Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel): Τὸ μου­σεῖ­ο μὲ τὰ γυα­λιὰ ὁ­ρά­σε­ως



Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) [Ἀ­φι­έ­ρω­μα 2/11]


Τὸ μου­σεῖ­ο μὲ τὰ γυα­λιὰ ὁ­ρά­σε­ως

(Das Brillenmuseum)


Α ΠΩΣ ΜΕΓΑΛΩΝΕΙ ἔ­τσι ἡ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κὴ αὐ­τῆς τῆς πό­λης· ὅ­λο καὶ τὴ χτί­ζου­νε. Ἡ κλι­νι­κὴ προ­σελ­κύ­ει τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τοῦ κοι­νοῦ μὲ ἀ­φί­σες: «Ἐ­λᾶ­τε σὲ μᾶς! Γί­νε­τε ἀ­σθε­νής! 1000 ψυ­χί­α­τροι σᾶς πε­ρι­μέ­νουν!». Ἤ­θε­λα μιὰ φο­ρὰ νὰ γρά­ψω ἕ­να δι­ή­γη­μα γιὰ αὐ­τὴ τὴν κλι­νι­κή. Ἤ­θε­λα, γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, νὰ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω τὴν πρό­τα­ση: «Ἡ ἀ­σθε­νὴς πέ­τα­ξε στὸν για­τρό της ἕ­να πα­χὺ κομ­μά­τι ὄ­νει­ρο.» Οἱ για­τροί, ὅ­μως, δὲν θὰ τὴν ἐ­κτι­μοῦ­σαν τὴν πα­ρο­μοί­ω­σή τους μὲ λαί­μαρ­γα ζῶ­α, μὲ ἐκ­θρο­νι­σμέ­νους λέ­ον­τες ποὺ ὄ­χι ἁ­πλῶς δὲν δι­και­οῦν­ται τὴ με­ρί­δα τοῦ λέ­ον­τος, μὰ πρέ­πει ἀν­τι­θέ­τως καὶ νὰ χαί­ρον­ται μὲ τὴν πα­ρα­μι­κρὴ μπου­κιὰ ὄ­νει­ρο ποὺ θὰ τοὺς πε­τά­ξουν οἱ ἀ­σθε­νεῖς. Ἂν δὲν τὸ ἔ­κα­ναν αὐ­τὸ οἱ ἀ­σθε­νεῖς, οἱ ψυ­χί­α­τροι θὰ κα­τέ­λη­γαν νὰ πει­νά­σουν, ψυ­χῇ τε καὶ πνεύ­μα­τι. Οἱ ψυ­χί­α­τροι μα­δᾶ­νε τὰ δέρ­μα­τα τῶν ἀ­σθε­νῶν, τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο, κι ἔ­πει­τα τὰ κα­τα­βρο­χθί­ζουν. Ἤ­θε­λα νὰ γρά­ψω γιὰ μιὰ ἀ­σθε­νῆ, ἡ ὁ­ποί­α κρα­τᾶ γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της τὸ με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος τῶν δερ­μά­των της· ἐ­πι­τρέ­πει βέ­βαι­α στοὺς για­τροὺς νὰ μυ­ρί­σουν καὶ νὰ γλεί­ψουν τὰ δέρ­μα­τά της, σπά­νια ὅ­μως τοὺς δί­νει τὴν ἄ­δεια νὰ φᾶ­νε καὶ λι­γά­κι. Συ­χνὰ οἱ για­τροὶ ἀ­φή­νουν κά­ποι­ον ἀ­πὸ τοὺς ἀ­σθε­νεῖς νὰ ἀ­πο­χω­ρή­σει ἔ­χον­τας μο­νά­χα ἕ­να δέρ­μα πλέ­ον· τὸν κη­ρύσ­σουν ὑ­γι­ῆ, μὰ λί­γες ἑ­βδο­μά­δες ἀρ­γό­τε­ρα ὁ ἀ­σθε­νὴς ἐ­πι­στρέ­φει στὴν κλι­νι­κή. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν μπο­ροῦν νὰ γι­α­τρέ­ψουν κα­νέ­ναν γιὰ πάν­τα· τὸ γε­γο­νὸς αὐ­τὸ δὲν θὰ τὸ ἀ­πο­σι­ω­ποῦ­σα στὸ κεί­με­νό μου. Οἱ για­τροὶ δο­κι­μά­ζουν χά­πια στοὺς ἀ­σθε­νεῖς τους· κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ φάρ­μα­κα προ­κα­λοῦν ἀ­νη­συ­χί­α, με­ρι­κὴ τυ­φλό­τη­τα, ἀ­δυ­να­μί­α συγ­γρα­φῆς. Οἱ ἀ­σθε­νεῖς πλέ­κουν τὸ κομ­μέ­νο νῆ­μα τῆς ὑ­πο­μο­νῆς τους ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή. Ὅ­ταν τὸ νῆ­μα κον­τύ­νει πά­ρα πο­λύ, ὅ­ταν δὲν φτά­νει πιὰ νὰ τοὺς συγ­κρα­τή­σει, τό­τε μέ­νουν γιὰ πάν­τα στὴν κλι­νι­κή, σὰν πα­λιὰ καὶ μπα­γι­ά­τι­κη βο­ρὰ γιὰ τὴν ὁ­ποί­α κα­νέ­νας ψυ­χί­α­τρος πλέ­ον δὲν δεί­χνει ἐν­δι­α­φέ­ρον.

       Οἱ ψυ­χί­α­τροι ἔ­χου­νε μα­νί­α μὲ τὰ βι­ώ­μα­τα τῶν ἀ­σθε­νῶν τους. Ἕ­νας ἀ­σθε­νὴς χρει­ά­ζε­ται, πι­στεύ­ω, πο­λὺ πε­ρισ­σό­τε­ρο χῶ­ρο ἀ­πὸ ἕ­ναν μὴ ἀ­σθε­νῆ γιὰ νὰ «πε­ρι­η­γη­θεῖ τὴν ψυ­χή του», ὅ­πως θὰ μπο­ροῦ­σε κα­νεὶς νὰ τὸ δι­α­τυ­πώ­σει μὲ ἕ­ναν κά­ποι­ο στόμ­φο. Στὴν πε­ρί­πτω­ση, πά­λι, ἑ­νὸς «μὴ ἀ­σθε­νοῦς» ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς ψυ­χῆς συρ­ρι­κνώ­νε­ται. Ἀ­πὸ τό­τε ποὺ οἱ ἄρ­ρω­στοι κα­τα­πί­νουν αὐ­τὰ τὰ και­νούρ­για χά­πια, ἡ αὔ­ξη­ση τῆς ἐ­πι­φά­νειας τῆς ψυ­χῆς καὶ τὰ βι­ώ­μα­τα ἐ­κλεί­πουν τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες φο­ρές· ἡ ἐ­πι­φά­νεια τῆς ψυ­χῆς φυ­ραί­νει, καὶ τὰ χά­πια πνί­γουν τὴ φαν­τα­σί­α.

       Οἱ ψυ­χί­α­τροι δὲν ἐν­δι­α­φέ­ρον­ται μό­νο γιὰ βι­ώ­μα­τα, ἀλ­λὰ καὶ γιὰ ἀ­τυ­χή­μα­τα. Εἶ­ναι ἀ­στυ­νο­μι­κοὶ ποὺ κά­νουν τὴν ἐμ­φά­νι­σή τους ὅ­ταν ἔ­χει συμ­βεῖ κά­ποι­ο ἀ­τύ­χη­μα: Στή­νουν προ­ει­δο­ποι­η­τι­κὰ τρί­γω­να, μαρ­κά­ρουν, ἀ­να­κρί­νουν τοὺς μάρ­τυ­ρες, ση­μει­ώ­νουν. Πε­ρισ­σό­τε­ρα δὲν μπο­ροῦν νὰ κά­νουν· δὲν εἶ­ναι στὴν ἁρ­μο­δι­ό­τη­τά τους νὰ γι­α­τρεύ­ουν τραυ­μα­τί­ες ἢ νὰ ἐ­πα­να­φέ­ρουν νε­κροὺς στὴ ζω­ή.

       Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ προ­σποι­η­θεῖ πὼς δὲν συμ­βαί­νει τί­πο­τε. Ἡ νε­α­ρὴ ἀ­σθε­νὴς Ὄλ­γκα ἔ­χει ἐ­ξα­σκη­θεῖ σ’ αὐ­τό. Μιὰ νύ­χτα, ὅ­μως, βλέ­πει ὄ­νει­ρο: Στὸ δω­μά­τιό της στὸν πρῶ­το ὄ­ρο­φο τοῦ πα­τρι­κοῦ, στὰ σα­νί­δια κά­τω ἀ­πὸ τὴν πλού­σια δι­α­κο­σμη­μέ­νη μπα­ρὸκ ὀ­ρο­φὴ ὑ­πάρ­χουν κι­βώ­τια γε­μά­τα τε­τρά­δια καὶ βι­βλί­α. Στὸ τζά­κι βρί­σκον­ται με­ρι­κὰ πά­κα χαρ­τί, στὶς γω­νί­ες ὑ­πάρ­χουν καρ­τε­λο­θῆ­κες, στὸ τρα­πέ­ζι στοι­βαγ­μέ­να σκόρ­πια χαρ­τιά. Ἡ Ὄλ­γκα ξε­κα­θα­ρί­ζει, τα­κτο­ποι­εῖ, γρά­φει καὶ τη­λε­φω­νεῖ. Ἔ­χει φτιά­ξει ἕ­να μου­σεῖ­ο ποὺ δὲν τὸ ἐ­πι­σκέ­πτε­ται πο­τὲ κα­νείς· εἶ­ναι ἕ­να μι­κρὸ μου­σεῖ­ο γιὰ σκε­λε­τοὺς γυ­α­λι­ῶν ὁ­ρά­σε­ως στὸ ἰ­σό­γει­ο. Πι­στεύ­ει στὸν ση­μαν­τι­κὸ ρό­λο αὐ­τῶν τῶν σκε­λε­τῶν καὶ τῶν φα­κῶν τους, ποὺ ἐ­ξευ­γε­νί­ζουν, ξε­κου­τι­αίνουν, ὀ­μορ­φαί­νουν ἢ ρη­μά­ζουν τὰ πρό­σω­πα. Ὅ­ταν ἕ­να ἄ­το­μο πρέ­πει νὰ ἀν­ταλ­λά­ξει τὴ χω­ρὶς γυα­λιὰ ὕ­παρ­ξή του ἔ­ναν­τι μιᾶς ὕ­παρ­ξης μὲ γυα­λιά, μπο­ρεῖ τό­τε νὰ δι­έλ­θει σο­βα­ρὴ κρί­ση ταυ­τό­τη­τας. Στὶς γυ­ναῖ­κες δὲν ἀ­ρέ­σει νὰ τὶς φω­το­γρα­φί­ζουν μὲ γυα­λιά, οἱ γραμ­μα­τεῖς ὅ­μως φο­ροῦν συ­χνὰ μὲ αὐ­το­πε­ποί­θη­ση τὰ με­γά­λα τους γυα­λιὰ μὲ τὸν κο­κά­λι­νο σκε­λε­τό. Τί θὰ ἦ­ταν ὁ Σοῦμ­περτ χω­ρὶς τὰ γυα­λιά του; Ἡ Ὄλ­γκα κα­τά­φε­ρε μὲ ἕ­να ζευ­γά­ρι γυα­λιὰ νὰ δώ­σει ἄλ­λη, ἀ­προσ­δό­κη­τη ὄ­ψη στὸ πρό­σω­πο τοῦ Προύστ.

       Συμ­πα­θη­τι­κὰ εἶ­ναι καὶ τὰ πα­λι­ο­μο­δί­τι­κα γυα­λιὰ τῶν ἀ­σφα­λι­στι­κῶν τα­μεί­ων· τὰ πρό­σω­πα φαί­νον­ται ἀ­μή­χα­να ἔ­τσι. Καὶ πό­σα δὲν ὀ­φεί­λει, ἄλ­λω­στε, στὰ βαλ­λι­στι­κὰ γυα­λιά του ὁ σκο­πευ­τής.

       Καὶ τὰ γυα­λιὰ ἡ­λί­ου καὶ τὰ γυα­λιὰ γιὰ τὸ χι­ό­νι εἶ­ναι χρή­σι­μα. Ἂς πά­ρου­με τὸ δι­ή­γη­μα «Τὰ μα­το­γυά­λια» τοῦ Ἔν­τγκαρ Ἄλ­λαν Πό­ε: Ἕ­νας νέ­ος ἄν­τρας χω­ρὶς γυα­λιά, μὲ ἀ­δύ­να­μη ὅ­ρα­ση, ἐ­ρω­τεύ­ε­ται μιὰ ἡ­λι­κι­ω­μέ­νη γυ­ναί­κα τὴν ὁ­ποί­α περ­νά­ει γιὰ νε­α­ρὴ κο­πέ­λα. Ἢ μπο­ροῦ­με νὰ ἀ­να­ρω­τη­θοῦ­με ἂν ὁ Ἒλ Γκρέ­κο θὰ εἶ­χε ζω­γρα­φί­σει ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κὰ ἂν εἶ­χε ὑ­πάρ­ξει δι­ο­πτρο­φό­ρος. Τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τῆς Ὄλ­γκα, ὡ­στό­σο, εἶ­ναι στραμ­μέ­νο προ­παν­τὸς σὲ ἕ­να μο­να­δι­κὸ ζευ­γά­ρι γυα­λιά, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν ὑ­πάρ­χει ἀ­κό­μη· σκα­ρώ­νει ἀ­μέ­τρη­τα σχέ­δια, κυ­κλώ­νει πο­λὺ ἁ­πα­λὰ τὰ μά­τια τοῦ ἀ­πό­μα­κρου πα­τέ­ρα της σὲ μιὰ με­γά­λη φω­το­γρα­φί­α, τοῦ σχε­διά­ζει γυα­λιὰ καὶ τὰ σβή­νει ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ μὲ μιὰ μα­λα­κὴ γό­μα. Σκι­τσά­ρει ὀ­βάλ, στρογ­γυ­λά, γε­μά­τα γω­νί­ες γυα­λιά, γυα­λιὰ μὲ λε­πτοὺς καὶ χον­τροὺς σκε­λε­τούς. Ἐλ­πί­ζει βα­θιὰ ὅ­τι θὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ κά­νει τὸ πρό­σω­πο τοῦ πα­τέ­ρα νὰ μοιά­ζει πιὸ ἀν­θρώ­πι­νο. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο σχε­διά­ζει, ὅ­σο πιὸ ἀ­πε­γνω­σμέ­να πα­σχί­ζει, τό­σο πιὸ ἀ­να­τρι­χι­α­στι­κὴ γί­νε­ται ἡ ἔκ­φρα­ση τῶν πα­τρι­κῶν μα­τι­ῶν – ἤ, μᾶλ­λον, ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ προ­σώ­που. Τὰ μά­τια σπι­θο­βο­λοῦν, εἶ­ναι καρ­φω­μέ­να πά­νω της, τρε­μο­παί­ζουν, λὲς καὶ τὰ τυ­φλώ­νει τὸ φῶς τοῦ λαμ­πα­τὲρ ποὺ φω­τί­ζει τὴ φω­το­γρα­φί­α.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ μι­σὸ χρό­νο πα­ρα­μο­νῆς στὴν κλι­νι­κὴ ἡ Ὄλ­γκα ἐ­πι­στρέ­φει στὸ σπί­τι. Ὁ ψυ­χί­α­τρός της δὲν με­τα­μορ­φώ­θη­κε στὸν πα­τέ­ρα της. Κα­λὰ-κα­λὰ δὲν ἔ­χει προ­λά­βει ἀ­κό­μη νὰ γυ­ρί­σει στὸ σπί­τι καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται πά­λι μὲ τὸ θέ­μα «γυα­λιά», ἔ­τσι πού, κι ὅ­ταν ἀ­κό­μα δι­α­σχί­ζει τὴ με­γά­λη πλα­τεί­α κά­τω, ταυ­τό­χρο­να βρί­σκε­ται πά­νω, στὸ ὑ­πνο­δω­μά­τιό της, στὸ γρα­φεῖ­ο τῶν ὀ­νεί­ρων της, καὶ στέ­κε­ται στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Πα­ρα­τη­ρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της κα­θὼς κά­θε­ται σὲ μιὰ ἀ­πὸ τὶς λευ­κὲς πλα­στι­κὲς κα­ρέ­κλες, ἀ­πο­μί­μη­ση ἂρ νου­βό, μπρο­στά σε ἕ­να κα­φέ, πί­νει μιὰ κό­κα κό­λα καὶ κα­πνί­ζει. Ὅ­ταν ἔ­χει κα­λὸ και­ρό, ὁ κό­σμος, κυ­ρί­ως του­ρί­στες, κά­θε­ται ἔ­ξω, κά­τω ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ ποὺ ἀ­πο­ποι­εῖ­ται τοὺς πύρ­γους τοῦ κα­θε­δρι­κοῦ να­οῦ. Ἡ Ὄλ­γκα βλέ­πει τὸν ἑ­αυ­τό της νὰ σκα­λί­ζει μὲ τὸ ἀ­πο­τσί­γα­ρό της λευ­κοὺς σταυ­ροὺς στὸ τρι­γω­νι­κὸ τα­σά­κι. Μοιά­ζει μὲ θα­μώ­να τοῦ κα­φὲ ποὺ ἐ­κτί­θε­ται σὲ κοι­νὴ θέ­α, ἀ­παλ­λαγ­μέ­νη ὅ­μως ἀ­πὸ κα­τα­ναγ­κα­σμούς, λὲς καὶ κά­θε­ται σὲ ψη­λὴ σκά­λα. Δὲν ὑ­πάρ­χουν ἐ­δῶ οἱ τέσ­σε­ρεις γω­νί­ες μέ­σα στὶς ὁ­ποῖ­ες κά­θε­ται μο­νί­μως ὁ πα­τέ­ρας-θε­ός. Ἡ Ὄλ­γκα γρά­φει ἕ­να γράμ­μα ποὺ δὲν πρό­κει­ται νὰ στεί­λει στὸν πα­τέ­ρα της: «Μιᾶς καὶ μοῦ ἦ­ταν πάν­το­τε πιὸ εὔ­κο­λο νὰ γρά­φω πα­ρὰ νὰ μι­λά­ω, θέ­λω νὰ πα­ρα­μεί­νω πι­στὴ στὶς συ­νή­θει­ές μου. Εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρο, κα­τὰ τὴ γνώ­μη μου, νὰ μὴν ἀλ­λά­ξου­με τοὺς ρό­λους, ἀ­φοῦ δὲν εἴ­μα­στε κα­θό­λου ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι νὰ μι­λᾶ­με με­τα­ξύ μας. Μι­λή­σα­με καὶ πο­τὲ με­τα­ξύ μας ἐ­μεῖς;» Γιὰ νὰ συμ­πλη­ρώ­σω τὸν χα­ρα­κτη­ρι­σμὸ τῆς Ὄλ­γκα θὰ πρέ­πει ἴ­σως νὰ ἀ­να­φέ­ρω ἐ­πι­πλέ­ον ὅ­τι δὲν δι­α­βά­ζει πο­τὲ τὰ βι­βλί­α ποὺ πρέ­πει νὰ ἔ­χει δι­α­βά­σει κα­νεὶς καὶ δὲν πη­γαί­νει πο­τὲ νὰ δεῖ στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο τὶς ται­νί­ες γιὰ τὶς ὁ­ποῖ­ες μι­λᾶ­νε ὅ­λοι ἀ­κό­μα καὶ με­τὰ ἀ­πὸ χρό­νια. Δὲν ξέ­ρει ποι­ά ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που ται­ριά­ζει σὲ ποι­ά πε­ρί­στα­ση. Δὲν ξέ­ρει ὅ­τι ὑ­πάρ­χουν ἄν­θρω­ποι στὴν πό­λη μας οἱ ὁ­ποῖ­οι δι­α­πράτ­τουν ἐγ­κλή­μα­τα κι­νού­με­νοι ἀ­πὸ τὴν ἀ­σύ­νει­δη ἐ­πι­θυ­μί­α νὰ φυ­λα­κι­στοῦν ἀ­πὸ τὴν ἀ­στυ­νο­μί­α. Ξέ­ρει ὅ­μως ὅ­τι οἱ ἐκ­κλη­σί­ες καὶ τὰ πο­λι­τι­κὰ κόμ­μα­τα ἐ­πι­δι­ώ­κουν νὰ προ­σελ­κύ­σουν πι­στούς. Ἐν­δε­χο­μέ­νως καὶ ὁ στρα­τός. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, νε­α­ροί, ὀρ­δὲς ὀρ­φα­νῶν ἀ­πὸ πα­τέ­ρα, ὀρ­γώ­νουν τοὺς δρό­μους τῆς πό­λης, σπᾶ­νε βι­τρί­νες, λε­η­λα­τοῦν καὶ βά­ζουν φω­τι­ές. Παι­διά, νέ­ες γυ­ναῖ­κες καὶ νέ­οι ἄν­τρες δὲν κολ­λοῦν ἀ­φί­σες στοὺς τοί­χους γιὰ νὰ προ­σελ­κύ­σουν τὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον. Γρά­φουν στοὺς τοί­χους τῆς πό­λης προ­τά­σεις ὅ­πως: «Θέ­λου­με νὰ ζή­σου­με! Καὶ τὸ μπε­τὸν μα­ραί­νε­ται!» Κά­ποι­ος νέ­ος ἔ­χει γρά­ψει μὲ χρω­μα­τι­στὸ σπρέ­ι, ἄ­λι­κο, τὴ λέ­ξη «Προ­σο­χή!» στὸν τοῖ­χο τοῦ πα­τρι­κοῦ της Ὄλ­γκα. Τὶς Κυ­ρια­κὲς ἐ­πι­σκέ­πτον­ται ἀ­στοὶ τὸ κέν­τρο τῆς πό­λης γιὰ νὰ πε­ρι­ερ­γα­στοῦν τὶς ζη­μι­ές. Εἶ­ναι ὡ­ραῖ­οι πε­ρί­πα­τοι αὐ­τοί, ἀν­τι­κα­θι­στοῦν μιὰ ἐ­πί­σκε­ψη στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: Das Brillenmuseum, Luchterhand 1982.

Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ (Adelheid Duvanel) (Πρά­τελν 1936 – Βα­σι­λεί­α 1996). Ἐλ­βε­τὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ ζω­γρά­φος. Ἀ­πὸ νω­ρὶς εἶ­χε δεί­ξει ἰ­δι­αί­τε­ρη κλί­ση στὴ γρα­φὴ καὶ στὴ ζω­γρα­φι­κὴ καὶ οἱ γο­νεῖς της ἐν­θάρ­ρυ­ναν τὶς προ­σπά­θει­ές της. Ἡ ψυ­χι­κὴ ἰ­σορ­ρο­πί­α της, ὅ­μως, δι­α­τα­ρά­χτη­κε στὴν ἐ­φη­βεί­α, κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ὁ­ποί­ας ὑ­πο­βλή­θη­κε σὲ θε­ρα­πεῖ­ες σὲ ψυ­χι­α­τρι­κὴ κλι­νι­κή. Ἐ­πι­σκέ­φτη­κε σχο­λὴ ἐ­φαρ­μο­σμέ­νων τε­χνῶν καὶ στὴ συ­νέ­χεια ἐρ­γά­στη­κε ὡς ὑ­πάλ­λη­λος γρα­φεί­ου. Ἡ ἐ­νή­λι­κη ζω­ὴ της ση­μα­δεύ­τη­κε ἀ­πὸ προ­σω­πι­κὲς καὶ οἰ­κο­γε­νεια­κὲς τρα­γω­δί­ες, πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν ἀ­πὸ μιὰ δια­ρκῆ, θε­ρα­πευ­τι­κὴ καλ­λι­τε­χνι­κὴ ἔκ­φρα­ση καὶ ἀ­να­ζή­τη­ση, εἴ­τε μέ­σῳ τῆς λο­γο­τε­χνί­ας εἴ­τε μὲ τὴ μορ­φὴ τῆς ἐ­να­σχό­λη­σης μὲ τὴ ζω­γρα­φι­κή. Ἀ­πὸ τὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1960, καὶ χρη­σι­μο­ποι­ών­τας ἀρ­χι­κὰ ψευ­δώ­νυ­μο, δη­μο­σί­ευ­ε κεί­με­νά της σὲ δι­ά­φο­ρα ἔν­τυ­πα τῆς Ἐλ­βε­τί­ας, ὡς ἐ­πὶ τὸ πλεῖ­στον ἐ­ξαι­ρε­τι­κὰ σύν­το­μα πε­ζο­γρα­φή­μα­τα, στὰ ὁ­ποῖ­α ἡ θε­μα­τι­κὴ πε­ρι­στρέ­φε­ται κυ­ρί­ως γύ­ρω ἀ­πὸ τὴ μο­να­ξιά, τὰ ὑ­παρ­ξια­κὰ ἀ­δι­έ­ξο­δα καὶ τὴν κοι­νω­νι­κὴ ἀ­πο­ξέ­νω­ση. Πρω­τα­γω­νι­στι­κὸ ρό­λο παί­ζουν συ­χνὰ παι­διὰ καὶ νέ­οι, ποὺ προ­έρ­χον­ται συ­νή­θως ἀ­πὸ ἀ­σφυ­κτι­κὰ οἰ­κο­γε­νεια­κὰ καὶ κοι­νω­νι­κὰ πε­ρι­βάλ­λον­τα. Κυ­κλο­φό­ρη­σαν ἑ­πτὰ προ­σω­πι­κὲς συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τῆς Ντυ­βα­νὲλ ἀ­πὸ τὰ τέ­λη τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ 1970 μέ­χρι τὸν θά­να­τό της, ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πῆλ­θε σὲ ἕ­να δά­σος ἔ­ξω ἀ­πὸ τὴ Βα­σι­λεί­α μιὰ νύ­χτα τοῦ Ἰ­ου­λί­ου τοῦ 1996. Γιὰ τὸ ἔρ­γο της εἶ­χε τι­μη­θεῖ μὲ δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ ἄλ­λων μὲ τὸ ση­μαν­τι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ Ἐλ­βε­τι­κοῦ Ἱ­δρύ­μα­τος Σί­λερ (Gesamtwerkspreis der Schweizerischen Schillerstiftung). Τὴν ἄ­νοι­ξη τοῦ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἡ συγ­κεν­τρω­τι­κὴ ἔκ­δο­ση τῶν κει­μέ­νων τῆς συγ­γρα­φέ­ως μὲ τί­τλο Fern von hier. Sämtliche Erzählungen (Μα­κριὰ ­πὸ ­δῶ. ­παν­τα τὰ δι­η­γή­μα­τα, Limmat Verlag), τὴν ὁ­ποί­α ἐ­πι­με­λή­θη­κε ἡ φι­λό­λο­γος Elsbeth Dangel-Pelloquin σὲ συ­νερ­γα­σί­α μὲ τὴ συγ­γρα­φέ­α Friederike Kretzen. Ἰ­δι­αί­τε­ρα ση­μαν­τι­κὴ στὴν ἐν λό­γῳ ἔκ­δο­ση ὑ­πῆρ­ξε ἐ­πί­σης καὶ ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ ἀ­δερ­φοῦ τῆς Ντυ­βα­νέλ, Felix Feigenwinter, ὁ ὁ­ποῖ­ος πα­ρα­χώ­ρη­σε πολ­λὲς πλη­ρο­φο­ρί­ες βι­ο­γρα­φι­κοῦ χα­ρα­κτή­ρα. Γιὰ περισ­σό­τε­ρα βλ. καὶ Ἡ­με­ρο­λό­γιο Κα­τα­στρώ­μα­τος Β’, ἐγγραφὴ 02.07.2022.

Με­τά­φρα­ση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Μα­ριά­ννα Χά­λα­ρη (Ἀ­θή­να 1983). Σπού­δα­σε Φι­λο­λο­γί­α καὶ Με­τά­φρα­ση-Με­τα­φρα­σε­ο­λο­γί­α, φοί­τη­σε στὸ ΕΚΕΜΕΛ καὶ ἔ­χει συμ­με­τά­σχει σὲ ἐρ­γα­στή­ρια λο­γο­τε­χνι­κῆς με­τά­φρα­σης. Σὲ με­τά­φρα­σή της ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν ἔρ­γα φι­λελ­λή­νων τοῦ 19ου αἰ­ώ­να καὶ ἕ­να ἱ­στο­ρι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μα. Συ­νερ­γά­ζε­ται μὲ τὸ Ἰν­στι­τοῦ­το Γκαῖ­τε καὶ μὲ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες. Με­τα­φρά­σεις της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἱ­στο­σε­λί­δες καὶ μπλόγκ.

Εἰκόνα: Ἔργο (1980) τῆς Ἀν­τελ­χά­ιντ Ντυ­βα­νέλ.


			

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams): Δρόσος



Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams)  (Ἀφιέρωμα, 8/11)

[Μι­κρὴ ἐ­κλο­γὴ ἀ­πὸ τὶς Ἐ­νε­νήν­τα ἐν­νιὰ ἱ­στο­ρί­ες τοῦ Θε­οῦ (Ni­ne­ty-Νi­ne Sto­ri­es of God)]

Δρό­σος

(Dew)


ΔΡΟΣΟΣ ἀρ­χί­ζει νὰ σχη­μα­τί­ζε­ται λί­γο με­τὰ τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα. Οἱ ὑ­δρα­τμοὶ ἐ­ξα­τμί­ζον­ται καὶ ψύ­χουν τὴν ἐ­πι­φά­νεια τῶν φυ­τῶν, κα­θὼς αὐ­τὰ γρή­γο­ρα χά­νουν τὴ θερ­μό­τη­τα πού ’­χουν μα­ζέ­ψει ἀ­π’ τὸν ἥ­λιο. Ἡ ἐ­πι­φά­νεια τοῦ φυ­τοῦ ἢ τοῦ λου­λου­διοῦ γί­νε­ται ψυ­χρό­τε­ρη ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα ποὺ τὴν πε­ρι­βάλ­λει, κι αὐ­τὸ ἔ­χει σὰν ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ ὑ­δρα­τμοὶ κα­τὰ τὴ δι­α­πνο­ὴ νὰ συμ­πυ­κνώ­νον­ται καὶ νὰ γί­νον­ται δρο­σο­στα­λί­δες.

       Ἡ δρό­σος εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νη ἀ­πὸ μι­κρο­σκο­πι­κοὺς κρυ­στάλ­λους ποὺ ἀ­ε­νά­ως σχη­μα­τί­ζονται, ὑγρο­ποι­οῦνται καὶ συλ­λέ­γουν ἐ­νέρ­γεια.

       Δι­α­σχί­ζον­τας κα­νεὶς ξυ­πό­λυ­τος τὴ δρό­σο μπο­ρεῖ πιὸ εὔ­κο­λα νὰ δε­χτεῖ τὴν ἐ­νέρ­γεια ἀ­π’ τὸ μα­γνη­τι­κὸ πε­δί­ο τῆς Γῆς.

       Ἡ δρό­σος ἦ­ταν ἀ­νέ­κα­θεν ἐν­δι­α­φέ­ρον θέ­μα.



Πη­γή: Joy Williams, Nine­tyNi­ne Sto­ri­es of God, Πόρ­τ­λαντ / Ὄ­­ρε­γ­κον / Μπρού­κλιν, Tin Hou­se Books, 2016 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση].

Τζό­ι Οὐ­ί­λιαμς (Joy Williams) (1944, Τσέλ­μσφορντ, Μα­σα­χου­σέ­τη). Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της The Quick and the Dead (2000) ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φιο γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ καὶ ἡ συλ­λο­γή της μὲ δο­κί­μια Ill Nature: Rants and Reflections on Humanity and Other Animal (2001) ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ ἐ­θνι­κὸ βρα­βεῖ­ο τοῦ κύ­κλου τῶν κρι­τι­κῶν. Ἀ­πὸ τὸ 2008 εἶ­ναι μέ­λος τῆς ἀ­με­ρι­κα­νι­κῆς ἀ­κα­δη­μί­ας γραμ­μά­των καὶ τε­χνῶν, ἐ­νῶ τὸ 2021 τῆς ἀπο­νο­μή­θηκε τὸ βρα­βεῖο τῆς βι­βλι­ο­θή­κης τοῦ Κο­γκρέ­σου γιὰ τὴ συ­νο­λι­κὴ προ­σφο­ρά της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γοτε­χνία. Τὸ 2021 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὸν ἐκ­δο­τι­κὸ οἶ­κο Knopf τὸ νέ­ο της μυ­θι­στό­ρη­μα μὲ τί­τλο Harrow, εἴ­κο­σι ἕ­να χρό­νια με­τὰ τὸ The Quick and the Dead. Μοι­ρά­ζει τὸν χρό­νο της ἀ­νά­με­σα στὸ Τοῦ­σον τῆς Ἀ­ρι­ζό­να καὶ στὸ Λά­ρα­μι τοῦ Οὐ­α­ϊ­ό­μινγκ.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­τη­ς (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σει­ς καὶ ἀλ­λοῦ. Τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της, μὲ πρω­τό­τυ­πα κεί­με­να καὶ με­τα­φρά­σεις, τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μα­ς Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Πρῶ­το του βι­βλί­ο ἡ συλ­λο­γὴ μὲ μι­κρὰ πε­ζὰ Στιγ­μό­με­τρο (Σμί­λη, 2021).


Γιῶργος Δουατζῆς: Τὸ ποδήλατo


Γιῶργος Δουατζῆς


Τὸ πο­δή­λα­το


ΙΧΑ ΗΔΗ ΠΕΡΑΣΕΙ τὰ πε­νῆν­τα χρό­νια μου καὶ ἐ­ξα­κο­λου­θοῦ­σα νὰ κά­νω βόλ­τες μὲ τὸ πο­δή­λα­το τῆς ἐ­φη­βεί­ας μου. Μὲ συμ­βού­λευ­αν νὰ ἀ­γο­ρά­σω ἕ­να και­νούρ­γιο, ἀλ­λὰ τὸ πο­δή­λα­τό μου προ­έ­λευ­σης Πο­λω­νί­ας ἦ­ταν καὶ εἶ­ναι μο­να­δι­κό, νυ­κτό­βιο, προ­κλη­τι­κό. Ἡ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τά του εἶ­ναι στὸ χρῶ­μα. Σκε­λε­τὸς καὶ ἀ­κτί­νες στὶς ρό­δες ἔ­χουν ἕ­να ἔν­το­νο φω­σφο­ρί­ζον πρα­σι­νο­κί­τρι­νο χρῶ­μα ποὺ ὅ­ταν τὸ βλέ­πεις μέ­σα στὴ νύ­χτα τρε­λαί­νε­σαι. Καὶ αὐ­τό, δι­ό­τι τὸ ξάφ­νια­σμα τῶν πε­ρα­στι­κῶν στὴν ὄ­ψη του εἶ­ναι ἀ­πο­λύ­τως δι­και­ο­λο­γη­μέ­νο. Σκέ­ψου νὰ δεῖς ξαφ­νι­κὰ μέ­σα στὸ σκο­τά­δι δύ­ο φω­τει­νοὺς κύ­κλους νὰ κυ­λοῦν στὸ δρό­μο καὶ ἕ­ναν σκε­λε­τὸ πο­δη­λά­του νὰ βρί­σκε­ται λὲς στὸν ἀ­έ­ρα καὶ νὰ ἀ­κο­λου­θεῖ τὶς ἀ­κτί­νες ἀ­πὸ στα­θε­ρὴ ἀ­πό­στα­ση. Ἡ ὀ­μορ­φιά. Με­τὰ ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πε­ρι­γρα­φὴ πές μου, θὰ ἄ­φη­νες πο­τὲ τὸ ἐ­φη­βι­κό σου πο­δή­λα­το; Ὁ­μο­λο­γῶ ὅ­τι μὲ στοι­χει­ώ­δη συν­τή­ρη­ση, οὔ­τε αὐ­τὸ μὲ ἄ­φη­σε πο­τέ. Ξέ­χα­σα νὰ σοῦ πῶ ὅ­τι τὶς βόλ­τες ποὺ σοῦ εἶ­πα πὼς συ­νε­χί­ζω νὰ κά­νω τὶς νύ­χτες, μοῦ τὶς κα­τα­στρέ­φουν συ­χνὰ κά­τι ἀ­νό­η­τοι ποὺ ρί­χνουν πά­νω μου τὸ φῶς τῶν αὐ­το­κι­νή­των τους καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζουν ἔ­τσι ὅ­λη τὴν μα­γεί­α. Δι­ό­τι μὲ τὸ φῶς τὸ ἐ­ξαί­σιο πο­δή­λα­τό μου με­τα­τρέ­πε­ται σὲ ἕ­να ἁ­πλὸ πο­δή­λα­το. Ἐ­νῶ στὸ σκο­τά­δι…



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Γι­ῶρ­γος Δουα­τζῆς (Ἀθήνα, 1948). Ποι­η­τής, συγ­γρα­φέ­ας, δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Γεν­νή­θη­κε τὸ 1948 στὴν Ἀ­θή­να. Σπού­δα­σε Οἰ­κο­νο­μί­α-Κοι­νω­νι­ο­λο­γί­α. Ἐρ­γά­στη­κε σὲ ἐ­φη­με­ρί­δες, πε­ρι­ο­δι­κά, ρα­δι­ο­τη­λε­ο­πτι­κοὺς σταθ­μούς. Πρώ­τη λο­γο­τε­χνι­κὴ ἐμ­φά­νι­ση τὸ 1971. Ἐ­ξέ­δω­σε 31 βι­βλί­α (ποί­η­ση, πε­ζό, θε­α­τρι­κά), συμ­με­τεῖ­χε σὲ 14 συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα, πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ 10 ἀν­θο­λο­γί­ες-λε­ξι­κά, με­τα­φρά­στη­κε σὲ 6 γλῶσ­σες, δη­μο­σί­ευ­σε σὲ 15 ἔν­τυ­πα καὶ 17 ἠ­λε­κτρο­νι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά. Ἰ­στο­σε­λί­δα: www.douatzis.gr



		

	

Κίμων Καλαμάρας: Ἀ­να­στο­λὴ δι­α­βου­λεύ­σε­ων πε­ρὶ ἐ­πα­νί­δρυ­σης τῆς Πε­ρι­πα­τη­τι­κῆς



