Τζέ­νι­φερ Φλίς (Jennifer Fliss): Οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή



Τζέ­νι­φερ Φλίς (Jennifer Fliss)


Οἰ­κια­κὴ συ­σκευ­ή

(Domestic Appliance)


Α ΠΡΟΑΣΤΙΑ, σὲ μιὰ προ­σφά­τως ἀ­να­και­νι­σμέ­νη μο­νο­κα­τοι­κί­α, σὲ μιὰ κου­ζί­να μὲ γρα­νι­τέ­νιο πάγ­κο, μέ­σα σ’ ἕ­να ψυ­γεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι ζοῦ­σε μιὰ νε­α­ρὴ γυ­ναί­κα. Δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λέ­σει στὴ μνή­μη της πῶς βρέ­θη­κε νὰ ζεῖ μέ­σα στὸ ψυ­γεῖ­ο καὶ δὲν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­να­κα­λέ­σει στὴ μνή­μη της ἄλ­λη ζω­ή, ποὺ νὰ μὴν εἶ­ναι μέ­σα σ’ αὐ­τό. Ξύ­πνη­σε μιὰ μέ­ρα ξα­πλω­μέ­νη πά­νω σε μιὰ ρά­βδο βού­τυ­ρο· τὸ βού­τυ­ρο εἶ­χε μα­λα­κώ­σει ἐ­κεῖ ὅ­που ἀ­να­παυ­ό­ταν τὸ σῶ­μα της, θη­λυ­κὲς ἐ­σο­χὲς εἶ­χαν σχη­μα­τι­στεῖ, στὸ σχῆ­μα τῶν γο­φῶν καὶ τῆς μέ­σης. Τὰ πό­δια τῆς γυ­ναί­κας ἔ­φτα­ναν ἴ­σα­με τὴν ἄ­κρη σχε­δὸν τῆς ρά­βδου. Ἦ­ταν ἕ­νας ἄν­θρω­πος μὲ δι­α­στά­σεις ἑ­φτὰ κου­τα­λι­ὲς τῆς σού­πας.

       Γιὰ ψυ­γεῖ­ο, ἦ­ταν ὡ­ραῖ­ο. Φρέ­σκα φροῦ­τα καὶ λα­χα­νι­κά, πε­ρι­στρε­φό­με­να μπου­κά­λια λευ­κὸ κρα­σὶ καὶ ἑ­ξά­δες μπί­ρες, κου­τά­κι μὲ κι­νέ­ζι­κο γιὰ τὸ σπί­τι ἀ­πὸ τὴν Πα­ρα­σκευ­ὴ τὸ βρά­δυ, μο­σχα­ρί­σιο κρέ­ας σὲ μα­ρι­νά­δα, μιὰ ἀ­νοιγ­μέ­νη μα­γει­ρι­κὴ σό­δα. Σπά­νια συ­νέ­βαι­νε νὰ λή­ξει κά­τι.

       Μό­λις τὸ ψυ­γεῖ­ο ἄ­νοι­γε, ἡ γυ­ναί­κα κρυ­βό­ταν πί­σω ἀ­πὸ τὸ γά­λα, ἔ­σκυ­βε καὶ χω­νό­ταν σὲ μιὰ χάρ­τι­νη αὐ­γο­θή­κη ἢ περ­πα­τοῦ­σε δι­στα­κτι­κὰ πρὸς τὸ βά­ζο μὲ τὶς πί­κλες. Λί­γες πί­κλες, κόκ­κοι πι­πέ­ρι καὶ λε­πτὲς φέ­τες κρεμ­μυ­διοῦ κο­λυμ­ποῦ­σαν στὴν ἅλ­μη, χο­ρεύ­ον­τας ὑ­πὸ τοὺς ἤ­χους μιᾶς μου­σι­κῆς τὴν ὁ­ποί­α δὲν ἦ­ταν σὲ θέ­ση ν’ ἀ­κού­σει. Κοι­τοῦ­σε μέ­σα στὸ βά­ζο ὧ­ρες πολ­λές. Τὸ φῶς μέ­σα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἦ­ταν μουν­τὸ καὶ γκρί­ζο, δὲν ἦ­ταν πίσ­σα σκο­τά­δι. Ὅ­σο γιὰ τὴν τρο­φή της, πό­τε-πό­τε τσιμ­πo­λο­γοῦ­σε λί­γο τυ­ρί, σὰν τὰ πον­τί­κια. Κά­ποι­ες ἄλ­λες φο­ρές, ἄ­νοι­γε ἕ­να γι­α­ούρ­τι στὴν ἄ­κρη καὶ ρου­φοῦ­σε λι­χού­δι­κα τὴν κρέ­μα φρά­ου­λα. Ἀ­πέ­φευ­γε γε­νι­κῶς τὰ κα­ρυ­κεύ­μα­τα, τὸ ταμ­πά­σκο, τὴ σάλ­τσα χό­ι­σιν καὶ τὴν κά­πα­ρη, ποὺ ἦ­ταν τρα­γα­νι­στή, μό­λις τὴν ἄ­νοι­γες. Τρο­φὲς ποὺ οὕ­τως ἢ ἄλ­λως δύ­σκο­λα θὰ τὶς ἔ­τρω­γε κα­νεὶς σκέ­τες.

