Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou): Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς



Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou)


Ἀγ­γε­λο­κέ­φα­λοι Χίπ­στερς

(Angelheaded Hipsters)


ΟΝ ΕΙΔΕ πρώ­τη φο­ρὰ στὸ με­τρό. Στε­κό­ταν μὲ τὸ μέ­τω­πο ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ τζά­μι τῆς πόρ­τας καὶ κοί­τα­ζε ἔ­ξω. Ἦ­ταν με­λα­χρι­νός, μὲ ψη­λὰ ζυ­γω­μα­τι­κά. Τὰ μά­τια του δὲν τὰ εἶ­χε δεῖ ἀ­κό­μα, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ εἶ­χαν τὸ χρῶ­μα τοῦ πά­γου. Πρό­σε­ξε τὶς ὠ­μο­πλά­τες ποὺ προ­ε­ξεῖ­χαν ὑ­περ­βο­λι­κὰ ἀ­πὸ τὸ δερ­μά­τι­νο σα­κά­κι του. Κά­τι τὸν ἔ­σπρω­ξε νὰ τὸν ἀγ­γί­ξει τό­τε, γιὰ νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­λη­θι­νὸς ἂν καὶ ἀγ­γε­λό­μορ­φος ἔ­τσι ὅ­πως στε­κό­ταν μπρο­στὰ στὴν πόρ­τα. Ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του καὶ τὸν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν ὦ­μο. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε σὰν νὰ τὸν ἤ­ξε­ρε ἀ­πὸ και­ρό. Τὸ βλέμ­μα του τὸν ἔ­κα­νε νὰ δι­στά­σει λί­γο, ἀλ­λὰ ὕ­στε­ρα —ποὺ βρῆ­κα ξαφ­νι­κὰ τέ­τοι­ο θρά­σος;— ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι του κά­τω ἀ­πὸ τὸ σα­κά­κι του γιὰ ν’ ἀ­κουμ­πή­σει τὰ ἐ­ξογ­κώ­μα­τα στὴν πλά­τη του. Ἀ­νέ­συ­ρε τὴν πα­λά­μη του μα­τω­μέ­νη. «Πᾶ­με σπί­τι μου», τοῦ εἶ­πε. Τὸν ἔ­πι­α­σε ἀ­πὸ τὸ χέ­ρι. Μά­τω­σε ἔ­τσι καὶ τὸ δι­κό του. Ὁ κό­σμος τοὺς κοί­τα­ζε. Κα­τέ­βη­καν στὴν ἑ­πό­με­νη στά­ση καὶ περ­πά­τη­σαν τὴν ὑ­πό­λοι­πη δι­α­δρο­μὴ μέ­σα στὴ βρο­χή.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ δι­α­με­ρί­σμα­τός του, πέ­τα­ξε τὰ κλει­διὰ στὸ τα­σά­κι δί­πλα στὴν εἴ­σο­δο καὶ πῆ­γε στὸ μπά­νιο νὰ φέ­ρει πε­τσέ­τες. Ἐ­κεῖ­νος στε­κό­ταν στὸ κα­τώ­φλι, στά­ζον­τας, ἀ­κί­νη­τος. Τὸ ἀ­γό­ρι ἐ­πέ­στρε­ψε μὲ τὶς πε­τσέ­τες, τὸν εἶ­δε ποὺ στε­κό­ταν. «Για­τί δὲν μπαί­νεις μέ­σα;», τὸν ρώ­τη­σε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τὸν τρά­βη­ξε νὰ κα­θί­σει στὸ στρῶ­μα ποὺ σχε­δὸν γέ­μι­ζε τὸ μο­να­δι­κὸ δω­μά­τιο τοῦ σπι­τιοῦ. Τοῦ σκού­πι­σε τὰ μαλ­λιὰ μὲ τὴν πε­τσέ­τα. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἔ­λε­γε τί­πο­τα. Εἶ­χε τὴν πλά­τη του γυ­ρι­σμέ­νη κι ἔ­τσι δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὰ μά­τια του, ἀλ­λὰ ἤ­ξε­ρε ὅ­τι κοί­τα­ζαν τὴ μα­τω­μέ­νη του πα­λά­μη. Τὰ σγου­ρὰ μαλ­λιά του ἀ­νέ­δι­δαν ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο ἄ­ρω­μα. Τί τοῦ θύ­μι­ζε; Τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ σα­κά­κι. Τὸ μπλου­ζά­κι του ἦ­ταν μου­λι­α­σμέ­νο στὸ αἷ­μα.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε. Πῆ­γε στὸ μπά­νιο κι ἔ­φε­ρε μιὰ λε­κά­νη μὲ νε­ρὸ κι ἕ­να σφουγ­γά­ρι. Ξα­να­κά­θι­σε στὸ στρῶ­μα.

            «Πρέ­πει νὰ σὲ πλύ­νω», τοῦ εἶ­πε. Ἐ­κεῖ­νος δὲν ἀ­πάν­τη­σε, κοί­τα­ζε ἀ­κό­μα τὸ αἷ­μα στὴν πα­λά­μη του.

            «Πο­νᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε.

            Τό­τε μί­λη­σε γιὰ πρώ­τη φο­ρά. «Δὲν πο­νά­ω», εἶ­πε μὲ μιὰ ἑρ­μα­φρό­δι­τη φω­νὴ ποὺ ἔ­κα­νε τὸ ἀ­γό­ρι ν’ ἀ­να­τρι­χιά­σει. Τοῦ ἄ­ρε­σε ἡ αἴ­σθη­ση.

            Μὲ πολ­λὴ προ­σο­χή, τοῦ ἔ­βγα­λε τὸ μπλου­ζά­κι. Τὸ δέρ­μα του ἦ­ταν ἁ­πα­λό. Ὅ­που δὲν ἦ­ταν κα­λυμ­μέ­νο μὲ ξε­ρα­μέ­νο αἷ­μα, εἶ­χε τὸ χρῶ­μα τῆς ἄμ­μου. Αὐ­τὸ εἶ­ναι, σκέ­φτη­κε τὸ ἀ­γό­ρι. Τὰ μαλ­λιὰ του μυ­ρί­ζουν ἔ­ρη­μο. Τὸ ἤ­ξε­ρε, κι ἂς μὴν εἶ­χε πά­ει στὴν ἔ­ρη­μο πο­τέ.

            Τὸ ἀ­γό­ρι βού­τη­ξε τὸ σφουγ­γά­ρι στὴ λε­κά­νη κι ὕ­στε­ρα τὸ στράγ­γι­ξε. Ἄρ­χι­σε νὰ κα­θα­ρί­ζει τὸ αἷ­μα ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σε στοὺς ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νους χόν­δρους, ἐ­κεῖ­νος ρί­γη­σε. Τὸ σῶ­μα του ἦ­ταν δυ­να­τό, γραμ­μω­μέ­νο, ἀ­ψε­γά­δια­στο ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σεις τὶς δυ­ὸ πλη­γὲς στὴν πλά­τη του. Τὸ ἀ­γό­ρι δού­λευ­ε ὅ­σο πιὸ μα­λα­κὰ μπο­ροῦ­σε. Μό­λις τε­λεί­ω­σε, πῆ­ρε τὴ μα­τω­μέ­νη λε­κά­νη καὶ τὴν πῆ­γε στὸ μπά­νιο. Τὴν ἄ­δεια­σε στὸ νε­ρο­χύ­τη, πα­λεύ­ον­τας μὲ τὴν αἴ­σθη­ση ὅ­τι πε­τοῦ­σε κά­τι πο­λύ­τι­μο.


            «Δι­ψᾶς;» τὸν ρώ­τη­σε. «Νὰ σοῦ φέ­ρω κά­τι νὰ πι­εῖς;»

            «Δὲν πί­νω», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.

            «Πει­νᾶς;»

            «Δὲν τρώ­ω.»

            «Τί θέ­λεις; Θέ­λεις ἕ­να τσι­γά­ρο;»

            «Ἁ­πλὰ μί­λα μου. Πές μου μιὰ ἱ­στο­ρί­α.»

            Τό­τε τὸ ἀ­γό­ρι τοῦ εἶ­πε γιὰ τὸν τύ­πο ποὺ κα­τά­πι­νε σπα­θιὰ καὶ μα­χαί­ρια στὸ Σό­χο. Μιὰ μέ­ρα, κα­θὼς εἶ­χε στὸν οἰ­σο­φά­γο του τρί­α κο­φτε­ρὰ ξί­φη, ἕ­νας ἄν­τρας στα­μά­τη­σε μπρο­στά του καὶ τὸν κοί­τα­ζε. Ὁ περ­φόρ­μερ ἦ­ταν γυ­μνό­στη­θος. Φο­ροῦ­σε ἕ­να πέ­τσι­νο παν­τε­λό­νι καὶ μιὰ ζώ­νη μὲ καρ­φιά. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς τὸν πλη­σί­α­σε καὶ τοῦ ψι­θύ­ρι­σε κά­τι στὸ ἀ­φτί. Ὁ περ­φόρ­μερ τό­τε συ­στρά­φη­κε ἀ­πό­το­μα καὶ τὰ μά­τια του γέ­μι­σαν τρό­μο. Ἔ­βγα­λε ὅ­πως-ὅ­πως τὰ σπα­θιὰ ἀ­πὸ τὸ στό­μα του καὶ ἄρ­χι­σε νὰ ξερ­νά­ει αἷ­μα. Ὁ πε­ρα­στι­κὸς ἔ­φυ­γε. Ὁ περ­φόρ­μερ δὲν ξα­να­μί­λη­σε πο­τέ. Κά­ποι­οι εἶ­παν ὅ­τι εἶ­χε σκί­σει τὶς φω­νη­τι­κές του χορ­δές. Κα­νεὶς δὲν ξέ­ρει τί τοῦ εἶ­πε ὁ ἄν­τρας.

            «Σοῦ ἄ­ρε­σε;» ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Μοῦ ἀ­ρέ­σουν ὅ­λες οἱ ἱ­στο­ρί­ες. Ἂν καὶ τὶς πε­ρισ­σό­τε­ρες τὶς ἔ­χω ξα­να­κού­σει», ἀ­πάν­τη­σε ἐ­κεῖ­νος.


