Γουίλα Κάθερ (Willa Cather): Πίτερ

 

 

ΓουίλαΚάθερ (Willa Cather)

 

Πίτερ

(Peter)

 

ΧΙ, ΑΝΤΟΝ, σοῦ τὸ εἶ­πα πολ­λὲς φο­ρές, ὄ­χι, δὲ θὰ τὸ που­λή­σεις μέ­χρι νὰ πε­θά­νω.»

«Μὰ χρει­ά­ζο­μαι λε­φτά· ἐ­σέ­να τί σοῦ χρη­σι­μεύ­ει τὸ πα­λιὸ βι­ο­λί; Μέ­χρι καὶ τὰ κο­ρά­κια γε­λοῦν μα­ζί σου, ὅ­ταν πᾶς νὰ παί­ξεις. Τὸ χέ­ρι σου τρέ­μει τό­σο ποὺ κα­λὰ-κα­λὰ δὲν μπο­ρεῖς νὰ κρα­τή­σεις τὸ δο­ξά­ρι. Θὰ ’ρ­θεῖς μα­ζί μου αὔ­ριο στὸν Μπλοὺ νὰ κό­ψεις ξύ­λα. Καὶ κοί­τα νὰ ση­κω­θεῖς νω­ρίς.»

       «Τὴν Κυ­ρια­κή, Ἄν­τον; Καὶ μὲ τέ­τοι­ο κρύ­ο; Κρυ­ώ­νω πο­λύ, παι­δί μου, ἂς μὴν πᾶ­με αὔ­ριο.»

       «Ναί, αὔ­ριο, γε­ρο­τεμ­πέ­λη. Δὲν κό­βω ἐ­γὼ ξύ­λα τὴν Κυ­ρια­κή; Μὲ νοιά­ζει ἐ­μέ­να ἂν κά­νει κρύ­ο; Καὶ ξύ­λο θὰ κό­ψεις καὶ θὰ τὸ κου­βα­λή­σεις, κι ὅ­σο γιὰ τὸ βι­ο­λί, σοῦ λέ­ω ὅ­τι θὲς-δὲ θὲς ἐ­γὼ θὰ τὸ που­λή­σω.» Ὁ Ἄν­τον κα­τέ­βα­σε τὸ κου­ρε­λι­ά­ρι­κο κα­πέ­λο του ὣς τὰ πυ­κνά του φρύ­δια καὶ βγῆ­κε. Ὁ γέ­ρος τρά­βη­ξε τὸ σκα­μνὶ πιὸ κον­τὰ στὴ φω­τιά. Κά­θι­σε καὶ χά­ι­δε­ψε τὸ βι­ο­λί του μὲ τρε­μά­με­να δά­χτυ­λα, ψι­θυ­ρί­ζον­τας: «Ὄ­χι ὅ­σο ζῶ, ὄ­χι ὅ­σο ζῶ.»

       Ὁ Πί­τερ Σάν­τε­λακ μὲ τὴ γυ­ναί­κα του ἦρ­θαν ἐ­δῶ πρὶν πέν­τε χρό­νια, μα­ζὶ μὲ τὸν πρω­τό­το­κο γιό τους, τὸν Ἄν­τον, καὶ ἀ­μέ­τρη­τους νε­α­ρό­τε­ρους Σάν­τε­λακ· ἦρ­θαν ἐ­δῶ, στὸ πιὸ φρι­κτὸ μέ­ρος τῆς νο­τι­ο­δυ­τι­κῆς Νεμ­πρά­σκα, κι ἀ­γό­ρα­σαν μιὰ φάρ­μα. Ὁ Ἄν­τον ἦ­ταν ὁ ἀ­δι­α­φι­λο­νί­κη­τος ἀρ­χη­γὸς τοῦ ἀ­γρο­κτή­μα­τος. Ὁ κό­σμος ἔ­λε­γε ὅ­τι ἦ­ταν προι­κι­σμέ­νος νέ­ος καὶ πὼς θὰ τὰ κα­τά­φερ­νε μιὰ χα­ρά. Τὸ ὅ­τι ἦ­ταν μο­χθη­ρὸς καὶ ἀ­να­ξι­ό­πι­στος τὸ ἤ­ξε­ραν ὅ­λοι, ἀλ­λὰ τοὺς ἦ­ταν ἀ­δι­ά­φο­ρο. Καλ­λι­ερ­γοῦ­σε κα­λαμ­πό­κι κα­λύ­τε­ρα ἀ­πὸ ὁ­ποι­ον­δή­πο­τε στὴν κο­μη­τεί­α καὶ τὸ σι­τά­ρι του ἀ­πέ­δι­δε πάν­τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­π’ ὅ,τι τῶν ἄλ­λων.

