Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin): Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας



Κέ­ιτ Σο­πὲν (Kate Chopin)


Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας

(The Story of an Hour)


ΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ὅ­τι ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ ἀν­τι­με­τώ­πι­ζε καρ­δια­κὸ πρό­βλη­μα, δό­θη­κε ἰ­δι­αί­τε­ρη προ­σο­χὴ στὸ πῶς θὰ τῆς ἀ­να­κοί­νω­ναν τὴν εἴ­δη­ση τοῦ θα­νά­του τοῦ συ­ζύ­γου της μὲ τὸν πλέ­ον ἀ­νώ­δυ­νο τρό­πο.

       Αὐ­τὴ ποὺ τῆς τὸ εἶ­πε μὲ μι­σό­λο­γα ἦ­ταν ἡ ἀ­δελ­φή της ἡ Ζό­ζε­φιν· κα­λυμ­μέ­να ὑ­πο­νο­ού­με­να ποὺ ἀ­πο­κά­λυ­πταν τὴ μι­σὴ ἀ­λή­θεια. Ἦ­ταν ἐ­πί­σης ἐ­κεῖ, κον­τά της, ὁ φί­λος τοῦ συ­ζύ­γου της ὁ Ρί­τσαρ­ντς. Αὐ­τὸς ἦ­ταν ποὺ βρι­σκό­ταν στὰ γρα­φεῖ­α τῆς ἐ­φη­με­ρί­δας, ὅ­ταν ἔ­φτα­σε ἡ πλη­ρο­φο­ρί­α τοῦ τρα­γι­κοῦ σι­δη­ρο­δρο­μι­κοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος, μὲ τὸ ὄ­νο­μα τοῦ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ νὰ εἶ­ναι πρῶ­το στὸν κα­τά­λο­γο τῶν «σκο­τω­μέ­νων». Χρει­ά­στη­κε μό­νο τὸν χρό­νο γιὰ νὰ ἐ­πι­βε­βαι­ώ­σει τὴν ἀ­λή­θεια μ’ ἕ­να δεύ­τε­ρο τη­λε­γρά­φη­μα καὶ ἔ­σπευ­σε ὡς προ­σε­κτι­κὸς καὶ τρυ­φε­ρὸς φί­λος νὰ με­τα­φέ­ρει τὸ θλι­βε­ρὸ μή­νυ­μα.

       Ἡ κυ­ρί­α Μά­λαρντ δὲν ἄ­κου­σε τὴν ἱ­στο­ρί­α ὅ­πως πολ­λὲς γυ­ναῖ­κες κά­νουν, πα­ρα­λύ­ον­τας ἀ­πὸ τὴν ἀ­νι­κα­νό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δε­χτοῦν τὴ ση­μα­σί­α της. Ἔ­κλα­ψε ἀ­μέ­σως καὶ πα­ρα­δό­θη­κε ἀ­πό­το­μα ἔ­ξαλ­λη στὴν ἀγ­κα­λιὰ τῆς ἀ­δελ­φῆς της. Ὅ­ταν ἡ θύ­ελ­λα τῆς θλί­ψης κα­τα­λά­για­σε ἀ­πο­σύρ­θη­κε στὸ δω­μά­τιό της μό­νη. Δὲν ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε νὰ τὴν ἀ­κο­λου­θή­σει κα­νείς.

       Ἐ­κεῖ, ἀ­πέ­ναν­τι στὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο βρι­σκό­ταν μιὰ ἄ­νε­τη, εὐ­ρύ­χω­ρη πο­λυ­θρό­να μὲς στὴν ὁ­ποί­α βού­λια­ξε, συν­τε­τριμ­μέ­νη ἀ­πὸ τὴ σω­μα­τι­κὴ ἐ­ξάν­τλη­ση ποὺ στοί­χει­ω­νε τὸ σῶ­μα της καὶ σχε­δὸν ἄγ­γι­ζε τὴν ψυ­χή της.

       Στὴν ἀ­νοι­χτὴ πλα­τεί­α μπρο­στὰ στὸ σπί­τι της ἔ­βλε­πε τὶς κο­ρυ­φὲς τῶν δέν­τρων ποὺ τρε­μό­παι­ζαν γε­μά­τες ἀ­πὸ τὴν και­νούρ­για ζω­ὴ ποὺ ἔ­φερ­νε ἡ ἄ­νοι­ξη. Ὁ ἀ­έ­ρας μο­σχο­βο­λοῦ­σε βρο­χή. Κά­τω στὸν δρό­μο ἕ­νας γυ­ρο­λό­γος δι­α­λα­λοῦ­σε τὴν πρα­μά­τεια του. Ἀ­κού­γον­ταν ἀ­μυ­δρὰ οἱ νό­τες ἑ­νὸς τρα­γου­διοῦ ποὺ κά­ποι­ος τρα­γου­δοῦ­σε μα­κριὰ κι ἀ­μέ­τρη­τα σπουρ­γί­τια τι­τί­βι­ζαν στὶς μαρ­κί­ζες.