Τὸ πρω­ὶ τὸν ἄ­φη­σε στὸ σπί­τι, κα­θι­σμέ­νο πλά­ι στὸ πα­ρά­θυ­ρο, καὶ πῆ­γε στὴ δου­λειά. Τὸ δι­σκά­δι­κο ἦ­ταν σχε­δὸν ἄ­δει­ο ὅ­λη μέ­ρα. Πέ­ρα­σε τὴν ὥ­ρα χα­ϊ­δεύ­ον­τας τοὺς δί­σκους μὲ τὰ δά­χτυ­λα καὶ κοι­τά­ζον­τας ἐ­ξώ­φυλ­λα. Ἡ Πά­τι Σμίθ, ὄ­μορ­φη σὰν ἀ­γό­ρι, ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη σ’ ἕ­ναν τοῖ­χο, κοι­τά­ζει τὸ φα­κὸ μὲ τὰ χέ­ρια στὶς τι­ράν­τες της καὶ τὸ σα­κά­κι στὸν ὦ­μο. Οἱ Μπὴτλς ἔ­χουν λα­στι­χω­τὲς ψυ­χὲς κι ὁ Τζὸν Λέ­νον χα­μο­γε­λά­ει. Τὰ Μπὴτς Μπό­υς τα­ΐ­ζουν μη­ρυ­κα­στι­κά. Ὁ Μέ­ρι­λυν Μάν­σον με­τα­μορ­φώ­νε­ται ἀ­πὸ σκου­λή­κι σὲ ἄγ­γε­λο.

            Ὅ­ταν γύ­ρι­σε, τὸν βρῆ­κε νὰ κοι­μᾶ­ται μπρού­μυ­τα στὸ στρῶ­μα. Οἱ χόν­δροι στὴν πλά­τη του ἐ­ξεῖ­χαν σὰν δυ­ὸ ξα­σπρι­σμέ­να βου­νὰ στὴν ἐ­πι­φά­νεια μιᾶς σάρ­κι­νης χώ­ρας. Κά­θι­σε δί­πλα του στὸ στρῶ­μα καὶ δι­έ­τρε­ξε τὴν πλά­τη του μὲ τ’ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του. Ἐ­κεῖ­νος γύ­ρι­σε καὶ τὸν κοί­τα­ξε ἀ­πὸ τὸ μα­ξι­λά­ρι.

            «Ἦ­ταν τρο­με­ρό;» τὸν ρώ­τη­σε τὸ ἀ­γό­ρι.

            «Ναί.»

            «Πῶς ἔ­νι­ω­σες;»

            «Ὁ νοῦς μου στα­μά­τη­σε κι ἡ καρ­διά μου ἄρ­χι­σε νὰ χτυ­πά­ει.»

            «Καὶ τώ­ρα τί εἶ­σαι;»

            «Ὅ,τι ἤ­μουν πάν­τα. Δὲν μπο­ρεῖς ν’ ἀλ­λά­ξεις αὐ­τὸ ποὺ εἶ­σαι.»

            «Καὶ δὲν μπο­ρεῖς νὰ ξα­να­γυ­ρί­σεις;»

            «Μπο­ρῶ. Τί­πο­τα δὲν κρα­τά­ει αἰ­ώ­νια.»

            «Για­τί τὸ ἔ­κα­νες;»

            Ἐ­κεῖ­νος ἀ­να­σή­κω­σε τοὺς ὤ­μους του.

            «Ἤ­θε­λα νὰ δῶ τὸ Λον­δί­νο ἀ­πὸ κον­τά.»

            Τὸ ἀ­γό­ρι σκέ­φτη­κε γιὰ λί­γο. «Ποῦ πή­γαι­νες ὅ­ταν σὲ συ­νάν­τη­σα;», ρώ­τη­σε τε­λι­κά.

            «Θὰ σοῦ φα­νεῖ ἀ­στεῖ­ο.»

            «Πές μου, ὑ­πό­σχο­μαι νὰ μὴ γε­λά­σω.»

            «Πή­γαι­να στὸ Ἔιν­τζελ. Σκέ­φτη­κα ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ βρῶ κι ἄλ­λους ἐ­κεῖ», εἶ­πε μ’ ἕ­να παι­δι­ά­στι­κο χα­μό­γε­λο ποὺ ἔ­δω­σε στὴν ὄ­ψη του κά­τι ἀρ­χαῖ­ο κι ἐ­πι­κίν­δυ­νο.

            Τὸ ἀ­γό­ρι γέ­λα­σε.

            «Θὰ μὲ γνω­ρί­σεις στοὺς φί­λους σου;» ρώ­τη­σε ἐ­κεῖ­νος κα­θὼς ση­κω­νό­ταν ἀ­πὸ τὸ στρῶ­μα. Εἶ­χε ἱ­δρώ­σει καὶ τὰ μαλ­λιά του κολ­λοῦ­σαν στὸ μέ­τω­πό του.

            Τὸ ἀ­γό­ρι ἔ­νευ­σε κα­τα­φα­τι­κά. «Πᾶ­με», εἶ­πε.


