Ἔιμι Μπέντερ (Aimee Bender): Μνημονικό

 

 

Ἔι­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender)

 

Μνη­μο­νι­κό

(The Rememberer)

 

ΕΡΑΣΤΗΣ ΜΟΥ βι­ώ­νει ἀν­τί­στρο­φη ἐ­ξέ­λι­ξη. Δὲν τὸ λέ­ω σὲ κα­νέ­ναν. Δὲν ξέ­ρω πῶς ἔ­γι­νε, μό­νο ὅ­τι τὴ μιὰ μέ­ρα ἦ­ταν ὁ ἐ­ρα­στής μου καὶ τὴν ἑ­πό­με­νη ἦ­ταν κά­ποι­ο εἶ­δος πι­θή­κου. Ἔ­χει πε­ρά­σει ἕ­νας μή­νας καὶ τώ­ρα εἶ­ναι θα­λάσ­σια χε­λώ­να.

       Τὸν ἔ­χω πά­νω στὸν πάγ­κο, σ’ ἕ­να γυ­ά­λι­νο τα­ψὶ γε­μά­το μὲ θα­λασ­σι­νὸ νε­ρό.

      «Μπέν», λέ­ω στὸ προ­ε­ξέ­χον κε­φα­λά­κι του, «μπο­ρεῖς νὰ μὲ κα­τα­λά­βεις;» καὶ μὲ κοι­τά­ζει μὲ μά­τια σὰν μι­κρο­σκο­πι­κὲς στα­γό­νες πίσ­σας κι ἐ­γὼ χύ­νω δά­κρυ­α στὸ τα­ψί, μιὰ θά­λασ­σα τοῦ ἑ­αυ­τοῦ μου.

      Ἀ­πο­βάλ­λει ἕ­να ἑ­κα­τομ­μύ­ριο χρό­νια τὴν ἡ­μέ­ρα. Δὲν εἶ­μαι ἐ­πι­στή­μο­νας, ἀλ­λὰ τό­σα πε­ρί­που τὰ ὑ­πο­λό­γι­σα. Πῆ­γα στὸν πα­λιὸ κα­θη­γη­τὴ βι­ο­λο­γί­ας στὸ κοι­νο­τι­κὸ κολ­λέ­γιο καὶ τοῦ ζή­τη­σα ἕ­να πρό­χει­ρο χρο­νο­λό­γιο τῆς ἐ­ξέ­λι­ξής μας. Ἐ­νο­χλή­θη­κε στὴν ἀρ­χὴ – ἤ­θε­λε χρή­μα­τα. Τοῦ εἶ­πα ὅ­τι με­τὰ χα­ρᾶς θὰ πλή­ρω­να καὶ τό­τε ἔ­φτια­ξαν πο­λὺ τὰ κέ­φια του. Μὲ τὸ ζό­ρι μπο­ρῶ νὰ δι­α­βά­σω τὸ χρο­νο­λό­γιό του —κα­λύ­τε­ρα νὰ τὸ εἶ­χε δα­κτυ­λο­γρα­φή­σει— καὶ ἀ­πο­δει­κνύ­ε­ται λαν­θα­σμέ­νο. Σύμ­φω­να μὲ αὐ­τόν, ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α θὰ πρέ­πει νὰ δι­αρ­κέ­σει πε­ρί­που ἕ­ναν χρό­νο, ἀλ­λὰ ὅ­πως πᾶ­νε τὰ πράγ­μα­τα, πι­στεύ­ω ὅ­τι μᾶς ἔ­χει ἀ­πο­μεί­νει λι­γό­τε­ρο ἀ­πὸ ἕ­νας μή­νας.

