Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx): Μιὰ ὁλόκληρη χρονιὰ στὸν ἥλιο

 

 

Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx)

 

Μιὰ ὁλόκληρη χρονιὰ στὸν ἥλιο

(Toute une année au soleil)

 

ΣΚΥΛΟΣ ΣΥΝΗΘΙΣΕ μέ­σα σὲ λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ μιὰ βδο­μά­δα. Ὕ­στε­ρα ἀ­πὸ δέ­κα χρό­νια ποὺ εἶ­χε πε­ρά­σει πνί­γον­τας τὶς κραυ­γές του μέ­σα σὲ κεῖ­νο τὸ συ­νοι­κια­κὸ δι­α­μέ­ρι­σμα μὲ τὶς με­σο­τοι­χί­ες ἀ­πὸ πε­πι­ε­σμέ­νο χαρ­τί, ἄ­φη­νε πλέ­ον ἐ­λεύ­θε­ρο τὸ ἔν­στι­κτό του καὶ γά­βγι­ζε ἀ­παν­τών­τας στὰ ἄλ­λα σκυ­λιὰ τῶν γει­το­νι­κῶν ἀ­γρο­τό­σπι­των καὶ χαι­ρε­τί­ζον­τας τὴν ἐμ­φά­νι­ση τοῦ φεγ­γα­ριοῦ.

            Ὁ Πι­ὲρ ἐ­ρω­τεύ­τη­κε κε­ραυ­νο­βό­λα αὐ­τὴν τὴν πε­ρι­ο­χὴ τῆς Ἀρ­ντές. Τοῦ ἄ­ρε­σαν τὰ βα­θιὰ πο­τά­μια, τὰ κλει­στὰ χω­ριά, οἱ ἀ­λη­θι­νὲς πε­διά­δες ποὺ ἡ ἔλ­λει­ψη ἄ­νε­σης τὶς προ­στά­τευ­ε ἀ­πὸ τὶς με­γά­λες κα­λο­και­ρι­νὲς ἐ­πε­λά­σεις. Ὁ αὐ­το­κι­νη­τό­δρο­μος στὴ νό­τια Γαλ­λί­α βρι­σκό­ταν σὲ ἀ­πό­στα­ση λι­γό­τε­ρη ἀ­πὸ 30 χι­λι­ό­με­τρα καὶ συ­νέ­δε­ε τὴ Βα­λὰνς μὲ τὴν Τουρ­νόν, ἀλ­λὰ ἐ­λά­χι­στοι πα­ρα­θε­ρι­στὲς τολ­μοῦ­σαν νὰ πά­ρουν τοὺς φι­δω­τοὺς δρό­μους τῆς πε­ρι­ο­χῆς τοῦ Βι­βα­ρέ.

            Εἶ­χαν ἔρ­θει ἐ­πὶ δέ­κα συ­νε­χῆ χρό­νια, τὸν Ἰ­ού­λιο, μὲ τὴν ἄ­δειά τους, γιὰ νὰ ἀ­πο­λαύ­σουν τὰ τε­λευ­ταῖ­α κε­ρά­σια καὶ τὰ πρώ­ι­μα βε­ρί­κο­κα. Στὸ τέ­λος ἀ­γό­ρα­σαν μιὰ πα­λιὰ ἀ­γροι­κί­α, χτι­σμέ­νη πά­νω ἀ­πὸ τὸ Ἀρ­λμπό­σκ, σ’ ἕ­να μο­νο­πά­τι ποὺ τέ­λει­ω­νε στὸ ἑ­πό­με­νο κτί­σμα.

            Ὁ Πι­ὲρ εἶ­χε πά­ρει τὴ σύν­τα­ξή του τὸν Ἰ­α­νουά­ριο καὶ εἶ­χε φύ­γει γιὰ νὰ ἑ­τοι­μά­σει τὸ σπί­τι γιὰ τὴν ὁ­ρι­στι­κή τους με­τοί­κη­ση. Ἡ Ζο­ζὲτ εἶ­χε στὴ δι­ά­θε­σή της ἕ­να ὁ­λό­κλη­ρο τρί­μη­νο γιὰ νὰ ὁ­λο­κλη­ρώ­σει τὶς δου­λει­ές της καὶ νὰ μπο­ρέ­σει, ἔ­πει­τα ἀ­πὸ σα­ράν­τα χρό­νια θυ­σί­ας στὸ πλευ­ρὸ ἑνὸς κα­τα­σκευα­στὴ ρου­λε­μάν, νὰ ἀ­πο­λαύ­σει τὴν ξε­κού­ρα­ση ποὺ τῆς πα­ρα­χω­ροῦν­ταν.

