Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Πύλη στὴν αὐλὴ τῶν θαυ­μά­των

.

04-Olgoso,Angel-PyliStinAyliTonThaymaton-Eikona-02

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Πύλη στὴν αὐλὴ τῶν θαυ­μά­των

(Puerta en le jardin de las maravillas)

 .

02-EpsilonΦΤΑ τὸ πρω­ί. Χτυ­πά­ω κάρ­τα φτά­νον­τας στὴ δου­λειά. Κά­θο­μαι στὸ γρα­φεῖ­ο, ὅ­πως ἐ­πι­βάλ­λει ἡ ρου­τί­να. Ἡ μο­νό­το­νη ἐρ­γα­σια­κὴ μέ­ρα ξε­κι­νᾶ σή­με­ρα μὲ τὴν κα­τά­ρα ἑ­νὸς γη­τευ­τῆ. Τὸ κο­ρί­τσι μὲ τὰ χρυ­σὰ μαλ­λιὰ ποὺ με­τα­τρά­πη­κε σὲ βά­τρα­χο κρύ­βε­ται μέ­σα στὴν τρύ­πια κου­φά­λα ἑ­νὸς δέν­τρου τοῦ Δί­α. Ἔ­χει τὸν Λί­θο τῆς Κα­λῆς Τύ­χης φυ­λαγ­μέ­νο μέ­σα στὸ κε­φά­λι της. Μό­νο ἕ­να δόν­τι Ἀν­θρω­πό­μορ­φης Νυ­φί­τσας πι­α­σμέ­νη κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἔ­κλει­ψης τῆς Σε­λή­νης μπο­ρεῖ νὰ τὴ σώ­σει, ἀλ­λὰ ἡ Ἀν­θρω­πό­μορ­φη Νυ­φί­τσα ζεῖ στὸ δά­σος ποὺ ρο­βο­λοῦν οἱ Κέν­ταυ­ροι, πέ­ρα ἀ­π’ τὴν Ἀ­ση­μέ­νια Πο­λι­τεί­α. (Μι­σὴ ὥ­ρα δι­ά­λειμ­μα, σάν­του­ιτς λα­χα­νι­κῶν, μιὰ μπύ­ρα, δυ­ὸ τσι­γά­ρα.) Ξε­κι­νῶ, λοι­πόν, ὄ­χι χω­ρὶς νὰ ἔ­χω πρὶν κρύ­ψει κάμ­πο­σα κλα­διὰ ἐ­στραγ­κὸν μέ­σα στὰ σαν­δά­λια μου γιὰ νὰ δώ­σουν δύ­να­μη καὶ ἐ­λα­φρό­τη­τα στὰ βή­μα­τά μου. Σὰν ἕ­νας σπό­ρος ποὺ με­τα­φέ­ρει ὁ ἄ­νε­μος, δι­α­σχί­ζω τὰ Τρο­μαγ­μέ­να Βου­νά, μά­χο­μαι ἐ­νάν­τια σὲ γι­γάν­τια λου­λα­κὶ μυρ­μήγ­κια, γι­α­τρεύ­ω τὶς πλη­γές μου μὲ σκό­νη ἀ­πὸ ρί­ζα καμ­πα­νού­λας, δι­εισ­δύ­ω στὴν Ἀ­ση­μέ­νια Πο­λι­τεί­α μέ­σῳ μιᾶς ἀ­ό­ρα­της χα­ρα­μά­δας ποὺ ὑ­πάρ­χει στὰ τεί­χη μὲ τὴ βο­ή­θεια τοῦ μα­γι­κοῦ μου σκού­φου ἀ­πὸ σκιὰ ποὺ κα­λύ­πτει πάν­τα το κε­φά­λι μου, πί­νω τὸ νε­ρὸ στὸ ὁ­ποῖ­ο οἱ σι­δη­ρουρ­γοὶ κρυ­ώ­νουν τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τους γιὰ νὰ μὴν ξε­χά­σω τὴν ἀ­πο­στο­λή μου, στὶς πλά­τες ἑ­νὸς σκα­ρα­βαί­ου, τοῦ ὁ­ποί­ου τὶς ὑ­πη­ρε­σί­ες ἔ­χω νοι­κιά­σει, πε­τά­ω μέ­χρι τὰ σύ­νο­ρα τοῦ Δά­σους τῶν Κεν­ταύ­ρων καὶ ὅ­ταν ὁ σκα­ρα­βαῖ­ος μὲ προ­ει­δο­ποι­εῖ ὅ­τι ὅ­ποι­ος ἐ­πι­χεί­ρει νὰ μπεῖ σ’ ἐ­κεῖ­να τὰ ἕ­λη χά­νει τὴν κρί­ση του, εἶ­ναι πιὰ τρεῖς το με­ση­μέ­ρι. Χτυ­πά­ω πά­λι κάρ­τα, ἀ­φή­νω πί­σω μου τὸ γρα­φεῖ­ο, ἀ­νε­βαί­νω στὸ λε­ω­φο­ρεῖ­ο καὶ ἐ­πι­στρέ­φω σπί­τι μὲς στὴν ρου­τί­να.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009». Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

 .

Διαφημίσεις

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Μιὰ μέρα στὴν ἐξοχή

.

03-Olgoso,Angel-MiaMeraStinEksochi-Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

 .

Μιὰ μέρα στὴν ἐξοχή

(Un dia de campo)

 .