       Ἔ­βλε­πες κομ­μά­τια γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἀ­νά­με­σα στὰ σύν­νε­φα ποὺ εἶ­χαν σω­ρευ­τεῖ τὸ ἕ­να πά­νω στὸ ἄλ­λο πρὸς τὴ δύ­ση ἀ­πέ­ναν­τι ἀπ’ τὸ πα­ρά­θυ­ρό της.

       Κά­θι­σε μὲ τὸ κε­φά­λι της ἀ­κουμ­πι­σμέ­νο στὸ μα­ξι­λά­ρι τῆς κα­ρέ­κλας, σχε­δὸν ἀ­κί­νη­τη, ἐ­κτὸς ἀ­πὸ τὴ στιγ­μὴ ποὺ τῆς ἀ­νέ­βη­κε ἕ­νας κόμ­πος στὸν λαι­μὸ καὶ τὴν τά­ρα­ξε, ὅ­πως τὰ παι­διὰ ποὺ ἐ­νῶ ἔ­χουν κλά­ψει γιὰ νὰ κοι­μη­θοῦν συ­νε­χί­ζουν νὰ κλαῖ­νε μ’ ἀ­να­φι­λη­τὰ στὰ ὄ­νει­ρά τους.

       Ἦ­ταν νέ­α, μὲ φω­τει­νό, ἤ­ρε­μο πρό­σω­πο τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ γραμ­μὲς μαρ­τυ­ροῦ­σαν αὐ­το­συγ­κρά­τη­ση καὶ ἴ­σως κά­ποι­α δύ­να­μη. Ἀλ­λὰ τώ­ρα δι­έ­κρι­νες τὴ μουν­τὴ ἐ­πί­μο­νη μα­τιά της, ἐ­νῶ τὸ βλέμ­μα της ἦ­ταν καρ­φω­μέ­νο μα­κριὰ σ’ ἕ­να ἀ­πὸ κεῖ­να τὰ κομ­μά­τια τοῦ γα­λα­νοῦ οὐ­ρα­νοῦ. Δὲν ἔ­δει­χνε στο­χα­σμό, ἀλ­λὰ μᾶλ­λον σὰν νὰ αἰ­ω­ρεῖ­το μέ­σα του κά­ποι­α εὐ­φυ­ὴς σκέ­ψη.

       Ἐρ­χό­ταν κά­τι κι αὐ­τὴ τὸ πε­ρί­με­νε ἔν­τρο­μη. Τί νὰ ἦ­ταν; Δὲν ἤ­ξε­ρε· ἦ­ταν τό­σο δυσ­δι­ά­κρι­το καὶ ἀ­κα­θό­ρι­στο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ τὸ κα­το­νο­μά­σει. Ἀλ­λὰ τὸ ἔ­νι­ω­θε νὰ γλι­στρά­ει ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ καὶ νὰ τὴν προ­σεγ­γί­ζει μέ­σα ἀ­πὸ τοὺς ἤ­χους, τὶς μυ­ρω­δι­ές, τὰ χρώ­μα­τα ποὺ γέ­μι­ζαν τὸν ἀ­έ­ρα.

       Τώ­ρα τὸ στῆ­θος της ἀ­νε­βο­κα­τέ­βαι­νε ἀ­κα­τά­παυ­στα. Ἄρ­χι­ζε νὰ ἀ­να­γνω­ρί­ζει αὐ­τὸ τὸ κά­τι ποὺ πλη­σί­α­ζε γιὰ νὰ τὴν κυ­ρι­εύ­σει κι αὐ­τὴ ἀ­γω­νι­ζό­ταν νὰ τὸ ἀν­τι­κρού­σει μὲ τὴ θέ­λη­σή της – τὸ ἴ­διο ἀ­νί­σχυ­ρη μὲ τὰ δυ­ὸ λευ­κὰ λε­πτά της χέ­ρια.

       Ὅ­ταν τοῦ πα­ρα­δό­θη­κε ξέ­φυ­γε ἀ­πὸ τὰ μό­λις ἀ­νοιγ­μέ­να χεί­λη της μιὰ μι­κρὴ λέ­ξη εἰ­πω­μέ­νη ψι­θυ­ρι­στά. Ἀ­κού­στη­κε ξα­νὰ καὶ ξα­νὰ ἐ­νῶ ἀ­νά­σαι­νε: «ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη, ἐ­λεύ­θε­ρη!» Τὸ κε­νὸ βλέμ­μα καὶ ἡ ὄ­ψη τοῦ τρό­μου ποὺ ἀ­κο­λού­θη­σε ἐ­ξα­φα­νί­στη­καν ἀ­πὸ τὰ μά­τια της, ἐ­νῶ αὐ­τὰ πα­ρέ­μει­ναν ἔν­το­να καὶ λαμ­πε­ρά. Οἱ παλ­μοί της χτυ­ποῦ­σαν γρή­γο­ρα καὶ τὸ αἷ­μα ποὺ ἔρ­ρε­ε ζέ­σται­νε καὶ χα­λά­ρω­νε κά­θε σπι­θα­μὴ τοῦ σώ­μα­τός της.

