Τζόρντι Γουΐλλιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz): Ἄλογα



Τζόρντι Γουΐλλιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz)


Ἄ­λο­γα

(Horses)


«ΑΛΟΓΑ εἶ­ν’ ὅ­λα στὴ ζω­ή», εἶ­πε ὁ Σμέλ­γκορ, κα­θι­σμέ­νος ἀ­πά­νω σ’ ἕ­να κορ­μό.

       Ὁ Σμέλ­γκορ εἶ­χε προ­σχω­ρή­σει σὲ μιὰ νέ­α θρη­σκεί­α: τὴν ἱπ­πο­λα­τρία. Πι­στεύ­α­νε πὼς τὰ πάν­τα ἦ­ταν φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἄ­λο­γα. Ἕ­να δέν­τρο ἤ­τα­νε φτι­αγ­μέ­νο ἀ­πὸ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­λο­γά­κια. Τὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ τοῦ­τα ἀ­λο­γά­κια ἤ­τα­νε φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἀ­κό­μα πιὸ μι­κρο­σκο­πι­κὰ ἀ­λο­γά­κια. Μο­να­δι­κὴ ἐ­ξαί­ρε­ση: τὰ ἴ­δια τ’ ἄ­λο­γα. Κεῖ­να ἤ­σαν ἕ­να πράγ­μα ἀ­δι­αί­ρε­το.

       «Μὰ κοί­τα δῶ», εἶ­πε ὁ Στή­βεν­σον, κα­θι­σμέ­νος πλά­ι στὸν Σμέλ­γκορ, μ’ ἕ­να κλα­δά­κι ἐ­λά­της στὸ κα­πέ­λο του. «Σὰν τί θὰ συμ­βεῖ ἅ­μα πά­ρω τὸ τσε­κού­ρι μου καὶ κό­ψω τ’ ἄ­λο­γο στὰ δυ­ό;»

       «Μπο­ρεῖς νὰ τὸ κό­ψεις στὰ δυ­ὸ ἢ στὰ ἑ­κα­τό», εἶ­πε ὁ Σμέλ­γκορ. «Ἀλ­λὰ δὲ θὰ κομ­μα­τιά­σεις τὴν ἀ­λο­γο­σύ­νη του». Ὁ Στή­βεν­σον ἔ­πρε­πε νὰ κά­τσει νὰ τὸ σκε­φτεῖ. Εἶ­χε με­γα­λώ­σει σὲ χοι­ρο­στά­σιο. Ὁ πα­τέ­ρας του πο­τὲ δὲν εἶ­χε ἄ­λο­γο. Ἀν­τὶ γιὰ τοῦ­το, ὁ Στή­βεν­σον πέρ­να­γε τὶς μέ­ρες του πα­σα­λειμ­μέ­νος μὲ γουρ­νο­κο­πρι­ές. Ἀ­κό­μα κι ὅ­ταν τὶς ξέ­πλε­νε στὸ πη­γά­δι, τ’ ἄλ­λα παι­διὰ ἀ­πο­μα­κρύ­νον­ταν ἀ­πὸ κον­τά του στὸ σχο­λει­ό.

       «Καὶ τὰ γου­ρού­νια τὸ ἴ­διο;», εἶ­πε ὁ Στή­βεν­σον ρου­φών­τας τὴ μύ­τη του. «Τί μοῦ λὲς δη­λα­δή, πὼς τὰ γου­ρού­νια εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­π’ ἄ­λο­γα;»

       Τὰ πάν­τα εἶ­ναι φτι­αγ­μέ­να ἀ­πὸ ἄ­λο­γα», εἶ­πε ἤ­ρε­μα ὁ Σμέλ­γκορ.