       Γιὰ τὸν Πί­τερ κα­νέ­νας δὲν ἤ­ξε­ρε πολ­λά, κι οὔ­τε καὶ εἶ­χε καὶ κα­μιὰ κα­λὴ κου­βέν­τα. Κά­θε φο­ρὰ ποὺ ἔ­βρι­σκε εὐ­και­ρί­α καὶ ξέ­φευ­γε ἀ­π’ τὴν προ­σο­χὴ τοῦ Ἄν­τον, ἔ­τρε­χε νὰ βά­λει ἐ­νέ­χυ­ρο τὸ κα­πέ­λο ἢ τὸ παλ­τό του καὶ νὰ με­θύ­σει. Μό­νο δύ­ο πράγ­μα­τα δὲν θά ’­δι­νε πο­τὲ γιὰ ἐ­νέ­χυ­ρο – τὴν πί­πα καὶ τὸ βιο­λί του. Ἦ­ταν ἕ­νας νω­θρός, ἀ­φη­ρη­μέ­νος γε­ρον­τά­κος ποὺ προ­τι­μοῦ­σε νὰ παί­ζει βι­ο­λὶ πα­ρὰ νὰ ὀρ­γώ­νει – ἂν καὶ ὁ Ἄν­τον δὲν ἄ­φη­νε κα­νέ­ναν τῆς οἰ­κο­γέ­νειας νὰ κά­θε­ται χω­ρὶς νὰ δου­λεύ­ει, καὶ μά­λι­στα ἀρ­κε­τά. Στὸ σπί­τι ποὺ δι­ηύ­θυ­νε ὁ Ἄν­τον ὅ­λοι —ἀ­πὸ τὸ τρι­ῶν ἐ­τῶν ἀ­γο­ρά­κι μέ­χρι τὸν ἑ­ξην­τά­χρο­νο ἡ­λι­κι­ω­μέ­νο— ἔ­πρε­πε νὰ κερ­δί­ζουν τὸ ψω­μί τους. Πα­ρό­λ’ αὐ­τά, ὁ κό­σμος ἔ­λε­γε ὅ­τι ὁ Πί­τερ ἦ­ταν ἕ­νας ἄ­χρη­στος καὶ με­γά­λο βά­ρος γιὰ τὸ γιό του τὸν Ἄν­τον, ὁ ὁ­ποῖ­ος δὲν ἔ­πι­νε πο­τὲ καὶ ἦ­ταν πο­λὺ κα­λύ­τε­ρος ἄν­θρω­πος ἀ­π’ ὅ,τι ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του σ’ ὅ­λη του τὴ ζω­ή. Τὸν Πί­τερ δὲν τὸν ἔ­νοια­ζε τί ἔ­λε­γαν. Δὲν τοῦ ἄ­ρε­σε οὔ­τε ἡ χώ­ρα οὔ­τε οἱ ἄν­θρω­ποι, καὶ λι­γό­τε­ρο ἀ­π’ ὅ­λα τοῦ ἄ­ρε­σε τὸ ὄρ­γω­μα. Νο­σταλ­γοῦ­σε πο­λὺ τὴ Βο­η­μί­α. Πο­λὺ και­ρὸ πρὶν —μό­νο ὀ­κτὼ χρό­νια ἔ­λε­γε τὸ ἡ­με­ρο­λό­γιο, ἀλ­λὰ γιὰ τὸν Πί­τερ ἦ­ταν σὰν ὀ­κτὼ αἰ­ῶ­νες— ἦ­ταν τὸ δεύ­τε­ρο βι­ο­λὶ στὸ πε­ρί­φη­μο θέ­α­τρο τῆς Πρά­γας. Εἶ­χε ἀ­σχο­λη­θεῖ μὲ τὸ θέ­α­τρο ἀ­πὸ πο­λὺ μι­κρὸς καὶ πέ­ρα­σε σ’ αὐ­τὴ τὴ δου­λειὰ ὁ­λό­κλη­ρη τὴ ζω­ή του, ὥ­σπου τοῦ ἐμ­φα­νί­στη­κε ξαφ­νι­κὰ ἕ­να εἶ­δος πα­ρά­λυ­σης καὶ τὸ χέ­ρι του ἐ­ξα­σθέ­νη­σε τό­σο ποὺ δὲν μπο­ροῦ­σε πιὰ νὰ χει­ρι­στεῖ τὸ δο­ξά­ρι ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κά. Τό­τε τοῦ εἶ­παν ὅ­τι μπο­ρεῖ νὰ φύ­γει. Τί ὡ­ραῖ­ες ἐ­κεῖ­νες οἱ μέ­ρες στὸ θέ­α­τρο! Τὸ κρα­σὶ ἔ­ρε­ε ἄ­φθο­νο τό­τε, ὁ Πί­τερ φο­ροῦ­σε κά­θε βρά­δυ μα­κρὺ παλ­τὸ καὶ πάν­το­τε με­τὰ τὴν πα­ρά­στα­ση γί­νον­ταν πάρ­τι. Κι ἂν μπο­ροῦ­σε νὰ παί­ξει κα­λά, ἄχ, ἂν μπο­ροῦ­σε λέ­ει! Δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ δι­α­βά­σει κα­λὰ νό­τες, ὁ­πό­τε δὲν ἔ­παι­ζε πρῶ­το βι­ο­λί· ὅ­μως τὸ ἄγ­γιγ­μά του, εἶ­χε πράγ­μα­τι ἕ­να ἰ­δι­αί­τε­ρο ἄγ­γιγ­μα, ἔ­τσι εἶ­χε πεῖ ὁ Χὲρ Μί­κιλ­σντοφ, ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τῆς ὀρ­χή­στρας. Κα­μιὰ φο­ρὰ πλέ­ον ὁ Πί­τερ σκε­φτό­ταν ὅ­τι θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ ὀρ­γώ­σει κα­λύ­τε­ρα, ἂν μο­νά­χα μπο­ροῦ­σε νὰ κρα­τή­σει τὸ δο­ξά­ρι ὅ­πως τό­τε. Εἶ­χε δεῖ ἐ­κεῖ ὅ­λες τὶς ὡ­ραῖ­ες γυ­ναῖ­κες τοῦ κό­σμου, ὅ­λους τοὺς με­γά­λους τρα­γου­δι­στὲς καὶ μου­σι­κούς. Ἦ­ταν μέ­λος τῆς ὀρ­χή­στρας ὅ­ταν ἔ­παι­ξε ἡ Ρα­κέλ, καὶ ἄ­κου­σε τὸν Λὶστ νὰ παί­ζει τὴ μέ­ρα ποὺ ἡ Κό­μισ­σα ντ’ Ἀγ­κοὺ ἀ­νέ­βη­κε στὴ σκη­νὴ κι ἔ­ρα­νε τὸ με­γά­λο συν­θέ­τη μὲ λευ­κὰ κρί­να. Κά­πο­τε μιὰ Γαλ­λί­δα ἦρ­θε κι ἔ­παι­ξε γιὰ βδο­μά­δες, δὲν θυ­μό­ταν πιὰ τὸ ὄ­νο­μά της. Δὲν θυ­μό­ταν κα­λὰ οὔ­τε τὸ πρό­σω­πό της, για­τί ἄλ­λα­ζε – κά­θε φο­ρὰ ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κό. Ἀλ­λὰ τὴν ὀ­μορ­φιὰ τοῦ προ­σώ­που καὶ τὴ με­γά­λη δί­ψα τῶν ἀν­δρῶν, ὅ­ταν τὸ ἀν­τί­κρι­ζαν – αὐ­τὰ τὰ θυ­μό­ταν. Πιὸ πο­λὺ ἀ­π’ ὅ­λα θυ­μό­ταν τὴ φω­νή της. Δὲν ἤ­ξε­ρε γαλ­λι­κὰ καὶ δὲν κα­τα­λά­βαι­νε λέ­ξη ἀ­π’ ὅ­σα ἔ­λε­γε, ἀλ­λὰ τοῦ φαι­νό­ταν ὅ­τι πρέ­πει νὰ μι­λοῦ­σε γιὰ τὴ μου­σι­κὴ τοῦ Σο­πέν. Καὶ τὴ φω­νή της πί­στευ­ε ὅ­τι καὶ στὸν ἄλ­λο κό­σμο θὰ τὴν ἀ­να­γνώ­ρι­ζε. Τὴν τε­λευ­ταί­α νύ­χτα ἔ­παι­ξε σ’ ἕ­να ἔρ­γο, στὸ ὁ­ποῖ­ο ἕ­νας ἄν­δρας ἄγ­γι­ζε τὸ χέ­ρι της κι ἐ­κεί­νη τὸν μα­χαί­ρω­νε. Κα­θὼς ὁ Πί­τερ κα­θό­ταν μὲ τὸ βιο­λί του στὰ γό­να­τα ἀ­νά­με­σα στὶς φυ­σοῦ­νες τοῦ κα­πνοῦ, κά­τω ἀ­πὸ τοὺς προ­βο­λεῖς τῆς σκη­νῆς, καὶ τὴν κοι­τοῦ­σε ψη­λὰ στὸ σα­νί­δι, σκε­φτό­ταν ὅ­τι θά ’­θε­λε νὰ πε­θά­νει κι αὐ­τός, ἂν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀγ­γί­ξει ἔ­στω μιὰ φο­ρὰ τὸ χέ­ρι της κι ἔ­πει­τα ἂς τὸν μα­χαι­ρώ­σει. Ἐ­κεῖ­νο τὸ βρά­δυ ὁ Πί­τερ γύ­ρι­σε στὴ γυ­ναί­κα του στου­πὶ στὸ με­θύ­σι. Ἀ­κό­μα κι ἐ­κεῖ­νον τὸν και­ρὸ ἦ­ταν ἕ­νας ἐ­λα­φρό­μυα­λος ποὺ τὸν ἔ­νοια­ζαν μό­νο ἡ μου­σι­κὴ καὶ τὰ ὡ­ραῖ­α πρό­σω­πα.