       Ἡ γυ­ναί­κα κρύ­ω­νε συ­νέ­χεια.

       Κα­θη­με­ρι­νά, λε­πτὰ δά­χτυ­λα μὲ γυ­α­λι­στε­ρὰ νύ­χια το­πο­θε­τοῦ­σαν στὸ ψυ­γεῖ­ο τσάν­τες ποὺ πε­ρι­εῖ­χαν κο­λα­τσιὸ καὶ πά­νω τους ἦ­ταν γραμ­μέ­νο «Ἔι­μος» μὲ μαῦ­ρο μαρ­κα­δό­ρο, ἐ­νί­ο­τε καὶ μὲ κη­ρομ­πο­γιά, μὲ τὸ τρα­χὺ ἀ­πο­τύ­πω­μα τὸ ὁ­ποῖο ἀ­φή­νουν τὰ παι­διά. Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο κοι­τοῦ­σε πάν­το­τε μέ­σα στὶς χαρ­το­σα­κοῦ­λες. Συ­νή­θως ἦ­ταν κά­ποι­ο σάν­του­ιτς, συ­χνὰ ἦ­ταν σάν­του­ιτς μὲ τό­νο, κα­μιὰ φο­ρὰ ἦ­ταν ψω­μὶ μὲ φι­στι­κο­βού­τυ­ρο καὶ μαρ­με­λά­δα, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἡ μι­κρὴ γυ­ναί­κα ἔ­βρι­σκε φο­βε­ρὰ ἑλ­κυ­στι­κό. Ἐ­νί­ο­τε ἔ­βρι­σκε ἀ­πο­μει­νά­ρια γεύ­μα­τος μέ­σα σὲ πλα­στι­κὰ τά­περ. Τυ­ρά­κια μέ­σα σὲ κόκ­κι­νο γυ­α­λι­στε­ρὸ πε­ρι­τύ­λιγ­μα, πλα­στι­κὰ σα­κου­λά­κια μὲ πα­τα­τά­κια, σο­κο­λά­τες. Καὶ ὅ­λες τὶς φο­ρές, ἕ­να ση­μεί­ω­μα σὲ δι­πλω­μέ­νο χαρ­τά­κι. Σὲ σε­λί­δες σκι­σμέ­νες ἀ­πὸ κά­ποι­ο ση­μει­ω­μα­τά­ριο ἦ­ταν προ­χει­ρο­γραμ­μέ­νο, μὲ τὸν ἴ­διο χον­τρὸ μαρ­κα­δό­ρο ποὺ εἶ­χε χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ καὶ γιὰ τὸ ἐ­ξω­τε­ρι­κό της τσάν­τας, κά­τι σὰν σύν­το­μο ἐ­ρω­τι­κὸ γράμ­μα.

       Σ’ ἀ­γα­πῶ! Νὰ τὸ θυ­μᾶ­σαι!, Εἶ­σαι ὁ κα­λύ­τε­ρος!, Κύ­κλω­σε τὸ σω­στό: Μὲ ἀ­γα­πᾶς; Ναὶ / Ὄ­χι. Θύ­μι­ζαν ὅ­λα γυ­μνά­σιο, ἔ­τσι ὅ­πως ἦ­ταν δι­πλω­μέ­να σὲ μι­κρὰ χάρ­τι­να μπα­λά­κια, μὰ ἦ­ταν αὐ­τὸ ποὺ τὰ ἔ­κα­νε νὰ εἶ­ναι τό­σο ἀ­ξι­α­γά­πη­τα. Τὸ σκλη­ρὸ μα­νι­κιοὺρ στὰ νύ­χια ἔ­κρυ­βε κα­τὰ βά­θος μιὰ γλυ­κιὰ καρ­δού­λα.

       Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἀ­να­ρω­τή­θη­κε πῶς νὰ ἔ­μοια­ζε ὁ Ἔι­μος. Πέ­ρα­σαν μῆ­νες καὶ ξε­θάρ­ρε­ψε πα­ρα­κο­λου­θών­τας τὸν Ἔι­μος νὰ πη­γαι­νο­έρ­χε­ται. Ἡ γυ­ναί­κα του, κα­τὰ τὰ φαι­νό­με­να, ἦ­ταν σπα­νι­ό­τε­ρα τρι­γύ­ρω. Ἐν μέ­σῳ βά­λε-βγά­λε μι­σο­φα­γω­μέ­νης πί­τσας καὶ ἀλ­λαν­τι­κῶν, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἐ­ρω­τεύ­τη­κε. Μαῦ­ρα κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ ἔ­πε­φταν στοὺς ὤ­μους καὶ στὰ χέ­ρια τοῦ Ἔι­μος. Πρά­σι­να μά­τια σὰν φέ­τες μο­σχο­λέ­μο­νο στὸ πρό­σω­πό του. Πυ­κνὰ φρύ­δια, τὸ ἕ­να πάν­τα ση­κω­μέ­νο. Ἦ­ταν πάν­τα μὲ τὸ χα­μό­γε­λο ὅ­ταν ἐ­πι­θε­ω­ροῦ­σε τὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα γού­στα­ρε ἕ­ναν ἄν­τρα ποὺ δὲν ἤ­θε­λε πο­λὺ γιὰ νὰ χα­ρεῖ.

       Κά­ποι­ο πρω­ι­νὸ ἐ­πά­νω στὴν ὀ­νει­ρο­πό­λη­ση, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο δὲν πή­δη­ξε γιὰ νὰ κρυ­φτεῖ μό­λις ὁ Ἔι­μος ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα τοῦ ψυ­γεί­ου. Ἔ­πι­α­σε ἀ­φη­ρη­μέ­νος τὴν κέ­τσαπ καὶ ξαφ­νι­ά­στη­κε βλέ­πον­τας την. Τό­τε ἔ­σκυ­ψε καὶ εἶ­δε τὸ σῶ­μα τῆς μι­κρῆς γυ­ναί­κας, ἡ ὁ­ποί­α στη­ρι­ζό­ταν σ’ ἕ­να μπου­κά­λι σάλ­τσα σρι­ρά­τσα, συλ­λέ­γον­τας στα­γό­νες μὲ τὰ δά­χτυ­λά της καὶ γλεί­φον­τας τες, σου­φρώ­νον­τας τὰ λι­λι­πού­τεια χεί­λη της ἀ­πὸ τὸ κά­ψι­μο.

       «Γειά σου», εἶ­πε ὁ Ἔι­μος. Πά­ρα πο­λὺ δυ­να­τά, γι’ αὐ­τὸ ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα ἔ­πε­σε πί­σω, γρή­γο­ρα ὅ­μως ξα­να­στά­θη­κε στὰ πό­δια-ὀ­δον­το­γλυ­φί­δες της.

       «Γειά», ἔ­κα­νε τὰ μαλ­λιά της πέ­ρα καὶ φά­νη­κε τὸ πρό­σω­πό της.

       «Τί κά­νεις ἐ­δῶ μέ­σα;», ρώ­τη­σε ὁ Ἔι­μος.

       «Μὲ προ­σέ­λα­βε τὸ ὑ­γει­ο­νο­μι­κό. Ἔ­χουν ἀρ­χί­σει καὶ χα­λᾶ­νε δι­ά­φο­ρα. Τὸ ξέ­ρεις ὅ­τι αὐ­τὸ τὸ γι­α­ούρ­τι μὲ μύρ­τι­λο ἔ­χει λή­ξει ἐ­δῶ καὶ δυ­ὸ μῆ­νες;»

       «Τὸ ξέ­ρω, ναί», εἶ­πε. Συ­νο­φρυ­ω­μέ­νος. Ἔ­πι­α­σε τὸ γι­α­ούρ­τι καὶ τὸ ἔ­ρι­ξε στὰ σκου­πί­δια ποὺ ἦ­ταν πί­σω του. «Πά­ει αὐ­τό. Τί ἄλ­λο;»

       «Αὐ­τὴ ἡ σάλ­τσα μή­λου. Δὲν ἔ­χει λή­ξει ἀ­κό­μη, ἔ­χει ὅ­μως πιά­σει μού­χλα πά­νω-πά­νω», εἶ­πε, δεί­χνον­τας τὸ βά­ζο. Τὸ ἔ­πι­α­σε, τὸ ἔ­ρι­ξε πί­σω του.

