Augusto Monterroso: Ὁλοκληρωμένη συμφωνία

 

 

Ἀ­ουγ­κοῦ­στο Μον­τε­ρόσ­σο (A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so)

 

Ὁ­λο­κλη­ρω­μέ­νη συμ­φω­νί­α

(S­i­n­f­o­n­ia c­o­n­c­l­u­i­da)

 

 

ΓΩ ΜΠΟΡΩ νὰ σᾶς πῶ —πε­τά­χτη­κε ὁ χον­τρός— ὅ­τι πρὶν ἀ­πὸ τρί­α χρό­νια στὴ Γου­α­τε­μά­λα, κά­ποι­ος ἡ­λι­κι­ω­μέ­νος ὀρ­γα­νί­στας μιᾶς ἐκ­κλη­σί­ας τῆς γει­το­νιᾶς μου δι­η­γή­θη­κε ὅ­τι τὸ 1929, ὅ­ταν τοῦ ἀ­νέ­θε­σαν νὰ ἀρ­χει­ο­θε­τή­σει τὰ χει­ρό­γρα­φα τῆς μου­σι­κῆς τοῦ Σω­τῆ­ρος, βρῆ­κε ξαφ­νι­κὰ κά­τι πα­ρά­ξε­να φύλ­λα ποὺ τοῦ κί­νη­σαν τὴν πε­ρι­έρ­γεια καὶ ἄρ­χι­σε νὰ τὰ με­λε­τᾶ μὲ τὴ συ­νη­θι­σμέ­νη του ἀ­φο­σί­ω­ση· ἐ­πει­δὴ οἱ ση­μει­ώ­σεις ἦ­ταν στὰ γερ­μα­νι­κά, τοῦ πῆ­ρε κά­ποι­ο χρό­νο νὰ κα­τα­λά­βει ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὰ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­α μέ­ρη τῆς ἡ­μι­τε­λοῦς συμ­φω­νί­ας· μπο­ρεῖ­τε δὲ νὰ φαν­τα­στεῖ­τε τὴ συγ­κί­νη­σή του ὅ­ταν δι­έ­κρι­νε κα­θα­ρὰ τὴν ὑ­πο­γρα­φὴ τοῦ Σοῦμ­περτ, καὶ ὅ­ταν, τρέ­μον­τας ἀ­πὸ τὴν τα­ρα­χή, βγῆ­κε στὸ δρό­μο τρέ­χον­τας γιὰ νὰ ἀ­να­κοι­νώ­σει τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψή του, ὅ­λοι εἶ­παν χα­σκο­γε­λών­τας ὅ­τι πά­ει, τοῦ ‘στρι­ψε, καὶ ὅ­τι ἤ­θε­λε ἁ­πλῶς νὰ τοὺς κά­νει πλά­κα· ἀλ­λὰ ἐ­πει­δὴ ἐ­κεῖ­νος γνώ­ρι­ζε κα­λὰ τὴν τέ­χνη του καὶ ἤ­ξε­ρε ἐ­πι­πλέ­ον μὲ βε­βαι­ό­τη­τα ὅ­τι τὰ τε­λευ­ταῖ­α μέ­ρη ἦ­ταν ἐ­ξί­σου σπου­δαῖ­α μὲ τὰ δύ­ο πρῶ­τα, δὲν τὸ ἔ­βα­λε κά­τω καὶ ὁρ­κί­στη­κε ν` ἀ­φι­ε­ρώ­σει τὸ ὑ­πό­λοι­πο τῆς ζω­ῆς του στὸ νὰ τοὺς κά­νει νὰ πα­ρα­δε­χθοῦν τὴ σπου­δαι­ό­τη­τα τῆς ἀ­να­κά­λυ­ψης· ἔ­τσι λοι­πὸν ἀ­πὸ ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μὴ ἄρ­χι­σε νὰ βλέ­πει συ­στη­μα­τι­κὰ ὅ­ποι­ον μου­σι­κὸ ὑ­πῆρ­χε στὴ Γου­α­τε­μά­λα, μὲ τό­σο φτω­χὰ ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα ποὺ στὸ τέ­λος, ἀ­φοῦ τσα­κώ­θη­κε σχε­δὸν μὲ ὅ­λους, χω­ρὶς νὰ πεῖ λέ­ξη σὲ κα­νέ­ναν καὶ ἰ­δί­ως στὴ γυ­ναί­κα του, πού­λη­σε τὸ σπί­τι του γιὰ νὰ με­τα­κο­μί­σει στὴν Εὐ­ρώ­πη, ἀλ­λὰ μὲ τὸ ποὺ πά­τη­σε τὸ πό­δι του στὴ Βι­έν­νη, νὰ ποὺ τὰ πράγ­μα­τα ἔ­γι­ναν ἀ­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, για­τὶ δὲν θὰ μᾶς μά­θει ἐ­μᾶς κά­ποι­ος Λέ­ι­ερ­μαν ἀ­πὸ τὴ Γου­α­τε­μά­λα πῶς νὰ ἀ­να­κα­λύ­πτου­με χα­μέ­να ἔρ­γα καὶ πό­σο μᾶλ­λον τοῦ Σοῦμ­περτ, ἀ­φοῦ ἡ πό­λη βρί­θει ἀ­πὸ αὐ­θεν­τί­ες σχε­τι­κὲς μ’ αὐ­τόν, ἄ­σε πιὰ ποὺ τέ­τοι­α χει­ρό­γρα­φα κα­μιὰ δου­λειὰ δὲν εἶ­χαν νὰ βρί­σκον­ται στὴν ἄλ­λη ἄ­κρη τοῦ κό­σμου, ὥ­σπου στὰ ὅ­ρια τῆς ἀ­πελ­πι­σί­ας καὶ ἔ­χον­τας πιὰ στὴν τσέ­πη μό­νο τὰ χρή­μα­τα γιὰ τὸ εἰ­σι­τή­ριο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς, γνώ­ρι­σε μιὰ οἰ­κο­γέ­νεια ἡ­λι­κι­ω­μέ­νων Ἑ­βραί­ων ποὺ εἶ­χαν ζή­σει στὸ Μπου­έ­νος Ἄι­ρες καὶ μι­λοῦ­σαν ἱ­σπα­νι­κά, οἱ ὁ­ποῖ­οι τὸν δέ­χθη­καν ἐγ­κάρ­δια καὶ τα­ραγ­μέ­νοι σὰν νὰ τοὺς εἶ­χε μό­λις στεί­λει κά­ποι­ο ση­μά­δι ὁ Θε­ός, ἔ­παι­ξαν στὸ πιά­νο, στὸ βι­ο­λὶ καὶ στὴ βι­ό­λα τὰ δύο μέ­ρη· τε­λι­κὰ κου­ρα­σμέ­νοι νὰ πε­ρι­ερ­γά­ζον­ται τὰ χαρ­τιὰ ἀπ’ ὅ­λες τὶς με­ρι­ές, νὰ τὰ μυ­ρί­ζουν καὶ νὰ τὰ κοι­τά­ζουν κόν­τρα στὸ φῶς μπρο­στὰ σ’ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο, ἀ­ναγ­κά­στη­καν νὰ πα­ρα­δε­χθοῦν πρῶ­τα ψι­θυ­ρί­ζον­τας καὶ κα­τό­πιν μὲ οὐρ­λια­χτὰ —εἶ­ναι τοῦ Σοῦμ­περτ, εἶ­ναι τοῦ Σοῦμ­περτ!­—, ξε­σπών­τας σὲ λυγ­μοὺς ὁ ἕ­νας στὸν ὦ­μο τοῦ ἄλ­λου, ἀ­πα­ρη­γό­ρη­τοι λὲς καὶ δὲν τὰ εἶ­χαν βρεῖ τὰ χει­ρό­γρα­φα ἐ­κεί­νη τὴ στιγ­μή, ἀλ­λὰ τὰ εἶ­χαν μό­λις χά­σει· καὶ ἐ­δῶ τὸ πα­ρά­ξε­νο εἶ­ναι ὅ­τι αὐ­τοί, κλαί­γον­τας ἀ­κό­μα, ἂν καὶ κά­πως πιὸ ἤ­ρε­μοι, καὶ ἀ­φοῦ συ­νο­μί­λη­σαν πα­ρά­με­ρα στὴ γλώσ­σα τους, προ­σπά­θη­σαν νὰ τὸν πεί­σουν τρί­βον­τας τὰ χέ­ρια τους ὅ­τι τὰ δύ­ο τε­λευ­ταῖ­α μέ­ρη ἂν καὶ ἀ­ναμ­φι­βό­λως ὑ­πέ­ρο­χα, τί­πο­τα δὲν προ­σέ­θε­ταν στὴν ἀ­ξί­α τῆς συμ­φω­νί­ας ὅ­πως τὴ γνω­ρί­ζα­με ὣς τώ­ρα· μᾶλ­λον τὸ ἀν­τί­θε­το συ­νέ­βαι­νε, μπο­ρεῖ νὰ εἰ­πω­θεῖ ὅ­τι τῆς ἀ­φαι­ροῦ­σαν τὴν ἀ­ξί­α της, ἀ­φοῦ ὁ κό­σμος εἶ­χε συ­νη­θί­σει στὸ θρύ­λο ὅ­τι ὁ Σοῦμ­περτ τὰ εἶ­χε κα­τα­στρέ­ψει ἢ οὔ­τε κὰν προ­σπά­θη­σε νὰ τὰ γρά­ψει, βέ­βαι­ος ὅ­τι ἦ­ταν ἀ­δύ­να­τον νὰ ξε­πε­ρά­σει ἢ νὰ φθά­σει ἔ­στω, τὸ ὕ­ψος τῶν δύ­ο πρώ­των· καὶ ὅ­λο τὸ θαῦ­μα ἐ­κεῖ βρι­σκό­ταν, στὴ σκέ­ψη ὅ­τι ἂν τὸ a­l­l­e­g­ro καὶ τὸ a­n­d­a­n­te εἶ­ναι τό­σο ὄ­μορ­φα, φαν­τά­σου τί θὰ μπο­ροῦ­σαν νὰ εἶ­ναι τὸ s­c­h­e­r­zo καὶ τὸ a­l­l­e­g­ro ma n­on t­r­o­p­po, ἂν λοι­πὸν αὐ­τὸς σε­βό­ταν καὶ ἀ­γα­ποῦ­σε ἀ­λη­θι­νὰ τὴ μνή­μη τοῦ Σοῦμ­περτ, τὸ πιὸ σω­στὸ θὰ ἦ­ταν νὰ τοὺς ἐ­πι­τρέ­ψει νὰ κρα­τή­σουν αὐ­τὴ τὴ μου­σι­κή, καὶ αὐ­τὸ για­τὶ ἐ­κτὸς τοῦ ὅ­τι δι­α­φο­ρε­τι­κὰ θὰ ξε­κι­νοῦ­σε μιὰ δι­α­μά­χη ἀ­τε­λεί­ω­τη, ὁ μό­νος ποὺ θὰ ἔ­βγαι­νε πραγ­μα­τι­κὰ χα­μέ­νος θὰ ἦ­ταν ὁ Σοῦμ­περτ· καὶ τό­τε αὐ­τός, πε­πει­σμέ­νος πιὰ ὅ­τι δὲν θὰ κα­τά­φερ­νε τί­πο­τα ἀ­νά­με­σα στοὺς Φι­λι­σταί­ους, ἀ­κό­μα λι­γό­τε­ρο ἀ­νά­με­σα στοὺς θαυ­μα­στὲς τοῦ Σοῦμ­περτ ποὺ ἦ­ταν χει­ρό­τε­ροι, πῆ­ρε τὸ δρό­μο τῆς ἐ­πι­στρο­φῆς γιὰ τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τοῦ διά­πλου, μιὰ νύ­χτα, τὴ στιγ­μὴ κα­τὰ τὴν ὁ­ποί­α τὸ σε­λη­νό­φως ἔ­πε­φτε πά­νω στὸ θα­λασ­σο­δαρ­μέ­νο κα­τά­στρω­μα, βυ­θι­σμέ­νος στὴν πιὸ βα­ριὰ με­λαγ­χο­λί­α καὶ ἀ­πο­κα­μω­μέ­νος ἀ­πὸ τὸν ἀ­γώ­να ἐ­νάν­τια σὲ θε­οὺς καὶ δαί­μο­νες, πῆ­ρε τὰ χει­ρό­γρα­φα καὶ ἕ­να-ἕ­να τὰ ἔ­κα­νε κομ­μά­τια καὶ τὰ πέ­τα­ξε ἀ­πὸ τὴν κου­πα­στὴ μέ­χρι νὰ βε­βαι­ω­θεῖ ὅ­τι κα­νέ­νας δὲν θὰ τὰ ξα­νά­βρι­σκε πο­τέ, τὴν ἴ­δια στιγ­μὴ ποὺ —ὁ­λο­κλή­ρω­νε ὁ χον­τρὸς τὴ δι­ή­γη­σή του μὲ βα­θιὰ λύ­πη στὴ φω­νή— δά­κρυ­α καυ­τὰ κυ­λοῦ­σαν στὰ μά­γου­λά του καὶ σκε­πτό­ταν μὲ πί­κρα ὅ­τι οὔ­τε αὐ­τὸς οὔ­τε ἡ πα­τρί­δα του θὰ δι­και­οῦν­ταν τὴ δό­ξα τῆς προ­σφο­ρᾶς στὸν κό­σμο κά­ποι­ων σε­λί­δων ποὺ ὁ κό­σμος θὰ ἔ­πρε­πε νὰ ὑ­πο­δε­χθεῖ μὲ τό­ση χα­ρὰ ἀλ­λὰ ὁ κό­σμος μὲ τέ­τοι­α ψυ­χρὴ λο­γι­κὴ πε­ρι­φρό­νη­σε.

