Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Καθημερινὴ ζωή


CristinaPeriRossi-KathimeriniZoi-Eikona-01


Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi)


Κα­θη­με­ρι­νὴ ζω­ή

(Vida cotidiana)


09-Mi-589px-M_LeMannequinΟΥ ΔΙΝΕΙ τὸ κα­σκὸλ καὶ μοῦ χα­μο­γε­λᾶ τρυ­φε­ρά. Ἔ­χει τὴν ἐλ­πί­δα ὅ­τι φτά­νον­τας στὴν γω­νί­α μιὰ ρι­πὴ ἀ­νέ­μου θὰ μὲ πνί­ξει ἢ ὅ­τι ἐ­γὼ θὰ ἀ­πο­φα­σί­σω νὰ αὐ­το­κτο­νή­σω μὲ τὴν βε­λό­να μὲ τὴν ὁ­ποί­α μοῦ ἔ­ρα­ψε τὸ που­κά­μι­σο. Παίρ­νω τὸ κα­σκὸλ καὶ ἀ­φή­νω τὸ χα­μό­γε­λο. Μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­λή­θεια ὅ­τι ἔ­ξω κά­νει κρύ­ο.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Por fin solos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2004.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)

CristinaPeriRossi-Pote-Eikona-02

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi)

Πο­τέ

(Nunca)


 

07-Delta-Haraldsonnenes_saga-initial-G__MuntheΕΝ ΕΧΩ ΠΑΕΙ ΠΟΤΕ στὸ Βερ­μόντ, οὔ­τε στὴ Νέ­α Ὑ­όρ­κη, οὔ­τε στὴ Νεμ­πρά­σκα. Ἔ­χω τριά­ντα χρό­νια σ’ αὐ­τὸ τὸ δω­μά­τιο ποὺ δὲν γνω­ρί­ζω κα­λὰ καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς ὅ­ταν σκύ­βω ν’ ἀ­φή­σω τὰ πα­πού­τσια κά­νω καὶ ἀ­πὸ κα­μιὰ ἀ­να­κά­λυ­ψη. Ἀ­να­κα­λύ­πτω γιὰ πα­ρά­δειγ­μα ὅ­τι χτὲς ντύ­σα­με τοὺς τοί­χους μὲ χαρ­τὶ τα­πε­τσα­ρί­ας, ὅ­τι ἅ­πλω­σες τὴ θή­κη τῆς πλά­της τοῦ κρε­βα­τιοῦ ἢ ὅ­τι οἱ γό­πες τοῦ τσι­γά­ρου στέ­γνω­σαν πά­νω στὸ πά­τω­μα. Σκέ­φτο­μαι τό­τε τὴν ἀ­πέ­ραν­τη ἄ­βυσ­σο τοῦ χώ­ρου.

 


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Por fin solos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2004.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Ὁ ἐξόριστος


06-CristinaPeriRossi-OEksoristos-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Ὁ ἐξόριστος

(El exiliado)


01-HttaΠΡΟΦΟΡΑ ΤΟΥ τὸν προ­δί­νει. Πα­ρα­τεί­νει λί­γο τὰ σίγ­μα καὶ προ­φέ­ρει μὲ τὸν ἴ­διο τρό­πο τὸ β καὶ τὸ μπ. Δη­μι­ουρ­γεῖ­ται τό­τε μιὰ σχε­τι­κὴ σι­ω­πὴ γύ­ρω του. Δὲν πρό­κει­ται γιὰ κα­μιὰ με­γά­λη σι­ω­πή, ἐ­κεῖ­νος ὅ­μως συλ­λαμ­βά­νει κά­ποι­α πε­ρι­έρ­γεια στὰ βλέμ­μα­τα καὶ ἕ­ναν μι­κρὸ ἐ­πα­να­προσ­δι­ο­ρι­σμὸ στὶς κι­νή­σεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες γί­νον­ται πιὸ ἐμ­φα­τι­κές. (Ἀ­νε­παί­σθη­τες ἀλ­λα­γὲς γιὰ ἕ­ναν κοι­νὸ πα­ρα­τη­ρη­τή, ἀλ­λὰ ἡ ἐ­ξο­ρί­α εἶ­ναι ἕ­νας με­γε­θυν­τι­κὸς φα­κός.) Ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ (καὶ ἀ­πὸ ἄλ­λες ἐ­πί­σης) ἐ­κεῖ­νος νι­ώ­θει τὴν ἀ­νάγ­κη νὰ ἀ­πο­ζη­μι­ώ­σει τοὺς ἄλ­λους. Ὤ, εἶ­ναι βέ­βαι­ο πὼς αὐ­τὸς εἶ­ναι ἕ­νας ξέ­νος καὶ ὀ­φεί­λει νὰ κά­νει τοὺς ἄλ­λους νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σουν. Εὐ­γνω­μο­νεῖ τὴν κα­λὴ θέ­λη­ση τῶν πλη­σί­ον του, αὐ­τὴ ποὺ συ­νί­στα­ται στὸ νὰ μὴν τὸν ρω­τοῦν πο­τὲ ἀ­πὸ ποῦ ἔρ­χε­ται, οὔ­τε τί ἔ­κα­νε πρίν, ἂν ἔ­λυ­σε ἢ ὄ­χι τὰ προ­βλή­μα­τα μὲ τὰ χαρ­τιά, πῶς ἦ­ταν τὸ μέ­ρος στὸ ὁ­ποῖ­ο ἔ­με­νε, ἂν ἔ­χα­σε κά­τι στὴ δι­α­δρο­μή, ἂν νιώ­θει μό­νος. Ὅ­λοι φαί­νον­ται δι­α­τε­θει­μέ­νοι νὰ πα­ρα­βλέ­ψουν αὐ­τὴν τὴν μι­κρὴ ἀ­νω­μα­λί­α, νὰ τὸ λά­βουν ὑ­πό­ψιν τους πά­ρα ταῦ­τα, νὰ μὴν τοῦ κά­νουν ἐ­ρω­τή­σεις καὶ κυ­ρί­ως νὰ μὴν δεί­ξουν κα­νε­νὸς εἴ­δους πε­ρι­έρ­γεια γιὰ τὴν ζωή του. Ὡς ἀ­πάν­τη­ση στὴν τό­ση προ­σή­νεια, ἐ­κεῖ­νος προ­σπα­θεῖ μὲ πεῖ­σμα νὰ ξε­χά­σει τὸ πα­ρελ­θὸν του (κά­νει σὰν νὰ μὴν τὸ εἶ­χε πο­τέ), κα­τα­πι­έ­ζει κά­θε τύ­πο ἀ­δι­α­θε­σί­ας καὶ ἐ­πι­δει­κνύ­ει τὶς γνώ­σεις του σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πλα­τεῖ­ες τῆς πό­λης, τὰ μνη­μεῖ­α, τὸ ὄ­νο­μα καὶ τὴν το­πο­θε­σί­α τῶν δρό­μων, τὶς δη­μό­σι­ες ὑ­πη­ρε­σί­ες καὶ τὴν λι­γο­στὴ βλά­στη­ση τοῦ τό­που.