       Ὅ­λα ἦ­ταν πλέ­ον δι­α­φο­ρε­τι­κά. Δὲν τοῦ βρι­σκό­ταν κα­θό­λου πο­τὸ καὶ λί­γο μό­νο φαΐ, κι ἐ­δῶ δὲν ὑ­πῆρ­χε πα­ρὰ μό­νο ἥ­λιος, γρα­σί­δι καὶ οὐ­ρα­νός. Εἶ­χε ξε­χά­σει σχε­δὸν τὰ πάν­τα, ὅ­μως ὁ­ρι­σμέ­να πράγ­μα­τα τὰ θυ­μό­ταν ἀ­κό­μα. Ἀ­γα­ποῦ­σε τὸ βι­ο­λί του καὶ τὴν Πα­να­γί­α, καὶ πά­νω ἀπ΄ ὅ­λα φο­βό­ταν τὸν Δι­ά­βο­λο καὶ τὸ γιό του τὸν Ἄν­τον.

       Ἡ φω­τιὰ ἦ­ταν ἀ­σθε­νι­κὴ κι ἔ­πια­σε κρύ­ο. Ὁ Πί­τερ ὡ­στό­σο κα­θό­ταν πλά­ι της καὶ ἀ­να­πο­λοῦ­σε τὸ πα­ρελ­θόν. Δὲν τολ­μοῦ­σε νὰ ρί­ξει κι ἄλ­λα κο­τσά­νια ἀ­πὸ κα­λαμ­πό­κι στὴ φω­τιά· ὁ Ἄν­τον θὰ θύ­μω­νε. Δὲν ἤ­θε­λε νὰ κό­ψει ξύ­λα αὔ­ριο, ξη­μέ­ρω­νε Κυ­ρια­κὴ κι ἤ­θε­λε νὰ πά­ει στὴ Λει­τουρ­γί­α. Ἴ­σως ὁ Ἄν­τον τὸν ἄ­φη­νε. Ἔ­βα­λε κά­τω ἀ­π’ τὸ ρυ­τι­δι­α­σμέ­νο σα­γό­νι του τὸ βι­ο­λὶ καὶ τὰ λευ­κά του μαλ­λιὰ χύ­θη­καν πά­νω του. Ἄρ­χι­σε νὰ παί­ζει τὸ «Ave Maria». Τὸ χέ­ρι του ἔ­τρε­με πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­πὸ πο­τέ, ὥ­σπου τε­λι­κὰ δὲν μπο­ροῦ­σε νὰ χει­ρι­στεῖ κα­θό­λου τὸ δο­ξά­ρι. Ὁ Πί­τερ ἔ­μει­νε γιὰ λί­γο ἀ­κί­νη­τος, ἔκ­πλη­κτος, ὕ­στε­ρα ση­κώ­θη­κε, πῆ­ρε τὸ βι­ο­λί, βγῆ­κε στὰ κλε­φτὰ καὶ μπῆ­κε στὸν πα­λιὸ στά­βλο. Ξε­κρέ­μα­σε τὸ του­φέ­κι τοῦ Ἄν­τον ἀ­πὸ τὸ καρ­φί του καὶ τὸ ὅ­πλι­σε ὑ­πὸ τὴ δέ­σμη τοῦ σε­λη­νό­φω­τος ποὺ ἔμ­παι­νε ἀ­π’ τὴν πόρ­τα. Κά­θι­σε στὸ χῶ­μα κι ἔ­γει­ρε στὸν χω­μά­τι­νο τοῖ­χο. Ἄ­κου­σε τὸ μα­κρι­νὸ ἀ­λύ­χτι­σμα τῶν λύ­κων