       «Ὡ­ραῖ­α, τί ἄλ­λο ἔ­χου­με;» Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νὰ τοῦ δώ­σει ἕ­να ἀ­προσ­δι­ό­ρι­στο κρέ­ας τυ­λιγ­μέ­νο σὲ ἀ­λου­μι­νό­χαρ­το, ὅ­ταν ἡ γυ­ναί­κα τοῦ Ἔι­μος ἦρ­θε πί­σω του.

       «Κλεῖ­σε τὴν πόρ­τα», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Προ­σπα­θῶ ν’­ἀ­πο­φα­σί­σω τί θὰ φά­ω», ἀ­πο­κρί­θη­κε ὁ Ἔι­μος, δί­χως νὰ πά­ρει τὸ βλέμ­μα του μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ μι­κρὴ γυ­ναί­κα στὸ ρά­φι.

       «Τὸ ψυ­γεῖ­ο βγά­ζει κρύ­ο», εἶ­πε ἡ γυ­ναί­κα.

       «Ἔ­χει ἤ­δη πολ­λὴ ψύ­χρα ἐ­δῶ ἔ­ξω», εἶ­πε ὁ Ἔι­μος. Ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο μει­δί­α­σε καί, πά­νω ἀ­πὸ τὸ κε­φά­λι τοῦ Ἔι­μος, ἕ­να χλω­μὸ χέ­ρι ἔ­κα­νε τὴν ἐμ­φά­νι­σή του στὴν πόρ­τα καὶ τὴν ἔ­κλει­σε μὲ δύ­να­μη. Ἡ μι­κρὴ γυ­ναί­κα ἔ­μει­νε στὸ ρά­φι, πα­ρέ­α μὲ τὸ ἀ­πα­ράλ­λα­χτο ἠ­λε­κτρι­κὸ βου­η­τὸ τοῦ ψυ­γεί­ου καὶ τὸ μουν­τό, γκρί­ζο ψύ­χος.

       Ὁ Ἔι­μος ἄρ­χι­σε ν’­ἀ­φή­νει μι­κρο­πραγ­μα­τά­κια γιὰ τὴ γυ­ναί­κα, τρό­φι­μα χω­ρὶς πολ­λὰ ὑ­γρὰ – το­στά­κια, μπι­σκό­τα γε­μι­στά, δη­μη­τρια­κὰ σὲ σχῆ­μα δα­χτυ­λι­διοῦ, μὲ τὰ ὁ­ποῖ­α ἡ γυ­ναί­κα ἔ­φτια­ξε ἕ­να βρα­χι­ό­λι. Μα­σου­λοῦ­σε τὸ σού­ρου­πο, ὥ­σπου ἔ­φτα­νε ἡ ὥ­ρα τῶν νυ­χτε­ρι­νῶν ἐ­πι­σκέ­ψε­ων τοῦ Ἔι­μος. Με­τα­με­σο­νύ­χτι­ες λι­γοῦ­ρες, ἔ­τσι τὸ ἔ­λε­γε, καὶ φώ­να­ζε δι­και­ο­λο­γί­ες στὴ γυ­ναί­κα του ποὺ ἦ­ταν στὸ ἄλ­λο δω­μά­τιο. Ἐ­κεί­νη τοῦ ἀ­παν­τοῦ­σε φω­νά­ζον­τας ὅ­τι θὰ χον­τρύ­νει… καὶ ποι­ός θὰ τὸν ἀ­γα­πᾶ τό­τε;

       Ἦ­ταν ἐν γνώ­σει τους. Ἦ­ταν, ὅ­μως, ἐν­τε­λῶς πα­ρά­λο­γο. Δι­ό­λου πρα­κτι­κό. Δὲν εἶ­χε λο­γι­κὴ τὸ νὰ ἔ­χει σχέ­ση ἕ­νας ἄν­τρας πλή­ρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­νος μὲ μιὰ ἐ­νή­λι­κη τῆς ὁ­ποί­ας οἱ δι­α­στά­σεις ἦ­ταν 7 κου­τα­λι­ὲς τῆς σού­πας.