       Μπο­ρεῖ νὰ ἀ­να­φερ­θεῖ μὲ ἀ­κρί­βεια στὴν δι­α­δρο­μὴ τῶν λε­ω­φο­ρεί­ων καὶ τοῦ με­τρό, κα­θὼς καὶ στὴν σύν­θε­ση τῆς Δη­μαρ­χί­ας, ἀλ­λὰ τὸ γε­γο­νὸς ἀ­κρι­βῶς πὼς γνω­ρί­ζει ὅ­λες αὐ­τὲς τὶς πλη­ρο­φο­ρί­ες (κυ­ρί­ως τὸ ὄ­νο­μα τῶν φυ­τῶν τῆς δη­μό­σιας δεν­τρο­φύ­τευ­σης καὶ τὴν το­πο­θε­σί­α τῶν ση­μαν­τι­κό­τε­ρων μνη­μεί­ων) προ­κα­λεῖ ὁ­ρι­σμέ­νη κα­χυ­πο­ψί­α γύ­ρω του καὶ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­νει τὸ γε­γο­νὸς πὼς πρό­κει­ται πράγ­μα­τι γιὰ ἕ­ναν ξέ­νο ποὺ ζεῖ ἀ­νά­με­σά μας. Ἀ­πο­φεύ­γει πο­λὺ προ­σε­κτι­κὰ τὴν χρή­ση τοῦ πρώ­του προ­σώ­που τοῦ πλη­θυν­τι­κοῦ γιὰ νὰ μὴν σπεί­ρει ἀμ­φι­βο­λί­ες στὸ πέ­ρα­σμά του, για­τί τὰ ἄ­το­μα εἶ­ναι συ­νή­θως πο­λὺ κτη­τι­κὰ ὅ­ταν πρό­κει­ται γιὰ τὴν κοι­νω­νί­α στὴν ὁ­ποί­α ἀ­νή­κουν, κι ἐ­κεῖ­νος δὲν ἐ­πι­θυ­μεῖ νὰ προ­σβάλ­λει κα­νέ­ναν. Εἶ­ναι πο­λὺ εὐ­γνώ­μων στὸν ἥ­λιο, ὁ ὁ­ποῖ­ος ζε­σταί­νει ἐ­πί­σης τὸν ἴ­διο, καὶ χά­ρη σ’ ἕ­ναν εὐ­φυ­ῆ μη­χα­νι­σμὸ ἀ­πο­φεύ­γει τὶς πα­γί­δες ποὺ τοῦ στή­νον­ται γιὰ νὰ τὸν ἀ­πο­θαρ­ρύ­νουν: ὅ­ταν κά­ποι­ος μι­λᾶ γιὰ ἕ­να ἐ­θνι­κὸ ἐ­λάτ­τω­μα, ἐ­κεῖ­νος τὸ με­τα­τρέ­πει κα­τευ­θεί­αν σὲ ἀ­ρε­τή. Ὅ­ταν ὁ συ­νο­μι­λη­τής του γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, χω­ρὶς νὰ στρέ­ψει τὸ βλέμ­μα του σ’ αὐ­τὸν συγ­κε­κρι­μέ­να, ἀ­να­φέ­ρε­ται στὴν τσιγ­κου­νιὰ τῶν κα­τοί­κων τῆς πό­λης, ἐ­κεῖ­νος δι­α­τεί­νε­ται ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὸ ὑ­γι­ὲς πνεῦ­μα τῆς ἀ­πο­τα­μί­ευ­σης τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πέ­τρε­ψε στὶς οἰ­κο­γέ­νει­ες νὰ εὐ­η­με­ρή­σουν. Ἂν ἡ κου­βέν­τα ἀ­φο­ρᾶ στὴν τρα­χύ­τη­τα καὶ τὴν ἔλ­λει­ψη εὐ­γέ­νειας τῶν πε­ρα­στι­κῶν, ἐ­κεῖ­νος δι­α­βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι δὲν εἶ­ναι πα­ρὰ αὐ­θορ­μη­τι­σμὸς καὶ ἔλ­λει­ψη πε­ρι­ο­ρι­σμῶν. Ἂν κά­ποι­ος σχο­λιά­σει ὅ­τι σ’ αὐ­τὴ τὴν πό­λη δὲν ὑ­πάρ­χει ἀρ­κε­τὴ φαν­τα­σί­α καὶ ὅ­τι οἱ κά­τοι­κοί της εἶ­ναι βα­ρε­τοί, ἐ­κεῖ­νος ἀν­τα­παν­τᾶ ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν κοι­νὴ λο­γι­κὴ τοῦ ἔ­θνους, τὸ ὁ­ποῖ­ο δὲν προ­βαί­νει —δό­ξᾳ τῷ Θεῷ!— σὲ δρά­μα­τα καὶ ρι­ψο­κίν­δυ­νες ἀ­πο­φά­σεις. Ἂν ὁ συ­νο­μι­λη­τὴς ἐ­πι­μέ­νει νὰ ἀ­πα­ριθ­μεῖ τὰ ἐ­λατ­τώ­μα­τα καὶ τὶς κα­κὲς συ­νή­θει­ες τῆς χώ­ρας, ἐ­κεῖ­νος βά­ζει τέρ­μα στὴν συ­ζή­τη­ση μ’­ἕ­να ἐμ­φα­τι­κὸ «Ἄχ, δὲν ξέ­ρε­τε τί ἔ­χε­τε!» καὶ ὁ πο­λί­της ἀ­φή­νει στὴ μέ­ση τὴν ὁ­μι­λί­α του, κοι­τά­ζει γύ­ρω του κά­πως μπερ­δε­μέ­νος, πε­πει­σμέ­νος ὅ­τι ὁ ἐ­ξό­ρι­στος ἀ­γα­πᾶ τὸν τό­πο του πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ τὸν ἴ­διο. Ἀ­μέ­σως, ὅ­μως, συ­νέρ­χε­ται. Δὲν εἶ­ναι δι­α­τε­θει­μέ­νος νὰ ἐ­πι­τρέ­ψει σὲ κα­νέ­ναν νὰ μι­λᾶ γιὰ τὴν πα­τρί­δα του σὲ ὑ­περ­θε­τι­κὸ βαθ­μό, ἂν δὲν ἔ­χει γεν­νη­θεῖ σ’ αὐ­τήν. Εἶ­ναι τό­τε ποὺ ὁ Ἐ­ξό­ρι­στος κα­τα­λα­βαί­νει ὅ­τι δι­έ­πρα­ξε ἕ­να ἀ­συγ­χώ­ρη­το λά­θος καὶ ὅ­τι ὅ­σο κι ἂν προ­σπα­θή­σει, θὰ εἶ­ναι πάν­τα ἕ­νας ξέ­νος.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Cuentos reunidos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2007.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.

