Τσὰκ Ρόζενταλ (Chuck Rosenthal): Τὸ καλύτερο παιδὶ τοῦ κόσμου

 

Rosenthal,Chuck-ToKalyteroPaidiTouKosmou-Eikona-06

 

Τσὰκ Ρόζενταλ (Chuck Rosenthal)

 

Τὸ καλύτερο παιδὶ τοῦ κόσμου

(Τhe nicest kid in the universe)

 

17-oΦΡΑΝΚΥ ΓΚΟΡΚΥ ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ τοῦ κό­σμου. Πάν­τα ἄ­κου­γε τοὺς γο­νεῖς του. Μοι­ρα­ζό­ταν τὰ παι­χνί­δια του ἀλ­λὰ καὶ τὶς λι­χου­δί­τσες του μὲ τὰ ἄλ­λα παι­διά. Τὰ που­λιὰ κά­θον­ταν τὰ πρω­ι­νὰ στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου του, πε­ρι­μέ­νον­τάς τον νὰ ξυ­πνή­σει γιὰ νὰ ξε­κι­νή­σουν τὸ τρα­γού­δι τους. Ἄ­γρια ζῶ­α ἔρ­χον­ταν στὸν Φράν­κυ Γκόρ­κυ καὶ ἔ­τρω­γαν ἀ­πὸ τὰ χε­ρά­κια του. Κά­θε παι­δὶ ποὺ ἔ­ζη­σε στὴν 24η ὁ­δὸ ἄ­κου­γε γιὰ τὸν Φράν­κυ Γκόρ­κυ, ἐ­πει­δὴ ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δί.

       Δὲν ἦ­ταν, ὅ­μως, καὶ τὸ ἐ­ξυ­πνό­τε­ρο.

       Γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, δὲν πρό­σε­ξε πο­τέ του τὸ φεγ­γά­ρι.

       Ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ δὲν πρό­σε­ξε πο­τέ του τὸ φεγ­γά­ρι, μέ­χρι ποὺ κά­ποι­α μέ­ρα οἱ γο­νεῖς του τὸν πῆ­γαν ἔ­ξω. Μιὰ κρύ­α νύ­χτα τοῦ Δε­κέμ­βρη με­τὰ ἀ­πὸ χι­ο­νο­θύ­ελ­λα, ἀ­κρι­βῶς με­τὰ τὴ γι­ορ­τὴ τῆς Ἄ­μω­μου Συλ­λή­ψε­ως καὶ τῆς ἐ­πε­τεί­ου τοῦ Πὲρλ Χάρ­μπορ, αὐ­τὴ ἦ­ταν ἡ νύ­χτα ποὺ ὁ Γκά­ρυ καὶ ἡ Γκρέ­τα ἔ­δει­ξαν στὸν Φράν­κυ τὸ μι­σο­φέγ­γα­ρο. Ὁ Φράν­κυ νό­μι­ζε πὼς ἦ­ταν ἕ­να ἀ­στεῖ­ο φῶς στὸ δρό­μο. «Ὄ­χι», τοῦ εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας του, ὁ Γκά­ρυ Γκόρ­κυ, «Εἶ­ναι τὸ φεγ­γά­ρι!­».