08-Omikron-Century_Mag_Illuminated_O_KovalevskyΛΟΦΟΣ ἔ­μοια­ζε σὰν ἕ­να φαν­τα­στι­κὸ ζῶ­ο, ἀγ­κα­θω­τὸ καὶ ἀ­κτι­νο­βό­λο. Πα­ρα­ταγ­μέ­νος, ὅ­μως, πά­νω του ὁ στρα­τὸς καὶ πε­ρι­μέ­νον­τας τὴν ὥ­ρα τῆς μά­χης, δὲν φαί­νον­ταν πα­ρὰ μο­νά­χα ἕ­να ση­μαι­ο­στο­λι­σμέ­νο κο­πά­δι ἀ­πὸ το­ξό­τες, πε­ζι­κά­ριους, κα­τά­φρα­κτους ἱπ­πό­τες, πο­λι­ορ­κη­τι­κὲς μη­χα­νές, φαν­τα­χτε­ρὲς παν­τι­έ­ρες ἀ­πὸ τα­φτὰ καὶ βε­λού­δι­να λά­βα­ρα, ἄ­λο­γα μὲ σα­γὲς ἀ­πὸ δα­μα­σκη­νὰ ὑ­φά­σμα­τα, πα­νο­πλί­ες καὶ πε­ρι­κε­φα­λαῖ­ες, κα­τα­πέλ­τες, ἔ­φιπ­πους το­ξό­τες μὲ ὑ­πέ­ρο­χα φά­λα­ρα πε­ρι­φραγ­μέ­νους ἀ­πὸ λόγ­χες. Μὲ φόν­το τὰ πο­λυ­ά­ριθ­μα καὶ δρο­σε­ρὰ λου­λού­δια, τὰ ταμ­ποῦρ­λα, τὰ κέ­ρα­τα, οἱ στρα­τι­ῶ­τες κρα­τοῦ­σαν αὐ­τὴν τὴν ντρο­πι­α­στι­κὴ καὶ κά­πως ἀλ­λό­κο­τη σι­ω­πὴ ποὺ προ­κα­λεῖ συ­νή­θως τὸ ἀ­κα­τα­νό­η­το. Κα­νεὶς δὲν ἔ­δει­χνε νὰ εἶ­ναι νευ­ρι­κός, κα­νεὶς δὲν ἵ­δρω­νε ἢ ἔ­τρε­με ἀ­π’ τὸ φό­βο, ἄν­τε νὰ εἰ­σέ­πνε­αν τὸ πο­λὺ-πο­λὺ χω­ρὶς ὑ­περ­βο­λι­κὸ ἐν­δι­α­φέ­ρον τὸ ἀ­νό­θευ­το ἄ­ρω­μα τῆς ρί­γα­νης καὶ τῆς βαλ­σα­μί­νας. Δὲν ἀν­τη­χοῦ­σε δι­α­τα­γὴ κα­μιά, οἱ μπουρ­λο­τι­ὲς οὔ­τε κι αὐ­τὲς ἔ­φτα­ναν. Ὑ­πῆρ­χε μιὰ ἀ­τμό­σφαι­ρα γε­νι­κῆς ἀ­βου­λί­ας, σὰν αὐ­τὴ ποὺ νι­ώ­θει ἴ­σως κα­νείς, ὅ­ταν φο­ρᾶ ἀρ­κε­τὸ και­ρὸ μιὰ ὑ­περ­βο­λι­κὰ πο­λύ­πλο­κη καὶ βα­ριὰ πε­ρι­βο­λή. Τὰ στρα­τεύ­μα­τα εἶ­χαν τὴν ὄ­ψη κά­ποι­ου ποὺ πα­ρα­μέ­νει ἀ­νυ­πο­ψί­α­στος λό­γω ἄ­γνοι­ας, κά­ποι­ου ποὺ πο­τὲ δὲν θὰ ἔρ­θει σὲ σύγ­κρου­ση ἢ δὲν θὰ ρι­χτεῖ σὲ λυσ­σα­λέ­α μά­χη για­τί —ἀν­τί­θε­τα μ’ ὅ­τι συμ­βαί­νει στὸν ἔ­ρω­τα— δὲν ἔ­χει ἀ­κού­σει νὰ μι­λᾶ­νε γιὰ ἐ­χθρό, οὔ­τε γιὰ πό­λε­μο.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

.

Ἄνχελ Ὀλγόσο (Ángel Olgoso): Ἡ ἐργασία

.

02-Olgoso,Angel-IErgasia-Eikona-01

.

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso)

.

ἐργασία

(El Proyecto)

 .