Εἰκόνα: Φωτογραφία τοῦ Jonas Torres (2015).



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα


05-CristinaPeriRossi-IFysiTouErota-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Ἡ φύση τοῦ ἔρωτα

(La naturaleza del amor)


E-Epsilon-SomataΝΑΣ ΑΝΔΡΑΣ ἀ­γα­πά­ει μιὰ γυ­ναί­κα για­τὶ τὴν θε­ω­ρεῖ ἀ­νώ­τε­ρη. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ἡ ἀ­γά­πη αὐ­τοῦ του ἄν­δρα θε­με­λι­ώ­νε­ται στὴν συ­νει­δη­τό­τη­τα τῆς ἀ­νω­τε­ρό­τη­τας τῆς γυ­ναί­κας, ἀ­φοῦ δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­γα­πᾶ ἕ­να πλά­σμα κα­τώ­τε­ρο, οὔ­τε κὰν ἕ­να ἰ­σό­τι­μο. Ἀλ­λὰ κι ἐ­κεί­νη τὸν ἀ­γα­πᾶ καὶ ἂν καὶ αὐ­τὸ τὸ συ­ναί­σθη­μα τὸν ἱ­κα­νο­ποι­εῖ καὶ πλη­ροῖ ὅ­λες τὶς φι­λο­δο­ξί­ες του, ἀ­πὸ τὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ δη­μι­ουρ­γεῖ μιὰ με­γά­λη ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα. Πραγ­μα­τι­κά. Ἂν ἐ­κεί­νη εἶ­ναι στ’ ἀ­λή­θεια ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­π’ αὐ­τόν, δὲν μπο­ρεῖ νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ, για­τί αὐ­τὸς εἶ­ναι κα­τώ­τε­ρος. Κα­τὰ συ­νέ­πεια, ἢ ψεύ­δε­ται ὅ­ταν βε­βαι­ώ­νει ὅ­τι τὸν ἀ­γα­πᾶ ἢ δὲν εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀπ΄αὐ­τόν, πράγ­μα ποὺ ση­μαί­νει ὅ­τι ἡ δι­κή του ἀ­γά­πη πρὸς τὸ πρό­σω­πό της δὲν δι­και­ο­λο­γεῖ­ται πα­ρὰ μο­νάχα ὡς ἕ­να ἀ­ξι­ο­λο­γι­κὸ λά­θος.

       Αὐ­τὴ ἡ ἀμ­βι­φο­λί­α τὸν κα­θι­στᾶ κα­χύ­πο­πτο καὶ τὸν ἀ­να­στα­τώ­νει. Σκέ­φτε­ται μὲ δυ­σπι­στί­α τὶς πρῶ­τες του ἐν­τυ­πώ­σεις (σχε­τι­κὰ μὲ τὴν ὀ­μορ­φιά, τὴν ἠ­θι­κὴ εὐ­θύ­τη­τα καὶ τὴν ἐ­ξυ­πνά­δα τῆς γυ­ναί­κας) καὶ με­ρι­κὲς φο­ρὲς κα­τηγο­ρεῖ τὴν φαν­τα­σί­α του ποὺ ἐ­πι­νό­η­σε ἕ­να πλά­σμα ἀ­νύ­παρ­κτο. Δὲν ἔ­κα­νε λά­θος, ὡ­στό­σο. Ἐ­κεί­νη εἶ­ναι ὄ­μορ­φη, σο­φὴ καὶ ἀ­νε­κτι­κή, ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον. Δὲν μπο­ρεῖ, λοι­πόν, νὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ. Ἡ ἀ­γά­πη της εἶ­ναι ἕ­να ψέ­μα. Τό­τε λοι­πόν, ἂν πρό­κει­ται στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα γιὰ μιὰ ψεύ­τρα, γιὰ μιὰ ὑ­πο­κρί­τρια, δὲν μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἀ­νώ­τε­ρη ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­νον, ἕ­ναν ἄν­δρα κα­τ’ ἐ­ξο­χὴν εἰ­λι­κρι­νῆ. Ἔ­χον­τας ἀ­πο­δεί­ξει μ’ αὐ­τὸν τὸν τρό­πο τὴν κα­τω­τε­ρό­τη­τά της, δὲν τῆς ἀν­τι­στοι­χεῖ ἡ ἀ­γά­πη του, κι ὡ­στό­σο ἐ­κεῖ­νος εἶ­ναι ἐ­ρω­τευ­μέ­νος μα­ζί της. Ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τος, ὁ ἄν­δρας ἀ­πο­φα­σί­ζει νὰ χω­ρί­σει τὴ γυ­ναί­κα γιὰ κά­ποι­ο ἀ­ό­ρι­στο χρο­νι­κὸ δι­ά­στη­μα. Ὀ­φεί­λει νὰ ξε­κα­θα­ρί­σει τὰ συ­ναι­σθή­μα­τά του. Ἡ γυ­ναί­κα δέ­χε­ται τὴν ἀ­πό­φα­σή του μὲ φαι­νο­με­νι­κὴ φυ­σι­κό­τη­τα, πράγ­μα τὸ ὁ­ποῖ­ο τὸν βυ­θί­ζει ἐκ νέ­ου στὴν ἀμ­φι­βο­λί­α. Ἢ πρό­κει­ται γιὰ ἕ­να ἀ­νώ­τε­ρο ὂν ποὺ κα­τα­νό­η­σε σι­ω­πη­λὰ τὴν ἀ­βε­βαι­ό­τη­τά του καὶ στὴν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τὴ ὁ ἔ­ρω­τας του εἶ­ναι δι­και­ο­λο­γη­μέ­νος καὶ πρέ­πει νὰ τρέ­ξει δί­πλα της καὶ νὰ τὴν κά­νει νὰ τὸν συγ­χω­ρή­σει, ἢ δὲν τὸν ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ γι’ αὐ­τὸ δέ­χε­ται μὲ ἀ­δι­α­φο­ρί­α τὸν χω­ρι­σμό τους κι ἐ­κεῖ­νος δὲν πρέ­πει νὰ ξα­να­γυ­ρί­σει.