       Ἡ γυ­ναί­κα, ἀ­πελ­πι­σμέ­νη μὲ τὰ ψί­χου­λα στὰ ρά­φια τοῦ ψυ­γεί­ου φώ­να­ξε τὸν Ἔι­μος νὰ ἔρ­θει. Ποι­ός πε­ρι­μέ­νεις νὰ τὰ κα­θα­ρί­σει αὐ­τά;! Τό­σος θυ­μὸς γιὰ ἕ­να πταῖ­σμα. Ἔ­πα­ψε νὰ παίρ­νει μα­ζί του τὶς τσάν­τες μὲ τὸ κο­λα­τσιὸ στὴ δου­λειά. Μὲ τὸν και­ρὸ ἡ γυ­ναί­κα στα­μά­τη­σε νὰ τοῦ ἀ­φή­νει ση­μει­ώ­μα­τα στὶς τσάν­τες τοῦ κο­λα­τσιοῦ. Ὕ­στε­ρα στα­μά­τη­σε ἐν­τε­λῶς νὰ τοῦ ἑ­τοι­μά­ζει κο­λα­τσιό.

       Ἔ­πει­τα ἀ­πὸ λί­γο και­ρό, τὸ ψυ­γεῖ­ο τὸ ἄ­νοι­γε μό­νο ἡ γυ­ναί­κα. Ὁ Ἔι­μος ἔ­λει­ψε γιὰ μιὰ μέ­ρα, γιὰ μιὰ ἑ­βδο­μά­δα, ὕ­στε­ρα γιὰ ἕ­ναν μή­να.

       Θλιμ­μέ­νη ὅ­πως ἦ­ταν, ἡ γυ­ναί­κα στὸ ψυ­γεῖ­ο ἔ­πι­νε μπί­ρα ἤ­δη σερ­βι­ρι­σμέ­νη καὶ  ξε­θυ­μα­σμέ­νο κα­φέ, ποὺ τὰ εἶ­χε πα­ρα­τή­σει ἐ­κεῖ ἡ γυ­ναί­κα. Τὸ μα­ρού­λι μα­ραι­νό­ταν, ἔ­πει­τα γι­νό­ταν κολ­λῶ­δες, ἔ­πει­τα μιὰ ἀ­κα­θό­ρι­στη ὑ­γρὴ μαυ­ρί­λα στὸ βά­θος τοῦ ψυ­γεί­ου· τὸ δι­ά­φα­νο πλα­στι­κὸ κου­τὶ τε­ρά­στιο γιὰ ἐ­πι­στη­μο­νι­κὰ πει­ρά­μα­τα. Ἔ­τρω­γε ἀ­να­πο­φλοί­ω­το ρύ­ζι τὸ ὁ­ποῖ­ο εἶ­χε πε­τρώ­σει, ἀ­πὸ σχε­δὸν ἀ­νέγ­γι­χτο φα­γη­τὸ σὲ πα­κέ­το. Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, κι οἱ δυ­ὸ γυ­ναῖ­κες τὸ ἔ­τρω­γαν. Μοι­ρά­ζον­ταν ἀ­πὸ κοι­νοῦ τα ἄ­θλια ὑ­πο­λείμ­μα­τα τοῦ ψυ­γεί­ου ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι – ἀ­π’ αὐ­τὰ πού σου δί­νουν πά­γο καὶ φιλ­τρα­ρι­σμέ­νο νε­ρό, ἐ­φό­σον τὸ ζη­τή­σεις.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἄ­νοι­ξε τὸ ψυ­γεῖ­ο, κοί­τα­ξε μέ­σα, ἔ­κλει­σε τὸ ψυ­γεῖ­ο, χω­ρὶς νὰ πά­ρει τί­πο­τα. Ἡ γυ­ναί­κα στά­θη­κε στὴν πα­γω­νιὰ τοῦ ψυ­γεί­ου μὲ κα­τα­κόκ­κι­να μά­τια. Ἡ γυ­ναί­κα ἤ­πι­ε τὸ ζου­μὶ ἀ­πὸ τὸ δί­χως πί­κλες βά­ζο μὲ τὶς πί­κλες· τὸ ἔ­βα­λε πί­σω στὴ θέ­ση του. Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­τρι­ψε τὸ συρ­τά­ρι γιὰ τὰ λα­χα­νι­κὰ καὶ τὰ φροῦ­τα. Ἡ γυ­ναί­κα πέ­τα­ξε στὰ σκου­πί­δια τὰ κα­ρυ­κεύ­μα­τα.

       Δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὴν πα­ρου­σί­α τῆς γυ­ναί­κας στὸ ψυ­γεῖ­ο, ἡ ὁ­ποί­α δὲν εἶ­χε πλέ­ον καὶ πολ­λὰ μέ­ρη γιὰ νὰ κρυ­φτεῖ. Μιὰ μέ­ρα, ἡ γυ­ναί­κα ἄ­φη­σε τὴν πόρ­τα τοῦ ψυ­γεί­ου ἀ­νοι­χτή. Λι­γά­κι μό­νο. Τὸ ψύ­χος ἄρ­χι­σε νὰ ὑ­πο­χω­ρεῖ. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα σή­κω­σε καὶ χα­μή­λω­σε τὸ βλέμ­μα στὰ ξύ­λι­να πα­τώ­μα­τα, ἔ­ξω καὶ κά­τω ἀ­πὸ τὸ ψυ­γεῖ­ο. Τὸ φῶς σὰν σκό­νη ἔμ­παι­νε ἀ­πὸ τὰ πα­ρά­θυ­ρα. Δὲν γνώ­ρι­ζε ὅ­τι ἐ­πρό­κει­το γιὰ τὸν ἥ­λιο, ἦ­ταν ὅ­μως ἑλ­κυ­στι­κό. Σκέ­φτη­κε νὰ πη­δή­ξει. Σκέ­φτη­κε νὰ γί­νει κα­πνός. Τό­τε, ὅ­μως, ἡ γυ­ναί­κα πρό­σε­ξε τὸ λά­θος της, ἔ­κλει­σε μὲ δύ­να­μη τὴν πόρ­τα, πι­ά­νον­τας σχε­δὸν τὰ μαλ­λιὰ τῆς μι­κρο­σκο­πι­κῆς γυ­ναί­κας. Ἡ μι­κρο­σκο­πι­κὴ γυ­ναί­κα ἔ­πε­σε πί­σω καὶ γιὰ μέ­ρες δὲν ξα­να­εμ­φα­νί­στη­κε κα­νείς.

       Ἡ γυ­ναί­κα ἔ­ρι­ξε μί­α στὸ τε­λευ­ταῖ­ο μπου­κά­λι μπί­ρα ποὺ εἶ­χε ἀ­πο­μεί­νει. Μὲ τὴν πλά­τη κόν­τρα στὸ γυα­λί, γυα­λὶ κρὺo καὶ μὲ στα­γο­νί­δια, ἔ­νι­ω­σε πί­ε­ση στὰ μά­τια, οἱ φλέ­βες στὸν λαι­μό της πε­τά­χτη­καν ἔ­ξω. Στὴν ἐ­τι­κέ­τα, ἕ­νας δρά­κος κα­θό­ταν σὲ μιὰ κού­νια. Ἐ­πι­κίν­δυ­νος, με­λαγ­χο­λι­κὸς ἢ καὶ τὰ δύ­ο. Τὸν συ­ναι­σθα­νό­ταν. Ἔ­δω­σε ἄλ­λη μί­α στὸ μπου­κά­λι κι αὐ­τὸ ἔ­πε­σε μ’ ἕ­ναν με­ταλ­λι­κὸ κρό­το. Ἐ­πι­χεί­ρη­σε νὰ βγά­λει τὸ κα­πά­κι. Ἦ­ταν πε­ρι­στρε­φό­με­νο. Μὲ ὁ­λό­κλη­ρο τὸ κορ­μί της γυρ­νοῦ­σε γύ­ρω-γύ­ρω. Καὶ τό­τε: μιὰ στα­γό­να μπί­ρα. Γκλούπ, γκλούπ, γκλοὺπ βγῆ­κε τὸ κε­χριμ­πα­ρέ­νιο ὑ­γρό. Ἡ γυ­ναί­κα γλί­στρη­σε στὸ ἀ­πο­κά­τω ρά­φι. Ἄ­νοι­ξε τὸ στό­μα της γιὰ νὰ εἶ­ναι ἕ­τοι­μη νὰ τὸ ὑ­πο­δε­χτεῖ· ὁ κα­τα­κλυ­σμὸς μπί­ρας τὴν ἔ­πνι­ξε. Ἦ­ταν πα­ρα­πά­νω ἀ­π’ ὅ,τι τὸ μι­κρό της σῶ­μα ἦ­ταν σὲ θέ­ση ν’ ἀν­τέ­ξει. Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βά­λει φρέ­νο. Πά­λευ­ε καὶ ν’ ἀ­να­σά­νει ἀ­κό­μη. Πνι­γό­ταν. Ἔ­πε­σε στὰ γό­να­τα κι ὕ­στε­ρα σω­ρι­ά­στη­κε κά­τω. Τὸ ρά­φι στὴν πλά­τη της ἦ­ταν κρύ­ο.

