Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol): Ὁ πάνθηρας



Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol)


Ὁ πάν­θη­ρας

(La pantera)


Γιὰ τὴν Ἐ­λέ­να Πο­νι­α­τόφ­σκα

ΑΝΕΝΑ ἀ­π’ ὅ­σα μα­γι­κὰ δι­α­βή­κα­νε τὴν παι­δι­κή μου ἡ­λι­κί­α δὲν μπο­ρεῖ νὰ συγ­κρι­θεῖ μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Ἔ­κτο­τε, ὅ,τι κι ἂν συ­νέ­λα­βα, δὲν κα­τόρ­θω­σε νὰ φτά­σει τὸν ἔ­ξο­χο αὐ­τὸ συν­δυα­σμὸ λε­πτό­τη­τας καὶ ἀ­γρι­ό­τη­τας. Τὶς νύ­χτες ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σαν —εὐ­δι­ά­θε­τος ἀρ­χι­κά, δί­χως ὅ­μως ὑ­πο­μο­νὴ τε­λι­κὰ κι ἕ­τοι­μος νὰ βά­λω τὰ κλά­μα­τα— ἐ­κλι­πα­ροῦ­σα γιὰ τὴν πα­ρου­σί­α του. Ἡ μη­τέ­ρα μου ἐ­πα­να­λάμ­βα­νε πὼς μὲ τὸ νὰ ὑ­πο­δύ­ο­μαι τό­σο συ­χνὰ στὸ παι­χνί­δι ἐ­πά­νω τοὺς κλέ­φτες, θὰ ἔ­φτα­να στὸ τέ­λος νὰ τοὺς δῶ στὸν ὕ­πνο μου. Πράγ­μα­τι, μὲ τὸ ποὺ τε­λεί­ω­ναν οἱ δι­α­κο­πές, ἡ κα­τα­δί­ω­ξη καὶ ἡ ἀ­τι­μί­α, ἡ ὀρ­γὴ καὶ τὸ αἷ­μα ἐ­πι­σκέ­πτον­ταν τα­κτι­κὰ τὶς νύ­χτες μου. Τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη το νὰ πά­ει κα­νεὶς στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο δὲν σή­μαι­νε τί­πο­τε πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ τὸ νὰ ἀ­πο­λαύ­σει μί­α καὶ μό­νο ται­νί­α, πα­ραλ­λαγ­μέ­νη ἐ­λα­φρῶς ἀ­πὸ προ­βο­λὴ σὲ προ­βο­λή: τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο θέ­μα συ­νι­στοῦ­σε χο­ρη­γί­α τῶν συμ­μα­χι­κῶν δυ­νά­με­ων ἐ­νάν­τια στὰ στρα­τεύ­μα­τα τοῦ Ἄ­ξο­να. Μιὰ τρι­πλῆ βρα­δι­νὴ προ­βο­λὴ (κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α εἴ­δα­με μὲ ἀ­νεί­πω­τη ἡ­δο­νὴ ὅλ­μους νὰ πέ­φτουν βρο­χὴ σ’ ἕ­να φαν­τα­σμα­γο­ρι­κὸ Βε­ρο­λί­νο ὅ­που κτί­ρια, ὀ­χή­μα­τα, να­οί, ὄ­ψεις καὶ πα­λά­τια χά­νον­ταν μέ­σα σ’ ἕ­να τε­ρά­στιο πύ­ρι­νο πο­τά­μι· με­γα­λό­πνο­ους ὅρ­κους ἀ­γά­πης, τὸ ἡ­μί­φως τῶν ἀν­τι­α­ε­ρο­πο­ρι­κῶν κα­τα­φυ­γί­ων σ’ ἕ­να Λον­δί­νο σπα­σμέ­νων ὀ­βε­λί­σκων καὶ ψη­λῶν κτι­ρί­ων δί­χως προ­σό­ψεις καὶ τὶς μποῦ­κλες τῆς Βε­ρό­νι­κας Λέ­ικ νὰ ἀν­τέ­χουν ἀ­τά­ρα­χες τὰ ἰ­α­πω­νι­κὰ θραύ­σμα­τα ὅ­ση ὥ­ρα μιὰ ὁ­μά­δα πλη­γω­μέ­νων στρα­τι­ω­τῶν ἐκ­κέ­νω­νε κά­ποι­α βρα­χο­νη­σί­δα τοῦ Εἰ­ρη­νι­κοῦ) ὁ­δή­γη­σε στὸ νὰ μπεῖ τὸ σφύ­ριγ­μα ἀ­πὸ τὶς σφαῖ­ρες τὴ νύ­χτα στὸ δω­μά­τιό μου καὶ ἀ­μέ­τρη­τα δι­α­με­λι­σμέ­να κορ­μιὰ καὶ κρα­νί­α νο­σο­κό­μων νὰ μὲ ἐ­κτο­ξεύ­σουν τρο­μαγ­μέ­νο ν’ ἀ­να­ζη­τή­σω κα­τα­φύ­γιο στὸ δω­μά­τιο τῶν με­γά­λων μου ἀ­δελ­φῶν.

       Ἔ­χον­τας συ­ναί­σθη­ση τῶν κιν­δύ­νων, ἐ­πι­νό­η­σα αὐ­το­σχέ­δια παι­χνί­δια μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α κα­νεὶς δὲν δι­α­σκέ­δα­ζε. Ἀν­τι­κα­τέ­στη­σα τὸν συ­νή­θη ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἀ­στυ­νό­μων καὶ κλε­φτῶν καὶ τὸν και­νού­ριο, τὸν κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ἀ­πὸ τὴ χρή­ση καὶ τὴ μό­δα, με­τα­ξύ των συμ­μά­χων καὶ τῶν Γερ­μα­νῶν μὲ τὸν ἀν­τα­γω­νι­σμὸ με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἄ­γρι­ων καὶ ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ ἀ­συ­νή­θι­στων, πρω­τα­γω­νι­στῶν. Παι­χνί­δια στὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες ἐ­ξα­πέ­λυ­αν αἰφ­νι­δι­α­στι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις σὲ κά­ποι­ο χω­ρι­ου­δά­κι, φρε­νή­ρη κυ­νη­γη­τὰ κα­τὰ τὰ ὁ­ποῖ­α οἱ πάν­θη­ρες οὔρ­λια­ζαν ἀ­πὸ τὸν πό­νο καὶ ἀ­πὸ τὴ μα­νί­α μὲ τὸ ποὺ πα­γι­δεύ­ον­ταν ἀ­πὸ ἀ­δί­στα­κτους κυ­νη­γούς, αἱ­μα­τη­ρὲς μά­χες ἀ­νά­με­σά σε πάν­θη­ρες καὶ κα­νί­βα­λους. Οὔ­τε αὐ­τά, ὅ­μως, οὔ­τε ἡ συ­χνό­τη­τα μὲ τὴν ὁ­ποί­α δι­ά­βα­ζα βι­βλί­α μὲ πε­ρι­πέ­τει­ες στὴ ζούγ­κλα κα­τέ­στη­σαν δυ­να­τὴ τὴν ἐ­πα­νά­λη­ψη τοῦ ὁ­ρά­μα­τος.

       Ἡ εἰ­κό­να του πα­ρέ­μει­νε στα­θε­ρὴ γιὰ ἕ­να χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν πρέ­πει νὰ ἦ­ταν καὶ πο­λὺ με­γά­λο. Δι­α­πί­στω­να μὲ ἀ­πά­θεια πὼς ἡ φι­γού­ρα ἐ­πέ­στρε­φε κά­θε φο­ρὰ καὶ πιὸ ἐ­ξα­σθε­νη­μέ­νη, πὼς ἀρ­γο­σβή­να­νε τὰ χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Ἡ χει­μαρ­ρώ­δης ρο­ὴ λή­θης καὶ ἀ­νά­μνη­σης ποὺ εἶ­ναι ὁ χρό­νος κα­τα­λύ­ει τὴν ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ στα­θε­ρο­ποι­ή­σει κα­νεὶς μιὰ γιὰ πάν­τα στὴ μνή­μη του κά­ποι­α αἴ­σθη­ση. Ἔ­νι­ω­θα πό­τε-πό­τε ἐ­πι­τα­κτι­κὴ τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­κού­σω τὸ μή­νυ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ ἀ­δε­ξι­ό­τη­τά μου τὸν εἶ­χε ἐμ­πο­δί­σει νὰ με­τα­δώ­σει τὴ νύ­χτα τῆς ἐμ­φά­νι­σής του. Τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ καὶ πε­λώ­ριο ζῶ­ο, ποὺ ἡ στιλ­πνὴ σκο­τει­νιά του συ­να­γω­νι­ζό­ταν τὴ νύ­χτα, χά­ρα­ξε μὲ τὸ ἁρ­μο­νι­κὸ βῆ­μα του πε­ρι­με­τρι­κὰ στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιο ἕ­ναν κύ­κλο, κι­νή­θη­κε πρὸς τὸ μέ­ρος μου, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καί, βλέ­πον­τας τὸν τρό­μο τὸν ὁ­ποῖ­ο μοῦ προ­ξέ­νη­σε ἡ κί­νη­ση αὐ­τή, τὰ ξα­νά­κλει­σε θιγ­μέ­νο. Ἡ ἀ­πο­χώ­ρη­σή του ὑ­πῆρ­ξε ἐ­ξί­σου νε­φε­λώ­δης μὲ τὴν ἐμ­φά­νι­σή του. Γιὰ πολ­λὲς μέ­ρες δὲν ἔ­πα­ψα νὰ τὰ βά­ζω μὲ τὴ λι­γο­ψυ­χί­α μου. Ἡ μομ­φὴ ἦ­ταν πὼς μπό­ρε­σα καὶ φαν­τά­στη­κα ὅ­τι τὸ πα­νέ­μορ­φο αὐ­τὸ θη­ρί­ο ἔ­χει τὴ δι­ά­θε­ση νὰ μὲ κα­τα­σπα­ρά­ξει. Τὸ βλέμ­μα του ἦ­ταν βλέμ­μα ἀ­γά­πης, πα­ρα­κλη­τι­κό, τὸ ρύγ­χος του ἔ­μοια­ζε νὰ ἐ­πι­ζη­τᾶ τὴ θω­πεί­α καὶ τὸ παι­χνί­δι μᾶλ­λον πα­ρὰ τὴν ἐ­πι­γεύ­ση τοῦ αἵ­μα­τος.