Οἱ φί­λοι του ἔ­κλει­σαν τὸν ξέ­νο μέ­σα σ’ ἕ­ναν στε­νὸ κύ­κλο ἀ­πὸ με­θυ­σμέ­να σώ­μα­τα. Ἡ Τζού­λι, ὁ Μά­ικ, ὁ Φί­λιπ, ἱ­δρω­μέ­νοι δο­ρυ­φό­ροι φτι­αγ­μέ­νοι μὲ ὀ­ξὺ καὶ τρι­πά­κια καὶ μά­τια ποὺ γυ­ά­λι­ζαν στὸ ἡ­μί­φως —τὸ φῶς μοιά­ζει νὰ ἐκ­πο­ρεύ­ε­ται ἀ­πὸ τὸ δέρ­μα του— πρό­σω­πα ἐ­πί­μο­να νὰ κλέ­ψουν ἕ­να ἄγ­γιγ­μά του, χέ­ρια ποὺ δι­ψοῦ­σαν χω­ρὶς νὰ ξέ­ρουν για­τί. Τὸ ἀ­γό­ρι τὸν εἶ­δε ν’ ἁ­πλώ­νει ἕ­να αὐ­το­κρα­το­ρι­κὸ δά­χτυ­λο καὶ ν’ ἀγ­γί­ζει τὴ Τζού­λι στὸ μέ­τω­πο. Ἐ­κεί­νη γλί­στρη­σε κον­τά του κι ἔ­βα­λε τὸ χέ­ρι της στὸ στῆ­θος του. Ὅ­ταν ἔ­σκυ­ψε καὶ τὴ φί­λη­σε στὰ χεί­λη, τὸ ἀ­γό­ρι ση­κώ­θη­κε ἀ­πό­το­μα. Χρει­α­ζό­ταν ἀ­έ­ρα. Κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὴν ἔ­ξο­δο κι εἶ­χε τὴν αἴ­σθη­ση πὼς προ­σπα­θοῦ­σε νὰ δρα­πε­τεύ­σει μέ­σα ἀ­πὸ ἕ­να γι­γάν­τιο σῶ­μα. Βγῆ­κε ἀ­πὸ τὸ κλὰμπ μὲ βλέμ­μα θη­ρά­μα­τος. Τὸ μπὴτ τῆς μου­σι­κῆς ἀ­κου­γό­ταν τώ­ρα μουν­τό – ἡ τα­χυ­καρ­δί­α κά­ποι­ου ἄλ­λου.

            Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ μέ­τω­πό του στὸν πέ­τρι­νο τοῖ­χο τοῦ κτι­ρί­ου κι ἔ­κλει­σε τὰ μά­τια προ­σπα­θών­τας νὰ κρα­τή­σει τὴ νύ­χτα ἀ­κί­νη­τη. Σὲ λί­γο αἰ­σθάν­θη­κε δυ­ὸ χέ­ρια νὰ γλι­στρᾶ­νε στὸ στῆ­θος του, ὕ­στε­ρα στὸ στο­μά­χι του. Γύ­ρι­σε καὶ βρέ­θη­καν πρό­σω­πο μὲ πρό­σω­πο. Ἡ ἀ­νά­σα του μύ­ρι­ζε οὐ­ρα­νό. Τὸ ἀ­γό­ρι ἅρ­πα­ξε τὸ κε­φά­λι του καὶ τὸν φί­λη­σε πει­να­σμέ­να. Αἰ­σθάν­θη­κε ὅ­τι φι­λά­ει τὸν γα­λα­ξί­α. Τὰ χέ­ρια του ἔ­ψα­χναν αὐ­τὸ τὸ σῶ­μα μὲ μιὰ ἀ­πελ­πι­σί­α πρω­τό­γνω­ρη κι ὁ ἐγ­κέ­φα­λός του φώ­να­ζε ψη­λα­φῶ τὸν χρό­νο, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, ποι­ὸς εἶ­σαι, θέ­λω νὰ σὲ δῶ ἀ­λή­θεια καὶ τό­τε ἐ­κεῖ­νος ἐμ­φα­νί­στη­κε μπρο­στά του ἀ­σύλ­λη­πτος καὶ γυ­μνός.


Κι ὁ ἄγ­γε­λος εἶ­πε στὸ ἀ­γό­ρι:

            «Μπο­ρῶ νὰ γί­νω γυ­ναί­κα γιὰ σέ­να. Θὰ ἤ­θε­λες μιὰ γυ­ναί­κα;»

            Καὶ τὸ ἀ­γό­ρι εἶ­πε:

            «Ὄ­χι. Θέ­λω ἐ­σέ­να ὅ­πως εἶ­σαι πραγ­μα­τι­κά.»

            «Καὶ ξέ­ρεις τί ση­μαί­νει αὐ­τό;»

            «Ξέ­ρω.»

            Καὶ τό­τε ὁ ἄγ­γε­λος ἔ­ρι­ξε κά­τω τὴν ἀ­σπί­δα του

            καὶ πῆ­ρε τὸ σπα­θί του

            καὶ τρύ­πη­σε τὸ στῆ­θος τοῦ ἀ­γο­ριοῦ

            τρυ­φε­ρά,

            ἀ­π’ ἄ­κρη σ’ ἄ­κρη.



Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: «Angelheaded Hipsters», An Unlikely Companion, Μά­ϊ­ος 2015. (Με­τά­φρα­ση: Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου.)

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Ζεῖ στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ΜΜΕ καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συγ­γρά­φει πε­ρί­ερ­γες καὶ πα­ρά­δο­ξες ἱ­στο­ρί­ες. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Παγ­κό­σμιο βρα­βεῖ­ο γιὰ τὴν Μι­κρο­α­φή­γη­ση (World Fantasy Award for Short Fiction) καὶ τὸ 2018 βρέ­θη­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ βρα­βεί­ου Nebula στὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς παι­γνι­ώ­δους γρα­φῆς. Συ­νερ­γά­ζε­ται ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση μὲ τὸ δι­α­δρα­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ sub-Q. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­πί­σης ὡς δρα­μα­τουρ­γὸς στὴν Adrift Performance Makers. Δο­κί­μια καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ξέ­νους ἱ­στο­τό­πους καὶ ἔν­τυ­πα, ἐ­νῶ ἐν­τὸς τοῦ 2019 πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ διήγημά της «The Forest Edna» στὸν τόμο Letters from the Grave (Οrbannin books).