       Δὲν στα­μά­τη­σε γιὰ νὰ ἀ­να­ρω­τη­θεῖ ἐ­ὰν ἡ χα­ρὰ ποὺ τὴν κυ­ρί­ευ­ε ἦ­ταν ἢ ὄ­χι τε­ρα­τώ­δης. Μιὰ σα­φὴς καὶ ἀ­νώ­τε­ρη ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἔ­δω­σε τὴ δυ­να­τό­τη­τα νὰ ἀ­πο­δι­ώ­ξει αὐ­τὴ τὴν ἰ­δέ­α ὡς ρη­χή.

       Ἤ­ξε­ρε ὅ­τι θὰ ἔ­κλαι­γε ξα­νὰ ὅ­ταν θὰ ἔ­βλε­πε τὰ εὐ­γε­νι­κά, τρυ­φε­ρὰ χέ­ρια δι­πλω­μέ­να στὸ σχῆ­μα τοῦ σταυ­ροῦ· τὸ πρό­σω­πο ποὺ δὲν τὴν εἶ­χε πο­τὲ κοι­τά­ξει δί­χως ἀ­γά­πη ἀ­κί­νη­το καὶ γκρί­ζο καὶ νε­κρό. Ἀλ­λὰ πέ­ρα ἀ­πὸ αὐ­τὴ τὴν πι­κρὴ στιγ­μὴ εἶ­δε τὴ μα­κρὰ σει­ρὰ τῶν ἐ­τῶν ποὺ θὰ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν καὶ θὰ ἀ­νῆ­καν σ’ αὐ­τὴν ὁ­λο­κλη­ρω­τι­κά. Καὶ ἅ­πλω­σε τὰ χέ­ρια της γιὰ νὰ τὰ κα­λω­σο­ρί­σει.

       Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­νεὶς νὰ ζεῖ γι’ αὐ­τὴν κα­θ’ ὅ­λη τὴ διά­ρκεια τῶν ἑ­πό­με­νων ἐ­τῶν· θὰ ζοῦ­σε γιὰ τὸν ἑ­αυ­τό της. Δὲν θὰ ὑ­πῆρ­χε κα­μιὰ ἰ­σχυ­ρὴ θέ­λη­ση ἱ­κα­νὴ νὰ κάμ­ψει τὴ δι­κή της μὲ τυ­φλὴ ἐ­πι­μο­νὴ μὲ τὴν ὁ­ποί­α ἄν­τρες καὶ γυ­ναῖ­κες πι­στεύ­ουν ὅ­τι ἔ­χουν δι­καί­ω­μα νὰ ἐ­πι­βάλ­λουν τὴ θέ­λη­σή τους στὸν σύν­τρο­φό τους. Ἡ πρό­θε­σή της αὐ­τή, εὐ­γε­νὴς ἢ ἀ­πάν­θρω­πη, ἔ­κα­νε τὴν πρά­ξη νὰ μοιά­ζει ἐγ­κλη­μα­τι­κὴ κα­θὼς τὴ σκε­φτό­ταν αὐ­τὴ τὴ σύν­το­μη στιγ­μὴ τῆς φώ­τι­σης.

       Κι ὅ­μως τὸν εἶ­χε ἀ­γα­πή­σει – κά­ποι­ες φο­ρές. Καὶ ἄλ­λες πά­λι ὄ­χι. Τί ση­μα­σί­α εἶ­χε! Τί ἀ­ξί­α θὰ εἶ­χε ἡ ἀ­γά­πη, αὐ­τὸ τὸ ἄ­λυ­το μυ­στή­ριο, ἐν συγ­κρί­σει μὲ τὴν ἐ­πι­βο­λὴ ποὺ τὴν εἶ­χε κα­τα­λά­βει τὴν ὁ­ποί­α ἀ­να­γνώ­ρι­σε αἴφ­νης ὡς τὴν ἰ­σχυ­ρό­τε­ρη πα­ρόρ­μη­ση τῆς ὕ­παρ­ξής της.

       «Ἐ­λεύ­θε­ρη! Ψυ­χὴ καὶ σῶ­μα ἐ­λεύ­θε­ρα!» συ­νέ­χι­ζε νὰ ψι­θυ­ρί­ζει.

       Ἡ Ζό­ζε­φιν ἦ­ταν γο­να­τι­σμέ­νη μπρο­στὰ στὴν κλει­στὴ πόρ­τα μὲ τὰ χεί­λη της στὴν κλει­δα­ρό­τρυ­πα, ἐ­κλι­πα­ρών­τας νὰ μπεῖ. « Λου­ίζ, ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα! Σὲ ἱ­κε­τεύ­ω· ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα – θὰ ἀρ­ρω­στή­σεις. Τί κά­νεις, Λου­ίζ; Γιὰ ὄ­νο­μα τοῦ Θε­οῦ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα.»

