Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser): Ἡ βάρκα



Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)


Ἡ βάρ­κα

(Der Nachen)


ΙΣΤΕΥΩ πὼς ἔ­χω ἤ­δη γρά­ψει αὐ­τὴ τὴ σκη­νή, θέ­λω ὅ­μως νὰ τὴ γρά­ψω ἄλ­λη μιὰ φο­ρά. Σὲ μιὰ βάρ­κα, στὸ μέ­σο μιᾶς λί­μνης, κά­θον­ται ἕ­νας ἄν­τρας καὶ μιὰ γυ­ναί­κα. Πά­νω ψη­λὰ στὸν σκο­τει­νὸ οὐ­ρα­νὸ βρί­σκε­ται τὸ φεγ­γά­ρι. Ἡ νύ­χτα εἶ­ναι ἥ­συ­χη καὶ ζε­στή, ὁ­λό­τε­λα ται­ρια­στὴ μὲ τὴν ὀ­νει­ρι­κὴ ἐ­ρω­τι­κὴ πε­ρι­πέ­τεια. Ἄ­ρα­γε ὁ ἄν­τρας στὴ βάρ­κα ἔ­χει κλέ­ψει τὴ γυ­ναί­κα; Εἶ­ναι ἡ γυ­ναί­κα τὸ εὐ­τυ­χι­σμέ­νο, μα­γε­μέ­νο θύ­μα τῆς ἀ­πα­γω­γῆς; Αὐ­τὸ δὲν τὸ γνω­ρί­ζου­με· βλέ­που­με μό­νο πὼς κι οἱ δυ­ὸ δί­νουν φι­λιὰ ὁ ἕ­νας στὸν ἄλ­λον. Τὸ σκο­τει­νὸ βου­νὸ στέ­κει σὰν γί­γαν­τας στὸ νε­ρὸ ποὺ λαμ­πυ­ρί­ζει. Στὴν ὄ­χθη βρί­σκε­ται κά­ποι­ο κά­στρο ἢ κά­ποι­α ἀ­γροι­κί­α μ’ ἕ­να φω­τι­σμέ­νο πα­ρά­θυ­ρο. Κα­νέ­νας θό­ρυ­βος, κα­νέ­νας ἦ­χος. Τὰ πάν­τα εἶ­ναι τυ­λιγ­μέ­να σὲ μιὰ μαύ­ρη, γλυ­κιὰ σι­ω­πή. Τὰ ἀ­στέ­ρια τρε­μο­παί­ζουν πά­νω ψη­λὰ στὸν οὐ­ρα­νό, ὅ­πως ἐ­πί­σης κι ἀ­πὸ κά­τω πρὸς τὰ πά­νω μέ­σα ἀ­πὸ τὸν ἀ­πύθ­με­νο βυ­θὸ τοῦ οὐ­ρα­νοῦ ποὺ σχη­μα­τί­ζε­ται μὲ τὸν ἀν­τι­κα­το­πτρι­σμὸ στὰ νε­ρὰ τῆς λί­μνης. Τὸ νε­ρὸ εἶ­ναι τὸ ταί­ρι τοῦ φεγ­γα­ριοῦ, τὸ ἔ­χει φέ­ρει ἐ­δῶ κά­τω στὰ μέ­τρα του, καὶ νά ποὺ τώ­ρα φι­λι­οῦν­ται τὸ νε­ρὸ καὶ τὸ φεγ­γά­ρι σὰν ἐ­ρω­τι­κὸ ζευ­γά­ρι. Τὸ ὄ­μορ­φο φεγ­γά­ρι ἔ­χει βυ­θι­στεῖ στὸ νε­ρὸ ὅ­πως κά­ποι­ος νε­α­ρὸς ρι­ψο­κίν­δυ­νος πρίγ­κη­πας σὲ πλημ­μυ­ρί­δα ἀ­πει­λῆς. Κα­θρε­φτί­ζε­ται στὸ νε­ρό, μὲ τὸν τρό­πο ἐ­κεῖ­νο ποὺ μιὰ ὄ­μορ­φη γε­μά­τη ἔ­ρω­τα καρ­διὰ ἀν­τι­κα­το­πτρί­ζε­ται σὲ μιὰν ἄλ­λη δι­ψα­σμέ­νη γιὰ ἔ­ρω­τα καρ­διά. Εἶ­ναι ὑ­πέ­ρο­χο τὸ πῶς τὸ φεγ­γά­ρι μοιά­ζει μὲ τὸν ἐ­ρω­τευ­μέ­νο, τὸν πνιγ­μέ­νο στὶς ἀ­πο­λαύ­σεις καὶ τὸ πῶς τὸ νε­ρὸ μοιά­ζει μὲ τὴν εὐ­τυ­χι­σμέ­νη ἀ­γα­πη­μέ­νη, ἔ­τσι ὅ­πως ἀγ­κα­λιά­ζει καὶ σφίγ­γει τὸν πριγ­κι­πι­κὸ ἔ­ρω­τά της. Ὁ ἄν­τρας καὶ ἡ γυ­ναί­κα στὴ βάρ­κα εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τα γα­λή­νιοι. Ἕ­να με­γά­λο φι­λὶ τοὺς ἔ­χει αἰχ­μα­λω­τί­σει. Τὰ κου­πιὰ εἶ­ναι ἀ­φη­μέ­να στὸ νε­ρό. Ἄ­ρα­γε εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι, ἄ­ρα­γε θὰ εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι οἱ δυ­ὸ αὐ­τοὶ ποὺ βρί­σκον­ται ἐ­δῶ μέ­σα στὴ βάρ­κα, οἱ δυ­ὸ ποὺ φι­λι­οῦν­ται, οἱ δυ­ὸ ποὺ τοὺς λού­ζει τὸ φεγ­γα­ρό­φω­το, οἱ δυ­ὸ ποὺ ἀ­γα­πι­οῦν­ται;