       Καὶ ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ δὲν ἤ­ξε­ρε τί νὰ σκε­φτεῖ γιὰ τὸ φεγ­γά­ρι, ἂν καὶ εὐ­χό­ταν νὰ ἦ­ταν στρογ­γυ­λό, καὶ κά­θε βρά­δυ ποὺ τὸν ἔ­βα­ζαν γιὰ ὕ­πνο πή­γαι­νε στὸ πα­ρά­θυ­ρο τοῦ ὑ­πνο­δω­μα­τί­ου του, ἐ­κεῖ ὅ­που τὰ που­λιὰ τὸν πε­ρί­με­ναν νὰ ξυ­πνή­σει τὸ πρω­ί, γιὰ νὰ κοι­τά­ξει τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ πα­ρεμ­πι­πτόν­τως ἄρ­χι­σε νὰ πα­ρα­τη­ρεῖ πὼς στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γι­νό­τα­νε με­γα­λύ­τε­ρο καὶ βα­σι­κά, με­τὰ ἀ­πὸ λί­γο ἔ­μοια­ζε νὰ στρογ­γύ­λευ­ε. Φυ­σι­κὰ ἦ­ταν κα­λὸ παι­δὶ καὶ ἤ­ξε­ρε πὼς τὰ κα­λὰ παι­διὰ ἔ­παιρ­ναν συ­χνὰ αὐ­τὸ ποὺ εὔ­χον­ταν, ἀλ­λὰ εἶ­χε ἀ­κού­σει καὶ ἀρ­κε­τὰ πα­ρα­μύ­θια ὅ­που οἱ ἄν­θρω­ποι ἀ­πέ­κτη­σαν αὐ­τὸ ποὺ εὐ­χή­θη­καν, ὅ­πως ὁ βα­σι­λιὰς Μί­δας, καὶ κα­τέ­λη­γαν νὰ προ­κα­λοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­κὸ πα­ρὰ κα­λό, εὐ­τυ­χῶς ὅ­μως φά­νη­κε τυ­χε­ρὸς ἀ­φοῦ κα­νέ­νας ἄλ­λος δὲν πα­ρα­τή­ρη­σε πὼς τὸ φεγ­γά­ρι στρογ­γύ­λευ­ε. Εὐ­χή­θη­κε νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ μι­λή­σει στὴ για­γιά του ποὺ δὲν θὰ τὸ ἔ­λε­γε στοὺς γο­νεῖς του καὶ ποὺ πάν­τα φαι­νό­ταν νὰ ξέ­ρει πολ­λά. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κα­θὼς τὸ φεγ­γά­ρι γι­νό­τα­νε ὅ­λο καὶ πιὸ με­γά­λο καὶ κά­ποι­ο βρά­δυ ἔ­γι­νε τό­σο με­γά­λο καὶ τό­σο λευ­κὸ ποὺ νό­μι­σε πὼς θὰ τοῦ ρου­φή­ξει τὰ κό­κα­λα καὶ ἴ­σως ἀ­κό­μα καὶ τὰ κό­κα­λα ὅ­λου του κό­σμου, κά­τι γιὰ τὸ ὁ­ποῖ­ο ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ δὲν ἤ­θε­λε νὰ ἔ­χει τὴν εὐ­θύ­νη. Ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ θυ­μή­θη­κε πὼς συ­νή­θως δὲν κά­νεις μό­νο μί­α εὐ­χὴ ἀλ­λὰ τρεῖς καὶ ἔ­τσι ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ κοί­τα­ξε ἐ­πί­μο­να τὸ θα­να­τε­ρὸ πα­γω­μέ­νο φεγ­γά­ρι καὶ εὐ­χή­θη­κε νὰ ἔ­φευ­γε μα­κριὰ καὶ νὰ μπο­ροῦ­σε νὰ δεῖ τὴ για­γιά του.

       Ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ μπο­ρεῖ νὰ ἦ­ταν τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ τοῦ κό­σμου ἀλ­λὰ αὐ­τὸ δὲν σή­μαι­νε πὼς ἔ­κα­νε πάν­τα τὸ σω­στό, ἀ­κό­μα καὶ ὁ ἴ­διος τὸ ἤ­ξε­ρε αὐ­τὸ καὶ ὅ­ταν τὸ φεγ­γά­ρι ξα­νά­γι­νε σχε­δὸν μι­σὸ καὶ ἄρ­χι­σε νὰ νι­ώ­θει κα­λύ­τε­ρα ἀν­τι­λή­φθη­κε πὼς αὐ­τὸ ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ εὐ­χη­θεῖ πρὶν ἦ­ταν νὰ ἐ­πα­νέλ­θει τὸ φεγ­γά­ρι στὴν ἀρ­χι­κή του μορ­φὴ καὶ ὄ­χι νὰ ἐ­ξα­φα­νι­ζό­ταν ἐν­τε­λῶς. Τὸ νὰ εὔ­χε­ται νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἦ­ταν με­γά­λο σφάλ­μα, εἰ­δι­κὰ τώ­ρα ποὺ χρη­σι­μο­ποί­η­σε καὶ τὴν τρί­τη εὐ­χή του, ὥ­στε νὰ δεῖ τὴ για­γιά του ἀ­φοῦ, ἔ­μα­θε πὼς θὰ ἐρ­χό­τα­νε τὰ Χρι­στού­γεν­να, ὅ­πως ἔ­κα­νε πάν­τα.