       Νέ­ες στιγ­μὲς ἦλ­θαν καὶ κα­τέ­λα­βαν τὴ θέ­ση τῶν πα­λι­ῶν. Ἄλ­λα ὄ­νει­ρα ἐ­ξά­λει­ψαν ὅ,τι γιὰ τό­σες μέ­ρες ὑ­πῆρ­ξε τὸ ἀ­κλό­νη­τό μου πά­θος. Τὰ παι­χνί­δια μὲ τοὺς πάν­θη­ρες ἔ­φτα­σαν νὰ μοῦ φαί­νον­ται ὄ­χι μό­νο χα­ζὰ ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κα­τα­νό­η­τα ἐ­φό­σον δὲν θυ­μό­μουν μὲ ἀ­κρί­βεια τὴ γε­νε­σι­ουρ­γό τους αἰ­τί­α. Μπό­ρε­σα καὶ ἐ­πέ­στρε­ψα στὴν προ­ε­τοι­μα­σί­α τῶν μα­θη­μά­των μου, κό­πια­ζα νὰ καλ­λι­ερ­γή­σω τὸν γρα­φι­κό μου χα­ρα­κτή­ρα καὶ νὰ μά­θω νὰ δου­λεύ­ω μὲ πά­θος χρώ­μα­τα καὶ γραμ­μές.

       Χρει­ά­στη­καν νὰ με­σο­λα­βή­σουν εἴ­κο­σι χρό­νια, χρό­νια ἀ­σή­μαν­τα, εὐ­τυ­χι­σμέ­να, βά­ναυ­σα, ἔν­το­να, θαμ­πά, ἄ­χα­ρα καὶ εὐ­οί­ω­να, τα­ραγ­μέ­να, ἀ­πα­τη­λὰ καὶ ζο­φε­ρά, ὥ­σπου νὰ ἔλ­θει ἡ χτε­σι­νὴ νύ­χτα, κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐν­τε­λῶς ἀ­προσ­δό­κη­τα, ὅ­πως στὰ μι­σά του ἄ­γριου ἐ­κεί­νου παι­δι­κοῦ ὀ­νεί­ρου, ἄ­κου­σα ἐκ νέ­ου το ἀγ­κο­μα­χη­τὸ κά­ποι­ου ζώ­ου, κα­θὼς αὐ­τὸ εἰ­σέ­βαλ­λε στὸ δι­πλα­νὸ δω­μά­τιο. Τὸ πα­ρά­λο­γο τὸ ὁ­ποῖ­ο κα­βα­λι­κεύ­ει τὸ εἶ­ναι μας καλ­πά­ζει ἐ­νί­ο­τε τό­σο ξέ­φρε­να, ὥ­στε ἐ­πι­χει­ροῦ­με δει­λὰ νὰ προ­φυ­λα­χθοῦ­με σ’ αὐ­τὸ τὸ μου­χλι­α­σμέ­νο σύ­νο­λο ἀ­πὸ κα­νό­νες μὲ τὸ ὁ­ποῖ­ο πα­ρι­στά­νου­με ὅ­τι ρυθ­μί­ζου­με τὴν ὕ­παρ­ξη, στοὺς κε­νοὺς αὐ­τοὺς κα­νό­νες μὲ τοὺς ὁ­ποί­ους ἀ­πο­πει­ρώ­μα­στε ν’ ἀ­να­χαι­τί­σου­με τὴν πτή­ση τῶν πιὸ βα­θι­ῶν ἐν­στί­κτων μας. Ἔ­τσι, καὶ στὸ ὄ­νει­ρο ἀ­κό­μη, ἐ­πι­χεί­ρη­σα νὰ κα­τα­φύ­γω σὲ κά­ποι­α λο­γι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση: ὑ­πο­στή­ρι­ξα πὼς τὸν θό­ρυ­βο τὸν προ­κά­λε­σε ἡ εἴ­σο­δος μιᾶς γά­τας ἡ ὁ­ποί­α ἐρ­χό­ταν συ­χνὰ-πυ­κνὰ στὴν κου­ζί­να γιὰ νὰ τα­κτο­ποι­ή­σει τὰ ἀ­πο­φά­για. Ὀ­νει­ρεύ­τη­κα ὅ­τι, ἀ­να­κου­φι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἐ­ξή­γη­ση αὐ­τή, ἔ­πε­φτα ξα­νὰ γιὰ ὕ­πνο προ­τοῦ ξυ­πνή­σω λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα καὶ ἀν­τι­λη­φθῶ σὲ πλή­ρη δια­ύγεια τὴν πα­ρου­σί­α του στὸ πλά­ι μου. Στε­κό­ταν ἀ­πέ­ναν­τι ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ μὲ πα­ρα­τη­ροῦ­σε ὅ­λος χα­ρά. Μέ­σα στὸ ὄ­νει­ρο μπό­ρε­σα νὰ ἀ­να­κα­λέ­σω στὴ μνή­μη μου τὸ προ­γε­νέ­στε­ρο ὅ­ρα­μα. Τὰ χρό­νια ποὺ με­σο­λά­βη­σαν εἶ­χαν κα­τορ­θώ­σει ἁ­πλῶς νὰ με­τα­βά­λουν με­ρι­κῶς τὸ σκη­νι­κό. Δὲν ὑ­πῆρ­χαν πιὰ τὰ βα­ριά, σκου­ρό­χρω­μα, ξύ­λι­να ἔ­πι­πλα, οὔ­τε κι ὁ πο­λυ­έ­λαι­ος πά­νω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι μου· οἱ τοῖ­χοι ἦ­ταν ἀλ­λι­ώ­τι­κοι, μό­νο ἡ προ­σμο­νή μου καὶ ὁ πάν­θη­ρας δὲν εἶ­χαν με­τα­βλη­θεῖ: λὲς καὶ ἀ­πὸ τὴ μιὰ νύ­χτα ἴ­σα­με τὴν ἄλ­λη δὲν εἶ­χαν με­σο­λα­βή­σει πα­ρὰ ἐ­λά­χι­στα δευ­τε­ρό­λε­πτα. Μὲ δι­α­πέ­ρα­σε ἕ­να αἴ­σθη­μα χα­ρᾶς, ἀ­να­με­μειγ­μέ­νο μ’ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο. Ἔ­φε­ρα στὴ μνή­μη μου μὲ κά­θε λε­πτο­μέ­ρεια τὰ συμ­βάν­τα τῆς πρώ­της ἐ­πί­σκε­ψης, προ­ση­λω­μέ­νος καὶ ἀ­νή­συ­χος, ἐν ἀ­να­μο­νὴ τοῦ μη­νύ­μα­τός του.

       Κα­μιὰ βι­α­σύ­νη δὲν κα­τέ­λα­βε τὸ ζῶ­ο. Ἔ­φτα­σε βολ­τά­ρον­τας μπρο­στά μου μὲ βῆ­μα τεμ­πέ­λι­κο, δι­α­γρά­φον­τας μι­κροὺς κύ­κλους· ὕ­στε­ρα, πλη­σί­α­σε τὸ τζά­κι μ’ ἕ­ναν γεν­ναῖ­ο πῆ­δο, ἀ­νά­δευ­σε μὲ τὰ μπρο­στι­νά του πό­δια τὶς στά­χτες καὶ ἐ­πέ­στρε­ψε στὸ κέν­τρο τοῦ δω­μα­τί­ου· μὲ κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να, ἄ­νοι­ξε τὰ σα­γό­νια του καὶ ἀ­πο­φά­σι­σε ἐν­τέ­λει νὰ μι­λή­σει.

       Ὅ­λα ὅ­σα θὰ μπο­ροῦ­σα νὰ πῶ γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν εὐ­τυ­χί­α ποὺ βί­ω­σα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ θὰ τὴν ἔ­κα­ναν ἁ­πλῶς νὰ φα­νεῖ φτω­χό­τε­ρη. Τὸ πε­πρω­μέ­νο μου ἀ­πο­κα­λυ­πτό­ταν πεν­τα­κά­θα­ρα στὰ λό­για τῆς σκο­τει­νῆς αὐ­τῆς θε­ό­τη­τας. Ἡ εὐ­φρο­σύ­νη τὴν ὁ­ποί­α αἰ­σθάν­θη­κα προ­σέγ­γι­σε μιὰ τε­λει­ό­τη­τα ἀ­βά­στα­χτη. Ἀ­δύ­να­το νὰ τὴ συγ­κρί­νω μὲ τὸ ὁ­τι­δή­πο­τε. Τί­πο­τε, οὔ­τε καν κά­ποι­α ἀ­πὸ κεῖ­νες τὶς φευ­γα­λέ­ες, ἐ­φή­με­ρες στιγ­μὲς κα­τὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες βι­ώ­νον­τας τὴν εὐ­τυ­χί­α δι­αι­σθα­νό­μα­στε τὴν αἰ­ω­νι­ό­τη­τα, δὲν μοῦ προ­ξέ­νη­σε τὴν αἴ­σθη­ση ποὺ κα­τόρ­θω­σε νὰ μοῦ προ­ξε­νή­σει τὸ μή­νυ­μα αὐ­τό.

