Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Κουτὶ μὲ τιμαλφῆ I.



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Κου­τὶ μὲ τι­μαλ­φῆ Ι.


«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ὀ­μορ­φιὰ δί­χως κίν­δυ­νο» μὲ φόν­το ἀν­θο­δέ­σμη ἀ­πὸ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα κι ἕ­να μο­νό­φθαλ­μο ἀν­θρω­πά­κι – ἢ μή­πως εἶ­ναι ἥ­λιος;


Μή­τρα ἀ­πὸ χα­ρα­κτι­κὸ μὲ κε­ρα­μο­σκε­πὲς καὶ που­λιὰ νὰ πε­τᾶ­νε – ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ με­λα­νιοῦ.


Πα­λιὸς με­ταλ­λι­κὸς ἀ­να­πτή­ρας τύ­που zippo μὲ σκα­λι­σμέ­νη μιὰ χε­λώ­να.


Κα­ρα­βά­κι καὶ χαρ­τα­ε­τός – κάρ­τες ἀ­πὸ γκα­λε­ρί.


Σπα­σμέ­νη συρ­μά­τι­νη χορ­δὴ μὶ καν­τί­νι.


­δει­ο μπου­κά­λι μι­νι­α­τού­ρα ἀ­πὸ κά­ποι­ο μπράν­τι – γοτ­θι­κὴ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὴν ἐ­τι­κέ­τα.


Λί­γος σπάγ­γος.


«Τὸ φαν­τα­στι­κὸ ζῶ­ο ἐ­ναν­γκλόμ… γιὰ νὰ τρα­φεῖ βου­τά­ει στὸ νε­ρό» μὲ μὼβ μαρ­κα­δό­ρο σὲ σκι­σμέ­νη σε­λί­δα τε­τρα­δί­ου – Michaux.


Τρυ­πη­μέ­νο γα­λα­ζο­πρά­σι­νο βό­τσα­λο πε­ρα­σμέ­νο σὲ σκοι­νά­κι… πο­λὺ κον­τὰ ἕ­να κο­χύ­λι ἄ­σπρο μὲ κα­φέ, τρυ­πη­μέ­νο κι αὐ­τό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


		
Διαφημίσεις

Ἀντώνης Καζάκος: Μιὰ παλιὰ ἱστορία


Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος


Μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α


 ΧΑΡΟΛΝΤ ΕΝΤΡΙΑΝ ΡΑΣΕΛ ΦΙΛΜΠΙ, ποὺ ἔ­γι­νε εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στός, ἢ δι­α­βό­η­τος, ὡς Κὶμ Φίλ­μπι (1912-1988), σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ μὲ τὴ δρά­ση του δι­α­κί­νη­σε τὴν ἰ­δέ­α, γιὰ χά­ρη κά­θε ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νου, πὼς τὸ ψεῦ­δος προ­σφέ­ρει στοὺς ψευ­δό­με­νους μιὰ δω­ρε­ὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἐ­κεί­νη τὴν πο­λὺ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νη εὐ­χα­ρί­στη­ση τῆς δι­πλο­προ­σω­πί­ας ἤ, ὅ­πως τὸ θέ­τει ὁ διὰ βί­ου ἰ­χνη­λά­της του συγ­γρα­φέ­ας Ἀ­πό­στο­λος Δο­ξιά­δης —δι­α­πο­ρῶν— τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση τοῦ κρυ­φοῦ, τοῦ μυ­στι­κοῦ δι­πλοῦ ντου­λα­πιοῦ μὲ τοὺς δι­α­κρι­τοὺς χώ­ρους, στὰ χει­ρο­ποί­η­τα ἔ­πι­πλα τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, ποὺ σοῦ ‘δί­ναν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ζών­τας σὲ δι­πλὸ κό­σμο ἡ ζω­ὴ δὲν ἔ­χει κα­νέ­να βα­ρε­τὸ κομ­μά­τι. Γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­κή του ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ὅ­τι οἱ πρά­κτο­ρες ζοῦν συ­χνὰ γιὰ χρό­νια μέ­σα στὴν ἀ­πρα­ξί­α, στὴ σι­ω­πὴ καὶ στὴν ἀ­φά­νεια. Τὸ ὑ­πο­μέ­νουν, λο­γα­ρι­ά­ζον­τάς το ὡς ὄ­ψη τῆς μυ­στι­κῆς δου­λειᾶς τους. Ἀ­να­κα­λύ­πτουν ἔ­τσι ἐ­νώ­πιοι ἐ­νω­πί­οις τὸν κρυ­φὸ ἀ­λη­θι­νὸ ἑ­αυ­τό τους, σὰν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­πτα­σφρά­γι­στα κρα­τᾶ­νε τὰ μυ­στι­κά τους ἀ­πὸ τοὺς με­γά­λους γιὰ νὰ τοὺς ποῦν μὲ τὸν τρό­πο τους, πρὶν καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸν τρο­μα­κτι­κὸ στί­χο τοῦ Ἀρ­θού­ρου Ρεμ­πώ, ὅ­τι κα­τὰ βά­θος εἴ­μα­στε κά­ποι­οι ἄλ­λοι, ποὺ μᾶς ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ νο­μί­ζου­με ὅ­τι μό­νο ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τὴν ἀ­λη­θι­νὴ γνω­ρι­μί­α μα­ζί τους. Δὲν ὑ­πάρ­χει πιὸ ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ αἴ­σθη­ση ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν βα­θὺ δι­χα­σμὸ γιὰ ὅ­λες τὶς δυ­σβά­στα­χτες ψυ­χι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις μας, κα­τὰ τὴν πει­στι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση τοῦ Δο­ξιά­δη.

        Καὶ ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἠ­χη­ρῶν βη­μά­των ποὺ ἀ­κού­γον­ται μέ­σα στὴ νύ­χτα; Τῶν φω­τι­σμέ­νων τρέ­νων ποὺ σφυ­ρί­ζουν μα­κριὰ σὰν μα­κρό­συρ­τα μη­χα­νι­κὰ ζῶ­α; Τὸ μυ­στή­ριο καὶ ἡ με­λαγ­χο­λί­α τῶν δρό­μων; Ναί, ἡ δι­πλὴ ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου ὁ­λό­κλη­ρου φα­νε­ρώ­νε­ται πε­ρί­λαμ­πρη στὸ βά­θος τοῦ κα­θρέ­φτη, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως καὶ μέ­σα στὴ θρη­σκευ­ό­με­νη δι­πλω­πί­α τῶν προ­σευ­χῶν μας. Στὰ ξε­καρ­δι­στι­κὰ γέ­λια καὶ στὰ ἀ­βί­α­στα ἐκ­φω­νού­με­να λό­για μας. Καὶ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες μας εἶ­ναι μιὰ κά­ποι­α ἐ­πέν­δυ­ση, μιὰ ἀ­να­δί­πλω­ση, τὸ ροῦ­χο γιὰ νὰ ντύ­σει τὴ γυ­μνὴ πέ­τρα ποὺ μᾶς πα­γώ­νει τὸ αἷ­μα, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ σχῆ­μα καὶ τὴ γυ­μνό­τη­τα τῆς νε­κρο­κε­φα­λῆς. Εἶ­ναι ὅ­λες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἐ­ξι­δα­νι­κεύ­ουν τὸ σῶ­μα μιᾶς Ἰωάννας, μα­ζὶ μὲ τὸ δι­κό μου, συ­ναν­τών­τας ὑ­πό­γεια μέ­σα τους τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες σπη­λι­ὲς ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­βλύ­ζουν ἡ ποί­η­ση καὶ τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι.

        Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνά­ει, ἀ­λή­θεια, πό­σα δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια εἶ­ναι οἱ πε­θα­μέ­νοι, θαμ­μέ­νοι κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μας; Ποι­ός τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ ὅ­τι μέ­νου­με μό­νοι κι ἔ­ρη­μοι μέ­σα στὸ Σύμ­παν; Ὄ­χι σί­γου­ρα ἡ Μπλὲ Ἀ­λε­ξάν­δρα, ἡ ὁ­ποί­α τὶς προ­άλ­λες μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε πε­ρι­πα­θῶς πὼς «οἱ δώ­δε­κα ἀ­ξέ­χα­στοι ἔ­ρω­τές μου ὄ­χι μό­νο μοῦ φαί­νον­ται πολ­λοί, ἀλ­λὰ τοὺς νι­ώ­θω νὰ ὑ­πάρ­χουν ὁ­λο­ζών­τα­νοι. Ἐ­ξαι­τί­ας τους κρα­τι­έ­μαι ὁ­λο­ζών­τα­νη κι ἐ­γώ».

        Εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος ὅ­τι μι­λοῦ­σε γιὰ ὅ­λο τὸ φά­σμα τοῦ αἰ­σθη­τοῦ κό­σμου, γι’ αὐ­τὰ ποὺ στὴ γλώσ­σα τῶν φι­λο­σό­φων τὰ λέ­νε φαι­νό­με­να, π.χ. τὸ γορ­γὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λᾶ στὴ φύ­ση δι­α­βρέ­χον­τας καὶ ὁ­λό­κλη­ρα ἔρ­γα τέ­χνης, ὅ­που ἀν­τα­να­κλῶν­ται τὰ ὄν­τα ὅ­λα ὡς πα­ρου­σί­ες, μιὰ ἀν­τα­νά­κλα­ση τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας δη­λα­δή, ποὺ δὲν μᾶς λυ­τρώ­νει ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, ἀλ­λὰ κρύ­βει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα μιὰ θε­ϊ­κὴ σπί­θα.

        Σὰν νὰ ἀ­γα­πᾶς ταυ­τό­χρο­να δύ­ο γυ­ναῖ­κες, τὸν δι­και­ο­λό­γη­σε μὲ ἀ­φύ­σι­κη με­γα­λο­ψυ­χί­α ὁ προ­δο­μέ­νος φί­λος καὶ συ­νερ­γά­της του στὴ MI6 Νί­κο­λας Ἔ­λιοτ: «Σὲ κα­τα­λα­βαί­νω, Κίμ. Ἔ­χω ὑ­πάρ­ξει ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ δύ­ο γυ­ναῖ­κες ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι βρέ­θη­κες στὴν ἴ­δια κα­τά­στα­ση στὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­γα­ποῦ­σες τὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση ταυ­τό­χρο­να.»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος (Πειραιάς, 1960). Σπούδασε φιλολογία καὶ ἱστορία στὴν Ἀ­θήνα καὶ στὸ Παρίσι. Ἐργάζεται στὸν χώρο τῆς ἐκπαίδευσης καὶ τῶν ἐκ­παι­δευτικῶν προγραμμάτων. Μεταφράσεις και ποιήματά του έχουν δημο­σι­ευτεί στο περιοδικό Το Δέντρο


Σω­τή­ρης Πα­στά­κας: Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα



Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα


ΥΣΑΡΕΣΤΑ πράγ­μα­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν στὸν κα­θέ­να, ἀλ­λὰ μό­νον κά­ποι­ους μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἀλ­λά­ξουν χα­ρα­κτή­ρα. Νὰ με­τα­μορ­φώ­σουν ἕ­ναν κα­λὸ ἄν­θρω­πο πχ. σὲ δι­ά­βο­λο. Θὰ μοῦ πεῖ­τε πὼς ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος σέρ­νει μα­ζὶ μὲ τὰ πο­δά­ρια καὶ τὴ μοί­ρα του, καὶ οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πι­ση­μαί­νουν οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι ἤ­δη μὲς στὶς ἀ­πο­σκευ­ὲς ποὺ σέρ­νει πί­σω του. Δὲν ξέ­ρω. Πα­ρά­ξε­να φέγ­γει στὴ μνή­μη μου ἡ ἀρ­χή. Νέ­ος ψυ­χί­α­τρος τό­τε ἐ­πε­δεί­κνυ­α με­γα­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση σὲ ἀ­χα­ρα­κτή­ρι­στες συμ­πε­ρι­φο­ρές. Ὑ­πε­ρέ­βα­λα ἑ­αυ­τὸν καὶ ψυ­χι­α­τρι­κο­ποι­οῦ­σα ἀ­κό­μη καὶ τὴν κοι­νὴ χυ­δαι­ο­λο­γί­α, τὶς μνη­σί­κα­κες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ ἄ­το­μα τοῦ εὐ­ρέ­ως πε­ρι­βάλ­λον­τός μου, ἀ­κό­μη καὶ τὶς συ­κο­φαν­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις, τὴν ἐ­ξύ­βρι­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τὸν δι­α­συρ­μὸ ὑ­πο­λή­ψε­ων. Τὸν ὑ­πο­τί­μη­σα ὡς ἕ­ναν ἀ­κό­μη «τρε­λό», ἀ­γνο­ών­τας πὼς αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο ποὺ προ­σποι­οῦνταν τὸ φί­λο μου, πει­ρα­μα­τι­ζό­ταν πῶς νὰ ἐ­λέγ­χει καὶ νὰ κα­θο­δη­γεῖ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις μου.