Πηγή: Robert Walser, Kleine Wanderung. Ge­schi­chten, Phi­lipp Re­clam jun. Stut­tgart, 2004 [πρώ­τη ἔκ­δο­ση: Ro­bert Wal­ser, Kleine Dichtungen, Lei­pzig, Kurt Wolff Ver­lag, 1914].

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser) (1878, Μπί­ελ – 1956 Χε­ρι­σά­ου). Ἐλ­βε­τὸς συγ­γρα­φέ­ας. Ἔ­γρα­ψε στὰ γερ­μα­νι­κά, κυ­ρί­ως νου­βέ­λες, δο­κί­μια καὶ μι­κρὰ πε­ζά, ἀλ­λὰ καὶ ποι­ή­μα­τα καὶ πα­ρα­μύ­θια σὲ μορ­φὴ θε­α­τρι­κοῦ. Ἡ Σού­ζαν Σόν­ταγκ τὸν ἔ­χει ἀ­πο­κα­λέ­σει μι­νι­α­του­ρί­στα τοῦ ἀν­τι­η­ρω­ι­κοῦ, τοῦ τα­πει­νοῦ, τῆς μι­κρῆς κλί­μα­κας, ἐ­νῶ ὁ ἴ­διος κά­που ἔ­χει γρά­ψει πὼς τὰ σύν­το­μα πε­ζά του δὲν εἶ­ναι ἄλ­λο πα­ρὰ κομ­μά­τια τῆς ἴ­διας μα­κρο­σκε­λοῦς, δί­χως πλο­κή, ρε­α­λι­στι­κῆς ἱ­στο­ρί­ας.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ γερμανικά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειὰ του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.


		
Advertisements

Robert Walser: Ὁ χορευτής

 

 

Ρόμ­περτ Βάλ­ζερ (Robert Walser)

 

Ὁ χο­ρευ­τής

(Der Tänzer)

 

