­γοι καὶ ἀ­κου­στο­λό­γοι, τῶν ὁ­ποί­ων μέ­λη­μα θὰ εἶ­ναι νὰ ἀ­πο­φαν­θοῦν ἂν ἡ ἐν λό­γῳ ὑ­πό­δει­ξη μπο­ρεῖ νὰ θε­ω­ρη­θεῖ καυ­τὴ ἢ ὄ­χι. Τὸ ἐν­δε­χό­με­νο νὰ κα­τα­λή­ξουν ψυ­χρὲς ὑ­πο­δεί­ξεις σὲ καυ­τὲς λί­στες πα­ρα­βλέ­πε­ται ὡς «ἄ­σχε­το».


 

3. Ἀ­κό­μη καὶ στὸν γλωσ­σι­κῶς δει­νό­τε­ρο τῶν ἐκ­φω­νη­τῶν, σχο­λια­στῶν καὶ συν­το­νι­στῶν παίρ­νει κάμ­πο­ση ὥ­ρα ὥ­σπου νὰ συ­νη­θί­σει τὴ λέ­ξη Ἑ­τε­ρο­πτε­ρο­κρα­τί­α. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ὑ­φί­στα­ται ὁ σχε­τι­κὸς νό­μος πε­ρὶ κα­τάρ­γη­σης τῆς ἰ­δι­ω­τι­κῆς σφαί­ρας, ὁ­πό­τε κα­θέ­νας μπο­ρεῖ —μά­λι­στα ὀ­φεί­λει— νὰ σπι­ου­νεύ­ει τὸν ἄλ­λο, ὀ­ξεί­α πλή­ξη προ­σέ­βα­λε τοὺς πο­λί­τες ἀ­νὰ τὴν ἐ­πι­κρά­τεια. Ἀ­κό­μη καὶ ἡ πα­ρα­κο­λού­θη­ση τῆς ἰ­δι­ω­τι­κό­τε­ρης ἰ­δι­ω­τι­κῆς ζω­ῆς τοῦ ἄλ­λου προ­κα­λεῖ χα­σμου­ρη­τό. Γι’ αὐ­τὸ καὶ οἱ πο­λί­τες πέ­ρα­σαν στὸ στά­διο τῆς πα­ρα­κο­λού­θη­σης τοῦ ἑ­αυ­τοῦ τους: εἰ­σή­χθη ἔ­τσι τὸ Ἔ­σω-Ἐ­τε­ρό­πτε­ρο, τὸ ὁ­ποῖ­ο στὸ στό­μα τοῦ κο­σμά­κη ἐκ­φυ­λί­ζε­ται σὲ Ψυ­χο-Ἑ­λι­κό­πτε­ρο. Ἡ σπι­ου­νευ­τι­κὴ κα­τὰ τοῦ ἐ­αυ­τοῦ ἔ­χει ἀ­να­χθεῖ σὲ μό­δα. Ἀ­πὸ τό­τε ὅ­μως ποὺ κα­νεὶς δὲν ἔ­χει πιὰ μυ­στι­κὰ —οὔ­τε κὰν ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο του τὸν ἐ­αυ­τό—, ἔ­χει ἐ­ξα­πλω­θεῖ τέ­τοι­α ψυ­χι­κὴ ἀ­δρά­νεια, ποὺ ὁ­δη­γεῖ σὲ κα­τα­κό­ρυ­φη πτώ­ση τῆς ἀ­πο­δο­τι­κό­τη­τας. Τὸ σλόγ­καν «Ὅ,τι εἶ­ναι ἡ χλω­ρί­δα τοῦ ἐν­τέ­ρου γιὰ τὴν πέ­ψη, εἶ­ναι καὶ τὰ μυ­στι­κὰ γιὰ τὴν ψυ­χὴ» τεί­νει νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει μιὰ και­νούρ­για ἀ­γο­ρά: τὴν ἐμ­πο­ρί­α μυ­στι­κῶν. Ὁ τζί­ρος τῶν μυ­στι­κῶν ἀ­να­κι­νεῖ πρό­σκαι­ρα τὴν οἰ­κο­νο­μί­α, δη­μι­ουρ­γεῖ ὡ­στό­σο σο­βα­ρό­τα­τη κρί­ση στὶς μυ­στι­κὲς ὑ­πη­ρε­σί­ες. Ὄ­χι μό­νο δὲν ἔ­χει κα­νέ­νας ἀ­πο­λύ­τως, ἀλ­λὰ δὲν ὑ­φί­σταν­ται κὰν μυ­στι­κά. Ὅ­πως καὶ νά ’­χει, ὁ καρ­δι­νά­λιος Χόφ­νερ ἐμ­πι­στεύ­ε­ται δη­μο­σί­ως στὴ Δω­ρο­θέ­α Ζό­λε ἕ­να μυ­στι­κό: ἦ­ταν πάν­το­τε ὑ­πὲρ τοῦ Σο­σι­α­λι­σμοῦ. Ἡ Δω­ρο­θέ­α Ζό­λε, ἐ­δῶ καὶ και­ρὸ ἐ­λεύ­θε­ρη συ­νερ­γά­τις τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Ὁ Ἑρ­μῆς τοῦ Ρή­νου» —τὴν πρό­τα­ση τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας «Πα­νό­ρα­μα τῆς Κο­λω­νί­ας» φέ­ρε­ται νὰ τὴν ἀ­πέρ­ρι­ψε μὲ τὶς λέ­ξεις «Ὄ­χι, μὰ αὐ­τὸ εἶ­ναι ἐν­τε­λῶς καὶ ὁ­λωσ­δι­ό­λου ἀ­δύ­να­το!» — καὶ κα­τό­πιν προ­σω­πι­κῆς πα­ρά­κλη­σης τοῦ καρ­δι­νά­λιου, προ­χω­ρεῖ στὴ γνω­στο­ποί­η­ση τοῦ μυ­στι­κοῦ στὴν ἐν λό­γῳ ἐ­φη­με­ρί­δα. Ἀ­κό­μα ὑ­πάρ­χουν Κα­θο­λι­κοί, ἔ­ξαλ­λοι μὲ τὸ γε­γο­νός.