       Ξύ­πνη­σα λό­γῳ τῆς ἔν­το­νης συγ­κί­νη­σης, τὸ ὅ­ρα­μα ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε· μο­λον­τοῦ­το, ἐ­πέ­ζη­σαν, λὲς καὶ εἶ­χαν χα­ρα­χτεῖ πά­νω σε μέ­ταλ­λο, τὰ προ­φη­τι­κὰ ἐ­κεῖ­να λό­για τὰ ὁ­ποῖ­α κα­τέ­γρα­ψα ἀ­μέ­σως σὲ μιὰ κόλ­λα χαρ­τὶ ποὺ βρέ­θη­κε ἐ­πά­νω στὸ γρα­φεῖ­ο. Ἐ­πι­στρέ­φον­τας στὸ κρε­βά­τι, μι­σο­κοι­μι­σμέ­νος, δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ μὴν ἀ­να­γνω­ρί­σω πὼς κά­ποι­ο αἴ­νιγ­μα, τὸ ἀ­λη­θι­νὸ αἴ­νιγ­μα, εἶ­χε μό­λις ἀ­πο­κρυ­πτο­γρα­φη­θεῖ, καὶ πὼς τὰ ἐμ­πό­δια τα ὁ­ποῖ­α εἶ­χαν με­τα­τρέ­ψει τὶς μέ­ρες μου σὲ χρό­νο δί­χως ὁ­ρί­ζον­τες κα­ταρ­ρί­πτον­ταν ἡτ­τη­μέ­να.

       Χτύ­πη­σε τὸ ξυ­πνη­τή­ρι. Κοί­τα­ξα μὲ ἀ­γαλ­λί­α­ση τὸ χαρ­τὶ ἐ­πά­νω στὸ ὁ­ποῖ­ο ἦ­ταν χα­ραγ­μέ­νες οἱ δώ­δε­κα αὐ­τὲς δι­α­φω­τι­στι­κὲς λέ­ξεις. Τὸ νὰ δώ­σω ἕ­ναν πῆ­δο καὶ νὰ τὶς δι­α­βά­σω ἦ­ταν ὅ,τι εὐ­κο­λό­τε­ρο μπο­ροῦ­σα νὰ κά­νω. Μοῦ φά­νη­κε πὼς μιὰ τέ­τοι­α ἀ­με­σό­τη­τα δὲν συ­νά­δει πρὸς τὴ σο­βα­ρό­τη­τα τῆς πε­ρί­στα­σης. Ἀν­τὶ νὰ ὑ­πο­κύ­ψω στὴν ἐ­πι­θυ­μί­α, κα­τευ­θύν­θη­κα πρὸς τὸ μπά­νιο· ντύ­θη­κα ἀρ­γὰ καὶ προ­σε­χτι­κά, ἐ­σκεμ­μέ­να φει­δω­λός· ἤ­πια ἕ­να φλι­τζά­νι κα­φὲ κι ὕ­στε­ρα, τρε­μου­λι­ά­ζον­τας ἀ­πὸ ἕ­ναν ἤ­πιο φό­βο, ἔ­τρε­ξα νὰ δι­α­βά­σω τὸ μή­νυ­μα.

       Εἴ­κο­σι χρό­νια ἄρ­γη­σε ὁ πάν­θη­ρας νὰ ἐ­πα­νεμ­φα­νι­στεῖ. Θὰ ὑ­πάρ­χει κά­ποι­ος λό­γος γιὰ τὴν κα­τά­πλη­ξη ποὺ μοῦ προ­ξέ­νη­σε καὶ στὶς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις. Τὰ συμ­πα­ρο­μαρ­τοῦν­τα τοῦ ὀ­νεί­ρου δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ ἀ­πο­δο­θοῦν σὲ ἁ­πλὲς συμ­πτώ­σεις. Ὄ­χι· κά­τι στὸ βλέμ­μα του, κά­τι στὴ φω­νή του ἰ­δί­ως, ἄ­φη­νε νὰ ἐν­νο­η­θεῖ πὼς δὲν ἦ­ταν ἁ­πλῶς καὶ μό­νο ἡ εἰ­κό­να κά­ποι­ου ζώ­ου ἀλ­λὰ ἡ δυ­να­τό­τη­τα σύν­δε­σης μὲ κά­ποι­α δύ­να­μη καὶ εὐ­φυ­ΐ­α πέ­ρα ἀ­πὸ τὰ ἀν­θρώ­πι­να. Καὶ ὀ­φεί­λω, ἀ­ναμ­φί­βο­λα, νὰ ὁ­μο­λο­γή­σω ὅ­τι οἱ λέ­ξεις τὶς ὁ­ποῖ­ες εἶ­χα κα­τα­γρά­ψει δὲν ἦ­ταν πα­ρὰ μιὰ τυ­χαί­α ἀ­πα­ρίθ­μη­ση ἀ­νώ­δυ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν τὰ ὁ­ποῖ­α δὲν ἔ­βγα­ζαν κα­νέ­να νό­η­μα. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κα πρὸς στιγ­μὴν μή­πως εἶ­μαι πα­ρά­φρων. Ἐ­πι­χεί­ρη­σα ἐκ νέ­ου νὰ τὰ δι­α­βά­σω προ­σε­χτι­κά, ν’ ἀλ­λά­ξω τὴ σει­ρὰ τῶν λέ­ξε­ων, σὰν νὰ προ­σπα­θῶ νὰ ται­ριά­ξω τὰ κομ­μά­τια κά­ποι­ου πάζλ. Ἕ­νω­σα ὅ­λες τὶς λέ­ξεις κι ἔ­φτια­ξα μί­α καὶ μο­να­δι­κή, πά­ρα πο­λὺ με­γά­λη· με­λέ­τη­σα μί­α-μί­α χω­ρι­στὰ ὅ­λες τὶς συλ­λα­βές. Ἀ­φι­έ­ρω­σα με­ρό­νυ­χτα σὲ ἐν­δε­λε­χεῖς καὶ ἄ­γο­νους φι­λο­λο­γι­κοὺς συν­δυα­σμούς. Δὲν κα­τόρ­θω­σα νὰ δι­α­λευ­κά­νω τί­πο­τε· μό­λις καὶ με­τὰ βί­ας τὴ βε­βαι­ό­τη­τα πὼς τὰ κρυμ­μέ­να σύμ­βο­λα ἔ­χουν δι­α­βρω­θεῖ ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια εὐ­ή­θεια, τὸ ἴ­διο χά­ος, τὴν ἴ­δια ἀ­συ­ναρ­τη­σί­α τὴν ὁ­ποί­α ὑ­φί­σταν­ται τὰ κα­θη­με­ρι­νά.

       Ἐν­τού­τοις, τὸ πι­στεύ­ω πὼς μιὰ μέ­ρα ὁ πάν­θη­ρας θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει.


Με­ξι­κό, Μά­ϊ­ος τοῦ 1960


Πη­γή: Sergio Pitol, Los mejores cuentos, Βαρ­κε­λώ­νη, Editorial Anagrama, 2005.

Σέρ­χιο Πι­τὸλ (Sergio Pitol) (1933, Που­έμ­πλο – 2018, Χα­λά­πα). Με­ξι­κα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε κυ­ρί­ως δι­η­γή­μα­τα, νου­βέ­λες καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, ἐ­νῶ πρὸς τὸ τέ­λος τῆς ζω­ῆς του εἰ­σή­γα­γε στὴ μυ­θο­πλα­σί­α του στοι­χεῖ­α λο­γο­τε­χνι­κῆς ἀ­νά­λυ­σης, κα­θὼς καὶ στοι­χεῖ­α ἡ­με­ρο­λο­για­κῆς γρα­φῆς. Ἔ­λα­βε ση­μαν­τι­κὲς τι­μη­τι­κὲς δι­α­κρί­σεις, με­τα­ξύ των ὁ­ποί­ων ξε­χω­ρί­ζουν τὸ βρα­βεῖ­ο Juan Rulfo ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 1999 καὶ τὸ βρα­βεῖ­ο Cervantes ποὺ τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ 2005, ἀμ­φό­τε­ρα γιὰ τὸ σύ­νο­λο τοῦ ἔρ­γου του.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱσπανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


			

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ: Λό­για στὸ κε­νό

 



Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Λό­για στὸ κε­νό


ΟΓΙΑ ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νὸ σὰν κλού­βια αὐ­γὰ πά­νω σὲ τοῖ­χο εἶ­ναι τὰ λό­για ποὺ εἶ­πες μὲ λά­θος λέ­ξεις. Εἶ­ναι οἱ λά­θος λέ­ξεις. Ὅ­ταν μι­λᾶ­με, πιὸ πο­λὺ κι ἀ­π’ ὅ­ταν γρά­φου­με, ἔ­χου­με ἀ­νάγ­κη ἀ­πὸ ἕ­ναν αὐ­τό­μα­το δι­ορ­θω­τὴ λέ­ξε­ων, ἕ­ναν δι­ορ­θω­τὴ ποὺ νὰ δι­ορ­θώ­νει ὄ­χι μό­νο τὴ στί­ξη, ἀλ­λὰ καὶ τὸν τό­νο —πο­λὺ ση­μαν­τι­κὸς ὁ τό­νος– ἀλ­λὰ καὶ τὴν λέ­ξη. Ὅ­πως ὅ­ταν γρά­φου­με μη­νύ­μα­τα στὸ κι­νη­τό μας τη­λέ­φω­νο καὶ μιὰ συλ­λα­βὴ ἀρ­κεῖ γιὰ νὰ μπεῖ ἢ νὰ βγεῖ ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη ἀ­πὸ τὴν φρά­ση. Συ­χνά, τὸ κι­νη­τὸ ἐ­πι­μέ­νει, ξέ­ρει κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ μᾶς ποι­ά εἶ­ναι ἡ λέ­ξη ποὺ χρει­ά­ζε­ται, ἡ κα­τάλ­λη­λη λέ­ξη. Συ­χνά, μιὰ λέ­ξη ποὺ ἀρ­χι­κὰ θέ­λα­με νὰ γρά­ψου­με, δὲν ὑ­πάρ­χει στὸ λε­ξι­λό­γιο τοῦ τη­λε­φώ­νου. Τὸ τη­λέ­φω­νο τὴν ἀν­τι­κα­θι­στᾶ τό­τε χω­ρὶς δεύ­τε­ρη σκέ­ψη ἀ­πὸ ἄλ­λη. Εἶ­ναι πρα­κτι­κὸ τὸ θέ­μα. Ποῦ πῆ­γε, ὅ­μως, ἡ λέ­ξη ποὺ δὲν γρά­ψα­με, ὅ­μοι­α μὲ τὴν λέ­ξη ποὺ δὲν εἴ­πα­με;