 

 

Πη­γή: B­r­e­v­e­s­n­o­t­a­n­b­r­e­v­es.b­l­o­g­s­p­ot.c­om  

 

A­u­g­u­s­to M­o­n­t­e­r­r­o­so (Τεγ­κου­σιγ­κάλ­πα, Ὀν­δού­ρα, 1921-Πό­λη τοῦ Με­ξι­κοῦ, 2003). Ἀ­πὸ μη­τέ­ρα Ὀν­δου­ρα­νὴ καὶ πα­τέ­ρα Γου­α­τε­μα­λά­νο. Πε­ζο­γρά­φος. Τὸ 1944 ἀ­ναγ­κά­στη­κε γιὰ πο­λι­τι­κοὺς λό­γους νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψει τὴ Γου­α­τε­μά­λα καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ Με­ξι­κὸ ὅ­που καὶ πέ­θα­νε. Μαὶ­τρ τὴς μι­κρῆς φόρ­μας, τὸ πρῶ­το του ἔρ­γο ἦ­ταν τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Lo d­e­m­ás es s­i­l­e­n­c­io (Τὰ ὑ­πό­λοι­πα εἶ­ναι σι­ω­πή).  

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά:

Στα­μά­της Πο­λε­νά­κης (Ἀ­θή­να, 1970). Σπού­δα­σε Ἱ­σπα­νι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο C­o­m­pl­u­t­e­n­se τῆς Μα­δρί­της. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν ποί­η­ση, τὸ θέ­α­τρο καὶ τὴ με­τά­φρα­ση. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει ἀ­πὸ τὰ ἱ­σπα­νι­κά, δι­η­γή­μα­τα γιὰ τὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Τὸ δέν­τρο· ἐ­πί­σης, τὸ θε­α­τρι­κὸ ἔρ­γο τοῦ Γκου­στά­βο Ὂττ Ἡ τρυ­φε­ρή σου Μο­λό­τωφ (Ἐκδ. Λα­γου­δέ­ρα, 2008).

 

 Βί­ντε­ο: Franz Peter Schubert (1797-1828), Συμ­φω­νί­α ἀρ. 8 (ἡ «ἡμι­τε­λής»). Συμ­φω­νικὴ ὀρχή­στρα τοῦ Τα­ταρ­στὰν μὲ διευ­θυ­ντὴ τὸν Βα­ντίμ Βε­νε­ντί­κτοβ (Κα­ζάν, 19 Μαρ­τί­ου 2006).