καὶ τὸ νυ­χτε­ρι­νὸ ἄ­νε­μο ποὺ οὔρ­λια­ζε πα­ρα­σέρ­νον­τας τὰ πάν­τα στὸ πέ­ρα­σμά του πά­νω ἀ­π’ τὸ χι­ό­νι. Κον­τά του, στὸ σκο­τά­δι, ἄ­κου­γε τὴν ἀ­νά­σα τῶν ἀ­λό­γων μὲ τὸ στα­θε­ρό της ρυθ­μό. Ἀ­κούμ­πη­σε τὸν ἐ­σταυ­ρω­μέ­νο του στὴν καρ­διά του, σταύ­ρω­σε τὰ δά­χτυ­λά του καὶ εἶ­πε σπα­στὰ τὶς μο­να­δι­κὲς λέ­ξεις ποὺ ἤ­ξε­ρε στὰ λα­τι­νι­κά: «P­a­t­er n­o­s­t­er, q­ui en c­a­e­l­um e­st». Τό­τε σή­κω­σε τὸ κε­φά­λι καὶ ἀ­να­στέ­να­ξε: «Οὔ­τε ἕ­να κρέ­ου­ζερ δὲν θὰ τοὺς πλη­ρώ­σει ὁ Ἄν­τον γιὰ νὰ προ­σευ­χη­θοῦν γιὰ τὴν ψυ­χή μου, οὔ­τε ἕ­να κρέ­ου­ζερ, εἶ­ναι πο­λὺ προ­σε­κτι­κὸς μὲ τὰ λε­φτά του, ἔ­τσι εἶ­ναι ὁ Ἄν­τον, δὲν τὰ χα­λά­ει στὸ πο­τό, εἶ­ναι κα­λύ­τε­ρος ἄν­θρω­πος ἀ­πὸ μέ­να, ἀλ­λὰ σκλη­ρὸς κα­μιὰ φο­ρά. Βά­ζει τὰ κο­ρί­τσια νὰ δου­λεύ­ουν πο­λὺ σκλη­ρά, οἱ γυ­ναῖ­κες δὲν πρέ­πει νὰ δου­λεύ­ουν ἔ­τσι. Ὅ­μως ἐ­σέ­να δὲν θὰ σὲ που­λή­σει, βι­ο­λί μου, δὲν μπο­ρῶ νὰ σὲ παί­ξω, ἀλ­λὰ δὲ θὰ μᾶς χω­ρί­σουν. Ὅ­λα τὰ εἴ­δα­με μα­ζὶ καὶ ὅ­λα, καὶ τὴ Γαλ­λί­δα κι ὅ­λα τὰ ὑ­πό­λοι­πα, μα­ζὶ θὰ τὰ ξε­χά­σου­με.» Κρά­τη­σε γιὰ μιὰ στιγ­μὴ τὸ βι­ο­λὶ κά­τω ἀ­π’ τὸ σα­γό­νι του, στὴ θέ­ση ποὺ τὸ εἶ­χε ἀ­κουμ­πή­σει τό­σες φο­ρές, ὕ­στε­ρα τὸ ἔ­βα­λε στὸ γό­να­τό του καὶ τὸ ἔ­σπα­σε στὰ δύ­ο. Ἔ­βγα­λε τὴν πα­λιά του μπό­τα, στε­ρέ­ω­σε ἀ­νά­με­σα στὰ γό­να­τά του τὸ ὅ­πλο μὲ τὴν κά­νη πά­νω στὸ μέ­τω­πό του καὶ πά­τη­σε τὴ σκαν­δά­λη μὲ τὸ με­γά­λο δά­χτυ­λο τοῦ πο­διοῦ του.