Διαφημίσεις

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou): Τὸ ψα­ρό­νι τοῦ ὀ­νό­μα­τός της



Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou)


Τὸ ψα­ρό­νι τοῦ ὀ­νό­μα­τός της

(The Starling of Her Name)


ΥΠΝΗΣΑ ἀ­π’ τὸν ἦ­χο ποὺ ἔ­κα­ναν τὰ που­λιὰ κα­θὼς συγ­κρού­ον­ταν τὸ ἕ­να με­τὰ τὸ ἄλ­λο στὴν μπαλ­κο­νό­πορ­τα τῆς κρε­βα­το­κά­μα­ράς μας. Πά­ει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ ξέ­σπα­σε αὐ­τὴ ἡ ἐ­πι­δη­μί­α. Μό­λις τὸ φῶς τοῦ πρω­ϊ­νοῦ προ­βάλ­λει, ἡ τζα­μα­ρί­α με­τα­τρέ­πε­ται ἀ­πευ­θεί­ας σὲ οὐ­ρα­νὸ στὰ μά­τια τῶν που­λι­ῶν. Κά­θε μέ­ρα φρον­τί­ζω νὰ κα­τε­βαί­νω στὴν αὐ­λὴ γιὰ νὰ πε­ρι­συλ­λέ­ξω τὰ πτώ­μα­τά τους, προ­τοῦ τὰ δεῖ ἡ Ἀ­μέ­λια. Ὄ­χι ὅ­τι βγαί­νει πλέ­ον τό­σο συ­χνὰ ἔ­ξω.

       Στρέ­φο­μαι πρὸς τὸ μέ­ρος της. Ἔ­χει ἤ­δη ξυ­πνή­σει, τὰ μά­τια της λάμ­πουν, τὸ πρό­σω­πό της μέ­νει ἀ­νέκ­φρα­στο. Σὲ ξύ­πνη­σαν τὰ που­λά­κια; Θέ­λω νὰ τὴ ρω­τή­σω, μὰ δὲν τὸ κά­νω, δὲ λέ­ω τί­πο­τα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­κού­σω τὴ φω­νή της. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ἀ­κού­σω οὔ­τε κὰν τὴ δι­κή μου τὴ φω­νὴ νὰ προ­φέ­ρει τὸ ὄ­νο­μα τῆς γυ­ναί­κας μου. Ἀ­μέ­λια. Ἀ­μέ­λια. Ἀ­γά­πη μου. Θὰ τὸ κα­τα­φέ­ρω πο­τέ; Κα­λη­μέ­ρα. Ἀ­μέ­λια. Ἔ­φτια­ξα κα­φέ. Ξε­που­που­λι­α­σμέ­νες λέ­ξεις, ποὺ ἀν­ταλ­λάσ­σον­ται πε­ρι­στα­σια­κά, ἀ­προ­σχη­μά­τι­στα ὅ­πως καὶ πρίν, σὰ νὰ μὴ ση­μαί­νουν τί­πο­τε. Ἡ ἐ­πι­δη­μί­α αὐ­τὴ μᾶς με­τέ­τρε­ψε ὅ­λους σὲ φι­λο­σό­φους, εἶ­πε μιὰ φο­ρὰ ἡ Ἀ­μέ­λια γε­λών­τας, τό­τε ποὺ ἦ­ταν ἔγ­κυ­ος, τό­τε ποὺ ἀ­κό­μα ἀ­στει­ευ­ό­ταν.

       Φιλά­ω τὸ μέ­τω­πό της καὶ τῆς τσιμ­πά­ω τὸν δε­ξιὸ ὦ­μο μὲ τρό­πο τέ­τοι­ο ποὺ κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι πά­ω νὰ μᾶς φτιά­ξω κα­φέ. Τὰ μά­τια της οὔ­τε ποὺ τρε­μο­παί­ζουν.

     Στὴν κου­ζί­να, ἀ­νοί­γω τὸ ρα­δι­ό­φω­νο καὶ δυ­να­μώ­νω τὴν ἔν­τα­ση. Ἀ­να­γνω­ρί­ζω τὴ με­λω­δί­α τοῦ «The Lark A­scen­ding» ἀ­πὸ τὸν Ρὰλφ Βό­ουν Οὐ­ίλ­λιαμς. Ὑ­πο­θέ­τω ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν εὔ­θυ­μη ἰ­δέ­α κά­ποι­ου ἐν εἴ­δει σχο­λί­ου, γιὰ νὰ ξε­κι­νή­σει κα­λὰ ἡ μέ­ρα Τὸ βρί­σκω ἄ­ξε­στο καὶ κα­κό­γου­στο, ἀλ­λὰ ὅ­ταν φτά­νει τὸ ρα­δι­ό­φω­νο νὰ σχο­λιά­ζει τὴν πα­ρα­γω­γὴ τῶν πτη­νῶν, αὐ­τὸ ση­μαί­νει ὅ­τι τὰ πε­ρι­θώ­ρια ἐ­πι­λο­γῆς εἶ­ναι πιὰ ἐ­λά­χι­στα. Ἄ­ρα εἴ­τε αὐ­τό, εἴ­τε ἡ σι­ω­πή.

       Ἔ­ξω, τὰ δέν­τρα λυ­γί­ζουν κά­τω ἀ­π’ τὸ βά­ρος τῶν που­λι­ῶν. Σύν­νε­φα ἀ­πὸ ψα­ρό­νια σκιά­ζουν τὸν οὐ­ρα­νό. Πλέ­ον περ­πα­τοῦν ἀ­κό­μα καὶ στοὺς δρό­μους, μιᾶς κι οἱ αἰ­θέ­ρες γέ­μι­σαν ἀ­π’ τὰ φτε­ρά τους. Οἱ γά­τες καὶ οἱ ἀ­λε­ποῦ­δες ἴ­σα ποὺ τὰ πε­ρι­ο­ρί­ζουν.