       Δὲν θὰ ξε­χά­σω αὐ­τὸ τὸ φέγ­γος στὸ σταθ­μό. Ἐ­κεῖ κα­τα­γρά­φτη­κε στὸ χαρ­τὶ ἕ­να λε­πτο­με­ρὲς καὶ πα­ρα­στα­τι­κὸ σχέ­διο ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ τὸ ἔ­γρα­ψε ἦ­ταν ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὸ μυα­λό. Ἕ­να μυα­λὸ ποὺ εἶ­χε μο­να­δι­κὸ σκο­πὸ καὶ σκέ­ψη τὴν κα­τα­στρο­φὴ μιᾶς ἄλ­λης ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Πή­γαι­νε στὴν Ἀ­θή­να νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα: ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὴ δου­λειὰ καὶ φω­το­γρά­φι­ζε ὅ­λα τὰ πρό­σω­πα ποὺ ἔρ­χον­ταν σὲ ἐ­πα­φὴ μα­ζί της. Κα­τέ­γρα­φε σὲ ἕ­να τε­φτέ­ρι τὰ ὀ­νό­μα­τά τους, τὶς δι­ευ­θύν­σεις τους, τὰ τη­λέ­φω­να, καὶ κα­θὼς ἡ δου­λειὰ τῆς πρώ­ην συ­ζύ­γου του ἦ­ταν σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο, ἔ­βα­λε στὸ στό­χα­στρο δι­ά­φο­ρους λο­γο­τέ­χνες μι­κροῦ ἢ με­γα­λύ­τε­ρου βε­λη­νε­κοῦς. Τὴν ἀ­πει­λοῦ­σε πὼς θὰ τὴν ξε­φτί­λι­ζε μέ­ρες, ἑ­βδο­μά­δες, μῆ­νες καὶ χρό­νια. Ξα­να­γύ­ρι­ζε στὸ στρα­τό­πε­δο καὶ τοὺς ἔ­λε­γε πὼς κα­λο­πέ­ρα­σε μὲ τὸ γκο­με­νά­κι στὴν Κα­τε­ρί­νη.


Ὅ­λα τε­λει­ώ­νουν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο. Ἡ θλί­ψη, ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α, ἡ ἄ­γρια ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἐκ­δί­κη­ση καὶ τι­μω­ρί­α εἶ­χαν φω­λιά­σει πιὰ στὴν καρ­διά του. Προι­κι­σμέ­νος μὲ ἕ­να ψυ­χρὸ θυ­μό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ τοῦ Λι­το­χώ­ρου ἕ­ως τὴν τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­νώ­φε­λης καὶ πρό­στυ­χης ζω­ῆς του, με­τα­βλή­θη­κε σὲ ἕ­να μο­χθη­ρὸ καὶ κα­κό­βου­λο ὂν ποὺ μό­λυ­νε μὲ τὴν ἀ­νά­σα του ὅ­ποι­ον στε­κό­ταν δί­πλα του. Τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τί ἔ­κα­ναν οἱ λο­γο­τέ­χνες στὴ ζω­ὴ τους ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ ὅ,­τι ἔ­γρα­φαν. Ἀ­νί­κα­νος νὰ ἀ­πο­λαύ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο, κα­τέ­γρα­φε τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου τους, ὑ­πο­λο­γι­στι­κὰ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Ἐ­πώ­α­ζε στὴ ψυ­χή του μυ­ριά­δες κου­τσομ­πο­λιά, κα­θο­δη­γού­με­νος πάν­τα ἀ­πὸ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α νὰ κα­τα­στρέ­ψει τοὺς ἄλ­λους. Μιᾶς ἔμ­μο­νης ἰ­δέ­ας ποὺ τὸν τρι­βέ­λι­ζε ἀ­δι­ά­κο­πα κι ἀ­πέ­κτη­σε τε­ρά­στι­ες δι­α­στά­σεις κι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­πα­ψε νὰ με­τρά­ει γι’ αὐ­τόν. Θε­ό­στρα­βος, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς ἔ­βλε­πε πράγ­μα­τα ποὺ δὲν βλέ­πουν οἱ ἄλ­λοι. Ἔ­τσι ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να σω­ρὸ ἀ­κα­τα­νό­η­τες θε­ω­ρί­ες σχε­τι­κὲς μὲ τὴ Ψυ­χο­λο­γί­α καὶ πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα πὼς κολ­λᾶ­νε σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση. «Ἂν εἶ­σαι ἄρ­ρω­στος» ἔ­λε­γε στὸν ἑ­κά­στο­τε ἐ­χθρό του «δὲν θὰ χρε­ω­θοῦ­με ἐ­μεῖς τὴν ἀρ­ρώ­στια σου». Μι­λοῦ­σε στὸν πλη­θυν­τι­κό, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στοὺς ὑ­πο­τε­λεῖς του κι ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τάς τους πὼς «ἐ­μεῖς» θὰ σᾶς ἐ­πι­φυ­λά­ξου­με τὴν ἴ­δια τύ­χη, ἔ­τσι κι ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ­τε. Ἐ­κεῖ στὴν ἀ­πο­βά­θρα μὲ τὶς χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς νὰ στά­ζουν ἀ­πὸ τὰ λι­γδι­α­σμέ­να του μαλ­λιά, ρεύ­τη­κε τὸν πι­τό­γυ­ρο ποὺ εἶ­χε κα­τα­βρο­χθί­σει στὰ ὄρ­θια, τὶς τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες μὲ τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὰ τζα­τζί­κια, σκού­πι­σε πά­λι μὲ τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ του τὰ γέ­νια ποὺ θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα, κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο. Τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο μὲ τὸ ἀ­πο­λυ­τή­ριο στρα­τοῦ στὴν τσέ­πη, ἀ­πέ­κτη­σε αὐ­το­μά­τως τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ θα­νά­του του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τεῦχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆς, Ὁ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ου, Τὸ πα­ρα­μι­λη­τό, Σπαρ­μός, Ποί­η­ση, Μαν­δρα­γό­ρας, Νέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



		

	

Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α: Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α


Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


ΕΛΕΙ νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἂν ἔρ­χον­ται σύμ­φω­να μὲ τὰ μέ­τρα του τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς του, τὰ κα­λο­δέ­χε­ται. Ἂν εἶ­ναι ἀ­σύμ­φω­να μὲ αὐ­τά, ἐ­πεμ­βαί­νει καὶ τὰ δι­ορ­θώ­νει στὴ μνή­μη του.

       Ἔ­χει ὡ­ραί­α σχέ­ση μὲ τὴν κα­λή του. Δὲ θέ­λει μὲ τί­πο­τα νὰ τὴ χα­λά­σει. Μὰ τυ­χαί­νει νὰ συ­ναν­τή­σει μιὰ κο­πέ­λα ποὺ τοῦ ξυ­πνᾶ τὴν πε­ρι­έρ­γεια. Ποι­ά εἶ­ναι; Πῶς ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει τό­σο μο­να­δι­κή; Ἂν τὴ χά­σει, ὄ­χι μό­νο δὲ θὰ μά­θει πῶς ἔ­φτα­σε νὰ εἶ­ναι τό­σο γνή­σια, τό­σο ἀ­συμ­βί­βα­στη, μὰ δὲ θὰ μά­θει ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ γί­νει αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος. Καὶ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ πα­ρα­κάμ­ψει κα­νεὶς τέ­τοι­α στιγ­μή. Τῆς λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ τὴ γνω­ρί­σει. Τὸ λέ­ει μὲ τό­σο πά­θος ποὺ ἡ κο­πέ­λα δι­αι­σθά­νε­ται ὅ­τι κά­τι σο­βα­ρὸ συμ­βαί­νει. Καὶ γί­νον­ται ζευ­γά­ρι τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, ξε­χνών­τας τὸν κό­σμο.