            Πῆ­γε κον­τά του τὸν Ἀ­πρί­λιο, μὲ τὸ φορ­τη­γὸ τῆς με­τα­φο­ρι­κῆς καὶ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸ δω­μά­τιο ποὺ εἶ­χε θέ­α πρὸς τὶς Ἄλ­πεις, τὶς ὁ­ποῖ­ες δι­έ­κρι­νες κα­θα­ρὰ τὶς πα­ρα­μο­νὲς τῆς κα­ται­γί­δας. Εἶ­χε πε­ρά­σει πο­λὺς και­ρὸς ἀ­πὸ τό­τε ποὺ δὲν κοι­μόν­του­σαν μα­ζί. Ὁ Πι­ὲρ μα­στό­ρευ­ε ἀ­πὸ τὸ πρω­ὶ μέ­χρι τὸ βρά­δυ στὸ σπί­τι καὶ στὸ πε­ρι­βό­λι. Τὸ βρά­δυ κα­θη­λω­νό­ταν εὐ­τυ­χι­σμέ­νος μπρο­στὰ στὴν τη­λε­ό­ρα­ση, μ’ ἕ­να πο­τή­ρι Σαίν-Ζο­ζὲφ στὸ χέ­ρι. Ἡ Ζο­ζὲτ ἀ­νέ­βαι­νε νὰ κοι­μη­θεῖ καὶ τὸ βλέμ­μα της ἔ­πε­φτε πά­νω στὶς γραμ­μὲς ἑνὸς βι­βλί­ου χω­ρὶς νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ δι­α­βά­σει οὔ­τε μιὰ λέ­ξη. Τοὺς πρώ­τους μῆ­νες εἶ­χε προ­σπα­θή­σει νὰ πιά­σει κου­βέν­τα μὲ τὶς γυ­ναῖ­κες στὴν ἀ­γο­ρὰ καὶ στὰ μα­γα­ζιά, ἀλ­λὰ ὁ ἀ­έ­ρας τῆς Πα­ρι­ζιά­νας, τῆς ἔμ­πει­ρης στὶς συ­ναλ­λα­γὲς ἐρ­γα­ζό­με­νης, τὶς εἶ­χε φο­βί­σει. Οἱ προ­σπά­θει­ες εἶ­χαν κολ­λή­σει στὰ «κα­λη­μέ­ρα» καὶ «κα­λη­σπέ­ρα» ποὺ ἀν­τάλ­λασ­σαν με­τα­ξύ τους.

            Ἦρ­θαν τὰ παι­διά, ἡ κό­ρη τὸν Ἰ­ού­λιο, ὁ γιὸς τὸν Αὔ­γου­στο, μὲ τὰ μι­κρά, καὶ αὐ­τὴ εἶ­χε πι­στέ­ψει πὼς θὰ ἔ­κα­νε προ­μή­θει­ες εὐ­τυ­χί­ας καὶ γέ­λιου γιὰ τοὺς κρύ­ους, μα­κρό­συρ­τους μῆ­νες τοῦ χει­μώ­να.