       Ὁ­πό­τε ἦ­ταν μιὰ θλι­βε­ρὴ πα­ρα­μο­νὴ Χρι­στου­γέν­νων, ὅ­ταν τὸ φεγ­γά­ρι ἔ­σβη­σε. Μό­λις ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ σκε­φτεῖ τὰ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κα παι­χνί­δια του καὶ ἀν­τὶ νὰ μεί­νει ξύ­πνιος ὅ­λη νύ­χτα προ­σπα­θών­τας νὰ μὴ σκέ­φτε­ται τί θὰ ἔ­παιρ­νε γιὰ τὰ Χρι­στού­γεν­να, σκε­πτό­με­νος τὸν μι­κρὸ Χρι­στού­λη καὶ τοὺς σο­φοὺς μά­γους καὶ πῶς ὁ κό­σμος θὰ σω­νό­τα­νε ἀ­πὸ τὸ προ­πα­το­ρι­κὸ ἁ­μάρ­τη­μα, αὐ­τὸς συ­νέ­χι­σε νὰ πη­γαί­νει στὸ πα­ρά­θυ­ρο καὶ νὰ βλέ­πει τὸ φεγ­γά­ρι ποὺ ἔ­σβη­σε λό­γῳ τῆς εὐ­χῆς του. Καὶ τώ­ρα τὸ μό­νο ποὺ ἔ­με­νε ἦ­ταν ἡ για­γιά του, ἡ για­γιὰ Γκόρ­κυ, ποὺ ὁ­δη­γοῦ­σε ἀ­πὸ τὸ Μπά­φα­λο ὅ­πως ἔ­κα­νε κά­θε χρό­νο τὰ Χρι­στού­γεν­να, ποὺ θὰ τὸν ἄ­κου­γε καὶ θὰ ἤ­ξε­ρε τί νὰ κά­νει.

       Καὶ ὁ Φράν­κυ Γκόρ­κυ πε­τά­χτη­κε ὄρ­θιος ἐ­κεῖ­νο τὸ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κο πρω­ι­νὸ πε­ρι­μέ­νον­τας στὸ μπρο­στι­νὸ πα­ρά­θυ­ρο τὴ για­γιὰ Γκόρ­κυ καὶ ὅ­ταν ἦρ­θε, ἔ­κα­νε τὴν πρώ­τη κα­κὴ πρά­ξη στὴ ζω­ή του, ἔ­τρε­ξε ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι χω­ρὶς ἄ­δεια καὶ κα­τευ­θύν­θη­κε πρὸς τὸν δρό­μο ποὺ εἶ­χε παρ­κά­ρει ἡ για­γιὰ Γκόρ­κυ, ἐ­πει­δὴ οἱ χρι­στου­γεν­νι­ά­τι­κοι ἐ­πι­σκέ­πτες σὲ ὅ­λη τὴ γει­το­νιὰ πῆ­ραν ὅ­λες τὶς θέ­σεις τοῦ χώ­ρου στάθ­μευ­σης στὴν πλευ­ρὰ τῶν Γκόρ­κυ, γλί­στρη­σε στὸν πά­γο καὶ ἔ­σβη­σε ἀ­πὸ ἕ­να με­θυ­σμέ­νο ὁ­δη­γό.

       Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει, εἶ­πε ὁ πα­τέ­ρας μου, ὅ­ταν ὁ κό­σμος παίρ­νει τὴ θέ­ση στάθ­μευ­σης κά­ποι­ου ἄλ­λου.

       Αὐ­τὸ συμ­βαί­νει, εἶ­πε ἡ μη­τέ­ρα μου, ὅ­ταν δὲν κοι­τᾶς καὶ στὶς δυὸ πλευ­ρὲς τοῦ δρό­μου.

       Συμ­βαί­νει νὰ πε­θαί­νεις, ἂν εἶ­σαι τὸ κα­λύ­τε­ρο παι­δὶ ὁ­λό­κλη­ρου τοῦ κό­σμου.

       Αὐ­τὸ εἶ­ναι ποὺ συμ­βαί­νει, ὅ­ταν προ­σπα­θεῖς νὰ ἐ­ξη­γή­σεις κά­τι.

     Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 

Πηγή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Tho­mas, Ja­mes, De­ni­se Tho­mas and Tom Ha­zu­ka, eds., Flash Fi­ction – 72 ve­ry short sto­ri­es, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton & Com­pa­ny, 1992.

 

Τσὰκ Ρόζενταλ (Chuck Rosenthal). Γεν­νή­θη­κε στὸ Ἴ­ρι, Πεν­σιλ­βά­νια καὶ εἶ­ναι δι­δά­κτωρ τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τῆς Γι­ού­τα. Ἔ­χει γρά­ψει 8 μυ­θι­στο­ρή­μα­τα καὶ ἔ­χει ἐμ­φα­νι­στεῖ σὲ πολ­λὰ πα­νε­πι­στή­μια καὶ τη­λε­ο­πτι­κὲς ἐκ­πομ­πὲς γιὰ δι­α­λέ­ξεις. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει πολ­λὰ δι­η­γή­μα­τα σὲ ση­μαν­τι­κὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κά.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλικά:

Σκεύ­η Μαυ­ρου­δῆ. Φοι­τή­τρια τοῦ τμή­μα­τος Ἀγ­γλι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου Κύ­πρου. Ἡ με­τά­φρα­ση ἔ­γι­νε στὰ πλαί­σια τοῦ μα­θή­μα­τος «Με­τά­φρα­ση πε­ζο­γρα­φί­ας τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να». Δι­δά­σκων: Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης.