Λὴ Χάρινγκτον (Lee Harrington): Στοματικὲς ἐμμονές

 

 

Λὴ Χάρινγκτον (Lee Harrington)

 

Στοματικὲς ἐμμονές

(O­r­al F­i­x­a­t­i­o­ns)

 

Σ ΜΩΡΟ ἤ­μουν ἐ­θι­σμέ­νη στὶς πι­πί­λες. Λέ­νε πὼς αὐ­τὸ συμ­βαί­νει ἂν δὲν θη­λά­σεις.

Πι­πι­λοῦ­σα τὸν ἀν­τί­χει­ρά μου ὣς τὰ δώ­δε­κά μου χρό­νια. Ὁ ὀρ­θο­δον­τι­κὸς δι­έ­γνω­σε ἕ­να πρό­βλη­μα καὶ ἡ μη­τέ­ρα μου ἀ­ναγ­κά­στη­κε νὰ βου­τά­ει τὸν ἀν­τί­χει­ρά μου σὲ σάλ­τσα Ταμ­πά­σκο κά­θε βρά­δυ, ὥ­σπου νὰ ἐγ­κα­τα­λεί­ψω αὐ­τὴ τὴ συ­νή­θεια.

       Ὅ­ταν μά­κρυ­ναν ἀρ­κε­τὰ τὰ μαλ­λιά μου, πι­πι­λοῦ­σα αὐ­τά. Πάν­το­τε εἶ­χα δυ­ὸ κο­τσι­δά­κια – τὰ εἶ­χα στὶς ἄ­κρες του στό­μα­τός μου σὰν νὰ φο­ροῦ­σα χα­λι­νά­ρι.

       Ἀ­φοῦ ἔ­κο­ψα ἀ­γο­ρί­στι­κα τὰ μαλ­λιά μου, μα­σοῦ­σα μο­λύ­βια, σχί­ζον­τας τὴν κί­τρι­νη μπο­γιὰ μὲ τὰ δόν­τια μου. Δι­ά­βα­σα κά­που πὼς μπο­ροῦ­σες νὰ δη­λη­τη­ρια­στεῖς ἀ­π’ αὐ­τὸ κι ἔ­τσι στα­μά­τη­σα.

       Στὸ γυ­μνά­σιο μα­σοῦ­σα τσι­χλό­φου­σκες. Ἂν τε­λεί­ω­νε ἡ γεύ­ση, ἐ­κνευ­ρι­ζό­μουν καὶ δὲν μπο­ροῦ­σα νὰ συγ­κεν­τρω­θῶ ἐ­κτὸς καὶ ἂν εἶ­χα ἕ­να σκλη­ρὸ φρου­τώ­δη σβῶ­λο —τέσ­σε­ρα ἢ πέν­τε κομ­μά­τια τσί­χλας— στὸ στό­μα μου. Ὁ ὀ­δον­τί­α­τρος βρῆ­κε 16 τρύ­πες.

       Στὸ λύ­κει­ο ἦ­ταν τὰ τσι­γά­ρα. Τὰ κλέ­βα­με ἀ­πὸ τὶς μα­νά­δες μας – Βιρ­τζί­να Σλὶμς ἀ­πὸ τὴν κυ­ρί­α Ὄλ­σεν καὶ Κὲντ Γκόλ­ντεν Λά­ιτς ἀ­πὸ τὴν κυ­ρί­α Τόλ. Στε­κό­μα­σταν σὲ κύ­κλο στὸ δά­σος καὶ τὰ δί­να­με ἡ μί­α στὴν ἄλ­λη, ρου­φών­τας σκε­πτι­κές.

       Αὐ­τὴ τὴν ἐ­πο­χὴ φι­λά­ω ἀ­γό­ρια. Βρί­σκον­ται παν­τοῦ στὸν πα­νε­πι­στη­μια­κὸ χῶ­ρο καὶ τὸ κα­θέ­να τους ἔ­χει δι­α­φο­ρε­τι­κὴ γεύ­ση. Ἕ­νας ἔ­χει φρέ­σκια γεύ­ση, σὰν κα­νέλ­λα, ὁ ἄλ­λος ἔ­χει ἀ­παί­σια γεύ­ση, σὰν κρεμ­μύ­δια στὸν ὑ­πό­γει­ο. Εἶ­ναι ἀ­δύ­να­το νὰ στα­μα­τή­σω.

  

 

Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Bre­vi­ty & E­cho, An An­tho­lo­gy of Short Short Sto­ri­es, Be­ckel, A­bi­gail and Kath­leen Roo­ney, eds.Brook­line,MA: Ro­se Me­tal Press, 2006. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

ΛὴΧά­ριν­γκτον (L­eeH­a­r­r­i­n­g­t­on). Ἔ­λα­βε τὸν με­τα­πτυ­χια­κό της τίτ­λο στὴ Δη­μι­ουρ­γι­κὴ Γρα­φὴ ἀ­πὸ τὸ κο­λέ­γιο Ἔ­μερ­σον τὸ 1997. Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τοῦ εὐ­πώ­λη­του χρο­νι­κοῦ Rex and the Ci­ty: a Wo­man, a Man, and a Dys­functio­nal Dog (Vil­lard, 2006). To μυ­θι­στό­ρη­μά της No­thing Keeps a French­man from His Lunch ἐκ­δό­θη­κε τὸ 2007 ἀ­πὸ τὸ R­a­n­d­om H­o­u­se.

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Βα­σί­λης Μα­νου­σά­κης (Ἀ­θή­να, 1972). Ποι­η­τής, δι­η­γη­μα­το­γρά­φος, με­τα­φρα­στής. Ἔ­χει δι­δα­κτο­ρι­κὸ στὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ποί­η­ση. Δι­δά­σκει στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο Κύ­πρου. Ἔ­χει δη­μο­σι­εύ­σει τὴν ποι­η­τι­κὴ συλ­λο­γὴ Μιᾶς Στα­γό­νας Χρό­νος (Ἐκ­δό­σεις Πλα­νό­διον, 2009) καὶ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Ἀν­θρώ­πων Ὄ­νει­ρα (Ἐκ­δό­σεις Ἀντ. Στα­μού­λη, 2010). Ποι­ή­μα­τα καὶ δο­κί­μιά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λὰ λο­γο­τε­χνι­κὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ τῆς Ἑλ­λά­δας καὶ τοῦ ἐ­ξω­τε­ρι­κοῦ