       Στὸ χω­ριὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­πο­σύρ­θη­κε, ὁ ἄν­δρας περ­νά­ει τὶς μέ­ρες του παί­ζον­τας σκά­κι μὲ τὸν ἑ­αυ­τό του ἢ μὲ τὴν πλα­στι­κὴ κού­κλα φυ­σι­κοῦ με­γέ­θους ποὺ ἀ­γό­ρα­σε.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Cuentos reunidos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2007.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Τελεία


04-CristinaPeriRossi-Teleia-Eikona-01


Κριστίνα Πέ­ρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Τελεία

(Punto final)


02-OmikronΤΑΝ ΓΝΩΡΙΣΤΗΚΑΜΕ, ἐ­κεί­νη μοῦ εἶ­πε: «Σοῦ δί­νω τὴν τε­λεί­α. Εἶ­ναι μιὰ τε­λεί­α πο­λύ­τι­μη, μὴν τὴ χά­σεις. Κρά­τη­σέ τη γιὰ νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις τὴν κα­τάλ­λη­λη στιγ­μή. Εἶ­ναι τὸ κα­λύ­τε­ρο ποὺ μπο­ρῶ νὰ σοῦ δώ­σω καὶ τὸ κά­νω για­τὶ σὲ ἐμ­πι­στεύ­ο­μαι. Ἐλ­πί­ζω νὰ μὴν μὲ ἀ­πο­γο­η­τεύ­σεις.» Γιὰ πο­λὺ και­ρὸ εἶ­χα στὴν τσέ­πη μου τὴν τε­λεί­α. Ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μὲ τὰ ψι­λά, τὰ τρίμ­μα­τα κα­πνοῦ καὶ τὰ σπίρ­τα, εἶ­χε λι­γά­κι βρω­μί­σει. Ἐ­πι­πλέ­ον, εἴ­μα­σταν τό­σο εὐ­τυ­χι­σμέ­νοι ποὺ πί­στε­ψα πὼς πο­τὲ δὲν θὰ χρει­α­ζό­ταν νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σω. Ἀ­γό­ρα­σα τό­τε μιὰ μαύ­ρη θή­κη καὶ τὴ φύ­λα­ξα ἐ­κεῖ. Οἱ μέ­ρες περ­νοῦ­σαν ἀ­νέ­με­λες, μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴν ἀ­πο­γο­ή­τευ­ση καὶ τὴν πλή­ξη. Τὸ πρω­ὶ ξυ­πνού­σα­με χα­ρού­με­νοι, εὐ­γνώ­μο­νες ποὺ εἴ­μα­σταν μα­ζί. Ἡ κά­θε μέ­ρα ἀ­νοί­γον­ταν μπρο­στά μας σὰν ἕ­νας με­γά­λος ἄ­γνω­στος κό­σμος, γε­μά­τος ἐκ­πλή­ξεις ποὺ ἔ­πρε­πε νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψου­με. Τὰ οἰ­κεῖ­α πράγ­μα­τα ἐ­πα­νέ­κτη­σαν μιὰ χα­μέ­νη φρε­σκά­δα καὶ ἄλ­λα, ὅ­πως τὰ πάρ­κα ἢ οἱ λί­μνες, ξα­νά­γι­ναν φι­λό­ξε­να, μη­τρι­κά. Δι­α­σχί­ζα­με τοὺς δρό­μους πα­ρα­τη­ρών­τας πράγ­μα­τα ποὺ ὁ ὑ­πό­λοι­πος κό­σμος δὲν ἔ­βλε­πε καὶ τὰ ἀ­ρώ­μα­τα, τὰ χρώ­μα­τα, τὰ φῶ­τα, ὁ χρό­νος καὶ ὁ χῶ­ρος ἦ­ταν πιὸ ἔν­το­να. Ἡ ἀν­τί­λη­ψή μας εἶ­χε ὀ­ξυν­θεῖ σὰν ὑ­πὸ τὴν ἐ­πήρ­εια ἑ­νὸς ἰ­σχυ­ροῦ ναρ­κω­τι­κοῦ. Ἀλ­λὰ δὲν εἴ­μα­σταν ζα­λι­σμέ­νοι, πα­ρὰ δια­υγεῖς καὶ γα­λή­νιοι, προι­κι­σμέ­νοι μὲ μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἱ­κα­νό­τη­τα ἐ­ναρ­μό­νι­σης μὲ τὸν κό­σμο. Εἴ­χα­με μα­ζὶ μὲ τὶς αἰ­σθή­σεις μας μιὰ μο­να­δι­κὴ με­λω­δί­α ποὺ σε­βό­ταν τὴν ἐ­ξω­τε­ρι­κὴ τά­ξη, χω­ρὶς νὰ στη­ρί­ζε­ται σ’ αὐ­τή.