       Ἐ­ξα­κο­λου­θῶ νὰ θαυ­μά­ζω τὸ πλῆ­θος τους. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­κό­μα μι­λοῦν, κα­θὼς φαί­νε­ται. Οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­κό­μα ἀ­με­λοῦν τὸν ἑ­αυ­τό τους, ἔ­στω κι ἂν ὁ κό­σμος γύ­ρω τους κα­ταρ­ρέ­ει.

       Σερ­βί­ρω τὸν κα­φὲ στὶς κοῦ­πες μας καὶ κα­τευ­θύ­νο­μαι πρὸς τὸ σα­λό­νι. Ἔ­μει­να ἔκ­πλη­κτος κα­θὼς εἶ­δα τὴν Ἀ­μέ­λια νὰ κά­θε­ται ἤ­δη στὸ τρα­πέ­ζι, μὲ τὸν πί­να­κα στὸ πλά­ι της. Παίρ­νει τὴν κού­πα ποὺ τῆς δί­νω καὶ μοῦ χα­μο­γε­λᾶ. Πό­σος και­ρὸς πά­ει ἀ­πὸ τό­τε ποὺ τὴν εἶ­δα τε­λευ­ταί­α φο­ρὰ νὰ χα­μο­γε­λᾶ; Φυ­σά­ει τὸν κα­φέ της γιὰ νὰ κρυ­ώ­σει, καὶ ρου­φά­ει προ­σε­κτι­κά.

       Θέ­λω νὰ πά­ω στὸ πάρ­κο, μοῦ γρά­φει.


Συ­νέ­λα­βα τὸν ἑ­αυ­τό μου νὰ τὰ κοι­τά­ζει ἐ­πί­μο­να. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι ποι­ά λέ­ξη νὰ εἶ­ναι τὸ κα­θέ­να ἀ­π’ ὅ­λα αὐ­τὰ τὰ που­λιά, προ­σπα­θών­τας νὰ τὰ με­τα­φρά­σω. Θε­ός; Μη­τέ­ρα; Γα­μῶ­το; Ἀ­να­κα­λῶ ὅ­λες ἐ­κεῖ­νες τὶς φτε­ρω­τὲς προ­τά­σεις ποὺ ἀ­πέ­δρα­σαν ἀ­π’ τὰ χεί­λη μας τὴ νύ­χτα ἐ­κεί­νη ποὺ ἡ νε­ο­γέν­νη­τη κό­ρη μας ἔ­πα­ψε νὰ ἀ­να­πνέ­ει. Τρο­μαγ­μέ­να που­λιά, που­λιὰ σὰν βέ­λη, που­λιὰ ποὺ τσα­κί­ζον­ταν στοὺς τοί­χους τοῦ δω­μα­τί­ου. Μὰ πά­νω ἀ­πὸ ὅ­λα θυ­μᾶ­μαι ἐ­κεῖ­νο τὸ στε­φά­νι ἀ­πὸ τρυ­πο­φρά­κτες ποὺ ἐ­ξα­πέ­λυ­σε τὸ στό­μα τῆς γυ­ναί­κας μου. Τὸ ὄ­νο­μα τῆς κό­ρης μας, ἕ­να που­λὶ κι ἔ­πει­τα ἄλ­λο ἕ­να κι ἄλ­λο ἕ­να.

       Κι ἔ­πει­τα, ὅ­ταν ὅ­λα τέ­λει­ω­σαν καὶ ἐ­πι­στρέ­ψα­με ἀ­πὸ τὸ νο­σο­κο­μεῖ­ο στὸ σπί­τι μὲ τὴν φρε­σκο­α­πο­κτη­μέ­νη γνώ­ση τοῦ κε­νοῦ, τί πε­ρι­μέ­να­με; Ὅ­τι θὰ ε­ξα­φα­νί­ζον­ταν ὡς διὰ μα­γεί­ας; Ἑ­κα­τον­τά­δες τρυ­πο­φρά­κτες πε­τοῦ­σαν κυ­κλι­κὰ κά­τω ἀ­π’ τὸ τα­βά­νι μας, φτε­ρού­γι­ζαν πί­σω ἀ­π’ τὶς κουρ­τί­νες μας, πε­τά­ρι­ζαν νευ­ρι­κὰ ἀ­πὸ τὴν ντου­λά­πα στὴ βι­βλι­ο­θή­κη, κι ἀ­πὸ τὴν κού­νια τῆς κό­ρης μας πρός…

       Τί θέ­λεις νὰ κά­νω μ’ ὅ­λα αὐ­τά; ρώ­τη­σα.

       Ἀ­πάν­τη­σε στα­θε­ρά, εὐ­θέ­ως. Νὰ τὰ σκο­τώ­σεις ὅ­λα, εἶ­πε.

       Κι ἔ­τσι ἔ­πρα­ξα. Τὰ μι­κρο­σκο­πι­κά τους ὀ­στὰ συν­τρί­φτη­καν ἀ­πὸ τὶς γρο­θι­ές μου, τοὺς ἀγ­κῶ­νες μου, θρυμ­μα­τί­στη­καν κά­τω ἀ­π’ τὰ πέλ­μα­τά μου. Γέ­μι­σα καὶ πέ­τα­ξα ὁ­λό­κλη­ρες σα­κοῦ­λες σκου­πι­δι­ῶν γε­μά­τες μὲ που­λιά, ὀ­νο­μα­σμέ­να ἀ­π’ τὸ μω­ρό μας. Ἀ­πο­κοι­μή­θη­κα στὸ πά­τω­μα ζα­ρω­μέ­νος ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ, πέ­φτον­τας ἥ­συ­χα καὶ στα­θε­ρὰ ἀ­π’ τὸν ἀ­έ­ρα.