04-Taph-489px-Comic_History_of_Rome_p_107_Initial_TΟ ΠΑΙΔΙ ἔ­σκυ­ψε πά­νω ἀ­πὸ τὴν σχο­λι­κὴ ἐρ­γα­σί­α του, μιὰ μι­κρὴ μπά­λα ἀ­πὸ ἄρ­γι­λο τὴν ὁ­ποί­α εἶ­χε δι­α­μορ­φώ­σει μὲ προ­σο­χή. Κλει­σμέ­νο στὸ δω­μά­τιό του γιὰ μέ­ρες, τὴν ἐ­ξέ­θε­σε στὴ ζέ­στη, τὴν πε­ρι­κύ­κλω­σε μὲ κι­νη­τὲς πη­γὲς φω­τός, τὴν ὑ­πέ­βαλ­λε σὲ ἠ­λε­κτρι­κὴ τά­ση , δι­α­χώ­ρι­σε τὴν στέ­ρε­η ὕ­λη ἀ­πὸ τὴν ὑ­γρή, ἔ­κα­νε νὰ βρέ­ξουν πά­νω της γο­νι­μο­ποι­η­μέ­νοι σπό­ροι καὶ τὴν τύ­λι­ξε σ’ ἕ­να ὑ­γρὸ γα­λα­ζο­πρά­σι­νο πα­νί. Τὸ παι­δί, μὲ τὴν πε­ρη­φά­νεια ἑ­νὸς τε­χνί­τη, ἀ­τέ­νι­σε τὴν τε­λει­ό­τη­τα τοῦ συ­νό­λου ταυ­τό­χρο­να μὲ τὴν ἁρ­μο­νί­α κα­θε­νὸς ἀ­πὸ τὰ ἐ­πι­μέ­ρους μέ­ρη, τὰ ἀ­να­ρίθ­μη­τα μπα­χα­ρι­κά, τὰ δι­ά­φο­ρα φροῦ­τα, τὴ φρε­σκά­δα τῶν φυλ­λω­μά­των καὶ τὴ χλι­α­ρό­τη­τα τῶν βαλ­τό­το­πων, τὸν χρυ­σὸ καὶ τὸν ἄ­νε­μο, τὰ κο­ράλ­λια καὶ τὰ ἐ­φή­με­ρα παι­χνί­δια τῆς σκιᾶς μὲ τὸ φῶς, τὴν σύ­ζευ­ξη τῶν ἤ­χων, χρώ­μα­τα καὶ ἀ­ρώ­μα­τα ποὺ φτε­ρού­γι­ζαν πά­νω στὴν ἐ­πι­φά­νεια τοῦ ἀρ­γί­λου. Ἐ­νάν­τια σὲ κά­θε λο­γι­κή, μιὰ σει­ρὰ ἀ­πρό­βλε­πτες ἀν­τι­δρά­σεις πυ­ρο­δο­τή­θη­καν δι­α­σπών­τας στὴν ἀρ­χὴ ἀ­να­πάν­τε­χα ἄ­το­μα καὶ ἡ πνο­ὴ τῆς ζω­ῆς, ἀ­φη­νι­α­σμέ­νη, ἁ­πλώ­θη­κε ὑ­πέρ­με­τρα. Στὴν ἀρ­χὴ ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­φύ­σι­κος κνη­σμός, ὕ­στε­ρα μιὰ πλη­γή, καὶ στὴ συ­νέ­χεια μιὰ πυ­κνὴ καὶ ἀ­πο­κρου­στι­κὴ κη­λί­δα πά­νω στοὺς ὕ­πε­ρους τῆς γῆς. Ὁ συ­νω­στι­σμὸς τῶν ζων­τα­νῶν ὄν­των ἔ­βρα­ζε σὰν μιὰ αἱ­μο­ρα­γί­α ἐμ­βρύ­ου, ἔ­ζε­χνε σὰν μιὰ πυ­ώ­δης φλύ­κται­να ποὺ κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ κλεί­σει. Ἡ σύγ­χυ­ση καὶ ὁ θό­ρυ­βος πολ­λα­πλα­σι­ά­στη­καν καὶ ἀ­δι­ό­ρα­τες στῆ­λες κα­πνοῦ ἔ­βγαι­ναν ἀ­πὸ τὴν το­μή. Ὅ­λα ἦ­ταν ὑ­περ­βο­λι­κὰ σχοι­νο­τε­νῆ καὶ χω­ρὶς νό­η­μα. Εἶ­χε πά­ρει ἕ­ξι μέ­ρες στὸ παι­δὶ νὰ δη­μι­ουρ­γή­σει ἐ­κεῖ­νο τὸν κό­σμο καὶ τώ­ρα, γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ στὸ μά­θη­μα αὐ­τό, θὰ ἐ­κτί­θε­το στὴν δυ­σπι­στί­α τοῦ Δα­σκά­λου καὶ τῶν Συμ­μα­θη­τῶν του. Κα­τά­λα­βε ὅ­τι αὐ­τὸ δὲν ἦ­ταν κα­λὸ ση­μά­δι. Ἀ­πο­φά­σι­σε, τό­τε, νὰ τὸν λι­ώ­σει μὲ τὰ χέ­ρια του, κά­νον­τάς τον νὰ ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ γιὰ πάν­τα στὸ κε­νὸ τοῦ σύμ­παν­τος μὲ ἔκ­δη­λη πε­ρι­φρό­νη­ση. Θὰ ξε­κου­ρά­ζον­ταν τὴν ἕ­βδο­μη μέ­ρα καὶ θὰ ἄρ­χι­ζε πά­λι ἀ­π’ τὴν ἀρ­χή.

 .

Bonsai-03c-GiaIstologio-04

.

Πηγή: Ἀπὸ τὴ συλλογὴ διηγημάτων Μηχανὴ Φθορᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μαδρίτη, 2009).

Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso). Γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «Los dí­as Sub­ter­rá­ne­os», βρα­βεῖ­ο «Cla­rín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Τὸ βι­βλί­ο του La má­qui­na de lan­­gui­­de­cer, στὸ ὁ­ποῖ­ο συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἡ πλει­ο­ψη­φί­α τῶν δι­η­γη­μά­των ποὺ πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἐ­δῶ γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ με­τα­φρα­σμέ­να στὰ Ἑλ­λη­νι­κά, τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Pre­mio Sin­ta­gma 2009. Ἔρ­γα του ἔ­χουν με­τα­φρα­στεῖ στὰ Ἀγ­γλι­κά, τὰ Γερ­μα­νι­κὰ καὶ τὰ Ἰ­τα­λι­κά. Βλ. πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν εἰ­σα­γω­γὴ τῆς με­τα­φρά­στριάς του Νάν­συς Ἀγ­γε­λῆ ἐ­δῶ.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἰσπανικά:

Νάνσυ Ἀγγελῆ (Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, In­sti­tut Vir­tu­al In­ter­na­ci­o­nal de Tra­duc­ció, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

Φω­το­γρα­φί­α: Ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Μη­χα­νὴ Φθο­ρᾶς (La má­qui­na de lan­gui­de­cer, ἐκδ. Pá­gi­nas de es­pu­ma, Μα­δρί­τη, 2009), ἀ­πὸ τὴν ὁ­ποί­α ἀν­θο­λο­γοῦν­ται τὰ πέν­τε ἀ­πὸ τὰ ἕ­ξι δι­η­γή­μα­τα τοῦ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τός μας.