       Μὲ τὴν εὐ­τυ­χί­α ξέ­χα­σα τὴ θή­κη, ἢ τὴν ἔ­χα­σα ἀ­συ­ναί­σθη­τα. Δὲν μπο­ρῶ νὰ ξέ­ρω. Τώ­ρα ποὺ ἡ εὐ­τυ­χί­α τε­λεί­ω­σε δὲν βρί­σκω που­θε­νὰ τὴν τε­λεί­α. Αὐ­τὸ δη­μι­ουρ­γεῖ καυ­γά­δες καὶ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­χθρό­τη­τα. «Ποῦ τὴν ἔ­βα­λες;», μὲ ρω­τά­ει ἐ­κεί­νη ἀ­γα­να­κτι­σμέ­νη, «Τί πε­ρι­μέ­νεις γιὰ νὰ τὴ χρη­σι­μο­ποι­ή­σεις; Μὴν κα­θυ­στε­ρεῖς ἄλ­λο ἀλ­λι­ῶς ὅ­λα ὅ­σα προ­η­γή­θη­καν θὰ χά­σουν ὀ­μορ­φιὰ καὶ νό­η­μα». Ψά­χνω στὶς ντου­λά­πες, στὰ παλ­τά, στὰ συρ­τά­ρια, στὴ φό­δρα τῆς πο­λυ­θρό­νας, κά­τω ἀ­πὸ τὸ κρε­βά­τι καὶ τὸ τρα­πέ­ζι. Ἀλ­λὰ ἡ τε­λεί­α δὲν εἶ­ναι ἐ­κεῖ, οὔ­τε ἡ θή­κη. Ἡ ἀ­να­ζή­τη­σή μου ἔ­γι­νε ἔν­το­νη, ἐμ­μο­νι­κή. Εἶ­ναι πι­θα­νὸ νὰ τὴν ἔ­χα­σα στὴ διά­ρκεια μιᾶς ἀ­πὸ τὶς εὐ­τυ­χι­σμέ­νες μας στιγ­μές. Δὲν εἶ­ναι στὸ σα­λό­νι, οὔ­τε στὴν κρε­βα­το­κά­μα­ρα, οὔ­τε στὸ τζά­κι. Νὰ τὴν ἔ­φα­γε ὁ γά­τος;

       Ἡ ἀ­που­σί­α της αὐ­ξά­νει τὴν δυ­στυ­χί­α μας μὲ τρό­πο ἐ­πώ­δυ­νο. Ὅ­σο ἡ τε­λεί­α δὲν ἐμ­φα­νί­ζε­ται εἴ­μα­στε δε­μέ­νοι ὁ ἕ­νας μὲ τὸν ἄλ­λο καὶ αὐ­τοὶ οἱ κρί­κοι τῆς ἁ­λυ­σί­δας εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­νοι ἀ­πὸ ἐ­χθρό­τη­τα, ἀ­πά­θεια, ντρο­πὴ καὶ μί­σος. Πρέ­πει νὰ ἀ­πο­δε­χτοῦ­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι θὰ συ­νε­χί­σου­με ἔ­τσι, χα­ρα­μί­ζον­τας τὴν πι­θα­νό­τη­τα μιᾶς και­νούρ­γιας ζω­ῆς. Οἱ νύ­χτες μας εἶ­ναι ἀ­ξι­ο­λύ­πη­τες ὄν­τας ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νὰ μοι­ρα­ζό­μα­στε τὴν ἴ­δια κρε­βα­το­κά­μα­ρα ὅ­που ἡ μνη­σι­κα­κί­α ἔ­χει τὸ ὕ­ψος ἑ­νὸς τοί­χου καὶ προ­κα­λεῖ ἀ­σφυ­ξί­α σὰν μιὰ νο­ση­ρὴ ἀ­να­θυ­μία­ση. Τυ­λί­γει τὰ ἔ­πι­πλα, τὰ ντου­λά­πια, τὰ βι­βλί­α, δι­ά­σπαρ­τα στὸ πά­τω­μα. Δι­α­φω­νοῦ­με γιὰ τὰ πάν­τα ἂν καὶ κα­τὰ βά­θος ξέ­ρου­με ὅ­τι πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἐ­ξα­φά­νι­ση τῆς τε­λεί­ας, γιὰ τὴν ὁ­ποί­α ἐ­κεί­νη μὲ κα­τη­γο­ρεῖ. Με­ρι­κὲς φο­ρὲς νο­μί­ζω ὅ­τι ἔ­χει τὴν ὑ­πο­ψί­α πὼς στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τὴν ἔ­χω κρυμ­μέ­νη γιὰ νὰ τὴν ἐκ­δι­κη­θῶ. «Δὲν ἔ­πρε­πε νὰ σὲ ἐμ­πι­στευ­τῶ», κα­τη­γο­ρεῖ τὸν ἑ­αυ­τό της. «Ἔ­πρε­πε νὰ τὸ φαν­τα­στῶ ὅ­τι θὰ μὲ πρό­δι­νες».