            Ἦ­ταν ἤ­δη Νο­έμ­βρης καὶ ὁ ἀ­έ­ρας φυ­σοῦ­σε μέ­σα στὰ γυ­μνὰ δά­ση. Ὁ Πι­ὲρ δὲν κοι­μό­ταν κα­λὰ καὶ στρι­φο­γύ­ρι­ζε στὸ κρε­βά­τι του. Τὸ τρί­ξι­μο ἑνὸς σκα­λο­πα­τιοῦ τὸν ξύ­πνη­σε. Ση­κώ­θη­κε ὄρ­θιος καὶ τέν­τω­σε τὰ αὐ­τιά του. Κά­ποι­ος περ­πα­τοῦ­σε στὴν τρα­πε­ζα­ρί­α. Ξε­κρέ­μα­σε τὸ ντου­φέ­κι του καὶ ἀρ­γά, πα­τών­τας ἁ­πα­λὰ ξυ­πό­λυ­τος πά­νω στὰ πλα­κά­κια τοῦ δι­α­δρό­μου, προ­χώ­ρη­σε μέ­χρι τὸ δω­μά­τιο τῆς Ζο­ζέτ. Τὸ σῶ­μα τῆς γυ­ναί­κας του φού­σκω­νε τὸ πά­πλω­μα. Ὁ Πι­ὲρ δὲν τὴν ξύ­πνη­σε κι ἔ­φτα­σε μέ­χρι τὴν ξύ­λι­νη κου­πα­στὴ ποὺ προ­ε­ξεῖ­χε πά­νω ἀ­πὸ τὸ ἰ­σό­γει­ο. Μιὰ σκού­ρα σι­λου­έ­τα ἀ­πο­μα­κρυ­νό­ταν κα­τευ­θυ­νό­με­νη πρὸς τὴν εἴ­σο­δο. Ὁ ἄ­γνω­στος γύ­ρι­σε ἀ­πό­το­μα γιὰ νὰ πά­ρει τὴ βα­λίτ­ζα ποὺ ἦ­ταν ἀ­κουμ­πι­σμέ­νη δί­πλα του. Ὁ Πι­έρ ἑρ­μή­νευ­σε τὴν κί­νη­ση ὡς ἀ­πει­λὴ καὶ ἔ­ρι­ξε δυ­ὸ φο­ρὲς μὲ τὸ ὅ­πλο. Ὁ ἄ­γνω­στος σω­ρι­ά­στη­κε καὶ τὸ ψυ­χο­μα­χη­τό του τὸ κά­λυ­ψαν οἱ κρό­τοι τῆς ἐκ­πυρ­σο­κρό­τη­σης ποὺ ἀν­τή­χη­σαν. Ὁ Πι­ὲρ ὄρ­μη­ξε στὸ δω­μά­τιο τῆς Ζο­ζὲτ γιὰ νὰ τὴν κα­θη­συ­χά­σει. Δὲν εἶ­χε ἀλ­λά­ξει θέ­ση καὶ ξαφ­νι­κὰ τὸν κυ­ρί­ε­ψε ὁ φό­βος μή­πως ἔ­γι­νε κά­ποι­ο κα­κό… Τρά­βη­ξε τὸ πά­πλω­μα κι ἐμ­πρὸς του ἐμ­φα­νί­στη­κε τὸ μα­κρό­στε­νο κυ­λιν­δρι­κὸ μα­ξι­λά­ρι ποὺ ἔ­δι­νε τὴν αἴ­σθη­ση μιᾶς πα­ρου­σί­ας. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸ του­φέ­κι καὶ κα­τέ­βη­κε τὰ σκα­λιὰ τρέ­χον­τας, μὲ κίν­δυ­νο νὰ σπά­σει τὰ κό­κα­λά του. Τὸ δά­χτυ­λό του πά­τη­σε μὲ δύ­να­μη τὸν δι­α­κό­πτη. Τὸ σκλη­ρὸ φῶς ἔ­δει­ξε τὴν κα­τα­στρο­φή. Ἡ Ζο­ζὲτ κεί­τον­ταν ξα­πλω­μέ­νη μέ­σα στὸ αἷ­μα, στὸ κα­τώ­φλι τοῦ σπι­τιοῦ. Εἶ­χε κα­τα­φέ­ρει νὰ ἀ­νοί­ξει τὴ βα­λίτ­ζα, σ’ ἕ­να τε­λευ­ταῖ­ο σκίρ­τη­μα, κι ἄ­φη­νε αὐ­τὸν τὸν κό­σμο μὲ τὸ πρό­σω­πο βυ­θι­σμέ­νο μέ­σα στὶς φω­το­γρα­φί­ες, τὰ γράμ­μα­τα, τὶς ἀ­να­μνή­σεις μιᾶς ζω­ῆς, τῆς ὁ­ποί­ας τοῦ­το τὸ τέ­λος ἀρ­νοῦν­ταν.

 

 

Πη­γή: Didier Daeninckx, Main courante, ed. Verdier, Vendome, pp. 15-16. 