      Στὴν ἀρ­χή, μοῦ τη­λε­φω­νοῦ­σαν καὶ ρω­τοῦ­σαν ποῦ εἶ­ναι ὁ Μπέν. Για­τί δὲν ἦ­ταν στὴ δου­λειά; Για­τί δὲν πῆ­γε στὸ γεῦ­μα μὲ τοὺς πε­λά­τες; Ἡ εἰ­δι­κὴ πα­ραγ­γε­λί­α του, τὸ ἐ­ξαν­τλη­μέ­νο βι­βλί­ο γιὰ τὸν πο­λι­τι­σμό, εἶ­χε φτά­σει στὸ βι­βλι­ο­πω­λεῖ­ο, θὰ περ­νοῦ­σε πα­ρα­κα­λῶ νὰ τὸ πά­ρει; Τοὺς ἔ­λε­γα ὅ­τι ἦ­ταν ἄρ­ρω­στος, μιὰ πα­ρά­ξε­νη ἀρ­ρώ­στια, καὶ πάψ­τε πα­ρα­κα­λῶ νὰ τη­λε­φω­νεῖ­τε. Τὸ πιὸ πα­ρά­ξε­νο ἦ­ταν ὅ­τι τὸ ἔ­κα­ναν. Ἔ­παυ­αν νὰ τη­λε­φω­νοῦν. Με­τὰ ἀ­πὸ μί­α βδο­μά­δα, τὸ τη­λέ­φω­νο σι­γοῦ­σε καὶ ὁ Μπέν, ὁ μπαμ­που­ί­νος, κα­θό­ταν σὲ μιὰ γω­νιὰ δί­πλα στὸ πα­ρά­θυ­ρο, τυ­λιγ­μέ­νος μὲ τὶς κουρ­τί­νες, φλυ­α­ρών­τας μό­νος του.

      Τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ποὺ τὸν εἶ­δα ἄν­θρω­πο, ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος γιὰ τὸν κό­σμο.

      Δὲν ἦ­ταν ἀ­συ­νή­θι­στο. Πάν­τα ἦ­ταν θλιμ­μέ­νος γιὰ τὸν κό­σμο. Ἕ­νας ἀ­πὸ τοὺς ση­μαν­τι­κοὺς λό­γους ποὺ τὸν ἀ­γα­ποῦ­σα. Κα­θό­μα­σταν μα­ζὶ θλιμ­μέ­νοι καὶ σκε­φτό­μα­σταν τὴ θλί­ψη καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ τὴ συ­ζη­τού­σα­με.

      Τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ποὺ ἦ­ταν ἄν­θρω­πος, εἶ­πε, «Ἄν­νι, δὲν κα­τα­λα­βαί­νεις; Γι­νό­μα­στε ὅ­λοι πο­λὺ ἔ­ξυ­πνοι. Οἱ ἐγ­κέ­φα­λοί μας ὅ­λο καὶ με­γα­λώ­νουν, καὶ ὁ κό­σμος στε­γνώ­νει καὶ πε­θαί­νει, ὅ­ταν ὑ­πάρ­χει πά­ρα πολ­λὴ σκέ­ψη καὶ κα­θό­λου καρ­διά.»

      Μὲ κοί­τα­ξε ἐ­πι­τι­μη­τι­κά, τὰ γα­λά­ζια του μά­τια ἀ­κλό­νη­τα, «Ὅ­πως ἐ­μεῖς, Ἄν­νι», εἶ­πε. «Σκε­φτό­μα­στε πά­ρα πο­λύ.»

      Κά­θι­σα. Θυ­μή­θη­κα πὼς τὴν πρώ­τη φο­ρὰ ποὺ κά­να­με σέξ, ἄ­φη­σα τὰ φῶ­τα ἀ­ναμ­μέ­να, κρά­τη­σα τὰ μά­τια μου ὀρ­θά­νοι­χτα, καὶ συγ­κεν­τρώ­θη­κα πο­λὺ στὸ νὰ ἀ­φε­θῶ· τό­τε πρό­σε­ξα ὅ­τι καὶ τὰ δι­κά του μά­τια ἦ­ταν ἀ­νοι­χτὰ καὶ μέ­σα σ’ ὅ­λα αὐ­τὰ κα­θί­σα­με στὸ πά­τω­μα καὶ συ­ζη­τού­σα­με γιὰ ποί­η­ση ἐ­πὶ μί­α ὥ­ρα. Ἦ­ταν πο­λὺ πα­ρά­ξε­νο. Ἦ­ταν πο­λὺ οἰ­κεῖ­ο.

