Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Γιὰ τὶς πέννες

.

04-Altenberg,Peter-GiaTisPennes-Eikona-01

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

 .

Γιὰ τὶς πέννες

(Über Schreibfedern)

.

05-Kappa-351px-K_oiseaux_svgΑΘΕ ΚΑΛΛΙΕΡΓΗΜΕΝΟΣ ἄν­θρω­πος θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἔ­χει μιὰ πέ­ν­να συν­δε­δε­μέ­νη κα­τὰ κά­ποι­ον τρό­πο μὲ τὴν προ­σω­πι­κό­τη­τά του! Καὶ μὲ τὸ δί­κιο του δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ἁ­πλῶς νὰ φαν­τα­στεῖ πῶς θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γρά­ψει μὲ μιὰν ἄλ­λη. Ὁ­ποι­α­δή­πο­τε ἄλ­λη θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ἦ­ταν γι’ αὐ­τὸν εὐ­θέ­ως τρο­χο­πέ­δη τῆς σκέ­ψης, συρ­ρί­κνω­ση τοῦ αἰ­σθή­μα­τος! Ἐ­νῶ ἡ αὐ­τῷ συ­να­νή­κου­σα πέννα θὰ με­τέ­φε­ρε τρό­πον τι­νὰ πνεῦ­μα καὶ ψυ­χὴ στὸ χαρ­τί, θὰ τὰ με­τέ­τρε­πε σὲ γρα­πτό!

       Ἡ δι­κή μου πέννα εἶ­ναι ἡ μπλὲ πέννα K­u­hn 201. Ὅ­πως ἕ­να βι­ο­λὶ ἀ­πὸ τὴν Κρε­μώ­να, ἔ­τσι κι αὐ­τὴ γί­νε­ται μὲ τὴν χρή­ση ὅ­λο καὶ πιὸ ἁ­πα­λή, πιὸ ἀ­πο­δο­τι­κή. Συ­χνὰ δεί­χνει νὰ προ­τρέ­χει σχε­δὸν καὶ τῶν «φτε­ρου­γι­σμά­των», ὅ­πως λέ­νε, «τῆς σκέ­ψης». Πάν­τως, ἐ­γὼ ἀ­φή­νο­μαι στὴ δι­ά­θε­σή της, ὅ­πως ἀ­φή­νε­ται κα­νεὶς σὲ μιὰ ἀ­σφα­λή, εὐ­γε­νι­κὴ ξε­να­γό.

       Ἕ­νας ἀλ­λο­δα­πὸς ψυ­χο­λό­γος μοῦ ἔ­γρα­ψε πρὶν ἀ­πὸ δυ­ὸ χρό­νια: «Τὸ χρει­ά­ζο­μαι γιὰ μία βα­σι­κὴ με­λέ­τη – – – τί ση­μαν­τι­κὸ ἔ­χε­τε νὰ μοῦ πεῖ­τε γιὰ τὸν τρό­πο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας σας;­!­;»

       Ἀ­πάν­τη­σα ἀ­μέ­σως: «Μπλὲ πέννα K­u­hn 201, χαρ­τὶ με­γά­λου —ὀρ­θο­γώ­νιου— σχή­μα­τος, σκλη­ρὴ χαρ­το­νέ­νια βά­ση, γιὰ νὰ μπο­ρῶ νὰ γρά­φω στὸ κρε­βά­τι. Ἤ­ρε­μη ψυ­χὴ καὶ γλί­σχρον ὀ­βο­λόν. Τὰ λοι­πὰ πα­ρέλ­κουν!»

       Ἂν μιὰ νε­α­ρὴ κυ­ρί­α μοῦ πεῖ: «Ἐ­γὼ γρά­φω τὰ πάν­τα μό­νο μὲ τὴν πέννα μ’ αὐ­τὸν ἢ τὸν ἄλ­λο τρό­πο», τὴ νι­ώ­θω ἀ­μέ­σως γιὰ τὸν λό­γο αὐ­τὸ ψυ­χι­κὰ πιὸ κον­τά μου. Ἂν μοῦ τὸ πεῖ αὐ­τὸ μιὰ γη­ραι­ὰ κυ­ρί­α, τὴν βλέ­πω σὰν γρη­ὰ κα­ρα­κά­ξα.

       Ἀλ­λὰ νὰ μὴ χρη­σι­μο­ποι­εῖς συγ­κε­κρι­μέ­νη πέννα, ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μά­δι «ἐλ­λειμ­μα­τι­κῆς ἀ­το­μι­κό­τη­τας», θὰ ἔ­κρι­νε ἀ­φο­ρι­στι­κὰ ἕ­νας νε­ω­τε­ρι­στής.

       Ἐ­γὼ ὅ­μως λέ­ω μὲ τρό­πο ἤ­ρε­μο καὶ σε­μνό: Μπλὲ ἀ­τσά­λι­νη πέννα K­u­hn 201, καὶ ἔ­σο εὐ­γνώ­μων!

 .

 Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: W­i­e­n­er G­e­s­c­h­i­c­h­t­en (Βι­εν­νέ­ζι­κες ­στο­ρί­ες). Ἐ­πιμ. B­u­r­k­h­a­rd S­p­i­n­n­en. Sch­öf­fling & Co., F­r­a­n­k­f­u­rt <M.> 1997, σσ. 24-25.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Ὁ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ μὲ τὸν αὐστριακὸ μοντερνιστὴ ἀρχιτέκτονα Ἄ­ντολφ Λώς (Μπρνὸ τῆς Μοραβίας, 1870-Κάλκσμπουργκ, κοντὰ στὴν Βιέννη, 1933). Φω­τογραφία τοῦ 1905.

.

Advertisements

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg): Στὸν Δημοτικὸ Κῆπο (I)

.

02-Altenberg,Peter-StonDimotikoKipo-Eikona-02

.

Πέτερ Ἄλτενμπεργκ (Peter Altenberg)

. 

Στὸν Δημοτικὸ Κῆπο (I)

(Im Volksgarten I)

 .