Κίμων Καλαμάρας


Ἀ­να­στο­λὴ δι­α­βου­λεύ­σε­ων

πε­ρὶ ἐ­πα­νί­δρυ­σης τῆς Πε­ρι­πα­τη­τι­κῆς


ΕΚΙΝΗΣΑΝ τοὺς μα­κρεῖς πε­ρι­πά­τους ἕ­να καυ­τὸ κα­λο­και­ρι­νὸ ἀ­πό­γευ­μα. Τρεῖς μὲ τέσ­σε­ρις ὧ­ρες ἀρ­χι­κὰ καὶ με­τὰ τὴν δεύ­τε­ρη συ­νάν­τη­ση, ἔ­φτα­σαν νὰ πε­ρι­φέ­ρον­ται στο­χα­στι­κά, γιὰ πέν­τε, ἀ­κό­μη καὶ γιὰ ἑ­φτὰ ὧ­ρες. Δι­έ­σχι­ζαν τὴν Ἀ­θή­να μέ­σα ἀ­πὸ τὶς γει­το­νι­ές της, πη­γαί­νον­τας ἀ­πὸ τὸ Χα­λάν­δρι στὸ Πα­να­θη­να­ϊ­κὸ Στά­διο, καὶ ἀ­πὸ τὸν πα­λιὸ σι­δη­ρο­δρο­μι­κὸ σταθ­μό, μέ­χρι τὸ Μο­σχά­το στὶς ἐκ­βο­λὲς τοῦ Κη­φι­σοῦ· ἀ­πὸ τὸν Πει­ραι­ᾶ ὣς στὴν Βού­λα· ἀ­πὸ τὰ Ἄ­νω Πα­τή­σια μέ­χρι τὴν Ὁ­μό­νοι­α, καὶ ἀ­πὸ κεῖ, στὴν Ἀ­κα­δη­μί­α Πλά­τω­νος. Θαύ­μα­σαν τὰ μον­τερ­νι­στι­κὰ τῆς Δρο­σο­πού­λου, τῆς Νά­ξου, τὴν κα­τα­πρά­σι­νη Σε­φέ­ρη, τὴν νω­χε­λι­κό­τη­τα τῆς Πα­ρί­τση· τὸν ἀ­νοι­χτὸ καὶ πλα­τὺ ὁ­ρί­ζον­τα σὲ κά­ποι­ους δρό­μους τῆς Βού­λας καὶ τῆς Γλυ­φά­δας, πού, θύ­μι­ζαν γει­το­νι­ὲς ἄλ­λης χώ­ρας. Ἡ κά­θε συ­νοι­κί­α μπο­ροῦ­σε σχε­δὸν νὰ δι­α­βα­στεῖ, μέ­σα ἀ­πὸ μιὰ ἀ­νά­λυ­ση κοι­νω­νι­κῆς γε­ω­γρα­φί­ας, ἱ­στο­ρί­ας, ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς καὶ πο­λε­ο­δο­μι­κοῦ σχε­δια­σμοῦ. Ἡ Νέ­α Χαλ­κη­δό­να μὲ τὶς μο­νο­κα­τοι­κί­ες της καὶ τὶς ἔν­το­νες ἀ­να­φο­ρὲς στὴν Κων­σταν­τι­νού­πο­λη, ἡ Κη­φι­σιὰ μὲ τὰ ἀρ­χον­τι­κά της, ἡ ἄ­νω Κυ­ψέ­λη μὲ τὶς ἀ­νη­φό­ρες καὶ τὶς ἀ­να­πάν­τε­χες ὁ­ρι­ζόν­τι­ες ὀ­πτι­κές της· ὁ Ταῦ­ρος μὲ τὸ βι­ο­μη­χα­νι­κὸ σκη­νι­κό, νὰ δι­α­σχί­ζει ὅ­λο το το­πί­ο μέ­χρι τὸ λι­μά­νι, κι ἡ Καλ­λι­θέ­α, μὲ τὰ ἀ­σφυ­κτι­κά της δι­ώ­ρο­φα, τὰ στε­νὰ πε­ζο­δό­μια μὲ τὶς νε­ρα­τζι­ές, καὶ τὴν ἀ­πρό­σμε­νη ἐκ­βο­λή της στὴν θά­λασ­σα. Ἐ­πι­πλέ­ον, ἡ ποι­κι­λί­α τῶν σπι­τι­ῶν, ἀ­πὸ γω­νιὰ σὲ γω­νιά, ἦ­ταν τό­σο με­γά­λη, ποὺ τοὺς δη­μι­ουρ­γοῦ­σε μιὰ αἴ­σθη­ση πὼς ἴ­σως πε­ρι­πλα­νῶν­ται γιὰ μέ­ρες. Καὶ τὸ πέ­ρα­σμα, ἀ­πὸ τὴν μιὰ πε­ρι­ο­χὴ στὴν ἄλ­λη, ὅ­πως ἀ­πὸ τὸ Ψυ­χι­κὸ στὴν Ἑλ­λη­νο­ρώ­σων γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἔ­μοια­ζε μὲ τα­ξί­δι στὸν χρό­νο.

       Ὁ χρό­νος ποὺ πέρ­να­γε περ­πα­τών­τας, ἄ­φη­νε στὶς ψυ­χὲς τοὺς ἕ­να ἐ­λα­φρὺ αἴ­σθη­μα πο­λυ­τε­λοῦς ἀ­νά­παυ­λας, καὶ στὸ σῶ­μα τους, μιὰ βρα­δυ­φλε­γῆ εὐ­χα­ρί­στη­ση, σὰν νὰ βρί­σκον­ται σὲ σά­ου­να. Τὰ θέ­μα­τα τῶν συ­ζη­τή­σε­ων ἦ­ταν ποι­κί­λα καὶ αὐ­τά: ἀ­πὸ τὶς ἐ­ξω­τε­ρι­κὲς πα­ρα­τη­ρή­σεις, με­τα­κι­νοῦν­ταν μὲ εὐ­κο­λί­α στὰ ἐ­σω­τε­ρι­κά, φι­λο­σο­φι­κὰ ἀ­να­πάν­τη­τα ἐ­ρω­τή­μα­τα, χω­ρὶς κα­μί­α δι­ά­θε­ση νὰ τὰ ἐ­πι­λύ­σουν, καὶ ἀ­πὸ ἐ­κεῖ, πέρ­να­γαν προ­σε­κτι­κὰ στὰ πιὸ προ­σω­πι­κά, στὶς κα­θη­με­ρι­νὲς ἀ­πο­τυ­χί­ες, ἄλ­λο­τε ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κές, ἄλ­λο­τε ἐ­ρω­τι­κές.

       Κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ προ­σω­πι­κὰ δρά­μα­τα, μέ­σα στὸν με­γά­λο πε­ρί­πα­το, φω­τί­ζον­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά. Δι­α­χέ­αν κά­τι ἀ­πὸ τὴν πι­κρί­α τους, σκορ­ποῦ­σαν κά­τι ἀ­πὸ τὴν γύ­ρη τους, στὸ συλ­λο­γι­κὸ ἀ­συ­νεί­δη­το τῆς πό­λης. Καὶ ἡ πό­λη θώ­πευ­ε αὐ­τὲς τὶς μι­κρὲς γιὰ ἐ­κεί­νη τρα­γω­δί­ες, καὶ ἔ­πει­τα τὶς δι­έ­χε­ε στὰ σπλά­χνα της ἀ­να­νε­ω­μέ­νες· ἀ­πο­κα­θηρ­μέ­νες ἀ­πὸ τὸ δά­κρυ καὶ τὸν πό­νο, μὲ ὅ­λη τους τὴν πρω­ταρ­χι­κὴ δό­ξα. Ἔ­τσι τὸ περ­πά­τη­μα στὴν πό­λη ἐ­πε­νερ­γοῦ­σε μὲ κά­ποι­ο ἀ­νε­ξή­γη­το μη­χα­νι­σμό, θε­τι­κὰ στοὺς δύ­ο πε­ρι­πα­τη­τές μας καὶ οἱ καρ­ποὶ μιᾶς πρώ­ι­μης φι­λί­ας ἄρ­χι­σαν νὰ ἀ­να­φύ­ον­ται. Μιᾶς ἀ­νι­δι­ο­τε­λοῦς ἀν­δρι­κῆς φι­λί­ας.

       Τὸ ἅ­δραγ­μα τῶν πρώ­των φαι­νο­με­νι­κὰ ὥ­ρι­μων αὐ­τῶν καρ­πῶν, ἦρ­θε τὴν ἐ­πο­χὴ τοῦ φθι­νο­πώ­ρου, Σε­πτέμ­βριο, ὅ­που στὴν Ἀτ­τι­κή, δὲν δι­α­φέ­ρει καὶ τό­σο ἀ­πὸ τὸ θέ­ρος. Ξε­κί­νη­σε δει­λά, μὲ ἀ­μοι­βαῖ­ες ἐ­ξο­μο­λο­γή­σεις πε­ρὶ ἀ­νέ­φι­κτου ἔ­ρω­τα καὶ τὴν συ­νή­θεια ποὺ ἔ­χουν οἱ ποι­η­τὲς νὰ ἐ­ξυ­μνοῦν τὴν ὀ­μορ­φιά του, δί­χως ἡ σάρ­κα, νὰ ἔ­χει κο­ρέ­σει τὴν δί­ψα της. Κά­τω ἀ­πὸ τὶς πιὸ ἄ­κομ­ψες ἀ­πορ­ρί­ψεις, ἔ­χουν γεν­νη­θεῖ πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τα. Καὶ ὅ­πως συμ­βαί­νει πάν­τα μὲ τοὺς ποι­η­τές, τὶς συ­χνὰ δον­κι­χω­τι­κὲς αὐ­τὲς φι­γοῦ­ρες, ἡ προ­ο­πτι­κὴ τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας ἑ­νὸς τέ­τοι­ου ἀ­ρι­στουρ­γή­μα­τος, δεί­χνει νὰ ἔ­χει με­γα­λύ­τε­ρη βα­ρύ­τη­τα ἀ­πὸ τὴν πραγ­μά­τω­ση ἑ­νὸς ἀ­νέλ­πι­στου καὶ ἀ­λη­θι­νὰ τρελ­λοὺ ἔ­ρω­τα. Για­τί τὸ φῶς του εἶ­ναι τέ­τοι­ο, ποὺ θαμ­πώ­νει τὴν κα­θε­αυ­τὴ πρά­ξη. Καὶ μό­νο ποὺ ζεῖς, σοῦ εἶ­ναι ἀρ­κε­τό, χω­ρὶς νὰ σὲ ἐν­δι­α­φέ­ρει ἡ ἐ­πι­τυ­χὴς κα­τά­λη­ξη τοῦ πά­θους. Καὶ ὅ­σο γιὰ τὸ καλ­λι­τε­χνι­κὸ δη­μι­ούρ­γη­μα, μή­πως δὲν στέ­κει κα­τὰ μί­α ἔν­νοι­α ὡς τὸ νό­θο παι­δί, κά­θε με­γά­λου καὶ ἀ­νέ­φι­κτου ἔ­ρω­τα;

       Συ­νέ­χι­ζαν τοὺς ἀρ­γό­συρ­τους πε­ρι­πά­τους συ­ζη­τών­τας γιὰ ὅ­λα αὐ­τὰ καί, στα­δια­κά, ἄρ­χι­σαν νὰ δι­α­χω­ρί­ζουν τὶς ἀ­πό­ψεις τους, σὰν δυ­ὸ κλα­διὰ ποὺ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ται. Ὁ ἕ­νας θὰ ὑ­πο­στή­ρι­ζε ἀ­κρά­δαν­τα, πὼς τὸ φῶς καὶ ἡ ἰ­δέ­α, ἡ σύλ­λη­ψη ἑ­νὸς ἀ­κό­μη ποι­ή­μα­τος γιὰ Ἐ­κεί­νη, εἶ­ναι ἀρ­κε­τά· πὼς ἕ­να χα­ϊ­κού, εἶ­ναι τὸ ὕ­ψι­στο ἐ­πί­πε­δο εὐ­τυ­χί­ας, τὸ ὁ­ποῖ­ο, ἕ­νας με­γά­λος ἔ­ρω­τας μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­νε­βά­σει. Ὁ ἄλ­λος θὰ δι­α­τυμ­πά­νι­ζε τὴν πραγ­μα­τι­κή του λα­τρεί­α γιὰ τὸν ἐ­πί­γει­ο ἔ­ρω­τα, τὸ ἄγ­γιγ­μα, τὰ φι­λιά· τὶς ἀ­προ­σμέ­τρη­τες σαρ­κι­κὲς ἀ­πο­λαύ­σεις. Τὴν ζω­ὴ δί­πλα στὴν κα­θη­με­ρι­νὴ τρι­βὴ τῶν πραγ­μά­των. Καὶ πώς, ἀ­κό­μη κι ἐ­κεῖ, συ­νή­θως ἐ­κεῖ, καρ­πο­φο­ρεῖ τὸ ὡ­ραῖ­ο καὶ ὑ­ψη­λό· πὼς ἐ­κεῖ ἀν­θί­ζει, ἕ­νας κῆ­πος μὲ πραγ­μα­τι­κὰ λου­λού­δια.

       Μὲ λί­γα λό­για, εἶ­χαν καὶ οἱ δυ­ό, μιὰ βα­θιὰ πί­στη στὰ θαύ­μα­τα.

       Ὅ­ταν τε­λι­κὰ κου­ρά­στη­καν, κά­θι­σαν σὲ ἕ­να τα­βερ­νεῖ­ο, πα­ρήγ­γει­λαν χω­ρι­ά­τι­κη, δυ­ὸ με­ρί­δες μπι­φτέ­κια, πα­τά­τες τη­γα­νη­τές, τυ­ρὶ σα­γα­νά­κι καὶ μπύ­ρες. Βού­τη­ξαν μα­νι­α­σμέ­νοι τὸ ψω­μὶ στὴν σα­λά­τα καί, ὅ­ταν αὐ­τὴ ἄ­δεια­σε, πα­ρήγ­γει­λαν κι ἄλ­λη. Ἔ­φα­γαν κά­πως ἀρ­γὰ τὰ ὑ­πό­λοι­πα, τσιμ­πο­λο­γών­τας, σχε­δὸν ἀ­μί­λη­τοι ἀ­πὸ τὸ ἀ­δι­έ­ξο­δο στὸ ὁ­ποῖ­ο φαι­νό­ταν, νὰ ἔ­χει πε­ρι­έλ­θει, ἡ ἀρ­χι­κή τους συ­ζή­τη­ση. Ὁ χρό­νος πά­γω­σε ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς μπου­κι­ές, ἀ­νά­με­σα ἀ­πὸ τὶς πα­πά­ρες, καί οἱ πε­ρι­παι­χτι­κὲς ἀ­κτί­νες τοῦ ἥ­λιου πό­τε ἔ­λαμ­παν, πό­τε κρύ­βον­ταν, κά­τω ἀ­πὸ τὴν ζε­λα­τί­να. Τὸ γκαρ­σό­νι πρό­τει­νε νὰ κα­τε­βά­σει τὴν τέν­τα. Ἔ­γνε­ψαν κα­τα­φα­τι­κὰ καί, κα­θὼς ἡ κα­θη­με­ρι­νό­τη­τα τύ­λι­γε σὰν σά­βα­νο τὶς σκέ­ψεις τους, ἄ­κου­γαν σι­ω­πη­λοί το ἀρ­γό­συρ­το στρίγ­κλι­σμα τῆς μα­νι­βέ­λας.


[06 .07. 2021]


Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Κί­μων Κα­λα­μά­ρας (Ἀ­θή­να, 1976). Εἶ­ναι ψυ­χο­λό­γος-ψυ­χο­θε­ρα­πευ­τὴς καὶ ἐκ­παι­δευ­τὴς ἐ­παγ­γελ­μα­τι­ῶν ψυ­χι­κῆς ὑ­γεί­ας στὴν συ­στη­μι­κὴ οἰ­κο­γε­νεια­κὴ θε­ρα­πεί­α. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση καὶ τὴν πε­ζο­γρα­φί­α. Δη­μο­σί­ευ­σε στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ ­δε­ο­δρό­μιοἘν­τευ­κτή­ριοΔέ­κα­τα καὶ στοὺς ἱ­στό­το­πους Πλα­νό­διον­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ιΝέ­ο Πλα­νό­διον. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Γράμ­μα­τα σὲ ἕ­ναν συγ­γρα­φέ­α­ (ἐ­πι­στο­λι­κὴ νου­βέ­λα, Ἐκ­δό­σεις Γκο­βό­στη, 2020).



		

	

Γιά­ννης Πα­τί­λης: Post(Mortem)Modern Hellas 2021



Γιά­ννης Πα­τί­λης


Post(Mortem)Modern Hellas 2021

(Εἰ­κὼν με­τα­νε­ω­τε­ρι­κή)


διὸ καὶ φι­λο­σο­φώ­τε­ρον καὶ σπου­δαι­ό­τε­ρον ποί­η­σις ἱ­στο­ρί­ας ἐ­στίν· ἡ μὲν γὰρ ποί­η­σις


|| εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος ἀ­κό­μη || ἀλ­λά ὅ­πως τοῦ συμ­βαί­νει συ­νή­θως δὲν ἠ­ξεύ­ρει μὲ τί ἀ­κρι­βῶς || συ­νή­θως δὲν κοι­μᾶ­ται κα­λά || συ­χνὰ μου­σκεύ­ει τὴ φα­νέ­λα του πά­λι κα­λά || πάν­τως ἀ­πὸ τὸν ἐ­φιά­λτη ἡ συ­χνου­ρί­α τὸν σώ­ζει || πά­λι ἔ­βλε­πε πὼς κυ­κλο­φο­ροῦ­σε στὴν Ἑρ­μοῦ δί­χως μά­σκα || Ἀλ­λὰ θυ­μᾶ­ται καὶ τὶς κα­λές του στιγ­μές || Στὸν ὕ­πνο του ἔρ­χε­ται ἡ νε­α­ρὰ φι­λε­νά­δα του || Εἶ­ναι μι­κρο­κα­μω­μέ­νη καὶ δρο­σε­ρὴ μὲ κα­λω­συ­νά­το χα­μό­γε­λο || τὰ κόκ­κι­να κα­τσα­ρά της μαλ­λιὰ κι οὐ­ρά­νιο πορ­πά­τη­μα || κά­θε δε­κα­πέν­τε κα­τε­βαί­νει ἀ­πὸ τὸν βορ­ρᾶ || Χτὲς εἶ­δε στὸν ὕ­πνο της τὸν ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη! || Τὴν κρα­τοῦ­σε τρυ­φε­ρὰ ‘πὸ τὸ χέ­ρι || Ἕ­να ἥ­συ­χο ρεῦ­μα ζε­στὸ τὸ κορ­μί της γε­μί­ζει || Ὅ­πως τὸ κρά­τη­μα ‘πὸ τὸ χέ­ρι τοῦ πα­τέ­ρα της ὅ­ταν ἦ­ταν παι­δί || Τί βλέ­πει στὸ θε­ό σου αὐ­τὸ τὸ κο­ρί­τσι || Φτά­νει ὅ­μως μιὰ πι­να­κί­δα στὸ δρό­μο Πρὸς Κο­ρώ­νης Μο­νὴ Ἱ­ε­ρὰ γιὰ μιὰ τέ­τοι­α ἐ­πί­σκε­ψη; || Γιὰ ἕ­ναν ἅ­γιο ποὺ ἄ­κου­γε πρώ­τη φο­ρά; || Τὸν εἶ­χε ὅ­μως; || Ἢ μή­πως τὸν ἤ­ξευ­ρε δί­χως; || Αὐ­τὸς τὸ μό­νο ποὺ θυ­μό­ταν ἦ­ταν οἱ δι­α­βε­βαι­ώ­σεις τοῦ «μαρ­ξι­στῆ» ἱ­στο­ρι­κοῦ || οἱ Νε­ο­μάρ­τυ­ρες συ­χνὸ φαι­νό­με­νο ἐ­πο­χῆς ποὺ δέ­χον­ται θά­να­το μαρ­τυ­ρι­κὸ γιὰ τὴ χρι­στι­α­νι­κή τους τὴν πί­στη || εἶ­ναι συγ­χρό­νως κι οἱ πρῶ­τοι οἱ ἥ­ρω­ες οἱ ἐ­θνι­κοὶ τοῦ Ἑλ­λη­νι­σμοῦ μας τοῦ Νέ­ου || δέ­χου θε­άν­θρω­πε Λό­γε οὓς προ­σά­γει σου γέ­νος αἰχ­μά­λω­τον || Ἂν εἶ­χε ὅ­μως δι­α­βά­σει τὸ «Πό­θος Μαρ­τυ­ρί­ου» στὰ Ἱ­στο­ρι­κά-τεῦ­χος-εἴ­κο­σι-τρί­α θὰ τά ‘λε­γε; || δέν θὰ τά ‘λε­γε… || ὁ πρίν-πρίν Ἕλ­λη­νας, ὁ πρίν ὥ­ρι­μος Γάλ­λος, ὁ νῦν «Ἕλ­λη­νας» || ὁ-ἐν­τὸς-εἰ­σα­γω­γι­κῶν || ὁ ἰ­δε­ο­λο­γη­μα­τί­ας αὐ­τός || ὁ πε­ριτ­τὸς νο­σταλ­γός… || Ἀλ­λὰ καὶ μὲ τὴ συ­χνου­ρί­α κά­τι πρέ­πει νὰ γί­νει δι­α­φεύ­γουν στα­γό­νες κα­τὰ τὸ σχῆ­μα λι­τό­τη­τος || τὴν ἄ­τι­μη τὴν δι­α­κε­κομ­μέ­νη τὴν οὔ­ρη­ση || τὴν δυ­σού­ρη­ση || Ποῦ κα­τήν­τη­σε (ὁ πρὶν ὠ­μο­γέ­ρων) || Τώ­ρα πλη­ρώ­νει τὴ μα­νί­α του μὲ τὴν ἀ-συ­νέ­χεια || τὸ σπα­σμέ­νο || τὸ τά­χα ἀν­θε­κτι­κό || τὰ ἀ­φη­γή­μα­τα π’ ἐ­γί­ναν ἀ­γνώ­στου πα­τρὸς ἀ­πο­κόμ­μα­τα || Συ­ναν­τή­θη­καν πί­σω ἀ­πὸ τ’ ἄ­γαλ­μα τοῦ πυρ­πο­λη­τῆ τοῦ Κα­νά­ρη τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ ἑ­ξή­κον­τα πέν­τε || κι ὁρ­κι­στῆ­καν πὼς δὲν θά ‘φη­ναν πο­τὲ τὴν Κυ­ψέ­λη || Ὅ­μως αὐ­τὸς τὴν κο­πά­νη­σε || μα­ζὶ μὲ τὸν ἄλ­λον τῆς Γαλ­βά­νη τὸν ἅ­γιο || τοῦ πρέ­πει νὰ στα­μα­τή­σει ἡ συ­ζή­τη­ση γιὰ τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ τὴν ταυ­τό­τη­τα || τοῦ φτά­νει πιὰ ἡ ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς i­di­ot-προ­σω­πί­ας || τοῦ ἡ συ­ζή­τη­ση αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ πλέ­ων ἡ ἄ­γο­νη || τοῦ τώ­ρα πιὰ φύ­λα­γέ μας Χρι­στέ μας ὅ­ταν γα­μι­ώ­μα­στε || (ἀλ­λὰ γα­μι­ώ­μα­στε πιά;) || me too ναί! || κι ἐ­μέ­να μὲ πή­δη­ξε ὁ Κου­λὸς στὸ ὄ­γδο­ο μὲ τὸ τρί­ση­μον || πά­ρε τώ­ρα καὶ Ἀν­τε­το­κοῦν­μπο νά ‘χεις τε­τρά­ση­μο || κι ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο γιὰ ἐ­ξελ­λη­νι­σμὸ προ­σφυ­γά­κια || πού εἰ­πε στὴ Γκι­ώ­να ἡ Λι­ά­κου­ρα ἀ­πὸ τὴν κορ­φή της || Καὶ τὸ γι­ορ­τά­σα­νε πο­λὺ στὸ Συγ­κρό­τη­μα || Δι­κέ μου || ἀ­τῶν εἶ­ν’ ἡ πα­τρί­δα τους ὁ­πού ‘ναι τὸ λο­γά­ριν || ἐ­σέ­να καὶ στὸ Μαν­χά­ταν θὰ σ’ ἀ­κο­λου­θά­ει ἡ Πα­τη­σί­ων || μὲ τὶς μαῦ­ρες τὶς τσοῦ­πρες στὸ πε­ζο­δρό­μιο καὶ τοὺς ἀν­τι­φά || Ἀλ­λὰ τώ­ρα πές μου || τί ἠ­ταν αὐ­τὸς ὁ παπ­πού­λης ὁ ὡς ἀ­μνὸς σου­βλι­σθεὶς ὑ­πὲρ τῶν λο­γι­κῶν του προ­βά­των || ὁ λα­τρε­μέ­νος τῶν Κλε­φτῶν αὐ­τὸς ὁ νο­μο­τα­γής || τῶν ἀ­προ­σκύ­νη­των ποὺ τρί­ψα­νε τὴ μού­ρη τῆς Χον­τρα­χεί­λως || κι ἀ­ρα­δια­στὰ τρα­γου­δού­σα­νε τοῦ Φα­να­ριοῦ τὸν ἐ­πί­σκο­πο || τὸν ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη; || Γί­νε­ται ἥ­ρω­ας ἐ­θνι­κὸς πρὶν τὸ Ἔ­θνος; γιὰ πές μου || Ἔ­τσι τὴν πά­τη­σε κι ὁ «μαρ­ξι­στὴς» ποὺ λέ­γα­με πα­ρα­πά­νω || πού ‘θε­λε νὰ κά­μει Ἱ­στο­ρί­α μὲ κε­φα­λαῖ­ο Ἰ­ῶ­τα ὁ δύ­στυ­χος καὶ πά­λι στὴ Ζω­ο­λο­γί­α κα­τέ­λη­ξε || τὴν ἄλ­λη τὴ μα­σκα­ρε­μέ­νη τοῦ δι­α­φο­ρι­κοῦ ρα­τσι­σμοῦ τοῦ τρό­μου τῆς δι­α­φο­ρᾶς τοῦ Ἀλ­λὰχ-ἴλ-Ἀλ­λά τοῦ βλέ­πε καὶ Μπα­λιμ­πάρ || ἂς μά­θαι­ν’ ἀ­π’ τὸν κὺρ-Φλῶ­ρο ἀ­κού­ον­τα φι­λο­σο­φι­κῶς – ποι­ά;… || α ὐ ­τ ὰ π ο ὺ  ε ἶ ­χ ε ν  ἰ ­δ ε ῖ  μ ὲ  τ ὰ  μ ά ­τ ι α  τ ο υ ! || γιὰ κεί­νη τὴν Ἐ­πα­νά­στα­σι τὰ τό­σον πα­ρηλ­λαγ­μέ­να ἀ­πὸ στό­μα εἰς στό­μα || π’ ἐ­σκέ­πτε­το ὅ­πως εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον νὰ μέ­νῃ προ­ϊ­όν τι ἢ ἐμ­πό­ρευ­μα ἀ­νό­θευ­τον εἰς τὴν ἀ­γο­ράν || ἀ­δύ­να­τον καὶ πε­ρὶ τοῦ ἐ­λα­χί­στου συμ­βάν­τος νὰ γνω­σθῇ ἡ ἀ­κρι­βὴς ἡ ἀ­λή­θεια || καὶ τοῦ­το κυ­ρί­ως: || ὅ­τι δὲν πρέ­πει νὰ ὑ­πάρ­χουν ἀ­λη­θῆ ἄλ­λα εἰ­μὴ ὅ­σα… —ἀ­κοῦς!— δ έ ν  σ υ ν έ ­β η ­σ α ν ! || Πε­ρὶ τῶν ὁ­ποί­ων ἀ­κρι­βῶς καὶ ἡ ποί­η­σις! || τὸ Συρ­τά­κι στὸ Ζά­λογ­γο || τὸ κρυ­φὸ τὸ σχο­λει­ὸ στῆς μαύ­ρης ἀ­νάγ­κης τὰ ἑ­σπε­ρι­νὰ Βά­θης Πλα­τεί­α || τὸ λά­βα­ρο τὴν εἰ­κο­στὴ πέμ­πτη τοῦ Μάρ­τη || (καὶ ὄ­χι τὴν εἰ­κο­στὴ τε­τάρ­τη πε­ρι­κα­λῶ) || τ’ ἀρ­βα­νί­τι­κα σὲ Χα­σιὰ καὶ Ἀ­σπρό­πυρ­γο ὅ­που μά­ζευ­ε τὶς δό­σεις τοῦ πλα­νό­διου πε­θα­μέ­νου πα­τέ­ρα || συ­νε­λόν­τι­εἰ­πεῖν τοῦ Ρω­μιοῦ ὁ ἀ­νύ­στα­κτος ζῆ­λος || Ἂς ἄ­κου­γε ἐ­πι­τέ­λους τὸν φι­λο­ζὸφ ποὺ ρή­μα­ζε τὰ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­α στὰ Πα­ρί­σια || πού εἰ­χε ψύ­χω­ση μὲ τὴν συμ­πε­ρι­φο­ρὰ τὴν ἄν­θρώ­πι­νη || μὲ τὰ πρό­σω­πα τὰ σὰν τὸν Κα­νέλ­λο σα­θρά || Αὐ­τὸς πιὰ κι ἂν ἦ­ταν στὴ Ζω­ο­λο­γί­α ἐξ­πέρ || Ἀ­φοῦ τὸ ψέμ­μα εἶ­ναι ὁ ἄν­θρω­πος || κά­νε τώ­ρα ἐ­σὺ ἱ­στο­ρί­α μὲ τὸ ψέμ­μα || μή­πως κι ἦ­ταν λι­γό­τε­ρα τοῦ Θο­δω­ρά­κη τὰ ψέμ­μα­τα; || Ἐ­γὼ τὸ μό­νο ποὺ τοῦ πι­στεύ­ω εἶ­ναι τοῦ­το στὴ Ζά­κυ­θο || στὸ μνη­μό­συ­νο τῆς γυ­ναί­κας του || ὅ­ταν πῆ­ρε τὴν τά­βλα μὲ τὰ κόλ­λυ­βα στὸ κε­φά­λι || καὶ τὰ πῆ­γε ἀ­τός του ἀ­πὸ τὸ σπί­τι στὴν ἐκ­κλη­σιά || ση­μεῖ­ον τῆς ἀ­γά­πης του || λέ­ει κι ὁ πο­πο­λά­ρος ὁ τρὶς βα­πτι­σθείς || καὶ τὸ ἄλ­λο τὸ με­τά || μὲ τὴν ἀ­στε­φά­νω­τη τὴν κα­λό­γρια καὶ τὸν πῆ­δο στὰ 63 ποὺ τοῦ χά­ρι­σε τὸν Πά­νο τὸν Δεύ­τε­ρο || τὸν ἁ­γνὸ πα­τρι­ώ­τη || τέ­τοι­ες ἀ­λή­θει­ες || φρέ­σκες τοῦ 1879 ἀ­ναλ­λοί­ω­τες: || Ὅ­θεν || πρὸς τῇ δι­οι­κή­σει, κιν­δυ­νεύ­ει καί τὸ πο­λί­τευ­μα || οἱ δὲ πο­λῖ­ται γέ­νον­ται σ ο ­σ ι ­α ­λ ι ­σ τ α ὶ νέ­ου εἴ­δους || ἀ­ξι­οῦν­τες δι­καί­ω­μα πρὸς ἐρ­γα­σί­αν οὐ­χί || ἀλ­λὰ πρὸς θέ­σεις δη­μο­σί­ας || πρὸς μι­σθούς || καὶ πρὸς ἁρ­πα­γάς || Καὶ τού­του ἕ­νε­κα || ἡ πο­λι­τεί­α με­τε­βλή­θη εἰς χρη­μα­τι­στή­ριον εὐ­ρύ || ὡς ἐ­πὶ τῶν λαυ­ρε­ω­τι­κῶν ἡ ὁ­δὸς τοῦ Αἰ­ό­λου || Πα­σί­γνω­στα πράγ­μα­τα κύ­ρι­ε Ση­μί­τη || κυ­ρὰ Να­τα­λί­α τὸ γέ­νος Δρα­γού­μη || Ἀλ­λὰ τώ­ρα ἡ Με­γά­λη Μέ­ρα ξη­μέ­ρω­νε || Ἅ­η-Σε­ρα­φεί­μη βο­ή­θα μας φω­νά­ξα­νε ὅ­λα τὰ κό­λια μα­ζί || Στὴν ἐ­ξέ­δρα πι­ά­σα­νε θέ­ση ὅ­πως πάν­τα ὁ Πού­τιν ὁ Κά­ρο­λος || κι ὁ Μα­κρὸν ὁ μα­κρὰν Μι­κρο­μέ­γαλ­λος || Οἱ Προ­στά­τι­δες ὅ­λες προ­στά­τη μου || Θά ‘ναι κι ἡ Γιά­ννα ἐ­κεῖ μὲ Κυ­ριά­κο μὲ Βε­ρέ­μη τὸν ἄ­νε­το || καὶ τὰ Ρα­φὰλ ἀ­πὸ πά­νω ἀρ­χάγ­γε­λοι ν’ ἁ­πλώ­νουν φτε­ροῦ­γες || Μπρο­στὰ θὰ κυ­λά­ει τῶν σι­δε­ρέ­νι­ων ἁρ­μά­των τὸ σύ­βρον­το || Ἕ­να ἀ­τέ­λει­ω­το σή­ριαλ ἡ Πα­τρὶς ἡ και­νούρ­για θὰ κυ­λά­ει ἀ­τσα­λά­κω­τη σὲ συ­νέ­χει­ες πάν­τα || συν­τριμ­μέ­νη κι αἱ­μάσ­σου­σα σοῦ φαι­νό­ταν ὡς χθές || δι­α­κε­κομ­μέ­νη συ­νου­σί­α || τὸ βρά­δυ ἀλ­γει­νὴ δυ­σου­ρί­α || ἀλ­λὰ ἔ­πα­σχες || ἀ­πὸ πα­τρι­δου­ρί­αν ἑλ­λα­δι­κὴν ἀ­κα­τά­σχε­τον || κι ἐ­σὺ κα­κο­μοί­ρη μου || καὶ δὲν τό ‘ξε­ρες ||



Ἀν­τι­δε­ον­το­λο­γι­κὴ δι­α­σα­φή­νι­σις: Στὴ σύν­τα­ξη τοῦ πα­ρόν­τος ἂς-τὸ-ποῦ­με-ποι­ή­μα­τος συ­νει­σέ­φε­ραν μὲ τοὺς γρα­πτοὺς λο­γι­σμοὺς/πα­ρα­λο­γι­σμούς τους οἱ ἑ­ξῆς κα­τὰ σει­ρὰν ἐμ­φα­νί­σε­ως, τοὺς ὁ­ποί­ους καὶ εὐ­χα­ρι­στῶ ἀ­πὸ τὴν θέ­σιν αὐ­τήν: Στα­γει­ρί­της, Νί­κος Σβο­ρῶ­νος, Φί­λιπ­πος Ἠ­λιοῦ, Γι­ῶρ­γος Βε­λου­δῆς, Χρῆ­στος Βα­κα­λό­που­λος, Ἄγ­γε­λος Κα­λο­γε­ρό­που­λος, Ἀν­τώ­νης Λιά­κος, Μπερ­γα­δῆς, Γιάν­νης Βλα­χο­γιά­ννης, Ἄ­κης Γα­βρι­η­λί­δης, Ἀ­λέ­ξαν­δρος Πα­πα­δι­α­μάν­της, Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Γε­ώρ­γιος Τερ­τσέ­της, Νι­κό­λα­ος Δρα­γού­μης, Πε­ρι­κλῆς Γι­αν­νό­που­λος.

Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Τὸ κοι­νὸν τῶν ὡ­ραί­ων τε­χνῶν, ἀρ.11, Μάρ­τιος 2021 [ἐ­δῶ βελ­τι­ω­μένο].

Εἰ­κό­να: Ἡ­ρὼ Νι­κο­πού­λου, PostModern Hellas 2021. Ψη­φια­κὴ ἐ­πε­ξερ­γα­σί­α φω­το­γρα­φί­ας τυ­πω­μέ­νη σὲ μου­σα­μᾶ, 21Χ18ἑκ. Συμ­με­το­χὴ στὴν Ἐ­πε­τεια­κὴ Ἔκ­θε­ση «1821, Ὀ­πτι­κὴ μιᾶς Ἐ­πα­νά­στα­σης» τῆς Ψη­φια­κῆς Πλατ­φόρ­μας Τέ­χνης «gr collectors».

Εἰ­κό­να λή­ξε­ως ἑ­ο­ρτα­σμῶν: Ἡ ἑλ­λη­νι­κὴ ση­μαία στὸ πάρ­κο Φλοί­σβου Πα­λαι­οῦ Φα­λή­ρου στὶς 31 Δε­κεμ­βρί­ου 2020. Φω­το­γρα­φία: Γιάν­νης Πα­τί­λης.



		

	

Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου: Τὸ σπίτι


Ἀ­δα­μαν­τι­νή Κα­βαλ­λι­ε­ρά­του


Σπί­τι


ΙΣ ΚΥΡΙΑΚΙΕΣ, ἡ για­γιὰ μα­γεί­ρευ­ε κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στά, ἐ­νῶ τὰ ἀ­πο­γεύ­μα­τα, μᾶς ἔ­φτια­χνε ἑλ­λη­νι­κὸ κα­φέ, ποὺ δυ­νά­μω­νε, ἔ­λε­γε, τὴν καρ­διά, ὥ­σπου στὰ δε­κα­τρί­α μου, ἀ­νέ­βα­σα πί­ε­ση. Ἐ­κεί­νη τὸ ἀ­πέ­δω­σε στὸ ὅ­τι τὴν ἴ­δια πε­ρί­ο­δο ἀρ­ρώ­στη­σε ὁ παπ­ποὺς ἀ­πὸ καρ­κί­νο στὸ πάγ­κρε­ας, πα­ρό­λα αὐ­τὰ δέ­χτη­κε νὰ μοῦ τὸ ‘κό­ψει, ἂν καὶ συ­νέ­χι­σε νὰ μοῦ δί­νει γου­λι­ὲς ἀ­πὸ τὸ μπρί­κι λί­γο και­ρὸ ἀ­κό­μα, γιὰ νὰ μὴν πά­θω στε­ρη­τι­κά. Με­τὰ τὸν θά­να­το τοῦ παπ­ποῦ, εἴ­χα­με πέν­θος καὶ γιὰ μῆ­νες ζού­σα­με μὲ μι­σό­κλει­στα παν­τζού­ρια, ἐ­νῶ οἱ κα­θρέ­φτες ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νοι μὲ μαῦ­ρα πα­νιὰ κι ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν στὴν κά­μα­ρά μας τὰ βρά­δια καὶ μᾶς ἔ­λε­γε νὰ μὴν σκᾶ­με, για­τί ὁ παπ­ποὺς ἦ­ταν γέ­ρος κι ἄλ­λω­στε ἤ­μα­σταν τυ­χε­ροὶ ποὺ εἴ­χα­με τοὺς γο­νεῖς μᾶς ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη ἀ­πὸ δί­πλα.

      Ὅ­ταν, ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ λί­γο, μά­θα­με ὅ­τι ὁ μπαμ­πὰς ἦ­ταν ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μὲ τὴν κο­πέ­λα ἀ­πὸ τὴ Βουλ­γα­ρί­α ποὺ φρόν­τι­ζε τὸν παπ­ποὺ στὰ τε­λευ­ταῖ­α του κι ὅ­τι θὰ ἔ­φευ­γαν νὰ ζή­σουν στὸν τό­πο της, ἡ για­γιὰ μᾶς ἐ­ξή­γη­σε πὼς αὐ­τὸ κά­νουν οἱ ἄν­τρες, ρί­χνουν τὸν σπό­ρο τους κι ἔ­πει­τα μὴν τοὺς εἴ­δα­τε, κι ἄλ­λω­στε ἔ­τσι ἦ­ταν ἡ φύ­ση: τὰ παι­διὰ εἶ­ναι τῆς μά­νας. Ἐ­μεῖς ὅ­μως οὔ­τε τῆς μά­νας ἤ­μα­σταν, για­τί λί­γους μῆ­νες ἀρ­γό­τε­ρα ἡ δι­κή μας γνώ­ρι­σε τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη ποὺ ἦ­ταν ὑ­πάλ­λη­λος στὴν τρά­πε­ζα καὶ πῆ­γε νὰ ζή­σει μα­ζί του σὲ ἕ­να ρε­τι­ρὲ στὸ Παγ­κρά­τι χω­ρὶς ἐ­μᾶς. Ἀ­πὸ τό­τε ἡ για­γιὰ ἐρ­χό­ταν κά­θε βρά­δυ στὸ δω­μά­τιό μας καὶ προ­σευ­χό­μα­σταν πα­ρέ­α νὰ τὴ συγ­χω­ρή­σει ὁ Θε­ὸς ποὺ ἀ­νάγ­κα­σε τοὺς γο­νεῖς μας νὰ παν­τρευ­τοῦν στὰ δε­κα­ε­φτὰ για­τί ἡ μά­να μου ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος σὲ μέ­να καὶ νὰ τὴν ἔ­χει κα­λά, για­τί ἂν πά­θαι­νε κά­τι, ἐ­μεῖς θὰ κα­τα­λή­γα­με σὲ ἵ­δρυ­μα.

     Συ­νε­χί­σα­με νὰ τρῶ­με τὶς Κυ­ρια­κὲς κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια καὶ τὶς Τε­τάρ­τες γε­μι­στὰ ὥ­σπου τὰ σι­χά­θη­κα, ἀλ­λὰ δὲν εἶ­πα κου­βέν­τα, για­τί ἡ μι­κρὴ δὲν ἔ­βα­ζε τί­πο­τα ἄλ­λο στὸ στό­μα της ὅ­λη τὴ βδο­μά­δα κι ἔ­τσι γιὰ και­ρὸ δὲν ἄλ­λα­ξαν πολ­λά, ὥ­σπου κά­ποι­α στιγ­μὴ ἡ για­γιὰ ἔ­κα­νε ἐ­ξε­τά­σεις καὶ βρῆ­καν τὰ λευ­κά της κα­τε­βα­σμέ­να.

     Τό­τε μᾶς πῆ­ρε καὶ πή­γα­με στὸν συμ­βο­λαι­ο­γρά­φο νὰ μᾶς γρά­ψει τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α καὶ νὰ μᾶς ἀ­φή­σει ὅ­λα της τὰ λε­φτά, ἐ­νῶ στὴ μα­μὰ ἄ­φη­σε τὰ ἔ­πι­πλα ποὺ ἦ­ταν ἀν­τί­κες καὶ λί­γα κο­σμή­μα­τα γιὰ νὰ μὴν θυ­μώ­σει μα­ζί μας καὶ μᾶς κό­ψει τὴν κα­λη­μέ­ρα.

     Τέ­λος μ’ ἔ­βα­λε κά­τω καὶ μοῦ ‘μα­θε νὰ φτιά­χνω κοκ­κι­νι­στὸ καὶ γε­μι­στὰ καὶ μὲ ἔ­βα­λε νὰ πά­ρω ὅρ­κο ὅ­τι θὰ τὰ φτιά­χνω στὴ μι­κρὴ γιὰ ὅ­λη τὴν ὑ­πό­λοι­πη ζω­ή μας. Ὅ­ταν πιὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ ση­κω­θεῖ ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι, μα­γεί­ρευ­α ἐ­γὼ κι ὅ­ταν δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ πιά­σει οὔ­τε κου­τά­λι, τὴν τά­ι­ζα ὥ­σπου λί­γες βδο­μά­δες ἀ­φό­του ἔ­κλει­σα τὰ δε­κα­ο­χτώ, πέ­θα­νε στὸν ὕ­πνο της μιὰ νύ­χτα.

     Ἡ μα­μὰ ἦρ­θε τό­τε νὰ μεί­νει λί­γο και­ρὸ μα­ζί μας κι ὅ­σο ἦ­ταν ἐ­κεῖ, μά­ζευ­ε τὰ πράγ­μα­τα κι ὅ­ταν τε­λεί­ω­σε μὲ ὅ­λα, ἔ­στει­λε με­τα­φο­ρι­κὴ νὰ πά­ρει τὰ ἔ­πι­πλα, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ κρε­βά­τια μας γιὰ νὰ ἔ­χου­με κά­που νὰ κοι­μό­μα­στε καὶ τὸ τρα­πέ­ζι τῆς κου­ζί­νας για­τί δὲν ἦ­ταν ἀν­τί­κα. Ἀ­πὸ τό­τε τρι­γυ­ρί­ζα­με στὰ ἄ­δεια δω­μά­τια, κοι­τά­ζα­με τὰ ση­μά­δια στοὺς τοί­χους καὶ τὰ σα­νί­δια, κι ἐ­γὼ σκε­φτό­μουν πῶς ἔ­γι­νε κι ὅ­λοι ἔ­φυ­γαν κι ἔ­δι­να ὅρ­κο ὅ­τι τὴ μο­νο­κα­τοι­κί­α αὐ­τὴ πο­τὲ δὲν θὰ τὴν ἐγ­κα­τέ­λει­πα. Ὕ­στε­ρα ὅ­ταν ξε­θύ­μω­σα μὲ τὴ για­γιὰ ποὺ πῆ­γε καὶ πέ­θα­νε, ἔ­κλα­ψα ποὺ δὲν θὰ τὴν ξα­νά­βλε­πα καὶ σκέ­φτη­κα ὅ­τι μὲ ἕ­να βά­ψι­μο κι ἕ­να γυ­ά­λι­σμα ὅ­λα θὰ ἔ­σβη­ναν, για­τί ἕ­να σπί­τι ἦ­ταν μο­νά­χα, ἐ­νῶ αὐ­τὰ ποὺ ἔ­γι­ναν μέ­σα του – θέ­λα­με δὲν θέ­λα­με – θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν ἐ­μέ­να καὶ τὴ μι­κρὴ ὅ­που κι ἂν βρι­σκό­μα­σταν.

     Τὴν προ­η­γού­με­νη Κυ­ρια­κὴ ποὺ κά­να­με τὰ σα­ράν­τα, ἔ­φτια­ξα κοκ­κι­νι­στὸ μὲ μα­κα­ρό­νια κι ἦρ­θε ἡ μα­μὰ μὲ τὸν κύ­ριο Πα­να­γι­ώ­τη, φά­γα­με πα­ρέ­α, εἴ­πα­με δυ­ὸ λό­για γιὰ τὴ για­γιὰ κι ἔ­πει­τα μᾶς ἀ­πο­χαι­ρέ­τη­σαν. Τρεῖς μέ­ρες με­τά, ποὺ ἦ­ταν Τε­τάρ­τη, φώ­να­ξα τὴ μι­κρὴ καὶ τῆς εἶ­πα ὅ­τι δὲν θὰ φτι­ά­χνα­με γε­μι­στά, για­τί τὸ με­ση­μέ­ρι θὰ ἔ­παιρ­νε τὸ ἀ­ε­ρο­πλά­νο γιὰ τὴ Βουλ­γα­ρί­α καὶ ὅ­τι ἐ­κεί­νη θὰ ἔ­με­νε μα­ζὶ μὲ τὸν μπαμ­πὰ γιὰ λί­γα χρό­νια ἐ­νῶ ἐ­γὼ θὰ ἔ­βλε­πα τί θὰ ἔ­κα­να. Τό­τε, μοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν ἤ­θε­λε νὰ φύ­γω ἀ­πὸ κον­τά της ἀλ­λὰ οὔ­τε νὰ ἀ­φή­σει τὸ σπί­τι μας, κι ἐ­γὼ τὴν πῆ­ρα ἀγ­κα­λιὰ καὶ τῆς ἀ­πάν­τη­σα ὅ­τι σπί­τι ἤ­μα­στε ἐ­μεῖς, ἐ­γὼ κι ἐ­σὺ τῆς εἶ­πα ἤ­μα­στε σπί­τι κι ἔ­πει­τα ἐ­πί­α­σα τὸ χέ­ρι της, τὸ ἀ­κούμ­πη­σα στὸ μέ­ρος τῆς καρ­διᾶς μου κι ὕ­στε­ρα στὴ δι­κή της καρ­διὰ καὶ τῆς εἶ­πα ἐ­δῶ εἶ­ναι σπί­τι κι ἔ­πει­τα βγή­κα­με ἔ­ξω, κι ἀ­φοῦ τῆς εἶ­πα νὰ ρί­ξει μιὰ τε­λευ­ταί­α μα­τιὰ πρὸς τὰ μέ­σα, τὴν ἔ­βα­λα νὰ κλεί­σει πί­σω της τὴν πόρ­τα.



Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Ἀδαμαντινή Καβαλλιεράτου (Ἀθήνα, 1979). Διηγήματά της ἔχουν δια­κρι­θεῖ σὲ λογοτεχνικοὺς διαγωνισμοὺς, ἔχουν συμπεριληφθεῖ σὲ συλλο­γὲς κι ἔχουν δημοσιευτεῖ στὸ διαδίκτυο.


Νάνσυ Ἀγγελῆ: Μεγάλη ἰδέα


Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ


Με­γά­λη ἰ­δέ­α


Ο ΧΕΡΙ ΤΗΣ ξε­πρό­βαλ­λε μέ­σα ἀ­π’ τὰ σκε­πά­σμα­τα λί­γα δευ­τε­ρό­λε­πτα πρὶν χτυ­πή­σει ἡ ἀ­φύ­πνι­ση. Πά­τη­σε τὸ κουμ­πὶ ἀ­κύ­ρω­σης. Ἦ­ταν ξύ­πνια. Εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει ὅ­τι οἱ 8.30 εἶ­ναι μιὰ κα­λὴ ὥ­ρα γιὰ νὰ ση­κώ­νε­ται ἀ­π’ τὸ κρε­βά­τι —ἐν­νιὰ πα­ρὰ τέ­ταρ­το τὸ πο­λὺ ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ὄρ­θια— πα­ρὰ τὸ ὅ­τι δὲν τὴν πε­ρί­με­νε κα­νέ­νας καὶ τί­πο­τα. Ἂν ἐ­πέ­τρε­πε, ὡ­στό­σο, στὸν ἑ­αυ­τό της νὰ πα­ρα­κοι­μη­θεῖ οἱ τύ­ψεις θὰ τὴν χτυ­ποῦ­σαν ἀ­λύ­πη­τα γιὰ ὅ­λο τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ἡ­μέ­ρας. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι τὸ πρω­ι­νὸ θὰ περ­νοῦ­σε ἀ­νεμ­πό­δι­στο χω­ρὶς νὰ ἔ­χει ἀ­νάγ­κη τὴν βο­ή­θειά της, χω­ρὶς κὰν νὰ τὴν κοι­τά­ξει, μὰ ἐ­κεί­νη ἐ­πέ­με­νε πει­σμα­τι­κὰ ν’ ἀ­δρά­ξει τὴ μέ­ρα ἢ του­λά­χι­στον αὐ­τὸ προ­σποι­οῦν­ταν. Τὶς φο­ρὲς ποὺ ἔ­νι­ω­θε πραγ­μα­τι­κὰ ἐ­ξου­θε­νω­μέ­νη ἀ­π’ τὴν μα­ται­ό­τη­τα τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς αὐ­τῆς προ­σπά­θειας καὶ δε­δο­μέ­νου ὅ­τι δὲν τὴν κοί­τα­ζε κα­νείς, φο­ροῦ­σε βα­ρι­ε­στη­μέ­να τὶς παν­τό­φλες, κούμ­πω­νε τὴ ρόμ­πα καὶ ἔ­σερ­νε τὰ βή­μα­τά της ὣς τὴν κου­ζί­να, ὅ­που οἱ πρω­ι­νὲς ἀ­χτί­δες φω­τὸς ποὺ τρύ­πω­ναν ἀ­π’ τὸ πα­ρά­θυ­ρο τὴν ἔ­κα­ναν νὰ ξε­χνᾶ γιὰ λί­γο τὸ κε­νὸ ποὺ φώ­λια­ζε μέ­σα της καὶ χα­μο­γε­λοῦ­σε ἀ­χνά. Ἄλ­λες φο­ρὲς ξυ­πνοῦ­σε ἀ­νε­ξή­γη­τα αἰ­σι­ό­δο­ξη καὶ τά­χα φου­ρι­ό­ζα ἀπ΄ τὴ χα­ρὰ ἔ­σπευ­δε στὴν κου­ζί­να, ἄ­νοι­γε τὰ πα­ρά­θυ­ρα, ἔ­παιρ­νε βα­θι­ὲς ἀ­νά­σες εὐ­γνω­μο­σύ­νης καὶ ἔ­φτια­χνε τὸν κα­φὲ κά­νον­τας τὸ κου­τα­λά­κι ν’ ἀν­τη­χεῖ χα­ρού­με­να. Ἔ­χε­τε πα­ρα­τη­ρή­σει πο­τὲ ὅ­τι οἱ χα­ρού­με­νοι καὶ εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι θο­ρυ­βώ­δεις, ἐ­νῶ ὅ­σοι εἶ­ναι θλιμ­μέ­νοι ἔ­χουν τὴν τά­ση νὰ φο­βοῦν­ται πάν­τα μή­πως ἐ­νο­χλή­σουν μὲ τὶς κι­νή­σεις τους, τὶς ὁ­ποῖ­ες ἀ­πο­σι­ω­ποῦν, μὴ καὶ τρα­βή­ξουν τὴν προ­σο­χή;

        Ὅ­πως καὶ νὰ ’χει, καὶ πα­ρὰ τὶς ἀ­χτί­δες φω­τός, τὰ πρω­ϊ­νὰ περ­νοῦ­σαν συ­νή­θως ἀρ­γὰ καὶ βα­σα­νι­στι­κά. Κά­θον­ταν στὸ αὐ­το­σχέ­διο γρα­φεῖ­ο καὶ τὸ πρῶ­το ποὺ ἔ­κα­νε ἦ­ταν νὰ ἀ­νοί­ξει τὰ μέ­ηλ της. Στὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα ποὺ με­σο­λα­βοῦ­σαν με­τα­ξύ τοῦ πρώ­του καὶ τοῦ δεύ­τε­ρου κλὶκ τοῦ πον­τι­κιοῦ, ὅ­ταν εἶ­χε πιὰ πα­τή­σει «ἄ­νοιγ­μα», ἡ καρ­διά της πάν­τα φτε­ρού­γι­ζε ἀ­κα­τά­στα­τα γε­μά­τη προσ­δο­κί­α, κι ὕ­στε­ρα, τοὺς γορ­γοὺς χτύ­πους δι­α­δέ­χον­ταν χτύ­ποι βα­ριοί, ἄ­με­ση συ­νέ­πεια τῆς ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης ποὺ τὴν κα­τέ­κλυ­ζε στὴ θέ­α τῆς ἔν­δει­ξης «Κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα». Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα ἦ­ταν αὐ­τὴ ἡ προσ­δο­κί­α, ἡ τυ­φλὴ σχε­δὸν ἐλ­πί­δα ποὺ ἀ­πο­δει­κνύ­ον­ταν μῆ­νες τώ­ρα, χρό­νος σχε­δόν, μά­ται­α. Χω­ρὶς τὴν προσ­δο­κί­α, δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε ἴ­σως ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση. Μὰ τὸ ’χε βί­τσιο ἀ­πὸ πάν­τα νὰ πι­στεύ­ει ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λὺ στὸν ἑ­αυ­τό της. Εἶ­χε ἀ­πὸ μι­κρὴ αὐ­τὴν τὴν ἰ­δέ­α ὅ­τι κά­πο­τε θὰ ἔ­κα­νε κά­τι με­γά­λο, κά­τι σπου­δαῖ­ο, κά­τι ἀ­ξι­ό­λο­γο γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια. Τώ­ρα τό ‘βλεπε ὅ­τι αὐ­τὴ ἡ ἀ­κρά­δαν­τη πί­στη ποὺ μπο­ρεῖ νὰ τῆς χά­ρι­σε χρό­νια σε­βα­σμοῦ ἀ­πὸ φί­λους, γνω­στοὺς καὶ συμ­μα­θη­τὲς στὰ νε­α­νι­κά της χρό­νια, δὲν ἦ­ταν πιὰ τί­πο­τα πα­ρα­πά­νω πα­ρὰ ἡ σα­νί­δα σω­τη­ρί­ας μιᾶς αἰ­θε­ρο­βά­μονος καὶ κα­λο­μα­θη­μέ­νης ἄ­νερ­γης. Δὲν εἶ­ναι ὅ­τι δὲν προ­σπα­θοῦ­σε νὰ βρεῖ δου­λειά, ἁ­πλῶς δὲν ἔ­φτα­νε πο­τὲ νὰ τὴν θε­ω­ρεῖ τό­σο ἀ­να­πό­φευ­κτα ἀ­πα­ραί­τη­τη γι’ αὐ­τήν, ὥ­στε νὰ κά­νει τ’ ἀ­δύ­να­τα δυ­να­τὰ γιὰ μιὰ πρόσ­λη­ψη. Ἔ­νι­ω­θε, βα­θιὰ μέ­σα της, κά­πως ὑ­πε­ρά­νω, κι αὐ­τό, ναὶ τώ­ρα τό ‘βλέ­πε, τὴν ἔ­κα­νε νὰ κοι­τά­ζει τὸν κό­σμο μὲ ἀ­πο­στρο­φὴ ἢ πα­ρά­πο­νο, ἀλ­λὰ ὄ­χι νὰ συμ­με­τέ­χει ἐ­νερ­γὰ σ’ αὐ­τόν. Μὲ ἄλ­λα λό­για, δὲν ἔ­φτα­νε πο­τὲ στὴ θέ­ση τοῦ νὰ τὴν χρει­ά­ζε­ται πραγ­μα­τι­κὰ ἀ­πελ­πι­σμέ­να, ὥ­στε νὰ πα­λέ­ψει, νὰ κυ­λι­στεῖ γιὰ νὰ τὴν ἀ­πο­κτή­σει, μιὰ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, θέ­ση ἐρ­γα­σί­ας μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ βγά­ζει τὰ πρὸς τὸ ζεῖν. Ἔ­τσι, ἂν καὶ οἱ ἐκ­δό­τες καὶ οἱ με­τα­φρα­στι­κὲς ἑ­ται­ρεῖ­ες τῆς ἔ­κλει­ναν τὴν πόρ­τα, ἐ­κεί­νη εἶ­χε τὴν πο­λυ­τέ­λεια νὰ ἐ­πι­μέ­νει νὰ θέ­λει νὰ κά «μό­νο αὐ­τὸ ποὺ τῆς ἀ­ρέ­σει πραγ­μα­τι­κά», τὸ ὁ­ποῖ­ο στή­ρι­ζε φυ­σι­κὰ πά­νω στοὺς πυ­λῶ­νες αὐ­τῆς τῆς ἔμ­φυ­της ὑ­ψη­λῆς ἰ­δέ­ας γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Βέ­βαι­α, τὸ πέ­ρα­σμα τοῦ χρό­νου, ἡ ἀ­ναλ­γη­σί­α τῶν τε­λευ­ταί­ων αὐ­τῶν μη­νῶν χω­ρὶς «κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα» ἀ­πάν­τη­σης στὰ χι­λιά­δες βι­ο­γρα­φι­κὰ ποὺ εἶ­χε στεί­λει, τὴν εἶ­χε ἀ­φή­σει ἀρ­κε­τὰ τσα­κι­σμέ­νη ἀ­πὸ ἄ­πο­ψη πε­ρη­φά­νιας. Πα­ραλ­λή­λι­ζε τὴν εἰ­κό­να της μ’ αὐ­τὴν κά­ποι­ου ποὺ ἐ­νῶ πα­σχί­ζει νὰ ἰ­σι­ώ­σει τὸ πα­πι­γιόν του ὅ­ταν βρί­σκε­ται μπρο­στὰ στὸν κό­σμο, ἡ ἀ­να­μαλ­λι­α­σμέ­νη του ὄ­ψη καὶ τὸ φθαρ­μέ­νο του σα­κά­κι, μαρ­τυ­ροῦν, ἐν­τού­τοις, ἄ­θε­λά τους μὰ εὔ­γλωτ­τα, τὸν ξε­πε­σμὸ καὶ τὴν πλα­στὴ εὐ­πρέ­πεια, ὅ­ταν ἀ­παν­τοῦ­σε χα­μο­γε­λα­στὰ «εἶ­μαι με­τα­φρά­στρια» στὴν καί­ρια καὶ ὁ­μο­λο­γου­μέ­νως κου­ρα­στι­κὰ ἐ­πα­να­λαμ­βα­νό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση «τί δου­λειὰ κά­νε­τε;». Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­παν­τή­σει «λο­γί­στρια» ἢ «δα­σκά­λα» ἢ «φουρ­νά­ρισ­σα» ἢ «νο­σο­κό­μα», ὁ­τι­δή­πο­τε, δὲν εἶ­χε ση­μα­σί­α, ἀρ­κεῖ νὰ ἔ­δι­νε τὴν ἀ­πάν­τη­ση στὸ σω­στὸ χρό­νο καὶ μὲ φυ­σι­κό­τη­τα, ἀ­μέ­σως με­τὰ τὴν ἐ­ρώ­τη­ση, χω­ρὶς ν’ ἀ­φή­σει νὰ με­σο­λα­βή­σουν δευ­τε­ρό­λε­πτα, ἀ­πο­σι­ω­πη­τι­κὰ ἢ με­τέ­ω­ρες μα­τι­ές, δεύ­τε­ρες σκέ­ψεις ἢ ὑ­πο­ψί­ες. Για­τὶ ὁ κό­σμος ἤ­ξε­ρε. Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κά­τι δὲν πά­ει κα­λὰ μ’ ἐ­κεί­νη, κι ἴ­σως νὰ πί­στευ­αν ὅ­τι ἦ­ταν ἄ­χρη­στη ἢ ἀ­κό­μη τεμ­πέ­λα. Κι ἐ­κεί­νη ντρέ­πον­ταν, μὰ πῶς νὰ τοὺς ἐ­ξη­γή­σει καὶ πῶς νὰ τὴν πι­στέ­ψουν, ὅ­τι ἐ­νῶ αὐ­τὴ προ­σπα­θοῦ­σε ἦ­ταν οἱ ἄλ­λοι αὐ­τοὶ ποὺ τῆς ἔ­κλει­ναν τὶς πόρ­τες, κι ἐ­κεί­νη, ὤ ἐ­κεί­νη, ἦ­ταν πο­λὺ πε­ρή­φα­νη γιὰ νὰ ξα­να­χτυ­πή­σει. Ἔ­τσι, ὅ­σο περ­νοῦ­σε ὁ και­ρὸς καὶ οἱ δου­λει­ὲς τοῦ σπι­τιοῦ τὴν ἀ­πορ­ρο­φοῦ­σαν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὶς ἄλ­λες, τὶς ἐκ­δο­τι­κές της ἀ­σχο­λί­ες, ἡ αἴ­σθη­ση ὅ­τι εἶ­ναι ἴ­σως τε­λι­κά, πα­ρὰ τὰ με­γά­λα ὄ­νει­ρα, ἕ­να πλά­σμα δί­χως ἔρ­γο, τὴν ἔ­ζω­νε ὅ­λο καὶ πιὸ σφι­χτά. Τό­τε πα­ρά­παι­ε ἐ­πι­κίν­δυ­να με­τα­ξὺ αὐ­το­σε­βα­σμοῦ καὶ αὐ­το­μα­στί­γω­σης καὶ ἔ­φτα­νε στὸ ση­μεῖ­ο νὰ ζη­λεύ­ει φρι­χτὰ κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο πο­τὲ πρὶν δὲν εἶ­χε νι­ώ­σει πα­ρὰ μο­νά­χα ἀ­δι­α­φο­ρί­α: τὸν ἀν­θρώ­πι­νο μό­χθο κι αὐ­τὸν ποὺ γυ­ρί­ζει τὰ βρά­δια σπί­τι κου­ρα­σμέ­νος.

        Ση­κώ­θη­κε ἀ­κρι­βῶς στὶς 8.40, σύμ­φω­να μὲ τὸ τε­λε­τουρ­γι­κό τῶν τε­λευ­ταί­ων μη­νῶν. Ἡ ἀ­νερ­γί­α, εἶ­χε κι αὐ­τὴ τὸ δι­κό της ὡ­ρά­ριο, τὴ δι­κή της ρου­τί­να. Ὁ ἐ­λεύ­θε­ρος χρό­νος τῆς πε­ρίσ­σευ­ε τό­σο ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ φρον­τί­ζει νὰ γί­νον­ται ὅ­λα μέ­σα σὲ προ­κα­θο­ρι­σμέ­να χρο­νι­κὰ δι­α­στή­μα­τα, ἀλ­λι­ῶς ἡ βα­ρε­μά­ρα θὰ τὴν κα­τά­πι­νε ἀ­νε­πι­στρε­πτί. Αὐ­τὸ τὸ πρω­ι­νὸ δὲν δι­έ­φε­ρε ἀ­π’ ὅ­λα τὰ προ­η­γού­με­να. Κα­μιὰ προ­αί­σθη­ση, κα­μιὰ ἀ­πει­λή, κα­νέ­νας ἦ­χος δὲν δι­α­τά­ρασ­σε τὴ γα­λή­νη τοῦ ἄ­δει­ου σπι­τιοῦ. Ἄ­νοι­ξε τὸν ὑ­πο­λο­γι­στή. Κα­νέ­να νέ­ο μή­νυ­μα. Ἡ ἔκ­φρα­ση τοῦ προ­σώ­που της δὲν μαρ­τυ­ροῦ­σε πολ­λά. Κά­τι με­τα­ξὺ καρ­τε­ρι­κό­τη­τας, ἀ­να­κού­φι­σης καὶ ἀ­πο­γο­ή­τευ­σης ταυ­τό­χρο­να. Ἔ­βα­λε ἀ­θό­ρυ­βα τὸ κε­φά­λι της νὰ φω­λιά­σει μέ­σα στὰ μπρά­τσα της κι ἔ­μει­νε ἐ­κεῖ.



Πη­γή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διη­γη­μά­των Μιὰ μέρα ἀ­πό­λυτης ἡ­συ­χίας (Πα­ρά­ξε­νες Μέρες, 2015).

Νάν­συ Ἀγ­γε­λὴ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ζεῖ στὴν Ἱ­σπα­νί­α ὅ­που ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν λο­γο­τε­χνι­κὴ με­τά­φρα­ση καὶ τὴν δι­δα­σκα­λί­α ξέ­νων γλωσ­σῶν. Εἶ­ναι τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­της τοῦ ἰ­στό­το­που γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα «Πλα­νό­διον- Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι». Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις τῆς συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται σὲ δι­ά­φο­ρα πε­ρι­ο­δι­κὰ τοῦ δι­α­δι­κτύ­ου κα­θὼς καὶ στὰ συλ­λο­γι­κὰ ἔρ­γα «Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι» (2014- 2016), ἐκδ. Γα­βρι­η­λί­δης. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει δυ­ὸ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Σμί­λη κυ­κλο­φο­ρεῖ ἡ συλ­λο­γὴ μι­κρῶν πε­ζῶν Ἡ νο­η­τὴ εὐ­θεί­α ποὺ ἑ­νώ­νει ἕ­να σῶ­μα μ’ ἕ­να ἄλ­λο. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/



		

	

Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi): Ἡ Ἀγάπη σὲ κάνει καινούργιο


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi)


Ἡ Ἀ­γά­πη σὲ κά­νει και­νούρ­γιο

(Love is always an innovation)


ΟΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕ στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἦ­ταν ἕ­να φτη­νὸ μέ­ρος μὲ κα­κὴ θέ­α. Θὰ χώ­ρι­ζαν, αὐ­τὸ εἶ­χαν πεῖ, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ τε­λευ­ταί­α τους συ­νεύ­ρε­ση. Θὰ ἦ­ταν ἄ­γρια, ὅ­σο πιὸ ἄ­γρια γι­νό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ εἶ­χε φτά­σει νω­ρί­τε­ρα γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὸ μυα­λό της. Ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει τὸ τη­λέ­φω­νό της ἀ­νοι­χτὸ γι’ αὐ­τόν, ἀλ­λὰ τὰ παι­διά της κι ὁ Πί­τερ τῆς ἔ­στελ­ναν συ­νέ­χεια μη­νύ­μα­τα. Ἐ­κεί­νη εἶ­χε πά­ει σὲ ἕ­ναν ἄρ­ρω­στο φί­λο ποὺ πέ­θαι­νε. Χα­χά­νι­ζε, κα­θὼς ἔ­λε­γε ψέ­μα­τα, ἀλ­λὰ τὴν ἄ­φη­σαν ἥ­συ­χη, οἱ μό­νοι ποὺ εἶ­χε στὸν κό­σμο. Ἡ οἰ­κο­γέ­νειά της ἦ­ταν σὰν οἰ­κο­γέ­νεια, τῆς ἄ­ρε­σε νὰ λέ­ει. Κι ἐ­κεῖ­νος, ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμός, ἦ­ταν κα­θ’ ὁ­δόν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο. Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ ἐ­ξά­σκη­ση, εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ ἐ­κτι­μά­ει τὴ βι­αι­ό­τη­τα στὸ κρε­βά­τι. Δὲν ἦ­ταν πο­τὲ ἐ­πι­δει­ξί­ας. Δὲν ὑ­πῆρ­ξε πο­τὲ τί­πο­τε ἄλ­λο ἀ­πὸ ἀ­ξι­ο­πρε­πής. Τί δι­α­φο­ρὰ ἔ­κα­νε αὐ­τὸ στὴ ζω­ή της! Μὲ ὅ­λα τὰ ἄλ­λα νὰ πρέ­πει νὰ ἀλ­λά­ξουν καὶ νὰ ἀ­να­δι­ορ­γα­νω­θοῦν γιὰ νὰ ἀ­να­γνω­ρί­σει τὸν ἑ­αυ­τό της, τὸ και­νού­ριο αὐ­τὸ ἄ­το­μο.

        Μέ­χρι αὐ­τὸν ἐ­δῶ, εἶ­χε πά­ει μὲ πέν­τε ἢ ἕ­ξι ἄν­τρες καὶ εἶ­χε τὰ μά­τια της κλει­στὰ στὴ διά­ρκεια. Νευ­ρι­κὴ καὶ ἀρ­κε­τὰ ἀγ­χω­μέ­νη, ὥ­στε νὰ αἰ­ω­ρεῖ­ται στὸν κό­σμο ἀ­πὸ τὴν ἀ­νη­συ­χί­α της, εἶ­χε τρέ­ξει μα­κριὰ ἀ­πὸ ὅ,τι χρει­α­ζό­ταν. Πί­στευ­ε πὼς ἔ­τσι ἦ­ταν οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι. Ντρε­πό­ταν. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἀ­πο­δε­χτεῖ τὸ τραῦ­μα. Ἔ­κα­νε τὴν κα­λὴ γιὰ τὸ δι­κό της κα­λό. Με­ρι­κὲς φο­ρές, πρέ­πει νὰ ἀ­φή­νεις τοὺς ἄλ­λους νὰ σὲ μι­σοῦν.

        Ὁ κύ­ριος Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸς ἦ­ταν ὁ μό­νος ποὺ τοῦ ἄ­ρε­σε νὰ μι­λά­ει. Τὴ ρω­τοῦ­σε τί ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε, τῆς ἐ­ξη­γοῦ­σε τί ἤ­θε­λε νὰ κά­νει. «Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα σου νὰ βά­λω τὰ δά­χτυ­λά μου, σκύ­ψε, ἄ­νοι­ξε τὸν ἑ­αυ­τό σου. Δεῖ­ξε μου. Πρέ­πει νὰ δῶ.» Τὴν ἔ­κα­νε κι ἐ­κεί­νη νὰ μι­λά­ει. Τὶς χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σε τὶς λέ­ξεις τώ­ρα. Βλέ­πεις, οἱ δυ­ό τους ἦ­ταν τὸ κά­τι ἄλ­λο.

        Ἕ­νας χον­τρός, τρι­χω­τὸς καὶ πο­λυ­ά­σχο­λος ἄν­τρας, ἕ­να γου­ρού­νι, ἕ­νας πω­λη­τής, ἕ­νας ψεύ­της καὶ ἀ­λα­ζό­νας, μὲ μιὰ φω­νὴ πιὸ φαλ­λι­κὴ ἀ­πὸ τὴν ψω­λή του. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ πή­γαι­νε μὲ τὸν κύ­ριο Ἀ­πο­χαι­ρε­τι­σμὸ κα­τέ­φε­ρ­ε ἕ­να πλῆγ­μα σὲ ὅ,τι γνώ­ρι­ζε. Τὴν ἔ­κα­νε τό­σο ἀ­βὰν-γκὰρντ ποὺ ἤ­θε­λε νὰ τοῦ κό­ψει τὸ πρό­σω­πο μὲ τὰ δόν­τια, νὰ τὸ με­τα­φέ­ρει μα­κριὰ καὶ νὰ ἀ­ναγ­κά­σει ὅ­ποι­ον ἤ­ξε­ρε νὰ τὸ φο­ρά­ει.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ ξε­νο­δο­χεῖ­ο, κοι­τών­τας ἔ­ξω μὲ τὶς πα­λά­μες ἀ­κουμ­πι­σμέ­νες στὸ πα­ρά­θυ­ρο, ἐ­νῶ ἀ­ε­ρο­πλά­να δι­έ­σχι­ζαν τὸν οὐ­ρα­νό. Ὁ κό­σμος κι­νοῦν­ταν πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­σο θὰ πε­ρί­με­νες. Ἔ­βγα­λε τὰ ροῦ­χα της, τὰ πέ­τα­ξε κά­τω καὶ βά­δι­σε στὸ δω­μά­τιο μὲ τὰ πα­πού­τσια της, γυ­μνὴ μέ­σα σὲ ἕ­να κου­τί, νι­ώ­θον­τας πιὸ ἐ­λεύ­θε­ρη ἔ­τσι.

        Εἴ­μα­στε ἀ­νώ­μα­λοι στὴ φαν­τα­σί­α μας κι ἐ­κεί­νη δὲν ἦ­ταν ὁ ἑ­αυ­τός της, ὅ­πως λέ­νε. Τό­τε, ξέ­ρεις πὼς δὲν ἔ­χεις τὸν ἔ­λεγ­χο τοῦ ἐ­αυ­τοῦ σου. Ὁ Ἔ­ρω­τας τὴν ἔ­σπρω­χνε πα­ρα­πέ­ρα καὶ τὸ σὲξ δὲν ἀ­πο­τε­λεῖ δι­και­ο­σύ­νη, ἀ­πο­φά­σι­σε. Ἡ ἐ­πι­θυ­μί­α καὶ ἡ ἀ­η­δί­α ἦ­ταν ἀ­γα­πη­μέ­νες δί­δυ­μες: ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι βί­αι­η καὶ μι­ση­τή. Ἔ­γρα­φε λί­στες μὲ ἐ­πι­θυ­μί­ες γιὰ νὰ θυ­μί­σει στὸν ἑ­αυ­τὸ της ποι­ό εἶ­δος μι­ση­τῆς εἶ­χε στὸ μυα­λό της. Ἀ­κό­μα δὲν κα­τα­νο­οῦ­σε ἀ­πὸ ποῦ πή­γα­ζε ὅ­λη αὐ­τὴ ἡ ἀλ­λα­γὴ ἢ ποι­όν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ρω­τή­σει γι’ αὐ­τό.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Στὰ εἴ­κο­σι τῆς εἶ­χε πεῖ κά­ποι­ος πὼς δὲν θὰ κα­τα­νο­οῦ­σε τὸ πά­θος προ­τοῦ φτά­σει στὰ σα­ράν­τα ἢ δὲν θὰ τὸ ἄν­τε­χε πρὶν τὰ σα­ράν­τα πέν­τε της. Ἀ­κό­μα καὶ τό­τε, δὲν θὰ ἦ­ταν πο­λὺ ἀρ­γά. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά: τί προ­ει­δο­ποί­η­ση! Ἦ­ταν ἀ­λή­θεια, ὅ­μως, δὲν εἶ­χε ἰ­δέ­α τί μπο­ρεῖ νὰ κά­νει ἕ­να σῶ­μα. Ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χα­ρι­στεῖς ὅ­ποι­ον σὲ κά­νει τό­σο πα­ρά­λο­γο.