       Πρό­σφα­τα ἄ­κου­σα γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων. Ὅ­πως ὅ­λες οἱ τρά­πε­ζες τοῦ κό­σμου ἔ­χει τὴν ἕ­δρα της στὴν Ἐλ­βε­τί­α, γι’ αὐ­τὸ καὶ δὲν εἶ­ναι εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στὴ στὰ μέ­ρη μας. Πρό­κει­ται γιὰ τὴν τρά­πε­ζα ὅ­που ἀ­πο­θη­κεύ­ον­ται οἱ λέ­ξεις ποὺ πά­ψα­με νὰ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­με. Λέ­ξεις κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α νε­κρές, μό­νο ποὺ ἀν­τὶ νὰ πε­ρι­πλα­νι­οῦν­ται ἄ­σκο­πα ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ καὶ νὰ στοι­χει­ώ­νουν τὶς φρά­σεις μας, ἀ­να­παύ­ον­ται ἀλ­φα­βη­τι­κὰ τα­ξι­νο­μη­μέ­νες σὲ με­ταλ­λι­κὲς θυ­ρί­δες. Μπο­ρεῖ κά­ποι­ος, κλεί­νον­τας ἕ­να ἀ­ε­ρο­πο­ρι­κὸ εἰ­σι­τή­ριο, νὰ ἐ­πι­σκε­φτεῖ ἀ­νὰ πά­σα ὥ­ρα καὶ στιγ­μὴ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων καὶ νὰ πε­ρι­η­γη­θεῖ στὰ γράμ­μα­τα. Βρί­σκεις πραγ­μα­τι­κοὺς θη­σαυ­ρούς. Λέ­ξεις ποὺ ἀ­μυ­δρὰ θυ­μᾶ­ται κα­νεὶς νὰ βγαί­νουν ἀ­π’ τὸ στό­μα πο­λὺ μα­κρι­νῶν γέ­ρων καὶ γρι­ῶν τῆς παι­δι­κῆς του ἡ­λι­κί­ας, πε­θα­μέ­νοι κι αὐ­τοὶ ὅ­πως οἱ λέ­ξεις τους, λέ­ξεις ἐ­πί­ση­μες ποὺ κά­πο­τε εἶ­χαν πε­ρί­ο­πτη θέ­ση σὲ δελ­τί­α εἰ­δή­σε­ων, κι ἄλ­λες λέ­ξεις ποὺ γρά­φον­ταν ἢ λέ­γον­ταν, ἀλ­λὰ ποὺ τώ­ρα κα­νεὶς δὲν γρά­φει, οὔ­τε μι­λά­ει μ’ αὐ­τές. Τὰ λήμ­μα­τα εἶ­ναι κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ ἀ­τέ­λει­ω­τα, ὅ­πως καὶ οἱ γλῶσ­σες ἢ οἱ τρά­πε­ζες, για­τί ὅ­σο ζοῦ­με ὅ­λο καὶ πε­ρισ­σό­τε­ρες νέ­ες λέ­ξεις πε­θαί­νουν. Συμ­βαί­νει, βέ­βαι­α, νὰ ὑ­πάρ­χουν καὶ λέ­ξεις ποὺ με­τοι­κοῦν «εἰς τό­πον χλο­ε­ρόν», ὅ­πως ἔ­λε­γαν κά­πο­τε, τε­λεί­ως ἀ­θό­ρυ­βα, κι ἔ­τσι δὲν κα­τα­γρά­φον­ται που­θε­νά, πρό­κει­ται πραγ­μα­τι­κὰ γιὰ κα­τα­δι­κα­σμέ­νες ψυ­χές, σπά­νια κά­ποι­ος νὰ τὶς ἀ­να­κα­λύ­ψει κά­που τυ­χαῖ­α σὲ τί­πο­τα κι­τρι­νι­σμέ­νες ἐ­φη­με­ρί­δες, δι­α­φο­ρε­τι­κὰ με­τα­τρέ­πον­ται σὲ ἀ­ό­ρα­τα, ἄϋ­λα σω­μα­τί­δια σκό­νης. Οἱ λέ­ξεις ποὺ σβή­στη­καν στα­δια­κά, ποὺ χά­θη­καν στὸ σκο­τά­δι τῆς λή­θης δί­χως ν’ ἀ­φή­σουν πί­σω τους κα­νέ­να ἴ­χνος, μοιά­ζουν μὲ ἄ­στε­γους ἀ­γύρ­τες, κα­νεὶς δὲν φαί­νε­ται να τὴν νι­ώ­θει τὴν ἀ­που­σί­α τους, ὅ­πως δὲν ἔ­νι­ω­θε κα­νεὶς τὴν πα­ρου­σί­α τους, δὲν ἔ­χουν θυ­ρί­δα, οὔ­τε κὰν πρό­σβα­ση, σὲ κα­μιὰ τρά­πε­ζα σὲ κα­νέ­να μέ­ρος τοῦ κό­σμου.

       Ἔ­τσι, μὲ ἀ­φορ­μὴ τὴ συ­ζή­τη­ση στὴν ὁ­ποί­α ἄ­κου­σα γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ νὰ μι­λοῦν γιὰ τὴν τρά­πε­ζα λέ­ξε­ων, ἄρ­χι­σα νὰ σκέ­φτο­μαι τὸ θέ­μα τῶν λέ­ξε­ων. Εἶ­ναι ἕ­να ἀρ­κε­τὰ πο­λύ­πλο­κο θέ­μα. Δὲν εἶ­ναι μό­νο το πα­ρά­δο­ξο τοῦ θα­νά­του τους ποὺ προ­βλη­μα­τί­ζει, ἀλ­λὰ καὶ ἡ γέν­νη­σή τους. Αὐ­τό, ὅ­μως, ποὺ κί­νη­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα τὴν πε­ρι­έρ­γειά μου εἶ­ναι, ὅ­πως εἶ­πα, τὸ θέ­μα μὲ τὶς λέ­ξεις ποὺ πέ­φτουν στὸ κε­νό. Πι­στεύ­ω πὼς οἱ λέ­ξεις αὐ­τὲς χά­νουν τὴν ψυ­χή τους ἀ­μέ­σως μό­λις βγοῦν ἀ­π’ τὸ στό­μα κά­ποι­ου γιὰ τὸν ἁ­πλὸ λό­γο ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ κα­τάλ­λη­λη στιγ­μὴ γιὰ νὰ βγοῦν, οὔ­τε κι αὐ­τὲς ἦ­ταν οἱ κα­τάλ­λη­λες λέ­ξεις. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές, τὰ λό­για αὐ­τά, ἔ­χον­τας χά­σει τὴν μο­να­δι­κὴ ἰ­δι­ό­τη­τά τους, τὸ νό­η­μὰ τους δη­λα­δή, ξε­κι­νοῦν μιὰ μὴ ἀ­να­στρέ­ψι­μη ἐ­λεύ­θε­ρη πτώ­ση ἀ­π’ τὰ ἀν­θρώ­πι­να χεί­λη ὣς τὸ πά­τω­μα. Κα­τα­λή­γουν στὸ ἔ­δα­φος σὰν μι­κρο­σκο­πι­κὰ σκου­πι­δά­κια. Ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ αὐ­τὴ καὶ με­τὰ ἡ μοί­ρα τους εἶ­ναι προ­δι­α­γε­γραμ­μέ­νη. Συ­νή­θως σκου­πί­ζον­ται ἢ σφουγ­γα­ρί­ζον­ται, κα­τα­λή­γουν μὲ τὸν ἕ­ναν ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο, πρῶ­τα στοὺς κά­δους σκου­πι­δι­ῶν καί, στὴ συ­νέ­χεια, στὶς χω­μα­τε­ρές, μα­ζὶ μὲ τό­σα ἄλ­λα νε­κρὰ —πρώ­ην χρη­στι­κά– ἀν­τι­κεί­με­να, μέ­χρι τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὴ ἀ­πο­σύν­θε­σή τους. Σπά­νια, ὅ­μως, μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ ἕ­να θαῦ­μα. Κά­ποι­ος γλά­ρος ποὺ πε­τᾶ ἀ­νέ­με­λα πά­νω ἀ­π’ τὸν σκου­πι­δό­το­πο μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει τυ­χαῖ­α κά­ποι­α ἀ­π’ αὐ­τὲς καὶ νὰ τὴν πά­ρει μα­ζί του. Ἀ­φοῦ τα­ξι­δέ­ψουν μα­ζὶ μέ­ρες καὶ νύ­χτες, λέ­ξη καὶ που­λί, ὁ ἰ­δι­ό­τυ­πος αὐ­τὸς με­τα­φο­ρέ­ας ἀ­πο­θέ­τει συ­νή­θως τὴ λέ­ξη σὲ μιὰ νέ­α ἀ­κτή, μιᾶς νέ­ας χώ­ρας, ὅ­που τὴν βρί­σκουν τυ­χαῖ­α πρῶ­τοι οἱ ναυ­τι­κοὶ ἢ οἱ ψα­ρά­δες καὶ τὴν παίρ­νουν σπί­τι τους. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ ἄ­γνω­στη αὐ­τὴ λέ­ξη προ­σαρ­μό­ζε­ται στὴ νέ­α της ζω­ὴ καὶ ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στὰ νέ­α πο­λι­τι­στι­κὰ ἤ­θη κι ἔ­θι­μα. Εἶ­ναι αὐ­τὸ ποὺ οἱ γλωσ­σο­λό­γοι ὀ­νο­μά­ζουν «γλωσ­σι­κὸ δά­νει­ο».