       Ὁ Στή­βεν­σον ση­κώ­θη­κε καὶ πῆ­γε στὴν ἄ­κρη τοῦ δά­σους. Ἐ­κεῖ πέ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας λό­φος πρά­σι­νος, ποὺ ἔ­βγα­ζε σ’ ἕ­να ρυά­κι ποὺ κε­λά­ρυ­ζε. Πλά­ι στὸ ρυά­κι βρι­σκόν­του­σαν ἀ­γε­λά­δες. Πα­ρα­πέ­ρα ἦ­ταν ἕ­νας ἀ­νε­μό­μυ­λος, δί­πλα σε μιὰ πέ­τρι­νη κα­λύ­βα. Ἔ­ξω ἀ­π’ τὴν κα­λύ­βα στε­κό­τα­νε μιὰ γρι­ού­λα. Ἤ­τα­νε κι ἕ­να χα­λά­κι κρε­μα­σμέ­νο σὲ μιὰ πόρ­τα με­γά­λη, κι ἡ γυ­ναί­κα τὸ κο­πά­να­γε. Ὁ Στή­βεν­σον σκε­φτό­ταν: ἦ­ταν ὁ­λό­κλη­ρος ἀ­πορ­ρο­φη­μέ­νος ἀ­πὸ μιὰ σκέ­ψη συ­ναρ­πα­στι­κή. Οὔ­τε κὰν τό ’­ξε­ρε κεί­νη πὼς παν­τοῦ, στὰ μπρά­τσα της, μὲς στὴν καρ­διά της, ἴ­σα­με κά­τω στὰ πό­δια της, μιὰ με­γά­λη ἱπ­πο­δρο­μί­α γι­νό­τα­νε μέ­σα στὸ αἷ­μα της.



Πηγή: Ἀπὸ τὴν ἐπιθεώρηση Jellyfish (12.06.2017):

https://jellyfishreview.wordpress.com/2017/06/12/horses-by-geordie-williams-flantz/

Τζόρ­ντι Γου­ΐλ­λιαμς Φλάντζ (Geordie Williams Flantz). Συγ­γρα­φέ­ας, ζεῖ στὴ Min­nea­polis τῆς Minne­sota. Ἡ πε­ζο­γρα­φί­α του ἐμ­φα­νί­στη­κε στὶς ἐ­πι­θε­ω­ρή­σεις Sha­dows & Tall Trees, G.U.D. Maga­zine, New Genre Maga­zine, καὶ R.KV.R.Y Quarterly. Πε­ρισ­σό­τε­ρα στὴν ἱ­στο­σε­λί­δα του:

geordiewilliamsflantz.tumblr.com.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Θε­ο­δό­σης Κον­τά­κης. Ἔ­χει ἐκ­δώ­σει τρεῖς ποι­η­τι­κὲς συλ­λο­γές, κα­θὼς καὶ ἕ­ναν τό­μο μὲ δι­η­γή­μα­τα. Ἀ­σχο­λεῖ­ται μὲ τὴν με­τά­φρα­ση ποί­η­σης ἀ­πὸ τὰ γερ­μα­νι­κὰ, ἀγ­γλι­κά καὶ ἰ­τα­λι­κά. Σὲ με­τά­φρα­σή του ἐκ­δό­θη­καν ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Βακ­χι­κόν: Peter Huchel, Ἡ ἔ­να­τη ὥ­ρα (μὲ τὴν ὑ­πο­στή­ρι­ξη τοῦ Ἰν­στι­τού­του Goethe), Μ. Luzi, Ποι­ή­μα­τα τῆς ὡ­ρι­μό­τη­τας καὶ τῆς ὄ­ψι­μης ἄν­θη­σης (συ­νέκ­δο­ση μὲ τὸ Fondazione Mario Luzi). Ὑ­πό ἔκ­δο­ση εἶ­ναι μιὰ ἀν­θο­λο­γί­α ποι­η­μά­των τοῦ U. Sabα (Βρα­βεῖ­ο Νέ­ων Με­τα­φρα­στῶν Ἰ­τα­λι­κοῦ Μορ­φω­τι­κοῦ Ἰν­στι­τού­του Ἀ­θη­νῶν, 2018). Με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ σὲ πολ­λά λο­γο­τε­χνι­κά πε­ρι­ο­δι­κά.