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα ἡ λα­γνεί­α της ἦ­ταν πο­λὺ με­τρι­α­σμέ­νη ἀ­πὸ κά­τι ὅ­πως ἡ ἀ­γά­πη. Ὅ­ταν ἔ­βλε­πε τὸ πρό­σω­πό του ἦ­ταν πιὸ τρυ­φε­ρὴ ἀ­π’ ὅ­σο σκό­πευ­ε, τὸν φι­λοῦ­σε πά­ρα πο­λύ. Τὴν εἶ­χε γδύ­σει ὡς τὸ με­δού­λι της. Λέ­νε πὼς πρέ­πει νὰ μά­θεις νὰ ζεῖς χω­ρὶς νὰ βα­σί­ζε­σαι σὲ ἄλ­λους. Κι ἂν εἶ­ναι τό­σο κα­λοὶ γιὰ σέ­να ποὺ ξε­χνᾶς ὅ­λα τὰ ἄλ­λα;

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σκέ­φτη­κε νὰ μπεῖ κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι γιὰ νὰ τὸν ξαφ­νιά­σει ὅ­ταν θὰ ἐρ­χό­ταν. Θὰ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ σα­στι­σμέ­νος καὶ θὰ ἄρ­χι­ζε νὰ κα­τα­λα­βαί­νει πῶς θὰ ἦ­ταν χω­ρὶς ἐ­κεί­νη, πὼς πέ­ρα ἀ­πὸ δῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε εὐ­τυ­χί­α. Ἴ­σως κα­θό­ταν. Μπο­ρεῖ νὰ συλ­λο­γι­ό­ταν.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ τὸν τρο­μά­ξει. Ἤ­θε­λε νὰ κα­πνί­σει, ἀλ­λὰ τὰ πα­ρά­θυ­ρα δὲν ἄ­νοι­γαν. Ἀ­να­ρω­τή­θη­κε ἂν τοῦ ἄ­ρε­σε, για­τὶ εἶ­χε κα­ταρ­ρεύ­σει στὸ πα­ρελ­θὸν καὶ τὴν εἶ­χαν κλεί­σει σὲ κλι­νι­κὴ ἐ­πει­δὴ εἶ­χε ἀ­νε­ξέ­λεγ­κτο μυα­λό. Ἴ­σως νὰ νό­μι­ζε πὼς ἄν­θρω­ποι σὰν ἐ­κεί­νη, θὰ ἔ­κα­ναν τὰ πάν­τα.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ σύν­το­μα, ὅ­πως λέ­νε, αὐ­τὸ θὰ ἦ­ταν. Εἶ­χαν κά­νει ὁ­τι­δή­πο­τε δυ­ὸ ἄν­θρω­ποι μπο­ροῦν νὰ κά­νουν μα­ζί. Ἀ­κό­μα τὸν ἤ­θε­λε, θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ κά­νει πά­λι, ἀλ­λὰ εἶ­χε οἰ­κο­γέ­νεια. Ἐ­κεῖ­νος ἤ­θε­λε μιὰ φι­λε­νά­δα νὰ μοι­ρά­ζε­ται τὸ κρουα­σάν του, ὄ­χι μιὰ τρε­λά­ρα νὰ ψά­χνει ἕ­να δω­μά­τιο γιὰ νὰ τὴ βρεῖ.

        Ἦ­ταν στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ πε­ρί­με­νε νὰ δεῖ τὶς γκρί­ζες του σό­λες. Σύν­το­μα, θὰ ἐγ­κα­τέ­λει­πε αὐ­τὸ ποὺ ἀ­πο­λάμ­βα­νε πε­ρισ­σό­τε­ρο γιὰ νὰ ξα­ναμ­πεῖ στὴ φυ­λὴ τῶν Ἀ­γά­μη­των. Ἐ­κεῖ­νος τὴν ἔ­κα­νε νὰ γε­λά­ει, ἀλ­λὰ ἐ­κεί­νη εἶ­χε ἀρ­χί­σει νὰ τὸν κά­νει νὰ βα­ρι­έ­ται. Οἱ τρε­λοὶ εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ δι­ώ­χνουν τοὺς ἄλ­λους. Φο­βό­ταν νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σει, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ὅ­σο φο­βό­ταν τὸν θά­να­το. Τὸ πά­θος ἔ­κα­νε τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη ζω­ὴ ἀ­δύ­να­τη καὶ κλό­νι­ζε τὸ ση­μεῖ­ο μη­δὲν τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, εὐ­τυ­χῶς.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου. Ἀ­πο­λάμ­βα­νε τὰ παι­διά της, τὸ κα­θῆ­κον της ἦ­ταν νὰ φρον­τί­ζει τὸν ἄρ­ρω­στο σύ­ζυ­γό της. Μα­ζί του ἦ­ταν σὰν νὰ προ­σπα­θεῖς νὰ κά­νεις ἔ­ρω­τα μὲ τὴ μά­να σου. Ἠ­θι­κὴ ἦ­ταν νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­πεις αὐ­τὸ ποὺ ἀ­γα­πᾶς γιὰ νὰ ἱ­κα­νο­ποι­ή­σεις κά­ποι­ον ποὺ ἀν­τι­πα­θεῖς. Τώ­ρα, εἶ­χε ἀ­να­κα­λύ­ψει πὼς αὐ­τὸς ὁ ἄ­σχη­μος ἄν­τρας ἦ­ταν ὅ,τι κα­λύ­τε­ρο. Πῶς συμ­βα­δί­ζουν, ὅ­μως, αὐ­τὲς οἱ ἰ­δέ­ες;

        Τὸν πε­ρί­με­νε καὶ ὑ­πῆρ­χαν πολ­λὰ ποὺ δὲν ἤ­θε­λε νὰ μά­θει. Με­τὰ ἀπ’ αὐ­τό, θὰ προ­σπα­θοῦ­σε μὲ μα­νί­α νὰ ξε­χά­σει τὰ πράγ­μα­τα ποὺ εἶ­χαν τὴ με­γα­λύ­τε­ρη ση­μα­σί­α γιὰ κεί­νη.

        Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου τὶς ὧ­ρες, τὰ λε­πτά, τὰ δευ­τε­ρό­λε­πτα προ­τοῦ ἐ­κεῖ­νος γί­νει φάν­τα­σμα κι ἐ­κεί­νη ἔρ­θει στὰ συγ­κα­λά της. Τὸν πε­ρί­με­νε στὸ δω­μά­τιο τοῦ ξε­νο­δο­χεί­ου καὶ ὁ­ποι­οσ­δή­πο­τε ὁ­που­δή­πο­τε πε­ρι­μέ­νει ὁ­τι­δή­πο­τε, πε­ρι­μέ­νει τὴν ἀ­γά­πη.



Πη­γή: Hanif Kureishi, What Happened? Faber & Faber (2019).


Χα­νὶφ Κι­ου­ρέ­ι­σι (Hanif Kureishi) (Κέντ, Ἀγ­γλί­α, 1954). Σπού­δα­σε φι­λο­σο­φί­α στὸ Κὶν­γκς Κό­λε­τζ τοῦ Λον­δί­νου. Γρά­φει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα, θε­α­τρι­κὰ ἔρ­γα, σε­νά­ρια καὶ δο­κί­μια. Ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Whitbread γιὰ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νο συγ­γρα­φέ­α τὸ 1990 γιὰ τὸ βι­βλί­ο του Ὁ Βού­δας τῶν Προ­α­στί­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων. Ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πολ­λὲς γλῶσ­σες καὶ τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν ἀ­νε­βεῖ μὲ με­γά­λη ἐ­πι­τυ­χί­α στὸ θέ­α­τρο, ἐ­νῶ τὰ σε­νά­ριά του ἔ­χουν γί­νει ται­νί­ες ἀ­πὸ σκη­νο­θέ­τες ὅ­πως ὁ Στί­βεν Φρί­αρς. Κα­τέ­χει τὸν τι­μη­τι­κὸ τί­τλο τοῦ Ἱπ­πό­τη τῶν Τε­χνῶν καὶ τῶν Γραμ­μά­των.


Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κη­ς (Ἀ­θή­να, 1972). Συγ­γρα­φέ­ας, με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας, ὑ­πο­τι­τλι­στής. Κά­το­χος δι­δα­κτο­ρι­κοῦ τί­τλου στὴ Σύγ­χρο­νη Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φή, Λο­γο­τε­χνί­α, Λο­γο­τε­χνι­κὴ καὶ Ὀ­πτι­κο­α­κου­στι­κὴ Με­τά­φρα­ση στὸ Hellenic American University στὴν Ἀ­θή­να.


 

Τά­σος Γου­δέ­λης: Κέρδη τοῦ χρόνου



Τά­σος Γου­δέ­λης


Κέρ­δη τοῦ χρό­νου

 

Ε ΤΟ ΧΡΟΝΟ γι­νό­μα­στε πιὸ ἐ­φευ­ρε­τι­κοὶ στὸν ὑ­παι­νιγ­μό: ἀ­πό­λυ­τα δι­α­κρι­τι­κοὶ ἀ­πέ­ναν­τί σὲ ὅ­σα ἄλ­λο­τε θὰ φρον­τί­ζα­με νὰ μᾶς φο­βί­ζουν. Για­τὶ, στὴ θέ­ση ἐ­κεί­νης τῆς ἡ­δο­νῆς μπρο­στὰ στὸν κίν­δυ­νο ποὺ κά­πο­τε προ­κα­λού­σα­με, βρί­σκε­ται τώ­ρα ὁ γνω­στός, ἀ­πτό­η­τος τρό­μος: πα­ρά­ξε­να, ὅ­μως, αὐ­τὸς μᾶς κά­νει εὑ­ρη­μα­τι­κοὺς οἰ­κο­δε­σπό­τες στὸ ἐ­περ­χό­με­νο. Δὲν μᾶς πα­ρα­λύ­ει, ὅ­πως θὰ ἦ­ταν φυ­σι­κό. Ἀν­τί­θε­τα, δι­ευ­κο­λύ­νει τὶς κι­νή­σεις μας. Μπο­ροῦ­με πιὰ ἀ­κό­μα καὶ νὰ μὴν ξυ­πνᾶ­με ἀ­πό­το­μα μπρο­στὰ στὰ ἀ­νοι­χτὰ μά­τια ποὺ μᾶς πα­ρα­κο­λου­θοῦν. Τη­ροῦ­με τὰ προ­σχή­μα­τα μὲ ὅ­σους, ὅ­πως κι ἐ­μεῖς, ἔ­χουν ἀ­κού­σει τὶς καμ­πά­νες τοῦ με­σο­νυ­χτί­ου. Κυ­κλο­φο­ροῦ­με στὸ γυ­ά­λι­νο πά­τω­μα μὲ ὑ­πο­κρι­τι­κὴ ἀ­δι­α­φο­ρί­α, πα­ρό­τι κά­θε μας λέ­ξη ἐν­νο­εῖ πιὰ αὐ­τὸ ποὺ θὰ συμ­βεῖ σὲ ὅ­λους, μὲ μιὰ δι­α­φο­ρε­τι­κή, ἀ­δι­ά­κο­πη μου­σι­κή, σὰν ὑ­πό­κρου­ση, βέ­βαι­α, στὴν ἀ­να­μο­νή. Ἐν τῷ με­τα­ξὺ ἐ­πι­νο­οῦ­με συ­νε­χῶς νέ­ους τρό­πους ὁ­μι­λί­ας γιὰ ὅ,τι θὰ ἐ­πα­κο­λου­θή­σει. Ὅ­λα μᾶς πεί­θουν πὼς ἔ­χου­με τὸ χά­ρι­σμα νὰ δεί­χνου­με ἤ­ρε­μοι ἀ­πέ­ναν­τι στὶς εἰ­κό­νες ποὺ χά­νον­ται ὁ­ρι­στι­κά, σί­γου­ροι δῆ­θεν ὅ­τι αὐ­τὲς θὰ ἐ­πι­στρέ­ψουν. Δι­ορ­θώ­νου­με τὶς λε­πτο­μέ­ρει­ες μὲ τὴν ἄ­νε­τη προ­σο­χὴ ἐ­κεί­νου ποὺ πι­στεύ­ει στὸ δῶ­ρο μιᾶς με­γά­λης πα­ρά­τα­σης, ἐ­νῶ στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα θὰ ἔ­πρε­πε μέ­σα στὴν ἀ­κι­νη­σί­α νὰ πα­ρα­κο­λου­θεῖ τὴν κα­τάρ­ρευ­ση γύ­ρω μας. Φρον­τί­ζου­με νὰ ζοῦ­με ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κὰ μέ­σα στὸ τρο­με­ρὸ ποὺ θὰ συμ­βεῖ, τὸ φέρ­νου­με τό­σο κον­τὰ στὰ μά­τια μας ὥ­στε νὰ μοιά­ζει ἐκ­μη­δε­νι­σμέ­νο. Φυ­σι­κά, ἡ ἀ­πό­κρυ­ψη εἶ­ναι ἡ οὐ­σί­α τοῦ γνω­στοῦ σχε­δί­ου ποὺ ἀ­κο­λου­θοῦ­με κα­τὰ γράμ­μα: νὰ ἀ­πο­στρέ­φου­με τὸ βλέμ­μα ἀ­πὸ τὸν κα­θρέ­φτη μὲ χί­λι­ες δι­και­ο­λο­γί­ες. Μὲ τὴν ἔμ­πνευ­ση ἐ­κεί­νου ποὺ δὲν ἔ­χει τί­πο­τα νὰ κερ­δί­σει μὲ ὑ­πο­κρι­τι­κὲς ἀ­πο­στά­σεις ἀ­πὸ ὅ,τι μᾶς πο­λι­ορ­κεῖ, σὰν νὰ ἀ­πο­λαμ­βά­νου­με τὸ παι­δι­κὸ πρω­ϊ­νὸ μιᾶς ἀρ­γί­ας ἢ τὴν ἐ­πι­στρο­φὴ ἑ­νὸς ἀγ­γέ­λου.



Πη­γή: Ἡ πα­ρου­σί­α (δι­η­γή­μα­τα, Κέ­δρος, 2010).

Τά­σος Γου­δέ­λης (Ἀ­θή­να, 1949). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, κρι­τι­κός, δο­κι­μι­ο­γρά­φος. Σπού­δα­σε Νο­μι­κὰ στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας. Συ­νεκ­δό­της ἀ­πὸ τὸ 1982 τοῦ πε­ρι­ο­δι­κοῦ Τὸ Δέν­τρο. Δι­δά­σκει Ἱ­στο­ρί­α τοῦ Κι­νη­μα­το­γρά­φου στὴν Ἀ­νω­τέ­ρα Δρα­μα­τι­κὴ Σχο­λὴ τοῦ Ἐ­θνι­κοῦ Θε­ά­τρου. Πρῶ­το του βι­βλί­ο Ἁρ­πα­κτι­κά (Πε­ζο­γρα­φί­α, ἔκδ. Τὸ Δέν­τρο,α Ἀ­θή­να, 1990).

Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó): Ἅ­γιος Βα­λεν­τῖ­νος



Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó)


Ἅ­γιος Βα­λεν­τῖ­νος

(Sant Valentí)


ΑΝΤΡΑΣ ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ βγαί­νει ἀ­πὸ τὸ μου­σεῖ­ο καὶ κά­θε­ται σὲ ἕ­να παγ­κά­κι στὴν πλα­τεί­α ποὺ βρί­σκε­ται ἀ­πέ­ναν­τι. Στὸ μου­σεῖ­ο, ἐ­νῶ κοί­τα­ζε ἕ­να σχέ­διο τοῦ Μα­νό­λο Οὐγ­κέ, γνώ­ρι­σε μιὰ γυ­ναί­κα μὲ βλέμ­μα κα­θα­ρό, βα­θὺ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς καὶ σκέ­φτη­κε πὼς αὐ­τὴ τὴ γυ­ναί­κα ἴ­σως θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὴν ἐ­ρω­τευ­τεῖ. Ἐ­πί­σης σκέ­φτη­κε πὼς δὲν εἶ­ναι μό­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα ποὺ τοῦ ἀ­ρέ­σει σ’ ἐ­κεί­νη. Εἶ­ναι ἐ­πί­σης ὁ τρό­πος ποὺ μι­λά­ει. Ὅ­ση ὥ­ρα μί­λη­σαν στὸ μου­σεῖ­ο δὲν εἶ­πε τί­πο­τα τὸ προ­φα­νές, οὔ­τε ἀ­πήγ­γει­λε κά­ποι­α δογ­μα­τι­κὴ θε­ω­ρί­α ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­μνη­μο­νεύ­σει. Γι’ αὐ­τό, ἀ­φοῦ ἀ­πο­χαι­ρε­τί­στη­καν, τὴν ἀ­κο­λού­θη­σε ἀ­πὸ μα­κριά, μέ­χρι ποὺ τὴν εἶ­δε νὰ μπαί­νει σὲ μιὰ πο­λυ­κα­τοι­κί­α. Τώ­ρα πε­ρι­μέ­νει.