 

 Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx)(Saint-Denis, 27 Ἀπριλίου 1949). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας δι­η­γη­μά­των, δο­κι­μί­ων καὶ ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του εἶ­ναι τὸ Nazis dans le metro (1996).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι τὸ Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α τὸ Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).

 

Ντιντιὲ Ντενίνκ (Didier Daeninckx): Τὸ εἴδωλο

 

 

Ντιν­τι­ Ντε­νὶνκ (D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx)

 

Τὸ εἴ­δω­λο

(Le r­e­f­l­et)

 

ΑΝΤΑ ΕΤΟΙΜΟΣ νὰ φω­νά­ξει, νὰ βρί­σει, νὰ σὲ στο­λί­σει! Πί­σω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη του, ξε­σποῦ­σαν ἄ­φθο­νες οἱ βρι­σι­ές. Τὸ γου­ρού­νι, τὸ σκου­πί­δι, ὁ φα­σί­στας… Ἀ­δύ­να­τον νὰ ἀν­τέ­ξεις δι­α­φο­ρε­τι­κά. Μπρο­στά του ὑ­πο­κλί­σεις, χαι­ρε­τοῦ­ρες, κα­λοὶ τρό­ποι, κο­λα­κεῖ­ες. Καὶ ἡ ἀ­πο­κα­τά­στα­ση μό­λις διά­βαι­ναν τὴν πόρ­τα. Μά­θαι­ναν νὰ χα­μο­γε­λοῦν στὸ κε­νὸ σφίγ­γον­τας τὰ δόν­τια. Τὸ χει­ρό­τε­ρο ἦ­ταν τὸν πρῶ­το και­ρό, ὅ­ταν ἔμ­παι­ναν στὴ δού­λε­ψή του, δε­λε­α­σμέ­νοι ἀ­πὸ τὸ μι­σθὸ τῶν χι­λί­ων δο­λα­ρί­ων μὲ φα­γη­τὸ καὶ στέ­γη… Τοὺς ἄ­φη­νε νὰ πλη­σιά­σουν κοι­τά­ζον­τάς τους μὲ κεῖ­νο τὸ νε­κρὸ βλέμ­μα του καὶ ἀ­πί­θω­νε τὰ χέ­ρια του πά­νω στὸ πρό­σω­πό τους, ἐ­ξε­τά­ζον­τας τὸ πε­ρί­γραμ­μα τῶν χει­λι­ῶν, τὴν ἐ­πί­πε­δη μύ­τη, τὴν ὑ­φὴ τοῦ δέρ­μα­τος, τὰ κα­τσα­ρὰ μαλ­λιά. Στὴν πα­ρα­μι­κρὴ ἀμ­φι­βο­λί­α ἄρ­χι­ζε νὰ οὐρ­λιά­ζει γε­μά­τος ἀ­πο­στρο­φή.

         —Που­τά­νας γιοί, πε­τάξ­τε τον ἔ­ξω, εἶ­ναι μαῦ­ρος.

        Ὁ ἀν­θρω­πά­κος τολ­μοῦ­σε νὰ δι­α­μαρ­τυ­ρη­θεῖ.

        —Μὰ ὄ­χι, κύ­ρι­ε, σᾶς ὁρ­κί­ζο­μαι…

        Ἦ­ταν ὅ­μως ἀ­νώ­φε­λο. Ἔ­φευ­γε γε­μά­τος πί­κρα, μ’ ἕ­να χαρ­το­νό­μι­σμα τῶν ἑ­κα­τὸ δο­λα­ρί­ων κολ­λη­μέ­νο στὸ στό­μα, ἀ­νί­κα­νος νὰ κα­τα­λά­βει πῶς τὴν εἶ­χε σκα­που­λά­ρει καὶ τί εἴ­δους φρί­κη πε­ρί­με­νε τὰ ἀ­κρι­βο­πλη­ρω­μέ­να θύ­μα­τα τῆς ἐ­πι­λο­γῆς.