       Τὸ πρω­ὶ ὁ Ἄν­τον τὸν βρῆ­κε ἄ­καμ­πτο, τε­λεί­ως πα­γω­μέ­νο, μέ­σα σὲ μιὰ λί­μνη αἵ­μα­τος. Δὲν μπο­ροῦ­σαν νὰ τὸν ἰ­σι­ώ­σουν γιὰ νὰ τὸν χω­ρέ­σουν σὲ φέ­ρε­τρο, ὁ­πό­τε τὸν ἔ­θα­ψαν σ’ ἕ­να κου­τὶ ἀ­πὸ πευ­κό­ξυ­λο. Πρὶν τὴν κη­δεί­α, ὁ Ἄν­τον πῆ­γε στὴν πό­λη τὸ δο­ξά­ρι – ὁ Πί­τερ εἶ­χε ξε­χά­σει νὰ τὸ σπά­σει. Ὁ Ἄν­τον ἦ­ταν πο­λὺ οἰ­κο­νό­μος καὶ κα­λύ­τε­ρος ἄν­θρω­πος ἀ­π’ ὅ,τι ἦ­ταν ὁ πα­τέ­ρας του σ’ ὅ­λη του τὴ ζω­ή.

 

Ση­μει­ώ­σεις:

Μπλού: Πο­τα­μὸς ποὺ δι­α­τρέ­χει τὴ νό­τια Νεμ­πρά­σκα.

Ρα­κέλ (E­l­i­z­a­b­e­th-R­a­c­h­el F­e­l­ix, πιὸ γνω­στὴ ὡς M­a­d­e­m­o­i­s­e­l­le R­a­c­h­el): Πε­ρί­φη­μη Γαλ­λί­δα ἠ­θο­ποι­ὸς τοῦ 19ου αἰ­ώ­να.

Κό­μισ­σα ντ’ Ἀγ­κού: Γαλ­λί­δα ἀ­ρι­στο­κρά­τισ­σα καὶ συγ­γρα­φέ­ας, ἐ­ρω­μέ­νη τοῦ συν­θέ­τη Φρὰν­τς Λί­στ.

Κρέ­ου­ζερ: Νό­μι­σμα ποὺ χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ταν ἀ­πὸ τὸν 16ο ὣς τὸν 19ο αἰ­ώ­να στὰ γερ­μα­νι­κὰ κρα­τί­δια καὶ τὴν Αὐ­στρο­ουγ­γα­ρί­α.

 

 

Πηγή: The Willa Cather Archive (http://cather.unl.edu). Πρώ­τη δη­μο­σί­ευ­ση: πε­ρι­ο­δι­κό The Mahogany Tree, 21 Μαΐου 1892.

 

