Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher): Τὰ κο­ρί­τσια μὲ τὰ ζα­χα­ρω­τά



Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher)


Τὰ κο­ρί­τσια μὲ τὰ ζα­χα­ρω­τά

(Candy girls)


ΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ἡ εἴ­σο­δος στοὺς Ἑ­βραί­ους, στοὺς νέ­γρους καὶ στὶς ἀ­συ­νό­δευ­τες γυ­ναῖ­κες με­τὰ τὶς ἕ­ξι τὸ ἀ­πό­γευ­μα. Μπο­ρεῖς νὰ πα­ρα­βιά­σεις καὶ τοὺς τρεῖς κα­νό­νες ἂν που­λᾶς πού­ρα Κού­βας καὶ ζα­χα­ρω­τὰ μὲ ἕ­να δί­σκο πε­ρα­σμέ­νο μὲ λου­ριὰ ἀ­πὸ τὸ λαι­μό σου. Μὲ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο ἡ Μύ­ριαμ κι ἐ­γὼ βγά­ζου­με κά­να φράγ­κο. Αὐ­τὴ με­τα­μορ­φώ­θη­κε σὲ Μα­ρί­α. Ἐ­γὼ λεύ­κα­να τὰ πό­δια μου. Δὲν ἔ­χει ση­μα­σί­α – στὸ κλὰμπ Πε­λαρ­γός οἱ ἄν­δρες σὲ “ἐ­κτι­μοῦν” ἀ­πὸ τὰ πό­δια σου ἢ κρυ­φο­κοι­τά­ζουν τὸ ντε­κολ­τέ σου τὴν ὥ­ρα ποὺ οἱ γυ­ναῖ­κες τους που­δρά­ρουν τὴν μύ­τη τους. Κοι­τοῦν πιὸ ἐ­πί­μο­να, ὅ­ταν οἱ γυ­ναῖ­κες τους μέ­νουν σπί­τι.

       Στὸ δω­μά­τιό μας, τὰ πα­πού­τσια καὶ οἱ δί­σκοι εἶ­ναι πε­τα­μέ­να ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ· ξα­πλώ­νου­με ἀ­νά­πο­δα σὲ ἕ­να μο­νὸ κρε­βά­τι. «Πο­νᾶς, μω­ρό μου;», ρω­τά­ει ἡ Μύ­ριαμ τρί­βον­τας στὸ ση­μεῖ­ο ποὺ οἱ πο­λὺ σφι­χτὲς γό­βες ἔ­χουν ἀ­φή­σει τὰ ἀ­πο­γευ­μα­τι­νά τους ση­μά­δια.

       Τὴν Τρί­τη ἦ­ταν ἡ τρί­τη μας φο­ρὰ στὴ δου­λειὰ καὶ δὲν θὰ ἀ­να­φερ­θῶ σὲ γνω­στὰ ὀ­νό­μα­τα. Τοὺς ξέ­ρεις ὡς γί­γαν­τες τῆς με­γά­λης ὀ­θό­νης. Ἀρ­γό­τε­ρα θὰ λάμ­ψουν στὴν μαυ­ρό­α­σπρη τη­λε­ό­ρα­ση, μι­κροὶ ὅ­πως εἶ­ναι στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Μό­νο ἡ Μύ­ριαμ κι ἐ­γὼ βλέ­που­με τὰ ἀ­πό­κρυ­φα μέ­ρη κά­τω ἀ­πὸ τὰ σμό­κιν καὶ τὰ μπορ­σα­λί­νο. Μυ­ρί­ζου­με τὴν ἀ­να­πνο­ὴ τους – τὴν γλυ­κά­δα τῆς σαμ­πά­νιας, τὴν ἁ­ψά­δα τοῦ τζίν. Νι­ώ­θου­με τὰ κορ­μιά τους ποὺ σφίγ­γον­ται καὶ χα­λα­ρώ­νουν πρὶν ἀρ­χί­σουν τὰ κου­τσομ­πο­λιὰ γύ­ρω ἀ­πὸ τρα­πέ­ζια γε­μά­τα στα­χτο­δο­χεῖ­α. Δὲν τοὺς ξέ­ρεις ὅ­πως τοὺς ξέ­ρου­με ἐ­μεῖς.

       Θὰ ποῦν γιὰ τὶς φοῦ­στες μας σὲ σχῆ­μα καμ­πά­νας, γιὰ τὸ ἁ­πα­λὸ δέρ­μα μας ποὺ στὰ σκο­τει­νὰ δω­μά­τια ἔ­χει κο­ρι­τσί­στι­κη γεύ­ση – ὄ­χι Ἑ­βραι­ο­πού­λας, οὔ­τε ἔγ­χρω­μου κο­ρι­τσιοῦ. Θὰ ψι­θυ­ρί­σουν γιὰ τὸ πῶς τὰ δά­χτυ­λά μου βρί­σκουν αὐ­τὰ τῆς Μύ­ριαμ, πῶς κρα­τι­ό­μα­στε χέ­ρι-χέ­ρι καὶ κα­τὰ τὴν διά­ρκεια καὶ με­τά. Θὰ γε­λά­σουν.

       Ὅ­ταν μέ­νου­με μό­νες, λέ­με ἡ μί­α στὴν ἄλ­λη δι­ά­φο­ρα ψέ­μα­τα:

             Ἀ­κό­μη λί­γο.

             Τὰ χρή­μα­τα βο­η­θᾶ­νε.

             Ὅ­λα θὰ πᾶ­νε κα­λά.

       Λέ­με κι ἀ­λή­θει­ες ποὺ κά­νουν ρί­μα μὲ τὸ σὲ ἀ­γα­πῶ.

       «Πο­νᾶς, μω­ρό μου;» καὶ μὲ φι­λᾶ παν­τοῦ, βγά­ζει τὸ καλ­τσόν μου καὶ τὸ ἀ­φή­νει νὰ πέ­σει σὲ ἕ­να σω­ρὸ ἀ­πὸ δι­χτυ­ω­τὰ καλ­τσὸν στὸ ἄ­δει­ο πά­τω­μα.

       «Ὄ­χι, πιά», ψεύ­δο­μαι.

       Τό­τε ἡ ἡ Μύ­ριαμ τρί­βει τὰ πο­νε­μέ­να ση­μεῖ­α, ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ­να ποὺ δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἀγ­γί­ξει.



Πη­γή: Ἀ­πὸ τὴν ἰ­στο­σε­λί­δα Bath Flash Fiction Award (28.02.2019) [Νι­κή­τρια τοῦ δι­α­γω­νι­σμοῦ Bath Flash Fiction Award February 2019]:

https://bathflashfictionaward.com/2019/02/christina-dalcher-february-2019-first-prize/

Κρι­στί­να Ντάλ­σερ (Christina Dalcher) εἶ­ναι γλωσ­σο­λό­γος, μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καὶ ἐ­θι­σμέ­νη στὶς ἱ­στο­ρί­ες Μπον­ζά­ι. Κα­τά­γε­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ο μέ­ρος τοῦ Ἀ­με­ρι­κά­νι­κου Νό­του. Εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ φοι­τή­τρια τοῦ προ­γράμ­μα­τος MFA: Read Every Word by Stephen King (ἐ­πι­νο­η­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἴ­δια). Μπο­ρεῖς νὰ βρεῖς δου­λειά της —με­ρι­κὲς φο­ρὲς βρα­βευ­μέ­νη— στὸ Molotov Coctail, στὸ Whiskey Paper, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ New South Journal, καὶ ἀλ­λοῦ. Ἂν γυ­ρεύ­εις τὴν Χρι­στί­να μπο­ρεῖ νὰ εἶ­ναι ἐ­δῶ: @CVDalcher, www.chri­stina­dalcker.com , ἢ νὰ κρύ­βε­ται στὴν ντου­λά­πα δι­α­βά­ζον­τας ξα­νὰ ἕ­να κου­ρε­λι­α­σμέ­νο ἀν­τί­­τυ­πο τοῦ The shining. Ἐ­πί­σης ἔ­χει γρά­ψει ἕ­να βι­βλί­ο μὲ τί­τλο VOX.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Πέ­τρος Φούρ­να­ρη­ς (Ἀ­θή­να, 1963). Δι­ή­γη­μα, με­τά­φρα­ση. Σπού­δα­σε στὴν Ἀ­νω­τά­τη Γε­ω­πο­νι­κὴ Σχο­λὴ Ἀ­θη­νῶν. Ζεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του στὴ Λέ­ρο, τὸ νη­σὶ τῆς κα­τα­γω­γῆς του, ὅ­που ἐρ­γά­ζε­ται ὡς γε­ω­πό­νος στὸ Κρα­τι­κὸ Θε­ρα­πευ­τή­ριο Λέ­ρου καὶ τὶς ἐ­λεύ­θε­ρες ὧ­ρες του γρά­φει δι­η­γή­μα­τα. Πε­ζά του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­τεῖ στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Ἔκ­φρα­ση Λό­γου καὶ Τέ­χνης, στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Πλα­νό­δι­ο­ν (ἀρ. 37, Δε­κέμ­βριος 2004) καὶ στὸ Ἱ­στο­λό­γιο Ἱ­στο­ρί­ες Μπον­­ζά­ι Συμ­φι­λί­ω­ση» καὶ «100%»), ἐ­νῶ με­τα­φρά­σεις του στὴν Ἐ­πι­θε­ώ­ρη­ση Λε­ρια­κῶν Με­λε­τῶν τοῦ Ἱ­στο­ρι­κοῦ Ἀρ­χεί­ου Λέ­ρου. Γιὰ τὸ ἱ­στο­λό­γι­ό μας ἐ­πι­με­λή­θη­κε τὰ ἀ­φι­ε­ρώ­μα­τα στοὺς Ἰ­τα­λοὺς συγγραφεῖς Ντί­νο Μπου­τζά­τι καὶ Τζιανρίκο Καρο­φί­λιο.