       Πῶς νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὅ­ταν, ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πὸ τὴν κα­λή του; Φτιά­χνει στὸ νοῦ του μιὰν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ποὺ δὲ πα­ρεκ­κλί­νει ἀ­πὸ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ πα­ρὰ λί­γες ὧ­ρες. Χώ­ρι­σε χτὲς τὸ βρά­δυ. Ἕ­νας ἔ­ξυ­πνος ἄν­θρω­πος βρί­σκει πάν­τα μιὰν αἰ­τί­α χω­ρι­σμοῦ. Καὶ τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ πρω­ὶ συ­νάν­τη­σε τὴ μο­να­δι­κὴ και­νού­ρια κο­πέ­λα. Γιὰ νὰ ἰ­σχυ­ρο­ποι­ή­σει αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ δι­ο­λί­σθη­ση χρό­νου, τὴ δι­η­γεῖ­ται στὸν κολ­λη­τό του, καὶ στὴν ἐ­πι­στή­θια φί­λη τῆς χτε­σι­νῆς κα­λῆς του, καὶ στὸν πα­τέ­ρα του, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ πάν­τα σὰν σὲ ἔμ­πι­στο φί­λο. Τώ­ρα στέ­κει πά­λι ἀ­κέ­ραι­ος στὴν κρί­ση του, ἄ­μεμ­πτος στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του.

       Ἂν δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἄ­με­σα τὴν πρὶν κα­λή του, τὸ κα­τα­χω­ρεῖ στὰ ὑ­πέρ του. Πρέ­πει νὰ τῆς δώ­σει χρό­νο νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ. Τῆς ζη­τὰ τὰ κλει­διὰ τῆς φω­λιᾶς τους μὲ κά­ποι­ο πρό­σχη­μα, ἢ φεύ­γει μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες σὲ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι. Δὲν εἶ­ναι βάρ­βα­ρος. Κά­θε ἄν­θρω­πος ἔ­χει τὰ ὅ­ριά του. Θὰ σε­βα­στεῖ τὸ ὅ­ρια τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του, τοῦ πρὶν και­ροῦ. Αὐ­τὸ δὲ λέ­γε­ται ἐ­ξα­πά­τη­ση. Λέ­γε­ται τρυ­φε­ρὴ κα­τα­νό­η­ση. Τὰ πάν­τα ρεῖ. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ μποῦ­με δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ ἴ­διο πο­τά­μι. Αὐ­τὰ τὰ ἤ­ξε­ραν οἱ σο­φοί μας πρό­γο­νοι. Τώ­ρα εἶ­ναι και­νού­ρια ὥ­ρα, και­νού­ριος πο­τα­μός.

       Μὰ ἡ ζω­ὴ μας εἶ­ναι χρό­νια. Δὲν εἶ­ναι στιγ­μές. Θὰ φα­νεῖ στὸν ὁ­ρί­ζον­τα κά­πο­τε, σὰν ἀ­στρα­πή, μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ αὐ­τὸς γνω­ρί­ζει, μὲ κά­θε νευ­ρώ­να, μὲ κά­θε μό­ριό του, ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σει ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ, για­τὶ μό­νο κον­τά της θὰ γνω­ρί­σει τὰ ὅ­ρια τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ δι­ο­λι­σθή­σει τὸ χρό­νο, νὰ χω­ρί­σει χτές, πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν και­νού­ρια συ­νάν­τη­ση. Ἀ­κα­ρια­ῖα, πεί­θει τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴν πρέ­που­σα ἀλ­λη­λου­χία. Καὶ βγαί­νει πά­λι νι­κη­τής, μὲ ἀ­λώ­βη­τη τὴν κα­λή του ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α (Ἀ­θή­να, 1932). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, ἀγ­γλι­κὴ καὶ ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ ἄλ­λες γλῶσ­σες. Εἶ­ναι δρ. Συγ­κρι­τι­κῆς Γραμ­μα­το­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σορ­βόν­νης. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ 49 βι­βλί­α της: 10 ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, 23 πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ 16 θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἐ­νή­λι­κες καὶ γιὰ νέ­ους. Πολ­λὰ ἔρ­γα της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ, δη­μο­σι­ευ­τεῖ ἢ ἐκ­δο­θεῖ σὲ ἄλ­λες χῶ­ρες, κι ἔ­χουν παι­χτεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἢ στὸ θέ­α­τρο, στὴ χώ­ρα μας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἡ ἴ­δια ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες. Δι­δά­σκει φι­λο­λο­γι­κὰ μα­θή­μα­τα καὶ θέ­α­τρο. Δι­ευ­θύ­νει τὸ Θε­α­τρι­κὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Νέ­ας Σμύρ­νης. Συ­χνὰ συμ­με­τέ­χει σὲ δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια. Ἀ­πὸ τὸ 1996 ὀρ­γα­νώ­νει στὴν Ἑλ­λά­δα κά­θε δύ­ο χρό­νια δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια θε­α­τρο­λο­γί­ας ὡς πρό­ε­δρος Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Θε­α­τρι­κῆς Ἔ­ρευ­νας στὴν Ἑλ­λά­δα. Εἶ­ναι Πρό­ε­δρος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Forum Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων τοῦ Ι.Τ.Ι. τῆς UNESCO. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πό­τε θὰ φα­νεῖ ἡ Φα­νή (Ἄγ­κυ­ρα, 2010).



		

	

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia): Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη



Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia)


Ἕ­να πτῶ­μα πά­νω ἀ­π’ τὴν πό­λη

(Un cadaver sobre la ciudad)


ΑΠΟΙΟ σού­ρου­πο ὁ Χου­ὰν Κ. Μαρ­τί­νι Ρε­ὰλ μοῦ ἔ­δει­ξε μιὰ σει­ρὰ ἀ­πὸ φω­το­γρα­φί­ες ἀ­πὸ τὴν ἀ­γρυ­πνί­α τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ πιὸ ἐν­τυ­πω­σια­κὸ ἦ­ταν μιὰ λή­ψη μὲ τὸ φέ­ρε­τρο νὰ κρέ­με­ται στὸν ἀ­έ­ρα μὲ σκοι­νιὰ καὶ νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Εἶ­χαν το­πο­θε­τή­σει τὴν κά­σα στὴ θέ­ση της, ὅ­μως ἔ­πρε­πε νὰ τὴ βγά­λουν ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο μὲ πα­λάγ­κα καὶ τρο­χα­λί­ες για­τὶ ὁ Ἂρλτ πα­ρα­ῆ­ταν με­γά­λος γιὰ νὰ πε­ρά­σει ἀ­πὸ τὸν δι­ά­δρο­μο.