       Ἦ­ταν μιὰ μα­κριά, ἀ­ση­μέ­νια θή­κη, ἀ­π’ αὐ­τὲς ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν πα­λιὰ γιὰ νὰ φυ­λᾶ­νε τὸν κα­πνό. Τὴν ἀ­γό­ρα­σα σὲ μιὰ ἀ­γο­ρὰ πα­λαι­ῶν εἰ­δῶν. Μοῦ φά­νη­κε τὸ πιὸ κα­τάλ­λη­λο μέ­ρος γιὰ νὰ τὴν βά­λω. Ἡ τε­λεί­α ἦ­ταν ἐ­κεῖ, στρογ­γυ­λή, μι­κρο­σκο­πι­κή, βο­λε­μέ­νη μιὰ χα­ρά. Ἀλ­λὰ πέ­ρα­σαν τό­σα χρό­νια. Εἶ­ναι πι­θα­νὸ νὰ χά­θη­κε κα­τὰ τὴ διά­ρκεια μιᾶς με­τα­κό­μι­σης ἢ ἴ­σως νὰ τὴν ἔ­κλε­ψε κά­ποι­ος νο­μί­ζον­τας πὼς ἦ­ταν πο­λύ­τι­μη.

       Ἀ­φοῦ τὴν ψά­χνω μά­ται­α σχε­δὸν ὅ­λη τὴ μέ­ρα, φεύ­γω ἀ­πὸ τὸ σπί­τι γιὰ νὰ μὴν συ­ναν­τή­σω τὸ κα­τη­γο­ρη­τή­ριο βλέμ­μα της, τὴ φω­νή της γε­μά­τη μί­σος. Ὅ­λη ἡ προ­η­γού­με­νη εὐ­τυ­χί­α μας ἐ­ξα­φα­νί­στη­κε καὶ θὰ ἦ­ταν ἀ­νώ­φε­λο νὰ σκε­φτεῖ κα­νεὶς πὼς θὰ ἐ­πι­στρέ­ψει. Ἀλ­λὰ οὔ­τε νὰ χω­ρί­σου­με μπο­ροῦ­με. Αὐ­τὴ ἡ τε­λεί­α ποὺ ἔ­χει τὴν τά­ση νὰ ξε­γλι­στρᾶ μᾶς ἑ­νώ­νει, μᾶς δέ­νει, μᾶς γε­μί­ζει κα­κί­α καὶ θυ­μό, κα­τα­σπα­ρά­ζει μί­α πρὸς μί­α τὶς προ­η­γού­με­νες μέ­ρες, αὐ­τὲς ποὺ ὑ­πῆρ­ξαν ὄ­μορ­φες.

       Τὸ μό­νο ποὺ ἐλ­πί­ζω εἶ­ναι νὰ ἐμ­φα­νι­στεῖ κά­ποι­α στιγ­μή, κα­τὰ τύ­χη, χα­μέ­νη σὲ κά­ποι­α τσέ­πη, ἀ­να­κα­τε­μέ­νη μα­ζὶ μὲ ἄλ­λα ἀν­τι­κεί­με­να. Τό­τε θὰ εἶ­ναι μιὰ χον­τρή, θλι­βε­ρή, βρώ­μι­κη καὶ σκο­νι­σμέ­νη τε­λεί­α ἐ­κτὸς χρό­νου, σὰν αὐ­τὴ ποὺ βά­ζουν οἱ πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι συγ­γρα­φεῖς.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Por fin solos, Ἐκδ. Lumen, Barcelona, 2004.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Οἱ ξεριζωμένοι


03-CristinaPeriRossi-OiKserrizomenoi-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Οἱ ξεριζωμένοι

(Los desarraigados)


02-TaphΟΥΣ ΒΛΕΠΕΙ κα­νεὶς συ­χνὰ νὰ περ­πα­τοῦν στοὺς δρό­μους τῶν με­γα­λου­πό­λε­ων, ἄν­δρες καὶ γυ­ναῖ­κες ποὺ ἐ­πι­πλέ­ουν στὸν ἀ­έ­ρα, σὲ χρό­νο καὶ τό­πο στα­μα­τη­μέ­νο. Τοὺς λεί­πουν ρί­ζες στὰ πό­δια καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ τοὺς λεί­πουν ἀ­κό­μη καὶ πό­δια. Ἀ­π’ τὰ μαλ­λιά τους δὲν ξε­φυ­τρώ­νουν ρί­ζες, οὔ­τε ἁ­πα­λὲς ἴ­νες δέ­νουν τὸν κορ­μό τους σὲ κά­ποι­ο εἶ­δος ἐ­δά­φους. Μοιά­ζουν μὲ φύ­κια ποὺ πα­ρα­σύ­ρουν τὰ θα­λασ­σι­νὰ ρεύ­μα­τα καὶ ὅ­ταν στα­θε­ρο­ποι­οῦν­ται πά­νω σὲ κά­ποι­α ἐ­πι­φά­νεια εἶ­ναι κα­τὰ τύ­χη καὶ δια­ρκεῖ μό­νο μιὰ στιγ­μή. Ἀ­μέ­σως ἐ­πι­πλέ­ουν ἐκ νέ­ου καὶ ὑ­πάρ­χει σ’ αὐ­τὸ ὁ­ρι­σμέ­νη νο­σταλ­γί­α. Ἡ ἀ­που­σί­α ρι­ζῶν τοὺς προσ­δί­δει ἕ­ναν ἀ­έ­ρα ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τας, ἀ­να­κρί­βειας. Εἶ­ναι γι’ αὐ­τὸ ποὺ νι­ώ­θουν παν­τοῦ ἄ­βο­λα καὶ δὲν τοὺς προ­σκα­λοῦν σὲ γι­ορ­τές, οὔ­τε σὲ σπί­τια, για­τί φαί­νον­ται ὕ­πο­πτοι. Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι φαι­νο­με­νι­κὰ πραγ­μα­το­ποι­οῦν τὶς ἴ­δι­ες ἐ­νέρ­γει­ες μὲ τὰ ὑ­πό­λοι­πα ἀν­θρώ­πι­να ὄν­τα: τρῶ­νε, κοι­μοῦν­ται, περ­πα­τοῦν, μέ­χρι καὶ πε­θαί­νουν, ἀλ­λὰ ὁ προ­σε­κτι­κὸς πα­ρα­τη­ρη­τὴς θὰ μπο­ροῦ­σε ἴ­σως νὰ ἀ­να­κα­λύ­ψει πὼς ὑ­πάρ­χει μιὰ ἐ­λα­φριὰ καὶ σχε­δὸν ἀ­νε­παί­σθη­τη δι­α­φο­ρὰ στὸν τρό­πο ποὺ ἔ­χουν νὰ τρῶ­νε, νὰ κοι­μοῦν­ται, νὰ περ­πα­τοῦν καὶ νὰ πε­θαί­νουν. Τρῶ­νε χάμ­πουρ­γκερς Mac Donalds ἢ σάν­του­ιτς μὲ κο­τό­που­λο Pokins, εἴ­τε βρί­σκον­ται στὸ Βε­ρο­λί­νο, εἴ­τε στὴ Βαρ­κε­λώ­νη, εἴ­τε στὸ Μον­τε­βι­δέ­ο. Καὶ τὸ χει­ρό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα, πα­ραγ­γέλ­νουν ἕ­να ἀ­νορ­θό­δο­ξο με­νοὺ ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ γκα­σπά­τσο, σού­πα ἢ ἀγ­γλι­κὴ κρέ­μα. Κοι­μοῦν­ται τὴ νύ­χτα, ὅ­πως ὅ­λος ὁ κό­σμος, ἀλ­λὰ ὅ­ταν ξυ­πνοῦν μὲς στὸ σκο­τά­δι ἑ­νὸς ἀ­ξι­ο­θρή­νη­του δω­μα­τί­ου ξε­νο­δο­χεί­ου τοὺς κα­τα­λαμ­βά­νει μιὰ στιγ­μὴ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τας: δὲν θυ­μοῦν­ται ποῦ βρί­σκον­ται, οὔ­τε τί μέ­ρα εἶ­ναι, οὔ­τε τὸ ὄ­νο­μα τῆς πό­λης στὴν ὁ­ποί­α ζοῦν. Ἡ ἔλ­λει­ψη ρι­ζῶν δί­νει στὸ βλέμ­μα τους ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό, ἕ­ναν τό­νο γα­λά­ζιο καὶ νε­ρου­λό, φευ­γα­λέ­ο, αὐ­τὸν κά­ποι­ου ποὺ ἀν­τὶ νὰ κρα­τι­έ­ται στα­θε­ρὰ ἀ­πὸ ρί­ζες ποὺ ἀ­πορ­ρέ­ουν ἀ­πὸ τὸ πα­ρελ­θὸν καὶ ἀ­πὸ τὸ ἔ­δα­φος, ἐ­πι­πλέ­ει μέ­σα ἕ­να χῶ­ρο θο­λὸ καὶ ἀ­να­κρι­βῆ.