       Τέ­λος, κά­τι ἄλ­λο ποὺ μπο­ρεῖ νὰ συμ­βεῖ κα­μιὰ φο­ρά, ὅ­ταν τὰ ἄ­χρη­στα λό­για κα­τα­λή­γουν στοὺς σκου­πι­δό­το­πους, εἶ­ναι νὰ βγά­λουν ρί­ζες κα­τὰ τὴ δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ἀ­πο­σύν­θε­σης. Με­τα­τρέ­πον­ται μὲ τὸν και­ρὸ σὲ δέν­τρα. Εἶ­ναι τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν μό­να τους, αὐ­τὰ ποὺ ἐμ­φα­νί­ζον­ται ξαφ­νι­κὰ μπρο­στά σου, τὰ δέν­τρα ποὺ φυ­τρώ­νουν ἐ­κεῖ ποὺ δὲν τὰ σπέρ­νουν, σὰν τὰ λά­θος λό­για ποὺ προ­φέ­ρεις ἄ­θε­λά σου.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις της συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δύ­ο συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά:

http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Ναυ­τι­κὴ τέ­χνη


ΟΡΑ τὸ μα­γιό του, τὰ πλα­στι­κὰ πα­πού­τσια, τὰ γυα­λιὰ τῆς θά­λασ­σας κι ἕ­να με­γά­λο ψά­θι­νο κα­πέ­λο, δὲν τὸ κου­νά­ει ὅ­μως ρού­πι ἀ­πὸ τὸ κα­ρε­κλά­κι του ποὺ εἶ­ναι στέ­ρε­α βαλ­μέ­νο ἀ­νά­με­σα στὰ βό­τσα­λα. Οἱ κι­νή­σεις του εἶ­ναι λι­γο­στὲς κι ἔ­τσι βυ­θι­σμέ­νος ὅ­πως εἶ­ναι στὴ ρέμ­βη, τὸ βλέμ­μα του προ­δί­δει μιὰ κά­ποι­α ἀ­νη­συ­χί­α, ἴ­σως καὶ φό­βο.

       — Εἶ­πα νὰ σὲ ρω­τή­σω, ἂν καὶ νο­μί­ζω τὴν ξέ­ρω τὴν ἀ­πάν­τη­ση… οὔ­τε σή­με­ρα θὰ βου­τή­ξεις;

       — Ὄ­χι, ὄ­χι… τί εἶ­ναι αὐ­τὰ ποῦ λές; Δὲν θά ’­σαι κα­λά! Για­τί νὰ μπῶ; Νὰ μὲ δαγ­κώ­σουν αὐ­τὰ τὰ πραγ­μα­τά­κια στὸ βυ­θὸ ποὺ τσιμ­πᾶ­νε;

       — Ἔ­λα, θὰ μποῦ­με μα­ζὶ καὶ δὲν πρό­κει­ται νὰ σὲ δαγ­κώ­σει τί­πο­τα.

       — Μὲ κο­ρο­ϊ­δεύ­εις; Πρῶ­τα ἀ­π’ ὅ­λα… ἂν μπῶ ἐ­κεῖ μέ­σα, θὰ βρα­χῶ. Ξέ­ρεις πό­ση ὥ­ρα θέ­λω με­τὰ γιὰ νὰ στε­γνώ­σω; Γι’ αὐ­τὸ σοῦ λέ­ω, ἄ­σ’ το κα­λύ­τε­ρα…

       — Μά… δὲν θυ­μᾶ­σαι… στὰ κα­ρά­βια; Χρό­νια ὁ­λό­κλη­ρα στὴ θά­λασ­σα… μιὰ ζω­ή… καὶ τώ­ρα τί;

Δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις! Ξέ­ρω κα­λὰ τί συμ­βαί­νει ἐ­κεῖ μέ­σα, γι’ αὐ­τὸ δὲν μπαί­νω.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της: Κουτὶ μὲ τιμαλφῆ I.



Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της


Κου­τὶ μὲ τι­μαλ­φῆ Ι.


«ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ὀ­μορ­φιὰ δί­χως κίν­δυ­νο» μὲ φόν­το ἀν­θο­δέ­σμη ἀ­πὸ κόκ­κι­να τρι­αν­τά­φυλ­λα κι ἕ­να μο­νό­φθαλ­μο ἀν­θρω­πά­κι – ἢ μή­πως εἶ­ναι ἥ­λιος;


Μή­τρα ἀ­πὸ χα­ρα­κτι­κὸ μὲ κε­ρα­μο­σκε­πὲς καὶ που­λιὰ νὰ πε­τᾶ­νε – ἡ μυ­ρω­διὰ τοῦ με­λα­νιοῦ.


Πα­λιὸς με­ταλ­λι­κὸς ἀ­να­πτή­ρας τύ­που zippo μὲ σκα­λι­σμέ­νη μιὰ χε­λώ­να.


Κα­ρα­βά­κι καὶ χαρ­τα­ε­τός – κάρ­τες ἀ­πὸ γκα­λε­ρί.


Σπα­σμέ­νη συρ­μά­τι­νη χορ­δὴ μὶ καν­τί­νι.


­δει­ο μπου­κά­λι μι­νι­α­τού­ρα ἀ­πὸ κά­ποι­ο μπράν­τι – γοτ­θι­κὴ γραμ­μα­το­σει­ρὰ στὴν ἐ­τι­κέ­τα.


Λί­γος σπάγ­γος.


«Τὸ φαν­τα­στι­κὸ ζῶ­ο ἐ­ναν­γκλόμ… γιὰ νὰ τρα­φεῖ βου­τά­ει στὸ νε­ρό» μὲ μὼβ μαρ­κα­δό­ρο σὲ σκι­σμέ­νη σε­λί­δα τε­τρα­δί­ου – Michaux.


Τρυ­πη­μέ­νο γα­λα­ζο­πρά­σι­νο βό­τσα­λο πε­ρα­σμέ­νο σὲ σκοι­νά­κι… πο­λὺ κον­τὰ ἕ­να κο­χύ­λι ἄ­σπρο μὲ κα­φέ, τρυ­πη­μέ­νο κι αὐ­τό.



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

 

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.



		

	

Ἀντώνης Καζάκος: Μιὰ παλιὰ ἱστορία


Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος


Μιὰ πα­λιὰ ἱ­στο­ρί­α


 ΧΑΡΟΛΝΤ ΕΝΤΡΙΑΝ ΡΑΣΕΛ ΦΙΛΜΠΙ, ποὺ ἔ­γι­νε εὐ­ρύ­τε­ρα γνω­στός, ἢ δι­α­βό­η­τος, ὡς Κὶμ Φίλ­μπι (1912-1988), σὲ ὅ­λη του τὴ ζω­ὴ μὲ τὴ δρά­ση του δι­α­κί­νη­σε τὴν ἰ­δέ­α, γιὰ χά­ρη κά­θε ἐν­δι­α­φε­ρό­με­νου, πὼς τὸ ψεῦ­δος προ­σφέ­ρει στοὺς ψευ­δό­με­νους μιὰ δω­ρε­ὰ πνευ­μα­τι­κό­τη­τας. Ἐ­κεί­νη τὴν πο­λὺ ἐ­κλε­πτυ­σμέ­νη εὐ­χα­ρί­στη­ση τῆς δι­πλο­προ­σω­πί­ας ἤ, ὅ­πως τὸ θέ­τει ὁ διὰ βί­ου ἰ­χνη­λά­της του συγ­γρα­φέ­ας Ἀ­πό­στο­λος Δο­ξιά­δης —δι­α­πο­ρῶν— τὴν εὐ­χα­ρί­στη­ση τοῦ κρυ­φοῦ, τοῦ μυ­στι­κοῦ δι­πλοῦ ντου­λα­πιοῦ μὲ τοὺς δι­α­κρι­τοὺς χώ­ρους, στὰ χει­ρο­ποί­η­τα ἔ­πι­πλα τοῦ πα­λιοῦ και­ροῦ, ποὺ σοῦ ‘δί­ναν τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι ζών­τας σὲ δι­πλὸ κό­σμο ἡ ζω­ὴ δὲν ἔ­χει κα­νέ­να βα­ρε­τὸ κομ­μά­τι. Γνώ­ρι­ζε πο­λὺ κα­λὰ καὶ ἀ­πὸ τὴ δι­κή του ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α ὅ­τι οἱ πρά­κτο­ρες ζοῦν συ­χνὰ γιὰ χρό­νια μέ­σα στὴν ἀ­πρα­ξί­α, στὴ σι­ω­πὴ καὶ στὴν ἀ­φά­νεια. Τὸ ὑ­πο­μέ­νουν, λο­γα­ρι­ά­ζον­τάς το ὡς ὄ­ψη τῆς μυ­στι­κῆς δου­λειᾶς τους. Ἀ­να­κα­λύ­πτουν ἔ­τσι ἐ­νώ­πιοι ἐ­νω­πί­οις τὸν κρυ­φὸ ἀ­λη­θι­νὸ ἑ­αυ­τό τους, σὰν τὰ παι­διὰ ποὺ ἑ­πτα­σφρά­γι­στα κρα­τᾶ­νε τὰ μυ­στι­κά τους ἀ­πὸ τοὺς με­γά­λους γιὰ νὰ τοὺς ποῦν μὲ τὸν τρό­πο τους, πρὶν καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸν τρο­μα­κτι­κὸ στί­χο τοῦ Ἀρ­θού­ρου Ρεμ­πώ, ὅ­τι κα­τὰ βά­θος εἴ­μα­στε κά­ποι­οι ἄλ­λοι, ποὺ μᾶς ἀ­ρέ­σει πο­λὺ νὰ νο­μί­ζου­με ὅ­τι μό­νο ἐ­μεῖς ἔ­χου­με τὴν ἀ­λη­θι­νὴ γνω­ρι­μί­α μα­ζί τους. Δὲν ὑ­πάρ­χει πιὸ ἀ­να­κου­φι­στι­κὴ αἴ­σθη­ση ἀ­πὸ αὐ­τὸ τὸν βα­θὺ δι­χα­σμὸ γιὰ ὅ­λες τὶς δυ­σβά­στα­χτες ψυ­χι­κὲς ἐλ­λεί­ψεις μας, κα­τὰ τὴν πει­στι­κὴ ἐ­ξή­γη­ση τοῦ Δο­ξιά­δη.