       «Φύ­γε. Δὲν θ’ ἀρ­ρω­στή­σω». Ὄ­χι· ἔ­πι­νε τὸ ἴ­διο τὸ ἐ­λι­ξή­ριο τῆς ζω­ῆς μέ­σα ἀ­πὸ κεῖ­νο τὸ ἀ­νοι­χτὸ πα­ρά­θυ­ρο.

       Ἡ φαν­τα­σί­α της ὀρ­γί­α­ζε, ἐ­νῶ ἡ σκέ­ψη τῆς ἔ­τρε­χε στὶς μέ­ρες ποὺ θ’ ἀ­κο­λου­θοῦ­σαν. Ἀ­νοι­ξι­ά­τι­κες μέ­ρες, καὶ κα­λο­και­ρι­νὲς μέ­ρες, καὶ ὅ­λες οἱ μέ­ρες ποὺ θὰ ἦ­ταν δι­κές της. Μα­κά­ρι ἡ ζω­ὴ νὰ δι­αρ­κοῦ­σε πο­λύ. Μό­λις χτὲς ἦ­ταν ποὺ σκε­φτό­ταν μὲ ρί­γος γιὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ζω­ῆς.

       Ἐν τέ­λει ση­κώ­θη­κε καὶ ἄ­νοι­ξε τὴν πόρ­τα στὴ φορ­τι­κὴ ἀ­δελ­φή της. Δι­έ­κρι­νες κά­τι σὰν θρι­αμ­βευ­τι­κὸ πυ­ρε­τὸ στὰ μά­τια της ποὺ τὴν ἔ­κα­νε νὰ κι­νεῖ­ται ἀ­συ­ναί­σθη­τα σὰν θε­ὰ τῆς Νί­κης. Ἅρ­πα­ξε τὴν ἀ­δελ­φή της ἀ­πὸ τὴ μέ­ση, καὶ μα­ζὶ κα­τέ­βη­καν τὶς σκά­λες. Ὁ Ρί­τσαρ­ντς τὶς πε­ρί­με­νε στὸ πλα­τύ­σκα­λο.

       Κά­ποι­ος ἄ­νοι­γε τὴν ἐ­ξώ­πορ­τα μὲ τὸ κλει­δὶ τοῦ σύρ­τη. Ἦ­ταν ὁ Μπρέν­τλι Μά­λαρντ αὐ­τὸς ποὺ μπῆ­κε, λι­γά­κι τα­λαι­πω­ρη­μέ­νος ἀ­πὸ τὸ τα­ξί­δι, κρα­τών­τας ἀ­τά­ρα­χα τὸν τα­ξι­δι­ω­τι­κό του σά­κο καὶ τὴν ὀμ­πρέ­λα. Ἦ­ταν μα­κριὰ ἀ­πὸ τὴ σκη­νὴ τοῦ δυ­στυ­χή­μα­τος καὶ οὔ­τε κὰν ἤ­ξε­ρε γι’ αὐ­τό. Ἔ­μει­νε ἔκ­θαμ­βος μπρο­στὰ στὴ δι­α­πε­ρα­στι­κὴ κραυ­γὴ τῆς Ζό­ζε­φιν· μπρο­στὰ στὴ γρή­γο­ρη κί­νη­ση τοῦ Ρί­τσαρ­ντς νὰ τὸν κρύ­ψει ἀ­πὸ τὴ γυ­ναί­κα του.

       Ὁ Ρί­τσαρ­ντς ὅ­μως ἄρ­γη­σε.

       Ὅ­ταν ἦρ­θαν οἱ για­τροὶ εἶ­παν πὼς εἶ­χε πε­θά­νει ἀ­πὸ τὴν καρ­διά της – ἀ­πὸ τὴ χα­ρὰ ποὺ σκο­τώ­νει.


(1894)


Πηγή: Ἀ­­πὸ τὴν ἱ­­στο­­σε­­λί­­δα τῆς Δι­­ε­θνοῦς Ἑ­­ται­­ρεί­­ας Κέ­ιτ Σο­­πέν: https://www.ka­te­cho­pin.org/the-story-of-an-hour/#online Ἡ Κέ­ιτ Σο­πὲν ἔ­γρα­ψε τὸ πε­ζὸ «Ἡ ἱ­στο­ρί­α μιᾶς ὥ­ρας», τὸ δι­α­ση­μό­τε­ρο ἴσως ἔρ­γο τῆς συγ­γρα­φέ­ως, στὶς 19 Ἀ­πρι­λί­ου 1894. Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ Vogue (στὸ ἴ­διο ἔν­τυ­πο ποὺ κυ­κλο­φο­ρεῖ καὶ σή­με­ρα) στὶς 6 Δε­κεμ­βρί­ου 1894, μὲ τί­τλο «Τὸ Ὄ­νει­ρο τῆς μιᾶς ὥ­ρας». Ἀ­να­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ St. Louis Life στὶς 5 Ἰ­α­νου­α­ρί­ου 1895 μὲ δύο ἀλ­λα­γές. Τὴν τε­λευ­ταία αὐ­τὴ ἔκ­δο­ση ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ πα­ρού­σα πη­γὴ καὶ με­τά­φρα­ση.