       Ξύ­πνη­σα λί­γη ὥ­ρα ἀρ­γό­τε­ρα ἀ­π’ τὸ κλά­μα τῆς συ­ζύ­γου μου. Κά­τι θὰ μοῦ ξέ­φυ­γε. Εἶ­χε πά­ρει ἕ­ναν μι­κρὸ τρυ­πο­φρά­κτη στὶς πα­λά­μες της, τὸν μι­κρό­τε­ρο που εἶ­δα πο­τέ μου, καὶ ἔ­κλαι­γε πά­νω στὸ χνού­δι του, σι­ω­πη­λά, χω­ρὶς λό­για.


Τὸ πάρ­κο ἔ­χει πε­ρισ­σό­τε­ρη ζω­ὴ ἀ­πὸ ὅ­ση πε­ρί­με­να. Πᾶ­νε μό­λις λί­γοι μῆ­νες κι ὅ­μως οἱ ἄν­θρω­ποι ξε­κί­νη­σαν νὰ βγαί­νουν ξα­νά. Ζευ­γά­ρια κά­θον­ται δί­πλα-δί­πλα στὰ παγ­κά­κια. Μιὰ μη­τέ­ρα σπρώ­χνει τὸ κα­ρό­τσι τοῦ μω­ροῦ της ἀ­νά­με­σα στὰ που­λιὰ ποὺ κα­λύ­πτουν τὸ ἔ­δα­φος. Παι­διὰ παί­ζουν καὶ βου­ί­ζουν. Ἀ­νοί­γουν τὰ στό­μα­τά τους ἀ­φή­νον­τας τὰ που­λιὰ νὰ ξε­πη­δή­σουν – τὰ πιὸ πο­λύ­χρω­μα που­λιά· πορ­το­κα­λιὰ καὶ μπλέ, λι­λὰ καὶ κί­τρι­να, ἰ­ρι­δί­ζον­τα— κι ἔ­πει­τα τὰ κυ­νη­γοῦν κα­θὼς ἐ­κεῖ­να πε­τοῦν μα­κριά. Σὰν παι­χνί­δι. Ἡ Ἀ­μέ­λια τὰ κοι­τά­ζει κι ἐ­κεί­νη. Ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι πῶς θὰ τὸ ὀ­νό­μα­ζαν.

       Σύν­το­μα, οἱ ἐ­πι­βλέ­πον­τες ἐ­νή­λι­κες τοὺς ἐν­το­πί­ζουν καὶ τὸ παι­χνί­δι τε­λει­ώ­νει. Τὰ παι­διὰ δι­α­λύ­ον­ται σὰν τὰ που­λιά, ὡ­στό­σο ἐ­γὼ κα­τα­φέρ­νω καὶ τὰ ξε­δι­α­κρί­νω μὲς στὰ φύλ­λα ἀ­π’ τὶς ση­μύ­δες ποὺ μᾶς σκε­πά­ζουν. Τὰ δεί­χνω στὴν Ἀ­μέ­λια, μὰ προ­τοῦ ση­κώ­σει τὰ μά­τια της αὐ­τὰ ἔ­χουν χα­θεῖ.


Ἔ­χου­με βά­λει τὸν τρυ­πο­φρά­κτη σ’ ἕ­να κλου­βί. Ἡ ἐ­κτρο­φὴ τοῦ τρυ­πο­φρά­κτη λέ­γε­ται ὅ­τι φέρ­νει κα­κὴ τύ­χη, ἔ­γρα­ψα μιὰ μέ­ρα. Ἡ Ἀ­μέ­λια ἁ­πλῶς μὲ κοί­τα­ξε, δί­χως ν’ ἀ­παν­τή­σει. Δε χρει­α­ζό­ταν. Τί χει­ρό­τε­ρο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ γί­νει ἀ­πὸ ὅ,τι μᾶς εἶ­χε ἤ­δη συμ­βεῖ;


Ἐ­πι­στρέ­ψα­με ἀ­πὸ τὸ πάρ­κο ἀ­μέ­σως μό­λις βρά­δια­σε. Ἡ Ἀ­μέ­λια ἔ­χει ἀ­φε­θεῖ στὰ χέ­ρια μου κα­θὼς τὴν βά­ζω στὸν κα­να­πέ. Τὴν τυ­λί­γω μὲ σεν­τό­νια καὶ τῆς δί­νω μιὰ κού­πα ζε­στὸ τσά­ι μὲ γλυ­κό­ρι­ζα. Κά­τι γλυ­κό, τῆς λέ­ω χρη­σι­μο­ποι­ών­τας νο­η­μα­τι­κὴ καὶ χα­μο­γε­λῶ, ἀλ­λὰ δὲ νο­μί­ζω ὅ­τι μὲ βλέ­πει. Κοι­τά­ζει πρὸς τὸ μπαλ­κό­νι. Εἶ­ναι γε­μά­το ἀ­πὸ που­λιά – που­λιὰ με­γά­λα καὶ μι­κρά, ἢ που­λιὰ ποὺ δὲν μπο­ροῦν ἄλ­λο νὰ πε­τά­ξουν, συν­τε­τριμ­μέ­να ἀ­πὸ τὸ βά­ρος τοῦ κο­πα­διοῦ τους. Κλεί­νω τὶς κουρ­τί­νες καὶ ἀ­ρά­ζω δί­πλα της. Ὁ μι­κρὸς τρυ­πο­φρά­κτης φτε­ρου­γί­ζει μὲς στὸ κλου­βί του. Στὴν τη­λε­ό­ρα­ση ἔ­χει ἐ­νη­με­ρω­τι­κὲς ἐκ­πομ­πές, ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νες ποὺ ὅ­λοι ἀ­να­ζη­τοῦν ἐ­ναλ­λα­κτι­κὲς λύ­σεις γιὰ τὰ πάν­τα, ὡ­στό­σο παί­ζουν πολ­λὲς πα­λι­ὲς ται­νί­ες. Ἀ­πο­κοι­μι­ό­μα­στε μὲ ἕ­να βου­βὸ φὶλμ τοῦ Τσάρ­λι Τσά­πλιν ποὺ τὸ βλέ­που­με γιὰ ἑ­κα­το­στὴ φο­ρά.