      Μιὰ ἄλ­λη φο­ρὰ μὲ ξύ­πνη­σε μέ­σα στὴ νύ­χτα, μὲ σή­κω­σε ἀ­πὸ τὰ γα­λά­ζια σεν­τό­νια, μὲ ὁ­δή­γη­σε ἔ­ξω στ’ ἀ­στέ­ρια καὶ ψι­θύ­ρι­σε: Κοί­τα, Ἄν­νι, κοί­τα – δὲν ὑ­πάρ­χει χῶ­ρος γιὰ τί­πο­τ’ ἄλ­λο, μό­νο γιὰ ὄ­νει­ρα. Τὸν ἄ­κου­σα, νυ­σταγ­μέ­νη, γύ­ρι­σα ἀρ­γὰ στὸ κρε­βά­τι κι ἀ­πό­μει­να νὰ κοι­τά­ζω τὸ τα­βά­νι, ἔ­χον­τας χά­σει τὸν ὕ­πνο μου, ἀ­νί­κα­νη νὰ ὀ­νει­ρευ­τῶ. Ὁ Μπὲν ἀ­πο­κοι­μή­θη­κε ἀ­μέ­σως, ἀλ­λὰ ἐ­γὼ ξα­να­βγῆ­κα ἀ­θό­ρυ­βα ἔ­ξω. Προ­σπά­θη­σα νὰ ὀ­νει­ρευ­τῶ στ’ ἀ­στέ­ρια, ἀλ­λὰ δὲν ἤ­ξε­ρα πῶς γί­νε­ται. Προ­σπά­θη­σα νὰ βρῶ ἕ­να ἀ­στέ­ρι ποὺ κα­νεὶς σὲ ὅ­λη τὴν ἱ­στο­ρί­α δὲν εἶ­χε εὐ­χη­θεῖ πο­τὲ σ’ αὐ­τό, καὶ ἀ­να­ρω­τή­θη­κα τί θὰ γι­νό­ταν ἂν τὰ κα­τά­φερ­να.

      Τὴν τε­λευ­ταί­α μέ­ρα ποὺ ἦ­ταν ἄν­θρω­πος, ἔ­χω­σε τὸ κε­φά­λι στὰ χέ­ρια του κι ἀ­να­στέ­να­ξε κι ἐ­γὼ ση­κώ­θη­κα καὶ φί­λη­σα ὅ­λο τὸν αὐ­χέ­να του, σκέ­πα­σα ἐ­κεί­νη τὴ σάρ­κα, ἔ­κα­να εὐ­χὲς ἐ­κεῖ για­τί ἤ­ξε­ρα ὅ­τι κα­μιὰ γυ­ναί­κα δὲν ἦ­ταν πο­τὲ τό­σο ἐ­πι­με­λής, κα­μιὰ δὲν εἶ­χε φι­λή­σει κά­θε ἑ­κα­το­στό της ἐ­πι­δερ­μί­δας του. Τὸν κά­λυ­ψα παν­τοῦ. Τί εὐ­χή­θη­κα; Εὐ­χή­θη­κα κα­λό. Αὐ­τὸ εἶ­ναι ὅ­λο. Μό­νο κα­λό. Εἶ­χα ἀρ­χί­σει νὰ κά­νω γε­νι­κό­λο­γες εὐ­χὲς πο­λὺ και­ρὸ πρίν, στὰ παι­δι­κά μου χρό­νια· γρή­γο­ρα ἔ­μα­θα τὶς συ­νέ­πει­ες τῶν συγ­κε­κρι­μέ­νων εὐ­χῶν.