        Καὶ ἡ γο­η­τεί­α τῶν ἠ­χη­ρῶν βη­μά­των ποὺ ἀ­κού­γον­ται μέ­σα στὴ νύ­χτα; Τῶν φω­τι­σμέ­νων τρέ­νων ποὺ σφυ­ρί­ζουν μα­κριὰ σὰν μα­κρό­συρ­τα μη­χα­νι­κὰ ζῶ­α; Τὸ μυ­στή­ριο καὶ ἡ με­λαγ­χο­λί­α τῶν δρό­μων; Ναί, ἡ δι­πλὴ ἀ­λή­θεια τοῦ κό­σμου ὁ­λό­κλη­ρου φα­νε­ρώ­νε­ται πε­ρί­λαμ­πρη στὸ βά­θος τοῦ κα­θρέ­φτη, ἀ­κρι­βῶς ὅ­πως καὶ μέ­σα στὴ θρη­σκευ­ό­με­νη δι­πλω­πί­α τῶν προ­σευ­χῶν μας. Στὰ ξε­καρ­δι­στι­κὰ γέ­λια καὶ στὰ ἀ­βί­α­στα ἐκ­φω­νού­με­να λό­για μας. Καὶ οἱ ἴ­δι­ες οἱ ἱ­στο­ρί­ες μας εἶ­ναι μιὰ κά­ποι­α ἐ­πέν­δυ­ση, μιὰ ἀ­να­δί­πλω­ση, τὸ ροῦ­χο γιὰ νὰ ντύ­σει τὴ γυ­μνὴ πέ­τρα ποὺ μᾶς πα­γώ­νει τὸ αἷ­μα, ἀ­να­κα­λών­τας τὸ σχῆ­μα καὶ τὴ γυ­μνό­τη­τα τῆς νε­κρο­κε­φα­λῆς. Εἶ­ναι ὅ­λες ἱ­στο­ρί­ες τοῦ ἔ­ρω­τα, ποὺ ἐ­ξι­δα­νι­κεύ­ουν τὸ σῶ­μα μιᾶς Ἰωάννας, μα­ζὶ μὲ τὸ δι­κό μου, συ­ναν­τών­τας ὑ­πό­γεια μέ­σα τους τὶς πα­ρα­μυ­θέ­νι­ες σπη­λι­ὲς ἀ­π’ ὅ­που ἀ­να­βλύ­ζουν ἡ ποί­η­ση καὶ τὸ μα­κρὺ τα­ξί­δι.

        Ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ ξε­χνά­ει, ἀ­λή­θεια, πό­σα δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια εἶ­ναι οἱ πε­θα­μέ­νοι, θαμ­μέ­νοι κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια μας; Ποι­ός τό­τε μπο­ρεῖ νὰ πα­ρα­δε­χτεῖ ὅ­τι μέ­νου­με μό­νοι κι ἔ­ρη­μοι μέ­σα στὸ Σύμ­παν; Ὄ­χι σί­γου­ρα ἡ Μπλὲ Ἀ­λε­ξάν­δρα, ἡ ὁ­ποί­α τὶς προ­άλ­λες μοῦ ἐκ­μυ­στη­ρεύ­τη­κε πε­ρι­πα­θῶς πὼς «οἱ δώ­δε­κα ἀ­ξέ­χα­στοι ἔ­ρω­τές μου ὄ­χι μό­νο μοῦ φαί­νον­ται πολ­λοί, ἀλ­λὰ τοὺς νι­ώ­θω νὰ ὑ­πάρ­χουν ὁ­λο­ζών­τα­νοι. Ἐ­ξαι­τί­ας τους κρα­τι­έ­μαι ὁ­λο­ζών­τα­νη κι ἐ­γώ».

        Εἶ­μαι ἀ­πό­λυ­τα σί­γου­ρος ὅ­τι μι­λοῦ­σε γιὰ ὅ­λο τὸ φά­σμα τοῦ αἰ­σθη­τοῦ κό­σμου, γι’ αὐ­τὰ ποὺ στὴ γλώσ­σα τῶν φι­λο­σό­φων τὰ λέ­νε φαι­νό­με­να, π.χ. τὸ γορ­γὸ νε­ρὸ ποὺ κυ­λᾶ στὴ φύ­ση δι­α­βρέ­χον­τας καὶ ὁ­λό­κλη­ρα ἔρ­γα τέ­χνης, ὅ­που ἀν­τα­να­κλῶν­ται τὰ ὄν­τα ὅ­λα ὡς πα­ρου­σί­ες, μιὰ ἀν­τα­νά­κλα­ση τῆς αἰ­ω­νι­ό­τη­τας δη­λα­δή, ποὺ δὲν μᾶς λυ­τρώ­νει ἀ­πὸ τὸν θά­να­το, ἀλ­λὰ κρύ­βει ἀ­ναν­τίρ­ρη­τα μιὰ θε­ϊ­κὴ σπί­θα.

        Σὰν νὰ ἀ­γα­πᾶς ταυ­τό­χρο­να δύ­ο γυ­ναῖ­κες, τὸν δι­και­ο­λό­γη­σε μὲ ἀ­φύ­σι­κη με­γα­λο­ψυ­χί­α ὁ προ­δο­μέ­νος φί­λος καὶ συ­νερ­γά­της του στὴ MI6 Νί­κο­λας Ἔ­λιοτ: «Σὲ κα­τα­λα­βαί­νω, Κίμ. Ἔ­χω ὑ­πάρ­ξει ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ δύ­ο γυ­ναῖ­κες ταυ­τό­χρο­να. Εἶ­μαι βέ­βαι­ος ὅ­τι βρέ­θη­κες στὴν ἴ­δια κα­τά­στα­ση στὴν πο­λι­τι­κή. Ἀ­γα­ποῦ­σες τὴν Ἀγ­γλί­α καὶ τὴ Σο­βι­ε­τι­κὴ Ἕ­νω­ση ταυ­τό­χρο­να.»



Πη­γή: Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση.

Ἀν­τώ­νης Κα­ζά­κος (Πειραιάς, 1960). Σπούδασε φιλολογία καὶ ἱστορία στὴν Ἀ­θήνα καὶ στὸ Παρίσι. Ἐργάζεται στὸν χώρο τῆς ἐκπαίδευσης καὶ τῶν ἐκ­παι­δευτικῶν προγραμμάτων. Μεταφράσεις και ποιήματά του έχουν δημο­σι­ευτεί στο περιοδικό Το Δέντρο



		

	

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας: Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα



Σω­τή­ρης Πα­στά­κας


Βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ ποὺ συν­τρο­φεύ­ει ἡ θά­λασ­σα


ΥΣΑΡΕΣΤΑ πράγ­μα­τα μπο­ροῦν νὰ συμ­βοῦν στὸν κα­θέ­να, ἀλ­λὰ μό­νον κά­ποι­ους μπο­ροῦν νὰ τοὺς ἀλ­λά­ξουν χα­ρα­κτή­ρα. Νὰ με­τα­μορ­φώ­σουν ἕ­ναν κα­λὸ ἄν­θρω­πο πχ. σὲ δι­ά­βο­λο. Θὰ μοῦ πεῖ­τε πὼς ὁ κά­θε ἄν­θρω­πος σέρ­νει μα­ζὶ μὲ τὰ πο­δά­ρια καὶ τὴ μοί­ρα του, καὶ οἱ ἀλ­λα­γὲς ποὺ ἐ­πι­ση­μαί­νουν οἱ ἄλ­λοι εἶ­ναι ἤ­δη μὲς στὶς ἀ­πο­σκευ­ὲς ποὺ σέρ­νει πί­σω του. Δὲν ξέ­ρω. Πα­ρά­ξε­να φέγ­γει στὴ μνή­μη μου ἡ ἀρ­χή. Νέ­ος ψυ­χί­α­τρος τό­τε ἐ­πε­δεί­κνυ­α με­γα­θυ­μί­α καὶ κα­τα­νό­η­ση σὲ ἀ­χα­ρα­κτή­ρι­στες συμ­πε­ρι­φο­ρές. Ὑ­πε­ρέ­βα­λα ἑ­αυ­τὸν καὶ ψυ­χι­α­τρι­κο­ποι­οῦ­σα ἀ­κό­μη καὶ τὴν κοι­νὴ χυ­δαι­ο­λο­γί­α, τὶς μνη­σί­κα­κες ἀ­να­φο­ρὲς σὲ ἄ­το­μα τοῦ εὐ­ρέ­ως πε­ρι­βάλ­λον­τός μου, ἀ­κό­μη καὶ τὶς συ­κο­φαν­τι­κὲς ἐ­πι­θέ­σεις, τὴν ἐ­ξύ­βρι­ση τῆς προ­σω­πι­κό­τη­τας καὶ τὸν δι­α­συρ­μὸ ὑ­πο­λή­ψε­ων. Τὸν ὑ­πο­τί­μη­σα ὡς ἕ­ναν ἀ­κό­μη «τρε­λό», ἀ­γνο­ών­τας πὼς αὐ­τὸ τὸ ὑ­πο­κεί­με­νο ποὺ προ­σποι­οῦνταν τὸ φί­λο μου, πει­ρα­μα­τι­ζό­ταν πῶς νὰ ἐ­λέγ­χει καὶ νὰ κα­θο­δη­γεῖ τὶς ἀν­τι­δρά­σεις μου.

       Δὲν θὰ ξε­χά­σω αὐ­τὸ τὸ φέγ­γος στὸ σταθ­μό. Ἐ­κεῖ κα­τα­γρά­φτη­κε στὸ χαρ­τὶ ἕ­να λε­πτο­με­ρὲς καὶ πα­ρα­στα­τι­κὸ σχέ­διο ἐγ­κλή­μα­τος. Ὁ ἄν­θρω­πος ποὺ τὸ ἔ­γρα­ψε ἦ­ταν ἕ­να ψυ­χρὸ ὑ­πο­λο­γι­στι­κὸ μυα­λό. Ἕ­να μυα­λὸ ποὺ εἶ­χε μο­να­δι­κὸ σκο­πὸ καὶ σκέ­ψη τὴν κα­τα­στρο­φὴ μιᾶς ἄλ­λης ἀν­θρώ­πι­νης ὕ­παρ­ξης. Πή­γαι­νε στὴν Ἀ­θή­να νὰ πα­ρα­κο­λου­θή­σει τὴν πρώ­τη του γυ­ναί­κα: ἔ­στη­νε καρ­τέ­ρι κά­τω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι, τὴν πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε στὴ δου­λειὰ καὶ φω­το­γρά­φι­ζε ὅ­λα τὰ πρό­σω­πα ποὺ ἔρ­χον­ταν σὲ ἐ­πα­φὴ μα­ζί της. Κα­τέ­γρα­φε σὲ ἕ­να τε­φτέ­ρι τὰ ὀ­νό­μα­τά τους, τὶς δι­ευ­θύν­σεις τους, τὰ τη­λέ­φω­να, καὶ κα­θὼς ἡ δου­λειὰ τῆς πρώ­ην συ­ζύ­γου του ἦ­ταν σὲ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο, ἔ­βα­λε στὸ στό­χα­στρο δι­ά­φο­ρους λο­γο­τέ­χνες μι­κροῦ ἢ με­γα­λύ­τε­ρου βε­λη­νε­κοῦς. Τὴν ἀ­πει­λοῦ­σε πὼς θὰ τὴν ξε­φτί­λι­ζε μέ­ρες, ἑ­βδο­μά­δες, μῆ­νες καὶ χρό­νια. Ξα­να­γύ­ρι­ζε στὸ στρα­τό­πε­δο καὶ τοὺς ἔ­λε­γε πὼς κα­λο­πέ­ρα­σε μὲ τὸ γκο­με­νά­κι στὴν Κα­τε­ρί­νη.


Ὅ­λα τε­λει­ώ­νουν στὸ τε­λευ­ταῖ­ο σύ­νο­ρο. Ἡ θλί­ψη, ἡ ἀ­πελ­πι­σί­α, ἡ ἄ­γρια ἐ­πι­θυ­μί­α γιὰ ἐκ­δί­κη­ση καὶ τι­μω­ρί­α εἶ­χαν φω­λιά­σει πιὰ στὴν καρ­διά του. Προι­κι­σμέ­νος μὲ ἕ­να ψυ­χρὸ θυ­μό, ποὺ δὲν θὰ τὸν ἐγ­κα­τέ­λει­πε ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ στὸ σταθ­μὸ τοῦ Λι­το­χώ­ρου ἕ­ως τὴν τε­λευ­ταί­α ἡ­μέ­ρα τῆς ἀ­νώ­φε­λης καὶ πρό­στυ­χης ζω­ῆς του, με­τα­βλή­θη­κε σὲ ἕ­να μο­χθη­ρὸ καὶ κα­κό­βου­λο ὂν ποὺ μό­λυ­νε μὲ τὴν ἀ­νά­σα του ὅ­ποι­ον στε­κό­ταν δί­πλα του. Τὸν ἐν­δι­έ­φε­ρε πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο τί ἔ­κα­ναν οἱ λο­γο­τέ­χνες στὴ ζω­ὴ τους ἐ­κεῖ ἔ­ξω ἀ­πὸ ὅ,­τι ἔ­γρα­φαν. Ἀ­νί­κα­νος νὰ ἀ­πο­λαύ­σει ἕ­να λο­γο­τε­χνι­κὸ κεί­με­νο, κα­τέ­γρα­φε τὰ πε­ρι­στα­τι­κὰ τοῦ βί­ου τους, ὑ­πο­λο­γι­στι­κὰ καὶ ὑ­πο­μο­νε­τι­κά. Ἐ­πώ­α­ζε στὴ ψυ­χή του μυ­ριά­δες κου­τσομ­πο­λιά, κα­θο­δη­γού­με­νος πάν­τα ἀ­πὸ τὴν ἔμ­μο­νη ἰ­δέ­α νὰ κα­τα­στρέ­ψει τοὺς ἄλ­λους. Μιᾶς ἔμ­μο­νης ἰ­δέ­ας ποὺ τὸν τρι­βέ­λι­ζε ἀ­δι­ά­κο­πα κι ἀ­πέ­κτη­σε τε­ρά­στι­ες δι­α­στά­σεις κι ὁ­τι­δή­πο­τε ἄλ­λο ἔ­πα­ψε νὰ με­τρά­ει γι’ αὐ­τόν. Θε­ό­στρα­βος, πί­σω ἀ­πὸ τοὺς χον­τροὺς φα­κοὺς ἔ­βλε­πε πράγ­μα­τα ποὺ δὲν βλέ­πουν οἱ ἄλ­λοι. Ἔ­τσι ἀ­νέ­πτυ­ξε ἕ­να σω­ρὸ ἀ­κα­τα­νό­η­τες θε­ω­ρί­ες σχε­τι­κὲς μὲ τὴ Ψυ­χο­λο­γί­α καὶ πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα πὼς κολ­λᾶ­νε σὲ κά­θε πε­ρί­πτω­ση. «Ἂν εἶ­σαι ἄρ­ρω­στος» ἔ­λε­γε στὸν ἑ­κά­στο­τε ἐ­χθρό του «δὲν θὰ χρε­ω­θοῦ­με ἐ­μεῖς τὴν ἀρ­ρώ­στια σου». Μι­λοῦ­σε στὸν πλη­θυν­τι­κό, ἀ­πευ­θυ­νό­με­νος στοὺς ὑ­πο­τε­λεῖς του κι ὑ­πεν­θυ­μί­ζον­τάς τους πὼς «ἐ­μεῖς» θὰ σᾶς ἐ­πι­φυ­λά­ξου­με τὴν ἴ­δια τύ­χη, ἔ­τσι κι ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ­τε. Ἐ­κεῖ στὴν ἀ­πο­βά­θρα μὲ τὶς χον­τρὲς στα­γό­νες τῆς βρο­χῆς νὰ στά­ζουν ἀ­πὸ τὰ λι­γδι­α­σμέ­να του μαλ­λιά, ρεύ­τη­κε τὸν πι­τό­γυ­ρο ποὺ εἶ­χε κα­τα­βρο­χθί­σει στὰ ὄρ­θια, τὶς τη­γα­νη­τὲς πα­τά­τες μὲ τὰ κρεμ­μύ­δια καὶ τὰ τζα­τζί­κια, σκού­πι­σε πά­λι μὲ τὴν ἀ­νά­στρο­φη τοῦ χε­ριοῦ του τὰ γέ­νια ποὺ θὰ ἀ­πο­κτοῦ­σε ἀρ­γό­τε­ρα, κι ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο. Τὴν στιγ­μὴ ποὺ ἀ­νέ­βη­κε στὸ τρέ­νο μὲ τὸ ἀ­πο­λυ­τή­ριο στρα­τοῦ στὴν τσέ­πη, ἀ­πέ­κτη­σε αὐ­το­μά­τως τὴν ἡ­λι­κί­α τοῦ θα­νά­του του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Σω­τή­ρης Πα­στά­κας (Λά­ρι­σα, 1954). Σπού­δα­σε Ἰ­α­τρι­κὴ στὴ Ρώ­μη καὶ εἰ­δι­κεύ­τη­κε στὴν Ψυ­χι­α­τρι­κὴ στὸ ΨΝΑ (Δαφ­νί). Α­πό τὸ 1985 καὶ γιὰ τριά­ντα χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ψυ­χί­α­τρος στὴν Ἀ­θή­να. Ἀ­πὸ τὰ ἱ­δρυ­τι­κὰ μέ­λη τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Ἔ­ρευ­νας τῆς Συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς. Τὸ 1981 δη­μο­σί­ευ­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ τέσ­σε­ρα ποι­ή­μα­τα στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ Δέν­τρο (τεῦχ. 20, Ἀ­πρί­λιος 1981), τοῦ ὁ­ποί­ου ὑ­πῆρ­ξε τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της μέ­χρι τὸ 1987. Ἀ­πὸ τὸ 1988 ἦταν τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τοῦ λο­γο­τε­χνι­κοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Πλα­νό­διον. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει ἐ­πί­σης συ­νερ­γα­σί­ες στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τε­τρά­δια Ψυ­χι­α­τρι­κῆς, Ὁ κό­σμος τοῦ βι­βλί­ου, Τὸ πα­ρα­μι­λη­τό, Σπαρ­μός, Ποί­η­ση, Μαν­δρα­γό­ρας, Νέ­α Ἑ­στί­α κα­θὼς καὶ στὸ ἠ­λε­κτρο­νι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Με­τα­θέ­σεις. Tὸ 2002 δη­μι­ούρ­γη­σε, καὶ ἔ­κτο­τε δι­ευ­θύ­νει, τὴ δι­α­δι­κτυα­κὴ ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση ποι­η­τι­κῆς τέ­χνης www.poiein.gr Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει δε­κα­τέσ­σε­ρις ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, ἕ­να θε­α­τρι­κὸ μο­νό­λο­γο, ἕ­να βι­βλί­ο μὲ δο­κί­μια καὶ με­τα­φρά­σεις Ἰ­τα­λῶν ποι­η­τῶν. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ δώ­δε­κα γλῶσ­σες καὶ τὸ βι­βλί­ο τοῦ Food Line κυ­κλο­φό­ρη­σε στὶς ΗΠΑ τὸ 2015. Τε­λευ­ταῖ­ο του βι­βλί­ο: Ὁ­δη­γὸς ἐ­πι­βί­ω­σης γιὰ νέο­υς λο­γο­τέ­χνες (Ἀ­πό­πει­ρα, 2018).