Κέ­ιτ Σο­πέν (Kate Chopin), (1850-1904) Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα ἦ­ταν Ka­the­ri­ne O’ Fla­her­ty. Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας γαλ­λο­κα­να­δι­κῆς καὶ ἰρ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ ἐ­νη­λί­κους. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα της θε­ω­ροῦν­ται οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της Bayou Folk (1894) καὶ A night in A­ca­die (1897) κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The A­wa­ke­ning (1899) – με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ους πρό­δρο­μος τῶν φε­μι­νι­στριῶν συγ­γρα­φέ­ων τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Γε­νι­κό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο της δί­νει ἔμ­φα­ση στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ στὸν δια­ρκῆ ἀ­γώ­να τους νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν τὴ δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Νό­του τῶν ΗΠΑ στὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.

Εἰκόνα: Περι­μέ­νοντας πλάι στὸ πα­ρά­θυ­ρο. Ἔργο τοῦ Δανοῦ ζωγράφου
Carl Ho­lsøe (1863-1935).

Φω­το­γρα­φία τῆς σε­λί­δας τῆς πρώ­της δη­μοσί­ευ­σης τοῦ ἔργου στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Vogue.


			

Κέϊτ Σοπέν (Kate Chopin): Ὁ τυφλός

chopinkate-otyflos-eikona-01


Κέ­ϊτ Σο­πέν (Kate Chopin)


τυ­φλός

(The blind man)


04-omikron ΑΝΤΡΑΣ ΜΕ ΤΟ ΜΙΚΡΟ κόκ­κι­νο κου­τὶ στὸ χέ­ρι κα­τη­φό­ρι­σε ἀρ­γὰ τὸν δρό­μο. Τὸ πα­λιὸ ψά­θι­νο κα­πέ­λο του καὶ τὰ ξε­θω­ρι­α­σμέ­να ροῦ­χα του ἔ­μοια­ζαν μου­σκε­μέ­να ἀ­π’ τὴ βρο­χὴ ἀλ­λε­πάλ­λη­λες φο­ρὲς καὶ στε­γνω­μέ­να ἀ­πὸ τὸν ἥ­λιο ἄλ­λες τό­σες. Δὲν ἦ­ταν γέ­ρος, ἀλ­λὰ ἔ­δει­χνε ἀ­δύ­να­μος· καὶ περ­πα­τοῦ­σε μὲς στὸν ἥ­λιο, πά­νω στὸ ἀ­σφαλ­το­στρω­μέ­νο πε­ζο­δρό­μιο ποὺ τσου­ρού­φλι­ζε τὰ πό­δια του. Ὅ­λοι οἱ ἄν­θρω­ποι προ­τι­μοῦ­σαν τὴν ἀ­πέ­ναν­τι πλευ­ρὰ τοῦ δρό­μου, κα­θὼς περ­πα­τοῦ­σαν εὐ­χά­ρι­στα κά­τω ἀ­π’ τὸν πλού­σιο ἴ­σκιο τῶν δέν­τρων ποὺ ὑ­πῆρ­χαν ἐ­κεῖ. Ὅ­μως ὁ ἄν­τρας δὲν τὸ ἤ­ξε­ρε για­τί ἦ­ταν τυ­φλός, καὶ ἐ­πι­πλέ­ον ἀ­νό­η­τος.