Γου­ί­λαΚά­θερ (Willa Cather) (Βιρ­τζί­νια, 1873 – Νέ­α Ὑ­όρ­κη, 1947): Ἡ Γου­ί­λα Κά­θερ εἶ­ναι μιὰ ἀ­πὸ τὶς κο­ρυ­φαῖ­ες ἀ­με­ρι­κα­νί­δες πε­ζο­γρά­φους τοῦ πρώ­του μι­σοῦ τοῦ 20οῦ αἰ­ώ­να. Ἐρ­γά­στη­κε ὡς δη­μο­σι­ο­γρά­φος. Ἔ­γρα­ψε ποι­ή­μα­τα, δι­η­γή­μα­τα καὶ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα. Τὸ ἔρ­γο της δι­α­κρί­νε­ται γιὰ τὸ λι­τό, ἀ­πο­στα­σι­ο­ποι­η­μέ­νο ὕ­φος του καὶ τὴν κα­τα­γρα­φὴ τῆς κα­θη­με­ρι­νό­τη­τας τῆς εὐ­ρύ­τε­ρης πε­ρι­ο­χῆς τῆς Νεμ­πρά­σκα, ὅ­που με­γά­λω­σε. Ση­μαν­τι­κό­τε­ρο ἔρ­γο τῆς θε­ω­ρεῖ­ται ἡ «Τρι­λο­γί­α τοῦ λι­βα­διοῦ» («T­he P­r­a­i­r­ie T­r­i­l­o­gy»­), ποὺ ἀ­πο­τε­λεῖ­ται ἀ­πὸ τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τα O P­i­o­n­e­e­rs! (1913), T­he S­o­ng of t­he L­a­rk (1915), καὶ My A­n­t­o­n­ia (1918). Τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της O­ne of o­u­rs τι­μή­θη­κε μὲ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ τὸ 1923. Ἱ­κα­νὴ πε­ζο­γρά­φος καὶ δυ­να­μι­κὴ προ­σω­πι­κό­τη­τα, ἡ Κά­θερ ἄ­φη­σε τὴ σφρα­γί­δα της στὴν ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ λο­γο­τε­χνί­α τοῦ πε­ρα­σμέ­νου αἰ­ώ­να. Στὰ ἑλ­λη­νι­κὰ κυ­κλο­φο­ροῦν τὰ μυ­θι­στο­ρή­μα­τά της Ὁ ἐ­πί­σκο­πος τοῦ Σάν­τα Ρέ (με­τά­φρα­ση: Δη­μή­τρης Οἰ­κο­νο­μί­δης, ἐκ­δό­σεις Πε­χλι­βα­νί­δης, [1955]­), Μιὰ χα­μέ­νη κυ­ρί­α (με­τά­φρα­ση: Τζέ­νη Γα­βα­λά­κη, ἐκ­δό­σεις Ἀ­στάρ­τη, 1991) καὶ Ὁ θα­νά­σι­μος ἐ­χθρός μου (με­τά­φρα­ση: Κα­τε­ρί­να Σχι­νᾶ, ἐκ­δό­σεις Νε­φέ­λη, 1998). Ση­μει­ώ­νε­ται ὅ­τι γιὰ πρώ­τη φο­ρὰ ἔρ­γο τῆς Κά­θερ ἐκ­δό­θη­κε στὴν Ἑλ­λά­δα τὸ 1954 –πρό­κει­ται γιὰ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μα Ἡ Ἀν­τω­νί­α μου, σὲ με­τά­φρα­ση Βού­λας Δα­μι­α­νά­κου, ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Ἵ­κα­ρος, ποὺ ὅ­μως δὲν κυ­κλο­φο­ρεῖ πιά. Ὁ «Πί­τερ» εἶ­ναι τὸ πρῶ­το δι­ή­γη­μα ποὺ δη­μο­σί­ευ­σε ἡ Κά­θερ, σὲ ἡ­λι­κί­α μό­λις 19 ἐ­τῶν.

 

Με­τά­φρα­ση ἀ­πὸ τὰ ἀγ­γλι­κά:

Γιά­ννης Πα­λα­βός (Βελ­βεν­τὸ Κο­ζά­νης, 1980). Σπού­δα­σε δη­μο­σι­ο­γρα­φί­α στὸ ΑΠΘ καὶ πο­λι­τι­στι­κὴ δι­α­χεί­ρι­ση στὸ Πάν­τει­ο. Τὸ 2007 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὴν I­n­t­ro B­o­o­ks ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των του Ἀ­λη­θι­νὴ Ἀ­γά­πη καὶ ἄλ­λες ἱ­στο­ρί­ες. Τὸ 2009 κυ­κλο­φό­ρη­σε ἀ­πὸ τὶς ἐκ­δό­σεις Τό­πος τὸ βι­βλί­ο Σὰν Ἀν­γκρε / Τὰ δά­κρυ­α τῆς Φὸν Μπρά­ουν, ποὺ ἔ­γρα­ψε μα­ζὶ μὲ τὸν Σω­τή­ρη Μπαμ­πα­τζι­μό­που­λο. Δι­η­γή­μα­τα καὶ με­τα­φρά­σεις του ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ πε­ρι­ο­δι­κὰ Τὸ Δέν­τρο, Ἐν­τευ­κτή­ριο, (Δε)κα­τά, Ἡ Πα­ρέμ­βα­ση, e-p­o­e­ma κ.ἄ.