 


4. Καὶ ὅ­μως, τὰ θε­ό­ρα­τα κω­δω­νο­στά­σια τοῦ κα­θε­δρι­κοῦ της Κο­λω­νί­ας θὰ με­τα­φερ­θοῦν. Ὁ Μπό­ις —ὑ­πεύ­θυ­νος τοῦ ἔρ­γου ὡς ἐν­τε­ταλ­μέ­νος γιὰ τὴν παι­δεί­α στὸ κρα­τί­διο τῆς Βό­ρειας Ρη­να­νί­ας-Βε­στφα­λί­ας— κα­λεῖ τὴν ντό­πια κοι­νω­νί­α τῆς Κο­λω­νί­ας νὰ συμ­με­τά­σχει ἐ­νερ­γά. Ἀν­τλών­τας ἔμ­πνευ­ση ἀ­πὸ τὸν «Πύρ­γο τῆς Βα­βὲλ» τοῦ Μπρό­ιγ­κελ δι­α­τά­ζει τὴν κα­τα­σκευ­ὴ στα­θε­ρῶν σπει­ρο­ει­δῶν κα­τα­σκευ­ῶν, μέ­σῳ τῶν ὁ­ποί­ων θὰ μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ φτά­νει μὲ ἀ­σφά­λεια στὴν κο­ρυ­φὴ τῶν κω­δω­νο­στα­σί­ων καὶ νὰ κα­τέρ­χε­ται ἐκ νέ­ου μὲ δύ­ο λί­θους ἀ­νὰ χεί­ρας. Ὁ ἕ­νας ἐκ τῶν λί­θων θὰ τυγ­χά­νει χρή­σης ἐν­θυ­μί­ου, ἐ­νῶ ὁ ἄλ­λος θὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται στὴν ἀ­νοι­κο­δό­μη­ση τοῦ «Ἐ­λεύ­θε­ρου Κα­θο­λι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του γιὰ τὴν Ὑ­πο­στή­ρι­ξη τῆς Θε­ο­λο­γί­ας καὶ τὴν Κα­τάρ­γη­ση τῶν Δογ­μά­των». Μά­λι­στα δη­μι­ουρ­γή­θη­κε ἤ­δη «Σύν­δε­σμος γιὰ τὴν Ἀ­να­δό­μη­ση τοῦ Κα­θε­δρι­κοῦ». Μύ­ρι­σε ἤ­δη και­νούρ­για κλί­κα!


 

5. Ἡ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση, ἐ­στι­ά­ζον­τας μέ­χρι πρό­τι­νος ἀ­πο­κλει­στι­κὰ στὸ χρῆ­μα καὶ τὰ σύ­νο­ρα, ζη­τᾶ τὴν πνευ­μα­τι­κὴ συμ­βο­λὴ τῆς ὁ­μο­σπον­δια­κῆς κυ­βέρ­νη­σης. Στὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση δη­μι­ουρ­γή­θη­καν δύ­ο κόμ­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α —ὅ­πως πάν­τα, χά­ριν συν­το­μί­ας κι εὐ­κο­λί­ας— δό­θη­καν οἱ ὀ­νο­μα­σί­ες «οἱ Συ­νε­τοὶ» καὶ «οἱ Ἀ­σύ­νε­τοι». Ἐκ­πρό­σω­πος τῶν «Συ­νε­τῶν» εἶ­ναι ἀ­νώ­τα­το κομ­μα­τι­κὸ στέ­λε­χος. Ἐκ­πρό­σω­πος τῶν «Ἀ­σύ­νε­των», ἕ­νας Πα­τριά­ρχης τῆς ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κλη­σί­ας. Βε­βαί­ως, δὲν εἶ­ναι οὔ­τε τὸ κομ­μα­τι­κὸ στέ­λε­χος συ­νε­τό, οὔ­τε ὁ Πα­τριά­ρχης ἀ­σύ­νε­τος, οὔ­τε μπο­ρεῖ νὰ πεῖ κα­νεὶς εὔ­κο­λα ὅ­τι ἰ­σχύ­ει τὸ ἀν­τί­στρο­φο. Πο­λὺ ἁ­πλά, εἶ­ναι —ὡς συ­νή­θως— πο­λύ­πλο­κο. Οἱ Συ­νε­τοὶ θέ­λουν νὰ ξα­να­κά­νουν τὴν Ὀρ­θο­δο­ξί­α ἐ­πί­ση­μη θρη­σκεί­α τοῦ κρά­τους, ἐ­νῶ οἱ Ἀ­σύ­νε­τοι τὸ ἀρ­νοῦν­ται κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά. Ἡ σύγ­χυ­ση στὴ Δύ­ση μὲ ἀ­φορ­μὴ τὰ προ­βλή­μα­τα τῶν Σο­βι­ε­τι­κῶν αὐ­ξά­νει. Σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση, ἡ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση —μὴ ἐμ­πι­στευ­ό­με­νη τοὺς Πο­λω­νούς, τοὺς Τσέ­χους, πο­λὺ λι­γό­τε­ρο δὲ τοὺς Γερ­μα­νοὺς τῆς Ἀ­να­το­λι­κῆς Γερ­μα­νί­ας (οἱ ὁ­ποῖ­οι γιὰ ἀ­κό­μη μιὰ φο­ρὰ δὲν ξέ­ρουν τί στά­ση νὰ κρα­τή­σουν!) — ζη­τᾶ τὴ συμ­βο­λὴ καὶ συμ­βου­λὴ τῆς ὁ­μο­σπον­δια­κῆς κυ­βέρ­νη­σης. Μὲ τὴ σει­ρά της, ἡ ὁ­μο­σπον­δια­κὴ κυ­βέρ­νη­ση κα­λεῖ τὸν Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἔ­χει ὁ­ρι­στεῖ εἰ­δι­κὸς ἀ­πε­σταλ­μέ­νος, νὰ συν­δρά­μει τὴ σο­βι­ε­τι­κὴ κυ­βέρ­νη­ση. Τὸ ἀ­πο­τέ­λε­σμα ἀ­να­μέ­νε­ται ἐ­να­γω­νί­ως. Ἡ γερ­μα­νι­κὴ βι­ο­χα­νί­α ἀ­φο­σί­ω­σης λαμ­βά­νει ἤ­δη ἐ­πεν­δυ­τι­κὰ δά­νεια. Ὁ Γκόλ­βί­τσερ πέ­φτει στὴ Μό­σχα θύ­μα ἐ­πα­νει­λημ­μέ­νων ἀ­πό­πει­ρων ἐκ­βια­σμοῦ ἀ­πὸ δυ­τι­κὰ λόμ­πι. Ἀν­τι­στέ­κε­ται σθε­να­ρά. Ὡς συ­νε­τός, παίρ­νει τὸ μέ­ρος τῶν Ἀ­σύ­νε­των. Ἕ­νας —κα­τὰ τὰ ἄλ­λα πραγ­μα­τι­στής— Γερ­μα­νὸς πο­λι­τι­κὸς τοῦ ἀ­νέ­θε­σε μιὰ εἰ­δι­κὴ μυ­στι­κὴ ἀ­πο­στο­λή: νὰ φέ­ρει ἔν­ζυ­μα, βά­κι­λους καὶ βα­κτή­ρια μὲ «ρώ­σι­κη ψυ­χή», γιὰ νὰ ἐμ­ψυ­χω­θεῖ ἡ γερ­μα­νι­κὴ σκη­νὴ ποὺ ἔ­χει κα­ταν­τή­σει ἄ­ψυ­χη.

 

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


 

Πη­γή: Du fährst zu oft nach Heidelberg und andere Erzählungen, dtv, München, 2004.

 

 

Χά­ιν­ριχ Μπαίλ (Heinrich Böll· Κο­λω­νί­α, 21 Δε­κεμ­βρί­ου 1917 – Κρό­ι­τσα­ου-Λάγ­κεν­μπροχ, 16 Ἰ­ου­λί­ου 1985). Ἀ­πὸ οἰ­κο­γέ­νεια ἀ­στῶν κα­θο­λι­κῶν, με­γά­λω­σε μὲ φι­λε­λεύ­θε­ρες ἰ­δέ­ες κι ἔ­μα­θε νὰ μι­σεῖ τὸ να­ζι­σμό. Τὸ 1938 ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ δι­α­κό­ψει τὶς σπου­δές του στὸ πα­νε­πι­στή­μιο γιὰ νὰ κα­τα­τα­γεῖ στὸν στρα­τό. Κα­τὰ τὸν Β΄ Παγ­κό­σμιο Πό­λε­μο ὑ­πη­ρέ­τη­σε σὲ δι­ά­φο­ρα μέ­τω­πα, ἀ­πὸ τὴ Γαλ­λί­α ὣς τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση, ὥ­σπου τὸν συ­νέ­λα­βαν αἰχ­μά­λω­το οἱ Ἀ­με­ρι­κα­νοί. Λό­γῳ κρυ­ο­πα­γη­μά­των ἔ­χα­σε τὰ δά­χτυ­λα τῶν πο­δι­ῶν του μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ τα­λα­νί­ζε­ται σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ στὰ νο­σο­κο­μεῖ­α. Τὸ 1945 ἐ­πέ­στρε­ψε στὴν Κο­λω­νί­α καὶ σύν­το­μα κα­θι­ε­ρώ­θη­κε ὡς ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς με­γα­λύ­τε­ρους συγ­γρα­φεῖς τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς γε­νιᾶς καὶ ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε ὡς μιὰ ἀ­πὸ τὶς φω­νὲς συ­νεί­δη­σης καὶ τοὺς ὀ­ξυ­δερ­κέ­στε­ρους πα­ρα­τη­ρη­τὲς τῆς γερ­μα­νι­κῆς κοι­νω­νί­ας. Οἱ πρῶ­τες του νου­βέ­λες, Τὸ τρέ­νο ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα του καὶ Ἀ­δάμ, ποῦ ἤ­σουν; μι­λοῦν γιὰ τὴν ἀ­πελ­πι­σί­α τῶν ἀν­θρώ­πων ποὺ ἔ­χουν ἐμ­πλα­κεῖ στὸν πό­λε­μο. Τὰ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ἔρ­γα του, ὅ­πως τὸ Γνω­ρι­μί­α μὲ τὴ νύ­χτα καὶ Τὸ ἀ­φύ­λα­χτο σπί­τι, μι­λοῦν γιὰ τὸ ἠ­θι­κὸ κε­νὸ πί­σω ἀ­πὸ τὸ “οἰ­κο­νο­μι­κὸ θαῦ­μα” τῆς με­τα­πο­λε­μι­κῆς Γερ­μα­νί­ας, ἐ­νῶ Τὸ ψω­μὶ τῶν πρώ­των χρό­νων ἀ­πει­κο­νί­ζει τὴ φτώ­χεια, τὸ ζό­φο καὶ τὴν πεί­να τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν χρό­νων. Ἄλ­λα ση­μαν­τι­κὰ ἔρ­γα του εἶ­ναι: Οἱ ἀ­πό­ψεις ἑ­νὸς κλό­ουν, Ὁ­μα­δι­κὸ πορ­τραῖ­το μὲ μί­α κυ­ρί­α, Ἡ χα­μέ­νη τι­μὴ τῆς Κα­τε­ρί­νας Μπλούμ, Γυ­ναῖ­κες σὲ το­πί­ο μὲ πο­τά­μι. Πο­λέ­μιος τοῦ ΝΑΤΟ ἀλ­λὰ καὶ τοῦ σο­βι­ε­τι­κοῦ κα­θε­στῶ­τος, σο­σι­αλ­δη­μο­κρά­της καὶ εἰ­ρη­νι­στής, ἐ­πέ­συ­ρε δρι­μύ­τα­τες ἐ­πι­κρί­σεις ἀ­πὸ τοὺς συν­τη­ρη­τι­κοὺς κύ­κλους, οἱ ὁ­ποῖ­ες δὲν κάμ­φθη­καν οὔ­τε ὅ­ταν τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Νόμ­πελ Λο­γο­τε­χνί­ας, τὸ 1972. (Πη­γή: http://www.perizitito.gr )

 

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά: 

 

Ἕ­λε­να Σταγ­κου­ρά­κη (Χα­νιά, 1984): Με­τα­φρά­στρια καὶ κρι­τι­κὸς θε­ά­τρου, ἐκ­πρό­σω­πος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Κι­νή­μα­τος Ποι­η­τρι­ῶν γιὰ τὴν κα­τα­πο­λέ­μη­ση τῆς βί­ας κα­τὰ τῶν γυ­ναι­κῶν. Σπού­δα­σε με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­ό­νιο Πα­νε­πι­στή­μιο καὶ ὁ­λο­κλή­ρω­σε με­τα­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς μὲ ὑ­πο­τρο­φί­α τοῦ γερ­μα­νι­κοῦ κρά­τους στὴ Χα­ϊλ­δελ­βέρ­γη τῆς Γερ­μα­νί­ας. Με­τα­φρά­ζει ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἱ­σπα­νι­κά.

 

 

Εἰ­κό­να: Ὁ Γκόλ­βί­τσερ σὲ φοι­τη­τι­κὴ κα­θι­στι­κὴ δι­α­δή­λω­ση στὴν δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’60. Ὁ Γερ­μα­νὸς θε­ο­λό­γος καὶ συγ­γρα­φέ­ας Χέλ­μουτ Γκόλ­βί­τσερ (1908-1993), ὑ­πῆρ­ξε σο­σι­α­λι­στής, εἰ­ρη­νι­στὴς καὶ ἀν­τι­κα­πι­τα­λι­στής, φί­λος τοῦ Ρούν­τι Ντοῦ­τσκε καὶ πά­στο­ρας τῆς Οὐλ­ρί­κε Μά­ιν­χοφ. Τὸ βι­βλί­ο του, στὸ ὁ­ποῖ­ο κα­τα­γρά­φει τὶς ἐμ­πει­ρί­ες του ὡς αἰχ­μα­λώ­του πο­λέ­μου στὴν Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση (1945-1949) [«…und führen wohin Du nicht willst», 1951] εἶ­χε με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α στὴν Γερ­μα­νί­α τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ‘50. Σὲ δι­ά­λε­ξή του στὸ Ἐ­λεύ­θε­ρο Πα­νε­πι­στή­μιο τοῦ Βε­ρο­λί­νου ὁ Γκόλ­βί­τσερ ὑ­πο­στή­ρι­ξε τὴν δι­ά­κρι­ση ἀ­νά­με­σα στὴν «βί­α κα­τὰ τῆς ι­δι­ο­κτη­σί­ας» και τὴν «βί­α ἐ­ναν­τί­ον ἀν­θρώ­πων», γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ὑ­πέ­στη πολ­λές ε­πι­κρί­σεις.