           Τὸ κόκ­κι­νο κου­τὶ πε­ρι­εῖ­χε μο­λύ­βια ποὺ πά­σχι­ζε νὰ που­λή­σει. Δὲν κρα­τοῦ­σε μπα­στού­νι, ἀλ­λὰ κα­θο­δη­γοῦ­σε τὸν ἑ­αυ­τό του σέρ­νον­τας πό­τε τὸ πό­δι του πά­νω στὶς πέ­τρι­νες πλά­κες καὶ πό­τε τὸ χέ­ρι του πά­νω στὶς σι­δε­ρέ­νι­ες μπά­ρες. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ σκόν­τα­φτε στὰ σκα­λο­πά­τια κά­ποι­ου σπι­τιοῦ, τὰ ἀ­νέ­βαι­νε. Με­ρι­κὲς φο­ρές, ἀ­φοῦ κα­τόρ­θω­νε νὰ φτά­σει στὴν πόρ­τα μὲ με­γά­λη δυ­σκο­λί­α, δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ βρεῖ τὸ κου­δού­νι καὶ τό­τε κα­τέ­βαι­νε ὑ­πο­μο­νε­τι­κὰ καὶ τρα­βοῦ­σε τὸν δρό­μο του. Κά­ποι­ες σι­δε­ρέ­νι­ες ἐ­ξώ­πορ­τες ἦ­ταν κλει­δω­μέ­νες, ἀ­φοῦ οἱ ἰ­δι­ο­κτῆ­τες τῶν σπι­τι­ῶν ἔ­λει­παν σὲ δι­α­κο­πές, καὶ κεῖ­νος ξό­δευ­ε πολ­λὴ ὥ­ρα πα­λεύ­ον­τας νὰ τὶς ἀ­νοί­ξει, κά­τι ποὺ δὲν εἶ­χε ἰ­δι­αί­τε­ρη ση­μα­σί­α, κα­θὼς εἶ­χε ὅ­λο τὸν χρό­νο στὴ δι­ά­θε­σή του.

           Ὑ­πῆρ­χαν φο­ρὲς ποὺ κα­τόρ­θω­νε νὰ βρεῖ τὸ κου­δού­νι, ἀλ­λὰ ὅ­ποι­ος τύ­χαι­νε νὰ τοῦ ἀ­νοί­ξει —ἄν­τρας ἢ γυ­ναί­κα— δὲν χρει­α­ζό­ταν μο­λύ­βια, οὔ­τε καὶ κα­τά­φερ­νε νὰ τοὺς πα­ρα­κι­νή­σει ὥ­στε νὰ ἐ­νο­χλή­σουν τὴν κυ­ρί­α τοῦ σπι­τιοῦ γιὰ κά­τι τό­σο ἀ­σή­μαν­το.

           Ὁ ἄν­τρας περ­πα­τοῦ­σε πολ­λὴ ὥ­ρα καὶ εἶ­χε φτά­σει πο­λὺ μα­κριὰ δί­χως νὰ κα­τα­φέ­ρει νὰ που­λή­σει τί­πο­τα. Ἐ­κεῖ­νο τὸ πρω­ὶ κά­ποι­ος ποὺ ἐ­πι­τέ­λους εἶ­χε βα­ρε­θεῖ νὰ τὸν βλέ­πει νὰ τρι­γυ­ρί­ζει ἄ­σκο­πα τὸν ἐ­φο­δί­α­σε μ’ αὐ­τὸ τὸ κου­τὶ μὲ τὰ μο­λύ­βια καὶ τὸν ἔ­στει­λε νὰ βγά­λει τὸ ψω­μί του. Τὸν βα­σά­νι­ζε ἡ πεί­να, ποὺ τοῦ τρυ­ποῦ­σε τὸ στο­μά­χι μὲ τὰ σου­βλε­ρὰ δόν­τια της, καὶ ἡ δί­ψα ποὺ τοῦ ξέ­ραι­νε τὸ στό­μα. Ὁ ἥ­λιος τὸν ἔ­ψη­νε. Φο­ροῦ­σε πά­ρα πολ­λὰ ροῦ­χα, γι­λέ­κο καὶ παλ­τὸ πά­νω ἀ­π’ τὸ που­κά­μι­σο. Θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ τὰ εἶ­χε βγά­λει καὶ νὰ τὰ κου­βα­λά­ει στὸ χέ­ρι ἢ νὰ τὰ πε­τά­ξει· ἀλ­λὰ οὔ­τε κὰν ποὺ τοῦ πέ­ρα­σε ἀ­π’ τὸ μυα­λὸ κά­τι τέ­τοι­ο. Μιὰ κα­λὴ γυ­ναί­κα ποὺ τὸν εἶ­δε ἀ­πὸ ἕ­να πα­ρά­θυ­ρο κά­που ψη­λὰ τὸν λυ­πή­θη­κε κι εὐ­χή­θη­κε μέ­σα της νὰ δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο γιὰ νὰ πά­ει στὴ σκιά.