       Τὸ φέ­ρε­τρο αὐ­τὸ ποὺ αἰ­ω­ρεῖ­ται πά­νω ἀ­πὸ τὸ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες δί­νει μιὰ κα­λὴ εἰ­κό­να τῆς θέ­σης τοῦ Ἂρλτ στὴν ἀρ­γεν­τι­νὴ λο­γο­τε­χνί­α. Πέ­θα­νε στὰ σα­ράν­τα δύ­ο του χρό­νια καὶ πάν­τo­τε θὰ εἶ­ναι νέ­ος καὶ κά­θε φο­ρὰ θὰ βγά­ζου­με τὸ πτῶ­μα του ἀ­πὸ τὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ὁ με­γα­λύ­τε­ρος κίν­δυ­νος ποὺ δι­α­τρέ­χει τὸ ἔρ­γο του στὶς μέ­ρες μας εἶ­ναι αὐ­τὸς τῆς κα­θι­έ­ρω­σης. Ὣς τώ­ρα τὸ ὕ­φος του τὸν εἶ­χε σώ­σει ἀ­πὸ τὸ νὰ κα­τα­λή­ξει στὸ μου­σεῖ­ο: εἶ­ναι δύ­σκο­λο νὰ κα­τα­στεῖ οὐ­δέ­τε­ρη αὐ­τὴ ἡ γρα­φή, συγ­κρού­ε­ται με­τω­πι­κὰ μὲ τὸ πρό­τυ­πο τῆς ὑ­περ­δι­όρ­θω­σης ποὺ κα­θο­ρί­ζει τὸ μέ­σο ὕ­φος τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας.

       Ὑ­πάρ­χει κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τυ­πη πα­ρέκ­κλι­ση στὴ γλώσ­σα τοῦ Ἂρλτ, μιὰ σχέ­ση ἀ­πό­στα­σης καὶ δι­α­φο­ρο­ποί­η­σης ἀ­πὸ τὴ μη­τρι­κὴ γλώσ­σα, κά­τι ποὺ πάν­το­τε εἶ­ναι δεῖγ­μα με­γά­λου συγ­γρα­φέ­α. Ὑ­π’ αὐ­τὴ τὴν ἔν­νοι­α κα­νεὶς δὲν εἶ­ναι λι­γό­τε­ρο Ἀρ­γεν­τι­νὸς ἀ­πὸ τὸν Ἂρλτ (κα­νεὶς δὲν ἀν­τι­τί­θε­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στὴν «ἀρ­γεν­τι­νὴ πα­ρά­δο­ση»): ὁ γρά­φων εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος, κά­ποι­ος ἄρ­τι ἀ­φι­χθεὶς ποὺ δυ­σκο­λεύ­ε­ται νὰ προ­σα­να­το­λι­στεῖ στὸν ἴ­λιγ­γο μιᾶς ἄ­γνω­στής του πο­λι­τεί­ας. Πα­ρα­δό­ξως, ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἔ­χει φτά­σει νὰ προ­σεγ­γί­ζει ὅ­λο καὶ πιὸ πο­λὺ τὸ «ἐκ­κεν­τρι­κὸ» ὅ­ρα­μα τοῦ Ρομ­πέρ­το Ἂρλτ. Τὸ ἔρ­γο του μπο­ρεῖ νὰ δι­α­βα­στεῖ σὰν προ­φη­τεί­α: ἀν­τὶ νὰ ἀν­τα­να­κλοῦν τὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τὰ βι­βλί­α του ἔ­χουν φτά­σει στὸ ὁ­ρια­κὸ ση­μεῖο νὰ συ­νο­ψί­ζουν τὴ μελ­λον­τι­κή της μορ­φή.

       Οἱ δι­η­γή­σεις τοῦ Ἂρλτ (καὶ ἰ­δι­αί­τε­ρα οἱ ἔ­ξο­χες ἀ­φρι­κα­νι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες, ποὺ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς ὑ­ψη­λό­τε­ρες κο­ρυ­φὲς τῆς λο­γο­τε­χνί­ας μας) ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νουν τὸ ὅ­τι ὁ Ἂρλτ πάν­το­τε ἀ­να­ζη­τοῦ­σε τὴν ἀ­φή­γη­ση στοὺς τρα­χεῖς τρό­πους τοῦ με­λο­δρά­μα­τος καὶ στὶς δι­α­δε­δο­μέ­νες χρή­σεις τῆς κουλ­τού­ρας (στὰ βι­βλί­α ἐ­κλα­ϊ­κευ­μέ­νης ἐ­πι­στή­μης, στὰ ἐγ­χει­ρί­δια σε­ξο­λο­γί­ας, στὶς ἀ­πο­κρυ­φι­στι­κὲς ἑρ­μη­νεῖ­ες τῆς Βί­βλου, στὶς τα­ξι­δι­ω­τι­κὲς ἀ­φη­γή­σεις ἀ­πὸ ἐ­ξω­τι­κὲς χῶ­ρες, στὶς πα­λι­ὲς προ­φο­ρι­κὲς πα­ρα­δό­σεις τῆς Ἀ­να­το­λῆς, στὶς στῆ­λες τοῦ ἀ­στυ­νο­μι­κοῦ ρε­πορ­τάζ). Ἡ σα­γή­νη τῆς δι­ή­γη­σης περ­νᾶ ἀ­πὸ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τοῦ Χό­λι­γουντ καὶ τὸν κί­τρι­νο τύ­πο. Ἡ κουλ­τού­ρα τῶν μα­ζῶν οἰ­κει­ο­ποι­εῖ­ται τὰ συμ­βάν­τα καὶ τὰ ἐ­πι­βάλ­λει σὲ μιὰ λο­γι­κὴ στε­ρε­ό­τυ­που καὶ σκαν­δά­λου. Ὁ Ἂρλτ με­τα­ποι­εῖ αὐ­τὸ τὸ θέ­α­μα σὲ πρώ­τη ὕ­λη γιὰ τὰ κεί­με­νά του. Οἱ δι­η­γή­σεις του συλ­λαμ­βά­νουν τὸν πυ­ρή­να τῆς πα­ρά­νοι­ας τοῦ σύγ­χρο­νου κό­σμου: τὴν ἐ­πί­δρα­ση τῶν λα­ϊ­κῶν ἀ­φη­γή­σε­ων, τὴ χει­ρα­γώ­γη­ση τῆς πί­στης, τὴν ἐ­πι­νό­η­ση γε­γο­νό­των, τὸν κα­τα­τε­μα­χι­σμὸ τοῦ συ­ναι­σθή­μα­τος, τὴ λο­γι­κὴ τῆς συ­νω­μο­σί­ας.

       Ὁ Ἂρλτ εἶ­ναι ὁ πιὸ σύγ­χρο­νος ἀ­πὸ τοὺς συγ­γρα­φεῖς μας. Τὸ πτῶ­μα του πα­ρα­μέ­νει πά­νω ἀ­πὸ τὴν πό­λη. Οἱ τρο­χα­λί­ες καὶ τὰ σκοι­νιὰ ποὺ τὸ στη­ρί­ζουν εἶ­ναι κομ­μά­τι τῶν μη­χα­νῶν καὶ τῶν πα­ρά­ξε­νων ἐ­φευ­ρέ­σε­ων ποὺ κι­νοῦν τὴ μυ­θο­πλα­σί­α του μὲ κα­τεύ­θυν­ση τὸ μέλ­λον.



Πη­γή: Ricardo Piglia, Formas Βreves, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2000 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Μπου­έ­νος Ἅ­ι­ρες, Temas Grupo Editorial, 1999].

Ρι­κάρ­ντο Πί­γλια (Ricardo Piglia) (1940, Ἀν­τρογ­κέ, ἐ­παρ­χί­α τοῦ Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες – 2017, Μπου­έ­νος Ἄ­ι­ρες). Ἀρ­γεν­τι­νὸς λο­γο­τέ­χνης καὶ ἀ­κα­δη­μα­ϊ­κός. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες, μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δο­κί­μια καὶ σε­νά­ρια γιὰ τὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο. Ἀρ­κε­τὰ ἀ­πὸ τὰ γρα­πτά του μπο­ροῦν νὰ ἰ­δω­θοῦν ὡς ἀ­φη­γη­μα­τι­κὰ πει­ρά­μα­τα ποὺ ξε­φεύ­γουν ἀ­πὸ τὶς συ­νή­θεις τα­ξι­νο­μή­σεις. Ὅ­πως ἔ­χει γρά­ψει ὁ ἴ­διος στὸν ἐ­πί­λο­γο τοῦ βι­βλί­ου του Formas Breves, «Ἡ λο­γο­τε­χνί­α μᾶς ἐ­πι­τρέ­πει νὰ σκε­φτοῦ­με τὸ ὑ­πάρ­χον ἀλ­λὰ κι ἐ­κεῖ­νο ποὺ προ­ει­κο­νί­ζε­ται κι ἂς μὴν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη».

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips): Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α



Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips)


Ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α

(The Impossible Angle)


Α ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­α. Δὲν γνώ­ρι­ζαν, ὅ­ταν ἡ καρ­διά τους ὅ­μοι­α μὲ σκύ­λου, φού­σκω­σε ἀ­πὸ χα­ρὰ γιὰ τὴν ἀ­γο­ρά τους λί­γα χρό­νια πρίν, πῶς θὰ κα­τέ­λη­γε ὁ ἰ­δι­ο­κτή­της τους. Εἶ­χαν ἁ­πλές, ἀλ­λὰ ἐ­πι­τα­κτι­κὲς ἀ­ναγ­κές: νὰ περ­πα­τή­σουν καί, πε­ρι­στα­σια­κά, νὰ τρέ­ξουν, νὰ πε­ρι­πλα­νη­θοῦν σὲ πε­ζο­δρό­μια πό­λε­ων, κα­θὼς ἐ­πί­σης καὶ σὲ ἐ­ξο­χι­κοὺς δρό­μους. Ὅ­λες αὐ­τὲς οἱ ἐ­πι­θυ­μί­ες ἔ­γι­ναν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, κρέ­μον­ται μὲ δερ­μα­το­ει­δῆ ἀ­θω­ό­τη­τα ἀ­π’ τὰ πό­δια του, δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ες. Τὶς ἀ­πα­σχο­λοῦν κυ­ρί­ως οἱ δί­δυ­μες τρύ­πες τους, μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ δε­ξιοῦ πο­διοῦ καὶ μιὰ στὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ πο­διοῦ. Θυ­μοῦν­ται ἀό­ρι­στα ἐ­κεί­νη τὴν φο­ρὰ ποὺ μιὰ γυ­ναί­κα μὲ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα τὶς μαν­τά­ρι­σε, και­ρὸ πρίν. Ἀλ­λὰ ἔ­χουν πε­ρά­σει μῆ­νες ἀ­πὸ τό­τε, ἂν ὄ­χι χρό­νια. Θυ­μοῦν­ται τὰ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά της δά­χτυ­λα. Θυ­μοῦν­ται ἐ­πί­σης πὼς κά­πο­τε ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἄ­σπρες, πα­ρὰ κα­φέ. Ὅ­μοι­α μὲ τὰ πα­πού­τσια του, οἱ κάλ­τσες τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν ξέ­ρουν πὼς εἶ­ναι νε­κρός.

       Τὸ παν­τε­λό­νι τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τοῦ εἶ­ναι πο­λὺ κον­τὸ καὶ ἔ­τσι ἦ­ταν πάν­τα. Μιὰ φο­ρά, ἕ­να κο­ρί­τσι κο­ρό­ι­δε­ψε τὸν νε­κρὸ ἄν­τρα γιὰ τὸ κον­τό του παν­τε­λό­νι ποὺ δὲν ἔ­φτα­νε νὰ κα­λύ­ψει τοὺς ἀ­στρα­γά­λους του. Ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας ὑ­πε­ρα­σπί­στη­κε τὸ παν­τε­λό­νι του. Εἶ­πε στὸ κο­ρί­τσι ὅ­τι τὸ παν­τε­λό­νι τὸ εἶ­χε ρά­ψει μιὰ κα­λὴ γυ­ναί­κα σ’ ἕ­να κα­λὸ μέ­ρος. Τὸ παν­τε­λό­νι ἀ­γνο­εῖ τὴν ὁ­λο­έ­να αὐ­ξα­νό­με­νη ὑ­πο­ψί­α του ὅ­τι ὁ νε­κρὸς ἄν­τρας εἶ­ναι ἴ­σως νε­κρός.

       Τὸ ἐ­σώ­ρου­χο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, γε­μά­το τώ­ρα κό­πρα­να καὶ οὖ­ρα, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ που­κά­μι­σο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα, μου­σκε­μέ­νο ὣς τὸ κόκ­κα­λο, δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο. Τὸ κα­πέ­λο τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα δὲν εἶ­ναι ἀ­θῶ­ο, κεί­τε­ται μέ­τρα μα­κριά.

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ δὲν μπο­ρῶ νὰ χω­νέ­ψω. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ ἔ­χει σφηνω­θεῖ στὸ μυα­λό μου σὰν ἀ­σπρό­μαυ­ρη φω­το­γρα­φία. Ἡ ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν τοῦ νε­κροῦ ἄν­τρα ἀ­πὸ τὰ γό­να­τα καὶ κά­τω ποὺ μοιά­ζει μὲ τὴν ὄ­ψη τῶν πο­δι­ῶν ἑ­νὸς ζων­τα­νοῦ ἄν­τρα, ὁ στε­νὸς βρώ­μι­κος δρό­μος, τὰ χα­λί­κια καὶ οἱ τρο­χοὶ τῶν ἐ­λα­στι­κῶν, τὸ παν­τε­λό­νι του, οἱ κάλ­τσες του, τὰ πα­πού­τσια του, ἡ ἀ­καμ­ψί­α τοῦ δε­ξιοῦ του πο­διοῦ, ἡ ἀ­δύ­να­τη γω­νί­α κλί­σης τοῦ ἀ­ρι­στε­ροῦ.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἱ­στο­σε­λί­δα τοῦ http://newlimestonereview.as.uky.edu/2017/09/01/two-flash-fictions/#more-307