       Ἂν καὶ με­ρι­κοὶ εἶ­χαν κα­τὰ τὴ γέν­νη­σή τους με­ρι­κὰ ρο­ζι­α­σμέ­να νή­μα­τα ποὺ μὲ τὸν και­ρὸ θὰ με­τα­τρέ­πον­ταν ἀ­ναμ­φί­βο­λα σὲ γε­ρὲς ρί­ζες, γιὰ τὸν ἕ­να ἢ τὸν ἄλ­λο λό­γο τὰ ἔ­χα­σαν, τοὺς ἀ­φαι­ρέ­θη­καν ἢ τοὺς τὰ ἀ­κρω­τη­ρί­α­σαν καὶ αὐ­τὸ τὸ ἀ­τυ­χὲς γε­γο­νὸς τοὺς κα­θι­στᾶ ἕ­να εἶ­δος ἀ­πω­θη­τι­κὸ. Ἀλ­λά, ἀν­τὶ νὰ προ­κα­λοῦν τὴν συμ­πό­νοι­α τοῦ κό­σμου, ξυ­πνοῦν συ­νή­θως ἔ­χθρα. Πλα­νᾶ­ται ἡ ὑ­πο­ψί­α ὅ­τι εἶ­ναι ἔ­νο­χοι κά­ποι­ου σκο­τει­νοῦ πα­ρα­πτώ­μα­τος, ἡ δι­αρ­πα­γή τους χρή­ζει ἐ­νό­χους. Ἀ­π’ τὴ στιγ­μὴ ποὺ χά­νον­ται οἱ ρί­ζες δὲν μπο­ροῦν πιὰ νὰ ἐ­πα­να­κτη­θοῦν. Μά­ται­α μέ­νει ὁ ξε­ρι­ζω­μέ­νος γιὰ ὧ­ρες στα­μα­τη­μέ­νος σὲ μιὰ γω­νιὰ ἢ δί­πλα σ’ ἕ­να δέν­τρο, κοι­τών­τας λο­ξὰ τὰ μα­κριὰ προ­σαρ­τή­μα­τα ποὺ ἑ­νώ­νουν τὸ φυ­τὸ μὲ τὴ γῆ· οἱ ρί­ζες δὲν εἶ­ναι με­τα­δο­τι­κές, οὔ­τε προ­σκολ­λοῦν­ται σὲ ξέ­νο σῶ­μα. Ἄλ­λοι νο­μί­ζουν ὅ­τι πα­ρα­μέ­νον­τας γιὰ πο­λὺ και­ρὸ στὴν ἴ­δια πό­λη ἢ χώ­ρα εἶ­ναι δυ­να­τὸ νὰ τοὺς πα­ρα­χω­ρη­θοῦν κά­ποι­α στιγ­μὴ τε­χνη­τὲς ρί­ζες, πλα­στι­κὲς γιὰ πα­ρά­δειγ­μα, ἀλ­λὰ κα­μιὰ πό­λη δὲν εἶ­ναι τό­σο γεν­ναι­ό­δω­ρη.

       Ὑ­πάρ­χουν ὡ­στό­σο ξε­ρι­ζω­μέ­νοι αἰ­σι­ό­δο­ξοι. Εἶ­ναι αὐ­τοὶ ποὺ φρον­τί­ζουν νὰ βλέ­πουν τὴν κα­λὴ πλευ­ρὰ τῶν πραγ­μά­των καὶ δι­α­τεί­νον­ται ὅ­τι ἡ ἔλ­λει­ψη ρι­ζῶν δί­νει με­γά­λη ἐ­λευ­θε­ρί­α κι­νή­σε­ων, συμ­βάλ­λει στὴν ἀ­πο­φυ­γὴ ἄ­βο­λων ἐ­ξαρ­τή­σε­ων καὶ προ­ά­γει τὶς με­τα­κι­νή­σεις. Στὴ μέ­ση τῆς ὁ­μι­λί­ας τους φυ­σά­ει ἕ­νας δυ­να­τὸς ἄ­νε­μος καὶ ἐ­ξα­φα­νί­ζον­ται σὰν νὰ τοὺς κα­τά­πι­ε ὁ ἀ­έ­ρας.