           Ὁ ἄν­τρας χώ­θη­κε σ’ ἕ­να στε­νὸ ὅ­που ἔ­παι­ζε μιὰ πα­ρέ­α ἐν­θου­σι­α­σμέ­νων παι­δι­ῶν κά­νον­τας φα­σα­ρί­α. Τὸ χρῶ­μα τοῦ κου­τιοῦ ποὺ κου­βα­λοῦ­σε τρά­βη­ξε τὴν προ­σο­χή τους καὶ θέ­λη­σαν νὰ δοῦν τί πε­ρι­εῖ­χε. Ἕ­να ἀ­πὸ τὰ παι­διὰ ἀ­πο­πει­ρά­θη­κε νὰ τοῦ τ’ ἁρ­πά­ξει. Αὐ­τός, ὅ­μως, προ­σπα­θών­τας ἐν­στι­κτω­δῶς νὰ προ­στα­τεύ­σει τὰ ὑ­πάρ­χον­τά του καὶ συ­νά­μα τὸ μο­να­δι­κὸ μέ­σο συν­τή­ρη­σής του, ἀν­τι­στά­θη­κε, ἔ­βα­λε τὶς φω­νὲς καὶ τὰ ἔ­βρι­σε. Κά­ποι­ος πε­ρα­στι­κὸς ἀ­στυ­νο­μι­κός, βλέ­πον­τας πὼς αὐ­τὸς ἦ­ταν ἡ αἰ­τί­α τῆς ἀ­να­τα­ρα­χῆς, τὸν τρά­βη­ξε ἀ­π’ τὸ κο­λά­ρο βί­αι­α· μό­λις, ὅ­μως, ἀν­τι­λή­φθη­κε ὅ­τι ἦ­ταν τυ­φλός, σκέ­φτη­κε μὲ σύ­νε­ση κι ἀ­πέ­φυ­γε νὰ τὸν χτυ­πή­σει ἀ­πο­μα­κρύ­νον­τάς τον. Ἐ­κεῖ­νος συ­νέ­χι­σε νὰ περ­πα­τᾶ μὲς στὸν ἥ­λιο.

           Κα­τὰ τὴ διά­ρκεια τῆς ἄ­σκο­πης πε­ρι­πλά­νη­σής του ἔ­στρι­ψε σ’ ἕ­ναν δρό­μο ὅ­που κι­νοῦν­ταν πά­νω κά­τω τε­ρα­τώ­δη τρὰμ μ’ ἐκ­κω­φαν­τι­κὸ θό­ρυ­βο, κου­δου­νί­ζον­τας τὰ καμ­πα­νά­κια τους καὶ κά­νον­τας κυ­ρι­ο­λε­κτι­κὰ τὸ ἔ­δα­φος νὰ τρέ­μει κά­τω ἀ­πὸ τὰ πό­δια του ἐ­ξαι­τί­ας τῆς τρο­με­ρῆς ὁρ­μῆς τους. Ἐ­κεῖ­νος ἄρ­χι­σε νὰ δι­α­σχί­ζει τὸν δρό­μο.

           Τό­τε συ­νέ­βη κά­τι – κά­τι τρο­με­ρὸ ποὺ ἔ­κα­νε τὶς γυ­ναῖ­κες νὰ λι­πο­θυ­μοῦν καὶ τοὺς πιὸ δυ­να­τοὺς ἀ­πὸ τοὺς ἄν­τρες ποὺ τὸ εἶ­δαν νὰ λι­πο­ψυ­χοῦν καὶ νὰ ζα­λί­ζον­ται. Τὰ χεί­λη τοῦ ὁ­δη­γοῦ ἦ­ταν γκρί­ζα ὅ­πως καὶ τὸ πρό­σω­πό του, γιὰ τὴν ἀ­κρί­βεια στα­χτογ­κρί­ζα κι αὐ­τὸς τραν­τα­ζό­ταν κι ἔ­τρε­με ἀ­πὸ τὴν ὑ­πε­ράν­θρω­πη προ­σπά­θεια ποὺ εἶ­χε κα­τα­βά­λει νὰ στα­μα­τή­σει τὸ αὐ­το­κί­νη­το. Ἄ­ρα­γε πῶς ἀλ­λι­ῶς νὰ εἶ­χαν μα­ζευ­τεῖ τὰ πλή­θη τό­σο ξαφ­νι­κά, ἂν ὄ­χι διὰ μα­γεί­ας; Ἀ­γό­ρια ποὺ ἔ­τρε­χαν, γυ­ναῖ­κες καὶ ἄν­τρες συν­τε­τριμ­μέ­νοι πά­νω στὸ τι­μό­νι τους κοι­τοῦ­σαν τὴν ἀ­πο­τρό­παι­α θέ­α: για­τροὶ ποὺ ἔ­σπευ­δαν μὲ τ’ ἁ­μα­ξά­κια κα­θο­δη­γη­μέ­νοι, λές, ἀ­πὸ τὴ Θεί­α Πρό­νοι­α.