10-Iota-Century_Mag_Illuminated_I_-_2ΟΥΛΙΟ μήνα στὸν Δη­μο­τι­κὸ Κῆ­πο. Ἡ εὐ­χά­ρι­στη δρο­σιὰ τῶν φυ­τῶν ἔ­χει χα­θεῖ. Τώ­ρα ἀν­θί­ζουν τὰ ρό­δα C­r­i­m­s­on R­a­m­p­l­er* σὰν βα­θυ­κόκ­κι­νοι θά­μνοι. Στὴ λι­μνού­λα, μπρο­στὰ ἀ­π’ τὸ μνη­μεῖ­ο τῆς Ἐ­λι­σά­βετ, ἁ­πλώ­νον­ται τὰ μα­ρα­μέ­να νού­φα­ρα. Μό­νο τὰ φύλ­λα ξα­πλώ­νουν ἐ­πί­πε­δα στὸ νε­ρὸ ποὺ ἰ­ρι­δί­ζει πρα­σι­νω­πό. Στὶς τε­ρά­στι­ες ἀ­νοι­χτοῦ φαι­οῦ χρώ­μα­τος πή­λι­νες γλά­στρες ἀν­θί­ζουν ρὸζ ὀρ­ταν­σί­ες. Τὰ μαρ­μά­ρι­να παι­δι­κὰ πρό­σω­πα στὰ συν­τρι­βά­νια ἀ­κτι­νο­βο­λοῦν γλυ­κύ­τη­τα χω­ρὶς προ­η­γού­με­νο. Θὰ εἶ­ναι τὰ παι­διὰ τοῦ ἴ­διου τοῦ γλύ­πτη. Ἂς εἶ­ναι κα­λὰ ὁ ἄν­θρω­πος! Ἕ­να κο­ρι­τσά­κι ἐν­νιὰ χρο­νῶ δεί­χνει σὲ ὅ­λους μας τὴν ὑ­πέ­ρο­χη μα­ε­στρί­α του. Φο­ρά­ει μό­νο ἄ­σπρο που­κα­μι­σά­κι κι ἔ­χει ἕ­να χον­τρὸ κόκ­κι­νο με­τα­ξέ­νιο κορ­δό­νι. Παί­ζει σχοι­νά­κι τρέ­χον­τας σὰν ἕλ­λη­νας μα­ρα­θω­νο­δρό­μος. Παί­ζει ντι­άμ­πο­λο σὰν πρω­τα­θλή­τρια. Δου­λεύ­ει ταυ­το­χρό­νως μὲ δυ­ὸ ρα­κέ­τες καὶ δυ­ὸ κόκ­κι­νες λα­στι­χέ­νι­ες μπά­λες. Τὴν ἐ­πευ­φη­μῶ: Μπρά­βο, μπρά­βο! σὰν νὰ βρι­σκό­μουν σὲ Βα­ριε­τέ. Γυ­μνὰ πο­δα­ρά­κια γα­ζέ­λας. Συ­νε­παρ­μέ­νη ἀ­π’ τὸ χει­ρο­κρό­τη­μα κά­νει τώ­ρα τὰ πάν­τα γιὰ μέ­να καὶ τὴν εὐ­γε­νι­κὴ φί­λη μου. Κά­ποι­α στιγ­μὴ ση­κώ­νου­με τὴ μιὰ μπά­λα της ἀ­πὸ κά­τω. Τὸ ξέ­ρει, εἶ­ναι ἡ εὐ­νο­ού­με­νή μας. Ἔ­χει πά­ρει μὲ τὸ μέ­ρος της ξέ­νους ἀν­θρώ­πους. Ἔ­χει πε­τά­ξει πά­νω ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ σφαί­ρα τοῦ μπαμ­πά, τῆς μα­μᾶς, τοῦ θεί­ου, τῆς θεί­ας, καὶ δι­εισ­δύ­σει στὴ χώ­ρα τῆς ἀν­τι­κει­με­νι­κῆς ἀ­να­γνώ­ρι­σης.

       Καὶ τό­τε ἡ μα­μὰ τῆς λέ­ει: «Παῖ­ξε πρὸς τὰ μέ­να, θέ­λω νὰ βλέ­πω κι ἐ­σέ­να, ὄ­χι μό­νο τὴν πλά­τη σου.»

       Τό­τε τὸ παι­δὶ μᾶς ἀ­φή­νει ἐ­μᾶς, γυ­ρί­ζει καὶ παί­ζει πρὸς τὴ μα­μά. Ρί­χνει ὅ­μως κλε­φτὲς μα­τι­ὲς στοὺς ξέ­νους θαυ­μα­στές του.

       Λί­γο με­τὰ ἔρ­χε­ται ὁ μπαμ­πάς, κου­ρα­σμέ­νος ἀ­π’ τὶς δου­λειές.

       «Δι­α­σκε­δά­ζεις, Ἄν­να;­!;» λέ­ει στὸ κο­ρι­τσά­κι του.

       «Δι­α­σκε­δά­ζω, δι­α­σκε­δά­ζω» —θὰ σκέ­φτη­κε ἡ Ἄν­να—, «μὲ κα­μα­ρώ­νουν, μὲ θαυ­μά­ζου­νε».

 .

* R­o­sa C­r­i­m­s­on R­a­m­p­l­er: Εἶ­δος ἰ­α­πω­νι­κοῦ μὴ ἀ­ρω­μα­τι­κοῦ ρό­δου ποὺ ἔ­φε­ρε πρῶ­τος στὴν Εὐ­ρώ­πη τὸ 1893 ὁ C­h­a­r­l­es T­u­r­n­er. Βα­θιοῦ πορ­φυ­ροῦ χρώ­μα­τος, ἀ­ναρ­ρι­χη­τι­κό, κα­τάλ­λη­λο γιὰ τοί­χους καὶ πέρ­γκο­λες.

.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: W­i­e­n­er G­e­s­c­h­i­c­h­t­en (Βι­εν­νέ­ζι­κες ­στο­ρί­ες). Ἐ­πιμ. B­u­r­k­h­a­rd S­p­i­n­n­en. Sch­öf­fling & Co., F­r­a­n­k­f­u­rt <M.> 1997, σσ. 24-25.

Peter_Altenberg(1907)Πέ­τερ Ἄλ­τεν­μπεργκ (Peter Altenberg) (Ψευ­δώ­νυ­μο τοῦ R­i­c­h­a­rd E­n­g­l­ä­n­d­er, ἑ­βρα­ϊ­κῆς κα­τα­γω­γῆς· 9 Μαρ­τί­ου 1859, Βι­έν­νη – 8 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1919, Βι­έν­νη). Πε­ζο­γρα­φία, ποί­η­ση, δο­κί­μιο, ἐ­πι­στο­λο­γρα­φί­α. Πρό­σω­πο-κλει­δὶ γιὰ τὴ γέ­νε­ση τοῦ μον­τερ­νι­σμοῦ στὴν πό­λη τῆς Βι­έν­νης. Θι­α­σώ­της τῆς μι­κρῆς πε­ζο­γρα­φι­κῆς λο­γο­τε­χνι­κῆς φόρ­μας. Συγ­γρα­φέ­ας τοῦ κα­φε­νεί­ου, χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὸς ἐκ­πρό­σω­πος τῆς βι­εν­νέ­ζι­κης μπο­ε­μί­ας, στε­νὸς γνώ­ρι­μος τῶν Ἄρ­θουρ Σνί­τσλερ, Γκού­σταβ Κλίμπτ, Ἄν­τολφ Λώς, Γκού­σταβ Μά­λερ. Σει­ρὰ ποι­η­μά­των του με­λο­ποι­ή­θη­καν ἀ­πὸ τὸν Ἄλ­μπαν Μπέργκ*. (Πε­ρισ­σό­τε­ρα ἐ­δῶ, στὸ «Ὁ P­e­t­er A­l­t­e­n­b­e­rg καὶ τὰ “ἤ­ρε­μα τη­λε­γρα­φή­μα­τα τῆς ψυ­χῆς”», εἰ­σα­γω­γὴ στὸ ἔρ­γο τοῦ βι­εν­νέ­ζου λο­γο­τέ­χνη ἀ­πὸ τὸν με­τα­φρα­στή του Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ.)