      Τὸν πῆ­ρα στὴν ἀγ­κα­λιά μου καὶ τοῦ ἔ­κα­να ἔ­ρω­τα, στὸν θλιμ­μέ­νο μου ἄν­τρα. «Βλέ­πεις, δὲν σκε­φτό­μα­στε,» ψι­θύ­ρι­σα στ’ ἀ­φτί του τὴν ὥ­ρα ποὺ μοῦ φι­λοῦ­σε τὸν λαι­μό, «κα­θό­λου δὲν σκε­φτό­μα­στε» κι ἐ­κεῖ­νος ἔ­χω­σε τὸ κε­φά­λι του στὸν ὦ­μο μου καὶ μὲ ἀγ­κά­λια­σε πιὸ σφι­χτά. Με­τά, βγή­κα­με πά­λι ἔ­ξω· δὲν εἶ­χε φεγ­γά­ρι καὶ ἡ νύ­χτα ἦ­ταν σκο­τει­νή. Εἶ­πε ὅ­τι σι­χαι­νό­ταν τὶς κου­βέν­τες καὶ τὸ μό­νο ποὺ ἤ­θε­λε ἦ­ταν νὰ μὲ κοι­τά­ζει στὰ μά­τια καὶ νὰ μοῦ λέ­ει πράγ­μα­τα μ’ αὐ­τὸ τὸν τρό­πο. Τὸν ἄ­φη­σα καὶ μ’ ἔ­κα­ναν ν’ ἀ­να­τρι­χιά­σω αὐ­τὰ ποὺ εἶ­δα στὸ βλέμ­μα του. Ὕ­στε­ρα μοῦ εἶ­πε ὅ­τι γιὰ κά­ποι­ο λό­γο ἤ­θε­λε νὰ κοι­μη­θεῖ ἔ­ξω καὶ τὸ πρω­ὶ ποὺ ξύ­πνη­σα στὸ κρε­βά­τι, κοί­τα­ξα ἔ­ξω στὴν αὐ­λὴ καὶ εἶ­δα ἕ­ναν πί­θη­κο ξα­πλω­μέ­νο στὸ τσι­μέν­το, μὲ τὰ με­γά­λα τρι­χω­τὰ χέ­ρια του νὰ σκε­πά­ζουν τὸ πρό­σω­πό του γιὰ νὰ προ­φυ­λα­χτεῖ ἀ­πὸ τὴν ἐ­κτυ­φλω­τι­κὴ λάμ­ψη τοῦ ἥ­λιου.

      Πρὶν κὰν δῶ τὰ μά­τια του, ἤ­ξε­ρα πὼς ἦ­ταν ἐ­κεῖ­νος. Καὶ μό­λις βρε­θή­κα­με ἀν­τι­μέ­τω­ποι, μὲ κοί­τα­ξε μὲ τὸ ἴ­διο ἐ­κεῖ­νο θλιμ­μέ­νο βλέμ­μα του κι ἐ­γὼ ἀγ­κά­λια­σα ἐ­κεί­νους τοὺς πε­λώ­ριους ὤ­μους. Δὲν μ’ ἔ­νοια­ζε πραγ­μα­τι­κά, τό­τε, στὴν ἀρ­χή, δὲν πα­νι­κο­βλή­θη­κα οὔ­τε κά­λε­σα γιὰ βο­ή­θεια. Κά­θι­σα ἔ­ξω μα­ζί του καὶ χά­ι­δε­ψα τὸ τρί­χω­μα στὴ ρά­χη τοῦ χε­ριοῦ του. Ὅ­ταν ἅ­πλω­σε τὸ χέ­ρι του, εἶ­πα «Ὄ­χι», δυ­να­τά, κι ἔ­δει­ξε πὼς κα­τά­λα­βε κι ἔ­κα­νε πί­σω. Ἔ­χω κι ἐ­γὼ τὰ ὅ­ριά μου.

      Κα­θί­σα­με μα­ζὶ στὸ γρα­σί­δι καὶ τὸ ξε­ρι­ζώ­να­με μη­χα­νι­κά. Δὲν μοῦ ἔ­λει­ψε ἀ­μέ­σως ὁ ἄν­θρω­πος Μπέν· ἤ­θε­λα νὰ γνω­ρί­σω καὶ τὸν πί­θη­κο, νὰ φρον­τί­σω τὸν ἐ­ρα­στή μου σὰν γιό, σὰν κα­τοι­κί­διο· ἤ­θε­λα νὰ τὸν γνω­ρί­σω μὲ κά­θε δυ­να­τὸ τρό­πο ἀλ­λὰ δὲν συ­νει­δη­το­ποί­η­σα ὅ­τι δὲν θὰ ξα­να­γύ­ρι­ζε.

      Τώ­ρα γυ­ρί­ζω σπί­τι ἀ­π’ τὴ δου­λειὰ καὶ ψά­χνω νὰ τὸν δῶ στὴν κα­νο­νι­κή του μορ­φὴ νὰ βη­μα­τί­ζει ἀ­νή­συ­χος καὶ συ­νει­δη­το­ποι­ῶ, ξα­νὰ καὶ ξα­νά, ὅ­τι χά­θη­κε. Κά­νω βόλ­τες μέ­σα στὸ σπί­τι. Μα­σά­ω ὁ­λό­κλη­ρα πα­κέ­τα τσί­χλες σὲ ἐ­λά­χι­στα λε­πτά. Ἐ­πι­θε­ω­ρῶ τὶς ἀ­να­μνή­σεις μου καὶ βε­βαι­ώ­νο­μαι ὅ­τι εἶ­ναι ἀ­κό­μα ἄ­θι­κτες για­τί ἂν δὲν εἶ­ναι αὐ­τὸς πα­ρών, τό­τε πέ­φτει σὲ μέ­να τὸ κα­θῆ­κον νὰ θυ­μᾶ­μαι. Σκέ­φτο­μαι πῶς τύ­λι­γε τὰ χέ­ρια του γύ­ρω ἀ­πὸ τὴν πλά­τη μου καὶ μὲ κρα­τοῦ­σε τό­σο σφι­χτὰ ποὺ μ’ ἔ­πια­νε ἀ­μη­χα­νί­α καὶ πῶς ἔ­νι­ω­θα τὴν ἀ­νά­σα του στὸ ἀ­φτί μου: ται­ρια­στή.

      Ὅ­ταν πά­ω στὴν κου­ζί­να, κοι­τά­ζω μέ­σα ἀ­π’ τὸ γυα­λὶ καὶ βλέ­πω ὅ­τι εἶ­ναι ἕ­να εἶ­δος σα­λα­μάν­δρας τώ­ρα. Εἶ­ναι μι­κρός.

      «Μπέν,» ψι­θυ­ρί­ζω, «μὲ θυ­μᾶ­σαι; Θυ­μᾶ­σαι;»

      Τὰ μά­τια του γυ­ρί­ζουν πρὸς τὰ μέ­σα κι ἐ­γὼ ρί­χνω στα­γό­νες μέ­λι στὸ νε­ρό. Τὸ λά­τρευ­ε τὸ μέ­λι. Τὸ γλεί­φει καὶ με­τὰ πά­ει κο­λυμ­πών­τας στὴν ἄλ­λη πλευ­ρὰ τοῦ τα­ψιοῦ.