       Ὁ Ἔι­μος ἐ­πέ­στρε­ψε. Δὲν θὰ ξα­να­γί­νει, συμ­βαί­νουν αὐ­τά, ὅ­πως εἶ­πε στοὺς φί­λους του. Ἀ­φοῦ ἔ­κα­νε σὲξ μὲ τὴ μέλ­λου­σα πρώ­ην του, ὁ Ἔι­μος σύρ­θη­κε καὶ ἄ­φη­σε πί­σω το ρο­χα­λη­τό της καὶ τὸ κου­λου­ρι­α­σμέ­νο της κορ­μὶ καὶ πῆ­γε στὴν κου­ζί­να. Εἶ­χε σχε­δὸν ξη­με­ρώ­σει κι ἕ­να ἁ­πα­λὸ φῶς ἔμ­παι­νε λί­γο-λί­γο μέ­σα ἀ­πὸ βρό­μι­κα πα­ρά­θυ­ρα. Πῆ­γε στὸ ψυ­γεῖ­ο. Ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κὴ μη­χα­νὴ γιὰ πά­γο ἔ­βγα­λε τὰ ὁ­μοι­ό­μορ­φα πα­γά­κια της. Δα­χτυ­λι­ὲς λέ­ρω­σαν τὴν πόρ­τα ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι.

       Τὴ βρῆ­κε μέ­σα, τὸ λι­λι­πού­τει­ο στό­μα της ἀ­νοι­χτό, τὰ μπρά­τσα της δυ­ὸ εὔ­θραυ­στες μα­κρό­στε­νες μά­ζες. Τὸ ἀλ­κο­ὸλ κολ­λοῦ­σε καὶ σκέ­πα­ζε τὸ κορ­μί της καὶ τὰ πα­ρα­δι­πλα­νὰ ρά­φια. Τσίμ­πη­σε τὸ μι­κρὸ κορ­μί της μὲ τὰ ἀ­κρο­δά­χτυ­λά του καὶ το­πο­θέ­τη­σε μ’ αὐ­τὰ τὸ κε­φά­λι της στὴν ἄ­κρη τοῦ δεί­χτη του. Μὲ τὸ ποὺ τὴν ἀ­κούμ­πη­σε στὸν νε­ρο­χύ­τη, εἶ­δε στὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι τὴ θαμ­πὴ ἀν­τα­νά­κλα­ση ἀ­πὸ τὶς ξαν­θι­ές της μποῦ­κλες. Ἔ­βα­λε τὰ κλά­μα­τα. Μπο­ροῦ­σε ἀ­κό­μη ν’ ἀ­κού­σει τὸ ρο­χα­λη­τὸ τῆς ὄ­χι-γυ­ναί­κας του ἀ­πὸ τὸν ἐ­πά­νω ὄ­ρο­φο. Ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν ἀ­πό­στα­ση ἀ­κου­γό­ταν ἀρ­κε­τὰ πνι­χτό, ἀ­κό­μα κι ἔ­τσι πάν­τως ἦ­ταν θο­ρυ­βῶ­δες. Πί­ε­σε τὸ στῆ­θος τῆς μι­κρῆς γυ­ναί­κας μὲ τὸ δά­χτυ­λό του. Πί­ε­σε. Φύ­ση­ξε λί­γο ἄ­ε­ρα μέ­σα στὸ στό­μα της, ὅ­πως θὰ φυ­σοῦ­σε μιὰ βλε­φα­ρί­δα στὸ δά­χτυ­λό του γιὰ νὰ φύ­γει. Σπρῶ­ξε. Φύ­ση­ξε. Σπρῶ­ξε. Φύ­ση­ξε. Οἱ βλε­φα­ρί­δες της τρε­μό­παι­ξαν. Τὰ χεί­λη της συ­σπά­στη­καν. Ἔ­βη­ξε. Κε­χριμ­πα­ρέ­νιο ὑ­γρὸ ξε­πή­δη­σε σὰν πί­δα­κας ἀ­πὸ μέ­σα της, ἀρ­κε­τὸ γιὰ νὰ γε­μί­σει μιὰ δα­χτυ­λή­θρα. Ἄ­νοι­ξε τὰ μά­τια της καὶ σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι της. Ἀ­να­γνώ­ρι­σε ἀ­μέ­σως τὰ μα­κριά, ἄ­γρια, κα­τσα­ρὰ μαλ­λιὰ στοὺς ὤ­μους κι ὕ­στε­ρα κα­τέ­βα­σε πά­λι τὸ κε­φά­λι. Ὁ Ἔι­μος τὴν το­πο­θέ­τη­σε σὲ μιὰ πιά­στρα κου­ζί­νας, τῆς εἶ­πε νὰ πε­ρι­μέ­νει ἕ­να λε­πτό.