* Σχε­τι­κὲς ἐ­κτε­λέ­σεις μπο­ρεῖ­τε νὰ δεῖ­τε καὶ νὰ ἀ­κού­σε­τε ἐ­δῶ:

https://www.youtube.com/watch?v=4ILjV8vUEAE

https://www.youtube.com/watch?v=Tl5Xm4qYOP0

https://www.youtube.com/watch?v=ppSjuLsmMWE

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Συ­με­ὼν Γρ. Σταμ­που­λοῦ. Με­τά­φρα­ση, φι­λο­λο­γι­κὴ με­λέ­τη. Σπού­δα­σε Ἑλ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὴν Ἀ­θή­να καὶ ἐρ­γά­στη­κε ὡς φι­λό­λο­γος στὴ Μέ­ση Δη­μό­σια Ἐκ­παί­δευ­ση. Δί­δα­ξε τὴν ἑλ­λη­νι­κὴ γλώσ­σα καὶ λο­γο­τε­χνί­α στὸ πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Λι­ψί­ας. Δη­μο­σί­ευ­σε: Πη­γὲς τῆς πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα. Ὁ λό­γος τῆς σι­ω­πῆς στὴ σκη­νὴ τοῦ με­σο­πο­λέ­μου (ΣΩΒ, 2006)· Ὁ ἴ­σκιος τῆς γρα­φῆς. Με­λέ­τες κα ση­μει­ώ­μα­τα γι τν Γιά­ννη Σκα­ρίμ­πα (Ἄγ­κυ­ρα, 2009)· R.M. Rilke-P. Celan, ­πὸ τν ­λε­γεί­α στ ­ρε­βῶ­δες ποί­η­μα. Πρό­λο­γος-με­τά­φρα­ση (Ἄγ­κυ­ρα, 2012)· Νο­βά­λις, Σκέ­ψεις. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λια (Στιγ­μή, 2012)· R.M. Rilke, Ἐ­λε­γεῖ­ες ἀ­πὸ τὸ Ντου­ΐ­νο. Με­τά­φρα­ση-ἐ­πι­λε­γό­με­να-σχό­λι­α (Στιγ­μή, 2012)· Φρήν­τριχ Χαίλ­ντερ­λιν, Ποι­ή­μα­τα. Με­τά­φρα­ση-Ἐ­πί­με­τρο-Ση­μει­ώ­σεις (Στιγ­μή, 2013).

Εἰκόνα: Ὁ Πέτερ Ἄλτενμπεργκ στὰ λουτρά. Καρεδάκι ἀπὸ τὸ βίντεο Altenberg. The little Pocket Mirror [http://www.atomictv.com/altenberg_02.html].

.

Κωνσταντῖνος Νικολούδης: Αὐτοκτονίες καὶ παλιὰ βιβλία

.

Nikoloudis,Konstantinos-AytoktoniesKaiPaliaBiblia-Eikona-02

..

Κων­σταν­τῖ­νος Νι­κο­λού­δης

.

Αὐ­το­κτο­νί­ες καὶ πα­λιὰ βι­βλί­α

 .

05-EpsilonΙΣ ΤΗΝ ἐ­πὶ τῆς ὁ­δοῦ Σπευ­σίπ­που οἰ­κί­αν του ηὐ­το­κτό­νη­σε χθές ὁ Ἄγ­γε­λος Χρυ­σο­κό­ρα­κας, ἐ­τῶν 46, εἰ­σο­δη­μα­τί­ας, λα­βὼν με­γά­λην πο­σό­τη­τα λου­μι­νάλ. Οἱ λό­γοι δὲν ἐ­ξη­κρι­βώ­θη­σαν.»

       Οἱ λί­γοι ἄν­θρω­ποι ποὺ τὸν θυ­μοῦν­ταν —εἶ­χε πρὸ πολ­λοῦ ἀ­πο­συρ­θεῖ ἀ­πὸ τὴν κο­σμι­κὴ ζω­ὴ— ἀ­να­ρω­τι­όν­ταν τοὺς λό­γους. Καὶ με­ρι­κὲς πα­λι­ὲς φί­λες τῆς μη­τέ­ρας του, μα­ζε­μέ­νες γιὰ τσά­ϊ στῆς κυ­ρί­ας Ἀ­σπι­ώ­τη, ἀ­πο­φά­σι­σαν, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ ἐ­ξο­νυ­χι­στι­κή ἔ­ρευ­να τῆς ἰ­δι­ω­τι­κῆς του ζω­ῆς τῶν τε­λευ­ταί­ων ἐ­τῶν, —μιὰ ἔ­ρευ­να στα­χυ­ο­λο­γη­μέ­νη ἀ­π’ τὶς δι­η­γή­σεις ὑ­πη­ρε­τρι­ῶν σὲ ὑ­πη­ρέ­τρι­ες καὶ μιᾶς δα­σκά­λας στὸν chaufeur τῆς κυ­ρί­ας Νά­νου, τῆς μό­νης ποὺ εἶ­χε ἀ­κό­μα αὐ­το­κί­νη­το, – ὅ­τι οἱ λό­γοι ἦ­σαν οἰ­κο­νο­μι­κοί. Με­τὰ ἀ­π’ αὐ­τὴν τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη, αὐ­τὴν τὴν ἀ­πό­φα­ση μᾶλ­λον, δὲν ἀ­νε­φέρ­θη πιὰ λέ­ξις γιὰ τὸν Ἄγ­γε­λο – δὲν ἤ­τα­νε σω­στὸ νὰ ξα­να­γί­νει λό­γος γιά ἕ­να θέ­μα τό­σο ἀν­τι­αι­σθη­τι­κό.

       Γύ­ρω ἀ­π’ τὰ 1930 ὁ Ἄγ­γε­λος γύ­ρι­σε ἀ­π’ τὴν Εὐ­ρώ­πη. Εἶ­χε φοι­τή­σει σὲ ὅ­λα τὰ γνω­στὰ Πα­νε­πι­στή­μια δί­χως βέ­βαι­α νὰ πά­ρει οὔ­τε ἕ­να δί­πλω­μα. Ὅ­ταν τὸν ρω­τοῦ­σαν για­τί, ἔ­λε­γε ὅ­τι ἀ­πε­χθά­νον­ταν τὶς ἐ­ξε­τά­σεις. Κι ὁ κό­σμος τὸν εὕ­ρι­σκε ἔ­ξυ­πνο καὶ γο­η­τευ­τι­κό. Τὸν λέ­γα­νε homme de lettres. Ἐ­μεῖς ὅ­μως, ποὺ τὸν ξέ­ρα­με κα­λύ­τε­ρα, μᾶλ­λον homme de livres θὰ τὸν ποῦ­με. Δὲν τὸν ἐν­δι­έ­φε­ραν τὰ γράμ­μα­τα· τὸν ἐν­δι­έ­φε­ραν τὰ πράγ­μα­τα. Τὰ πράγ­μα­τα καὶ τὰ βι­βλί­α, – ἰ­δί­ως τὰ πα­λιά βι­βλί­α, τὰ λε­ξι­κὰ καὶ οἱ ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες.

       Στὸ δι­ά­στη­μα τῶν εἰ­κο­σι­πέν­τε πε­ρί­που ἐ­τῶν ποὺ μά­ζευ­ε πράγ­μα­τα, εἶ­χαν γε­μί­σει τὰ ρά­φια τῆς βι­βλι­ο­θή­κης του μὲ σπά­νια πα­λιὰ βι­βλί­α ποὺ τὸν γο­ή­τευ­αν μὲ τὴν πε­πα­λαι­ω­μέ­νη ὀρ­θο­γρα­φί­α τους καὶ τὰ πε­ρί­ερ­γα στοι­χεῖ­α: τὸ s σχε­δὸν σὰν f καὶ τὸ st καὶ ct πάν­τα ἑ­νω­μέ­να —: «The Fairie Queene by Edmonde Spenser, Dictionaire Etymologique des mots François dérivés du grec. Imprimerie Gaudot de Girolle la seconde porte cochère à gauche en entrant par la rue de la Dauphine à Paris» ἢ «Ἀ­ρι­στο­τέ­λους πε­ρὶ ποι­η­τι­κῆς. Textum recensuit, versionem refinxit et animadversionibus illustravit Humphrendus de Rezsci-Brown. Oxonii. E Typographeo Clarendoniano MDCXCV».