 .

Νάνσυ Ἀγγελῆ: «Ὁ μυστηριώδης κύριος Ὀλγόσο»

.

01-AggeliNansy-Olgoso-Eisagogi-Eikona-01

.

Νάνσυ Ἀγγελῆ

.

«Ὁ μυστηριώδης κύριος Ὀλγόσο»:

Καταβολὲς καὶ ἐπιρροές

 .

02-PiΡΙΝ ΞΕΚΙΝΗΣΕΙ νὰ μι­λή­σει κα­νεὶς γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ Γρα­να­δί­νου συγ­γρα­φέ­α Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο (Ángel Olgoso), μιὰ μι­κρὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη γιὰ τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες: Ὁ συγ­γρα­φέ­ας ποὺ θὰ μᾶς ἀ­πα­σχο­λή­σει στὸ κεί­με­νο αὐ­τὸ δὲν συμ­πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται σὲ κα­μιὰ λί­στα λο­γο­τε­χνί­ας «μπὲστ σέλ­λερς» – του­λά­χι­στον μέ­χρι στιγ­μῆς. Δὲν εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς δι­ε­θνῶς ἀ­να­γνω­ρι­σμέ­νος, καὶ φυ­σι­κὰ δὲν ἔ­χει —του­λά­χι­στον μέ­χρι στιγ­μῆς— ἐκ­δο­θεῖ στὰ ἑλ­λη­νι­κά(*). Δὲν ζεῖ σὲ κά­ποι­α ἰ­σπα­νι­κὴ με­γα­λού­πο­λη, μὰ σ’ ἕ­να μι­κρὸ χω­ριὸ τῆς Γρα­νά­δα, καὶ μᾶλ­λον δὲν κι­νεῖ­ται ἰ­δι­αί­τε­ρα ἀ­νά­με­σα στοὺς γνω­στοὺς καὶ κα­θι­ε­ρω­μέ­νους συγ­γρα­φι­κοὺς κύ­κλους. Ἀ­κρι­βῶς γι’ αὐ­τοὺς τοὺς λό­γους, τοῦ ἀ­ξί­ζει ἕ­να ἀ­φι­έ­ρω­μα. Για­τί, ὅ­πως θὰ ἔ­χε­τε ἴ­σως τὴν εὐ­και­ρί­α νὰ δι­α­πι­στώ­σε­τε καὶ μό­νοι σας, ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι μιὰ ἰ­δι­αί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση συγ­γρα­φέ­α.

       Ἂς πά­ρου­με, ὅ­μως, τὰ πράγ­μα­τα ἀ­πὸ τὴν ἀρ­χή.

      Ἐν ἀρ­χῇ ἦν.­.. ἡ γέν­νη­ση.

      Ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο γεν­νή­θη­κε στὴν ἐ­παρ­χί­α C­u­l­l­ar V­e­ga τῆς Γρα­νά­δα τὸ 1961. Σπού­δα­σε Ἰ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Γρα­νά­δα. Ἂν καὶ δη­μο­σί­ευ­σε τὴν πρώ­τη του συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τὸ 1991 (Los días Subterráneos), ἀ­σχο­λεῖ­ται συ­στη­μα­τι­κὰ μὲ τὴ συγ­γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ 1978. Ἔ­χει ἐκ­δό­σει πά­νω ἀ­πὸ δέ­κα συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των. Δι­η­γή­μα­τά του ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ σὲ πά­νω ἀ­πὸ τριά­ντα ἀν­θο­λο­γί­ες γιὰ τὸ μι­κρὸ δι­ή­γη­μα καὶ ὁ ἴ­διος ἔ­χει τι­μη­θεῖ μὲ πο­λυ­ά­ριθ­μα λο­γο­τε­χνι­κὰ βρα­βεῖ­α (φι­να­λὶ­στ γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο «XVII Premio Andalucía de la Critica», βρα­βεῖ­ο «Clarín» τῆς Ἕ­νω­σης Ἰ­σπα­νῶν Συγ­γρα­φέ­ων, με­τα­ξὺ ἄλ­λων). Προ­σθέ­τω ἐ­δῶ, γιὰ λό­γους ἐν­τυ­πω­σια­σμοῦ, ἀλ­λὰ καὶ ἀ­κρι­βεί­ας, ὅ­τι ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι ἱ­δρυ­τὴς καὶ πρύ­τα­νης τοῦ Ἰν­στι­τού­του Πα­τα­φυ­σι­κῆς τῆς Γρα­νά­δα (I­n­s­t­i­t­u­t­um P­a­t­a­p­h­y­s­i­c­um G­r­a­n­a­t­e­n­s­is), ἀ­νε­ξάρ­τη­του καὶ ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὀρ­γά­νου τοῦ Κο­λε­γί­ου Πα­τα­φυ­σι­κῆς (Colégio de P­a­t­a­f­i­s­i­ca).

.