		

	

Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α: Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α


Κα­τα­σκευα­στὴς μνή­μης


ΕΛΕΙ νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του. Ἂν ἔρ­χον­ται σύμ­φω­να μὲ τὰ μέ­τρα του τὰ γε­γο­νό­τα τῆς ζω­ῆς του, τὰ κα­λο­δέ­χε­ται. Ἂν εἶ­ναι ἀ­σύμ­φω­να μὲ αὐ­τά, ἐ­πεμ­βαί­νει καὶ τὰ δι­ορ­θώ­νει στὴ μνή­μη του.

       Ἔ­χει ὡ­ραί­α σχέ­ση μὲ τὴν κα­λή του. Δὲ θέ­λει μὲ τί­πο­τα νὰ τὴ χα­λά­σει. Μὰ τυ­χαί­νει νὰ συ­ναν­τή­σει μιὰ κο­πέ­λα ποὺ τοῦ ξυ­πνᾶ τὴν πε­ρι­έρ­γεια. Ποι­ά εἶ­ναι; Πῶς ἔ­φτα­σε νὰ γί­νει τό­σο μο­να­δι­κή; Ἂν τὴ χά­σει, ὄ­χι μό­νο δὲ θὰ μά­θει πῶς ἔ­φτα­σε νὰ εἶ­ναι τό­σο γνή­σια, τό­σο ἀ­συμ­βί­βα­στη, μὰ δὲ θὰ μά­θει ποι­ός μπο­ρεῖ νὰ γί­νει αὐ­τὸς ὁ ἴ­διος. Καὶ δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ πα­ρα­κάμ­ψει κα­νεὶς τέ­τοι­α στιγ­μή. Τῆς λέ­ει ὅ­τι θέ­λει νὰ τὴ γνω­ρί­σει. Τὸ λέ­ει μὲ τό­σο πά­θος ποὺ ἡ κο­πέ­λα δι­αι­σθά­νε­ται ὅ­τι κά­τι σο­βα­ρὸ συμ­βαί­νει. Καὶ γί­νον­ται ζευ­γά­ρι τὴν ἴ­δια ὥ­ρα, ξε­χνών­τας τὸν κό­σμο.

       Πῶς νὰ ἔ­χει κα­λὴ ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του ὅ­ταν, ἀ­προ­ει­δο­ποί­η­τα, πρέ­πει νὰ ἀ­πο­κο­πεῖ ἀ­πὸ τὴν κα­λή του; Φτιά­χνει στὸ νοῦ του μιὰν εἰ­κο­νι­κὴ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ποὺ δὲ πα­ρεκ­κλί­νει ἀ­πὸ τὴν πραγ­μα­τι­κὴ πα­ρὰ λί­γες ὧ­ρες. Χώ­ρι­σε χτὲς τὸ βρά­δυ. Ἕ­νας ἔ­ξυ­πνος ἄν­θρω­πος βρί­σκει πάν­τα μιὰν αἰ­τί­α χω­ρι­σμοῦ. Καὶ τὴν ἑ­πο­μέ­νη τὸ πρω­ὶ συ­νάν­τη­σε τὴ μο­να­δι­κὴ και­νού­ρια κο­πέ­λα. Γιὰ νὰ ἰ­σχυ­ρο­ποι­ή­σει αὐ­τὴ τὴ μι­κρὴ δι­ο­λί­σθη­ση χρό­νου, τὴ δι­η­γεῖ­ται στὸν κολ­λη­τό του, καὶ στὴν ἐ­πι­στή­θια φί­λη τῆς χτε­σι­νῆς κα­λῆς του, καὶ στὸν πα­τέ­ρα του, μὲ τὸν ὁ­ποῖ­ο μι­λᾶ πάν­τα σὰν σὲ ἔμ­πι­στο φί­λο. Τώ­ρα στέ­κει πά­λι ἀ­κέ­ραι­ος στὴν κρί­ση του, ἄ­μεμ­πτος στὴ συμ­πε­ρι­φο­ρά του.

       Ἂν δὲν μπό­ρε­σε νὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νει ἄ­με­σα τὴν πρὶν κα­λή του, τὸ κα­τα­χω­ρεῖ στὰ ὑ­πέρ του. Πρέ­πει νὰ τῆς δώ­σει χρό­νο νὰ ἑ­τοι­μα­στεῖ. Τῆς ζη­τὰ τὰ κλει­διὰ τῆς φω­λιᾶς τους μὲ κά­ποι­ο πρό­σχη­μα, ἢ φεύ­γει μιὰ-δυ­ὸ μέ­ρες σὲ ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι. Δὲν εἶ­ναι βάρ­βα­ρος. Κά­θε ἄν­θρω­πος ἔ­χει τὰ ὅ­ριά του. Θὰ σε­βα­στεῖ τὸ ὅ­ρια τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του, τοῦ πρὶν και­ροῦ. Αὐ­τὸ δὲ λέ­γε­ται ἐ­ξα­πά­τη­ση. Λέ­γε­ται τρυ­φε­ρὴ κα­τα­νό­η­ση. Τὰ πάν­τα ρεῖ. Δὲν μπο­ροῦ­με νὰ μποῦ­με δυ­ὸ φο­ρὲς στὸ ἴ­διο πο­τά­μι. Αὐ­τὰ τὰ ἤ­ξε­ραν οἱ σο­φοί μας πρό­γο­νοι. Τώ­ρα εἶ­ναι και­νού­ρια ὥ­ρα, και­νού­ριος πο­τα­μός.

       Μὰ ἡ ζω­ὴ μας εἶ­ναι χρό­νια. Δὲν εἶ­ναι στιγ­μές. Θὰ φα­νεῖ στὸν ὁ­ρί­ζον­τα κά­πο­τε, σὰν ἀ­στρα­πή, μιὰ γυ­ναί­κα ποὺ αὐ­τὸς γνω­ρί­ζει, μὲ κά­θε νευ­ρώ­να, μὲ κά­θε μό­ριό του, ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ἀ­φή­σει ν’ ἀ­πο­μα­κρυν­θεῖ, για­τὶ μό­νο κον­τά της θὰ γνω­ρί­σει τὰ ὅ­ρια τοῦ ἐ­αυ­τοῦ του. Τὸ θέ­μα εἶ­ναι νὰ δι­ο­λι­σθή­σει τὸ χρό­νο, νὰ χω­ρί­σει χτές, πρὶν ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν και­νού­ρια συ­νάν­τη­ση. Ἀ­κα­ρια­ῖα, πεί­θει τὸν ἑ­αυ­τό του γιὰ τὴν πρέ­που­σα ἀλ­λη­λου­χία. Καὶ βγαί­νει πά­λι νι­κη­τής, μὲ ἀ­λώ­βη­τη τὴν κα­λή του ἰ­δέ­α γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό του.



Πη­γή: Μι­κρο­κύ­μα­τα. 99+1 μι­κρο-δι­η­γή­μα­τα με­λῶν τῆς Ἑ­ται­ρεί­ας Συγ­γρα­φέ­ων, ἔκδ. Ἡ Ἐ­φη­με­ρί­δα τῶν Συν­τα­κτῶν, 04-06.01.2019.

Λεί­α Χα­τζο­πού­λου-Κα­ρα­βί­α (Ἀ­θή­να, 1932). Σπού­δα­σε θέ­α­τρο, ἀγ­γλι­κὴ καὶ ἑλ­λη­νι­κὴ φι­λο­λο­γί­α, γαλ­λι­κά, γερ­μα­νι­κά, ἱ­σπα­νι­κά, ρω­σι­κὰ καὶ ἄλ­λες γλῶσ­σες. Εἶ­ναι δρ. Συγ­κρι­τι­κῆς Γραμ­μα­το­λο­γί­ας τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Σορ­βόν­νης. Ἔ­χουν ἐκ­δο­θεῖ 49 βι­βλί­α της: 10 ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, 23 πε­ζο­γρα­φή­μα­τα καὶ 16 θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα γιὰ ἐ­νή­λι­κες καὶ γιὰ νέ­ους. Πολ­λὰ ἔρ­γα της ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ, δη­μο­σι­ευ­τεῖ ἢ ἐκ­δο­θεῖ σὲ ἄλ­λες χῶ­ρες, κι ἔ­χουν παι­χτεῖ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, στὸ ρα­δι­ό­φω­νο ἢ στὸ θέ­α­τρο, στὴ χώ­ρα μας καὶ ἀλ­λοῦ. Ἡ ἴ­δια ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες γλῶσ­σες. Δι­δά­σκει φι­λο­λο­γι­κὰ μα­θή­μα­τα καὶ θέ­α­τρο. Δι­ευ­θύ­νει τὸ Θε­α­τρι­κὸ Ἐρ­γα­στή­ρι Νέ­ας Σμύρ­νης. Συ­χνὰ συμ­με­τέ­χει σὲ δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια. Ἀ­πὸ τὸ 1996 ὀρ­γα­νώ­νει στὴν Ἑλ­λά­δα κά­θε δύ­ο χρό­νια δι­ε­θνῆ συ­νέ­δρια θε­α­τρο­λο­γί­ας ὡς πρό­ε­δρος Εὐ­ρω­πα­ϊ­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Θε­α­τρι­κῆς Ἔ­ρευ­νας στὴν Ἑλ­λά­δα. Εἶ­ναι Πρό­ε­δρος τοῦ Δι­ε­θνοῦς Forum Θε­α­τρι­κῶν Συγ­γρα­φέ­ων τοῦ Ι.Τ.Ι. τῆς UNESCO. Τε­λευ­ταῖ­ο βι­βλί­ο της: Πό­τε θὰ φα­νεῖ ἡ Φα­νή (Ἄγ­κυ­ρα, 2010).