       Τὰ λε­ξι­κὰ τὰ ἀ­γα­ποῦ­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πό τὰ ἄλ­λα βι­βλί­α, για­τὶ τοῦ μά­θαι­ναν ὅ­τι: «Alogotrophie» δὲν ση­μαί­νει ἡ θρέ­ψις τῶν ἀ­λό­γων, ὅ­πως θὰ νό­μι­ζε κα­νείς, ἀλ­λὰ «nourriture inegale et disproportionèe» για­τὶ τὸ λό­γος ση­μαί­νει proportion καὶ τὸ α εἶ­ναι στε­ρη­τι­κόν. Ὅ­τι ὑ­πάρ­χει μί­α κα­τη­γο­ρί­α Ἑλ­λή­νων ποὺ ὀ­νο­μά­ζει τὸ στό­μα «Κα­τα­πό­θρα». Καὶ ὅ­τι τὸ «τουλ­δο­φύ­λαξ-α­κος, ὁ» ση­μαί­νει «perfect of the τοῦλ­δον», ποὺ θὰ τὸ κα­τα­λά­βαι­νε ἀ­μέ­σως, ἂν ἤ­ξε­ρε τί ἦ­ταν τὸ τοῦλ­δον. Δὲν ἤ­ξε­ρε. Καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ μά­θει, για­τὶ τὸ λε­ξι­κὸ ποὺ κρα­τοῦ­σε ἤ­τα­νε ἕ­να ἀγ­γλι­κὸ λε­ξι­κὸ ἐ­πε­ξη­γη­μα­τι­κὸ τῶν δη­μο­σί­ων ὑ­πη­ρε­σι­ῶν τοῦ Βυ­ζαν­τι­νοῦ Κρά­τους – «Thesaurus of the names of Paliatal, army and civil employes of the Byzantine Empire». Καὶ κα­νέ­να ἄλ­λο λε­ξι­κὸ δὲν πε­ρι­εῖ­χε τὴν λέ­ξη «τοῦλ­δον».

       Ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὰ λε­ξι­κὰ ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ τὶς ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες. Τὶς ἄ­νοι­γε καὶ μά­θαι­νε ὅ­τι: ἕ­νας Ἄγ­γλος earl προ­σφω­νεῖ­ται ἀ­πὸ τὸν Βα­σι­λέ­α «our most noble cousin and very puissant prince», ὅ­τι ρε­βέ­κα (μὲ ἕ­να κ) λέ­γε­ται «τὸ ἀρ­χαι­ό­τα­τον με­τὰ τό­ξου μου­σι­κὸν ὄρ­γα­νον», ὅ­τι τὸ «πε­τά­ει, πε­τά­ει… εἶ­ναι εἶ­δος νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς παι­διᾶς», ὅ­τι ἑ­πτὰ πα­νί­σχυ­ροι πρω­θυ­πουρ­γοὶ τοῦ Βυ­ζαν­τί­ου καὶ οἱ πε­ρισ­σό­τε­ροι τρα­γου­δι­σταὶ τοῦ ΙΗ΄ αἰ­ῶ­νος ἦ­σαν εὐ­νοῦ­χοι, καὶ ὅ­τι ὁ Πα­να­γι­ώ­της Κα­νελ­λό­που­λος, ποὺ εἶ­χε φοι­τή­σει μα­ζί του στὴν Heidelberg, εἶ­χε γί­νει συ­νερ­γά­της τῆς Με­γά­λης Ἑλ­λη­νι­κῆς Ἐγ­κυ­κλο­παι­δεί­ας καὶ ὑ­φη­γη­τὴς τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου.

       Ἐ­φη­με­ρί­δες δὲν ἐ­δι­ά­βα­ζε καὶ δὲν ἄ­κου­γε ρα­δι­ό­φω­νο πα­ρὰ μό­νον ὅ­ταν ἔ­παι­ζε πα­λαι­ὰ Δυ­τι­κὴ καὶ Βυ­ζαν­τι­νὴ μου­σι­κή)· δη­λα­δὴ ἄ­κου­γε μό­νον ξέ­νους σταθ­μούς.

       Στὶς ἐ­κλο­γὲς ἐ­ψή­φι­ζε Λα­ϊ­κὸ Κόμ­μα, ἀ­πὸ πα­λιὰ συ­νή­θεια, καὶ δὲν ἤ­ξε­ρε κἂν ποι­οὺς ἐ­ψή­φι­ζε, Τὰ ὀ­νό­μα­τα τὰ κοί­τα­ζε γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ —ἴ­σως ἀ­να­γνω­ρί­ζον­τας κα­νέ­να δυ­ό— ὅ­ταν ἐ­πρό­κει­το νὰ σβή­σει ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν ἦ­σαν εὔ­η­χα ἢ δὲν με­τα­φρά­ζον­ταν ὡ­ραῖ­α σὲ ξέ­νες γλώσ­σες.

       Μιὰ μέ­ρα ἀ­να­κά­λυ­ψε ὅ­τι δὲν εἶ­χε πιὰ χρή­μα­τα. Ὁ δι­κη­γό­ρος του τοῦ εἶ­πε ὅ­τι δὲν ὑ­πῆρ­χε κα­νέ­νας κίν­δυ­νος, ὅ­τι ὅ­λα θὰ δι­ορ­θώ­νον­ταν, ἀρ­κεῖ νὰ που­λοῦ­σε τὸ σπί­τι του καὶ νὰ με­τα­κό­μι­ζε σ’ ἕ­να μι­κρὸ δι­α­μέ­ρι­σμα, ὅ­που, βέ­βαι­α, δὲν θὰ χω­ροῦ­σαν τὰ πράγ­μα­τά του, ἀλ­λὰ θὰ μπο­ροῦ­σε κι’ αὐ­τὰ νὰ τὰ που­λή­σει, κι’ ἔ­τσι νὰ τὰ ξε­φορ­τω­θεῖ, βγά­ζον­τας κι’ ἀ­πὸ αὐ­τὰ ἀρ­κε­τὰ χρή­μα­τα.

       Ὅ­ταν γύ­ρι­σε σπί­τι του εἶ­χε ἀ­πο­φα­σί­σει τί θὰ κά­νει. Ἐ­πῆ­γε στὸ γρα­φεῖ­ο, κα­τέ­βα­σε ὅ­λα του τὰ λε­ξι­κὰ καὶ τὶς ἐγ­κυ­κλο­παί­δει­ες κι’ ἄρ­χι­σε νὰ δια­βά­ζει πε­ρὶ αὐ­το­κτο­νί­ας. Ἀ­πο­φά­σι­σε ὅ­τι ὁ πιὸ εὐ­χά­ρι­στος τρό­πος θὰ ἦ­ταν ὁ τρό­πος τοῦ Σε­νέ­κα: νὰ μπεῖ σ’ ἕ­να ζε­στὸ μπά­νιο καὶ νὰ κό­ψει τὶς φλέ­βες του.