      Μιὰ ἔ­ρευ­να σχε­τι­κὰ μὲ τὶς πιὸ ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­τες συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των τὸ δι­ά­στη­μα ἀ­πὸ τὸ 2007 ὣς τὸ 2012 ποὺ πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­πὸ λο­γο­τε­χνι­κὰ μπλὸγ­κς μὲ τὴ συμ­με­το­χὴ ἐκ­δο­τῶν, βι­βλι­ο­πω­λῶν, συγ­γρα­φέ­ων καὶ κρι­τι­κῶν λο­γο­τε­χνί­ας, ξε­χώ­ρι­σε τὰ ἔρ­γα τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο μα­ζὶ μὲ αὐ­τὰ τοῦ βε­τε­ρά­νου Χουὰν Ἐ­δουά­ρδο Θού­νι­γα.

      Ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο θε­ω­ρεῖ­ται ἕ­νας αὐ­θεν­τι­κὸς m­a­e­s­t­ro στὴ συγ­γρα­φὴ φαν­τα­στι­κῶν μι­κρο­δι­η­γη­μά­των, ἕ­νας δει­νὸς ἀ­φη­γη­τὴς πέ­ρα ἀ­πὸ πρό­σκαι­ρες λο­γο­τε­χνι­κὲς μό­δες μὲ με­γά­λο εὖ­ρος θε­μά­των, τε­ρά­στια γλωσ­σι­κὴ εὐ­φρά­δεια καὶ ἀ­στεί­ρευ­τη φαν­τα­σί­α. Στὶς σύν­το­μες, μι­λι­με­τρι­κὲς σχε­δόν, δι­η­γή­σεις του —σφι­χτο­γραμ­μέ­νες μέ­χρι τε­λι­κῆς πτώ­σε­ως— λαμ­βά­νουν χώ­ρα τὸ πα­ρά­δο­ξο, τὸ ἀλ­λό­κο­το, τὸ ἀ­νη­συ­χη­τι­κὸ καὶ τὸ ἀ­νέλ­πι­στο φτι­ά­χνον­τας σὲ λί­γες μό­λις σει­ρές, κό­σμους ποὺ ὑ­πνω­τί­ζουν θυ­μί­ζον­τάς μας πό­σο λε­πτὸ καὶ δυσ­δι­ά­κρι­το μπο­ρεῖ νὰ γί­νει τὸ ὅ­ριο ποὺ χω­ρί­ζει τὸ ἀ­δύ­να­το ἀ­πὸ τὸ πραγ­μα­τι­κό. Κά­ποι­οι κρι­τι­κοὶ τὸν συν­δέ­ουν μὲ τὴν ἀν­τι-ρε­α­λι­στι­κὴ πα­ρά­δο­ση, ἐ­νῶ πολ­λοὶ τὸν θε­ω­ροῦν συ­νε­χι­στὴ τοῦ ἔρ­γου τῶν Μπόρ­χες καὶ Κάφ­κα, με­τα­ξὺ ἄλ­λων.

.

      Ἡ ἀ­λή­θεια εἶ­ναι ὅ­τι στὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο συγ­κα­τα­λέ­γε­ται ἕ­να πο­λυ­ποί­κι­λο πλῆ­θος, με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς ση­μαν­τι­κό­τε­ρες φι­γοῦ­ρες τοῦ συγ­γρα­φι­κοῦ κό­σμου, κι ὅ­ταν λέ­με «συγ­γρα­φι­κὸ κό­σμο», τὸ ἐν­νο­οῦ­με, μιᾶς καὶ τὰ ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς τοῦ σε­νιὸρ Ὀλ­γό­σο βρί­σκον­ται με­τα­ξὺ ἄλ­λων στὴν βι­κτω­ρια­νὴ Ἀγ­γλί­α (Steveson, Wells, Conan Doyle, Kipling, Lord Dunsany, M. R. James, Machen, Saki, De la Mare), στὴν Λα­τι­νι­κὴ Ἀ­με­ρι­κὴ (Quiroga, Lugones, Borges, Felisberto Hernández, Rulfo, Cortázar, Bioy, Arreola, Wilcok, Piñera, Denevi, Levrero, Brasca, Shua), στὴν Ἰ­τα­λί­α (Buzzati, Landolfi, Calvino, Manganelli) ἢ στὶς Ἡ­νω­μέ­νες Πο­λι­τεῖ­ες (Bradbury, Dick, Brown, Ellison).

.

«Φαινόμενο Ὀλγόσο»: Ἐκλεκτικισμὸς καὶ ἀκρίβεια

.

      Γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α αὐ­τὸν ἔ­χουν γρα­φτεῖ ἀ­πὸ δι­θυ­ραμ­βι­κὲς κρι­τι­κές, μέ­χρι δι­δα­κτο­ρι­κὲς ἐρ­γα­σί­ες, κι ὅ­μως, κα­τὰ ἕ­ναν πα­ρά­δο­ξο —ἢ ἴ­σως κι ὄ­χι τό­σο πα­ρά­δο­ξο— τρό­πο, ὁ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο πα­ρα­μέ­νει, του­λά­χι­στον μέ­χρι σή­με­ρα, μιὰ i­n­c­o­g­n­i­ta, ἕ­να μᾶλ­λον κα­λὰ κρυμ­μέ­νο μυ­στι­κὸ ποὺ με­τα­δί­δε­ται ἀ­πὸ στό­μα σὲ στό­μα ἀ­νά­με­σα στὰ μέ­λη ἑ­νὸς ἰ­δι­αί­τε­ρου βι­βλι­ο­φι­λι­κοῦ κοι­νοῦ σὰν νὰ πρό­κει­ται γιὰ κά­ποι­α μορ­φὴ μύ­η­σης. Μύ­η­σης στὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ σύμ­παν τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Πρό­κει­ται γιὰ τοὺς λε­γό­με­νους «o­l­g­o­s­i­a­n­os», ὅ­ρος ποὺ ἐ­πι­νο­ή­θη­κε ἀ­πὸ τοὺς ἴ­διους τοὺς ἀ­να­γνῶ­στες του καὶ ἀγ­κα­λι­ά­στη­κε ἀ­πὸ τοὺς με­λε­τη­τές του, σὲ βαθ­μὸ ποὺ νὰ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται εὐ­ρύ­τε­ρα γιὰ νὰ δη­λώ­σει πιὰ ἕ­να κρά­μα ἰ­δι­ο­τή­των ποὺ χα­ρα­κτη­ρί­ζει τὴν πέ­να του: Κα­τὰ πρῶ­το λό­γο τὴν δο­μι­κὴ καὶ αἰ­σθη­τι­κὴ τε­λει­ό­τη­τα τῶν γρα­πτῶν του, τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση μιᾶς νο­η­μα­τι­κῆς πεμ­πτου­σί­ας ποὺ ἀ­πο­κα­λύ­πτει τὸ με­γα­λεῖ­ο της σὲ λί­γες μό­νο γραμ­μές. Σύ­φω­να μὲ τὰ λό­για τοῦ ἴ­διου τοῦ συγ­γρα­φέ­α πρό­κει­ται γιὰ τὴν ἀ­να­ζή­τη­ση μιᾶς «ἀ­πό­στα­ξης», «ἕ­να συμ­πυ­κνω­μέ­νο ἄ­ρω­μα τῆς ἀ­τμό­σφαι­ρας» ποὺ πε­ρι­γρά­φε­ται. Ἡ Irene Andres Suárez στὴν ἀ­νά­λυ­σή της σχε­τι­κὰ μὲ τὸ ἔρ­γο τοῦ συγ­γρα­φέ­α, γρά­φει σχε­τι­κὰ ὅ­τι ἡ ἐ­πί­τευ­ξη μιᾶς τέ­τοι­ας πρό­ζας «λί­γες φο­ρὲς εἶ­ναι καρ­πὸς μιᾶς πυ­ρε­τι­κῆς δι­α­δι­κα­σί­ας, πί­σω ἀ­π’ αὐ­τὴν ὑ­πάρ­χει σχε­δὸν πάν­τα ἕ­νας πει­θαρ­χη­μέ­νος τρό­πος ἐρ­γα­σί­ας». Βρι­σκό­μα­στε, λοι­πόν, μπρο­στά σε ἕ­ναν με­θο­δι­κὸ συγ­γρα­φέ­α, ὁ τρό­πος γρα­φῆς τοῦ ὁ­ποί­ου θυ­μί­ζει ἐ­πι­στη­μο­νι­κὸ πεί­ρα­μα ἀ­κρι­βεί­ας. Ἀ­κό­μα, κι ἔ­τσι, ὡ­στό­σο, δὲν λεί­πουν ἀ­πὸ τὰ κεί­με­νά του ἕ­νας ἐ­ξαι­ρε­τι­κὸς γλωσ­σι­κὸς καὶ πε­ρι­γρα­φι­κὸς πλοῦ­τος. Αὐ­τὴ ἀ­κρι­βῶς ἡ γλωσ­σι­κὴ δει­νό­τη­τα, εἶ­ναι μα­ζὶ μὲ τὸ εὖ­ρος τῆς θε­μα­τι­κῆς τοῦ Ὀλ­γό­σο, κά­ποι­α ἀ­κό­μα ἀ­πὸ τὰ ἰ­δι­αί­τε­ρα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κὰ τοῦ ἔρ­γου του. Ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στὴν θε­μα­το­λο­γί­α τῶν μι­κρο-α­φη­γη­μά­των του, θὰ λέ­γα­με ὅ­τι εἶ­ναι εὐ­θέ­ως ἀ­νά­λο­γη μὲ τὶς λο­γο­τε­χνι­κὲς ἐ­πιρ­ρο­ὲς τοῦ συγ­γρα­φέ­α. Ἔ­τσι, στὰ κεί­με­να τοῦ Γρα­να­δί­νου ξε­δι­πλώ­νον­ται, ἀ­να­νε­ω­μέ­να μέ­σα ἀ­πὸ τὸ προ­σω­πι­κὸ στίγ­μα τοῦ ἰ­δί­ου, ὅ­λα τα εἴ­δη, ἀλ­λὰ καὶ οἱ φόρ­μες, τοῦ φαν­τα­στι­κοῦ δι­η­γή­μα­τος: τὸ γοτ­θι­κό, τὸ ρο­μαν­τι­κό, τὸ φαν­τα­στι­κό (ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς φαν­τα­σί­ας), τὸ ντε­τε­κτι­βί­στι­κο, τὸ βι­κτω­ρια­νὸ δι­ή­γη­μα, δι­η­γή­μα­τα τρό­μου ἀ­να­το­λί­τι­κης ἐ­πιρ­ρο­ῆς, δι­η­γή­μα­τα ἐ­πη­ρε­α­σμέ­να ἀ­πὸ τὸν L­o­v­e­r­c­r­a­ft, δι­η­γή­μα­τα κο­σμι­κοῦ τρό­μου καὶ δι­η­γή­μα­τα μπορ­χε­σι­α­νι­κοῦ ὕ­φους. Στὰ χέ­ρια τοῦ Ὀλ­γό­σο, τὸ φαν­τα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται μέ­σα ἀ­πὸ τὶς πάμ­πολ­λες δι­α­φο­ρε­τι­κὲς πτυ­χὲς καὶ ἐκ­δο­χές του. Ἔ­τσι ὑ­πάρ­χουν δι­η­γή­μα­τα ποὺ χτί­ζον­ται πά­νω στὴν κα­τα­πά­τη­ση τῶν νό­μων τῆς φυ­σι­κῆς, τὴν κα­τάρ­ρευ­ση τοῦ φυ­σι­κοῦ κό­σμου ὅ­πως τὸν ξέ­ρου­με (ὁ τό­πος καὶ ὁ χρό­νος παίρ­νουν νέ­ες δι­α­στά­σεις)(1) προσ­δί­δον­τας στὸ φαν­τα­στι­κὸ στοι­χεῖ­ο μιὰ ἀ­νε­παί­σθη­τα τρο­μα­κτι­κὴ χροι­ά, με­τα­τρέ­πον­τάς το σὲ «ἀ­νη­συ­χη­τι­κό». Ἄλ­λες φο­ρὲς τὸ φαν­τα­στι­κὸ χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται συμ­βο­λι­κὰ προ­κει­μέ­νου νὰ στη­λι­τεύ­σει ὁ συγ­γρα­φέ­ας τὴν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, τὴν σύγ­χρο­νη ζω­ή, τὴν ἀ­πο­ξε­νω­μέ­νη κοι­νω­νί­α, κερ­δί­ζον­τας σ’ αὐ­τὲς τὶς πε­ρι­πτώ­σεις ἔ­δα­φος τὸ χι­οῦ­μορ καὶ ἡ λε­πτὴ εἰ­ρω­νεί­α. Οἱ βι­βλι­κοὶ μύ­θοι, οἱ κλα­σι­κὲς ἱ­στο­ρί­ες ζώ­ων (μύ­θοι Αἰ­σώ­που με­τα­ξὺ ἄλ­λων) εἶ­ναι ἀ­κό­μα μιὰ πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης γιὰ τὸν συγ­γρα­φέ­α, ἀ­πο­δει­κνύ­ον­τας, ὅ­πως ὑ­πο­γραμ­μί­ζει στὸ βι­βλί­ο της ἡ Irene Andres Suárez, γιὰ ἀ­κό­μα μιὰ φο­ρὰ τὶς ἀ­νε­ξάν­τλη­τες στυ­λι­στι­κές, πο­λι­τι­στι­κὲς καὶ λο­γο­τε­χνι­κὲς ἀ­να­φο­ρὲς ποὺ δι­α­τρέ­χουν τὸ ἔρ­γο τοῦ Ὀλ­γό­σο.