      Αὐ­τὸ εἶ­ναι τὸ ὅ­ριο τῶν ὁ­ρί­ων μου: νά ‘το. Δὲν ξέ­ρεις πο­τὲ ἀ­κρι­βῶς ποῦ εἶ­ναι καὶ με­τὰ σκον­τά­φτεις πά­νω του καὶ μπάμ, ἔ­φτα­σες. Για­τί δὲν θ’ ἀν­τέ­ξω νὰ κοι­τά­ξω μέ­σα στὸ νε­ρὸ καὶ νὰ μὴν μπο­ρέ­σω νὰ τὸν βρῶ που­θε­νά, νὰ ψά­ξω στὰ μι­κρο­σκο­πι­κὰ δι­ά­φα­να κύ­μα­τα μέ­σα ἀ­πὸ τὸν φα­κὸ μι­κρο­σκο­πί­ου καὶ νὰ ἐν­το­πί­σω τὸν ἐ­ρα­στή μου, τὸ μο­νο­κύτ­τα­ρο θαῦ­μα, ἁ­δρό, ἁ­πλό, ἀ­νεγ­κέ­φα­λο, ἄ­κα­κο, νὰ κα­τευ­θύ­νε­ται πρὸς τὴν ἀ­νυ­παρ­ξί­α, δι­ά­φα­νο καὶ μι­κρο­σκο­πι­κὸ σὰν μυι­ο­ψί­α.

      Τὸν βά­ζω στὴ θέ­ση τοῦ συ­νο­δη­γοῦ στὸ αὐ­το­κί­νη­το καὶ τὸν πά­ω στὴν πα­ρα­λί­α. Κα­τη­φο­ρί­ζον­τας μὲ τὰ πό­δια τὴν ἄμ­μο, γνέ­φω σὲ ἀν­θρώ­πους πά­νω σὲ πε­τσέ­τες, ποὺ ἔ­χουν ἁ­πλώ­σει τὰ κορ­μιά τους στὸν ἥ­λιο καὶ εὔ­χον­ται. Στὴν ἀ­κρο­θα­λασ­σιά, σκύ­βω καὶ βά­ζω ὅ­λο τὸ τα­ψὶ στὴν κορ­φὴ ἐ­νὸς μι­κροῦ κύ­μα­τος. Ἐ­πι­πλέ­ει μί­α χα­ρά, μιὰ βάρ­κα μα­γει­ρι­κῆς, γιὰ ὅ­ποι­ον θὰ τὴ βρεῖ ξε­βρα­σμέ­νη στὴν ἀ­κτὴ καὶ θὰ ψή­νει κου­λου­ρά­κια, ἕ­να τυ­χε­ρὸ γιὰ κά­ποι­ον ἄ­τυ­χο μὲ ὅ­λα τὰ ὑ­λι­κὰ μὰ χω­ρὶς σκεῦ­ος.

      Ὁ Μπὲν ἡ σα­λα­μάν­δρα βγαί­νει στ’ ἀ­νοι­χτά. Ἀ­νε­μί­ζω καὶ τὰ δυ­ό μου χέ­ρια πρὸς τὴ θά­λασ­σα, μιὰ μορ­φὴ τό­σο ψη­λὴ ὥ­στε νὰ μὲ δεῖ ἂν κοι­τά­ξει πί­σω.

      Γυ­ρί­ζω καὶ περ­πα­τῶ μέ­χρι τὸ αὐ­το­κί­νη­το.