ΙΔΑ ΚΑΠΟΤΕ ἕ­ναν χο­ρευ­τὴ ποὺ προ­ξέ­νη­σε σ’ ἐ­μέ­να, ἀλ­λὰ καὶ σὲ πολ­λὰ ἄλ­λα ἄ­το­μα ποὺ ἐ­πί­σης τὸν εἶ­δαν, τὴν ἴ­δια βα­θιὰ ἐν­τύ­πω­ση. Γνώ­ρι­ζε τό­σο λί­γο τὴ βα­ρύ­τη­τα καὶ βά­δι­ζε μὲ τέ­τοι­α ἐ­λα­φρά­δα στὸ ἔ­δα­φος ποὺ λὲς καὶ τὸ χλεύ­α­ζε μὲ τὰ πό­δια του. Εὐ­φρό­συ­νη μου­σι­κὴ συ­νό­δευ­ε τὸ χο­ρό του, καὶ ὅ­λοι ἐ­μεῖς ποὺ βρι­σκό­μα­σταν στὸ θέ­α­τρο, σκε­φτό­μα­σταν τί ἀ­πὸ τὰ δύ­ο θὰ μπο­ροῦ­σε ἄ­ρα­γε νὰ θε­ω­ρη­θεῖ ὡ­ραι­ό­τε­ρο καὶ θελ­κτι­κό­τε­ρο: οἱ ἐ­πι­πό­λαι­οι τερ­πνοὶ ἦ­χοι ἢ τὸ παι­χνί­δι τῶν πο­δι­ῶν τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου, ὡ­ραί­ου χο­ρευ­τῆ. Πη­δοῦ­σε σὰν φρό­νι­μο, γυ­μνα­σμέ­νο, κα­λο­α­να­θρεμ­μέ­νο σκυ­λά­κι πού, ἐ­νῶ χο­ρο­πη­δά­ει ζω­η­ρὰ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ, ἐ­γεί­ρει συγ­κί­νη­ση καὶ συμ­πά­θεια. Ἔ­τρε­χε πά­νω στὴ σκη­νὴ ὅ­πως ἡ νυ­φί­τσα στὸ δά­σος, καὶ σὰν τὸν ἀ­χα­λί­νω­το ἄ­νε­μο, ἐμ­φα­νι­ζό­ταν κι ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν. – Κα­νεὶς ἀ­πὸ ὅ­λους ὅ­σοι βρί­σκον­ταν στὸ θέ­α­τρο δὲν φαι­νό­ταν νὰ εἶ­χε πο­τέ του δεῖ ἢ δι­α­νο­η­θεῖ πα­ρό­μοι­α εὐ­θυ­μί­α. Ὁ χο­ρὸς ἐ­πε­νερ­γοῦ­σε σὰν πα­ρα­μύ­θι ἀ­πὸ τὸν πα­λιὸ ἀ­θῶ­ο και­ρὸ ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι, γε­μά­τοι δύ­να­μη καὶ ὑ­γεί­α, ἦ­ταν παι­διὰ ποὺ ἔ­παι­ζαν με­τα­ξύ τους μὲ ἡ­γε­μο­νι­κὴ ἐ­λευ­θε­ρί­α. Ὁ ἴ­διος ὁ χο­ρευ­τὴς δροῦ­σε σὰν παι­δὶ θαῦ­μα ἀ­πὸ ὑ­πέ­ρο­χες πε­ρι­ο­χές. Σὰν ἄγ­γε­λος ἔ­σκι­ζε πε­τών­τας τὸν ἀ­έ­ρα, τὸν ὁ­ποῖο ἔ­μοια­ζε νὰ ἀ­ση­μώ­νει, νὰ χρυ­σώ­νει καὶ νὰ δο­ξά­ζει μὲ τὸ κάλ­λος του. Ἦ­ταν σὰν ὁ ἀ­έ­ρας ν’ ἀ­γα­ποῦ­σε τὸν ἐ­κλε­κτό του, τὸν θε­ϊ­κὸ χο­ρευ­τή. Ὅ­ταν κα­τέ­βαι­νε ἀ­πὸ ψη­λά, αὐ­τὸ ἦ­ταν πε­ρισ­σό­τε­ρο πέ­ταγ­μα πα­ρὰ πτώ­ση, πα­ρό­μοι­ο μὲ τὸ πέ­ταγ­μα ἑ­νὸς με­γά­λου που­λιοῦ ποὺ δὲν γί­νε­ται νὰ πέ­σει· καὶ μό­λις ἄγ­γι­ζε καὶ πά­λι ἀ­νά­λα­φρα τὸ ἔ­δα­φος μὲ τὰ πό­δια του, ξα­νάρ­χι­ζε ἀ­μέ­σως και­νούρ­για πα­ρά­τολ­μα βή­μα­τα καὶ ἅλ­μα­τα, λὲς καὶ τοῦ ἦ­ταν ἀ­δύ­να­το νὰ στα­μα­τή­σει νὰ χο­ρεύ­ει καὶ νὰ με­τε­ω­ρί­ζε­ται, λὲς καὶ ἤ­θε­λε, ὄ­φει­λε κι ἔ­πρε­πε νὰ ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νὰ χο­ρεύ­ει ἀ­δι­ά­κο­πα. Ἐ­νῶ χό­ρευ­ε, προ­ξε­νοῦ­σε τὴν ὡ­ραι­ό­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση ποὺ ἕ­νας νε­α­ρὸς χο­ρευ­τὴς εἶ­ναι ἱ­κα­νός νὰ προ­ξε­νή­σει, δη­λα­δὴ τὴν ἐν­τύ­πω­ση πὼς εἶ­ναι εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ὅ­ταν χο­ρεύ­ει. Ἦ­ταν τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νος ἀ­πὸ τὴν ἄ­σκη­ση τοῦ ἐ­παγ­γέλ­μα­τός του. Στὴν πε­ρί­πτω­σή του, ἡ συ­νή­θης κα­θη­με­ρι­νὴ ἐρ­γα­σί­α ἔ­κα­νε κά­ποι­ον ἐ­πι­τέ­λους τρι­σευ­τυ­χι­σμέ­νο – ὅ­μως ὁ χο­ρὸς δὲν ἦ­ταν βέ­βαι­α ἡ ἐρ­γα­σί­α ἤ, ἐ­φό­σον ἦ­ταν, τὴ δι­εκ­πε­ραί­ω­νε παί­ζον­τας, λὲς κι ἀ­στει­ευ­ό­ταν καὶ χα­ρι­εν­τι­ζό­ταν μὲ τὶς δυ­σκο­λί­ες, καὶ σὰν νὰ ἀ­σπα­ζό­ταν τὰ ἐμ­πό­δια μὲ τέ­τοι­ον τρό­πο ποὺ κι αὐ­τὰ ἔ­πρε­πε νὰ τὸν ἀ­γα­πή­σουν καὶ νὰ τὸν ἀ­σπα­στοῦν μὲ τὴ σει­ρά τους. Ἔ­μοια­ζε μὲ ἱ­λα­ρὸ καὶ πέ­ρα ὣς πέ­ρα χα­ρι­σμα­τι­κὸ βα­σι­λό­που­λο τοῦ χρυ­σοῦ αἰ­ώ­να, κι ὅ­σοι τὸν ἔ­βλε­παν ξε­χνοῦ­σαν ἔ­γνοι­ες καὶ στε­νο­χώ­ρι­ες, καὶ κά­θε ἄ­σχη­μη σκέ­ψη τους ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν. Πα­ρα­κο­λου­θών­τας τον, τὸν εἶ­χες ἤ­δη ἀ­γα­πή­σει καὶ λα­τρέ­ψει καὶ θαυ­μά­σει. Βλέ­πον­τάς τον νὰ ἀ­σκεῖ τὴν τέ­χνη του, κα­τα­γο­η­τευ­ό­σουν ἀ­π’ αὐ­τόν. Ὅ­ποι­ος τὸν εἶ­χε δεῖ, τὸν ὀ­νει­ρευ­ό­ταν καὶ τὸν ὀ­νει­ρο­πο­λοῦ­σε γιὰ πο­λὺν και­ρὸ με­τά.