           Καὶ ὁ τρό­μος κο­ρυ­φώ­θη­κε ὅ­ταν ὁ κό­σμος ἀ­να­γνώ­ρι­σε στὴ νε­κρὴ κι ἀ­κρω­τη­ρι­α­σμέ­νη φι­γού­ρα ἕ­ναν ἀ­πὸ τοὺς πλου­σι­ό­τε­ρους, ἰ­σχυ­ρό­τε­ρους καὶ πιὸ χρή­σι­μους γιὰ τὴν κοι­νω­νί­α ἄν­τρες τῆς πό­λης,  ἄν­τρα ποὺ δι­α­κρι­νό­ταν γιὰ τὴ σύ­νε­ση καὶ τὴν προ­νο­η­τι­κό­τη­τά του. Δὲν ἦ­ταν δυ­να­τὸν νὰ τοῦ εἶ­χε ἐ­πι­φυ­λά­ξει ἡ μοί­ρα ἕ­να τό­σο φρι­κτὸ τέ­λος. Ἔ­φευ­γε βι­α­στι­κὸς ἀ­πὸ τὴν ἐ­ται­ρί­α του, μιὰ καὶ εἶ­χε ἀρ­γή­σει, γιὰ νὰ βρε­θεῖ μὲ τὴν οἰ­κο­γέ­νειά του, ποὺ ἐ­πρό­κει­το νὰ ξε­κι­νή­σει σὲ μιὰ δυ­ὸ ὧ­ρες γιὰ τὸ ἐ­ξο­χι­κό τους στὴν ἀ­κτὴ τοῦ Ἀ­τλαν­τι­κοῦ. Στὴ βι­α­σύ­νη του δὲν ἀν­τι­λή­φθη­κε τὸ αὐ­το­κί­νη­το ποὺ ἐρ­χό­ταν ἀ­πὸ τὴν ἀν­τί­θε­τη κα­τεύ­θυν­ση κι ἐ­πα­να­λή­φθη­κε τὸ σύ­νη­θες καὶ σπα­ρα­ξι­κάρ­διο συμ­βάν. Ὁ τυ­φλὸς δὲν ἤ­ξε­ρε τὴν αἰ­τί­α ὅ­λης αὐ­τῆς τῆς ἀ­να­στά­τω­σης. Εἶ­χε δι­α­σχί­σει τὸν δρό­μο καὶ στε­κό­ταν ἐ­κεῖ, σκον­τά­φτον­τας μὲς στὸν ἥ­λιο, σέρ­νον­τας τὸ πό­δι του πά­νω στὶς πλά­κες τοῦ πε­ζο­δρο­μί­ου.


Bonsai-03c-GiaIstologio-04

Πη­γή: Πρω­το­δη­μο­σι­εύ­τη­κε στὸ πε­ρι­ο­δι­κὸ Vogue στὶς 13 Μα­ΐ­ου 1897. Βλ. Ka­te Chopin, A Vo­ca­tion and a Voi­ce, Sto­ries (Pen­guin Clas­sics, 1991)

καὶ

http://www.flashfictiononline.com/fpublic0028-blind-man-kate-chopin.html

Κέ­ιτ Σο­πέν (Kate Chopin, (1850-1904) Τὸ πραγ­μα­τι­κό της ὄ­νο­μα ἦ­ταν Katherine O’ Flaherty. Ἀ­με­ρι­κα­νί­δα συγ­γρα­φέ­ας γαλ­λο­κα­να­δι­κῆς καὶ ἰρ­λαν­δι­κῆς κα­τα­γω­γῆς. Ἔ­γρα­ψε δι­η­γή­μα­τα γιὰ παι­διὰ καὶ ἐ­νη­λί­κους. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρα ἔρ­γα της θε­ω­ροῦν­ται οἱ συλ­λο­γὲς δι­η­γη­μά­των της Bayou Folk (1894) καὶ A night in A­ca­die (1897) κα­θὼς καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα The A­wa­ke­ning (1899) – με­τα­φρα­σμέ­νο καὶ στὰ ἑλ­λη­νι­κά. Θε­ω­ρεῖ­ται ἀ­πὸ κά­ποι­ους πρό­δρο­μος τῶν φε­μι­νι­στριῶν συγ­γρα­φέ­ων τοῦ 20ου αἰ­ώ­να. Γε­νι­κό­τε­ρα στὸ ἔρ­γο της δί­νει ἔμ­φα­ση στὴ ζω­ὴ τῶν γυ­ναι­κῶν καὶ στὸν δια­ρκῆ ἀ­γώ­να τους νὰ δη­μι­ουρ­γή­σουν τὴ δι­κή τους ταυ­τό­τη­τα στὴν κοι­νω­νί­α τοῦ Νό­του τῶν ΗΠΑ στὰ τέ­λη τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικά:

Ἀν­τω­νί­α Πα­σχα­λί­δου. Σπού­δα­σε Ἀγ­γλι­κὴ Φι­λο­λο­γί­α στὸ Πα­νε­πι­στή­μιο τῆς Ἀ­θή­νας καὶ Ἰ­τα­λι­κὴ Γλώσ­σα καὶ Με­τά­φρα­ση στὸ Ἰ­τα­λι­κὸ Ἰν­στι­τοῦ­το τῆς ἴ­διας πό­λης. Ἐ­πί­σης Με­τά­φρα­ση στὸ Ε.ΚΕ.ΜΕ.Λ κατὰ τὴ δι­ε­τί­α 2004-2006. Ἐρ­γά­ζε­ται στὴν Πρω­το­βάθ­μια Ἐκ­παί­δευ­ση καὶ ὡς με­τα­φρά­στρια.