Ἔ­λεν Φί­λιπς (Helen Philips). Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τέσ­σε­ρα βι­βλί­α συμ­πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νου τῆς τε­λευ­ταί­ας της συλ­λο­γῆς δι­η­γη­μά­των So­me Pos­sible So­lu­tions ποὺ κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο John Gar­dner Fi­ction Book A­ward γιὰ τὸ 2017. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Beau­ti­ful Bu­reau­crat ἦ­ταν μέ­σα στὴ λί­στα τῶν New York Times γιὰ τὰ βι­βλί­α ποὺ ξε­χώ­ρι­σαν τὸ 2015 καὶ ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὰ βρα­βεῖ­α The Los An­ge­les Ti­mes Book Pri­ze καὶ New York Pu­blic Li­bra­ry’s Young Li­ons A­ward. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ ἐ­πί­σης, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Ro­na Jaf­fe Foun­da­tion Wri­ter’s A­ward, ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο I­ta­lo Cal­vi­no Pri­ze. Ἔρ­γα της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὰ ἔν­τυ­πα The Atlan­­ticThe New York Ti­mesTin Hou­se καὶ Se­le­cted Shorts. Ἐρ­γά­ζε­ται ὡς ἐ­πί­κου­ρη κα­θη­γή­τρια στὸ Broo­klyn Col­lege. https://www.helencphillips.com/home/

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016),  ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς: Τὸ δωμάτιο



Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς


Τὸ δωμάτιο


ΟΛΙΣ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙΣ ὅ­τι ὑ­πάρ­χεις, τὴν στιγ­μὴ ἀ­κρι­βῶς αὐ­τή, τὸ πρῶ­το πράγ­μα ποὺ θὰ κά­νεις εἶ­ναι νὰ ἐ­ξε­τά­σεις μὲ τὴν με­γα­λύ­τε­ρη δυ­να­τὴ προ­σο­χὴ τὰ πράγ­μα­τα. Στὴν ἀρ­χὴ ὅ­λα εἶ­ναι τό­σο ὅ­μοι­α, ποὺ δὲν θὰ πε­τύ­χεις καὶ πολ­λά. Μὴν ἀ­νη­συ­χεῖς, ἀρ­γὰ ἤ γρή­γο­ρα θὰ τὰ κα­τα­φέ­ρεις καὶ τό­τε μὲ ἔκ­πλη­ξη θὰ δι­α­πι­στώ­σεις κά­τι, κά­τι ποὺ κι­νεῖ­ται. Καὶ θὰ γεν­νη­θεῖ μέ­σα σου ὁ λό­γος καὶ θὰ ψι­θυ­ρί­σεις πρώ­τη φο­ρὰ: ὁ Ἄλ­λος.


       Εἶ­μαι ἕ­να δω­μά­τιο καὶ σκέ­φτο­μαι ὅ­λα ἐ­κεῖ­να ποὺ ἀ­πα­σχο­λοῦν τὰ δω­μά­τια. Μὰ θὰ ρω­τή­σε­τε, τί στὸ κα­λὸ μπο­ρεῖ νὰ ἀ­πα­σχο­λή­σει ἕ­να δω­μά­τιο. Καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι ἁ­πλή: ἕ­να δω­μά­τιο δὲν τὸ ἀ­πα­σχο­λεῖ τί­πο­τε. Δη­λα­δή θά ’­λε­γε κά­ποι­ος ἀ­φε­λής: ἕ­να δω­μά­τιο εἶ­ναι ἀ­νέ­με­λο; Ὄ­χι κύ­ρι­ε, ἕ­να δω­μά­τιο εἶ­ναι ὑ­πεύ­θυ­νο! Θὰ πρέ­πει νὰ περ­νᾶ πο­λὺ χρό­νο, πα­ρα­τη­ρών­τας τὸν χρό­νο νὰ περ­νᾶ, νὰ σκέ­φτε­ται πῶς θά ’­ταν ἂν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ. Κι αὐ­τὰ ποὺ λέ­ω, φυ­σι­κά, φαί­νον­ται ἁ­πλὰ σ’ ὅ­ποι­ον περ­νᾶ τὴν ὥ­ρα κοι­τών­τας τὸ τα­βά­νι. Τὸ δω­μά­τιο πά­νω ἀ­π’ ὅ­λα πρέ­πει νὰ εἶ­ναι σο­βα­ρό, πρέ­πει νὰ κα­τα­με­τρά­ει κά­θε πρω­ῒ τὰ πράγ­μα­τά του, τὴν κα­ρέ­κλα, τὸ ντι­βά­νι, τὸ γρα­φειά­κι του· θὰ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χει τὶς πι­τζά­μες, καὶ ἰ­δί­ως ἐ­κεί­να τὰ μι­κρο­πράγ­μα­τα ποὺ μπο­ρεῖ νὰ χα­θοῦν.

       Κά­ποι­ος θ’ ἀ­πο­ροῦ­σε ἐ­δῶ ἐ­ὰν ἕ­να δω­μά­τιο ὑ­πάρ­χει, ἐ­πει­δὴ ὑ­πάρ­χουν σ’ αὐ­τὸ κα­ρέ­κλες, ντι­βά­νια ἢ ντου­λά­πες. Καὶ ἡ ἀ­πάν­τη­ση εἶ­ναι στοι­χει­ώ­δης: ἕ­να δω­μά­τιο ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς πράγ­μα­τα, ὅ­πως ἀ­κρι­βώς ἕ­νας ἄν­θρω­πος ὑ­πάρ­χει χω­ρὶς ροῦ­χα. Κι ἕ­να δω­μά­τιο κα­τα­λα­βαί­νει κα­λύ­τε­ρα ἀ­π’ τὸν ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε τί ση­μαί­νει ἕ­νας ἄν­θρω­πος χω­ρὶς ροῦ­χα. Ἕ­να δω­μά­τιο μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει ἄ­δει­ο ἀ­πὸ πράγ­μα­τα, ἀλ­λὰ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ζή­σει χω­ρίς κά­ποι­ον νὰ τὸ κα­τοι­κεῖ. Ὑ­πάρ­χουν δω­μά­τια ποὺ ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πὸ τὴν ὕ­παρ­ξη ἑ­νὸς βρό­μι­κου ἰ­δι­ο­κτή­τη, δω­μά­τια ποὺ ἀν­τέ­χουν νὰ τὰ κα­κο­ποι­οῦν, κι ἄλ­λα ποὺ τὰ ἀ­φή­νουν ἕρ­μαι­α τοῦ χρό­νου. Ὅ­μως τὰ πιὸ λυ­πη­μέ­να εἶ­ναι ἐ­κεῖ­να ποὺ ζοῦν στὴν σι­ω­πὴ καὶ τὴν ἀ­κι­νη­σί­α, σκο­τει­νὰ δω­μά­τια, δί­χως κα­τοι­κη­τή, δί­χως ψυ­χή, κι ὅ­μως ἀν­τέ­χουν. Κα­ταρ­ρέ­ουν σι­γὰ-σι­γά, μὰ ἀν­τέ­χουν. Ἔ­χω ἀ­κού­σει ἀ­π’ τοὺς σω­λῆ­νες καὶ τὶς ὑ­δρορ­ρό­ες νὰ ψι­θυ­ρί­ζουν γιὰ δω­μά­τια ποὺ ὑ­πέ­φε­ραν πραγ­μα­τι­κά, ποὺ ἔ­γι­ναν πνευ­μα­τι­κὰ ἐ­ρεί­πια· δὲν θέ­λω νὰ τὰ σκέ­φτο­μαι, τὰ λυ­πᾶ­μαι.