       Ὅ­ταν ἦ­ταν μι­κρός, ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ εἶ­χε ἕ­να προ­αί­σθη­μα: δὲν θὰ ἦ­ταν εὔ­κο­λο νὰ βρεῖ τὴ γυ­ναί­κα τῶν ὀ­νεί­ρων του. Ἀ­πὸ μω­ρὸ κοί­τα­ζε μὲ πό­θο τὰ πό­δια τῆς μπέ­ιμ­πι σί­τερ μὲ τὰ ἄ­σπρα καλ­τσά­κια καὶ κά­τι μέ­σα του τοῦ ἔ­λε­γε πὼς ὁ δρό­μος θὰ ἦ­ταν δύ­σβα­τος. Κυ­ρί­ως ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χε μιὰ ξε­κά­θα­ρη ἰ­δέ­α γιὰ τὸ πῶς ἔ­πρε­πε νὰ εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα τῶν ὀ­νεί­ρων του, οὔ­τε ἂν (ὄν­τως) ὑ­πῆρ­χε. Δὲν εἶ­χε προ­τι­μή­σεις. Δὲν τὴ φαν­τα­ζό­ταν οὔ­τε ψη­λὴ οὔ­τε κον­τή, οὔ­τε ξαν­θιὰ οὔ­τε με­λα­χρι­νή. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ εἶ­ναι ἰ­δι­αί­τε­ρα ἔ­ξυ­πνη, ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ χα­ζή, ὅ­πως θέ­λουν ὁ­ρι­σμέ­νοι. Ὅ­ταν ἦ­ταν πέν­τε χρο­νῶν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴν κό­ρη αὐ­τῶν ποὺ εἶ­χαν τὸ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεῖ­ο κον­τὰ στὸ σπί­τι του, ὅ­που ἀ­γό­ρα­ζε τὰ μο­λύ­βια, τὶς γό­μες, τὶς πέ­νες, τὶς γρα­φί­δες, τὸ με­λά­νι καὶ τὰ σπι­ρὰλ τε­τρά­δια. Προ­φα­νῶς, δὲν τῆς εἶ­πε ἀ­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Ἦ­ταν ἕ­νας κρυ­φὸς ἔ­ρω­τας, ποὺ τὸν ἔ­κα­νε νὰ ξα­γρυ­πνά­ει τὶς νύ­χτες, στρι­φο­γυ­ρί­ζον­τας στὸ κρε­βά­τι μὲ τὴν εἰ­κό­να τοῦ κο­ρι­τσιοῦ τοῦ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεί­ου κολ­λη­μέ­νη στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δή του· ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα. Ἀ­κό­μα καὶ τώ­ρα, ὅ­ταν σκέ­φτε­ται τὴ γυ­ναί­κα ποὺ θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ, σκέ­φτε­ται ἐ­κεῖ­νο τὸ κα­θα­ρὸ καὶ λι­γά­κι κα­κεν­τρε­χὲς βλέμ­μα. Μιὰ μέ­ρα, ὅ­μως, αὐ­τοὶ ποὺ εἶ­χαν τὸ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεῖ­ο τὸ πού­λη­σαν, ἔ­φυ­γαν ἀ­πὸ τὴν πό­λη καὶ δὲν ἔ­μα­θε πο­τὲ ξα­νὰ νέ­α τους. Τὴ νο­σταλ­γοῦ­σε. Σὲ ση­μεῖ­ο ποὺ στε­νο­χω­ρι­ό­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο ἐ­πει­δὴ δὲν εἶ­χε νέ­α της, ἀ­π’ ὅ­σο ὅ­ταν τὴν εἶ­χε μπρο­στά του καὶ δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ τῆς κά­νει ἐ­ρω­τι­κὴ ἐ­ξο­μο­λό­γη­ση. Δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε ξα­νὰ μέ­χρι τὰ ὀ­χτώ του. Τό­τε τὸ ἀ­γνο­οῦ­σε, ἀλ­λὰ θὰ ἦ­ταν ἡ τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ ποὺ ἐ­ρω­τευ­ό­ταν. Ἐ­ρω­τεύ­τη­κε μιὰ φί­λη τῆς με­γα­λύ­τε­ρης ἀ­δελ­φῆς του, ποὺ συ­χνὰ πή­γαι­νε στὸ σπί­τι τους γιὰ παι­χνί­δι. Αἰ­σθα­νό­ταν ἔ­νο­χος ποὺ εἶ­χε ἐ­ρω­τευ­τεῖ: τοῦ φαι­νό­ταν προ­δο­σί­α πρὸς τὸ κο­ρί­τσι τοῦ βι­βλι­ο­χαρ­το­πω­λεί­ου. Ἡ φί­λη τῆς ἀ­δελ­φῆς του πρέ­πει νὰ ἦ­ταν γύ­ρω στὰ δώ­δε­κα κι ἐ­κεῖ­νος, ἕ­να ἀ­γό­ρι ὀ­χτὼ χρο­νῶν, δὲν εἶ­χε κα­μί­α πι­θα­νό­τη­τα. Ἴ­σως ὅ­ταν με­γά­λω­νε καὶ ἡ ἀ­πό­στα­ση ποὺ τώ­ρα ἔ­μοια­ζε μὲ ἄ­βυσ­σο μει­ω­νό­ταν… Ὕ­στε­ρα τὰ χρό­νια πέ­ρα­σαν τρέ­χον­τας μὲ ἑ­κα­τὸ τὴν ὥ­ρα, ὅ­λο καὶ πιὸ γρή­γο­ρα. Τώ­ρα εἶ­ναι ἤ­δη δε­κα­εν­νιά. Εἶ­ναι ἐ­νή­λι­κας ἐ­δῶ καὶ ἕ­να χρό­νο. Ἕ­να χρό­νο ἀ­κό­μα καὶ θὰ γί­νει εἴ­κο­σι. Εἴ­κο­σι! Πο­τὲ δὲν εἶ­χε σκε­φτεῖ ὅ­τι θὰ τὰ ἔ­φτα­νε, αὐ­τός, ποὺ με­τα­ξὺ δώ­δε­κα καὶ δε­κα­τεσ­σά­ρων εἶ­χε μιὰ μυ­στι­κι­στι­κὴ ἐμ­πει­ρί­α, σύμ­φω­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α θὰ πέ­θαι­νε πρὶν τὰ εἴ­κο­σι: σὲ δυ­στύ­χη­μα μὲ αὐ­το­κί­νη­το ἢ μὲ μη­χα­νὴ ἢ του­λά­χι­στον θὰ αὐ­το­κτο­νοῦ­σε. Ἡ ἀ­πο­ρί­α του εἶ­ναι ἡ ἑ­ξῆς: Δὲν θὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ πο­τὲ ξα­νά; Ἐ­δῶ καὶ δέ­κα χρό­νια δὲν ἔ­χει ἐ­ρω­τευ­τεῖ κι ἀρ­χί­ζει νὰ ἀ­να­πο­λεῖ τὶς νύ­χτες ἀ­γρύ­πνιας ποὺ στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὸ κρε­βά­τι μὲ τὴν ἀ­νά­μνη­ση τῆς ἀ­γα­πη­μέ­νης του κολ­λη­μέ­νη στὸν ἀμ­φι­βλη­στρο­ει­δή του. Ἴ­σως ἡ ἐ­νη­λι­κί­ω­ση νὰ ση­μαί­νει ἀ­κρι­βῶς αὐ­τό. Σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, συλ­λο­γί­ζε­ται, ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι δεῖγ­μα ἀ­νω­ρι­μό­τη­τας, ἕ­να ση­μά­δι ἔλ­λει­ψης ἀ­νε­ξαρ­τη­σί­ας. Αὐ­τὸ ποὺ δὲν κα­τα­λα­βαί­νει εἶ­ναι για­τί ἀ­να­πο­λεῖ κά­τι ποὺ σύμ­φω­να μὲ τὴ λο­γι­κὴ εἶ­ναι τό­σο ζο­φε­ρό. Πῶς εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ αἰ­σθά­νε­ται ἄ­δει­ος; Για­τί δὲν ἐ­ρω­τεύ­τη­κε τὴ Μάρ­τα, ἐ­κεί­νη τὴν κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σε στὸ μά­θη­μα σχε­δί­ου; Δὲν τῆς λεί­πουν οἱ ἀ­ρε­τές. Ἀλ­λὰ οὔ­τε καὶ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἐ­λατ­τώ­μα­τα ποὺ τὰ συγ­χω­ρεῖ κα­νείς. Ὅ­πως ἄλ­λω­στε ὅ­λα τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα: στὸ κά­τω κά­τω τῆς γρα­φῆς ὅ­λα τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα συγ­χω­ροῦν­ται. Αὐ­τὸ σκέ­φτη­κε ὅ­ταν ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ δι­α­κό­ψει μα­ζί της. Ἀλ­λὰ για­τί νὰ συγ­χω­ρή­σει τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῆς Μάρ­τα καὶ ὄ­χι ὁ­ποι­ασ­δή­πο­τε ἄλ­λης; Ἂν εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­γα­πή­σει κά­ποι­α, ἂν ἀ­γά­πη ση­μαί­νει πράγ­μα­τι αὐ­τὸ ποὺ φαν­τά­ζε­ται, δὲν εἶ­ναι δυ­να­τὸν νὰ τὸν ἐ­κνευ­ρί­ζουν ἀ­σή­μαν­τα ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Καὶ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα τῆς Μάρ­τα τὸν ἐ­κνευ­ρί­ζουν. Εἶ­ναι ἀ­λα­ζο­νι­κὴ καὶ ψυ­χα­ναγ­κα­στι­κή. Εἶ­ναι ὅ­μως καὶ θερ­μή, εὐ­χά­ρι­στη καὶ προ­ση­νής. Ἀλ­λὰ καὶ ἡ Νέ­ους εἶ­ναι θερ­μή, εὐ­χά­ρι­στη καὶ προ­ση­νής. Ἀν­τί­θε­τα, ἡ Νέ­ους ἔ­χει τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα ὅ­τι εἶ­ναι ὑ­περ­βο­λι­κὰ συ­νη­θι­σμέ­νη· οὔ­τε μιὰ φο­ρὰ δὲν ἔ­χει σκε­φτεῖ κά­τι πρω­τό­τυ­πο. Αὐ­τὸ τὸ μει­ο­νέ­κτη­μα συμ­πλη­ρώ­νε­ται ἀ­πὸ τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι (λό­γῳ ἀ­να­σφά­λειας) γί­νε­ται ἐ­πι­θε­τι­κή. Μὲ αὐ­τὸ τὸ εἶ­δος ἐ­πι­θε­τι­κό­τη­τας ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τοὺς ἀν­θρώ­πους ποὺ συ­χνά­ζουν στὶς ντι­σκο­τὲκ καὶ ποὺ μέ­σα σὲ λί­γη ὥ­ρα καὶ μὲ τὴ μου­σι­κὴ στὴ δι­α­πα­σὼν πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δεί­ξουν ὅ­τι εἶ­ναι ἐν­δι­α­φέ­ρον­τες. Τὴν εἰ­κό­να τοῦ ἐν­δι­α­φέ­ρον­τα τὴ δη­μι­ουρ­γοῦν χρη­σι­μο­ποι­ών­τας καυ­στι­κὲς φρά­σεις, προ­κα­τα­σκευ­α­σμέ­νες, πάν­τα ἕ­τοι­μες νὰ το­πο­θε­τη­θοῦν ὅ­που νά ’­ναι. Καὶ ἡ Τέ­σα; Ἡ Τέ­σα εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνη, εὐ­φυ­ής, δι­α­σκε­δα­στι­κή. Καὶ ἐ­πι­κοι­νω­νοῦν. Ἀρ­κεῖ νὰ ἀν­ταλ­λά­ξουν μιὰ μα­τιὰ στὸ ἑ­στι­α­τό­ριο, ἀ­πὸ τὴ μιὰ ἄ­κρη τοῦ τρα­πε­ζιοῦ στὴν ἄλ­λη, καὶ ξέ­ρουν, χω­ρὶς νὰ ποῦν λέ­ξη, ἀ­πὸ τὴ λάμ­ψη στὰ μά­τια, τί σκέ­φτον­ται, ποι­όν κο­ρο­ϊ­δεύ­ουν. Στὸ κρε­βά­τι, ἐ­πί­σης, ται­ριά­ζουν κα­τα­πλη­κτι­κά. Ἀν­τί­θε­τα, ὅ­μως, εἶ­ναι ἕ­να κα­κο­μα­θη­μέ­νο κο­ρί­τσι ποὺ κα­τε­βά­ζει μοῦ­τρα ὅ­ταν δὲν τῆς κά­νεις τὸ χα­τί­ρι. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἶ­ναι τεμ­πέ­λα καὶ περ­νά­ει τὴ μέ­ρα της ξα­πλω­μέ­νη στὸν κα­να­πέ, κα­πνί­ζον­τας νω­χε­λι­κὰ ἕ­να τσι­γά­ρο ποὺ δὲν τε­λει­ώ­νει πο­τέ. Ἀ­κρι­βῶς τὸ ἀν­τί­θε­το ἀ­πὸ τὴν Ἄ­να ποὺ συ­νε­χῶς κά­τι κά­νει. Εἶ­ναι ἕ­να δυ­να­μὸ πού σοῦ με­τα­δί­δει τὸ κέ­φι της γιὰ ζω­ή. Ἀλ­λὰ ποι­ό εἶ­ναι τὸ ἐ­λάτ­τω­μα τῆς Ἄ­να; Ὅ­τι εἶ­ναι κτη­τι­κὴ ὅ­πως κα­μιὰ ἄλ­λη ἀ­πὸ τὶς γυ­ναῖ­κες ποὺ ἔ­χει γνω­ρί­σει, ὅ­τι τοὺς μῆ­νες ποὺ ἔ­βγαι­ναν τοῦ ἔ­κα­νε ἔ­λεγ­χο μέ­ρα-νύ­χτα καὶ ὅ­τι πάν­τα ἀ­να­ρω­τι­ό­ταν ἂν τὴν ἀ­γα­ποῦ­σε τό­σο ὅ­σο τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε ἐ­κεί­νη. Καὶ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια. Ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νος δὲν κα­τά­φε­ρε νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει ὅ­σο κι ἂν τὸ προ­σπά­θη­σε. Τὴν ἐ­κτι­μά­ει, τοῦ ἀ­ρέ­σει. Ἀλ­λὰ νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει, νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει… Καὶ δὲν εἶ­ναι ὅ­τι ψά­χνει ἄ­πια­στα ἰ­δα­νι­κά. Δὲν εἶ­ναι τό­σο ἠ­λί­θιος ὥ­στε νὰ πι­στεύ­ει ὅ­τι θὰ βρεῖ κά­ποι­α χω­ρὶς ἐ­λατ­τώ­μα­τα. Ἂν ἀ­γα­πᾶς ἀ­λη­θι­νά, τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα μέ­νουν φυ­λαγ­μέ­να σ’ ἕ­να συρ­τά­ρι καὶ δὲν βγαί­νουν ὅ­λη τὴν ὥ­ρα στὴν ἐ­πι­φά­νεια. Προ­σπά­θη­σε νὰ τὴν ἀ­γα­πή­σει. Ὅ­πως προ­σπά­θη­σε νὰ ἀ­γα­πή­σει τὴν Τέ­σα, τὴ Νέ­ους καὶ τὴ Μάρ­τα. Θὰ ἔ­δι­νε καὶ τὴ ζω­ή του γιὰ νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τές. Ἐ­πει­δὴ θὰ ἄ­ξι­ζε τὸν κό­πο νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἀ­πὸ αὐ­τές. Πα­ρ’ ὅ­λα αὐ­τά, ὅ­σο κι ἂν τὸ προ­σπα­θεῖ, δὲν τὰ κα­τα­φέρ­νει. Για­τί δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι σὰν ὅ­λους τοὺς ἄλ­λους καὶ νὰ ἐ­ρω­τεύ­ε­ται; Ἡ Σέ­φα (μιὰ ἄλ­λη κο­πέ­λα ἄ­ξια νὰ ξυ­πνή­σει τὸν ἔ­ρω­τα ὁ­ποι­ου­δή­πο­τε ἔ­χει μιὰ στα­λιὰ μυα­λὸ) τοῦ λέ­ει πὼς σί­γου­ρα πρό­κει­ται γιὰ παι­δι­κὸ τραῦ­μα. Πὼς δὲν πρέ­πει νὰ τοῦ ἔ­δει­ξε ἀρ­κε­τὴ ἀ­γά­πη οὔ­τε ἡ μη­τέ­ρα του οὔ­τε ὁ πα­τέ­ρας του καὶ γι’ αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­πως εἶ­ναι. Ἄλ­λη πρω­τό­τυ­πη ἄ­πο­ψη εἶ­ναι ἐ­κεί­νη τῆς Κού­κι, ἡ ὁ­ποί­α τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα, πρὶν τὸ τε­λι­κὸ ἀν­τί­ο, τοῦ εἶ­πε πὼς αὐ­τὸ ποὺ τοῦ συμ­βαί­νει εἶ­ναι ὅ­τι δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀ­γα­πή­σει κα­μί­α ἐ­πει­δὴ ἀ­γα­πά­ει μό­νο τὸν ἑ­αυ­τό του. Για­τί εἶ­ναι ἕ­νας ἐ­γω­ι­στὴς ποὺ δὲν ἀ­ξί­ζει τὴν ἀ­γά­πη τῶν γυ­ναι­κῶν ποὺ τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται. Ἄ, τί φο­βε­ρὸ συμ­πέ­ρα­σμα, ἂν βέ­βαι­α ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νό! Καὶ ὑ­πάρ­χει κι ἄλ­λο: πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται. Δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸ κα­τα­λά­βει. Για­τί ἄ­ρα­γε ὅ­λες τὸν ἐ­ρω­τεύ­ον­ται μὲ τέ­τοι­ο ἀ­χα­λί­νω­το πά­θος; Για­τί ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἀ­νί­κα­νος νὰ ἐ­ρω­τευ­τεῖ, κα­τ’ ἀν­τι­στοι­χί­α, κά­ποι­α ἀ­πὸ αὐ­τές;

       Ἐ­νῶ σκέ­φτε­ται ὅ­λα αὐ­τά, ὁ ἄν­τρας ποὺ δὲν ἐ­ρω­τεύ­ε­ται πο­τὲ βλέ­πει πὼς ἡ κο­πέ­λα ποὺ γνώ­ρι­σε στὸ μου­σεῖ­ο βγαί­νει ἀ­πὸ τὴν πο­λυ­κα­τοι­κί­α καὶ στρί­βει στὴ γω­νί­α. Ἐ­κεῖ­νος ση­κώ­νε­ται μ’ ἕ­να σάλ­το. Τὴν ἀ­κο­λου­θεῖ. Στα­δια­κὰ μι­κραί­νει τὴν ἀ­πό­στα­ση. Ὅ­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο τὴν κοι­τά­ζει, κα­θὼς ἐ­κεί­νη περ­πα­τά­ει μπρο­στά του, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρό τοῦ ἀ­ρέ­σει καί, ἀ­π’ ὅ,τι πα­ρα­τή­ρη­σε στὸ μου­σεῖ­ο, μᾶλ­λον κι ἐ­κεί­νης πρέ­πει νὰ τῆς ἀ­ρέ­σει. Κι ἂν αὐ­τὴ τὴ φο­ρὰ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια; Εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἀ­πὸ πί­σω της, σὲ ἀ­πό­στα­ση ἀ­να­πνο­ῆς. Θὰ ἀρ­κοῦ­σε ἕ­να ἄγ­γιγ­μα στὸν ὦ­μο της γιὰ νὰ γυ­ρί­σει.



Πη­γή: ἀ­πὸ τὸν τό­μο Τὸ Για­τί γιὰ Κα­θε­τὶ (με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κὰ Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου, ἔκδ. Μιχ. Σι­δέ­ρης, Ἀ­θή­να, 2016).

Κὶμ Μουν­ζό (Quim Monzó) (Βαρ­κε­λώ­νη, 1952). Κα­τα­λα­νὸς συγ­γρα­φέ­ας μυ­θι­στο­ρη­μά­των καὶ δι­η­γη­μά­των, καὶ ἀρ­θρο­γρά­φος. Τὰ ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ εἴ­κο­σι γλῶσ­σες. Ὁ ἴ­διος ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἔρ­γα ἄλ­λων συγ­γρα­φέ­ων, ὅ­πως οἱ Ἄρ­θουρ Μίλ­λερ, Τρού­μαν Κα­πό­τε καὶ Ἔρ­νε­στ Χέ­μιν­γου­ε­ϊ, πρὸς τὰ κα­τα­λα­νι­κά. Ἔ­χει κερ­δί­σει δι­ά­φο­ρα βρα­βεῖ­α, με­τα­ξὺ αὐ­τῶν τὸ Βρα­βεῖ­ο Κρι­τι­κῆς Serra d’ Or τὸ 1981 γιὰ τὸ βι­βλί­ο Olivetti, Moulinex, Chaffoteaux et Maury, τὸ Βρα­βεῖ­ο Κα­τα­λα­νῶν συγ­γρα­φέ­ων καὶ τὸ Ἐ­θνι­κὸ Βρα­βεῖ­ο Λο­γο­τε­χνί­ας τὸ 2000 γιὰ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Vuitanta-sis contes. Τὸ 2007 τοῦ ἀ­να­τέ­θη­κε ἡ ἐ­ναρ­κτή­ριος ὁ­μι­λί­α γιὰ τὴν Δι­ε­θνῆ Ἔκ­θε­ση Βι­βλί­ου τῆς Φραν­κφούρ­της, τὴν ὁ­ποί­α ἔ­γρα­ψε σὲ μορ­φὴ δι­η­γή­μα­τος. Εἶ­ναι τα­κτι­κὸς συ­νερ­γά­της τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας La Vanguardia.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ κα­τα­λα­νι­κά:

Ἀ­λε­ξάν­δρα Γκολ­φι­νο­πού­λου ἔ­χει Μά­στερ στὴ Λο­γο­τε­χνι­κὴ Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὸ ΑΠΘ. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, ἔρ­γα τῶν Λόρ­κα, Βι­τά­λε, Πα­λό­μας, Φραμ­πέ­τι, Νε­ου­μαν.