.

«Περίπτωση Ὀλγόσο»: ἡ συμβολή

.

Ángel Olgoso no es exactamente un escritor. Olgoso, más bien, es un hipnotizador en busca de ojos que sugestionar ()
Miguel Ángel Muñoz(2)
Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο δὲν ε­­ναι ­κρι­βῶς συγ­γρα­φέ­ας. Ὁ Ὀλ­γό­σο εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἕ­νας ὑ­πνω­τι­στὴς σὲ ἀ­να­ζή­τη­ση μα­τι­ῶν (…)
Μιγ­κὲλ Ἄν­χελ Μου­νιόθ

.

      Ὅ­ποι­α κι ἂν εἶ­ναι ἡ πη­γὴ ἔμ­πνευ­σης, ἡ φόρ­μα ἢ τὸ λο­γο­τε­χνι­κὸ στύλ, οἱ δη­μι­ουρ­γί­ες τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο κα­τα­φέρ­νουν νὰ τα­ρά­ζουν τὰ λι­μνά­ζον­τα —πολ­λὲς φο­ρές— ὕ­δα­τα τῆς σύγ­χρο­νης συγ­γρα­φι­κῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας, ἀ­πο­σπών­τας ἀ­π’ ὅ­σους τὸν ἔ­χουν γνω­ρί­σει λο­γο­τε­χνι­κὰ ἐγ­κώ­μια σὰν τὸ πα­ρα­πά­νω. Ἐ­ξη­γεῖ­ται ὁ θαυ­μα­σμὸς αὐ­τός, μιᾶς ποὺ γιὰ μᾶς, τοὺς «o­l­g­o­s­i­anos», τὰ γρα­πτά του ἀ­πο­κα­λύ­πτουν μιὰ χά­ρη, μιὰ εὐ­αι­σθη­σί­α καὶ μιὰ δε­ξι­ο­τε­χνί­α γρα­φῆς ποὺ προ­κα­λεῖ ἐ­ξάρ­τη­ση. Πῶς γί­νε­ται νὰ χω­ρᾶ­νε τό­σοι δυ­να­τοὶ κό­σμοι, μέ­σα σὲ λί­γες μό­λις γραμ­μές; Πῶς γί­νε­ται μιὰ λέ­ξη νὰ κλεί­νει μέ­σα της ἕ­να σύμ­παν; Εἶ­ναι για­τί, σύμ­φω­να μὲ τὸν ἴ­διο τὸν συγ­γρα­φέ­α, «τὸ ἀ­πα­ραί­τη­το εἶ­ναι ἀρ­κε­τό». Ἢ για­τί, «πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ ἀ­φη­γή­σεις, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι ὁ­ρά­μα­τα, πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πα­ρά­ξε­νες καὶ ἀ­πρό­βλε­πτες ἱ­στο­ρί­ες, ἴ­σως νὰ εἶ­ναι ἀ­πο­κα­λύ­ψεις ποὺ ὁ­δη­γοῦν τὸν ἀ­να­γνώ­στη ν’ ἀμ­φι­σβη­τή­σει τὰ θε­μέ­λια τῆς πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τῆς ἴ­διας του τῆς συ­νεί­δη­σης», ὅ­πως πε­ρι­γρά­φει ὁ Ὀλ­γό­σο σὲ σχε­τι­κὴ ἐ­ρώ­τη­ση γιὰ ἕ­να ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α του. Ὅ­πως κι ἂν θέ­λει κα­νεὶς νὰ τὸ ἐκ­φρά­σει, δύ­σκο­λα θὰ ξε­πε­ρά­σει τὴν πυ­κνό­τη­τα πε­ρι­ε­χο­μέ­νου, τὴν μι­λι­με­τρι­κὴ ἀ­κρί­βεια, τὴν ἀ­προσ­δό­κη­τη μα­τιὰ τοῦ Γρα­να­δί­νου γιὰ τὸ ἀλ­λό­κο­το, γι’ αὐ­τὸ ποὺ μοιά­ζει ἀ­ό­ρα­το, κι ὅ­μως ὑ­πάρ­χει, γι’ αὐ­τὸ ποὺ κρύ­βε­ται σὲ μιὰ ἀ­π’ τὶς πολ­λὲς πτυ­χὲς αὐ­τοῦ ποὺ ὀ­νο­μά­ζου­με «πραγ­μα­τι­κό­τη­τα», αὐ­τοῦ ποὺ ζοῦ­με κι ἀ­να­πνέ­ου­με ἀ­νυ­πο­ψί­α­στοι καὶ —για­τί ὄ­χι— ἀ­νυ­πε­ρά­σπι­στοι. Ὁ κό­σμος, οἱ συμ­παν­τι­κοὶ νό­μοι, τὰ ζῶ­α καὶ τὰ πράγ­μα­τα, ἐ­μεῖς οἱ ἴ­διοι, μιὰ ἄλ­λη, τέ­ταρ­τη(­;) δι­ά­στα­ση, ἡ ἀ­βε­βαι­ό­τη­τα, ἡ σκο­τει­νὴ πλευ­ρά, σὲ τε­λι­κὴ ἀ­νά­λυ­ση, τῆς ὕ­παρ­ξης σὲ μορ­φὴ κομ­ψο­τε­χνή­μα­τος. Αὐ­τὴ εἶ­ναι ἡ συμ­βο­λὴ τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο.

.

(*) Σ.τ.ἐ. Με­μο­νω­μέ­να μι­κρο­δι­η­γή­μα­τα τοῦ Ἄν­χελ Ὀλ­γό­σο ἔ­χουν συμ­πε­ρι­λη­φθεῖ στὶς ἀν­θο­λο­γί­ες Mini71cuentos (ἐ­πιμ. Κων/νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Ἐκ­δό­σεις Μι­χά­λη Σι­δέ­ρη, 2012) καὶ Ἀ­νθο­λο­γί­α ἰ­σπα­νι­κού ἐ­ρω­τι­κοῦ μι­κρο­δι­η­γή­μα­τος (ἠ­λε­κτρο­νι­κὴ ἔκ­δο­ση, ἐ­πιμ. Κων/νος Πα­λαι­ο­λό­γος, Πλα­νό­διον – Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι, 2013).

(1) Irene Andres Suárez, El microrrelato español. Una estética de la elipsis, ἐκδόσεις Menoscuarto, Palencia, 2010.

(2) Miguel Ángel Muñoz, Γραναδίνος συγγραφέας, σύγχρονος τοῦ Ángel Olgoso.

 . Bonsai-03c-GiaIstologio-04

 .

Πηγή: πρώτη δημοσίευση.

Νάνσυ Ἀγγελῆ(Εὔ­βοι­α, 1982). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ Ἀ­ρι­στο­τέ­λει­ο Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Θεσ­σα­λο­νί­κης καὶ ἀ­πὸ τὸ 2008 ἀ­σχο­λεῖ­ται ἐ­παγ­γελ­μα­τι­κὰ μὲ τὴν με­τά­φρα­ση λο­γο­τε­χνι­κῶν ἔρ­γων ἀ­πὸ τὰ ἰ­σπα­νι­κὰ στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ καὶ ἀν­τί­στρο­φα. Συ­νερ­γά­στη­κε μὲ τὸ Κέν­τρο Βυ­ζαν­τι­νῶν, Κυ­πρια­κῶν καὶ Νε­ο­ελ­λη­νι­κῶν Σπου­δῶν τῆς Γρα­νά­δα κα­θὼς καὶ μὲ τὸ Δι­ε­θνὲς Ἰν­στι­τοῦ­το Με­τά­φρα­σης, I­n­s­t­i­t­ut V­i­r­t­u­al I­n­t­e­r­n­a­c­i­o­n­al de T­r­a­d­u­c­c­io, τοῦ Πα­νε­πι­στη­μί­ου τοῦ Ἀ­λι­κάν­τε. Ἔ­χει δη­μι­ουρ­γή­σει τὸ μπλὸγκ με­τα­φρα­στι­κῶν δειγ­μά­των ἱ­σπα­νό­φω­νης λο­γο­τε­χνί­ας στὰ ἑλ­λη­νι­κά: http://nancyangeli.blogspot.com.es/ .

Φω­το­γρα­φί­α: Ὁ συγ­γρα­φέ­ας κα­τὰ τὴν πα­ρου­σί­α­ση τοῦ τε­λευ­ταί­ου του βι­βλί­ου, Las frutas de la luna. Βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο Nueva Gala, Μάρ­τιος τοῦ 2013, Γρα­νά­δα. Φω­το­γρα­φί­ες: Νάν­συ Ἀγ­γε­λῆ καὶ Jo­sé Guer­re­ro.

.