        Ὁ τυ­φλὸς ἔ­με­νε σ’ ἕ­να κά­στρο χτι­σμέ­νο στὴν πλα­γιὰ ἑ­νὸς λό­φου, λί­γα χι­λι­ό­με­τρα ἔ­ξω ἀ­πὸ τὸ Γου­έ­στγουντ καὶ ὅ­λη ἡ γύ­ρω κοι­νό­τη­τα ζοῦ­σε μὲ ἀ­πό­λυ­τη αὐ­τάρ­κεια στὴν πε­ρι­ο­χή, καλ­λι­ερ­γών­τας στά­ρι, ψή­νον­τας ψω­μί, ἐ­κτρέ­φον­τας ζῶ­α. Ὁ γέ­ρος ἐ­πέ­τρε­πε στὸν ἑ­αυ­τό του μί­α μό­νο πο­λυ­τέ­λεια: τὴν ὄ­πε­ρα καὶ τὶς ἄ­σπρες τρα­γου­δί­στρι­ες ποὺ ἔ­φερ­νε στὸ τέ­λος κά­θε βδο­μά­δας καὶ οἱ ὁ­ποῖ­ες τρα­γου­δοῦ­σαν μὲ στεν­τό­ρεια φω­νὴ καὶ ὀρ­θά­νοι­χτα πα­ρά­θυ­ρα, προ­κα­λών­τας πα­νι­κὸ στὸν ὀρ­νι­θώ­να.

        Στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δὲν κοι­μό­ταν κα­θό­λου, λὲς καὶ τὸ σκο­τά­δι ποὺ τὸν συν­τρό­φευ­ε ἀ­πὸ τὴ γέν­νη­σή του τὸν ἀ­πήλ­λασ­σε ἀ­πὸ τὴν κού­ρα­ση. Οἱ ἄν­θρω­ποί του ὄ­φει­λαν νὰ τοῦ δεί­χνουν κα­θη­με­ρι­νὰ ὅ­λο τὸ εἰ­κο­σι­τε­τρά­ω­ρο πλή­ρη ὑ­πο­τα­γή. Ὁ για­τρὸς ζοῦ­σε μο­νί­μως σὲ κα­τά­στα­ση ἐ­πεί­γου­σας ἀ­νάγ­κης ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀν­τα­πε­ξέλ­θει χά­ρη στὰ κο­κτέ­ιλ μὲ βά­λιουμ καὶ λα­ξο­τα­νὶλ ποὺ κα­τά­πι­νε πρω­ί, με­ση­μέ­ρι καὶ βρά­δυ. Ὁ γέ­ρος ἔ­νιω­θε μιὰ νο­ση­ρὴ εὐ­χα­ρί­στη­ση νὰ τὸν παι­δεύ­ει, ἀμ­φι­σβη­τών­τας τὶς δι­α­γνώ­σεις του καὶ ἀ­πορ­ρί­πτον­τας τὰ πα­ρα­σκευ­ά­σμα­τά του. Αὐ­τὲς οἱ τα­λαι­πω­ρί­ες ὅ­μως δὲν ἐμ­πό­δι­σαν τὸν για­τρὸ νὰ ἐ­νη­με­ρώ­σει τὸν ἀ­σθε­νῆ του γιὰ τὴν ἀ­να­κά­λυ­ψη μιᾶς νέ­ας θε­ρα­πεί­ας ποὺ μπο­ροῦ­σε νὰ ἀ­πο­κα­τα­στή­σει τὴν ὅ­ρα­ση σὲ ὁ­ρι­σμέ­νες κα­τη­γο­ρί­ες τυ­φλῶν. Ὁ τυ­φλὸς προ­σέ­λα­βε μιὰ ντου­ζί­να ἐ­ρευ­νη­τὲς γιὰ νὰ ἐ­ξα­κρι­βώ­σουν ὅ­τι ἡ ἐν λό­γῳ μέ­θο­δος δὲν ὄ­φει­λε τί­πο­τε στοὺς μαύ­ρους.