       Τὸ δρο­σε­ρὸ ἀ­ε­ρά­κι καὶ ὁ χου­χου­ρι­στι­κὸς ἦ­χος τῶν πε­ρι­στε­ρι­ῶν μὲ ξυ­πνοῦν. Οἱ μπαλ­κο­νό­πορ­τες εἶ­ναι ἀ­νοι­κτὲς καὶ τὰ που­λιὰ ἤ­δη ἐ­φορ­μοῦν πρὸς τὰ μέ­σα. Εἶ­ναι τό­τε ποὺ βλέ­πω τὴν Ἀ­μέ­λια νὰ στέ­κε­ται στὸ χεῖ­λος τοῦ μπαλ­κο­νιοῦ.

       Κα­θὼς πη­δά­ει, φω­νά­ζω τὸ ὄ­νο­μά της χω­ρὶς νὰ τὸ σκε­φτῶ. Ἕ­να ψα­ρό­νι πέ­φτει μέ­σ’ ἀ­π’ τὸ στό­μα μου, ἀ­πί­θα­να κυα­νό. Πα­ρα­πα­τά­ει λι­γά­κι, ἔ­πει­τα πε­τᾶ μα­κριὰ στὸ πρω­ι­νὸ φῶς.



Πη­γή: Τὸ δι­ή­γη­μα «Τὸ ψα­ρό­νι τοῦ ὀ­νό­μα­τός της» («The Starling of Her Name») δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ δι­α­δι­κτυα­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Gamut τὸν Ἰ­ού­λιο τοῦ 2017.

Να­τα­λί­α Θε­ο­δω­ρί­δου (Natalia Theodoridou) (Θεσ­σα­λο­νί­κη, 1984). Ζεῖ στὸ Ἡ­νω­μέ­νο Βα­σί­λει­ο καὶ ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὰ ΜΜΕ καὶ τὶς πο­λι­τι­σμι­κὲς σπου­δές, ἐ­νῶ πα­ράλ­λη­λα συγ­γρά­φει πε­ρί­ερ­γες καὶ πα­ρά­δο­ξες ἱ­στο­ρί­ες. Ἔ­χει κερ­δί­σει τὸ Παγ­κό­σμιο βρα­βεῖ­ο γιὰ τὴν Μι­κρο­α­φή­γη­ση (World Fantasy Award for Short Fiction) καὶ τὸ 2018 βρέ­θη­κε στὴ βρα­χεί­α λί­στα τοῦ βρα­βεί­ου Nebula στὴν ἑ­νό­τη­τα τῆς παι­γνι­ώ­δους γρα­φῆς. Συ­νερ­γά­ζε­ται ὡς ὑ­πεύ­θυ­νη γιὰ τὴν ἀ­φή­γη­ση μὲ τὸ δι­α­δρα­στι­κὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ sub-Q. Ἐρ­γά­ζε­ται ἐ­πί­σης ὡς δρα­μα­τουρ­γὸς στὴν Adrift Performance Makers. Δο­κί­μια καὶ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τά της δη­μο­σι­εύ­ον­ται σὲ ἑλ­λη­νι­κοὺς καὶ ξέ­νους ἱ­στο­τό­πους καὶ ἔν­τυ­πα, ἐ­νῶ ἐν­τὸς τοῦ 2019 πρό­κει­ται νὰ ἐκ­δο­θεῖ τὸ διήγημά της “The Forest, Ednaστὴν ἀνθολογία Letters from the Grave (Οrbannin books).

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θα­νά­σης Γα­λα­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1993): Σπού­δα­σε Με­σαι­ω­νι­κὴ καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Ἀ­θη­νῶν. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν Ἱ­στο­ρί­α καὶ τὴ Θε­ω­ρί­α τῆς Λο­γο­τε­χνί­ας, τὴ Με­τά­φρα­ση θε­ω­ρη­τι­κῶν καὶ λο­γο­τε­χνι­κῶν κει­μέ­νων καὶ τὴν Ποί­η­ση. Με­λέ­τες, με­τα­φρά­σεις καὶ ποι­ή­μα­τά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ ἐ­πι­στη­μο­νι­κά, φι­λο­λο­γι­κὰ καὶ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ καὶ ἱ­στο­τό­πους. Ἀ­γα­πά­ει τὰ ζῶ­α· εἰ­δι­κό­τε­ρα τὰ πτη­νά. Ζεῖ καὶ ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Ἀ­θή­να.