       Ἀλ­λ’ ἀ­νε­βαί­νον­τας στὸ μπά­νιο θυ­μή­θη­κε ὅ­τι δὲν ἦ­ταν ἡ μέ­ρα τοῦ νε­ροῦ καὶ δὲν θἆ­χε νε­ρὸ ὣς τὴν ἑ­πο­μέ­νη: Κι’ ἔ­τσι ἀ­πο­φά­σι­σε νὰ με­τα­χει­ρι­σθεῖ τὸ Λου­μι­νάλ. Εἶ­χε πάν­το­τε ἕ­να μπου­κα­λά­κι πλά­ϊ στὸ κρε­βά­τι του γιὰ νὰ πί­νει τὶς νύ­χτες ποὺ οἱ ἔν­νοι­ες τῶν λέ­ξε­ων ἢ ἡ ἀ­νη­συ­χί­α γιὰ τὴν ἀ­σφά­λεια τῶν πραγ­μά­των του δὲν τὸν ἄ­φη­νε νὰ κοι­μη­θεῖ. Πῆ­ρε τὸ μπου­κα­λά­κι καὶ κα­τέ­βη­κε κά­τω.

       Στὸ σα­λό­νι ἄ­νοι­ξε μιὰ βι­τρί­να κι’ ἔ­βγα­λε ἕ­να Ρω­μα­ϊ­κὸ πο­τή­ρι ἀ­πὸ πο­λύ­χρω­μο γυ­α­λι­στε­ρὸ γυα­λὶ ποὺ θύ­μι­ζε ὀ­πά­λι· τὸ γέ­μι­σε μὲ τὸ ναρ­κω­τι­κὸ καὶ τὸ πῆ­ρε μα­ζὶ του στὸ γρα­φεῖ­ο. Ἐ­κεῖ τὸ ἀ­κούμ­πη­σε προ­σε­κτι­κὰ σ’ ἕ­να τρα­πε­ζά­κι κι’ ἔ­ψα­ξε τὸν Φαί­δω­να τοῦ Πλά­τω­νος – μιὰ ἔκ­δο­ση τῆς Βε­νε­τιᾶς τοῦ 1784. Κά­θη­σε καὶ τὸν δι­ά­βα­σε ἀ­π’ ἀρ­χῆς μέ­χρι τέ­λους. Τὰ λό­για τοῦ Σω­κρά­τη πε­ρὶ αὐ­το­κτο­νί­ας δέν τά κα­τά­λα­βε. Δὲν ἔ­φται­γε ἡ γλῶσ­σα· τὰ Ἑλ­λη­νι­κά του ἦ­ταν τέ­λεια. Ἴ­σως μά­λι­στα τὸ «…μὴ πρό­τε­ρον ἀ­πο­κτιν­νύ­ναι δεῖν, πρὶν ἀ­νάγ­κη τι­νὰ θε­ὸς ἐ­πι­πέμ­ψῃ» νὰ τὸ πα­ρε­ξή­γη­σε ὁ­λό­τε­λα, για­τὶ, σὰν ἔ­πι­νε τὸ ναρ­κω­τι­κό, ἄ­κρα­το, σκε­φτό­ταν τόν Σω­κρά­τη κι’ αἰ­σθα­νό­ταν κά­ποι­α συγ­γέ­νεια μ’ αὐ­τόν, καὶ τὸ λαμ­πρὸ πο­τή­ρι τοὔ­δι­νε χα­ρά.

       Ὅ­ταν δὲν ἔ­μει­νε πιὰ στά­λα μέ­σα στὸ πο­τή­ρι, τ’ ἀ­κούμ­πή­σε μὲ προ­σο­χὴ πά­νω στὸ τρα­πε­ζά­κι κι ἀ­νέ­βη­κε νὰ κοι­μη­θεῖ.

       Στὴ σκά­λα θυ­μή­θη­κε ὅ­τι aborigenus με­τα­φρά­ζε­ται «αὐ­τό­χθων»· τὸ «αὐ­το­κτό­νος», ποὺ προ­σπά­θη­σε νὰ θυ­μη­θεῖ, τὸ εἶ­χε ξε­χά­σει· ἦ­ταν sui… κά­τι, ἀλ­λὰ δὲν θυ­μό­ταν τί.

.. Bonsai-03c-GiaIstologio-04  .

Πη­γή: Περ. Στά­χυς, ἀρ. 8-9, Ἀ­πρί­λιος-Μά­ι­ος 1951.

Κων­σταν­τῖ­νος Νι­κο­λού­δης (Ἀ­γνώ­στων λοι­πῶν στοι­χεί­ων).

 

Νικόλαος Ἐπισκοπόπουλος: Τὰ μαλλιά

 

 

Νι­κό­λα­ος Ἐ­πι­σκο­πό­που­λος

 

Τὰ μαλ­λιά

 

ΕΛΩ νὰ λύ­σω τὰ μαλ­λιά σου. Ὄ­χι, μὴν κι­νη­θῇς ἀ­πὸ τὴ θέ­ση αὐ­τὴ τῆς Καλ­λο­νῆς. Θέ­λω πά­λι νὰ λύ­σω ὅ­λα τὰ μαλ­λιά σου, θέ­λω νὰ τὰ λύ­σω ἐ­πά­νω στὸ πρό­σω­πό σου, καὶ τώ­ρα ποὺ λί­γο λί­γο ἔρ­χε­ται παν­τοῦ καὶ μᾶς γε­μί­ζει ἡ νύ­κτα καὶ μᾶς θά­πτει, θέ­λω νὰ προ­φθά­σω νὰ ἰ­δῶ καὶ νὰ κρα­τή­σω πά­λι στὴ μνή­μη μου τὴν εἰ­κό­να σου, βου­τηγ­μέ­νη καὶ σὰν ὑ­γρή μέ­σα στὸ ξαν­θὸ αὐ­τὸ ἡ­λι­ο­βα­σί­λε­μα τῶν μαλ­λι­ῶν σου.

         Τὰ δά­χτυ­λά μου φρι­κιοῦν, ἀλ­λὰ θὰ τοὺς λύ­σω ὅ­λους τοὺς πλο­κά­μους καὶ θὰ τοὺς σεί­σω σι­γὰ καὶ θὰ τοὺς ἀ­φή­σω νὰ πέ­σουν γύ­ρω στὸ κε­φά­λι σου· καὶ θὰ σὲ φι­λή­σουν —εἶ­ναι οἱ μό­νοι ποὺ δὲν τοὺς ζη­λεύ­ω— καὶ θὰ σὲ ἀ­να­τρι­χιά­σουν μὲ ὅ­λα των τὰ χρυ­σο­νή­μα­τα, καὶ θὰ ἀ­να­δύ­σῃ καὶ θὰ ση­κω­θῇ τὸ πρό­σω­πόν σου ἄ­ϋ­λο μέ­σα στὸν τρελ­λό του πλη­θυ­σμό, καὶ θὰ με­τα­βλη­θῇ τὸ κε­φά­λι σου ὅ­λο σὲ ἕ­να ἀ­να­βρυ­τή­ριο ζων­τα­νὸ βρο­χῆς χρυ­σῆς.

        Καὶ, ἔ­πει­τα, ἀ­φοῦ ἡ ὠ­χρό­της ὅ­λη τοῦ προ­σώ­που σου ἀ­να­λάμ­ψει μυ­στι­κὴ μέ­σα στὴ χρυ­σῆ τους ἀ­να­λαμ­πή, καὶ ἀ­φοῦ τὸ σκο­τά­δι μᾶς πλημ­μυ­ρή­σῃ, πλημ­μυ­ρή­σῃ καὶ ἀ­δελ­φω­θῇ μὲ τὴ λή­θη τοῦ κρεβ­βα­τιοῦ μας, θὰ βυ­θί­σω τό­τε τὰ χέ­ρια μου βα­θειὰ μέ­σα στὰ μαλ­λιά σου, καὶ θὰ πλη­σιά­σω τὸ κε­φά­λι μου στὸ δι­κό σου, καὶ θὰ κολ­λή­σω τὰ χεί­λη μου καὶ θὰ πι­ῶ ἀ­πὸ τὴν πη­γὴ τὴν ἀ­στεί­ρευ­τη τὴν πε­τρω­μέ­νη τοῦ χρυ­σοῦ, καὶ θὰ χορ­τά­σω ἀ­πὸ ἡ­δο­νή.

        Για­τὶ τὰ μαλ­λιά σου εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θι­νή, ἡ πλού­σια καὶ βα­θύ­τε­ρη πη­γή, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­αν πί­νω ὅ­λα τὰ φίλ­τρα καὶ ἀν­τλῶ ὅ­λη τὴ λή­θη καὶ ὅ­λα τῆς ἡ­δο­νῆς τὰ ὄ­νει­ρα. Τὰ μαλ­λιά σου μοῦ χα­ρί­ζουν μί­αν φρι­κί­α­σιν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κή, μιὰ φρι­κί­α­σιν τε­λεί­α, ποὺ ἐ­ναγ­κα­λί­ζε­ται ὅ­λας μου τὰς αἰ­σθή­σεις.

        Ἡ γο­η­τεί­α ποὺ στα­λά­ζουν αἱ τρί­χες σου, εἶ­ναι μιὰ πο­λύ­μορ­φη καὶ κα­θρε­πτί­ζε­ται εἰς τὸ σῶ­μα μου ὁ­λό­κλη­ρο.

        Μὲ τὸ χρῶ­μά των, καὶ μὲ τὸ φῶς των, καὶ μὲ τὰς ἀν­τα­να­κλά­σεις των, καὶ μὲ τὶς μυ­στι­κὲς σκι­ές των, καὶ μὲ τὰς ἑ­νώ­σεις τὰς χι­λί­ας τῶν χρυ­σῶν κλω­στῶν των, καὶ μὲ τὰς τρέλ­λας τῶν μαιά­νδρων, καὶ μὲ τὰς πε­ρι­πλο­κὰς καὶ τοὺς πλο­κά­μους των, μᾶς χύ­νουν μί­α θω­πεί­α ὑ­λι­κὴ καὶ ἁ­πα­λὴ στὰ μά­τια. Ἡ ἐ­πα­φή των εἶ­ναι ἡ δια­ρκὴς φρι­κί­α­σις τῶν χει­ρῶν μου, καὶ σεί­ει τὸ σή­μαν­τρον τῆς εὐ­αι­σθη­σί­ας μου ὅ­λης, καὶ μι­λεῖ εἰς ὅ­λα μου τὰ μέ­λη, εἰς ὅ­λα μου τὰ νεῦ­ρα, καὶ ξυ­πνᾷ ὅ­λη τὴ χα­ρά τῆς ἐ­πι­δερ­μί­δος μου. Εἶ­ναι καὶ τὸ μῦ­ρόν τους, ἕ­να μῦ­ρο ποὺ μό­νο μὲ ἁρ­μο­νί­αν μου­σι­κὴν ἠμ­πο­ρῶ νὰ πα­ρα­βά­λω, τὸ μῦ­ρόν τους τὸ ὁ­ποῖ­ον μοῦ ἔρ­χε­ται μὲ ἰ­σό­χρο­να κύ­μα­τα σὰν παλ­μὸς γεν­ναί­ου αἵ­μα­τος, καὶ μοῦ πλημ­μυ­ρεῖ τὴν ὄ­σφρη­σι μὲ χί­λια ἀ­ρώ­μα­τα, ποὺ δὲν ἀ­νή­κουν σὲ κα­νέ­να τῆς φύ­σε­ως βα­σί­λει­ο, ποὺ κα­νέ­να ἄν­θος δὲν γνώ­ρι­σε πο­τέ, ἀ­ρώ­μα­τα τῆς ψυ­χῆς φευ­γα­λέ­α καὶ ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στα, αἰ­θέ­ρες ἡ­δο­νῆς. 

         Καὶ γι’ αὐ­τὸ ἔ­χω πάν­τα τὴν αἴ­σθη­σι, τὴ μι­κτὴ ἀ­πὸ φό­βο καὶ ἀ­πὸ πε­ρι­έρ­γεια, ὅ­τι ἂν ἀ­να­πο­δο­γυ­ρί­σω τὸ κε­φά­λι μου ἐ­πά­νω εἰς τὰ μαλ­λιά σου καὶ μεί­νω, ἠμ­πο­ρῶ νὰ με­θύ­σω· καὶ ἔ­χω τὸ φό­βο ὅ­ταν κοι­μοῦ­μαι κον­τά σου, ὅ­ταν μοῦ δί­νῃς τὸ προ­σκέ­φα­λο τῶν μαλ­λι­ῶν σου, ὅ­ταν ξα­λα­φρώ­νε­σαι ἀ­πὸ τὸ χρυ­σό σου στέμ­μα καὶ μοῦ τὸ πα­ρα­δί­νεις ὁ­λό­κλη­ρο, ὅ­τι τὸ κε­φά­λι μου θὰ χορ­τά­σῃ ἀ­πὸ τὴν μυ­ρω­διὰ καὶ θὰ ναρ­κω­θῇ καὶ ὅ­τι ὁ ἀ­έ­ρας θὰ μοῦ λεί­ψῃ, καὶ ὅ­τι θὰ μοῦ δώ­σουν τὰ μαλ­λιά σου τὸ λή­θαρ­γο τὸν ὁ­ποῖ­ον δί­δουν οἱ ὕ­πνοι κά­τω ἀ­πὸ με­γά­λα δέν­δρα δη­λη­τη­ρι­ώ­δη, καὶ τὴν ἀ­σφυ­ξί­α ποὺ δί­δουν τὰ ὑ­πνω­τή­ρια τὰ πλημ­μυ­ρι­σμέ­να ἀ­πὸ ἄν­θη, καὶ ὅ­τι ἠμ­πο­ροῦ­σε τὸ κε­φά­λι σου νὰ μοῦ χα­ρί­σῃ ἕ­να θά­να­το γλυ­κό, ἕ­να προ­σκέ­φα­λο αἰ­ω­νί­ας ὑ­πνώ­σε­ως.

        Καὶ τὴ φο­βοῦ­μαι τὴν κό­μη σου.

        Τὴν ἄλ­λη φο­ρά, στὴν ἐ­πα­φὴ τῶν μαλ­λι­ῶν σου, μοῦ ἐ­φά­νη­κε ὅ­τι τὸ αἷ­μα ἐ­φο­βεῖ­το καὶ ἀ­πε­σύ­ρε­το ἀ­πὸ τὰ δά­κτυ­λά μου, καὶ χί­λι­ες γλῶσ­σες τῶν τρι­χῶν σου μὲ ἔ­γλει­φαν καὶ μοῦ ε­προ­ξε­νοῦ­σαν στὴν ἁ­φὴ χί­λι­ες φρι­κιά­σεις τῶν θη­λῶν, καὶ μοῦ ἐ­φά­νη­κε ὅ­τι στὸ σκο­τά­δι καὶ στὴ νύ­κτα τὰ μαλ­λιά σου ἐ­ζων­τά­νευ­σαν καὶ ἐ­κι­νοῦν­το, ἐ­σεί­ον­το σὰν ἀ­πέ­ραν­το δά­σος θο­ρυ­βοῦν καὶ ψι­θυ­ρί­ζον, καὶ στὴν ζω­ή του τὴν μυ­στι­κὴ καὶ ξαφ­νι­κὴ ἐ­φρι­κί­α­σα, ὅ­πως ἐμ­προ­στὰ σὲ ἀ­πρό­ο­πτη ἐμ­φά­νι­σι.

        Καὶ πα­ρη­γο­ροῦ­μαι μό­νον δι­ό­τι μοῦ φαί­νε­ται ὅ­τι ὅ­ταν τὰ σώ­μα­τά μας ἑ­νω­θοῦν, ὅ­ταν τὰ φι­λή­μα­τά μας ὀ­δυ­νη­ρὰ πλέ­ον ἐγ­γί­σουν τὰς ψυ­χάς μας, ὅ­ταν τὰ χέ­ρια μας, ἀ­να­ζη­τοῦν­τα ἀ­βε­βαί­ως καὶ σπα­σμω­δι­κῶς τὴν ἡ­δο­νή, πε­ρά­σουν, νι­κή­σουν τὴν ἐ­πι­δερ­μί­δα καὶ θω­πεύ­σουν τὰς ρί­ζας τῶν νεύ­ρων, ὅ­ταν βυ­θι­σθῶ εἰς τὸ σῶ­μα σου βα­θειὰ καὶ ψαύ­σω τὰς πη­γὰς τῆς ζω­ῆς τὰς σκο­τει­νάς, ὁ­πό­ταν πλέ­ον τί­πο­τε ἀ­πὸ τὰς Σφίγ­γας τῆς γο­η­τεί­ας, ποὺ σὲ πε­ρι­τρι­γυ­ρί­ζουν δὲν θὰ μοῦ μεί­νῃ κρυ­φὸ – τό­τε θὰ μοῦ ἔλ­θῃ αἰφ­νι­δί­α καὶ ὑ­πέ­ρο­χος ἡ συ­νεί­δη­σις τῆς ζω­ῆς τῆς βα­θειᾶς τῶν μαλ­λι­ῶν σου, καὶ τό­τε ἡ ἀ­γω­νί­α ἡ ὁ­ποί­α καὶ αὐ­τὴ τὴ στιγ­μὴ μὲ κα­τα­λαμ­βά­νει μπρο­στὰ στὸ σύμ­βο­λο καὶ στὸ μυ­στή­ριο τὸ ρευ­στὸ καὶ χρυ­σὸ καὶ ἀ­κί­νη­το, θὰ δι­α­λυ­θῇ καὶ θὰ μι­λή­σουν τό­τε στὴν ψυ­χή μου τὰ μαλ­λιά σου, καὶ θὰ μοῦ δι­η­γη­θοῦν καὶ θὰ με­θύ­σουν καὶ τὰ δι­κά μου αὐ­τιά, ὅ­πως δι­η­γοῦν­ται καὶ με­θύ­ουν τὰ δι­κά σου ὅ­ταν χύ­νον­ται, τρι­γύ­ρω, ὅ­λα των τὰ μυ­στι­κά, ὅ­λας τὰς τά­σεις των καὶ τὰ ὄ­νει­ρά των, καὶ θὰ μοῦ πα­ρα­δώ­σουν μὲ μιᾶς ὅ­λα των τὰ ἀ­ρώ­μα­τα, καὶ θὰ μοῦ δεί­ξουν, θὰ μοῦ μαρ­τυ­ρή­σουν τὴν πη­γὴ τὴν ἄ­γνω­στη, τὴν ἀ­ό­ρα­τη τῆς Ἡ­δο­νῆς, ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­αν μυ­στη­ρι­ω­δῶς ρο­φοῦν σὰν τό­σοι κλά­δοι τὸν χυ­μό, διὰ νὰ χύ­σουν ἔ­πει­τα σὰν αἴ­γλη μυ­στι­κή, σὰν χλια­ρὰ ἀ­τμο­σφαῖ­ρα γο­η­τεί­ας τρι­γύ­ρω σου.

        Καὶ θὰ ἀ­κού­ω ἐ­γὼ μὲ τὸ κε­φά­λι μου κον­τὰ εἰς τὸ δι­κό σου σι­ω­πη­λός, ὅ­πως τώ­ρα μέ­σα στὴ νύ­κτα.

 

 

Πη­γή: Νι­κό­λα­ος Ὲ­πι­σκο­πό­που­λος, Τρελ­λὰ δι­η­γή­μα­τα, ἐκδ. Νε­φέ­λη, Ἀ­θή­να, 1989  [Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: περ. Ἡ Τέ­χνη, 1898].

 

Ἐ­πι­σκο­πό­που­λος Νι­κό­λα­ος (Ζά­κυν­θος, 1874-Πα­ρί­σι, 1944). Πεζογράφος, κρι­τικός, ἀρ­θρο­γρά­φος. Ἔ­κα­νε δεύ­τε­ρη κα­ρι­έ­ρα στὸ Πα­ρί­σι ὡς N­i­c­o­l­as Sé­g­ur. Πρῶ­το του βι­βλί­ο: Τὰ δι­η­γή­μα­τα τοῦ δει­λι­νοῦ, 1899.

 

Robert Walser: Ὁ χορευτής

 

 

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)

 

Ὁ χο­ρευ­τής

(Der Tänzer)

 

ΙΔΑ ΚΑΠΟΤΕ ἕ­ναν χο­ρευ­τὴ ποὺ προ­ξέ­νη­σε σ’ ἐ­μέ­να, ἀλ­λὰ καὶ σὲ πολ­λὰ ἄλ­λα ἄ­το­μα ποὺ ἐ­πί­σης τὸν εἶ­δαν, τὴν ἴ­δια βα­θιὰ ἐν­τύ­πω­ση. Γνώ­ρι­ζε τό­σο λί­γο τὴ βα­ρύ­τη­τα καὶ βά­δι­ζε μὲ τέ­τοι­α ἐ­λα­φρά­δα στὸ ἔ­δα­φος ποὺ λὲς καὶ τὸ χλεύ­α­ζε μὲ τὰ πό­δια του. Εὐ­φρό­συ­νη μου­σι­κὴ συ­νό­δευ­ε τὸ χο­ρό του, καὶ ὅ­λοι ἐ­μεῖς ποὺ βρι­σκό­μα­σταν στὸ θέ­α­τρο, σκε­φτό­μα­σταν τί ἀ­πὸ τὰ δύ­ο θὰ μπο­ροῦ­σε ἄ­ρα­γε νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡ­ραι­ό­τε­ρο καὶ θελ­κτι­κό­τε­ρο: οἱ ἐ­πι­πό­λαι­οι τερ­πνοὶ ἦ­χοι ἢ τὸ παι­χνί­δι τῶν πο­δι­ῶν τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου, ὡ­ραί­ου χο­ρευ­τῆ. Πη­δοῦ­σε σὰν φρό­νι­μο, γυ­μνα­σμέ­νο, κα­λο­α­να­θρεμ­μέ­νο σκυ­λά­κι πού, ἐ­νῶ χο­ρο­πη­δά­ει ζω­η­ρὰ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, ἐ­γεί­ρει συγ­κί­νη­ση καὶ συμ­πά­θεια. Ἔ­τρε­χε πά­νω στὴ σκη­νὴ ὅ­πως ἡ νυ­φί­τσα στὸ δά­σος, καὶ σὰν τὸν ἀ­χα­λί­νω­το ἄ­νε­μο, ἐμ­φα­νι­ζό­ταν κι ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν. – Κα­νεὶς ἀ­πὸ ὅ­λους ὅ­σοι βρί­σκον­ταν στὸ θέ­α­τρο δὲν φαι­νό­ταν νὰ εἶ­χε πο­τέ του δεῖ ἢ δι­α­νο­η­θεῖ πα­ρό­μοι­α εὐ­θυ­μί­α. Ὁ χο­ρὸς ἐ­πε­νερ­γοῦ­σε σὰν πα­ρα­μύ­θι ἀ­πὸ τὸν πα­λιὸ ἀ­θῶ­ο και­ρὸ ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι, γε­μά­τοι δύ­να­μη καὶ ὑ­γεί­α, ἦ­ταν παι­διὰ ποὺ ἔ­παι­ζαν με­τα­ξύ τους μὲ ἡ­γε­μο­νι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α. Ὁ ἴ­διος ὁ χο­ρευ­τὴς δροῦ­σε σὰν παι­δὶ θαῦ­μα ἀ­πὸ ὑ­πέ­ρο­χες πε­ρι­ο­χές. Σὰν ἄγ­γε­λος ἔ­σκι­ζε πε­τών­τας τὸν ἀ­έ­ρα, τὸν ὁ­ποῖο ἔ­μοια­ζε νὰ ἀ­ση­μώ­νει, νὰ χρυ­σώ­νει καὶ νὰ δο­ξά­ζει μὲ τὸ κάλ­λος του. Ἦ­ταν σὰν ὁ ἀ­έ­ρας ν’ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν ἐ­κλε­κτό του, τὸν θε­ϊ­κὸ χο­ρευ­τή. Ὅ­ταν κα­τέ­βαι­νε ἀ­πὸ ψη­λά, αὐ­τὸ ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο πέ­ταγ­μα πα­ρὰ πτώ­ση, πα­ρό­μοι­ο μὲ τὸ πέ­ταγ­μα ἑ­νὸς με­γά­λου που­λιοῦ ποὺ δὲν γί­νε­ται νὰ πέ­σει· καὶ μό­λις ἄγ­γι­ζε καὶ πά­λι ἀ­νά­λα­φρα τὸ ἔ­δα­φος μὲ τὰ πό­δια του, ξα­νάρ­χι­ζε ἀ­μέ­σως και­νούρ­για πα­ρά­τολ­μα βή­μα­τα καὶ ἅλ­μα­τα, λὲς καὶ τοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ στα­μα­τή­σει νὰ χο­ρεύ­ει καὶ νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται, λὲς καὶ ἤ­θε­λε, ὄ­φει­λε κι ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ χο­ρεύ­ει ἀ­δι­ά­κο­πα. Ἐ­νῶ χό­ρευ­ε, προ­ξε­νοῦ­σε τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση ποὺ ἕ­νας νε­α­ρὸς χο­ρευ­τὴς εἶ­ναι ἱ­κα­νός νὰ προ­ξε­νή­σει, δη­λα­δὴ τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ὅ­ταν χο­ρεύ­ει. Ἦ­ταν τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἄ­σκη­ση τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός του. Στὴν πε­ρί­πτω­σή του, ἡ συ­νή­θης κα­θη­με­ρι­νὴ ἐρ­γα­σί­α ἔ­κα­νε κά­ποι­ον ἐ­πι­τέ­λους τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νο – ὅ­μως ὁ χο­ρὸς δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­α ἡ ἐρ­γα­σί­α ἤ, ἐ­φό­σον ἦ­ταν, τὴ δι­εκ­πε­ραί­ω­νε παί­ζον­τας, λὲς κι ἀ­στει­ευ­ό­ταν καὶ χα­ρι­εν­τι­ζό­ταν μὲ τὶς δυ­σκο­λί­ες, καὶ σὰν νὰ ἀ­σπα­ζό­ταν τὰ ἐμ­πό­δια μὲ τέ­τοι­ον τρό­πο ποὺ κι αὐ­τὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σουν καὶ νὰ τὸν ἀ­σπα­στοῦν μὲ τὴ σει­ρά τους. Ἔ­μοια­ζε μὲ ἱ­λα­ρὸ καὶ πέ­ρα ὣς πέ­ρα χα­ρι­σμα­τι­κὸ βα­σι­λό­που­λο τοῦ χρυ­σοῦ αἰ­ώ­να, κι ὅ­σοι τὸν ἔ­βλε­παν ξε­χνοῦ­σαν ἔ­γνοι­ες καὶ στε­νο­χώ­ρι­ες, καὶ κά­θε ἄ­σχη­μη σκέ­ψη τους ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν. Πα­ρα­κο­λου­θών­τας τον, τὸν εἶ­χες ἤ­δη ἀ­γα­πή­σει καὶ λα­τρέ­ψει καὶ θαυ­μά­σει. Βλέ­πον­τάς τον νὰ ἀ­σκεῖ τὴν τέ­χνη του, κα­τα­γο­η­τευ­ό­σουν ἀ­π’ αὐ­τόν. Ὅ­ποι­ος τὸν εἶ­χε δεῖ, τὸν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ τὸν ὀ­νει­ρο­πο­λοῦ­σε γιὰ πο­λὺν και­ρὸ με­τά.

 

 

Πη­γή: D­i­c­h­t­u­n­g­en in P­r­o­sa I (A­u­f­s­ä­t­ze. K­l­e­i­ne D­i­c­h­t­u­n­g­en). Hrsg. v. C­a­rl Se­elig. H­o­l­le V­e­r­l­ag, G­e­nf-D­a­r­m­s­t­a­dt, 1953 * Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: K­l­e­i­ne D­i­c­h­t­u­n­g­en, K­u­rt W­o­l­ff V­e­r­l­ag, L­e­i­p­z­ig, 1914.

 

R­o­b­e­rt W­a­l­s­er (15 Ἀ­πρι­λί­ου 1878 στὸ Μπὶλ [B­i­el] τῆς Δυ­τι­κῆς Ἐλ­βε­τί­ας-25 Δε­κεμ­βρί­ου 1956 στὸ Χε­ρι­ζά­ου [H­e­r­i­s­au] τῆς βο­ρει­ο­α­να­το­λι­κῆς Ἐλ­βε­τί­ας). Δι­α­κρί­θη­κε ὡς γερ­μα­νό­φω­νος πε­ζο­γρά­φος.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Φοῖ­βος Ι. Πι­ομ­πῖ­νος (Ἀ­θή­να, 1945). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κά.