       Προ­σω­πι­κὰ εἶ­μαι ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νο ἀ­π’ αὐ­τὸν ποὺ βρί­σκε­ται μέ­σα μου. Ἀ­ε­ρί­ζει κά­θε πρω­ΐ, προ­σέ­χει νὰ μὴν λε­ρώ­νει τοὺς τοί­χους, εἶ­ναι σι­ω­πη­λός, δὲν φέρ­νει συ­χνὰ κό­σμο. Εἶ­ναι κα­λός ἰ­δι­ο­κτή­της. Ἴ­σως ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται πε­ρί­ερ­γα τὴν τά­ξη, πάν­τα χά­νει κά­τι, πάν­τα χα­λά­ει τὸν κό­σμο νὰ τὸ βρεῖ κι ὅ­ταν τὸ βρί­σκει τὸ ξε­χνά­ει. Δὲν μ’ ἐ­νο­χλεῖ. Ἕ­να δω­μά­τιο ἔ­χει πολ­λὲς εὐ­θύ­νες: θὰ πρέ­πει νὰ προ­σέ­χει, νὰ φυ­λά­γε­ται, νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μο κά­θε στιγ­μὴ γιὰ κά­θε πα­ρά­λο­γη ἀλ­λα­γὴ. Ἄς ποῦ­με, τὶς προ­άλ­λες προ­στέ­θη­καν δύ­ο κά­δρα – προ­σω­πι­κὰ δὲν τὸ θε­ώ­ρη­σα ἀ­ναγ­καῖ­ο. Ὑ­πῆρ­χε ἤ­δη ἕ­να κά­δρο καὶ δύ­ο βι­βλι­ο­θῆ­κες… Ἄ! καὶ μί­α κρε­μά­στρα. Τώ­ρα δὲν ὑ­πάρ­χει ἐ­λεύ­θε­ρος χῶ­ρος, πράγ­μα ποὺ ἐ­γεί­ρει ἀ­νη­συ­χί­ες· ἴ­σως ὑ­πο­θάλ­πε­ται κά­τι, κά­τι προ­ε­τοι­μά­ζε­ται. Δὲν ξέ­ρω. Εἴ­δα­τε πό­σα πράγ­μα­τα ἀ­πα­σχο­λοῦν ἕ­να δω­μά­τιο; Μό­νο τὶς νύ­χτες ξε­κλέ­βω λί­γο χρό­νο νὰ σκε­φτῶ, νὰ κα­τα­λά­βω ὅ­τι ὑ­πάρ­χω. Για­τὶ ἡ ὥ­ρα περ­νά­ει μὲς στὴν μέ­ρι­μνα κι ὅ­λο κά­τι γί­νε­ται κι ἀ­φαι­ρεῖ­σαι καὶ τε­λι­κὰ ὑ­πάρ­χουν αὐ­τὰ μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἀ­σχο­λεῖ­σαι καὶ δὲν ὑ­πάρ­χεις ἐ­σὺ, ὁ­πό­τε κι αὐ­τὰ δὲν ἔ­χουν νό­η­μα κι ἔ­τσι δὲν ἔ­χεις οὔ­τ’ ἐ­σύ.

       Μὲ τρο­μά­ζουν τὰ δω­μά­τια, ἰ­δί­ως οἱ πόρ­τες… Ἰ­δί­ως τὰ πα­ρά­θυ­ρα, πο­τὲ δὲν εἶ­δα τί ὑ­πάρ­χει ἔ­ξω ἀ­πὸ μιὰ πόρ­τα, πο­τὲ δὲν εἶ­δα τί ὑ­πάρ­χει ἔ­ξω ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο. Δὲν θά ’­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χουν πα­ρά­θυ­ρα καὶ πόρ­τες, θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χω μό­νο ἐ­γὼ καὶ ὁ ἄλ­λος. Κλει­σμέ­νος μέ­σα μου, κλει­σμέ­νος μό­νο μέ­σα μου, δί­χως πόρ­τες —τὸ εἶ­πα;— δί­χως πα­ρά­θυ­ρα. Μό­νο τοῖ­χοι. Θὰ ἤ­θε­λα νὰ ὑ­πάρ­χουν μό­νο τοῖ­χοι! Ἐ­κεῖ­νος φεύ­γει καὶ ποῦ πά­ει δὲν ξέ­ρω. Μα­κριὰ, φαί­νε­ται τὸ σα­λό­νι. Δὲν ἔ­χω ἰ­δέ­α τί ὑ­πάρ­χει πέ­ρα ἀ­π’ τὸ σα­λό­νι. Ἴ­σως ἁ­πλῶς ἄλ­λο ἕ­να δω­μά­τιο, ἴ­σως χι­λιά­δες… Τὶ ὑ­πάρ­χει πέ­ρα ἀ­π’ τὴν πόρ­τα; Τὸ ξέ­ρει κα­νεὶς σας;! ΤΟ ΞΕΡΕΙ;



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λογὴ Τὸ τυ­φλὸ ἄ­λο­γο (ἐκδ. Σμί­λη, Ἀθ. 2018).

Ἀ­λέ­ξαν­δρος Κορ­δᾶς (Ἀ­θή­να, 1989). Ἔ­κα­νε προ­πτυ­χια­κὲς σπου­δὲς στὴν Ψυ­χο­λο­γί­α (ΕΚΠΑ) καὶ με­τα­πτυ­χια­κὲς στὴν Προ­α­γω­γὴ καὶ Ἀ­γω­γὴ Ὑ­γεί­ας. Πα­ρα­κο­λού­θη­σε δι­ε­τῆ κύ­κλο μα­θη­μά­των στὴν ἑλ­λη­νι­κὴ καὶ ξέ­νη Λο­γο­τε­χνί­α στὸ ποι­η­τι­κό ἐρ­γα­στή­ρι τοῦ Ἰ­δρύ­μα­τος Τά­κης Σι­νό­που­λος. Ὑ­πῆρ­ξε συ­νι­δρυ­τὴς τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τε­φλόν καὶ μέ­λος τῆς συν­τα­κτι­κῆς του ἐ­πι­τρο­πῆς γιὰ τὰ δύ­ο πρῶ­τα τεύ­χη του. Πρῶτο του βι­βλίο ἡ ποι­η­τι­κὴ συλ­λογὴ Τὸ τυ­φλὸ ἄ­λο­γο (ἐκδ. Σμί­λη, Ἀθ. 2018).