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: La ciudad de Luzbel y otros relatos, 1992.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.



		

	

Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi): Μεγαλώματα


02-CristinaPeriRossi-Megalomata-Eikona-01


Κριστίνα Πέρι Ρόσι (Cristina Peri Rossi)


Μεγαλώματα

(Crianzas)


02-PiΑΝΤΑ ΦΑΝΤΑΖΟΜΑΙ  ὅ­τι ἡ μη­τέ­ρα μου δὲν εἶ­ναι πά­νω ἀ­πὸ εἰ­κο­σι­πέν­τε χρο­νῶν (ἡ ἡ­λι­κί­α ποὺ εἶ­χε ὅ­ταν γεν­νή­θη­κα), γι’ αὐ­τὸ ἐ­ξορ­γί­ζο­μαι ὅ­ταν τὴν ἀ­κού­ω νὰ σέρ­νει τὰ πό­δια της, νὰ κα­κα­ρί­ζει, νὰ βή­χει, νὰ σκέ­φτε­ται σὰν γριά. Δὲν κα­τα­λα­βαί­νω για­τί ἔ­χει ρυ­τί­δες στὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε της χρό­νια, οὔ­τε μπο­ρῶ νὰ ἐ­ξη­γή­σω τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι πά­ει γιὰ ὕ­πνο τό­σο νω­ρίς, ὄν­τας τό­σο νέα.

       Ἂν σὲ κά­ποι­α στιγ­μὴ τρο­μα­κτι­κῆς δια­ύγειας ἀν­τι­λη­φθῶ ὅ­τι εἶ­ναι γριά, ἡ ἀ­να­κά­λυ­ψη αὐ­τὴ μὲ γε­μί­ζει φρί­κη, λό­γος γιὰ τὸν ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­χει­ρῶ ἀ­μέ­σως νὰ δι­ώ­ξω μιὰ τέ­τοι­α σκέ­ψη ἀ­πὸ τὸ φῶς τῆς συ­νεί­δη­σής μου, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ ἐ­πα­να­κτᾶ τὰ εἰ­κο­σι­πέν­τε της χρό­νια.

       Ἐ­κεί­νη μοῦ συμ­πε­ρι­φέ­ρε­ται συ­νε­χῶς σὰν νὰ ἤ­μουν μω­ρό, μὲ ἀ­πο­τέ­λε­σμα νὰ συν­νε­νο­ού­μα­στε ἄ­ψο­γα. Δὲν ἐ­πι­μέ­νω νὰ με­γα­λώ­σω, για­τί ξέ­ρω ὅ­τι εἶ­ναι μά­ται­ο. Ὁ χρό­νος ἔ­χει ἀ­κι­νη­το­ποι­η­θεῖ γιὰ μᾶς τὶς δυ­ὸ καὶ τί­πο­τα στὸν κό­σμο δὲν θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὸν κά­νει νὰ τρέ­ξει. Θὰ πε­θά­νω πέν­τε χρο­νῶν καὶ ἐ­κεί­νη εἰ­κο­σι­πέν­τε. Στὶς κη­δεῖ­ες μας θὰ πα­ρευ­ρευ­θεῖ ἕ­να πλῆ­θος ὑ­πε­ρή­λι­κων μω­ρῶν καὶ μω­ρῶν ποὺ δὲν ἔ­φτα­σαν πο­τὲ νὰ με­γα­λώ­σουν.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04


Πη­γή: Por favor sea breve. Ἐκδ. Paginas de espuma, 2001.

Κρι­στί­να Πέ­ρι Ρό­σι (Cristina Peri Rossi) (Μον­τε­βι­δέ­ο, 12 Νο­εμ­βρί­ου τοῦ 1941). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας, ποι­ή­τρια, με­τα­φρά­στρια καὶ δο­κι­μι­ο­γρά­φος καὶ θε­ω­ρεῖ­ται μιὰ ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες γυ­ναι­κεῖ­ες λο­γο­τε­χνι­κὲς φι­γοῦ­ρες τῆς Οὐ­ρου­γουά­ης ἀ­πὸ τὴ δε­κα­ε­τί­α τοῦ ’50 μέ­χρι σή­με­ρα. Τὸ ἔρ­γο της ἔ­χει με­τα­φρα­στεῖ σὲ πα­ρα­πά­νω ἀ­πὸ δε­κα­πέν­τε γλῶσ­σες καὶ τὶς ἔ­χουν ἀ­πο­νε­μη­θεῖ τὰ βρα­βεῖ­α: Premio Ciudad de Barcelona 1991, Premio Internacional de Poesia Rafael Alberti 2003, Premio Internacional de Poesia Fundacion Loewe 2009. (Γιὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα βλ. ἐ­δῶ τὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στρι­ας.)

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἰ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/

       Τὸν Ἀ­πρί­λιο τοῦ 2015 κυ­κλο­φό­ρη­σε τὸ πρῶ­το της βι­βλί­ο, μιὰ συλ­λο­γὴ μὲ 27 σύν­το­μα δι­η­γή­μα­τα καὶ τί­τλο Μιὰ μέ­ρα ἀ­πό­λυ­της ἡ­συ­χί­ας (ἐκδ. Πα­ρά­ξε­νες Μέ­ρες). Τα­κτι­κὴ συ­νερ­γά­τις τοῦ ἱ­στο­λο­γί­ου μας ἔ­χει ἐ­πι­με­λη­θεῖ ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στὸν οὐ­ρου­γουα­νὸ συγ­γρα­φέ­α Mario Benedetti καὶ τὸν γρα­να­δί­νο Ángel Olgoso.