 

 

Πη­γή: D­i­c­h­t­u­n­g­en in P­r­o­sa I (A­u­f­s­ä­t­ze. K­l­e­i­ne D­i­c­h­t­u­n­g­en). Hrsg. v. C­a­rl Se­elig. H­o­l­le V­e­r­l­ag, G­e­nf-D­a­r­m­s­t­a­dt, 1953 * Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: K­l­e­i­ne D­i­c­h­t­u­n­g­en, K­u­rt W­o­l­ff V­e­r­l­ag, L­e­i­p­z­ig, 1914.

 

R­o­b­e­rt W­a­l­s­er (15 Ἀ­πρι­λί­ου 1878 στὸ Μπὶλ [B­i­el] τῆς Δυ­τι­κῆς Ἐλ­βε­τί­ας-25 Δε­κεμ­βρί­ου 1956 στὸ Χε­ρι­ζά­ου [H­e­r­i­s­au] τῆς βο­ρει­ο­α­να­το­λι­κῆς Ἐλ­βε­τί­ας). Δι­α­κρί­θη­κε ὡς γερ­μα­νό­φω­νος πε­ζο­γρά­φος.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κά:

Φοῖ­βος Ι. Πι­ομ­πῖ­νος (Ἀ­θή­να, 1945). Συγ­γρα­φέ­ας καὶ με­τα­φρα­στὴς λο­γο­τε­χνί­ας ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά, τὰ γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ ἰ­τα­λι­κά.