       Πῆ­ρε ἕ­να πα­νὶ κου­ζί­νας γιὰ νὰ κα­θα­ρί­σει τὴ χυ­μέ­νη μπί­ρα. Σκού­πι­σε καὶ τὸν πάγ­κο. Ἐ­ξέ­τα­σε ἐ­πι­στα­μέ­νως καὶ τὸ φουρ­νά­κι καὶ τὰ μι­κρο­κύ­μα­τα. Δὲν εἶ­χε μι­κρο­σκο­πι­κὲς γυ­ναῖ­κες ἐ­κεῖ. Ἄ­ρα­γε ὑ­πῆρ­χαν ἀ­νέ­κα­θεν γυ­ναῖ­κες στὶς γω­νί­ες καὶ στὶς ρωγ­μὲς τοῦ κό­σμου καὶ κα­τεύ­θυ­ναν τὴ ζω­ή; Ἦ­ταν σκό­πι­μο νὰ πα­ρα­μέ­νουν ἀ­φα­νεῖς; Μὰ αὐ­τὸς τὴν εἶ­χε προ­σέ­ξει. Ἄ­ρα­γε αὐ­τὸ συ­νέ­βαι­νε καὶ σὲ ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους; Μὲ μιὰ πε­τσέ­τα γιὰ τὰ πιά­τα καὶ μ’ ἕ­να κα­θα­ρὸ σφουγ­γά­ρι ἔ­φτια­ξε ἕ­να κρε­βά­τι γιὰ τὴ μι­κρὴ γυ­ναί­κα μέ­σα σ’ ἕ­να πλα­στι­κὸ δο­χεῖ­ο ἀ­πο­θή­κευ­σης. Κα­θά­ρι­σε ἀ­πὸ τὶς δα­χτυ­λι­ὲς τὸ ψυ­γεῖ­ο ἀ­πὸ ἀ­νο­ξεί­δω­το ἀ­τσά­λι στὴν κου­ζί­να μὲ τὸν γρα­νι­τέ­νιο πάγ­κο στὴν προ­σφά­τως ἀ­να­και­νι­σμέ­νη μο­νο­κα­τοι­κί­α στὰ προ­ά­στια.



Πη­γή: Ἰ­στο­σε­λί­δα Bartleby Snopes

http://www.bartlebysnopes.com/stories/domestic-appliance.html?fbclid=IwAR2w49ilS7ouhLgx4yTEMXqVhDZ6LP3sYwPaiI-q9NKaUfaQUsQCW7FHuOI

Τζέ­νι­φερ Φλὶς (Jennifer Fliss) γρά­φει μυ­θο­πλα­σί­α καὶ δο­κί­μιο καὶ ἔ­χει γιὰ βά­ση της τὸ Σιά­τλ. Δου­λειά της ἔ­χει πα­ρου­σια­στεῖ στὰ PANKThe RumpusThe Citron ReviewNecessary FictionMonkeybicycle καὶ ἀλ­λοῦ. Μπο­ρεῖ κα­νεὶς νὰ τὴ βρεῖ στὸ Twitter, στὸ @JFlissCreative ἀλ­λὰ καὶ στὸν προ­σω­πι­κό της ἱ­στό­το­πο:

 www.jenniferflisscreative.com.

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γι­ῶρ­γος Ἀ­πο­σκί­της (1984). Γεν­νή­θη­κε καὶ ζεῖ στὴν Ἀ­θή­να. Πραγ­μα­το­ποί­η­σε σπου­δὲς στὴν Ἀ­θή­να καὶ στὸ Ἐ­διμ­βοῦρ­γο. Ἔ­χει ἀ­σχο­λη­θεῖ, με­τα­ξὺ ἄλ­λων, μὲ τὴ λε­ξι­κο­γρα­φί­α καὶ μὲ τὰ κι­νού­με­να σχέ­δια. Δου­λειά του ἔ­χει δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ση­μει­ώ­σεις καὶ ἀλ­λοῦ.