        Φώ­να­ξαν τὸν δι­α­πρε­πῆ χει­ροῦρ­γο καὶ τὴ μο­νά­δα του, κά­νον­τας με­γά­λα ἔ­ξο­δα. Ὁ γέ­ρος ξά­πλω­σε εὐ­χα­ρί­στως πά­νω στὸ μπι­λιά­ρδο καὶ ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε χά­ρη στὴν ἐ­πί­δρα­ση τοῦ πεν­θο­τάλ. Ξύ­πνη­σε μέ­σα στὸ βα­θὺ σκο­τά­δι κι ἔ­μει­νε τρεῖς μα­κρό­συρ­τες μέ­ρες μὲ τὸ κε­φά­λι δε­μέ­νο, ἀ­γνο­ών­τας ἂν τὰ μά­τια του ἔ­βλε­παν στὴν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἢ ὄ­χι τὰ βλέ­φα­ρά του.

        Ὁ χει­ροῦρ­γος ἔ­βγα­λε ἐ­πι­τέ­λους τοὺς ἐ­πι­δέ­σμους. Ὁ γέ­ρος ἄ­νοι­ξε προ­σε­κτι­κὰ τὰ μά­τια κι ἔ­βγα­λε μιὰ τρο­με­ρὴ κραυ­γή. Ἕ­νας μαῦ­ρος μὲ τρο­μα­κτι­κὴ ὄ­ψη στε­κό­ταν ἀν­τί­κρυ του. Στρά­φη­κε στὸν χει­ροῦρ­γο τρο­μο­κρα­τη­μέ­νος.

        —Τί ση­μαί­νουν ὅ­λα αὐ­τά; Δι­ῶξ­τε τον ἀ­πὸ ἐ­δῶ…

        Ὁ για­τρὸς ποὺ ἔ­πλε­νε τὰ ἐρ­γα­λεῖ­α τὸν πλη­σί­α­σε ἤ­ρε­μα, τὸν ἀ­κούμ­πη­σε μὲ τὸ χέ­ρι στὸν ὦ­μο καὶ τὸν ἀ­νάγ­κα­σε νὰ κοι­τά­ξει ὁ­λό­ι­σια μπρο­στά του.

        —Τό­τε θὰ πρέ­πει νὰ βγεῖ­τε ἐ­σεῖς ἔ­ξω… Αὐ­τὸ ποὺ ἔ­χε­τε μπρο­στά σας, κύ­ρι­ε, ὀ­νο­μά­ζε­ται κα­θρέ­φτης: κι αὐ­τὸ ἐ­δῶ εἶ­ναι τὸ εἴ­δω­λό σας.

 

  

Πη­γή: D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx, M­a­in c­o­u­r­a­n­te, ed. V­e­r­d­i­er, V­e­n­d­o­me, σσ. 37-38. 

 

D­i­d­i­er D­a­e­n­i­n­c­kx (S­a­i­nt-D­e­n­is, 27 Ἀ­πρι­λί­ου 1949 ). Γάλ­λος συγ­γρα­φέ­ας δι­η­γη­μά­των, δο­κι­μί­ων καὶ ἀ­στυ­νο­μι­κῶν μυ­θι­στο­ρη­μά­των. Ἕ­να ση­μαν­τι­κὸ μυ­θι­στό­ρη­μά του εἶ­ναι τὸ N­a­z­is d­a­ns le m­e­t­ro (1996).

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ γαλ­λι­κά:

Μα­ρί­α Σπυ­ρι­δο­πού­λου (Ἀ­θή­να, 1961). Σπού­δα­σε γαλ­λι­κὴ καὶ ἰ­τα­λι­κὴ φι­λο­λο­γί­α. Δι­δά­σκει στὸ Τμῆ­μα Θε­α­τρι­κῶν Σπου­δῶν τοῦ Παν/μί­ου Πε­λο­πον­νή­σου στὸ Ναύ­πλιο. Ἔ­χει με­τα­φρά­σει με­τα­ξὺ τῶν ἄλ­λων τὸ 2006 τὴ Σουλ­τά­να σκιά, τῆς Ἀσ­σιὰ Τζεμ­πάρ, ἐ­νῶ ἡ πρώ­τη της με­τά­φρα­ση εἶ­ναι Ἡ σει­ρή­να καὶ τὰ ἄλ­λα δι­η­γή­μα­τα τοῦ Το­μά­ζι ντὶ Λαμ­πεν­τού­ζα (1993) καὶ ἡ τε­λευ­ταί­α Ἕ­να σύν­το­μο αἰ­σθη­μα­τι­κὸ τα­ξί­δι τοῦ Ἴ­τα­λο Σβέ­βο (2007).