      Κα­μιὰ φο­ρὰ σκέ­φτο­μαι ὅ­τι θὰ ξε­βρα­στεῖ σὲ κά­ποι­α πα­ρα­λί­α. Ἕ­νας γυ­μνὸς ἄν­τρας μὲ ξαφ­νι­α­σμέ­νο βλέμ­μα. Ποὺ πῆ­γε στὴν ἱ­στο­ρί­α καὶ γύ­ρι­σε. Ἔ­χω τὸ νοῦ μου στὴν ἐ­φη­με­ρί­δα. Φρον­τί­ζω νὰ εἶ­ναι τὸ τη­λέ­φω­νό μου στὸν κα­τά­λο­γο. Κά­νω τὸν γύ­ρο τοῦ τε­τρα­γώ­νου τὰ βρά­δια μή­πως δὲν θυ­μᾶ­ται κα­λὰ ποι­ὸ σπί­τι εἶ­ναι. Τα­ΐ­ζω τὰ που­λιὰ στὴν αὐ­λὴ καὶ κα­μιὰ φο­ρὰ πρὶν βά­λω τὸν ἕ­να μου ἑ­αυ­τὸ γιὰ ὕ­πνο, πιά­νω τὸ κρα­νί­ο μου μὲ τὰ χέ­ρια νὰ δῶ ἂν με­γα­λώ­νει, καὶ ἀ­να­ρω­τι­έ­μαι τί, ποὺ νά ’­ναι χρή­σι­μο, θὰ τὸ γέ­μι­ζε ἂν με­γά­λω­νε.

 

 

Ἀ­πὸ τὴ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των Sha­pard, Ro­bert and Ja­mes Tho­mas, eds. New Sud­den Fi­ction, Short-Short Sto­ri­es from A­me­ri­ca and Be­yond, New York, Lon­don: W.W. Nor­ton and Com­pa­ny, 2007. Προ­δη­μο­σί­ευ­ση ἀ­πὸ τὸ προ­σε­χὲς τεῦ­χος τοῦ Πλα­νό­διου τὸ ἀ­φι­ε­ρω­μέ­νο στὸ ἀ­με­ρι­κα­νι­κὸ μπον­ζά­ι.

 

Ἔι­μι Μπέν­τερ (Aimee Bender) (1969). Εἶ­ναι συγ­γρα­φέ­ας τῶν συλ­λο­γῶν δι­η­γη­μά­των W­i­l­l­f­ul Crea­tu­res καὶ T­he G­i­rl in t­he F­l­a­m­m­a­b­le S­k­i­rt, τὸ ὁ­ποῖ­ο ἀ­να­κη­ρύ­χθη­κε ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το βι­βλί­ο τῶν Τά­ιμς τῆς Νέ­ας ­όρ­κης καὶ ἐ­πι­λο­γὴ τῆς χρο­νιᾶς τῶν Τά­ιμς τοῦ Λὸς Ἄν­τζε­λες, ὅ­πως καὶ τὸ μυ­θι­στό­ρη­μά της, I­n­v­i­s­i­b­le S­i­gn of My O­wn. Δι­η­γή­μα­τά της ἔ­χουν δη­μο­σι­ευ­θεῖ στὰ G­r­a­n­ta, Har­per­’s, P­a­r­is R­e­v­i­ew, GQ, F­e­n­ce, M­c­S­w­e­e­n­e­y­’s καὶ ἔ­χουν με­τα­δο­θεῖ σὲ ἐ­θνι­κὸ δί­κτυ­ο στὴ ρα­δι­ο­φω­νι­κὴ ἐκ­πομ­πή, T­h­is A­m­e­r­i­c­an L­i­fe. Κέρ­δι­σε τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­σκαρτ τὸ 2002.

Ἱ­στο­σε­λί­δα: http://f­l­a­m­m­a­b­l­e­s­k­i­rt.c­om

 

Μετάφραση ἀπὸ τὰ Ἀγγλικά:

Νί­κος Μα­νου­σά­κης (1963). Γεν­νή­θη­κε καὶ γα­λου­χή­θη­κε στὴν Κρή­τη, με­γά­λω­σε στὴν Ἀ­θή­να καὶ ζεῖ στὰ Τρί­κα­λα. Με­τα­φρά­ζει κυ­ρί­ως λο­γο­τε­χνί­α, μὲ προ­τί­μη­ση στὴν ἐ­πι­στη­μο­νι­κὴ φαν­τα­σί­α, καὶ ὑ­πο­τιτ­λί­ζει ται­νί­ες.